text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1164/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως της 1273/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Σαμαρά (ΑΜ ΔΣΑ 20304).
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που δίκασε κατ' έφεση, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12-2-2010 αίτηση αναιρέσεως και το από 23-4-2010 πρόσθετο δικόγραφο, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 260/2010.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 12-2-2010, υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά της 1273/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 3-2-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. Μαζί με αυτή θα συνεξετασθούν και οι από 23-4-2010 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που άσκησε παραδεκτά ο αναιρεσείων με ιδιαίτερο δικόγραφο.
2.
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται, στη διάταξη που εφαρμόζει. Ακόμη, υπέρβαση εξουσίας, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, για το οποίο έχει υποχρέωση στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 εδ.α' του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του νόμου αυτού αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ.α' για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, ισχύει και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του ίδιου νόμου [αποδοχή πλαστών ή εικονικών τιμολογίων κλπ], έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδ.γ' του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση, όπως συμβαίνει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ.2 εδ.β' του ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 εδ.α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδ.β' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19, ως προς το οποίο δεν ισχύει η εν λόγω προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό άφησε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής, ώστε επ' αυτού [του αδικήματος του άρθρου 19] να ισχύουν ως προς την έναρξη του χρόνου παραγραφής οι γενικές περί αυτής διατάξεις του ΠΚ. Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η ρύθμιση αυτή, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19 από εκείνη του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής. Ως εκ τούτου, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001 (ΑΠ 2135/2009, 1587/2008, 1560/2007). Εξ άλλου, η παραγραφή του αξιοποίνου, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει, κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ στη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβανόμενη υπ' όψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1273/2009 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που δίκασε ως εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμη την, εκ μέρους του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, προταθείσα ένσταση παραγραφής μερικότερων πράξεων του εις αυτόν αποδιδόμενου εγκλήματος της αποδοχής εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση, αφού δέχθηκε ότι οι πράξεις αυτές, αναφερόμενες στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-8-2001, 30-9-2001 και 30-10-2001, διαπιστώθηκαν την 23-11-2005, ημέρα κατά την οποία θεωρήθηκε αρμοδίως η σχετική, από 13-10-2005 έκθεση ελέγχου και ότι από το εν λόγω χρονικό σημείο (23-11-2005), κατά το οποίο άρχισε να τρέχει ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, μέχρι τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία διεξήχθη την 25-9-2009, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία (ούτε, πολύ περισσότερο, οκταετία, συνυπολογιζόμενης της αναστολής του χρόνου της παραγραφής). Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης της εκθέσεως [πορίσματος] του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι κατά την ενώπιον αυτού εκδίκαση της υποθέσεως δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ως άνω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας με το να μην παύσει οριστικά την ποινική δίωξη γι' αυτές. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
3.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 περ. α' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 4 παρ.1 περ. γ' του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών" (στο εξής: ΚΟΔΚαΔΛ), όπως τροποποιηθείς ισχύει, το τριμελές πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμό ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής. Εξ άλλου, με το άρθρο 5 του ΚΟΔΚαΔΛ, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, η οποία γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά. Έτσι, αναπληρώνεται ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ιδίου δικαστηρίου (άρθρο 5 παρ.1 στοιχ. Α' περ. γ' του ΚΟΔΚαΔΛ). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών, πολιτικών και ποινικών, δικαστηρίων [εφ' όσον οι συνθέσεις αυτών δεν ορίζονται με κλήρωση, επί της οποίας έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του ΚΟΔΚαΔΛ], ο πρόεδρος πρωτοδικών αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο πρωτοδίκη και αυτός κωλυόμενος από τον αμέσως νεώτερο. Η αναπλήρωση αυτή είναι ζήτημα της εσωτερικής λειτουργίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς έκδοση σχετικής πράξεως και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των διαδικαστικών ενεργειών του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο ή των αρχαιοτέρων αυτού δικαστών, διότι ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο (ΑΠ 1689/2008). Τέλος, ένας μόνο πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου μπορεί να αναπληρώνεται από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς του (άρθρο 5 παρ.1 στοιχ. Α' περ. δ' του ΚΟΔΚαΔΛ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που την εξέδωσε, συγκροτήθηκε από τους δικαστές α) Σταματία Τρικκαλίδη, προεδρεύουσα πρωτοδίκη, λόγω κωλύματος του προέδρου και των αρχαιοτέρων δικαστών, β) Ουρανία - Αικατερίνη Κώτσιου, πρωτοδίκη και γ) Γεωργία Κωτούλα, πταισματοδίκη, λόγω κωλύματος των λοιπών δικαστών, όπως είχε ορισθεί με την 284/2009 πράξη του προέδρου πρωτοδικών. Κατά τα προεκτεθέντα, με την ως άνω σύνθεση και επεξηγήσεις το δικαστήριο είχε συγκροτηθεί νομίμως και ουδεμία περαιτέρω διευκρίνιση ήταν αναγκαία. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι στο Πρωτοδικείο Τρικάλων "υπηρετούσαν αρχαιότεροι πρωτοδίκες και δύο ακόμη πρόεδροι πρωτοδικών" και ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση "ουδόλως αναγράφεται ότι κωλύονται οι υπόλοιποι δύο πρόεδροι πρωτοδικών" και προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
4.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτική αξιολόγηση εγγράφων, που δεν ανεγνώσθησαν, παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης πρέπει να αναφέρονται τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, με τρόπο που να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους σε βαθμό αποκλεισμού της αμφιβολίας ως προς το αν συγκεκριμένο έγγραφο αποτέλεσε αντικείμενο ανάγνωσης ή όχι. Προς το σκοπό αυτό αρκεί η αναγραφή του αριθμού ή της ημερομηνίας ή του εκδότη του εγγράφου, χωρίς να προσαπαιτείται η μνεία του περιεχομένου αυτού ή του προσώπου που το προσκόμισε στο δικαστήριο. Και όσο μεγαλύτερες πιθανότητες αμφιβολίας είναι δυνατό να ανακύψουν ως προς την ανάγνωση ή μη (διότι, ενδεχομένως, υφίστανται περισσότερα έγγραφα με κοινά στοιχεία), τόσο ειδικότερος πρέπει να είναι ο προσδιορισμός, με τη μνεία πλειόνων στοιχείων εξατομίκευσης (τα οποία, άλλως, είναι περιττά), προκειμένου με βεβαιότητα να συνάγεται ότι συγκεκριμένο έγγραφο ανεγνώσθη και ότι ο κατηγορούμενος είχε την ευχέρεια να διατυπώσει τις επ' αυτού παρατηρήσεις του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, στο ακροατήριο ανεγνώσθησαν το "από 31-8-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό" και η "από 15-3-2001 βεβαίωση μεταβολής εργασιών μη φυσικού προσώπου". Η περιγραφή των εγγράφων αυτών, εφ' όσον ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι στη δικογραφία υπήρχε και έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό ή ετέρα βεβαίωση μεταβολής εργασιών με την ίδια ημερομηνία και ότι προκλήθηκε αμφιβολία ως προς το ποιο έγγραφο ανεγνώσθη, είναι επαρκής. Ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητη η μνεία των συμβληθέντων ή του αντικειμένου του συμφωνητικού ή του προσώπου, στο οποίο αφορούσε η βεβαίωση ή του είδους της μεταβολής. Ακόμη, προκύπτει ότι ανεγνώσθη η "25486/1-3-2001 πώληση εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ. Μάντζαρη". Ως εκ τούτου, η αναφορά του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης στην "από 1-3-2001 τροποποίηση καταστατικού της εταιρίας" αφορά προδήλως στο εν λόγω αναγνωσθέν έγγραφο, αφού η πώληση μεριδίων ΕΠΕ υποδηλώνει αντίστοιχη αγορά και συνακόλουθα μεταβολή του προσώπου των εταίρων, η οποία, υποκείμενη στις νόμιμες διατυπώσεις, συνιστά τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
5.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 366 παρ.1 εδ. γ' και δ' του ΚΠοινΔ, αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής: α) Ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν έχει δικαίωμα να απευθύνει ερωτήσεις προς τον πελάτη του μετά την απολογία αυτού, ούτε με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση. β) Ο συγκατηγορούμενος του απολογουμένου, είτε ο ίδιος είτε ο συνήγορός του, επιτρέπεται να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με την μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, πλην όμως, για να ασκηθεί το δικαίωμα αυτό, πρέπει να υποβληθεί από τον ενδιαφερόμενο σχετικό αίτημα. Και γ) αν παρά την υποβολή του σχετικού αιτήματος, δεν επιτραπεί στον συγκατηγορούμενο του απολογουμένου ή στο συνήγορό του να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μετά την απολογία του τελευταίου, παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ και προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ (ΑΠ 821/2008). Το περιεχόμενο της απολογίας του κατηγορουμένου καταχωρείται από το γραμματέα της έδρας στα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου (ΚΠοινΔ 140 επ. και 331). Δεν υπάρχει διάταξη, όμως, που να επιβάλλει με ποινή ακυρότητας την αυτούσια καταχώρηση των ερωτήσεων, οι οποίες γίνονται προς τον απολογούμενο κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία (πρβλ. ΚΠοινΔ 273 παρ.2). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, δεν υποβλήθηκε από το συνήγορο, που άσκησε την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αίτημα για υποβολή ερωτήσεων στο συγκατηγορούμενό του μετά την απολογία εκείνου. Ως εκ τούτου, ο διευθύνων τη συζήτηση δεν είχε την υποχρέωση να δώσει οίκοθεν το λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος για να υποβάλλει ερωτήσεις στο συγκατηγορούμενό του και ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε. Ακόμη, είναι αξιοσημείωτο το ότι, αμέσως μετά, όταν ο διευθύνων τη συζήτηση ρώτησε το συνήγορο του αναιρεσείοντος αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, εκείνος απάντησε αρνητικά. Ανεξάρτητα από αυτά, δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα από τη μη ρητή αναγραφή στα πρακτικά, των ερωτήσεων που έγιναν προς τους κατηγορουμένους. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
6.
Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής ουσιώδη: Ότι ο αναιρεσείων, κατά τα έτη 2001 - 2002, είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας "Λατομεία Τρικάλων ΕΠΕ" και ασκούσε πραγματικά την εξουσία αυτή. Ότι, κατά τις χρήσεις των ετών 2001 και 2002, ο αναιρεσείων, με την ως άνω ιδιότητα, δέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία της εταιρίας τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνολικού ύψους περίπου 380.000 ευρώ, τα οποία είχαν εκδοθεί από την εταιρία "..., Μονοπρόσωπη ΕΠΕ". Ότι τα τιμολόγια αυτά φέρεται ότι αφορούσαν "διάτρηση εδάφους, γέμισμα των οπών και ανατίναξη του βουνού, φόρτωση των ανατιναγμένων υλικών", δηλαδή έργο που φέρεται ότι είχε αναλάβει να εκτελέσει η "..., Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" για λογαριασμό της "Λατομεία Τρικάλων ΕΠΕ". Ότι η εργολάβος εταιρία, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, δεν είχε τη δυνατότητα να εκτελέσει το φερόμενο ως αναληφθέν έργο, διότι είχε καταστεί αδρανής, χωρίς μηχανήματα και εργατοτεχνικό προσωπικό. Ότι ως εκ τούτου, η ανάληψη του έργου και η έκδοση των τιμολογίων, που φέρονται ότι αφορούσαν στην αμοιβή του εργολάβου, ήταν εικονική, αφού δεν είναι δυνατό ούτε να οφειλόταν ούτε να καταβλήθηκε αμοιβή για μη εκτελεσθέν έργο. Ότι ο αναιρεσείων, ως εκ της πραγματικής διαχείρισης που ασκούσε, γνώριζε την εκ του λόγου αυτού εικονικότητα των τιμολογίων και παρά ταύτα τα δέχθηκε και τα καταχώρησε στα βιβλία της "Λατομεία Τρικάλων ΕΠΕ". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αναγνώρισε υπέρ αυτού την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' ΠΚ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τα όσα δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
7.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-2-2010 αίτηση και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως της 1273/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από τη θεώρηση του πορίσματος οικονομικού ελέγχου. Επαρκής προσδιορισμός της συνθέσεως του εφετείου, ως προς τους κωλυόμενους δικαστές. Για την υποβολή ερωτήσεων σε συγκατηγορούμενο απαιτείται αίτημα. Επαρκής προσδιορισμός αναγνωσθέντων εγγράφων. Επαρκής αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1163/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10538/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 77/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 129/1-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 29-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της υπ'αριθμ. 10538/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Κατά το αρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνη σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποίηση, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν να εισαχθή η υπόθεση στο δικαστήριο (συμβούλιο), τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του, για να προσέλθη στο συμβούλιο και να εκθέση τις απόψεις του και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Εξ' άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 474 § 1 και 473 § 2 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι κατ' εξαίρεση η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθή από εκείνον που καταδικάσθηκε, όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων των οριζομένων από την διάταξη του αρθρ. 474 § 1 Κ.Π.Δ. και με σύνταξη σχετικής έκθεσης, αλλά και με δήλωση αυτού (καταδικασθέντος), η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εντός προθεσμίας είκοσι ημερών, με την αναγκαία προϋπόθεση να είναι η προσβαλλομένη απόφαση καταδικαστική, χαρακτήρα τον οποίο δεν έχει η απορρίπτουσα την έφεση ως ανυποστήρικτη απόφαση (ΑΠ 754/05, εις ΠΧ/ΝΕ'/1019). Στην προκειμένη περίπτωση, δια της προσβαλλομένης έχει απορριφθή η έφεση του κατηγορουμένου, κατά της υπ'αριθμ. 38109/09 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως ανυποστήρικτη. Επομένως, η προσβαλλομένη δεν είναι καταδικαστική απόφαση και η κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως, έχουσα ασκηθή δια της από 29-12-2009 δηλώσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου, επιδοθείσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και όχι δια δηλώσεως ενώπιον αρμοδίου προσώπου, εκ των οριζομένων στο αρθρ. 474 § 1 Κ.Π.Δ., είναι απαράδεκτη. Κατ'ακολουθία, πρέπει να κηρυχθή απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Ι. Να απορριφθή η από 29-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά της υπ'αριθμ. 10538/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
II. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 22 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. όταν ο νόμος δεν ορίζει κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως, που, όμως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη ή κήρυξε απαράδεκτη αυτήν (Κ.Ποιν.Δ. 370). Περαιτέρω κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 473, 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. το ένδικο μέσο γενικά επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής της περιφέρειας ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και με δήλωση, που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Καταδικαστική είναι η απόφαση εκείνη, που κηρύσσει κάποιον ένοχο αξιοποίνου πράξεως και επιβάλλει σ' αυτόν είτε στερητική της ελευθερίας ποινή, είτε χρηματική και η απόφαση, η οποία επιβάλλει μόνο ποινή μετ' αναίρεση. Δεν είναι καταδικαστική η απόφαση η οποία απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους ή ως εκπρόθεσμη. Επομένως στην περίπτωση αυτή, η αναίρεση πρέπει να ασκείται με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. προσώπων και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση του κατηγορουμένου επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο) απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η με αριθμό 3679 υπό ημερομηνία 13.5.2009 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών 38109/2009, με την οποία καταδικάσθηκε για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συναυτουργία και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συναυτουργία σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) που έχει ανασταλεί επί τριετία. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δεν είναι καταδικαστική εφόσον δεν αποφάνθηκε περί της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος ή περί της επιβολής κυρίας ποινής σ' αυτόν. Επομένως, κατά της αποφάσεως αυτής δεν είναι παραδεκτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως με δήλωση επιδιδομένη κατ' άρθρο 473 παρ. 2 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως συνέβη στην εξεταζόμενη υπόθεση με την ένδικη από 29/12/2009 αίτηση αναιρέσεως του άνω κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στις 29/12/2009 από τον δικαστικό επιμελητή ... στον άνω Εισαγγελέα. Κατ' ακολουθίαν και δοθέντος ότι ειδοποιήθηκε εμπροθέσμως ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο παρόν δικαστήριο (σε συμβούλιο) να εκθέσει τις απόψεις του, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα στον φάκελο της δικογραφίας, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του αναιρεσείοντος που ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις οι οποίες ορίζονται από το νόμο και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος ..., περί αναιρέσεως της με αριθμό 10538/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε ευρώ διακόσια είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδής καταμήνυση κατά συναυτουργία. Καταδικαστική σε βάρος του αναιρεσείοντος απόφαση από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, η κατά της οποίας έφεση αυτού απερρίφθη ως ανυποστήρικτη με απόφαση του Τριμελούς Εφετείου κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως του ιδίου. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως διότι ασκήθηκε με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τον δικαστικό επιμελητή και δεν στρεφόταν κατά καταδικαστικής αποφάσεως, στις οποίες δεν ανήκει η απορρίπτουσα την έφεση ως ανυποστήρικτη.
|
Εφέσεως ανυποστήρικτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 1162/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση
της αιτούσας Χ συζ.Ζ, κατοίκου ..., η οποία παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 998/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1354/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 134/14-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 525 παρ. 1, 527 παρ. 1 + 3, 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 22-9-2009 αίτηση της Χ συζ. Ζ, κατοίκου ..., υποβληθείσα (δυνάμει της από 3-8-2009 εξουσιοδοτήσεως) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο, περί επαναλήψεως υπέρ αυτής της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 998/2009 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κατεδικάσθη για συκοφαντική δυσφήμηση (αρ. 363-362 Π.Κ.) σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών με 3ετή αναστολή, και εκθέτω τ'ακόλουθα:
ΙΙ) Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2η του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το εκλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΕ/698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/597, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΔ/1070, Α.Π. 557/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Εξ άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή την σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου Κ.Π.Δ. του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερόμενων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και την νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 παρ. 2 ΚΠΔ (Α.Π. 428/1993 σε Συμβ. Π.Χρ. ΜΓ/266, ΑΠ 117/1982 σε Συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799, Θ. Δαλακούρα, "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 337, Ζησιάδη Ποιν.Δικον. Τομ. Β/384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 ΚΠΔ η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, αρμόδιο (αρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ) να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρ. 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απερρίφθησαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Π.Δ/σύνη σελ. 1347). IV) Στην υπό κρίση περίπτωση η αιτούσα κατεδικάσθη αμετάκλητα με την υπ'αρ. 998/6-2-2009 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών σε φυλάκιση 3 μηνών με 3ετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση (αρ. 363-362 ΠΚ) η οποία συνίσταται εις το ότι: Στην ... στις 18-1-2003 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιο άλλο ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του εν γνώσει της ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και ειδικότερα μετέβη στην επί της οδού ... οικία της εγκαλούσας Ξ και φωνασκούσε σε επήκοο των γειτόνων της τελευταίας συκοφάντησε αυτήν με τις εξής φράσεις "Μην κρύβεσαι μέσα στο σπίτι", "Δεν βγαίνεις έξω γιατί δεν έχεις το θάρρος να με αντιμετωπίσεις", "Είσαι κλέφτρα και δεν ντρέπεσαι", "Δεν πρόκειται να φύγω από εδώ μέχρι το βράδυ και θα τα φωνάζω όλα για να τα ακούει ο κόσμος", "'Επεσες σ'αυτό το ευτελές επίπεδο και δεν του δίνεις τα πράγματα που σου έχει αγοράσει με τα λεπτά του πατέρα του", "Τέτοια είσαι που του έκλεψες τα πράγματα", "Τόσα χρόνια του έτρωγες τα λεπτά του", "Του κρατάς τα κουστούμια του και τον υπολογιστή του", "Τον εκμεταλλευόσαστε τόσα χρόνια", "Σου έδινε λεπτά χρόνια ο ... και ζούσες καλά", γεγονότα που ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας η δε κατηγορουμένη προέβη στους ισχυρισμούς αυτούς παρόλο που γνώριζε την αναλήθειά τους". Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο υιός της αιτούσας Φ είχε συνάψει μνηστεία με την Ξ και διέμεναν στην οικία της τελευταίας επί της οδού .... Περί το τέλος του 2002 διελύθη η μνηστεία λόγω προβλημάτων που ανεφύησαν στην σχέση τους, όταν δε ο Φαπεχώρησε από την οικία δεν παρέλαβε όλα τα κινητά πράγματα που του ανήκαν, γι'αυτό έπειτα από συνεννόηση μεταξύ τους ο Φ μετέβη την 4-1-2003 για να παραλάβει τα πράγματά του χωρίς όμως να παραλάβει τίποτα επειδή η Ξ είχε αντιρρήσεις ως προς τα έπιπλα. Τελικά έπειτα από νέα συνεννόηση ο Φ μετέβη για να παραλάβει τα πράγματά του την 18-1-2003 η δε Ξ του παρέδωσε αυτά που αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό, είχε όμως αντιρρήσεις ως προς την κυριότητα κάποιων επίπλων τα οποία και δεν παρέδωσε. Τελικά η διαφορά ως προς την απόδοση των πραγμάτων επελύθη από το πολιτικό δικαστήριο και συγκεκριμένα το Εφετείο Αθηνών με την υπ'αρ. 7434/2007 απόφασή του έπειτα από εφέσεις που είχαν ασκήσει κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αμφότεροι οι διάδικοι (τέως μνηστευμένοι) το οποίο εξαφάνισε την πρωτόδικο, εδέχθη εν μέρει την αγωγή του Φ και υποχρέωσε την αντίδικό του να του αποδώσει τα αναφερόμενα σ'αυτήν κινητά ενώ κατά το απορριπτικό μέρος έκρινε ότι τα αφορώντα αυτό κινητά που αναφέρονται στο σκεπτικό ανήκαν στην Ξ και με την υπ'αρ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθη η αναίρεση της τελευταίας. Κατά την 18-1-2003 ημέρα παραλαβής των πραγμάτων του Φ μετέβη έξωθι της οικίας της Ξ η αιτούσα, μητέρα του τέως μνηστήρα της, λόγω επεισοδίου η Ξ εκάλεσε την αστυνομία ακολούθησαν δε εκατέρωθεν μηνύσεις και βάσει της εγκλήσεως της Ξ η αιτούσα Χ κατεδικάσθη για την προαναφερθείσα πράξη. Εις την αντίθετο έγκληση κατηγορούμενοι ήταν η Ξ και οι μάρτυρες που είχαν εξετασθεί υπέρ αυτής Ε1, Ε2, Ξ2, οι δε πράξεις που τους απεδόθησαν ήταν της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας, συκοφαντικής δυσφημήσεως, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία κατά συρροή, υπεξαίρεση. Επί της τελευταίας αυτής υποθέσεως εξεδόθη η υπ'αρ. 64272/13-10-09 απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (ήτοι μεταγενεστέρως της καταδίκης της αιτούσας) με την οποία η πράξη της υπεξαιρέσεως εχαρακτηρίσθη ως υφαίρεση και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω εκπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως (ήτοι μετά από 7 μήνες) και απηλλάγησαν άπαντες των κατηγοριών (βλ. απόφαση). V) Ήδη η αιτούσα προς στήριξη των ισχυρισμών της προσκομίζει και επικαλείται την υπ'αρ. 1403/2009 ένορκη βεβαίωση (με α.α. προσκομισθέντος σχετικού 23) που έδωσε η Δ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ. Ανδριανοπούλου, β) την υπ'αρ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου έπειτα από αναίρεση κατά της υπ'αρ. 7424/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Πολ.Τμήμα, ως αναλυτικώς εξετέθη στην προηγουμένη παράγραφο IV) Η ανωτέρω μάρτυς Δ υποστηρίζει στην ένορκο βεβαίωση ότι γνωρίζει την αιτούσα και τον υιό της Φ οικογενειακώς από ετών, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους κατά την ημέρα του συμβάντος 18-1-2003 ευρέθη σε παρακείμενο της οδού ... οικόπεδο για να το μετρήσει για πιθανή εκμετάλλευση επειδή ο πατέρας της είναι πολιτικός μηχανικός και κατασκευάζει κατοικίες, είδε στον χώρο εκείνο την αιτούσα η οποία της εξήγησε πως ο λόγος της παρουσίας της ήταν να ερωτήσει την αντίδικό της γιατί δεν παρέδωσε όλα τα πράγματα ως ώφειλε, επειδή ήθελε να είναι διακριτική επέστρεψε στο οικόπεδο που καταμετρούσε. Κατά το διάστημα που συνέβαιναν τα περιστατικά δεν υπήρχε άλλος στην περιοχή. Είδε την αιτούσα να κάθεται στο αυτοκίνητό της και να καταφθάνει ένα περιπολικό, κάτι που της προξένησε εντύπωση. Αναφέρει ότι στο σύντομο διάστημα που συνέβησαν τα παραπάνω δεν παρετήρησε φωνές ούτε φασαρία που να δηλώνει ότι κάποιου είδους καβγάς ήταν σε εξέλιξη. Η ίδια δεν κατέστη εφικτό να παραστεί ως μάρτυρας στο δικαστήριο λόγω οικογενειακών προβλημάτων (θάνατος της μητέρας της από καρκίνο, και πολυετής μάχη με τον καρκίνο του αδελφού της που τελικώς απεβίωσε πρόσφατα). Η ένορκη βεβαίωση όμως της ανωτέρω μάρτυρος δεν είναι ικανή, κατά την ημέτερη άποψη, να θεωρηθεί ότι καθιστά φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι η καταδικασθείσα είναι αθώα ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που έγινε δεκτό ότι τέλεσε ενόψει: α) των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στην έγκληση της Ξ κατά της αιτούσας, β) της υπ'αρ. 64272/13-10-2009 αποφάσεως του Θ. Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απηλλάγησαν η Ξ κ.λ.π. ως ήδη εξετέθη στην παρ. IV, στο σκεπτικό της οποίας γίνεται αναφορά ότι όσα αναφέρονται στην έγκληση της Ξ και αφορούν την συκοφαντική δυσφήμηση είναι αληθή. Περαιτέρω η υπ'αρ. 7434/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Πολ.Τμήμα) και η υπ'αρ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν αφορά το γεγονός της συκοφαντικής δυσφημήσεως και συνεπώς δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέο στοιχείο που να καθιστά φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα. Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η υπό κρίση αίτηση κατά τα λοιπά σημεία της συνιστά κρίση, αξιολόγηση, αντίκρουση, συσχετισμό καταθέσεων μαρτύρων για γεγονότα που δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν είτε αμέσως είτε εμμέσως για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, επιδιώκεται δε ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως διαδικασίας (Α.Π. 137/2004 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΔ/1070, Α.Π. 557/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/37) επειδή αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία. Τέλος επί της αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της αιτούσας ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, τούτο είναι υποχρεωτικό βάσει της διατάξεως του αρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ και παρείλκε η υποβολή του. Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αιτούσας. VII)
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω α)
Να απορριφθεί, κατόπιν ακροάσεως της αιτούσας, η από 22-9-2009 αίτησή της για επανάληψη υπέρ αυτής της ποινικής διαδικασίας υπέρ αυτής της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 998/2009 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών με 3ετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση.
β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αιτούσας. Αθήνα 30 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης "
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πράκτικά..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περίπ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα ως άνω γεγονότα ή αποδείξεις πρέπει να ήταν άγνωστα και στον αιτούντα, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά σ' αυτόν έπρεπε να έχουν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και η μη προβολή τους δεν θεμελιώνει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας. Εξάλλου σύμφωνα με τα άρθρα 528 §1 εδ.α' και 527 §3 του ΚΠΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, η αιτούσα επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 998/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία την καταδίκασε για συκοφαντική δυσφήμιση σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Ως λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της, στηρίζεται στο άρθρο 525 §1 περίπτ. 2 του ΚΠΔ, προβάλλει με την αίτηση ότι μετά την οριστική καταδίκη της προέκυψαν νέες αποδείξεις και συγκεκριμένα δόθηκαν δύο ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αν ήταν γνωστές στο Δικαστήριο, αυτό θα οδηγείτο στην αθώωση της αιτούσης. Επίσης επικαλείται ότι στην ίδια κρίση θα κατέληγε το Δικαστήριο, αν λάμβανε υπόψη του δύο αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 7434/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του γιου της αιτούσης κατά της εγκαλούσης για απόδοση κινητών πραγμάτων και την υπ' αριθμ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως της εγκαλούσης. Όμως δεν επικαλείται η αιτούσα ότι οι ανωτέρω πολιτικές αποφάσεις ήταν άγνωστες σ' αυτήν και έτσι δεν μπορούσε να τις προβάλει στο Δικαστήριο και επομένως δεν θεμελιώνεται εξ αυτού λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας.
Συνεπώς η αίτηση είναι νόμιμη μόνο κατά το μέρος που αφορά στις δύο ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν μετά την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου και πρέπει κατά τούτο να εξεταστεί στην ουσία.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 998/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η κατηγορουμένη και ήδη αιτούσα κηρύχθηκε ένοχη του ότι: "Στη ... στις 18-1-2003 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, εν γνώσει της ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ψευδή και ειδικότερα μετέβη στην επί της οδού ... οικία της εγκαλούσας Ξ και φωνασκούσα σε επήκοο των γειτόνων της τελευταίας συκοφάντησε αυτήν με τις εξής φράσεις: "Μην κρύβεσαι μέσα στο σπίτι", "Δεν βγαίνεις έξω γιατί δεν έχεις το θάρρος να με αντιμετωπίσεις", "Είσαι κλέφτρα και δεν ντρέπεσαι", "Δεν πρόκειται να φύγω από εδώ μέχρι το βράδυ και θα τα φωνάζω όλα για να τα ακούει ο κόσμος", "Έπεσες σ' αυτό το ευτελές επίπεδο και δεν του δίνεις τα πράγματα που σου έχει αγοράσει με τα λεπτά του πατέρα του", "Τέτοια είσαι που του έκλεψες τα πράγματα", "Τόσα χρόνια του έτρωγες τα λεπτά του", "Του κρατάς τα κοστούμια του και τον υπολογιστή του", "Τον εκμεταλλευόσαστε τόσα χρόνια", "Σου έδινε λεπτά τόσα χρόνια ο ... και ζούσες καλά", γεγονότα που ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, η δε κατηγορουμένη προέβη στους ισχυρισμούς αυτούς παρόλο που γνώριζε την αναλήθειά τους". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, εξετάστηκαν ως μάρτυρες η εγκαλούσα Ξ, η Ε2, ο Ε1, η Ξ1, η ..., ο Π και ο σύζυγος της κατηγορουμένης Ζ. Οι πέντε πρώτοι μάρτυρες επιβεβαιώνουν τα όσα δέχθηκε στο διατακτικό της η απόφαση, ενώ οι δύο τελευταίοι, οι οποίοι, όπως κατέθεσαν, δεν ήταν παρόντες, εκφράζουν την πεποίθησή τους ότι δεν έλαβαν χώρα τα ανωτέρα. Ήδη ο γιος της αιτούσας Φ στην υπ' αριθμ. 1399/14-9-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Ανδριανοπούλου κατέθεσε τα εξής: ""Στις 18-1-2003, στο σπίτι της αντιδίκου Ξ που βρίσκεται στην ... και επί της οδού ... και περί ώρα 09:00π.μ. είχα μεταβεί με φορτηγό προκειμένου να παραλάβω τα κινητά πράγματα μου από την οικία της μαζί με τον δικηγόρο μου Αναστάσιο Φωτόπουλο, όπως είχα συμφώνησει με την αντίδικο και τον δικηγόρο της κύριο .... Οι δύο δικηγόροι ήταν παρόντες προκειμένου να εξασφαλίσουν τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας και να διαφυλάξουν την έννομη τάξη. Στο διάστημα της μετακόμισης των όποιων κινητών πραγμάτων μου αποδόθηκαν εκείνη την ημέρα και για τα οποία συνάχθηκε ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε από τους δύο αντιδίκους και τους δύο παριστάμενους δικηγόρους, δεν υπήρξε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Σημειώνω ότι στο διάστημα της μετακόμισης που ελάμβανε χώρα στο γκαράζ της οικίας της αντιδίκου παρόντες ήταν, εκτός από τους μεταφορείς, οι δύο δικηγόροι, η αντίδικος και εγώ. Δεν παρουσιάστηκε παρουσία μου στον ως άνω χώρο κανένας άλλος από τους φερόμενους ως μάρτυρες της αντιδίκου. Η αναφορά που γίνεται από μάρτυρες της αντιδίκου σε κάποια έγγραφα της δικογραφίας ότι ήρθε, τάχα και η μητέρα μου μαζί μου, από τις 09:00π.μ. μέχρι τις 12:00μμ που αναχώρησε το φορτηγό της μεταφορικής εταιρείας με όποια πράγματα μου αποδόθηκαν και ότι αυτή (η μητέρα μου) απηύθυνε μεγαλοφώνως και ενώ συνομιλούσε με τον Αναπλ. Καθηγητή Π, φίλο μου, έξωθεν της οικίας της αντιδίκου και ενώ η αντίδικος ήταν μέσα στο σπίτι (στο χώρο του γκαράζ όπου ελάμβανε χώρα η παράδοση-παραλαβή) διάφορες εκφράσεις όπως: "κλέφτρα, εκμεταλλευτές, κλπ." δεν είναι αληθής. Τόσο ο Καθηγητής Π και Χ) βρίσκονταν καθ' όλη τη διάρκεια της μετακόμισης στην καφετέρια του σούπερ μάρκετ ... επί της Εθνικής Οδού .... Εξάλλου υπήρχε απαίτηση της αντιδίκου προς εμένα να μην παραβρεθεί κανένας από τον οικογενειακό και φιλικό μου περιβάλλον κατά τη διάρκεια της μετακόμισης στο χώρο όπου αυτή θα πραγματοποιείτο. Την απαίτηση αυτή της αντιδίκου τήρησα. Σε περίπτωση που δεν τηρούνταν αυτή η απαίτηση δεν θα ελάμβανε χώρα η μετακόμιση. Επίσης σημειώνω ότι τα παραπάνω υποθετικά γεγονότα που αναφέρουν μάρτυρες της αντιδίκου, συνέβησαν παρουσία των δύο δικηγόρων των δύο πλευρών που ήταν επιφορτισμένοι για την τήρηση της νόμιμης τάξης και της εξασφάλισης της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας, κ. Φωτόπουλου (από την πλευρά μου) και κ. ... (από την πλευρά της αντιδίκου). Ακόμα και με δεδομένο το ότι δεν παρέλαβα το σύνολο των πραγμάτων που ανήκαν σε εμένα-όπως καταγράφηκε στο ιδιωτικό συμφωνητικό που συντάχθηκε με το πέρας της μετακόμισης και τα οποία μου αποδόθηκαν μεταγενέστερα με αποφάσεις του Πρωτοδικείου, του Εφετείου αλλά και του Αρείου Πάγου (στον οποίο προσέφυγε η αντίδικος) μετά από μακρόχρονες δικαστικές διαδικασίες αποδεικνύεται ότι εάν η μητέρα μου ήθελε να διαμαρτυρηθεί για τη μη απόδοσή τους θα το έκανε το πρωί μεταξύ 9.00 και 12.00 και ενώ η μετακόμιση ήταν σε εξέλιξη, αφού φέρεται από μάρτυρες της αντιδίκου ότι ήταν παρούσα. Δεν υπάρχει λογική εξήγηση για κάποιον που είναι παρών στην όλη διαδικασία να μην διαμαρτυρηθεί εκείνη τη στιγμή αλλά να διαμαρτυρηθεί μετά δύο ώρες και μάλιστα στην οργίλη κατάσταση που περιγράφει η Ξ, δύο ώρες μετά τη λήξη της μετακόμισης και να ζητάει την απόδοση πραγμάτων που δεν αποδόθηκαν ως όφειλαν. Αυτή η κατάσταση μπορεί να εξηγηθεί μόνο εάν αυτός ο κάποιος δεν ήταν παρών το πρωί. Οπότε εύλογα νομίζω γεννάται η απορία σχετικά με την αξιοπιστία των λεγομένων της Ξ αλλά και των μαρτύρων της. Μόλις ολοκληρώθηκε η διαδικασία της φόρτωσης των όποιων κινητών πραγμάτων στο φορτηγό του μεταφορέα, ειδοποίησα τηλεφωνικά τους οικείους μου, στη προαναφερθείσα καφετέρια, να έρθουν να παραλάβουν το φορτηγό και να οδηγήσουν το μεταφορέα με πράγματα στην οικία μας στο .... Το αυτό και έπραξαν. Μετά το πέρας της μετακόμισης πήγα μαζί με τον δικηγόρο μου στο γραφείο του στην ... προκειμένου να ρυθμίσουμε διάφορα νομικά θέματα. Τα παραπάνω τα βεβαιώνω καθότι ήμουν παρών. Τα βεβαιώνουν επίσης και οι Ζ και Π σε έγγραφα (ένορκες βεβαιώσεις ... από 8-10-03 και Π από 20-11-03) που υπάρχουν στην δικογραφία. Επίσης την ίδια ημέρα και περί ώρα 13.50μμ στον ίδιο τόπο μετέβη η μητέρα μου, αφού κατά τη διάρκεια της αποφόρτωσης στην οικία μας των πραγμάτων που μου αποδόθηκαν, διαπίστωσε ότι έλειπαν πολλά από αυτά που έπρεπε να μου αποδοθούν. Στην αυτή διαπίστωση (ότι δηλ. δεν μου αποδόθηκα όλα τα πράγματά μου) κατέληξαν και όλα τα δικαστήρια στα οποία κατέφυγα και δικαιώθηκα όπως φαίνεται και από την δικογραφία. Εκεί στην οικία της αντιδίκου όπου μετέβη αυτοβούλως η μητέρα μου, χτύπησε το κουδούνι της αυλόθυρας της οικίας προκειμένου να μιλήσει με την αντίδικο θέλοντας απλά ως μητέρα να ρωτήσει την αντίδικο η οποία επρόκειτο να παντρευτεί με τον υιό της γιατί δεν του παρέδωσε τα κινητά πράγματά του (που είχαν αγοραστεί αποκλειστικά από τον ίδιο όπως και το δικαστήριο αμετακλήτως και τελεσιδίκως έκρινε). Δεν προέβη σε κανενός είδους μη κόσμια ή παραβατική συμπεριφορά καθώς αυτό μπορώ να βεβαιώσω ότι απάδει του ήθους της, του χαρακτήρα της και της κοινωνικής της θέσης.
Άλλωστε ο πατέρας μου (Ταξίαρχος ε.α. Κτηνίατρος του Υγειονομικού) και η μητέρα μου, δημιουργήσανε μια εξαίρετη οικογένεια. Τόσο οι γονείς μου, όσο και εγώ (δικαστικός υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου οικονομολόγος, επισκ. Αναπλ. Καθηγητής ΤΕΙ έως το 2008) και η αδερφή μου (καθηγήτρια Αγγλικής φιλολογίας) είμαστε εξαίρετου ήθους και ποτέ δεν έχουμε απασχολήσει τη δικαιοσύνη.
Τα παραπάνω (περί της μετάβασης της μητέρας μου στις 13.50 στην οικία της αντιδίκου) γνωρίζω από τους μάρτυρες ... Ζ και Αναπλ. Καθηγητή Π. Προσωπικά βεβαιώνω απόλυτα τα περί ήθους της μητέρας μου και μη εμπλοκής της σε οιαδήποτε παράνομη ή παραβατική συμπεριφορά σε βάρος της κας Ξ". Επίσης η Δ στην υπ' αριθμ. 1403/15-9-2009 βεβαίωση ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου κατέθεσε τα εξής: "Γνωρίζω τον Φ και τη μητέρα του Χ οικογενειακώς από ετών. Ο πατέρας μου Δ1, Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, είναι κατασκευαστής κατοικιών και έχει αναπτύξει πολύπλευρη κατασκευαστική δραστηριότητα μεταξύ άλλων και στην περιοχή της ... όπου αναγείραμε τα τελευταία χρόνια συγκρότημα κατοικιών επί των οδών ... δύο στενά μακρύτερα από την οικία της Ξ, αντιδίκου της Χ. Τόσο εγώ όσο και ο αείμνηστος αδερφός μου Δ2 βοηθούσαμε στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του πατέρα μας. Λόγω του ότι ο Φ διέμενε για κάποιο διάστημα στην οικία της αντιδίκου επί της οδού ..., σε κάποια επίσκεψή τους (του Φ και της αντιδίκου) στο σπίτι μου και σε σχετική ερώτηση μου για την ύπαρξη διαθέσιμων οικοπέδων προς εκμετάλλευση στην περιοχή της ... μου ανέφερε (ο Φ) ότι δίπλα στην οικία της αντιδίκου υπάρχει ακάλυπτο οικόπεδο που ενδεχόμενα θα μπορούσα να εξετάσω για πιθανή εκμετάλλευση. Στις 18-1-2003 μετέβην στην περιοχή ... προκειμένου να προβώ στην εξέταση πιθανών εκτάσεων (οικοπέδων) για την ανέγερση πολυτελών μονοκατοικιών προς πώληση από τον πατέρα μου. Μεταξύ αυτών ήταν και το οικόπεδο που μου είχε υποδείξει κατά το παρελθόν ο Φ. Κατά τη διάρκεια της περιήγησής μου στο χώρο του οικοπέδου, που βρίσκεται δίπλα στην οικία της αντιδίκου με πρόσβαση από την οδό ... και ενώ το μετρούσα, είδα τη Χ να κατάφθανει με το αυτοκίνητό της και να κτυπά το κουδούνι της αυλόπορτας οικίας που βρίσκεται δίπλα στο εν λόγω οικόπεδο, το οποίο εξέταζα. Βλέποντας ότι παρέμενε εκτός της αυλόπορτας, μιας και από ό,τι φάνηκε δεν της άνοιξε κανείς την πόρτα, την πλησίασα και τη χαιρέτησα. Να σημειώσω ότι από τον Φ και την Χ γνώριζα ότι η σχέση του Φ και της αντιδίκου είχε διακοπεί και ότι μια προγραμματισμένη μετακόμιση της οικοσκευής του Φ στις 4-1-2003 απέβη άκαρπη. Μιλώντας με την Χ, μου ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα (18-1-2003), το πρωί είχε πραγματοποιηθεί μετακόμιση κινητών πραγμάτων του Φ πλην όμως όπως μου είπε, διαπίστωσε η ίδια κατά τη μεταφορά τους στην οικία τους ότι αρκετά πράγματα του υιού της δεν είχαν παραδοθεί. Αυτός ήταν και ο λόγος της παρουσίας της εκεί, δηλ. να ρωτήσει την αντίδικο γιατί δεν παρέδωσε όλα τα πράγματα ως όφειλε. Κατόπιν ρώτησα την Χ αν χρειάζεται κάτι και μου είπε όχι οπότε, θεωρώντας ότι πρέπει να είμαι διακριτική, αφού πρόκειται για οικογενειακό θέμα, επέστρεψα στο οικόπεδο για τη συνέχιση της μέτρησης του. Σημειώνω ότι στο διάστημα που συνέβαιναν τα παραπάνω δεν υπήρχε κανένας άλλος στην περιοχή αυτή. Μετά από λίγο είδα την Χ να κάθεται στο αυτοκίνητό της και να περιμένει. Ακολούθως σε λίγα λεπτά έκπληκτη είδα να καταφθάνει ένα περιπολικό, πράγμα που οφείλω να πω ότι με παραξένεψε διότι, δεν παρατήρησα κάποια αιτία για την άφιξή του. Είδα την Χ να συνομιλεί για λίγο με τους αστυνομικούς και την αντίδικο να είναι στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου με την αδερφή της και να μιλάει επίσης μαζί τους. Μετά από λίγο η Χ επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό της και αποχώρησε. Στο σύντομο διάστημα της παρουσίας των αστυνομικών στο χώρο εκτός από τους αναφερόμενους παραπάνω δεν υπήρχε κάποιος άλλος. Εγώ δεδομένου ότι η Χ μου είχε πει νωρίτερα ότι δεν χρειαζόταν κάτι από εμένα αλλά και για λόγους διακριτικότητας δεν παρέβηκα στο σημείο της παρουσίας του περιπολικού. Στο σύντομο αυτό διάστημα που συνέβησαν τα παραπάνω δεν παρατήρησα ούτε φωνές ούτε φασαρία που να δηλώνει ότι κάποιου είδους καυγάς ήταν σε εξέλιξη. Μετά από κάποιους μήνες η Χ μου είπε ότι κατατέθηκε μήνυση από την Ξ εναντίον της και μου έδωσε μάλιστα να την διαβάσω, πράγμα που μου φάνηκε αστείο καθότι δεν παρατήρησα εγώ κάτι από αυτά που ανέφερε η μήνυση και πιθανολόγησα, ότι είναι αντίδραση βασισμένη στο γυναικείο εγωισμό μετά από τη διάλυση μιας σχέσης. Η Χ μου ζήτησε τότε να είμαι μάρτυρας στο δικαστήριο. Εγώ τότε λόγω των σοβαρότατων οικογενειακών προβλημάτων που είχα (θάνατος της μητέρας μου από καρκίνο και πολυετής μάχη με τον καρκίνο του αδερφού μου ο οποίος τελικά μετά από πολλαπλές εγχειρίσεις και μακρά νοσοκομειακή νοσηλεία απεβίωσε πρόσφατα), αρνήθηκα στην Χ γνωρίζοντας ότι οι δικαστικές διαδικασίες είναι πολύχρονες και απαιτούν συχνή παρουσία σε δικηγόρους, συμβολαιογράφους, ανακριτές και δικαστές κάτι που δεν θα μπορούσα να αντέξω μιας και έπρεπε να συνδράμω την οικογένειά μου στη διαρκή νοσηλεία στα νοσοκομεία, εγχειρήσεις κλπ.
Στο διάστημα αυτό η Χ δεν με ενόχλησε καθόλου για το θέμα της σεβόμενη την επιθυμία μου και την δύσκολη οικογενειακή κατάσταση στην οποία βρισκόμουν εκείνη την περίοδο της ζωής μου. Μετά το θάνατο του αδερφού μου πληροφορήθηκα την απόφαση του Εφετείου από την Χ και πραγματικά ένιωσα ότι πρόκειται για πολύ μεγάλη αδικία και προσφέρθηκα να την βοηθήσω με όποιο τρόπο θα μπορούσα προκειμένου να αποκατασταθεί η αλήθεια. Το παρόν και πράττω αφού εξέλιπαν και οι λόγοι που εμπόδιζαν να αφιερώσω χρόνο στη υπόθεση αυτή. Με την ευκαιρία θα ήθελα να δηλώσω ότι τόσο η Χ και ο σύζυγός της Ζ (Ταξίαρχος ε.α. Κτηνίατρος του Υγιειονομικού), όσο και τα τέκνα τους Φ (δικαστικός υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου -οικονομολόγος, Μέλος του Σώματος Ελεγκτών του Μηχανισμού ΑΘΗΝΑ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και ...η (καθηγήτρια Αγγλικής φιλολογίας) είναι εξαίρετου ήθους, ήπιων τόνων, εξαιρετικά κόσμιοι και ποτέ δεν έχουν απασχολήσει τη δικαιοσύνη".
Από την ένορκη βεβαίωση του Φ, προκύπτει ότι αυτός δεν ήταν παρών όταν η κατηγορουμένη μητέρα του μετέβη στην οικία της εγκαλούσης για να διευκρινιστεί γιατί δεν παρέδωσε η τελευταία όλα τα κινητά πράγματα σ' αυτόν μετά τη διάλυση της σχέσης τους και αποκλείει να είπε η μητέρα του τα όσα της αποδίδονται, γιατί αυτό απάδει στο χαρακτήρα και το ήθος της. περαιτέρω στην ένορκη βεβαίωσή της, η Δ κατέθεσε ότι είδε την κατηγορουμένη να βρίσκεται έξω από την οικία της εγκαλούσης και αργότερα την είδε στο αυτοκίνητό της να περιμένει, ενώ σε λίγα λεπτά είδε να έρχεται περιπολικό με αστυνομικούς και να συνομιλούν αυτοί με την κατηγορουμένη και ότι δεν άκουσε φωνές ή φασαρία αν και βρισκόταν σε διπλανό ακίνητο.
Οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, συνδυαζόμενες με τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, δεν κάνουν φανερό ότι η αιτούσα κατηγορουμένη είναι αθώα της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως και έτσι δεν συντρέχει ο επικαλούμενος με την αίτηση λόγος για επανάληψη προς το συμφέρον της ποινικής διαδικασίας. Επομένως η κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αιτούσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 §1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2009 αίτηση της Χ συζ. Ζ, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 998/2009 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αιτούσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως ποινικής διαδικασίας με την επίκληση ότι η αιτούσα είναι αθώα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως. Έννοια νέων γεγονότων ή αποδείξεων. Δεν συνιστούν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα ή αποδείξεις που ήταν γνωστά στον αιτούντα, αλλά δεν τα πρόβαλε. Απορρίπτεται η αίτηση επαναλήψεως, γιατί οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν ως νέες αποδείξεις, δεν κάνουν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1161/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) ΑΑ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανεστόπουλο, περί αναιρέσεως της 723/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείωντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Μαΐου 2010 και 30 Μαΐου 2010 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1703/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσείοντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η υπ' αριθ. 4/25.5.2009 του ΑΑ και 2) η από 30.5.2009 (με αριθ. πρωτ. 4641/2009 του Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 723/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέ-σμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστο-γραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο α' της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2α του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, απαιτείται ο υπαίτιος να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή να σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός αυτής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί συναυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, ο οποίος υπάρχει όταν ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Συναυτουργία είναι δυνατή και στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός εκ των συναυτουργών, αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για να είναι η απάτη κακούργημα, πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για τον χαρακτηρισμό της κατ' επάγγελμα τελέσεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Είναι, πάντως, δυνατή η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως ενός εγκλήματος, όταν αυτό έχει τελεσθεί επανειλημμένα, αλλά ο δράστης έχει συγχρόνως διαμορφώσει και υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως. Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 και 4 του ν. 2331/1995, όπως η παρ. 4 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2655/1998, "με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία, ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα". Η έννοια της "εγκληματικής δραστηρι-ότητας", που προβλέπεται και τιμωρείται κατά την πιο πάνω διάταξη, προσδιορίζεται στην τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων που απαριθμούνται περιοριστικά στο στοιχείο α' του αρ. 1 του ν. 2331/1995, μεταξύ των οποίων ρητώς αναφέρεται ως υποπερίπτωση αη και το έγκλημα της απάτης, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη (άρθρο 386 παρ. 1 εδ. β του ΠΚ) ή αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια (άρθρο 386 παρ. 3 του ΠΚ). Με την τροποποίηση του ν. 2331/1995 δια του ν. 3424/13.12.2005 απαλείφθηκε, από τα πιο πάνω περιοριστικά αριθμούμενα "βασικά" αδικήματα του άρθρου 1 στοιχ. α, η υποπερίπτωση αη που αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης. Προστέθηκε, όμως, με την παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3424/2005, η υποπερίπτωση ιι, σύμφωνα με την οποία εντάσσεται στα βασικά εγκλήματα "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ", επομένως και η πράξη της κακουργηματικής απάτης, αφού το ελάχιστο όριο της επιβλητέας ποινής γι' αυτήν είναι κάθειρξη τουλάχιστον πέντε ετών. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που είναι υπαλλακτικώς μικτό και ιδιώνυμο έγκλημα, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δραστηριότητας και μπορούν να εναλλαχθούν, ενώ, στην περίπτωση συνδρομής περισσοτέρων τρόπων τελέσεως, τελείται ένα μόνο έγκλημα, του οποίου, μάλιστα, χρόνος τελέσεως είναι ο χρόνος που εκδηλώθηκε ο πρώτος τρόπος τελέσεως, αντικειμενικώς μεν απαιτείται αγορά, απόκρυψη, λήψη με τη μορφή της εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή στην κατοχή, μετατροπή ή μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας, που προέρχεται από την τέλεση των εμπεριεχόμενων στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου αξιόποινων πράξεων, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος, για τη συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων και, επί πλέον, ο δράστης να ενεργεί με σκοπό την κερδοσκοπία ή τη συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης της από το άρθρο 1 στοιχ. γ' του ίδιου νόμου καθοριζόμενης "περιουσίας", η οποία περιλαμβάνει τα "περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων". Από τη γραμματική δε διατύπωση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 (και πριν από την ισχύ του ν. 3424/2005), συνάγεται, ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον δράστη της νομιμοποιήσεως μόνο στην περίπτωση της νομιμοποιήσεως προς το σκοπό παροχής συνδρομής σε πρόσωπο, που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα. Διότι, κάνοντας μνεία ο νομοθέτης για παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, αναφέρεται προφανώς σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι και το ενεργητικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων του άρθρου 1 του ν. 2331/1995 και, στην περίπτωση αυτή, αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του εγκλήματος της νομιμοποίησης. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και δεδομένου ότι χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα και γι' αυτό δεν πρέπει να γίνεται συσταλτική ερμηνεία του, αφού έχει θεσπισθεί για την αντιμετώπισή του. Και ναι μεν μετά το ν. 2332/1995, όπως αυτός ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του από το ν. 3424/2005, δημοσιεύθηκε ο δυσμενέστερος στο σύνολό του ν. 3691/5.8.2008, ο οποίος στο άρθρο 45 παρ. 1 στοιχ. ε ορίζει ότι "η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων (αυτουργού και συμμέτοχων) για τις πράξεις των στοιχείων α', β' και γ' της παραγράφου αυτής, εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού εγκλήματος", ενώ στο άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ. δ' αυτού τυποποιείται για πρώτη φορά ως τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων "η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σ` αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα", δηλαδή για πρώτη φορά μπορεί να θεωρηθεί η απλή και μόνο κατάθεση σε τράπεζα του προϊόντος ενός εγκλήματος, εφόσον αποδεικνύεται και η συνδρομή του σκοπού πρόσδοσης νομιμοφάνειας στα έσοδα αυτά, ως αυτοτελής πράξη νομιμοποιήσεως εσόδων. Όμως, και υπό το κράτος της ισχύος του προηγούμενου νόμου, που, ως επιεικέστερος, διέπει την κρινόμενη περίπτωση, δεν αποκλειόταν η νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από εγκληματική δραστηριότητα να γίνει με κατάθεση αυτών σε Τράπεζα, εφόσον ότι ο δράστης, με τον τρόπο αυτό, συγκάλυπτε την παράνομη προέλευση των εσόδων που προερχόταν από την παράνομη δραστηριότητά του, επιχειρώντας να προσδώσει στα εν λόγω έσοδά του νομιμοφανή υπόσταση, μέσω του τραπεζικού συστήματος. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 187 παρ. 3 ΠΚ, συμμορία είναι η ένωση με άλλον (δηλ. συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων) προς διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζόμενου κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρουμένου με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 723/2009 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες συμμορίας, κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, κακουργηματικής απάτης (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία πάνω από 73.000 €) κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως 13 ετών τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν, ... ,τα εξής πραγματικά περιστατικά: Αρχές Ιουλίου του έτους 2005 οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 (αναιρεσείοντες) και Χ3 μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, γνωρίζοντας ο καθένας την πρόθεση του άλλου, ενώθηκαν για να διαπράξουν συγκεκριμένες κακουργηματικές πράξεις πλαστογραφίας και απάτης, με κοινό στόχο να σφετεριστούν μέρος της μεγάλης κινητής περιουσίας του υπέργηρου συνταξιούχου δικηγόρου ΑΑ, που είχε γεννηθεί στις 3/2/1902 στην ..., κατοίκου στη ζωή ..., ... . Για την υλοποίηση του σκοπού τους αυτού, μετά από κοινό σχεδιασμό και με κοινή δράση, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις άλλοτε ταυτόχρονες και άλλοτε διαδοχικές προέβησαν στις παρακάτω πράξεις. Ειδικότερα σε χρόνο που δεν εξακριβώθηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία ακριβώς, πάντως μέχρι την 20/7/2005, αφού προηγουμένως περιήλθε στην κατοχή τους με ανεξακρίβωτο τρόπο το δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας του προαναφερθέντος συνταξιούχου δικηγόρου ΑΑ ή φωτοτυπία του δελτίου του, κατάρτισαν δύο πλαστά δελτία αστυνομικής ταυτότητας. Το ένα, με αριθμό ..., έφερε τη φωτογραφία του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 και το όνομα Χ1-Α, γεν. την 18/4/1959 στην ..., κάτοικος ..., ..., και το άλλο με αριθμό ... στο όνομα Χ1-Β και όλα τα λοιπά στοιχεία του δελτίου της αστυνομικής ταυτότητας του ως άνω συνταξιούχου δικηγόρου (παθόντος), εκτός από την χρονολογία γέννησής του, που τέθηκε 3/2/1932, αντί της 3/2/1902, και του αναστήματός του, που τέθηκε ύψος 1,75 αντί 1,60, έφερε δε το δελτίο αυτό τη φωτογραφία ενός προσώπου τα στοιχεία του οποίου δεν εξακριβώθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία, και το οποίο προφανώς συνδύαζε τα νέα στοιχεία (ηλικία και ύψος), το άτομο δε αυτό δεν το αποκάλυψαν οι κατηγορούμενοι. Στις 20/7/2005 ο πρώτος κατηγορούμενος, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως Χ1-Α και σαν ανιψιό του παθόντος, κάνοντας χρήση και των δύο πλαστών δελτίων αστυνομικής ταυτότητας και προσκομίζοντας πλαστή εξουσιοδότηση (συνοδευμένη και από φωτοτυπίες των πλαστών ταυτοτήτων) του συνταξιούχου δικηγόρου προς αυτόν για την διαχείριση και μεταφορά του χαρτοφυλακίου του που αποτελείτο από 291.379 μετοχές αυτού της Τράπεζας της Ελλάδος, οικονομικής αξίας 8.500.000 ευρώ, πέτυχε τη μεταφορά τους από την Εθνική Χρηματιστηριακή στην Εγνατία Χρηματιστηριακή. Στη συνέχεια, στις 22/7/2005, ο ίδιος κατηγορούμενος και ο εικονιζόμενος στην δεύτερη πλαστή ταυτότητα άγνωστος τρίτος, εμφανίστηκαν στο Υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος επί της οδού ..., παριστάνοντας ο άγνωστος τρίτος τον συνταξιούχο δικηγόρο ΑΑ (παθόντα) και ο πρώτος κατηγορούμενος τον ανιψιό του και κάνοντας χρήση των πλαστών ταυτοτήτων, άνοιξαν τον ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, για να εμβάζουν σ' αυτόν χρήματα από πωλήσεις του παθόντος. Τις επόμενες ημέρες με εντολές του πρώτου κατηγορουμένου πωλήθηκε μεγάλος αριθμός μετοχών του παθόντος και εμβάστηκε με τη ρευστοποίησή τους στον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό το συνολικό ποσό των 4.700.000 ευρώ. Στις 27/7/2005 ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3, εμφανιζόμενος σαν εκπρόσωπος στενών συγγενών του παθόντος που διέμεναν στην ... και ο δικηγόρος Αθηνών ΒΒ, ισχυριζόμενος ότι ενεργούσε ως πληρεξούσιος των στενών συγγενών που ενδιαφέροντο για την τύχη του εν λόγω παθόντος, μετέβησαν στο νοσοκομείο "Παμμακάριστος" στο οποίο ενοσηλεύετο από 18/7/2005 ο συνταξιούχος δικηγόρος (όπου τον είχαν μεταφέρει οι γνωστοί του ΓΓ και ΔΔ) και τον παρέλαβαν από εκεί και τον μετέφεραν στον οίκο ευγηρίας "το σπίτι της αγάπης" επί της οδού ... στη ... . Στον οίκο αυτόν τον παρέδωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος εμφανίστηκε ως ανιψιός του, προκατέβαλε μάλιστα και το ποσό των 1.400 ευρώ για τον πρώτο μήνα της διαμονής του σ' αυτόν. Η παραπάνω μεταφορά του παθόντος αποσκοπούσε στον αποκλεισμό της επικοινωνίας του με άλλα πρόσωπα με τα οποία ο παθών διατηρούσε σχέσεις και γνώριζαν την οικογενειακή του κατάσταση. Περαιτέρω...ο πρώτος κατηγορούμενος σε εκτέλεση του κοινού εγκληματικού τους σχεδίου για εκταμίευση των ποσών από το λογαριασμό που είχαν ανοίξει στο παραπάνω υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατά το χρονικό διάστημα από 3/8/2005 έως 11/8/2005, κάνοντας πάντοτε χρήση της πλαστής ταυτότητας, εν γνώσει των συγκατηγορουμένων του και μετά από συναπόφασή τους, εκταμίευσε συνολικά το ποσό των 3.045.000 ευρώ, αναλαμβάνοντας άλλες φορές ο ίδιος τα σχετικά ποσά από το Υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας της οδού ..., και άλλες φορές εκδίδοντας σχετικές τραπεζικές επιταγές, που ακολούθως οπισθογραφούσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος και τις εξαργύρωνε στο Κεντρικό κατάστημα αυτής, επειδή το εν λόγω υποκατάστημα δεν είχε διαθέσιμο το αναληπτέο ποσό. Με αυτό τον τρόπο ο πρώτος κατηγορούμενος ανέλαβε στις 3/8/2005 400.000 ευρώ, στις 5/8/2005 270.000 ευρώ, στις 10/8/2005 70.000 ευρώ, ενώ στις 8/8/2005 εξέδωσε δύο τραπεζικές επιταγές συνολικής αξίας 1.500.000 ευρώ και στις 11/8/2005 εξέδωσε μία τραπεζική επιταγή αξίας 805.000 ευρώ από το παραπάνω υποκατάστημα, τις οποίες οπισθογράφησε όλες στο δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος εκταμίευσε αμέσως τα σχετικά ποσά από το Κεντρικό Υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας. Μάλιστα αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) είχε επικοινωνήσει προηγουμένως τηλεφωνικά με το Κεντρικό Κατάστημα της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος και ζήτησε να υπάρχουν διαθέσιμα τα σχετικά ποσά ... . Όμως η εγκληματική δραστηριότητα των κατηγορουμένων έλαβε τέλος την 22/8/2005 όταν ο πρώτος κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο ίδιο υποκατάστημα, χρησιμοποιώντας πάλι το πλαστό δελτίο ταυτότητας και εξέδωσε στο όνομα του τραπεζική επιταγή ποσού 1.035.000 ευρώ, που προήλθε από ρευστοποίηση μετοχών των αμέσως προηγουμένων ημερών, και αποπειράθηκε να εισπράξει το σχετικό ποσό από το ταμείο του υποκαταστήματος, αλλά δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, επειδή συνελήφθη από αστυνομικά όργανα του αστυνομικού τμήματος Ομονοίας, τα οποία τον ανέμεναν να εμφανιστεί για να τον συλλάβουν, μετά από ειδοποίησή τους από τον διευθυντή του υποκαταστήματος ..., ο οποίος θεώρησε ύποπτο το άνοιγμα του λογαριασμού από αγνώστους στο υποκατάστημα πελάτες, που διέθεταν και διακινούσαν ιδιαίτερα μεγάλα ποσά. Τον πρώτο κατηγορούμενο είχε μεταφέρει στο εν λόγω υποκατάστημα για να προβεί στην προσχεδιασμένη εκταμίευση ο τρίτος κατηγορούμενος με δίκυκλο μοτοποδήλατο, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος το πρωί της ίδιας ημέρας επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Κεντρικό Κατάστημα της Γενικής Τράπεζας και ζήτησε να υπάρχει διαθέσιμο το σχετικό ποσό, ώστε να το εισπράξει προφανώς ο ίδιος μετά από οπισθογράφηση της τραπεζικής επιταγής σ' αυτόν. Κατά τη σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκε πάνω του η πραγματική του αστυνομική ταυτότητα, αλλά και η προαναφερόμενη πλαστή με την φωτογραφία του, η οποία κατασχέθηκε. Επίσης στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου βρέθηκε η πραγματική ταυτότητα του παθόντος, την οποία είχε παραδώσει σ' αυτόν στις 10/8/2005 ο δικηγόρος ΒΒ, στον οποίο, ως πληρεξούσιο των συγγενών του παθόντος, την είχαν παραδώσει στις 28/7/2005 οι ΓΓ και ΔΔ μαζί με δύο βιβλιάρια τράπεζας και άλλα προσωπικά έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους. Στις πράξεις αυτές οι κατηγορούμενοι προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση των πλαστών εγγράφων άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους και στον άγνωστο συνεργάτη τους και ν' αποκομίσουν οι ίδιοι και ο άγνωστος συνεργάτης τους παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία τρίτου, παριστάνοντας εν γνώσει τους τα προαναφερθέντα ψευδή γεγονότα ως αληθή εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκαν άλλοι και πείστηκαν να προβούν σε πράξεις ένεκα των οποίων ως άμεσο αποτέλεσμα επήλθε ζημία στην περιουσία τρίτου. Περαιτέρω...οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, ενεργώντας με πρόθεση και με σκοπό την κερδοσκοπία αλλά και τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης των εσόδων που αποκόμισαν από την προαναφερόμενη κακουργηματική πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση με χρήση πλαστών εγγράφων που τέλεσαν, έλαβαν στην κατοχή τους τα ποσά που εκταμίευσαν και κατέστησαν δικαιούχοι αυτών, ακολούθως δε, επιδιώκοντας να προσδώσουν νομιμοφανή υπόσταση στα παράνομα έσοδα μέσω του τραπεζικού συστήματος, ένα μέρος αυτών κατέθεσαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς των ιδίων ή οικείων τους, όπως προέκυψε μετά τη δέσμευση και το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών τους με την 8/2006 διάταξη της 23ης Τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ύστερα από την άσκηση σε βάρος τους συμπληρωματικής ποινικής δίωξης για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Πιο συγκεκριμένα, με πρόθεση και με τον προαναφερόμενο σκοπό, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων από τα έσοδα της προειρημένης εγκληματικής δραστηριότητας αυτών κατέθεσαν: Α) Ο Χ1 κατέθεσε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 17/8/2005 έως 22/8/2005 τα εξής ποσά: α) Στον ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της Τράπεζας EUROBANK με συνδικαιούχους αυτόν και τη μνηστή του ΕΕ κατέθεσε 20.000 ευρώ στις 17/8/2005 και 10.530 ευρώ στις 22/8/2005. β) Στον ... λογαριασμό της Τράπεζας ALFA BANK με δικαιούχο αυτόν κατέθεσε 20.000 ευρώ στις 5/8/2005, 30.000 ευρώ στις 9/8/2005 και 20.000 ευρώ στις 16/8/2005. γ) Στον ... λογαριασμό της Τράπεζας ALFA BANK με δικαιούχο αυτόν κατέθεσε 5.500 ευρώ στις 2/8/2005, 20.000 ευρώ στις 5/8/2005 και 10.000 ευρώ στις 10/8/2005. Επίσης από τα έσοδα της προαναφερόμενης εγκληματικής δραστηριότητας ο ίδιος κατηγορούμενος με τον ίδιο σκοπό (κερδοσκοπίας και συγκάλυψης της προέλευσής τους) διέθεσε σε χρόνο που δεν προέκυψε με ακρίβεια μεγάλο χρηματικό ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε, δεν ήταν πάντως μικρότερο από 60.000 ευρώ, για την αγορά ενός αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ, τύπου SLK, κυλινδρισμού 3498 κυβικών, το οποίο καταχωρήθηκε στο όνομα της παραπάνω μνηστής του, με αριθμό κυκλοφορίας ... και χρόνο έκδοσης της αδείας 11/8/2005. Β) Ο Χ2, ενεργώντας με πρόθεση και με τον προαναφερόμενο σκοπό, κατέθεσε στον ... λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με δικαιούχο την πρώην σύζυγο του ΣΤ, 25.000 ευρώ στις 8/8/2005, 16.000 ευρώ στις 9/8/2005, 10.000 ευρώ στις 12/8/2005 και 25.000 ευρώ στις 17/8/2005. Εξάλλου κατά τους χρόνους διαπράξεως των πιο πάνω πράξεων απάτης, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων ήταν ήδη πρόσωπα που διέπρατταν απάτες κατ' επάγγελμα, εφόσον από την επανειλημμένη, κατά τα παραπάνω, τέλεση αυτών και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (έδρασαν με βάση άριστα καταστρωμένο σχέδιο, με ακρίβεια, μεθοδικότητα και σχεδιασμό, όπως προεξετέθη, καταρτίσαντες πλαστές ταυτότητες τις οποίες χρησιμοποίησαν και κατάφεραν να μεταφέρουν το χαρτοφυλάκιο του παθόντα σε άλλη χρηματιστηριακή εταιρία, άνοιξαν τραπεζικό λογαριασμό για την εισροή σ` αυτόν του προϊόντος της παράνομης ρευστοποίησης των μετοχών του παθόντος, και χρησιμοποίησαν άγνωστο πρόσωπο για να παριστάνει τον παθόντα, και εξαπάτησαν τρίτους με σκοπό να σφετεριστούν τα χρήματα του υπερήλικα ΑΑ), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό σταθερού και μονίμου εισοδήματος, (εισόδημα το οποίο αποκόμισαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι κατά τα άνω), και κατά συνήθεια, εφόσον από την επανειλημμένη τέλεση τέτοιων πράξεων απάτης, προκύπτει σταθερή ροπή αυτών προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος απάτης, ως στοιχείο (χαρακτηριστικό γνώρισμα), της προσωπικότητάς τους. Η τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων από τους κατηγορουμένους, σαφώς προκύπτει και αποδεικνύεται από την προσήκουσα εκτίμηση του όλου ανωτέρω αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε, και ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που δόθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, αλλά και των μαρτύρων κατηγορίας ..., Διευθύντριας της Χρηματιστηριακής εταιρίας ΕΓΝΑΤΙΑ, ..., διευθύνοντα συμβούλου της ίδιας εταιρίας και ..., υπαλλήλου στο κεντρικό κατάστημα της Γενικής Τράπεζας, οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης, τα οποία διαβάστηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο κατά το άρθρο 502 παρ.1 εδ. γ του ΚΠΔ, εφόσον αυτοί κατέθεσαν με αμεροληψία, αντικειμενικότητα, και πειστικότητα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνδυαζόμενα μεταξύ τους και προσηκόντως εκτιμώμενα και αξιολογούμενα, αβιάστως οδηγούν στις πιο πάνω παραδοχές, αναφορικά με την τέλεση από τους κατηγορουμένους των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων. Τα δε από τις παραπάνω μαρτυρικές καταθέσεις προκύπτοντα και αποδεικνυόμενα ενισχύονται και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κάτι διαφορετικό δεν προκύπτει από κάποιο από τα λοιπά στα πρακτικά μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία, και μάλιστα ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, εφόσον οι μάρτυρες αυτοί δεν κατέθεσαν κάτι για τις πιο πάνω πράξεις, αλλά ούτε από τις απολογίες των κατηγορουμένων ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε από τις προανακριτικές και ανακριτικές τους απολογίες, περικοπές των οποίων αναγνώσθηκαν κατά τα άνω για την επισήμανση αντιφάσεων (βλ. πρακτικά), από τους οποίους κατηγορούμενους ο πρώτος και ο δεύτερος ουσιαστικά ομολογούν τις πράξεις τους, αποδεχόμενος ο μεν πρώτος ότι με τις πλαστές ταυτότητες μετέφερε το χαρτοφυλάκιο των μετοχών του παθόντα από την Εθνική Χρηματιστηριακή στην Εγνατία, ότι άνοιξε λογαριασμό στο όνομά του στην Γενική Τράπεζα, όπου ενέβαζε τα χρήματα από την πώληση των μετοχών του παθόντα, και στη συνέχεια εκταμίευε διάφορα χρηματικά ποσά από τον λογαριασμό αυτό, ισχυριζόμενος ότι όλα αυτά τα έπραξε διότι είχε οικονομική ανάγκη και χρέη, και αυτό το εκμεταλλεύθηκε κάποιος ΖΖ, που είχε συλλάβει το όλο σχέδιο, ο δεύτερος κατηγορούμενος δε αποδεχόμενος ότι εισέπραξε τις ως άνω 3 επιταγές διότι και αυτός είχε μεγάλη οικονομική ανάγκη και ήθελε τα χρήματα για να σώσει την φαρμακοβιομηχανία του, τον "έμπλεξε δε και αυτόν, όπως και τον πρώτο, κάποιος ΖΖ", ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος με την ανειλικρινή και μη ανταποκρινόμενη προς την πραγματικότητα απολογία του, επιχείρησε να αρνηθεί την τέλεση των πράξεων. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τη αξιόποινη πράξη του άρθρου 187 παρ. 3 ΠΚ, για την κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση με σκοπό τον πορισμό οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, και επί πλέον οι πρώτος και δεύτερος της τετελεσμένης απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, και της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της συμμορίας, της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: α) Ως προς τη συμμορία, παρατίθεται στην απόφαση ότι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι και ο συγκατηγορούμενός τους Χ3 , μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, ενώθηκαν για να διαπράξουν συγκεκριμένες κακουργηματικές πράξεις πλαστογραφίας και απάτης με κοινό στόχο να σφετερισθούν μέρος της κινητής περιουσίας του ΑΑ, περιγράφεται δε και ο τρόπος, με τον οποίο, μετά από κοινό σχεδιασμό, υλοποίησαν το σκοπό αυτό. β) Ως προς την κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, εκτίθεται ότι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, με κοινή δράση, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις άλλοτε ταυτόχρονες και άλλοτε διαδοχικές, κατάρτισαν πλαστά έγγραφα (δύο πλαστά δελτία αστυνομικής ταυτότητας) με σκοπό, με τη χρήση φωτοτυπιών αυτών και πλαστής εξουσιοδοτήσεως, να παραπλανήσουν άλλους (τους αρμοδίους τραπεζικούς υπαλλήλους) για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, ο από αυτούς Χ1 ήταν ο Χ1-Α, ανιψιός του παθόντος ΑΑ και να μπορέσουν, έτσι, να πετύχουν τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου του παθόντος, στη συνέχεια δε ο αυτός αναιρεσείων και άγνωστος τρίτος, εμφανιζόμενος ως ο παθών, να ανοίξουν κοινό λογαριασμό και να εμβάζουν σ` αυτόν χρήματα του παθόντος) και ότι στην πράξη τους αυτή προέβησαν με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους, αλλά και στον άγνωστο τρίτο, παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 3.045.000 ευρώ (ήτοι άνω των 15.000 ευρώ), όσο και το συνολικό ποσό που εκταμίευσε ο Χ1, αναλαμβάνοντας άλλες φορές ο ίδιος τα σχετικά ποσά από το Υποκατάστημα της γενικής Τράπεζας της οδού ... και άλλες φορές εκδίδοντας τραπεζικές επιταγές, τις οποίες μεταβίβαζε με οπισθογράφηση στον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος τις εξαργύρωνε στο κεντρικό κατάστημα της ίδιας Τράπεζας. γ) Ως προς την κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία και κατ` εξακολούθηση, παρατίθεται στην απόφαση 1) ο κοινός σκοπός των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων να περιπο-ήσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος της περιουσίας του ΑΑ, 2) η εν γνώσει αυτών παράσταση στους αρμοδίους τραπεζικούς υπαλλήλους ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, κατά τα ανωτέρω, ο Χ1 ήταν ο ανιψιός του παθόντος Χ1-Α, ο δε άγνωστος τρίτος ήταν ο ίδιος ο παθών, ενώ τα δελτία αστυνομικής ταυτότητας και η εξουσιοδότηση ήταν γνήσια, από την οποία (παράσταση), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκαν οι άνω υπάλληλοι και προέβησαν στην επιζήμια για τον παθόντα συμπεριφορά, ήτοι στη μεταφορά του χαρτοφυλακίου του παθόντος από την Εθνική Χρηματιστηριακή στην Εγνατία Χρηματιστηριακή, στο άνοιγμα κοινού λογαριασμού στο όνομα του Χ1-Α και του παθόντος ΑΑ, στην πραγματικότητα, όμως, στο όνομα του κατηγορουμένου Χ1 και του αγνώστου συνεργού του, και στην εκταμίευση του άνω ποσού και γ) βλάβη ξένης, ήτοι του παθόντος ΑΑ, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ως άνω παραπλανητικές ενέργειες των αναιρεσειόντων. Αιτιολογούνται, ακόμη, πλήρως οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της εν λόγω αξιόποινης πράξεως, η οποία, πέραν του ύψους του συνολικού οφέλους των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων και της αντίστοιχης ζημίας του παθόντος, προσδίδει σ' αυτήν την κακουργηματική της μορφή, με την αναφορά τόσο της επανειλημμένης τέλεσής της, όσο και στοιχείων που υποδηλώνουν ότι αυτοί είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της (δράση με βάση άριστα καταστρωμένο σχέδιο, μεθοδικότητα και σχεδιασμό, κατάρτιση πλαστών ταυτοτήτων, άνοιγμα κοινού λογαριασμού για την εισροή σ` αυτόν του προϊόντος της παράνομης ρευστοποιήσεως των μετοχών του παθόντος, κ.λπ.), καθώς και ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς τέλεση του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Και δ) ως προς τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, εκτίθεται ότι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, με σκοπό την κερδοσκοπία και τη συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεως των εσόδων που αποκόμισαν με τον προαναφερόμενο τρόπο, επιδιώκοντας να προσδώσουν νομιμοφανή υπόσταση σ' αυτά μέσω του τραπεζικού συστήματος, ο μεν Χ1 κατέθεσε μέρος αυτών σε λογαριασμούς είτε του ιδίου είτε κοινούς με τη μνηστή του ΕΕ, ο δε Χ2 σε κοινό λογαριασμό με την πρώην σύζυγό του ΣΤ, ενώ ο Χ1 αγόρασε και αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES, στο όνομα της μνηστής του. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα: α) Οι αιτιάσεις του Χ1 ότι δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η συμμετοχή του στην κατάρτιση των πλαστών ταυτοτήτων και του Χ2 ότι επιβάλλεται προσωπική επαφή του φερομένου ως δράστη της πλαστογραφίας με το έγγραφο, το οποίο καταρτίζει, και δεν νοείται πλαστογραφία, η οποία να τελείται από περισσότερα του ενός πρόσωπα "από κοινού", ότι δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι συντάκτης των δύο πλαστών ταυτοτήτων είναι αυτός, ότι δεν εξειδικεύεται κατά ποιον τρόπο οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι προέβησαν από κοινού στην κατάρτιση των πλαστών ταυτοτήτων, καθώς και στην επικόλληση στα δελτία των φωτογραφιών του Χ1 στη μία και αγνώστου προσώπου στην άλλη και ο τρόπος της συμμετοχής του καθενός και ότι δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η συμμετοχή του στο έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση και δεν εξειδικεύεται η συμμετοχή του στις ενέργειες του συγκατηγορουμένου του Χ1 να εισπράξει στις 3.8.2005, 5.8.2005 και 10.8.2005 τα ποσά των 400.000, 270.000 και 70.000 αντιστοίχως, είναι αβάσιμες, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, συναυτουργία είναι δυνατή και στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός εκ των συναυτουργών τόσο στην πλαστογραφία όσο και στην απάτη, αναφέρεται δε στην απόφαση ότι οι κατηγορούμενοι κατήρτισαν τα επίδικα πλαστά έγγραφα και προέβησαν στις ψευδείς παραστάσεις με κοινό δόλο και κοινή δράση, αποβλέποντες στον ίδιο κοινό σκοπό (να καρπωθούν το αντίτιμο των μετοχών του παθόντος ΑΑ), β) Η αιτίαση του Χ1 ότι δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο της πλαστής εξουσιοδοτήσεως, της οποίας έκανε αυτός χρήση για τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου από την Εθνική Χρηματιστηριακή στην Εγνατία Χρηματιστηριακή, είναι αβάσιμη, γιατί, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί η αναφορά ότι επρόκειτο για πλαστή εξουσιοδότηση του συνταξιούχου δικηγόρου (παθόντος) προς αυτόν για τη διαχείριση και μεταφορά του χαρτοφυλακίου του που αποτελείτο από 291.379 μετοχές αυτού της Τράπεζας της Ελλάδος, χωρίς να απαιτείτο η παράθεση ολοκλήρου του κειμένου της πλαστής εξουσιοδοτήσεως, γ) Από την παραδοχή στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι οι κατηγορούμενοι από τις πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους και στον άγνωστο συνεργάτη τους και να αποκομίσουν οι ίδιοι και ο άγνωστος συνεργάτης τους παράνομο περιουσιακό όφελος, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι σκόπευαν αυτοί να προσπορίσουν "στον εαυτό τους" παράνομο περιουσιακό όφελος δεν δημιουργείται καμιά ασάφεια, αφού δεν ασκεί καμιά επιρροή αν οι κατηγορούμενοι, με τις πράξεις τους, σκόπευαν να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, εκτός από τον εαυτό τους, και σε άλλους και η αιτίαση του Χ1 για το αντίθετο είναι αβάσιμη, δ) Η αιτίαση του Χ2 ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε δύο διαφορετικές εκδοχές για την περιέλευση σ' αυτούς του πραγματικού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του παθόντος και δη, ενώ αρχικά δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι κατήρτισαν δύο πλαστά δελτία ταυτότητας του δικηγόρου ΑΑ ή φωτοτυπία του δελτίου του, στη συνέχεια δέχεται ότι στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου (Χ2) βρέθηκε η πραγματική ταυτότητα του παθόντος, την οποία είχε παραδώσει σ' αυτόν την 10.8.2005 ο δικηγόρος ΒΒ, μεταξύ δε των δύο αυτών παραδοχών υπάρχει αντίφαση, είναι αβάσιμη, γιατί ο τρόπος περιελεύσεως στα χέρια των κατηγορουμένων ή του ενός από αυτούς του δελτίου της πραγματικής ταυτότητας του παθόντος δεν ασκεί επιρροή ούτε περιλαμβάνεται στα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, για το οποίο καταδικάσθηκαν, ε) Η αιτίαση του Χ1 ότι, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οπισθογράφησε αυτός προς το συγκατηγορούμενό του Χ2τρεις επιταγές, συνολικού ύψους 2.305.000 €, το Πενταμελές Εφετείο δεν δέχεται ότι, στις περιπτώσεις των επιταγών αυτών, τα εισπραχθέντα από τον συγκατηγορούμενό του ποσά επιμερίσθηκαν μεταξύ τους και με βάση ποια συμφωνία είναι αβάσιμη, γιατί, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι έδρασαν από κοινού, από-σκοπούντες στο συνολικό όφελος, και δεν έχει καμιά σημασία τι, τελικά, θα λάμβανε ο καθένας κατά τις μεταξύ τους συμφωνίες. στ) Η αιτίαση του ιδίου ότι, όσον αφορά την κατ` επάγγελμα τέλεση της απάτης, δεν προσδιορίζεται αν υπάρχουν και ποιες είναι οι άλλες πράξεις απάτης, εκτός της επίδικης, που τέλεσε είναι αβάσιμη, γιατί, κατά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως εν προκειμένω, και δεν ήταν αναγκαίο να έχει τελέσει αυτός και άλλες όμοιες πράξεις πριν από εκείνες για τις οποίες καταδικάσθηκε ούτε να υπάρχει προηγούμενη καταδίκη. Κατά τα λοιπά, όπως αναφέρθηκε, επαρκώς αιτιολογείται τόσο η υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι δράστες με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως του εγκλήματος της απάτης όσο και η κατά συνήθεια τέλεση αυτής και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες. ζ) Η αιτίαση του Χ2 ότι η οπισθογράφηση των επιταγών, η παράδοσή τους σ' αυτόν και η επικοινωνία του τηλεφωνικώς με την Τράπεζα δεν συνιστά απάτη, αλλά μη αξιόποινη ενέργεια και ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δέχεται ότι η ενέργεια αυτή αποτελεί περιστατικό απάτης είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το σύνολο της συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων συνιστά απάτη και όχι η ως άνω μεμονωμένη ενέργεια, η οποία αναφέρεται για να καταδειχθεί λεπτομερώς ο τρόπος με τον οποίο έδρασαν αυτοί. η) Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι, υπό την ισχύ του ν. 2331/2005, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 3424/13.12.2005, δεν μπορούσε ο δράστης του προηγουμένου βασικού εγκλήματος να είναι και δράστης της νομιμοποιήσεως των εσόδων που προέρχονταν από αυτό, ενώ η απλή κατάθεση στην Τράπεζα μπορεί να θεωρηθεί ως τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων μετά την ισχύ του δυσμενέστερου ν. 3691/2008, είναι αβάσιμες, γιατί, υπό το κράτος του νόμου που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων, αποκλείετο η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον δράστη της νομιμοποιήσεως, μόνο στην περίπτωση της νομιμοποιήσεως προς το σκοπό παροχής συνδρομής σε πρόσωπο, που ενεχόταν σε εγκληματική δραστηριότητα, περί της οποίας περιπτώσεως δεν πρόκειται εδώ, όχι δε και στις λοιπές περιπτώσεις, ενώ η κατάθεση σε Τράπεζα εσόδων που προέρχονταν από εγκληματική δραστηριότητα στοιχει-οθετούσε την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, έστω και αν δεν προβλεπόταν ρητώς. Αιτιολογείται δε επαρκώς ότι η πραγμάτωση του βασικού εγκλήματος της απάτης, καθώς και αυτή του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων ήταν προσχεδιασμένα, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται κατά ποιο τρόπο η κατάθεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς προσέδωσε νομιμοφανή υπόσταση στα συγκεκριμένα έσοδα, εάν, δηλαδή, και πώς παρήχθη με την κατάθεση νόμιμος τίτλος που να δικαιολογεί την κατοχή των ποσών αυτών ως προερχομένων από νόμιμες δραστηριότητες, αρκεί δε το αναγραφόμενο ότι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι επεδίωκαν να προσδώσουν νομιμοφανή υπόσταση στα παράνομα έσοδα μέσω του τραπεζικού συστήματος, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του Χ1 είναι αβάσιμες. θ) Από το ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο κατηγορούμενος Χ1 ανέλαβε στις 3.8.2005 400.000 ευρώ, στις 5.8 2005 270.000 ευρώ κ.λπ., ότι η εγκληματική δραστηριότητα των κατηγορουμένων έλαβε τέλος στις 22.8.2005 και ότι, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, στην EUROBANK 10.530 ευρώ στις 22.8.2005 και στην ALFA BANK 5.500 ευρώ στις 2.8.2005 (κατά την ημέρα, δηλαδή, που συνελήφθη και πριν από την πρώτη ανάληψη αντιστοίχως) δεν δημιουργείται ασάφεια, καθόσον η πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων τοποθετείται εντός του χρονικού διαστήματος από 22.7.2005 μέχρι 22.8.2005, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία ο χρόνος τελέσεως κάθε μερικότερης πράξεως ούτε το ότι στο σκεπτικό αναγράφεται (προφανώς από παραδρομή) ότι η πράξη τελέσθηκε από 17.8.2005 έως 22.8.2005, αφού δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής, και η περί του αντιθέτου αιτίαση του ιδίου είναι αβάσιμη, ι) Η αιτίαση του ιδίου ότι το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων, παρέλειψε να αξιολογήσει και να σχολιάσει την απολογία του και το αναγνωσθέν έγγραφο που τιτλοφορείται "δελτία Ζ-read του Χ1" είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν ήταν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ια) Η αιτίαση του Χ2 ότι, μετά τη δημοσίευση του ν. 3424/2005, η απάτη ως βασικό έγκλημα δραστηριότητας νομιμοποιήσεως εσόδων έχει καταργηθεί, ενώ η παρ.1 του άρθρου 1 του νόμου 3424/2005 (υποπερ. ιι), σύμφωνα με την οποία εντάσσεται στα βασικά εγκλήματα "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ", δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, γιατί ανάγεται στο μέλλον, είναι μη νόμιμη, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, η τελευταία αυτή διάταξη περιλαμβάνει και το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης. Πράγματι, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Στην προκειμένη δε περίπτωση, ορθά κρίθηκε ότι και η απάτη εντάσσεται στα βασικά εγκλήματα, αφού αυτή ρητά αναφερόταν στο ν. 2331/1995 και δεν καταργήθηκε με τον μεταγενέστερο ν. 3424/2005, και ιβ) η αιτίαση του Χ1 ότι, όσον αφορά το πλημμέλημα της συμμορίας, το αιτιολογικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού χωρίς παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν από τη διαδικασία, στα οποία θεμελιώνεται η κρίση του Δικαστηρίου περί της συμφωνίας του με τους συγκατηγορουμένους του για τη διάπραξη των συγκεκριμένων κακουργηματικών πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης, είναι αβάσιμη, γιατί, πέραν του ότι το Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς την καταδικαστική του κρίση και για την πράξη της συμμορίας, κατά τα προαναφερθέντα δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται αυτή σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο με το σκεπτικό θεωρείται ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο σε σχέση με τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά και όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορεί ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση να κάνει δεκτούς ή να απορρίψει αυτούς, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α', δ' και ε', ήτοι: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετανοίας, πρέπει η μετάνοια, την οποία επέδειξε ο κατηγορούμενος, να είναι έμπρακτη, να συνδυάζεται, δηλαδή, με περιστατικά που δείχνουν ότι αυτός επεδίωξε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων Χ1, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσαν οι συνήγοροί του εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' (για την οποία θα λεχθεί παρακάτω) και ε' ΠΚ. Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδαφίου ε' της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, ο αναιρεσείων αυτός επικαλέσθηκε ότι καθ' όλο το διάστημα του εγκλεισμού του στη Φυλακή (31/2 έτη από την τέλεση των πράξεων) έχει επιδείξει άριστη συμπεριφορά και ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά, ενώ, κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του, εργάζεται στο Τυπογραφείο της Φυλακής. Ο δε αναιρεσείων Χ2 ζήτησε προφορικά, δια του συνηγόρου του, να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις της ειλικρινούς μεταμελείας και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. Οι ως άνω ισχυρισμοί του Χ2 προβλήθηκαν παντελώς αορίστως, αφού δεν έγινε επίκληση κανενός περιστατικού που να αποδεικνύει ότι αυτός έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, καθώς και ότι για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του συμπεριφέρθηκε καλά υπό καθεστώς ελευθερίας. Ο δε ισχυρισμός του Χ1 δεν ήταν νόμιμος, αφού αυτός επικαλείται καλή διαγωγή μόνο μέσα στη Φυλακή, όπου κρατείται από τη σύλληψή του. Το Δικαστήριο της ουσίας, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, τους απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την εξής: "Ενόψει του όλου παραπάνω αποδεικτικού υλικού, το Δικαστήριο δεν δέχεται ότι συντρέχει στο πρόσωπο και των τριών κατηγορουμένων (των αναιρεσειόντων και του Χ3) η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, καθόσον η καλή συμπεριφορά τους στις φυλακές δεν αρκεί για την παραδοχή του, αφού η καλή διαγωγή τους δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησής τους, αλλά αποτέλεσμα της υποχρεωτικής συμμόρφωσής τους στους κανονισμούς λειτουργίας των φυλακών, αλλά και του φόβου τους ενόψει της δίκης και της εκκρεμότητας της εναντίον τους κατηγορίας, ούτε αποδείχθηκαν άλλα θετικά στοιχεία δυνάμενα να θεμελιώσουν την αναγνώριση του ελαφρυντικού (...). Ούτε επίσης στο πρόσωπο του δεύτερου κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ' του ΠΚ, εφόσον αυτός μέχρι τώρα δεν φαίνεται να έχει επιδείξει ειλικρινή μετάνοια και να έχει επιδιώξει να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, παρά το ότι, υποκριτικώς όμως, διατείνεται ότι ήδη έχει μετανοήσει, προφανώς για να επιτύχει την αναγνώριση υπέρ αυτού της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως, χωρίς όμως και να παρέχει δείγματα τέτοιας ειλικρινούς μετάνοιας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η ανυπαρξία ειλικρινούς μετάνοιας προκύπτει και αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο απολογήθηκε, αποφεύγοντας να αποκαλύψει το οργανωμένο σχέδιο δράσεως". Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγοι των αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων Χ1 ζήτησε, όπως αναφέρθηκε, να του αναγνωρισθεί και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α ΠΚ. Ώς προς τη συνδρομή των στοιχείων της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως επικαλέσθηκε ότι: "Το σύνολο της συμπεριφοράς του ανταποκρινόταν στα σύγχρονα πρότυπα οικογενειακής, επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής, ενώ απουσίαζε από την ζωή του οποιαδήποτε αντικοινωνική εκτροπή. Τα παραπάνω προκύπτουν από το ποινικό του μητρώο και από το γεγονός ότι συνεχώς μέχρι του χρόνου τελέσεως της πράξεως είχε σταθερή και μόνιμη εργασία, χωρίς να έχει απασχολήσει για οιαδήποτε αιτία την Δικαιοσύνη. Σημειωτέον ότι η καταδίκη του δυνάμει της υπ' αριθ. 20403/82 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για τα πλημμελήματα της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε συνολική ποινή φυλακίσεως εξ μηνών και δεκαπέντε (15) ημερών ουδόλως αναιρεί τον πρότερο έντιμο βίο του, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ήσσονος ποινικής απαξίας, που τελέσθηκαν μάλιστα προ 27 ετών. Περαιτέρω, μέχρι του εγκλεισμού του στις Φυλακές διατηρούσε επιχείρηση καφετερίας στο ... με την επωνυμία "COOL". Η παραπάνω επιχείρησή του λειτουργούσε νομίμως και εκπληρούσε όλες τις οικονομικές και φορολογικές του υποχρεώσεις. Όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν πιστοποιητικό του Δημάρχου ... τυγχάνει πατέρας ενός τέκνου, του ..., ο οποίος φοιτά στο Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης ΔΕΛΤΑ Θεσσαλονίκης στην ειδικότητα ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ, ενώ μέχρι του χρόνου συλλήψεώς του είχε επωμισθεί εξ ολοκλήρου την ευθύνη των σπουδών του. Τέλος, όπως πιστοποιείται από την αναγνωσθείσα από 19 Ιουνίου 2007 συστατική επιστολή του Δημάρχου ..., ..., είναι ένας εργατικός, συνεργάσιμος και πολύ αγαπητός πολίτης στην κοινωνία του ..., και εκτός από την επιμέλεια και φροντίδα του γιού του ..., είναι ο μοναδικός προστάτης της υπερηλίκου μητέρας του ..., η οποία διάγει το 76° έτος της ηλικίας της, όπως και της αγάμου αδελφής του ..., ηλικίας 53 ετών. Ο άριστος και έντιμος πρότερος ατομικός, οικογενειακός και επαγγελματικός βίος του αποδεικνύεται και από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι επιβεβαίωσαν από προσωπική αντίληψη ότι υπήρξε υπόδειγμα φιλήσυχου και εργατικού ανθρώπου, και ουδέποτε έδωσε την παραμικρή αφορμή για αρνητικά σχόλια.
Συνεπώς ο πρότερος έντιμος βίος ανάγεται σε όλες τις ως άνω μορφές της κοινωνικής συμπεριφοράς του, ενώ η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί μεμονωμένη εξαίρεση αντικοινωνικής εκτροπής". Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι: "Ενόψει του όλου παραπάνω αποδεικτικού υλικού, το δικαστήριο δεν δέχεται ότι συντρέχει υπέρ του πρώτου κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του ότι αυτός έζησε ως τους χρόνους που άρχισαν να γίνονται τα πιο πάνω από αυτόν διαπραχθέντα εγκλήματα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2α του ΠΚ), διότι (και ανεξαρτήτως της καταδίκης που φέρει στο ποινικό του μητρώο για ανθρωποκτονία και για σωματική βλάβη, από αμέλεια), ενόψει τόσο της βαρύτητας και του είδους των από τον κατηγορούμενο αυτόν διαπραχθέντων εγκλημάτων, όσο και του ότι διέπραττε κατ' εξακολούθηση τα εγκλήματα της κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας και μάλιστα για πορισμό εισοδήματος, δεν δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως". Η αιτιολογία, όμως, αυτή, για την απόρριψη του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος είναι σαφής και ορισμένος, δεν είναι η απαιτούμενη, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ενόψει του ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν εκθέτει περιστατικά που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου της τελέσεως των πράξεων που να δικαιολογούν την μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως, αφού τα ως άνω αρνητικά περιστατικά ανάγονται στο χρονικό διάστημα που ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις, ενώ δεν περιέλαβε καμιά σκέψη σε σχέση με τα από τον αναιρεσείοντα επικαλούμενα περιστατικά. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως αυτού, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ. ΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ.3, 492, 373, 310 παρ.2, 463 και 476 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι δικαίωμα προς άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, κατά του μέρους της αποφάσεως που αφορά την απόδοση ή τη δήμευση πράγματος που έχει κατασχεθεί, έχει, εκτός από τον κατηγορούμενο και τον πολιτικώς ενάγοντα και ο τρίτος, του οποίου τις αξιώσεις έκρινε το Δικαστήριο, εφόσον όμως αυτός άσκησε παρέμβαση στη δίκη και προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τις αξιώσεις του επί των κατασχεθέντων πραγμάτων, περί των οποίων (αξιώσεων) αποφάσισε το Δικαστήριο. Διαφορετικά, αν δηλαδή αυτός δεν έχει καταστεί διάδικος με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως που διατάσσει τη δήμευση του κατασχεθέντος, παρά μόνον τριτανακοπή κατ' αυτής ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 583, 586 παρ.1 και 587 του ΚΠολΔ, εφόσον ο αναιρεσείων δεν προσκλήθηκε στην εκκρεμή ποινική δίκη ή δεν έλαβε μέρος σε αυτήν, ως κυρίως ή προσθέτως παρεμβαίνων, είτε στο πρωτοβάθμιο είτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθόσον η απόφαση αυτή, κατά το περί δημεύσεως κεφάλαιό της, είτε επιβάλλει τη δήμευση ως ασφαλιστικό μέτρο, είτε ως παρεπόμενη ποινή, ως οδηγούσα στην κτήση της κυριότητας του δημευθέντος από το Δημόσιο πρωτοτύπως, αφότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη, εκτός αν πρόκειται για ακίνητο, οπότε πρέπει να ακολουθήσει μεταγραφή, είναι πολιτική. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, διατάχθηκε η δήμευση του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας MERCEDES, τύπου SLK 350, με ημερομηνία εκδόσεως αδείας την 11.8.2005 στο όνομα της μνηστής του αναιρεσείοντος Χ1, ΕΕ, για το λόγο ότι αυτό αγοράσθηκε με χρήματα που προέρχονταν από την εγκληματική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, πράγμα το οποίο γνώριζε η ως άνω ιδιοκτήτρια αυτού. Ο αναιρεσείων, με τον τελευταίο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγο της αιτήσεώς του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την επιβολή της δημεύσεως του αυτοκινήτου. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, γιατί μόνη δικαιουμένη να ζητήσει την απόδοση του αυτοκινήτου ήταν η ιδιοκτήτρια αυτού ΕΕ, η οποία, όμως, δεν παρενέβη στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και, επομένως, δεν θα εδικαιούτο να ασκήσει κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αίτηση αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: α) να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση του Χ2 και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και β) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Χ1 για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 εδ. α ΠΚ διάταξή της, συνακόλουθα δε και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινών σ' αυτόν και περί καθορισμού συνολικής ποινής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το σημείο αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις υπ' αριθ. 4/25.5.2009 και από 30.5.2009 (με αριθ. πρωτ. 4641/2009) αιτήσεις του Χ1 και του Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 723/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.5.2009 αίτηση του Χ2.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα Χ2 στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 723/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Χ1 για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α ΠΚ διάταξή της και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινών σ' αυτόν και περί καθορισμού συνολικής ποινής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την υπ' αριθ. 4/25.5.2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως. Καταδικαστική απόφαση για συμμορία, κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, κακουργηματική άπατη κατ' εξακολούθηση και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Στοιχεία των εγκλημάτων. Αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον δράστη της νομιμοποιήσεως μόνο στην περίπτωση της νομιμοποιήσεως προς το σκοπό παροχής συνδρομής σε πρόσωπο, που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 2 § 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα. Το έγκλημα της απάτης περιλαμβάνεται στα βασικά εγκλήματα για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων και υπό το κράτος της ισχύος του Ν. 3424/2005 Δυνατή η νομιμοποίηση εσόδων και με καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς και πριν από την έναρξη ισχύος του δυσμενέστερου Ν. 3691/2008. Έννοια των επιβαρυντικών περιπτώσεων "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια". Απόρριψη λόγων αναιρέσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Δήμευση αυτοκινήτου που είχε αγορασθεί με χρήματα που προέρχονταν από τις παράνομες δραστηριότητες των αναιρεσειόντων στο όνομα της μνηστής του ενός. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβολή της δημεύσεως ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού μόνη δικαιούμενη να τον προτείνει ήταν η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου, η οποία, όμως, δεν παρενέβη στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 ΠΚ, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμών περί συνδρομής των ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2 εδ. δ΄ και ε΄ ΠΚ, παρά το ότι αυτοί είχαν προβληθεί αορίστως ή δεν ήταν νόμιμοι Αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού του ενός από τους αναιρεσείοντες για. την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 εδ. α΄ ΠΚ. Αναίρεση της προσβαλλομένη; αποφάσεως κατά τη σχετική απορριπτική της διάταξη και κατά τις διατάξεις περί επιβολής ποινών στον αναιρεσείοντα αυτόν και περί καθορισμού συνολικής ποινής και παραπομπή κατά το αναιρούμενο μέρος της. Απόρριψη της αιτήσεως του άλλου αναιρεσείοντος.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Νομιμοποίηση εσόδων.
| 2
|
Αριθμός 1160/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γρηγορία Αναστασοπούλου, περί αναιρέσεως της 1333/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1307/09.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 220 §1 του ΠΚ, όποιος πετυχαίνει "με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως είναι α) δημόσιο έγγραφο εκδιδόμενο από τον αρμόδιο για την έκδοση του δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής), β) στο έγγραφο αυτό να βεβαιώνεται αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) η αναληθής βεβαίωση να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση του υπαλλήλου από τον υπαίτιο και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, το δε έγγραφο στο οποίο διαλαμβάνεται η αναληθής βεβαίωση έχει δημόσιο χαρακτήρα και, περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο. Είναι δε δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, εκείνο που έχει συνταχθεί από καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιου υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό. Το ανωτέρω έγκλημα τελείται μόλις ολοκληρωθεί το έγγραφο και βεβαιωθεί σ' αυτό το αναληθές γεγονός. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ο δόλος δεν είναι, κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για αξιόποινο, όπως το να έχει τελεσθεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1333/2009 απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ..., που γεννήθηκε στην Αλβανία την 28-12-1949, κάτοχος του με αριθ. ...αλβανικού διαβατηρίου, κάτοικος ..., κατέθεσε την 5-4-2000 στο Τμήμα Αλλοδαπών Βορειοανατολικής Αττικής, δικαιολογητικά προκειμένου να εφοδιασθεί με Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς. Μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών που προσκόμισε στην άνω υπηρεσία ήταν το με αριθ. ... αλβανικό διαβατήριο και το με αριθ....από ... πιστοποιητικό γέννησης Αλβανικών Αρχών. Επειδή δε κρίθηκε από την άνω υπηρεσία ως αμφισβητούμενης Ελληνικής καταγωγής, ο κατηγορούμενος προσκόμισε το με αριθ. ... από ... πιστοποιητικό γέννησης του πατέρα του με Εθνική καταγωγή Ελληνική. Την 7-4-2003 του χορηγήθηκε από την ανωτέρω υπηρεσία το με αριθ. ...Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς που ίσχυε από 6-4-2006 και ζητήθηκε η διενέργεια ελέγχου των πιο πάνω προσκομισθέντων δικαιολογητικών από το Α.Ε.Α./Δ.Δ.Α.Σ./Τ.Δ.Ο., με τη συνδρομή της INTERPOL Αλβανίας, η οποία με το με αριθ. ... έγγραφό της, που αναγνώσθηκε σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική, ενημέρωσε την ίδια υπηρεσία ότι εκτός από το με αριθ. ... αλβανικό διαβατήριο, το οποίο είναι γνήσιο, κανένα από τα υπόλοιπα πιστοποιητικά δεν έχει εκδοθεί από το ληξιαρχείο του .., όπως αυτά παρουσιάζονται. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος, με την προσκόμιση των ανωτέρω δικαιολογητικών την 7-4-2000, πέτυχε, με εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων του Τμήματος Αλλοδαπών Β/Α Αττικής, να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ήτοι προσκομίζοντας ενώπιον αυτών το με αριθ. ... από ...πιστοποιητικό γέννησης και το με αριθ. ... από... πιστοποιητικό γέννησης του πατέρα του και εξαπατώντας τους ως προς τη γνησιότητα προέλευσης αυτών από το ληξιαρχείο του ...της Αλβανίας, πέτυχε με αυτόν τον τρόπο να εκδοθεί στο όνομα του το με αριθ. ... Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς που ίσχυε από 6-4-2006, δυνάμει του οποίου αυτός (κατηγορούμενος) αποκτούσε δικαίωμα παραμονής και εργασίας στη χώρα. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξεως της Υφαρπαγής Ψευδούς βεβαιώσεως που του αποδίδεται, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Μετά από αυτά το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ανωτέρω εγκλήματος και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 220 §1 του ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρει: α) το αναληθές περιστατικό που βεβαιώθηκε στο εκδοθέν δημόσιο έγγραφο, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων είναι ομογενής, ως έχων πατέρα Ελληνικής καταγωγής, β) τα στοιχεία από τα οποία προέκυψε η αναλήθεια του βεβαιωθέντος περιστατικού, ήτοι η έρευνα που διενέργησε η αρμόδια Υπηρεσία και το προαναφερθέν έγγραφο της Ιντερπόλ Αλβανίας, γ) ότι η έκδοση του ανωτέρω δημόσιου εγγράφου, δηλαδή του Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς ήταν αποτέλεσμα εξαπάτησης των αρμοδίων υπαλλήλων του Τμήματος Αλλοδαπών Β/Α Αττικής από μέρους του κατηγορουμένου, ο οποίος γνώριζε την αναλήθεια των πιστοποιητικών του ληξιαρχείου ...Αλβανίας που είχε υποβάλει και επεδίωκε με την υποβολή τους να εξαπατήσει τους υπαλλήλους και να επιτύχει την έκδοση του Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς και δ) ότι το εν λόγω Δελτίο Ταυτότητας είχε έννομες συνέπειες, γιατί παρείχε στον κατηγορούμενο δικαίωμα παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα. Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες. Επίσης είναι αβάσιμη και η αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας, επειδή το αιτιολογικό επαναλαμβάνει το διατακτικό, αφού αυτό (αιτιολογικό) περιέχει και επιπλέον σκέψεις που αιτιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι, επειδή η πράξη τελέστηκε την 5-4-2000 που αυτός υπέβαλε τα δικαιολογητικά στην αρμόδια Υπηρεσία, είχε υποκύψει αυτή σε παραγραφή κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (16-2-2009) και ότι έτσι όφειλε το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι η πράξη τελέστηκε με την υποβολή των δικαιολογητικών, ενώ αυτή τελέστηκε την 7-4-2003 με την ολοκλήρωση του δημόσιου εγγράφου του Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς και τη βεβαίωση σ' αυτό του αναληθούς περιστατικού της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως ομογενούς. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 §1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-9-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1333/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Στοιχεία του εγκλήματος. Η πράξη τελείται όταν ολοκληρωθεί το δημόσιο έγγραφο και βεβαιωθεί σ' αυτό το αναληθές περιστατικό. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος με υποβολή ψευδών πιστοποιητικών πέτυχε την έκδοση Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.
| 0
|
Αριθμός 1159/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαρκουλάκο, περί αναιρέσεως της 1264/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 367/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 326§1 ΚΠοινΔ, "ο αρμόδιος εισαγγελέας πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δημόσια συνεδρίαση επιδίδει στον κατηγορούμενο που παραπέμπεται να δικαστεί σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, εκτός από το πταισματοδικείο και το μονομελές πλημμελειοδικείο, κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας που θα εξεταστούν. Ο κατάλογος αυτός μπορεί να καταγραφεί στο σώμα και μάλιστα στο τέλος του κλητήριου θεσπίσματος ή της κλήσης για εμφάνιση. Στις περιπτώσεις των άρθρων 353 παρ. 1 και 365 δεν χρειάζεται η επίδοση καταλόγου σύμφωνα με αυτό το άρθρο". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σκοπός της οποίας είναι η παροχή της δυνατότητας στον κατηγορούμενο να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, ο κατάλογος των μαρτύρων κατηγορίας δεν είναι απαραίτητο να γνωστοποιείται μεμονωμένα, αλλά μπορεί να καταχωρείται στο τέλος του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως, πράγμα, άλλωστε, που είναι και το συνηθέστερο στην πρακτική. Αν η υπόθεση αναβληθεί, δεν γίνεται γνωστοποίηση και πάλι των ήδη γνωστοποιηθέντων μαρτύρων. Ο σκοπός αυτός του νόμου πληρούται αν, κατόπιν κλητεύσεως, προσέλθει να καταθέσει νέος μάρτυρας, το όνομα του οποίου δεν έχει γνωστοποιηθεί με τον ως άνω τρόπο, αλλά η δίκη έχει αναβληθεί, κατ` άρθρο 349 ΚΠοινΔ, κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, αφού και πάλι, μέχρι την, μετά την αναβολή, δικάσιμο, θα έχει αυτός τη δυνατότητα να ενημερωθεί για τα στοιχεία του νέου μάρτυρα και να ετοιμάσει την υπεράσπισή του. Αυτό συμβαίνει, συνήθως, στις περιπτώσεις εγκλημάτων κατά του Δημοσίου, όταν, στη θέση του αρχικά κλητευθέντος, ως μάρτυρα, αρμοδίου υπαλλήλου και γνώστη της υποθέσεως, λόγω συνταξιοδοτήσεως, μεταθέσεως κ.λπ. αυτού, προσέρχεται να καταθέσει ο αντικαταστάτης του ή άλλος υπάλληλος, επίσης γνώστης της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1264/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για απλή συνέργεια σε λαθρεμπορία, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, ανασταλείσα. Στην πρωτοβάθμια δίκη είχε εξετασθεί ως μάρτυρας κατηγορίας η Διευθύντρια του Τελωνείου Ναυπλίου Ζ. Πλην, μετά την έκδοση της πρωτόδικης υπ` αριθ. 454/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου και πριν από την εκδίκαση των εφέσεων (του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του Χ2 και Φ) και δη στις 31.12.2008 η εν λόγω μάρτυρας συνταξιοδοτήθηκε, λόγος για τον οποίο η Υπηρεσία της πρότεινε ως μάρτυρα, σε αντικατάσταση αυτής, τον Ξ, ο οποίος κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (στις 26.6.2009) για να εμφανισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου κατά τη δικάσιμο της 30.6.2009 και να καταθέσει επί της ένδικης υποθέσεως. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, η δίκη αναβλήθηκε, κατ` άρθρο 349 ΚΠοινΔ, με την παρουσία τόσο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, όσο και του ως άνω νέου μάρτυρα, για τις 3.11.2009, οπότε, μετά από διακοπή για τις 5.11.2009, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Και ναι μεν ο μάρτυρας Ξ δεν περιλαμβάνεται στον (αρχικό) κατάλογο μαρτύρων κατηγορίας και δεν γνωστοποιήθηκε και αυτός στον αναιρεσείοντα (και στους συγκατηγορουμένους του), αφού η σχετική κλήση είχε ήδη επιδοθεί στον τελευταίο στις 9.3.2009, πριν, δηλαδή, από την κλήση του μάρτυρα. Όμως, η παράλειψη αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καλύφθηκε, καθόσον, συνεπεία της αναβολής, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος έλαβε γνώση του ότι θα κατέθετε ο μάρτυρας αυτός στη θέση της Ζ και είχε τη δυνατότητα να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β' και Η' ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας και συγκεκριμένα γιατί το Τριμελές Εφετείο, χωρίς να απαντήσει στις αντιρρήσεις, που είχε προτείνει ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του, προχώρησε στην εξέταση του παραπάνω μάρτυρα, ο οποίος είχε προσέλθει να καταθέσει αυθορμήτως χωρίς να του έχει γνωστοποιηθεί (του αναιρεσείοντος), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι το Δικαστήριο εφήρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 353 ΚΠοινΔ είναι απαράδεκτη, γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, αυτό προχώρησε στην εξέταση του μάρτυρα χωρίς να απαντήσει τίποτε στις αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και χωρίς να αποφανθεί ότι εφαρμόζει την εν λόγω διάταξη, της οποίας την εφαρμογή πρότεινε μόνο ο Εισαγγελέας.
Από τις διατάξεις των άρθρων, 333 παρ. 2, 358, και 364 του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, γιατί αποστερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου Κώδικα, σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεν επέρχεται, όμως, τέτοια ακυρότητα, όταν τα από το μη αναγνωσθέν έγγραφο προκύπτοντα περιστατικά προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ακόμη, ουδεμία ακυρότητα απαγγέλλεται από την, κατά το άρθρο 364 του ίδιου Κώδικα, ανάγνωση και λήψη υπόψη εγγράφων τα οποία υποβάλλονται από τους διαδίκους, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, καθώς και από την ανάγνωση εγγράφων άλλης δίκης ή και αποφάσεως εκδοθείσας επί άλλης δίκης, η οποία δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, από δε την ανάγνωση αυτών, χωρίς μάλιστα την εναντίωση του κατηγορουμένου, δεν παραβιάζεται το από το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ, δικαίωμα υπεράσπισης, αφού ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, να εκθέσει τις απόψεις του, να κάνει παρατηρήσεις και να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις και για τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, γιατί το Τριμελές Εφετείο, για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη α) την με αριθμό ... υποβλητική αναφορά της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, η οποία δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και β) τις υπ` αριθ. 2902 και 2973/2005 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, οι οποίες αναγνώσθηκαν, χωρίς να έχουν καταστεί αμετάκλητες. Ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ` αμφότερα τα σκέλη του. Κατά το πρώτο, γιατί το περιεχόμενο του φερομένου ως μη αναγνωσθέντος, αλλά ληφθέντος υπόψη, ως άνω εγγράφου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, προκύπτει από άλλο έγγραφο, το οποίο αναγνώσθηκε, και συγκεκριμένα από την υπ` αριθ. 1956/2006 (όχι 2956, όπως έχει γραφεί από παραδρομή) απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου (με την οποία ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Φ, στον οποίο αυτός παρέσχε την ένδικη απλή συνέργεια, καταδικάσθηκε για κατοχή λαθρεμπορεύματος, από την οποία οι δασμοί υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ). Κατά δε το δεύτερο, γιατί από την ανάγνωση αποφάσεως εκδοθείσας επί άλλης δίκης, η οποία δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, δεν δημιουργείται, όπως αναφέρθηκε, ακυρότητα, τοσούτω μάλλον, καθόσον, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εναντιώθηκε στην ανάγνωση των ως άνω αποφάσεων. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ. ΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, που είχε προβάλει γραπτώς και ανέπτυξε και προφορικώς ο συγκατηγορούμενός του Χ2, ο οποίος (ισχυρισμός) αναφερόταν, σε σχέση με το πλημμέλημα της συμμορίας που του αποδιδόταν, στο απαράδεκτο της ποινικής δίωξης λόγω εκκρεμοδικίας αφενός, και στην ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφετέρου, ειδικότερα δε στην αθώωση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητείτο η παύση της ποινικής δίωξης για το αδίκημα αυτό. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξαρτήτως του ότι ο Χ2 δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό (τον οποίο προέβαλε ο άλλος συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Φ), όλοι οι κατηγορούμενοι (και ο αναιρεσείων) αθωώθηκαν για τη συμμορία.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή. Τέλος, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο (τελευταίο), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παράβαση κανόνα δικαίου (έλλειψη νόμιμης βάσεως), η οποία συνίσταται, κατά λέξη, στο ότι: "1. Στη σελ. 17 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το δικάζον Δικαστήριο, δέχθηκε ότι ενώ και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί μου ουδέποτε εκδώσαμε νέα άδεια κυκλοφορίας για το αφορών την υπόθεση όχημα, κρίνοντας μάλιστα τους ισχυρισμούς μου ως μη πειστικούς και στηρίζοντας στο συμπέρασμά του αυτό τη δικανική του πεποίθηση και την αιτιολογία της κρίσης του περί της ένοχης μου. Όμως, το δικάζον Δικαστήριο, πλαγίως παραβίασε το νόμο όταν δεχόμενο ότι οφείλαμε να εκδώσουμε νέες άδειες κυκλοφορίας των οχημάτων, οδηγήθηκε στην απόρριψη των ισχυρισμών μας και στη συνακόλουθη κατάφαση της ενοχής μας. 1.1. Δηλαδή, το δικάζον Δικαστήριο θεώρησε την μη έκδοση άδειας κυκλοφορίας για τα εν λόγω αυτοκίνητα ως στοιχείο από το οποίο αποδείχθηκε η ενοχή μας, όταν αντίθετα και ευθέως το ίδιο το Δικαστήριο δέχθηκε, επειδή αναμφισβήτητα αποδείχθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία κατά την οποία αναγνώσθηκε συγκεκριμένα η το με αριθμό πρωτ. 10489/04 έγγραφο της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών (στο οποίο δηλώνεται ρητώς ότι το αυτοκίνητο έχει αποχαρακτηρισθεί), ότι το εν λόγω αυτοκίνητο Μάρκας Mercedes είχε αποχαρακτηρισθεί ήδη πριν ασχοληθώ ενώ μαζί του και ήταν έτσι λογικό επόμενο και συνακόλουθο να μην είναι εκ του Νόμου δυνατή η έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας, καθώς αυτήν ακριβώς την έννοια έχει ο αποχαρακτηρισμός κάποιου αυτοκινήτου. 1.2. Επομένως, το δικάζον Δικαστήριο υπέπεσε σε αντιφάσεις όταν στη σελ. 15 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δέχεται ότι το εν λόγω αυτοκίνητο είχε αποχαρακτηρισθεί, αλλά στη συνέχεια στηρίζει την κρίση του περί την ενοχή μας στο γεγονός ότι δεν εκδόθηκε νέα άδεια κυκλοφορίας του (ήδη αποχαρακτηρισθέντος !!!) εν λόγω αυτοκινήτου, γεγονός εκ του νόμου και εν τοις πράγμασι αδύνατο. 1.3. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασης πάσχει, καθώς έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις και λογικά κενά, τα οποία το δικάζον Δικαστήριο, στην προσπάθεια του να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάταξη νόμου, ξεπέρασε με ανυπέρβλητα λογικά και νομικώς ανορθόδοξα άλματα και έτσι η απόφαση στερείται της νόμιμης και αναγκαίας βάσης της, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 περ. Ε' ΚΠΔ". Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτος αφενός ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή, και αφετέρου γιατί αναφέρεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πλήττει, δηλαδή, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 1599/2010) αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1264/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απλή συνεργεία σε λαθρεμπορία. Γνωστοποίηση μαρτύρων (άρθρο 326 § 1 ΚΠΔ). Μη γνωστοποίηση νέου μάρτυρα, που έχει κληθεί στο εφετείο σε αντικατάσταση του πρωτοδίκως γνωστοποιηθέντος. Αν η δίκη αναβληθεί, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ. με την παρουσία του κατηγορουμένου και του νέου μάρτυρα, η παράλειψη της γνωστοποιήσεως καλύπτεται. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Δεν επέρχεται, όμως, τέτοια ακυρότητα, όταν τα από το μη αναγνωσθέν έγγραφο προκύπτοντα περιστατικά προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ακόμη, δεν προκαλείται ακυρότητα από την, κατά το άρθρο 364 του ΚΠΔ, ανάγνωση και λήψη υπόψη εγγράφων τα οποία υποβάλλονται από τους διαδίκους, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, καθώς και από την ανάγνωση εγγράφων άλλης δίκης ή και αποφάσεως εκδοθείσας επί άλλης δίκης, η οποία δεν έχει καταστεί αμετάκλητη. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου. Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, λόγος περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος σε σχέση με έγκλημα, για το οποίο ο τελευταίος έχει αθωωθεί. Τι πρέπει να διαλαμβάνει ο από το άρθρο 510 § 1 ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος. Δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι, στην περίπτωση αυτή, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Απόρριψη αιτήσεως στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Λαθρεμπορία, Συνέργεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1158/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιβανό περί αναιρέσεως της 134/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου).
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 317/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τι άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στη κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 134/2009 απόφασή του καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο διέλαβε τα εξής: "Από την ένορκη επ' ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν διά του κατηγορητηρίου αξιόποινο πράξη και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως, για την οποία κατηγορείται. Ειδικότερα απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος στη Χίο την 16/12/2004, εν γνώσει της αναληθείας ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για άλλον ψεύδη γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του παθόντος. Συγκεκριμένα: καταθέτοντας ενώπιον των δικαστών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου, παριστάμενης και της αρμόδιας Γραμματέως αλλά και πλήθος κόσμου, ισχυρίσθηκε σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1, ο οποίος υπερασπιζόταν ως συνήγορός τους, τους κατηγορουμενους ... και .... οι οποίοι κατηγορούντο για τις πράξεις της παράβασης καθήκοντος και ψευδούς βεβαίωσης, κατά λέξη: "Ο δικηγόρος Ψ1 και συνένοχος όλων αυτών που έχουν γίνει.... υπονοώντας προφανώς ότι ο εν λόγω εγκαλών συμμετείχε καθοιονδήποτε τρόπο στις πράξεις για τις οποίες δικάζονταν οι πελάτες του, οι οποίοι σημειωτέον, απηλλάγησαν των κατηγοριών". Από το περιεχόμενο της ανωτέρω αιτιολογίας δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την απολογία του κατηγορουμένου που είναι καταχωρισμένη στα πρακτικά της δίκης, αφού η απολογία αυτή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που κατά τα άνω έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, ούτε σε άλλο σημείο της αιτιολογίας γίνεται αναφορά στη εν λόγω απολογία. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται, κατά τα προαναφερθέντα, της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 134/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου)
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δικάσαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, γιατί δεν προκύπτει από το σκεπτικό της ότι έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε και την απολογία του κατηγορουμένου.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1157/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καπετανόπουλο, περί αναιρέσεως της 123-129/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ... ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1526/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρο των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση που έστω και με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων προσβάλλει την υπ' αριθμ. 123-129/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως έντεκα (11) ετών και ενός (1) μηνός, για τις πράξεις του βιασμού, της αποπλάνησης παιδιού που συμπλήρωσε τα δέκα όχι όμως και τα δεκατρία έτη και της απειλής. Ως μόνο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την έλλειψη αιτιολογίας, επικαλείται δε συγκεκριμένα τα εξής: "Υποστηρίζω ότι ανεξαρτήτως της εις τα πρακτικά περί αναγνώσεως των εις την δικογραφία εγγράφων, η αγνόηση τόσο οφθαλμοφανούς εγγράφου απορρίπτοντας παραχρήμα συμπεράσματα της πληττόμενης απόφασης, αποτελεί αναιτιολόγητη παράλειψη επίκλησης εγγράφου αποδεικτικού στοιχείου.
Συγκεκριμένα και ειδικότερα η πληττόμενη απόφαση δέχθηκε ότι:
α) η μάρτυς .... δεν είναι πειστική, διότι ενώ κατέθεσε ότι περί ώρα 22.00-22.30 βραδινή με την πολιτικώς ενάγουσα και τον σύζυγό της συναντήθηκαν σε ταβέρνα στις 12.7.06, κατ' εκείνη την ώρα που ο σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας (...) κατέθετε στο Αστυνομικό Τμήμα.
Προκύπτει όμως από την από 12.7.06 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα ... στο Α.Τ. ...ότι τούτος περαίωσε τόσο την αρχική του, όσο και την συμπληρωματική του κατάθεση στις 22.00.
Ως εκ τούτου, το δικάσαν Δικαστήριο αγνόησε την ύπαρξη εγγράφων της δικογραφίας τα οποία σαφώς, ρητώς και αδιαμφισβήτως αναιρούν το ανωτέρω απαξιωτικό, για την ειλικρίνεια της μάρτυρος, συμπέρασμα. Ενώ εάν ελαμβάνετο υπ' όψιν το ανωτέρω έγγραφο, τότε οπωσδήποτε το Δικαστήριο θα έκρινε άλλως ως προς την αξία του εν συνόλω αποδεικτικού υλικού. β) Η Ιατροδικαστική Έκθεση ... του Ιατροδικαστή ..., διαψεύδει τον ισχυρισμό μου, ότι δηλαδή οι αποδιδόμενες σε μένα πράξεις είναι ψευδείς και προϊόντα φαντασίας.
Εν προκειμένω η πληττόμενη απόφαση σφάλει διότι κάνει μερική χρήση αποδεικτικού στοιχείου ελευθέρως εκτιμωμένου. Ενώ δηλαδή αναφέρει την έκθεση του Ιατροδικαστή για τις διαπιστωθείσες σωματικές (όλως ελαφρές) κακώσεις, τις οποίες θεωρεί ως απόδειξη περί της κατάρριψης του ισχυρισμού μου, δεν λαμβάνει υπ' όψιν το συμπέρασμα ότι "δεν δυνάμεθα να διαπιστώσουμε εάν εγένετο (στην ανήλικη) ασελγής προστριβή". Η μερική και αποσπασματική χρήση εγγράφου εκ μέρους της πληττόμενης κατά σιωπηρά και αναιτιολόγητη παράλειψη των στοιχείων εγγράφου της δικογραφίας συνιστά επίσης σοβαρό λόγο αναίρεσης.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η πληττόμενη απόφαση δεν έλαβε υπ' όψιν της και μάλιστα παρέλειψε την αναφορά σε έγγραφα της δικογραφίας και γι' αυτό τον λόγο πρέπει να αναιρεθεί κατά τα ανωτέρω".
Με το ανωτέρω περιεχόμενο, ο λόγος αναιρέσεως αφορά σε εσφαλμένη ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και έτσι είναι απαράδεκτος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 583 §1 του ΚΠΔ και 183, 176 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-10-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 123-129/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ, καθώς και τα έξοδα της πολιτικώς εναγούσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1155/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Παντελή Σταματίου του Εμμανουήλ, κατοίκου Εξαμιλίων Κορινθίας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο, περί αναιρέσεως της 4751/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1739/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004 και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνώ, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία, λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής των άνω διατάξεων, εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) ..., β) για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους. Για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας, χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα τα χρέη που ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη. Τέλος, κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, (όπως διαχειριστές ΕΠΕ), η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήσαν βεβαιωμένα κατά το χρόνο αποκτήσεως της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
"Ο κατηγορούμενος στον ... την 31-3-2004 με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία WYNUS PROMOTION παραβίασε την προθεσμία καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 4.457.181,48 ευρώ - συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων και τόκων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του 34/2006 πίνακα - που εισπράττονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τότε που ήταν καταβλητέο το χρέος, το οποίο υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ. Ειδικότερα καθυστέρησε την καταβολή των παρακάτω χρεών όπως αναγράφονται αναλυτικά στον ακόλουθο πίνακα χρεών: Κατόπιν αυτών θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως αναγνωριζομένης στο πρόσωπό του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 §2β ΠΚ καθώς στην πράξη αυτή προέβη από οικονομική δυσχέρεια και όχι ωθούμενος από ταπεινά αίτια".
Ακολούθως το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τριών ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 10 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ, 25 παρ.1 εδ.γ,7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ.1,2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως: α) Στο αιτιολογικό, περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αναγκαία στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη: η αρμοδία ΔΟΥ (Α' ...) που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, ποσού 4.457.181,48 ευρώ, υπερβαίνοντος το όριο των 120.000 ευρώ, αναλυτικά κατ' είδος προελεύσεως από πρόστιμα φορολογικών παραβάσεων του ΚΒΣ προς το Δημόσιο, της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΟΥΑΙΝΑΣ ΠΡΟΜΟΤΙΟΝ ΕΠΕ", μη καταβληθέντα, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του χρέους, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος, επιβολής (1996- 2000) και ο χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του εφάπαξ, στις 11-2-2004 και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, την 31-3-2004, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην ισχύουσα προθεσμία, β) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και παράθεση του αναγνωσθέντα και συνημμένου στη μηνυτήρια αναφορά της αρμόδιας ΔΟΥ, υπ. αριθ. .../2006 Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος της ΔΟΥ, γ). Κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου το βεβαιωθέν χρέος προέρχεται από παραβάσεις του ΚΒΣ της πιο πάνω ΕΠΕ, δ) αιτιολογείται επαρκώς στο άνω αιτιολογικό, χωρίς καμία ασάφεια ή αντίφαση, ότι ο κατηγορούμενος είναι υπόχρεος σε καταβολή των παραπάνω χρεών της ΕΠΕ προς το Δημόσιο, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι αυτός από το 1996 έως και το 2000, για χρήσεις της ΕΠΕ που έγιναν οι παραβάσεις ΚΒΣ για αποδοχή και καταχώρηση στα βιβλία της ΕΠΕ εικονικών τιμολογίων και επιβλήθηκαν τα έτη αυτά τα πρόστιμα, ήταν συνέχεια διαχειριστής της άνω ΕΠΕ και εκ τούτου υπεύθυνος σε καταβολή των άνω προστίμων και των εκ τούτων ταμειακώς βεβαιωθέντων χρεών, η δε παραδοχή αυτή ουσιαστικής ευθύνης φυσικού προσώπου ως διαχειριστή της ΕΠΕ για την εν λόγω αξιόποινη πράξη μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών, ανεξάρτητα του αν αυτός έπαυσεν στις 30-7-2002 να είναι διαχειριστής της ΕΠΕ, δεν αντίκειται στο νόμο, αφού τα χρέη της ΕΠΕ γεννήθηκαν και ανάγονται σε χρόνο που είχεν την ιδιότητα αυτή και δεν πρόκειται για μετάθεση του χρόνου τελέσεως της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, ούτε για μεταβολή της κατηγορίας σε αποδοχή εικονικών τιμολογίων, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, ε) Ορθά το Δικαστήριο ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις του ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και έκρινε ότι για την εν λόγω αξιόποινη πράξη παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, δεν απαιτείται, προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, ούτε δε, στις περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της προσφυγής, κατά τα άρθρα 19 και 21 παρ. 4 του Ν. 2523/1997, δεδομένου ότι σχετική διάταξη του άρθρου 21 παρ.4 του άνω νόμου, αναφέρεται στις παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού και όχι στην παράβαση του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, όπως τροπ. με άρθρο 23 Ν. 2523/1997, για καθυστέρηση βεβαιωμένων χρεών και επομένως δεν ήταν απαράδεκτη η ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την τελευταία αυτή πράξη, ούτε έπρεπε να ανασταλεί η ποινική διαδικασία λόγω ασκήσεως προσφυγών και αναστολής εκτελέσεως των πράξεων επιβολής προστίμων, όπως υπεστήριξε ο αναιρεσείων με αυτοτελή ισχυρισμό του στο Δικαστήριο της ουσίας (που απορρίφθηκε) και προβάλλει με το δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεώς του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ευθύνη και την ενοχή του αναιρεσείοντος, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 4751/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο - άρθρο 25 § 1 του Ν. 1882/90 όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 § 1 Ν. 3220/2004. Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Β) Αιτιολογείται επαρκώς, ότι ο κατηγορούμενος είναι υπόχρεος σε καταβολή των χρεών της ΕΠΕ προς το Δημόσιο, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του, ότι αυτός από το 1996 έως και το 2000, για χρήσεις της ΕΠΕ που έγιναν οι παραβάσεις ΚΒΣ για αποδοχή και καταχώριση στα βιβλία της ΕΠΕ εικονικών τιμολογίων και επιβλήθηκαν τα πρόστιμα, ήταν συνέχεια διαχειριστής της άνω ΕΠΕ και εκ τούτου υπεύθυνος σε καταβολή των άνω προστίμων και των εκ τούτων βεβαιωθέντων μεταγενέστερα χρεών, η δε παραδοχή αυτή ουσιαστικής ευθύνης φυσικού προσώπου ως διαχειριστή της ΕΠΕ για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, ανεξάρτητα του αν αυτός έπαυσε στις 30-7-2002 να είναι διαχειριστής της ΕΠΕ δεν αντίκειται στο νόμο, αφού τα χρέη της ΕΠΕ γεννήθηκαν και ανάγονται σε χρόνο που είχε την ιδιότητα αυτή και δεν πρόκειται για μετάθεση του χρόνου τελέσεως της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, ούτε για μεταβολή της κατηγορίας σε αποδοχή εικονικών τιμολογίων, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Γ) Ορθά το Δικαστήριο ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 1882/90, όπως τροποποιήθηκε και έκρινε ότι για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, ούτε δε στις περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της προσφυγής κατά τα άρθρα 19 και 21 § 4 του ν. 2523/1997 σχετική διάταξη του άρθρου 21 § 4 του άνω νόμου αναφέρεται στις παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού και όχι στην παράβαση του άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε για καθυστέρηση βεβαιωμένων χρεών και επομένως δεν ήταν απαράδεκτη η ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την τελευταία αυτή πράξη, ούτε έπρεπε να ανασταλεί η ποινική διαδικασία λόγω ασκήσεως προσφυγών και αναστολής εκτελέσεως των πράξεων επιβολής προστίμων, όπως υπεστήριξε ο αναιρεσείων με αυτοτελή ισχυρισμό του στο Δικαστήριο της ουσίας (που απορρίφθηκε) και προβάλλει με το δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεώς του. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1156/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Λάππα, περί αναιρέσεως της 18-19/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κομνηνάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 50/10.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 490§1 εδ. β ΚΠοινΔ, "ο εισαγγελέας εφετών μπορεί να προσβάλλει με έφεση κάθε καταδικαστική απόφαση των μονομελών και τριμελών πλημμελειοδικείων της περιφέρειας του εφετείου, είτε υπέρ είτε εναντίον εκείνου που καταδικάστηκε, μέσα σε δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 498, 151 και 153 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου είναι άκυρη, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν σ` αυτή δεν αναφέρεται η χρονολογία της ασκήσεως, εκτός αν αυτή προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της εκθέσεως ή από άλλα έγγραφα συνημμένα σ` αυτή.
Συνεπώς, είναι άκυρη και απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 του αυτού Κώδικα, η ασκηθείσα έφεση, όταν σ` αυτή ή τα συνημμένα σ` αυτή έγγραφα δεν αναφέρεται η ημερομηνία συντάξεως της εκθέσεως, δηλαδή της ασκήσεως της εφέσεως, και δεν προκύπτει αυτή από το όλο περιεχόμενό της Αν το δικαστήριο, παρά την παραπάνω έλλειψη, προχώρησε στην εκδίκαση της εφέσεως, άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και η απόφασή του είναι αναιρετέα, για υπέρβαση εξουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η` του ως άνω Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία ο Άρειος Πάγος επιτρεπτώς επισκοπεί για την έρευνα του οικείου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι με την υπ` αριθ. 64/15 - 10 - 2007 απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Πύργου, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ... καταδικάσθηκε για σωματική βλάβη από αμέλεια του ... και για παράβαση του άρθρου 43§§2 α και β, 4 του ν. 2696/1999 σε συνολική ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, ανασταλείσα. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών την υπ` αριθ. 34/2007 έφεση, ως προς το ύψος των ποινών που επιβλήθηκαν. Επί της εφέσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 18 - 19/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για τις ως άνω πράξεις σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, ανασταλείσα. Στην έκθεση εφέσεως αναφέρεται ότι συντάχθηκε αυτή ημέρα Πέμπτη του έτους 2007, χωρίς να αναγράφεται η ακριβής ημερομηνία συντάξεως. Όμως, από το υπ` αριθ. πρωτ. 393/25.10.2007 συνημμένο διαβιβαστικό της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Πατρών ..., που συνέταξε την έκθεση εφέσεως, με το οποίο η έκθεση απεστάλη στο Γραμματέα του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Πύργου, προκύπτει ρητά ότι η έφεση ασκήθηκε στις 25.10.2007 και, επομένως, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης αποφάσεως, που ορίζει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 490§1 εδ. β ΚΠοινΔ. Κατά συνέπειαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εν λόγω έφεση, αφού από το συνημμένο διαβιβαστικό προκύπτει με βεβαιότητα η ακριβής χρονολογία ασκήσεώς της, είναι έγκυρη και παραδεκτή. Ορθά, λοιπόν, με την αυτή αιτιολογία, το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η έφεση ήταν απαράδεκτη γιατί δεν προέκυπτε η ημερομηνία ασκήσεώς της και, ακολούθως, αν αυτή είχε ασκηθεί εμπροθέσμως και ο πρώτος, κατά τα υπ` αριθ. 1 και 2 σκέλη του, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η, Α και Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και δη ότι το Δικαστήριο, με το να μη απορρίψει την έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών, της οποίας δεν προέκυπτε η ημερομηνία ασκήσεως ούτε από την έκθεση ούτε από άλλο έγγραφο που να επαναλαμβάνεται στην έκθεση εφέσεως, ως απαράδεκτη, αλλά να προχωρήσει στην εκδίκασή της, υπερέβη θετικά την εξουσία του, δημιούργησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενώ, επί πλέον, δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απορριπτική του κρίση σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα στη διάταξη του άρθρου 153 ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Απαράδεκτος και απορριπτέος είναι ο αυτός λόγος και κατά το τρίτο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ, σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι καθ` υπέρβαση εξουσίας δέχθηκε τυπικά την έφεση του εισαγγελέα, ενώ θα έπρεπε να την είχε απορρίψει ως απαράδεκτη γιατί δεν ήταν ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παρ. 19 εδ. β' του ν. 2408/1996, με το οποίο προστέθηκε παρ. 3 στο άρθρο 486 ΚΠοινΔ. Όμως, η διάταξη αυτή, που ορίζει ότι "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη", δεν έχει εφαρμογή επί όλων των ασκουμένων από τον εισαγγελέα εφέσεων, αλλά μόνον επί εκείνων που ασκούνται από αυτόν κατά αθωωτικών αποφάσεων, όπως τούτο συνάγεται και από τον τίτλο του ως άνω άρθρου 486 ΚΠΔ που ομιλεί για έφεση κατά αθωωτικής απόφασης. Στην προκείμενη δε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, η πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Πύργου, κατά της οποίας άσκησε την υπ` αριθ. 34/2007 έφεσή του ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών, είναι καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα και ο εν λόγω Αντεισαγγελέας προσέβαλε αυτήν με την άνω έφεσή του για το ύψος της επιβληθείσας ποινής, ισχυριζόμενος, παραδεκτώς και ορισμένως άλλωστε, ότι "από τον τρόπο που τελέσθηκαν οι αξιόποινες πράξεις και τη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος, τραυματίζοντας σοβαρά τον αλλοδαπό ... και ακολούθως αναχωρήσας από το σημείο του συμβάντος, χωρίς να δώσει την αναγκαία βοήθεια στον τραυματισμένο και να ενημερώσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή, οι ποινές που του επιβλήθηκαν έπρεπε να ήταν μεγαλύτερες και όχι αυτές που αναφέρονται παραπάνω".
Σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει, "αν ανήλικος που έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του τέλεσε αξιόποινη πράξη και εισάγεται σε δίκη μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους, το δικαστήριο μπορεί, αντί για περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, να επιβάλει την ποινή που προβλέπεται για την πράξη που τελέστηκε, ελαττωμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83. Τούτο γίνεται αν το δικαστήριο κρίνει ότι, αν και ο ποινικός σωφρονισμός του ανηλίκου είναι αναγκαίος, δεν είναι όμως σκόπιμος ο περιορισμός του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων". Με τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως και υποχρεωτικώς όταν ο δράστης, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, ήταν ανήλικος και εισάγεται σε δίκη μετά την ενηλικίωσή του, παρέχεται ευχέρεια στο δικαστήριο να επιβάλει στον κατά το χρόνο της εκδικάσεως ενηλικιωθέντα εγκληματία την προβλεπομένη από τον ποινικό νόμο για την πράξη ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 ΠΚ, αντί του περιορισμού αυτού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, εφόσον κρίνει ότι λόγω της ενηλικιώσεώς του δεν είναι σκόπιμη η επιβολή τέτοιου σωφρονιστικού μέτρου, χωρίς να είναι αυτό υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του αυτή επιβολής ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε (7.8.2003) είχε συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας του (ήταν 17 ετών), η υπόθεση δε εκδικάσθηκε, σε πρώτο βαθμό, στις 15.10.2007, μετά, δηλαδή, τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του. Το Δικαστήριο της ουσίας, λοιπόν, έπρεπε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφαρμόζοντας, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 130§1 ΠΚ, αν έκρινε ότι ο περιορισμός του κατηγορουμένου σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων δεν ήταν πλέον αναγκαίος, να επιβάλει ποινή ελαττωμένη, σε καμιά, όμως, περίπτωση δεν μπορούσε να επιβάλει τις προβλεπόμενες ποινές χωρίς να προβεί σε μείωσή τους κατ` άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εφήρμοσε την εν λόγω διάταξη και επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για τη σωματική βλάβη από αμέλεια και 4 μηνών για την παράβαση του άρθρου 43§§2 α και β, 4 του ν. 2696/1999 (και συνολική 12 μηνών), χωρίς να προβεί στη μείωση των ποινών κατ` άρθρο 83 ΠΚ. Άλλωστε, οι ως άνω διατάξεις δεν μνημονεύονται καθόλου στην απόφαση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, σχετικός λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινών και καθορισμού συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως, οι οποίες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο για τις ποινές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει, και δη ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινών και καθορισμού συνολικής ποινής, την υπ` αριθ. 18-19/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη από αμέλεια και παράβαση άρθρου 43 §§ 2 α και β 4 του Ν. 2696/1999 κατά δράστη, ο οποίος, κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων, ήταν ανήλικος, εισήχθη, όμως, σε δίκη μετά την ενηλικίωσή του. Έφεση Εισαγγελέα Εφετών ως προς το ύψος των ποινών που επιβλήθηκαν πρωτοδίκως. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 § 1, 498, 151 και 153 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως είναι άκυρη και όταν σ' αυτή δεν αναφέρεται η χρονολογία της ασκήσεως, εκτός αν αυτή προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της εκθέσεως ή από άλλα έγγραφα συνημμένα σ' αυτή. Μόνο οι εφέσεις που ασκούνται από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικών αποφάσεων πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά (άρθρο 486 § 3 ΚΠΔ) και όχι και αυτές που ασκούνται κατά καταδικαστικών ως προς το ύψος της ποινής. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Έννοια διατάξεως άρθρου 130 § 1 ΠΚ. Ευχέρεια επιβολής στον κατά το χρόνο της εκδικάσεως ενηλικιωθέντα εγκληματία της προβλεπομένης από τον ποινικό νόμο για την πράξη ποινής μειωμένης κατά το άρθρο 83 ΠΚ αντί του περιορισμού αυτού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Αναίρεση ως προς διάταξη για ποινή λόγω μη εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως και μη επιβολής μειωμένης ποινής και παραπομπή.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αναίρεση μερική, Ανήλικοι εγκληματίες, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Κ.Ο.Κ..
| 0
|
Αριθμός 1153/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Βρεττό και 3)Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιορδάνη Πουρσανίδη, περί αναιρέσεως της 5147Α, 5859/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Ιανουαρίου 2010, 28 Ιανουαρίου 2010 και 29 Ιανουαρίου 2010 τρείς χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, μετά των από 26 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 213/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (υπ' αριθ. 5147 Α,5859/2009), οι υπό κρίση τρεις αιτήσεις αναιρέσεως, από 29-1-2010, της Χ3, από 28-1-2010 του Χ2 και από 29-1-2010 του Χ1, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες από την πρώτη από αυτούς, με το από 26-2-2010 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται:α)παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κρατικό οργανισμό ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και των κρατικών οργανισμών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών ή οργανισμών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Υπάλληλος κατά το άρθρο 263 Α του ΠΚ, είναι και ο υπάλληλος του ΙΚΑ, που είναι δημόσιος ασφαλιστικός οργανισμός ανήκων στο κράτος. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, δεν αρκεί δε ενδεχόμενος, αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Ειδικότερα, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Τέλος, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5147 Α,5859/2009 απόφαση, το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, ότι μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, τα εξής: " Ο τρίτος κατηγορούμενος Χ2 είχε καταθέσει στο Περιφερειακό Υποκατάστημα Συντάξεων την υπ' αριθ. πρωτ. 1618/7.1.2002 αίτηση του και ζητούσε να του απονεμηθεί σύνταξη γήρατος με τις διατάξεις της 35ετίας. Κατά την καταμέτρηση των ενσήμων του αιτούντος διαπιστώθηκε ότι δεν είχε πραγματοποιήσει 10.500 ημέρες εργασίας στον κλάδο ΜΙΚΤΑ ώστε να μπορεί να ικανοποιηθεί το αίτημα του. Τα ένσημα που είχαν επικολληθεί στα ΔΑΤΕ του ήταν 9.527 κλάδου ΜΙΚΤΑ και 1.795 κλάδου ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ. Το Περ/κό Υποκ/μα Συντάξεων με το υπ' αριθ. 14/22-7-02 Υπηρεσιακό Σημείωμά του, ζήτησε από το Τοπικό Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ... πληροφορίες σχετικά με την ειδικότητα που είχε απασχοληθεί ο ασφαλισμένος Χ2 (3ος κατ/νος) στην επιχείρηση "ΒΕΜ ΗΡΑΚΛΗΣ ΤΤΛΑΤΥΜΕΣΗΣ Α.Ε" αρμοδιότητας της ασφαλιστικής περιοχής του Υποκ/τος ... κατά τη χρονική περίοδο 1/10/1968 - 30/9/74 και αν καλώς ασφαλίσθηκε στον κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ του ΙΚΑ. Το Τμήμα Εσόδων του Υπ/τος ..., ύστερα από έλεγχο στα στοιχεία που τηρούσε, απάντησε στο ΙΚΑ Συντάξεων με το υπ' αριθ. 8710/24-7-2002 έγγραφο του ότι ο παρακάτω ασφαλισμένος καλώς ασφαλίσθηκε στον κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ κατά την κρινόμενη χρονική περίοδο, δεδομένου ότι απασχολήθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση ως οδηγός και για τον κλάδο Σύνταξης θα έπρεπε να έχει ασφαλισθεί στο ΤΣΑ. Το εν λόγω έγγραφο - απάντηση στο ΙΚΑ Συντάξεων - υπέγραφε η υπάλληλος του Υποκ/τος ... Ζ και η Προϊσταμένη του Τμήματος Εσόδων Χ3 - β' κατηγορουμένη. Εν τω μεταξύ το Περ/κό Υποκ/μα Συντάξεων με το υπ' αριθ. 181266/16-12-2002 έγγραφο του ζήτησε στοιχεία από το ΤΣΑ σχετικά με την ασφάλιση του εν λόγω ασφαλισμένου και το τελευταίο Ταμείο (ΤΣΑ) με το υπ' αριθ.26344/23-7-2003 έγγραφο του απάντησε ότι ο εν λόγω ασφαλισμένος δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο τους και δεν είναι ασφαλισμένος. Ο τελευταίος απευθύνθηκε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ..., στο οποίο Διευθυντής ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) και Προϊσταμένη του Τμήματος Εσόδων η δεύτερη κατηγορουμένη (Χ3) και με την υπ' αριθμ. πρωτ. 2804/20-2-03 αίτηση του ζήτησε να γίνει μετατροπή του χρόνου ασφάλισης του από 1/10/1968 - 30/9/1974 από κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ σε κλάδο ΜΙΚΤΑ, επισυνάπτοντας στην αίτηση, μεταξύ των δικαιολογητικών, και την απάντηση του ΤΣΑ ότι δεν ήταν ασφαλισμένος του (αρ. εγγράφου ΤΣΑ 26464/17-9-2002). Κατόπιν της από 20-2-2003 αιτήσεως του ασφαλισμένου - τρίτου κατ/νου εκδόθηκε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ... η υπ' αριθ. 2804/2003 απόφαση του Διευθυντή δηλαδή του πρώτου κατηγορουμένου με την οποία έγινε μετατροπή 1.795 ημερών εργασίας από τον κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ στον κλάδο ΜΙΚΤΑ. Το σκεπτικό της απόφασης δεν στηρίχθηκε σε καμία σχετική με τη μετατροπή των ενσήμων διάταξη, ενώ η μετατροπή του κλάδου αιτιολογείται α) από την ειδικότητα του ασφαλισμένου, ο οποίος απασχολήθηκε ως οδηγός στην επιχείρηση "ΒΕΜ ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΛΑΤΥΜΕΣΗΣ Α.Ε" κατά τη χρονική περίοδο από 1/10/1968 έως 30/9/1974 και β) από τη μη εγγραφή του και ασφαλιστική του τακτοποίηση από το ΤΣΑ. Την απόφαση αυτή είχε συντάξει η δεύτερη κατηγορουμένη ως Προϊσταμένη Εσόδων του Υποκαταστήματος και είχε υπογράψει ο πρώτος κατηγορούμενος ως Διευθυντής και στη θέση "πληροφορίες" αναγράφεται το όνομα της υπαλλήλου Ζ, χωρίς αυτή να είναι ο συντάκτης της απόφασης. Μάλιστα, η συντάξασα την ως άνω απόφαση β' κατηγορουμένη επέβαλε στην παραπάνω υπάλληλο (Ζ) να αντιγράψει την ως άνω απόφαση ως εισήγηση - έκθεση ελέγχου, την οποία και αντέγραψε χωρίς να την υπογράψει, την οποία τελικά υπέγραψε κι' αυτή η β' κατηγορουμένη. Στην συνέχεια η παραπάνω απόφαση προσκομίσθηκε από τον ασφαλισμένο - τρίτο κατηγορούμενο στο Περ/κό Υποκ/μα Συντάξεων και ζήτησε να συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος με τις διατάξεις της 35ετίας (αρ. πρωτ. αίτησης 69409/29-4-03). Η προϊσταμένη των Συντάξεων ..., που χειριζόταν την υπόθεση του εν λόγω ασφαλισμένου, εξετάζοντας την απόφαση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ... και έχοντας υπόψη της την απάντησε που είχε δώσει το ίδιο Τμήμα Εσόδων με το 8710/24-7-2002 έγγραφο του, αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης και ζήτησε από το Τμήμα Εσόδων του Υποκ/τος ... και συγκεκριμένα από την υπάλληλο Ζ να της στείλει την έκθεση ελέγχου που συνόδευε την υπ' αριθ. 2804/14-4-03 απόφαση μετατροπής ενσήμων για να καταλάβει το σκεπτικό πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση, την οποία και της απέστειλε με ΡΑΧ αυθημερόν (29-5-03). Όπως ήταν φυσικό η Προϊσταμένη των Συντάξεων δεν συμφώνησε με το σκεπτικό της έκθεσης ελέγχου και της ως άνω απόφασης μετατροπής του χρόνου ασφάλισης του Υποκ/τος ΙΚΑ ..., δεδομένου ότι η επίμαχη απόφαση είχε εκδοθεί παράνομα και συγκεκριμένα κατά παράβαση του νόμου 984/1979 και της εγκυκλίου του ΙΚΑ 188/79, αφού ο ασφαλισμένος Χ2 δεν είχε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να δικαιούται σύνταξης με τις διατάξεις της 35ετίας. Και τούτο διότι τα ένσημα που είχαν επικολληθεί στα ΔΑΤΕ του ήταν 9.527 κλάδου ΜΙΚΤΑ και 1795 κλάδου ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ και απαιτούντο 10.500 κλάδου ΜΙΚΤΑ, ενώ ήταν παράνομη και η μετατροπή των 1795 ημερών εργασίας από τον κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ στον κλάδο ΜΙΚΤΑ. Με βάση τη μη σύννομη ως άνω 2804/14-4-03 απόφαση του Υπ/τος ... ο ασφαλισμένος θα έπαιρνε σύνταξη από 7/1/2002 με τις ευνοϊκές διατάξεις της 35ετίας και θα είχε εισπράξει μέχρι 13-11-2003 το ποσό των 38118,80 ευρώ, επί ζημία προφανώς της υπηρεσίας. Τελικά, η παράνομη ως άνω απόφαση των κατηγορουμένων δεν ίσχυσε διότι η προϊσταμένη των Συντάξεων ... όταν διαπίστωσε το μη σύννομο αυτής συνέταξε έγγραφο προς τη Διοίκηση της Δ/νσης Ασφάλισης Εσόδων όπου ανέφερε το παράνομο της απόφασης και μετά από επικοινωνία της Διευθύντριας του Περ/κού Υπ/τος Συντάξεων ... με τον πρώτο κατ/νο -Διευθυντή του Υπ/τος ..., ο τελευταίος αναγκάσθηκε να δώσει εντολή στη δεύτερη κατ/νη - Προϊσταμένη του Τμήματος Εσόδων για επανέλεγχο της απόφασης και την ανάκληση της επίμαχης απόφασης, η οποία πραγματοποιήθηκε με την υπ' αριθ. 6168/25-8-2003 νεώτερη απόφαση του Διευθυντή ΙΚΑ ... - α' κατ/νου. Από τα παραπάνω προκύψαντα στοιχεία αποδεικνύεται ότι από πρόθεση οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και γνωρίζοντας το παράνομο της επιχειρούμενης παραπάνω πράξης τους συνέταξαν και εξέδωσαν την επίμαχη απόφαση με μοναδικό σκοπό να εξυπηρετήσουν τον ασφαλισμένο Χ2 - γ' κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν γνωστός της συναδέλφου τους .... Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι της επίμαχης απόφασης είχε προηγηθεί απορριπτική απάντηση του ίδιου Υπ/τος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ... με το 8710/2002 έγγραφο που είχε συντάξει η υπάλληλος Ζ και υπέγραψε η β' κατ/νη ως Προϊσταμένη Εσόδων και με το οποίο απάντησε στο ΙΚΑ Συντάξεων ότι ο ασφαλισμένος καλώς ασφαλίσθηκε στον κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ και για τον κλάδο Συνταξης θα έπρεπε να έχει ασφαλισθεί στο ΤΣΑ και ήταν ανεπίτρεπτη η μετατροπή των ενσήμων "Κλάδου Ασθενείας" σε ένσημα "Κλάδου ΜΙΚΤΑ". Επίσης, όπως καταθέτει η παραπάνω υπάλληλος, εξεταζόμενη ως μάρτυρας κατηγορίας, όταν μετά την αρνητική απάντηση με το 8710/2002 έγγραφο υποβλήθηκε από τον ασφαλισμένο νέα αίτηση για μετατροπή του χρόνου ασφάλειας από κλάδο ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ σε κλάδο ΜΙΚΤΑ και της χρεώθηκε η υπόθεση με εντολή από την προϊσταμένη (β' κατηγορουμένη), να συντάξει θετική απόφαση και να την υπογράψει, στην άρνηση δε της υπαλλήλου να συμπράξει σε μια παράνομη απόφαση η β' κατ/νη της προσκόμισε την απόφαση υπογεγραμμένη από το Διευθυντή (α' κατ/νο) με εντολή να αντιγράψει την εν λόγω απόφαση ως εισήγηση, πράγμα που έκανε χωρίς όμως να την υπογράψει, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να διαχωρίσει τη θέση της από την παράνομη αυτή απόφαση, ενώ την υπόγραψε η β' κατηγορουμένη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ασφαλισμένος (γ' κατηγορούμενος), γνωρίζοντας κι' αυτός ότι δεν δικαιούται της μετατροπής των ενσήμων του Ασθενείας σε ένσημα κλάδου ΜΙΚΤΑ και δεν είχε τις προϋποθέσεις να συνταξιοδοτηθεί κατά τα προεκτεθέντα, αφού ήδη του είχε απορριφθεί προγενέστερη σχετική αίτηση του, υπέβαλε νέα αίτηση και με πειθώ και φορτικότητα προς τους συγκατηγορούμενους του τους έπεισε να παραβούν εν γνώσει τους τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και να εκδώσουν την ως άνω παράνομη απόφαση, με σκοπό να του προσπορίσουν παράνομο όφελος με αντίστοιχη βλάβη του ΙΚΑ κατά τα προαναφερθέντα. Κατόπιν των ανωτέρω θα πρέπει οι κατηγορούμενοι κα κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης στον καθένα αξιόποινη πράξη, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού των δύο πρώτων περί πραγματικής πλάνης, δεδομένου ότι όπως προέκυψε, εν γνώσει του παρανόμου της πράξης τους εξέδωσαν την επίμαχη παράνομη απόφαση. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 26 παρ.1, 27 παρ.2, 46 παρ.1, 259 και 263 Α εδ. α του ΠΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων : α) για την πληρότητα της αιτιολογίας, στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά καθενός σε σχέση με κάθε περιστατικό που δέχεται, ενώ με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων Χ2 προκάλεσε στους συγκατηγορούμενούς του υπαλλήλους του Υποκαταστήματος ... ΙΚΑ, την απόφαση να τελέσουν την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, β) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος των αναιρεσειόντων αυτουργών της παραβάσεως καθήκοντος υπαλλήλων του ΙΚΑ και του αναιρεσείοντος ηθικού αυτουργού και η απόρριψη του προβληθέντος από τους αναιρεσείοντες υπαλλήλους αυτοτελούς ισχυρισμού πραγματικής πλάνης (ρητώς), όσον και συγγνωστής νομικής πλάνης αυτών(εμμέσως και σιωπηρώς), από το σύνολο των παραδοχών και ειδικότερα από την παραδοχή, ότι οι υπάλληλοι αυτοί γνώριζαν το παράνομο της 2804/2003 αποφάσεως που εξέδωσαν, ότι δηλαδή ο συγκατηγορούμενός τους ασφαλισμένος δεν είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεώς του και εκ του ότι είχε προηγηθεί για το ίδιο ζήτημα, η προηγούμενη 8710/2002 αντίθετη απορριπτική απόφαση του ιδίου Υποκαταστήματος ΙΚΑ που υπέγραφε μάλιστα η εκ τούτων κατηγορουμένη Χ3 και από την άρνηση της αρμοδίας μάρτυρος υπαλλήλου Ζ να υπογράψει τη σχετική έκθεση ελέγχου και διότι είχαν μοναδικό σκοπό (οι δύο υπάλληλοι κατηγορούμενοι) να εξυπηρετήσουν τον αναιρεσείοντα ασφαλισμένο, να λάβει από το ΙΚΑ σύνταξη που δεν εδικαιούτο, γιατί αυτός ήταν γνωστός της συναδέλφου τους υπαλλήλου στο ΙΚΑ (Προϊσταμένης) ..., γ) αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ανωτέρω αναιρεσείων ασφαλισμένος προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του υπαλλήλους του ΙΚΑ την άνω απόφαση για παράβαση καθήκοντος, δεχόμενο ότι αυτός με πειθώ και φορτικότητα τους έπεισε να παραβούν εν γνώσει τους τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και να εκδώσουν την παράνομη, κατά παράβαση του ν. 984/1979 και της 188/1979 εγκυκλίου του ΙΚΑ, απόφαση μετατροπής των ενσήμων ασθενείας αυτού σε ένσημα κλάδου μικτών, ώστε να δικαιούται αυτός συντάξεως με τις ευνοϊκές διατάξεις της 35ετίας από 7-1-2002, που δεν εδικαιούτο όμως κατά νόμο, ως μη έχων τις νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς να είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή και άλλων προσθέτων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας, ούτε και λήψη πράγματι της εν λόγω συντάξεως, δ) περαιτέρω, η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού το στοιχείο του δόλου, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της ως άνω αξιοποίνου πράξεως, προκύπτει δε ο δόλος και από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του και διαλαμβάνεται περί του στοιχείου αυτού, αιτιολογία στην κύρια ως ανωτέρω περί της ενοχής των αναιρεσειόντων υπαλλήλων κρίση του και από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή, ε) αναφέρεται επίσης ο σκοπός οφέλους του ασφαλισμένου τον οποίον επεδίωκαν οι αναιρεσείοντες υπάλληλοι, που ήταν η χορήγηση στον κατηγορούμενο ασφαλισμένο ως άνω συντάξεως γήρατος από 7-1-2002, αντί του ορθού από 13-11-2003,με συνολικό όφελος του ασφαλισμένου ποσού 38.118,80 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της υπηρεσίας του ΙΚΑ, ως και η προσφορότητα της εκδοθείσας από τον πρώτο Χ1, με εισήγηση της δεύτερης Χ3, παράνομης 2804/2003 αποφάσεως, εκ μέρους αυτών, αφού αυτή η απόφαση, αποτελούσα αναγκαία προϋπόθεση χορηγήσεως της συντάξεως από τον Κλάδο Συντάξεων του ΙΚΑ, προσκομίστηκε στο Τμήμα Συντάξεων, αλλά εντοπίστηκε το παράνομο αυτής από άλλον υπάλληλο του ΙΚΑ και επιστράφηκε προς ανάκληση, όπως και έγινε, στ) η παρά της αναιρεσείουσας υπαλλήλου Χ3, ως προϊσταμένης εσόδων του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ..., συμμετοχή στην έκδοση της άνω παράνομης 2804/2003 αποφάσεως, που εξέδωσε με την υπογραφή του ο αναιρεσείων Διευθυντής του Υποκαστήματος Χ1, αιτιολογείται ότι έλαβε χώρα με τη σύνταξη εκθέσεως ελέγχου και του σχεδίου της αποφάσεως αυτής και την υποβολή του στον Διευθυντή προς υπογραφή, πράγμα που έγινε και έλαβε μορφή αποφάσεως, δηλαδή με την εισήγησή της ως αρμοδίας προς τούτο υπαλλήλου. Οι πράξεις αυτές συνιστούν άσκηση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο και παρέβη η εν λόγω υπάλληλος του ΙΚΑ, κατά την έννοια του άρθρου 259 ΠΚ, ενώ ουδεμία πλημμέλεια ή αντίφαση συνάγεται, από την αναφορά στο αιτιολογικό, ότι αυτή η υπάλληλος ήταν συντάκτρια του άνω σχεδίου αποφάσεως που η ιδία, κατά τις παραδοχές, επέβαλε στην μάρτυρα υπάλληλο Ζ να αντιγράψει και, λόγω αρνήσεως της τελευταίας, τελικά υπέγραψε η ιδία και υπέβαλε στο συγκατηγουρούμενό της Διευθυντή Χ1, μαζί με ταυτόσημη έκθεση ελέγχου, που την υπέγραψε και έλαβε μορφή αποφάσεως και από την παραδοχή " η ως άνω απόφαση των κατηγορουμένων, .. εξέδωσαν την παράνομη απόφαση", που την φέρει, κατά την αναιρεσείουσα, ως συνεκδότρια της εν λόγω αποφάσεως, ζ) δεν υπάρχει καμία πλημμέλεια ή ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της εξετάσεως στο Εφετείο ως μάρτυρος της Ζ, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων το πρώτον, μη περιλαμβανόμενης στο επιδοθέν σε αυτούς κλητήριο θέσπισμα, διότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά της πρωτόδικης, όσον και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι η εξετασθείσα στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας υπάλληλος του ΙΚΑ Ζ, που είχε συντάξει την προηγούμενη απορριπτική 8710/2002 απόφαση του ΙΚΑ και είχε εξετασθεί και στο πρωτόδικο Δικαστήριο, αναγράφεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από προφανή παραδρομή, ως ... αντί του ορθού Ζ, που αναγράφεται στα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως και δεν πρόκειται για άλλη νέα εξετασθείσα μάρτυρα. Επομένως, οι συναφείς αντίστοιχοι λόγοι και των τριών κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Β', Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ'αυτής. H ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) ή το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική, για τις αξιόποινες πράξεις της παραβάσεως καθήκοντος και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή, κρίση του, έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία όμως, όπως διαπιστώνεται, από τα πρακτικά της δίκης, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο: ήτοι 1) Το 8710/24-7-2002 έγγραφο Τμήματος Εσόδων, 2) Την 8168/25-8-2003 ανακλητική απόφαση Διευθυντή του ΙΚΑ ..., 3) Το 26344/23-7-2003 έγγραφο του ΤΣΑ, 4) Το 181266/16-12-2002 έγγραφο του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων, 5) Το 26464/17-9-2002 έγγραφο του ΤΣΑ και 6) Την εγκύκλιο 188/79 του ΙΚΑ. Όμως, από το αιτιολογικό της ίδιας αποφάσεως, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων - υπαλλήλων του ΙΚΑ που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και από τα λοιπά αναγνωσθέντα στο ακροατήριο ( σελίδα 13 πρακτικών) έγγραφα, όπως από την 2804/2003 απόφαση Δ/ντού ΙΚΑ, την με αρ. πρωτ. 473/9-1-2004 αναφορά, το από 3-4-2006 πόρισμα ΕΔΕ, το Γ 11/59/6-2005 έγγραφο του ΙΚΑ με το συνημμένο πόρισμα συμπληρωματικής ΕΔΕ και το 1/16-9-2004 έγγραφο του ΙΚΑ με το συνημμένο σε αυτό πόρισμα ενόρκων διοικητικών ανακρίσεων, που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το Δικαστήριο, με συνέπεια να αναφέρονται αυτά στο αιτιολογικό, όπως και η εγκύκλιος του ΙΚΑ που είναι διαδικαστικό έγγραφο απλώς ιστορικά. Έτσι, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων Χ1 και η αναιρεσείουσα Χ3 και ο σχετικός αντίθετος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως αυτών και του δικογράφου των προσθέτων λόγων της Χ3,(άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφ α' του ΚΠοινΔ, "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως ή προανακρίσεως και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξετάσεως, ενόψει του ότι ανακριτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι δεν ταυτίζονται και στόχος της ποινικής δίκης είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αληθείας.(Ολ. ΑΠ 4/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από το Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής. Με την προσβαλλόμενη 5147Α, 5859/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, καταδικάστηκαν αντίστοιχα για παράβαση καθήκοντος και για ηθική αυτουργία στη παράβαση καθήκοντος των δύο εκ τούτων υπαλλήλων του ΙΚΑ. Κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την εξέταση της μάρτυρος κατηγορίας ..., υπαλλήλου του ΙΚΑ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των κατηγορουμένων υπαλλήλων, πλην άλλων, προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την εξέταση της μάρτυρος αυτής, διότι, όπως ισχυρίσθηκε, είχε διενεργήσει σχετικά με την υπόθεση στο ΙΚΑ, ΕΔΕ. Το αίτημα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, για τη μη εξέταση της πιο πάνω μάρτυρος, απορρίφθηκε από το Τριμελές Εφετείο με την ιδία ως παραπάνω ορθή νομική αιτιολογία, ακολούθως δε προέβη το Δικαστήριο στην εξέταση της εν λόγω μάρτυρος, την κατάθεση της οποίας συνεκτίμησε και έλαβε υπόψη του, προκειμένου να προβεί στην πιο πάνω καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του. Επομένως, ορθά το Δικαστήριο απέρριψε την προβληθείσα σχετική ένσταση των κατηγορουμένων και ο συναφής λόγος αναιρέσεως ότι επήλθε σχετική ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β ΚΠοινΔ, και δεν καλύφθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 ΚΠοινΔ, διότι, παρά τις αντιρρήσεις τους, η ανωτέρω υπάλληλος του ΙΚΑ που είχεν ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα, ως ενεργήσασα σχετική ΕΔΕ, εξετάσθηκε ως μάρτυρας, αν και ενήργησεν, εκτός από προανακριτικά, και πειθαρχικά καθήκοντα (ΕΔΕ), και μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3160/2003, οι υπάλληλοι που ενήργησαν διοικητική εξέταση, περιλαμβάνονται στην απαγόρευση του άρθρου 211 α ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλων λόγων αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ΙΚΑ (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Χ1, την από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Χ2 και την από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτηση της Χ3, όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τους στο σκεπτικό από 26-2-2010 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 5147Α, 5859/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ΙΚΑ εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος Διευθυντή ΙΚΑ (3ος κατηγορούμενος) και Προϊσταμένης Εσόδων, Υπαλλήλου ΙΚΑ (1η κατηγορουμένη) Έννοια άρθρ. 259 ΠΚ. Ηθική αυτουργία 2ου κατηγορουμένου ασφαλισμένου συνταξιούχου ΙΚΑ στις άνω δυο παραβάσεις καθήκοντος. Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας : 1) κατ' άρθρο 211 εδ. Α΄ ΚΠΔ από εξέταση ως μάρτυρα υπαλλήλου που άσκησε ΕΔΕ, 2) από εξέταση νέας μάρτυρος στο Εφετείο (εκ παραδρομής λάθος αναγραφή επωνύμου εξετασθείσας και πρωτοδίκως μάρτυρος) και 3) για λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν γιατί από το αιτιολογικό της ίδιας αποφάσεως, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και από τα λοιπά αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα (πρόσθετος λόγος 1ης αναιρεσείουσας). Β) Απορριπτέος ως αβάσιμος και από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β΄, Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για την ενοχή και τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως και έλλειψης ακροάσεως και ειδικής αιτιολογίας ως προς τον απορριφθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των δύο αναιρεσειόντων κατηγορουμένων περί πραγματικής πλάνης και περί συγγνωστής νομικής πλάνης, διότι ο πρώτος αιτιολογείται και απορρίφθηκε ρητά, και ο δεύτερος αιτιολογείται επαρκώς και απορρίφθηκε σιωπηρά και εμμέσως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ηθική αυτουργία, Παράβαση καθήκοντος, Πλάνη.
| 0
|
Αριθμός 1154/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.99/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1456/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 84/23-2-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ , την υπ' αριθμ. 1/9-10-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ.99/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Iωαννίνων, εκθέτω τα ακόλουθα: Με αφορμή την από 24-9-2002 έγκληση της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ..., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας Χ, κατοίκου ..., για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ, από διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθρα 98, 375§§ 1 , 2 Π.Κ, όπως η παρ. 2 αντικ, με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν 2408/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β του Ν 2721/1999 ). Μετά το πέρας της διενεργηθείσης επί της υποθέσεως κυρίας ανακρίσεως, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 152/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άρτας, με το οποίο παραπέμφθηκε η κατηγορούμενη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων για να δικαστεί για την πιο πάνω πράξη. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άρτας , άσκησε αυτή νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση, με την οποία ζητούσε την εξαφάνισή του, γιατί όπως εξέθετε σ' αυτήν, εσφαλμένα το Συμβούλιο εκτίμησε τις αποδείξεις και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 70/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, με το οποίο η έφεση αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικυρώθηκε το πρωτοβάθμιο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, η κατηγορουμένη άσκησε την από 1-6-2004 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2168/2005 απόφαση (σε Συμβούλιο) του Δικαστηρίου Σας , με την οποία αναιρέθηκε το παραπάνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο .
Στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 88/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, με το οποίο απορρίφθηκε εκ νέου ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση της κατηγορουμένης κατά του πρωτοβάθμιου βουλεύματος. Κατά του βουλεύματος αυτού με αριθμό 88/2006 του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, η κατηγορουμένη άσκησε εκ νέου την από 10-7-2006 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1556/2007 απόφαση (σε Συμβούλιο) του Δικαστηρίου Σας, με την οποία αναιρέθηκε και πάλι το πιο πάνω βούλευμα και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, εξέδωσε στη συνέχεια το υπ' αριθμ. 51/2008 βούλευμα με το οποίο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της κατηγορούμενης κατά του πρωτοβάθμιου παραπεμπτικού βουλεύματος, εξαφάνισε το βούλευμα αυτό και αποφάνθηκε να μη γίνει κατ' αυτής κατηγορία για την πράξη για την οποία για την οποία είχε ασκηθεί σε βάρος της ποινική δίωξη . Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε από μας η με αριθμό 31/12-5-2008 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2623/2008 απόφαση ( σε Συμβούλιο) του Δικαστηρίου Σας με την οποία αναιρέθηκε το πιο πάνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο. Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων εξέδωσε το υπ' αριθμ. 99/2009 βούλευμά του , με το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της κατηγορουμένης κατά του πρωτοβάθμιου βουλεύματος, το οποίο και επικύρωσε. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, στρέφεται πλέον η κατηγορούμενη Χ με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 1/2009 αίτηση αναιρέσεως , η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην ίδια την κατηγορούμενη την 1-10-2009 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως την 9-10-2009 . Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Ιωαννίνων από τον δικηγόρο Δημήτριο Καραγεώργο, δυνάμει του υπ' αριθμ. 29.831/2009 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Άρτας Φρειδερίκης Μόσιαλου- Μπόκου το οποίο και προσκομίστηκε κατά την άσκηση ( άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ), συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. ... έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της(άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ) και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει την αναιρεσείουσα για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α Π.Κ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως , δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας(Α.Π 1051/2007 Ποιν Χρον. ΝΗ 323, Α.Π 1975/2007 Ποιν Χρον. ΝΗ 712) . β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη , ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος. Η ιδιοποίηση συντελείται με την όχληση του κυρίου και την άρνηση απόδοσης του πράγματος από τον δράστη, έστω και αν το υπεξαιρούμενο ποσό είχε σχηματισθεί με παλαιότερες τμηματικές εισπράξεις (Α.Π 220/2004 Ποιν Λογ. 2004. 2684. Α.Π 2381/2004 Ποιν Λογ. 2004. 2870), δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα , η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος (Α.Π 1167/2006 Ποιν Χρον. ΝΖ.428). Περαιτέρω , η διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου 375 Π.Κ πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1§9 του Ν 2408/1996 όριζε ότι "αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης , ή λόγω της ιδιότητάς του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος , η ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας", ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Μετά την αντικατάστασή της όμως με το άρθρο 1§9 Ν 2408/1996, το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής ορίζει πλέον ότι ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου , επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας". Επομένως, για την θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος σύμφωνα με το εδάφιο α της παρ. 2 του άρθρου 375, απαιτείται πλέον, αφ' ενός μεν το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και αφ' ετέρου να συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου καταστάσεις ή ιδιότητες του υπαιτίου, μεταξύ των οποίων και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατά τούτο δε η νεότερη διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, στην οποία η απαρίθμηση των ανωτέρω ιδιοτήτων ήταν ενδεικτική και για κάθε μη κατονομαζόμενη περίπτωση, έπρεπε να συντρέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης εκ μέρους του δράστη, ενώ δεν απαιτείτο το αντικείμενό της να ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έχει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση. Για την κατά το νόμο θεμελίωση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας , πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν πράγμα, όπως είναι και το χρήμα , να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Εξάλλου με το εδάφιο α του άρθρου 14§3 Ν 2721/1999 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 375 του Π.Κ, σύμφωνα με το οποίο , αν η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων 25.000.000 δραχμών (ή 73.000 ευρώ, όπως με το άρθρο 5 του Ν 2943/2001 καθορίστηκε η επίσημη ισοτιμία των νομισμάτων αυτών), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, ενώ με το εδάφιο β του αυτού ως άνω άρθρου 14§3 του Ν 2721/1999, προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 375 του Π.Κ, σύμφωνα με το οποίο, αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου, υπερβαίνει τα είκοσι πέντε εκατομμύρια 25.000.000 δραχμές ή 73.000 ευρώ , τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Οι διατάξεις του πρώτου και δευτέρου εδαφίου του άρθρου 14§3 του Ν 2721/1999, είναι δυσμενέστερες, και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής των για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν 2721/1999, τουτέστι πριν από την 3-6-1999 που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός (Α.Π 765/2000 Ποιν Χρον. ΝΑ 113). Περαιτέρω, με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 98 του Π.Κ ορίζεται ότι αν οι περισσότερες από μια πράξεις του ιδίου προσώπου, συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94§1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Στη διάταξη αυτή προστέθηκε δεύτερη παράγραφος με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 εδάφιο 1.1 του Ν 2721/1999, σύμφωνα με την οποία "η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Η διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 98 του Π.Κ είναι δυσμενέστερη και δεν ισχύει για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν 2721/1999, δηλαδή πριν από την 3-6-1999. Ενόψει των ανωτέρω, για την θεμελίωση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης της παραγράφου 2 του άρθρου 375 Π.Κ, όταν η πράξη αυτή τελείται εξακολουθητικά πριν από την ισχύ του Ν 2721/1999, πρέπει κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, γιατί οι νέες ρυθμίσεις είναι στο σύνολό τους δυσμενέστερες (ολομ Α.Π 5/2002, Συμβ. Α.Π 830/2004 Ποιν. Χρον ΝΕ 318). Αντίθετα, όταν η υπεξαίρεση τελείται κατ' εξακολούθηση μετά την ισχύ του Ν 2721/1999, για την κρίση περί της αξίας του πράγματος τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης (ως κακουργήματος ή πλημμελήματος) και την συνδρομή της επιβαρυντικής περιπτώσεως της παραγράφου 2 του άρθρου 375 Π.Κ, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους υπεξαιρέσεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (Συμβ. Α.Π 1307/2004 Ποιν Χρον. ΝΕ 535) . Έτσι, αν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος αυτού, προκύπτει ότι το συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές ή 73.000 ευρώ, τότε η πράξη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση (άρθρο 375§1 εδάφιο β, σε συνδυασμό με το άρθρο 98§2 Π.Κ), αν δε συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 375 που καθιστούν την πράξη κακούργημα, τότε το γεγονός ότι το συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές ή 73.000 ευρώ, καταλογίζεται στον δράστη ως επιβαρυντική περίπτωση, μόνο αν αυτό υπεξαιρέθηκε στο σύνολό του μετά τον Ν 2721/1999, δηλαδή μετά την 3-6-1999. Εξάλλου σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξης, έστω και αν ακόμα αυτός είναι αυστηρότερος (Α.Π 375/1983 Ποιν. Χρον ΛΔ 301, Α.Π 172/1983 Ποιν Χρον. ΛΓ 725, Α.Π 1058/1986 Ποιν Χρον. ΛΣΤ 925). Κατά συνέπεια, εάν η τελευταία επί μέρους πράξη εξακολουθητικής υπεξαίρεσης η οποία άρχισε να τελείται πριν από την τροποποίηση του άρθρου 375 παρ. 2 με το Ν 2721/1999, δηλαδή πριν από την 3-6-1999, ολοκληρώθηκε υπό την ισχύ της επί το αυστηρότερο τροποποίησης του ιδίου άρθρου με τον ως άνω νόμο, φέρει τον χαρακτήρα κακουργήματος, τότε εφαρμοστέος στο σύνολό του είναι ο τελευταίος νόμος που χαρακτηρίζει την πράξη αυτή ως κακούργημα, οι υπόλοιπες δε πράξεις προσλαμβάνουν και αυτές τον χαρακτήρα κακουργήματος. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως , όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα , σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π 544/2005 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ 19). β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού , όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού(Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα της δικογραφίας, την από 7-7-2003 λογιστική πραγματογνωμοσύνη των λογιστών Κ και Ζ που διατάχθηκε από τον Ανακριτή ..., την απολογία της κατηγορουμένης και τα απολογητικά της υπομνήματα, προέκυψαν τα ακόλουθα: Η κατηγορούμενη Χ, κάτοικος ..., συνδεόταν από 1-7-1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών .... Την 18-1-1993 , με απόφαση του τότε διευθυντή της Ένωσης Ε, της ανατέθηκαν καθήκοντα διαχειρίστριας στο υποκατάστημα ... της Ένωσης, στο οποίο γινόταν εμπορία γεωργικών εφοδίων και μηχανημάτων. Στα καθήκοντά της ως διαχειρίστριας, εκτός των άλλων υποχρεώσεών της, υπαγόταν και η πώληση στα μέλη της Ένωσης ή σε τρίτους , εμπορευμάτων (φυτοφαρμάκων και άλλων γεωργικών εφοδίων, καθώς και γεωργικών μηχανημάτων) που ήταν εναποτεθειμένα στην αποθήκη της Ένωσης, η καταχώρηση κατά το είδος την ποσότητα και την αξία, στα λογιστικά βιβλία της Ένωσης, των μηχανημάτων και των εφοδίων που αυτή προμηθευόταν κάθε φορά, καθώς επίσης και η καταχώρηση των ειδών που είχαν πωληθεί, έτσι ώστε σε κάθε στιγμή να είναι ευχερής, μετά από απογραφή, ο έλεγχος της καλής ή μη διαχείρισης των ειδών της αποθήκης. Στα καθήκοντά της ως διαχειρίστριας υπαγόταν επίσης η είσπραξη του τιμήματος των πωλουμένων ειδών, και η απόδοσή του στο ταμείο της Ένωσης. Μάλιστα ήταν η μοναδική υπάλληλος που είχε την αρμοδιότητα να εισπράττει τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στα πωλούμενα είδη, περαιτέρω δε και την υποχρέωση να αποδίδει τα ποσά αυτά στο ταμείο της Ένωσης. Εξάλλου απαγορευόταν να καταβάλλονται τα χρηματικά αυτά ποσά στο λογιστήριο, καταβάλλονταν δε αυτά με μετρητά χρήματα στο ταμείο, μη επιτρεπόμενης της πίστωσης αυτών, παρά μόνο μετά από έγγραφη εντολή του διευθυντή της Ένωσης. Από το έτος 1995 εγκαταστάθηκε στο υποκατάστημα μηχανογραφικό σύστημα, έτσι ώστε κάθε συναλλαγή που αφορούσε το υποκατάστημα, γινόταν υποχρεωτικά μέσω του συστήματος αυτού, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τούτο βρισκόταν εκτός λειτουργίας, π.χ λόγω διακοπής ηλεκτρικού ρεύματος. Η κατηγορουμένη ήταν υπεύθυνη επίσης για την έκδοση των θεωρημένων παραστατικών πώλησης. Όταν εκδίδονταν από αυτήν χειρόγραφα παραστατικά λόγω μη λειτουργίας του μηχανογραφικού συστήματος, είχε υποχρέωση να καταχωρεί τα παραστατικά αυτά στο σύστημα, μετά την αποκατάσταση της λειτουργίας του. Στο τέλος κάθε ημέρας, η κατηγορούμενη παρέδιδε τα εισπραχθέντα χρηματικά ποσά στο ταμείο, μαζί με τα σχετικά παραστατικά. Εξάλλου, στο τέλος κάθε χρήσης, δηλαδή στο τέλος κάθε έτους, διενεργείτο απογραφή των εμπορευμάτων που υπήρχαν στην αποθήκη, μετά δε από έλεγχο και αντιπαραβολή με τα υπάρχοντα παραστατικά, διαπιστωνόταν η καλή ή μη πορεία της διαχείρισης. Από τους ετήσιους ελέγχους που έγιναν μέχρι το έτος 1998, δεν είχαν διαπιστωθεί ελλείμματα. Στο τέλος του έτους 1999 διενεργήθηκε η καθιερωμένη απογραφή από τριμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τους ..., μέλος του Δ.Σ της Ένωσης, ..., υπάλληλο, και την κατηγορουμένη. Η επιτροπή αφού καταμέτρησε τα είδη που υπήρχαν στην αποθήκη τα καταχώρησε σε σχετικές απογραφικές καταστάσεις. Ακολούθως, αφού έκανε αντιπαραβολή με τα σχετικά παραστατικά και τα υπόλοιπα των καρτελών, διαπίστωσε την ύπαρξη μεγάλου ελλείμματος στο ταμείο. Προέκυψε, δηλαδή, ότι ενώ είχαν διατεθεί εμπορεύματα, εν τούτοις το ποσό που αντιστοιχούσε στις πωλήσεις τους μετά του αναλογούντος Φ.Π.Α και του ποσοστού κέρδους της τάξεως του 13%, αυτό δεν είχε εισαχθεί ολόκληρο στο ταμείο της Ένωσης ως έσοδο, αλλά είχε αποδοθεί μικρότερο ποσό. Περί της γενόμενης κατά τα ανωτέρω απογραφής, συντάχθηκαν σχετικές καταστάσεις απογραφής, καθώς και καταστάσεις ακατάλληλων εμπορευμάτων. Οι καταστάσεις αυτές εγράφησαν με μολύβι και υπεγράφησαν από τα μέλη της επιτροπής, επίσης με μολύβι. Μετά την διαπίστωση του ελλείμματος , διενεργήθηκε λεπτομερής επανέλεγχος από τριμελή επίσης επιτροπή, αποτελούμενη από τους ...μέλος του Δ.Σ , ... , υπάλληλο αυτής , και την υπόλογο διαχειρίστρια . Ο έλεγχος αυτός ολοκληρώθηκε στις αρχές Απριλίου 2000 και επιβεβαίωσε το συμπέρασμα του ελέγχου που προηγήθηκε , σχετικά με το έλλειμμα και το ύψος του. Η απογραφή αυτή υπογράφηκε από τα μέλη της επιτροπής μόνο στην κατάσταση ακατάλληλων εμπορευμάτων. Ανεξάρτητα όμως από την μη υπογραφή της κατάστασης απογραφής από τα μέλη της δεύτερης επιτροπής, το αποτέλεσμα αυτής δεν αμφισβητείται , ούτε είναι πειστικός ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι δεν υπέγραψε σε καμία κατάσταση απογραφής, αφού οι καταστάσεις που συντάχθηκαν κατά την πρώτη απογραφή, φέρουν τρεις υπογραφές , όλων δηλαδή των μελών, επιπροσθέτως δε δεν προέκυψε ότι κάποιος άλλος υπέγραψε στην θέση της, ενώ και η ίδια σε επιστολή της την οποία απηύθυνε στην Ένωση, αποδέχεται τη ευθύνη της και δεν αντικρούει τις διαπιστώσεις των δύο απογραφών. Η Ένωση με την υπ' αριθμ. 439/18-5-2001 απόφαση του Δ.Σ κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της μεταξύ αυτής και της κατηγορούμενης, λόγω της κακής της διαχείρισης και της διαπίστωσης του ελλείμματος . Στη συνέχεια, με απόφαση του Δ.Σ της Ένωσης διατάχθηκε έλεγχος της διαχείρισης του υποκαταστήματος ο οποίος ανατέθηκε στον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ΣΣ . Κατ' αυτόν, ελέγχθηκε το σύνολο των καταχωρήσεων σε 36 καρτέλες της χρήσεως 1999 και 44 καρτέλες της περιόδου 1-1- έως 31-5-2000, δεν διαπιστώθηκαν δε λάθη ή παραλείψεις, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς την ορθότητα των καταχωρήσεων στα οικεία βιβλία και την ύπαρξη των λογιστικών υπολοίπων. Σημειωτέον ότι ο ανωτέρω Ορκωτός Ελεγκτής δεν έκανε ο ίδιος απογραφή, επειδή δεν υπήρχαν ενδείξεις ικανές να δημιουργήσουν αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα των καταμετρήσεων που έγιναν από τις δύο επιτροπές, και δεν προέκυψαν διαφορές στην αποτίμηση των ελλειμμάτων και των πλεονασμάτων, η οποία έγινε με βάση τις τιμές κτήσεως και το ποσοστό μικτού κέρδους - Φ.Π.Α . Κατά τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Α) κατά την διαχειριστική περίοδο από 1-1-1999 έως 31-12-1999 (χρήση έτους 1999) , προέκυψε έλλειμμα σε 177 είδη αξίας κτήσεως 8.087.403 δραχμών και πλεόνασμα σε 90 είδη αξίας κτήσεως 894.707 δραχμών. Μετά τον συμψηφισμό των ποσών αυτών, προέκυψε έλλειμμα 7.199.878 δραχμών, με την προσθήκη δε στο ποσό αυτό του ποσοστού μικτού κέρδους το οποίο ανερχόταν σε 935.984 δραχμές και του αναλογούντος Φ.Π.Α συνολικής αξίας 1464.455 δραχμών, το τελικό ποσό του ελλείμματος, ανήλθε στο ποσό των 9.600.317 δραχμών. Β) κατά την διαχειριστική περίοδο από 1-1-2000 έως 31-5-2000, προέκυψε έλλειμμα σε 381 είδη αξίας κτήσεως 11.807.959 δραχμών και πλεόνασμα σε 142 είδη αξίας κτήσεως 2.283.496 δραχμών. Μετά τον συμψηφισμό των ανωτέρω ποσών, προέκυψε έλλειμμα 9.524.483 δραχμών, με την προσθήκη δε στο ποσό αυτό του ποσοστού μικτού κέρδους το οποίο ανερχόταν σε 1.239.166 δραχμών και του αναλογούντος Φ.Π.Α συνολικής αξίας 1.938.817 δραχμών, το τελικό ποσό του ελλείμματος για την περίοδο αυτή ανήλθε στο ποσό των 12.710.027 δραχμών. Οι διαπιστώσεις αυτές προκύπτουν από την με ημερομηνία 16-9-2002 έκθεση ελέγχου του πιο πάνω Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή. Κατά την διενέργεια της κυρίας ανάκρισης, διατάχθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη με την υπ' αριθμ. 5/2003 διάταξη του Ανακριτή ..., η οποία διεξήχθη από τους λογιστές Κ και Ζ. Οι πραγματογνώμονες αυτοί συνέταξαν την με ημερομηνία 7-7-2003 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, στην οποία παραθέτουν τις διαπιστώσεις τους που αναφέρονται στις σοβαρές λογιστικές παρατυπίες της κατηγορούμενης και την έλλειψη οποιασδήποτε εποπτείας και ελέγχου της διαχείρισής της από την πλευρά του Δ.Σ της Ένωσης. Οι ίδιοι πραγματογνώμονες, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία των λογιστικών βιβλίων του υποκαταστήματος περί του οποίου πρόκειται, καθώς επίσης και τα στοιχεία των απογραφών περί των οποίων έγινε ήδη λόγος, και λαμβάνοντας αυτά καθ' υπόθεση ως ειλικρινή , καταλήγουν στο αυτό ως άνω συμπέρασμα, σχετικά με τα ελλείμματα και πλεονάσματα που παρουσίασε η διαχείριση της κατηγορούμενης κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχεται, κατά πιστή μεταφορά όσων εκτίθενται στο βούλευμά του , τα εξής: "Σχετικά με την κατωτέρω αναφερόμενη περίπτωση των πελατών οι οποίοι αγόρασαν είδη της εμπορικής δραστηριότητας της Ένωσης και ενώ κατέβαλαν το τίμημα φέρονταν ότι το οφείλουν ακόμη, οι πραγματογνώμονες αναφέρουν ότι δεν μπορούν να διαπιστώσουν αν εισπράχθηκαν και από ποιον τα παραπάνω ποσά. Στο γενικό συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι "δεν υπήρχε η σωστή επικοινωνία μεταξύ της διαχειρίστριας και του Λογιστηρίου και δεν υπήρχε ο έλεγχος από την επιχείρηση στην διαχειρίστρια". Εξ όλων των ανωτέρω το Συμβούλιο πείθεται ότι αν και εισπράχθηκε από την κατηγορούμενη διαχειρίστρια του καταστήματος από την πώληση ειδών της εμπορίας της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ... το ανωτέρω ποσό χρημάτων, ως τίμημα αυτών και περιήλθε στην κατοχή της, δεν αποδόθηκε απ' αυτήν στο ταμείο της Ένωσης, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστηκα από 1.1.1999 έως 31.12.1999 παρακράτησε από το εισπραχθέν τίμημα το ποσό των 9600317 δραχμών και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.5.2000 παρακράτησε από το εισπραχθέν τίμημα το ποσό των 12710027 δραχμών, των ελλειμμάτων που διαπιστώθηκαν κατά τους προαναφερόμενους ελέγχους. Δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί ενωρίτερα το έλλειμμα των χρημάτων, καθόσον η κατηγορουμένη στο τέλος κάθε ημέρας που απέδιδε τα χρήματα τα οποία είχε εισπράξει από τις πωλήσεις του καταστήματος στα ταμεία της Ένωσης, εμφάνιζε αντίστοιχου ποσού παραστατικά και όχι τα παραστατικά που πραγματικά θα έπρεπε να είχαν εκδοθεί για τις συνολικές πωλήσεις που είχαν γίνει. Εξάλλου, σε πολλές περιπτώσεις η κατηγορουμένη δεν εξέδιδε μηχανογραφημένα τα παραστατικά πώλησης, αλλά χειρόγραφα χωρίς να προβαίνει στη συνέχεια στις απαραίτητες καταχωρήσεις, δεν προέβαινε σε καταχωρήσεις αποδείξεων λιανικής πωλήσεως, όπως για τις καταχωρήσεις αυτές είχε υποχρέωση και δεν εμφανιζόταν οι γενόμενες εισπράξεις τιμήματος, και δεν αποδόθηκαν τα χρήματα στην επιχείρηση από τις συγκεκριμένες συναλλαγές των ακαταχώρητων παραστατικών. ενώ σε άλλες περιπτώσεις χειρόγραφων εκδόσεων παραστατικών στο μεν παραδιδόμενο στον πελάτη αγοραστή αντίγραφο του παραστατικού που εξέδιδε έθετε την ένδειξη "εξοφλήθηκε", εφόσον ο πελάτης κατέβαλε το τίμημα, στο αντίγραφο όμως που παρέμενε στο ταμείο της Ένωσης δεν αναγράφονταν η ίδια ένδειξη και φαινόταν ότι ο πελάτης οφείλει ολόκληρο ή μέρος του τιμήματος. Αυτοί ήταν τρόποι με τους οποίους καλύπτονταν η μη απόδοση ολόκληρου του ποσού που εισέπραττε. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ΣΣ που κατά τα προαναφερόμενα έκανε τον έλεγχο και διαπιστώνει την ύπαρξη του ελλείμματος, στα από 10.8.2000, 11.6.2001 και 1.6.2002 Πιστοποιητικά Ελέγχου Ορκωτού Ελεγκτή-Λογιστή προς τα μέλη της Ένωσης αναφέρει ότι έλεγξε τις οικονομικές καταστάσεις της Ένωσης για τις εταιρικές χρήσεις 1999, 2000 και 2001, ότι στα πλαίσια του ελέγχου έλαβε γνώση πλήρους λογιστικού απολογισμού των εργασιών του υποκαταστήματος, ότι τέθηκαν στη διάθεση του τα βιβλία και στοιχεία που τηρούσε η Ένωση και ότι επαληθεύει τη συμφωνία του περιεχομένου της εκθέσεως διαχειρίσεως του Διοικητικού Συμβουλίου προς την τακτική συνέλευση των μελών της Ένωσης με τις οικονομικές καταστάσεις, αναφερόμενος στις από 28.8.2000, 20.9.2001 και 10.6.2002 εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου προς την τακτική γενική συνέλευση των αντιπροσώπων με τις οποίες γίνεται εισήγηση έγκρισης των πεπραγμένων κάθε αντίστοιχης χρήσης και απαλλαγή των υπεύθυνων οργάνων, καθώς επίσης και στις σύμφωνες με τις ανωτέρω εισηγήσεις αποφάσεις της Γενικές Συνέλευσης των Αντιπροσώπων της Ένωσης, που περιέχονται στα 34/13.9.2000, 36/20.6.2001 και 42/26.6.2002 πρακτικά. Τούτο διότι η από 16.9.200 (2 έκθεση έλεγχου στηρίχθηκε σε φυσική απογραφή που ενεργήθηκε και φυσικές καταμετρήσεις των ποσοτήτων που περιέχονται στις απογραφικές καταστάσεις, από τις προαναφερόμενες επιτροπές, των έλεγχο των καταχωρήσεων στις καρτέλες και των λοιπών στοιχείων και επρόκειτο για διαχειριστικό έλεγχο, ενώ οι εκτιμήσεις στα πιστοποιητικά ελέγχου στηρίχθηκαν καθαρά στα βιβλία που τηρούνταν, τα οποία, όμως, όπως παρατηρούν και οι πραγματογνώμονες, δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα της επιχείρησης και χαρακτηρίζονται ανακριβή δεν προηγούνταν δε διαχειριστικός έλεγχος πριν από την σύνταξη αυτών. Επίσης, το ότι ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής δεν προέβη σε φυσική απογραφή ο ίδιος αλλά στηρίχθηκε στην απογραφή που έγινε από τις επιτροπές που είχε συστήσει η Ένωση, δεν καθιστά μη πειστική την έκθεση του, δεδομένου ότι η φυσική απογραφή από τις επιτροπές έγινε δύο φορές και επαληθεύθηκε η διαπίστωση του ελλείμματος, δεν αμφισβητήθηκαν οι πιστοποιήσεις της ως προς τα μεγέθη που ανευρέθηκαν και είχε δοθεί στην κατηγορουμένη η δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τη διενέργεια και το αποτέλεσμα αυτών, αφού ήταν μέλος και των δύο Επιτροπών, όμως δεν διατυπώθηκε οποιαδήποτε παρατήρηση που να κλονίζει το αποτέλεσμα τους. Εξάλλου, και οι πραγματογνώμονες αναφέρουν στην πραγματογνωμοσύνη τους, εκτός των άλλων, ότι διαπιστώθηκαν ακαταχώρητα τιμολόγια πώλησης -δελτία αποστολής και κατά τον έλεγχο των βιβλίων διαπιστώθηκε ότι δεν έχουν αποδοθεί χρήματα στην επιχείρηση για τις συγκεκριμένες συναλλαγές, όπως αποτυπώνονται στα ακαταχώρητα παραστατικά, καθώς επίσης βρέθηκαν και ακαταχώρητες αποδείξεις λιανικής πωλήσεως, πολλές των οποίων έχουν και το αντίτυπο που έπρεπε να πάρει ο πελάτης. Ισχυρίστηκε βέβαια η κατηγορουμένη ότι τα ακαταχώρητα παραστατικά είχε παραδώσει στο λογιστήριο για καταχώρηση και συνεπώς ότι για τη μη εκτέλεση αυτής ευθύνονται οι υπάλληλοι του λογιστηρίου, όμως αυτός ο ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται. Άλλωστε η ίδια ήταν υπεύθυνη για την καταχώρηση των παραστατικών αυτών. Επίσης, η ανωτέρω σχηματισθείσα κρίση δεν αντικρούεται από την από 3.11.2002 "έκθεση πραγματογνωμοσύνης" των οικονομολόγων Β και Τ, την οποία συνέταξαν ύστερα από εντολή της κατηγορουμένης. Το συμπέρασμα αυτής της έκθεσης τους διατυπώνεται με βάση την έρευνα του βιβλίου απογραφών και ισολογισμών των οικονομικών ετών 1999, 2000 και 2001 στο οποίο έχουν καταχωρηθεί η κατάσταση απογραφής και ο ισολογισμός των διαχειριστικών 1999, 2000 και 2001 και του αναλυτικού τελικού ισοζυγίου με 31.12 κάθε έτους τεταρτοβάθμιων λογαριασμών. Στηρίζεται δε στο ότι στις καταστάσεις απογραφών της 31-12 των ετών 1999, 2000 και 2001, δεν αναφέρεται καμιά απαίτηση της Ένωσης σε βάρος της κατηγορουμένης από ελλείμματα, ούτε στη στήλη "Διάφοροι Χρεώστες" υπάρχει καταχωρημένη τέτοια απαίτηση, στο ότι στα προαναφερόμενα πιστοποιητικά ελέγχου του Ορκωτού Ελεγκτή-Λογιστή ΣΣ και στις αντίστοιχες εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης προς τη Γενική Συνέλευση αυτής δεν εντοπίζεται έλλειμμα, στοιχεία όμως που, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, δεν παρέχουν ασφάλεια για στήριξη εκτίμησης περί συμφωνίας τους με την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε. Επίσης, δεν αναιρεί την κρίση αυτή η κριτική που ασκείται στην έκθεση του Ορκωτού Ελεγκτή για το λόγο ότι δεν πραγματοποίησε φυσική απογραφή ο ίδιος και στηρίχθηκε σε δειγματοληπτικό έλεγχο των καρτελών, για τα οποία εκτίθεται αναλυτικά παραπάνω, καθώς και η κριτική σχετικά με τον εκπρόθεσμο και εσφαλμένο τρόπο καταχώρησης των ελλειμμάτων, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένη επίδραση στο αποτέλεσμα περί της υπάρξεως ή μη του ελλείμματος και του ποσού αυτού. Ο μάρτυρας Α, λόγω της συγγενικής του σχέσης με την κατηγορουμένη, προσπαθεί να αντικρούσει την εμφάνιση του ελλείμματος με τα ίδια επιχειρήματα, όπως και οι ανωτέρω τεχνικοί σύμβουλοι αυτής. Μάλιστα, επιχειρεί έμμεσα να εμπλέξει και τον υπάλληλο της Ένωσης Θ, αναφέροντας ότι υπηρετούσε μαζί με εκείνη στο κατάστημα, όμως παραβλέπει ότι εκείνος δεν είχε αρμοδιότητα για είσπραξη των χρημάτων του τιμήματος. Εξάλλου, δεν προέκυψε οποιαδήποτε αιτία συνεπεία της οποίας οποιοσδήποτε από τη διοίκηση της Ένωσης, είχε ελατήρια να κινηθεί εναντίον της κατηγορουμένης και να αποδώσει σ'αυτήν σφάλματα στη διαχείριση της, να εμφανίσει έλλειμμα σ'αυτήν με σκοπό να στηριχθεί αιτία για να απολυθεί και να αναγκαστεί να πληρώσει χρήματα που δεν ιδιοποιήθηκε, ώστε να ευσταθούν οι ισχυρισμοί της ότι λόγω της ασκήσεως αγωγής στα αστικά δικαστήρια σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης και τη διεκδίκηση οφειλόμενων απαιτήσεων της κατά της Ένωσης από την εργασιακή σχέση, μεθόδευσαν την σε βάρος της κατηγορία. Η ίδια δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και στοιχεία για την απόδειξη αυτού του ισχυρισμού. Εξάλλου, το ότι δεν ευσταθούν οι αιτιάσεις αυτές προκύπτει και από το ότι οι ελεγκτικές διαδικασίες για τη διαπίστωση του ελλείμματος άρχισαν αφού από το συνήθη ετήσιο έλεγχο εμφανίστηκε πρόβλημα στη διαχείριση και οπωσδήποτε πριν από την άσκηση των δικαιωμάτων της τα οποία στηρίζονται στην καταγγελία της εργασιακής της σχέσης που έγινε λόγω της διαπιστώσεως των ελλειμμάτων και της απόδοσης της ευθύνης γι'αυτά στην κατηγορουμένη. Περαιτέρω, σχετικά με τα άτομα που περιλαμβάνονται στη κατάσταση που αφορά συγκεκριμένους πελάτες αγοραστές ειδών της εμπορικής δραστηριότητας της Ένωσης, οι οποίοι κατέβαλαν το τίμημα και τούτο παρακρατήθηκε από την κατηγορουμένη, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Μετά την κίνηση των διαδικασιών για τη διαπίστωση του ελλείμματος, προέκυψε ότι οι αναφερόμενοι είχαν αγοράσει διάφορα αντικείμενα και είχαν καταβάλει το τίμημα αυτών. Στο στέλεχος απόδειξης που παρέδιδε στους αγοραστές ανέγραφε την ένδειξη "Εξοφλήθηκε", σ'αυτό δε που παρέμενε στο λογιστήριο δεν αναγραφόταν η εξόφληση και φαινόταν οφειλή του ποσού από τον αγοραστή. Κατατίθεται από τους μάρτυρες κατηγορίας ότι διαπίστωσαν τα ανωτέρω ύστερα από αναζήτηση και διευκρινίσεις των πελατών που φερόταν να είναι οφειλέτες. Ρητά δε αναφέρουν ότι τα χρήματα εισέπραττε η κατηγορουμένη, η οποία άλλωστε, όπως εκτέθηκε στην αρχή ήταν και η μόνη υπεύθυνη και αρμόδια για την είσπραξη τους, δεν απέδωσε δε στα ταμεία της Ένωσης, γι'αυτό και μεταχειρίστηκε το τέχνασμα τούτο. Ειδικότερα από τέτοιου είδους πωλήσεις και από το τίμημα που κατέβαλαν οι κατωτέρω αναφερόμενοι αγοραστές, η κατηγορουμένη δεν απέδωσε ολόκληρο το ποσό αυτού στα Ταμεία της Ένωσης, αλλά μέρος μόνο τούτου και παρακράτησε από το ποσό που κατέβαλε ο Ξ1 43971 δραχμές, ο Γ 74349 δραχμές, ο Ξ10 330000 δραχμές, η Ξ9 104876 δραχμές, ο Ξ7 21302 δραχμές, ο Ξ2 159999 δραχμές, ο Ξ4 800000 δραχμές, ο Λ 30000 δραχμές, ο Ξ3 79921 δραχμές, ο Ξ5 214786 δραχμές, ο Ξ6 25173 δραχμές, ο Ξ8 και ο Ξ11 27553 δραχμές. Οι ανωτέρω δεν έχουν εξεταστεί ως μάρτυρες, ούτε έχουν αναφερθεί στο γεγονός ότι φέρονται ως οφειλέτες της Ένωσης κατά τα ανωτέρω ποσά, όμως το Συμβούλιο στηρίζεται για την κρίση του ιδίως στα προσκομιζόμενα παραστατικά που αφορούν τις συναλλαγές που είχαν πραγματοποιήσει, σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων, ιδίως των Σ, Δ2, Δ3, Δ1, Δ4, Δ5 και Δ6, οι οποίοι καταθέτουν ότι οι ανωτέρω αγοραστές βεβαίωσαν το γεγονός της εξόφλησης του τιμήματος, κατείχαν εξοφλητικές αποδείξεις και παρά ταύτα φερόταν ότι οφείλουν ακόμη τα ανωτέρω χρηματικά ποσά. Περαιτέρω, ο ΑΑ στις 24.3.2000 αγόρασε τον αναφερόμενο στο ... τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής λιπασματοδιανομέα αντί ποσού 120000 δραχμών. Δεν κατέβαλε αμέσως τα τίμημα, αλλά πλήρωσε όταν συγκέντρωσε τα χρήματα. Ο μάρτυρας αυτός στην ένορκη εξέταση του στον Ανακριτή ... περιπίπτει σε αντιφάσεις σε σχέση με όσα βεβαίωσε στην από 16.5.2002 υπεύθυνη δήλωση που απηύθυνε στην κατηγορουμένη, δεδομένου ότι στην τελευταία ανέφερε ότι η κατηγορουμένη δεν έχει καμία σχέση με τη συναλλαγή που πραγματοποίησε και ότι οφείλει το ποσό του τιμήματος στην Ένωση, στην δε κατάθεση του ότι τα χρήματα κατέβαλε όταν συγκέντρωσε αυτά, αλλά δεν θυμάται αν τα πλήρωσε στην κατηγορουμένη ή σε άλλον. Ο ΒΒ είχε αγοράσει με το A 489/29.4.1999 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής 5 λίτρα ΡΑΟΥΝΤΑΠ αντί συνολικού τιμήματος 201295 δραχμών, από το οποίο κατέβαλε μέρος και έμεινε υπόλοιπο 55295 δραχμών. Το ποσό τούτο κατέβαλε μεταγενέστερα, και ενόψει του χρόνου ενέργειας της συναλλαγής η καταβολή εκτιμάται ότι έγινε μετά την 1.6.1999 όπως δε βεβαιώνει ο ίδιος στην από 8.5.2001 ένορκη βεβαίωση προς την Ε.Γ.Σ.Α. το ποσό πλήρωσε στην κατηγορουμένη. Ο Φ αγόρασε με το ...τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής ένα χορτοκοπτικό αντί τιμήματος 985000 δραχμών, χωρίς να καταβάλει το τίμημα το οποίο πιστώθηκε με υπηρεσιακό σημείωμα του Διευθυντή της Ένωσης Δ1. Ο μάρτυρας αυτός ενώ αναφέρεται στην από 16.12.2002 υπεύθυνη δήλωση που απηύθυνε στην κατηγορουμένη ότι για το ποσό των 330649 δραχμών που φαίνεται ως υπόλοιπο, δεν έδωσε χρήματα στην κατηγορουμένη, στην ένορκη εξέταση του ενώπιον του Ανακριτή καταθέτει ότι στην κατηγορουμένη είχε παραδώσει μόνο το σημείωμα για την πίστωση, και ότι η εξόφληση του τιμήματος θα γινόταν με παρακράτηση μέρους από τις δικαιούμενες επιδοτήσεις και ότι δεν κατέβαλε στην κατηγορουμένη χρήματα, όμως δεν προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο παραστατικό από το οποίο να προκύπτει η αλήθεια της καταθέσεως ως προς την καταβολή έστω μέρους του οφειλόμενου ποσού με τον ανωτέρω τρόπο της παρακράτησης, ούτε αναφέρεται πλέον ποιο συγκεκριμένο ποσό οφείλει ακόμη. Ο Ρ αγόρασε στο όνομα του γιου του ... από το κατάστημα της Ένωσης μηχάνημα ΣΥΛΕΚΤ, σωλήνες, ηλεκτρικά μοτέρ και άλλα, αντί ποσού που δεν εξακριβώθηκε. Το ποσό του τιμήματος κατέβαλε ολοσχερώς, αφού στο τιμολόγιο που του χορηγήθηκε γράφτηκε ότι εξοφλήθη. Όμως στα βιβλία της Ένωσης φαίνεται ότι αυτός κατέβαλε μέρος του τιμήματος και απέμεινε υπόλοιπο ποσού 93985 δραχμών που όφειλε να πληρώσει. Ο ίδιος στην από 13.5.2002 υπεύθυνη δήλωση που έδωσε στην κατηγορουμένη και στην ένορκη εξέταση του κατά την κύρια ανάκριση αιτιολογεί ότι κατά το ποσό τούτο έγινε υπερτιμολόγηση του τιμήματος των πωληθέντων, προκειμένου να εισπράξει ο γιος του μεγαλύτερη επιδότηση και δεν εισέπραξε η κατηγορουμένη τα χρήματα αυτά, καθώς και ότι τούτο αποτελούσε συνήθη πρακτική. Όμως, δεν γίνεται πιστευτός αυτός ο ισχυρισμός καθόσον δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο περί της υπερτιμολογήσεως των πωληθέντων ειδών, οποιοδήποτε έγγραφο αρμοδίου οργάνου της Ένωσης που είχε δικαίωμα να εγκρίνει τέτοια υπερτιμολόγηση, όπως συνέβαινε με τις πωλήσεις με πίστωση, ούτε θα μπορούσε να αποφασιστεί τέτοια υπερτιμολόγηση, πολύ δε περισσότερο ως συνήθης πρακτική της Ένωσης, δεδομένου ότι θα εμφανίζονταν συνεχώς έλλειμμα, αφού το αντίστοιχο ποσό της υπερτιμολόγησης ουδέποτε θα καταβάλλονταν και δεν προκύπτει ότι θα καλύπτονταν με άλλο τρόπο. Ο ..., με το ... τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής αγόρασε ένα χορτοκοπτικό μηχάνημα και ένα χαρτοσυλλέκτη αντί τιμήματος 1709999 δραχμών. Τότε εκδόθηκε χειρόγραφη απόδειξη περί εξοφλήσεως του ανωτέρω ποσού, καθόσον κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα. Όμως, αργότερα που εκδόθηκε το ανωτέρω μηχανογραφημένο παραστατικό για το αντίστοιχο ποσό έγινε καταχώρηση στα βιβλία της Ένωσης ότι ο ... κατέβαλε έναντι του τιμήματος 470000 δραχμές και οφείλει το υπόλοιπο ποσό από 1239999 δραχμές. Το ποσό τούτο που είχε καταβληθεί από τον αγοραστή, παρακράτησε στις αρχές του έτους 1999 η κατηγορουμένη, αφού μάλιστα προέκυψε ότι εκείνη τιμολογούσε για διάφορους λόγους σε μεταγενέστερο χρόνο τα δελτία αποστολής που εξέδιδε προς τους πελάτες, όταν αυτό ήταν εφικτό (βλ. την από 7.7.2002 πραγματογνωμοσύνη) και ένα χρόνο μετά κάλεσαν τον αγοραστή να πληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Τότε διαβεβαίωσε περί της καταβολής τόσο η κατηγορουμένη όσο και ο υπάλληλος Θ και έτσι δεν πλήρωσε αυτός πάλι το ποσό που ήδη είχε καταβάλει. Ο ανωτέρω στην από 16.12.2002 υπεύθυνη δήλωση που έδωσε στην κατηγορουμένη βεβαιώνει ότι η συναλλαγή έγινε με τον Θ, στην δε ένορκη εξέταση του κατά την κύρια ανάκριση ότι το ποσό του τιμήματος κατέβαλε στον Θ, παρουσία και της κατηγορουμένης κατά την αγορά των μηχανημάτων, και εκδόθηκε χειρόγραφη απόδειξη περί της εξόφλησης. Όμως, ενόψει του ότι η κατηγορουμένη ήταν μόνη αρμόδια για την είσπραξη του τιμήματος και την παράδοση του στο Ταμείο της Ένωσης, κρίνεται ότι τα χρήματα αυτά παρέλαβε στα χέρια της η κατηγορουμένη. Η κατηγορουμένη που εισέπραξε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά το μεν ποσό των 120000 δραχμών από τον ΑΑ το έτος 2000 και το ποσό των 55295 δραχμών από το ΒΒ μετά την 1.6.1999, τα δε υπόλοιπα εντός του πρώτου εξαμήνου του έτους 1999, ιδιοποιήθηκε αυτά παράνομα. Η εκδήλωση της πρόθεσης ιδιοποίησης αυτών έγινε, όπως και στις υπόλοιπες περιπτώσεις, κατά τη λήξη της εταιρικής χρήσης και του διαστήματος που προαναφέρθηκε, οπότε διαπιστώθηκαν τα ελλείμματα και η κατηγορουμένη αρνήθηκε την καταβολή των χρημάτων. Οι ανωτέρω καταθέσεις των μαρτύρων, κατά το μέρος που οι εξετασθέντες ισχυρίζονται ότι δεν κατέβαλαν τα χρήματα της αγοράς στην κατηγορουμένη δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, δεδομένου ότι αυτή ήταν η μόνη αρμόδια για την είσπραξη του τιμήματος. Καταβολή σε άλλον δεν θα δεχόταν ούτε η ίδια, δεδομένου ότι αυτή ως διαχειρίστρια ήταν υπόλογος και μάλιστα είχε την υποχρέωση στο τέλος κάθε ημέρας να παραδίδει τις εισπράξεις με τα αντίστοιχα παραστατικά στα ταμεία της Ένωσης και εάν εμφανιζόταν έλλειμμα αυτή είχε την ευθύνη του, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το ισχυριζόμενο ότι παρά την παρουσία της ίδιας, τα χρήματα καταβάλλονταν σε τρίτον, ακόμη και αν αυτός ήταν προϊστάμενος της, όπως ο Θ, αφού και η ίδια είχε λόγο να ζητήσει την παράδοση τους. Περαιτέρω, εμμέσως την ευθύνη της για τη δημιουργία του ελλείμματος, χωρίς όμως να αναφέρεται σε ιδιοποίηση των χρημάτων που αντιπροσωπεύουν, αποδέχεται και η κατηγορουμένη με την από 2.2.2001 επιστολή της προς το Δ.Σ. της Ένωσης. Με την επιστολή αυτή η κατηγορουμένη αναφέρει ότι για όσα συνέβησαν στο υποκατάστημα, και εννοεί βεβαίως τη διαπίστωση των ελλειμμάτων, πρέπει και στην ίδια να επιμεριστεί μερίδιο ευθύνης και αποδέχεται να πληρώσει ό,τι της αναλογεί, ζητεί δε να λάβει γνώση των εγγράφων και στοιχείων λογιστικού χαρακτήρα των ετών 1999 και 2000 προκειμένου να υποβάλει πρόταση διακανονισμού. Επιχειρεί δε να αιτιολογήσει την εμφάνιση του ελλείμματος στο ότι "λειτούργησε συναισθηματικά και χωρίς ουσιαστική κάλυψη των προϊσταμένων της", χωρίς να διευκρινίσει αυτή την αναφορά. Σύμφωνα με όλα όσα έγιναν δεκτά, η κατηγορουμένη παρακρατούσε σε διάφορους χρόνους των δύο πιο πάνω χρονικών διαστημάτων μέρος των χρημάτων που περιέρχονταν στην κατοχή της από τις συναλλαγές με πελάτες του καταστήματος στο οποίο ήταν διαχειρίστρια; και χρησιμοποιούσε αυτά για τις προσωπικές της ανάγκες και τελικά μετά τη διαπίστωση των ελλειμμάτων στο τέλος της εταιρικής χρήσης του έτους 1999 και στο τέλος Απριλίου 2000, εκδήλωσε πρόθεση ιδιοποιήσεως τους, αρνηθείσα την καταβολή των ποσών αυτών. Ειδικότερα δε η κατηγορουμένη είχε παρακρατήσει από την εταιρική χρήση του έτους 1999 ποσό 13521176 δραχμών, από δε το προαναφερόμενο διάστημα του έτους 2000 ποσό 12830027 δραχμών. Στα ποσά αυτά περιλαμβάνονται και εκείνα που σε κάθε επιμέρους χρονικό διάστημα είχαν καταβάλει ως τίμημα των αγορασθέντων ειδών οι ανωτέρω ειδικά αναφερόμενοι πελάτες του καταστήματος της Ένωσης και η κατηγορουμένη δεν είχε αποδώσει στο σύνολο τους στο Ταμείο της Ένωσης. Το ποσό κάθε πράξης υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στο σύνολο του υπερβαίνει το ποσό των 25000000 δραχμών ή 73000 ευρώ, ανερχόμενο σε 25982203 δραχμές ή 76250 ευρώ, στην ιδιοποίηση του οποίου απέβλεπε η κατηγορουμένη. Η τελευταία είχε την ιδιότητα του διαχειριστή του καταστήματος της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών ... και λόγω της ιδιότητας της αυτής είχε περιέλθει το υπεξαιρεθέν ποσό στην κατοχή της.
Συνεπώς, η κατηγορουμένη με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της υπεξαίρεσης, τελεσθείσες υπό την ισχύ του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, διέπραξε την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης σε μορφή κακουργήματος, δεδομένου ότι το συνολικό ποσό υπερβαίνει εκείνο των 73000 ευρώ και επειδή η κατηγορουμένη έχει την ιδιότητα του διαχειριστή και το υλικό αντικείμενο κάθε επιμέρους πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επομένως, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14 παρ. 1, 17, 18, 26 παρ. 1α , 27 παρ. 1, 51, 52, 60, 79, 98 και 375 παρ. 2, 3 και 1 του ΠΚ, όπως η παρ. 2 του τελευταίου άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 14 παρ. 3β του ν. 2721/1999, για την οποία πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, ώστε να υποβληθούν στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων , έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της εκκαλούσας κατηγορούμενης για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας , συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ, από διαχειριστή ξένης περιουσίας, και για τον λόγο αυτό απέρριψε την έφεσή της κατά του πρωτοβάθμιου υπ' αριθμ. 152/2003 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών 'Αρτας ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια , πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά , τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα η αναιρεσείουσα , τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 375§§ 1, 2 Π.Κ, όπως η παρ. 2 του άρθρου 375 αντικ, με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν 2408/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β του Ν 2721/1999 , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου . Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ειδικότερα δε ότι το Συμβούλιο δεν συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα , αλλά έλαβε υπόψη του επιλεκτικά μερικά μόνο από αυτά, ήτοι : α) δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 2143/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. β) δεν έλαβε υπόψη του το συμπέρασμα της διεξαχθείσης λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. γ) δεν έλαβε υπόψη του το ότι η κατηγορουμένη δεν αποδέχθηκε κανένα έλλειμμα στη διαχείρισή της και ότι δεν συνυπέγραψε καμία από τις απογραφές. δ) παρερμηνεύοντας το περιεχόμενο σχετικής επιστολής της προς την Ε.Α.Σ, αποδέχθηκε ότι δήθεν ανέλαβε την ευθύνη για το έλλειμμα . ε) δεν έλαβε υπόψη του ότι η Ε.Α.Σ δεν παρέδωσε στους πραγματογνώμονες ένα μπλόκ δελτίων αποστολής με αύξοντες αριθμούς από 351 έως 450. στ) δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε το αντίγραφο του Γενικού Καθολικού της Ε.Α.Σ, στο οποίο σημειώνεται μηδενικό έλλειμμα. ζ) δεν συνεκτίμησε το αντίγραφο της Καταστάσεως Ημερολογίου της Ε.Α.Σ, με το οποίο η τελευταία συνομολογεί ότι δεν διατηρεί σε βάρος της καμία απαίτηση , συνεπεία ελλείμματος. η) δεν συνεκτίμησε τις ετήσιες εκθέσεις ελέγχου του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ΣΣ. θ) δεν συνεκτίμησε την από 3-11-2002 έκθεση των τεχνικών της συμβούλων Β και Τ . ι) δεν έλαβε υπόψη της και δεν συνεκτίμησε την υπ' αριθμ. 143/4-7-2002 απόφαση του ανώτατου πειθαρχικού συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ , με την οποία ακυρώθηκε ομόφωνα η επιβληθείσα σ' αυτήν πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης. Οι ανωτέρω υπό στοιχ. α, β, στ, ζ, η , θ και ι αιτιάσεις είναι αβάσιμες , γιατί το Συμβούλιο Εφετών κατά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων , αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας , δεν ήταν δε απαραίτητη η ειδική αναφορά σε κάθε ένα από αυτά. Επιπροσθέτως το Συμβούλιο κάνει ειδική μνεία στην έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης , η οποία ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, έπρεπε να μνημονευθεί ειδικά μεταξύ αυτών που λήφθηκαν υπόψη , ενώ δεν ήταν απαραίτητη η ειδική μνεία της έκθεσης λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε με αίτηση της κατηγορουμένης , ούτε απαιτείτο ειδική αιτιολογία για την μη αποδοχή της , καθόσον αυτή είχε την αποδεικτική αξία απλού εγγράφου (Α.Π 1266/2004, Α.Π 104/2003) . Οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στην αίτηση , καθ' ο μέρος τους αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των ανωτέρω εγγράφων, πλήττουν, υπό το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την επί της ουσίας ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Συμβουλίου Εφετών, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτες. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98 και 375§§ 1, 2 Π.Κ, όπως το άρθρο 98 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14παρ. 1 του Ν 2721/1999, και η παρ. 2 του άρθρου 375 αντικ, με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν 2408/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β του Ν 2721/1999, και ειδικότερα ότι το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε εσφαλμένα ότι για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της υπεξαίρεσης ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, έπρεπε να ληφθεί υπόψη το άθροισμα των ποσών που προέκυπτε από τις μερικότερες πράξεις που είχαν τελεσθεί αφ' ενός κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-1999, αφ' ετέρου κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-5-2000, και όχι το ποσό κάθε μερικότερης πράξης που είχε τελεσθεί σε ημερήσια βάση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, για να κριθεί αν οι μερικότερες αυτές πράξεις έφεραν τον χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος, ενώ το ορθό ήταν να εξειδικεύσει κατά χρόνο και ποσό κάθε μερικότερη πράξη σε ημερήσια βάση, δοθέντος ότι για όσες πράξεις είχαν τελεσθεί πριν από την τροποποίηση και συμπλήρωση του άρθρου 98 του Π.Κ με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999, δηλαδή πριν από την 3-6-1999, δεν μπορούσαν να αθροισθούν τα ποσά τους, επειδή μέχρι τότε δεν επιτρεπόταν ο αθροιστικός υπολογισμός τους, αλλά ο προσδιορισμός του αντικειμένου της πράξης ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κ.λ.π , γινόταν με βάση την αξία του αντικειμένου κάθε μερικότερης πράξης(ολομ Α.Π 5/2002) . Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε τέλεση δύο επιμέρους πράξεων υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, με χρόνο τέλεσης της μιας την 31-12-1999 με συνολικό αντικείμενο 13.521.176 δραχμών και της άλλης την 31-5-2000 και συνολικό αντικείμενο 12.830.027 δραχμών, όταν και έγιναν οι σχετικοί έλεγχοι και συντελέστηκε η ιδιοποίηση των αντίστοιχων χρηματικών ποσών , με την άρνηση απόδοσης αυτών από την πλευρά της αναιρεσείουσας, έστω και αν αυτά είχαν σχηματισθεί μετά από παλαιότερες τμηματικές εισπράξεις (Α.Π 492/2003 Ποιν Χρον. ΝΔ 40, Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον. ΝΕ 29). Κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα διαχρονικού δικαίου εν προκειμένω, αφού και οι δύο επιμέρους πράξεις υπεξαίρεσης τελέσθηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 98 παρ. 2 Π.Κ , όπως αυτό τροποποιήθηκε με την διάταξη του άρθρου 14παρ. 1 του Ν 2721/1999, αμφότερες δε αφορούν αντικείμενα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ . Με τις παραδοχές του αυτές του Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 98παρ. 2 και 375παρ. 1 και 2 του Π.Κ, όπως ισχύει νυν, και συνεπώς οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας , είναι αβάσιμες.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
1) Να απορριφθεί η με αριθμό 1/9-10-2009 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από την Χ, κατά του υπ' αριθμ. 99/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα Αθήνα 18 Φεβρουαρίου 2010.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α Π.Κ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο ή το Συμβούλιο β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος. Η ιδιοποίηση συντελείται με την όχληση του κυρίου και την άρνηση απόδοσης του πράγματος από τον δράστη, έστω και αν το υπεξαιρούμενο ποσό (επί χρήματις) είχε σχηματισθεί με παλαιότερες τμηματικές εισπράξεις, δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα , η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος. Περαιτέρω, η διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου 375 Π.Κ πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1§9 του Ν 2408/1996 όριζε ότι "αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητάς του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος , η ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας", ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Μετά την αντικατάστασή της, όμως, με το άρθρο 1§9 Ν 2408/1996, το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής ορίζει πλέον ότι ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας". Επομένως, για την θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος σύμφωνα με το εδάφιο α της παρ. 2 του άρθρου 375, απαιτείται πλέον, αφ' ενός μεν το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφ' ετέρου να συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου καταστάσεις ή ιδιότητες του υπαιτίου, μεταξύ των οποίων και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατά τούτο δε η νεότερη διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, στην οποία η απαρίθμηση των ανωτέρω ιδιοτήτων ήταν ενδεικτική και για κάθε μη κατονομαζόμενη περίπτωση έπρεπε να συντρέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης εκ μέρους του δράστη, ενώ δεν απαιτείτο το αντικείμενό της να ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έχει είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση. Για την κατά το νόμο θεμελίωση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Εξάλλου με το εδάφιο α του άρθρου 14§3 Ν 2721/1999 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 375 του Π.Κ, σύμφωνα με το οποίο, αν η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων 25.000.000 δραχμών (ή 73.000 ευρώ, όπως με το άρθρο 5 του Ν 2943/2001 καθορίστηκε η επίσημη ισοτιμία των νομισμάτων αυτών), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, ενώ με το εδάφιο β του αυτού ως άνω άρθρου 14§3 του Ν 2721/1999, προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 375 του Π.Κ, σύμφωνα με το οποίο, αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου, υπερβαίνει τα είκοσι πέντε εκατομμύρια 25.000.000 δραχμές ή 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Οι διατάξεις του πρώτου και δευτέρου εδαφίου του άρθρου 14§3 του Ν 2721/1999, είναι δυσμενέστερες, και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής των για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν 2721/1999, τουτέστι πριν από την 3-6-1999 που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός. Περαιτέρω, με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 98 του Π.Κ ορίζεται ότι αν οι περισσότερες από μια πράξεις του ιδίου προσώπου, συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94§1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Στη διάταξη αυτή προστέθηκε δεύτερη παράγραφος με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 εδάφιο 1.1 του Ν 2721/1999, σύμφωνα με την οποία "η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Η διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 98 του Π.Κ είναι δυσμενέστερη και δεν ισχύει για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν 2721/1999, δηλαδή πριν από την 3-6-1999. Ενόψει των ανωτέρω, για την θεμελίωση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης της παραγράφου 2 του άρθρου 375 Π.Κ, όταν η πράξη αυτή τελείται εξακολουθητικά πριν από την ισχύ του Ν 2721/1999, πρέπει κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, γιατί οι νέες ρυθμίσεις είναι στο σύνολό τους δυσμενέστερες (ολομ Α.Π 5/2002). Αντίθετα, όταν η υπεξαίρεση τελείται κατ' εξακολούθηση μετά την ισχύ του Ν 2721/1999, για την κρίση περί της αξίας του πράγματος, τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης (ως κακουργήματος ή πλημμελήματος) και την συνδρομή της επιβαρυντικής περιπτώσεως της παραγράφου 2 του άρθρου 375 Π.Κ, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους υπεξαιρέσεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Έτσι, αν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος αυτού, προκύπτει ότι το συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές ή 73.000 ευρώ, τότε η πράξη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση (άρθρο 375§1 εδάφιο β, σε συνδυασμό με το άρθρο 98§2 Π.Κ), αν δε συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 375 που καθιστούν την πράξη κακούργημα, τότε το γεγονός ότι το συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές ή 73.000 ευρώ, καταλογίζεται στον δράστη ως επιβαρυντική περίπτωση, μόνο αν αυτό υπεξαιρέθηκε στο σύνολό του μετά τον Ν 2721/1999, δηλαδή μετά την 3-6-1999. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σ' αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του συμβουλίου. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ, 99/2009 βούλευμά του, δέχτηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω περιστατικά: "Η κατηγορουμένη Χ κάτοικος ..., συνδεόταν από 1-7-1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών .... Την 18-1-1993, με απόφαση του τότε διευθυντή της Ένωσης Ε, της ανατέθηκαν καθήκοντα διαχειρίστριας στο υποκατάστημα ..., στο οποίο γινόταν εμπορία γεωργικών μηχανημάτων και φυτοφαρμάκων. Στα καθήκοντα της διαχειρίστριας που της είχαν εμπιστευθεί υπάγονταν, εκτός των άλλων, αφενός η πώληση των ειδών που υπήρχαν στην αποθήκη του καταστήματος (γεωργικών μηχανημάτων, φυτοφαρμάκων, κλπ) στα μέλη της Ένωσης ή και σε τρίτους, αφετέρου η καταχώρηση στα βιβλία της Ένωσης των προμηθειών των ειδών αυτών κατά το είδος, την ποσότητα και την αξία τους, ώστε σε κάθε πώληση να προκύπτει αυτόματα το υπολειπόμενο μέρος της ποσότητας κάθε είδους. Επίσης, στην αποκλειστική δικαιοδοσία αυτής ως διαχειρίστριας ανήκε και η είσπραξη του τιμήματος του πωλούμενου αντικειμένου και η απόδοση αυτού στα ταμεία της Ένωσης. Μάλιστα ήταν η μοναδική από τους υπαλλήλους που εισέπραττε τα χρήματα του τιμήματος και η ίδια είχε υποχρέωση να αποδίδει. Καταβολή των χρημάτων του τιμήματος δεν μπορούσε να γίνει ούτε στο λογιστήριο του καταστήματος. Η καταβολή του τιμήματος υποχρεωτικά γινόταν με μετρητά χρήματα άμεσα και δεν πιστώνονταν παρά μόνο ύστερα από έγγραφη εντολή του Διευθυντή της Ένωσης. Από το έτος 1995 και στο εξής υπήρχε σύστημα μηχανογράφησης στο κατάστημα και έτσι κάθε συναλλαγή που πραγματοποιούνταν, εφόσον γινόταν εγγραφή της καταχωρούνταν άμεσα στο σύστημα, εκτός των περιπτώσεων που υπήρχε πρόβλημα στη λειτουργία του συστήματος. Η κατηγορουμένη είχε την ευθύνη της έκδοσης των θεωρημένων παραστατικών που της είχε παραδώσει η Ένωση. Αλλά και όταν για οποιοδήποτε λόγο εκδίδονταν από την ίδια χειρόγραφο παραστατικό της πώλησης και της καταβολής του τιμήματος ή της πίστωσης αυτού, έπρεπε να πληκτρολογηθούν τα στοιχεία αυτής της συναλλαγής. Στο τέλος κάθε ημέρας κατά την παράδοση των χρημάτων που είχαν εισπραχθεί, η κατηγορουμένη διαχειρίστρια εμφάνιζε και τα παραστατικά με βάση τα οποία δικαιολογούνταν το ποσό των χρημάτων αυτών, διαφορετικά θα εμφανιζόταν πρόβλημα εάν παρέδιδε λιγότερα χρήματα από το ποσό που προέκυπτε με βάση τα παραστατικά. Επίσης, στο τέλος κάθε χρήσης, δηλαδή στο τέλος κάθε έτους, διενεργούνταν γενική απογραφή των εμπορευμάτων που υπήρχαν στην αποθήκη και με τον έλεγχο και των συναλλαγών που είχαν γίνει και των προμηθειών διαπιστώνονταν η πορεία της διαχείρισης. Από τους ανωτέρω ελέγχους μέχρι και το έτος 1998 δεν είχαν διαπιστωθεί ελλείμματα. Στο τέλος του έτους 1999 διενεργήθηκε πάλι απογραφή από Τριμελή Επιτροπή, αποτελούμενη από τους ... μέλος του Δ.Σ. της ένωσης, ..., υπάλληλο αυτής και την κατηγορουμένη. Η Επιτροπή καταμέτρησε τα είδη και τις ποσότητες τους που υπήρχαν στην αποθήκη και τους χώρους του καταστήματος και τα κατέγραψε σε απογραφικές καταστάσεις. Ακολούθως, έγινε αντιπαραβολή με τα λογιστικά υπόλοιπα των καρτελών της αποθήκης. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε μεγάλο οικονομικό έλλειμμα στο ταμείο του καταστήματος, Προέκυψε, δηλαδή, ότι ενώ είχαν διατεθεί εμπορεύματα και συνεπώς αντίστοιχο ποσό, αποτελούμενο από το τίμημα αυτών μετά του αναλογούντος ΦΠΑ και του ποσοστού κέρδους 13%, θα έπρεπε να είχε καταβάλει η κατηγορουμένη στο Ταμείο της Ένωσης, καθόσον, λόγω της αρμοδιότητας της ως εκ της ιδιότητας του διαχειριστή και των συναφών καθηκόντων της, είχε εισπράξει τούτο από τους αγοραστές, αυτή είχε αποδώσει μικρότερο ποσό, όπως ειδικότερα κατωτέρω εκτίθεται. Για τον έλεγχο αυτό συντάχθηκαν σχετικές απογραφικές καταστάσεις. Η απογραφή είναι γραμμένη με μολύβι και υπογεγραμμένη επίσης με μολύβι από τα μέλη της Επιτροπής στην κατάσταση απογραφής και την κατάσταση ακατάλληλων εμπορευμάτων. Επειδή εντοπίστηκε έλλειμμα αποφασίστηκε νέος λεπτομερής έλεγχος, που διενεργήθηκε από Τριμελή Επιτροπή αποτελούμενη από τους ..., μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης, ..., υπάλληλο αυτής και την υπόλογο διαχειρίστρια κατηγορουμένη. Ο έλεγχος έληξε αρχές Απριλίου 2000 και επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του ελλείμματος. Η απογραφή αυτή υπογράφεται από τα μέλη της Επιτροπής μόνο στην κατάσταση ακατάλληλων εμπορευμάτων. Κατά το λογιστήριο της Ένωσης η κατάσταση αυτή αποτελεί συνέχεια της κατάστασης απογραφής γιαυτό δεν φέρει υπογραφή στην κατάσταση απογραφής και εκείνη των ακατάλληλων εμπορευμάτων, αλλά μόνο στην τελευταία, όμως παρατηρείται ότι πάντοτε υπήρχαν υπογραφές και στις δύο καταστάσεις. Ανεξαρτήτως δε της μη υπογραφής της τελευταίας κατάστασης υπογραφής από τα μέλη της Επιτροπής δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να στηρίζει αμφισβήτηση των αναγραφομένων αποτελεσμάτων αυτής. Δεν είναι πιστευτός ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι δεν υπέγραψε τις ανωτέρω σχετικές καταστάσεις, αφού αυτές φέρουν τρεις υπογραφές, δηλαδή όλων των μελών των Επιτροπών, δεν προέκυψε δε ότι υπέγραψε άλλος αντί γι' αυτήν και η ίδια στην κατωτέρω αναφερόμενη επιστολή της προς την Ένωση με την οποία αποδέχεται την ευθύνη της, δεν αντικρούει την πραγματικότητα των στοιχείων των απογραφών με παρατηρήσεις της, ούτε επικαλείται ότι δεν τις έχει υπογράψει. Η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών με την 439/18.5.2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας της κατηγορουμένης, λόγω της διαπιστώσεως του ελλείμματος. Οι αιτιάσεις της τελευταίας περί ακυρότητας της καταγγελίας δεν επηρεάζουν την κρίση περί της τελέσεως ή μη της αξιόποινης πράξης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Συνεπεία της ανωτέρω διαπιστώσεως αποφασίστηκε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης έλεγχος από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ΣΣ. Ο έλεγχος περιέλαβε την επαλήθευση των λογιστικών υπολοίπων, για την οποία ελέγχθηκε το σύνολο (100%) των καταχωρήσεων σε 36 καρτέλες της χρήσεως 1999 και σε 44 καρτέλες της περιόδου 1.1-31.5.2000 και δεν διαπιστώθηκαν λάθη ή παραλείψεις που να δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την ορθότητα των λογιστικών υπολοίπων και την επαλήθευση ιης φυσικής απογραφής, που είχαν διενεργήσει οι δύο Επιτροπές, αφού ο ΣΣ δεν πραγματοποίησε ο ίδιος φυσική απογραφή λόγω του σύντομου χρόνου που μεσολάβησε, αλλά και δεν υπήρχαν ενδείξεις που να δημιουργούν αμφιβολίες για την ορθότητα των καταμετρήσεων που έγιναν από τις επιτροπές, την αξία των διαφορών απογραφής σε τιμές κτήσεως, για την οποία έγινε δειγματοληπτικός έλεγχος και δεν προέκυψαν διαφορές στην αποτίμηση των ελλειμμάτων και πλεονασμάτων η οποία έγινε σε τιμές κτήσεως και του ποσοστού μικτού κέρδους-ΦΠΑ. κατά το οποίο διαπιστώθηκε ότι η προσαύξηση του κόστους κτήσεως των ελλειμμάτων με ποσοστό μικτού κέρδους 13% από την Ένωση, είναι χαμηλότερο απο τρ| ποσοστό μικτού κέρδους που επιτεύχθηκε στη χρήση 1999 (16,3%) και 2000 (19%) και έτσι δεν έχει επιβαρύνει αδικαιολόγητα το ύψος των ελλειμμάτων, το δε ποσοστό του ΦΠΑ υπολογίζεται σε 18%. Από τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Α) Για τη χρήση του έτους 1999: παρουσιάστηκαν ελλείμματα σε 177 είδη συνολικής αξίας κτήσεως 8087403 δραχμών, πλεόνασμα σε 90 είδη αξίας κτήσεως 894707 δραχμών, υπόλοιπο μετά το συμψηφισμό αυτών 7199878 δραχμών, προστιθέμενου δε του ποσοστού του μικτού κέρδους από 935984 δραχμές και του ΦΠΑ από 1464455 δραχμές, το τελικό ποσό του ελλείμματος ανέρχεται σε 9600317 δραχμές. Β) Για την περίοδο από την 1.1.2000 έως 31.5.2000: παρουσιάστηκαν ελλείμματα σε 381 είδη αξίας κτήσεως 1 1807959 δραχμών, πλεονάσματα σε 142 είδη αξίας κτήσεως 2283496 δραχμών, υπόλοιπο μετά το συμψηφισμό αυτών 9524483 δραχμών, προστιθεμένου δε του ποσοστού του μικτού κέρδους από 1239166 δραχμές και του ΦΠΑ από 1938817 δραχμές, το τελικό ποσό του ελλείμματος ανέρχεται σε 12710027 δραχμές. Τα ανωτέρω διαλαμβάνονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2002 έκθεση ελέγχου του ανωτέρω Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή. Εξάλλου, κατά τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης, με την 5/2003 διάταξη του Ανακριτή Άρτας διατάχθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη από τους λογιστές Κ και Ζ, οι οποίοι συνέταξαν την από 7.7.2003 έκθεση. Με την έκθεση διαπιστώνονται σοβαρές λογιστικές παρατυπίες της κατηγορουμένης, οι οποίες ειδικά αναφέρονται, καθώς και η έλλειψη οποιουδήποτε ελέγχου της διαχειρίστριας από την επιχείρηση, καταλήγουν δε οι πραγματογνώμονες, κάνοντας χρήση των απογραφών που προαναφέρθηκαν και έγιναν από τις επιτροπές της Ένωσης καθώς και των λογιστικών υπολοίπων, στη διαπίστωση ότι στα βιβλία της επιχείρησης πράγματι τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα που καταλογίζονται ευσταθούν πλήρως. Σχετικά με την κατωτέρω αναφερόμενη περίπτωση των πελατών οι οποίοι αγόρασαν είδη της εμπορικής δραστηριότητας της Ένωσης και ενώ κατέβαλαν το τίμημα φέρονταν ότι το οφείλουν ακόμη, οι πραγματογνώμονες αναφέρουν ότι δεν μπορούν να διαπιστώσουν αν εισπράχθηκαν και από ποιον τα παραπάνω ποσά. Στο γενικό συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι "δεν υπήρχε η σωστή επικοινωνία μεταξύ της διαχειρίστριας και του Λογιστηρίου και δεν υπήρχε ο έλεγχος από την επιχείρηση στην διαχειρίστρια". Εξ όλων των ανωτέρω το Συμβούλιο πείθεται ότι αν και εισπράχθηκε από την κατηγορούμενη διαχειρίστρια του καταστήματος από την πώληση ειδών της εμπορίας της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ... το ανωτέρω ποσό χρημάτων, ως τίμημα αυτών και περιήλθε στην κατοχή της δεν αποδόθηκε απ' αυτήν στο ταμείο της Ένωσης, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 31.12.1999 παρακράτησε από το εισπραχθέν τίμημα το ποσό των 9600317 δραχμών και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.5.2000 παρακράτησε από το εισπραχθέν τίμημα το ποσό των 12710027 δραχμών, των ελλειμμάτων που διαπιστώθηκαν κατά τους προαναφερόμενους ελέγχους. Δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί ενωρίτερα το έλλειμμα των χρημάτων, καθόσον η κατηγορουμένη στο τέλος κάθε ημέρας που απέδιδε τα χρήματα τα οποία είχε εισπράξει από τις πωλήσεις του καταστήματος στα ταμεία της Ένωσης, εμφάνιζε αντίστοιχου ποσού παραστατικά και όχι τα παραστατικά που πραγματικά θα έπρεπε να είχαν εκδοθεί για τις συνολικές πωλήσεις που είχαν γίνει. Εξάλλου, σε πολλές περιπτώσεις η κατηγορουμένη δεν εξέδιδε μηχανογραφημένα τα παραστατικά πώλησης, αλλά χειρόγραφα χωρίς να προβαίνει στη συνέχεια στις απαραίτητες καταχωρήσεις, δεν προέβαινε σε καταχωρήσεις αποδείξεων λιανικής πωλήσεως, όπως για τις καταχωρήσεις αυτές είχε υποχρέωση και δεν εμφανιζόταν οι γενόμενες εισπράξεις τιμήματος, και δεν αποδόθηκαν τα χρήματα στην επιχείρηση από τις συγκεκριμένες συναλλαγές των ακαταχώρητων παραστατικών, ενώ σε άλλες περιπτώσεις χειρόγραφων εκδόσεων παραστατικών στο μεν παραδιδόμενο στον πελάτη αγοραστή αντίγραφο του παραστατικού που εξέδιδε έθετε την ένδειξη "εξοφλήθηκε", εφόσον ο πελάτης κατέβαλε το τίμημα, στο αντίγραφο όμως που παρέμενε στο ταμείο της Ένωσης δεν αναγράφονταν η ίδια ένδειξη και φαινόταν ότι ο πελάτης οφείλει ολόκληρο ή μέρος του τιμήματος. Αυτοί ήταν τρόποι με τους οποίους καλύπτονταν η μη απόδοση ολόκληρου του ποσού που εισέπραττε. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής .. που κατά τα προαναφερόμενα έκανε τον έλεγχο και διαπιστώνει την ύπαρξη του ελλείμματος, στα από 10.8.2000, 11.6.2001 και 1.6.2002 Πιστοποιητικά Ελέγχου Ορκωτού Ελεγκτή-Λογιστή προς τα μέλη της Ένωσης αναφέρει ότι έλεγξε τις οικονομικές καταστάσεις της Ένωσης για τις εταιρικές χρήσεις 1999, 2000 και 2001, ότι στα πλαίσια του ελέγχου έλαβε γνώση πλήρους λογιστικού απολογισμού των εργασιών του υποκαταστήματος, ότι τέθηκαν στη διάθεση του τα βιβλία και στοιχεία που τηρούσε η Ένωση και ότι επαληθεύει τη συμφωνία του περιεχομένου της εκθέσεως διαχειρίσεως του Διοικητικού Συμβουλίου προς την τακτική συνέλευση των μελών της Ένωσης με τις οικονομικές καταστάσεις, αναφερόμενος στις από 28.8.2000, 20.9.2001 και 10,6.2002 εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου προς την τακτική γενική συνέλευση των αντιπροσώπων με τις οποίες γίνεται εισήγηση έγκρισης των πεπραγμένων κάθε αντίστοιχης χρήσης και απαλλαγή των υπεύθυνων οργάνων, καθώς επίσης και στις σύμφωνες με τις ανωτέρω εισηγήσεις αποφάσεις της Γενικές Συνέλευσης των Αντιπροσώπων της Ένωσης, που περιέχονται στα 34/13.9.2000. 36/20.6.2001 και 42/26.6.2002 πρακτικά. Τούτο διότι η από 16.9.2002 έκθεση ελέγχου στηρίχθηκε σε φυσική απογραφή που ενεργήθηκε και φυσικές καταμετρήσεις των ποσοτήτων που περιέχονται στις απογραφικές καταστάσεις, από τις προαναφερόμενες επιτροπές, των έλεγχο των καταχωρήσεων στις καρτέλες και των λοιπών στοιχείων και επρόκειτο για διαχειριστικό έλεγχο, ενώ οι εκτιμήσεις στα πιστοποιητικά ελέγχου στηρίχθηκαν καθαρά στα βιβλία που τηρούνταν, τα οποία, όμως, όπως παρατηρούν και οι πραγματογνώμονες, δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα της επιχείρησης και χαρακτηρίζονται ανακριβή δεν προηγούνταν δε διαχειριστικός έλεγχος πριν από την σύνταξη αυτών. Επίσης, το ότι ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής δεν προέβη σε φυσική απογραφή ο ίδιος αλλά στηρίχθηκε στην απογραφή που έγινε από τις επιτροπές που είχε συστήσει η Ένωση, δεν καθιστά μη πειστική την έκθεση του, δεδομένου ότι η φυσική απογραφή από τις επιτροπές έγινε δύο φορές και επαληθεύθηκε η διαπίστωση του ελλείμματος, δεν αμφισβητήθηκαν οι πιστοποιήσεις της ως προς τα μεγέθη που ανευρέθηκαν και είχε δοθεί στην κατηγορουμένη η δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τη διενέργεια και το αποτέλεσμα αυτών, αφού ήταν μέλος και των δύο Επιτροπών όμως δεν διατυπώθηκε οποιαδήποτε παρατήρηση που να κλονίζει το αποτέλεσμα τους. Εξάλλου, και οι πραγματογνώμονες αναφέρουν στην πραγματογνωμοσύνη τους. εκτός των άλλων, ότι διαπιστώθηκαν ακαταχώρητα τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής και κατά τον έλεγχο των βιβλίων διαπιστώθηκε ότι δεν έχουν αποδοθεί χρήματα στην επιχείρηση για τις συγκεκριμένες συναλλαγές, όπως αποτυπώνονται στα ακαταχώρητα παραστατικά, καθώς επίσης βρέθηκαν και ακαταχώρητες αποδείξεις λιανικής πωλήσεως, πολλές των οποίων έχουν και το αντίτυπο που έπρεπε να πάρει ο πελάτης. Ισχυρίστηκε βέβαια η κατηγορουμένη ότι τα ακαταχώρητα παραστατικά είχε παραδώσει στο λογιστήριο για καταχώρηση και συνεπώς ότι για τη μη εκτέλεση αυτής ευθύνονται οι υπάλληλοι του λογιστηρίου, όμως αυτός ο ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται. Άλλωστε η ίδια ήταν υπεύθυνη για την καταχώρηση των παραστατικών αυτών. Επίσης, η ανωτέρω σχηματισθείσα κρίση δεν αντικρούεται από την από 3.11.2002 "έκθεση πραγματογνωμοσύνης" των οικονομολόγων Β και Τ, την οποία συνέταξαν ύστερα από εντολή της κατηγορουμένης. Το συμπέρασμα αυτής της έκθεσης τους διατυπώνεται με βάση την έρευνα του βιβλίου απογραφών και ισολογισμών των οικονομικών ετών 1999, 2000 και 2001 στο οποίο έχουν καταχωρηθεί η κατάσταση απογραφής και ο ισολογισμός των διαχειριστικών 1999, 2000 και 2001 και του αναλυτικού τελικού ισοζυγίου με 31.12 κάθε έτους τεταρτοβάθμιων λογαριασμών. Στηρίζεται δε στο ότι στις καταστάσεις απογραφών της 31.12 των ετών 1999, 2000 και 2001 δεν αναφέρεται καμιά απαίτηση της Ένωσης σε βάρος της κατηγορουμένης από ελλείμματα, ούτε στη στήλη "Διάφοροι Χρεώστες" υπάρχει καταχωρημένη τέτοια απαίτηση, στο ότι στα προαναφερόμενα πιστοποιητικά ελέγχου του Ορκωτού Ελεγκτή-Λογιστή ... και στις αντίστοιχες εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης προς τη Γενική Συνέλευση αυτής δεν εντοπίζεται έλλειμμα, στοιχεία όμως που, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, δεν παρέχουν ασφάλεια για στήριξη εκτίμησης περί συμφωνίας τους με την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε. Επίσης, δεν αναιρεί την κρίση αυτή η κριτική που ασκείται στην έκθεση του Ορκωτού Ελεγκτή για το λόγο ότι δεν πραγματοποίησε φυσική απογραφή ο ίδιος και στηρίχθηκε σε δειγματοληπτικό έλεγχο των καρτελών, για τα οποία εκτίθεται αναλυτικά παραπάνω, καθώς και η κριτική σχετικά με τον εκπρόθεσμο και εσφαλμένο τρόπο καταχώρησης των ελλειμμάτων, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένη επίδραση στο αποτέλεσμα περί της υπάρξεως ή μη του ελλείμματος και του ποσού αυτού. Ο μάρτυρας Α, λόγω της συγγενικής του σχέσης με την κατηγορουμένη, προσπαθεί να αντικρούσει την εμφάνιση του ελλείμματος με τα ίδια επιχειρήματα, όπως και οι ανωτέρω τεχνικοί σύμβουλοι αυτής. Μάλιστα, επιχειρεί έμμεσα να εμπλέξει και τον υπάλληλο της Ένωσης Θ, αναφέροντας ότι υπηρετούσε μαζί με εκείνη στο κατάστημα, όμως παραβλέπει ότι εκείνος δεν είχε αρμοδιότητα για είσπραξη των χρημάτων του τιμήματος. Εξάλλου, δεν προέκυψε οποιαδήποτε αιτία συνεπεία της οποίας οποιοσδήποτε από τη διοίκηση της Ένωσης, είχε ελατήρια να κινηθεί εναντίον της κατηγορουμένης και να αποδώσει σ' αυτήν σφάλματα στη διαχείριση της, να εμφανίσει έλλειμμα σ' αυτήν με σκοπό να στηριχθεί αιτία για να απολυθεί και να αναγκαστεί να πληρώσει χρήματα που δεν ιδιοποιήθηκε, ώστε να ευσταθούν οι ισχυρισμοί της ότι λόγω της ασκήσεως αγωγής στα αστικά δικαστήρια σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης και τη διεκδίκηση οφειλόμενων απαιτήσεων της κατά της Ένωσης από την εργασιακή σχέση, μεθόδευσαν την σε βάρος της κατηγορία. Η ίδια δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και στοιχεία για την απόδειξη αυτού του ισχυρισμού. Εξάλλου, το ότι δεν ευσταθούν οι αιτιάσεις αυτές προκύπτει και από το ότι οι ελεγκτικές διαδικασίες για τη διαπίστωση του ελλείμματος άρχισαν αφού από το συνήθη ετήσιο έλεγχο εμφανίστηκε πρόβλημα στη διαχείριση και οπωσδήποτε πριν από την άσκηση των δικαιωμάτων της τα οποία στηρίζονται στην καταγγελία της εργασιακής της σχέσης που έγινε λόγω της διαπιστώσεως των ελλειμμάτων και της απόδοσης της ευθύνης γι' αυτά στην κατηγορουμένη. Περαιτέρω, σχετικά με τα άτομα που περιλαμβάνονται στη κατάσταση που αφορά συγκεκριμένους πελάτες αγοραστές ειδών της εμπορικής δραστηριότητας της Ένωσης, οι οποίοι κατέβαλαν το τίμημα και τούτο παρακρατήθηκε από την κατηγορουμένη, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Μετά την κίνηση των διαδικασιών για τη διαπίστωση του ελλείμματος, προέκυψε ότι οι αναφερόμενοι είχαν αγοράσει διάφορα αντικείμενα και είχαν καταβάλει το τίμημα αυτών. Στο στέλεχος απόδειξης που παρέδιδε στους αγοραστές ανέγραφε την ένδειξη "Εξοφλήθηκε", σ' αυτό δε που παρέμενε στο λογιστήριο δεν αναγραφόταν η εξόφληση και φαινόταν οφειλή του ποσού από τον αγοραστή. Κατατίθεται από τους μάρτυρες κατηγορίας ότι διαπίστωσαν τα ανωτέρω ύστερα από αναζήτηση και διευκρινίσεις των πελατών που φερόταν να είναι οφειλέτες. Ρητά δε αναφέρουν ότι τα χρήματα εισέπραττε η κατηγορουμένη, η οποία άλλωστε, όπως εκτέθηκε στην αρχή ήταν και η μόνη υπεύθυνη και αρμόδια για την είσπραξη τους, δεν απέδωσε δε στα ταμεία της Ένωσης, γι' αυτό και μεταχειρίστηκε το τέχνασμα τούτο. Ειδικότερα από τέτοιου είδους πωλήσεις και από το τίμημα που κατέβαλαν οι κατωτέρω αναφερόμενοι αγοραστές, η κατηγορουμένη δεν απέδωσε ολόκληρο το ποσό αυτού στα Ταμεία της Ένωσης, αλλά μέρος μόνο τούτου και παρακράτησε από το ποσό που κατέβαλε ο Ξ1 43971 δραχμές, ο Γ 74349 δραχμές, ο Ξ10 330000 δραχμές, η Ξ9 104876 δραχμές, ο Ξ7 21302 δραχμές, ο Ξ2 159999 δραχμές, ο Ξ4 800000 δραχμές, ο Λ 30000 δραχμές, ο Ξ3 79921 δραχμές, ο Ξ5 214786 δραχμές, ο Ξ6 25173 δραχμές, ο Ξ8 και ο Ξ11 27553 δραχμές. Οι ανωτέρω δεν έχουν εξεταστεί ως μάρτυρες, ούτε έχουν αναφερθεί στο γεγονός ότι φέρονται ως οφειλέτες της Ένωσης κατά τα ανωτέρω ποσά, όμως το Συμβούλιο στηρίζεται για την κρίση του ιδίως στα προσκομιζόμενα παραστατικά που αφορούν τις συναλλαγές που είχαν πραγματοποιήσει, σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων, ιδίως των Σ, Δ2, Δ3, Δ1, Δ4, Δ5 και Δ6 οι οποίοι καταθέτουν ότι οι ανωτέρω αγοραστές βεβαίωσαν το γεγονός της εξόφλησης του τιμήματος, κατείχαν εξοφλητικές αποδείξεις και παρά ταύτα φερόταν ότι οφείλουν ακόμη τα ανωτέρω χρηματικά ποσά. Περαιτέρω, ο ΑΑ στις 24.3.2000 αγόρασε τον αναφερόμενο στο Α 1.051 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής λιπασματοδιανομέα αντί ποσού 120000 δραχμών. Δεν κατέβαλε αμέσως τα τίμημα, αλλά πλήρωσε όταν συγκέντρωσε τα χρήματα. Ο μάρτυρας αυτός στην ένορκη εξέταση του στον Ανακριτή ... περιπίπτει σε αντιφάσεις σε σχέση με όσα βεβαίωσε στην από 16.5.2002 υπεύθυνη δήλωση που απηύθυνε στην κατηγορουμένη, δεδομένου ότι στην τελευταία ανέφερε ότι η κατηγορουμένη δεν έχει καμία σχέση με τη συναλλαγή που πραγματοποίησε και ότι οφείλει το ποσό του τιμήματος στην Ένωση, στην δε κατάθεση του ότι τα χρήματα κατέβαλε όταν συγκέντρωσε αυτά, αλλά δεν θυμάται αν τα πλήρωσε στην κατηγορουμένη ή σε άλλον. Ο ΒΒ είχε αγοράσει με το Α 489/29.4.1999 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής 5 λίτρα ΡΑΟΥΝΤΑΠ αντί συνολικού τιμήματος 201295 δραχμών, από το οποίο κατέβαλε μέρος και έμεινε υπόλοιπο 55295 δραχμών. Το ποσό τούτο κατέβαλε μεταγενέστερα, και ενόψει του χρόνου ενέργειας της συναλλαγής η καταβολή εκτιμάται ότι έγινε μετά την 1.6.1999 όπως δε βεβαιώνει ο ίδιος στην από 8.5.2001 ένορκη βεβαίωση προς την Ε.Γ.Σ.Α. το ποσό πλήρωσε στην κατηγορουμένη. Ο Φ αγόρασε με το Α 139/5.5.1998 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής ένα χορτοκοπτικό αντί τιμήματος 985000 δραχμών, χωρίς να καταβάλει το τίμημα το οποίο πιστώθηκε με υπηρεσιακό σημείωμα του Διευθυντή της Ένωσης Δ1. Ο μάρτυρας αυτός ενώ αναφέρεται στην από 16.12.2002 υπεύθυνη δήλωση που απηύθυνε στην κατηγορουμένη ότι για το ποσό των 330649 δραχμών που φαίνεται ως υπόλοιπο, δεν έδωσε χρήματα στην κατηγορουμένη, στην ένορκη εξέταση του ενώπιον του Ανακριτή καταθέτει ότι στην κατηγορουμένη είχε παραδώσει μόνο το σημείωμα για την πίστωση, και ότι η εξόφληση του τιμήματος θα γινόταν με παρακράτηση μέρους από τις δικαιούμενες επιδοτήσεις και ότι δεν κατέβαλε στην κατηγορουμένη χρήματα, όμως δεν προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο παραστατικό από το οποίο να προκύπτει η αλήθεια της καταθέσεως ως προς την καταβολή έστω μέρους του οφειλόμενου ποσού με τον ανωτέρω τρόπο της παρακράτησης, ούτε αναφέρεται πλέον ποιο συγκεκριμένο ποσό οφείλει ακόμη. Ο Ρ αγόρασε στο όνομα του γιου του ... από το κατάστημα της Ένωσης μηχάνημα ΣΥΛΕΚΤ, σωλήνες, ηλεκτρικά μοτέρ και άλλα, αντί ποσού που δεν εξακριβώθηκε. Το ποσό του τιμήματος κατέβαλε ολοσχερώς, αφού στο τιμολόγιο που του χορηγήθηκε - γράφτηκε ότι εξοφλήθη. Όμως στα βιβλία της Ένωσης φαίνεται ότι αυτός κατέβαλε μέρος του τιμήματος και απέμεινε υπόλοιπο ποσού 93985 δραχμών που όφειλε να πληρώσει. Ο ίδιος στην από 13.5.2002 υπεύθυνη δήλωση που έδωσε στην κατηγορουμένη και στην ένορκη εξέταση του κατά την κύρια ανάκριση αιτιολογεί ότι κατά το ποσό τούτο έγινε υπερτιμολόγηση του τιμήματος των πωληθέντων, προκειμένου να εισπράξει ο γιος του μεγαλύτερη επιδότηση και δεν εισέπραξε η κατηγορουμένη τα χρήματα αυτά, καθώς και ότι τούτο αποτελούσε συνήθη πρακτική. Όμως, δεν γίνεται πιστευτός αυτός ο ισχυρισμός καθόσον δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο περί της υπερτιμολογήσεως των πωληθέντων ειδών, οποιοδήποτε έγγραφο αρμοδίου οργάνου της Ένωσης που είχε δικαίωμα να εγκρίνει τέτοια υπερτιμολόγηση, όπως συνέβαινε με τις πωλήσεις με πίστωση, ούτε θα μπορούσε να αποφασιστεί τέτοια υπερτιμολόγηση, πολύ δε περισσότερο ως συνήθης πρακτική της Ένωσης, δεδομένου ότι θα εμφανίζονταν συνεχώς έλλειμμα, αφού το αντίστοιχο ποσό της υπερτιμολόγησης ουδέποτε θα καταβάλλονταν και δεν προκύπτει ότι θα καλύπτονταν με άλλο τρόπο. Ο ..., με το Α372/16.12.1998 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής αγόρασε ένα χορτοκοπτικό μηχάνημα και ένα χαρτοσυλλέκτη αντί τιμήματος 1709999 δραχμών. Τότε εκδόθηκε χειρόγραφη απόδειξη περί εξοφλήσεως του ανωτέρω ποσού, καθόσον κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα. Όμως, αργότερα που εκδόθηκε το ανωτέρω μηχανογραφημένο παραστατικό για το αντίστοιχο ποσό έγινε καταχώρηση στα βιβλία της Ένωσης ότι ο ... κατέβαλε έναντι του τιμήματος 470000 δραχμές και οφείλει το υπόλοιπο ποσό από 1239999 δραχμές. Το ποσό τούτο που είχε καταβληθεί από τον αγοραστή, παρακράτησε στις αρχές του έτους 1999 η κατηγορουμένη, αφού μάλιστα προέκυψε ότι εκείνη τιμολογούσε για διάφορους λόγους σε μεταγενέστερο χρόνο τα δελτία αποστολής που εξέδιδε προς τους πελάτες, όταν αυτό ήταν εφικτό (βλ. την από 7.7.2002 πραγματογνοιμοσύνη) και ένα χρόνο μετά κάλεσαν τον αγοραστή να πληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Τότε διαβεβαίωσε περί της καταβολής τόσο η κατηγορουμένη όσο και ο υπάλληλος Θ και έτσι δεν πλήρωσε αυτός πάλι το ποσό που ήδη είχε καταβάλει. Ο ανωτέρω στην από 16.12.2002 υπεύθυνη δήλωση που έδωσε στην κατηγορουμένη βεβαιώνει ότι η συναλλαγή έγινε με τον Θ, στην δε ένορκη εξέταση του κατά την κύρια ανάκριση ότι το ποσό του τιμήματος κατέβαλε στον Θ, παρουσία και της κατηγορουμένης κατά την αγορά των μηχανημάτων, και εκδόθηκε χειρόγραφη απόδειξη περί της εξόφλησης. Όμως, ενόψει του ότι η κατηγορουμένη ήταν μόνη αρμόδια για την είσπραξη του τιμήματος και την παράδοση του στο Ταμείο της Ένωσης, κρίνεται ότι τα χρήματα αυτά παρέλαβε στα χέρια της η κατηγορουμένη. Η κατηγορουμένη που εισέπραξε τα ανωτέρα) χρηματικά ποσά, το μεν ποσό των 120000 δραχμών από τον ΑΑ το έτος 2000 και το ποσό των 55295 δραχμών από το ΒΒ μετά την 1.6.1999, τα δε υπόλοιπα εντός του πρώτου εξαμήνου του έτους 1999, ιδιοποιήθηκε αυτά παράνομα. Η εκδήλωση της πρόθεσης ιδιοποίησης αυτών έγινε, όπως και στις υπόλοιπες περιπτώσεις, κατά τη λήξη της εταιρικής χρήσης και του διαστήματος που προαναφέρθηκε, οπότε διαπιστώθηκαν τα ελλείμματα και η κατηγορουμένη αρνήθηκε την καταβολή των χρημάτων. Οι ανωτέρω καταθέσεις των μαρτύρων, κατά το μέρος που οι εξετασθέντες ισχυρίζονται ότι δεν κατέβαλαν τα χρήματα της αγοράς στην κατηγορουμένη δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, δεδομένου ότι αυτή ήταν η μόνη αρμόδια για την είσπραξη του τιμήματος. Καταβολή σε άλλον δεν θα δεχόταν ούτε η ίδια, δεδομένου ότι αυτή ως διαχειρίστρια ήταν υπόλογος και μάλιστα είχε την υποχρέωση στο τέλος κάθε ημέρας να παραδίδει τις εισπράξεις με τα αντίστοιχα παραστατικά στα ταμεία της Ένωσης και εάν εμφανιζόταν έλλειμμα αυτή είχε την ευθύνη του. Έτσι, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το ισχυριζόμενο ότι παρά την παρουσία της ίδιας, τα χρήματα καταβάλλονταν σε τρίτον, ακόμη και αν αυτός ήταν προϊστάμενος της, όπως ο Θ, αφού και η ίδια είχε λόγο να ζητήσει την παράδοση τους. Περαιτέρω, εμμέσως την ευθύνη της για τη δημιουργία του ελλείμματος, χωρίς όμως να αναφέρεται σε ιδιοποίηση των χρημάτων που αντιπροσωπεύουν, αποδέχεται και η κατηγορουμένη με την από 2.2.2001 επιστολή της προς το Δ.Σ. της Ένωσης. Με την επιστολή αυτή η κατηγορουμένη αναφέρει ότι για όσα συνέβησαν στο υποκατάστημα, και εννοεί βεβαίως τη διαπίστωση των ελλειμμάτων, πρέπει και στην ίδια να επιμεριστεί μερίδιο ευθύνης και αποδέχεται να πληρώσει ό,τι της αναλογεί, ζητεί δε να λάβει γνώση των εγγράφων και στοιχείων λογιστικού χαρακτήρα των ετών 1999 και 2000 προκειμένου να υποβάλει πρόταση διακανονισμού. Επιχειρεί δε να αιτιολογήσει την εμφάνιση του ελλείμματος στο ότι "λειτούργησε συναισθηματικά και χωρίς ουσιαστική κάλυψη των προϊσταμένων της", χωρίς να διευκρινίσει αυτή την αναφορά. Σύμφωνα με όλα όσα έγιναν δεκτά, η κατηγορουμένη παρακρατούσε σε διάφορους χρόνους των δύο πιο πάνω χρονικών διαστημάτων μέρος των χρημάτων που περιέρχονταν στην κατοχή της από τις συναλλαγές με πελάτες του καταστήματος στο οποίο ήταν διαχειρίστρια, και χρησιμοποιούσε αυτά για τις προσωπικές της ανάγκες, και τελικά μετά τη διαπίστωση των ελλειμμάτων στο τέλος της εταιρικής χρήσης του έτους 1999 και στο τέλος Απριλίου 2000. εκδήλωσε πρόθεση ιδιοποιήσεως τους, αρνηθείσα την καταβολή των ποσών αυτών. Ειδικότερα δε η κατηγορουμένη είχε παρακρατήσει από την εταιρική χρήση του έτους 1999 ποσό 13521176 δραχμών, από δε το προαναφερόμενο διάστημα του έτους 2000 ποσό 12830027 δραχμών. Στα ποσά αυτά περιλαμβάνονται και εκείνα που σε κάθε επιμέρους χρονικό διάστημα είχαν καταβάλει ως τίμημα των αγορασθέντων ειδών οι ανωτέρω ειδικά αναφερόμενοι πελάτες του καταστήματος της Ένωσης και η κατηγορουμένη δεν είχε αποδώσει στο σύνολο τους στο Ταμείο της Ένωσης. Το ποσό κάθε πράξης υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στο σύνολο του υπερβαίνει το ποσό των 25000000 δραχμών ή 73000 ευρώ, ανερχόμενο σε 25982203 δραχμές ή 76250 ευρώ, στην ιδιοποίηση του οποίου απέβλεπε η κατηγορουμένη. Η τελευταία είχε την ιδιότητα του διαχειριστή του καταστήματος της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών .... και λόγω της ιδιότητας της αυτής είχε περιέλθει το υπεξαιρεθέν ποσό στην κατοχή της.
Συνεπώς. η κατηγορουμένη με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της υπεξαίρεσης, τελεσθείσες υπό την ισχύ του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, διέπραξε την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης σε μορφή κακουργήματος, δεδομένου ότι το συνολικό ποσό υπερβαίνει εκείνο των 73000 ευρώ και επειδή η κατηγορουμένη έχει την ιδιότητα του διαχειριστή και το υλικό αντικείμενο κάθε επιμέρους πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επομένως, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14 παρ. 1, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1,51, 52, 60, 79, 98 και 375 παρ. 2, 3 και 1 του ΓΤΚ, όπως η παρ. 2 του τελευταίου άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 14 παρ. 3β του ν. 2721/1999, για την οποία πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, ώστε να υποβληθούν στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως. Το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο το οποίο παρέπεμψε την κατηγορουμένη ενώπιον του ακροατηρίου του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων να δικαστεί για την ανώτερω πράξη, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής της κατηγορουμένης για το αποδιδόμενο σ' αυτήν έγκλημα της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 73.000 Ευρώ από διαχειριστή ξένης περιουσίας, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο. Ειδικότερα αναφέρει α) την ιδιότητα της κατηγορουμένης ως διαχειρίστριας της περιουσίας της Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών ... και συγκεκριμένα των γεωργικών εφοδίων αυτής, β) την από μέρους της κατηγορουμένης υπεξαίρεση υπό την ανωτέρω ιδιότητά της του συνολικού ποσού των 25.982.203 δραχμών κατά το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-5-2000, γ) την από μέρους της τέλεση δύο μερικότερων πράξεων υπεξαίρεσης και συγκεκριμένα της μίας των 31-12-1999 που αρνήθηκε την απόδοση ποσού 13.521.176 δραχμών, εκδηλώνοντας έτσι τη πρόθεση ιδιοποίησης αυτού και της άλλης των 31-5-2000 που αρνήθηκε την απόδοση ποσού 12.830.027 δραχμών, εκδηλώνοντας έτσι την ίδια πρόθεση και δ) ότι το ποσό της κάθε μερικότερης πράξεως υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ότι η κατηγορούμενη απέβλεπε στην ιδιοποίηση του συνολικού ως άνω ποσού. Επίσης προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, το γεγονός δε ότι εξαίρει τη σημασία ορισμένων από αυτά δεν σημαίνει ότι αγνόησε τα υπόλοιπα. Επομένως, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Συμβούλιο δεν προσδιορίζει το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξης υπεξαίρεσης, ώστε να κριθεί αν είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αν πρόκειται για πλημμέλεια ή κακούργημα, είναι αβάσιμη. Επίσης είναι αβάσιμη και η αιτίαση ότι το Συμβούλιο δεν συνεκτίμησε συγκεκριμένα έγγραφα της δικογραφίας, ενώ η αιτίαση ότι το Συμβούλιο εσφαλμένα εκτίμησε συγκεκριμένα έγγραφα της δικογραφίας, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ και β του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2009 αίτηση της Χ, κατά του υπ' αριθ. 99/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης των 25.000.000 δραχμών από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στοιχεία του εγκλήματος. Αν η αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλη και συντρέχει η ιδιότητα του διαχειριστή, η πράξη είναι κακούργημα και αν η αξία υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι ο χρόνος που εκδηλώθηκε η πρόθεση ιδιοποίησης από το δράστη. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για το ανωτέρω έγκλημα της κατηγορουμένης, η οποία ως διαχειρίστρια των γεωργικών εφοδίων της παθούσης Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών, με δύο μερικότερες πράξεις ιδιοποιήθηκε συνολικό ποσό ανώτερο των 25.000.000 δραχμών. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1152/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 3955/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1497/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η υποβολή ή παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο αυτής, μη υποκειμένου σε αυτοτελή κύρωση. Κατά το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ, "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία". Στην έννοια επομένως αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο, από μία συσκευή (φωτοτυπικό μηχάνημα). Επομένως, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. 'Ετσι η χρήση ανεπικύρωτων ή επικυρωμένων με πλαστή επίσης επικύρωση φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη πλαστογραφηθεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Από την ίδια διάταξη του άνω άρθρου 13 περ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη, με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και επομένως δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται, αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια στο χώρο του ποινικού δικαίου, το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 ΚΠολΔ, βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο. (ΑΠ 1230/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι μεταξύ άλλων και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς, όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Η διαφορά μεταξύ της διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ, συνίσταται, αφενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφ. γ' Π.Κ. έγγραφα, αλλά μόνο τα σε αυτό αναφερόμενα, αφετέρου δε, στον ειδικό σκοπό, για τον οποίο το έγκλημα του άρθρου 217 ΠΚ τελείται.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ.1 περίπτωση πρώτη του Π.Κ., "όποιος επιτυγχάνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο, αναληθώς, περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες... τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο , κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 ΚΠολΔ, έγγραφο, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση, ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο δια του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος του δράστη, ενέχων τη γνώση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του, είτε για άλλον τρίτο.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3955/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, πλαστογραφίας μετά χρήσεως και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "O κατηγορούμενος Χ, ο οποίος είναι λογιστής από το έτος 1972 και κάτοχος αδείας λογιστή φοροτεχνικού Α' τάξεως - μη πτυχιούχος από ... δραστηριοποιούμενος στη ..., με την από 2-11-2001 αίτηση του και με πλαστό πτυχίο (σε επικυρωμένο αντίγραφο) του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που συνυπέβαλε, πέτυχε να εγγραφεί αυθημερόν ως μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (η εγγραφή προϋποθέτει κατοχή πτυχίου Α.Ε.Ι.) και να εγκριθεί η εγγραφή του με απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης του Ο.Ε.Ε. στις 6-1-2001. Την ίδια ημέρα (τελευταία της σχετικής προθεσμίας) υπέβαλε και αίτηση υποψηφιότητας με τη νεοσύστατη τότε συνδικαλιστική παράταξη ΠΑΔΕΦΟ υπό τον ... για τις έδρες της Συνέλευσης Αντιπροσώπων του Ο.Ε.Ε. στις εκλογές της 9ης/12/2001. Κατόπιν ανώνυμης τηλεφωνικής καταγγελίας από ... ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι πτυχιούχος, που έγινε την ημέρα υποβολής των αιτήσεων (2-11-2001), η Κεντρική Διοίκηση του Ο.Ε.Ε. στις 21-11-2001 απηύθυνε σχετικό ερώτημα προς το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών της Ν.Ο.Ε. του Α.Π.Θ., το οποίο στις 7-1-2002 απάντησε ότι ο κατηγορούμενος δεν φοίτησε ποτέ στο εν λόγω τμήμα, ούτε είναι πτυχιούχος του τμήματος αυτού, το οποίο δεν εξέδωσε το επίμαχο πτυχίο. Στο μεταξύ, μετά την υποβολή του προαναφερόμενου ερωτήματος, ο κατηγορούμενος απέστειλε προς τον πρόεδρο του Ο.Ε.Ε. το από 24-11-2001 τηλεομοιοτύπημα, όπου αναφέρει ότι ουδέποτε υπήρξε μέλος του Ο.Ε.Ε., ότι από παραδρομή ή ανθρώπινο λάθος φέρεται εγγεγραμμένος σ' αυτό και ότι δεν είναι υποψήφιος με κανένα ψηφοδέλτιο στις εκλογές της 9-12-2001. Ακολούθως το Ο.Ε.Ε. διέγραψε τον κατηγορούμενο από μέλος του και κατέθεσε στις 8-4-2003 μήνυση κατ' αυτού, που απέληξε σε ποινική δίωξη και πρωτόδικη καταδίκη σε βάρος του για πλαστογραφία με χρήση πλαστού και για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι αυτός κατάρτισε το πλαστό πτυχίο και ότι συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε τις από 2-11-2001 αιτήσεις εγγραφής ως μέλους του Ο.Ε.Ε. και συμμετοχής του στις αρχαιρεσίες της 9ης/12/2001 συνοδευόμενες από το πλαστό αντίγραφο πτυχίου και τα λοιπά δικαιολογητικά. Επίσης ισχυρίζεται ότι ήδη από 18-10-2001 είχε αποφασιστεί από την εταιρία "ΠΡΩΤΗ ΑΕ", της οποίας ήταν διευθύνων σύμβουλος, να λάβει μέρος ως υποψήφιος στις αρχαιρεσίες του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης της 9ης-10ης-11ης/12/2001, στις οποίες και συμμετείχε, καθώς και ότι υπάρχει ασυμβίβαστο υποβολής υποψηφιότητας και στα δύο επιμελητήρια αυτά. Ακόμη υποστηρίζει ότι κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων αυτός βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, επικαλούμενος τη σχετική 1343/2009 ένορκη βεβαίωση των ... και τα από 2-11-2001 πρακτικά του Δ.Σ. της εταιρίας του "ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Χ ΑΕ". Αποδίδει δε τις επίμαχες ενέργειες αορίστως σε υπονομευτική δράση αγνώστων που θίγονται από τη συνδικαλιστική δραστηριότητα αυτού ως προέδρου της Ένωσης Φοροτεχνικών Βορείου Ελλάδος και τις δημοσιοποιημένες θέσεις του για κατάργηση του Ο.Ε.Ε.
Το επικαλούμενο ασυμβίβαστο δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο (διάταξη νόμου, καταστατικό κλπ.), ενώ το προβαλλόμενο άλλοθι αναιρείται από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό. Οι μάρτυρες κατηγορίας και διοικητικά στελέχη του Ο.Ε.Ε, που εξετάστηκαν κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο και στο παρόν δικαστήριο, δεν επιβεβαιώνουν ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε ο ίδιος τις επίμαχες αιτήσεις και τα λοιπά δικαιολογητικά, γεγονός άλλωστε ιδιαίτερα δυσχερές λόγω του μεγάλου αριθμού των σχετικών αιτήσεων που υποβλήθηκαν τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία. Κατέθεσαν, όμως, ιδίως η διευθύντρια οικονομικών υπηρεσιών ... και η υπεύθυνη του μητρώου ..., ότι, κατά πάγια τακτική που τηρείται τόσο στη κεντρική διοίκηση του Ο.Ε.Ε. όσο και στα περιφερειακά τμήματα για εξυπηρέτηση των υποψηφίων της περιφέρειας, η υποβολή των αιτήσεων αυτών γίνεται είτε από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο είτε από τρίτο (συνήθως από τον επικεφαλής της σχετικής συνδικαλιστικής παράταξης) εφοδιασμένο με ειδική εξουσιοδότηση επικυρωμένη για το γνήσιο της υπογραφής του εκπροσωπούμενου ύστερα από έλεγχο ταυτοπροσωπίας του υποβάλλοντος και με αντίστοιχη μνεία - σημείωση στην υποβαλλόμενη αίτηση, γεγονός που στην προκείμενη περίπτωση δεν συνέβη. Επίσης η διορισμένη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας Ζ στην από ... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που αναγνώστηκε, ύστερα από αντικειμενική συνεκτίμηση επαρκούς και κατάλληλου υλικού γραφικών και υπογραφικών δειγμάτων του κατηγορουμένου ειλημμένων από τον φάκελο της δικογραφίας σε πρωτότυπο και ύστερα από αναλυτική και επιστημονικά τεκμηριωμένη συναξιολόγηση και στάθμιση ομοιοτήτων και διαφορών ανάλογα με τη γραφολογική αποδεικτική αξία και βαρύτητα τους, α) διαπιστώνει ότι το ελεγχόμενο γραφολογικό υλικό, παρά την εμφανή προσπάθεια αλλοίωσης της μορφής και του τρόπου αποτύπωσης, περιέχει όμοια γραφολογικά γνωρίσματα - ασυνείδητες γραφικές συνήθειες που προδίδουν τη γραφολογική ταυτότητα του κατηγορουμένου και β) αποφαίνεται με απόλυτη βεβαιότητα ότι η γραφή συμπλήρωσης των εντύπων ενδείξεων στις επίμαχες αιτήσεις εγγραφής μέλους και υποβολής υποψηφιότητας, αντίστοιχα, προς το Ο.Ε.Ε. και η υπογραφή στη θέση του αιτούντος έχουν τεθεί πράγματι με το χέρι του κατηγορουμένου. Ακόμη η πραγματογνώμονας στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης (φύλλο 10), αφού αξιολογεί ως επαρκές και αρκετά κατάλληλο το διαθέσιμο γραφολογικό υλικό (αποτελούμενο από έγγραφα μεταγενέστερα του χρόνου των ελεγχομένων αιτήσεων, πλην του προγενέστερου δελτίου ταυτότητας του κατηγορουμένου) κρίνει μη αναγκαία τη λήψη δειγμάτων γραφής και υπογραφής του κατηγορουμένου χαρακτηρίζοντας την σαν ένα επιπλέον μεταγενέστερο γραφολογικό στοιχείο χωρίς το εχέγγυο του "ανύποπτου" σε σχέση με την αιτία της πραγματογνωμοσύνης και, ως εκ τούτου, ως μη βαρύνον στοιχείο για το αντικείμενο της. Οι παραπάνω διαπιστώσεις και το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης δεν αναιρούνται, ούτε .κλονίζονται από τις αντίθετες παραδοχές και τα σχετικά συμπεράσματα των αναγνωσθεισών ιδιωτικών γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των ειδικών γραφολόγων ..., οι οποίες συντάχτηκαν με εντολή του κατηγορουμένου και οι οποίες δέχονται σαν αναμφισβήτητα έγγραφα αμφίβολης αυθεντικότητας ως προς τον χρόνο και τον τρόπο σύνταξης τους, δεν αξιολογούν αντικειμενικά τις γραφολογικές ομοιότητες που εμφανίζουν τα σχετικά κείμενα και οι υπογραφές τους, δεν συναξιολογούν την εμφανή προσπάθεια σκόπιμης διαφοροποίησης γραφής και υπογραφής του συντάκτη τους και επικαλούνται (βλ. γνωμοδότηση ...) "τρεμώδη" γραφή του κατηγορουμένου, η οποία απαντάται σε έγγραφα μεταγενέστερα του χρόνου σύνταξης των επίμαχων αιτήσεων και εκτιμάται σαν σκόπιμα προσποιητή γραφή, με την οποία ο κατηγορούμενος επιχείρησε αναποτελεσματικά να διαφοροποιήσει τις γραφικές του συνήθειες.
Από όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται με την απαιτούμενη δικανική βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος λίγο χρόνο πριν από τις 2-11-2001 κατάρτισε το πλαστό πτυχίο, για το οποίο έγινε λόγος και το περιεχόμενο του οποίου αναφέρεται αναλυτικά στο διατακτικό της απόφασης, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού τους υπαλλήλους του Ο.Ε.Ε. ως προς τη δήθεν γνησιότητα του πτυχίου, το οποίο και χρησιμοποίησε στις 2-11-2001 ως δικαιολογητικό για την εγγραφή του ως μέλους του Ο.Ε.Ε.. Επίσης ο κατηγορούμενος, με την υποβολή στις 2-11-2001 του πλαστού πτυχίου πέτυχε, παραπλανώντας σχετικά τους υπαλλήλους και τα όργανα της Κεντρικής Διοίκησης του Ο.Ε.Ε. ότι δήθεν είναι νόμιμος κάτοχος αυτού, να εγγραφεί στα δημόσια βιβλία των μελών του Ο.Ε.Ε. που ασκούν οικονομολογικό επάγγελμα και να εγκριθεί η εγγραφή του με απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης του Ο.Ε.Ε. στις 6-11-2001, και να βεβαιωθεί έτσι ψευδώς ότι αυτός διαθέτει τα αναγκαία νόμιμα προσόντα, για να ασκεί στην Ελληνική Επικράτεια το οικονομολογικό επάγγελμα κάνοντας χρήση του παραπάνω πτυχίου. Συνακολούθως και αφού ο κατηγορούμενος τέλεσε κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για τις οποίες κατηγορείται, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης, αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του (αυτοτελείς και μη). Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθούν και να εξεταστούν στη μετ' αναβολή δίκη η πραγματογνώμονας Ζ και ο δικηγόρος ..., καθόσον το υπάρχον αποδεικτικό υλικό είναι απολύτως επαρκές για τη διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποίθησης ως προς την ουσία της εκδικαζόμενης υπόθεσης". Στη συνέχει ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στην ... την 2-11-2001 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα που διώκονται και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα στον ως άνω χρόνο και τόπο Α)κατήρτισε εξ' υπαρχής πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικώς με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη κατήρτισε έναν πλαστό τίτλο σπουδών του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τυπώνοντας επί χάρτου και στο υπόδειγμα των πτυχίων που το ως άνω Πανεπιστήμιο χορηγεί στους αποφοίτους του τα στοιχεία του Πανεπιστημίου Σχολής και Τμήματος του πρυτανεύοντος καθηγητού της το όνομα του ως δήθεν σπουδάσαντα στην προαναφερόμενη σχολή και με βαθμό λίαν καλώς, ημερομηνία απονομής πτυχίου την 1-3-1989 και εκδόσεως του πτυχίου την 1-3-1992 υπό του πρυτάνεως ..., του Προέδρου του Τμήματος ... προσυπογραφέν υπό της γραμματέως του τμήματος ... των οποίων τις υπογραφές κάτωθι των επί του ως άνω πτυχίου τυπωμένων ονοματεπωνύμου και της ιδιότητος τους έθεσε ο κατηγορούμενος κατ' απομίμηση άνευ σχετικού δικαιώματος, θέλοντας να παραπλανήσει με την χρήση του εν λόγω πλαστού εγγράφου πάντα καλόπιστο τρίτο ιδία δε τους υπαλλήλους του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ότι ο ως άνω τίτλος σπουδών είναι γνήσιος και αυτός είναι δήθεν νόμιμος δικαιούχος του κατόπιν επιτυχούς φοιτήσεως του στο ως άνω Πανεπιστήμιο. Του πλαστού αυτού εγγράφου έκαμε επιπροσθέτως χρήση αφού το κατέθεσε την 2-11-2001 ως δικαιολογητικό για την εγγραφή του στο Οικονομικό Επιμελητήριο Αθηνών. Β)Πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα στον ως .άνω χρόνο και τόπο υπέβαλε ενώπιον του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος που τυγχάνει, δυνάμει του Ν. 1100/1980 Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου το ως άνω περιγραφόμενο πλαστό πτυχίο Οικονομικών Επιστημών τοιουτοτρόπως παριστώντας ψευδώς στους υπαλλήλους αλλά και στην κεντρική διοίκηση του Ο.Ε.Ε. ότι τυγχάνει απόφοιτος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έτσι πέτυχε την εγγραφή του στα δημόσια βιβλία ασκούντων οικονομολογικό επάγγελμα ως μέλους του Ο.Ε.Ε., πράξη που εγκρίθηκε με σχετική απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης του Ο.Ε.Ε. στην ...συνεδρίαση της, δια της εν λόγω δε εγγραφής βεβαιώνετο ψευδώς στους σχετικούς επαγγελματικούς καταλόγους του ως άνω επιμελητηρίου ότι ο κατηγορούμενος διαθέτες τα εκ του νόμου απαιτούμενα προσόντα και τις προϋποθέσεις ώστε να ασκεί στην Ελληνική Επικράτεια με χρήση του προαναφερόμενου πτυχίου του οικονομολογικό επάγγελμα".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως φωτοαντιγράφου πτυχίου και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 γ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 216 παρ.1 και 220 παρ.1(περ. α) του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του αναιρεσείοντος και δη ο σκοπός αυτού, με την εξ υπαρχής κατάρτιση πλαστού πτυχίου Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της ΝΟΕ/Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια δε αιτιολογείται, ότι η πλαστογράφηση έγινε από τον ίδιο με σκοπό οφέλους ήτοι για να παραπλανήσει άλλους και δη τους αρμοδίους υπαλλήλους του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ), υφαρπάζοντας ψευδή βεβαίωση, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, αφού με τη χρήση του πλαστού αυτού πτυχίου του, που με την από 2-11-2001 αίτησή του υπέβαλε ο ίδιος σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο, στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος(ΟΕΕ), πέτυχε το σκοπό του, που ήταν να εγγραφεί ως μέλος του άνω Επιμελητηρίου και έτσι, με εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων του ΟΕΕ, πέτυχε να βεβαιωθεί αναληθώς σε δημόσιο έγγραφο, που είναι και τα δημόσια βιβλία του ΟΕΕ, που, κατά τις παραδοχές(του διατακτικού), δυνάμει του άρθρου 1 ν. 1100/1980 όπως αντικαταστάθηκε δια του άρθρου 1 ν. 1479/1984, είναι ΝΠΔΔ, περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη ότι ο κατηγορούμενος έχει τα νόμιμα προσόντα, ως πτυχιούχος ΑΕΙ, που δεν ήταν, να ασκεί το επάγγελμα του οικονομολόγου, β) το γεγονός ότι στην κατηγορία δεν συμπεριλαμβάνεται και πλαστογράφηση της γενομένης επί του σώματος του πλαστού φωτοαντιγράφου επικυρώσεως δικηγόρου, δεν αναιρεί την πλαστογραφία του πτυχίου, για την οποία και μόνο καταδικάστηκε, γ) με επαρκή αιτιολογία απορρίπτεται ο περί "άλλοθι" αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, αφού, η χρήση του πλαστού πτυχίου με την υποβολή αυτού μετά της αιτήσεώς του στο ΟΕΕ δεν έγινε, σύμφωνα με τις παραδοχές, από αγνώστους τρίτους αντιπάλους του συνδικαλιστές, όπως υπεστήριξε, αλλά έγινε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο αυτοπροσώπως, με την υποβολή αυτού και σχετικής αιτήσεώς του στο ΟΕΕ, δ) ορθά καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για πλαστογραφία εγγράφου, ως εγγράφου νοουμένου και του πλαστού φωτοτυπικού αντιγράφου πτυχίου σπουδών και όχι για πλαστογραφία πιστοποιητικού (άρθρου 217 β παρ.1ΠΚ), αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές, ο αναιρεσείων, δεν απέβλεπε αποκλειστικά και μόνον στην άμεση κίνηση και συντήρησή του ή στην κοινωνική του πρόοδο, αλλά αποσκοπούσε και στο να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΟΕΕ, με την υποβολή της αιτήσεώς του εγγραφής του ως μέλους στο ΟΕΕ και την προσκόμιση του πλαστού πανεπιστημιακού αυτού πτυχίου στο ΟΕΕ, ότι ήταν πτυχιούχος Πανεπιστημιακού Τμήματος Οικονομικών Επιστημών και να εγγραφεί μέλος του ΟΕΕ και περαιτέρω να βεβαιωθεί αναληθώς στα επίσημα δημόσια βιβλία και καταλόγους του ΟΕΕ ότι αυτός διαθέτει τα εκ του νόμου νόμιμα τυπικά προσόντα και τις προϋποθέσεις, ώστε να ασκεί στην Ελληνική επικράτεια το οικονομολογικό επάγγελμα, δ) από το σύνολο των παραδοχών, τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό, ως χρόνος τελέσεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, καθορίζεται η 2-11-2001 και δεν υπάρχει ασάφεια ως προς το χρόνο αυτό από την αναφορά στο αιτιολογικό " λίγο χρόνο πριν από τις 2-11-2001 κατάρτισε το πλαστό πτυχίο", ενώ ως χρόνος τελέσεως της υφαρπαγής της ψευδούς βεβαιώσεως ορίζεται επίσης η 2-11-2001, ημερομηνία εγγραφής του αναιρεσείοντος στα οικεία βιβλία μελών του ΟΕΕ, χωρίς να προκύπτει αντίφαση από την αναφορά ότι η πράξη εγγραφής εγκρίθηκε τελικά με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής ΟΕΕ της 6-11-2001, αφού , σύμφωνα με τις παραδοχές ο κατηγορούμενος, με την από 2-11-2001 αίτησή του και με πλαστό πτυχίο που συνυπέβαλε, πέτυχε να εγγραφεί αυθημερόν ως μέλος του ΟΕΕ, ε) δεν υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση ως προς το ζήτημα αν ο αναιρεσείων προέβη ο ίδιος ή έτερο πρόσωπο σε χρήση του εν λόγω πλαστού πτυχίου του, αφού σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του αιτιολογικού, ο ίδιος ο κατηγορούμενος αυτοπροσώπως έκανε χρήση του άνω πλαστού πτυχίου του με την υποβολή αυτού στο ΟΕΕ εκ μέρους του, μετά σχετικής αιτήσεως εγγραφής, στ) από τις άνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο κάνει ειδική αναφορά και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση, τόσον της αναγνωσθείσας από 16-12-2005 εκθέσεως, διαταχθείσας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου ..., που καταλήγει ότι πλαστογράφος του πλαστού πτυχίου του είναι ο ίδιος ο αναιρεσείων, όσον και των αναγνωσθεισών, ιδιωτικών γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των ειδικών γραφολόγων ... που συντάχθηκαν με εντολή του κατηγορουμένου και συνιστούν έγγραφα και επομένως, αφού συνεκτιμήθηκαν και αντικρούστηκε το συμπέρασμα των τελευταίων προς την άνω πραγματογνωμοσύνη, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθεν. Όσον αφορά τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ..., που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι το Δικαστήριο, παρά το υποβληθέν αίτημά του, δεν ανέγνωσε, ούτε έλαβε υπόψη του, από τα επισκοπούμενα πρακτικά και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι πράγματι τέτοια πραγματογνωμοσύνη δεν αναγνώσθηκε, ούτε συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο, αλλά δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε στο ακροατήριο αυτή την έκθεση, ούτε ότι υπέβαλε σχετικό αίτημα αναγνώσεως αυτής, ζ) οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και εσφαλμένη αξιολόγηση των εγγράφων και ιδία των γραφολογικών γνωμοδοτήσεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ και Ε ΚΠοινΔ, αντίθετοι προς τα ανωτέρω, λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος), για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ακροάσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της με αριθμό 3955/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία πτυχίου με χρήση στον ΟΕΕ και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης (άρθρ. 216 α΄ § 1 και 220 § 1 α΄ ΠΚ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι 1ος, 2ος 3ος και 4ος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας (μη λήψη υπόψη αναγνωσθείσας έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης διαταχθείσας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τριών ιδιωτικών εκθέσεων γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που ρητά συνεκτιμώνται και αντικρούονται) και έλλειψη ακροάσεως (μη ανάγνωση μιας ακόμα γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία από τα πρακτικά προκύπτει πως δεν ζητήθηκε η ανάγνωσή της) -.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1151/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 3418/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1380/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η πλαστογραφία στοιχειοθετείται αντικειμενικώς είτε όταν ο δράστης αυτής καταρτίζει εξ υπαρχής τέτοιο έγγραφο που δεν υπήρχε προηγουμένως και το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο πρόσωπο, είτε όταν αυτός νοθεύει γνήσιο έγγραφο, το οποίο υπάρχει ήδη, μεταβάλλοντας το περιεχόμενο του, με την προσθήκη ή την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή άλλων στοιχείων αυτού εν αγνοία του εκδότη του, έτσι ώστε το εν λόγω έγγραφο να εμφανίζει έννοια διαφορετική από εκείνη που ήθελε να αποτυπώσει σ' αυτό ο εκδότης του. Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον δράστη της πλαστογραφίας ή από άλλον στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το εν λόγω έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτον και δώσει σ αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς και να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και τον σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως είναι α) δημόσιο έγγραφο εκδιδόμενο από τον αρμόδιο για την έκδοση του δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής), β) στο έγγραφο αυτό να βεβαιώνεται αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) η αναληθής βεβαίωση να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση του υπαλλήλου από τον υπαίτιο και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, το δε έγγραφο στο οποίο διαλαμβάνεται η αναληθής βεβαίωση έχει δημόσιο χαρακτήρα και, περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο. Είναι δε δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοια του, εκείνο που έχει συνταχθεί από καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του όρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ο δόλος δεν είναι, κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως το να έχει τελεσθεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3418/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, στα οποία περιλαμβάνονται και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: " Στις 5-9-01, ο κατηγορούμενος προσήλθε στο ΙΑ' Α.Τ. ..., στην οδό ... 1, ... και εκεί ζήτησε από τον ανθ/μο ... να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του υπ' αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το Δ' Τ.Α. ..., στον κάτοχο αυτού, ΑΑ, γεν. 20-12-1968. Το φωτοαντίγραφο του προαναφερόμενου Α.Δ.Τ. εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό Α.Δ. Ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία, το οποίο κατάρτισε, αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστυνομικής ταυτότητας με αριθ. .../2-3-95, εκδοθείσα από το Α' Τ.Α. ... με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας την φωτογραφία του. Το πλαστό αυτό Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο πέτυχε να βεβαιωθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο η ακρίβεια του φωτοαντιγράφου αυτού. Ακολούθως, το θεωρημένο αυτό φωτοτυπικό αντίγραφο της πλαστής ως άνω ταυτότητας προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικής κάρτας, στις 6-9-01 στο υποκατάστημα της ΕΤΕ ... . Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος, κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε τα παρακάτω πλαστά έγγραφα, στη συνέχεια δε, έκανε, και χρήση αυτών και συγκεκριμένα κατάρτισε: 1) Στις 2-8-2001: α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών, φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ..., για τον καθηγητή, ΒΒ, το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο εκκαθαριστής του Γυμνασίου ..., β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, με στοιχεία φορολογουμένου ΒΒ με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου, γ) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, οικονομικού έτους 2001, με τα στοιχεία ΒΒ και ΑΦΜ ... και ΑΔΤ ..., το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ, παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως, κάνοντας χρήση των εν λόγω εγγράφων, προσκόμισε αυτά, στις 2-8-01, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, υποκατάστημα ... και ζήτησε με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο ΒΒ την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VΙSΑ, η οποία και εκδόθηκε στις 7-8-01, πλην όμως δεν πρόλαβε να παραδοθεί στα χέρια του, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. 2) Στις 6.8.2001: α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών, φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ..., για τον καθηγητή του, ΓΓ, το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο εκκαθαριστής του Γυμνασίου, ..., β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, με στοιχεία φορολογουμένου ΓΓ με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε, παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, το δικό του, αντίστοιχο, εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου Ακολούθως, κάνοντας χρήση των εγγράφων αυτών, τα προσκόμισε, στις 6-8-01, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, υποκατάστημα ... και ζήτησε, με αίτησή του, και με το ονοματεπώνυμο ΓΓ την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VISΑ, η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. 3) Στις 6.9.2001: α) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία φορολογουμένου ΑΑ, με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε, παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, το δικό του, αντίστοιχο, εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ...και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου. β) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, με τα στοιχεία ΑΑ και ΑΦΜ ... και Α.Δ.Τ. ..., το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ, παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας, αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως, τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 6.9.2001, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθμού ... Αστυν. Δελτίου Ταυτότητας, με το όνομα ΑΑ, ενώπιον της αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας υποκατάστημα ... και ζήτησε, με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο ΑΑ, την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΜΑSTERCΑRD, η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν αδιαμφισβήτητα από τις σαφείς και μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ..., αστυνομικών, ..., ..., ... και ..., τραπεζικών υπαλλήλων, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ειδικότερα την διενεργηθείσα, κατ' επιταγήν της υπ' αριθμ. 3320/2005 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου, ΔΔ, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενες τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν ως άνω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως με χρήση και της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση. Επομένως, πρέπει, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Ακολούθως το Δικαστήριο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όρισε τα εξής: "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη ..., κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους, τέλεσε, με περισσότερες πράξεις, περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α) Πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε, έκανε και χρήση της ψευδούς αυτής βεβαιώσεως και συγκεκριμένα, στις 5-9-01, προσήλθε στο ΙΑ' Α.Τ. ..., στην οδό ... 1, ... και εκεί ζήτησε από τον ανθ/μο ... να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του υπ' αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το Δ' Τ.Α. ..., στον κάτοχο αυτού, ΑΑ, γεν. 20-12-1968. Το φωτοαντίγραφο του προαναφερόμενου Α.Δ.Τ. εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό Α.Δ. Ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία, το οποίο κατάρτισε, αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστυνομικής ταυτότητας με αριθ. .../2-3-95, εκδοθείσα από το Α' Τ.Α. ... με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας την φωτογραφία του. Το πλαστό αυτό Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο πέτυχε να βεβαιωθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο η ακρίβεια του φωτοαντιγράφου αυτού. Ακολούθως, το θεωρημένο αυτό φωτοτυπικό αντίγραφο της πλαστής ως άνω ταυτότητας προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικής κάρτας, στις 6-9-01 στο υποκατάστημα της ΕΤΕ ... . Β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε, έκανε και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και συγκεκριμένα κατάρτισε: 1) Στις 2-8-2001: α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών, φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ..., για τον καθηγητή, ΒΒ, το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο εκκαθαριστής του Γυμνασίου ..., β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, με στοιχεία φορολογουμένου ΒΒ με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου, γ) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, οικονομικού έτους 2001, με τα στοιχεία ΒΒ και ΑΦΜ ... και ΑΔΤ ..., το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ, παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως, κάνοντας χρήση των εν λόγω εγγράφων, προσκόμισε αυτά, στις 2-8-01, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, υποκατάστημα ... και ζήτησε με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο ΒΒ την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VISΑ, η οποία και εκδόθηκε στις 7-8-01, πλην όμως δεν πρόλαβε να παραδοθεί στα χέρια του, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. 2) Στις 6-8-2001: α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών, φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ..., για τον καθηγητή του, ΓΓ, το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο εκκαθαριστής του Γυμνασίου, ..., β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, με στοιχεία φορολογουμένου ΓΓ με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε, παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, το δικό του, αντίστοιχο, εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου Ακολούθως, κάνοντας χρήση των εγγράφων αυτών, τα προσκόμισε, στις 6-8-01, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ...Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, υποκατάστημα ... και ζήτησε, με αίτησή του, και με το ονοματεπώνυμο ΓΓ την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VISΑ, η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. 3) Στις 6-9-2001: α) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία φορολογούμενου ΑΑ, με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε, παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, το δικό του, αντίστοιχο, εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου, β) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, με τα στοιχεία ΑΑ και ΑΦΜ ... και Α.Δ.Τ. ..., το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ, παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας, αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως, τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 6.9.2001, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθμού ... Αστυν. Δελτίου Ταυτότητας, με το όνομα ΑΑ, ενώπιον της αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας υποκατάστημα ... και ζήτησε, με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο ΑΑ, την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΜΑSTERCARD, η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε συνολική ποινή φυλακίσεως εφτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίας. Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφαση προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 220 παρ. 1 και 216 παρ. 1 του ΠΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα ως προς το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος προσκόμισε στον αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο, φωτοαντίγραφο πλαστού δελτίου ταυτότητας που είχε καταρτίσεις ο ίδιος και εξαπατώντας αυτόν ότι πρόκειται για γνήσιο δελτίο ταυτότητας πέτυχε να βεβαιωθεί στο φωτοαντίγραφο ότι αυτό είναι ακριβές φωτοαντίγραφο γνησίου δελτίου και στη συνέχεια προσκόμισε το περιέχον την ψευδή βεβαίωση φωτοαντίγραφο στην Τράπεζα ως δικαιολογητικό για έκδοση πιστωτικής κάρτας, στις ανωτέρω δε παραδοχές εμπεριέχεται η γνώση του κατηγορουμένου για το ψευδές της βεβαιώσεως και τις έννομες συνέπειες του γεγονότος αυτού, καθώς και η θέληση αυτού να προβεί στην παραπλάνηση του υπαλλήλου. Επίσης ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση αναφέρεται η κατάρτιση των πλαστών εγγράφων, οι έννομες συνέπειες τις οποίες μπορούσαν να έχουν τα έγγραφα αυτά, τις οποίες συνέπειες επιδίωξε να επιτύχει ο κατηγορούμενος με τη χρήση αυτών και με παραπλάνηση των τραπεζικών υπαλλήλων, καθώς και ο σκοπός του αν επιτύχει την παραπλάνηση αυτή και να χορηγηθούν σ' αυτόν πιστωτικές κάρτες. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως αιτιολογίας και ασαφείας ως προς το υποκειμενικό στοιχείο των εγκλημάτων, είναι αβάσιμες. Επίσης και η αιτίαση ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο η αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ΕΕ, επειδή, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεν αναφέρεται μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμη, γιατί η έκθεση αυτή που συντάχθηκε με μέριμνα του κατηγορουμένου και δεν διατάχθηκε η πραγματογνωμοσύνη κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, δεν συνιστά έκθεση πραγματογνωμοσύνης αλλά απλό έγγραφο, το οποίο, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, έστω και αν δεν εξαίρεται ειδικώς.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προκαλεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ του ΚΠΔ και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του προβλεπόμενου από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται το αποδεικτικό θέμα στο οποίο αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, εννοείται ότι αναγνώσθηκε ολόκληρο το περιεχόμενό του και επομένως ο κατηγορούμενος έλαβε πλήρη γνώση αυτού και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η δυνατότητά του αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά κυρίως από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα δεκαπέντε με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς, ήτοι "5. Έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης μαζί με γνήσιο εκκαθαριστικό σημείωμα οικον. Έτους 2000, 6. Φωτοαντίγραφα υποβληθέντων δικαιολογητικών στα υποκαταστήματα των Τραπεζών για την έκδοση πιστωτικών καρτών, 7. Πέντε αποκόμματα εφημερίδων, 8. Πέντε φωτογραφίες, 11. Υπ' αριθμόν 33320/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, 12. Φωτοτυπία αιτήσεως για χορήγηση πιστωτικής κάρτας της Εμπορικής Τράπεζας, 13. Φωτοτυπία ενημερωτικού σημειώματος αποδοχών, 14. Φωτοτυπία εκκαθαριστικού σημειώματος, 15. Φωτοτυπία αστυνομικής ταυτότητας, 16. Φωτοτυπία δήλωσης εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, 17. Φωτοτυπία εντύπου για έκδοση πιστωτικής κάρτας, 18. Αντίγραφο πράξης 4ης Διευθυντή του Γυμνασίου ..., 19. Πράξη 34η της Δ/νσης Β'/βάθμιας Εκπαίδευσης Β' ..., 21. Δύο φωτοτυπημένες χειρόγραφες καταστάσεις ισολογισμού και 22. Η από 27-2-2002 μήνυση-έγκληση του Χ". Ενόψει όμως του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον ανωτέρω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, αν και ελλιπής ως προς ορισμένα, είναι πάντως επαρκής, ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, ενώ με την προκύπτουσα από τα πρακτικά βεβαίωση περί αναγνώσεως αυτών προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου τους και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα ανωτέρω έγγραφα και έτσι δεν στερήθηκε του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 358 του ΚΠΔ. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3418/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία των ανωτέρω εγκλημάτων. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τα ανωτέρω εγκλήματα του κατηγορουμένου. Η πραγματογνωμοσύνη, που δεν διατάχθηκε κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ώστε να αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, αλλά η περί αυτής συνταχθείσα έκθεση συνιστά απλό έγγραφο. Επαρκής προσδιορισμός της ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, νόμιμης βάσης και απόλυτης ακυρότητας Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία.
| 1
|
Αριθμός 1149/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της Α6363/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1490/09.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α, ε και ζ του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 του ν. 3346/2005, το δικαστήριο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, ενώ αναβολή σε άλλη δικάσιμο που ορίζεται από τον Εισαγγελέα γίνεται μόνον αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου δεν το επιτρέπουν. Σημαντικά αίτια κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως είναι, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα του συνηγόρου του κατηγορουμένου, ενώ σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου "η αποχή των δικηγόρων αποτελεί σημαντικό αίτιο για την αναβολή των ποινικών δικών και δεν περιλαμβάνεται στους περιορισμούς της παρ. 2".
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και εκφωνήθηκε η υπόθεση με αναιρεσείοντα το ..., εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Καραγιάννης και ζήτησε την αναβολή της εκδίκασής της, διότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος - συνήγορος του αναιρεσείοντος Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, δεν έλαβε τη σχετική άδεια να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, λόγω αποχής όλων των μελών του εν λόγω συλλόγου από τα δικαστηριακά του καθήκοντα, καίτοι υπέβαλε σχετικό αίτημα προσκόμισε δε προς απόδειξη των ανωτέρω την από 17-5-2009 αίτηση του δικηγόρου Κωνσταντίνου Σ. Χατζόπουλου προς το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης με την επ' αυτής με την ίδια ημερομηνία (17-5-2010) απορριπτική της ως άνω αίτησης διάταξη του Προέδρου του ως άνω Συλλόγου. Πρέπει να αναφερθεί ότι με την υπάρχουσα στο φάκελο, που επιτρεπτώς επισκοπούνται τα έγγραφά του, υπ' αρ. 431/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναβλήθηκε για πρώτη φορά η συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 2-3-2010 λόγω σημαντικών αιτιών (κωλύματος παράστασης) του ιδίου ως άνω συνηγόρου του αναιρεσείοντος, που έχει ασκήσει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει τη σχετική πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής και είναι ο πληρεξούσιος δικηγόρος που παρέστη για τον εκκαλούντα κατά τη δευτεροβάθμια δίκη για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6363/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (βλ. αντίγραφο της τελευταίας απόφασης). Ενόψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδικάσεως της προκειμένης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι η υπόθεση δεν αναβλήθηκε κατά την ορισθείσα (για δεύτερη φορά) ως άνω δικάσιμο, αλλά μετά τη συζήτηση της υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται το αίτημα για αναβολή της από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αιτήσεως του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6363/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Αναβάλλει την εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης σε άλλη δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δέχεται αναβολή συζήτησης αίτησης αναίρεσης λόγω αποχής του δικηγόρου του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης. Παραδοχή σχετικού αιτήματος αναιρεσείοντος και αναβολή συζήτησης με ορισμό της νέας δικασίμου από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου.
|
Αναβολή συζήτησης
|
Αναβολή συζήτησης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1148/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση περί αναιρέσεως της 177/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ματθαίου Φουκαράκη (ΑΜ ΔΣΑ 21808).
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 72/2010.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη δήλωση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 31-12-2009, υποβάλλεται για τον κατηγορούμενο, εκ μέρους του συνηγόρου που είχε παρασταθεί στη συζήτηση και στρέφεται κατά της 177/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 22-12-2009. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.2, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
2.
Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 177/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτό, προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση ως προς τον αναιρεσείοντα για α) κατοχή ναρκωτικών ουσιών για αποκλειστικά δική του χρήση, β) χρήση ναρκωτικών ουσιών και γ) οδήγηση αυτοκινήτου υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και με βάση όλα τα αποδεικτικά μέσα, που άπαντα κατ' είδος και ορισμένα λεπτομερώς αναφέρει, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο αναιρεσείων, περί την 19:00 ώρα της 28-4-2007, στην ..., στην περιοχή της ..., προμηθεύτηκε από πρόσωπο, του οποίου η ταυτότητα δεν προσδιορίσθηκε, 5 δισκία του φαρμάκου Vulbegal, που περιέχει τη ναρκωτική ουσία φθορονιτραζεπάμη και άγνωστη ποσότητα ηρωίνης, που είναι, επίσης, ναρκωτική ουσία, τα οποία προόριζε αποκλειστικά για προσωπική του χρήση. Ότι στη συνέχεια κινήθηκε με ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ίδιος, προς τη .... Ότι στη διαδρομή έλαβε δια καταπόσεως ένα δισκίο Vulbegal, άγνωστη ποσότητα κοκαΐνης και άλλη ουσία που περιείχε μορφίνη και συνέχισε την οδήγηση του αυτοκινήτου μέχρι την ..., όπου αισθάνθηκε υπνηλία και αναγκάσθηκε να σταθμεύσει απέναντι από το παλιό γήπεδο της πόλης, για να κοιμηθεί μέσα στο αυτοκίνητο. Ότι εκεί έγινε αντιληπτός από περιπολούντες αστυνομικούς, ελέγχθηκε και βρέθηκε να κατέχει τα υπόλοιπα 4 δισκία Vulbegal και δύο μικρές, νάιλον συσκευασίες που περιείχαν ηρωίνη συνολικού, καθαρού βάρους 1,46 γραμμαρίων. Ότι ύστερα από την εργαστηριακή εξέταση, που επακολούθησε, βρέθηκε στο αίμα του η ουσία βενζοϋλοεκγονίνη, η οποία αποτελεί μεταβολίτη της κοκαΐνης, καθώς και μορφίνη. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δέχθηκε ομόφωνα ότι ο αναιρεσείων προμηθεύθηκε ναρκωτικές ουσίες για αποκλειστικά προσωπική χρήση και ότι έκανε παράνομη χρήση τέτοιων ουσιών και κατά πλειοψηφία ότι τέτοια χρήση έκανε καθ' οδόν από την ... προς την ... και παρά ταύτα συνέχισε να οδηγεί το αυτοκίνητό του. Κατόπιν αυτού, αφού αναγνώρισε το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή φυλακίσεως 2 ετών και 9 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί πενταετία.
3.
Με τα όσα δέχθηκε, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο εξέθεσε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφασή του όλα τα περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της οδήγησης αυτοκινήτου υπό την επίδραση ναρκωτικής ουσίας, για την κατάφαση της οποίας ιδιαίτερα παραπονείται ο αναιρεσείων, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως και εξέθεσε την απόφασή του ότι αυτός κινήθηκε οδικώς από την ... ως την ..., οδηγώντας ο ίδιος το αυτοκίνητο και ότι κατά τη διάρκεια της διαδρομής έκανε χρήση του ναρκωτικού φαρμάκου Vulbegal, όπως ο ίδιος παραδέχθηε, πράγμα που ευθέως υποδηλώνει ότι, αμέσως μετά τη χρήση και ενώ βρισκόταν υπό την επίδραση του φαρμάκου, συνέχισε να οδηγεί. Πέραν αυτού, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι από τον εργαστηριακό έλεγχο, που ακολούθησε, διαπιστώθηκε ότι στον οργανισμό του αναιρεσείοντος υπήρχαν και άλλες ναρκωτικές ουσίες, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός οδηγούσε όχι μόνο υπό την επίδραση του Vulbegal, αλλά και των πέραν αυτού ανιχνευθεισών ναρκωτικών ουσιών. Ως προς δε το δόλο του αναιρεσείοντος δεν χρειαζόταν κάποια πρόσθετη αιτιολογία, αφού από τις παραδοχές ότι αυτός έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και, παρά ταύτα, οδήγησε το αυτοκίνητο, συνάγεται ευθέως η γνώση και η θέλησή του να παραβεί την εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, η οποία τιμωρεί την οδήγηση αυτοκινήτου υπό την επήρεια ναρκωτικών. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας ή, άλλως, της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 27 παρ.1 ΠΚ και 25 παρ.1 του ν. 3459/2006 "κώδικας νόμων για τα ναρκωτικά", είναι αβάσιμοι.
4.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 177/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2010.- Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στρατιωτικός, κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών από μη εξαρτημένο πρόσωπο, οδήγηση αυτοκινήτου υπό επήρεια ναρκωτικών, επαρκής αιτιολογία, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1146/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τη δήλωση περί αναιρέσεως της 16031/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Κυριακής Ιωαννίδου (ΑΜ ΔΣ Θεσσαλονίκης 5274).
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16-12-2009 δήλωση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 190/2010.
Αφού άκουσε
την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη δήλωση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16-12-2009, υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά της 16031/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 26-11-2009. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.2, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
2.Στη διάταξη του άρθρου 170 παρ.2 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται, επίσης, και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση". Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την παρεμπίπτουσα απόφαση, έστω και αν η δι' αυτής εκφερόμενη διάγνωση επαφίεται στην ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Αυτό ισχύει και για την προβλεπόμενη από το άρθρο 61 ΚΠοινΔ περίπτωση, κατά την οποία "Όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί". Και στην περίπτωση αυτή, η έλλειψη αιτιολογίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της δηλώσεως αναιρέσεως, καθώς και της προσβαλλόμενης 16031/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο και των ενσωματωμένων σ' αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δικάσθηκε ωσεί παρών και ο Εισαγγελέας της έδρας υπέβαλε στο Δικαστήριο την πρόταση να αναβάλει τη δίκη κατ' άρθρο 61 ΚΠοινΔ, όπως είχε ήδη διαταχθεί με την προεκδοθείσα 18289/11-11-2008 παρεμπίπτουσα απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης επί εφέσεως του αναιρεσείοντος που είχε σχέση με την υπό κρίση ποινική κατηγορία σε βάρος του. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, αφού, αρχικώς, επιφυλάχθηκε να αποφασίσει περί της αναβολής, προκειμένου να διερευνήσει προκαταρκτικά την ουσία της υποθέσεως, στη συνέχεια, ολοκληρώνοντας την εκδίκαση της υπόθεσης και πριν εκδώσει την καταδικαστική απόφασή του για καθυστέρηση της καταβολής ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο, απάντησε επί της προτάσεως του Εισαγγελέως, διαλαμβάνοντας κατά λέξη στο σκεπτικό του ότι στην επί της ουσίας κρίση αυτού καταλήγει "αφού απορριφθεί η ως άνω υποβληθείσα πρόταση αναβολής εκδικάσεως της κρινομένης υποθέσεως, καθ' όσον δεν αποτελεί προϋπόθεση η έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί τυχόν ασκηθείσης προσφυγής ούτε έχει έννομη συνέπεια ως προς την ασκηθείσα για το εν λόγω αδίκημα ποινική δίωξη ούτε δεσμεύει το δικαστήριο για το αν τελέσθηκε ή όχι η ως άνω άδικη πράξη". Από την απάντηση αυτή συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανακάλεσε, σιωπηρώς, την προηγούμενη, αναβλητική απόφασή του και έκρινε ανελέγκτως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν αναγκαία η εμμονή στην αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως, αφού η έκβαση της διοικητικής δίκης, που είχε αποβεί αρνητική τον αναιρεσείοντα στον πρώτο βαθμό της διοικητικής δικαιοδοσίας, δεν επρόκειτο να επηρεάσει την πρόοδο της ποινικής δίκης. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της δηλώσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης παρέλειψε να απαντήσει επί της εισαγγελικής προτάσεως ή, άλλως, την απέρριψε χωρίς πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
3.Από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.2, 96 παρ.2, 340 παρ.2 και 502 παρ.1 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να μην εμφανισθεί στο δικαστήριο, αλλά να εκπροσωπηθεί ενώπιον αυτού κατά την εκδίκαση της κατηγορίας, που του αποδίδεται, από συνήγορο, τον οποίο ο ίδιος διορίζει με γραπτή δήλωση. Για το κύρος, όμως, της δήλωσης αυτής και για την με βάση αυτήν παροχή της εξουσίας προς αντιπροσώπευση πρέπει (πέραν των λοιπών προϋποθέσεων, όπως η μνεία της ακριβούς διευθύνσεως της κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου και η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής αυτού) να αναφέρεται ειδικώς η υπόθεση, για την οποία δίδεται η πληρεξουσιότητα και ο χρόνος, κατά τον οποίο ο πληρεξούσιος συνήγορος οφείλει να ενεργήσει (ΑΠ 979/2003). Η γενική πληρεξουσιότητα ή η τυχόν ειδική που αναφέρεται σε άλλη υπόθεση ή μόνο σε διαφορετικό χρόνο (δικάσιμο) δεν αρκεί για το παραδεκτό της εκπροσώπησης. Η παράλειψη του δικαστηρίου να κηρύξει το απαράδεκτο σε προηγούμενη στάση της δίκης δεν θεραπεύει την έλλειψη της πληρεξουσιότητας σε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφ' όσον αυτή δεν έχει συμπληρωθεί νομίμως, διότι η επαλήθευση της εξουσίας του συνηγόρου προς αντιπροσώπευση πρέπει να εξετάζεται αυτοτελώς, οσάκις ανακύπτει ζήτημα μη προσωπικής εμφάνισης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της δηλώσεως αναιρέσεως, καθώς και της προσβαλλόμενης 16031/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο και των ενσωματωμένων σ' αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον αυτού κατά τη δικάσιμο της 18-9-2009, οπότε εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. Αντ' αυτού, εμφανίσθηκε η δικηγόρος Κυριακή Ιωαννίδου, η οποία δήλωσε ότι εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο δυνάμει της από 28-7-2008 εγγράφου δηλώσεώς του. Το Δικαστήριο ανέγνωσε τη δήλωση αυτή και διέγνωσε ότι η δι' αυτής παρεχόμενη πληρεξουσιότητα αφορούσε μόνο στην εκπροσώπηση κατά την εκδίκαση αιτήσεως ακυρώσεως, την οποία είχε ασκήσει η εν λόγω δικηγόρος για λογαριασμό του κατηγορουμένου και η οποία στρεφόταν εναντίον προηγουμένης αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη. Κατόπιν αυτού, έκρινε ότι η εμφανισθείσα δικηγόρος δεν είχε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα για να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του, δεν επέτρεψε την εκπροσώπηση και, λόγω του ότι η υπόθεση συνεζητείτο μετ' αναβολή, κατά την οποία η έφεση είχε γίνει τυπικά δεκτή και ο [τότε] εκκαλών, δια της ιδίας συνηγόρου, είχε εκδηλώσει την πρόθεση της υποστήριξής της, δίκασε τον κατηγορούμενο σαν να ήταν παρών (ΚΠοινΔ 501 παρ.4). Με τα όσα δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης συννόμως ερεύνησε το κύρος της από 28-7-2008 γραπτής δήλωσης του κατηγορουμένου και αποφάνθηκε αρνητικά ως προς αυτό και ορθώς έκρινε ότι δεν δεσμεύεται από το γεγονός ότι, με βάση την ίδια δήλωση, είχε επιτραπεί η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από την ως άνω δικηγόρο κατά τη δικάσιμο της 11-11-2008, οπότε η συζήτηση είχε αναβληθεί για την 18-9-2009. Επομένως, ο τρίτος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται υπέρβαση εξουσίας και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η', είναι αβάσιμος.
4. Υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθιστά χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου (ΚΠοινΔ 470). Χειροτέρευση υπάρχει και σε περίπτωση που κατά την εκδίκαση της εφέσεως δεν αναγνωρίσθηκε υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντική περίσταση, η οποία είχε αναγνωρισθεί πρωτοδίκως (ΑΠ 304/2001).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 1414/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και της προσβαλλόμενης 16031/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αν και πρωτοδίκως είχε αναγνωρισθεί υπέρ του αναιρεσείοντος η ελαφρυντική περίσταση ότι ωθήθηκε στην τέλεση της πράξεώς του κινούμενος από αίτια μη ταπεινά (ΠΚ 84 παρ.2 περ.β'), το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να αναγνωρίσει το ίδιο ελαφρυντικό υπέρ αυτού. Με τον τρόπο αυτό κατέστησε χειρότερη τη θέση του [τότε] εκκαλούντος, αφού η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης λαμβάνεται υπ' όψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επιφέρει μείωση αυτής. Ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η παράλειψη αυτή και η εξ αυτής πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, είναι βάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος, που παρέλειψε να αναγνωρίσει τη συνδρομή της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης και, συνακόλουθα, κατά το μέρος της επιμετρήσεως της ποινής, που επιβλήθηκε και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 16-12-2009 δήλωση περί αναιρέσεως της 16031/ 2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου....
ΑΝΑΙΡΕΙ την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.- Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Η εξουσιοδότηση, για την εκπροσώπηση του απόντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο από συνήγορο, πρέπει να είναι ειδική. Μη αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης που είχε αναγνωρισθεί πρωτοδίκως. Αναιρεί.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1143/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 322/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 191/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 111/17-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, την με αριθμό 7/9-12-2009 αίτηση αναίρεσης του ... (συνταχθείσα ενώπιον του διευθυντή της κλειστής Φυλακής...) κατά της με αριθμό 322/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 10 ετών για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ " όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρρύσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διαπράσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ.2, 476 παρ.1 509 παρ.1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση αναίρεσης να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί (ΑΠ 1099/08 ΑΠ1152/08 ΑΠ 1218/08).
ΙΙ.Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δηλοί κατά λέξη στην έκθεση αναίρεσης ότι " ασκεί αναίρεση γιατί δεν εκτιμήθηκαν οι νομικοί λόγοι και τα επιχειρήματα με αποτέλεσμα να καταδικασθεί στην παραπάνω ποινή". Με το περιεχόμενο αυτό όμως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη λόγω πλήρους αοριστίας των αναιρετικών λόγων που δι' αυτής προβάλλονται. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέτων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (476 παρ.1 - 583 παρ.1 ΚΠΔ)
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 7/2009 αίτηση αναίρεσης του .... κατά της με αριθμό 322/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 12/3/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση της άσκησης της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Εξάλλου, από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 509 παρ.Ια και 474 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως από εκείνον που κρατείται στις φυλακές, μπορεί να γίνει και στον διευθύνοντα τη φυλακή, με δήλωση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, όπου διατυπώνονται οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου τούτου μέσου και που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται για την άσκηση του από το νόμο, τότε το αρμόδιο να κρίνει γι' αυτό Συμβούλιο ή Δικαστήριο το απορρίπτει, ως απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθμό εκθέσεως 7/9-12-2009 δήλωση του ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ... ο ... άσκησε αναίρεση, κατά της 322/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή κάθειρξη δέκα (10) ετών για αγορά και κατοχή ναρκωτικών. Στην έκθεση όμως ουδείς λόγος αναίρεσης περιέχεται, αλλ απλώς, ως προς τους λόγους, αναφέρεται:"....Για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει, δηλαδή δεν εξετιμήθησαν οι νομικοί λόγοι και τα επιχειρήματα, με αποτέλεσμα αυτού να καταδικασθεί στην παραπάνω αναφερόμενη ποινή...". Εφόσον λοιπόν στην έκθεση αναίρεσης ουδείς λόγος περιέχεται και εφόσον προηγήθηκε η ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος, που αυτός όρισε με την έκθεση, σύμφωνα με την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 7/9-12-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ... για αναίρεση της 322/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής αποφάσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντή Φυλακών. Αν δεν περιέχει έστω ένα λόγο αναίρεσης, είναι απαράδεκτη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1142/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων- κατηγορουμένων: 1)..., 2)...και 3)..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5485/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)... και 2)... .
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Σεπτεμβρίου 2009 (τρείς) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1424/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 391/1-12-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις από 21-9-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων α) ..., β) ... και γ) ..., κατά της υπ' αριθμ. 5485/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής : Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι διά το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχωνται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι διά τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το αρθρ. 513 Κ.Π.Δ. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εξ άλλου, η αίτηση αναιρέσεως που δεν περιέχει λόγους ή περιέχει λόγους ασαφείς και αορίστους, δεν μπορεί να συμπληρωθή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ., την ύπαρξη παραδεκτού λόγου αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 354/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/887). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τις εκθέσεις των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες εδήλωσαν απλώς, ότι ασκούν το εν λόγω ένδικο μέσο, "δι έλλειψη νομίμου βάσεως και ανεπαρκή αιτιολογία," χωρίς όμως να αναφέρουν ουδέν περιστατικό, θεμελιωτικό των επικαλουμένων ανωτέρω πλημμελειών. Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, μη περιέχουσες αναιρετικό λόγο κατά τρόπο ορισμένο, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Τέλος, πρέπει οι αναιρεσείοντες να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι από 21-9-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των α) ..., β) ... και γ) ..., κατά της υπ' αριθμ. 5785/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 26 Νοεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου
Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, οι αντίκλητοι των αναιρεσείοντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 21-9-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α)..., β)... και γ)..., κατά της υπ'αριθμ.5485/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα), Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επίσης για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες εδήλωσαν απλώς, ότι ασκούν το εν λόγω ένδικο μέσο, για έλλειψη νομίμου βάσεως και ανεπαρκή αιτιολογία, χωρίς όμως να αναφέρουν κανένα περιστατικό,θεμελιωτικό των επικαλουμένων ανωτέρω πλημμελειών. Ειδικότερα, σε κάθε αίτηση, κατά λέξη αναφέρεται: "ασκεί αναίρεση....για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεστεί προσθέτως, αλλά και για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους: έλλειψη νόμιμης βάσης και ανεπαρκής αιτιολογία". Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚποινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚποινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος κάθε αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδ.τελευταίο του ΚποινΔ, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτες τις από 21-9-2009 αιτήσεις αναιρεέσεως των : α)..., β)... και γ)... κατά της υπ'αριθμ.5485/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι οι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει τις αιτήσεις ως απαράδεκτες.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1141/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 4367/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Φεβρουαρίου 2009 και 3 Μαρτίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 323/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 23-2-2009 και 3-3-2009 αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, με τις οποίες ζητούν οι ως άνω κατηγορούμενοι την αναίρεση της υπ' αριθ. 4367/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες, λόγω της συνάφειας τους, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγω αναίρεσης, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποίησης του για άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64 και 68 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ των μελών της οικογένειας του θύματος, νομιμοποιούνται όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, χωρίς να αποβληθεί, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) υπό ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παρασταθεί πρωτοδίκως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ'αριθ. 1202/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, εμφανίστηκαν, εκτός των άλλων προσώπων, και 1) η Ψ1 και 2) η Ψ2 και δήλωσαν για λογαριασμό τους παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση ποσό 50 ευρώ με επιφύλαξη για το επιπλέον ποσό λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την θανάτωση του Ζ συζύγου και πατέρα αντίστοιχα αυτών, που αποδιδόταν σε αμέλεια των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, Επίσης στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής και εκ μέρους της τότε απολιπόμενης Ψ3, για το ίδιο ποσό και για την ίδια αιτία, προσκομίστηκε δε σχετικό προς τούτο το από 25-9-2006 πληρεξούσιο αυτής προς τους δικηγόρους Θεσσαλονίκης Ηλία Ανδρέου και Αθανάσιο Τσιμπιλέκη και καταβλήθηκε από όλες τις πολιτικώς ενάγουσες το ανάλογο δικαστικό ένσημο. Πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι κατά της παράστασης των ως άνω τριών γυναικών ως πολιτικώς εναγουσών δεν έφερε κανείς αντίρρηση (βλ. τέλος 1ης παραγράφου 2ας σελίδας των ως άνω πρακτικών). Στη συνέχεια την αυτή δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής έκαναν οι παραπάνω τρεις (3) γυναίκες ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στο οποίο παρέστησαν και οι τρεις, διευκρινίζοντας ότι την χρηματική ικανοποίηση των 50 ευρώ, με επιφύλαξη ζητούν να τις επιδικασθεί λόγω της ψυχικής οδύνης της για το θάνατο του συζύγου και πατέρα της αντίστοιχα (βλ. 2α σελίδα των ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4367/2008 απόφαση πρακτικών του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα των πολιτικώς εναγουσών στο σύνολό τους, ως νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο. Στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο οι αναιρεσείοντες και τότε εκκαλούντες πρόβαλαν την ένσταση της μη έννομης παράστασης αυτή των πολιτικώς εναγουσών, το μεν λόγω της μη νόμιμης δήλωσης της Ψ3, προβάλλοντας ότι αυτή εμφανίσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δε λόγω μετατροπής του λόγου παράστασης τους (για ηθική βλάβη που ζήτησαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στο ορθό για ψυχική οδύνη που ζήτησαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο). Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφαση τον απέρριψε την ως άνω ένσταση των κατηγορουμένων ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι αφενός και η Ψ3 είχε δηλώσει νόμιμα παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφετέρου στην έννοια της ηθικής βλάβης που είναι ευρύτερη περιλαμβάνεται και αυτή της ψυχικής οδύνης και εντεύθεν ουδεμία ακυρότητα επήλθε ως προς την παράσταση των τριών προαναφερόμενων γυναικών ενώπιόν του (Τρμελούς εφετείου Θεσσαλονίκης - βλ. 4η σελιδα προσβαλλόμενης απόφασής του). Η παραπάνω αιτιολογία ως προς την παράσταση των τριών πολιτικώς εναγουσών είναι ορθή, ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Χ2 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ η αμέλεια διακρίνεται σε μή συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει, της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφαση του με σαφήνεια ποίο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ. Εξάλλου, η απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ, 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών που τα θεμελιώνουν και οι νομικές στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική αιτιολογίας είναι παραδεκτή η διατακτικό που αποτελούν ενιαίο προκύπτει από το σκεπτικό της στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 4367/2008 αποφάσεως του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ' είδος: "Ο Ζ, κάτοικος εν ζωή ... επισκέφθηκε στις 28-11-2003 την ιδιωτική κλινική "..." της ..., παραπονούμενος για πόνους που ένοιωθε στη δεξιά κοιλιακή χώρα με αντανάκλαση στην ωμοπλάτη του και ζήτησε να εξετασθεί ώστε να διαγνωσθεί η αιτία τους. Τις προηγούμενες ημέρες εξ αιτίας του ίδιου προβλήματος, είχε επισκεφθεί το Νοσοκομείο ... και τα ιατρεία του ΙΚΑ όπου και υποβλήθηκε σε εξετάσεις καθ' υπόδειξη του ιατρού παθολόγου .... Ο πρώτος κατηγορούμενος που υπηρετούσε ως χειρουργός ιατρός στην παραπάνω κλινική, αφού εξέτασε κλινικά τον κατηγορούμενο διέγνωσε ότι έπασχε από οξεία χολοκυστίτιδα και έκρινε ότι για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα, έπρεπε να χειρουργηθεί άμεσα την επόμενη ημέρα. Έτσι έγινε άμεση εισαγωγή του ασθενούς στη παραπάνω κλινική προκειμένου αυτός να υποβληθεί σε χολοκυστεκτομή με τη μέθοδο της λαπαροσκόπησης, η οποία αποτελεί μια από τις ιατρικώς παραδεκτές μεθόδους επέμβασης. Όπως προέκυψε όμως ο εν λόγω ιατρός αρκέσθηκε στην κλινική εξέταση του ασθενούς, χωρίς να δώσει εντολή για περαιτέρω εξετάσεις, όπως επιβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για να εξασφαλισθεί ασφαλέστερη διάγνωση. Συγκεκριμένα παρέλειψε να διενεργήσει στον ασθενή υπερηχογράφημα και να δώσει εντολή για να υποβληθεί αυτός σε νέες βιοχημικές αιματολογικές εξετάσεις, δεδομένου ότι χα αποτελέσματα αυτών, σε προηγηθείσα προ δύο ημερών [26/11/2003] σχετική έρευνα, που του είχαν τεθεί υπόψη από τον ίδιο τον ασθενή, ήταν απολύτως φυσιολογικά και ειδικότερα σης τιμές των τρανσαμινασών SGOT και SGPT και της γ.GT, οι οποίες κατά τα κρατούντα στην ιατρική επιστήμη, επηρεάζονται αυξητικά, σε περίπτωση χολολιθίασης και χολοκυστίτιδος και αποτελούν μία σαφή ένδειξη της ύπαρξης της παθολογικής αυτής κατάστασης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί όχι στο φύλλο νοσηλείας του ασθενούς που συντάχθηκε στη κλινική "...",αναγράφεται ότι έγινε υπερηχογράφημα κοιλίας στις 28-11-2003 και ότι βρέθηκε "λάσπη" στη χοληδόχο κύστη, πλην όμως, όπως προέκυψε, ο ασθενής ουδέποτε υποβλήθηκε σε υπερηχογράφημα, όπως και ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος δέχεται, επειδή "είχε έντονους πόνους και δεν μπορούσε να πιεσθεί η περιοχή", εξήγηση όμως που δεν γίνεται αποδεκτή από ιατρικής πλευράς. Προέκυψε επίσης ότι σε περίπτωση οξείας χολοκυστίτιδος, η οποία αποτελεί μορφή φλεγμονής, αντεδείκνυται η υποβολή του ασθενούς σε άμεση χειρουργική επέμβαση και αντιμετωπίζεται μέχρι να υποχωρήσει με φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος όσο και η δεύτερη κατηγορουμένη ιατρός αναισθησιολόγος της ίδιας κλινικής, που θα συνεργάζονταν μαζί του κατά την επέμβαση και τον επισκέφθηκε το ίδιο βράδυ, αρκέσθηκαν σε όσα αυτός προφορικά τους εξέθεσε σχετικά με τη γενική κατάσταση της υγείας ίου και τη τυχόν λήψη εκ μέρους του φαρμακευτικής αγωγής, χωρίς να συμβουλευθούν όπως όφειλαν το βιβλιάριο υγείας ίου ώστε να έχουν πλήρη ενημέρωση για την προηγούμενη κατάσταση της υγείας του, αφού είναι εύλογο ο ασθενής κάτω από την πίεση της συγκεκριμένης στιγμής που εξετάζεται, να μην θυμάται ή να μην αξιολογεί κάποιο προηγούμενο πρόβλημα υγείας που του είχε παρουσιασθεί. Ειδικότερα θα πρέπει να λεχθεί ότι η δεύτερη κατηγορουμένη παρέλειψε να προβεί στη λήψη πλήρους αναισθησιολογικού ιστορικού, όπως επιβάλλεται από την ιατρική επιστήμη και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, να προβεί σε εξέταση της κεφαλής και του τραχήλου ίου ασθενούς, να παρατηρήσει το μέγεθος της γλώσσας και το άνοιγμα του στόματος και να ταξινομήσει τον ασθενή σύμφωνα με τη κλίμακα Mallampati, να παρατηρήσει τη κινητικότητα και το μέγεθος της ΑΜΣΣ, την απόκλιση της τραχείας από τη μέση γραμμή τις τυχόν μάζες ή διογκώσεις του τραχήλου, τις σφαγίτιδες καθώς και τα φυσήματα των καρωτίδων κατόπιν σχετικής ακρόασης. Με τις ενέργειες αυτές η δεύτερη κατηγορουμένη ασφαλώς και θα είχε συλλέξει πολύτιμες πληροφορίες που θα εξασφάλιζαν πλήρως την επιτυχή χορήγηση αναισθησίας στον ασθενή και την αποφυγή παρενεργειών, αφού αυτή θα είχε υπόψη της στο πως απαντά ο ασθενής στα κατασταλτικά και αναλγητικά φάρμακα, την ευκολία αερισμού και την βατότητα των αεραγωγών αυτού, τα μεγέθη της λάμας του λαρρυγγοσκοπίου και του τραχεχοσωλήνα που θα χρησιμοποιηθεί κατά την νάρκωση, τις τυχόν δυσκολίες σε καθετηριασμούς, περιαναισθητικές επιπλοκές, όπως φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, καρδιοπνευμονικά συμβατά και παρατεταμένο χρόνο αφύπνισης - ανάνηψης και εμφάνιση μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου. Στη συνέχεια, την επόμενη ημέρα και στις 8.30 περίπου, έγινε εισαγωγή του ασθενούς στο χειρουργείο, αφού προηγουμένως η δεύτερη κατηγορουμένη τον υπέβαλε σε προνάρκωση, χορηγώντας στον οργανισμό του φάρμακα [ατροπινη] σε μικρή δόση. Κατά τη διάρκεια της αναμονής της επίδρασης αυτών, η δεύτερη κατηγορουμένη, με τη χρήση του λαρρυγγοσκοπίου, προσπάθησε να εισαγάγει δια της αναπνευστικής οδού τον τραχειοσωλήνα ώστε να συνεχίσει να αναπνέει ο ασθενής με τη παροχή οξυγόνου, πλην όμως κατά την εκτέλεση της εν λόγω ιατρικής πράξης, του προκάλεσε οπισθοφαρρυγγικό αιμάτωμα το οποίο έφραξε την αναπνευστική οδό του ασθενούς, με αποτέλεσμα αυτός να εμφανίσει μεγάλη βραδυκαρδία και μεγάλη πτώση της πίεσης. Προ αυτής της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει ο ασθενής και προκειμένου να αποφευχθούν χειρότερα αποτελέσματα που θα οδηγούσαν στη κατάληξη του ασθενούς, η δεύτερη κατηγορουμένη του χορήγησε αδρεναλίνη και προσπάθησε να του χορηγήσει οξυγόνο με διασωλήνωση, πλην όμως λόγω του ότι αυτή δεν είχε ορατότητα στον λάρυγγα συνεπεία του προκληθέντος αιματώματος σε συνδυασμό με ανατομικό πρόβλημα του ασθενούς [κοντόλαιμος], που αυτή όφειλε να διαπιστώσει κατά την λήψη του αναισθησιολογικού ιστορικού κατά τα προ-διαληφθέντα, εισήγαγε τον σωλήνα στον οισοφάγο του ασθενούς και όχι στην τραχεία. Την λανθασμένη αυτή ενέργεια της, η δεύτερη κατηγορουμένη, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως, ήτοι εντός δύο το πολύ λεπτών, γεγονός που είχε σαν συνέπεια την μη έγκαιρη διοχέτευση οξυγόνου στον οργανισμό του ασθενούς, εξ αιτίας της οποίας αυτός οδηγήθηκε σε κατάσταση κυάνωσης που με τη σειρά της κατέστησε επιτακτική την ανάγκη επέμβασης του χειρουργού ιατρού, δηλαδή του πρώτου κατηγορουμένου, προκειμένου με την εκ μέρους του διενέργεια τραχειοτομής, να επιτευχθεί τελικά η παροχή οξυγόνου στον οργανισμό του ασθενούς και η με το τρόπο αυτό [που είναι ιατρικά ενδεδειγμένος] να επιτευχθεί η ανάνηψη αυτού. Στο σημείο αυτό και προς επίρρωση των αμέσως πιο πάνω λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι όπως προκύπτει από την συνταχθείσα ιατροδικαστική έκθεση του ..., οι πνεύμονες του ασθενούς βρέθηκαν "κολλαψαρισμένοι", γεγονός που δείχνει ότι ο ασθενής είχε κανονική λειτουργία της καρδιάς του όχι όμως και της λειτουργίας της αναπνοής. Η δεύτερη κατηγορουμένη αντιληφθείσα πλέον τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του ασθενούς, ζήτησε την άμεση παρέμβαση του πρώτου κατηγορουμένου που βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο, ο οποίος αντιληφθείς το κρίσιμο της κατάστασης, έσπευσε πλησίον του ασθενούς και χρησιμοποιώντας το χειρουργικό νυστέρι, άρχισε άμεσα την διενέργεια τραχειοστομίας, ώστε μέσω αυτής να επιτευχθεί η άμεση παροχή οξυγόνου στον ασθενή. Λόγω όμως του προηγηθέντος αιματώματος, ήταν δύσκολη η ανεύρεση της τραχείας από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος κατά τη διενέργεια της εν λόγω ιατρικής πράξεως, που γινόταν όπως είναι φανερό σε κατάσταση βιασύνης και ίσως πανικού, σε κάθε δε περίπτωση όχι με την απαιτούμενη ψυχραιμία, προέβη σε αδέξιο χειρισμό του χειρουργικού εργαλείου [νυστεριού], με συνέπεια να τρωθεί η καρωτίδα και η σφαγίτιδα φλέβα του ασθενούς, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί σ' αυτόν αιμορραγικό σοκ που τον οδήγησε στον θάνατο. Ενόψει των αποδειχθένχων πιο πάνω περιστατικών και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Δικαστήριο οδηγείται στη κρίση ότι το επελθόν αποτέλεσμα [θάνατος του προαναφερθέντος ασθενούς], οφείλεται σε αμέλεια αμφοτέρων των κατηγορουμένων, η οποία συνίσταται στο ότι αυτοί κατά την εκτέλεση των παραπάνω ιατρικών πράξεων, ενήργησαν κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και οι ενέργειες τους δεν ήταν σύμφωνες με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, συνδέονται δε αταωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, ενόψει και του ότι, όπως γίνεται δεκτό, η προηγηθείσα αμελής συμπεριφορά της δεύτερης κατηγορουμένης [που θα οδηγούσε αναπόφευκτα στο θάνατο του ασθενούς και κατέστησε υποχρεωτική την άμεση παρέμβαση του πρώτου],χαρακτηρίζεται ως αιτία ακόμη και στη περίπτωση που για τη παραγωγή του αποτελέσματος συνέτρεξε και άλλη μεταγενέστερη αμελής ανθρώπινη ενέργεια, όπως εν προκειμένω του πρώτου κατηγορουμένου, αφού χωρίς την προηγηθείσα δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί η μεταγενέστερη. Ειδικότερα η αμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι συνέστησε την υποβολή του ασθενούς σε χειρουργική επέμβαση, χωρίς προηγουμένως, με τη χρήση τον κατάλληλων επιστημονικών μεθόδων, να έχει σαφή γνώση της κατάστασης αυτού που θα καταστούσε αναγκαία την υποβολή του σε χειρουργική επέμβαση, επί πλέον δε κατά την διενέργεια τραχειοστομίας προκάλεσε με το νυστέρι του τρώση της καρωτίδος και της σφαγίτιδας φλέβας αριστερά, με συνέπεια να προκληθεί στον ασθενή αιμορραγικό σοκ, η δε δεύτερη κατά την διενέργεια της ναρκώσεως, δεν κατάφερε να διασωληνώσει επιτυχώς των ασθενή ώστε να εξασφαλισθεί η παροχή οξυγόνου σ' αυτόν, γεγονός που αυτή αντιλήφθηκε καθυστερημένα και κατέστησε επιτακτική την ανάγκη παρέμβασης του πρώτου κατηγορουμένου. Τη κρίση του αυτή στηρίζει το Δικαστήριο ιδιαίτερα στην αναγνωσθείσα με αριθμό 3608/2003 ιατροδικαστική έκθεση, τα ευρήματα της οποίας, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, όχι μόνον δεν αναιρούνται από αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά αντίθετα ενισχύονται και από τη κατάθεση των ιατροδικαστών ... και ..., αποκαλύπτουν κατά τρόπο σαφή την αμελή πιο πάνω συμπεριφορά αμφοτέρων των κατηγορουμένων και την αιτία θανάτου προδιαληφθέντος. Τέλος ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι κατά την έναρξη εκτέλεσης εκ μέρους του της τραχειοστομίας, ο ασθενής ήταν ήδη νεκρός από τις προηγηθείσες ενέργειες της δεύτερης κατηγορουμένης με τις οποίες επήλθε τρώση της καρωτίδας και της σφαγίτιδας φλέβας αριστερά, απορρίπτεται ως αβάσιμος, καθόσον αν πράγματι τούτο είχε συμβεί, τότε θα είχε διαπιστωθεί μη λειτουργία της καρδιάς [ασυστολία], συνέπεια όμως που δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα εύρημα και συνεπώς αποκλείεται να είχε συμβεί. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τους αποδίδεται όπως εκτίθεται και στο διατακτικό της παρούσας". Κατόπιν αυτών το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχους τους κατηγορουμένους ιατρούς, ήδη αναιρεσείοντες του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε στον καθένα αυτών ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδίκασε τους κατηγορημένους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά στα οποία περιλαμβάνονται και οι ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, (χωρίς να δημιουργείται ασάφεια ή έλλειψη από την αναφορά στο σκεπτικό ότι λήφθηκαν υπόψη όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα το Εφετείο εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά καθενός αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, εντοπιζόμενη σε παράλειψη του μεν αναιρεσείοντος ιατρού Χ2 να προβεί πριν ενεργηθεί η χειρουργική επέμβαση στο Ζ, πάσχοντα από οξεία χολοκυστίτιδα, σε πλήρη και ενδελεχή έλεγχο της κατάστασης της υγείας του, με τη διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων και την υποβολή αυτού (ασθενούς) σε υπερηχογράφημα, της δε δεύτερης αναιρεσείουσας ιατρού Χ1 να προβεί στη λήψη πλήρους αναισθησιολογικού ιστορικού του ως άνω ασθενούς, ώστε να έχει πλήρη εικόνα της ανατομικής του κατάστασης, αλλά και σε αδέξιες ενέργειες καθενός των αναιρεσειόντων κατά τη διαδικασία της χειρουργικής επέμβασης στον ασθενή στις 29-11-2003 και ειδικότερα όσο αφορά τη δεύτερη ως άνω ιατρό α) στην αδέξια χρήση του λαρυγγοσκοπίου και την πρόκληση έτσι στον ασθενή Ζ οπισθοφαρυγγίου αιματόματος και β) στη βεβιασμένη και άτεχνη διασωλήνωση του ασθενούς, με την εισαγωγή του τραχειοσωλήνα στον οισοφάγο και όχι στην τραχεία αυτού, γεγονός που αντιλήφθηκε καθυστερημένα, με αποτέλεσμα τη μη έγκαιρη διοχέτευση οξυγόνου στον οργανισμό του ασθενούς, εξ αιτίας της οποίας αυτός εκδήλωσε μεγάλη βραδυκαρδία, πτώση πίεσης και κάκωση, συμπτώματα που επέβαλαν πλέον την άμεση επέμβαση του ετέρου αναιρεσείοντος ιατρού Χ2 για τη διενέργεια τραχειοστομίας, όσο δε αφορά τον τελευταίο, με το να ενεργήσει, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, την τραχειοστομία με τη χρήση του χειρουργικού νυστεριού, βεβιασμένα και άτεχνα, καθόσον στην προσπάθεια του να αποκαλύψει την τραχεία του ασθενούς προκάλεσε με το νυστέρι του τρώση της καρωτίδας και της σφαγίτιδος φλέβας αριστερά αυτού, γεγονός που είχε ως συνέπεια να προκληθεί στον ασθενή αιμορραγικό σοκ, εξ αιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος αυτού. Το αποτέλεσμα δε αυτό επισημαίνεται ότι συνδέεται ουσιωδώς με τις ως άνω συγκλίνουσες διαδοχικά αμελείς (ενσυνείδητες) συμπεριφορές (παραλείψεις και ενέργειες) αμφοτέρων των κατηγορουμένων, που τελούν όλες ανεξαιρέτως σε αιτιώδη συνάφεια για την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, χωρίς να μπορούσε κάποια από τις εν λόγω συμπεριφορές μόνη της και αυτοτελώς να επιφέρει αυτό. Δηλονότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης αιτιολόγησε με πειστικές σκέψεις τον μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο και προσδιόρισε σαφώς και χωρίς αντίφαση τη μορφή της αμέλειας ως συνειδητής δια του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης του και της παραδεκτής συμπληρώσεως χωρίς κάποια αντίθεση ως προς το είδος της αμέλειας των κατηγορουμένων ιατρών του σκεπτικού της με το διατακτικό αυτής. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε'του ΚΠΔ με τους οποίους υποστηρίζεται από τους αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ασάφειας ως προς το είδος της αμέλειας που δέχεται ότι συνέτρεξε σε καθένα των αναιρεσειόντων και δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, οι δε αντίθετοι επί της ουσίας ισχυρισμοί των αναιρεσείοντων που πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. β, 329, 331 παρ. 2, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχομένου στον τελευταίο από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, Όμως η ανάγνωση του εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος του πρακτικού που αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο ανέγνωσε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (βλ. μέσο 5ης σελίδας αυτών), τα οποία έλαβε υπόψη του μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στην καταδικαστική γι' αμφότερους τους αναιρεσείοντες κρίση (βλ αρχή 43ης σελίδας των ίδιων πρακτικών) Επίσης ανέγνωσε την από 19-9-2006 ένορκη βεβαίωση του ... (βλ. 24 των ως άνω πρακτικών, όπου αυτή αναφέρεται ως υπ' αριθ. 36 έγγραφο). Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν πρόκειται περί έκθεσης πραγματογνωμοσύνης για να αναφερθεί ιδιαίτερα στο αιτιολογικό, και ότι ο ανωτέρω, όντας ιατροδικαστής, εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας (βλ. σελ 27-29 πρακτικών δευτεροβάθμιας δίκης), περαιτέρω δε η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, συνεκτιμήθηκε και συναξιολογήθηκε μαζί με τα άλλα έγγραφα, όπως και η μαρτυρική κατάθεση του ανωτέρω προσώπου, που τονίζεται ιδιαίτερα για να καταλήξει το δικαστήριο στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση (βλ. αρχή της 48ης σελίδας της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
Επίσης, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης αναφέρονται η υπ' αριθ. 32/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και η υπ' αριθ. 205/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) - βλ υπ' αριθ. 5 και 6 έγγραφα στη σελ 22 της προσβαλλόμενης απόφασης. Το Δικαστήριο προχώρησε στην ανάγνωση των δύο αυτών αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων, επαρκώς προσδιοριζόμενων, χωρίς την αντίρρηση των παριστάμενων κατηγορουμένων και των συνηγόρων της ή η προβολή ισχυρισμού των περί μη ισχύος αυτών με την έκδοση νεότερων αντίθετων αποφάσεων επί των θεμάτων που οι αποφάσεις αυτές αναφέρονται με την αυτονόητη παραδοχή ότι η ανάγνωση του ήταν χρήσιμη για να σχηματίσει την κρίση του επί της συνοχής ή μη των κατηγορουμένων. Εξάλλου η ανάγνωση μη αμετάκλητων αποφάσεων ουδεμία ποινική ακυρότητα συνεπάγεται ούτε δημιουργεί κάποιο λόγο αναίρεσης. Τέλος, όσον αφορά τα υπ' αριθ. 18 και 19 έγγραφα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στη σελίδα 23 της προσβαλλόμενης απόφασης με τον τίτλο "Δημοσιεύματα σχετικά με την χολολιθίαση" και "Σχετική νομολογία", δεν δημιουργείται καθεμία αμφιβολία για την ταυτότητάς τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση της δε κατέστη γνωστό το περιεχόμενο τους σε όλους και ειδικότερα και στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, η οποία αν και είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις γι' αυτά ουδεμία τοιαύτη υπέβαλε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α λόγος περί απολύτου ακυρότητας που προβάλλεται από αμφοτέρους της αναιρεσείοντες με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο ή των οποίων δεν προέκυπτε η ταυτότητα, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Κατά το άρθρο 470 ΚΠΔ "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο ενώπιον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον καταδικασθέντα, το δικάζον Εφετείο δεν έχει εξουσία να καταστήσει χειρότερη τη θέση του κατηγορούμενου, υπό την έννοια ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα να επαυξήσει την επιβληθείσα ποινή ή να ανακαλέσει ευεργετήματα αναγνωρισθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Δεν συνιστά όμως χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου, όταν το Εφετείο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του καταδικασθέντος για έγκλημα που τέλεσε από αμέλεια, με την προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος καταδικάζεται και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την ίδια πράξη, πολύ δε μάλλον όταν τελικά επιβάλλεται από το τελευταίο δικαστήριο μικρότερη ποινή στον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή μεταξύ του σκεπτικού, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, της πρωτοβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, και της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε από αμφότερα τα παραπάνω δικαστήρια για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με την πρόσθετη παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι η ενσυνείδητη αμέλεια της συνίστατο, εκτός από την παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και σε εσφαλμένη ενέργεια της κατά τη διαδικασία της χειρουργικής επέμβασης στον ατυχή Ζ και την καταδίκασε, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ σε φυλάκιση 20 μηνών που ανέστειλε για τρία (3) έτη, αντί της ποινής των δύο (2) ετών που της είχε επιβάλλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της Χ1 περί χειροτερεύσεως της θέσης της και περί υπέρβασης της εξουσίας από το δεύτερο δικαστήριο (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 183 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστασών πολιτικώς εναγουσών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση της Χ1, με την από 3 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4367/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα αυτών, και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (ενσυνείδητη) παρ' ιατρών. Στοιχεία της πράξης αυτής. Συνεκδίκαση αιτήσεων αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψη νόμιμης βάσης και για απόλυτη ακυρότητα. Επάρκεια ταυτότητας εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Πότε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος. Δήλωση παράστασης πολιτικώς εναγουσών για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη αντί για ψυχική οδύνη, από το θάνατο συζύγου και πατέρα τους, δεν συνεπάγεται ακυρότητα. Μη χειροτέρευση θέσης εκκαλούντος - κατηγορουμένου με τον ακριβέστερο προσδιορισμό της ενσυνείδητης αμέλειας του με την παραδοχή πρόσθετων περιστατικών και την καταδίκη του για την ίδια πράξη (ανθρωποκτονία από αμέλεια) και την επιβολή μικρότερης ποινής από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Απόρριψη αιτήσεων αναίρεσης στο σύνολό τους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
| 0
|
Αριθμός 1139/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2893/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργ.Αθηνών. Με κατηγορούμενη την Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κοκκίνη. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαγεωργίου-Γονατά, 2)Ψ2, ο οποίος απεβίωσε και ο οποίος δεν παραστάθηκε και 3)Ψ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπαγεωργίου-Γονατά.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργ.Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 45/12-10-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1411/2009.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώριση αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη τους από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την, από 12 Οκτωβρίου 2009, ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, αίτησή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 45/2009 έκθεση, δήλωσε ότι σύμφωνα με τα άρθρα 463 εδ. α' 474, 479 παρ. 2, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2 α' και 509 παρ. 1 β' Κ.Π.Δ. ασκεί αναίρεση κατά της υπ' αρ. 2893/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που καταχωρήθηκε στο βιβλίο την 14-9-2009 με την οποία κηρύχθηκε αθώα η κατηγορούμενη Χ για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής που η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (ΚΠΔ 510 παρ. 1 περ. Δ' και περ. Γ' - 331,364 παρ. 1). Αυτή (αίτηση) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί. Κατά τη διάταξη του άρ. 372 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται αφαίρεση, με θετική ενέργεια του δράστη, από την κατοχή άλλου ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος, με σκοπό την παράνομη, δηλαδή χωρίς δικαίωμα, ιδιοποίηση αυτού. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας προς το πράγμα κατοχής του δράστη με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση αυτού. Η έννοια της κατοχής εκφράζει τη φυσική εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση προς ένα πράγμα. Έτσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεώς της, και, εφόσον δεν χαρακτηρίστηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος αυτού, δεν απαιτείται ειδικότερα προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που αφαιρέθηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρ. 329, 331, 333, παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρ. 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το Δικαστήριο της ουσίας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το πιο πάνω άρ. 358 του ίδιου Κώδικα απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζονται τα έγγραφα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν, και λήφθηκαν υπόψη, και να προκύπτει σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2893/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, η κατηγορουμένη, Χ κηρύχθηκε αθώα της αξιόποινης πράξεως της διακεκριμένης κλοπής, που η συνολική της αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, φερόμενη ότι τελέστηκε σε βάρος της Θ. Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, και της μάρτυρος κατηγορίας, η οποία εισήλθε επ' ολίγον στην αίθουσα του δικαστηρίου κατά την εξέταση άλλου μάρτυρα και αμέσως μόλις έγινε αντιληπτή εξήλθε, αφού κατ' άρθρο 350 ΚΠΔ δεν δημιουργείται ακυρότητα, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, την απολογία της κατηγορουμένης και όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη δεν έχει τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείται. Ειδικότερα, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη, πρώτη εγγονή της ηρωίδας Φ, της οποίας και το όνομα φέρει, είχε πολύ καλές σχέσεις με τις θείες της Ζ και Θ, καθόσον κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής της για μεγάλα χρονικά διαστήματα ζούσε μαζί με αυτές και τον παππού της ..., αρχικά στο σπίτι της οδού ... και μετά σ' αυτό της ..., εργαζόταν δε πριν φύγει για τις ... στην οικογενειακή επιχείρηση μαζί με τον παππού της, τον πατέρα της Μ και τη θεία της Ζ, η οποία ήταν και μέτοχος σ' αυτή (επιχείρηση). Συνεπεία δε προβλημάτων στο στενό οικογενειακό της περιβάλλον, για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν ερχόταν στην Ελλάδα. Όμως, κατά τη δεκαετία του 90' άρχισε να έρχεται στην Ελλάδα, αφού προηγουμένως είχε συμφιλιωθεί με τον πατέρα της και τη δεύτερη σύζυγό του και μετά το θάνατο του πατέρα της το έτος 1995 ερχόταν τουλάχιστον μια με δυο φορές το έτος στην Ελλάδα και εφιλοξενείτο τις περισσότερες φορές από τις θείες της, οι οποίες ζούσαν μαζί με τον σύζυγο της Θ, ... στο σπίτι της οδού ... από το έτος 1980, επιπλέον δε είχε αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα στην οργάνωση που είχε δημιουργηθεί για την ηρωίδα, ως Αντιπρόεδρος αυτής προσπαθώντας να κάνει γνωστό το έργο της γιαγιάς της και της οργάνωσης και διαθέτοντας για το σκοπό αυτό πέραν του χρόνου της και μεγάλα χρηματικά ποσά. Μετά το θάνατο του ..., επειδή τα οικονομικά των θείων μειώθηκαν αισθητά, αφού η χήρα του Θ έπρεπε να μοιραστεί τη σύνταξή του με την πρώην σύζυγό του, και τα τέκνα του από τον πρώτο γάμο του, ανέλαβε να ενισχύει οικονομικά τις αδελφές του ο Μ, πατέρας της κατηγορουμένης, ο οποίος και είχε κρατήσει την οικογενειακή επιχείρηση. Όμως, μετά το θάνατο του πατέρα της η κατηγορουμένη όταν διαπίστωσε τα οικονομικά προβλήματα των θείων της, ανέλαβε η ίδια να τις ενισχύει οικονομικά. Συγκεκριμένα, πέραν του ότι κάθε φορά που ερχόταν στην Ελλάδα αναλάμβανε όλα τα έξοδα των θείων της, φρόντισε να ανοίξει για αυτές λογαριασμό στο σούπερ μάρκετ ... για να ψωνίζουν οτιδήποτε χρειαζόντουσαν και στο κατάστημα ... για να μπορεί η θεία της Ζ να αγοράζει τα υλικά για τη ζωγραφική της χωρίς πρόβλημα, αλλά παράλληλα, μέσω του οικογενειακού τους φίλου και δικηγόρου κ Π Κόκκινη, φρόντιζε να καλύπτει τις όποιες ανάγκες τους. Όταν τον μήνα Ιούλιο 2005, αρρώστησε η Θ και εισήχθη στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, η Ζ ενημέρωσε τηλεφωνικά την κατηγορουμένη, η οποία αμέσως ήλθε στην Ελλάδα, προκειμένου να συμπαρασταθεί στις θείες της. Ήταν εκείνη, που ήρθε σε επαφή με τους γιατρούς του νοσοκομείου για να πληροφορηθεί για την κατάσταση της υγείας της θείας της, εκείνη που έμενε μαζί της στο νοσοκομείο και εκείνη που ανέλαβε να πληρώνει τη νυκτερινή νοσοκόμα και όσα έξοδα προέκυψαν κατά τη νοσηλεία της. Αφού, ενημερώθηκε από τους γιατρούς ότι η θεία της Θ έπασχε από καρκίνο του παγκρέατος και σε λίγο χρονικό διάστημα θα αποβίωνε, ζήτησε και συναντήθηκε με τους λοιπούς συγγενείς, προκειμένου να αποφασίσουν τι θα γίνει με τις θείες. Αυτό, επειδή το προαναφερθέν ακίνητο στην οδό ... που αποτελείτο από είσοδο χώλ, λιβινγ-ρούμ, γραφείο, τραπεζαρία, 4 υπνοδωμάτια, 2 λουτρά μαγειρείο, οφίς, δωμάτιο υπηρεσίας, βεστιάριο, εξώστη και αποθήκη και του οποίου το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν σε 500 ευρώ, λόγω της γνωριμίας που είχαν οι θείες με την ιδιοκτήτρια κ ..., ήταν γεμάτο από έπιπλα και κειμήλια και δεν ήταν δυνατόν να συντηρηθεί από μόνη την Ζ μετά τον θάνατο της Θ. Συγκεκριμένα, η Ζ, ως πρωτότοκη κόρη που ουδέποτε παντρεύτηκε και ζούσε με τον πατέρα της μέχρι τον θάνατό του, εργαζόμενη ως ξεναγός VIP και παράλληλα στην οικογενειακή επιχείρηση, ενώ ήταν καταξιωμένη ζωγράφος με σπουδές πλην της Ελλάδος και στις ΗΠΑ, είχε κρατήσει την οικοσκευή της οικογενείας και μέρος των οικογενειακών κειμηλίων και είχε και τα δικά της έπιπλα, ενώ, όταν η Θ με το σύζυγο της ήλθαν οριστικά στην Ελλάδα, μετά την συνταξιοδότηση του τελευταίου, έφεραν και την οικοσκευή τους, με αποτέλεσμα το άνω διαμέρισμα να είναι γεμάτο πράγματα. Όμως, με δεδομένο ότι η Θ, της οποίας η μηνιαία σύνταξη ανερχόταν περίπου σε 1300 ευρώ δεν είχε μεγάλο περιθώριο ζωής, η δε Ζ δεν είχε οικονομική άνεση, αφού η σύνταξη την οποία ελάμβανε μηνιαίως ανερχόταν σε 900 περίπου ευρώ πλέον το βοήθημα που λάμβανε από την Αρχιεπισκοπή εκ 117 ευρώ μηνιαίως δεν μπορούσε να κρατήσει το άνω διαμέρισμα, έπρεπε να βρεθεί μια λύση τόσον για την Ζ όσο και για τα πράγματα που βρίσκονταν στο άνω διαμέρισμα, όταν η Θ θα απεβίωνε. Έτσι, ενώ η Θ βρισκόταν ακόμη στο νοσοκομείο συναντήθηκαν η κατηγορουμένη, τα αδέλφια Ψ2 και Ξ με τον σύζυγο της ... και τα ανήψια Ψ1 και Ψ3, σε μια ταβέρνα, προκειμένου να αποφασίσουν τι πρέπει να γίνει. Εκεί τέθηκε το θέμα τι θα γίνει αφενός με την Θ, η οποία θα έβγαινε από το νοσοκομείο και τι θα γινόταν με την Ζ και το μίσθιο διαμέρισμα, αφού δεν ήταν δυνατόν να το συντηρήσει με τα πενιχρά εισοδήματά της. Στην γενόμενη συζήτηση συμφωνήθηκε αρχικά να πωληθούν κάποια έπιπλα που δεν είχαν ιστορική ή συναισθηματική αξία προκειμένου αφενός μεν να αντιμετωπιστούν κάποια έξοδα και αφετέρου να μειωθεί ο όγκος των επίπλων, να εισαχθεί η Θ σε κάποιο οίκο ευγηρίας και ενδεχομένως να βρεθεί ένα μικρότερο σπίτι για την Ζ. Έτσι, μετά την έξοδο της Θ από νοσοκομείο και τη μεταφορά της στην οικία της ..., ανέλαβε η κατηγορουμένη με τη βοήθεια της από χρόνια οικιακής βοηθού των θείων ... και της αδελφής αυτής ... την περιποίηση της Θ και όλα τα σχετικά έξοδα, αφού οι Ψ1 και Ψ3 αρχικά είχαν κανονίσει τις διακοπές τους και αργότερα είχαν να αντιμετωπίσουν την ασθένεια του πατέρα τους από καρκίνο και η Ξ και ο Ψ2 είχαν οι ίδιοι προβλήματα υγείας. Με βάση την ανωτέρω συμφωνία των αδελφών, για την οποία οι θείες ενημερώθηκαν, η Θ έδωσε στην κατηγορουμένη δυνάμει του ... συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της Σ/φου Αθηνών Βασιλικής Τούμπα ,μεταξύ άλλων, και την πληρεξουσιότητα να "προβαίνει σε αγορές και πωλήσεις παντός είδους κινητών πραγμάτων προς όφελος της εντολέως", ενώ την ίδια ημέρα με ιδιωτικό έγγραφο όρισε ως δικαιούχο της αποζημίωσης που εδικαιούτο από την τράπεζα BNP PARIBAS την αδελφή της Ζ και παράλληλα στο ίδιο έγγραφο ανέφερε τα εξής: "Και ό,τι αντικείμενα μας ανήκουν θα παραμείνουν σε εκείνη στην περίπτωση που μου συμβεί κάτι". Από τη φράση αυτή, ερμηνευόμενη σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι η Θ με ιδιωτικό έγγραφο προέβη σε δωρεά εν ζωή στην Ζ τόσο των πραγμάτων που της ανήκαν αποκλειστικά όσο και των κοινών πραγμάτων που υπήρχαν στην οικία και των οποίων την συγκατοχή και την απόλαυση είχε ήδη η Ζ αφού αυτά βρίσκονταν στην κοινή τους κατοικία, έτσι ώστε, αφενός μεν να μην απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά ούτε και παράδοση αυτών των κινητών πραγμάτων (βλΑΠ 1084/97ΕΕΝ1999.119 για το πότε πρόκειται για δωρεά εν ζωή και ΑΠ 534/02ΕλλΔ/νη43.1645, ΕφΑθ464/05ΕλλΔ/νη 2005.1524 για την κατοχή ήδη από τον δωρεοδόχο του δωρούμενου) ενώ ήδη η Ζ από το έτος 2002 δυνάμει του 2541/26-7-02 ειδικού πληρεξουσίου της ίδιας Σ/φου είχε δώσει πληρεξουσιότητα στην κατηγορουμένη να την εκπροσωπεί και μεταξύ άλλων "να μεριμνά για τη συντήρηση, φύλαξη και διαχείριση γενικά των κινητών της εντολέως καθώς και οποιουδήποτε οικογενειακού κειμηλίου (ενδεικτικά πινάκων ζωγραφικής, εγγράφων, διακοσμητικών ιδιαίτερης αξίας επίπλων, εικόνων, ρουχισμού κλπ) ενεργώντας οτιδήποτε απαιτηθεί για την διατήρησή τους σε καλή κατάσταση και διεκδικώντας ακόμα και την επιστροφή τους στην κατοχή της εντολέως σε περίπτωση που τυχόν της αφαιρεθούν". Στα πλαίσια δε της προαναφερθείσας απόφασης της οικογενείας περί πωλήσεως κάποιων κινητών πραγμάτων επισκέφθηκε την οικία της ... ο κ ... αρχαιοπώλης και φίλος της οικογενείας του Ψ2, προκειμένου αφενός μεν να δώσει τιμές για τα έπιπλα που υπήρχαν αφετέρου δε να αγοράσει κάποια από αυτά, εφόσον τον ενδιέφεραν. Όμως, δεν βρήκε κάτι της αρεσκείας του και δεν αγόρασε κάτι από αυτά. Τα έπιπλα είδε στη συνέχεια ο αρχαιοπώλης, κ ..., μετά από προτροπή της κ ..., ιδιοκτήτριας του ακινήτου και έδωσε κάποιες τιμές γι' αυτά, αγόρασε δε στη συνέχεια δύο πολυθρόνες αντί 500 ευρώ καθεμιά. Ενώ δε ο χρόνος περνούσε και η κατηγορουμένη έπρεπε να γυρίσει στην οικογένεια της στις ΗΠΑ, οπότε έπρεπε η μεν Θ να τακτοποιηθεί κάπου, που θα είχε φροντίδα, το διαμέρισμα δε να εκκενωθεί και κάποια από τα έπιπλα να πωληθούν και δεν είχε βρεθεί ακόμη λύση για το τι θα γίνει με την Ζ, μετά από πρόταση του Ψ2, η κατηγορουμένη πήγε να δεί τον οίκο ευγηρίας του κ ..., τον οποίο είχε συστήσει στην σύζυγο του ανωτέρω ... η οικογένεια ... .Η κατηγορουμένη με την Ζ επισκέφθηκαν τον οίκο αυτό ευγηρίας κατά τα τέλη Οκτωβρίου 2005 και την 1-11-05 έγινε πάλι επίσκεψη από την κατηγορουμένη συνοδευόμενη από τους Ψ2 και ..., οι οποίοι τον βρήκαν καλό για την Θ και συμφώνησαν να μεταφερθεί η τελευταία εκεί. Την επομένη, η Θ με ασθενοφόρο μεταφέρθηκε στο άνω οίκο ευγηρίας γεγονός βέβαια που δεν της ήταν ευχάριστο, αλλά ήταν αναγκαίο. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη συναντήθηκε με την κ ... αρχαιοπώλη, γνωστή της Ξ και της πώλησε κάποια από τα έπιπλα, ενώ κάποια άλλα πωλήθηκαν σε γείτονες και με την βοήθεια της Ζ και των δύο οικιακών βοηθών κάποια κατεστραμμένα πράγματα πετάχθηκαν και κάποια άλλα πακεταρίστηκαν προκειμένου, άλλα να δωρηθούν στο Δήμο της ... γενέτειρας της ηρωίδας και άλλα να αποθηκευθούν σε κάποια αποθήκη. Εκεί ήταν που δημιουργήθηκε σύγκρουση μεταξύ της κατηγορουμένης και του θείου της Ψ2, αφού αφενός αρνήθηκε να του δώσει κάποιους πίνακες που της ζήτησε, καθόσον η Ζ στην οποία ανήκαν δεν ήθελε αφετέρου η κατηγορουμένη αρνήθηκε να αποθηκεύσει τα πράγματα από την κατοικία των θείων της σε αποθήκη του γιου της συζύγου του Ψ2 κ ... ... Αφού σχεδόν είχε ειδοποιηθεί από τον γείτονα κ. ..., η Ψ3 από την έναρξη αυτής και δεν παρενέβη κάποιος για να ζητήσει εξηγήσεις ή να τη σταματήσει, στις 12-11-05 και αφού αυτή (μετακόμιση) είχε σχεδόν τελειώσει ο Ψ1 κάλεσε δυνάμει Εισαγγελικής παραγγελίας στο ΑΤ ... την κατηγορουμένη για συστάσεις σχετικά με την μετακόμιση. Πράγματι, η κατηγορουμένη με την Ζ και άλλους πήγε στο άνω ΑΤ όπου αρνήθηκαν τα γενόμενα από τον παραπάνω παράπονα και η Ζ συγκρούσθηκε με τον Ψ1. Μετά ταύτα, αφού το διαμέρισμα είχα αδειάσει, η κατηγορουμένη μαζί με την Ζ, η οποία αποφάσισε να την ακολουθήσει στις ΗΠΑ, γεγονός που γνώριζε ο Ψ2, στις 17-11-05 το εγκατέλειψαν, αφού χαιρέτισαν τον γείτονά τους κ. ..., ενημερώνοντάς τον ότι θα έφευγαν για τις ΗΠΑ, έκτοτε δε και μέχρι την αναχώρησή τους, στις 24-11-05, διέμεναν στην κόρη της κατηγορουμένης ..., επισκεπτόμενες συχνά την Θ. Όμως, την 18-11-05, δηλ. ενώ είχαν εγκαταλείψει την άνω οικία πληροφορήθηκαν ότι έγινε θυροκόλληση ασφαλιστικών μέτρων νομής εναντίον της κατηγορουμένης με αιτούσα την Θ. Η κατηγορουμένη ενόψει της αναχώρησής τους, αφού αποχαιρέτησε με την Ζ την 20-11-05 την Θ, η οποία δεν παραδέχθηκε ότι είχε στραφεί εναντίον της με την άνω αίτηση, και ενημέρωσε τον ιδιοκτήτη του οίκου ευγηρίας σχετικά με τη διεύθυνσή της και τα τηλέφωνά της και ζήτησε να την ενημερώνει για οποιαδήποτε ανάγκη της Θ, στη συνέχεια αποχαιρέτησαν την αδελφή Ξ στην οποία έδωσαν και ένα δακτυλίδι της Θ, ένα φωτιστικό και μια προσωπογραφία της του ζωγράφου ... και αναχώρησαν για την Αμερική. Επί της άνω αιτήσεως, που συζητήθηκε, στις 29-11-05, δηλ. μετά την αναχώρηση της κατηγορουμένης για την Αμερική, εκδόθηκε η 6829/05 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι τα με αριθμούς 1 έως και 22 αναφερόμενα στο κατηγορητήριο αντικείμενα ανήκαν στην Θ. Πράγματι, όπως αποδεικνύεται και από την από 24-9-96 διαθήκη που συνέταξε ο δικηγόρος Αλ. Πετρουτσόπουλος, φίλος του ... και έδωσε από κοινού με τον ... στην Θ, προκειμένου αυτή να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη ή να την καταθέσει ως μυστική διαθήκη σε Σ/φο, στην αποκλειστική κυριότητά της ανήκαν μόνα τα προαναφερθέντα έπιπλα. Ενώ στην αποκλειστική κυριότητα της Ζ ως αποδεικνύεται ιδίως από την από 24-9-06 διαθήκη που συνέταξε ο ανωτέρω δικηγόρος που δόθηκε για τους ίδιους λόγους στην Ζ ανήκουν σ' αυτήν τα μ' αριθμούς 24 και από 26 έως και 58 αντικείμενα. Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι δύο γούνες (23) είχαν δοθεί στις Δ και Ψ3 από τις αδελφές και το μεγάλο δακτυλίδι της Θ στην Ξ (25), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν άλλες γούνες, πανωφόρια με γούνες ή άλλα χρυσαφικά στην άνω οικία. Εξάλλου, από τα ανήκοντα στην Θ αντικείμενα πωλήθηκαν σε τρίτους, προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα αυξημένα οικονομικά έξοδα εξαιτίας της ασθένειας της, τα οποία είχε καταβάλει η κατηγορουμένη, ως αποδεικνύεται ιδίως από την από 12-11-05 απόδειξη είσπραξης και από 12-11-05 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης υπογραμμένο από την κατηγορουμένη την Ζ και την κ. ... με την παρουσία της Ζ την απολογία της κατηγορουμένης και την ένορκη κατάθεση του κ. ... τα μ' αριθμούς 1, 2, 3 από το 4 οι 2 πολυθρόνες, 7, 8, 10 μόνο το γραφείο και 15 αντί συνολικού ποσού 6900 ευρώ στην κ. ..., τα μ' αριθμό 11 αντί 1000 ευρώ, στον κ. ... στις 6-11-05 στο 6 σε γειτόνισσα αντί 300 ευρώ, το 5(500 Ε), 16, 17(200Ε), 19, 21(200E) σε ιδιώτες, τα 9, 12, 13, 14 πετάχθηκαν γιατί ήταν κατεστραμμένα, ενώ ο καναπές του 4, η καρέκλα του 10, ο καναπές CHESTERFIELD 18, η ντουλάπα 20 και η βιβλιοθήκη 21 βρίσκονται αποθηκευμένα σε αποθήκη προς φύλαξη. Ομοίως, από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε το ματωμένο φουστάνι της ηρωίδας στην οικία της Παρθενώνος. Ειδικότερα, την ηρωίδα την εκτέλεσαν οι Γερμανοί περί ώρα 5:30 πρωινή της 8-9-44 και μετά από πολύωρη αναζήτηση το πτώμα της ανευρέθηκε το Γ Νεκροταφείο, η δε μεταφορά της από το Γ Νεκροταφείο στο Β όπου και ο οικογενειακός τάφος, έγινε περί ώρα 5η απογευματινή, οπότε και αυτή ετάφη περί ώρα 7η απογευματινή. Λόγω δε του χρόνου που είχε παρέλθει από τη θανάτωσή της, το σώμα της ήταν δύσκαμπτο και διάτρητο από σφαίρες, το δε φόρεμά της χρώματος μώβ με ρόζ λουλούδια, ήταν κουρελιασμένο αποξηραμένο και κολλημένο στο σώμα της και ήταν αδύνατος να αφαιρεθεί από το σώμα της, το μόνο που έγινε δε ήταν να πλύνουν το πρόσωπό της με νερό και ολόκληρο το σώμα της και στη συνέχεια να το σκεπάσουν με άσπρο σεντόνι. Κατά τον ενταφιασμό της δε που έλαβε χώρα ως προελέχθη την 7μμ ήταν παρόντες οι αδελφές της ... και ..., ο ανιψιός της ..., οι αδελφές ... και ..., η ... και η .... Τα παραπάνω αποδεικνύονται ιδίως από την από 5-5-09 επιστολή του ... σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ... και ... και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, αφού δεν είναι δυνατόν μετά από τόσες ώρες που ήταν νεκρή η ηρωίδα και το σώμα της είχε παγώσει να μπορεί να βγει το φόρεμά της και δεν αναιρείται από το χωρίς ημερομηνία έγγραφο της ..., πρώην συζύγου του Ψ2 στο οποίο αναφέρει ότι της το έβγαλε εκείνη και της έβαλε ένα ανοιχτόχρωμο και το φόρεμα δόθηκε στο σύζυγό της και όχι οι αδελφές της νεκρής ηρωίδος, ενόψει και των διαφορετικών καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το (το φόρεμα) είδαν, σχετικά με το χρώμα του. Υπήρχε όμως, η μπέρτα της ηρωίδας η οποία είχε δοθεί στην Ξ τα μ' αριθμούς 2 και 40 (ταυτίζονται), 3, 4 (η μια προσωπογραφία του ... δωρήθηκε σύμφωνα με τη διαθήκη της Ζ στο Δήμο ... και η άλλη είναι στην αποθήκη) 5 , 6 και 33 (6+33 ταυτίζονται) υπάρχουν στην αποθήκη, το 7 και 28 δηλ αναφορές των συνεργατών της οργάνωσης έχουν δοθεί στο ΔΗΠΕΘΕ σε αντίγραφα ως προκύπτει από το Φ900/61/767086//31-3-09 έγγραφο του ΓΕΣ τα πρωτότυπα δε φυλάσσονταν από τον Μ, πατέρα της κατηγορουμένης και δεν βρίσκονταν στο οίκημα της ... τα με αριθμούς 8,9,10 και 11 δεν αποδείχθηκε ότι τα έχει η κατηγορουμένη, το 12 υπάρχει σε φωτοτυπία σε βιβλία σχετικά με την ηρωίδα τα 13,14,15,16,17,18,19,20, 21,22,23 και 31(τα 23 και 31 ταυτίζονται) δεν αποδείχθηκε ότι τα πήρε η κατηγορουμένη, 24 και 25 υπάρχουν το μ' αριθμό 26 περιέχονται στα έγγραφα που διατηρούσε η Δ και ο σύζυγος της ..., και ως ο ίδιος καταθέτει, έδωσε στον συγγραφέα .... Όσον αφορά τα στον αριθμό 27 βιβλία δεν προσδιορίζονται επακριβώς και δεν μπορεί να ελεγχθεί αν περιλαμβάνονται, σε αυτά που δωρήθηκαν από την Ψ3 και την κατηγορουμένη μαζί με μια βιβλιοθήκη στο Δήμο ..., τα όπλα που αναφέρονται στα 29, 30 δεν αποδείχθηκε ότι τα έχει η κατηγορουμένη, τα αναφερόμενα στο 32,34,36,37 και 39 αντικείμενα βρίσκονται στην αποθήκη, το 35 (καταστατικό) δεν υπάρχει, επίσης δεν αποδείχθηκε ότι είχε εικόνες (38) η ηρωίδα, αλλά αντιθέτως οι εικόνες που υπήρχαν στην άνω οικία ήταν της Ζ ως προκύπτει από την κατάθεση του ... ο οποίος αναφέρεται σε 17 εικόνες δηλ 5 πλέον των 12 και από την διαθήκη της Ζ, τα μ' αριθμούς 41,42,43,44,45,47 έως και 50 έγγραφα δεν αποδείχθηκε ότι τα έχει η κατηγορουμένη, ενώ το 46 δωρήθηκαν από την ποιήτρια στην ίδια κατηγορουμένη τα δε μετάλλια της ηρωίδας με τα διπλώματα σύμφωνα με τη βούληση της Ζ δωρήθηκαν στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών (βλ867/10-4-08 πρωτόκολλο παραλαβής Πολεμικού Μουσείου Αθηνών). Το μ' αριθμό 51 δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε ενώ τα μ' αριθμούς 52 έως 55 υπάρχουν. Το γεγονός ότι δεν υπήρχαν στην οικία κάποια από τα παραπάνω αντικείμενα αρχειακού ενισχύεται και από το ότι ήδη η Ζ είχε δωρήσει πρωτότυπα στο ΔΗΠΕΘΕ και τόσο στις διαθήκες του έτους στη διαθήκη της Ζ προς την κατηγορουμένη του αναφέρονται μόνο τα παράσημα ενώ μέρος του όλου αρχείου κατείχε και ο Μ ο οποίος τα παρέδωσε σε αντίγραφα στο ΔΗΠΕΘΕ, καθώς και η Δ η οποία δια του συζύγου της έδωσε στον συγγραφέα ... για τη συγγραφή του έργου του για την ηρωίδα και ενδεχομένως άλλα είχε η Οργάνωση ο Ψ2 και η Ξ. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη δεν τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη προέβη στην πώληση κάποιων πραγμάτων που ανήκαν στην Θ προκειμένου να καλυφθούν οι οικονομικές ανάγκες αυτής και της Ζ και την μετακόμιση των λοιπών σε αποθήκες προκειμένου να ελευθερωθεί το μίσθιο διαμέρισμα, το οποίο, ως προελέχθη δεν ήταν σε θέση να κρατήσει η Ζ και να διασφαλισθούν αυτά, προκειμένου ιδίως τα πράγματα της ηρωίδος να δοθούν στο Δήμο Αθηναίων για το μουσείο που θα γίνει για την ηρωίδα και σχετικά με το θέμα αυτό επικοινώνησε πλειστάκις με τους εκπροσώπους του Δήμου Αθηναίων και τα προσέφερε... Προέβη δε στις άνω πράξεις(πώληση, δωρεά προς το Δήμο ..., παράδοση μεταλλείων μετακόμιση και αποθήκευση αντικειμένων που βρίσκονταν στην οικία της οδού ...), με βάση αφενός μεν τα πληρεξούσια της Θ και της Ζ, αφετέρου δε τη δωρεά της Θ προς την Ζ, με βάση την οποία η τελευταία έγινε κυρία των δωρηθέντων και η οποία (δωρεά) ουδέποτε ανακλήθηκε, καθώς και με τη συναίνεση της Ζ, την οποία και πήρε μαζί της στην ..., εν γνώσει των συγγενών, αφού κανείς από αυτούς (συγγενείς) δεν μπορούσε και δεν ήθελε να την φιλοξενήσει και της οποίας (Ζ) στη συνέχεια κατέστη γενικά κληρονόμος, δυνάμει της από 26-7-02 μυστικής διαθήκης που δημοσιεύθηκε με το 2130/30-3-07 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη προέβη στις άνω πράξεις όχι με σκοπό αφαίρεσης και ιδιοποίησης των άνω αντικειμένων από τις κυρίες και κατόχους αυτών, ανεξάρτητα αν εκ των υστέρων κληρονόμησε την Ζ, αφού οι ίδιες την είχαν εξουσιοδοτήσει να προβεί στις άνω ενέργειες στις οποίες προέβη με πληρεξούσια και δωρεά σε ισχύ και οι ενέργειες αυτές ήταν εν γνώσει των Ψ2 Ψ1 και Ψ3, προκειμένου να βρεθεί κάποια λύση στα θέματα που είχαν ανακύψει από την ασθένεια της Θ και τον επικείμενο θάνατό της ο οποίος και πράγματι συνέβη στις 4-1-06, σχετικά με το μισθωμένο διαμέρισμα, τα πράγματα που υπήρχαν σ' αυτό και την Ζ, είναι δε περίεργη η μεταστροφή της Θ κατά της κατηγορουμένης μετά την αναχώρησή της τελευταίας για την Αμερική. Και ναι μεν η πολιτική αγωγή ισχυρίζεται ότι η Ζ τα είχε χαμένα και χειραγωγείτο από την κατηγορουμένη γι' αυτό προέβη στις άνω ενέργειες (πληρεξούσιο, δωρεά, διαθήκη), όμως κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε. Συγκεκριμένα, από τα άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι το πρώτον το έτος 2004 διαπιστώθηκε κατά την εισαγωγή στο ΝΙΜΙΤΣ της Ζ, για άλλη αιτία, ότι αυτή πάσχει από οργανικό σύνδρομο σε ανοϊκό έδαφος και ως στοιχείο του ιστορικού αναφέρεται ανοϊκή συνδρομή από 5ετίας ως προκύπτει από το από 1-7-04 ενημερωτικό σημείωμα του ΝΙΜΙΤΣ. Όμως, η τελευταία παρατήρηση δεν αποδεικνύεται από κάποιο άλλο στοιχείο και δη από προγενέστερες σχετικές εξετάσεις και εγγραφές στο βιβλιάριό της, το οποίο επιδείχθηκε σε πρωτότυπο και προσκομίστηκε και αναγνώσθηκε σε αντίγραφο. Αντιθέτως, από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ..., ... σε συνδυασμό με τις ένορκες βεβαιώσεις ιδίως των Δ, ... και ... , συγγενών που επισκέφθηκαν την Ζ στην Αμερική, όταν εφιλοξενείτο από την κατηγορουμένη, την βεβαίωση της ... και την Βεβαίωση του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας, από τον οποίο βραβεύθηκε αυτή το έτος 2000 για την προσφορά της, το βιβλιάριο υγείας της καθώς και τις φωτογραφίες που αναγνώσθηκαν, αποδεικνύεται ότι η Ζ αν και λόγω της ηλικίας της ξεχνούσε και εμφάνισε το έτος 2004 αγγειακή εγκεφαλοπάθεια, είχε τη χρήση του λογικού και συνείδηση των πραττομένων της, αφού μόνη της πήγαινε και αγόραζε τα υλικά της ζωγραφικής της από το κέντρο της Αθήνας και ζωγράφιζε μέχρι το θάνατό της, μόνη ψώνιζε από τον ..., πήγαινε στην Αρχιεπισκοπή όπου εισέπραττε το βοήθημα και στην τράπεζα, όπου πλην της δικής της σύνταξης, εισέπραττε και αυτή της Θ και συμμετείχε ερχόμενη σε επαφή με ανώτερους πολιτικούς και πολιτειακούς παράγοντες στις εκδηλώσεις για την ηρωίδα μητέρα της, έγραφε δε τα απομνημονεύματα της καθώς και άπειρα γράμματα προς τους οικείους της μέχρι του θανάτου της. Τα παραπάνω δε, δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ψ2 ο οποίος καταθέτει ότι της είχαν δώσει σημείωμα με τα στοιχεία της που είχε στην τσέπη της για να μην χαθεί, ..., που είδε μόλις δύο φορές την Ζ, και καταθέτει ότι η Ζ δεν μπορούσε να γράφει και να ζωγραφίζει, ... και ... ..., .. που καταθέτουν ότι η Ζ φορούσε κλειδί με τα στοιχεία της στο λαιμό μήπως χαθεί, του ... που την είδε μόλις μια φορά και καταθέτει ότι έδειχνε να έχει συμπτώματα άνοιας και κάτι φορούσε στο λαιμό και η ... που καταθέτει ότι η Θ κάτι της έβαλε στο λαιμό και η Ζ δεν το καταλάβαινε, που δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον από τις καταθέσεις των οικείων και ιδίως εκείνη του ... προκύπτει η έντονη προσωπικότητα της Ζ, και δη ο ίδιος για την Ζ αναφέρει: "Ήταν αεικίνητη. Δεν μπορούσε να την κοντρολάρει κανείς γιατί φώναζε και χτυπιόταν", η οποία με τον χαρακτήρα που είχε δεν ήταν δυνατόν να ανέχεται να φορά στο λαιμό της κλειδιά και σημειώματα, πέραν του ότι κάτι τέτοιο δεν φαίνεται σε καμμιά από τις φωτογραφίες όπου η Ζ εμφανίζεται πάντα περιποιημένη και καλοβαλμένη. Εξάλλου, από το βιβλιάριο υγείας της δεν αποδεικνύονται εγγραφές σχετικών φαρμάκων πλην εκείνης της 1-7-04 και 12-9-06 ενώ όσον αφορά τις βεβαιώσεις των ιατρών ... .... ... και ... δεν αποδεικνύεται από αυτές ότι η Ζ δεν είχε τη χρήση του λογικά και την συνείδηση των πραττομένων. Κατόπιν τούτων, η κατηγορου-μένη πρέπει να κηρυχθεί αθώα για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής που η αξία των πραγμάτων υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ. Τέλος το δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία για την ανεύρεση της αλήθειας η προσκόμιση εγγράφου του ΓΕΣ σχετικά με τα δωρηθέντα αρχεία σ' αυτό ως προς την ηρωίδα και την οργάνωση της αφού προσκομίζονται δύο εκ των οποίων το ένα του έτους 2009,ούτε η προσκόμιση του DVD του κ .... Ομοίως δεν κρίνεται αναγκαία η εξέταση του κ. ..., σχετικά με τις διαθήκες του έτους 1996 αφού προσκομίστηκε επιστολή αυτού για το θέμα αυτό καθώς επίσης και η εξέταση της κ. ..., η οποία εμπλέκεται μόνο στην πώληση κάποιων πραγμάτων της Θ και η οποία (πώληση) αποδεικνύεται από έγγραφα έκδοσής της που δεν αμφισβητούνται. Επομένως, τα σχετικά αιτήματα και ευχές είναι απορριπτέα". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη αθώα του ότι: στην ..., περί τα μέσα Νοεμβρίου 2005 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε ακόμη από την ανάκριση, αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Η συνολική αξία των πραγμάτων που αφαίρεσε υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, καθ' όν χρόνο η θείας της, Θ συζ. ... (που έχει ήδη αποβιώσει), βρισκόταν στον οίκο Ευγηρίας "...", αυτή έχοντας τα κλειδιά της επί της οδού ... οικίας της, αφού εισήλθε σε αυτή, αφαίρεσε από την κατοχή της Θ, τα αναφερόμενα με κάθε λεπτομέρεια στο διατακτικό της απόφασης ξένα κινητά πράγματα και ειδικότερα, έπιπλα και οικιακό εξοπλισμό, καθώς και τα αντικείμενα που είχαν ιστορική αξία, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, καθόσον διαφορά τουλάχιστον τα έπιπλα και τον οικιακό εξοπλισμό, ανέρχεται σε 227.500 ευρώ.
Ο αναιρεσείων εισαγγελέας στην αίτησή του ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για τους παρακάτω κατά λέξη λόγους: "A. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθ' όσον από επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών (σελ. 2 και 21) προκύπτει πως παρέστησαν ως πολ. ενάγοντες οι Ψ2, Ψ1, Ψ3, οι οποίοι εξετάσθηκαν ανωμοτί, ωστόσο από το σκεπτικό (σελ. 163) προκύπτει ότι οι καταθέσεις αυτών δεν μνημονεύονται στα αποδεικτικά μέσα, αφού αναφέρεται: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και της μάρτυρος κατηγορίας η οποία εισήλθε επ' ολίγον στην αίθουσα του δικαστηρίου" (ΑΠ 1636/2002 Π. Χρ. ΝΓ/601, ΑΠ 1595/2001 Π. Δ/σύνη 2002/885) και ναι μεν γίνεται (σελ. 170, σκεπτικό) μνεία καταθέσεων των Ψ2 και Ψ1, ως και σε άλλο σημείο στην σελ. 169, ωστόσο η αναφορά σ' αυτές συνάγεται ότι είναι αποσπασματική και όχι, εν τω συνόλω και σε συσχετισμό με τα λοιπά, επίσης δεν γίνεται στο σημείο αυτό μνεία της καταθέσεως της πολ. ενάγουσας Ψ3" και "Β. Παράβαση των διατάξεων για την δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρ. 510 παρ. 1Γ - 331, 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) επειδή ελήφθη υπόψη η από 26-7-02 μυστική διαθήκη της Ζ που δημοσιεύθηκε με το υπ' αρ. 2130/30-3-07 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών (σκεπτικό, σελ. 169) η οποία δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο αναγνωστέων εγγράφων, η δε αναφορά του εγγράφου αυτού δεν προκύπτει κατηγορουμένη δεν είχε σκοπό αφαίρεσης και ιδιοποίησης των αντικειμένων (που εκτίθενται στην διατυπωθείσα κατηγορία)".
Αβάσιμα όμως, διότι, σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην αθωωτική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτή αθωώθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Αβάσιμη επίσης είναι και η αιτίαση ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι μη αναφερόμενες στο σκεπτικό ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, διότι η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να μνημονεύεται ρητά, αλλά και διότι ο πολιτικώς ενάγων είναι ο κατ' εξοχήν μάρτυρας κατηγορίας και συνεπώς, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη, στην προκειμένη δε περίπτωση, η απόφαση αναφέρει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν η δεν μνεία "που εξετάσθηκαν ενόρκως" οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού με την απόφαση έγιναν δεκτές οι απόψεις αυτών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, και ο δεύτερος από το αυτό άρθρο περ. Γ' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για μη ανάγνωση σε αυτό της από 26-7-2002 μυστικής διαθήκης της Ζ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελίδα 120, σειρά πρώτη), ανάμεσα στα έγγραφα που αναγνώστηκαν, αναφέρεται ότι αναγνώστηκε: "αντίγραφο του πολεμικού Μουσείου μετά διαθήκης της Ζ". Εξάλλου, ο αυτός λόγος είναι αβάσιμος, αφού δεν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη ως τέτοιο, αλλά ότι αναφέρεται διηγηματικά ως αποτέλεσμα των εκτιμηθέντων άλλων αποδεικτικών μέσων.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 45/2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 2893/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διακεκριμένη κλοπή, που η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €. Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων). Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι οι εξετασθέντες στο ακροατήριο ανωμοτί πολιτικώς ενάγοντες, δεν μνημονεύονται στα αποδεικτικά μέσα. Όμως, αυτοί είναι οι κατ' εξοχήν μάρτυρες κατηγορίας και από το σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει με βεβαιότητα ότι η κατάθεσή τους λήφθηκε υπόψη, η δε μνεία - αναφορά ότι εξετάσθηκαν ενόρκως, οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Αβάσιμος είναι και ο λόγος για παράβαση της δημοσιότητας στο ακροατήριο, για το λόγο ότι λήφθηκε υπόψη έγγραφο, που δεν αναγνώστηκε, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το εν λόγω έγγραφο είχε αναγνωστεί, εκτός του ότι το έγγραφο αυτό αναφέρεται διηγηματικά. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Κλοπή, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1138/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλίου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρούμπη και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη-Αλέξανδρο Μυλωνά, περί αναιρέσεως της 297, 298, 299, 300, 301/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρθένα Τιντζογλίδου.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 199/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 18 του νόμου 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, όταν αυτή ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρο-γραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 465, 473 και 474 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα και τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, αν από λόγους ανώτερης βίας ή από άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα αδυνατεί ο δικαιούμενος να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο που του ανήκει, συγχωρείται να γίνει αργότερα, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει στην περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανωτέρας βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Τα περιστατικά που συνιστούν τη ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου και ταυτοχρόνως να γίνεται επίκληση των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία αποδεικνύουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο (Ολ. ΑΠ 15/1987, ΑΠ 544/2009, ΑΠ 1510/2008). Όμως, στην έννοια της ανωτέρας βίας δεν περιλαμβάνεται η από αμέλεια ή από άγνοια των σχετικών δικονομικών διατάξεων μη άσκηση του ένδικου μέσου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 297-298-299-300-301/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, και τους συνηγόρους του Παναγιώτη Σπηλιάκο και Σπήλιο Σπηλιάκο. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 20.11.2008, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στο σώμα της. Όμως, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με δήλωση του έχοντος εντολή και πληρε-ξουσιότητα κατά το άρθρο 96 του ΚΠΔ δικηγόρου του, Ιπποκράτη Μυλωνά, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκπροθέσμως και συγκεκριμένα στις 29.1.2009, δηλαδή αφού παρήλθε η παραπάνω εικοσαήμερη προθεσμία. Στην έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, ο οποίος συνομολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, επικαλείται, ότι για λόγους ανώτερης βίας, που ανάγονται στο πρόσωπο του παραστάντος στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, πληρεξουσίου συνηγόρου του, Παναγιώτη Σπηλιάκου, δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτήν, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Ειδικότερα, διατείνεται ότι αυτός και οι γονείς του είχαν δώσει εντολή στον παραπάνω δικηγόρο να ασκήσει για λογαριασμό του το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως και ότι αυτός (δικηγόρος) στα συχνά τηλεφωνήματα των μελών της οικογένειας τους διαβεβαίωνε ότι παρακολουθεί την υπόθεση και δήλωνε ότι η απόφαση ακόμη δεν είχε καθαρογραφεί και τους καθησύχαζε λέγοντας ότι θα τους ειδοποιήσει μόλις ασκήσει την αναίρεση. Ωστόσο ο παραπάνω δικηγόρος, από δικό του λάθος, έχασε την προθεσμία της αναιρέσεως και στη συνέχεια προσπάθησε να εξαπατήσει τον αναιρεσείοντα και την οικογένειά του ισχυριζόμενος ότι μπορούσαν να προσφύγουν στο Ε.Σ.Δ.Α παρακάμπτοντας τον Άρειο Πάγο και παρακινώντας τους να μην αναφέρουν τίποτε σε άλλο δικηγόρο. Ο κατά τα ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσίαν, γιατί μόνη η αμέλεια του δικηγόρου να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κωλύματος, δικαιολογούσα το εκπρόθεσμο αυτής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα για το εκπρόθεσμο της αναιρέσεως αποδεικτικά στοιχεία (επιστολή προς τον υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρο, Ιπποκράτη Μυλωνά και καταγγελία προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών), δεν προκύπτει ότι ο έχων το δικαίωμα αναιρέσεως, ..., είχε δώσει εντολή στον παραπάνω δικηγόρο να ασκήσει την αναίρεση, αφού τα έγγραφα αυτά υπογράφονται από τους γονείς του και όχι από τον ίδιο, ο οποίος είχε τη δυνατότητα με την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου να αναθέσει ο ίδιος, κατά το άρθρο 96 του ΚΠΔ, σε δικηγόρο την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 746/2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 300 και 301/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ?
|
Ληστεία από την οποία προήλθε ο θάνατος προσώπου. Ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία. Αίτηση αναίρεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο, με βάση εξουσιοδότηση, με δήλωση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, μετά από πάροδο είκοσι ημερών από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο τηρούμενο βιβλίο. Η επίκληση, ως ανώτερης βίας, η αμέλεια του παραστάντος δικηγόρου να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο, αλλά ούτε προκύπτει ότι ο δικαιούμενος προς άσκηση αυτού καταδικασθείς κατηγορούμενος, είχε δώσει εντολή ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου στον παραστάντα δικηγόρο. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 2
|
Αριθμός 1137/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.291/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1522/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 15/14-1-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 12/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. 8, κατά του υπ' αριθ. 291/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά τα 73.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (άρθρο 375§§2 και 1 Π.Κ.). Κατά του παραπάνω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά, από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465§1, 473§1, 474§1 και 482 παρ.1α Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41§Ν. 3160/2003. Διαλαμβάνονται δε στην αίτηση αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτοί : α) της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, β) της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής κα εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 484§1 α',β και δ' Κ.Π.Δ.). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του Π.Κ. (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 α' του Ν. 2721/99) "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται : α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, να ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός του δράστη γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος) του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο λόγο, στη δική του περιουσία (ΑΠ 230/08 (σε συμβ.) Ποιν. Χρ. ΝΘ' 45, ΑΠ 1623/08 (σε συμβ.) Ποιν. Χρ. ΝΘ'. 630, ΑΠ 1110/08 (σε συμβ.) Ποιν. Χρ. ΝΘ'. 358, ΑΠ 360/2006, ΑΠ 580/06 Ποιν. Χρ. ΝΖ'. 53, ΑΠ 1120/06 Ποιν. Χρ. ΝΖ'. 419, ΑΠ 384/2006 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ'. 901). Ο δράστης της υπεξαιρέσεως δεν μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του θύματος, και τούτο διότι, κατ' άρθρ. 450 εδ. α' ΑΚ, δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτηση, η οποία προέρχεται από αδίκημα, που διαπράχθηκε με δόλο, όπως είναι οπωσδήποτε και το αντικείμενο της υπεξαίρεση (ΑΠ 1066/2004 Ποιν. ΧΡ. ΝΕ'.511, ΑΠ 419/87 Ποιν Χρ. ΛΖ'. 722, Πρβλ. ΑΠ 1623/08 με εισαγγ. πρότ. Αθ. Κονταξή, Ποιν. Χρ. ΝΘ'. 630. ΑΠ 1671/95 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ'. 1056 επί δικαιώματος επισχέσεως, και αντίθετα για το ίδιο θέμα ΑΠ 686/04 (σε συμβ.) Ποιν. Χρ. ΝΕ'. 234). Η αποτίμηση, εξάλλου, του υλικού αντικειμένου της πράξεως ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνιστά επιβαρυντική περίσταση για την πλημμελη ματικού χαρακτήρα υπεξαίρεση, που επαυξάνει την απειλούμενη ποινή σε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ενώ στην περίπτωση που η αξία του αντικειμένου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, η πράξη της υπεξαιρέσεως προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Δεύτερη περίπτωση κακουργηματικής υπεξαίρεση ανακύπτει, όταν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του μεταξύ άλλων ως εντολοδόχου, προϋποθέσεις που πρέπει να συρρέουν σωρευτικά για το χαρακτηρισμό της πιο πάνω πράξης ως κακουργήματος, (άρθ. 375 παρ. 1,2 ΠΚ). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της, ενώ κινητό πράγμα είναι και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου για ορισμένο σκοπό με υποχρέωση αποδόσεώς τους. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, γι' αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεως αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποιήσεως όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει υπεξαίρεση (Α.Π. 230/08, Α.Π. 230/08 (σε συμβ.) Ποιν. Χρ. ΝΘ'. 45) Α.Π. 1992/2007 ΝοΒ 2008/600, Α.Π. 218/2008, 220/2008-ΝΟΜΟΣ, Α.Π.2124/06 Π.Χρ. ΝΖ'836, Α.Π.1275/06 Π.Χρ. ΝΖ'515, Α.Π. 1731/04 Π.Χρ. ΝΕ'702), χρόνος τελέσεως της οποίας, κατ' άρθρο 17 του Π.Κ., θεωρείται ο χρόνος που ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεση του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος (Α.Π. 1/2009 - ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 230/08 (σε συμβ) Ποιν.Χρ. ΝΘ'. 45). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, κατά την οποία με τη σύμβαση της εντολής, ο εντολοδόχος έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, δεν έχει το χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως και επομένως οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν εκ των προτέρων ότι στον εντολοδόχο θα καταβάλλεται αμοιβή για την εκτέλεση της εντολής, οπότε στην περίπτωση αυτή θα έχει το χαρακτήρα της έμμισθης εντολής (βλ. ΑΠ 230/08, ο.π. για υπεξαίρεση χρημάτων από εντολοδόχο, με συμφωνία παρακράτησης ορισμένης προμήθειας). Η περί αμοιβής, όμως, συμφωνία πρέπει να είναι ρητή γιατί ο κανόνας του άρθρου 713 ΑΚ περί του "αμίσθου" της εντολής μόνο με ρητή συμφωνία μπορεί να διασπασθεί (ΑΠ 1243/2005, Ελλ. Δικ. 47.137, Ε.Π. 1323/1995, δημ. ΝΟΜΟΣ, Καυκά, ενοχ. Δικ., Τόμ. Α', έκδ. ε', άρθρο 713 παρ. 2, σελ. 881). Περαιτέρω, η σύμβαση δικαιοχρήσεως (Franchising) είναι διαρκής σύμβαση, ήτοι σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότης) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχος ή λήπτρια), έναντι αμέσου ή εμμέσου ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του λεγόμενου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιοχρήσεως, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Ως εκ της φύσεως της η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση - πλαίσιο, μεικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (αρθρ. 361 ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου (βλ. όμως κανονισμό 4087/1988 στο επίπεδο κοινοτικού δικαίου με αντίστοιχους ορισμούς, που ίσχυε μέχρι 31-5-2000 και ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Κανονισμού 2790/1999, ο οποίος δεν ρυθμίζει πλέον ειδικώς τις συμβάσεις δικαιοχρήσεως), περιέχει δε στοιχεία περισσοτέρων συμβάσεων, όπως μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου, συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και εντολής, κατά τα άρθρα 638 επ. 648 επ. και 713 επ. ΑΚ αντίστοιχα (Ε.Α. 5916/2006, Ε.Α. 302/2006, δημ. ΝΟΜΟΣ). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ "Με τη σύμβαση δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων. Εν τούτοις, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), είναι δυνατή η κατάρτιση δανείου και χωρίς την πραγματική και άμεση παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη, όταν ο δανειστής συμφωνεί με τον οφειλέτη όπως το από άλλη αιτία οφειλόμενο χρηματικό ποσό παραμείνει σ' αυτόν ως δάνειο. Το δάνειο αυτό (συναινετικό) περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 806 ΑΚ., αφού η προς παράδοση του δανείσματος υποχρέωση εκπληρώνεται δια της καταβολής που έχει γίνει ήδη στα χέρια του οφειλέτη (ΑΠ 1417/2007, δημ. ΝΟΜΟΣ). Όμως, όταν στα πλαίσια προϋπάρχουσας μεταξύ των μερών άλλης συμβάσεως, όπως αυτή της εντολής, προκύψει παραβίαση των όρων αυτής και ο εντολοδόχος καταστεί υπερήμερος ως προς την απόδοση στον εντολέα των αποκτηθέντων κατά την εκτέλεση της εντολής μετά των επ' αυτών τόκων υπερημερίας κατά τα συμφωνηθέντα, η απλή σιωπή του εντολέα και η μη άμεση διεκδίκηση των οφειλομένων από τον εντολοδόχο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή σύναψη συμβάσεως συναινετικού δανείου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 (όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με την παραγρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2721/1999,), " Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη εάν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση για την αναγωγή της πράξεως σε κακούργημα-πλην της υπερβάσεως του αντικειμένου του ποσού των 73.000 ευρώ απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε το πράγμα να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και η συνδρομή μιας εκ των ειδικά προβλεπομένων περιστάσεων εμπιστοσύνης (όπως της εντολής), ενώ λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία όλων των επιμέρους πράξεων, όταν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 230/2008, ο.π., ΑΠ 615/2001, Ποιν. Χρ. 2007.138). Από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 656/2007 Π. Χρ. NΗ/1150 και ΑΠ 570/2007 Π.Χρ. ΝΗ/139). Ακόμη κατά το άρθρο 484§ 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής ουσιαστικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 291/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, το Συμβούλιο που εξέδωσε με δικές του σκέψεις και επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση της παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ότι "από την ανωμοτί εξέταση της νομίμως εξουσιοδοτηθείσας από την πολιτικώς ενάγουσα υπαλλήλου, τις λοιπές ένορκες καταθέσεις, την απολογία του κατηγορουμένου και άπαντα τα κατατεθέντα υπομνήματα του, καθώς και το σύνολο των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" (ΟΤΕ Α.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, στα πλαίσια της πολιτικής της για επέκταση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, περί τα μέσα του έτους 1999 εξήγγειλε την εφαρμογή συστήματος δικαιοχρήσεως με σκοπό την μέχρι το τέλος του έτους 2000 δημιουργία αλυσίδας εκατό καταστημάτων με την επωνυμία "OTEshops". Ο κατηγορούμενος, προκειμένου να υπαχθεί στο σύστημα αυτό και, συμβαλλόμενος με την εγκαλούσα, να λειτουργήσει ένα τέτοιου είδους κατάστημα, συνέστησε με τους Ηλία - Νικόλαο Ελέζη, Κωνσταντίνα Ελεζη, Γεώργιο Παπαϊωάννου και Μαρία Πετράκη, εταιρεία με την επωνυμία "DEP Info ΕΠΕ", με έδρα τον Πειραιά (Μάνης αριθμ. 8), της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ορίσθηκε ο ίδιος (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ της 9-11-2000). Ακολούθως, δυνάμει της από 5-2-2001 Συμβάσεως Δικαιοχρήσεως (Franchising), που καταρτίσθηκε μεταξύ της εγκαλούσας (δικαιοπαρόχου) και του κατηγορουμένου υπό την άνω ιδιότητα του, η πρώτη χορήγησε έναντι ανταλλάγματος στην ως άνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (δικαιοδόχο) το μη αποκλειστικό δικαίωμα διανομής των προϊόντων και υπηρεσιών της, μέσω του κειμένου στον Πειραιά και επί της συμβολής των οδών Αφεντούλη αριθμ.2 και Βασιλέως Κωνσταντίνου αριθμ. 99 καταστήματος (OTEshop) της δικαιοδόχου. Περαιτέρω, αναφορικά με τη διανομή των Υπηρεσιών, στο άρθρο 6 παρ. 4 και 5 της προαναφερόμενης Συμβάσεως ορίζονται τα Εξής: "6.4. Ο ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟΣ διανέμει αποκλειστικά τις Υπηρεσίες που παρέχει ο ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ και διαμεσολαβεί ανάμεσα στον ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟ και τους χρήστες των Υπηρεσιών και εισπράττει για λογαριασμό του ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ τα χρήματα που οφείλουν οι χρήστες των Υπηρεσιών στον ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟ και συνάπτει συμβάσεις για την παροχή των Υπηρεσιών στο όνομα του ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ με τους χρήστες τους. Ο ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟΣ εισπράττει από τον ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟ προμήθεια για την διανομή των Υπηρεσιών, σύμφωνα με την ισχύουσα κατάσταση προμηθειών που κοινοποιεί ο ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ στον ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟ και στον χρόνο που εκάστοτε ορίζεται εκεί. 6.5. Ο ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟΣ υποχρεούται να αποδίδει τα χρήματα που εισπράττει για λογαριασμό του ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με τις οδηγίες που θα του παρέχει ο ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ, άλλως θα οφείλει τόκους υπερημερίας επί των ποσών αυτών. Η επανειλημμένη υπερημερία του ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟΥ ως προς την καταβολή των ποσών αυτών συνιστά σοβαρό λόγο καταγγελίας της Σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 15-33.". Κατά συνέπεια, οι διέπουσες τη σχέση των συμβληθέντων μερών διατάξεις, ως προς τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις - ενέργειες της δικαιοδόχου εταιρείας, οι οποίες εξειδικεύονται στο άρθρο 3 του παραρτήματος που συνοδεύει τη σύμβαση, είναι εκείνες περί εντολής και δη έμμισθης, αφού έχει ρητώς συμφωνηθεί ποσοστό προμήθειας της εντολοδόχου για την υλοποίηση τους. Περαιτέρω, στα πλαίσια λειτουργίας της ανωτέρω συμβάσεως, η εντολοδόχος εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2003 έως 13-10-2003 εισέπραξε από τρίτους πελάτες της εγκαλούσας εταιρείας και για λογαριασμό αυτής, το συνολικό ποσόν των 1116676 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αναλυτικές καταστάσεις που παρατίθενται στην εισαγγελική πρόταση και στο διατακτικό του παρόντος, κατά τις ακόλουθες κατηγορίες : α) από πληρωμές 8107 λογαριασμών σταθερής τηλεφωνίας ΟΤΕ το συνολικό ποσόν των 774805,50 ευρώ, στο οποίο αναλογούσε προμήθεια ύψους 5918,11 ευρώ (0,73 ανά λογαριασμό) και συνεπώς το προς απόδοση υπόλοιπο ανήρχετο σε 768887,^.ευρώ, β) από πληρωμές 4630 λογαριασμών κινητής τηλεφωνίας "COSMOTE" το συνολικό ποσόν των 340115,55 ευρώ, στο οποίο αναλογούσε προμήθεια ύψους 3379,90 ευρώ (0,73 € ανά λογαριασμό) και συνεπώς το προς απόδοση υπόλοιπο ανήρχετο σε 336735,65 ευρώ και γ) από είσπραξη εφάπαξ τελών παροχής συνδέσεως ΙΝΤΕΡΝΕΤ και παροχής λοιπών διαδικτυακών προϊόντων "ΟΤΕΝΕΤ" το συνολικό ποσόν 11053 ευρώ. Ενώ λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, βάσει της ανωτέρω συμβάσεως και ειδικότερα των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 6.4. και 6.5. όρων αυτής ο κατηγορούμενος υπό την άνω ιδιότητα του, όφειλε να αποδίδει στην εγκαλούσα τα εισπραττόμενα, για λογαριασμό της, ποσά, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας προμήθειας, την επομένη ημέρα από την είσπραξη κάθε επιμέρους ποσού, δεν το έπραττε, αλλά παρακρατώντας το προαναφερόμενο ποσόν των 1.116.676 ευρώ για λογαριασμό της δικαιοδόχου εταιρείας "DEP INFO Ε.Π.Ε.", το ενσωμάτωσε χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία στην περιουσία της. Προς τούτο η εγκαλούσα στις 18-9-2001 επέδωσε στην εντολοδόχο εταιρεία την με ίδια ημερομηνία επιστολή, με την οποία της ζήτησε την άμεση καταβολή των ως άνω εισπραχθέντων για λογαριασμό της ποσών, πλην όμως η τελευταία, απαντώντας αυθημερόν, αρνήθηκε την απόδοση αυτών, καταγγέλλοντας την μεταξύ τους σύμβαση και αποδεχόμενη την παρακράτηση των ανωτέρω εισπράξεων, πρότεινε σε συμψηφισμό δικές της ανταπαιτήσεις, προερχόμενες, κατά τους ισχυρισμούς της, από αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου, συνολικού ύψους 5.559993,9 ευρώ. Επακολούθησε η άσκηση εκατέρωθεν αγωγών, ήτοι η υπ' αριθμ. καταθ. 983/30-10-2003 της δικαιοδόχου "DEP info ΕΠΕ", του κατηγορουμένου και των λοιπών μελών της, τα οποία είχαν συμβληθεί στην επίμαχη σύμβαση ως εγγυητές και η υπ' αριθμ. καταθ. 1549/19-2-2004 αγωγή της δικαιοπαρόχου "ΟΤΕ Α.Ε.", με αίτημα η μεν πρώτη την καταβολή του ανωτέρου ποσού ως αποζημίωση για την αποκατάσταση θετικής και αποθετικής ζημίας της εταιρείας και χρηματικής ικανοποιήσεως όλων των εναγόντων, η δε δεύτερη την καταβολή συνολικού ποσού 1,717.219,41 ευρώ, που αντιπροσωπεύει το τίμημα πωληθέντων προς την δικαιοδόχο διαφόρων προϊόντων και τα εισπραχθέντα ποσά από την μεσολάβηση της για την πληρωμή λογαριασμών ΟΤΕ και COSMOTE. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5884/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κατόπιν συνεκδικάσεώς τους, απέρριψε την πρώτη εξ αυτών ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ενώ δέχθηκε τη δεύτερη και υποχρέωσε τους εναγομένους με αυτήν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην "ΟΤΕ ΑΕ" το ανωτέρω αιτούμενο ποσόν. Τέλος, μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους των τελευταίων κατά της ως άνω αποφάσεως, το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 3959/2008 απόφαση του απέρριψε την έφεση κατά το πληττόμενο κεφάλαιο περί απορρίψεως της πρώτης αγωγής (DEP info ΕΠΕ κλπ), ενώ κατά το δεύτερο κεφάλαιο, που αφορά την κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής της "ΟΤΕ Α.Ε.", διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ με σκοπό τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Ο κατηγορούμενος προς αντίκρουση της εναντίον του κατηγορίας διατείνεται ότι δια της εξώδικης δηλώσεως συμψηφισμού ανταπαιτήσεως της "DEP info ΕΠΕ", προερχομένης, κατά τα προαναφερόμενα, από αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της "ΟΤΕ Α.Ε.", έναντι της απαιτήσεως της τελευταίας, επέρχεται αποκλεισμός του παρανόμου της ιδιοποιήσεως. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 450 εδ. α' AK, δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατ απαιτήσεως, η οποία προέρχεται από αδίκημα, που διαπράχθηκε από δόλο (ΑΠ 1066/2004, ΑΠ 419/1987, δημ. ΝΟΜΟΣ), ανεξαρτήτως του ότι δεν προέκυψαν συγκεκριμένες υπαίτιες παραβάσεις της συμβάσεως εκ μέρους της εγκαλούσας, συνδεόμενες με την πρόκληση της επικαλούμενης ζημίας στην δικαιοδόχο, γεγονός το οποίο, εξάλλου, κρίθηκε τελεσιδίκως με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο αντιμετωπίσεως προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την εκπλήρωση της συμβάσεως δικαιοχρήσεως (κυρίως ελλείψεως ταμειακής ρευστότητας) και προς αποφυγή αμέσου καταγγελίας αυτής καταρτίσθηκε μεταξύ των συμβληθέντων μερών άτυπη συμφωνία περί δανεισμού και χρησιμοποιήσεως των εισπραττομένων χρημάτων από λογαριασμούς κλπ με την απόδοση τους μετά παρέλευση ενός μηνός, άλλως σιωπηρής συμβάσεως δανείου εφόσον η δικαιοπάροχος "ΟΤΕ Α.Ε.", γνώριζε, απεδέχετο και επέτρεπε την καθυστερημένη απόδοση σ' αυτήν των εισπραττομένων χρημάτων, αλλά και τη χρησιμοποίησή τους από την δικαιοδόχο εταιρεία επί 4,5 μήνες από 3-5-2003 και εφεξής, με συνέπεια τα επίμαχα ποσά να περιέρχονται στην κυριότητα της τελευταίας και ως εκ τούτου να μην πληρούται πλέον η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της υπεξαιρέσεως. Και ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία δεν προκύπτει η επικαλούμενη δανειακή σύμβαση, ενώ δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως σιωπηρή κατάρτιση τέτοιας συμβάσεως η με καθυστέρηση 4,5 μηνών περίπου αναζήτηση από την δικαιοπάροχο των εισπραχθέντων ποσών. Πέραν τούτου, πρέπει να επισημανθεί ότι στην προαναφερθείσα από 18-9-2003 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως δικαιοχρήσεως και δήλωση συμψηφισμού της δικαιοδόχου εταιρείας ουδεμία αναφορά γίνεται περί δανειακής συμβάσεως και υποχρεώσεως της προς απόδοση δανείου στην δικαιοπάροχο, αλλά μόνο περί εισπραχθέντων ποσών από την πληρωμή λογαριασμών έναντι προμηθείας, με βάση τα οριζόμενα στη σύμβαση. Επίσης, αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ελλείψεως ενιαίου δόλου στο πρόσωπο του κατά την τέλεση των επιμέρους πράξεων και την ως εκ τούτου, ανάγκη χαρακτηρισμού της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως ως πλημμελήματος δεδομένου ότι οι επιμέρους πράξεις που του αποδίδονται έλαβαν χώρα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα (περίπου 3 μήνες) που λόγω και της ταυτότητας της απόφασης για την εκτέλεση τους, καταδεικνύουν την ενότητα του δόλου του κατηγορουμένου ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αναιρείται η εφαρμογή του άρθρου 375 παρ. 2 Π.Κ. σε περίπτωση διαπράξεως υπεξαιρέσεως από έμμισθο εντολοδόχο (βλ. ενδεικτ. ΑΠ 493/2007, ΑΠ 122/2006, δημ. ΝΟΜΟΣ), όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, προεχόντως διότι αυτός ουδόλως αμφισβητεί, όπως προαναφέρθηκε, το σύνολο του υπεξαιρεθέντος ποσού (βλ. την από 18-9-2003 καταγγελία της συμβάσεως και δήλωση συμψηφισμού), ενώ συνδέει το άνω αίτημα του με την εκκαθάριση των έναντι της εταιρείας που εκπροσωπεί απαιτήσεων της εγκαλούσας μετά από συμψηφισμό των αντίθετων απαιτήσεων της πρώτης (DEP info ΕΠΕ), οι οποίες, όμως, έχει ήδη κριθεί τελεσιδίκως ότι δεν υφίστανται. Συνακόλουθα, και για όσους νομίμους και βάσιμους λόγους εκτίθενται αναλυτικά στην προπαρατεθείσα εισαγγελική πρόταση, στους οποίους και το παρόν Συμβούλιο κατά τα λοιπά αναφέρεται, από τα προεκτεθέντα και από όλα τα συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία, στοιχειοθετείται σε βαθμό αποχρωσών ενδείξεων, η αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πλέον των 73.000 ευρώ, ως εντολοδόχου κατ' εξακολούθηση, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο Χ. Κατά συνέπεια, πρέπει αυτός να παραπεμφθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1ε και 313 Κ.Π.Δ., προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της εν λόγω πράξεως, για την οποία ασκήθηκε η εις βάρος του ποινική δίωξη και η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 52, 79, 98 και 375 παρ. 2-1 Π.Κ., όπως η παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 του ιδίου άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996 και προστέθηκε τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 14 παρ. 3β Ν. 2721/1999, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, το οποίο τυγχάνει καθύλην και κατά τόπο αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. ε', 8, 9, 111 παρ. 1, 122 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και 4 παρ.1 περ. δ' Ν. 1756/1988. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. ΑΝ ΣΤ/Δ/1/9-1-2008, διάταξη του Ανακριτή του ΣΤ' Τμήματος Πειραιώς, όπως τροποποιήθηκε με το υπ' αριθμ. 269/1-4-2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο οι περιοριστικοί όροι α) της χρηματικής εγγυοδοσίας εκ ποσού 20.000 ευρώ και β) της απαγορεύσεως εξόδου από τη Χώρα. Ήδη με σχετικό αίτημα του ο κατηγορούμενος ζητεί την άρση του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας, άλλως την αντικατάσταση του με άλλον περιοριστικό όρο. Το αίτημα του αυτό είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις αναλογικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 286, 291, 296, 297 Κ.Π.Δ., πλην όμως, ερευνώμενο περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Και τούτο . διότι αφενός μεν προέκυψαν, κατά τα προαναφερθέντα, αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου, αφετέρου δε οι επικαλούμενοι από αυτόν λοιποί όροι προς άρση ή αντικατάσταση της επιβληθείσας εγγυοδοσίας και ειδικότερα ότι α) έχει υποστεί οικονομική καταστροφή, β) έχει άψογο επαγγελματικό, κοινωνικό και οικογενειακό βίο και γ) δεν έχει απασχολήσει ποτέ τις Αρχές για οποιοδήποτε λόγο, δεν δικαιολογούν την αιτούμενη άρση ή αντικατάσταση. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι από το χρόνο επιβολής της άνω εγγυοδοσίας και μέχρι την υποβολή του ένδικου αιτήματος δεν μεσολάβησε οποιαδήποτε και μάλιστα δυσμενής σε βάρος του κατηγορουμένου μεταβολή των όρων και προϋποθέσεων, με βάση τους οποίους διατάχθηκε η επιβολή της. Κατόπιν αυτών, απορριπτόμενου του ανωτέρω αιτήματος, πρέπει να διατηρηθεί η προαναφερόμενη διάταξη του Ανακριτή του ΣΤ' Τμήματος Πειραιώς, όπως αυτή τροποποιήθηκε, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το κατ' άρθρο 309 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 318 εδ. α' Κ.Π.Δ. αίτημα του κατηγορουμένου περί αυτοπρόσωπης ενώπιον του Συμβουλίου εμφανίσεως του προς παροχή διασαφήσεων, καθόσον με τα προσκομισθέντα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία και τα πολλαπλά υπομνήματα του ανέπτυξε διεξοδικότατα τις απόψεις του για την κατηγορία που τον βαρύνει, ενόψει δε αυτών, σε συνδυασμό και με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας, δεν παρίσταται ανάγκη περαιτέρω διευκρινίσεων, αφού δεν υπάρχουν ασάφειες ή αοριστίες για νομικά ή πραγματικά ζητήματα, που να χρήζουν διασαφήσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά τα 73.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο στον οποίο το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας ως εντολοδόχου, διέλαβε στο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375§§2 και 1 του Π.Κ. την οποία ορθώς εφάρμοσε και οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα δε αιτιολογείται πλήρως η απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος που αποτελούν και το περιεχόμενο των αναιρετικών του λόγων. Η αναφορά δε του βουλεύματος (89ο φύλλο, 1η σελ.), "....ότι οι επιμέρους πράξεις που του αποδίδονται έλαβαν χώρα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα (περίπου 3 1/2 μήνες) που λόγω και της ταυτότητας της απόφασης για την εκτέλεσή τους, καταδεικνύουν την ενότητα του δόλου του κατηγορουμένου, ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα", σαφώς υποδηλώνει το αποτέλεσμα το συνολικό της υπεξαίρεσης στο οποίο απέβλεψε ο αναιρεσείων (άρθρο 98§2 Π.Κ.). Ανακριβώς δε αναφέρεται στον τρίτον των λόγων αυτών αναιρέσεως ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται μόνον στους μάρτυρες κατηγορίας και όχι στους μάρτυρες υπερασπίσεως, αφού στο προοίμιο του σκεπτικού του, που αναφέρεται κατά το είδος τους στα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, αναφέρει "... τις λοιπές ένορκες καταθέσεις", χωρίς να λέει αν αυτές είναι των μαρτύρων κατηγορίας μόνον και όχι και των μαρτύρων υπερασπίσεως, όπως ο αναιρεσείων διατείνεται. Με την ίδια επίσης ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του. Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων ουσία αβάσιμη ελέγχεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.). Ακόμη να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας καθόσον με το λίαν εκτενές και αναλυτικό περιεχόμενο της αναίρεσής του και τις δι' αυτής αναφορές του στα ειδικότερα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος, πλήρως εξέθεσε τις απόψεις του και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω :
Ι) Να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η υπ' αριθ. 12/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ' αριθ. 291/ 2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά.
ΙΙ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και
ΙΙΙ) Να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας.
Αθήνα 4-12-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η με αριθμό έκθεσης 12/19-10-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ στρέφεται κατά του 291/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο έγινε δεκτή η έφεσή του, κατά του 84/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Πειραιώς, το οποίο ακυρώθηκε, διότι ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, παρότι το είχε ζητήσει, κρατήθηκε η υπόθεση για κατ ουσία έρευνα από το Συμβούλιο Εφετών και παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο Εφετείο Kακουργημάτων Πειραιώς, για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, κατ εξακολούθηση από εντολοδόχο, το αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει τις εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) Ευρώ (άρθρα 98, 375 παρ. 2-1 ΠΚ, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 α Ν. 2721/1999, και η παραγ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 Ν 2408/1996 και προστέθηκε τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 14 παρ. 3β Ν. 2721/1999). Η αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπο που δικαιούται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
ΙΙ. Κατά το άρθρ. 375 §1 α Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου. β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωματώσεως του στην περιουσία του. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του προαναφερόμενου άρθρου, όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999) και 2) αν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, εντολοδόχου κλπ. (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και το εδαφ. β' αυτής, που ορίζει ότι: "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες [73.000] ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση", προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β' του Ν. 2721/1999). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του ΠΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 713 του Α.Κ., με την σύμβαση της εντολής, ο εντολοδόχος έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας. Η διάταξη του άνω άρθρου δεν έχει τον χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως και επομένως οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν, εκ των προτέρων, ότι στον εντολοδόχο θα καταβάλλεται αμοιβή για την εκτέλεση της εντολής, οπότε στην περίπτωση αυτή η σύμβαση θα έχει τον χαρακτήρα της εμμίσθου εντολής. Η περί αμοιβής, όμως, συμφωνία πρέπει να είναι ρητή, γιατί ο κανόνας του άρθρου 713 Α.Κ. περί του "αμίσθου" της εντολής μόνο με ρητή συμφωνία μπορεί να διασπασθεί (ΑΠ 1243/2005).
Συνεπώς και σε περίπτωση εμμίσθου, κατά την ανωτέρω έννοια, εντολής διαπράττεται από τον εντολοδόχο η πράξη της υπεξαιρέσεως, με την συνδρομή και των ανωτέρω προϋποθέσεων, σε βαθμό κακουργήματος, αν αυτός δεν αποδίδει στον εντολέα το εισπραχθέν στο πλαίσιο της συμβάσεως εντολής ποσό μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσης αμοιβής του, η οποία συνήθως αποτελεί ποσοστό του εισπραχθέντος ποσού, αλλά το παρακρατεί και το ενσωματώνει, παρανόμως, στην περιουσία του. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999 και έχει εφαρμογή και επί της πράξεως του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου, δηλαδή με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Προς τούτο απαιτείται να υπάρχει ενότητα δόλου του δράστη, δηλαδή η απόφασή του, προκειμένου για το αδίκημα της υπεξαιρέσεως, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, να παρακρατεί κάθε φορά τα επί μέρους ποσά και να τα ενσωματώνει στην περιουσία του να κατευθύνεται στο σύνολο του ποσού που θα επιτύχει έτσι να υπεξαιρέσει. Ασφαλές κριτήριο διαγνώσεως του σκοπού αυτού αποτελεί η χρονική εγγύτητα των μερικοτέρων πράξεων και το μικρό διάστημα που καλύπτουν αυτές, διότι σε αντίθετη περίπτωση αποδομείται η έννοια της ενότητας του δόλου. Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία από ή για περισσότερες τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ. Εξάλλου, ο δράστης υπεξαίρεσης δεν μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του θύματος και τούτο διότι, κατ' άρθρο 450 εδάφιο α' ΑΚ, δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης, η οποία προέρχεται από αδίκημα, που διαπράχθηκε με δόλο. Περαιτέρω στο άρθρο 806 ΑΚ ορίζεται ότι με τη σύμβαση δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων. Εντούτοις, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων [ΑΚ 361], είναι δυνατή η κατάρτιση δανείου και χωρίς την πραγματική και άμεση παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη, όταν ο δανειστής συμφωνεί με τον οφειλέτη όπως το από άλλη αιτία οφειλόμενο χρηματικό ποσό παραμείνει σ' αυτόν ως δάνειο. Το δάνειο αυτό [συναινετικό] περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 806 ΑΚ, αφού η προς παράδοση του δανείσματος υποχρέωση εκπληρώνεται δια της καταβολής που έχει γίνει ήδη στα χέρια του οφειλέτη. Τέλος η σύμβαση δικαιοχρήσεως είναι διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότης) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια) έναντι αμέσου ή εμμέσου ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του λεγόμενου ''συνόλου'' ή ''πακέτου'' δικαιοχρήσεως, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Ως εκ της φύσεως της η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μεικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο, περιέχει δε τα στοιχεία περισσοτέρων συμβάσεων, όπως μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου, παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εντολής κ.α.
ΙΙΙ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου. Τέτοια περίπτωση ανέλεγκτης κρίσης του συμβουλίου υφίσταται όταν αυτό δέχεται ότι μεταξύ του κατηγορουμένου και του εγκαλούντος υπήρξε σύμβαση εντολής και τα χρήματα που περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορουμένου τα εισέπραξε αυτός ως εντολοδόχος, στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα, στον οποίο και όφειλε να τα αποδώσει. Τέλος λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1β ΚΠοινΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
IV. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 291/2009 βούλευμά του, έκανε δεκτή την ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση και ακύρωσε το εκκληθέν υπ' αριθμ. 84/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, διότι δεν κλήθηκε να λάβει γνώση, όπως είχε νομίμως ζητήσει, της εισαγγελικής προτάσεως, στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση για κατ ουσία έρευνα και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς για να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης, που τέλεσε, κατ εξακολούθηση, κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2003 μέχρι 13-10-2003, χρημάτων, που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις και συμπληρωματική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ είδος, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτίμηθηκαν και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, εκ του ότι δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία αυτών, ούτε μνημονεύεται το περιεχόμενο των καταθέσεων τους, ή δεν το υιοθέτησε το Συμβούλιο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά αναφέρονται, αδιακρίτως, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων: "Η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" (ΟΤΕ Α.Ε.), που εδρεύει στο ..., στα πλαίσια της πολιτικής της για επέκταση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, περί τα μέσα του έτους 1999 εξήγγειλε την εφαρμογή συστήματος δικαιοχρήσεως με σκοπό την μέχρι το τέλος του έτους 2000 δημιουργία αλυσίδας εκατό καταστημάτων με την επωνυμία "ΟΤΕshops". Ο κατηγορούμενος, προκειμένου να υπαχθεί στο σύστημα αυτό και, συμβαλλόμενος με την εγκαλούσα, να λειτουργήσει ένα τέτοιου είδους κατάστημα, συνέστησε με τους ..., ..., ... και ..., εταιρεία με την επωνυμία "DEP Info ΕΠΕ", με έδρα τον ... (... αριθμ. 8), της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ορίσθηκε ο ίδιος (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ της 9-11-2000). Ακολούθως, δυνάμει της από 5-2-2001 Συμβάσεως Δικαιοχρήσεως (Franchising), που καταρτίσθηκε μεταξύ της εγκαλούσας (δικαιοπαρόχου) και του κατηγορουμένου υπό την άνω ιδιότητα του, η πρώτη χορήγησε έναντι ανταλλάγματος στην ως άνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (δικαιοδόχο) το μη αποκλειστικό δικαίωμα διανομής των προϊόντων και υπηρεσιών της, μέσω του κειμένου στον ... και επί της συμβολής των οδών ... αριθμ. 2 και ... αριθμ. 99 καταστήματος (ΟΤΕshop) της δικαιοδόχου. Περαιτέρω, αναφορικά με τη διανομή των Υπηρεσιών, στο άρθρο 6 παρ. 4 και 5 της προαναφερόμενης Συμβάσεως ορίζονται τα Εξής: "6.4. Ο ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟΣ διανέμει αποκλειστικά τις Υπηρεσίες που παρέχει ο ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ και διαμεσολαβεί ανάμεσα στον ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟ και τους χρήστες των Υπηρεσιών και εισπράττει για λογαριασμό του ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ τα χρήματα που οφείλουν οι χρήστες των Υπηρεσιών στον ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟ και συνάπτει συμβάσεις για την παροχή των Υπηρεσιών στο όνομα του ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ με τους χρήστες τους. Ο ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟΣ εισπράττει από τον ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟ προμήθεια για την διανομή των Υπηρεσιών, σύμφωνα με την ισχύουσα κατάσταση προμηθειών που κοινοποιεί ο ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ στον ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟ και στον χρόνο που εκάστοτε ορίζεται εκεί. 6.5. Ο ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟΣ υποχρεούται να αποδίδει τα χρήματα που εισπράττει για λογαριασμό του ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με τις οδηγίες που θα του παρέχει ο ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ, άλλως θα οφείλει τόκους υπερημερίας επί των ποσών αυτών. Η επανειλημμένη υπερημερία του ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟΥ ως προς την καταβολή των ποσών αυτών συνιστά σοβαρό λόγο καταγγελίας της Σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 15-33". Κατά συνέπεια, οι διέπουσες τη σχέση των συμβληθέντων μερών διατάξεις, ως προς τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις-ενέργειες της δικαιοδόχου εταιρείας, οι οποίες εξειδικεύονται στο άρθρο 3 του παραρτήματος που συνοδεύει τη σύμβαση, είναι εκείνες περί εντολής και δη έμμισθης, αφού έχει ρητώς συμφωνηθεί ποσοστό προμήθειας της εντολοδόχου για την υλοποίησή τους. Περαιτέρω, στα πλαίσια λειτουργίας της ανωτέρω συμβάσεως, η εντολοδόχος εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2003 έως 13-10-2003 εισέπραξε από τρίτους πελάτες της εγκαλούσας εταιρείας και για λογαριασμό αυτής, το συνολικό ποσόν των 1116676 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αναλυτικές καταστάσεις που παρατίθενται στην εισαγγελική πρόταση και στο διατακτικό του παρόντος, κατά τις ακόλουθες κατηγορίες: α) από πληρωμές 8107 λογαριασμών σταθερής τηλεφωνίας ΟΤΕ το συνολικό ποσόν των 774.805,50 ευρώ, στο οποίο αναλογούσε προμήθεια ύψους 5.918,11 ευρώ (0,73 ανά λογαριασμό) και συνεπώς το προς απόδοση υπόλοιπο ανήρχετο σε 768.887,39 ευρώ, β) από πληρωμές 4.630 λογαριασμών κινητής τηλεφωνίας "COSMOTE" το συνολικό ποσόν των 340.115,55 ευρώ, στο οποίο αναλογούσε προμήθεια ύψους 3.379,90 ευρώ (0,73 € ανά λογαριασμό) και συνεπώς το προς απόδοση υπόλοιπο ανήρχετο σε 336.735,65 ευρώ και γ) από είσπραξη εφάπαξ τελών παροχής συνδέσεως ΙΝΤΕΡΝΕΤ και παροχής λοιπών διαδικτυακών προϊόντων "ΟΤΕΝΕΤ" το συνολικό ποσόν 11.053 ευρώ. Ενώ λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, βάσει της ανωτέρω συμβάσεως και ειδικότερα των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 6.4. και 6.5. όρων αυτής ο κατηγορούμενος υπό την άνω ιδιότητά του, όφειλε να αποδίδει στην εγκαλούσα τα εισπραττόμενα, για λογαριασμό της, ποσά, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας προμήθειας, την επομένη ημέρα από την είσπραξη κάθε επιμέρους ποσού, δεν το έπραττε, αλλά παρακρατώντας το προαναφερόμενο ποσόν των 1.116.676 ευρώ για λογαριασμό της δικαιοδόχου εταιρείας "DEP INFO Ε.Π.Ε.", το ενσωμάτωσε χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία στην περιουσία της. Προς τούτο η εγκαλούσα στις 18-9-2001 επέδωσε στην εντολοδόχο εταιρεία την με ίδια ημερομηνία επιστολή, με την οποία της ζήτησε την άμεση καταβολή των ως άνω εισπραχθέντων για λογαριασμό της ποσών, πλην όμως η τελευταία, απαντώντας αυθημερόν, αρνήθηκε την απόδοση αυτών, καταγγέλλοντας την μεταξύ τους σύμβαση και αποδεχόμενη την παρακράτηση των ανωτέρω εισπράξεων, πρότεινε σε συμψηφισμό δικές της ανταπαντήσεις, προερχόμενες, κατά τους ισχυρισμούς της, από αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου, συνολικού ύψους 5.559.993,9 ευρώ. Επακολούθησε η άσκηση εκατέρωθεν αγωγών, ήτοι η υπ'αριθμ. καταθ. .../30-10-2003 της δικαιοδόχου "DEP info ΕΠΕ", του κατηγορουμένου και των λοιπών μελών της, τα οποία είχαν συμβληθεί στην επίμαχη σύμβαση ως εγγυητές και η υπ'αριθμ. καταθ. 1549/19-2-2004 αγωγή της δικαιοπαρόχου "ΟΤΕ Α.Ε.", με αίτημα η μεν πρώτη την καταβολή του ανωτέρου ποσού ως αποζημίωση για την αποκατάσταση θετικής και αποθετικής ζημίας της εταιρείας και χρηματικής ικανοποιήσεως όλων των εναγόντων, η δε δεύτερη την καταβολή συνολικού ποσού 1.717.219,41 ευρώ, που αντιπροσωπεύει το τίμημα πωληθέντων προς την δικαιοδόχο διαφόρων προϊόντων και τα εισπραχθέντα ποσά από την μεσολάβηση της για την πληρωμή λογαριασμών ΟΤΕ και COSMOTE. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5884/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κατόπιν συνεκδικάσεώς τους, απέρριψε την πρώτη εξ αυτών ως κατ'ουσίαν αβάσιμη ενώ δέχθηκε τη δεύτερη και υποχρέωσε τους εναγομένους με αυτήν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην "ΟΤΕ ΑΕ" το ανωτέρω αιτούμενο ποσόν. Τέλος, μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους των τελευταίων κατά της ως άνω αποφάσεως, το Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 3959/2008 απόφαση του απέρριψε την έφεση κατά το πληττόμενο κεφάλαιο περί απορρίψεως της πρώτης αγωγής (DEP info ΕΠΕ κλπ), ενώ κατά το δεύτερο κεφάλαιο, που αφορά την κατ'ουσίαν παραδοχή της αγωγής της "ΟΤΕ Α.Ε.", διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο κατ'άρθρο 254 ΚΠολΔ με σκοπό τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Ο κατηγορούμενος προς αντίκρουση της εναντίον του κατηγορίας διατείνεται ότι δια της εξώδικης δηλώσεως συμψηφισμού ανταπαιτήσεως της "DEP info ΕΠΕ", προερχομένης, κατά τα προαναφερόμενα, από αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της "ΟΤΕ Α.Ε.", έναντι της απαιτήσεως της τελευταίας, επέρχεται αποκλεισμός του παρανόμου της ιδιοποιήσεως. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 450 εδ. α' ΑΚ, δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατ' απαιτήσεως, η οποία προέρχεται από αδίκημα, που διαπράχθηκε από δόλο (ΑΠ 1066/2004, ΑΠ 419/15 δημ, ΝΟΜΟΣ), ανεξαρτήτως του ότι δεν προέκυψαν συγκεκριμένες υπαίτιες παραβάσεις της συμβάσεως εκ μέρους της εγκαλούσας, συνδεόμενες με την πρόκληση της επικαλούμενης ζημίας στην δικαιοδόχο, γεγονός το οποίο, εξάλλου, κρίθηκε τελεσιδίκως με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο αντιμετωπίσεως προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την εκπλήρωση της συμβάσεως δικαιοχρήσεως (κυρίως ελλείψεως ταμειακής ρευστότητας) και προς αποφυγή αμέσου καταγγελίας αυτής καταρτίσθηκε μεταξύ των συμβληθέντων μερών άτυπη συμφωνία περί δανεισμού και χρησιμοποιήσεως των εισπραττομένων χρημάτων από λογαριασμούς κλπ με την απόδοση τους μετά παρέλευση ενός μηνός, άλλως σιωπηρής συμβάσεως δανείου εφόσον η δικαιοπάροχος "ΟΤΕ Α.Ε.", γνώριζε, απεδέχετο και επέτρεπε την καθυστερημένη απόδοση σ' αυτήν των εισπραττομένων χρημάτων, αλλά και τη χρησιμοποίηση τους από την δικαιοδόχο εταιρεία επί 4,5 μήνες από 3-5-2003 και εφεξής, με συνέπεια τα επίμαχα ποσά να περιέρχονται στην κυριότητα της τελευταίας και ως εκ τούτου να μην πληρούται πλέον η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της υπεξαιρέσεως. Και ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία δεν προκύπτει η επικαλούμενη δανειακή σύμβαση, ενώ δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως σιωπηρή κατάρτιση τέτοιας συμβάσεως η με καθυστέρηση 4,5 μηνών περίπου αναζήτηση από την δικαιοπάροχο των εισπραχθέντων ποσών. Πέραν τούτου, πρέπει να επισημανθεί ότι στην προαναφερθείσα από 18-9-2003 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως δικαιοχρήσεως και δήλωση συμψηφισμού της δικαιοδόχου εταιρείας ουδεμία αναφορά γίνεται περί δανειακής συμβάσεως και υποχρεώσεως της προς απόδοση δανείου στην δικαιοπάροχο, αλλά μόνο περί εισπραχθέντων ποσών από την πληρωμή λογαριασμών έναντι προμηθείας, με βάση τα οριζόμενα στη σύμβαση. Επίσης, αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ελλείψεως ενιαίου δόλου στο πρόσωπο του κατά την τέλεση των επιμέρους πράξεων και την ως εκ τούτου, ανάγκη χαρακτηρισμού της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξεως ως πλημμελήματος δεδομένου ότι οι επιμέρους πράξεις που του αποδίδονται έλαβαν χώρα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα (περίπου 3 1/2 μήνες) που λόγω και της ταυτότητας της απόφασης για την εκτέλεση τους, καταδεικνύουν την ενότητα του δόλου του κατηγορουμένου ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αναιρείται η εφαρμογή του άρθρου 375 παρ. 2 Π.Κ. σε περίπτωση διαπράξεως υπεξαιρέσεως από έμμισθο εντολοδόχο (βλ. ενδεικτ. ΑΠ 493/2007, ΑΠ 122/2006, δημ. ΝΟΜΟΣ), όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, προέχοντος διότι αυτός ουδόλως αμφισβητεί, όπως προαναφέρθηκε, το σύνολο του υπεξαιρεθέντος ποσού (βλ. την από 18-9-2003 καταγγελία της συμβάσεως και δήλωση συμψηφισμού), ενώ συνδέει το άνω αίτημα του με την εκκαθάριση των έναντι της εταιρείας που εκπροσωπεί απαιτήσεων της εγκαλούσας μετά από συμψηφισμό των αντίθετων απαιτήσεων της πρώτης (DEP info ΕΠΕ), οι οποίες, όμως, έχει ήδη κριθεί τελεσιδίκως ότι δεν υφίστανται. Συνακόλουθα, και για όσους νομίμους και βάσιμους λόγους εκτίθενται αναλυτικά στην προπαρατεθείσα εισαγγελική πρόταση, στους οποίους και το παρόν Συμβούλιο κατά τα λοιπά αναφέρεται, από τα προεκτεθέντα και από όλα τα συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία, στοιχειοθετείται σε βαθμό αποχρωσών ενδείξεων, η αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πλέον των 73.000 ευρώ, ως εντολοδόχου κατ' εξακολούθηση, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο Χ". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, προβλέπεται δε και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98 παρ. 2, 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως η παράγραφος 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 α Ν. 2721/1999 και η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996 και προστέθηκε τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 14 παρ. 3 β Ν. 2721/1999, από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών παραθέτει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την στοιχειοθέτηση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως προκύψαντα από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, της πράξεως της υπεξαιρέσεως στη βασική της μορφή, όπως αυτή αναλύθηκε στην νομική σκέψη και της τιμωρήσεώς της σε βαθμό κακουργήματος, με τις ανωτέρω εκτενείς παραδοχές για την φύση της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος ΟΤΕ και του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ως συμβάσεως δικαιόχρησης, κατά την ανωτέρω έννοια, άρθρα της οποίας, κατά το ακριβές περιεχόμενό τους, και παραθέτει. Από την αξιολόγηση των όρων της συμβάσεως το Συμβούλιο κατέληξε, με πλήρη αιτιολογία, στην κρίση ότι, στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον αναιρεσείοντα συνέδεε και η σύμβαση εμμίσθου εντολής, όσον αφορά την είσπραξη από τους κατόχους συνδέσεων σταθερής και κινητής τηλεφωνίας (ΟΤΕ και COSMOTE), λογαριασμών διμηνιαίων ή μηνιαίων τελών, αντίστοιχα, ως και παροχής υπηρεσιών INTERNET και OTENET, κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται, τα συνολικά ποσά των οποίων και παρατίθενται, κατά λογαριασμό αναλυτικά και συνολικά, όπως και η αναλογούσα προμήθεια του αναιρεσείοντος, που αποτελούσε και την συμφωνηθείσα αμοιβή του, η οποία και έπρεπε να αφαιρεθεί από τα εισπραττόμενα ποσά και το υπόλοιπο να αποδοθεί στον πολιτικώς ενάγοντα, στον χρόνο που προσδιορίζεται. Για τον καθορισμό των ποσών, που εισπράχθηκαν στο διάστημα αυτό, στο όνομα και για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντα, μηδέ των ποσών για παροχή υπηρεσιών INTERNET και OTENET εξαιρουμένων, γίνεται αναφορά στις επισυναπτόμενες στο διατακτικό αναλυτικές καταστάσεις εισπράξεως λογαριασμών ΟΤΕ, COSMOTE και παροχής υπηρεσιών INTERNET και OTENET, οι οποίες ενοποιούνται σε τρεις κατηγορίες υπό στοιχεία ''Α'', ''Β'' και ''Γ''. Τα ποσά αυτά, αντί να αποδοθούν, στην προθεσμία που συμφωνήθηκε, στον πολιτικώς ενάγοντα ως δικαιούχο, αφού, όπως έγινε δεκτό, ανελέγκτως, κατά τα ανωτέρω, εισπράχθηκαν, στο πλαίσιο της συμβάσεως εντολής, από τον αναιρεσείοντα, ως εντολοδόχο και όχι, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός, όσον αφορά τις υπηρεσίες INTERNET και OTENET, για δικό του λογαριασμό, αφού του είχαν μεταβιβασθεί τα οικεία προϊόντα με τα τιμολόγια που αναφέρει από τον ΟΤΕ, παρακρατήθηκαν και ενσωματώθηκαν, παρανόμως, στην περιουσία του, Περαιτέρω, με ορθές και πλήρεις αιτιολογίες, το Συμβούλιο απέρριψε τους αυτοτελείς, αλλά και τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και με πλήρη, κατά τα ανωτέρω, αιτιολογία, απέρριψε το Δικαστήριο τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί καταρτίσεως ατύπως συμβάσεως δανείου (συναινετικού), με αντικείμενο το οφειλόμενο να αποδοθεί εισπραχθέν ποσό των λογαριασμών, συμψηφισμού της απαιτήσεως που κατά τα ανωτέρω ισχυρίσθηκε ότι έχει κατά του πολιτικώς ενάγοντος, ανεξάρτητα του ότι τελικά μεταγενέστερα κρίθηκε, τελεσίδικα, στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης που παρατίθεται στο σκεπτικό, ως αβάσιμη, ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της υπεξαιρέσεως, σε περίπτωση έμμισθης εντολής, όπως η κρινόμενη, και το αίτημα περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Ειδικότερα, για το τελευταίο, εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων ότι το συμβούλιο εφετών για την απορριπτική τούτου απόφαση στήριξε στην παραδοχή ότι αυτός δέχθηκε την υπεξαίρεση, αλλά, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές του Συμβουλίου, τούτο στήριξε την απόρριψη του αιτήματος, μεταξύ των άλλων, που αναφέρονται στο σκεπτικό, και στην μη αμφισβήτηση από αυτόν του ύψους των εισπραχθέντων λογαριασμών ΟΤΕ και COSMOTE, ως και από την παροχή υπηρεσιών INTERNET KAI OTENET, τα ποσά των οποίων δεν απέδωσε στον δικαιούχο πολιτικώς ενάγοντα, αλλ ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του, και όχι στην τέλεση της πράξεως της υπεξαίρεσης. Δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Συμβούλιο, στο δικονομικό αυτό στάδιο της υπάρξεως ή μη σοβαρών ενδείξεων που δικαιολογούν την παραπομπή του κατηγορουμένου ως υπαιτίου της ανωτέρω πράξεως, να αιτιολογήσει περαιτέρω την απορριπτική αυτή απόφαση, λόγω του ότι στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης που αναφέρεται στο σκεπτικό και εκκρεμεί στο Εφετείο, κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος, το δικαστήριο εκείνο διέταξε την διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, ούτε κωλύεται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός, η παραπομπή του αναιρεσείοντος ως υπαιτίου της πράξεως αυτής, εκ του ότι, επί της αγωγής του ΟΤΕ κατ αυτού, μέχρι την κρίση της υποθέσεως από το Συμβούλιο δεν υπήρξε τελεσίδικη απόφαση, αλλά μόνον η πρωτόδικη που την έκανε δεκτή. Περαιτέρω, ορθώς και με πλήρη αιτιολογία, απέρριψε το Δικαστήριο τον ισχυρισμό περί ελλείψεως ενότητας δόλου, κατά την ανωτέρω έννοια, και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως αναλύθηκε ανωτέρω. Ειδικότερα, ως προς την τελευταία, όταν αναφέρει ενότητα δόλου το Συμβούλιο εννοεί, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές του, ότι με την ενέργειά του της μη αποδόσεως κάθε επί μέρους ποσού εισπραχθέντος λογαριασμού, σκοπούσε ο αναιρεσείων, όχι την παράνομη ιδιοποίηση των επί μέρους ποσών, που ήταν άλλωστε μικρά, αλλά των συνολικών ποσών που δεν απέδωσε στο ανωτέρω χρονικό διάστημα, που δέχθηκε το Συμβούλιο. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων η ειδικότερη αιτιολόγηση της σχέσεως εμπιστεύσεως που υφίστατο μεταξύ αναιρεσείοντος και πολιτικώς ενάγοντος, εξαιτίας της οποίας και περιήλθαν στην κατοχή του τα υπεξαιρεθέντα ποσά, αφού αυτή ενυπάρχει στην ανωτέρω σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, ανεξάρτητα της στη συνέχεια ανώμαλης εξέλιξης της συμβατικής σχέσης. Επίσης, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ σε συνδυασμό με 713 ΑΚ, το Συμβούλιο αρκέσθηκε σε ρητή συμφωνία μόνον για την αμοιβή και όχι και σε άλλα στοιχεία της συμβάσεως για να θεωρήσει νομίμως καταρτισθείσα σύμβαση έμμισθης εντολής και να κρίνει ότι, με τη μη απόδοση στον πολιτικώς ενάγοντα των εισπραχθέντων στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής, για λογαριασμό και επ ονόματί του ποσών, που υπερβαίνουν τις 73.000 €, και την στη συνέχεια ενσώματωσή τους παρανόμως στην περιουσία του αναιρεσείοντος, στοιχειοθετείται η πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, αβάσιμα δε υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι, μη υπαρχούσης ρητής συμφωνίας, πέραν της αμοιβής, και για το λοιπό περιεχόμενο της εντολής, δεν υπήρχε καταρτισμένη σύμβαση εμμίσθου εντολής, ελλείψει της οποίας δεν στοιχειοθετείται η ανωτέρω πράξη, σε βαθμό κακουργήματος.
Συνεπώς οι από το άρθρο 484 παρ. 1 β και δ 1ος έως και 7ος και 9ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό, κατά τα ανωτέρω απορριπτέες ως απαράδεκτες.
V. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, το συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ` αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση, μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η αίτηση υποβάλλεται με οποιοδήποτε διαδικαστικό έγγραφο απευθυνόμενο προς το δικαστικό συμβούλιο, όπως είναι και το υπόμνημα επί των λόγων της εφέσεως, χρονικά πριν από την κατάρτιση ή την υποβολή της προτάσεως στο Συμβούλιο ή τουλάχιστον πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου και την ανάπτυξη της εισαγγελικής προτάσεως.
Στην κρινόμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη ενώπιον του εμφάνιση του προς παροχή διευκρινίσεων, με την αιτιολογία ότι ήδη ο κατηγορούμενος με τα αναλυτικά και εκτενή απολογητικά υπομνήματα και τα έγγραφα που προσκόμισε ενώπιον του ανακριτή, αλλά και το διεξοδικό εφετήριο του, ανέπτυξε επαρκέστατα και αναλυτικότατα τις υπερασπιστικές θέσεις του και γι αυτό δεν παρίσταται ανάγκη για ακόμη πληρέστερη ανάλυση των απόψεων του, ενόψει και του ότι το σύνολο του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας δεν έχει ανάγκη διευκρινίσεων, αφού δεν υπάρχουν νομικά ή πραγματικά ζητήματα που να χρήζουν διασαφήσεων. Κατ ακολουθία τούτων το Συμβούλιο απάντησε επί του αιτήματος και το απέρριψε με την ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 α ΚΠΔ όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων και της εκ του λόγου αυτού δημιουργίας απόλυτης ακυρότητας είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, επί του, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ, υποβαλλόμενου με την έκθεση αναιρέσεως, αιτήματος του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, για να παράσχει διευκρινήσεις και να προβεί σε διασαφήσεις επί του περιεχομένου των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την εκτενέστατη έκθεση της αναιρέσεως του, που καταλαμβάνει 14 φύλλα, πλήρως λεπτομερώς και διεξοδικώς εξέθεσε και ανέπτυξε τις αιτιάσεις του κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε τρόπο ώστε η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο δεν πρόκειται να συμβάλλει στην ορθή και πλήρη έρευνα των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς το αίτημά του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
VI. Ο αναιρεσείων, υπέβαλε στο Συμβούλιο Εφετών αίτημα άρσεως άλλως αντικαταστάσεως του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας ποσού 20.000 €, εξ αυτών που του επιβλήθηκαν με την 1/9-1-2008 διάταξη του Ανακριτή του ΣΤ' Τμήματος Πειραιώς και τροποποιήθηκαν με το πρωτόδικο βούλευμα. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών με την ακόλουθη αιτιολογία: "με σχετικό αίτημα του ο κατηγορούμενος ζητεί την άρση του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας, άλλως την αντικατάσταση του με άλλον περιοριστικό όρο. Το αίτημα του αυτό είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις αναλογικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 286, 291, 296, 297 Κ.Π.Δ., πλην όμως, ερευνώμενο περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμο. Και τούτο διότι αφενός μεν προέκυψαν, κατά τα προαναφερθέντα, αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου, αφετέρου δε οι επικαλούμενοι από αυτόν λοιποί όροι προς άρση ή αντικατάσταση της επιβληθείσας εγγυοδοσίας και ειδικότερα ότι α) έχει υποστεί οικονομική καταστροφή, β) έχει άψογο επαγγελματικό, κοινωνικό και οικογενειακό βίο και γ) δεν έχει απασχολήσει ποτέ τις Αρχές για οποιοδήποτε λόγο, δεν δικαιολογούν την αιτούμενη άρση ή αντικατάσταση. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι από το χρόνο επιβολής της άνω εγγυοδοσίας και μέχρι την υποβολή του ένδικου αιτήματος δεν μεσολάβησε οποιαδήποτε, και μάλιστα δυσμενής, σε βάρος του κατηγορουμένου μεταβολή των όρων και προϋποθέσεων, με βάση τους οποίους διατάχθηκε η επιβολή της. Κατόπιν αυτών, απορριπτόμενου του ανωτέρω αιτήματος, πρέπει να διατηρηθεί η προαναφερόμενη διάταξη του Ανακριτή του ΣΤ' Τμήματος Πειραιώς, όπως αυτή τροποποιήθηκε, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, κατά την ανωτέρω έννοια, αφού το Συμβούλιο δέχθηκε ότι, από τότε που επιβλήθηκε ο περιοριστικός αυτός όρος δεν μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις επιβολής του, τέτοια δε τυγχάνει, κατά νόμο και η εν γένει οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου. Το Συμβούλιο με την παραδοχή αυτή απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι έχει υποστεί, στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, οικονομική καταστροφή και αντιμετωπίζει αυτός και η οικογένειά του προβλήματα επιβίωσης. Η κρίση αυτή ανάγεται στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και τυγχάνει, κατά τα ανωτέρω, ανέλεγκτη αναιρετικώς.
Συνεπώς ο, από το άρθρο 484 παρ. 1 δ ΚΠΔ, 10ος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης στο παρόν Συμβούλιο του αναιρεσείοντος.
Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 12/19-10-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση του 291/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση. Έννοια. Στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς. Έννοια παρανόμου ιδιοποιήσεως και πώς εκδηλώνεται. Πότε σε βαθμό κακουργήματος, ειδικότερα επί εντολοδόχου (ΑΠ 24/2010, ΑΠ 1/2009, ΑΠ 946/2007). Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία - Πότε. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή - έννοια. Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται και επί έμμισθης εντολής - έννοια αυτής (ΑΠ 1243/2005). Άρθρο 98 ΠΚ - Έννοια ενιαίου δόλου (ΑΠ 230/2008). Συναινετικό δάνειο - έννοια (ΑΠ 1417/2007. Όχι δυνατός συμψηφισμός απαιτήσεως του δράστη της υπεξαιρέσεως κατά του θύματος, κατά το άρθρο 450 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 1066/2004, ΑΠ 654/2007). Αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης κατ άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ. Συνέπεια υποβολής του (ΑΠ 251/2010). Υπεξαίρεση από εντολοδόχο ποσού άνω των 73.000 €. Λόγοι 484 παρ. 1β και δ΄ ΚΠΔ. Αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης στο Συμβούλιο Εφετών. Απόρριψη με πλήρη αιτιολογία. Αίτημα αντικαταστάσεως περιοριστικών όρων. Απόρριψη. Πλήρης αιτιολογία. Αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης στον Α.Π. Απόρριψη. Απόρριψη 10 λόγων αιτήσεως αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1147/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.2382/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκου Τύπου Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 43/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 105/15-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 4-1-2010 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, κατά του υπ'αριθμ. 2382/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση της αναιρεσειούσης, κατά του υπ'αριθμ. 2191/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτή παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπιστευθέντος σ'αυτή λόγω της ιδιότητός της ως εντολοδόχου. Προβάλλει δε αυτή, ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρ. 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι διά την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου (εν λόγω ή εν μέρει) κινητού πράγματος, περιελθόντος στην κατοχή του δράστου με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος αυτού ενέχων την γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο και το κατέχει, καθώς και την θέλησή του να το ενσωματώση στην περιουσία του. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγρ. 2) όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και εμπιστευμένο στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνος του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστού ξένης περιουσίας. Η κρίση περί της αξίας του παρανόμως ιδιοποιουμένου αντικειμένου, ως ιδιαιτέρως μεγάλης, εκτιμάται ανελέγκτως (βλ. ΑΠ 1779/2006, ΑΠ 1975/2007). Ξένο δε κινητό πράγμα θεωρείται εκείνο που ευρίσκεται σε ξένη ως προς τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο (βλ. ΑΠ 741/2002). Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αναφερόμενο επιτρεπτώς στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 5/3/1998 έγγραφης συμφωνίας μεταξύ αφ'ενός της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε." ("Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε.") και αφ'ετέρου της κατηγορουμένης, η τελευταία ανέλαβε την επί προμηθεία πώληση, για λογαριασμό της αντισυμβαλλομένης της ως άνω εταιρίας, εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων στην ευρύτερη περιοχή .... Με βάση την ανωτέρω σύμβαση η κατηγορουμένη θα παρακρατούσε, από τα εισπραττόμενα για λογαριασμό της "Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε." χρηματικά ποσά, την προμήθειά της, που ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί της αναγραφομένης τιμής του εντύπου, μείον το Φ.Π.Α. και θα απέδιδε το υπόλοιπο στην ανωτέρω εταιρία, στο τέλος κάθε 10ημέρου, ενώ στο τέλος κάθε μήνα θα γινόταν εκκαθάριση του μεταξύ των συμβαλλομένων λογαριασμού, η δε οφειλή της κατηγορουμένης από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού θα αποδεικνυόταν μόνο από το απόσπασμα των τηρουμένων εκ μέρους της "Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε." βιβλίων. Η κατά τα προεκτεθέντα συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων λειτούργησε μέχρι την 31/12/1999, οπότε ο λογαριασμός της κατηγορουμένης, με βάση τα τηρούμενα από την "ΠΕΑΤ Α.Ε." βιβλία εμφάνισε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 19.528.217 δρχ. ή 57.309,50 €, ποσό που αυτή (κατ/νη) όφειλε να αποδώσει στην ανωτέρω εταιρία, καθόσον το είχε εισπράξει για λογαριασμό της από την πώληση διαφόρων εντύπων. Ακολούθως με την υπ'αριθμ. 633/3000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εταιρία "Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε." κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Με την από 8/3/2002 εξώδικη πρόσκλησή του, που επιδόθηκε στην κατηγορουμένη στις 28/3/2002, ο οριστικός σύνδικος ..., δικηγόρος Αθηνών, κάλεσε την κατηγορουμένη να του αποδώσει με την ως είρηται ιδιότητά του το οφειλόμενο ως άνω ποσόν των 57.309,50 €, πλην όμως η τελευταία δεν συμμορφώθηκε, εκδηλώνοντας, έτσι, έκτοτε τη βούλησή της να ιδιοποιηθεί παράνομα το εν λόγω ποσόν που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχη ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, εις βάρος της αναιρεσειούσης κατηγορουμένης, προς παραπομπή της στο ακροατήριο, και αφού απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση αυτής, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, επεκύρωσε αυτό. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογία ελλειπή και ασαφή, αφού δεν διευκρινίζει, με ποιά εκ των προαναφερομένων ιδιοτήτων, οι οποίες προσδίδουν κακουργηματικό χαρακτήρα στην υπεξαίρεση, η αναιρεσείουσα ετέλεσε το αποδιδόμενο σ'αυτήν εν λόγω έγκλημα. Επίσης, δεν διευκρινίζει αν μεταξύ της αναιρεσειούσης και της ανωτέρω εταιρίας υπήρχε και συμφωνία αλληλοχρέου λογαριασμού, λαμβανομένου υπ'όψη ότι, επί αλληλοχρέου λογαριασμού, δεν αποτελούν ξένο πράγμα, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ούτε οι καταχωριζόμενες σ'αυτόν αξιώσεις, αφού αυτές χάνουν την αυτοτέλειά τους, ούτε το κατάλοιπο, κατά του οφειλέτου του οποίου ο αντισυμβαλλόμενος διατηρεί ενοχική απαίτηση (βλ. ΑΠ 918/1988, εις ΠΧ/ΛΘ'/40). Αλλά, με τις ως άνω ελλείψεις και ασάφειες, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και θεμελιούται ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Σημειωτέον ότι η περί απολύτου ακυρότητος αιτίαση είναι αβάσιμη, αφού, ως προκύπτει εκ του προσβαλλομένου βουλεύματος, διά την απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσειούσης, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς της ενώπιον του εκδόντος αυτό Συμβουλίου, τούτο διέλαβε την ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Περαιτέρω, αβάσιμη είναι και η αιτίαση, περί ελλείψεως αιτιολογίας, εκ του ότι δεν μνημονεύεται ότι το Συμβούλιο έλαβε υπ'όψη του και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αφού εκ της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθη υπ'όψη και η κατάθεση αυτή (βλ. ΑΠ 1946/2005). Τέλος δε, η κατά τόπον αναρμοδιότης απαραδέκτως προβάλλεται, το πρώτον διά της υπό κρίση αιτήσεως, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου εκ του άρθρ. 484 παρ. 1β' ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 1673/1986, εις ΠΧ/ΛΖ'/228, ΑΠ 514/1977, εις ΠΧ/ΚΖ'/843). Κατ'ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ, να απορριφθή δε το αίτημα της αναιρεσειούσης, περί παραστάσεώς της ενώπιον του Δικαστηρίου σας, κατά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, διότι οι προβαλλόμενοι από αυτήν αναιρετικοί λόγοι δεν έχουν ανάγκη προφορικών διευκρινίσεων.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Να απορριφθή το αίτημα της αναιρεσειούσης περί παραστάσεώς της ενώπιον του Δικαστηρίου σας, κατά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 2382/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήναι 4 Φεβρουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η κρινόμενη, με αριθμό 1/4-1-2010 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., στρέφεται κατά του 2382/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επιδόθηκε την 22-12-2009. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά του 2191/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτια υπεξαίρεσης ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο (ΠΚ 375 παρ.1 εδ. α' και 2 εδ. α'). Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από δικηγόρο που είχε ειδική πληρεξουσιότητα να ενεργήσει για λογαριασμό της κατηγορουμένης, ως δικαιούμενης προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (ΚΠοινΔ 317 παρ.1, 465 παρ.1, 482 παρ.2). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. Το αίτημα της αναιρεσείουσας να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεως της ενώπιον του Αρείου Πάγου, συνεδριάζοντος εν Συμβουλίω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι στην αίτηση αναιρέσεως εκτίθενται οι αιτιάσεις αυτής κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος με τρόπο επαρκή και ορισμένο, που δεν έχει ανάγκη περαιτέρω διευκρινίσεων.
2.Στο άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιον του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση" και, περαιτέρω, ότι "Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και, σε περίπτωση απορρίψεως της, να αιτιολογήσει την απάντηση του με αναφορά σε συγκεκριμένο λόγο που δικαιολογεί τη μη αναγκαιότητα της εμφάνισης του κατηγορουμένου ενώπιον του για την παροχή διευκρινίσεων. Αν το συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ΑΠ 1610/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσειουσα είχε υποβάλει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά τη συζήτηση της εφέσεως της κατά του τότε προσβαλλόμενου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το δευτεροβάθμιο συμβούλιο, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, απέρριψε το εν λόγω αίτημα, ως αβάσιμο. Στην εισαγγελική πρόταση, περί του ζητήματος αυτού διατυπώνεται η αιτιολογία ότι "πρέπει να απορριφθεί η αίτηση της κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτής ενώπιον του Συμβουλίου [σας], καθ' όσον αυτή έχει εκθέσει αναλυτικώς τις απόψεις της με τα υπομνήματα της και τους λόγους της εφέσεως της". Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης, δεδομένου ότι η αναιρεσειουσα, κατά την υποβολή του αιτήματος, δεν αναφέρθηκε σε κάποιο ζήτημα, το οποίο αντιμετωπιζόταν ατελώς στα διαδικαστικά έγγραφα που είχε υποβάλει μέχρι τότε και θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο προφορικών διευκρινίσεων ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Το δευτεροβάθμιο συμβούλιο ούτε δυνατότητα ούτε υποχρέωση είχε να διαλάβει εκτενέστερη αιτιολογία, από την προαναφερθείσα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
3.Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα συγκεκριμένου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
4.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' και παρ.2 εδ. α' ΠΚ, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του ν. 2408/1996, "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο [ολικώς ή εν μέρει] κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", ενώ "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο [μεταξύ άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα και] λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της εισαγγελικής προτάσεως, στην οποία παραδεκτώς αναφέρθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αξιολογώντας όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα "τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης", δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η Χ, που κατοικεί στο ..., με την από 5-3-1998 έγγραφη συμφωνία μεταξύ αυτής και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου ΑΕ" (στο εξής: ΠΕΑΤ ΑΕ), που εδρεύει στην ..., ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στην ευρύτερη περιοχή ..., για λογαριασμό της ΠΕΑΤ ΑΕ, τα έντυπα που η τελευταία διακινούσε. Ότι, ως αμοιβή για τη διενέργεια των πωλήσεων, η Χ είχε το δικαίωμα να παρακρατεί, από τα εισπραττόμενα για λογαριασμό της ΠΕΑΤ ΑΕ χρηματικά ποσά, "ποσοστό 20% επί της τιμής εκάστου πωλουμένου εντύπου μείον ΦΠΑ", με την αντίστοιχη υποχρέωση να αποδίδει το υπόλοιπο μέρος του τιμήματος στην ΠΕΑΤ ΑΕ, στο τέλος εκάστου δεκαημέρου. Ότι στο τέλος κάθε μήνα "θα γινόταν εκκαθάριση του μεταξύ των συμβαλλομένων λογαριασμού". Ότι, όταν ο λογαριασμός θα έκλεινε οριστικά, η οφειλή της Χ θα αποδεικνυόταν "μόνο από το απόσπασμα των τηρουμένων εκ μέρους της ΠΕΑΤ ΑΕ βιβλίων". Ότι η ως άνω συμφωνία λειτούργησε μέχρι την 31-12-1999, οπότε ο λογαριασμός της Χ εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο 19.528.217 δραχμών, που αντιστοιχεί ήδη σε 57.309,50 ευρώ. Ότι με την από 8-3-2002 εξώδικη πρόσκληση της ΠΕΑΤ ΑΕ, που ήδη είχε πτωχεύσει και ενεργούσε δια του συνδίκου της πτωχεύσεως, ζητήθηκε από την Χ να αποδώσει το ως άνω ποσό μέσα σε προθεσμία 10 ημερών. Ότι η εν λόγω εξώδικη πρόσκληση επιδόθηκε την 28-3-2002 και η ταχθείσα προθεσμία παρήλθε άπρακτη την 7-4-2002, οπότε εκδηλώθηκε η πρόθεση της Χ να ιδιοποιηθεί χωρίς δικαίωμα το ως άνω ποσό, που είχε εισπράξει για λογαριασμό της ΠΕΑΤ ΑΕ. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο Εφετών επικύρωσε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που είχε παραπέμψει την κατηγορουμένη Χ για να δικασθεί ως υπαίτια υπεξαίρεσης ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, τελεσθείσας στην ... την 7-4-2002.
5. Οι παραδοχές αυτές αποτελούν πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να περιέχουν ασάφεια ή αντίφαση, σε βαθμό που να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το αν εφαρμόζεται ορθώς η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ. Πράγματι, εκτίθεται σαφώς ότι η αναιρεσείουσα ενεργούσε δυνάμει συμβάσεως, κατ' εντολή και για λογαριασμό της αντισυμβαλλόμενης εταιρίας. Το γεγονός ότι είχε συμφωνηθεί να λαμβάνει αμοιβή, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί της τιμής των πωλουμένων εντύπων, ενώ, κατ' αρχήν, η σύμβαση της εντολής εκτελείται χωρίς αμοιβή (ΑΚ 713), δεν είναι αρκετό για να αποκλείσει το χαρακτηρισμό της αναιρεσείουσας ως εντολοδόχου, αφού είναι σαφής, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του προσβάλλόμενου βουλεύματος, η σχέση που τη συνέδεε με την αντίδικο της. Εξ άλλου, η αναφορά της αιτιολογίας σε "λογαριασμό", ο οποίος απεικόνιζε τις διαδοχικές αποστολές εκ μέρους της ΠΕΑΤ ΑΕ εντύπων προς πώληση και τις έναντι των χρεώσεων της αξίας αυτών διαδοχικές πιστώσεις της Χ, περιγράφει, απλώς, το λογιστικό σύστημα που ίσχυσε κατά τη λειτουργία της συμβάσεως των διαδίκων και ουδόλως υποδηλώνει την ύπαρξη "αλληλόχρεου λογαριασμού", ο οποίος αποτελεί ιδιώνυμη σχέση, που λειτουργεί με διαφορετικούς όρους και αποτελέσματα. Ακόμη, η εκ μέρους του δευτεροβαθμίου συμβουλίου επίκληση (δια της αναφοράς στην εισαγγελική πρόταση) της από 8-3-2002 εξωδίκου προσκλήσεως της ΠΕΑΤ ΑΕ δεν υποδηλώνει παραθεώρηση των υπολοίπων εγγράφων της δικογραφίας και, μάλιστα, του με αριθμό ... εγγράφου της ίδιας εταιρίας, για το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, στο αναιρετήριο, ότι έχει διαφορετικό περιεχόμενο ως προς το ύψος της οικονομικής της εκκρεμότητας, αφού η αναφορά στην από 8-3-2002 εξώδικη δήλωση γίνεται μόνο για τον προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης της πράξης και όχι για την επιβεβαίωση του ιδιοποιηθέντος ποσού. Ομοίως, η εκ μέρους του δευτεροβαθμίου συμβουλίου επίκληση "των καταθέσεων των μαρτύρων" δεν αποκλείει τη συνεκτίμηση της ανωμοτί καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντος, αφού αυτός θεωρείται ως το πρόσωπο που κατ' εξοχήν καταθέτει σε βάρος του κατηγορουμένου. Τέλος, κανένα ζήτημα τοπικής αναρμοδιότητας δεν τίθεται, αφού το συμβούλιο δέχθηκε ανελέγκτως ότι τόπος τέλεσης της αποδιδόμενης πράξης υπήρξε η Αθήνα. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αντιστοίχως, οι πλημμέλειες από το άρθρο 484 παρ.1 περ. δ' και β'Κποιν.Δ, είναι αβάσιμοι.
6. Σύμφωνα προς τις παραπάνω σκέψεις και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό 1/4-1-2010 αίτηση της κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του 2382/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Μαΐου 2010. Και
ΕΚΔΘΟΔΗΚΕ στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα - αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο Εφετών. Υπεξαίρεση - σαφείς παραδοχές ως προς ιδιότητα εντολοδόχου και τόπο τέλεσης της πράξεως. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1150/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να αποφανθεί επί της από 3 Φεβρουαρίου 2010 αναφοράς-αιτήσεως και δήλωσης του αιτούντα ..., που δεν παραστάθηκε, για αυτεπάγγελτη συμπλήρωση των πρακτικών της υπ'αριθ.171/2010 αποφάσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος Αρείου Πάγου.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)... και 2)..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Θεοδώρα Γκοΐνη ως Πρόεδρος του Ζ'Ποινικού Τμήματος, με την υπ'αριθμ. 36/12-2-2010 διάταξή της διατάσσει την εισαγωγή της ανωτέρω αιτήσεως στο Δικαστήριο, η οποία (αίτηση) καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 216/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, όταν στην απόφαση ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή τους, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο (παρ.1). Μέσα σε είκοσι ημέρες από την κατά το άρθρο 142 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο, καταχώριση στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων πρακτικών είναι δυνατό να ζητηθεί από τους διαδίκους και τον εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο η διόρθωση λαθών που υπάρχουν στα πρακτικά ή η συμπλήρωση των ελλείψεων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1. Τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση διατάσσει, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήταν παρόντες, όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση, και σε περίπτωση άρνησής του το δικαστήριο που δίκασε αποτελούμενο από τους ίδιους αν είναι δυνατό δικαστές (παρ. 3). Στην προκειμένη περίπτωση ο δικηγόρος ... με την από 3-2-2010 αν αφορά αίτηση και δήλωση (αριθ. πρωτοκ. 32/5-2-2010 του Αρείου Πάγου), επικαλείται ότι από τα υπ' αριθ. 171/27-1-2010 πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, αφενός παραλείφθηκαν δηλώσεις του ίδιου και του Εισαγγελέα της έδρας που ασκούν επιρροή στη βασιμότητα της από 22-1-2010 αιτήσεως εξαιρέσεως δικαστών που έχει αυτός υποβάλει και αφετέρου παραλείφθηκε η καταχώριση εγγράφου που είχε αυτός υποβάλει και ζητήσεις την καταχώρισή του. Κατόπιν τούτων ο ανωτέρω δικηγόρος ζήτησε να προκληθεί αυτεπαγγέλτως η συμπλήρωση κατά τα άνω των πρακτικών. Η διευθύνουσα τη συνεδρίαση Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, ως αρμόδια κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις για τη συμπλήρωση των πρακτικών, έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση συμπληρώσεως των πρακτικών με διάταξη της ίδιας και επειδή η ανωτέρω κρίση ισοδυναμεί με άρνηση, διατάχθηκε η εισαγωγή της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο κατά τις ίδιες διατάξεις είναι αρμόδιο να αποφασίσει επί της αιτήσεως συμπληρώσεως.
Από την επισκόπηση των καθαρογραμμένων υπ' αριθ. 171/27-1-2010 πρακτικών συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι καταχωρίστηκαν σ' αυτά όλα όσα συνέβησαν στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα καταχωρίστηκε το 27-1-2010 έγγραφο το οποίο επιγράφεται ως "ενστάσεις-δηλώσεις-αιτήματα" και το οποίο υπέβαλε ο αιτών προς καταχώριση, ενώ δεν υποβλήθηκε από μέρους του άλλο έγγραφο προς καταχώριση στα πρακτικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Επίσης καταχωρίστηκαν όσα διημείφθησαν μεταξύ αυτού και του εισαγγελέα της έδρας, ενώ δεν ελέχθη από τον τελευταίο "κάνε μου μήνυση" και "πρέπει να λάβουμε μέτρα κατά του κατηγορουμένου να τελειώνουμε μ' αυτόν", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αιτών. Επομένως η αίτηση είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρο 583 του ΚΠΔ για επιβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-2-2010(υπ' αριθ. πρωτ. 32/5-2-2010) αίτηση του ... για συμπλήρωση των υπ' αριθ. 171/27-1-2010 πρακτικών συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση συμπληρώσεως πρακτικών συνεδριάσεως. Αρμόδιος για τη συμπλήρωση είναι ο διευθύνων τη συνεδρίαση και σε περίπτωση άρνησή του ή κρίσης του ότι δεν συντρέχει περίπτωση συμπληρώσεως, το Δικαστήριο που δίκασε. Απορρίπτεται η αίτηση συμπληρώσεως ως αβάσιμη κατ' ουσία. Δεν επιβάλλονται έξοδα της ποινικής διαδικασίας.
|
Πρακτικά απόφασης
|
Πρακτικά απόφασης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1132/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση περί αναιρέσεως της 1292/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Καλτσογιάννη (ΑΜ ΔΣ Βόλου 397).
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Καραβίδα (ΑΜ ΔΣ Βόλου 245).
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 100/2010.
Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 23-12-2009, υποβάλλεται, για τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, εκ μέρους του συνηγόρου που είχε παρασταθεί στη συζήτηση και στρέφεται κατά της 1292/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 17-12-2009. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.2, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
2.
Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, ως προς την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, αρκεί η γενική, κατ' είδος μνεία αυτών, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και έκθεση του τι προκύπτει από το καθένα. Πάντοτε, όμως, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η, κατ' άρθρο 178 περ. γ' ΚΠοινΔ, πραγματογνωμοσύνη. Ως πραγματογνωμοσύνη, όμως, νοείται αυτή, η οποία, κατ' άρθρο 183 ΚΠοινΔ, διατάσσεται με παραγγελία κάποιου ανακριτικού υπαλλήλου ή του δικαστηρίου (ή και του εισαγγελέα, κατ' άρθρο 31 παρ.1 ΚΠοινΔ) προς ακριβή διάγνωση και κρίση γεγονότος, εφ' όσον απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και όχι η παροχή επιστημονικής ή τεχνικής γνώμης από ιδιώτες ειδικούς κατ' εντολή των διαδίκων, είτε αυτοί έχουν την ιδιότητα του τεχνικού συμβούλου σε συγκεκριμένη δίκη (ΚΠοινΔ 204) είτε όχι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης 1292/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, κατά την ενώπιον εκείνου αποδεικτική διαδικασία ανεγνώσθη μεταξύ άλλων εγγράφων και "η από 27-3-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου - ηλεκτρολόγου - μηχανικού ...", η οποία δεν μνημονεύεται στη συνέχεια, ούτε με τα ως άνω στοιχεία ούτε κατ' είδος, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, διότι στην αρχή του σκεπτικού γίνεται αναφορά σε μάρτυρες και σε έγγραφα που ανεγνώσθησαν, αλλά όχι και σε πραγματογνωμοσύνη. Περαιτέρω, όμως, από την επισκόπηση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και της εν λόγω εκθέσεως, προκύπτει ότι αυτή συντάχθηκε από επιστήμονα που ορίσθηκε εκ μέρους του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας (τμήμα ...) κατ' αίτηση του κατηγορουμένου και ότι προσκομίσθηκε στο δικαστήριο με πρωτοβουλία του ιδίου. Κατά συνέπεια, χωρίς να έχει σημασία ο τίτλος που έδωσε στην έκθεση ο συντάκτης αυτής, δεν πρόκειται για πραγματογνωμοσύνη κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά για τεχνική έκθεση και, ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ανάγκη ιδιαίτερης μνείας αυτής στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
3.
Σε συνέχεια των όσων αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, στο άρθρο 314 παρ.1 εδ.α' ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Στο άρθρο 28 ΠΚ ορίζεται ότι "Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για τη λεγόμενη "αμέλεια χωρίς συνείδηση", ενώ στη δεύτερη για τη "συνειδητή αμέλεια". Τέλος, στο άρθρο 15 ΠΚ ορίζεται ότι "Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια χωρίς συνείδηση, τελεσθείσα δια παραλείψεως, απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι ο δράστης, λόγω της ιδιότητάς του, είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει προκειμένου να αποτρέψει την επέλευση της σωματικής βλάβης του παθόντος, αλλά παρέλειψε να το κάνει, β) ότι η παράλειψή του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οφειλόταν στο ότι δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, υπό τις αυτές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική πρέπει να καταβάλλει και γ) ότι ο δράστης, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις ή ικανότητες και ιδίως εξ αιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, η σωματική βλάβη του παθόντος πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την παράλειψη του δράστη, υπό την έννοια ότι κατά την κοινή αντίληψη το εν λόγω αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν, εάν ο δράστης είχε προβεί στην ενέργεια, την οποία κατά παράβαση της νομικής του υποχρέωσης παρέλειψε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1292/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, με συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού αυτής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ότι ο κατηγορούμενος Χ, την 7-6-2002, είχε την ιδιότητα του εργοδότη έναντι του παθόντος και πολιτικώς ενάγοντος Ψ, ο οποίος προσέφερε εξαρτημένη εργασία στην επιχείρηση παραγωγής σκυροδέματος, την οποία ο πρώτος, με εταιρική μορφή, διατηρούσε στην περιοχή του .... Ότι στον παθόντα, στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, είχε ανατεθεί ο χειρισμός και η συντήρηση "του αναμικτήρα αδρανών υλικών προς παρασκευή σκυροδέματος" και με την ειδικότητα αυτή πρόσφερε τις υπηρεσίες του κατά την τελευταία πενταετία πριν από την ως άνω ημερομηνία, παρά το γεγονός ότι η αρχική πρόσληψή του είχε γίνει με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου. Ότι κατά την ως άνω ημερομηνία κλήθηκε στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης ο ειδικός τεχνίτης ..., προκειμένου να αντικαταστήσει την ελαστική ταινία του κυλιομένου διαδρόμου μεταφοράς των αδρανών υλικών προς τον αναμικτήρα, λόγω συνήθους φθοράς. Ότι για να γίνει η αντικατάσταση της ταινίας αφαιρέθηκε από τον κυλιόμενο διάδρομο το προστατευτικό κάλυμμα των πλευρών αυτού. Ότι μετά την αντικατάσταση της ταινίας και πριν από την επανατοποθέτηση του καλύμματος, ενώ ακόμη ο ειδικός τεχνίτης βρισκόταν εκεί, ο παθών θέλησε με δική του πρωτοβουλία να ρυθμίσει ο ίδιος την ταινία (να τη "ρεγουλάρει"), ώστε να λειτουργεί καλά. Ότι για το σκοπό αυτό έδωσε εντολή σε συνάδελφό του να θέσει σε λειτουργία τον κυλιόμενο διάδρομο, από το χειριστήριο του αναμικτήρα. Ότι κατά την προσπάθεια ρύθμισης ο παθών διαπίστωσε ότι η ελαστική ταινία δεν εφάρμοζε καλά σε κάποια σημεία του κυλιομένου διαδρόμου, διότι είχε εγκλωβιστεί αέρας μεταξύ του κυλίνδρου, επί του οποίου εκινείτο και αυτής. Ότι ο παθών, προκειμένου να επιλύσει το πρόβλημα αυτό, άρχισε να κτυπάει ελαφρά την ταινία με τις γροθιές του. Ότι τότε, σε κάποιο κτύπημα, εγκλωβίστηκε το δεξί του χέρι ανάμεσα στον κύλινδρο και στην ταινία, με αποτέλεσμα να συνθλιφθεί και να υποστεί ακρωτηριασμό στο ύψος του αγκώνα. Ότι ο τραυματισμός αυτός, ανεξάρτητα από τη συντρέχουσα, μεγάλη προσωπική υπαιτιότητα του παθόντος, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε εκ των περιστάσεων και μπορούσε να επιδείξει, δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που μπορούσε ένα προέλθει και παρέλειψε α) να φροντίσει, ώστε σε κάθε θέση εργασίας να υπάρχει ειδικό σύστημα χειρισμού του συγκροτήματος του αναμικτήρα, που να επιτρέπει τη διακοπή της λειτουργίας του σε περίπτωση κινδύνου, β) να εξασφαλίσει την ύπαρξη προστατευτικού καλύμματος στις πλευρές του κυλιομένου διαδρόμου, για να μην κινδυνεύουν τα πρόσωπα που πλησιάζουν σ' αυτόν, γ) να δώσει εντολή, ώστε οι εργασίες συντήρησης ή επισκευής του μηχανήματος να γίνονται σε κατάσταση διακοπής της λειτουργίας αυτού και δ) να φροντίσει, ώστε οι εν λόγω εργασίες να γίνονται από εργαζόμενο με ειδική αρμοδιότητα. Ότι όλες αυτές τις υποχρεώσεις ο κατηγορούμενος τις είχε ως εργοδότης (νόμιμος εκπρόσωπος του εταιρικού φορέα της επιχείρησης), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.2 και 9 εδ.2.7 και 2.19 του π. δ. 395/1994 και των άρθρων 2 παρ.1 και 10 και 21 του π. δ. 212/1976 και εξ αιτίας της παραλείψεώς τους επήλθε ο τραυματισμός του παθόντος. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και παράβασης των διατάξεων του π. δ. 395/1994, συνιστάμενης στις ανωτέρω υπό (α), (γ) και (δ) παραλείψεις. Με τα όσα δέχθηκε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την κατά νόμο πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι εκθέτει χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά ότι κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ως άνω ατύχημα, ο κατηγορούμενος, αν και λόγω της ιδιότητας του εργοδότη, την οποία είχε έναντι του παθόντος, επείχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβει τα μέτρα που προαναφέρθηκαν, αυτός, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν έλαβε τα μέτρα που έπρεπε και λόγω της παραλείψεως αυτής συνέβαλε στον τραυματισμό του παθόντος, ο οποίος, άλλως, δεν θα είχε επέλθει. Επομένως, σύμφωνα με την κρίση της πλειοψηφίας, ο δεύτερος και τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας, διότι, δήθεν, το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε υπαγωγικούς συλλογισμούς και δεν προσδιόρισε το χρόνο τέλεσης των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, είναι αβάσιμοι.
4.
Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, ως άνω αιτιολογία δεν είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, διότι περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εκ μέρους του Εφετείου ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ποινικού κώδικα και των ως άνω προεδρικών διαταγμάτων, που προαναφέρθηκαν. Πράγματι, σε αναφορά προς τις ως άνω παραλείψεις (βλ. σκέψη αρ.3), τις οποίες απέδωσε στον κατηγορούμενο ως συντρέχουσα αμελή συμπεριφορά που συνέβαλε στον τραυματισμό του παθόντος, το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεώς του σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, αντιστοίχως α) ότι στο συγκρότημα του αναδευτήρα υπήρχε χειριστήριο στη θέση του μοναδικού χειριστή αυτού και ότι ο παθών, κατά τη στιγμή του ατυχήματος, προσπαθούσε αυτοβούλως ("από πιθανό ζήλο", αναγράφεται κατά λέξη στην αιτιολογία) να αποκαταστήσει τη δυσλειτουργία που ο ίδιος είχε εντοπίσει, σε τμήμα του συγκροτήματος που δεν αποτελούσε θέση εργασίας, αμέσως μετά από την τοποθέτηση της νέας ελαστικής ταινίας από τον ειδικό τεχνίτη και πριν από την αποχώρηση εκείνου, β) ότι προστατευτικό κάλυμμα υπήρχε, αλλά είχε αφαιρεθεί αναγκαστικά για τις ανάγκες της επισκευής, που δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με το κάλυμμα στη θέση του και ότι αυτό δεν είχε επανατοποθετηθεί, διότι η επισκευή δεν είχε ολοκληρωθεί (έπρεπε να συντελεσθεί η ρύθμιση της ταινίας), γ) ότι η συντήρηση, που συνίστατο στην αντικατάσταση της φθαρμένης ελαστικής ταινίας, είχε γίνει σε κατάσταση διακοπής της λειτουργίας του μηχανήματος, αλλά ο ίδιος ο παθών είχε δώσει εντολή κινηθεί δοκιμαστικά ο κυλιόμενος διάδρομος μετά την τοποθέτηση της νέας ταινίας, προκειμένου να τη ρυθμίσει και δ) ότι ο παθών, ανεξάρτητα από το ότι δεν είχε προηγούμενη, ειδική εκπαίδευση, ήταν ο εργαζόμενος στον οποίο επί μία πενταετία προ του ατυχήματος είχε ανατεθεί η αποκλειστική αρμοδιότητα του χειρισμού και της συντήρησης του συγκροτήματος του αναμικτήρα. Οι εν λόγω παραδοχές αποκλείουν, κατά λογική αλληλουχία, εκείνες που επισημαίνονται στην προηγούμενη σκέψη, ως στοιχειοθετούσες τις παραλείψεις του κατηγορουμένου. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση ως προ το αν αυτός επέδειξε ή δεν επέδειξε την αμέλεια που του αποδίδεται. Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη της μειοψηφίας, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας, σε συνδυασμό με τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' λόγο, που θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως (ΚΠοινΔ 511), θα έπρεπε να κριθεί βάσιμος.
5.
Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων, που ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας και της δικαστικής δαπάνης του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-12-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως της 1292/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας και πεντακόσια (500) ευρώ για τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Μαΐου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 2α Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια, σε βάρος εργαζομένου. Η τεχνική έκθεση, ανεξάρτητα από το πώς τιτλοφορείται, δεν ταυτίζεται με το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης και δεν χρειάζεται να μνημονεύεται ειδικά στο σκεπτικό της αποφάσεως. Απορρίπτει κατά πλειοψηφία λόγο για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ κατά τη μειοψηφία αυτός θα έπρεπε να γίνει δεκτός σε συνδυασμό με εκ πλαγίου παράβαση, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου και των περιστατικών που θεωρούνται παραλείψεις και στοιχειοθετούν την αμέλεια του εργοδότη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Μειοψηφική γνώμη.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1130/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανόλη Γρηγοριάδη, περί αναιρέσεως της 6075/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1184/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεως και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εγκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 6075/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό 44052/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Από τη σχετική υπ' αριθμό 4355/10-6-2009 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, "η εκκαλούμενη απόφαση δεν επιδόθηκε στην γνωστήν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, και στις άλλες αρχές κατοικία μου στην οδό ..., αλλά επιδόθηκε ως αγνώστου την 2-8-2007 στην .... Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Η υπ' αριθμ. 44052/2006 εκκαλουμένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο στις 2-8-2007, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης της ..., υπαλλήλου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών που βρίσκονται στη δικογραφία και άσκησε την κρινόμενη έφεσή του στις 10-6-2009, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Η εκκαλουμένη επιδόθηκε στο κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής. Πράγματι ο κατηγορούμενος είχε άγνωστη διαμονή σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η μόνη γνωστή διαμονή του σε πολύ προγενέστερο χρόνο σε σχέση με την υπόθεση αυτή ήταν η οδός ..., όπου αναζητήθηκε για την επίδοση αλλά ήταν άγνωστος. Άλλη γνωστή διεύθυνση στις αρχές σε σχέση με την υπόθεση αυτή δεν υπήρχε. Και για το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε κληθεί ως άγνωστης διαμονής. Το γεγονός ότι από το έτος 2002 αποδεικνύεται ότι η κατοικία του βρισκόταν στην οδό. ..., δεν αναιρεί τα παραπάνω, αφού η διεύθυνσή του αυτή δεν ήταν γνωστή στις αρχές που ασχολούνταν με την εν λόγω υπόθεση και δεν ασκεί επιρροή ότι ήταν γνωστή αυτή η διεύθυνση σε σχέση με άλλη ποινική υπόθεσή του, ούτε ο ίδιος είχε προβεί σε σχετική δήλωση για την εξεταζόμενη υπόθεση. Εφόσον λοιπόν από την κατάθεση του μάρτυρα και τα αναγνωσθέντα έγγραφα και όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν άγνωστος διαμονής και δεν υπάρχει λόγος ανώτερης βίας που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης (άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ), η έφεσή του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή η διεύθυνση της κατοικίας του (στην ....), περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, στην οδό ..., στον ... και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δεν εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6075/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απορριψάσης την έφεση απόφασης ως εκπρόθεσμης με λόγο ότι εσφαλμένα κλήθηκε για την εκδίκαση της έφεσης ως αγνώστου διαμονής, ενώ είχε γνωστή διαμονή. Απόρριψη του λόγου αυτού του εκκαλούντος ως αβασίμου λόγου της μη γνωστοποίησης της αλλαγής της κατοικίας του στις αρμόδιες εισαγγελικές - δικαστικές αρχές. Όχι επίκληση λόγου ανώτερης βίας για το εκπρόθεσμο της έφεσης, περιεχομένου στην έκθεση εφέσεως. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης με λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1128/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Με συγκατοιγορούμενους τους : 1)Ψ1, 2)Ψ2, 3) Ψ3, 4)Ψ4 και 5)Ψ5.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1211/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή, με αριθμό 373/6-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 9/24-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... ..., κατά του υπ' αριθμ. 555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης , εκθέτω τα ακόλουθα : Ι) Το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμ. 1235/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, μεταξύ των άλλων, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ και τους συγκατηγορουμένους του που δεν άσκησαν αναίρεση Ψ1 και Ψ2, προκειμένου να δικαστούν ως υπαίτιοι απατών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένων και σε απόπειρα, με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους το οποίο υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, τελεσθείσες από δράστες που τελούν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού το οποίο υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' Χ άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ' αριθμ. 555/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο παραπεμφθείς κατηγορούμενος Χ με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με θυροκόλληση την 14-7-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου την 28-7-2009 , η δε αίτηση ασκήθηκε την 24-7-2009 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. ... έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και γ) η απόλυτη ακυρότητα. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ)Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή , με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη(Α.Π 411/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 61), και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου (Α.Π 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Εξάλλου, κατά μεν την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999 , επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ενώ με την διάταξη του εδαφίου β της παραγράφου 3 του άρθρου 386 Π.Κ, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης. Επίσης από το άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος , συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη , προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος , σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος( Α.Π 548/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§1 Π.Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999 αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Τέλος σύμφωνα με το εδάφιο β της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Π.Κ, με την ίδια ποινή (κάθειρξη μέχρι δέκα ετών) τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ , που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Ως έγγραφο, εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός (Α.Π 180/1990 σε ολομέλεια Ποιν Χρον.Μ 1002). Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το εδάφιο β της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται όχι μόνο ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά πρέπει επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα , έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου , να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία(ολομ Α.Π 3/2008 Ποιν Χρον ΝΗ 404). Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των εγκλημάτων της απάτης ή της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας( Α.Π 544/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 19, Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον. ΝΔ 29). β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού(Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 135, Α.Π 1364/2006). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης , που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ .Β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση . Εξάλλου, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484παρ. 1 στοιχ α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων του άρθρου 171§§1 και 2 Κ.Π.Δ, υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ δ Κ.Π.Δ). Τέτοια ακυρότητα υπάρχει και όταν το Συμβούλιο απορρίψει αίτημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων επί της υποθέσεως, χωρίς να απαντήσει σ' αυτό ή χωρίς να αιτιολογήσει την απόρριψή του με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων που δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου,για την παροχή διευκρινίσεων(Α.Π 1610/2001 Ποιν Χρον. ΝΒ 624). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, δέχθηκε , με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: O εκκαλών κατηγορούμενος Χ, κατά το έτος 2003 είχε δημιουργήσει μεγάλα χρέη από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, τα οποία αδυνατούσε να εξυπηρετήσει, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τραπεζικά ιδρύματα, επειδή το όνομά του είχε καταχωρηθεί στον κατάλογο κακοπληρωτών των διατραπεζικών συστημάτων ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Προκειμένου να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει, στις αρχές του έτους 2004 συνεργάστηκε με τον παλιό του γνώριμο Ψ1, ο οποίος διατηρούσε στα ... πρατήριο υγρών καυσίμων, ασχολούμενος με την εμπορία καυσίμων και λιπαντικών. Την χρονική αυτή περίοδο ο Χ ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΕΙΔΩΝ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ" που είχε την έδρα της στο ..., ενώ παράλληλα ασκούσε παρεμφερή δραστηριότητα με αυτή του Ψ1, διατηρώντας ατομική επιχείρηση πώλησης λιπαντικών και ορυκτελαίων στην ... Για να παρακαμφθεί η αδυναμία χρηματοδότησής του και να επιτύχει την για λογαριασμό του έγκριση δανείων από τραπεζικά ιδρύματα, ο εκκαλών μαζί με τον Ψ1, μεθόδευσαν την έκδοση νέου δελτίου αστυνομικής του ταυτότητας με διαφορετικά στοιχεία από εκείνα του γνησίου, έτσι ώστε να είναι δυνατή η δανειοδότησή του με τα στοιχεία της νέας του ταυτότητας. Πράγματι, στις 18-5-2004 με την χρήση του υπ' αριθμ. πρωτ. ... πλαστού πιστοποιητικού γεννήσεως το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τον Δήμο ... του Νομού ... με την αποφασιστική συμβολή του Ψ1, ο οποίος είχε έλθει σε σχετική επαφή με υπαλλήλους του ως άνω Δήμου, εμφανίστηκε ως μάρτυρας στο Αστυνομικό τμήμα ... ο ... και βεβαίωσε τα στοιχεία ταυτότητάς του εκκαλούντος, όπως αυτά εμφανίζονταν στο ανωτέρω πλαστό πιστοποιητικό, αφού είχαν ήδη προηγηθεί αλλεπάλληλες τηλεφωνικές συνομιλίες του Ψ1 με γνωστούς του αστυνομικούς του τμήματος. Με τον τρόπο αυτό εκδόθηκε από το Α.Τ ... το υπ' αριθμ. ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του Χ , στο οποίο ο τελευταίος εμφανιζόταν ότι είχε γεννηθεί την ... στη ... , ότι ο πατέρας του ονομαζόταν .... και η μητέρα του ..., ότι ήταν δημότης ...με αριθμό εγγραφής στα δημοτολόγια του εν λόγω Δήμου ..., ενώ στην πραγματικότητα αυτός είχε γεννηθεί στην ... την ..., ήταν δημότης ... και ουδέποτε υπήρξε δημότης ..., ο πατέρας του ονομαζόταν ... και η μητέρα του .... Με το παραπάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και υπό τα στοιχεία που αναγράφονταν σ' αυτό, ο εκκαλών έκανε έναρξη της ατομικής του επιχείρησης στην ... και στη συνέχεια, με την χρήση πλαστής βεβαίωσης αποδοχών και εκκαθαριστικού σημειώματος και με την συνδρομή των συγκατηγορουμένων του Ψ1 και Ψ2, ο οποίος ασχολούνταν με την διεκπεραίωση τραπεζικών συναλλαγών, την συγκέντρωση και κατάθεση δικαιολογητικών για την λήψη καταναλωτικών δανείων, ο εκκαλών προχώρησε στο άνοιγμα πίστωσης ποσού 60.000 ευρώ στην Eurobank και την χορήγηση σ' αυτόν δανείων από διάφορες τράπεζες συνολικού ποσού 117.992, 55 ευρώ. Ειδικότερα με την χρήση του υπ' αριθμ. ...Δ.Α.Τ και με την φερόμενη ως εκδοθείσα από τον Ω βεβαίωση αποδοχών, με την οποία ο εκκαλών εμφανιζόταν ως αυτοαπασχολούμενος στην επιχείρησή του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004 , αντί ετήσιων καθαρών αποδοχών 28.207 ευρώ, καθώς και με την χρήση ανακριβούς εκκαθαριστικού σημειώματος της φορολογικής του δήλωσης οικονομικού έτους 2005 της Α Δ.Ο.Υ ..., σύμφωνα με το οποίο τα εισοδήματά του εμφανίζονταν να ανέρχονται στο ποσό των 76.291 ευρώ, παραπλάνησε τους αρμόδιους για την έγκριση και χορήγηση δανείων υπαλλήλους των πιο κάτω τραπεζών και ενέκριναν την χορήγηση σ' αυτόν δανείων και πιστωτικών καρτών ως εξής : 1) την 12-5-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 15.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 2) την 4-2-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 6.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 3) αρχές Ιουνίου 2005 πιστωτικής κάρτας, με πιστωτικό όριο 3.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 4) την 23-5-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 30.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...). 5) την 15-2-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 7.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...19-5-2005 πιστωτικής κάρτας πιστωτικού ορίου 5.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ....). 7) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 3.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα .... 8) την 23-5-2009 πιστωτικής κάρτας ορίου 4.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα...). 9) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 3.000 ευρώ από την Αγροτική Τράπεζα (κατάστημα ...). 10) την 24-4-2005 πιστωτικής κάρτας VISA από τη Τράπεζα CITIBANK, η οποία χρεώθηκε με το ποσό των 7.433,55 ευρώ . 11) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 10.000 ευρώ από την ALPHA BANK (κατάστημα ...), η οποία χρεώθηκε με το ποσό των 34.559 ευρώ. Κατ' αυτόν τον τρόπο, εμφανιζόμενος ο Χ ως αξιόπιστος δανειολήπτης, ωφελήθηκε ο ίδιος και οι συγκατηγορούμενοί του Ψ2 και Ψ1, το συνολικό ποσό των 117.992,35 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ανωτέρω δάνεια, προκαλώντας περιουσιακή ζημιά στις ως άνω τράπεζες ισόποση με τα ποσά δανείων αυτών και τους δεδουλευμένους τους τόκους. Επιπροσθέτως, την 10-5-2005 και την 25-5-2005, ο εκκαλών εμφανίστηκε στην Γενική Τράπεζα, στα καταστήματα ... αντιστοίχως στη ..., ζήτησε να λάβει αφ' ενός μεν δάνειο ποσού 10.000 αφ' ετέρου δε πιστωτική κάρτα, πλην όμως οι υπάλληλοι της εν λόγω τράπεζας οι οποίοι είχαν υποψιαστεί ότι όσα τους παρίστανε σχετικά με το εισόδημά του ήταν ψευδή, δεν ενέκριναν την έκδοση του δανείου και της πιστωτικής κάρτας. Στην συνέχεια το Συμβούλιο τεκμηριώνει την ανάμειξη στις ανωτέρω πράξεις των συγκατηγορουμένων του εκκαλούντος Ψ1 και Ψ2, παραθέτοντας τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει αποχρώντως η συμμετοχή τους στις πράξεις περί των οποίων γίνεται λόγος με την μορφή της συναυτουργίας. Το ίδιο Συμβούλιο, από την αξιολόγηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των πράξεων περί των οποίων πρόκειται, την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών, την υποδομή και την οργάνωση που είχαν διαμορφώσει οι υπαίτιοι, τους διακριτούς ρόλους ενός εκάστου, την κατοχή και χρήση του απαραίτητου εξοπλισμού για την κατάρτιση πλαστών εγγράφων , καταλήγει στην κρίση αφ' ενός μεν ότι η επιδίωξη των ανωτέρω ήταν ο πορισμός εισοδήματος από την τέλεση των πράξεων αυτών, αφ' ετέρου δε αποδεικνύεται η σταθερή ροπή τους στην τέλεση των πράξεων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.Το ίδιο Συμβούλιο δέχθηκε ότι, πέραν των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής που επέβαλαν την παραπομπή του εκκαλούντος στο ακροατήριο, προέκυψε και από την με ημερομηνία 23-11-2005 ανώμοτη κατάθεση του ιδίου ενώπιον του Υ/Α ... στα πλαίσια της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως, η οποία νομίμως μπορούσε να αξιολογηθεί και εκτιμηθεί αποδεικτικά, ενόψει του ότι ελήφθη με όλα τα εχέγγυα που όριζε το άρθρο 31 παρ. 2 του Κ.Π.Δ , όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5§2 του Ν 3346/2005 , αφού δηλαδή του γνωστοποιήθηκε ότι μπορούσε να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας, να παρασταθεί με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων, να προτείνει μάρτυρες και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελλομένων σε βάρος του, εν τέλει δε να λάβει προθεσμία μέχρι 48 ώρες, δικαιώματα από τα οποία αυτός παραιτήθηκε. Εν τέλει το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου για την παροχή διευκρινίσεων, με την εξής αιτιολογία : " Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, έχει εκθέσει αναλυτικά και διεξοδικά τους ισχυρισμούς του και, σε κάθε περίπτωση, έχει υποστηρίξει επαρκώς τις απόψεις του και εκ του συνόλου του αποδεικτικού υλικού δεν υπάρχει κάποια ανάγκη διασαφήσεως, το διατυπούμενο στην έφεση αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου , νόμιμο κατά το άρθρο 309§2 του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις των απατών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένων και σε απόπειρα , με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 15.000 ευρώ, τελεσθείσες από δράστες που τελούν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 15.000 ευρώ, τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 45, 98παρ. 1 , 2 , 216§§ 1 και 3β και 386παρ. 1 και 3α Π.Κ , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος στους υπαλλήλους των Τραπεζών που τον δανειοδότησαν και του χορήγησαν πιστωτικές κάρτες ότι ήταν το πρόσωπο που απεικονιζόταν στο υπ' αριθμ. ... Δ.Α.Τ με τα στοιχεία Χ, γεννημένος την ... στη ..., δημότης ..., με τις οποίες πέτυχε να παραπλανήσει τους τραπεζικούς υπαλλήλους και να εγκρίνουν την δανειοδότησή του και την χορήγηση σ' αυτόν πιστωτικών καρτών, καίτοι δεν το δικαιούταν ως καταχωρημένος με τα πραγματικά του στοιχεία ταυτότητας στην λίστα του μη συνεπών οφειλετών ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, προσδιορίζεται δε η βλάβη η οποία επήλθε στην περιουσία των αναφερομένων στο βούλευμα τραπεζών εξαιτίας των αναφερόμενων παραπλανητικών του ενεργειών και παραστάσεων, η οποία συνίσταται στην δανειοδότησή του με το συνολικό ποσό των 117.992,55 ευρώ, την επιστροφή του οποίου δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν στρεφόμενες εναντίον προσώπου που συμβλήθηκε μαζί τους υπό ψευδή στοιχεία. Η βλάβη δε αυτή τελεί σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειές του και την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια στην οποία αποσκοπούσε και προσπορίστηκε εν τέλει. Ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών, με επαρκή αιτιολογία, στήριξε την κρίση του περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων των απατών και της πλαστογραφίας, στην επανειλημμένη τέλεση της πρώτης των ανωτέρω πράξεων και την υποδομή που αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του είχαν διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των ίδιων πράξεων, προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος από αυτές. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετες από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Αβάσιμη επίσης και συνεπώς απορριπτέα είναι η αιτίασή του περί απολύτου ακυρότητας, λόγω απόρριψης του αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον το Συμβούλιο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του αυτό, εκθέτοντας συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούσαν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου, για την παροχή διευκρινίσεων. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το συμβούλιο εκτιμώντας εσφαλμένα τα στοιχεία της δικογραφίας, τον έκρινε παραπεμπτέο, πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση και εκτίμηση του και επομένως είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω :
α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 9/24-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, και
β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα ...5...Νοεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 24-7-2009 και υπ'αριθμ.κατάθεση 9/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ.555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτό και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανωμενο πρόσωπο
δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό άποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαίτιου (Α.Π 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Εξάλλου, κατά μεν την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ενώ με την διάταξη του εδαφίου β της παραγράφου 3 του άρθρου 386 Π.Κ, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης. Επίσης από το άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο, έννομο" αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεση τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη , προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος , σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§ 1 Π.Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999 αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Τέλος σύμφωνα με το εδάφιο β της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Π.Κ, με την ίδια ποινή (κάθειρξη μέχρι δέκα ετών) τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ , που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών , προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Ως έγγραφο, εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός. Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το εδάφιο β της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται όχι μόνο ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά πρέπει επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των εγκλημάτων της απάτης ή της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά , όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα
έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ .Β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Ακόμα, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων του άρθρου 171§§1 και 2 Κ.Π.Δ, υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ δ Κ.Π.Δ). Τέτοια ακυρότητα υπάρχει και όταν το Συμβούλιο απορρίψει αίτημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων επί της υποθέσεως, χωρίς να απαντήσει σ' αυτό ή χωρίς να αιτιολογήσει την απόρριψη του με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων που δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου,για την παροχή διευκρινίσεων.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, ήδη κατά το έτος 2003 είχε δημιουργήσει μεγάλα χρέη από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, τα οποία αδυνατούσε να εξυπηρετήσει, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τραπεζικά ιδρύματα, επειδή το όνομα του είχε καταχωρηθεί στον κατάλογο κακοπληρωτών των διατραπεζικών συστημάτων ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Προκειμένου να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει, στις αρχές του έτους 2004 συνεργάστηκε με τον παλιό του γνώριμο Ψ1, ο οποίος διατηρούσε στα ... πρατήριο υγρών καυσίμων, ασχολούμενος με την εμπορία καυσίμων και λιπαντικών. Την χρονική αυτή περίοδο ο Χ ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΕΙΔΩΝ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ" που είχε την έδρα της στο ... ..., ενώ παράλληλα ασκούσε παρεμφερή δραστηριότητα με αυτή του Ψ1, διατηρώντας ατομική επιχείρηση πώλησης λιπαντικών και ορυκτελαίων στην .... Για να παρακαμφθεί η αδυναμία χρηματοδότησης του και να επιτύχει την για λογαριασμό του έγκριση δανείων από τραπεζικά ιδρύματα, ο εκκαλών μαζί με τον Ψ1, μεθόδευσαν την έκδοση νέου δελτίου αστυνομικής του ταυτότητας με διαφορετικά στοιχεία από εκείνα του γνησίου, έτσι ώστε να είναι δυνατή η δανειοδότηση του με τα στοιχεία της νέας του ταυτότητας . Πράγματι, στις 18-5-2004 με την χρήση του υπ' αριθμ. πρωτ. ...πλαστού πιστοποιητικού γεννήσεως το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τον Δήμο ... του Νομού ... με την αποφασιστική συμβολή του ..., ο οποίος είχε έλθει σε σχετική επαφή με υπαλλήλους του ως άνω Δήμου, εμφανίστηκε ως μάρτυρας στο Αστυνομικό τμήμα ... .... ο ... και βεβαίωσε τα στοιχεία ταυτότητας του εκκαλούντος, όπως αυτά εμφανίζονταν στο ανωτέρω πλαστό πιστοποιητικό, αφού είχαν ήδη προηγηθεί αλλεπάλληλες τηλεφωνικές συνομιλίες του ... με γνωστούς του αστυνομικούς του τμήματος. Με τον τρόπο αυτό εκδόθηκε από το Α.Τ ... το υπ' αριθμ.... από ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του Χ, στο οποίο ο τελευταίος εμφανιζόταν ότι είχε γεννηθεί την ... στη ..., ότι ο πατέρας του ονομαζόταν ... και η μητέρα του ..., ότι ήταν δημότης ... με αριθμό εγγραφής στα δημοτολόγια του εν λόγω Δήμου ..., ενώ στην πραγματικότητα αυτός είχε γεννηθεί στην Νέα ... την 21-8-1959, ήταν δημότης ... και ουδέποτε υπήρξε δημότης ..., ο πατέρας του ονομαζόταν ... και η μητέρα του .... Με το παραπάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και υπό τα στοιχεία που αναγράφονταν σ' αυτό, ο εκκαλών έκανε έναρξη της ατομικής του επιχείρησης στην ... και στη συνέχεια, με την χρήση πλαστής βεβαίωσης αποδοχών και εκκαθαριστικού σημειώματος και με την συνδρομή των συγκατηγορουμένων του Ψ1 και Ψ2, ο οποίος ασχολούνταν με την διεκπεραίωση τραπεζικών συναλλαγών, την συγκέντρωση και κατάθεση δικαιολογητικών για την λήψη καταναλωτικών δανείων, ο εκκαλών προχώρησε στο άνοιγμα πίστωσης ποσού 60.000 ευρώ στην Eurobank και την χορήγηση σ' αυτόν δανείων από διάφορες τράπεζες συνολικού ποσού 117.992, 55 ευρώ. Ειδικότερα με την χρήση του υπ' αριθμ. ...Δ.Α.Τ και με την φερόμενη ως εκδοθείσα από τον Ω βεβαίωση αποδοχών, με την οποία ο εκκαλών εμφανιζόταν ως αυτοαπασχολούμενος στην επιχείρηση του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004, αντί ετήσιων καθαρών αποδοχών 28.207 ευρώ, καθώς και με την χρήση ανακριβούς εκκαθαριστικού σημειώματος της φορολογικής του δήλωσης οικονομικού έτους 2005 της Α Δ.Ο.Υ ..., σύμφωνα με το οποίο τα εισοδήματα του εμφανίζονταν να ανέρχονται στο ποσό των 76.291 ευρώ , παραπλάνησε τους αρμόδιους για την έγκριση και χορήγηση δανείων υπαλλήλους των πιο κάτω τραπεζών και ενέκριναν την χορήγηση σ' αυτόν δανείων και πιστωτικών καρτών ως εξής : 1) την 12-5-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 15.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 2) την 4-2-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 6.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 3) αρχές Ιουνίου 2005 πιστωτικής κάρτας , με πιστωτικό όριο 3.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 4) την 23-5-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 30.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...). 5) την 15-2-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 7.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...). 6) την 19-5-2005 πιστωτικής κάρτας πιστωτικού ορίου 5.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...). 7) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 3.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ....). 8) την 23-5-2009 πιστωτικής κάρτας ορίου 4.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...). 9) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 3.000 ευρώ από την Αγροτική Τράπεζα (κατάστημα ...). 10) την 24-4-2005 πιστωτικής κάρτας VISA από τη Τράπεζα CΙΤΙΒΑΝΚ, η οποία χρεώθηκε με το ποσό των 7.433,55 ευρώ. 11) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 10.000 ευρώ από την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ (κατάστημα ...), η οποία χρεώθηκε με το ποσό των 34.559 ευρώ . Κατ' αυτόν τον τρόπο, εμφανιζόμενος ο Χ ως αξιόπιστος δανειολήπτης, ωφελήθηκε ο ίδιος και οι συγκατηγορούμενοί του Ψ2 και Ψ1, το συνολικό ποσό των 117.992,35 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ανωτέρω δάνεια, προκαλώντας περιουσιακή ζημιά στις ως άνω τράπεζες ισόποση με τα ποσά δανείων αυτών και τους δεδουλευμένους τους τόκους. Επιπροσθέτως, την 10-5-2005 και την 25-5-2005, ο εκκαλών εμφανίστηκε στην Γενική Τράπεζα, στα καταστήματα ... αντιστοίχως στη ...., ζήτησε να λάβει αφ' ενός μεν δάνειο ποσού 10.000 αφ' ετέρου δε πιστωτική κάρτα, πλην όμως οι υπάλληλοι της εν λόγω τράπεζας οι οποίοι είχαν υποψιαστεί ότι όσα τους παρίστανε σχετικά με το εισόδημα του ήταν ψευδή , δεν ενέκριναν την έκδοση του δανείου και της πιστωτικής κάρτας".
Στην συνέχεια το Συμβούλιο τεκμηριώνει την ανάμειξη στις ανωτέρω πράξεις των συγκατηγορουμένων του εκκαλούντος Ψ1 και Ψ2, παραθέτοντας τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει αποχρώντως η συμμετοχή τους στις πράξεις περί των οποίων γίνεται λόγος με την μορφή της συναυτουργίας. Το ίδιο Συμβούλιο, από την αξιολόγηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των πράξεων περί των οποίων πρόκειται, την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών, την υποδομή και την οργάνωση που είχαν διαμορφώσει οι υπαίτιοι, τους διακριτούς ρόλους ενός εκάστου, την κατοχή και χρήση του απαραίτητου εξοπλισμού για την κατάρτιση πλαστών εγγράφων, καταλήγει στην κρίση αφ' ενός μεν ότι η επιδίωξη των ανωτέρω ήταν ο πορισμός εισοδήματος από την τέλεση των πράξεων αυτών, αφ' ετέρου δε αποδεικνύεται η σταθερή ροπή τους στην τέλεση των πράξεων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους (βλ.σελ.16-17 του προσβαλλόμενου βουλεύματος) Το ίδιο Συμβούλιο δέχθηκε ότι, πέραν των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής που επέβαλαν
την παραπομπή του εκκαλούντος στο ακροατήριο, προέκυψε και από την με ημερομηνία 23-11-2005 ανώμοτη κατάθεση του ιδίου ενώπιον του Υ/Α ... της Δ/νσης Ασφάλειας ... στα πλαίσια της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως, η οποία νομίμως μπορούσε να αξιολογηθεί και εκτιμηθεί αποδεικτικά, ενόψει του ότι ελήφθη με όλα τα εχέγγυα που όριζε το άρθρο 31 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5§2 του Ν 3346/2005, αφού δηλαδή του γνωστοποιήθηκε ότι μπορούσε να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας, να παρασταθεί με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων, να προτείνει μάρτυρες και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελλομένων σε βάρος του, εν τέλει δε να λάβει προθεσμία μέχρι 48 ώρες, δικαιώματα από τα οποία αυτός παραιτήθηκε, όπως ορθά δέχθηκε το Συμβούλιο με την στο προσβαλλόμενη βούλευμα (βλ.σελ.19η). Τέλος το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου για την παροχή διευκρινίσεων, με την εξής αιτιολογία : " Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, έχει εκθέσει αναλυτικά και διεξοδικά τους ισχυρισμούς του και, σε κάθε περίπτωση, έχει υποστηρίξει επαρκώς τις απόψεις του και εκ του συνόλου του αποδεικτικού υλικού δεν υπάρχει κάποια ανάγκη διασαφήσεως, το διατυπούμενο στην έφεση αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου, νόμιμο κατά το άρθρο 309§2 του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με καθολική αναφορά ως προς την κατηγορία του αναιρεσείοντος στην αντίστοιχη Εισαγγελική πρόταση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε 1 τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις των απατών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένων και σε απόπειρα, με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 15.000 ευρώ, τελεσθείσες από δράστες που τελούν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 15.000 ευρώ, τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 45, 98παρ. 1,2, 216§§ 1 και 3β και 386παρ. 1 και 3α Π.Κ , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος στους υπαλλήλους των Τραπεζών που τον δανειοδότησαν και του χορήγησαν πιστωτικές κάρτες ότι ήταν το πρόσωπο που απεικονιζόταν στο υπ' αριθμ. ΑΑ 479104/2004 Δ.Α.Τ με τα στοιχεία Χ, γεννημένος την ... στη ..., δημότης ..., με τις οποίες πέτυχε να παραπλανήσει τους τραπεζικούς υπαλλήλους και να εγκρίνουν την δανειοδότηση του και την χορήγηση σ' αυτόν πιστωτικών καρτών, καίτοι δεν το δικαιούταν ως καταχωρημένος με τα πραγματικά του στοιχεία ταυτότητας στην λίστα του μη συνεπών οφειλετών ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, προσδιορίζεται δε η βλάβη η οποία επήλθε στην περιουσία των αναφερομένων στο βούλευμα τραπεζών εξαιτίας των αναφερόμενων παραπλανητικών του ενεργειών και παραστάσεων, η οποία συνίσταται στην δανειοδότηση του με το συνολικό ποσό των 117.992,55 ευρώ, την επιστροφή του οποίου δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν στρεφόμενες εναντίον προσώπου που συμβλήθηκε μαζί τους υπό ψευδή στοιχεία. Η βλάβη δε αυτή τελεί σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειες του και την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια στην οποία αποσκοπούσε και προσπορίστηκε εν τέλει. Ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών, με επαρκή αιτιολογία, στήριξε την κρίση του περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ'επάγγελμα τέλεσης των πράξεων των απατών και της πλαστογραφίας, στην επανειλημμένη τέλεση της πρώτης των ανωτέρω πράξεων και την υποδομή που αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του είχαν διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητα τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των ίδιων πράξεων, προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος από αυτές. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμες
και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετες από το άρθρο 484 παρ. 1 περ.β και δ του Κ.Π.Δ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Αβάσιμη επίσης και συνεπώς απορριπτέα είναι η αιτίαση του περί απολύτου ακυρότητας κατ'άρθρα 171 παρ.1 και 484 παρ.1 στοιχ.α ΚΠΔ, λόγω απόρριψης του αιτήματος του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον το Συμβούλιο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του αυτό, εκθέτοντας συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούσαν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου, για την παροχή διευκρινίσεων. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το συμβούλιο εκτιμώντας εσφαλμένα τα στοιχεία της δικογραφίας, τον έκρινε παραπεμπτέο, πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση και εκτίμηση του και επομένως είναι απαράδεκτη.
Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο συνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ.555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010.Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας από κοινού. Παραπομπή στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Αίτηση αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διάταξης. Απόλυτη ακυρότητα αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί αιτήματος εμφάνισης του κατηγορουμένου σ' αυτό. Δεν δημιουργείται εφόσον με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία γίνεται απόρριψη του εν λόγω αιτήματος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.
| 2
|
Αριθμός 1129/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 313-314/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 593/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (βλ. ήδη άρθρο 20 του ΚΝΝ-ν. 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Επίσης η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Περαιτέρω για την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων αγοράς, πώλησης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρος) τούτων, που είναι αδιάφορη για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει την τέλεση τούτων με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, εφόσον δεν τίθενται θέμα παραγραφής των εγκλημάτων τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη και δ) της ταυτότητας των πωλητών και των αγοραστών, του ύψους του καταβληθέντος τιμήματος ως και του δόλου, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία ή πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Ακόμα, κατ' άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 ν. 2161/1993 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 και 4 του ν. 3189/2003 (βλ. ήδη άρθρο 29 του ν. 3459/2006), όποιος για δική του αποκλειστική χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά της δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ..... τιμωρείται με φυλάκιση ενός (1) έτους. Η διαπίστωση της εξυπηρέτησης της δικής τους αποκλειστικής ανάγκης για τη συγκεκριμένη ουσία γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της ποσότητας και της καθαρότητας της ουσίας, καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 13 (ήδη 30 του ν. 3459/2006) ..... Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει σαφώς ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών αποτελεί έγκλημα αυτοτελές και δεν συνιστά αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσας προμήθειας και κατοχής της ναρκωτικής ουσίας. Τέλος κατ' άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ ο δράστης με ενότητα δόλου επαναλαμβάνει ομοειδείς πράξεις που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, στην περίπτωση δε αυτής το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια ποινής του οικείου εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠΔ η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για τέλεση της πράξεως της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικής ουσίας για αποκλειστική χρήση του προμηθευθέντος και κατόχου αυτής ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 313-314/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, ο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 15.10.2005 στον ... και κατόπιν σωματικής και κατ' οίκον έρευνας που έλαβε νομοτύπως χώραν από Αστυνομικά Όργανα σε βάρος του κατηγορουμένου και της οικίας αυτού που βρίσκεται στον ... διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατείχε, είχε δηλαδή είχε δηλαδή στη φυσική εξουσία του κατά τρόπο να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, ποσότητα 399 γραμμαρίνη ινδικής κάνναβης σε φούντα (τα 4 γραμμάρια τα έφερε μαζί του και τα 395 γραμμάρια τα εφύλασσε στην οικία του). Την ως άνω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας αυτός είχε αγοράσει κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 στη ... και από άγνωστο άτομο αντί του ποσού των τριακοσίων (300) ευρώ. Οι ως άνω πράξεις αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Ο κατηγορούμενος ομολογεί την υπ' αυτού τέλεση της ως άνω πράξεως πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτός κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο ήταν χρήστης ινδικής κάνναβης και ότι την ως άνω ποσότητα ναρκωτικών προόριζε για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά των δικών του αναγκών και γι' αυτό το λόγο αιτείται τη μετατροπή της αποδοθείσης σ' αυτόν κατηγορίας σε προμήθεια και κατοχή υπ' αυτού ναρκωτικής ουσίας πράξη προβλεπομένη και τιμωρουμένη κατ' άρθρον 12 παρ. 1 του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρον 29 παρ. 1 του Κ.Ν.Ν.). Λόγω όμως του ότι η ως άνω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας ήταν αρκετά μεγάλη ο ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν και εντεύθεν να κηρυχθεί ένοχος αυτός των αποδοθεισών σ' αυτόν πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών προς δε κηρυχθεί αυτός ένοχος του ότι στον ... και κατά το από 18.6.2005 εώς της 15.10.2005 χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος έκανε επανειλημμένα χρήση ινδικής κάνναβης σε ποσότητα που δεν προσδιορίσθηκε. Και την πράξη του αυτή την παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος. Οι ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' ΠΚ) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν αφού προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος είχε καταδικασθεί στο παρελθόν για παραβάσεις των Ν. 2696/1999, και Ν. 489/1976 προς δε και κατά το παρελθόν είχε συλληφθεί να κατείχε ποσότητα 700 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, η δε επικαλουμένη από αυτόν καλή συμπεριφορά δεν επιδείχθηκε προς την κοινωνία και σε καθεστώς ελευθερίας του αλλά κατά το χρόνο κράτησής τους στις φυλακές".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέβαλε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2δ, 94 παρ. 1 και 98 ΠΚ, 4 παρ. 1 και 3 πιν Α5, 5 παρ. 1 περ. β και ζ και 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως τα άρθρα 5 και 12 αντικαταστάθηκαν και από τα άρθρα 10 του ν. 2161/1993 και 5 παρ. 3 του ν. 3189/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Περαιτέρω και όσο αφορά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη: α) η υπ' αριθμ. πρωτ. 5920/039/000/2005 έκθεση εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους και β) η υπ' αριθμ. 2331/17-10-2005 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού ... πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης ανεγνώσθησαν τα ανωτέρω έγγραφα (βλ. υπ' αριθμ. 1 και 4 έγγραφα στο τέλος της 6ης σελίδας των πρακτικών αυτών). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση λαμβάνοντας υπόψη αναμφίβολα το ως άνω έγγραφο και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, εκ των οποίων το πρώτο αναφέρεται στη χημική εξέταση της κατεχόμενης από τον αναιρεσείοντα ναρκωτικής ουσίας με τη διαπίστωση ότι πρόκειται για ΚΑΝΝΑΒΗ, από το δεύτερο δε που στο συμπέρασμά του αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων δεν είναι τοξικομανής, στο οποίο άλλωστε κατέληξε το Δικαστήριο με τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως οι παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) τον αυτοτελή ισχυρισμό περί προμήθειας και κατοχής των 399 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης προς ιδία χρήση, ως εκ και της μεγάλης ποσότητάς της και β) τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου (έχει και άλλη κατηγορία για ναρκωτικά) και της καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (με την επισήμανση ότι κατά το διάστημα αυτό δεν τελούσε υπό καθεστώς ελευθερίας), χωρίς να απαιτείται και η παράθεση άλλων πρόσθετων στοιχείων. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος και την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Μαρτίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 313-314/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών και χρήση αυτών . Αυτοτελής ισχυρισμός κατηγορουμένου για προμήθεια αι κατοχή ναρκωτικών ουσιών προς ιδία χρήση. Ελαφρυντικές περιστάσεις για έννομη ζωή και καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Απόρριψη με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όλων των ως άνω ισχυρισμών και απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1126/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανδρουλάκη, περί αναιρέσεως της 34873/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1252/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από το από 7-10-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., επιμελητού Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, η 1252/2009 κλήση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με την οποία κλητεύθηκε ο πολιτικώς ενάγων Ψ για τη σημερινή δικάσιμο της 16/2/2010, κατά την οποία έχει προσδιορισθεί προς εκδίκαση η από 21-7-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ αυτόν (155 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά την ανωτέρω δικάσιμο δεν παραστάθηκε, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από την σειρά του οικείου εκθέματος.
Συνεπώς, εφόσον η αναιρεσείουσα εμφανίσθηκε, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (513 παρ. 1 γ, 515 παρ. 1 και 2 α ΚΠΔ)
ΙΙ. Κατά το άρθρο 79 παράγραφοι 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ` αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.
Συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής αρκεί να διαλαμβάνεται, για την κατά την κατωτέρω έννοια πληρότητα της αιτιολογίας, ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), παραδοχή η οποία σημαίνει ότι γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Συνακόλουθα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ` αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. Εξάλλου, έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του δόλου, η ύπαρξή του ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του. Ειδική αιτιολογία του δόλου απαιτείται αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τέτοια, όμως, πρόσθετα στοιχεία, μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, δεν αξιώνονται επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κειο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής:. "... η κατηγορούμενη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη διότι αποδείχτηκε ότι κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο εξέδωσε την περιγραφόμενη επίσης στο διατακτικό επιταγή, ποσού 2.000.000 δραχμών, η οποία, εμφανισθείσα εμπροθέσμως στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η επίδικη επιταγή πλαστογραφήθηκε ως προς την ημεροχρονολογία εκδόσεώς της πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού αποδείχτηκε ότι ο υιός αυτής Χ1, ενεργώντας με την ιδιότητα του μέλους της ομόρρυθμής εταιρίας "ΟΕ Υιοί ...και Σια" συναίνεσε στη συμπλήρωση του στοιχείου της χρονολογίας εκδόσεως της επιταγής, έχοντας την προς τούτο εξουσιοδότηση της νομίμου εκπροσώπου και διαχειρίστριας της εν λόγω εταιρίας κατηγορουμένης (βλ. υπ' αρ. 95/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε τελεσιδίκως να μη γίνει κατηγορία κατά του πολιτικώς ενάγοντος για την πράξη της πλαστογραφίας της ως άνω επιταγής" Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη της ανωτέρω πράξεως και, αφού της αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, της επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 € την ημέρα. Ειδικότερα την κήρυξε ένοχο του ότι : " στην Αθήνα την 29-11-2001 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθ. 24811864 για να πληρωθεί από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για δραχμές 2.000.000 σε διαταγήν ..., νομίμως περιελθούσης εξ οπισθογραφήσεως στον εγκαλών Ψ. Και αφού παρουσιάστηκε την 3-12-2001 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 του Π.Κ, και 79 παρ.1,5 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972 και άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 2408/1996, που εφάρμοσε. Ειδικότερα το δικαστήριο εκθέτει όλα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν, υποκειμενικώς και αντικειμενικώς, την ανωτέρω πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, όπως αυτά παρατίθενται ανωτέρω και δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας η παράθεση και άλλων πραγματικών περιστατικών και δη όσον αφορά την πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ, ούτε υφίσταται ασάφεια ή αντίφαση που να στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με το από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ και όχι όπως εσφαλμένα αναγράφεται Β, δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Επίσης με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η επιταγή πλαστογραφήθηκε, ως προς την χρονολογία εκδόσεως της, από τον πολιτικώς ενάγοντα, με την έννοια ότι συμπληρώθηκε ως προς το ελλείπον, κατά την έκδοσή της, στοιχείο αυτό, εν αγνοία της και χωρίς την συγκατάθεσή της, αφού δέχθηκε ότι την συμπλήρωση αυτή την έκανε με εξουσιοδότηση της αναιρεσείουσας, διαχειρίστριας της αναφερόμενης στην απόφαση ομόρρυθμης εταιρίας, ο γιός της Χ1, μάλιστα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφέρθηκε το Δικαστήριο στο αμετάκλητο 95/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος για το αδίκημα της πλαστογραφήσεως της επιταγής. Από το βούλευμα αυτό προκύπτει, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η αιτιολόγηση της κρίσεως ότι την συμπλήρωση της επιταγής, ως προς την ελλείπουσα χρονολογία εκδόσεως της, δεν την έκανε ο πολιτικώς ενάγων αλλά ο γιός της αναιρεσείουσας με εξουσιοδότηση της ιδίας, η οποία δεν ήταν αναγκαίο να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, κατά το πρώτο τμήμα του, πρώτος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙΙ. Η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Κατά την έννοια αυτή αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο κάποιας από τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, η παραδοχή της οποίας οδηγεί σε μείωση της ποινής στα πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, η αναιρεσείουσα μεταξύ των άλλων πρόβαλλε και τον αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την ανωτέρω έννοια, της αναγνωρίσεως και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε ΠΚ. Προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού επικαλέσθηκε τα ακόλουθα "Να αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου, οικογενειακού, ατομικού και κοινωνικού βίου. Είμαι έντιμη, οικογενειάρχης, μητέρα τεσσάρων τέκνων, βιοπαλαίστρια, σταθερής κατοικίας και διαμονής, χήρα από το 1984. μεγάλωσα τα παιδιά μου με τεράστια δυσκολία και στερήσεις (4) παιδιά έδωσα στην μητέρα Ελλάδα,Χ2, Χ3, Χ4 και Χ1, 62, 60, 56 και 51, αντίστοιχα, ετών. Εργαζόταν εκτός των οικιακά και στο πρατήριο βενζίνης ανελλιπως, νυχθημερόν, άοκνα και μοχθηρά. Επέδειξα καλή συμπεριφορά επί μακρό διάστημα μετά τον χρόνο του φερόμενου αδικήματος (29-11-2001) έως σήμερα δεν έχω δώσει δείγμα κακής γραφής στην ελληνική κοινωνία και η επιταγή εκδόθηκε για να επιβιώσει η επιχείρηση και η οικογένεια μου". Ο με το ανωτέρω περιεχόμενο ισχυρισμός τύγχανε μη νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναγνώριση των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων. Ειδικότερα, ως προς την δεύτερη ελαφρυντική περίσταση, ουδέν συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό θετικής συμπεριφοράς επικαλείται, που να μπορεί να θεμελιώσει την επικαλούμενη καλή συμπεριφορά επί μακρό χρονικό διάστημα μετά την πράξη. Όσον δε αφορά την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ δεν επικαλείται, για την πληρότητα του ισχυρισμού, πέραν αυτών που αναφέρει και ότι δεν έχει καταδικασθεί για αδίκημα εκ δόλου και ότι η ποινική της κατάσταση είναι ''λευκή'', ως πραγματικό περιστατικό έντιμης και σύμφωνης με τον νόμο ατομικής, κοινωνικής και επαγγελματικής ζωής, που αξιώνει η ανωτέρω διάταξη.
Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός δεν προβλήθηκε, παραδεκτώς, το Δικαστήριο, κατά τα ανωτέρω, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ αυτόν και να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία περί αυτού. Κατ ακολουθία ο από το άρθρο 510 παρ 1 Δ'ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση διότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 21-7-2009 αίτηση (δήλωση) της Χ για αναίρεση της με αριθμ. 34873/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
: Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. - Έννοια - Στοιχεία. Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η καταδικαστική απόφαση για το ανωτέρω έγκλημα, προκειμένου να αιτιολογηθεί η στοιχειοθέτηση, υποκειμενικώς και αντικειμενικώς, της πράξης της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Δεν απαιτείται πλέον άμεσος δόλος για να χρειάζεται ειδική αιτιολόγηση (ΑΠ 535/2010, ΑΠ 2216/2009, ΑΠ 1162/2009, ΑΠ 1/2009). Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων. Καταδικαστική για έκδοση ακάλυπτης επιταγής απόφαση. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τον ισχυρισμό περί πλαστότητας της επιταγής και αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων 84 παρ. 2 α΄ και ε΄ ΠΚ. Αβάσιμοι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Τραπεζική επιταγή, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 1125/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Νικόλαο Εμμανουηλίδη, περί αναιρέσεως της 939/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Α.Ε." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γαλετζά.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1118/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρ. 375 §1 α Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου. β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωματώσεως του στην περιουσία του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρoύταν σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν η πράξη ενείχε κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως όταν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του δράστη ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή αλλότριας περιουσίας. Μετά την αντικατάσταση της ίδιας παραγράφου από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, στις 4-6-1996, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται αφενός το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να το έχουν εμπιστευθεί στον δράστη, λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες τούτου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ως διαχειριστής νοείται αυτός που ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων του εντολέα, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως τούτου, την οποία μπορεί να έχει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η άσκηση διαχειρίσεως "εν τοις πράγμασι". Στην κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, όπως είναι ο λογιστής και ταμίας μιας εταιρίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο πράγμα, όπως είναι το χρήμα, να το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ακριβώς της ιδιότητάς του αυτής. Η νεότερη αυτή διάταξη που ορίζει για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως, ότι το αντικείμενο αυτής πρέπει να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ότι στο πρόσωπο του δράστη πρέπει να υπάρχει μία από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες, είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, στο σημείο αυτό, στην οποία η απαρίθμηση ήταν ενδεικτική. Έτσι η νεότερη αυτή διάταξη είναι εφαρμοστέα και στις αξιόποινες πράξεις υπεξαιρέσεως, που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν. 2408/1996. Δεν απαιτείται δε και η συνδρομή του στοιχείου της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως αξίωνε η προϊσχύσασα διάταξη της παραγ. 2 του άρθρου 375, εκτός της περιπτώσεως του εντολοδόχου, ως προς τον οποίο η προϊσχύσασα διάταξη τυγχάνει ευμενέστερη. Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, που δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρ. 98 παρ. 2 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999). Αν όμως οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μιας μερικότερης πράξης, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, διότι η νέα ως άνω με το Ν. 2721/1999 ρύθμιση του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ είναι δυσμενέστερη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα πράξη της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος: "Η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ ΑΕ", η οποία ασκεί αξιόλογη αγροτοπτηνοτροφική, βιομηχανική και εμπορική δραστηριότητα, είναι εταιρία οικογενειακού χαρακτήρα, αφού το 91,74% των μετοχών της είχαν οι δύο οικογένειες ΑΑ και ΒΒ, από τους οποίους ο ΑΑ-1 ήταν Πρόεδρος και ο ΒΒ-1 Διευθύνων Σύμβουλος, ενώ το υπόλοιπο 8,26%, που αντιστοιχούσε σε 87.095 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ. η καθεμιά, είχε η κατηγορουμένη, η οποία, από το έτος 1978 μέχρι τις 18.1.1994, που αποχώρησε από την εταιρία, ήταν μέλος του Δ.Σ. αυτής, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως υπάλληλος στην εταιρία, και, λόγω της συγγενικής της σχέσης με τον αποβιώσαντα ήδη ΑΑ-1 (του οποίου ήταν ανιψιά, δηλαδή κόρη του αποβιώσαντος αδελφού του ΑΑ-2), ο οποίος της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, της είχαν ανατεθεί καθήκοντα ταμία, δηλαδή πραγματοποιούσε εισπράξεις και πληρωμές για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας. Το έτος 1992, ο άλλος εκπρόσωπος της εταιρίας και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής ΒΒ-1, ο οποίος επίσης έχει αποβιώσει και ο οποίος ασχολούνταν με τις οικονομικές υποθέσεις της εταιρίας, ασθένησε σοβαρά και χρειάστηκε να μεταβεί για θεραπεία στην Αμερική, όπου υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς και αφαίρεση των δύο νεφρών, και να απέχει από τα καθήκοντά του επί οκτώ μήνες. Από της αναχωρήσεως του δε, η κατηγορουμένη είχε τόσο τη διαχείρηση των χρηματικών διαθεσίμων - μετρητών και επιταγών, όσο και την ευθύνη του ημερήσιου βιβλίου ταμείου, ενώ, παράλληλα, με την ως άνω ιδιότητα, ήταν η μόνη που είχε κλειδί του ταμείου και γνώριζε το συνδυασμό του χρηματοκιβωτίου, μάλιστα δε, κατά τον επίδικο χρόνο, την ουσιαστική διαχείριση της εταιρίας ασκούσε η ίδια λόγω αφενός της ως άνω απουσίας του Διευθύνοντος Συμβούλου και αφετέρου της στοιχειώδους μόρφωσης του Προέδρου θείου της και της έλλειψης γνώσεων και εμπειριών λογιστικής και διαχείρισης αυτού. Περί το τέλος του έτους 1992, ο προϊστάμενος του λογιστηρίου ανέφερε στον ΑΑ-1 ότι, κατά τη γνώμη του, η κατηγορουμένη δεν ενημέρωνε σωστά το ταμείο σχετικά με την είσπραξη των τραπεζικών επιταγών της εταιρίας και, με αφορμή το γεγονός αυτό, ζητήθηκαν εξηγήσεις από αυτήν, δεδομένου ότι από τον πρόχειρο έλεγχο που έγινε στο ταμείο προέκυψε ότι αυτή δεν είχε καταχωρήσει στο βιβλίο του ταμείου τραπεζικές επιταγές που ήδη είχαν εισπραχθεί, με αποτέλεσμα να προκύπτει έλλειμμα συνολικού ποσού 145.000.000 δρχ. Η κατηγορουμένη προ αυτής της καταστάσεως, μη δυνάμενη να δικαιολογήσει το υφιστάμενο έλλειμμα, υποσχέθηκε αρχικά να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε στην εταιρία μεταβιβάζοντας το ποσοστό της στους λοιπούς εταίρους και προσφερόμενη να εργαστεί χωρίς να λαμβάνει μισθό. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη αποχώρησε από την εταιρία, λόγω δε της συγγενικής της σχέσης με τον ΑΑ-1, της δόθηκε χρόνος ώστε να εξεύρει τρόπο διακανονισμού του πιο πάνω ποσού, πλην αυτή, παρά τις υποσχέσεις της ίδιας και του συζύγου της, όχι μόνο δεν επέστρεψε στο ταμείο της εταιρίας το παραπάνω ποσό, αλλά απειλούσε ότι θα μηνύσει τους εκπροσώπους αυτής για συκοφαντική δυσφήμιση (γεγονός που τελικά έπραξε), αρνούμενη ότι είχε οιαδήποτε ευθύνη. Μετά από αυτά, η εγκαλούσα ανέθεσε τον έλεγχο του ταμείου στην ορκωτή λογίστρια ..., η οποία, μετά τον έλεγχο που διενήργησε με ειδικό συνεργείο συνεργατών της, υπέβαλε στην εγκαλούσα την από 27-6-1994 έκθεση της, σύμφωνα με την οποία το έλλειμμα ανερχόταν στα 171.465.253 δρχ. Το ποσό αυτό ιδιοποιήθηκε εξακολουθητικά, η κατηγορουμένη, εκμεταλλευόμενη το γεγονός της εμπιστοσύνης των διευθυνόντων Συμβούλων της εγκαλούσας, την ασθένεια του ΒΒ-1 και την άγνοια του θείου της ΑΑ-1 για τα οικονομικά θέματα αυτής, γεγονότα που της επέτρεπαν να έχει πλήρη ελευθερία κινήσεων, κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 1992 μέχρι 17-1-1994, έχοντας, όπως αναφέρθηκε, εν τοις πράγμασι τη διαχείριση του ταμείου της εγκαλούσας, προκειμένου δε να μη δημιουργηθούν υπόνοιες σε βάρος της, καταχωρούσε στο βιβλίο ταμείου όλες τις πληρωμές που πραγματοποιούσε για λογαριασμό της εγκαλούσας, όχι όμως και όλες τις εισπράξεις των τραπεζικών επιταγών, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται μειωμένα τα έσοδα της εταιρίας. Ειδικότερα, με τη μέθοδο αυτή, η κατηγορουμένη ιδιοποιήθηκε παράνομα τα ποσά των επιταγών που αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, το καθένα από τα οποία ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικού ποσού 141.465.253 δρχ., καθώς και το ποσό των 30.000.000 δρχ., το οποίο, αν και εισέπραξε στις 3-1-1994 με ανάληψη από την Εθνική Τράπεζα, δεν το καταχώρησε στο βιβλίο εισπράξεων του ταμείου της εταιρίας. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι τα χρήματα αυτά τα παρέδωσε στους νομίμους εκπροσώπους της εγκαλούσας, χωρίς να παραλάβει από αυτούς σχετική απόδειξη, και ότι στην πραγματικότητα το έλλειμμα είναι λογιστικό και όχι πραγματικό, δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι οι αποδιδόμενες στην κατηγορουμένη πράξεις υπεξαίρεσης φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα γιατί μόνη η ιδιότητα της ως υπαλλήλου της εγκαλούσας ή το γεγονός ότι η τελευταία της είχε αναθέσει την εντολή εκτελέσεως συγκεκριμένης νομικής ή υλικής πράξεως χωρίς εξουσία αντιπροσωπεύσεως ή αναπτύξεως πρωτοβουλίας δεν της προσέδωσε την ιδιότητα διαχειρίστριας ξένης περιουσίας και, κατόπιν αυτού, η ένδικες πράξεις έχουν παραγραφεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, κατά τα ανωτέρω, η κατηγορουμένη ήταν εν τοις πράγμασι διαχειρίστρια και δη διαχειριζόταν το παραπάνω ποσό που υπεξαίρεσε. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την υπ' αριθ. 153/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής Έδρας Χαλκίδας), που αναγνώσθηκε, με την οποία, αφού κρίθηκε ομοίως, απορρίφθηκε η έφεση της κατά της υπ" αριθ. 207/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, με την οποία υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στην εγκαλούσα (ενάγουσα) εταιρία το ποσό των 173.406.064 δρχ. (κατά την αντιστοιχία του σε ευρώ)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη της ανωτέρω πράξεως και, αφού της αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, της επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1, 2 του ΠΚ, όπως ίσχυαν μετά την τροποποίηση με το Ν. 2408/1996 και πριν την τροποποίηση με το Ν 2421/1999, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο δέχθηκε, για τους λόγους που εκτενώς αναφέρει, ότι στην αναιρεσείουσα είχαν ανατεθεί από τον μέτοχο της πολιτικώς ενάγουσας που αναφέρει, εκ των πραγμάτων, καθήκοντα διαχειρίστριας της πολιτικώς ενάγουσας Α.Ε., τα οποία άσκησε στο αναφερόμενο στο σκεπτικό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ασκούσε την διαχείριση των χρηματικών διαθεσίμων - μετρητών και επιταγών- έχοντας και την ευθύνη ενημέρωσης του ημερήσιου βιβλίου Ταμείου της εταιρίας, τα δε ποσά, που κάθε φορά, όπως αναλυτικά παρατίθενται στο διατακτικό της αποφάσεως, εισέπραττε και περιέρχονταν στην κατοχή της, ως εκ των καθηκόντων αυτών, δεν τα εμφάνιζε αμέσως, μετά την είσπραξη στο οικείο λογιστικό βιβλίο, η ενημέρωση του οποίου της είχε ανατεθεί, με την διενέργεια της αντίστοιχης εγγραφής, ούτε τα κατέθετε στο Ταμείο της εταιρίας, αλλά τα ενσωμάτωσε παρανόμως στην περιουσία της, εκδηλώνοντας την προς τούτο βούληση της, όπως σαφώς προκύπτει, από το συνδυασμό σκεπτικού διατακτικού της προσβαλλομένης, αμέσως μετά την αναφερομένη είσπραξη του ποσού κάθε επιταγής, που αποτελεί, κατά τα ανωτέρω και τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, το οποίο, ανέλεγκτα, κατά τα ανωτέρω, δέχθηκε το Δικαστήριο όταν ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δεν δημιουργείται αντίφαση εκ του ότι άλλη είναι η ημερομηνία είσπραξης της επιταγής και άλλη η της λογιστικής εγγραφής, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, διενεργούνταν, όχι αμέσως μετά την είσπραξη, όπως έπρεπε, αλλά στο τέλος του αντιστοίχου έτους, γεγονός το οποίο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οδήγησε τον προϊστάμενο του λογιστηρίου της εταιρίας να επισημάνει στον ένα των μετόχων την αταξία στην ενημέρωση του βιβλίου Ταμείου. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε στην περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως από την αναφερόμενη ορκωτή λογίστρια, η οποία με την από 27-6-1994 έκθεσή της, προσδιόρισε το ύψος του ελλείμματος που εμφάνιζε το Ταμείο, διότι δεν είχαν εισαχθεί σ αυτό τα κάθε φορά εισπραχθέντα ποσά των επιταγών, συνολικού ύψους 141.465.253 δραχμών, όπως επίσης και το ποσό των 30.000.000 δραχμών, το οποίο, παρότι, κατά την άσκηση των διαχειριστικών της καθηκόντων, είχε εισπράξει από την ΕΤΕ, δεν το εμφάνισε, με την διενέργεια της οικείας εγγραφής στις εισπράξεις του ταμείου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας, με αποτέλεσμα το συνολικό έλλειμμα να ανέλθει σε 171.465.253 δραχμές. Είναι δε αυτονόητο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ότι η αναιρεσείουσα υπεξαιρούσε τα ποσά των επιταγών και όχι τα σώματά αυτών και δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διευκρινίζεται το ζήτημα τούτο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ούτε απαιτούταν να εξειδικεύεται ο τρόπος και ο χρόνος περιελεύσεως στην κατοχή της των υπεξαιρεθέντων κάθε φορά ποσών, αφού σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα εισπραχθέντα ποσά των επιταγών και το αναληφθέν από την ανωτέρω Τράπεζα ποσό περιήλθαν στην κατοχή της, αμέσως μετά την είσπραξή τους, κατά την άσκηση των καθηκόντων της ως ''εν τοις πράγμασι'' διαχειρίστριας των χρηματικών διαθεσίμων της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας. Ούτε επίσης δημιουργείται αντίφαση εκ της αναφοράς στο σκεπτικό της ιδιότητας της αναιρεσείουσας ως ταμία και διαχειρίστριας χρηματικών διαθεσίμων -επιταγών και μετρητών, αφού τα καθήκοντα του ταμία αποτελούν ειδικότερη έκφραση εκείνων του διαχειριστή χρηματικών διαθεσίμων. Τέλος ορθώς, κατά τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση, με χρόνο τελέσεως της πράξεως προγενέστερο του έτους 1996, την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 375, το μεν όπως είχε μετά της τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και δεν απαίτησε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, για την στοιχειοθέτηση της πράξεως, την συνδρομή στο πρόσωπο της διαχειρίστριας και του στοιχείου της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, το δε όπως είχε πριν την τροποποίηση με το άρθρο 14 παρ.1 Ν. 2721/1999 και, για την κατάφαση του στοιχείου της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του ποσού της κατ εξακολούθηση υπεξαιρέσεως, έλαβε υπόψη την αξία κάθε μιας των μερικοτέρων πράξεων, δηλαδή της εισπραχθείσης κάθε φορά επιταγής, όπως αυτές αναφέρονται λεπτομερώς στους πίνακες που παρατίθενται στο διατακτικό της αποφάσεως.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξ άλλου δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα εγγράφων, όταν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δικαστήριο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και την από 27-6-1994 έκθεση της ορκωτής λογίστριας ..., η οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, μετά από εντολή της πολιτικώς ενάγουσας '' ... ΚΑΙ Σια Α.Ε.'' διενήργησε έλεγχο του ταμείου. Στα πρακτικά και στην οικεία θέση που αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα με α/α 18 παρατίθεται η από 9-7-1994 έκθεση ειδικού ελέγχου λογ/σμου ''Ταμείο'' εταιρίας ''... και Σια Α.Ε.'' που εκπονήθηκε από την ορκωτή ελεγκτή ... . Άλλη έκθεση της εν λόγω ορκωτής λογίστριας δεν αναγνώσθηκε.
Συνεπώς καθίσταται βέβαιο ότι η αναφερόμενη στο σκεπτικό έκθεση ελέγχου της ανωτέρω ορκωτής λογίστριας αναγνώσθηκε και έτσι η αναιρεσείουσα μπόρεσε να ασκήσει τα κατ άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά της, από προφανή δε παραδρομή, μεταξύ των αναγνωσθέντων, αναφέρεται το έγγραφο αυτό, ως φέρον ημερομηνία 9-7-1994.
Συνεπώς ο υποστηρίζων τα αντίθετα από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Αβάσιμος επίσης είναι και ο επί των ιδίων διατάξεων στηριζόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι δεν προκύπτει η ταυτότητα των με αριθμούς 10 και 20 αναγνωσθέντων εγγράφων, λόγω ελλιπούς παραθέσεως των περιγραφικών αυτών στοιχείων, ενώ το με αριθμό 1 έγγραφο τυγχάνει ανύπαρκτο. Ειδικότερα αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα των εν λόγω εγγράφων με αριθμούς 10 και 20 και είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό τους, η δε αναιρεσείουσα, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά τους, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά της και να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, λαμβανομένου υπόψη ότι, εφόσον συντελέσθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, της παρασχέθηκε η εν λόγω δυνατότητα, η οποία, όπως λέχθηκε, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα εν λόγω αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά, αν όπως αναφέρονται, δεν δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητας τους και ο κατηγορούμενος μπόρεσε να ασκήσει τα, κατ άρθρο 358 ΚΠΔ, δικαιώματά του, πράγμα που, όπως λέχθηκε, συμβαίνει εν προκειμένω. Άλλωστε από τα πρακτικά προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα με τα αυτά προσδιοριστικά στοιχεία, που αναφέρονται στους ανωτέρω α/α, σε τρόπο ώστε να μη προκαλείται οποιαδήποτε αμφιβολία για την ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Όσον αφορά το με αριθμό 1 έγγραφο, από το ανωτέρω σκεπτικό της αποφάσεως, καθίσταται σαφές και ουδεμία υφίσταται αμφιβολία περί τούτου, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε μόνον την προαναφερθείσα έκθεση ελέγχου της ως άνω ορκωτής λογίστριας, η οποία αναφέρεται στο σκεπτικό, όχι δε και την με αριθμό 1 αναφερομένη έκθεση ελέγχου ορκωτών λογιστών ''...και ...'', οπότε δεν ασκεί έννομη επιρροή αν αναφέρεται μεταξύ των αναγνωσθέντων, αν και, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, είναι έγγραφο ανύπαρκτο, οπότε από προφανή παραδρομή μνημονεύεται στην οικεία θέση των πρακτικών, με αποτέλεσμα να μη παράγεται η επικαλούμενη ακυρότητα. Εξάλλου, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, που προκύπτουν από τον συνδυασμό σκεπτικού-διατακτικού, δεν δημιουργείται ασάφεια, ως προς το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά και αν στήριξε ή όχι σ' αυτά την κρίση του, με συνέπεια να μη υφίσταται ελλιπής αιτιολογία, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και δη ως προς το αν έλαβε υπόψη και εκτίμησε και αυτά, με αποτέλεσμα, όπως λέχθηκε ανωτέρω, να μη πάσχει η προσβαλλομένη από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, να τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Κατά την έννοια αυτή αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο κάποιας από τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, η παραδοχή της οποίας οδηγεί σε μείωση της ποινής στα πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, η αναιρεσείουσα μεταξύ των άλλων πρόβαλλε και τον αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την ανωτέρω έννοια, της αναγνωρίσεως και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ. Προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού επικαλέσθηκε τα ακόλουθα "Από το χρόνο τέλεσης της πράξεως μέχρι και σήμερα, δηλαδή από 03-01-1993 (οπότε και τελέστηκε η τελευταία, σύμφωνα με το κατηγορητήριο πράξη υπεξαιρέσεως) μέχρι και 01-04-2009, συνεπώς επί δεκαπέντε (15) χρόνια, χρονικό διάστημα που είναι πολύ μεγάλο, καμία αξιόποινη πράξη δεν διέπραξα, συνέχισα να εργάζομαι ως βοηθός λογιστή και μάλιστα από το 2003 μέχρι και σήμερα στις οικογενειακές επιχειρήσεις του κ. ... και ... ("ΓΕΝΙΚΗ ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΙΚΗ ΟΕ" και "ΒΕΜΚΑ ΕΠΕ"), είμαι παντρεμένη εδώ 25 χρόνια με τον ..., με τον οποίο έχουμε αποκτήσει δύο παιδιά, μία κόρη 23 ετών (φοιτήτρια Αγγλικής Φιλολογίας στην Αθήνα) κι έναν γιο 20 ετών (φαντάρο) και διάγω έντιμο σε όλες τις εκφάνσεις του, αξιοπρεπή και κοινωνικά λειτουργικό βίο, όπως αποδείχθηκε από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας (έγγραφα και μάρτυρες)".
Ο με το ανωτέρω περιεχόμενο ισχυρισμός τύγχανε μη νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως. Ειδικότερα δεν επικαλείται συγκεκριμένη, μετά την πράξη της, θετική, προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική, όχι μόνον έλλειψης παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του και μάλιστα υπό καθεστώς υποδικίας θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, αλλά ατόμου το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβιάσεως των νόμων και ιδιαίτερα του ποινικού κώδικα. Η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι συνέχισε να ζεί με τα δύο ενήλικα παιδιά της, ηλικίας 23 και 20 ετών, τον σύζυγό της και να εργάζεται στις αναφερόμενες επιχειρήσεις, δηλαδή να πράττει ό,τι και προηγουμένως, όταν τέλεσε, κάτω από τις συνθήκες που αναφέρθηκαν, που προσδίδουν ιδιαίτερη απαξία στην πράξη της, με μοναδική διαφοροποίηση όσον αφορά την μη παραβίαση του ποινικού νόμου, δηλαδή δεν έχει να επιδείξει αξιόλογη κοινωνική, προσωπική και επαγγελματική δράση και προσφορά, που να την διαφοροποιεί σε σχέση με το παρελθόν και να εντάσσεται στην ανωτέρω έννοια της καλής μετά την πράξη συμπεριφοράς.
Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός δεν προβλήθηκε παραδεκτώς, το Δικαστήριο, κατά τα ανωτέρω, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ αυτόν και να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία στην απορριπτική του απόφαση, ως εκ περισσού δε τον απέρριψε με την αιτιολογία που αναφέρεται στα πρακτικά και δεν γεννάται ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ. Κατ ακολουθία ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), όπως και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 9-7-2009 αίτηση (δήλωση) της Χ για αναίρεση της με αριθμ. 939/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €, καθώς και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 31 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση. Έννοια. Στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς. Έννοια παρανόμου ιδιοποιήσεως και πως εκδηλώνεται. Πότε σε βαθμό κακουργήματος, ειδικότερα επί διαχειριστή ξένης περιουσίας (ΑΠ 1167/2008). Τέτοιος είναι ο λογιστής και ταμίας της επιχείρησης. Ανέλεγκτη η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι το υπεξαιρεθέν είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (ΑΠ 1371/2007, ΑΠ79/2006). Ευνοϊκότερη η διάταξη μετά την αντικατάσταση με άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, εφαρμογή και σε πράξεις που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του, εκτός από την περίπτωση του εντολοδόχου (ΑΠ 101/2010, ΑΠ 103/2009, ΑΠ 79/2007, ΑΠ 1626/2002, ΑΠ 1599/2002). Δυσμενέστερη η διάταξη 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999. Επί τελέσεως κατ' εξακολούθηση πριν 3-6-2009 για κρίση ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας λαμβάνονται υπόψη μερικότερα ποσά (ΑΠ 24/2010). Έγγραφα. Πότε παράγεται ακυρότητα από την λήψη υπόψη χωρίς να αναγνωσθούν (ΑΠ 547/2008). Πρέπει να προκύπτει η ταυτότητα των αναγνωσθέντων. Πότε συντρέχει (ΑΠ 913/2007). Εξαιρέσεις. Λογίστρια και ταμίας που ασκούσε διαχείριση "εν τοις πράγμασι". Είσπραξη επιταγών για λογαριασμό της εταιρίας, χωρίς να τις εμφανίζει στο Ταμείο. Ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τα ποσά κάθε επιταγής. Υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος. Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή, απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 1123/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 462/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγον το "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιό του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ελένη Σβολωπούλου.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1336/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14-9-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 462/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτό και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 "Επέκταση σχεδίων-οικιστική. Ζώνες κ.λ.π όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 3212/2003, "οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων και οι εργολάβοι κατασκευής τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Με την ίδια ποινή τιμωρούνται και οι μηχανικοί που εκπόνησαν τις μελέτες ή έχουν την επίβλεψη του έργου, αν διαπιστωθεί ότι οι μελέτες αυτές δεν εκπονήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την εκπόνησή τους ή σύμφωνα με τα συγκεκριμένα στοιχεία του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης ή αν διαπιστωθεί ότι οι εργασίες δόμησης δεν εκτελέσθηκαν σύμφωνα με τις μελέτες που υποβλήθηκαν ή σύμφωνα με τα συγκεκριμένα στοιχεία του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα μέρος και με χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. Για απλές υπερβάσεις άδειας κατασκευής μπορεί να επιβληθεί ποινή μειωμένη...". Από την ανωτέρω διάταξή του ως ισχύει άρθρον 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 συνάγεται ότι ο δράστης της παραβάσεως του α' εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον ο εκ προθέσεως προβαίνων στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο απειλούμενες, ως άνω διαζευκτικές ποινές, ενώ σε αμφότερες της περιπτώσεως, είτε από δόλο είτε από αμέλεια, υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολευς, μηχανικός, μελετηός, εργολάβος). Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του ν. 1337/1983 με αυτές των άρθρων 63 και 82 του ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι αυτός που έχει κατά τον αστικό νόμο δικαίωμα αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, μπορεί να δηλώσει ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία. Το δικαίωμα αυτό έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, εκείνος που υφίσταται άμεση ζημία από την πράξη άλλου, η οποία προσβάλλει δικαίωμα ή έννομο συμφέρον αυτού προστατευόμενο από κανόνες δικαίου υπό την προϋπόθεση όμως, ότι οι κανόνες αυτοί δεν αποβλέπουν αποκλειστικώς στην προστασία του γενικού συμφέροντος. Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, με την οποία τιμωρούνται, όπως έχει προαναφερθεί, οι ιδιοκτήτες ή οι εντολείς κατασκευής αυθαιρέτου κτισμάτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τις σχετικές μελέτες ή έχουν την επίβλεψη και οι εργολάβοι κατασκευής τους, προστατεύονται ως εκ του επιδιωκόμενου σκοπού της διατάξεως, ο οποίος έγκειται στην προστασία του περιβάλλοντος, τα έννομα αγαθά του κοινωνικού συνόλου και όχι τα άτομα μεμονωμένης. Επομένως από την ως άνω πολεοδομική παράβαση που συνιστά και ποινικό αδίκημα δεν γεννάται αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης υπέρ τρίτου προσώπου φυσικού ή νομικού, ως μη άμεσα ζημιουμένου από την εν λόγω πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 462/2009 απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται και δεν είναι το ένα πιστή αντιγραφή του άλλου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δέχθηκε να παραστεί το Ελληνικό Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγον, όπως και πρωτοδίκως, για το ποσό των 5000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του, εξαιτίας των τριών (3) παρανόμων-εγκληματικών πράξεων που τέλεσε σε βάρος του ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, ήτοι της μεταβολής του αιγιαλού με κατασκευή έργων χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτίσματος και της εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής (άρθρα 1 παρ. 1 και 3 και 29 του ν. 2971/2001, 28 παρ. 1 του αν.ν. 1539/1938 και 17 παρ. 1 και 8 του ν. 1337/1983 αντίστοιχα), χωρίς να προσδιορίσει - επιμερίσει για ποιο χρηματικό ποσό παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον για καθένα των ως άνω τριών εγκλημάτων. Την αυτήν παράσταση πολιτικής αγωγής είχε δηλώσει το Ελληνικό Δημόσιο και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 291/2007 πρακτικό και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου (βλ.αρχή 4ης σελίδας αυτών). Περαιτέρω, τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δέχθηκαν καθ' ολοκληρία την παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος και επεδίκασαν σ' αυτό, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, ενιαίως και αδιακρίτως και για τα τρία ως άνω εγκλήματα, το ποσό των 5000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του. Σύμφωνα όμως με τα προεκτιθέμενα το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι άμεσα παθόν από την εγκληματική πράξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 που τέλεσε, κατά τις παραδοχές του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ο αναιρεσείων, και δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, για το λόγο δε αυτό παρέστη παράνομα ως πολιτικώς ενάγων και για την ως άνω πράξη στη διαδικασία του ακροατηρίου του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, μόνο όσο αφορά την εκδίκαση της ως άνω αξιόποινης πράξης, όχι και των λοιπών δύο (μεταβολή αιγιαλού και αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος), ως προς τις οποίες νόμιμα παρέστη ως πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, ως ενεργητικά νομιμοποιημένο προς τούτο. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), μόνο κατά το μέρος που αφορά την αξιόποινη πράξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 και ως προς την επιδίκαση-προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση στο Ελληνικό Δημόσιο ως ηθική βλάβη, το οποίο νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγον για τα άλλα δύο εγκλήματα που τέλεσε ο αναιρεσείων, όπως κατωτέρω αναφέρεται. Κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2971/2001 "όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία, τη θάλασσα, τον πυθμένα, τη ζώνη λιμένα ... . Οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή κατά στροφή έργων ή του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος, λίθων ή άμμου ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτόν επήλθε ζημιά σε οποιονδήποτε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με τα πρόσημα που επιβάλλονται διοικητικά σύμφωνα με την παράγραφο 23 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, που εφαρμόζεται κατά τα λοιπά...", ο ορισμός δε του αιγιαλού, παραλίας, παλαιού αιγιαλού, όχθης, παράχθιας ζώνης κ.λ.π δίδεται στο άρθρο 1 του ίδιου ως άνω ώμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του αν.ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του αν. ν. 263/1668 "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιονδήποτε δημοσίου κτήματος ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται δικαιώματος και αυτεπαγγέλτως ...". Η διάταξη αυτή, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του αν. ν. 263/1968 εφαρμόζεται και στον κοινόχρηστο χώρο του αιγιαλού". Επιπλέον πρέπει να αναφερθεί ότι τα εγκλήματα των άρθρων 29 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και 23 παρ. 1 του αν. ν. 1539/1938 μπορούν αληθώς να συρρεύσουν (βλ. την ΑΠ 459/2002 που έχει εκδοθεί για προηγούμενη υπόθεση όμοια με την κρινόμενη με τον ίδιο αναιρεσείοντα). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Πα τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η αυτοψία, η οποία διενεργείται κατά το άρθρο 180 του ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠΔ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, χωρίς να αρκεί η αναφορά στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Σε περίπτωση όμως, που η αυτοψία διενεργήθηκε, κατά τη διαδικασία της αστυνομικής προανακρίσεως και κατά το χρόνο της αστυνομικής διερευνήσεως του εγκλήματος, χωρίς να έχει διαταχθεί από το δικαστήριο, τότε δεν αποτελεί ξεχωριστό αποδεικτικό στοιχείο, ώστε να απαιτείται η ξεχωριστή αναφορά του στο αιτιολογικό της απόφασης, για να προκύπτει η διερεύνηση και η αξιολόγησή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 τταρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 462/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τα εγκλήματα: α) της μεταβολής επί αιγιαλού με κατασκευή έργων χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και β) της αυθαίρετης καταλήψεως δημοσίου κτήματος: "Όπως και οι μάρτυρες κατηγορίας μετά λόγου γνώσεως κατέθεσαν ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του έτους 2004 έως 27 Ιουλίου του έτους 2004 στην περιοχή ... δ.δ. ..., με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, και συγκεκριμένα. Α) επέφερε επί αιγιαλού μεταβολή με κατασκευή έργων χωρίς τα κατά νόμο άδεια της αρμόδιας αρχής. Ειδικότερα ως ιδιοκτήτης ουσίας που βρίσκεται στην ανωτέρω τοποθεσία προέβη α) στη κατασκευή δύο πετρόκτιστων κτισμάτων με κεραμοσκεπή με χρήση κατοικίας β) στη κατασκευή υποστεγών με κεραμοσκεπή, το οποίο στηρίζεται σε κολώνες από πέτρα και σε προϋφιστάμενο τοίχο αντιστήριξης, ο οποίος επενδύθηκε με πέτρα γ) στη κατασκευή προβλήτας από οπλισμένο σκυρόδεμα και δ) στη πλακόστρωση και διαμόρφωση του χώρου με κατασκευές από τσιμέντο και τη φύτευση φυρών, συνολικού εμβαδού 786,62 τ.μ. έμπροσθεν του δυτικού τμήματος της οικίας του και εκτός ζώνης ξηράς που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Β) Με πρόθεση αυτογνωμόνως κατέλαβε δημόσιο κτήμα το οποίο αναμφισβήτητα βρισκόταν στην κατοχή του δημοσίου. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και με την ανωτέρω ιδιότητα του προέβη στις υπό στοιχείο Α! αναφερόμενες κατασκευές, καταλαμβάνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο έκταση αιγιαλού συνολικής εκτάσεως 786,62 τ.μ., η οποία αναμφισβήτητα ευρίσκεται υπό την ιδιοκτησία του δημοσίου. Ως ιδιοκτήτης με πρόθεση προέβη στην εκτέλεση αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών και ειδικότερα α) στην κατασκευή δύο πετρόκτιστων κτισμάτων με κεραμοσκεπή με χρήση κατοικία, β) στην κατασκευή υπόστεγου με κεραμοσκεπή το οποίο στηρίζεται σε κολώνες από πέτρα και σε προϋφιστάμενο τοίχο αντιστήριξης, ο οποίος επενδύθηκε με πέτρα, γ) στην κατασκευή προβλήτας από οπλισμένο σκυρόδεμα και δ) στην πλακόστρωση και διαμόρφωση του χώρου με κατασκευές από τσιμέντο και τη φύτευση φυτών συνολικού εμβαδού 786,62 τ.μ., έμπροσθεν του δυτικού τμήματος της οικίας του, χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής. Ειδικότερα ο καθορισμός των οριογραμμών ... έγινε με την υπ' αριθμόν 4628/29-5-1985 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ αρ. 330/Δ'/16-7-1985, ο επανακαθορισμός αυτών, με τη χάραξη επιπλέον και Παλαιού Αιγιαλού έγινε με την υπ' αριθμόν 1220/9-7-1992 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ αρ. 959/ΔΙ/21-9-1992 και έχουν καταγραφεί ως Παλαιός Αιγιαλός δύο δημόσια κτήματα με στοιχεία Β. Κ. 175 και 176 Δ.Ο.Υ. ... . Στο παρελθόν ο κατηγορούμενος είχε προβεί στην κατάληψη των προαναφερθέντων δημοσίων κτημάτων, τα οποία και χρησιμοποιούσε. Επιπρόσθετα κατέλαβε και χρησιμοποιεί την κοινόχρηστη ζώνη παραλίας, μπροστά από τα δημόσια κτήματα, καθώς και τον Αιγιαλό, ο οποίος βρίσκεται έμπροσθεν της ιδιοκτησίας του. Από γενόμενο έλεγχο προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έχει προβεί σε νέα καταπάτηση τμήματος του Αιγιαλού και σε νέες κατασκευές εντός του Αιγιαλού, στο δυτικό τμήμα της ιδιοκτησίας του. Οι κατασκευές αυτές, όπως τούτο αναλυτικά εκτίθεται στην από 27-7-2004 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν υπάλληλοι της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αργολίδας, αποτελούνται από 1) την κατασκευή δύο νέων κτισμάτων, τα οποία είναι από πέτρα και έχουν κεραμοσκεπή, με χρήση κατοικία. 2) την κατασκευή υπόστεγου με κεραμοσκεπή, το οποίο στηρίζεται σε κολώνες από πέτρα και σε προϋφιστάμενο τοίχο αντιστήριξης, ο οποίος επενδύθηκε με πέτρα. 3) στην κατασκευή προβλήτας από οπλισμένο σκυρόδεμα. 4) την εκ νέου πλακόστρωση της έκτασης που έγιναν οι επεμβάσεις. 5) τη διαμόρφωση του χώρου με κατασκευές από τσιμέντο και τη φύτευση φυτών. Για τις κατασκευές αυτές δεν έχει ζητηθεί και δεν έχει εκδοθεί καμία άδεια από την Κτηματική Υπηρεσία Ν. Αργολίδας. Η έκταση του Αιγιαλού, στην οποία έχουν γίνει οι επεμβάσεις είναι 786,62 τ.μ., όπως αυτή αποτυπώνεται στο ακριβές φωτοαντιγραφικό απόσπασμα του τοπογραφικού διαγράμματος που συντάχθηκε από την Τοπογραφική Υπηρεσία Ν. Αργολίδας τον Μάρτιο του 1994, το οποίο περιλαμβάνει τις οριογραμμές Αιγιαλού-Παραλίας και Παλαιού Αιγιαλού και το οποίο συμπληρώθηκε από τον ..., Τοπογράφο Μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας τον Ιούλιο του 2004 και θεωρήθηκε από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας. Η έκταση αυτή συνορεύει βόρεια με παραλία, νότια με αιγιαλό και θάλασσα, ανατολικά με αιγιαλό και θάλασσα και δυτικά με παραλία. Η επιπλέον καταπάτηση περιγράφεται με τα στοιχεία 6, 434, Α1, Α2, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Α, 6 και έχει εμβαδόν 289,25 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με αιγιαλό και θάλασσα, νότια με αιγιαλό και θάλασσα, ανατολικά με αιγιαλό και θάλασσα και δυτικά με παραλία. Τα δύο νέα κτίσματα έχουν εμβαδόν το κτίσμα 1 82,83 τ.μ. και το κτίσμα 2 88,29 τ.μ. Ακολούθως η Κτηματική Υπηρεσία του Ν. Αργολίδας εξέδωσε το υπ' αρ. .../11-10-2004 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και το υπ' αρ. .../11-10-2004 πρωτόκολλο κατεδάφισης αυθαιρέτων. Όμως περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από την έκθεση αυτοψίας που διενεργήθηκε ύστερα από την υπ' αρ. πρωτοκόλλου 1843/31-10-2007 εντολή της προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αργολίδας, ο κατηγορούμενος ήδη την 16-11-2007 με δική του πρωτοβουλία είχε κατεδαφίσει το κτίσμα 1 εμβαδού 82,83 τ.μ., είχε κατεδαφίσει το υπόστεγο με κεραμοσκεπή και την προβλήτα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Δεν είχε κατεδαφίσει ο ανωτέρω το κτίσμα 2 εμβαδού 88,29 τ.μ. και υφίστατο η πλακόστρωση στην έκταση που αναφέρεται στο Πρωτόκολλο Κατεδάφισης. Τέλος ύστερα από την υπ' αρ. πρωτοκόλλου 302/15-2-2008 εντολή της ανωτέρω προϊσταμένης διενεργήθηκε αυτοψία την 27-2-2008 από τον συντάξαντα την έκθεση Γ. Τρίκκα, στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος κατεδάφισε το κτίσμα 2 εμβαδού 88,29 τ.μ., κατεδάφισε όλη την πλακόστρωση όπως και όλες τις διαμορφώσεις του χώρου με κατασκευές από τσιμέντο και πέτρα, όπου είχαν φυτευθεί φυτά, ταυτόσημα δε με τα ανωτέρω κατέθεσαν και οι δεύτερος και τρίτος μάρτυρες κατηγορίας, δηλαδή ότι κατεδάφισε οποιοδήποτε αυθαίρετο κτίσμα είχε κτισθεί στον αιγιαλό και έτσι έπαυσε και η κατάληψη δημοσίου κτήματος. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (εκτός της κατασκευής αυθαιρέτου σε δημόσιο κτήμα, ως προς την οποία πράξη έγινε ανωτέρω λόγος και αναιρεί το Δικαστήριο αυτό την προσβαλλομένη απόφαση): α) της παράνομης μεταβολής αιγιαλού και β) της παράνομης κατάληψης δημοσίου κτήματος και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών για την α' πράξη και ποινή φυλάκισης 10 μηνών για τη β' πράξη, ενώ κατά τον καθορισμό της συνολικής ποινής με ποινή βάσης την πρώτη τούτων υπολόγισε (έλαβε) από τη δεύτερη των ποινών αυτών ποινή πέντε (5) μηνών (που δεν πρέπει να υπερβεί το Δικαστήριο της ουσίας κατά τη νέα επιμέτρηση αυτών). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ1 αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 84 παρ. 2 παρ. δ' και 94 παρ. 1 του ΠΚ, 1 παρ. 1 και 3 και 29 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και 1 και 23 παρ. 1 του αν. ν. 1539/1938, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 2 του αν. ν. 263/1968 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, στα οποία στηρίχθηκε και τα οποία αξιολόγησε το Δικαστήριο που την εξέδωσε, είναι και τα έγγραφα, τα οποία ένα προς ένα αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της δίκης (βλ. σελ. 11 και 12 αυτών), μεταξύ δε των εγγράφων αυτών είναι και οι εκθέσεις αυτοψιών, που διενεργήθηκαν από υπάλλήλους της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αργολίδας, οι οποίες ορθώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη δεν μνημονεύονται ως ιδιαίτερο αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, αφού αυτές δεν διατάχθησαν από το Δικαστήριο ή Δικαστικό Συμβούλιο ή τον Ανακριτή (ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται κάτι τέτοιο), αλλά διενεργήθηκαν στα πλαίσια της αστυνομικής προανακρίσεως από το Υ/Χ Πορτοχελίου Αργολίδας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ισχυρίζεται τα αντίθετα ως προς την μη αναφορά των ως άνω εκθέσεων αυτοψίας, ως προς την εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ιδιαίτερα ως προς την αληθινή συρροή των δύο εγκλημάτων για τα οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος και την έλλειψη νόμιμης βάσης από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ ως απαράδεκτος, πρέπει να απορριφθούν οι λοιπές σ' αυτούς διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1, 369 και 171 παρ. 9 εδ. δ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικό στοιχείο εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκησή του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, όμως είναι αναγκαίο να καταγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε πόσα έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και εάν αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί, διότι αλλιώς παραβιάζονται οι άνω διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, για να καταλήξει στην καταδιωκτική για τον αναιρεσείοντα κρίση έλαβε υπόψη του, μεταξύ των εγγράφων): α) την υπ' αριθμ. 4628/29-5-1985 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας, β) το υπ' αριθμ. 330 Δ/16/7/1985 ΦΕΚ, γ) την υπ' αριθμ. 1843/31-10-2007 εντολή της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αργολίδας και δ) την υπ' αριθμ. πρωτ. 302/15-2-2008 εντολή της ανωτέρω προϊσταμένης. Πράγματι στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης δεν μνημονεύεται ότι αναγνώσθηκαν τα ανωτέρω υπό στοιχ. α' και β' έγγραφα (απόφαση Νομάρχη Αργολίδας και ΦΕΚ 330Δ/1985). Αναγνώσθηκαν όμως τα πρακτικά και η απόφαση με αριθμό 291/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου), που γίνεται στο σκεπτικό αναφορά των δύο αυτών εγγράφων (βλ. σελ 21 της προαναφερόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης), στη σελίδα δε 16 των πρακτικών αυτής γίνεται μνεία ότι αναγνώσθηκε το υπ' αριθμ. 959Δ/1992 ΦΕΚ στο οποίο γίνεται αναφορά των δύο ως άνω εγγράφων.
Συνεπώς κατ' αυτόν τον τρόπο προκύπτει η ανάγνωσή τους και εντεύθεν επιτρεπτώς λήφθηκαν υπόψη και συναξολογήθηκαν τα δύο αυτά έγγραφα με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον πρέπει να αναφερθεί ότι η μνεία των δύο αυτών εγγράφων είναι ιστορική και όχι κρίσιμη για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσης, αφού αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ 15) η μεταγενέστερη υπ' αριθμ. 1220/1992 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας ως και το υπ' αριθ. 959Δ/1992 ΦΕΚ, όπου αυτή δημοσιεύθηκε, και με την οποία έγινε ο επανακαθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού-παραλίας. Στα τελευταία δε αυτά έγγραφα γίνεται αναφορά των ανωτέρω υπό στοιχ. α' και β', προγενεστέρων αυτών, εγγράφων. Ακόμα, όσο αφορά το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2007 έγγραφο της προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομαρχίας Αργολίδας, αυτό, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπησή του είναι συνημμένο και συνιστά ενιαίο όλο με το υπ' αριθμ .../11-3-2008 έγγραφο της "Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αργολίδος μετά τις εκθέσεις αυτοψίας και τεσσάρων φωτοαντιγράφων φωτογραφιών, το οποίο στο σύνολό του αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (βλ. σελ. 12, δεύτερη παράγραφο, υπ' αρ. 3 του συμπληρωματικού πίνακα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν από τον Πρόεδρο του ως άνω δικαστηρίου. Τέλος, όσο αφορά το υπ'αριθμ. πρωτοκόλλου 302/15-2-2008 εντολή της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομαρχίας Αργολίδος, τούτο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων ο αριθμός και η χρονολογία αυτή αφορά αίτηση του αναιρεσείοντος προς την Κτηματική Υπηρεσία Νομαρχίας Αργολίδας για τη διενέργεια αυτοψίας, η οποία διενεργήθηκε και η σχετική έκθεση είναι συνημμένη στο υπ' αριθμ. .../20.3.2008 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αργολίδος, διαβιβαστικό προς το Δικαστικό Γραφείο Ναυπλίου, το οποίο αναγνώσθηκε στο σύνολό του στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. σελ. 12, δεύτερη παράγραφο υπ' αριθμ. 6 έγγραφο).
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω λήψης υπόψη από το δικαστήριο εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου για την πράξη του άρθρου 17 παρ. 1 και 8 του ν. 1337/1983, την επιβολή ποινής γι' αυτήν, τον καθορισμό συνολικής ποινής και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος για ηθική βλάβη του και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν την κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατηγορία για το έγκλημα του άρθρου 17 παρ. 1 και 8 του ν. 1337/1983, χωρίς την παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος, 2) να προσδιορίσει - επιμερίσει τα ποσά της επιδικαζόμενης στο Ελληνικό Δημόσιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του για τα εγκλήματα της αυθαίρετης μεταβολής του αιγιαλού με κατασκευή έργων χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος και 3) να προβεί σε νέα επιμέτρηση της συνολικής ποινής και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος δεν πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης δίκης για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και συμψηφιστούν αυτά μεταξύ αυτού και του παρισταμένου ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου λόγω της κατά τα άνω έκβασης της δίκης αυτής (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ και 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 462/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, όσο αφορά μόνο : α) το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο Χ έγκλημα της εκτελέσεως οικοδομικών εργασιών χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και αναφερόμενο στην ως άνω απόφαση, χωρίς την παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος, β) ως προς τον προσδιορισμό - επιμερισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου που παρέστη ως πολιτικώς ενάγον για τα εγκλήματα της μεταβολής αιγιαλού με κατασκευή έργων, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος που τέλεσε ο κατηγορούμενος και γ) ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής φυλάκισης.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση αναίρεσης του ως άνω κατηγορουμένου. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ αυτού και του παριστάμενου ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συρρέοντα (αληθώς) εγκλήματα. Μεταβολή αιγιαλού με κατασκευή έργων χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. Αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος και εκτέλεση οικοδομικών εργασιών χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής αρχής. Δεν είναι νόμιμη η παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος για το τρίτο των ως άνω εγκλημάτων. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απόλυτη ακυρότητα για λήψη υπόψη από το Δικαστήριο εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη πλήρους αιτιολογίας, ορθή εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Έλλειψη νόμιμης βάσης, απόλυτη ακυρότητα και μη σύννομη παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος για το έγκλημα της διενέργειας οικοδομικών εργασιών χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής. Αναίρεση εν μέρει απόφασης για το έγκλημα της διενέργειας παράνομα οικοδομικών εργασιών λόγω μη νόμιμης παράστασης του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης υπέρ αυτού, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης υπέρ αυτού για τα άλλα εγκλήματα σαφώς προς την επιμέτρηση της συνολικής ποινής φυλάκισης και απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική, Πολιτική αγωγή, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, Κατάληψη δημοσίου κτήματος, Αιγιαλού μεταβολή.
| 0
|
Αριθμός 1122/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακή Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, περί αναιρέσεως της 5512/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Με κατηγορούμενους τους 1. X1 και 2. X2, κατοίκους Οικισμού ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό "1" και ημερομηνία "2 Νοεμβρίου 2009" έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Μάγδας Μάντζου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 143/10.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη έκθεση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 2-11-2009 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδίκων Χαλκίδας κατά της υπ' αριθμ. 5512/23-10-2009 αθωωτικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτό και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, εκείνοι ήταν παρόντες και οι δύο κατηγορούμενοι (X1 και X2), οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο Δικαστήριο αυτό κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης συνεδρίασή του, κατά την οποία εκφωνήθηκε με τη σειρά της η υπόθεση και έγινε η συζήτησή της, αν και είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο, όπως προκύπτει από τα από 21-3-2010 αποδεικτικά επίδοσης του υπαρχιφύλακα του Α.Τ. ... (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 381 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος με πρόθεση καταστρέψει ή βλάπτει ξένο (ολική ή εν μέρει) πράγμα, ή με άλλο τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του, τιμωρείται με φυλάκιση, μέχρι δύο ετών". Εξάλλου κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ν.δ./τος 3030/1954 "περί αγροφυλακής", "όστις δια ζώων ή πτηνών καταστρέφει ή βλάπτει εκ προθέσεως παντός είδους ξένον (εν όλω ή εν μέρει) ή κοινόχρηστον ακίνητον ή κινητόν αγροτικόν κτήμα άνευ της προηγουμένης συγκαταθέσεως του έχοντος δικαίωμα, τιμωρείται δια κρατήσεως μέχρι 3 μηνών ή δια προστίμου, ασχέτως του ποσού της εκ της πράξεως ταύτης ζημίας. Τέλος, με το άρθρο 39 παρ. 1 του νόμου 3585/2007 που άρχισε να ισχύει από την 5-7-2007, όποιος με πρόθεση προκαλεί αγροτική φθορά, κατά την έννοια της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, με ζώα, πτηνά ή μέλισσες, η οποία έχει αντικείμενο πράγμα αξίας μέχρι 300 ευρώ ή αν ζημία που προξενήθηκε δεν υπερβαίνει τα 300 ευρώ, τιμωρείται με κράτηση μέχρι τριών (3) μηνών ή με πρόστιμο". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο δράστης από πρόθεση αγροτικής φθοράς με ζημία που επήλθε από την 5-7-2007 και εντεύθεν και η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 300 ευρώ τιμωρείται κατά της διατάξεις περί φθοράς του ΠΚ, δηλαδή για την παράβαση του παραπάνω άρθρου 381 του ΠΚ, δηλαδή, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 1 του ν.δ./τος 3030/1954 "η ποινική δίωξη πάντων των αγροτικών αδικημάτων κινείται εξ επαγγέλματος". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 133 του ίδιου ν.δ/τος "η ποινική δίωξις των κλοπών ή φθορών, η εξών ζημία υπερβαίνει της 500 δραχμάς (ήδη 300 ευρώ), του εμπρησμού, της πλημμύρας και των άλλων αδικημάτων κατά των αγροτικών κτημάτων κινείται εξ επαγγέλματος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ποινική δίωξη της φθοράς ξένου "αγροτικού κτήματος" (με την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2 του ν.δ/τος 3030/1954), κινείται εξ επαγγέλματος σε κάθε περίπτωση, δηλαδή είτε η θετική ζημία που προξενείται από αυτήν υπερβαίνει ήδη τα 300 ευρώ είτε όχι, η δε παραπάνω διάκριση με βάση το μέγεθος της ζημίας ασκεί επιρροή, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην ποινική μεταχείριση του δράστη και όχι τον τρόπο ασκήσεως της ποινικής δίωξης, η οποία γίνεται σύμφωνα με τις παραπάνω ειδικής διατάξεως αυτεπαγγέλτως και όχι ύστερα από έγκληση, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 383 του ΠΚ, που ισχύει για την φθορά ξένης ιδιοκτησίας και όχι για τη φθορά ξένου "αγροτική κτήματος". Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεση αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 5512/2009 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπ-ληρώνονται, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας έπαυσε οριστική την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (παρόδου χρόνου πλέον της διετίας από το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης μέχρι την εκδίκασή της) την κατά των κατηγορουμένων: 1) X1 και 2) X2, κατοίκων οικισμού ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη του ότι στις 3,4,5,8 και 9/9/2007, από κοινού ενεργώντας, με πρόθεσή τους, κατέστρεψαν ξένο ολικό πράγμα και κατέστησαν ανέφικτη τη χρήση αυτού και με το ποίμνιο τους κατέστρεψαν τα καλλιεργούμενα από τον ιδιοκτήτη του αγροκτήματος T1 φυτά (φασολιές, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, κολοκυθιές και αγουριές) και τους καρπούς τους, η δε προξενηθείσα ζημία ανέρχεται στο ποσό των 3500 ευρώ. Στην κρίση αυτή κατέληξε το ως άνω Δικαστήριο με την παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι είχαν τελέσει πταίσμα (του άρθρου 100 του ν.δ/τος 3030/1954), κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από πλημμέλημα για το οποίο είχε ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη σε πταίσμα, πλην εσφαλμένα, αφού από την 5-7-2007 και εντεύθεν η αγροτική φθορά που προξενείται με ζώα, αν η ζημία υπερβαίνει τα 300 ευρώ, τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 381 παρ. 1 ΠΚ, ήτοι ως πλημμέλημα με ποινή εώς δύο έτη και στην προκειμένη περίπτωση, κατά της παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η μεν αγροτική φθορά επήλθε στις 3,4,5,8 και 9-9-2007, το δε ύψος της προκληθείσας ζημίας ανήλθε σε 3500 ευρώ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Συνακόλουθα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μη παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς την ενοχή των κατηγορούμενων, αλλά εφαρμόζοντας το Δικαστήριο αυτό του Αρείου Πάγου ορθά το νόμο, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, να κηρύξει ενόχους αμφότερους τους κατηγορουμένους για την πράξη της φθοράς ξένου αγροτικού κτήματος από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με προξενηθείσα ζημία ύψους 3500 ευρώ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, παραπεμφθεί όμως η υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ) μόνο ως προς την επιμέτρηση της προσήκουσας ποινής στους κατηγορουμένους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5512/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Κηρύσσει ενόχους τους: 1)X1 και 2) X2, που είναι κάτοικοι αμφότεροι του οικισμού ..., του ότι στην τοποθεσία "... της κτηματικής περιφερείας του ΔΔ ..., στις 3, 4, 5 , 8 και 9 Σεπτεμβρίου 2007 από κοινού και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος εκ προθέσεως κατέστρεψαν ξένο υλικό πράγμα και κατέστησαν ανέφικτη τη χρήση αυτού. Συγκεκριμένα, προβλέποντας ως πιθανές και αποδεχόμενοι τις παρακάτω συνέπειες άφησαν αδέσποτο και ανεπιτήρητο τμήμα του ποιμνίου τους, αποτελούμενο από 20 έως 25 γίδια, τα οποία εισήλθαν σε αγροτικό κτήμα-περιβόλι εκτάσεως τριών (3) περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στον ως άνω τόπο και ήταν φυτεμένο με φασολιές (περίπου 2 1/2 στρέμματα), ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, κολοκυθιές, αγγουριές, ιδιοκτησίας του εγκαλούντος T1, με αποτέλεσμα να καταστρέψουν τα εν λόγω φυτά και τους καρπούς αυτών, η δε προκληθείσα ζημία ανέρχεται στο ποσό των τρισήμισι χιλιάδων (3.500) ευρώ.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο που εξέδωσε την προαναφερόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, μόνο για την επιβολή (επιμέτρηση) της ποινής ως προς αμφοτέρους τους παραπάνω κατηγορουμένους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγροτική φθορά με ζώα και ζημία άνω των 300 € είναι πλημμέλημα και τιμωρείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 381§1 ΠΚ. Αναίρεση απόφασης με την οποία έπαυσε την ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (παρέλευση χρόνου πλέον της διετίας) εσφαλμένα, κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας ότι πρόκειται για πταισματική παράβαση του άρθρου 100 του Ν.Δ. 3030/1954. Κήρυξη ενόχων των κατηγορουμένων από τον Άρειο Πάγο και παραπομπή υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας μόνο για την επιμέτρηση της προσήκουσας ποινής.
|
Παραγραφή
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Αγροτική φθορά.
| 0
|
Αριθμός 1121/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στην Αγροτική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Κωνσταντόπουλο, περί αναιρέσεως της 1636/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1548/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 565 του Κ.Π.Δ., "κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής, επιλύονται, από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι: 1) Ο όρος ποινή στο άρθρο αυτό χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και περιλαμβάνει και τις παρεπόμενες ποινές ή τα μέτρα ασφάλειας που έχουν στερητικό ή περιοριστικό της ελευθερίας χαρακτήρα, όπως είναι και η απέλαση του αλλοδαπού καταδικασμένου, 2) οι αντιρρήσεις του καταδικασμένου πρέπει να αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτελεστότητα της απόφασης και στο είδος ή τη διάρκεια της ποινής, υπό την προαναφερόμενη ευρεία έννοια της, και 3) για να είναι οι αντιρρήσεις παραδεκτές και να εξετασθούν από το πλημμελειοδικείο "του τόπου έκτισης της ποινής", πρέπει οι αντιρρήσεις αυτές να αφορούν σε ποινή που βρίσκεται σε στάδιο έκτισης, δηλαδή να διαρκεί ακόμη η εκτέλεση της απόφασης. Έτσι, όταν η εκτέλεση της απόφασης έχει συντελεσθεί ολοκληρωτικά, το άρθρο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί, αφού δεν υπάρχει στάδιο εκτέλεσης. Περαιτέρω, το άρθρο 74 παρ. 1 του ΠΚ, που ρυθμίζει το μέτρο ασφάλειας της απέλασης αλλοδαπού, ορίζει ότι: "το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των διατάξεων που περιλαμβάνονται στις διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα. Επίσης, στο άρθρο 99 παρ. 2, 3 και 4 του ίδιου κώδικα, ορίζονται, αντιστοίχως, ότι: "Αν αλλοδαπός στον οποίο δεν χορηγήθηκε πολιτικό άσυλο καταδικασθεί σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών και διαταχθεί με την ίδια απόφαση η απέλαση του από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επ' αόριστο αναστολή της εκτέλεσης της ποινής κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου και των άρθρων 100 έως 102 του παρόντος Κώδικα, οπότε εκτελείται αμέσως η απέλαση...", "Ο απελαθείς αλλοδαπός, του οποίου έχει ανασταλεί η ποινή κατά τα ανωτέρω, μπορεί να επιστρέφει στη χώρα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αφού περάσει πενταετία από την απέλαση και για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο παρατείνεται...", και "Ο αλλοδαπός της προηγούμενης παραγράφου, που εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει παράνομα στη χώρα, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών, η οποία δεν αναστέλλεται με κανένα τρόπο και εκτελείται αθροιστικώς με την ανασταλείσα ποινή". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η απέλαση που διατάχθηκε με δικαστική απόφαση βάσει των άρθρων 74 παρ. 1 και 99 παρ. 2 του ΠΚ είναι μέτρο ασφάλειας, είναι αόριστη, σε ουδεμία περίπτωση μπορεί ο απελαθείς να επανέλθει στη χώρα προ της παρόδου πενταετίας, η δε επιστροφή του εξαρτάται μόνο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Περαιτέρω συνάγεται ότι η δικαστική απόφαση που διατάσσει απέλαση αλλοδαπού εξακολουθεί να ισχύει και μετά την σε εκτέλεση αυτής απέλαση του αλλοδαπού, αν δε ο απελαθείς αλλοδαπός επανέλθει στη χώρα παρανόμως, τιμωρείται με την από το άρθρο 99 παρ. 4 προβλεπόμενη ποινή και απελαύνεται και πάλι σε εκτέλεση της ίδιας δικαστικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κρατούμενος των Αγροτικών Φυλακών ..., Χ, εμφανίστηκε στις 23-10-2009 στο Γραμματέα των Φυλακών αυτών και δήλωσε, για την οποία δήλωση, συντάχθηκε η με αριθμό ... έκθεση του Γραμματέα, ότι ασκεί αναίρεση κατά της υπ' αρ. 1636/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου με την οποία απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις του κατά της υπ' αρ. 60579/4-10-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και ζήτησε την παραδοχή της αναιρέσεως και την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης για τους ακόλουθους λόγους: 1) της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκε η απόρριψη της αιτήσεώς του και 2) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας, ως προς την αναστολή εκτελέσεως της παρεπόμενης ποινής του, της απελάσεώς του από τη χώρα, για τους εκτιθέμενους στην έκθεση αυτή λόγους. Η αίτησή του στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 565 ΚΠΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αντιλέγοντος-κατηγορουμένου στο ακροατήριο του δικάσαντος Δικαστηρίου, τα οποία (αποδεικτικά μέσα), παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την με αριθμό 60579/4-10-2008 απόφαση του Β' Αυτοφώτου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε ο αντιλέγων σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, για πλαστογραφία μετά χρήσεως (άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ) και παράβαση του άρθρου 83 παρ. 1 ν. 3386/2005, ειδικότερα δε για παράνομη είσοδο στη χώρα, ποινή η οποία ανεστάλη επ' αόριστον και ως μέτρο ασφαλείας διατάχθηκε η απέλασή του, η οποία και εκτελέστηκε. Ακολούθως ο αντιλέγων επέστρεψε στην Ελλάδα την 12-5-2009 οπότε συνελήφθη και οδηγήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, λόγω της προαναφερθείσας καταδίκης του και της δικαστικής απελάσεως του, ακολούθως δε με την με αριθμό 37757/12-5-2009 απόφαση του Β' Αυτοφώρου Τριμελούς .Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών για παράβαση του άρθρου 99 παρ.4 και 2 του ΠΚ, ειδικότερα για παράνομη επανείσοδο στη χώρα, η οποία μετετράπη προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, χωρίς να χορηγηθεί ανασταλτική δύναμη στην άσκηση εφέσεως. Έκτοτε (12-5-2009) ο αντιλέγων-κατηγορούμενος εκτίει αθροιστικά τις προαναφερόμενες ποινές που του επιβλήθηκαν με τις με αριθμό ...αποφάσεις του Β' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από το από ... πιστοποιητικό κράτησης του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης .... Ακολούθως, με την αριθμό 55116/6-8-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών μετετράπη η παραπάνω ποινή φυλακίσεως των εννέα (9) μηνών, που του επιβλήθηκε με τη με αριθμό 60579/4-10-2008 απόφαση του Β' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) το ότι η απέλαση του αντιλέγοντας - κατηγορουμένου, που διατάχθηκε με την με αριθμό 60579/4-10-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ήταν μέτρο ασφαλείας, για το λόγο αυτόν άλλωστε ανεστάλη η εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε και εκτελέστηκε η δικαστική του απέλαση, β) ότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η δικαστική απόφαση που διατάσσει απέλαση αλλοδαπού εξακολουθεί να ισχύει και μετά την σε εκτέλεση αυτής απέλαση του αλλοδαπού, αν δε ο απελαθείς αλλοδαπός επανέλθει στη χώρα παρανόμως, τιμωρείται με την από το άρθρο 99 παρ. 4 προβλεπόμενη ποινή και απελαύνεται και πάλι σε εκτέλεση της ίδιας δικαστικής απόφασης, γ) ότι ο αντιλέγων επανήλθε στη χώρα παράνομα την 12-5-2009, με συνέπεια να καταδικαστεί δυνάμει της υπ' αριθμ. 37757/12-5-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, χωρίς να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας, με συνέπεια το ως άνω μέτρο ασφαλείας να μην έχει ακόμη παραγραφεί (βλ. αρθρ. 75 παρ. 1 του ΠΚ), σε συνδυασμό δ) με το ότι δεν αποδείχθηκε αν ο αντιλέγων-κατηγορούμενος, παρά τον επιγενόμενο γάμο του το Δεκέμβριο του 2008 με την Λ, μετά την έκδοση της με αριθμό 60579/4-10-2008 απόφασης του Β' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, ποινή η οποία ανεστάλη επ' αόριστον και ως μέτρο ασφαλείας διατάχθηκε η απέλαση του, έχει ενταχθεί πλήρως στην Ελληνική κοινωνία, καθώς δεν προέκυψε πόσα χρόνια διέμενε στην Ελλάδα πριν την απέλαση του, ούτε ποία ήταν η εργασία του (ο ισχυρισμός δε του αντιλέγοντας ότι η σύζυγος του τίλεί ήδη σε κατάσταση εγκυμοσύνης και επιθυμεί να της συμπαρασταθεί), δεν είναι από μόνος του επαρκές στοιχείο ώστε να μην εκτελεστεί η προαναφερθείσα απέλασή του (αντιλέγοντας - κατηγορουμένου), που διατάχθηκε με την με αριθμό 60579/4-10-2008 απόφαση του Β' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεδομένου ότι η ίδια εργάζεται και μπορεί να αυτοσυντηρηθεί (βλ. υπ' αριθμ. ... βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας διαμονής του Τμήματος Αλλοδαπών του ... της Λ, η οποία συνοδεύει τις από 7-8-2009 κρινόμενες αντιρρήσεις του αντιλέγοντος).
Συνεπώς πρέπει οι κρινόμενες από 7-8-2009 αντιρρήσεις του αντιλέγοντος κατά της εκτελεστότητας της υπ' αριθμ. 60579/4-10-2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ν' απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμες.
Κατόπιν αυτών, το δικάσαν Δικαστήριο με πλήρη και σαφής αιτιολογία, ορθά απέρριψε τις αντιρρήσεις του ήδη αναιρεσείοντος και σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Οκτωβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. εκθ. 39/2009) ενώπιον του Γραμματέα των Αγροτικών Φυλακών ..., αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 1636/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αντιρρήσεις κατά της εκτελέσεως πρέπει να αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτελεστότητα της αποφάσεως. Αρμόδιο το Δικαστήριο των Πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή. Έννοια των διατάξεων του άρθρου 565 ΚΠΔ. Ο όρος "ποινή" περιλαμβάνει και τις παρεπόμενες ποινές ή τα μέτρα ασφαλείας που έχουν στερητικό ή περιοριστικό της ελευθερίας χαρακτήρα, όπως είναι η απέλαση αλλοδαπού καταδικασμένου. Πρέπει οι αντιρρήσεις να αφορούν σε ποινή, που βρίσκεται στο στάδιο της εκτίσεως. Αίτηση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αλλοδαπού απέλαση.
| 1
|
Αριθμός 1119/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λιακόπουλο, περί αναιρέσεως της 572/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1008/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠοινΔ "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Η διάταξη του άρθρου 349 του ίδιου Κώδικα για αναβολή της συζήτησης, εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κλπ.". Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε το αίτημα αναβολής. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. (ΟλΑΠ 7/2005).Αν δε το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως και απορρίψει την εκδικαζόμενη έφεση του απολιπόμενου κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 572/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 1806/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για αντίσταση κατά της αρχής (άρθρο 167 ΠΚ), σε φυλάκιση δέκα οκτώ (18) μηνών, μετά την απόρριψη, υποβληθέντος δια του απεσταλμένου από τον κατηγορούμενο Ζ, αιτήματός του για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων μη εμφανίσεώς του στο ακροατήριο του δικαστηρίου, για να υποστηρίζει την έφεσή του. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά αυτής αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στο οποίο είχε προσδιορισθεί να εκδικασθεί έφεση του κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθμ. καταδικαστικής με αριθμ. 1806/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών- κατηγορούμενος, αλλά αντ' αυτού εμφανίσθηκε ως άγγελος, ο μάρτυρας Ζ, ο οποίος ανήγγειλε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος αδυνατεί λόγω ασθενείας του να εμφανισθεί στο ακροατήριο και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού προσκόμισε: α) την από 31-3-2009 δήλωση του κατηγορουμένου, β) το από ... έγγραφο του Νευροχειρουργικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών ..., γ) το από 31-3-2009 ιατρικό σημείωμα του ιδίου ως άνω νοσοκομείου και δ) την από 31-3-2009 βεβαίωση του συνηγόρου του κατηγορουμένου δικηγόρου Πειραιώς Θεοδώρου Ι. Λιακόπουλου, τα οποία έγγραφα αναγνώσθηκαν, και ο ίδιος εξετάσθηκε ως μάρτυρας καταθέτοντας με διαβεβαίωση στην ιεροσύνη του, όντας ιερέας, ότι: "ο κατηγορούμενος είναι ασθενής, νοσηλεύεται στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ..., και δεν μπορεί να έρθει στο Δικαστήριο για τη σημερινή δικάσιμο. Έχω ιδία αντίληψη. Μου είπε να φέρω τα ως άνω έγγραφα και να ζητήσω αναβολή". Στη συνέχεια, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας και με εντολή της Προεδρεύουσας στο ως άνω δικαστήριο Εφέτη ο παρευρισκόμενος στο ακροατήριο αστυφύλακας της φρουράς ..., αφού τηλεφώνησε στο προαναφερόμενο νοσοκομείο Αθηνών προσήλθε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και δήλωσε τα εξής: "Στο συγκεκριμένο νοσοκομείο δεν νοσηλεύεται ο ως άνω κατηγορούμενος Χ". Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε το αίτημα αναβολής ως ουσιαστικά αβάσιμο και την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την εξής αιτιολογία όσον αφορά την παρεμπίπτουσα απόφαση, "το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για την συνδρομή του κατ' άρθρο 349 παρ. 1 ΚΠΔ επικαλουμένου από τον εκκαλούντα κωλύματος να εμφανισθεί στην παρούσα δίκη και συγκεκριμένα της νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείο .... Ειδικότερα ενώ ο ως άνω μάρτυρας κατέθεσε ότι έχει προσωπική αντίληψη περί της νοσηλείας του εκκαλούντος στο εν λόγω νοσοκομείο και κατά την προκειμένη δικάσιμο, η κατάθεση αυτή αναιρείται από την κατάθεση-δήλωση του ..., αστυφύλακα, που κατά διαταγή του Δικαστηρίου διερεύνησε με τηλεφωνική επικοινωνία το αληθές ή μη του άνω ισχυρισμού (βλ. δήλωση αυτού κατά την οποία από το άνω νοσηλευτικό ίδρυμα έλαβε τη διαβεβαίωση περί της μη νοσηλείας του εκκαλούντος σ' αυτό). Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση, αναφέρονται σ' αυτόν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί για τους οποίους δεν πείστηκε ότι ο μάρτυρας κατέθεσε αληθή γεγονότα ότι ο κατηγορούμενος ήταν στην πραγματικότητα ασθενής και νοσηλεύεται καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας που δικαζόταν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 1806/2006 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Εξάλλου με την κατά τα προαναφερόμενα εξέλιξη της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε οποιουδήποτε υπερασπιστικού δικαιώματος του (άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ), ούτε συνέβη κάποια σχετική ακυρότητα στο ακροατήριο, ούτε δε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, όπως είχε δικαίωμα (άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ), λόγω της αλλαχού απασχόλησης του φερομένου ως συνηγόρου του τότε εκκαλούντος δικηγόρου Πειραιώς Θεοδώρου Ι. Λιακόπουλου και της μη προσέλευσής του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για να υποστηρίζει την έφεση του αναιρεσείοντος, τον οποίο μπορούσε να εκπροσωπήσει λόγω της μη εμφάνισης του ίδιου. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης ως κατ' ουσίαν αβασίμου, ως ανυποστήρικτη την έφεση του μη εμφανισθέντος για να την υποστηρίξει κατηγορουμένου, αφού έλεγξε και διαπίστωσε το νόμιμο και το εμπρόθεσμο της κλήτευσής του δεν έσφαλε αφού λόγω μη εμφάνισης αυτού η έφεσή του ήταν απορριπτέα ως ανυποστήρικτη, χωρίς περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη και σχετική ακυρότητα που φέρεται ότι συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και στη συνέχεια, αφού δεν υπάρχει λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Ιουνίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 572/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτημα αναβολής συζήτησης στο δευτερο-βάθμιο Δικαστήριο. Αιτιολογία απόρριψης αυτού. Απόρριψη στη συνέχεια ως ανυποστήρικτης λόγω μη εμφάνισης του εκκαλούντος. Αίτηση αναίρεσης κατά της απορριψάσης την έφεση απόφαση για απόλυτη και σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 1118/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νισύριο, και 2)Χ2 , κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 231-235/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Νοεμβρίου 2008 και 24 Νοεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1921/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με ξεχωριστά δικόγραφα ασκηθείσες: 1) από ... και με αριθμό ... του Χ1 και 2) από ... και με αριθμό ... του Χ2, αντίστοιχα, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του άρ. 239 του ΠΚ "υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση των αξιοποίνων πράξεων: α) ...., β) αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη αυτή του εδ. β' προβλέπει δύο ιδιαίτερα και ανεξάρτητα μεταξύ τους εγκλήματα, ήτοι: 1) την έκθεση σε δίωξη ή τιμωρία κάποιου αθώου και 2) την παράλειψη διώξεως ή πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία κάποιου υπαίτιου. Το έγκλημα δε της περιπτώσεως, 2) είναι σωρευτικά μικτό και τελείται με δύο διαφορετικούς τρόπους, δηλαδή ί) την παράλειψη διώξεως, η οποία τελείται μόνο από πρόσωπο που δικαιούται στην άσκηση ποινικής διώξεως (εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο) και ii) την πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, η οποία μπορεί να τελεσθεί από εισαγγελέα, ανακριτή ή ανακριτικό (προανακριτικό) υπάλληλο. Οι δύο αυτοί τρόποι δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Η τέλεση δε της πράξεως με τη μορφή της "προκλήσεως απαλλαγής" του υπαιτίου από την τιμωρία δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως, γιατί ο όρος "απαλλαγή" τίθεται εδώ με την "γενική" και όχι την "ποινική" του σημασία (η οποία, άλλωστε, κατά κυριολεξία, προϋποθέτει απόφαση Δικαστηρίου ή βούλευμα Δικαστικού Συμβουλίου), αφού πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία νοείται καθ' οιονδήποτε τρόπο (εκτός από την παράλειψη ασκήσεως ποινικής διώξεως), ούτε άλλωστε γίνεται λόγος για "απαλλαγή" από την "ποινή" (η οποία προϋποθέτει την άσκηση ποινικής διώξεως), αλλά για "απαλλαγή" προϋποθέτει προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και επί ελλείψεως αυτής θεμελιώνεται ενδεχομένως το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος του άρ. 259 του ΠΚ, προσκρούει στην αντίληψη ότι δεν είναι δυνατό να διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση του υπαλλήλου, που ενεργεί αυτεπάγγελτη προανάκριση και η μεν συμπεριφορά του μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, ως κατάχρηση εξουσίας, η προγενέστερη δε της διώξεως συμπεριφορά του να τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, ως παράβαση καθήκοντος, όταν μάλιστα και στις δύο περιπτώσεις το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό είναι το ίδιο, δηλαδή το συμφέρον της πολιτείας να τιμωρείται η τέλεση αξιόποινων πράξεων, ίδια δε και η απαξία της πράξεως. Υποκείμενο του εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας, υπό τη μορφή της προκλήσεως "απαλλαγής" του υπαιτίου από την "τιμωρία", μπορεί να είναι, όχι μόνον ο δικαιούμενος στην άσκηση ποινικής διώξεως (όπως όταν το έγκλημα τελείται υπό τη μορφή της παραλείψεως διώξεως), αλλά και κάθε (γενικός ή ειδικός) προανακριτικός υπάλληλος, αφού ως "ανάκριση" νοείται και η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση, και επομένως στην έννοια του "υπαλλήλου", στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η ανάκριση των αξιόποινων πράξεων, εντάσσεται και ο προανακριτικός υπάλληλος, όπως είναι και ο αξιωματικός και υπαξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος είναι, κατά το άρ. 33 παρ. 1 ΚΠΔ, γενικός προανακριτικός υπάλληλος. Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση της τελέσεως αξιόποινης πράξεως και του υπαιτίου αυτής, καθώς και τη γνώση ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά προκαλεί την απαλλαγή του και τη θέληση να προκληθεί η απαλλαγή αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 231-235/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι κατάχρησης εξουσίας κατ' εξακολούθηση δε ο δεύτερος και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης (2) ετών και έξι (6) μηνών σε καθένα, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη για μια πενταετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη πέντε μελών του Δικαστηρίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, στην ..., κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1996 μέχρι και 2000, με την ειδικότητά του ως ανθυπαστυνόμου που υπηρετούσε στο Τμήμα Ασφαλείας του ..., ενώ γνώριζα ότι ο Ζ απασχολούσε στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος που διατηρούσε στην ... και στο οποίο σύχναζε ως θαμώνας ο δεύτερος κατηγορούμενος αλλοδαπές γυναίκες που στερούνταν παντελώς των νομιμοποιητικών εγγράφων, βιβλιαρίων υγείας και αδειών εργασίας, όπως τις ... κ.λ.π., εν τούτοις παρέλειψε να προβεί στη σύλληψή τους και στη δίωξή τους, αν και αυτό ανάγονταν στα αστυνομικά του καθήκοντα ως ανθυπαστυνόμος της ΕΛ.ΑΣ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξης κατά πλειοψηφία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη πέντε μελών του Δικαστηρίου, ότι ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 υπηρέτησε ως ανθυπαστυνόμος στο Τμήμα Ασφαλείας ... στο γραφείο Αλλοδαπών από 27-1-1994 έως 17-6-2001. Αυτός με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος τέλεσε στην ... κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1996 μέχρι 2000, ως υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. Α Π.Κ. ήτοι ως ανθυπαστυνόμος απασχολούμενος στο γραφείο Αλλοδαπών του Α.Τ. ... το έγκλημα της κατάχρησης εξουσίας κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα, ενώ στα καθήκοντά του ανάγεται η δίωξη αξιόποινων πράξεων, μολονότι γνώριζε διότι ήταν και ο ίδιος θαμώνας, ότι ο ιδιοκτήτης του ως άνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος με το όνομα ... που βρίσκεται στην... Ζ απασχολούσε στο κατάστημά του αλλοδαπές, μεταξύ των οποίων και οι ... και άλλες, οι οποίες στερούνταν παντελώς των νομιμοποιητικών εγγράφων, βιβλιαρίων υγείας και αδειών εργασίας, παρέλειψε να προβεί στη σύλληψη και στη δίωξη του ως άνω ιδιοκτήτη του καταστήματος και των αλλοδαπών εργαζομένων, αν και όφειλε να προβεί στη σύλληψή τους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξης κατά πλειοψηφία. Το Δικαστήριο, ομόφωνα, δέχεται ότι στους κατηγορούμενους, Χ2 και Χ1, συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, δηλ., ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους και γι' αυτό πρέπει να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό αυτό. Επίσης, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη πέντε μελών του Δικαστηρίου, δέχεται ότι στους κατηγορούμενους, Χ2 και Χ1, συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ. λόγω του λευκού ποινικού τους μητρώου και γι' αυτό πρέπει να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό αυτό". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο τους κατηγορού-μενους και ήδη αναιρεσείοντες κήρυξε ένοχους της άνω πράξεως και ειδικότερα: A) το Χ2, του ότι: Στην ... το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1996 μέχρι 2000 τυγχάνοντας ανθυπαστυνόμος της Ελληνικής Αστυνομίας υπηρετών στο Τμήμα Ασφαλείας ..., μολονότι γνώριζε καθόσον υπήρξε ο ίδιος θαμώνας ότι ο ιδιοκτήτης του καταστήματος "Καφέ-μπαρ" με το διακριτικό τίτλο ... Ζ απασχολούσε σ' αυτό ως σερβιτόρες αλλοδαπές που στερούνταν παντελώς των νομιμοποιητικών εγγράφων, καθώς και βιβλιαρίων υγείας και αδειών εργασίας, παρέλειψε να προβεί στη σύλληψη και η δίωξη των προαναφερομένων υπαιτίων (ιδιοκτήτη και σερβιτόρων) αν και γνώριζε ότι η δίωξη αυτών αναγόταν στα καθήκοντά του.
Το Δικαστήριο δέχεται, κατά πλειοψηφία 5-2, ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Το Δικαστήριο δέχεται, ομόφωνα, ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Και Β) το Χ1, του ότι: "Στην ... το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1996 μέχρι 2000 τυγχάνοντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ, α' Π.Κ., στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη αξιόποινων πράξεων, τέλεσε περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος παραλείποντας να διώξει κάποιον υπαίτιο. Ειδικότερα, υπηρετών με το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου στο γραφείο αλλοδαπών του Τμήματος Ασφαλείας ..., μολονότι γνώριζε, καθόσον υπήρξε ο ίδιος θαμώνας , ότι ο ιδιοκτήτης του καταστήματος "Καφέ-μπαρ" με το διακριτικό τίτλο "... Ζ απασχολούσε σ' αυτό ως σερβιτόρες αλλοδαπές που στερούνταν παντελώς των νομιμοποιητικών εγγράφων καθώς και βιβλιαρίων υγείας και αδειών εργασίας παρέλειψε να προβεί στη σύλληψη και στη δίωξη των προαναφερόμενων υπαιτίων (ιδιοκτήτη και σερβιτόρων) αν και γνώριζε ότι η δίωξη αυτών αναγόταν στα καθήκοντά του.
Το Δικαστήριο δέχεται, κατά πλειοψηφία 5-2, ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Το Δικαστήριο δέχεται, ομόφωνα, ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2α' και ε', 98 και 239 ΠΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 231-235 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: Β1 μέχρι Β14. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, του πρώτου από αυτούς, Χ1, ότι: α) η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται σε αυτή από πού προκύπτει η τέλεση αξιόποινης πράξης και ο δράστης, το οποίο, αυτός παρέλειψε να συλλάβει, καθώς και από πού προκύπτει το καθήκον και η υποχρέωσή του να συλλάβει το δράστη και τέλος, από πού συνάγεται η πρόθεσή του να παραλείψει την άνω σύλληψη και η πρόθεσή του να παραβιάσει το υπηρεσιακό του καθήκον, και 2) υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 239 ΠΚ, που στοιχειθετεί τον από το άρθρο 510 στοιχ. ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι με την άνω απόφαση γίνεται δεκτό ότι αυτός έπρεπε να ενεργήσει τη συγκεκριμένη σύλληψη από μόνος του, αφού ως "θαμώνας" του καταστήματος, γνώριζε την τέλεση από το δράστη αξιοποίνων πράξεων σε αυτό. Αβάσιμα όμως, καθόσον το έγκλημα της διατάξεως ΠΚ 239 παρ. 2 είναι σωρευτικά μικτό και τελείται με τους αναφερόμενους στην αρχή δύο διαφορετικούς τρόπους, οι οποίοι δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά ο κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Η τέλεση δε της πράξεως με τη μορφή της "προκλήσεως απαλλαγής" του υπαιτίου από την τιμωρία, όπως εδώ ανελέγκτως έχει δεχθεί το δικάσαν δικαστήριο, δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως, γιατί ο όρος "απαλλαγή" τίθεται εδώ με τη "γενική" και όχι την "ποινική" του σημασία, ούτε άλλωστε γίνεται λόγος για "απαλλαγή" από την "ποινή". Επίσης, όταν το έγκλημα τελείται με τη μορφή της παραλείψεως, όπως και εδώ ανελέγκτως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο της ουσίας, το έγκλημα διαπράττει κάθε (γενικός ή ειδικός) προανακριτικός υπάλληλος, επομένως, στην έννοια του υπαλλήλου στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων, εντάσσεται και ο προανακριτής υπάλληλος, όπως είναι ο αξιωματικός και υπαξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος είναι κατά το άρθρ. 33 παρ. 1 ΚΠΔ, γενικός προανακριτικός υπάλληλος. Τις αυτές δε επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις, με διαφορετική όμως διατύπωση, στο ξεχωριστό δικόγραφό του, προβάλλει και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, Χ2, οι οποίες, ως αβάσιμες και αυτές, πρέπει να απορριφθούν. Η αιτίασή του ότι το έγκλημα του άρθρ. 239 παρ. 2 περ. β' ΚΠΔ, τελείται μόνο από πρόσωπο που δικαιούται την άσκηση ποινικής διώξεως (Εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο), άλλως, αν θεωρηθεί ότι τέλεσε τόσο το έγκλημα της απαλλαγής από την τιμωρία κάποιου υπαιτίου, όσο και το έγκλημα της παραλείψεως διώξεως, τότε και πάλι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εκτός από την ΚΠΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', αλλά και κατά την 510 παρ. 1 περ. Δ'ΚΠΔ, διότι το έγκλημα της 239 παρ. 2 περ. β' είναι σωρευτικά μικτό και οι δύο τρόποι τελέσεώς του, δεν μπορεί να εναλλαχθούν. Πρέπει, για τον προαναφερόμενο λόγο, να απορριφθεί ως αβάσιμη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κάθε αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Νοεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 5/2008) και από 24 Νοεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 4/2008), ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκηθείσες αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, αντίστοιχα για αναίρεση, της με αριθμό 231/235/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατάχρηση εξουσίας - έννοια. Το έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 239 § 2 ΠΚ είναι υπαλλακτικώς μικτό και τελείται ανεξάρτητα αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το δράστη. Υποκείμενο είναι οι ανακριτικοί και προανακριτικοί υπάλληλοι και κατά συνέπεια, αξιωματικοί και υπαξιωματικοί της αστυνομίας, που είναι τέτοιοι υπάλληλοι κατ' άρθρο 33 § 1 ΚΠΔ. Απορρίπτει αιτήσεις για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατάχρηση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 1120/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Γκέλη, περί αναιρέσεως της 4268/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1329/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι για τη θεμελίωοη του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδήλωνε" ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 4268/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρέσειων κηρύχθηκε ένοχος, σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 17-10-2002, ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικοί και ως υπεύθυνος του εργοταξίου της εταιρίας " J & P ΑΒΑΞ", η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου των Ολυμπιακών αγώνων "ΣΠΙΤΙ ΒΑΡΕΩΝ ΑΘΛΗΜΑΤΩΝ ...", στην περιοχή '... δεν εμερίμνησε για την απομάκρυνση χωμάτων που είχαν προέλθει από την πραγματοποιηθείσα εκσκαφή, κατά την εκτέλεση του ως άνω έργου και είχαν εναποτεθεί σε μη περιφραγμένο σωρό χωμάτων ύψους 7-8 μ., σε σημείο από το οποίο διέρχονται τρία καλώδια της ΔΕΗ ηλεκτροφόρα, τα οποία ενώνονται από δύο κολώνες, που βρίσκονται σε απόσταση 80 μ. η μία από την άλλη και ειδικότερα δεν μερίμνησε για τη φόρτωση και μεταφορά αυτών των σωρών εντός κατάλληλα διαμορφωμένων χώρων εναποθέσεως τους και δεν φρόντισε για την περίφραξη και επιτήρηση του χώρου του εργοταξίου, με συνέπεια ο ηλικίας δέκα (10) ετών Ζ, να ανέλθει επί του άνω σωρού, να πιάσει τα ηλεκτροφόρο, καλώδια και να υποστεί ηλεκτροπληξία . Ο κατηγορούμενος δηλαδή με την ανωτέρω αμελή συμπεριφορά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής πού όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όντας υπόχρεος εκ του επαγγέλματος του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή προκάλεσε την σωματική βλάβη άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο ανήλικος Ζ και της Θ, που γεννήθηκε το έτος 1992, ενώ έπεζε με άλλους ανηλίκους, σε απόσταση 100 μ. περίπου από την οικία των αθίγγανων γονέων του, πλησίον του ανωτέρω σωρού χωμάτων, ανέβηκε στον σωρό όπου έπεσε η μπάλα με την οποία έπεζαν και έπιασε τα καλώδια, με αποτέλεσμα να υποστεί εγκαύματα γ' βαθμού στο δεξί άκρο, β' βαθμού στο αριστερό χέρι και στην αριστερή πλάγια περιοχή οσφυϊκής χώρας, λόγω ηλεκτροπληξίας που υπέστη. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από την σαφή και πειστική ένορκη κατάθεση στο Δικαστήριο τούτο, της μάρτυρα κατηγορίας Θ, μητέρας του ανηλίκου, σε συνδυασμό και με όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιέχονται και οι φωτογραφίες που απεικονίζουν τον επίδικο χώρο, δεν αναιρούνται δε από τις αντίθετες ένορκες καταθέσεις στο ίδιο Δικαστήριο των μαρτύρων υπεράσπισης Λ, Προϊσταμένου επίβλεψης του έργου και Σ, Επόπτη μηχανικού των άνω έργων, καθώς και τους αρνητικούς της κατηγορίας απολογητικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, οι οποίοι δεν κρίνονται πειστικοί και διαψεύδονται από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο ότι δηλαδή ο χώρος του εργοταξίου ήταν τελείως περιφραγμένος και ότι τα προϊόντα της εκσκαφής μεταφέρονταν αμέσως στη χωματερή, διαψεύδονται, εκτός από την κατάθεση της άνω μάρτυρα κατηγορίας και από τις άνω φωτογραφίες, από τις οποίες φαίνεται, αφενός ότι ο χώρος των εργασιών δεν ήταν εξ ολοκλήρου περιφραγμένος και αφετέρου ότι τα προϊόντα της εκσκαφής δεν απομακρύνονταν αλλά συγκεντρώνονταν σε μεγάλους σωρούς πλησίον του σκάμματος, στους οποίους μάλιστα είχε διαμορφωθεί ειδική ράμπα, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα ανόδου επ'αυτών (σωρών) των φορτηγών αυτοκινήτων, για να προβαίνουν σε εκφόρτωση. Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου, που του αποδίδεται, όπως αυτή κατά τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση στοιχεία περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο και ειδικότερα, του ότι: "Στα ... την 17-10-2002, από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσα να καταβάλει, αν και υπόχρεος εκ του επαγγέλματος του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, προκάλεσε τη σωματική βλάβη άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού και υπεύθυνου εργοταξίου, όταν εκτελούνταν έργα ολυμπιακών αγώνων, εναπόθεσε σωρό χώματος ύψους 7 - 8 μ. σε σημείο όπου διέρχονται τρία καλώδια ΔΕΗ ηλεκτροφόρα, τα οποία ενώνονται από δύο κολώνες που βρίσκονται μεταξύ τους σε απόσταση 80 μ. η μια από την άλλη, δίχως να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για φόρτωση και μεταφορά αυτών των σωρών εντός κατάλληλα διαμορφωμένων χώρων εναπόθεσης τους και χωρίς να φροντίσει για την περίφραξη και επιτήρηση του χώρου του εργοταξίου, με συνέπεια όταν ο ανήλικος Ζ ανέβηκε στο σωρό και επιχείρησε να αγγίξει τα καλώδια, να υποστεί εγκαύματα γ' βαθμού στο δεξί άκρο, β' βαθμού στο αριστερό χέρι και στην αριστερή πλάγια οσφυϊκή χώρα, λόγω ηλεκτροπληξίας που υπέστη".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 28, 314 §1 α', 315§1β'ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 4268/2009 του Τριμελούς Εφετείου (Πλη/των) Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: Θ και υπερασπίσεως: 1) Λ και 2) Σ.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: Η απόφαση αφενός στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφετέρου περιέχει ελλείψεις, ασάφειες και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι: α) δεν προκύπτει με σαφήνεια αν ο επίδικος χώρος, όπου φέρεται ότι συνέβη το ατύχημα, ήταν εντός ή εκτός του εργοταξίου, β) επίσης, δεν προκύπτει με σαφήνεια, σε ποια από τις εννέα (9) φωτογραφίες που αναγνώσθηκαν, (επισκοπήθηκαν), απεικονίζεται σκάμμα εκφόρτωσης χωμάτων, γ) δεν αιτιολογείται και δεν προκύπτει με σαφήνεια: αα) πως έγινε το ατύχημα, ββ) σε ποιο ύψος βρίσκονταν τα καλώδια της ΔΕΗ για τη μεταφορά του ηλεκτρικού ρεύματος και δ) δεν αιτιολογεί: αα) πως δέχεται ως πειστική την κατάθεση μόνο της μητέρας του παθόντος στο ακροατήριο, ββ) γιατί είναι σαφής και πειστική η ένορκη κατάθεση στο Δικαστήριο της μάρτυρα κατηγορίας, Θ (μητέρας του ανηλίκου παθόντος) και γγ) γιατί δεν ανέγνωσε και τις υπόλοιπες σελίδες του ημερολογίου του έργου, που δόθηκαν στο Δικαστήριο, αλλά ανέγνωσε μόνο το πρώτο φύλλο. Όμως, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αφού, όπως αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή έχει σχηματιστεί από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Αρκεί μόνο να προκύπτει, όπως στην παρούσα υπόθεση, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη άλλα από αυτά. Παρ' όλα αυτά, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως αιτιολογίας, βάλλει και κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου. απαράδεκτα όμως, διότι δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε παραδεκτή και εμφανίστηκε εκείνος που την άσκησε, λόγος του άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' του αυτού Κώδικα, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον πρώτου από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 315/2009 ενώπιον του Γραμματέα Εφετείου Αθηνών) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 4.268/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρά υποχρέου. Ο κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος της εργολάβου εταιρίας, που είχε αναλάβει την εκτέλεση έργου, δεν φρόντισε για την απομάκρυνση των χωμάτων που είχαν προέλθει από την εκσκαφή και είχαν εναποτεθεί σε μη περιφραγμένο χώρο από τον οποίο διέρχονταν υπεράνω ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, ούτε φρόντισε για την επιτήρηση του χώρου αυτού, με αποτέλεσμα ο παθών ανήλικος να ανέλθει επί των χωμάτων, να πιάσει τα καλώδια και να υποστεί ηλεκτροπληξία. Λόγος αιτήσεως: η έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1117/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, περί αναιρέσεως της 121/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ σύζυγος ..., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Αυγούστου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1214/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδ α' του ΠΚ "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Πολ.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λίγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτόν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τις θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείων χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, η οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 121/2009 απόφασης του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ιωαννίνων, που την εξέδωσε, δικάζοντας την υπόθεση κατ' έφεση μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Στις 23-5-2005 η εγκαλούσα Ψ βρισκόταν στο Δικαστικό μέγαρο Ιωαννίνων συνοδεύοντας την κόρη τους Ζ κατά την εκδίκαση μηνύσεων της τελευταίας και του συζύγου της Χ2 εναντίον αλλήλων. Μετά το τέλος της δίκης και ενώ η εγκαλούσα μαζί με τον 15χρονο τότε εγγονό της ..., γιο της κόρης της Ζ και τον Χ2 βρίσκονταν στα σκαλοπάτια στην είσοδο του Δικαστικού μεγάρου, ο κατηγορούμενος που συνόδευε τον Χ2, αδελφό του, απευθύνθηκε στον ανήλικο και τον ρώτησε γιατί δεν μιλάει στον πατέρα του, οπότε ο ανήλικος του απάντησε "ποιος είσαι εσύ". Κατόπιν της απάντησης αυτής ο κατηγορούμενος χτύπησε με σφαλιάρα τον ανιψιό του. Τότε μπήκε στη μέση η εγκαλούσα για να τον προστατέψει, οπότε ο κατηγορούμενος επιτέθηκε κατ' αυτής με τα χέρια και με πρόθεση τη χτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο και στη συνέχεια έπεσε κάτω με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σωματικές κακώσεις και συγκεκριμένα θλαστικό ρινός, το οποίο χρειάστηκε συρραφή με έξι ράμματα, κακώσεις προσώπου με εκδορές προσωπικού κρανίου, συμπτωματολογία εγκεφαλικής διάσεισης με ζάλη και κεφαλαλγία οσφυαλγία, κάκωση ΟΜΣΣ (βλ. την ιατρική γνωμάτευση και πιστοποιητικό νοσηλείας του πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων που αναγνώσθηκαν και τις φωτογραφίες της εγκαλούσας μετά τον τραυματισμό της). Για τις πιο πάνω σαφείς και με λόγο γνώσεως είναι οι καταθέσεις της παθούσας και του ήδη ενηλίκου εγγονού της, οι οποίες δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο και είναι ίδιες με τις προανακριτικές καταθέσεις τους (αντίθετα ο κατηγορούμενος απολογούμενος κατέθεσε ότι την εγκαλούσα χτύπησε ο αδελφός του Χ2, ενώ απολογούμενος στο πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταθέσει ότι αυτή έπεσε στο πλατύσκαλο και χτύπησε), αλλά αντίθετα ενισχύεται από τα προαναφερθέντα ιατρική έκθεση και πιστοποιητικό νοσηλείας, αλλά και από το 6-8-2005 έγγραφο της Αστυνομικής Δ/νσης Ιωαννίνων, σύμφωνα με το οποίο ο Αρχ/κας ... που είχε υπηρεσία την ώρα του παραπάνω επεισοδίου στο Δικαστικό Μέγαρο (λήξη μέτρων τάξης), ειδοποιηθείς από ιδιώτιδα για το επεισόδιο, είδε μια γυναίκα ξαπλωμένη στα σκαλιά της εισόδου του μεγάρου και εκεί πληροφορήθηκε ότι αυτή είχε υποστεί επίθεση και σωματικές βλάβες από τον Ανθυπαστυνόμο Χ (κατηγορούμενο), ενώ ο δράστης είχε τραπεί σε φυγή πριν ακόμη εξέλθει της αίθουσας ο παραπάνω Αρχιφύλακας. Το τελευταίο αυτό γεγονός, ήτοι η φυγή του κατηγορουμένους συνηγορεί επίσης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπερ του ότι αυτός ήταν ο δράστης της ανωτέρω πράξης κατά της εγκαλούσας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η εγκαλούσα και ο εγγονός της τον έχουν ενοχοποιήσει γιατί βοηθάει τον αδελφό του στις δίκες εναντίον της Ζ, δεν κρίνεται πειστικός, αφού αναιρείται από το προαναφερόμενο έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης περί του ότι οι πληροφορίες που έδωσαν οι παρευρισκόμενοι τρίτοι έλεγαν ότι αυτός ήταν ο δράστης. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης της απλής σωματικής βλάβης, να του αναγνωριστεί όμως το ελαφρυντικό ότι ως το χρόνο που έγινε η πράξη αυτή έζησε έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α ΠΚ). Με βάση τις παραδοχές του αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της απλής σωματικής βλάβης και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης για το οποίο κηρύχθηκε κατά τα άνω ένοχος ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, παραβίασε. Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση οι σωματικές κακώσεις τις οποίες προξένησε ο κατηγορούμενος στην εγκαλούσα και προσδιορίζονται ο τύπος και ο χρόνος τέλεσης από τον κατηγορούμενο της ως άνω σε βάρος της εκγαλούσας τελεσθείσας αξιόποινης πράξης. Εξάλλου το Δικαστήριο της ουσίας με το να επισημάνει ιδιαίτερα από τα αποδεικτικά στοιχεία (κατάθεση εγκαλούσα και του Τ, ιατρική έκθεση και πιστοποιητικό νοσηλείας) δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη του τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συνεκτίμησε και συναξιολόγησε, χωρίς να απαιτείται να αιτιολογήσει ότι προέκυπτε από το καθένα αυτών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, με τον οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το μέρος όμως που με τον πιο πάνω λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ιδιαίτερα εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων, ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται από τον αναιρεσείοντα η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1, 369 και 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 απρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, όμως είναι αναγκαίο να καταγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε πόσα έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και εάν αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί, διότι αλλιώς παραβιάζονται οι άνω διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν την ενοχή του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του, εκτός των λοιπών αναφερομένων σ'αυτόν αποδεικτικών στοιχείων, και την υπ' αριθ. 13231/9-8-2005 απάντηση της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφερείας Ιωαννίνων (Αστυνομικής Δ/σης Ιωαννίνων) προς το Συνήγορο του πολίτη, έγγραφο που αφορά το επεισόδιο που έγινε στις 23-5-2005 και αναφέρεται στον κατηγορούμενο ο οποίος δεν έφερε οιαδήποτε αντίρρηση ή δεν πρόβαλε οιαδήποτε παρατήρηση κατά και μετά την ανάγνωσή του. Εκ παραδρομής όμως το έγγραφο αυτό αναφέρεται στο μέρος των πρακτικών που μνημονεύονται τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν μετά πρόταση της Εισαγγελέα και εντολή της Προέδρου του Δικαστηρίου, ως υπ' αρ. 1 με τον αριθμ. πρωτοκόλλου ως εισερχόμενο έγγραφο στο γραφείο του Συνηγόρου του Πολίτη και όχι με τον αριθμ. πρωτ. ... που φέρει ως έγγραφο της Αστυνομικής Δ/νσης Ιωαννίνων, χωρίς από την περιγραφή αυτή να δημιουργείται οιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του εγγράφου αυτού.
Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζει ο αναιρεσείων τα αντίθετα και προσκαλεί τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για ερεύνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Αυγούστου 2009 αίτηση του Χ κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 121/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή σωματική βλάβη. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα λόγω της λήψης υπόψη από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων αυτών ως αβασίμων (παραδρομή στην ταυτότητα του εγγράφου που αναγνώσθηκε ως προς τον αριθμό πρωτοκόλλου μεταξύ υπηρεσιών που καταχωρήθηκε ως εξερχόμενο και εισερχόμενο έγγραφο). Απόρριψη αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη απλή.
| 0
|
Αριθμός 1116/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσείοντων- κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γασπαράκη και 2)Χ2, κατοίκου ... που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 690/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Ιουλίου 2009 αίτησή αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα με τους από 19 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτους λόγους και στην από 3 Ιουλίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1063/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Χ1, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 3 Ιουλίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2 και να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης του Χ1 και να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 2-7-2009 και 3-7-2009 δύο αιτήσεις (με αριθμ. πρωτ. ...) των : 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 690/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 513 εδ. 8 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ.α ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ... από το αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά ..., ο αναιρεσείων Χ2, κάτοικος ..., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 9-3-2010, που είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί η κρινόμενη από 3-7-2009 αίτηση αναίρεσής του κατά της υπ'αριθμ. 690/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς. Ο ως άνω αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). Περαιτέρω με την από 2 Ιουλίου 2007 αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1, που εμφανίσθηκε και νόμιμα παρέστη στο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση αυτής, θα συνεξετασθούν και οι από 15 Φεβρουαρίου 2010 πρόσθετοι επ'αυτής λόγοι, που άσκησε αυτός νομοτύπως και εμπροθέσμως με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, και κατά τη διάταξη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκεται σην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ'αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία την ενοχή. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, όπως επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 690/2009 απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ'είδος αναφέρονται σ'αυτή, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι, 1) Χ2 (αναιρεσείων που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της δικής του αίτησης αναίρεσης) και 2) Χ1 (αναιρεσείων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης) άσκησαν, ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, την από 30-6-2003 έφεσή τους, στρεφόμενη κατά: α) της μητέρας τους Γ και β) της αδελφής τους (Ψ. Η έφεση αυτή κατατέθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα κατά την 4η Ιουλίου 2003, ενώ στο δικόγραφο αυτής περιείχετο, εκτός των άλλων και η φράση: "...εξάλλου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω η αδελφή μας συνεναγομένη είχε διαπράξει μοιχεία σε βάρος του, ασκούντος το επάγγελμα του ναυτικού, συζύγου της...". Βεβαίως η αναγραφή της ως φράσεως έγινε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, αλλά αυτός ενήργησε κατόπιν εντολής και υποδείξεων εκείνων (κατηγορουμένων), όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι τελευταίοι, με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ετσι, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, με την ως άνω και επίδικη έφεσή τους, ισχυρίστηκαν και διέδωσαν, ενώπιον των Δικαστών και του αρμοδίου Γραμματέα που επιλήφθηκαν της σχετικής αστικής υπόθεσης, για την εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα (Ψ
, η οποία τυγχάνει και αδελφή τους, ότι έχει διαπράξει "μοιχεία", κατά το χρόνο που τελούσε σε έγγαμη συμβίωση. Όμως, ανεξαρτήτως του εάν η παραπάνω εγκαλούσα είχε δημιουργήσει "εξωσυζυγικές γνωριμίες", κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον πρώην σύζυγό της ..., το αναφερόμενο γεγονός "της μοιχείας εκείνης (εγκαλούσας)" ήταν εντελώς ψευδές και οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας τούτου. Με τα δεδομένα αυτά, το αμέσως προηγούμενο ψευδές γεγονός μπορούσε να βλάψει, όπως και πράγματι έβλαψε, την τιμή και την υπόληψη της εγακλούσας, αφού, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, αντίκειται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδει κοινωνική απαξία. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τη διωκόμενη και αποδιδόμενη σ'αυτούς αξιόποινης πράξης "της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού" και να τους αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, καθόσον το Δικαστήριο τούτο δέχεται, ότι οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) έζησαν, έως το χρόνο που έγινε το παραπάνω έγκλημα, έντιμη ατομική-οικογενειακή-επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς κήρυξε εκτός από τον κατηγορούμενο αδελφό του Χ2, το αναιρεσείοντα ένοχο συκοφαντικής δυσφημήσεως και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια.
Με αυτό που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά της διατάξεως των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή του αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο κηρύχθηκε κατά τα άνω ένοχος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, της αποδείξεις ου τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 363 του ΠΚ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα, την οποία ορθά εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές παραβίασε. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται: 1) το υπ'αριθμ. 249/1987 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς και 2) το υπ'αριθμ. 148/1987 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, τα οποία συνεκτίμησε και επαναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση, που ενεργώντας με άμεσο δόλο προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη (με την ηθική απαξίωσή της) της εγκαλούσας όντας αδελφή του, κατά τη διαδικασία αστικής δίκης για την επίλυση οικογενειακής και κληρονομικής μορφής διαφοράς τους.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση του ως άνω λόγου πλήττεται η ίδια απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, παρέστη με συνήγορο στο Δικαστήριο, η διαδικασία διεξήχθη με την παρουσία τους, τους δόθηκε ο λόγος για την υποβολή ερωτήσεων στους μάρτυρες που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, να προσκομίσει έγγραφα, αυτός δεν ζήτησε τη συμπληρωματική εξέταση κάποιου μάρτυρα ή οιαδήποτε διασάφηση και δεν υπέβαλε κάποιο αίτημα ή ισχυρισμό και το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει, χωρίς έτσι να στερηθεί κάποιο υπερασπιστικό δικαίωμα το και να δικασθεί δικαίως, όπως ορίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ΝΔ/τος 53/1974 (Σύμβασης της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο των πρόσθετων λόγων. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ακόμη περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε με σαφήνεια και αναφορά πραγματικών περιστατικών τον αυτοτελή ισχυρισμό περί άρσης του αδίκου της αξιόποινης πράξης που τέλεσε σε βάρος της εγκαλούσας λόγω προστασίας δικού του δικαιώματος (άρθρο 367 παρ.1 του ΠΚ). Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρεώσει να απαντήσει και ειδικότερα να απορρίψει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον ισχυρισμό αυτόν και συνακόλουθα όσα αντίθετα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με το δεύτερο των πρόσθετων λόγων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, ανεξαρτήτως του ότι η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του ΠΚ αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον η αξιόποινη πράξη που είχε τελέσει ο αναιρεσείων περιείχε τα ουσιαστικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, σύμφωνα μ ε τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου περ.α του ίδιου ως'ανω άρθρου του ΠΚ.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Χ1 και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις: 1) από 2 Ιουλίου 2009 (υπ'αρ. πρωτ. 61/2009) και 2) από 3-7-2009 (υπ'αρ. 61/2009) αιτήσεις των: 1) Χ1 κατοίκων ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ αριθμ. 690/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Απορρίπτει αυτές καθώς και τους από 19 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτους λόγους του πρώτου αναιρεσείοντος. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα αυτών σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεων ως συναφών. Συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβασίμου. Δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 367 § 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφήμησης και απορρίπτεται τέτοιος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος προβαλλόμενος με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Απορρίπτει αίτηση αναίρεση του 2ου αναιρεσείοντος λόγω μη εμφάνισής του στο Δικαστήριο, αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 2
|
Αριθμός 1115/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Κομνά, περί αναιρέσεως της 39072/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1343/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγρ. 1 του άρθρου μόνου του ΑΝ. 690/1945, όπως αυτή αντικατ. Με το άρθρο 8 παρ.1 του ν.2336/1995 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερόμενων κλπ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις (άρθρ. 655 ΑΚ). Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση περιέχονται σ'αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεως και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διάταξης του α.ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και η ιδιότητα του κατηγορουμένου, καθώς και αν οι οφειλόμενες αποδοχές καθορίζονταν από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, ή από το νόμο ή έθιμο, καθώς επίσης αν αυτές δεν καταβλήθηκαν εμπροθέσμως, πότε έπρεπε να πληρωθούν με βάση τη συμφωνία, το νόμο ή το έθιμο κλπ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 39072/2009 απόφαση του καταδίκασε ομόφωνα την αναιρεσείουσα Χ για παράβαση του αν. ν. 690/1945 σε φυλάκιση τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, την εκτέλεση δε της ποινής φυλάκισης ανέστειλε για μία τριετία. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση τους την οποία στήριξε στα αναφερόμενη κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-2004 έως 21-11-2005 με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις του Α.Ν 690/1945 και ειδικότερα εκείνη, που ήταν μαζί με τον Ζ, νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "D.H.I.-FRANCE Ε.Π.Ε." που αποτελεί μέλος του Ομίλου εταιριών DHI, με αντικείμενο την αντιμετώπιση προβλημάτων του τριχωτού της κεφαλής με τεχνικές και ιατρικές μεθόδους, συνεβλήθη στην από 24-3-2004 έγγραφη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτής ως υπό την ανωτέρω ιδιότητά της και της Ψ (εγκαλούσα) την οποία προσέλαβε έτσι προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου. Η αμοιβή της καθορίστηκε με την ίδια σύμβαση σε 1500 ευρώ (μικτά) μηνιαίως, επί πλεόν δε συμφώνησαν να της καταβάλλει ποσοστό (μικτό) από 2% επί του μισθού για κάθε πώληση στη Γαλλία. Εξάλλου με την από με ιδία ημερομηνία (24-3-2004) συμπληρωματική σύμβαση της εγκαλούσας με τον Ζ συμφωνήθηκε η πληρωμή ποσοστού 2,5% επί των εισπράξεων της εταιρίας από τους Ιταλούς πελάτες της. Για το χρονικό διάστημα από 24-3-2004 μέχρι 9-6-2004 η εγκαλούσα δικαιούνταν να λάβει α) χρηματικό ποσό 1.860 (1500 : 25 ημ. = 60 ευρώ Χ 31 ημ.=) 1.860 ευρώ, μέχρι την 6-5-04 και (1500 : 25 ημ. =60 ευρώΧ22,092ημ.=)1325,52 ευρώ ως δεδουλευμένες αποδοχές, ποσό 1500 ευρώ ως δώρο Χριστουγέννων 2004, 231 ευρώ για δώρο Πάσχα '04, και 1.440 ευρώ και 720 ευρώ για ως άδεια και επίδομα άδειας 2004 και συνολικά 5216,52 ευρώ, τα οποία η κατηγορουμένη ουδέποτε της κατέβαλε, στον προβλεπόμενο από το νόμο χρόνο κατά παράβαση της έγγραφης συμφωνίας τους. Αντίθετα, ενώ η εγκαλούσα προσέφερε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της στην εταιρία η κατηγορουμένη και ο Ζ, έπαυσαν αιφνιδίως να της χορηγούν το αναγκαίο υλικό για την εργασία της και χωρίς να την ενημερώσουν κατήργησαν τον κωδικό πρόσβασής της. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ότι στην πραγματικότητα δεν αναμειγνυόταν εκείνη στην εκπροσώπηση της εταιρίας και ότι τις σχετικές πράξεις ενεργούσε αποκλειστικά ο Ζ και εκείνη τυπικά μόνο έφερε την ιδιότητα της εκπροσώπου και της διαχειρίστριας της εταιρείας, δεν αποδείχθηκαν αφενός, και αφετέρου ουδόλως αναιρείται η ποινική της ευθύνη, διότι εκείνη γνώριζε ότι η σύμβαση που είχε υπογράψει ήταν σύμβαση εργασίας και, όπως και η ίδια δήλωσε κατά την απολογία της, γνώριζε ότι η εγκαλούσα είχε κάποια θέματα...", όπως χαρακτηριστικά είπε, "...όταν έφυγε από την εταιρία.." και ότι ο Ζ είχε δημιουργήσει προβλήματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εξάλλου, αυτή είχε ειδοποιηθεί για την εκκρεμότητα και από την Επιθεώρηση Εργασίας στην οποία η εγκαλούσα προσέφυγε στις 1-6-2004. Δηλαδή, είναι προφανές ότι είχε ενημερωθεί για την οικονομική υποχρέωση της εταιρίας έναντι της εγκαλούσας και παρά ταύτα δεν μερίμνησε καθόλου, όπως εύλογα ώφειλε να πράξει για την επίλυση της οικονομικής εκκρεμότητας, ούτε έλαβε κάποιο μέτρο για να απαλλαχθεί από την νομική της υποχρέωση ούτε εξάλλου φρόντισε μετά την αποχώρησή της από την εταιρία να άρει τις έννομες συνέπειες που απέρρεαν από την ιδιότητά της εκπροσώπου, αφού ο νομικός σύμβουλος της εταιρίας που την είχε διαβεβαιώσει δήθεν πως είχαν τακτοποιηθεί όλες οι υποθέσεις, ήταν εντολοδόχος του Ζ και όχι δικός της και, όπως είναι αυτονόητο, αυτός ενεργούσε προς υποστήριξη των συμφερόντων του εντολέα του. Δεν αποδείχθηκε έτσι κανένα περιστατικό που να γεννά αμφιβολίες σχετικά με την αποδιδόμενη σε βάρος της κατηγορία, ήτοι την πρόθεσή της να μη ικανοποιήσει ως εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας της εγκαλούσας τις οφειλόμενες στην τελευταία αποδοχές, η δε πρόθεση ενυπάρχει στη θέληση της κατηγορουμένης να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, κι' επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών αντίθετα από τα προεκτεθέντα αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά της υποκειμενικής και της αντικειμενικής υπόστασης της παράβασης του άρθρου μόνου του α.ν.690/1945, το οποίο ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, συντελείται ευθύς ως υπόχρεος παραλείψει να καταβάλεις τον μισθωτό τις οφειλόμενες σ'αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες μέσα στην οριζόμενη εκ του νόμου προθεσμία, όπως συνέβη εν προκειμένω".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, εκθέτει σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου μόνον του Α.Ν 690/1945, όπως 4 παρ.1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.6 του ν.2336/1995. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 του στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, κατά τις οποίες η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπήρξε ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι προκειμένου να στηρίξει την ποινική ευθύνη της αναιρεσείουσας, με το να δεχθεί ότι αποδείχθηκε ότι υπήρξε όχι μόνο τυπικά αλλά και ουσιαστικά νόμιμος εκπρόσωπος-διαχειρίστρια- της πιο πάνω εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, που απασχολούσε ως εργοδότρια την Ψ ως υπάλληλο γραφείου, ενώ "εν τοις πράγμασι η κατηγορουμένη (αναιρεσείουσα) δεν άσκησε την διαχειριστική εξουσία..ποτέ, αλλά την ασκούσε ο Ζ, και ότι "παρέλειψε να σταθμίσει.... και να συσχετίσεις αξιολογικά το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος υπεράσπισης ..." απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό, από το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, η δε αναιρεσείουσα, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττει απαραδέκτως την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω το ανωτέρω έγκλημα (παράβαση του Α.Ν. 690/1945), για το οποίο καταδικάσθηκα η αναιρεσείουσα, τιμωρούμενο με φυλάκιση, είναι πλημμέλημα και συνεπώς, κατά το άρθρο 26 παρ.1 εδ. Α'του ΠΚ, τιμωρείται μόνο από δόλο τελούμενο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου εκτός αν ο νόμο αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και τούτο διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση με την παραδοχή από το Δικαστήριο της ουσίας ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε με πρόθεση το έγκλημα του άρθρου μόνον του ΑΝ 690/1945, δεν απαιτείτο να διαλάβει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του ειδική και ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς τον δόλο αυτής (βλ. ΑΠ 866/2004). Γι'αυτό όσο αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα για έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου της είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμα.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 39072/2009 απόφασης του
Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο από εκπρόσωπο διαχειριστή εργοδότριας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Καταδικαστική απόφαση. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, ειδικότερα για το δόλο. Απόρριψη της αίτησης στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 1114/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, περί αναιρέσεως της 1349/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1020/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αποτελεί ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μία φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ θεωρείται το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και το πιο πάνω αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ, που προτείνεται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα για τη στοιχειοθέτηση της ως άνω αναφερόμενης ελαφρυντικής περίστασης (του πρότερου έντιμου βίου) πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Δηλονότι δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η προαναφερόμενη ελαφρυντική περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, ούτε η απουσία επίμεπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης, ούτε η μέχρι τότε συνήθης συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1349/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση προς εμπορία και του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, μετ' απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις: α) του πρότερου έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α και ε του ΠΚ). Ειδικότερα για τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου έντιμου βίου, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου της ουσίας, επικαλέσθηκε μόνο την επαγγελματική και οικογενειακή του αποκατάσταση στην Ελλάδα, την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και ότι μέχρι τη σύλληψη του υπήρξε γενικά και αόριστα άψογος πολίτης (βλ. σελ. 5 και 6 των ως άνω πρακτικών). Με αυτό το περιεχόμενο ο προταθείς από τον αναιρεσείοντα ως άνω ισχυρισμός για τη χορήγηση του προαναφερόμενου ελαφρυντικού, είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά έντιμης ζωής του και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, εκτός της επαγγελματικής και οικογενειακής αποκατάστασής του, που να τον θεμελιώνει, σύμφωνα με την προεκτιθέμενη σκέψη. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αν και δεν ήταν υποχρεωμένο, να απαντήσει λόγω της αοριστίας του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι "η μη ύπαρξη προηγουμένων ποινικών καταδικών δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην κατάφαση του προηγούμενου εντίμου βίου, ιδίως όταν πρόκειται για πράξεις διακίνησης ναρκωτικών που προϋποθέτουν εξοικείωση με το χώρο της παρανομίας". Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης (ως προς την οποία και μόνο την πλήττει ο αναιρεσείων με την κρινόμενη, αίτηση αναίρεσή του), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2009 αίτηση του ..., κρατουμένου στις δικαστικές Φυλακές ... Αττικής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1349/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α ΠΚ. Πότε είναι ορισμένος ο αυτοτελής ισχυρισμούς. Αιτιολογία απόρριψης αυτού. Αίτηση αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία ως προς την απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού. Απόρριψη της αίτησης αυτής (αοριστία ισχυρισμού, εκ περισσού αιτιολογία απόρριψης του από το δικαστήριο της ουσίας) -.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 0
|
Αριθμός 1113/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ... περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2197/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Δεκεμβρίου 2009 και 28 Δεκεμβρίου 2009 δυο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 15/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 144/12-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, τις 229/28.12.2009 και 215/7.12.2009 αιτήσεις (δηλώσεις) των κατηγορουμένων 1) Χ2 και 2) Χ1, αντιστοίχως, για αναίρεση του 2197/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι αντίστοιχες 272/2.6.2008 και 271/2.6.2008 εφέσεις των ως άνω αναιρεσειόντων κατά του 1274/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχουν παραπεμφθεί, μαζί με άλλον, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα κακουργήματα), προκειμένου να δικασθούν ο πρώτος τούτων [Χ2] για απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου επί σκοπώ παράνομου περιουσιακού οφέλους δια προκλήσεως ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ και ο δεύτερος (Χ1) για άμεση συνέργεια σε απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου επί σκοπώ παράνομου περιουσιακού οφέλους δια προκλήσεως ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 46 παρ. 1β, 386 παρ. 3 εδ. β' - 1 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρ. 386 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999).
ΙΙ. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, έχουν ασκηθεί νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχουν δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως την έλλειψη της απαιτούμενης κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρα 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 στοιχ. α' και 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ) κι επομένως, πρέπει, να εξετασθούν περαιτέρω κατ' ουσία.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Υπό την έννοια αυτή, το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς δημόσια αρχή, πείθοντας έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της δραστηριότητός της, από τις οποίες ζημιώνεται άλλος. Επομένως, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους. Η απάτη επί Δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του. Όταν όμως, παρά ταύτα το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση υπέρ του αντιδίκου του ή δεν εκδίδει οριστική αλλά προδικαστική απόφαση πραγματώνεται το έγκλημα της απόπειρας απάτης. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (ΑΠ 1724/2009, ΑΠ 1752/2009). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ.1β' ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης (ΑΠ 1752/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 49 παρ.2 του ΠΚ, οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνον για εκείνο τον συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν (ΑΠ 791/2009). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποία, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83), προκύπτει ότι, για να υπάρξει απόπειρα του εγκλήματος της απάτης αρκεί, ότι το έγκλημα της απάτης δεν συντελέσθηκε μεν, πλην όμως, άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του (ΑΠ 190/2009).
ΙV. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1554/2009, ΑΠ 1409/2009, ΑΠ 1187/2009) Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.ΑΠ 1/2005, Ολ.ΑΠ 9/2001, Ολ.ΑΠ 1778/1993, ΑΠ 1749/2009, ΑΠ 1160/2009).
V. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 2197/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία παραθέτει γενικά κατά το είδος τους και ειδικότερα, από το περιεχόμενο της μηνύσεως, τις καταθέσεις του μηνυτή και των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων - εκκαλούντων και του συγκατηγορουμένου τους και τα υπομνήματά τους, προέκυψαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: "Με τη σύμβαση εκτέλεσης έργων που συνήφθη στις 12.3.02 μεταξύ των: α) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑΣ", εκπροσωπούμενη από το Δήμαρχο Φιλιππιάδας, β) της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "LENOIR INVESTMENTS LTD", νόμιμα εκπροσωπούμενης και γ) της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΤALANTON LTD", νόμιμα εκπροσωπούμενης αφενός και της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΤΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η τελευταία ανέλαβε, έναντι του αναγραφόμενου σ' αυτή τιμήματος την εκτέλεση των έργων της κατασκευής βιολογικού καθαρισμού αστικών λυμάτων Φιλιππιάδας, και της κατασκευής και ασφαλτόστρωσης δημοτικών οδών του Δήμου Φιλιππιάδας σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στη σύμβαση αυτή. Στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης εκτελέσεως έργων με το από 26-3-02 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρίας "... ΑΤΕ" και της εταιρίας "LENOIR INVESTMENTS LTD", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η πρώτη από τον Πρόεδρο και Δευθύνοντα Σύμβουλο αυτής ΑΑ και η δεύτερη από τον Χ3, συγκατηγορούμενο των εκκαλούντων, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση σύνταξης των μελετών του αναληφθέντος από την πρώτη ως άνω τεχνική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΤΕ" έργου, καθώς και την επίβλεψη κατασκευής τούτου έναντι της αναφερόμενης σ' αυτό αμοιβής και τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτό. Την ίδια ημέρα (26-3-02) και μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων μερών υπεγράφη και δεύτερο συμφωνητικό, διευκρινιστικό του πρώτου, με το οποίο μεταξύ των μερών συνομολογήθηκαν κατά τα ουσιώδη σημεία τα ακόλουθα: "......Η αναγραφόμενη στον όρο 4 επιταγή της Τράπεζας ALPHA BANK που χορηγεί η ΕΡΓΟΔΟΤΗ "... ΑΤΕ" στην "ΑΝΑΔΟΧΟ" με αριθ. ..., εκδόσεώς της στην ... με ημεροχρονολογία 15-9-2002, ποσού 1.740.924 Euro, πληρωτέα σε διαταγή της αναδόχου σε χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εργοδότου στην άνω Τράπεζα επιστρέφεται από την ανάδοχο και παραδίδεται στα χέρια του εκπροσώπου της εργοδότου και αντικαθίσταται με τις ακόλουθες επτά (7) τραπεζικές επιταγές της ALPHA BANK εκδόσεως της εργοδότου στην ... με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., ποσού οι μεν έξι (6) εξ αυτών 240.000 Euro εκάστη, η δε έβδομη 300.925 Euro, που φέρουν ως ημεροχρονολογίες εκδόσεως (μεταχρονολογημένες) εκάστη αντίστοιχα τις ακόλουθες ημερομηνίες ήτοι 26-6-2002, 5-7-2002, 10-7-2002, 20-7-2002, 25-7-2002, 1-8-2002 και 12-8-2002 πληρωτέες σε διαταγή της ΑΝΑΔΟΧΟΥ "LENOIR INVESTMENTS LTD" σε χρέωση του υπ' αρ. ... λογαριασμού που τηρεί η εκδότης στην ALPHA BANK. Όλες οι προαναφερθείσες επιταγές δι' εγχειρίσεως μεταβιβάζονται και παραδίδονται στον εκπρόσωπο της β' των εδώ συμβαλλομένων Χ3, ο οποίος και μόνο τόσον υπό την ως άνω ιδιότητά του όσον και ατομικά από τούδε και εφεξής καθίσταται θεματοφύλακας τούτων σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ..... Τα ανωτέρω συμβαλλόμενα μέρη ρητά συμφωνούν ότι οι προς παρακατάθεση δοθείσες στην ανάδοχο άνω αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές θεματοφύλακας των οποίων ορίζεται ο εκπρόσωπος αυτής Χ3 θα επιστρέφονται και θα εγχειρίζονται στον εκπρόσωπο της εργοδότου εντός τριών (3) ημερών από της αναγραφόμενης σ' εκάστη τούτων ημερομηνία εκδόσεως-πληρωμής, χωρίς η εργοδότης να έχει οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής του αναγραφόμενου σ' εκάστη επιταγή ποσού στην ανάδοχο. Την αυτή ως άνω υποχρέωση, δηλ. της επιστροφής των άνω επιταγών εντός του αυτού ως άνω χρονικού διαστήματος έχει η ΑΝΑΔΟΧΟΣ σε περίπτωση που μέχρι την 26.4.2002 δεν θα έχει καταβληθεί στην ΕΡΓΟΔΟΤΗ η προβλεπόμενη στην από 12-3-2002 σύμβαση εκτέλεσης έργων προκαταβολή. Σε περίπτωση που η ανάδοχος δεν επιστρέψει στην εργοδότη εντός του άνω χρονικού διαστήματος την αντίστοιχο εκάστοτε επιταγή η εργοδότης δικαιούται να αξιώσει την επιστροφή όλων των υπαρχουσών στην ανάδοχο άνω επιταγών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των άρθρ. 822 επ. ΑΚ ...". Πιθανολογείται, ότι λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναδόχου εταιρίας "LENOIR INVESTMENTS LTD" και επειδή δεν κατεβλήθη μέχρι 26-4-02 κατά τα συμφωνηθέντα η προκαταβολή για την εκτέλεση των έργων στην εργοδότρια εταιρία "... ΑΤΕ", η τελευταία με την από 21-6-02 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση πρόσκληση ζήτησε την επιστροφή όλων των παραδοθέντων προς παρακατάθεση επιταγών της ALPHA BANK, ενώ παράλληλα με το κοινοποιηθέν στην Τράπεζα αυτή άνω εξώδικο, ζήτησε την επιστροφή των επιταγών στον εκπρόσωπο της ΑΑ και κάλεσε την πληρώτρια Τράπεζα ν' αρνηθεί ρητώς και αμετακλήτως την είσπραξη τους από οποιονδήποτε κομιστή τους και προβεί στη σφράγισή τους θέτοντας επί του σώματος αυτών τη σχετική περί μη πληρωμής τους σημείωση παρά την ύπαρξη επαρκούς υπολοίπου στον τηρούμενο λογαριασμό της στην Τράπεζα αυτή. Ο νόμιμος όμως εκπρόσωπος της εταιρίας "LENOIR INVESTMENTS LTD" Χ3, κατά παράβαση των όσων παραπάνω συμφωνήθηκαν, μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως προς τον AA, την υπ' αρ. ... άνω επιταγή, ο οποίος φέρεται να του την επέστρεψε κατόπιν της μη πληρωμής της, συνεπεία ανακλήσεως από την προαναφερόμενη εκδότρια εταιρία. Ο εγκαλών Ψ, όπως προέκυψε, το πρώτο 15νθήμερο του Ιουνίου 2002 κατέστη νόμιμος κομιστής της πιο πάνω επιταγής με οπισθογράφηση από την εταιρία "ΛΑΤΙΝΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΠΕ" χωρίς να προκύπτει με σαφήνεια πως περιήλθε στην κατοχή της εταιρίας αυτής η εν λόγω επιταγή, λόγω ύπαρξης οφειλής της τελευταίας προς αυτόν και δη ποσού 80.000 ευρώ που αντιπροσωπεύει το τίμημα από τη μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων του της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΠΕΛΛΕΣ ΕΠΕ" της οποίας ήταν αφανής εταίρος και η οποία στη συνέχεια λειτουργούσε με την προαναφερόμενη επωνυμία, αλλά και κάποιων ανεξόφλητων τμηματικών καταβολών που είχε πραγματοποιήσει στην παραπάνω εταιρία ως χρηματοδότηση. Η επιταγή αυτή εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα στις 23-7-02 και δεν πληρώθηκε λόγω ανακλήσεως της από την εκδότρια εταιρία. Στη συνέχεια ο εγκαλών πληροφορήθηκε ότι στις 20-9-02 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδικαζόταν αίτηση του 1ου εκκαλούντος-κατηγορουμένου Χ2 κατά ΒΒ, με την οποία ζητούσε να διαταχθεί η δικαστική μεσεγγύηση της ως άνω επιταγής (υπ' αριθμ. ...) και της υπ' αρ. ...επιταγής ποσών αντίστοιχα 240.000 και 300.925 ευρώ, να οριστεί αυτός ως μεσεγγυούχος τούτων και να εκδοθεί προσωρινή διαταγή με την οποία ν' απαγορεύεται κάθε νομική και πραγματική μεταβολή των επιταγών αυτών. Με την αίτηση αυτή και κατά τα ουσιώδη μέρη της ο αιτών Χ2 διατεινόταν ενώπιον του δικαστηρίου και με καθολική αναφορά στο περιεχόμενο μηνύσεώς του κατά του ΒΒ ότι: 1) Το τελευταίο 10ήμερο του μηνός Μαΐου 2002 ο ΒΒ του παρουσιάστηκε ως πρόσωπο δυνάμενο να προβεί σε προεξόφληση επιταγών, 2) κατά το ίδιο διάστημα σε μεταξύ τους συνάντηση του παρέδωσε την υπ' αρ. ... επιταγή, εκδόσεως 20-7-02 στη ... από την εταιρία "... ΑΤΕ" σε διαταγή "LENOIR INVESTMENTS LTD", ποσού 240.000 ευρώ την οποία κατείχε ως κομιστής από λευκή οπισθογράφηση λόγω όμως της δηλωθείσας από τον ΒΒ αδυναμίας του να προβεί στην προεξόφληση την έλαβε πίσω από αυτόν για να του την παραδώσει εκ νέου στις 4-6-02 μαζί με τις υπ' αρ. ... και ... επιταγές μετά τις διαβεβαιώσεις τούτου ότι πλέον μπορούσε να προβεί στην προεξόφληση και 3) ο ΒΒ ουδέποτε προέβη στην προεξόφληση και ότι αυτός από τις ανωτέρω επιταγές του επέστρεψε μέσω του δικηγόρου του Χ1 μόνο την υπ' αρ. ... επιταγή ιδιοποιούμενος παράνομα τα σώματα των λοιπών επιταγών συνολικής ενσωματωμένης αξίας 500.925 ευρώ, περιστατικά όμως που ήταν ψευδή και ο ίδιος (Χ2) τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας τους, καθόσον τελούσε εν γνώσει του γεγονότος ότι ουδέποτε υπήρξε νόμιμος κομιστής της επιταγής αυτής, ούτε την παρέδωσε στον τότε καθού η αίτηση, με την οποία επίσης εν γνώσει του επεχείρησε να προκαλέσει στο Δικαστή του Μον/λούς Πρωτ/κείου την πεπλανημένη εντύπωση ότι νομιμοποιείται να ζητήσει τη δικαστική μεσεγγύηση της επιταγής, το διορισμό του ως μεσεγγυούχου και την απαγόρευση κάθε νομικής και πραγματικής μεταβολής της σχετικά με την κυκλοφορία και χρήση της και να εμποδίσει έτσι τον εγκαλούντα να επιδιώξει την είσπραξή της από την εις διαταγήν δικαιούχο εταιρία "LENOIR INVESTMENTS LTD", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ3, συγκατηγορούμενός του, με παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ποσό της επιταγής και αντίστοιχη ισόποση ζημία του εγκαλούντος εξαιτίας της ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησής του από την επιταγή. Περαιτέρω, προκειμένου να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του ο κατηγορούμενος ενίσχυσε τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς του με την εξέταση στη δικάσιμο της 20-9-02 του συγκατηγορουμένου του Χ1, ο οποίος αν και γνώριζε ότι ο αιτών δεν υπήρξε ποτέ νόμιμος κομιστής της προαναφερόμενης επιταγής, ούτε την παρέδωσε στον τότε καθού η αίτηση επιβεβαίωσε τους περιεχόμενους στην αίτηση, ψευδείς ισχυρισμούς καταθέτοντας ότι ήταν βάσιμοι (ο ίδιος απολογούμενος στην ανακρίτρια ανέφερε μεταξύ άλλων και ότι "... Απ' ότι μου είπε ο Χ2 εκείνη την ημέρα είχε δώσει στον ΒΒ 3 επιταγές ανάμεσα στις οποίες και την επίδικη εγώ δεν το γνώριζα ... στο Δικαστήριο κατέθεσα ό,τι μου είπε ο Χ2 ότι έγινε εφόσον δεν έλαβε χώρα ενώπιον μου η παράδοση των επιταγών ... δεν γνώριζα και ούτε είχα καμία σχέση με τα εμπλεκόμενα με την επιταγή φυσικά ή νομικά πρόσωπα ..."), παρέχοντας έτσι εν γνώσει του στον Χ2 σπουδαία και άμεση συνδρομή κατά την εκτέλεση και στη διάρκεια της άνω αξιόποινης πράξης, η οποία δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως των κατηγορουμένων και συγκεκριμένα διότι ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν πείστηκε σχετικά με το γεγονός ότι ο Χ2 ήταν νόμιμος κομιστής της επιταγής και με την υπ' αρ. 2537/04 απόφαση του απέρριψε την ως άνω αίτηση. Τα παραπάνω περιστατικά επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της απολογίας του Χ2 από την οποία σαφώς προκύπτει ότι μεθοδευμένα υπέβαλε την προαναφερόμενη αίτηση, καθόσον, όπως ο ίδιος, μεταξύ άλλων απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις της Ανακρίτριας, ρητά αναφέρει δεν ήταν νόμιμος κομιστής της επιταγής, άσκησε την από 12.7.02 αίτηση κατά του ΒΒ με αίτημα τη δικαστική μεσεγγύηση και τον ορισμό του ως μεσεγγυούχου, διότι ήταν κι αυτός υπεύθυνος και του είπε ο Χ1 ότι αυτό έπρεπε να κάνει και ότι ενήργησε δικαστικά κατά του ΒΒ επειδή ο Χ3 τον έβριζε και του έλεγε ότι είχε κάνει συμπαιγνία με το ΒΒ για να πάρουν την επιταγή, ότι όλο αυτό είναι κόλπο. Εξάλλου, πρέπει να αναφερθεί, ότι τεχνηέντως στην αίτηση απέφυγε ν' αναφερθεί στην αιτία κτήσης των αξιογράφων, ενώ , αν ήταν αληθινοί οι ισχυρισμοί του, θα είχε φροντίσει να είχε κάποιο αποδεικτικό έγγραφο, αφού ο καθού η αίτηση ΒΒ στον οποίο ισχυριζόταν ότι τα παρέδωσε (αξιόγραφα) ήταν άγνωστό του πρόσωπο (απολογούμενος αναφέρει ότι απ' ό,τι κατάλαβε ήταν γνωστός του δικηγόρου Χ1) και είναι απορίας άξιο πως εμπιστεύθηκε σ' αυτόν αξιόγραφα συνολικού ποσού 780.000 ευρώ, δεν προέβη στην κήρυξη των εν λόγω πιστωτικών τίτλων ανίσχυρων, δεν απέστειλε έγγραφη ειδοποίηση στον εκδότη των επιταγών αλλά και δεν όχλησε ούτε τον τότε παρεμβαίνοντα και ήδη εγκαλούντα Ψ. Επίσης προέκυψε, ότι ο εγκαλών με αίτηση του που υπέβαλε την 14-1-03 ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ζήτησε και πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής δυνάμει της υπ' αρ. ... επιταγής, με αρ. 5/03, η οποία διέταξε την καταβολή προς τον αιτούντα ποσού 240.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, αλληλέγγυα και εις ολόκληρο από τους καθών αυτή, δηλ. από την εταιρία "... ΑΤΕ", την εταιρία "LENOIR INVESTMENTS LTD", το AA και την εταιρία "ΛΑΤΙΝΟΕΜΠΟΡΙΚΗ". Κατόπιν όλων των παραπάνω, προέκυψαν κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, κατηγορία για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις: α) της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου επί σκοπώ παράνομου περιουσιακού οφέλους δια προκλήσεως ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ, ο πρώτος τούτων (Χ2) και β) της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου επί σκοπώ παράνομου περιουσιακού οφέλους δια προκλήσεως ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ ο δεύτερος (Χ1). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που δέχθηκε τα ίδια και στη συνέχεια αποφάσισε την παραπομπή των κατηγορουμένων - εκκαλούντων στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για τις ως άνω πράξεις, σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, γι' αυτό και οι εφέσεις των εκκαλούντων-κατηγορουμένων που υποστηρίζουν τ' αντίθετα είναι αβάσιμες κατ' ουσία και πρέπει ν' απορριφθούν και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, ως προς τις διατάξεις του που αφορούν τους εκκαλούντες.
VI. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε κατ' ουσία τις αντίστοιχες 272/2.6.2008 και 271/2.6.2008 εφέσεις των κατηγορουμένων, και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε το 1274/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο αυτοί έχουν παραπεμφθεί, μαζί με άλλον, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα κακουργήματα), προκειμένου να δικασθούν για τα προαναφερόμενα εγκλήματα, ήτοι για απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου επί σκοπώ παράνομου περιουσιακού οφέλους δια προκλήσεως ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ ο πρώτος τούτων [Χ2] και για άμεση συνέργεια σε απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου επί σκοπώ παράνομου περιουσιακού οφέλους δια προκλήσεως ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ ο δεύτερος (Χ1). Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων που αποδίδονται στους αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 46 παρ. 1β, 386 παρ. 3 εδ. β' - 1 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρ. 386 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες κι έτσι δεν στέρησε το Βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες επί μέρους αιτιάσεις: α) αναφέρονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του και δεν ήταν απαραίτητο να εκτεθεί τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε να γίνει αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, β) προκύπτει με βεβαιότητα ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, γ) αναφέρεται ότι το σκοπούμενο όφελος του πρώτου κατηγορουμένου, Χ2, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία του παθόντα ΒΒ και παρατίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την παραδοχή αυτή, δ) προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η άμεση συνέργεια του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1, με την παραδοχή ότι αυτός ενώ γνώριζε ότι ο αιτών Χ2 δεν υπήρξε ποτέ νόμιμος κομιστής της ... επιταγής ποσού 240.000 ευρώ, ούτε την παρέδωσε στον τότε καθού η αίτηση, επιβεβαίωσε τους περιεχόμενους στην αίτηση ψευδείς ισχυρισμούς του, καταθέτοντας ενόρκως ότι ήταν βάσιμοι, παρέχοντας έτσι εν γνώσει του σπουδαία και άμεση συνδρομή σ' αυτόν (αυτουργό) κατά την εκτέλεση και στη διάρκεια της παραπάνω πράξεως, προκειμένου να ωφεληθεί κατά το ως άνω ποσό, ε) η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του δικές του αιτιολογημένες σκέψεις, που να στηρίζουν τη δευτεροβάθμια κρίση του, αλλά παραπέμπει στο περιεχόμενο της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως, είναι αβάσιμη, διότι το Συμβούλιο εκθέτει στο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, που φέρονται ότι διέπραξαν οι αναιρεσείοντες, με δικές του σκέψεις και αιτιολογία αντιμετώπισε τις αιτιάσεις αυτών κατά της παραπεμπτικής κρίσεως του πρωτόδικου βουλεύματος και δεν αναφέρθηκε ούτε και συμπληρωματικά ακόμα στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση και στ) επίσης και η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα εμφιλοχώρησαν ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές και αιτιολογίες ως προς την ταυτότητα των εγκλημάτων που φέρονται ότι διέπραξαν είναι αβάσιμη, αφού η αιτιολογία του βουλεύματος είναι σαφής και πλήρης χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - έλλειψη νόμιμης βάσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις, που πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση των άνω λόγων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθούν οι 229/28.12.2009 και 215/7.12.2009 αιτήσεις (δηλώσεις) των 1) Χ2 και 2) Χ1, αντιστοίχως, για αναίρεση του 2197/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αθήνα, 12 Απριλίου 2010
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπ' αριθμό εκθέσεως 215/7-12-2009 και 229/28-12-2009 αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 κατά του υπ' αριθμό 2197/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παράγραφο 3 α του ιδίου άρθρου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15000 ευρώ ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως να το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη.
Απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή, που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή ψευδών κατά το περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη και σε βάρος του αντιδίκου του, συνεπεία της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ' ειδική διαδικασία, στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει επί υποθέσεων της εκουσίας δικαιοδοσίας και εκείνες που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρ. 682 επ. Κ.Πολ.Δ.) και στις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει κατά πιθανολόγηση των προβαλλομένων ισχυρισμών, συντελούμενη με οποιοδήποτε πρόσφορα αποδεικτικά μέσα. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς που προβάλλεται ο υπαίτιος, όπως ενισχύονται από προσκομιζόμενα αναληθή αποδεικτικά μέσα, παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη και σε βάρος του αντιδίκου του. Όταν η πράξη της απάτης δεν ολοκληρώθηκε και η αγωγή ή αίτηση του υπαίτιου απερρίφθη από το δικαστήριο ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη χωρίς να επέλθει βλάβη συντρέχουν όμως οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, όπως όταν ο υπαίτιος προέβη στην απατηλή συμπεριφορά με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, υπάρχει απόπειρα απάτης της οποίας άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενική υποστάσεως και που τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που θα συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις είτε η ανάληψη συμβατικών υποχρεώσεων. Όταν όμως οι τελευταίες συνδέονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 β του ΠΚ στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, συνάγεται ότι, άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και τη διάρκεια της κυρίας πράξεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του αμέσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κυρίας πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξεως, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ιδίας πράξεως.
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Πολ.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Πολ.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά τα περιστατικά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι επιλεκτικώς ορισμένα από αυτά, δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των αξιολογικής συσχετίσεως καθόσον πλήττεται σε τέτοιες περιπτώσεις η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου ως προς την συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Εξ άλλου λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Πολ.Δ., συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σε τέτοια διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματική έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα του δέχθηκε, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα όπως το περιεχόμενο της μηνύσεως οι καταθέσεις του μηνυτή και των μαρτύρων που εξετάστηκαν και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με τις απολογίες των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και του συγκατηγορουμένου τους (που δεν έχει ασκήσει αναίρεση) και τα υπομνήματά τους, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με σύμβαση εκτελέσεως έργων που συνήφθη στις 12-3-2002 μεταξύ των α) Δημοτικής Επιχείρησης Κατασκευών και Ανάπτυξης Φιλιππιάδας, (νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου), εκπροσωπούμενης από το Δήμαρχο Φιλιππιάδας, β) εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "LENOIR INVESTMENTS LTD" νομίμως εκπροσωπουμένης και γ) εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΑΤΕ", νομίμως εκπροσωπουμένης, αφ' ετέρου, η τελευταία ανέλαβε, έναντι του αναγραφόμενου σ'αυτή τιμήματος την εκτέλεση των έργων της κατασκευής βιολογικού καθορισμού αστικών λυμάτων Φιλιππιάδας και της κατασκευής και ασφαλτόστρωσης δημοτικών οδών του Δήμου Φιλιππιάδας σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στη σύμβαση αυτή. Στο πλαίσιο της ως άνω συμβάσεως εκτελέσεως έργων με το από 26/3/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας "... ΑΤΕ" και της εταιρείας "LENOIR INVESTMENTS LTD", νομίμως εκπροσωπουμένων, η πρώτη από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής ΑΑ και η δεύτερη από τον Χ3, συγκατηγορούμενο των εκκαλούντων, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση συντάξεως των μελετών του αναληφθέντος από την πρώτη ως άνω τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΤΕ" έργου, καθώς και την επίβλεψη κατασκευής τούτου έναντι αναφερομένης σ' αυτό αμοιβής και τους ειδικοτέρους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτό. Την ίδια ημέρα (26-3-2002) και μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων μερών υπεγράφη και δεύτερο συμφωνητικό, διευκρινιστικό του πρώτου, με το οποίο μεταξύ των μερών συνομολογήθηκαν κατά τα ουσιώδη σημεία τα ακόλουθα: "... Η αναγραφόμενη στον όρο 4 επιταγή της Τράπεζας ALPHA BANK που χορηγεί η ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ "... ΑΤΕ" στην "ΑΝΑΔΟΧΟ" με αριθμ. ... επιδόσεως της στην ... με ημεροχρονολογία 15-9-2002 ποσού 1.790.924 ευρώ πληρωτέα σε διαταγή της αναδόχου σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εργοδότου στην άνω Τράπεζα επιστρέφεται από την ανάδοχο και παραδίδεται στα χέρια του εκπροσώπου της εργοδότου και αντικαθίσταται με τις ακόλουθες επτά (7) τραπεζικές επιταγές της ΑLPHA BANK εκδόσεως του εργοδότου στην ... με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., ποσού οι μεν έξι (6) εξ αυτών 240.000 ευρώ εκάστη, η δε έβδομη 300.925 ευρώ που φέρουν ως ημεροχρονολογίες εκδόσεως (μεταχρονολογημένες) εκάστη αντίστοιχα τις ακόλουθες ημερομηνίες ήτοι 26.6.2002, 5.7.2002, 10.7.2002, 20.7.2002, 25.7.2002, 1.8.2002 και 12.8.2002 πληρωτέες σε διαταγή της αναδόχου "LENOIR INVESTMENTS LTD" σε χρέωση του υπ' αρ. ... λογαριασμού που τηρεί η εκδότης στην ALPHA BANK. Όλες οι προαναφερθείσες επιταγές δι' εγχειρίσεως μεταβιβάζονται κα παραδίδονται στον εκπρόσωπο της β' των εδώ συμβαλλομένων κ. Χ3 ο οποίος και μόνο τόσον υπό την ως άνω ιδιότητά του όσον και ατομικά από τούδε και εφεξής καθίσταται θεματοφύλακας τούτων σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ ... . Τα ανωτέρω συμβαλλόμενα μέρη ρητά συμφωνούν ότι οι προς παρακατάθεση δοθείσες στην ανάδοχο άνω αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές θεματοφύλακας των οποίων ορίζεται ο εκπρόσωπος αυτής Χ3 θα επιστρέφονται και θα εγχειρίζονται στον εκπρόσωπο της εργοδότου εντός τριών (3) ημερών από της αναγραφομένης σε εκάστη τούτων ημερομηνία εκδόσεως-πληρωμής χωρίς η εργοδότης να έχει οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής του αναγραφόμενου σε εκάστη επιταγή ποσού στην ανάδοχο. Την αυτή ως άνω υποχρέωση δηλ. της επιστροφής των άνω επιταγών εντός του αυτού ως άνω χρονικού διαστήματος έχει η ΑΝΑΔΟΧΟΣ σε περίπτωση που μέχρι την 26-4-2002 δεν θα έχει καταβληθεί στην ΕΡΓΟΔΟΤΗ η προβλεπόμενη στην από 12-3-2002 σύμβαση εκτέλεσης έργων προκαταβολή. Σε περίπτωση που η ανάδοχος δεν επιστρέψει στην εργοδότη εντός του άνω χρονικού διαστήματος την αντίστοιχο εκάστοτε επιταγή η εργοδότης δικαιούται να αξιώσει την επιστροφή όλων των υπαρχουσών στην ανάδοχο άνω επιταγών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των άρθρ. 822 επ. ΑΚ ...". Πιθανολογείται ότι λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναδόχου εταιρείας "LENOIR INVESTMENTS LTD" και επειδή δεν κατεβλήθη μέχρι 26-4-2002 κατά τα συμφωνηθέντα η προκαταβολή για την εκτέλεση των έργων στην εταιρεία "... ΑΤΕ", η τελευταία με την από 4-6-2002 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση πρόσκληση ζήτησε την επιστροφή όλων των παραδοθεισών προς παρακαταθήκη επιταγών της ALPHA BANK, ενώ παράλληλα με το κοινοποιηθέν στην τράπεζα αυτή άνω εξώδικο, ζήτησε την επιστροφή των επιταγών στον εκπρόσωπο της ΑΑ και κάλεσε στην πληρώτρια τράπεζα να αρνηθεί ρητώς και αμετακλήτως την είσπραξη τους από οποιονδήποτε κομιστής τους και προβεί στην σφράγισή τους επιθέτοντας επί του σώματος αυτών τη σχετική περί μη πληρωμής τους σημείωση παρά την ύπαρξη επαρκούς υπολοίπου στον τηρούμενο λογαριασμό της στην τράπεζα αυτή. Ο νόμιμος όμως εκπρόσωπος της εταιρείας "LENOIR INVESTMENTS LTD" Χ3 κατά παράβαση των όσων παραπάνω συμφωνήθηκαν, μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως προς τον AA, την υπ' αρ. ... άνω επιταγή, ο οποίος φέρεται να του την επέστρεψε κατόπιν μη πληρωμής της συνεπεία ανακλήσεως από την προαναφερόμενη εκδότρια εταιρεία. Ο εγκαλών Ψ, όπως προέκυψε, το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου 2002 κατέστη νόμιμος κομιστής της πιο πάνω επιταγής με οπισθογράφηση από την εταιρεία "ΛΑΤΙΝΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΠΕ" χωρίς να προκύπτει με σαφήνεια πως περιήλθε στην κατοχή της εταιρείας αυτής η εν λόγω επιταγή, λόγω ύπαρξης οφειλής της τελευταίας προς αυτόν και δη ποσού 80.000 ευρώ που αντιπροσωπεύει το τίμημα από τη μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων του της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΕΛΛΕΣ ΕΠΕ" της οποίας ήταν αφενός εταίρος και η οποία στη συνέχεια λειτουργούσε με την προαναφερόμενη επωνυμία, αλλά και κάποιων ανεξόφλητων τμηματικών καταβολών που είχε πραγματοποιήσει στην παραπάνω εταιρεία ως χρηματοδότηση. Η επιταγή αυτή εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα στις 23-7-2002 και δεν πληρώθηκε λόγω ανακλήσεώς της από την εκδότρια εταιρεία. Στη συνέχεια ο εγκαλών πληροφορήθηκε ότι στις 20-9-2002 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδικαζόταν αίτηση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου Χ2, με την οποία ζητούσε να διαταχθεί η δικαστική μεσεγγύηση της ως άνω επιταγής (υπ' αριθμ. ...) και της υπ' αρ. ... επιταγής ποσών αντίστοιχα 240.000 και 300925 ευρώ, να οριστεί αυτός ως μεσεγγυούχος τούτων και να εκδοθεί προσωρινή διαταγή με την οποία να απαγορεύεται κάθε νομική και πραγματική μεταβολή των επιταγών αυτών. Με την αίτηση αυτή και κατά τα ουσιώδη μέρη της ο αιτών Χ2 διατεινόταν ενώπιον του δικαστηρίου και με καθολική αναφορά στο περιεχόμενο μηνύσεώς του κατά του ΒΒ ότι: 1) Το τελευταίο δεκαήμερο του μηνός Μαΐου 2002 ο ΒΒ του παρουσιάστηκε ως πρόσωπο δυνάμενο να προβεί σε προεξόφληση επιταγών, 2) κατά το ίδιο διάστημα σε μεταξύ τους συνάντηση του παρέδωσε την υπ' αριθμό ... επιταγή, εκδόσεως 20-7-2002 στη ... από την εταιρεία "... ΑΤΕ" σε διαταγή "LENOIR INVESTMENTS LTD" ποσού 240.000 ευρώ την οποία κατείχε ως κομιστής από λευκή οπισθογράφηση λόγω όμως της δηλωθείσης από τον ΒΒ αδυναμίας του να προβεί στην προεξόφληση την έλαβε πίσω από αυτόν για να του την παραδώσει εκ νέου στις 4-6-2002 μαζί με τις υπ' αριθμούς ... και ... επιταγές μετά τις διαβεβαιώσεις τούτου ότι πλέον μπορούσε να προβεί στην προεξόφληση και 3) ότι ο ΒΒ ουδέποτε προέβη στην προεξόφληση και ότι αυτός από τις ανωτέρω επιταγές του επέστρεψε μέσω του δικηγόρου του Χ1 μόνο την υπ' αριθμό ... επιταγή, ιδιοποιούμενος παράνομα. Τα σώματα των λοιπών επιταγών συνολικής ενσωματωμένης αξίας 500.925 ευρώ, περιστατικά όμως που ήταν ψευδή και ο ίδιος (Χ2) τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, καθόσον τελούσε εν γνώσει του γεγονότος ότι ουδέποτε υπήρξε νόμιμος κομιστής της επιταγής αυτής, ούτε την παρέδωσε στον τότε καθού η αίτηση, με την οποία επίσης εν γνώσει του επιχείρησε να προκαλέσει στο δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου την πεπλανημένη εντύπωση ότι νομιμοποιείται να ζητήσει τη δικαστική μεσεγγύηση της επιταγής, το διορισμό του ως μεσεγγυούχου της επιταγής, και την απαγόρευση κάθε νομικής και πραγματικής μεταβολής της σχετικά με την κυκλοφορία και χρήση της και να εμποδίσει έτσι τον εγκαλούντα να επιδιώξει την είσπραξή της από την εις διαταγήν δικαιούχο εταιρεία "LENOIR INVESTMENTS LTD" νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ3, συγκατηγορούμενος του, με παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το ποσό της επιταγής και αντίστοιχη ισόποση ζημία του εγκαλούντος εξ αιτίας ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεώς του από την επιταγή. Περαιτέρω προκειμένου να επιτύχει τον ανώτερο σκοπό του ο κατηγορούμενος ενίσχυσε τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς του με την εξέταση στη δικάσιμο της 20/2/2002 του συγκατηγορουμένου του Χ1, ο οποίος αν και γνώριζε ότι ο αιτών δεν υπήρξε ποτέ νόμιμος κομιστής της προαναφερθόμενης επιταγής ούτε την παρέδωσε στον τότε καθού η αίτηση επιβεβαίωσε τους περιεχόμενους στην αίτηση ψευδείς ισχυρισμούς καταθέτοντας ότι ήταν βάσιμοι (ο ίδιος απολογούμενος στην ανακρίτρια ανέφερε μεταξύ άλλων και ότι "Απ' ότι μου είπε ο Χ2 εκείνη την ημέρα είχε δώσει στον ΒΒ τρεις επιταγές ανάμεσα στις οποίες και την επίδικη εγώ δεν το γνώριζα ... στο δικαστήριο κατέθεσα ό,τι μου είπε ο Χ2 ότι έγινε εφόσον δεν έλαβε χώρα ενώπιόν μου η παράδοση των επιταγών ... δεν γνώριζα και ούτε είχα καμία σχέση με τα εμπλεκόμενα με την επιταγή φυσικά ή νομικά πρόσωπα ..."), παρέχοντας έτσι εν γνώσει του στον Χ2 σπουδαία και άμεση συνδρομή κατά την εκτέλεση και στη διάρκεια της άνω αξιοποίνου πράξεως, η οποία δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως των κατηγορουμένων και συγκεκριμένα διότι ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν πείστηκε σχετικά με το γεγονός ότι ο Χ2 ήταν νόμιμος κομιστής της επιταγής και με την υπ' αριθμό 2527/2003 απόφασή του απέρριψε την ως άνω αίτηση. Τα παραπάνω περιστατικά επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της απολογίας του Χ2 από την οποία σαφώς προκύπτει ότι μεθοδευμένα υπέβαλε την προαναφερόμενη αίτηση, καθόσον, όπως ο ίδιος μεταξύ άλλων, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις της Ανακρίτριας, ρητά αναφέρει ότι ήταν νόμιμος κομιστής της επιταγής, άσκησε την από 12-7-2002 αίτηση κατά του ΒΒ με αίτημα τη δικαστική μεσεγγύηση και τον ορισμό του ως μεσεγγυούχο διότι ήταν και αυτός υπεύθυνος και του είπε ο Χ1 ότι αυτό έπρεπε να κάνει και ότι ενήργησε δικαστικά κατά του ΒΒ επειδή ο Χ3 τον έβριζε και του έλεγε ότι είχε κάνει συμπαιγνία με το ΒΒ για να πάρουν την επιταγή, ότι όλο αυτό είναι κόλπο. Εξ άλλου, πρέπει να αναφερθεί, ότι τεχνηέντως στην αίτηση απέφυγε να αναφερθεί στην αιτία κτήσεως των αξιογράφων, ενώ, αν ήταν αληθινοί οι ισχυρισμοί του, θα είχε φροντίσει να είχε κάποιο αποδεικτικό έγγραφο, αφού ο καθού η αίτηση ΒΒ στον οποίο ισχυριζόταν ότι τα παρέδωσε (αξιόγραφα) ήταν άγνωστό του πρόσωπο (απολογούμενος αναφέρει ότι από ό,τι κατάλαβε ήταν γνωστός του δικηγόρου Χ1) και είναι απορίας άξιον πως εμπιστεύθηκε σ' αυτόν αξιόγραφα συνολικού ποσού 780.000 ευρώ, δεν προέβη στην κήρυξη των εν λόγω πιστωτικών τίτλων ανισχύρων, δεν απέστειλε έγγραφη ειδοποίηση στον εκδότη των επιταγών, αλλά και δεν όχλησε ούτε τον τότε παρεμβαίνοντα και ήδη εγκαλούντα Ψ. Επίσης προέκυψε ότι ο εγκαλών με αίτησή του που υπέβαλε την14/1/2003 ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ζήτησε και πέτυχε την έκδοση δυνάμει της υπ' αριθμό ... επιταγής της με αριθμό 5/2003 διαταγής πληρωμής, η οποία διέταξε την καταβολή προς τον αιτούντα ποσού 240.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, αλληλέγγυα και εις ολόκληρο από τους καθών αυτή δηλαδή από την εταιρεία "... ΑΤΕ", την εταιρεία "LENOIR INVESTMENTS LTD" το AA και την εταιρεία "ΛΑΤΙΝΟΕΜΠΟΡΙΚΗ".
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου, ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας, από τη οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ όσον αφορά τον πρώτο τούτων (Χ2) και της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους με πρόκληση ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ, όσον αφορά τον δεύτερο (Χ1) και για το λόγο αυτό απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμες τις ασκηθείσες από τους ήδη αναιρεσείοντες εφέσεις κατά του 1274/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά τις διατάξεις του που αφορούσαν τους ίδιους και με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί και ο συγκατηγορούμενος των Χ3 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Πολ.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε και την κυρία ανάκριση που ακολούθησε για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήθηκε από τον υπαίτιο εκ των ήδη αναιρεσειόντων Χ2 να προκληθεί η εξαπάτηση του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επελήφθη της εκδικάσεως της αιτήσεως του για να τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση και η επίμαχη τραπεζική επιταγή ποσού 240.000 ευρώ για την οποία ψευδώς, ισχυριζόταν ο άνω αναιρεσείων ότι ήταν νόμιμος κομιστής της κατόπιν οπισθογραφήσεως της από προηγούμενο κομιστή για το ύψος του επιδιωχθέντος παρανόμου περιουσιακού οφέλους και την αντίστοιχη ζημία σε βάρος του εγκαλούντος για την συμπεριφορά του ετέρου των αναιρεσειόντων Χ1 με τα όσα δέχθηκε και κατέθεσε εξεταζόμενος κατά πρόταση του άνω συγκατηγορουμένου του ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων περί της αληθείας των όσων ισχυριζόταν ως αιτών ο εν λόγω συγκατηγορούμενός του Χ2 για τα επί της παραπάνω τραπεζικής επιταγής δικαιώματά του ενώ εγνώριζε ότι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και για το επιδιωκόμενο να προσπορισθεί στον έτερο συγκατηγορούμενο το παράνομο περιουσιακό όφελος με την μεθόδευση υποβολής της εν λόγω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων σε περίπτωση επιτεύξεως της παραπλανήσεως του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου αλλά και για την λόγω απορρίψεως της άνω αιτήσεως από το δικαστήριο που την εκδίκασε και μη εκδόσεως αποφάσεως σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος τελέσεως της απόπειρας μόνον της άνω αξιοποίνου πράξεως από τον εκ των αναιρεσειόντων Χ2 ως αυτουργό με τη συμμετοχή του ετέρου των αναιρεσειόντων ως αμέσου συνεργού σ' αυτήν. Εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι τα άνω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν θεμελίωναν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων για το έγκλημα που τους αποδίδεται καθώς και οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά τα περιστατικά όπως και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων έκρινε το Συμβούλιο ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών του ήδη αναιρεσείοντος Χ2 ως αυτουργού της κακουργηματικού χαρακτήρα απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας από την οποία το επιδιωχθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προκληθείσα ζημία υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ και του έτερου των αναιρεσειόντων κατηγορουμένου Χ1 ως αμέσου συνεργού στην άνω αξιόποινη πράξη μετά την υπαγωγή των άνω περιστατικών στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1 β, 27, 42 παρ. 1, 46 παρ. 1 β, 51, 52, 386 παρ. 1 β και 3 β Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύουν, και τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δεν στερείται έτσι το βούλευμα νομίμου βάσεως. Ειδικότερα και σε σχέση με τις επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων εφόσον γίνεται μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών δεν ήταν αναγκαίο για την άνω παραπεμπτική κρίση του ειδική μνεία από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυπτε κάθε παραδοχή ούτε επιβαλλόταν να παρατίθεται στο βούλευμα το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων και των απολογιών των κατηγορουμένων σχετικά με την περιέλευση της επίμαχης επιταγής ποσού 240.000 ευρώ στον εγκαλούντα και για το πρόσωπο που εδικαιούτο να κατέχει αυτήν την επιταγή όταν ζητήθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα Χ2 προσωρινή δικαστική προστασία με την αίτηση για να τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση. Κατά τις παραδοχές τους Συμβουλίου Εφετών από τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν ο εγκαλών είχε καταστεί εξ οπισθογραφήσεως κομιστής της επίμαχης υπ' αριθμό ... επιταγής με βάση τη σειρά οπισθογραφήσεων επί του άνω αξιόγραφου πριν από την υποβολή από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 της από 12/7/2002 αιτήσεως για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με αυτήν και μια ακόμη επιταγή ποσού 300.925 ευρώ και τη συζήτηση στο δικαστήριο της άνω αιτήσεως στις 20/9/2002. Δεν έχουν εμφιλοχωρήσει στο προσβαλλόμενο βούλευμα ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και παραδοχές ως προς την ταυτότητα και τα στοιχεία της αξιοποίνου πράξεως που έγινε δεκτό ότι επιχείρησε να τελέσει ο αναιρεσείων Χ2 με την άμεση συνδρομή του ετέρου αναιρεσείοντος Χ1 παρά τις περί του αντιθέτου αβάσιμες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων. Από όσα δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι κατά την απολογία των στην κυρία ανάκριση ανέφεραν οι ήδη αναιρεσείοντες, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις της ανακρίτριας, και ειδικότερα ότι ο Χ2 δέχθηκε ότι δεν ήταν ο ίδιος νόμιμος κομιστής της επίμαχης επιταγής και υπέβαλε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για να τεθεί υπό μεσεγγύηση μαζί με άλλη μία επιταγή και για να διορισθεί μεσεγγυούχος αυτών διότι ήταν και αυτός υπεύθυνος και του είπε ο συγκατηγορούμενος του Χ1 ότι αυτό έπρεπε να κάνει και ότι ο τελευταίος υποστήριξε ότι δεν έλαβε χώρα παρουσία του η παράδοση των επιταγών από τον συγκατηγορούμενο του Χ2 στον ΒΒ καθώς και ότι όσα κατάθεσε ως μάρτυρας στη δίκη επί της άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων για τη δικαστική μεσεγγύηση είναι αυτά που του είπε ο συγκατηγορούμενος του Χ2, δεν έπεται ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα. Από το Συμβούλιο έγινε ιδιαίτερη μνεία των ανωτέρω περικοπών από τις απολογίες των κατηγορουμένων ως ιδιαίτερης βαρύτητας χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση των όσων προέκυπταν από άλλα αποδεικτικά μέσα για την γνώση αυτών των περιστατικών προς αιτιολόγηση της κρίσεως του περί της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων για την αναλήθεια των ισχυρισμών του εξ αυτών Χ2 περί δικαιωμάτων του επί της άνω επιταγής για την εξασφάλιση των οποίων να ήταν δυνατό να διαταχθεί η δικαστική μεσεγγύηση της ως ασφαλιστικό μέτρο και ότι όσα κατέθεσε ο αναιρεσείων Χ1 εξεταζόμενος κατά πρόταση του άνω συγκατηγορουμένου του ως μάρτυρας κατά την συζήτηση της άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων συνιστούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των ενίσχυση την προβληθέντων υπό του Χ2 ως αιτούντος ψευδών ισχυρισμών που κατέτειναν χωρίς τελικά να επιτευχθεί σε παραπλάνηση του δικαστή που συγκροτούσε το δικάζον την αίτηση Μονομελές Πρωτοδικείο ώστε να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με τις απόψεις του εν λόγω συγκατηγορουμένου του. Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην ποινική δίκη επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικό μέσο είτε είναι από αυτά που αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο 178 είτε άλλα ακόμη και άκυρα, αρκεί η χρησιμοποίηση τους να μην απαγορεύεται από το νόμο είτε ρητώς είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 16 του ν. 1882/1990 "μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις" συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων για ποιανδήποτε συναλλαγή θεωρούνται, μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία καταρτίσεως και υπογραφής, από την αρμόδια ΔΟΥ, άλλως είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Περαιτέρω με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 2386/1996 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην ως άνω παράγραφο, το οποίο ορίζει ότι κατ' εξαίρεση δεν θεωρούνται τα συμφωνητικά του προηγουμένου εδαφίου που καταρτίζονται από επιτηδευματίες ή τρίτους με το Δημόσιο κλπ. Εν όψει, του επιδιωκόμενου με τη διάταξη αυτή σκοπού, η ως άνω κύρωση παρά τη γενικότητα με την οποία διατυπώνεται περιορίζεται σε μόνα τα συμφωνητικά που αφορούν συναλλαγές ανάμεσα σε τρίτους από τις οποίες πηγάζουν φορολογητέα εισοδήματα των επιτηδευματιών αυτών και μόνο έναντι της φορολογικής αρχής χωρίς η ακυρότητα να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων.
Δεν εμποδιζόταν συνεπώς το Συμβούλιο να λάβει υπόψη του, παρά το ότι δεν υπεβλήθησαν εντός δεκαημέρου από της υπογραφής των στην οικεία ΔΟΥ προς θεώρηση, τα από 26/3/2002 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά που όπως δέχθηκε καταρτίστηκαν μεταξύ της εταιρείας "... ΑΤΕ" και της εταιρείας LENOIR INVESTMENTS LTD και περί των οποίων γίνεται μνεία ως προς τα κυρία στοιχεία του περιεχομένου των στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ως έγγραφα που περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στο άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα και δεν επήλθε από τη λήψη υπόψη των άνω εγγράφων ουδεμία ακυρότητα της ποινικής διαδικασία. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι δεν μπορούσαν να αποτελέσουν μέσο αποδείξεως τα άνω ιδιωτικά συμφωνητικά ως αντιφατικού περιεχομένου και λόγω μη προηγηθείσης θεωρήσεως των από την αρμόδια ΔΥΟ εντός δέκα ημερών και δεν ιδρύουν, όπως εκτιμώνται λόγο αναιρέσεως ούτε από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. για απόλυτη ακυρότητα, ορθώς δε έλαβε υπόψη το δικαστικό συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του κατά τα αναφερόμενα στο βούλευμα όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα της δικογραφίας. Απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ2 για το ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα εξεδόθη κατόπιν παραπομπής και αναφοράς στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση καθόσον το Συμβούλιο προήλθε στην έκθεση των περιστατικών που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκαν να δικασθούν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο και στην αντιμετώπιση των αιτιάσεων που προέβαλαν αυτοί με τις εφέσεις των κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος με δικές του σκέψεις και αιτιολογίες χωρίς παραπομπή στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών. Εξ άλλου οι αντίθετοι προς τις παραδοχές της αποφάσεως ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων με τους οποίους υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη οποιουδήποτε προσώπου ζητεί δικαστική προστασία και τη διασφάλιση του οποίου προβλέπει το άρθρο στης Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιτρέπεται ο κατηγορούμενος που ασκεί αναίρεση κατά βουλεύματος ή αποφάσεως προς ενίσχυση ενός από τους αναιρετικούς λόγου από αυτούς που αναφέρονται περιοριστικώς στα άρθρα 484 και 510 Κ.Πολ.Δ. Οι προϋποθέσεις του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά τα οριζόμενα στην ισχύουσα ημεδαπή νομοθεσία δεν είναι οι ίδιες με εκείνες των λοιπών ενδίκων μέσων αλλά αυστηρότερες. Έτσι δεν παρεμποδίζεται η ελευθερία προσβάσεως κάθε αιτούντος στο ακυρωτικό Δικαστήριο όπως ο Άρειος Πάγος κατά τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό ώστε να συνιστά παραβίαση του άρθρου στης ΕΣΔΑ η μη αναγνώριση από την ελληνική νομοθεσία ως λόγου αναιρέσεως κατά ποινικών αποφάσεων ή βουλευμάτων της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων διότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την ορθότητα αυτών από νομική άποψη και δεν ερευνά την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων επί των οποίων κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας. Είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ1 ότι επιτρεπόταν η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων στο ενώπιον του Αρείου Πάγου στάδιο της ποινικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ οι προβλεπόμενες από το οποίο εγγυήσεις δεν παραβιάσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση αφού κατά τα ανωτέρω διαπιστωθέντα το προσβαλλόμενο βούλευμα έλαβε υπόψη του το σύνολο των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και παραθέτει χωρίς αντιφάσεις τα κατά τις παραδοχές του προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά από τα οποία εδικαιολογείτο η κρίση του περί παραπομπής των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για να δικασθούν δια απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου με σκοπό παράνομου οικογενειακού οφέλους δια προκλήσεως ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας ανώτερης των 73.000 ευρώ ο Χ2 και για άμεση συνεργεία σε αυτήν ο Χ1. Επομένως είναι αβάσιμοι οι προσβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νομίμου βάσεως καθώς και για απόλυτη ακυρότητα. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 7-12-2009 και από 28-12-2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθ. 2197/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου επί σκοπώ παρανόμου περιουσιακού οφέλους δια προκλήσεως ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας ανωτέρως των 73.000 € (ο 1ος κατηγορούμενος). Άμεση συνέργεια στην παραπάνω πράξη (ο 2ος κατηγορούμενος). Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για αμφοτέρους τους κατηγορουμένους για τις άνω πράξεις. Συνεκδίκαση των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκήθηκαν χωριστά από καθένα των δύο κατηγορουμένων. Απόρριψη κατ' ουσία και των δύο αιτήσεων. Αβάσιμος ο περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως. Δεν ήταν αναγκαίο για την παραπεμπτική κρίση του Συμβουλίου να γίνεται μνεία από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυπτε κάθε παραδοχή ούτε επιβαλλόταν να παρατίθεται στο βούλευμα το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων και των απολογιών των κατηγορουμένων για τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν. Δεν εμφιλοχώρησαν στο βούλευμα ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και παραδοχές ως προς την ταυτότητα και τα στοιχεία της αξιοποίνου πράξεως που έγινε δεκτό ότι επιχείρησε να τελεύσει ο 1ος κατηγορούμενος με την άμεση συνδρομή του 2ου κατηγορουμένου, αφού προκύπτει από την απολογία των κατά την κύρια ανάκριση ότι δεν ήταν ο 1ος νόμιμος κομιστής της επιταγής και υπέβαλε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για να τεθεί υπό μεσεγγύηση μαζί με άλλη επιταγή, διότι ήταν και αυτός υπεύθυνος και του υπέδειξε ο 2ος κατηγορούμενος ότι αυτό έπρεπε να κάνει, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος που εξετάσθηκε ως μάρτυρας στη δίκη επί της άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων είπε ότι όσα κατέθεσε είναι αυτά που του είπε ο 1ος κατηγορούμενος. Και όσα ελέχθησαν από τους κατηγορούμενους κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι αποτελούσαν ψευδείς ισχυρισμούς του 1ου κατηγορουμένου που κατέτειναν σε παραπλάνηση του δικαστή, που δίκαζε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που δεν επιτεύχθηκε τελικά, και σε μαρτυρία του 2ου κατηγορουμένου που κατέτεινε σε εν γνώσει της αναληθείας των κατατιθεμένων, ενίσχυση των προβληθέντων από τον 1ο κατηγορούμενο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ψευδών ισχυρισμών ώστε να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με αυτούς τους ισχυρισμούς. Δεν εμποδιζόταν το Συμβούλιο να λάβει υπόψη του μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα αναφερόμενα ότι καταρτίστηκαν δύο ιδιωτικά συμφωνητικά για συμβάσεις έργου μεταξύ αντισυμβαλλομένων εταιρειών, ως περιλαμβανόμενα σε εκείνα που αναφέρει το άρθρο 178 ΚΠΔ, παρά τη μη θεώρησή των από την αρμόδια ΔΟΥ εντός 10 ημερών από της υπογραφής των, διότι το άρθρο 8%16 Ν. 1882/1190 όπως τροπ. με το άρθρο 8§2 Ν. 2386/1996 προβλέπουν κυρώσεις που περιορίζονται σε συμφωνητικά για συναλλαγές ανάμεσα σε τρίτους από τις οποίες πηγάζουν φορολογητέα εισοδήματα των επιτηδευματιών και μόνο έναντι της φορολογικής αρχής, χωρίς επέκταση της ακυρότητας μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν ιδρυόταν ούτε λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α΄ σε συνδ. με το άρθρο 171 § 1 ΚΠΔ, αλλά ορθώς συνεκτιμήθηκε από το Συμβούλιο Εφετών μαζί με άλλες αποδείξεις για σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Είναι απορριπτέος και ο λόγος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νομίμου βάσεως έτερος λόγος της αιτήσεως του 2ου κατηγορουμένου, διότι δεν επιτρέπεται να γίνεται στον Άρειο Πάγο κατά την επί της αιτήσεως αναιρέσεως διαδικασία έλεγχος της εκτιμήσεως των αποδείξεων και δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ η αναγνώριση από την ελληνική νομοθεσία να γίνεται από τον Άρειο Πάγο μόνον έλεγχος της ορθότητας των βουλευμάτων και των ποινικών αποφάσεων και όχι έρευνα της ουσιαστικής εκτιμήσεως των αποδείξεων επί των οποίων κρίνουν κυριαρχικά τα δικαστικά συμβούλια και τα δικαστήρια της ουσίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Απόπειρα.
| 0
|
Αριθμός 1112/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 3714/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Ανανιάδου-Τσουκαλά. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1752/2009.
Αφού άκουσε Τις πληρεξούσιες δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται: α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Ψευδορκία διαπράττει και ο ψευδομηνυτής όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της εγκλήσεώς του ενώπιον του αρμόδιου οργάνου στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μηνύσεως ή εγκλήσεως ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της μηνύσεως ή εγκλήσεώς του, πλην όμως, γενόμενη, θεμελιώνει, συντρεχόντων και των λοιπών παραπάνω στοιχείων, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς μαρτυρικής κατάθεσης. Εξάλλου κατά το άρθρο 362 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, ενώ κατά το άρθρο 363 του ίδιου Κώδικα, αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυριστεί ή να διαδόσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, να είναι κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός και αν αξιώνονται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3714/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και η απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "O κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε τουλάχιστον από το έτος 2000 επιχείρηση μηχανοργάνωσης και ηλεκτρονικών υπολογιστών και είχε αναλάβει τη μηχανοργάνωση συγκεκριμένων Δήμων του νομού ..., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης την από 21 Απριλίου 2003 μήνυσή του κατά των υπαλλήλων της εταιρείας μηχανοργάνωσης ΔΕΛΤΑ ... ... και Ψ, όπως αυτολεξεί η μήνυση αυτή περιέχεται στο διατακτικό της παρούσης αποφάσεως, στο οποίο το Δικαστήριο κατά λέξη αναφέρεται. Με την μήνυση αυτή, όσον αφορά τον μηνυτή Ψ, τον καταμήνυσε και ζητούσε την τιμωρία του για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Με την παραπάνω μήνυσή του, ο κατηγορούμενος καταμήνυε εν γνώσει του ψευδώς τον ήδη μηνυτή, ότι τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη, με σκοπό να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρεφόταν η καταγγελία και να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, αναφέροντας για τον εν λόγω καταμηνυόμενο και ήδη μηνυτή, ότι, εκείνος, επιδιώκοντας να τον βλάψει επαγγελματικά και ηθικά, υποβαθμίζοντας τις προσφερόμενες από αυτόν υπηρεσίες πληροφορικής, ώστε να επιφέρει διακοπή των επαγγελματικών του σχέσεων με τους ΟΤΑ, διέδωσε εν γνώσει ψευδώς στους υπαλλήλους των Δήμων που αυτός παρέσχε τις υπηρεσίες μηχανοργάνωσης, ότι είναι απατεώνας, ότι αφενός μεν αδυνατεί να τους στηρίξει τεχνικά και αφετέρου ότι αισχροκερδεί σε βάρος τους, χρεώνοντας παράνομα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά από εκείνα που αναλογούν στις παρεχόμενες υπηρεσίες προς τους ΟΤΑ και ότι η εταιρεία ΔΕΛΤΑ ... σταμάτησε τη συνεργασία μαζί του εξαιτίας των λόγων αυτών. Όμως, τα ως άνω καταμηνυόμενα, που αφορούσαν τον ήδη μηνυτή, ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος, γνώριζε την αναλήθειά τους αφενός μεν από δική του προσωπική αντίληψη των πραγμάτων και αφετέρου από την παντελή έλλειψη σχετικής πληροφορήσεως από οποιονδήποτε υπάλληλο των παραπάνω Δήμων, διότι ουδείς του μετέφερε πληροφορίες για την μηνυτή, παρά τα αντίθετα που υποστηρίζει ο κατηγορούμενος. Άλλωστε, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να αναφέρει το ονοματεπώνυμο συγκεκριμένου ατόμου που του μετέφερε τις πληροφορίες του κατηγορητηρίου για τον μηνυτή. Ειδικότερα, γνώριζε από δική του προσωπική αντίληψη ότι ο μηνυτής είχε μεταβεί στα καταστήματα των παραπάνω Δήμων αποκλειστικά για να ελέγξει τα αίτια της καθυστερήσεως του έργου της μηχανοργάνωσης που είχε αναλάβει ο κατηγορούμενος και να διερευνήσει τα παράπονα που απηύθυναν οι Δήμοι προς την εταιρεία ΔΕΛΤΑ ... και ν' αποκαταστήσει την ελαττωματικότητα της λειτουργίας του συστήματος, χωρίς αρμοδιότητες να συλλέξει πληροφορίες για τον κατηγορούμενο και την ποιότητα του έργου του. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος, φοβούμενος ότι ο υπάλληλος αυτός της εργολάβου εταιρείας πληροφορικής θα επιρρίψει τελικά ευθύνες σε βάρος του για την υπολειτουργία του συστήματος μηχανοργάνωσης των Δήμων και προκειμένου να προλάβει την τυχόν απομπομπή του από την επαγγελματική υποστήριξη της μηχανοργανώσεως των Δήμων αυτών, στράφηκε εναντίον του για να υποβαθμίσει τις διαπιστώσεις που εκείνος φοβόταν πως θα κατέληγε. Γι' αυτό, προκειμένου να προκαλέσει αμφισβητήσεις και ν' αποκρούσει τα κατά την κρίση του μέλλοντα ν' ακολουθήσουν δυσμενή αποτελέσματα του τεχνικού ελέγχου της μηχανοργάνωσης που τον αφορούσε άμεσα, τον καταμήνυσε ψευδώς με την παραπάνω μήνυσή του για να προκαλέσει την καταδίωξή του και υποβάθμιση των τυχόν δυσμενών γι' αυτόν αποτελεσμάτων από τον έλεγχο του συστήματος μηχανοργάνωσης των Δήμων.
Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ως άνω και στο διατακτικό αναφερόμενο τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας της άνω μήνυσής του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης και της αρμόδιας γραμματέως βεβαίωσε εν γνώσει του το ψευδές, περιεχόμενό της ως αληθινό και ότι με την εν λόγω μήνυσή του, ισχυρίσθηκε ενώπιον των ως άνω προσώπων, καθώς και ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της δικογραφίας, που ασχολήθηκαν με την δικογραφία και τα ονόματά τους αναφέρονται στις σχετικές εκθέσεις, εν γνώσει τα αναφερόμενα σ' αυτήν ψευδή, όπως αναφέρονται ανωτέρω και στο διατακτικό της παρούσης αποφάσεως, για τον ήδη εγκαλούντα Ψ γεγονότα, που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και για τις τρεις πράξεις, όπως κατηγορείται". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ. 2, 362 και 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει: α) την από μέρους του κατηγορουμένου υποβολή μηνύσεως κατά του εγκαλούντος με το αναφερόμενο στο σκεπτικό περιεχόμενο, β) ότι η μήνυση αυτή που απέδιδε στον εγκαλούντα την τέλεση της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του κατηγορουμένου, ήταν ψευδής, γ) ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθειά της, τη γνώση δε αυτή τη στηρίζει το Δικαστήριο στο ότι ο κατηγορούμενος είχε προσωπική αντίληψη της αναλήθειας, δ) ότι με την υποβολή της μηνύσεως ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος, ώστε να αποδυναμώσει τα δυσμενή για τον κατηγορούμενο αποτελέσματα του ελέγχου στον οποίο θα προέβαινε ο εγκαλών στο σύστημα μηχανοργάνωσης που εκτελούσε ο κατηγορούμενος, ε) ότι το ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεώς του βεβαίωσε και ενόρκως ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος εν γνώσει της αναλήθειας, ισχυριζόμενος τα ψευδή αυτά περιστατικά ενώπιον των αναφερόμενων στο σκεπτικό δικαστικών προσώπων και στ) η γνώση του κατηγορουμένου ότι τα περιστατικά αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και η θέλησή του να τα ισχυριστεί με αυτό το σκοπό. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του για τη διάπραξη των ανωτέρω εγκλημάτων και ο σκοπός του να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε την απολογία του και την κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα υπερασπίσεως ... και αυτό το στηρίζει στο ότι δέχτηκε περιστατικά αντίθετα από εκείνα που εξέθεσε ο ίδιος στην απολογία του και κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας. Όμως στα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει το Δικαστήριο στο σκεπτικό του ότι έλαβε υπόψη, περιλαμβάνεται και η απολογία του κατηγορουμένου και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, το ότι δε το Δικαστήριο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, ανάγεται στην ουσιαστική κρίση του, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), καθώς και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3714/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και τη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντως εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία των εγκλημάτων αυτών. Αιτιολογημένη καταδίκη για τα ανωτέρω εγκλήματα του κατηγορουμένου, ο οποίος καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα ότι τέλεσε σε βάρος του το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, βεβαίωσε δε και ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεως του, ισχυρισθείς τα περιεχόμενα σ' αυτήν ψευδή περιστατικά ενώπιον των δικαστικών προσώπων που έλαβαν γνώση αυτής. Αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται ο άμεσος δόλος και ο σκοπός καταδίωξης και ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 2
|
Αριθμός 1111/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 3713/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Ανανιάδου-Τσουκαλά. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1755/2009.
Αφού άκουσε Τις πληρεξούσιες δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 6 στον Ν. 3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται: α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Ψευδορκία διαπράττει και ο ψευδομηνυτής όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της εγκλήσεώς του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μηνύσεως ή εγκλήσεως ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της μηνύσεως ή εγκλήσεώς του, πλην όμως, γενόμενη, θεμελιώνει, συντρεχόντων και των λοιπών παραπάνω στοιχείων, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς μαρτυρικής κατάθεσης. Εξάλλου κατά το άρθρο 362 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, ενώ κατά το άρθρο 363 του ίδιου Κώδικα, αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει την γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυριστεί ή να διαδόσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός και αν αξιώνονται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3713/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και η απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "O κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε τουλάχιστον από το έτος 2000 επιχείρηση μηχανοργάνωσης και ηλεκτρονικών υπολογιστών και είχε αναλάβει τη μηχανοργάνωση συγκεκριμένων Δήμων του νομού Πιερίας, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης την από 21 Απριλίου 2003 μήνυσή του κατά των υπαλλήλων της εταιρείας μηχανοργάνωσης ΔΕΛΤΑ SINGULAR ... και ..., όπως αυτολεξεί η μήνυση αυτή περιέχεται στο διατακτικό της παρούσης αποφάσεως, στο οποίο το Δικαστήριο κατά λέξη αναφέρεται. Με την μήνυση αυτή, όσον αφορά τον μηνυτή ... τον καταμήνυσε και ζητούσε την τιμωρία του για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Με την παραπάνω μήνυσή του, ο κατηγορούμενος καταμήνυε εν γνώσει του ψευδώς τον ήδη μηνυτή, ότι τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη, με σκοπό να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρεφόταν η καταγγελία και να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, αναφέροντας για τον εν λόγω καταμηνυόμενο και ήδη μηνυτή, ότι, εκείνος, επιδιώκοντας να τον βλάψει επαγγελματικά και ηθικά, υποβαθμίζοντας τις προσφερόμενες από αυτόν υπηρεσίες πληροφορικής, ώστε να επιφέρει διακοπή των επαγγελματικών του σχέσεων με τους ΟΤΑ, διέδωσε εν γνώσει ψευδώς στους υπαλλήλους των Δήμων που αυτός παρέσχε τις υπηρεσίες μηχανοργάνωσης, ότι είναι απατεώνας, ότι αφενός μεν αδυνατεί να τους στηρίξει τεχνικά και αφετέρου ότι αισχροκερδεί σε βάρος τους, χρεώνοντας παράνομα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά από εκείνα που αναλογούν στις παρεχόμενες υπηρεσίες προς τους ΟΤΑ και ότι η εταιρεία ΔΕΛΤΑ SINGULAR σταμάτησε τη συνεργασία μαζί του εξαιτίας των λόγων αυτών. Όμως, τα ως άνω καταμηνυόμενα, που αφορούσαν τον ήδη μηνυτή, ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος, γνώριζε την αναλήθειά τους αφενός μεν από δική του προσωπική αντίληψη των πραγμάτων και αφετέρου από την παντελή έλλειψη σχετικής πληροφορήσεως από οποιονδήποτε υπάλληλο των παραπάνω Δήμων, διότι ουδείς του μετέφερε πληροφορίες για την μηνυτή, παρά τα αντίθετα που υποστηρίζει ο κατηγορούμενος. Άλλωστε, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να αναφέρει το ονοματεπώνυμο συγκεκριμένου ατόμου που του μετέφερε τις πληροφορίες του κατηγορητηρίου για τον μηνυτή. Ειδικότερα, γνώριζε από δική του προσωπική αντίληψη ότι ο μηνυτής είχε μεταβεί στα καταστήματα των παραπάνω Δήμων αποκλειστικά για να ελέγξει τα αίτια της καθυστερήσεως του έργου της μηχανοργάνωσης που είχε αναλάβει ο κατηγορούμενος και να διερευνήσει τα παράπονα που απηύθυναν οι Δήμοι προς την εταιρεία ΔΕΛΤΑ SINGULAR και ν' αποκαταστήσει την ελαττωματικότητα της λειτουργίας του συστήματος, χωρίς αρμοδιότητες να συλλέξει πληροφορίες για τον κατηγορούμενο και την ποιότητα του έργου του. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος, φοβούμενος ότι ο υπάλληλος αυτός της εργολάβου εταιρείας πληροφορικής θα επιρρίψει τελικά ευθύνες σε βάρος του για την υπολειτουργία του συστήματος μηχανοργάνωσης των Δήμων και προκειμένου να προλάβει την τυχόν απομπομπή του από την επαγγελματική υποστήριξη της μηχανοργανώσεως των Δήμων αυτών, στράφηκε εναντίον του για να υποβαθμίσει τις διαπιστώσεις που εκείνος φοβόταν πως θα κατέληγε. Γι' αυτό, προκειμένου να προκαλέσει αμφισβητήσεις και ν' αποκρούσει τα κατά την κρίση του μέλλοντα ν' ακολουθήσουν δυσμενή αποτελέσματα του τεχνικού ελέγχου της μηχανοργάνωσης που τον αφορούσε άμεσα, τον καταμήνυσε ψευδώς με την παραπάνω μήνυσή του για να προκαλέσει την καταδίωξή του και υποβάθμιση των τυχόν δυσμενών γι' αυτόν αποτελεσμάτων από τον έλεγχο του συστήματος μηχανοργάνωσης των Δήμων.
Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ως άνω και στο διατακτικό αναφερόμενο τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας της άνω μήνυσής του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης και της αρμόδιας γραμματέως βεβαίωσε εν γνώσει του το ψευδές, περιεχόμενό της ως αληθινό και ότι με την εν λόγω μήνυσή του, ισχυρίσθηκε ενώπιον των ως άνω προσώπων, καθώς και ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της δικογραφίας, που ασχολήθηκαν με την δικογραφία και τα ονόματά τους αναφέρονται στις σχετικές εκθέσεις, εν γνώσει τα αναφερόμενα σ' αυτήν ψευδή, όπως αναφέρονται ανωτέρω και στο διατακτικό της παρούσης αποφάσεως, για τον ήδη εγκαλούντα ..., γεγονότα, που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και για τις τρεις πράξεις, όπως κατηγορείται". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ. 2, 362 και 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει: α) την από μέρους του κατηγορουμένου υποβολή μηνύσεως κατά του εγκαλούντος με το αναφερόμενο στο σκεπτικό περιεχόμενο, β) ότι η μήνυση αυτή που απέδιδε στον εγκαλούντα την τέλεση της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του κατηγορουμένου, ήταν ψευδής, γ) ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθειά της, τη γνώση δε αυτή τη στηρίζει το Δικαστήριο στο ότι ο κατηγορούμενος είχε προσωπική αντίληψη της αναλήθειας, δ) ότι με την υποβολή της μηνύσεως ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος, ώστε να αποδυναμώσει τα δυσμενή για τον κατηγορούμενο αποτελέσματα του ελέγχου στον οποίο θα προέβαινε ο εγκαλών στο σύστημα μηχανοργάνωσης που εκτελούσε ο κατηγορούμενος, ε) ότι το ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεώς του βεβαίωσε και ενόρκως ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος εν γνώσει της αναλήθειας, ισχυριζόμενος τα ψευδή αυτά περιστατικά ενώπιον των αναφερόμενων στο σκεπτικό δικαστικών προσώπων και στ) η γνώση του κατηγορουμένου ότι τα περιστατικά αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και η θέλησή του να τα ισχυριστεί με αυτό το σκοπό. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του για τη διάπραξη των ανωτέρω εγκλημάτων και ο σκοπός του να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε την απολογία του και την κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα υπερασπίσεως ... και αυτό το στηρίζει στο ότι δέχτηκε περιστατικά αντίθετα από εκείνα που εξέθεσε ο ίδιος στην απολογία του και κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας. Όμως στα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει το Δικαστήριο στο σκεπτικό του ότι έλαβε υπόψη περιλαμβάνεται και η απολογία του κατηγορουμένου και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, το ότι δε το Δικαστήριο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, ανάγεται στην ουσιαστική κρίση του, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), καθώς και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3713/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και τη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία των εγκλημάτων αυτών. Αιτιολογημένη καταδίκη για τα ανωτέρω εγκλήματα του κατηγορουμένου, ο οποίος καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα ότι ετέλεσε σε βάρος του το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, βεβαίωσε δε και ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεως του, ισχυρισθείς τα περιεχόμενα σ' αυτήν ψευδή περιστατικά ενώπιον των δικαστικών προσώπων που έλαβαν γνώση αυτής. Αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται ο άμεσος δόλος και ο σκοπός καταδίωξης και ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1110/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010 και 27 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ1 υπηκόου Σερβίας, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος παραστάθηκε στο Συμβούλιο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 43/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 43/2010 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Σερβίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 44/2010 και ημερομηνία 29 Μαρτίου 2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Διαμαντή Δημητρόπουλου Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 581/10.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκκαλούντα - εκζητούμενο, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη έφεση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, εκτός των οριζομένων στο πρώτο των ως άνω άρθρων περιπτώσεων, και με δήλωσή του στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα... καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 19-5-2010 εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο εκκαλών- εκζητούμενος από τις Δικαστικές Αρχές της Σερβίας Χ1, αγνώστου πατρός, που γεννήθηκε στο Βελιγράδι Σερβίας, και κατοικεί στην Ελλάδα και ήδη προσωρινά κρατούμενος στις δικαστικές φυλακές ...και δήλωσε ότι παραιτείται από την υπ' αριθ. έκθεσης 44/29-3-2010 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 43/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (σε τριμερή σύνθεση), με την οποία γνωμοδότησε αυτό ότι πρέπει να εκδοθεί αυτός (εκκαλών) στις Σερβικές Δικαστικές Αρχές, που ζητούν την έκδοσή του για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, η δήλωσή του δε αυτή καταχωρίσθηκε στα ως άνω πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η ένδικη έφεση είναι απαράδεκτη, λόγω της νομότυπης παραίτησης του εκκαλούντος απ' αυτήν, και έτσι παρέλκει η περαιτέρω έρευνά της. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. εκθέσεως 44/29-3-2010 έφεση του Χ1 κατά της υπ' αριθ. 43/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (σε τριμελή σύνθεση). Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως μετά τη δήλωση του αιτούντος στο ακροατήριο για παραίτηση από την αίτηση.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 1108/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μιχαλόπουλο, περί αναιρέσεως της 76813/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 423/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο και ταυτόχρονα παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης 76813/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως της με αριθμ. ...επιταγής της τράπεζας Πειραιώς, μη πληρωθείσας ελλείψει αντικρύσματος στην άνω πληρώτρια τράπεζα, δεν συμπεριλαμβάνεται και εν λόγω τραπεζική επιταγή. Η επιταγή όμως αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του προβαλλομένου σχετικού λόγου αναιρέσεως, δεν είναι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας και συνιστά το υλικό αντικείμενο της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως, αναφέρεται στην κατηγορία, υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος ... και συμπεριλαμβάνεται στη σχηματισθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου δικογραφία και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωση της στο ακροατήριο, ο δε αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν στη δίκη συνηγόρου του, να ζητήσει από την διευθύνουσα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου της επιταγής αυτής, οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε ώστε να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωμένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο και ο σχετικός, από το άρθρο 51 0 παρ. 1 στοιχ. Α και Γ του ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, όσο και για παραβίαση της αρχής της προφορικότητας της διαδικασίας πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει την άδεια στους διαδίκους, όπως και στους συνηγόρους τους, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 335 παρ.2 του ΚΠοινΔ, εναντίον των διατάξεων που εκδίδονται από τον πρόεδρο κατά τα άρθρα 141 παρ.2, 333, 334, της παρ. 1 αυτού του άρθρου και των άρθρων 337 παρ.2 και 359, μπορεί να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 και 3 του ΚΠοινΔ, "o εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση (στα πρακτικά συνεδριάσεως) κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, και να παραδίδουν γραπτώς σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά. Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων η οποία εκδίδεται μετά από προσφυγή κατά της άρνησης του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται εναντίον της οριστικής απόφασης και μόνο μαζί με αυτήν. Τα πρακτικά ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι έχουν ορισμένο αίτημα και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, ήτοι αιτήσεις ή ενστάσεις, που έχουν έννομη σημασία και πρέπει να απαντηθούν από το Δικαστήριο. Αν ζητήθηκε η κατάθεση αυτοτελών ισχυρισμών από τον κατηγορούμενη το συνήγορό του, η τυχόν άρνηση από το διευθύνοντα τη συζήτηση να δεχθεί την κατάθεσή τους, δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ' αρθρ. 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο προς άσκηση του δικαιώματος καταθέσεως τούτων, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως από το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε ή παρά το νόμο απορρίψεως του σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, πράγμα που πρέπει να προκύπτει αποκλειστικά από τα πρακτικά συνεδριάσεως, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι "δια του συνηγόρου μου υπέβαλα αίτηση στο δικαστήριο για να καταθέσω αυτοτελείς ισχυρισμούς σχετικούς με την ποινική μου μεταχείριση, καθώς και να ζητήσω την ανάγνωση της επίδικης επιταγής, κατ' αρχήν η πρόεδρος και στη συνέχεια το δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγα, κατ' άρθρο 335 ΚΠοινΔ, διαπίστωσαν μεν ότι θέλω να καταθέσω αυτοτελείς ισχυρισμούς, ουδέποτε όμως απάντησαν στο αίτημα μου αυτό, παραβιάζοντας και στερώντας μου το δικαίωμα ακρόασης". Από την επισκόπηση, όμως, των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της κατηγορίας πρόταση του εισαγγελέα της έδρας και την αγόρευση του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, λαβών το λόγο, "ζήτησε να καταθέσει αυτοτελείς ισχυρισμούς μετά την πρόταση του εισαγγελέα και μετά την αγόρευση της πολιτικής αγωγής. Όλοι οι παράγοντες της δίκης συμφώνησαν ότι σ' αυτό το στάδιο της δίκης ήθελε να καταθέσει τους ισχυρισμούς", στη συνέχεια δε ανέπτυξε την κατηγορία και ζήτησε την αθώωση του πελάτη του. Από τα πρακτικά αυτά, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, ούτε και διορθώθηκαν, προκύπτει, ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ο συνήγορος του κατηγορουμένου, κατά την αγόρευση του επί της κατηγορίας, ζήτησε απλώς να καταθέσει αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν προσδιόρισε, ούτε τελικά και κατέθεσεν, όπως είχε δικαίωμα, ζητών ταυτόχρονα την καταχώρηση τους στα πρακτικά, ενώ δεν προκύπτει ότι αρνήθηκε η διευθύνουσα τη συζήτηση να κατατεθούν, ούτε προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, μετά την άρνηση της διευθύνουσας, ρητή ή σιωπηρή, προσέφυγε στο Δικαστήριο, όπως διατείνεται, ώστε το Δικαστήριο να είναι υπόχρεο να απαντήσει επί της προσφυγής του.
Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠοινΔ, για ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2010 αίτηση - δήλωση του ... περί αναιρέσεως της 76813/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, όπως το σώμα της ακάλυπτης επιταγής, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ' αυτής. Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 και 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων σ' αυτό εγγράφων και η μη απάντηση σε ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό ή αίτημα του κατηγορουμένου, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, μόνον αν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β΄ του ΚΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.
| 0
|
Αριθμός 1107/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση του 50/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας .
Το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση του βουλεύματος αυτού για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7/21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 38/10.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 482 ΚΠοινΔ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος μόνο όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Επομένως, εναντίον βουλεύματος που απέρριψε αίτηση του για μετατροπή, κατά τη διαδικασία του άρθρου 16 του ν. 3727/2008, σε χρηματική της ποινής που του έχει επιβληθεί με δικαστική απόφαση, δεν επιτρέπεται να ασκήσει αυτός αίτηση αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων, εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 50/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, με το οποίο απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 180/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία απορρίφθηκε η από 4.2.2009 αίτηση του για μετατροπή σε χρηματική της ποινής καθείρξεως που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 83/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Το προσβαλλόμενο, όμως, βούλευμα, κατά τα ανωτέρω, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται η δυνατότητα ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου. Όμως, ο αναιρεσείων δεν ειδοποιήθηκε, κατ' άρθρο 476§1 εδ. β και γ ΚΠοινΔ, για να προσέλθει στο δικαστήριο (συνεδριάζον ως συμβούλιο) και να εκθέσει τις απόψεις του επί του απαραδέκτου της αιτήσεως του. Και ναι μεν αυτός, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό του υπαλλήλου του Νοσοκομείου Κρατουμένων ..., κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε, πλην η κλήση αυτή δεν αρκεί, γιατί έγινε προς το σκοπό να προσέλθει αυτός για να υποστηρίξει την αίτηση του και όχι για να εκθέσει τις απόψεις του για το απαράδεκτο. Μετά από αυτά, το Δικαστήριο αυτό πρέπει να απόσχει από την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως, για να ειδοποιηθεί ο αναιρεσείων, κατ' άρθρο 476 ΚΠοινΔ, να προσέλθει ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, συνεδριάζοντος εν Συμβουλίω, και να εκθέσει τις απόψεις του επί του απαραδέκτου της αιτήσεώς του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΕΧΕΙ να αποφανθεί επί της υπ' αριθ. 7/21 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεως του ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 50/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, προκειμένου να ειδοποιηθεί αυτός για να προσέλθει ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, συνεδριάζοντος εν Συμβουλίω, και να εκθέσει τις απόψεις του επί του απαραδέκτου της αιτήσεώς του.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αναιρέσεως κατά βουλεύματος, με το οποίο απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του για μετατροπή ποινής. Απέχει, προκειμένου να ειδοποιηθεί ο αναιρεσείων, κατ' άρθρο 476 ΚΠΔ, για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του. Η κλήση για να εμφανισθεί στο ακροατήριο και να υποστηρίξει την αίτησή του δεν αρκεί.
|
Αποχή αποφάσεως
|
Αποχή αποφάσεως.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1106/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 432/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 344/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την ποινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει και όταν η παραβίαση της εν λόγω διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 432/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα: "Στις 19-7-2002 η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εξορυκτική, Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική Εταιρεία Αφών Γ ΑΤΕΕ" κατασκεύαζε στο εργοτάξιό της στη θέση ... του δημοτικού διαμερίσματος ... οικοδομικό έργο και, συγκεκριμένα, τοιχίο, από οπλισμένο σκυρόδεμα, μήκους 25 μέτρων, ύψους 1,20 μέτρων και πλάτους 0,20 μέτρων, κατά μήκος και στην άκρη δαπέδου, από οπλισμένο, επίσης, σκυρόδεμα, εμβαδόν 25 περίπου τετ. μέτρων. Την ημέρα εκείνη είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες καλουπώματος του ανωτέρω τοιχίου και το σιδέρωμά του και η εργασία, η οποία επρόκειτο να εκτελεστεί συνίστατο στη ρίψη εντός του καλουπιού του σκυροδέματος. Το καλούπι ήταν ξύλινο και το ύψος του ανερχόταν σε 1,60 περίπου μέτρα. Η ρίψη του σκυροδέματος εντός του καλουπιού θα γινόταν από μηχάνημα (αυτοκινούμενη πρέσα), η οποία θα έπαιρνε το μπετόν από το αυτοκίνητο-μπετονιέρα, το οποίο θα το έφερνε εκεί και θα την τροφοδοτούσε και, στη συνέχεια, μέσω του ελαστικού βραχίονα (σωλήνα) που διέθετε, θα διοχέτευε αυτό στο καλούπι. Η έκχυσή του στο καλούπι θα γινόταν από την άκρη του ανωτέρω ελαστικού βραχίονα, την οποία θα χειριζόταν εργαζόμενος, ο οποίος θα κρατούσε το στόμιο αυτό με τα χέρια του και θα το τοποθετούσε εντός του καλουπιού, έτσι ώστε, με τη διοχέτευση του σκυροδέματος από την πρέσα, τούτο, δια του εν λόγω σωλήνα, θα κατέληγε στο καλούπι, ο δε ανωτέρω εργαζόμενος, μετακινώντας με τα χέρια του το σωλήνα κατά μήκος του καλουπωμένου τοιχίου, θα μεριμνούσε για το ρίξιμο του μπετόν σ' ολόκληρη την έκτασή του. Για την εκτέλεση της εργασίας αυτής, ο ανωτέρω εργαζόμενος θα πατούσε στο δάπεδο από οπλισμένο σκυρόδεμα που προαναφέρθηκε, το οποίο ήταν το πλέον κατάλληλο, αλλά και ασφαλές μέρος για την εν λόγω εργασία, αφού, λόγω του ανωτέρω εμβαδού του, αυτός που θα εκτελούσε την παραπάνω εργασία, δεν διέτρεχε τον κίνδυνο πτώσης, αλλά και αν έπεφτε από οποιοδήποτε λόγο και αιτία, δεν θα πάθαινε κάτι ή, τουλάχιστον, δεν θα πάθαινε τίποτα περισσότερο από εκείνο που θα πάθαινε οποιοσδήποτε που θα έπεφτε ενώ στεκόταν όρθιος στην ίδια επιφάνεια. Η εργασία αυτή ανατέθηκε στον Ζ, ο οποίος εργαζόταν, εκτελώντας τη συγκεκριμένη εργασία από ετών, στην εταιρεία, η οποία είχε προμηθεύσει το σκυρόδεμα και στην οποία ανήκαν τα παραπάνω οχήματα. Η εργοδότρια του έργου αυτού, ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία, με την 25/2002 ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μέλη του οποίου ήταν και οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι, είχε αναθέσει την ευθύνη εκτέλεσης του παραπάνω έργου και, ειδικότερα, τη ρύθμιση, διευθέτηση και επίλυση όλων των σχετικών με το έργο αυτό θεμάτων, στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος αποδέχτηκε τούτο. Επιβλέπων μηχανικός του ανωτέρω έργου, με σύμβαση που συνήψε με την παραπάνω εργοδότρια εταιρεία, ορίστηκε ο πολιτικός μηχανικός Μ, ο οποίος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ήταν υποχρεωμένος, ως εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας, να παρευρίσκεται στο παραπάνω έργο καθ' όλο το χρονικό διάστηκα εκτέλεσης κάθε μιας συγκεκριμένης εργασίας και, επομένως, και της ανωτέρω εργασίας, η οποία είχε ανατεθεί στον Ζ (άρθρα 1 και 2 παρ. 2, 3, 4, 7 νόμου 1396/1983, 111 πδ 1073/1981, ΑΠ 1042/08 ΤΝΠ Νομ. 1168/07 ΝοΒ 56-1249). Μεταξύ των καθηκόντων και υποχρεώσεων που ανέλαβε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος εκτέλεσης του ανωτέρω έργου, ήταν να ειδοποιεί τον ανωτέρω επιβλέποντα μηχανικό για το χρόνο εκτέλεσης κάθε συγκεκριμένης εργασίας, ώστε αυτός να πληροφορείται το γεγονός τούτο και να παρευρίσκεται κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ανωτέρω εργασίας από τον Ζ, δεν παρευρίσκονταν στον παραπάνω χώρο εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου ούτε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ούτε ο ανωτέρω επιβλέπον μηχανικός, διότι ο τελευταίος δεν είχε ειδοποιηθεί σχετικά από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ενώ, παράλληλα, δεν γνώριζε ότι επίκειται η εκτέλεση ή ότι εκτελείται η εν λόγω εργασία. Ο Ζ που προαναφέρθηκε, κατά την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, αντί να εκτελέσει αυτή πατώντας στο παραπάνω δάπεδο και, χειριζόμενος από εκεί το στόμιο του ελαστικού σωλήνα διοχέτευσης του σκυροδέματος, γεγονός που θα του επέτρεπε, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, την ασφαλή για τον ίδιο εκτέλεση της εν λόγω εργασίας, προκειμένου να εκτελέσει αυτή με μεγαλύτερη ευκολία, ανήλθε στο επάνω μέρος της πλευράς του καλουπιού που βρισκόταν προς το ανωτέρω δάπεδο, το πλάτος του οποίου ήταν 0,05 μέτρα και, πατώντας εκεί επάνω, προσπαθούσε να ισορροπήσει και να ρίξει το μπετόν που διοχέτευε ο ελαστικός σωλήνας στο εσωτερικό του καλουπιού. Κατά την εκτέλεση, όμως, της εν λόγω εργασίας και ενώ, προκειμένου να την εκτελέσει, μετακινούταν, μεταφέροντας και τον ελαστικό σωλήνα, κατά μήκος του καλουπιού, στην προαναφερθείσα ελάχιστη επιφάνεια του επάνω μέρους αυτού, κυριολεκτικά στην "κόψη" του, έχασε την ισορροπία του και κατέπεσε στο δάπεδο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα και να υποστεί σωματικές κακώσεις και, συγκεκριμένα, κατάγματα στέρνου και πλευρών, ρήξη θωρακικής αορτής, διάσχιση δεξιάς κοιλίας καρδιάς και ρήξη σπλήνας και νεφρού, από τις οποίες σωματικές κακώσεις, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Σύμφωνα μ' αυτά, για το παραπάνω εργατικό ατύχημα και το θανάσιμο, κατά το ατύχημα αυτό, τραυματισμό του ανωτέρω Ζυφίσταται αμέλεια του δευτέρου κατηγορουμένου. Και τούτο, διότι αυτός, ως υπεύθυνος, για το λόγο που προεκτέθηκε, της εκτέλεσης του ανωτέρω οικοδομικού έργου, κατά τη διεύθυνση των εργασιών εκτέλεσης του έργου αυτού, αφενός μεν δεν κατέβαλε την προσοχή που απαιτείται αντικειμενικά και την οποία κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, οφείλει, όταν βρίσκεται υπό τις παραπάνω ειδικότερες περιστάσεις και συνθήκες, υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν και της κοινής πείρας και λογικής κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να καταβάλει την προσοχή αυτή και να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που, σύμφωνα με τα παραπάνω, προήλθε από την εν λόγω πράξη του και το οποίο αποτέλεσμα βρίσκεται σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη του αυτή και το οποίο δεν προέβλεψε. Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατά την άσκηση των σχετικών με την εκτέλεση του ανωτέρω έργου δραστηριοτήτων και καθηκόντων του, αν και υπόχρεος για τούτο σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την ιδιότητά του αυτή, παρέλειψε να ειδοποιήσει τον ανωτέρω επιβλέποντα μηχανικό του παραπάνω έργου, για το ότι επρόκειτο να εκτελεστεί η συγκεκριμένη εργασία, αν και ο ίδιος είχε προγραμματίσει την εκτέλεση της, ώστε ο μηχανικός αυτός να παρευρίσκεται στο χώρο εκτέλεσης του έργου τούτου κατά την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας, ενώ, αν τον είχε ειδοποιήσει, θα παρευρισκόταν αυτός και, οπωσδήποτε, θα έβλεπε τον Ζ να ανέρχεται, προκειμένου να εκτελέσει την παραπάνω εργασία, στο καλούπι που προαναφέρθηκε και, αντιλαμβανόμενος τους κινδύνους τους οποίους διέτρεχε από την ενέργειά του αυτή, θα του απαγόρευε να ανέλθει στο καλούπι και έτσι το επίδικο εργατικό ατύχημα θα είχε αποτραπεί. Ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέλειψε να προβεί στις παραπάνω ενέργειες, επειδή δεν προείδε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι δηλαδή ο Ζ, κατά την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας του και προκειμένου να εκτελέσει αυτή, ήταν δυνατόν να ανέλθει στο επάνω μέρος του καλουπιού, ώστε να είναι απαραίτητη, προκειμένου να αποτραπεί από την εν λόγω ενέργειά του, η παρουσία του επιβλέποντα μηχανικού στο χώρο εκτέλεσης της ανωτέρω εργασίας, ο οποίος μηχανικός θα εμπόδιζε τον Ζ από την παραπάνω αναρρίχησή του και, κατά συνέπεια, ότι, περαιτέρω, ήταν αναγκαίο να ειδοποιήσει αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) τον παραπάνω επιβλέποντα μηχανικό για την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας. Εξάλλου, ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν προείδε το παραπάνω αποτέλεσμα, επειδή δεν κατέβαλε την ανωτέρω προσοχή, την οποία, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, μπορούσε να καταβάλει, αφού το να μην ειδοποιείται ο επιβλέπων μηχανικός οικοδομικού έργου από τον, υπόχρεο προς τούτο, υπεύθυνο του εν λόγω έργου, έχει ως συνέπεια να μην παρευρίσκεται αυτός κατά την εκτέλεση των επί μέρους εργασιών του έργου αυτού, καθόσον αγνοεί την εκτέλεσή τους, με περαιτέρω συνέπεια όσοι εκτελούν τις εν λόγω εργασίες, όπως ο ανωτέρω Ζ, να μην αντιλαμβάνονται τους κινδύνους τους οποίους εγκυμονεί, πρωτίστως, για τους ίδιους ή να μην είναι σε θέση να σταθμίσουν τους εν λόγω κινδύνους τους οποίους συνεπάγεται η αντικανονική εκτέλεση των εργασιών αυτών, όπως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η έκχυση του σκυροδέματος κατασκευής τοιχίου στο οικείο καλούπι από το επάνω μέρος του καλουπιού αυτού, ενέργεια η οποία έχει ως αποτέλεσμα ο χειριστής του στομίου του ελαστικού σωλήνα έκχυσης του σκυροδέματος, να παραπατά, με περαιτέρω συνέπεια να χάνει την ισορροπία του και να πέφτει στο έδαφος, με τις συνέπειες που προεκτέθηκαν, οι οποίες συνέπειες, έτσι και προνοητές είναι για κάθε μέτρια συνετό και προσεκτικό άνθρωπο του ιδίου με τον δεύτερο κατηγορούμενο τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας και να αποτραπούν μπορούν, αν ο τελευταίος, συμμορφούμενος με τις υποχρεώσεις του που προαναφέρθηκαν, ειδοποιεί τον επιβλέποντα μηχανικό του οικοδομικού έργου για το χρόνο εκτέλεσης κάθε συγκεκριμένης εργασίας, ώστε αυτός να παρευρίσκεται κατά την εκτέλεση των διαφόρων εργασιών, οπότε, παρευρισκόμενος, θα παρεμποδίζει τους εργαζόμενους και στη συγκεκριμένη περίπτωση τον Ζ από την παραπάνω επικίνδυνη ενέργεια, στην οποία αυτός προέβη. Η κρίση, για το ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για τις προεκτεθείσες συνθήκες θανάτου του Ζ, το ότι υπεύθυνος εκτέλεσης του ανωτέρω έργου ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, της απουσίας κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας από το χώρο του έργου του δευτέρου κατηγορουμένου και του επιβλέποντα μηχανικού και της μη ειδοποίησης του τελευταίου από τον δεύτερο κατηγορούμενο, όπως τα στοιχεία αυτά εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω, στηρίζεται, πρωτίστως, στις παραδοχές των ίδιων των κατηγορουμένων και, κυρίως, του δευτέρου, ο οποίος ομολογεί τα εν λόγω περιστατικά. Περαιτέρω η κρίση αυτή, χωρίς να αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ενισχύεται και από τα ανωτέρω έγγραφα και, κυρίως, εκείνα της Επιθεώρησης Εργασίας που αναφέρονται στις συνθήκες του επιδίκου ατυχήματος. Σύμφωνα μ' αυτά, ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται, δεδομένου ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασής της, τα οποία και προεξετέθησαν". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του, το Δικαστήριο όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τον δεύτερο κατηγορούμενος Χ, κάτοικο ..., ένοχο του ότι, στο εργοτάξιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εξορυκτική, Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική Εταιρεία Αφών Γ ΑΤΕΕ", που βρίσκεται στη θέση ... του δημοτικού διαμερίσματος ..., στις 19-7-2002, ως υπεύθυνος εκτέλεσης του οικοδομικού έργου κατασκευής τοιχίου της ανωτέρω εταιρείας, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν ειδοποίησε για την εκτέλεση την ανωτέρω ημεροχρονολογία της εργασίας έκχυσης σκυροδέματος στο καλούπι του παραπάνω τοιχίου τον επιβλέποντα μηχανικό του ανωτέρω έργου Μ, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην παρευρίσκεται στο χώρο του εν λόγω έργου κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας και έτσι να μην εμποδίσει τον χειριστή του ελαστικού σωλήνα έκχυσης του σκυροδέματος της αυτοκινούμενης πρέσας Ζ να ανέλθει, προκειμένου να εκτελέσει την εργασία αυτή, στο επάνω μέρος της μιας πλευράς του ξύλινου καλουπιού του τοιχίου, με αποτέλεσμα ο εν λόγω Ζ να παραπατήσει, κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής και να καταπέσει στο δάπεδο του ανωτέρω έργου από το επάνω μέρος του καλουπιού στο οποίο είχε ανέλθει και να υποστεί κατάγματα στέρνου και πλευρών, ρήξη θωρακικής αορτής, διάσχιση δεξιάς κοιλίας καρδιάς και ρήξη σπλήνας και νεφρού, από τις οποίες σωματικές κακώσεις, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του, δεν προέβη δε ο δεύτερος κατηγορούμενος στην ανωτέρω ειδοποίηση, επειδή δεν προέβλεψε το παραπάνω αξιόποινο αποτέλεσμα από την παράλειψή του αυτή". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος, σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχτηκε και όρισε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του Π.Κ. και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά που συνιστούν την εξωτερική αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, συνίσταται στο ότι αυτός παρέλειψε να ειδοποιήσει τον επιβλέποντα μηχανικό του εκτελούμενου έργου για το ότι επρόκειτο να εκτελεσθεί η συγκεκριμένη εργασία ρίψης του σκυροδέματος, ώστε ο μηχανικός αυτός να παρευρίσκεται στο χώρο εκτελέσεως του έργου κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας, ενώ αν το είχε ειδοποιήσει, όπως είχε υποχρέωση από την ιδιότητά του ως υπεύθυνος εκτελέσεως του έργου, ο μηχανικός θα παρευρισκόταν οπωσδήποτε και οπωσδήποτε θα έβλεπε τον παθόντα να ανέρχεται στο καλούπι για τη ρίψη του σκυροδέματος και, αντιλαμβανόμενος τους κινδύνους που διέτρεχε ο παθών από την ενέργειά του αυτή, θα του απαγόρευε να ανέλθει στο καλούπι και να εκτελέσει με τον τρόπο αυτόν τη ρίψη του σκυροδέματος και έτσι θα είχε αποτραπεί η πτώση του από το καλούπι και ο θάνατός του, ο οποίος έτσι βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την ανωτέρω παράλειψη του αναιρεσείοντος. Επομένως η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν προσδιορίζεται στη απόφαση το περιεχόμενος της παράλειψής του και η αιτιώδης συνάφεια αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα, είναι αβάσιμη και έτσι είναι αβάσιμος και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, ο οποίος στηρίζεται στην ανωτέρω αιτίαση. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 432/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου. Αβάσιμη η αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο της εξωτερικής αμέλειας του αναιρεσείοντος και η αιτιώδης συνάφεια αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1105/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φράγγου) και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 1393/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1328/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιo δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου308 παρ. 1α Π.Κ., όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του η βαριά σωματική βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εν όψει της διαζευτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιάς ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθορισθεί, βάσει των κατ' άρθρο 79 Π.Κ. κριτηρίων. Απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι α)σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του Π.Κ. β)η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και γ)δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση προκλήσεως της σωματικής κακώσεως και των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 309 του Π.Κ. και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό την εξέδωσε, δέχθηκε όπως αναφέρεται στο σκεπτικό ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην ... και περί ώρα 20.15 της 17/11/2002 ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος επιτέθηκε και κτύπησε με τη γροθιά του τον ανήλικο γεννηθέντα την 14/12/1989, ... στο κεφάλι προξενώντας του με πρόθεση σωματικές κακώσεις σε ευπαθή σημεία του σώματός του (πρόσωπο και αυχένα) με τρόπο έντονο που μπορούσε να προκαλέσει σε αυτόν βαριά σωματική βλάβη, τούτο δε το γνώριζε ασφαλώς ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος κτυπώντας με τη γροθιά του στο κεφάλι τον ανήλικο παθόντα προκάλεσε στον τελευταίο ήπια εκχύμωση στον αριστερό οφθαλμό, καθώς και ευαισθησία στην πίεση στην ινιακή χώρα του κρανίου, όπως προκύπτει από την 18/11/2002 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου ... που υπογράφεται από τον ιατρό ... επιμελητή Α' χειρουργικής κλινικής, αιτία για την οποία εισήχθη και νοσηλεύθηκε για 24 ώρες (βλ. εξιτήριο του Γενικού Νοσοκομείου ...). Με τα δεδομένα αυτά, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιοποίνου πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, απορριπτομένου του ισχυρισμού του για απαλλαγή του από την ποινή κατ' άρθρο 308 παρ. 3 Π.Κ., εξαιτίας της δικαιολογημένης αγανακτήσεως που του προκάλεσε προηγούμενη συμπεριφορά του μόλις 13 ετών ανηλίκου θύματος και τούτο διότι η ανωτέρω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής επί επικινδύνου σωματικής βλάβης. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα επικινδύνου σωματικής βλάβης κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της αποφάσεως διότι στην ... στις 17/11/2002, με πρόθεση προξένησε σε άλλο σωματική κάκωση, η πράξη του δε αυτή τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα επιτέθηκε και χτύπησε με το χέρι του (με μπουνιά) τον ανήλικο (γεν. 14/12/1989) παθόντα - ..., στον αριστερό του οφθαλμό και στο πίσω μέρος της κεφαλής, άνωθεν του αυχένος, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί αυτός και να υποστεί κάκωση - εκχύμωση αριστερού οφθαλμικού κόγχου και κάκωση ινιακής χώρας τριχωτού κεφαλής. Η πράξη του δε αυτή αν ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα ευπαθή και ζωτικά σημεία που επλήγησαν, μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή τη βαριά σωματική του βλάβη. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την τέλεση από τον ήδη αναιρεσείοντα της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάστηκε αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 308 παρ. 1α και 309 Π.Κ. που εφήρμοσε.
Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες καθόσον εκτίθενται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως πως προκλήθηκαν στον ανήλικο παθόντα οι σωματικές κακώσεις με εξειδίκευση των συνεπειών. Το μέσο με το οποίο έγιναν αυτές οι σωματικές βλάβες με κτύπημα με τα χέρια και ειδικότερα με τη γροθιά του ήδη αναιρεσείοντος τα ευπαθή σημεία στο οποία επλήγη ο παθών, στο κεφάλι, καθώς και ο δόλος του ήδη αναιρεσείοντος που περιλάμβανε τη γνώση και θέληση προκλήσεως σωματικής κακώσεως υπό περιστάσεις από τις οποίες ήταν πιθανό να επέλθει βαριά σωματική βλάβη στον τραυματισθέντα. Από όσα γίνονται δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν Εφετείο προκύπτει ότι έκρινε πως η αξιόποινη πράξη, για την οποία κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα, είχε τον χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και ακόμη ότι έλαβε υπόψη του τον τρόπο που τελέσθηκε η σωματική βλάβη σε βάρος του παθόντος. Δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση από την ειδικότερη παραδοχή στο σκεπτικό ότι με τρόπο έντονο ο δράστης κτύπησε με τη γροθιά του στο πρόσωπο και στον αυχένα τον παθόντα που μπορούσε να προκαλέσει στον τελευταίο βαριά σωματική βλάβη. Το ίδιο συμπέρασμα υπάρχει στο διατακτικό υπό την παραδοχή ότι η πράξη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Η παραδοχή που υπάρχει στο τέλος ότι αν ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα ευπαθή και ζωτικά σημεία που επλήγησαν ήταν δυνατό η πράξη αυτή να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη αφορούσε στην επισήμανση της δυνατότητας να επηρέαζε δυσμενώς για αρκετό χρόνο αυτός ο τραυματισμός τον παθόντα. Από την παραδοχή στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ο υπαίτιος κτύπησε με τη γροθιά του τον ανήλικο παθόντα στο κεφάλι προξενώντας του με πρόθεση σωματικές κακώσεις σε ευπαθή σημεία του σώματος του (πρόσωπο και αυχένα) με τρόπο έντονο που μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν βαριά σωματική βλάβη, γνωρίζοντας τούτο ασφαλώς, διευκρίνισε επαρκώς για ποιο από τα έννομα αγαθά του παθόντος επήλθε διακινδύνευση. Συνάγεται από όσα δέχθηκε παραπάνω το δικαστήριο της ουσίας ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση κίνδυνος να υποστεί ο παθών βαριά σωματική βλάβη. Έτσι δεν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως από το ότι στο διατακτικό της αποφάσεως γίνεται αναφορά ότι από την πράξη αυτήν του κατηγορουμένου από τον τρόπο που τελέστηκε και από τα ευπαθή και ζωτικά σημεία που επλήγησαν μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή τη βαριά σωματική του βλάβη. Από παραδρομή δεν απαλείφθηκαν οι λέξεις που αφορούσαν στο κίνδυνο ζωής από το διατακτικό της αποφάσεως για να προσδιορίζεται ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου μπορούσε να προκαλέσει την έτερη μόνο διακινδύνευση όπως εκτίθεται και στο σκεπτικό για τον παθόντα. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμου βάσεως από το ότι υπάρχει ασάφεια σ' αυτήν ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως του παθόντος λόγω της αναφοράς στο σκεπτικό ότι από τις σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν σ' αυτόν μπορούσε να προκληθεί βαριά σωματική βλάβη ενώ στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι από τις κακώσεις αυτές μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή ή βαριά σωματική βλάβη είναι απορριπτέες. Κατ' ακολουθίαν οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου υπό την έννοια ελλείψεως νομίμου βάσεως λόγω ασαφειών ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως που έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι συνέτρεξε και για το εάν η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ήταν επικίνδυνη σωματική βλάβη και όχι απλή τέτοια υπό τα αναφερόμενα ως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα και ελλείψει άλλου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 απρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/9/2009 δήλωση αίτηση του ..., για αναίρεση της 1393/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαϊου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαϊου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου. Αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της άνω αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω ασαφειών). Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως διότι: α) προσδιορίζονται οι σωματικές κακώσεις που προκλήθηκαν στον παθόντα, το μέσο με το οποίο έγιναν και εξειδικεύονται και οι συνέπειες και ότι από τον τρόπο που έγινε συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση κίνδυνος να υποστεί ο παθών βαριά σωματική βλάβη, β) δεν υπάρχει ασάφεια της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το είδος διακινδυνεύσεως από το ότι στο διατακτικό γίνεται μνεία ότι μπορούσε να προκαλέσει η πράξη του κατηγορουμένου από τον τρόπο που έγινε και στα ευπαθή σημεία που επλήγη ο παθών, κίνδυνο για τη ζωή του τελευταίου ή τη βαριά σωματική του βλάβη, διότι από παραδρομή δεν απαλείφθηκαν οι λέξεις που αφορούσαν τον κίνδυνο ζωής από το διατακτικό, εφόσον εκτίθεται στο σκεπτικό και γίνεται δεκτό ότι το κτύπημα που κατάφερε στον παθόντα με πρόθεση μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν βαριά σωματική βλάβη και διευκρινιζόταν επαρκώς σε ποιο από τα έννομα αγαθά του παθόντος επήλθε διακινδύνευση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1103/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πρωτέκδικο, περί αναιρέσεως της 405/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 53/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Α του Ν. 2801/2000, για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας ή χρησιμοποιείται ως μέρος ενός συστήματος κεφαλής δικτύου καλωδιακής τηλεόρασης, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, ενώ κατά την παράγραφο 5 Α του ίδιου άρθρου, η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και λήψη ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας χωρίς άδεια....., τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτήν ποινές. Ακολούθησε ο Ν. 2876/2000, στο άρθρο 3 παρ. 14 εδάφ. Κ' του οποίου ορίζεται ότι η Ελληνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) χορηγεί τις άδειες κατασκευής κεραιών σταθμών στην ξηρά, ασκώντας όλες τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2801/2000, πλην αυτών που αφορούν τα πάρκα κεραιών και αυτών της περίπτωσης ΙΑ' της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 2801/2000. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι από την ισχύ του Ν. 2867/2000 (19-12-2000), οι άδειες κατασκευής κεραίας σταθμού στην ξηρά που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας χορηγούνται από την ΕΕΤΤ. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 405/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", με διακριτικό τίτλο "VODAFONE PΑΝΑFΟΝ" κ' έδρα το Μαρούσι-Αττικής, στον οποίο είχαν ανατεθεί όλες οι υποθέσεις, που αφορούν την εγκατάσταση σταθμών βάσης κινητής τηλεφωνίας, προέβη στην εγκατάσταση κ' λειτουργία μιάς (1) κεραίας κινητής τηλεφωνίας της παραπάνω εταιρείας, στις 30-6-2003 στα ..., παρά το ότι γνώριζε ότι με την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται με την εκπομπή ή κ' λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από την Ελληνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών κ' Ταχυδρομείων κ' το Υπουργείο Μεταφορών κ' Επικοινωνιών, χωρίς να έχει προηγουμένως εφοδιαστεί με την εν λόγω άδεια, που προβλέπεται από τα άρθρα 1§§1, 2 κ' 5Α' Ν. 2801/2000. Επίσης αποδεικνύεται ότι στον παραπάνω τόκο κ' χρόνο, προέβη με πρόθεση ως εντολέα, κατασκευής αυθαιρέτου στην εκτέλεση αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών κ' συγκεκριμένα στην τοποθέτηση της προαναφερόμενης κεραίας κινητής τηλεφωνίας της εταιρείας του, χωρίς προηγουμένως να έχει εφοδιαστεί με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 17§§1, 8 Ν. 1337/1983 σε συνδυασμό με άρθρ. 22§§1, 3 , 5 Ν. 1577/1985, άδεια της αρμόδιας αρχής για τις παραπάνω οικοδομικές εργασίες. Αντίθετα, από κανόνα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα κ' ειδικότερα από την κατάθεση της μάρτυρος ..., που είναι Προϊσταμένη Υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μεσσηνίας, δεν προκύπτει ότι στις 30-6-2003 στα ... με πρόθεση υποβάθμισες το περιβάλλον κ' τούτο διότι η σημειωθείσα την ημέρα εκείνη εκπομπή μαύρου καπνού κ' πρόκληση θορύβου από τη γεννήτρια της προαναφερθείσας κεραίας κινητής τηλεφωνίας ήταν μικρής διάρκειας κ' ως εκ τούτου δεν ήταν, κατ' αντικειμενική κρίση, δυνατόν να προκληθεί ρύπανση με πιθανότητα αρνητικών επιπτώσεων στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής, στην υγεία των κατοίκων της περιοχής, καθώς κ' στην ιστορική κ' πολιτιστική παράδοση κ' στις αισθητικές αξίες των τελευταίων, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρ. 2, 12 §§1, 2 κ' 28§1 εδ. α' Ν. 1650/1980.
Συνεπώς, πρέπει ο κατ/μενος να κηρυχθεί αθώος της τρίτης των αξιοποίνων πράξεων, που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και ένοχος των λοιπών..... . Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο αθώο του ότι: Στα ..., στις 30-6-2003, με πρόθεση, προέβη στην εκτέλεση αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο προέβη, ως εντολέας κατασκευής αυθαιρέτου, στην τοποθέτηση της ανωτέρω αναφερόμενης μίας (1) κεραίας κινητής τηλεφωνίας της εταιρείας του, χωρίς να έχει εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής για όλες τις ανωτέρω οικοδομικές εργασίες.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στα ... στις 30-6-2003:
Α) Τυγχάνοντας νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "VODAFΟΝΕ - ΠΑΝΑΦON ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "VODAFΟΝΕ ΡΑΝΑFΟΝ", με έδρα το Μαρούσι, για όλες τις υποθέσεις που αφορούν την εγκατάσταση σταθμών βάσης κινητής τηλεφωνίας, ενώ για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από την Ελληνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, εντούτοις αυτός καταλήφθηκε, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, να έχει προβεί στην εγκατάσταση και λειτουργία μίας (1) κεραίας κινητής τηλεφωνίας της άνω εταιρίας σε πράσινο οικίσκο, χωρίς να λάβει την απαιτούμενη προς τούτο άδεια (εγκατάστασης και λειτουργίας). Β) Με πρόθεση υποβάθμισε το περιβάλλον, νοούμενου ως τέτοιου του συνόλου των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες, με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του Ν. 1650/1986. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, κατελήφθη να έχει εγκαταστήσει παράνομα την ανωτέρω μία (1) κεραία κινητής τηλεφωνίας, με την οποία, πέραν όλων των ανωτέρω, υποβάθμισε το περιβάλλον, δηλαδή προκάλεσε ρύπανση, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής, στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική παράδοση και στις αισθητικές αξίες, αφού στις 30-6-2003 η γεννήτρια αυτής εξέπεμπε μαύρο καπνό". Μετά από αυτά το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών για κάθε πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και συνολική ποινή τεσσάρων (4) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) Ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως.
Από το ανωτέρω περιεχόμενο του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σχετικά με την πράξη της εγκατάστασης και λειτουργίας της κεραίας σταθμού στην ξηρά χωρίς άδεια, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ενώ για την κατασκευή κεραίας απαιτείται άδεια που χορηγείται από την Ελληνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείου και το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, ο κατηγορούμενος προέβη στην εγκατάσταση και λειτουργία της κεραίας χωρίς να λάβει την απαιτούμενη προς τούτο άδεια. Επειδή, όμως, όπως προαναφέρθηκε, αρμόδια Αρχή για χορήγηση της άδειας είναι μόνο η ΕΕΤΤ και όχι και το Υπουργείο που δέχτηκε το Δικαστήριο, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων των Ν. 2801/2000 και 2867/2000. Η ανωτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο δεν προέβη σε ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, ενώ ούτε και εσφαλμένη εφαρμογή αυτών υπάρχει, γιατί αναφέρεται στην απόφαση η πράγματι αρμόδια Αρχή για τη χορήγηση της άδειας και η εκ περισσού αναφορά και του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος κατά το σκέλος αυτό. Περαιτέρω από το ίδιο περιεχόμενο του αιτιολογικού και του διατακτικού προκύπτει ότι, ενώ στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι υπαίτιος για την πράξης της υποβάθμισης του περιβάλλοντος που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 α του Ν. 1650/1986 και πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτής, στο διατακτικό κηρύσσεται ένοχος της εν λόγω πράξεως. Έτσι όμως υπάρχει αντίφαση στις ανωτέρω παραδοχές, η οποία καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 1 α του Ν. 1650/1986, αφού δεν προκύπτει τι δέχθηκε το Εφετείο σχετικώς, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος ετέλεσε ή όχι το ανωτέρω έγκλημα, με αποτέλεσμα να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Επομένως ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, είναι βάσιμος κατά το ανωτέρω σκέλος του. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στην κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη, της υποβάθμισης του περιβάλλοντος καθώς και ως προς τον καθορισμό συνολικής ποινής και την μετατροπή αυτής (συνολικής ποινής) σε χρηματική και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 παρ. 1 του ΚΠΔ) , ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 405/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, κατά το μέρος που αφορά την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ... για την πράξη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος (άρθ. 28 παρ. 1 α του Ν. 1650/1986), καθώς και ως προς τον καθορισμό συνολικής ποινής και την μετατροπή της συνολικής αυτής ποινής σε χρηματική.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 21-12-2009 αίτηση του ανωτέρω κατηγορουμένου, για αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατασκευή και λειτουργία κεραίας σταθμού στην ξηρά χωρίς άδεια (άρθρ. 1 και 2Α Ν. 2801/2000). Αρμόδια Αρχή για χορήγηση της άδειας είναι μετά τον Ν. 2867/2000 η Ελληνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Ορθή καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω αντιφάσεως, επειδή στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι υπαίτιος της πράξεως της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτής και στο διατακτικό κηρύσσεται ένοχος της εν λόγω πράξεως. Παραπομπή της υποθέσεως κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί.
| 0
|
Αριθμός 1104/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Στρουγγάρη, περί αναιρέσεως της 3025/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, που δεν παραστάθηκαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 113/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 393§2 ΠΚ, όπως ισχύει, "ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων...386, ..., εφόσον δεν τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος,..., απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας και δηλώσουν τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν ο δράστης της (πλημμεληματικής) απάτης ικανοποιήσει τον παθόντα μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή πριν μεν από αυτήν, αλλά εν μέρει (π. χ. μόνο κατά το κεφάλαιο), δεν απαλλάσσεται, αλλά η τοιαύτη καταβολή συνεκτιμάται είτε ως ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 περ. δ ΠΚ είτε στα πλαίσια του άρθρου 79§3 περ. δ του ίδιου Κώδικα, κατά την επιμέτρηση της ποινής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 393§2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για πλημμεληματική απάτη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3035/2009 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλημμεληματικής απάτης και πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, πράξεις που τέλεσε με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου, του ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τ` ακόλουθα: Οι μηνυτές Ψ1, Θ, Ψ3, Ψ2 και Ξ, κατά μήνα Ιανουάριο 2002 ανέθεσαν στον κατηγορούμενο, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου, να προβεί στις αναγκαίες νομικές ενέργειες προκειμένου να υποχρεωθεί η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία...να επιστρέψει τα καταβληθέντα από καθένα αυτών χρηματικά ποσά ως επένδυση στην εν λόγω εταιρία κατά μήνα Νοέμβριο 2001, λόγω αναστολής με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς της λειτουργίας της. Ο κατηγορούμενος ενεργώντας με πρόθεση στις 28.5.2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος παρέστησε διαδοχικά ψευδώς στους μηνυτές με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτόν του παράνομο περιουσιακό όφελος και βλάψει αντίστοιχα την περιουσία τους, ότι κατέθεσε για λογαριασμό καθένα αυτών αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με τίτλους τις αποδείξεις είσπραξης από την τελευταία του καταβληθέντος από τον καθένα ποσού και έπρεπε κατά συνέπεια να καταβληθεί το αναλογούν για το αιτούμενο από τον καθένα ποσό τέλος δικαστικού ενσήμου και έτσι τους έπεισε να του καταβάλουν δια χειρός της Ζ, συζύγου του εκ των μηνυτών Ψ1 τα κάτωθι ποσά 1) 473 € για λογαριασμό του Θ, 2) 3215 € για λογαριασμό Ψ3, 3) 432 € για λογαριασμό Ψ2 και 4) 448 € για λογαριασμό Ξ, τελών εν γνώσει της αναληθείας των όσων πιο πάνω παρέστησε, αφού δεν είχε καταθέσει καμιά αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, ζημιώνοντας με αυτό τον τρόπο την περιουσία των ως ανωτέρω παθόντων κατά το αντίστοιχο ποσό που ένας έκαστος εξ αυτών του κατέβαλε με αντίστοιχη δική του ωφέλεια. Ακολούθως, στις 12.7.2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Συγκεκριμένα, κατήρτισε στην ... εξ ολοκλήρου τις με αριθμό 4967, 48512, 48513 και 48514 από 12.7.2002 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών θέτοντας ως αριθμούς εκδόσεως τους 4967, 48512, 48513 και 48514, ημερομηνία έκδοσης την 12.7.2002, το όνομα των δικαστών που δήθεν τις εξέδωσαν και πλαστές υπογραφές τους και σφραγίδες του Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, κατήρτισε εξ ολοκλήρου τις με αριθμό 7605/2002, 7607/2002 και 7608/2002 εκθέσεις επιδόσεως στις οποίες ανέγραψε το όνομα του δήθεν επιδόσαντος αυτές δικαστικού επιμελητού ... και έθεσε πλαστές τις υπογραφές του ως άνω δικαστικού επιμελητού και του αρμοδίου υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (...) ο οποίος εφέρετο ότι παρέλαβε ακριβές απόγραφο εκτελεστό των με αριθμό 48512/2002, 48513/2002 και 48514/2002 διαταγών πληρωμής. Των ως άνω πλαστών εγγράφων ο κατηγορούμενος έκανε στη συνέχεια χρήση αφού παρέδωσε φωτοτυπίες αυτών στους ανωτέρω μηνυτές - παθόντες με σκοπό παραπλάνησής τους ότι τα έγγραφα αυτά είναι γνήσια ως προς όλα τα στοιχεία τους. Για τα πραγματικά αυτά περιστατικά σαφής είναι η κατάθεση της εκ των μαρτύρων κατηγορίας Ζ...Υπό τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων της απάτης κατ` εξακολούθηση...και της πλαστογραφίας κατ` εξακολούθηση με χρήση και πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων αυτών πράξεων, απορριφθεί δε ως αβάσιμος κατ` ουσία ο από τον κατηγορούμενο προβληθείς αυτοτελής αυτού ισχυρισμός περί απαλλαγής του από κάθε ποινή σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ` εξακολούθηση..., κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 393§2 ΠΚ, λόγω της συνδρομής των τασσομένων στη διάταξη αυτή προϋποθέσεων και δη της πλήρους ικανοποίησης των εξαπατηθέντων ως άνω παθόντων μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού, όπως με σαφήνεια κατετέθη από την εξετασθείσα ως άνω μάρτυρα κατηγορίας Ζ η καταβολή (επιστροφή) από τον κατηγορούμενο του ληφθέντος ως άνω, από καθένα των μηνυτών ποσού για την προεκτεθείσα αιτία, πραγματοποιήθηκε στη ..., δια χειρός του φιλικού προσώπου του κατηγορουμένου ... μετά την εκδίκαση της υπόθεσης πρωτοβαθμίως, γεγονός, που δεν αμφισβητεί άλλωστε ο κατηγορούμενος με τα όσα απολογούμενος καταθέτει υποστηρίζων πραγματοποίηση της καταβολής πριν την εκδίκαση της υπόθεσης πρωτοβαθμίως στο φιλικό του παραπάνω πρόσωπο, πλην την πραγματοποίηση της καταβολής από τον τελευταίο, το απόγευμα της εκδίκασης της υπόθεσης πρωτοβαθμίως ή την επομένη. Άλλωστε και σε κάθε περίπτωση η ικανοποίηση των μηνυτών παθόντων δεν υπήρξε πλήρης, αφού, όπως κατηγορηματικά η αυτή ως άνω μάρτυς κατέθεσε, ουδέν ποσό πέραν του κεφαλαίου κατεβλήθη και δη για τόκους υπερημερίας...". Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας κατ` εξακολούθηση, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς την πλαστογραφία κατ` εξακολούθηση προσδιορίζεται η ταυτότητα των πλαστών εγγράφων (διαταγών πληρωμής και εκθέσεων επιδόσεως) που κατάρτισε ο αναιρεσείων, ο σκοπός του τελευταίου να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών άλλους (τους μηνυτές) σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες (ότι, δηλαδή, οι διαταγές πληρωμής και οι εκθέσεις επιδόσεως ήταν πράγματι γνήσιες και ότι, επομένως, μπορούσε να επιδιωχθεί η εκτέλεση των διαταγών), καθώς και η χρήση των πλαστών, την οποία έκανε, παραδίδοντας στους παθόντες φωτοτυπίες των πλαστών εγγράφων. Αιτιολογείται, ακόμη, επαρκώς η απορριπτική κρίση για τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 393§2 ΠΚ όσον αφορά το έγκλημα της απάτης, αφού το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι η επιστροφή στους παθόντες των ποσών που είχαν καταβάλει αυτοί στον αναιρεσείοντα έγινε μετά την πρωτοβάθμια εκδίκαση της υποθέσεως, σε κάθε δε περίπτωση αυτή δεν ήταν πλήρης, δεδομένου ότι περιελάμβανε μόνο το κεφάλαιο, όχι και τους τόκους υπερημερίας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το καταδικαστικό μέρος της πλαστογραφίας με χρήση και για εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 393§2 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται ότι τα βεβαιούμενα στα πλαστά έγγραφα γεγονότα ήταν απαραίτητα στοιχεία για να πεισθούν οι μηνυτές να του καταβάλουν τα ζητηθέντα ποσά για την καταβολή του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου είναι αβάσιμη και για τον πρόσθετο λόγο ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η καταβολή των ποσών που απαιτούντο δήθεν για το δικαστικό ένσημο έλαβε χώραν πριν από την τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας. Η αιτίαση ότι, για την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα η απολογία του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα Ψ2, είναι αβάσιμη, καθόσον, από τη ρητή μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, της απολογίας του κατηγορουμένου, καθώς και των αναγνωσθέντων πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ενώ γίνεται ειδική μνεία του τι προέκυψε από την απολογία του κατηγορουμένου. Η αυτή αιτίαση, κατά το μέρος που με αυτήν υποστηρίζεται ότι εκτιμήθηκαν εσφαλμένα τα αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 113/ 30.12.2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 3025/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση και (πλημμεληματική) απάτη κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία του εγκλήματος της πλαστογραφίας. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έννοια άρθρου 393 § 2 ΠΚ. Ο δράστης της πλημμεληματικής απάτης δεν απαλλάσσεται αν ικανοποιήσει τον παθόντα μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή πριν μεν από αυτήν, αλλά εν μέρει (π. χ. αν καταβάλει μόνο το κεφάλαιο, όχι και τους τόκους), αλλά η τοιαύτη καταβολή συνεκτιμάται είτε ως ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 περ. δ΄ ΠΚ είτε στα πλαίσια του άρθρου 79 § 3 περ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, κατά την επιμέτρηση της ποινής. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για εκ πλαγίου παράβαση της διατάξεως αυτής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1100/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 581/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 307/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στην μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός είναι αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 581/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, η ήδη αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) Ευρώ για παραβάσεις του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, η συνήγορος της κατηγορουμένης, η οποία την εκπροσωπούσε, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό "περί παραγραφής λόγω μη νομότυπης υποβολής του κλητηρίου θεσπίσματος, γιατί δεν επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα μέσα στην πενταετία. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Όπως προκύπτει από το από 3-5-2006 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ..., η εκκαλούσα - κατηγορουμένη κλητεύθηκε για τη δικάσιμο της 20-6-2006, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και ως εκ τούτου με την ως άνω επίδοση η πενταετής προθεσμία της παραγραφής αναστάλθηκε για τρία χρόνια (άρθρο 113 Π.Κ.) και επομένως εφόσον από την τέλεση των άνω πράξεων δεν παρήλθε οκταετία, δεν έχουν παραγραφεί οι ένδικες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η εκκαλούσα και κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής της συνηγόρου της εκκαλούσας κατηγορουμένης". Όπως διατυπώθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν αόριστος γιατί δεν συνοδευόταν από τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωσή του και συγκεκριμένα δεν αναφερόταν ο χρόνος επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, ώστε να προκύπτει η πάροδος πενταετίας από τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, ο οποίος επίσης δεν αναφερόταν. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού και εκ περισσού διέλαβε την προαναφερθείσα αιτιολογία.
Συνεπώς ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ περί αναιτιολόγητης απόρριψης του προαναφερθέντος ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Η επίκληση της περιπτώσεως Ε' της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ, ως λόγον αναιρέσεως, είναι εντελώς αόριστη διότι δεν προσδιορίζεται η διάταξη που παραβιάσθηκε και σε τι συνίσταται η παραβίαση της σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-2-2010 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 581/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής του αξιοποίνου. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι ορισμένος. Το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αόριστο αυτοτελή ισχυρισμό. Κρίση για αοριστία τέτοιου ισχυρισμού. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Παραγραφή.
| 0
|
Αριθμός 1101/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, περί αναιρέσεως της 1536/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1169/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθ'οσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.1536/2009 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με ζημία ανώτερη των 50.000.000 δραχμών και του επέβαλε ποινή καθείρξεως έντεκα (11) ετών. Στο αιτιολογικό της ανωτέρω αποφάσεώς του το Δικαστήριο δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Σύμφωνα με την κοινοτική και την εσωτερική νομοθεσία που ίσχυε κατά το έτος 1997 σχετικά με την παραγωγή και διακίνηση της αιθυλικής αλκοόλης, προκειμένου το προϊόν αυτό να τεθεί στην κατανάλωση, έπρεπε ένα χρηματικό τέλος, πολλαπλάσιο της πραγματικής του αξίας, να έχει προκαταβληθεί στην αρμόδια κρατική αρχή. Για να διευκολύνεται, όμως, η κυκλοφορία του προϊόντος μεταξύ παραγωγών και χονδρεμπόρων, επιτρεπόταν να γίνονται κάποιες δοσοληψίες μεταξύ τους υπό καθεστώς φορολογικής παρακολούθησης. Προβλεπόταν, δηλαδή, η δυνατότητα να πωλείται και να μεταφέρεται από τον πωλητή στον αγοραστή η αιθυλική αλκοόλη πριν από την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, με την προϋπόθεση ότι ο παραλήπτης του προϊόντος είχε και αυτός την άδεια να διατηρεί "φορολογική αποθήκη", όπου είχε την υποχρέωση να φυλάξει την αποκτώμενη ποσότητα χωρίς δικαίωμα να τη χρησιμοποιήσει ή να τη μεταπωλήσει πριν από την πληρωμή του ειδικού φόρου. Για να ελέγχεται η φύλαξη αυτή, έπρεπε, αμέσως μετά την εισαγωγή κάποιας ποσότητας στη "φορολογική αποθήκη", να ενημερώνεται η αρμόδια τελωνειακή αρχή, η οποία, στη συνέχεια, θα έδινε άδεια εξαγωγής από την αποθήκη μόνο εφ' όσον πιστοποιούνταν προσηκόντως η προκαταβολή του ειδικού φόρου. Όλα αυτά προβλεπόταν να επιτυγχάνονται με την έκδοση ενός ειδικού εγγράφου, που έφερε τον τίτλο "Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο" (ΣΔΕ) και ακολουθούσε το εμπόρευμα από την έξοδο του από κάποια "φορολογική αποθήκη" μέχρι την είσοδο του σε κάποια άλλη. Το ΣΔΕ συντασσόταν σε τέσσερα αντίτυπα, επί ειδικού προεκτυπωμένου εντύπου. Το ένα από τα αντίτυπα παρέμενε στον αποστολέα, ενώ τα άλλα τρία συνόδευαν το εμπόρευμα κατά τη μεταφορά του. Κατόπιν, τα τρία αντίτυπα ΣΔΕ παραδίδονταν μαζί με το εμπόρευμα στον παραλήπτη. Αυτός, αναφέροντας την παραλαβή της συγκεκριμένης ποσότητας, ήταν υποχρεωμένος να εμφανίσει τα ΣΔΕ στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, προκειμένου να γνωστοποιηθεί σ' αυτήν η εισαγωγή του εμπορεύματος στη "φορολογική αποθήκη" που ο παραλήπτης νομίμως διατηρούσε. Η τελωνειακή αρχή κρατούσε ένα αντίτυπο για το αρχείο της και επιβεβαίωνε επί ενός ετέρου την εισαγωγή της αιθυλικής αλκοόλης στη συγκεκριμένη "φορολογική αποθήκη", όπου, πλέον, αναλάμβανε να την παρακολουθεί η ίδια. Το αντίτυπο αυτό, με τη βεβαίωση της τελωνειακής αρχής, το έπαιρνε ο παραλήπτης του εμπορεύματος για να το επιστρέψει στον αποστολέα της αιθυλικής αλκοόλης, προκειμένου εκείνος να πιστώσει την αντίστοιχη ποσότητα (ως εξαχθείσα και παρακολουθούμενη νομίμως) και να έχει λογιστικά τακτοποιημένη τη δική του "φορολογική αποθήκη". Το εναπομένον αντίτυπο το κρατούσε ο παραλήπτης, για το δικό του αρχείο. Κατά το έτος 1997, οι αρμόδιες ιταλικές αρχές, παρακολουθώντας τις "φορολογικές αποθήκες" δύο μεγάλων ιταλικών επιχειρήσεων παραγωγής και εμπορίας αιθυλικής αλκοόλης, εντόπισαν ένα σημαντικό αριθμό ΣΔΕ, με τα οποία είχαν πιστωθεί διάφορες ποσότητες εμπορεύματος που φέρονταν ότι είχαν πωληθεί και εξαχθεί από την Ιταλία στην Ελλάδα, στο όνομα μιας επιχείρησης με την επωνυμία "DUMONT, ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", η οποία διατηρούσε "φορολογική αποθήκη". Λόγω του ότι οι πωληθείσες ποσότητες ήσαν ιδιαίτερα μεγάλες και ο παραλήπτης όχι ιδιαίτερα γνωστός, οι ιταλικές αρχές ζήτησαν από τις αρμόδιες ελληνικές να επιβεβαιώσουν τη νομότυπη εισαγωγή της αιθυλικής αλκοόλης στη "φορολογική αποθήκη" της εν λόγω επιχείρησης και την έκτοτε προσήκουσα διακίνηση της. Στον έλεγχο που επακολούθησε, διαπιστώθηκε ότι οι θεωρήσεις, που φέρονταν ότι είχαν γίνει από την αρμόδια τελωνειακή αρχή επί των αντιτύπων ΣΔΕ που ελέγχθηκαν (αναφέρονται με τους αριθμούς τους στο διατακτικό) ήσαν πλαστές ως προς τις υπηρεσιακές σφραγίδες και τα ονόματα - υπογραφές των προσώπων που υποτίθεται ότι τις είχαν συντάξει. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση με την ως άνω επωνυμία είχε υπάρξει, πράγματι, στο παρελθόν, ότι ασχολούνταν με την παραγωγή αλκοολούχων ποτών και ότι διατηρούσε νομίμως "φορολογική αποθήκη". Αλλά ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε διακόψει τη λειτουργία της και είχε εκμισθώσει το βιοτεχνικό χώρο, τον οποίο χρησιμοποιούσε προηγουμένως και στον οποίο διατηρούσε τη "φορολογική αποθήκη", προς ένα ξυλουργό ονόματι N1. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι, που εξέτασαν το ... και το N1, διαπίστωσαν ότι αυτοί δεν είχαν καμιά σχέση ούτε με τις υπό αναζήτηση ποσότητες ούτε με τα ΣΔΕ, τα οποία είχαν αποσταλεί από την Ελλάδα στην Ιταλία και φαίνονταν να πιστώνουν τις από εκεί εξαχθείσες ποσότητες αιθυλικής αλκοόλης. Στη συνέχεια της έρευνας διαπιστώθηκε ότι κάποιο από τα αντίτυπα ΣΔΕ είχε, επιστραφεί στον ιταλό εξαγωγέα μέσα σε φάκελο, επί του οποίου, στη θέση του αποστολέα, αναγράφονταν τα στοιχεία (όνομα, διεύθυνση) του κατηγορουμένου Φ1. Τα στοιχεία αυτά ήσαν γνωστά στις αρχές από κάποια προηγούμενη υπόθεση. Ακολούθησε γραφολογική εξέταση (βλ. τα πορίσματα των εκθέσεων, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονταν μεταξύ των λοιπών αναγνωσθέντων εγγράφων), από την οποία προέκυψε ότι η συμπλήρωση των υπό έρευνα αντιτύπων ΣΔΕ είχε γίνει δια χειρός του Φ1, ο οποίος, μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, βάζοντας δυσανάγνωστη υπογραφή που αποδίδεται σε τρίτο, υπέγραφε με τον τρόπο που αυτός ο ίδιος συνηθίζει να υπογράφει (έβαζε τη δική του υπογραφή, αποδίδοντας την σε άλλο πρόσωπο). Με τον τρόπο αυτό αποδείχθηκε ότι η πλαστογράφηση των ΣΔΕ ως προς α) την αναφορά ότι η ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης που αναγράφεται παρελήφθη από την επιχείρηση "DUMONT, ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" και εισήχθη στη "φορολογική αποθήκη", που εκείνη διατηρούσε και β) την επιβεβαίωση της τελωνειακής αρχής ότι η ίδια ποσότητα παρακολουθείται πλέον από αυτήν, στην οποία έχει κατατεθεί το προσήκον αντίτυπο ΣΔΕ, είχε γίνει από τον κατηγορούμενο Φ1. Όλες οι ποσότητες της αιθυλικής αλκοόλης, που αναγράφονται στα πλαστογραφημένα αντίτυπα ΣΔΕ, εισήχθησαν από την Ιταλία στην Ελλάδα υπό καθεστώς φορολογικής παρακολούθησης και διατέθηκαν στην κατανάλωση χωρίς να έχει καταβληθεί προηγουμένως ο ειδικός φόρος. Για την πράξη αυτή, χαρακτηρισθείσα αρμοδίως ως λαθρεμπορία, ασκήθηκε άλλη ποινική δίωξη, που δεν συνδέεται με την παρούσα. Με βάση τις ποσότητες αυτές, οι αρμόδιοι οικονομικοί υπάλληλοι συνέταξαν τις εκθέσεις προσδιορισμού του φόρου και των λοιπών τελών που αναλογούν κατά νόμο (βλ. στα αναγνωσθέντα). Ο φόρος αυτός και τα τέλη ανέρχονται συνολικώς στο ποσό των 8.059.676 ευρώ, που θα είχε καταβληθεί στο Ελληνικό Δημόσιο, εάν η διαδικασία εισαγωγής και παρακολούθησης του προϊόντος είχε τηρηθεί προσηκόντως (βλ. σκέψη αρ.1). Τώρα, με την αναληθή εμφάνιση της μη λειτουργούσας επιχείρησης "DUMONT, ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" ως παραλήπτη και με την απ' ευθείας προώθηση του εμπορεύματος σε τρίτους, άγνωστους αποδέκτες, το ποσό αυτό δεν εισπράχθηκε και η μη είσπραξη του αποτέλεσε αντίστοιχη οικονομική ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή των 146.735 ευρώ. Επομένως, λόγος για να κληθεί το Ελληνικό Δημόσιο και να προσδιορίσει εκ νέου τη ζημία του δεν υφίσταται. Γι' αυτό, το αίτημα της υπεράσπισης του κατηγορουμένου Φ1 περί αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως προς το σκοπό αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές. Η πράξη της πλαστογραφίας δεν συνδέεται άμεσα με την πράξη της λαθρεμπορίας. Η λαθρεμπορία τελειώθηκε αμέσως μόλις το εισαχθέν εμπόρευμα τέθηκε στην κατανάλωση, χωρίς την πληρωμή του ειδικού φόρου. Η πλαστογράφηση των αντιτύπων ΣΔΕ δεν ήταν απαραίτητη για την ολοκλήρωση της. Ήταν μια πρόσθετη ενέργεια των δραστών της λαθρεμπορίας, που επιχειρήθηκε από μόνο τον κατηγορούμενο Φ1, με τον τρόπο που αναφέρθηκε και απέβλεπε πρωτίστως στην παραπλάνηση των ιταλών προμηθευτών (αποστολέων των αντίστοιχων φορτίων) ως προς την προσήκουσα [δήθεν] εναπόθεση του εμπορεύματος στην αρχικώς δηλωθείσα "φορολογική αποθήκη" και, κατ' επέκταση, στον εφησυχασμό εκείνων και στη δυσχέρανση της αποκάλυψης της παράνομης διακίνησης της αιθυλικής αλκοόλης στην Ελλάδα. Επομένως, ζήτημα απορρόφησης της πλαστογραφίας από την πράξη της λαθρεμπορίας, όπως αβασίμως υποστηρίχθηκε από την υπεράσπιση κατά τις αγορεύσεις, δεν τίθεται παρά ταύτα η πλαστογραφία που τέλεσε ο Φ1 δεν είναι αποσυνδεμένη από το οικονομικό όφελος. Διότι και η επιχείρηση της πράξεως αυτής, σύμφωνα με την επινοηθείσα μέθοδο των δραστών της όλης επιχείρησης, απέβλεπε στη διατήρηση του οικονομικού αποτελέσματος που ήδη είχε επιτευχθεί με την προηγηθείσα πράξη της λαθρεμπορίας.....Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος μόνο ο κατηγορούμενος Φ1 για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, με σκοπό το όφελος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και με παράλληλη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου που συνολικώς υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή των 146.735 ευρώ..." Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεως του το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για πλαστογραφία (νόθευση) εικοσιπέντε (25) Συνοδευτικών Διοικητικών Εγγράφων (ΣΔΕ), τα οποία αναφέρονται στο διατακτικό με τους αριθμούς και το περιεχόμενό τους.
Σχετικά με την ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο δέχτηκε ότι πλαστογραφήθηκαν όλα τα ΣΔΕ, των οποίων μάλιστα δεν αναφέρεται ο συνολικός αριθμός, ενώ παράλληλα εκτιμήθηκε εσφαλμένα το περιεχόμενο της γραφολογικής εξέτασης. Η αιτίαση αυτή του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη κατά το πρώτο σκέλος της, αφενός γιατί προκύπτει από το περιεχόμενο του σκεπτικού ότι νοθεύτηκαν όλα τα ΣΔΕ και αφετέρου αναφέρεται ο συνολικώς αριθμός τους (25) στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό. Κατά το δεύτερο σκέλος της η ίδια αιτίαση είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και εν προκειμένω της γραφολογικής εξέτασης. Περαιτέρω επικαλείται ο αναιρεσείων ότι με την περικοπή του αιτιολογικού ότι "η λαθρεμπορία τελειώθηκε αμέσως μόλις το εισαχθέν εμπόρευμα τέθηκε στην κατανάλωση, χωρίς την πληρωμή του ειδικού φόρου", το Δικαστήριο δέχεται ότι αυτός τέλεσε και την πράξη της λαθρεμπορίας, η οποία όμως δεν ήταν αντικείμενο της δίκης που αφορούσε σε πλαστογραφία και ότι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. Όπως όμως προκύπτει από το σημείο εκείνο του αιτιολογικού, το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το αν τελέστηκε ή όχι λαθρεμπορία (αντίθετα δέχτηκε ότι δεν συνδέεται με την παρούσα δίκη), αλλά με τη σχετική αναφορά απάντησε στον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι απορροφήθηκε η πλαστογραφία από τη λαθρεμπορία, τον οποίο ισχυρισμό έκρινε αβάσιμο. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2009 αίτηση του... για αναίρεση της υπ'αριθ.1536/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση και σκοπό το όφελος, με ζημία του Ελληνικού Δημοσίου ανώτερη των 50.000.000 δραχμών. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου. Αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για συγκεκριμένες ελλείψεις της αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
Αριθμός 1102/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 9407/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δέσποινα Γάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1762/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδαφ. α' του ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικής πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο στη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται και η σχετική ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Από τις παραπάνω διατάξεις που εφαρμόζονται επί αδικημάτων εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών τιμολογίων που διαπράττονται από 1.1.1998 και εφεξής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 5 του ν. 2523/1997 και πριν από την τροποποίηση του άρθρου 19 παρ. 1 με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος φοροδιαφυγής απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε, δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση έστω και με την έννοια της αμφιβολίας της πλαστότητας ή της εικονικότητας των εκδιδόμενων φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος αναφέρει στο σκεπτικό του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα. "Από τον Ζ ιδρύθηκε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών εμπορία φωτογραφικού υλικού και πληροφορικής η οποία όμως ουδέποτε απέκτησε αληθινή υπόσταση με την έννοια της πραγματοποιήσεως πραγματικών εμπορικών συναλλαγών είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Αυτή, ιδρύθηκε στο όνομα του τελευταίου πλην όμως ενεργό και άμεση συμμετοχή στη διαχείρισή της για την επίτευξη των ως άνω παρανόμων σκοπών είχε και ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο, αφού αυτός ήταν που πραγματοποιούσε τις παράνομες εισπράξεις. Για να υπάρχει τυπικά μία έδρα μισθώθηκε χώρος της οδού ..., στην οποία, όμως, ουδέποτε λειτούργησε η δηλωθείσα επιχείρηση. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης και συγκεκριμένα από 27/8/2003 έως 18/11/2003 α) εκδόθηκαν στο όνομα της ατομικής επιχείρησης του Ζ προς τις επιχειρήσεις των ληπτών που αναφέρονται στον πρώτο πίνακα στο διατακτικό της παρούσας, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας εικονικά τιμολόγια καθόσον αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και δη πωλήσεις εμπορευμάτων (φωτογραφικού υλικού) από την προαναφερόμενη επιχείρηση προς τις επιχειρήσεις των ληπτών και β) έγιναν αποδεκτά εικονικά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια, αποδείξεις μεταφοράς, φορτωτικές), τα οποία καταχωρήθηκαν στα λογιστικά βιβλία της εν λόγω επιχείρησης. Από τα φορολογικά αυτά στοιχεία τα μεν τιμολόγια αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και δη πωλήσεις εμπορευμάτων (φωτογραφικού υλικού-ειδών πληροφορικής) από τις ειδικά αναφερόμενες στον πίνακα που διαλαμβάνεται στο διατακτικό επιχειρήσεις προς την επιχείρηση του Ζ και ως εκ τούτου ήταν και αυτά εικονικά. Όσον δε αφορά τις αποδείξεις μεταφοράς και φορτωτικές αυτές αφορούσαν ανύπαρκτες μεταφορές εμπορευμάτων στην εν λόγω επιχείρηση από τους ιδιοκτήτες των μεταφορικών εταιρειών και επομένως και αυτά τα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά. Η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων που εκδόθηκαν ανέρχονταν στο ποσό των 1.034.448,75 ευρώ ενώ η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων που αποδέχθηκε ανέρχονταν στο ποσό των 1.016.646,85 ευρώ εισπράττοντας κατ' αυτόν τον τρόπο παράνομα μεγάλα χρηματικά ποσά ως επιστροφές Φ.Π.Α. Στην έκδοση και αποδοχή των επίμαχων εικονικών τιμολογίων και λοιπών φορολογικών στοιχείων προέβη και ο κατηγορούμενος, ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο, έχοντας πλήρη γνώση της παράνομης δραστηριότητας της επιχείρησης. Ειδικότερα αυτός ήταν που φρόντισε για το "στήσιμο" της επιχείρησης αφού το πρότεινε στον Ζ, βρήκε το λογιστή ... από τον οποίο ζήτησε παρότι ο τελευταίος του πρότεινε να τηρήσει η επιχείρηση βιβλία Β' κατηγορίας, να ενταχθεί αυτή σε βιβλία Γ' με προφανή σκοπό να προσδιορίζονται τα προς φορολόγηση κέρδη με λογιστικό τρόπο (έσοδα-έξοδα) ώστε καταχωρώντας τα εικονικά τιμολόγια στα βιβλία τους να εμφανίζουν μεγάλες ζημίες ή μικρότερα κέρδη και να μην αποδίδουν ή να αποδίδουν μειωμένους φόρους. Επίσης, ο κατηγορούμενος είχε την κύρια ευθύνη λειτουργίας της επιχείρησης αφού αυτός ήταν που ρύθμιζε τα σχετικά με την έναρξη των εργασιών της και τον τρόπο παρακολούθησης των λογιστικών βιβλίων, την αμοιβή του λογιστή θέματα". Με βάση το αιτιολογικό αυτό το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα και τότε εκκαλούντα κατηγορούμενο του ότι "στη ... στους χρόνους που αναφέρονται παρακάτω με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Συγκεκριμένα: Α) στον πιο πάνω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από τις 27.8.2003 έως τις 18/11/2003 (όπως αναλυτικά προσδιορίζεται πιο κάτω) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία. Ειδικότερα ενώ ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο εκμεταλλευόταν επιχείρηση εμπορίας φωτογραφικού υλικού και πληροφορικής, που λειτουργούσε ως ιδιοκτήτης ο Ζ, εξέδωσε τα φορολογικά στοιχεία που προσδιορίζονται πιο κάτω ως προς τα πρόσωπα των ληπτών, τον αριθμό, τον χρόνο έκδοσης, την αξία συναλλαγής, τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και δη πωλήσεις εμπορευμάτων (φωτογραφικού υλικού) από την ανωτέρω επιχείρηση προς την επιχείρηση των ληπτών που αναφέρονται πιο κάτω και ως εκ τούτου αυτά ήταν εικονικά. Τα εικονικά τιμολόγια έχουν ως εξής: Β) Στον πιο πάνω τόπο κατά το χρονικό διάστημα από τις 27/8/2003 έως τις 18/11/2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο εκμεταλλευόταν επιχείρηση εμπορίας φωτογραφικού υλικού και πληροφορικής που λειτουργούσε ως ιδιοκτήτης ο Ζ, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια, αποδείξεις μεταφοράς, φορτωτικές) με το να παραλάβει από τους εκμεταλλευτές και τους εκπροσώπους των επιχειρήσεων που αναφέρονται πιο κάτω, τα οποία καταχώρησε στα λογιστικά βιβλία της ανωτέρω επιχείρησης. Από τα φορολογικά αυτά στοιχεία τα μεν τιμολόγια αυτά αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και δη πωλήσεις εμπορευμάτων (φωτογραφικού υλικού-ειδών πληροφορικής) από τις πιο κάτω αναφερόμενες επιχειρήσεις στην επιχείρηση, που αυτός εκμεταλλευόταν, και ως εκ τούτου αυτά ήταν εικονικά, οι δε αποδείξεις μεταφοράς και φορτωτικές αφορούσαν ανύπαρκτες μεταφορές εμπορευμάτων στην ανωτέρω επιχείρηση από τους ιδιοκτήτες των μεταφορικών εταιρειών και επομένως και τα φορολογικά αυτά στοιχεία ήταν εικονικά. Τα φορολογικά στοιχεία ως προς το είδος, τα πρόσωπα των εκδοτών, τον αριθμό, χρόνο έκδοσης και αποδοχής, αξία συναλλαγής και ΦΠΑ είχαν ως εξής. Επίσης στις 4.9.2003 με την ανωτέρω ιδιότητά του έλαβε από τον Τ το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 80 ευρώ και 14,40 ευρώ ΦΠΑ καταχωρώντας το στα βιβλία της επιχείρησης που αυτός εκμεταλλευόταν, το οποίο ήταν εικονικό, καθόσον αφορούσε ανύπαρκτες υπηρεσίες του Τ για εκτελωνισμό και έξοδα εξαγωγής εμπορευμάτων της επιχείρησης εκμετάλλευσης του κατηγορουμένου προς την επιχείρηση Ρ.Τ.Ρ ΕΜΙΝΑ στη .... Η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων που εξέδωσε ήταν 1.034.448,75 ευρώ, ενώ η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων που αποδέχθηκε ήταν 1.016.646,85 ευρώ". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για τις άνω πράξεις εκδόσεως εικονικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση ως προβλεπόμενες και τιμωρούμενες από τα άρθρα 26, 27, 53, 94 παρ. 1, 98 ΠΚ και τα άρθρα 19 παρ. 1,2, 4 και 20,21 ν. 2523/1997 σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών για κάθε πράξη και καθόρισε συνολική ποινή φυλακίσεως σε βάρος του δέκα οκτώ(18) μηνών φυλάκιση μετατραπείσα σε χρηματική. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής. Δεν προσδιορίζονται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως τα τιμολόγια πωλήσεως που έγινε δεκτό από το δικάσαν δικαστήριο ότι εκδόθηκαν από τον ήδη αναιρεσείοντα ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο που είχε την κύρια ευθύνη της ατομικής επιχείρησης λειτουργούσης στο όνομα Ζ προς άλλες επιχειρήσεις, ούτε τα τιμολόγια πωλήσεως εμπορευμάτων και λοιπές αποδείξεις μεταφοράς και φορτωτικές που έγινε δεκτό ότι εκδόθηκαν από άλλες επιχειρήσεις με αποδεκτή των την ατομική επιχείρηση του Ζ και τα οποία αποδέχθηκε όπως έγινε δεκτό και ο αναιρεσείων και τα καταχώρησε στα βιβλία της προαναφερόμενης επιχειρήσεως. Δεν αναπληρώνεται η έλλειψη προσδιορισμού αυτών των φορολογικών στοιχείων, κατά αύξοντα αριθμό, είδος στοιχείου, αριθμό τιμολογίου, ποσότητες αναφερομένων ως πωληθέντων εμπορευμάτων αξία σε ευρώ των εμπορευμάτων που αναφέρονται ότι πωλήθηκαν με κάθε τιμολόγιο, αντίστοιχο ποσό φόρου προστιθέμενης αξίας και στοιχεία της επιχειρήσεως ή του επιτηδευματία που έλαβε τα αναφερόμενα ως πωληθέντα από την επιχείρηση που έγινε δεκτό ότι ελεγχόταν ως προς τις δραστηριότητές της από τον αναιρεσείοντα, αν και λειτουργούσε στο όνομα άλλου ατόμου ή εξέδωσε τα τιμολόγια πώλησης εμπορευμάτων φωτογραφικού υλικού και ειδών πληροφορικής που έγινε δεκτό ότι έγιναν αποδεκτά και από τον αναιρεσείοντα και καταχωρήθηκαν στα βιβλία της επιχείρησης Ζ, μόνον από την αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι οι επιχειρήσεις των ληπτών των τιμολογίων που αναφέρονται ότι εκδόθηκαν από τον αναιρεσείοντα και οι επιχειρήσεις που εξέδωσαν τα τιμολόγια πωλήσεως προς την επιχείρηση του Ζ αναφέρονται στους διαλαμβανόμενους στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικούς πίνακες. Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται πίνακες με τιμολόγια ούτε στο διατακτικό της παρατίθενται κατά άλλον τρόπο τα φορολογικά στοιχεία για το ποια ήταν τα αναφερόμενα εικονικά τιμολόγια που εκδόθηκαν από την επιχείρηση την οποία έγινε δεκτό ότι ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο εκμεταλλευόταν ο ήδη αναιρεσείων ούτε τα τιμολόγια πώλησης άλλων επιχειρήσεων με λήπτρια την άνω ατομική επιχείρηση του Ζ και λοιπές αποδείξεις που αναφέρονται ότι έγιναν αποδεκτά και από τον αναιρεσείοντα και καταχωρήθηκαν στα βιβλία αυτής. Συγκεκριμένη αναφορά γίνεται στο διατακτικό της αποφάσεως μόνον για το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών 648/4.9.2003 ποσού 80 ευρώ πλέον 14,40 ευρώ για ΦΠΑ που γίνεται δεκτό ότι ελήφθη από τον Τ και κατεχωρήθη στα βιβλία της επιχειρήσεως που αναφέρεται ότι εκμεταλλευόταν ο αναιρεσείων και για το οποίο επίσης αναφέρεται ότι ήταν εικονικό ως αφορών σε ανύπαρκτες υπηρεσίες του Τ για εκτελωνισμό και έξοδα εξαγωγής εμπορευμάτων σε επιχείρηση στη Σερβία. Δεν στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν από τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ούτε η παραδοχή ότι η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων που εκδόθηκαν από την επιχείρηση που εκμεταλλευόταν ο αναιρεσείων ανερχόταν σε ευρώ 1034448,75. Ούτε η παραδοχή ότι η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων και λοιπών αποδείξεων από άλλες επιχειρήσεις με λήπτρια την άνω ατομική επιχείρηση που λειτουργούσε στο όνομα του Ζ ανερχόταν σε ευρώ 1.016.646,85. Τα ανωτέρω που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να παρατεθούν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να αποδεικνύονται, δεν στηρίζουν τα συμπεράσματα στα οποία περαιτέρω κατέληξε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο ως προς το ότι ο αναιρεσείων είχε γνώση της παράνομης δραστηριότητας της άνω ατομικής επιχείρησης του Ζ και ότι επέτυχε να εισπράξει μεγάλα ποσά ως επιστροφή ΦΠΑ παρανόμως πέραν του ότι δεν προσδιορίζεται από ποιον φορέα και πότε έγινε αυτή η είσπραξη και ποιο ποσό συγκεκριμένα εισέπραξε. Δεν αιτιολογείται μόνον με βάση αυτά τα συμπεράσματα η περαιτέρω παραδοχή του δικαστηρίου ότι τα εκδοθέντα τιμολόγια πωλήσεως και τα ληφθέντα τιμολόγια πωλήσεως και λοιπές αποδείξεις μεταφοράς που καταχωρήθηκαν στα βιβλία της ατομικής επιχείρησης του Ζ, όπως αορίστως αναφέρονται, είναι εικονικά και ότι δεν ανταποκρίνονται αυτά τα φορολογικά στοιχεία, καθώς και η σχετική με το εκδοθέν από τον Τ τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, για την οποία μόνον γίνεται λόγος στην απόφαση για τα προσδιοριστικά της συναλλαγής στοιχεία, σε υπαρκτές συναλλαγές. Είναι βάσιμος, επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ αιτιολογίας και πρέπει κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9407/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 19 § 1,2,4 και άρθρ. 20, 21 Ν. 2523/1997). Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση κατά παραδοχή του λόγου για έλλειψη της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν προσδιορίζονται κατ' αύξοντα αριθμό, είδος στοιχείου, αριθμό τιμολογίου, ποσότητες πωληθέντων εμπορευμάτων και αξία σε ευρώ πλέον ΦΠΑ και στοιχεία επιχείρησης αγοραστή - παραλήπτη όπως και στοιχεία εκδότη για τα τιμολόγια που έγιναν αποδεκτά, τα τιμολόγια πωλήσεως που φέρονται ότι εκδόθηκαν από τον αναιρεσείοντα ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο με κύρια ευθύνη της λειτουργίας της επιχειρήσεως, ούτε τα τιμολόγια πωλήσεως εμπορευμάτων ότι εκδόθηκαν από άλλες επιχειρήσεις με αποδέκτη την ίδια επιχείρηση, και τα οποία ο αναιρεσείων έγινε δεκτό ότι καταχώρησε στα βιβλία της και δεν αρκούσε η παραδοχή για το ύψος της συνολικής καθαρής αξίας των τιμολογίων που εκδόθηκαν από την επιχείρηση που εκμεταλλευόνταν ο αναιρεσείων και των τιμολογίων που έγιναν αποδεκτά, ούτε προσδιορίζεται γιατί δεν ανταποκρίνονταν τα ως άνω φορολογικά στοιχεία καθώς και το μόνο προσδιοριζόμενο ως προς τα στοιχεία του τιμολόγια παροχής υπηρεσιών σε υπαρκτές συναλλαγές.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 238/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με αιτούντα τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Με εγκαλούντα τον Ψ1 και εγκαλούμενο τον Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Η αίτηση αυτή με αριθμό 743/12.10.07, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1748/07.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 434/2.11.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 743/12-10-2007 αναφορά του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητείται σύμφωνα με τα αρ. 136 παρ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, η παραπομπή της δικογραφίας που έχει σχηματισθεί κατά του υπηρετούντος στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών Αντεισαγγελέα Εφετών Χ1, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των άρθρων 136 περ. ε και 137 παρ. 1 εδ. του ΚΠΔ, προκύπτει ότι όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο ή ομοειδές δικαστήριο. Για την παραπομπή, που νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, αποφασίζει ο 'Αρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη, μη διαλαμβανομένη στα εδάφια α' και β' της παρ. 1 του αρ. 137 ΚΠΔ, περίπτωση και συνεπώς και στην περίπτωση παραπομπής από τον αρμόδιο να κρίνει επί προσφυγής κατά διατάξεως Εισαγγελέως Πρωτοδικών, σύμφωνα με το άρθρο 48 ΚΠΔ, Εισαγγελέα Εφετών, σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η έγκληση που υπέβαλε ο Ψ1, κατά του υπηρετούντος στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών Χ1 απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ. ΕΓ 150-07/13Δ/07 διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Κατά της διατάξεως αυτής, ο εγκαλών άσκησε την υπ'αριθμ. 444/2007 προσφυγή, σύμφωνα με το αρ. 48 ΚΠΔ, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ανακύπτει, συνεπώς, περίπτωση παραπομπής της προσφυγής αυτής σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών, αφού ο εγκαλούμενος Χ1 υπηρετεί ως Αντεισαγγελέας Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, κρίνω δε ενδεδειγμένο να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω να παραπεμφθεί η υπ'αριθμ. 444/2007 προσφυγή του εγκαλούντος Ψ1, κατά της υπ'αριθμ. ΕΓ 150-07/13Δ/07 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς.
Αθήνα 30-10-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠοινΔικ, συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, οπό το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο, η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται, όχι μόνο κατά την κύρια διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξαιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η από 4.10.2006 έγκληση του Ψ1, κατά του υπηρετούντος στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών, για συκοφαντική δυσφήμηση-εξύβριση, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. ΕΓ 150-07/101/13Δ/07 διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά της διάταξης αυτής ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθμ. 444/2007 προσφυγή, σύμφωνα με το αρ. 48 .Π.Δ., στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, λόγω του ότι ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός, όπως προαναφέρθηκε, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Τον κανονισμό αρμοδιότητας ζητεί από τον Άρειο Πάγο ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθ. πρωτ. 743/16.10.2007 αίτησή του, η οποία είναι νόμιμη και, ενόψει των προεκτεθέντων, κατ' ουσίαν βάσιμη και ως εκ τούτου, κατά παραδοχή αυτής, πρέπει να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί επί της ως άνω προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει, ως κατά παραπομπή αρμόδιο, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, για να αποφανθεί επί της από 444/2007 προσφυγής του εγκαλούντος Ψ1, κατά της υπ' αρ. ΕΓ 150-07/101/13Δ/07 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ορίζει αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1099/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 975/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1657/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό85/23.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι)Το Συμβούλιο Πλημ/κών Θεσ/νίκης με το υπ' αριθμ. 835/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [για κακουργήματα] Θεσ/νίκης τον - δικηγόρο Θεσ/νίκης - Χ για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως α) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου κατ' εξακολούθηση β) απιστίας δικηγόρου - 375§§1 εδ. α, 2 εδ. α, 233 εδ. α Ποιν.Κ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 83/2009 έφεση και το συμβούλιο Εφετών Θεσ/νίκης με το υπ' αριθμ. 975/2009 βούλευμά του απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ειδικώτερα το άνω συμβούλιο με το ρηθέν βούλευμά του και με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών δέχθηκε τα εξής: ".. σχέση εντολής υφίσταται και μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του και να δέχεται καταβολές οφειλομένων στον τελευταίων ποσών ή να καταβάλει σε τρίτους οφειλόμενα από τον εντολέα του ποσά, τα οποία του παραδίδονται για τον σκοπό αυτόν (Α.Π. 94/2006, Ποιν. Δικ. 2006, 806, Α.Π. 2507/2003 Ποιν. Δικ. 2004, 508). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 233 του Ποινικού Κώδικα, το προβλεπόμενο με τη διάταξη αυτή υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της απιστίας δικηγόρου στοιχειοθετείται και με την από μέρους δικηγόρου ή άλλου νομικού συμπαραστάτη ηθελημένη βλάβη εκείνου, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία. Για την με τον τρόπο αυτό πραγμάτωση του εγκλήματος απαιτείται α) ιδιότητα του δράστη ως δικηγόρου ή άλλου νομικού παραστάτη, β) ανάθεση σ' αυτόν μιας υπόθεσης, γ) πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα του αναθέσαντα την υπόθεση με ενέργεια ή παράλειψη που γίνεται στα πλαίσια του επαγγέλματος του δικηγόρου ή νομικού παραστάτη και δ) δόλος του υπαιτίου, που περιλαμβάνει τη γνώση του για το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη του βλάπτει εκείνον, των συμφερόντων του οποίου ανέλαβε τη νομική προστασία ως δικηγόρος, καθώς και τη βούληση του να βλάψει τα συμφέροντα του εντολέα του (Α.Π. 1128/2004, Ποιν. Xpov. NE' 517). Το έγκλημα της απιστίας δικηγόρου τελεί σε αληθινή συρροή με εκείνο της υπεξαίρεσης, αφού τα δύο εγκλήματα είναι ανεξάρτητα και αυτοτελή, συντιθέμενα από διαφορετικά το καθένα στοιχεία και προστατεύουν διαφορετικά έννομα αγαθά, δεδομένου ότι η υπεξαίρεση προστατεύει την ιδιοκτησία, ενώ το προστατευόμενο με την απιστία δικηγόρου έννομο αγαθό είναι εκείνο της κατά την απονομή της δικαιοσύνης νομικής προστασίας (Πρβλ Α.Π. 1520/1996, Ποιν. Xpov. MZ' 853). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν με την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα δικογραφίας και την απολογία του εκκαλούντα κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με το από 9.6.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό η εγκαλούσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης μίσθωσε από την εδρεύουσα στη ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Κτηματική και Οικοδομική Εταιρία Θεσσαλονίκης" ένα ακίνητο της τελευταίας και συγκεκριμένα τους επτά κύριους ορόφους (πρώτο έως έβδομο της επί της οδού ... της ... πολυόροφης οικοδομής, προκειμένου να στεγάσει και να λειτουργήσει εκεί την επιχείρηση της ιδιωτικού μουσικού ωδείου. Μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2006 η μισθώτρια υπήρξε συνεπής ως προς την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης της για καταβολή του μισθώματος, το οποίο, μετά από συνεχείς αναπροσαρμογές, ανήλθε για το έτος 2006 στο ποσό των 6.288,8 ευρώ μηνιαίως, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου. Από τον Μάιο όμως του 2006 και εφεξής δεν πλήρωνε το μίσθωμα, λόγω του διαμορφωθέντος πολύ μεγάλου ύψους αυτού και της οικονομικής αδυναμίας της. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2006 η εγκαλούσα ανέθεσε δια της νομίμου εκπροσώπου της στον εκκαλούντα, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, να διαπραγματευθεί με το νόμιμο εκπρόσωπο της εκμισθώτριας εταιρίας τη μείωση του τιμήματος και τον καθορισμό αυτού στο ποσό των 3.500 ευρώ μηνιαίως περίπου. Ο εκκαλών, υποστηρίζοντας ότι η πρόταση για αναπροσαρμογή του μισθώματος θα είχε μεγαλύτερη πιθανότητα αποδοχής αν συνοδευόταν με την ταυτόχρονη προσφορά όλων των οφειλομένων μέχρι τότε μισθωμάτων, υπολογιζόμενων με βάση το ύψος της αιτούμενης αναπροσαρμογής, ζήτησε από την νόμιμη εκπρόσωπο της εγκαλούσας να του παραδώσει το απαιτούμενο για την κατά τον παραπάνω τρόπο εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων χρηματικό ποσό. Πράγματι, στις 29.9.2006, η νόμιμη εκπρόσωπος της εγκαλούσας παρέδωσε στον εκκαλούντα το ποσό των 7.150 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα μειωμένα μισθώματα των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 2006. Ο εκκαλών περιορίσθηκε στην για λογαριασμό της εντολέα του αποστολή προς την εκμισθώτρια μιας εξώδικης δήλωσης, με την οποία ζήτησε τη μείωση του μισθώματος περίπου στο ήμισυ, προσφερόμενος αόριστα για την άμεση καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων. Πέρα από την αποστολή της εξώδικης δήλωσης, ο εκκαλών δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Επίσης δεν κατέβαλε ποτέ στη μισθώτρια ούτε προσφέρθηκε πραγματικά να καταβάλλει το παραδοθέν σ' αυτόν ποσό των 7.150 ευρώ, το οποίο, αμέσως μετά την παράδοση του, ιδιοποιήθηκε παράνομα, αναλώνοντας του για την κάλυψη προσωπικών αναγκών του. Ιδιοποιήθηκε επίσης παράνομα με τον ίδιο τρόπο τα χρηματικά ποσά των 20.000 ευρώ και 14.070 ευρώ τα οποία του παραδώθηκαν για τον ίδιο σκοπό από τη νόμιμη εκπρόσωπο της μισθώτριας στις 15.10.2006 και στις 2.11.2006, αντίστοιχα. Στις 7.11.2006 επιδόθηκε στην εγκαλούσα η από 3.11.2006 εξώδικη δήλωση - όχληση της εκμισθώτριας εταιρίας, με την οποία η τελευταία την καλούσε να καταβάλει άμεσα τα φερόμενα ως οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Μαΐου έως και Οκτωβρίου 2006. Η επίδοση του εγγράφου αυτού καθιστούσε έκδηλη την επικείμενη κατάθεση από μέρους της εκμισθώτριας αίτησης για έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου ακινήτου, αφού η προηγούμενη έγγραφη όχληση του υπερήμερου περί την καταβολή μισθωμάτων μισθωτή αποτελεί κατά το νόμο προϋπόθεση για την κατάθεση τέτοιας αίτησης. Παρ' όλα αυτά, ο εκκαλών άφηνε να εννοηθεί με τη συμπεριφορά του ότι είχε καταβάλει στην εκμισθώτρια όλα τα παραδοθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά. Μάλιστα, ισχυριζόμενος ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκμισθώτριας αρνούνταν να προβεί σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για τη μείωση του μισθώματος χωρίς την προηγούμενη καταβολή όλων των οφειλομένων μισθωμάτων, με βάση το διαμορφωθέν για το έτος 2006 ύψος του μισθώματος, ζήτησε από τη νόμιμη εκπρόσωπο της εγκαλούσας να του παραδώσει και άλλα χρήματα, ώστε να εξοφλήσει με την καταβολή τους στην εκμισθώτρια όλα τα οφειλόμενα μισθώματα και να καταστήσει έτσι εφικτή την έναρξη της διαπραγμάτευσης για τη μείωση του μισθώματος για το μέλλον. Ενόψει αυτού η νόμιμη εκπρόσωπος της εγκαλούσας κατέβαλε στις 11.12.2006 το ποσό των 7.070 ευρώ, ενώ επακολούθησε, σε μη προσδιορισθείσα ημέρα, και άλλη καταβολή, με συνέπεια ο ύψος των διαδοχικά παραδοθέντων σ' αυτόν χρηματικών ποσών
να ανέλθει σε 54.000
ευρώ. Και τα ποσά όμως αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο
παράνομης ιδιοποίησης από μέρος του εκκαλούντα ο οποίος, αμέσως μετά την παράδοσή τους σ' αυτόν,
τα ανάλωσε για την αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών του. Στο μεταξύ η εκμισθώτρια εταιρία κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 7.12.2006 αίτηση της, με την οποία, επικαλούμενη τη μη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και την προηγηθείσα έγγραφη όχληση της μισθώτριας, ζήτησε την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό ... διαταγή απόδοσης μισθίου του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η εγκαλούσα να αποδώσει στην εκμισθώτρια το επίδικο ακίνητο και να της καταβάλει τα ορισθέντα, στο ποσό των 117 ευρώ δικαστικά της έξοδα. Αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της παραπάνω διαταγής, μαζί με επιταγή για παράδοση του μισθίου και καταβολή του συνολικού ποσού των 252 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, τέλος απογράφου, έξοδα επίδοσης και αμοιβή σύνταξης της επιταγής επιδόθηκε στην εγκαλούσα στις 23.2.2007. Τότε η νόμιμη εκπρόσωπος της τελευταίας αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι ο εκκαλών δεν είχε καταβάλει στην εκμισθώτρια, αλλά είχε παρακρατήσει και ιδιοποιηθεί παράνομα τα διαδοχικά παραδοθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 2.3.2007, η εκμισθώτρια εταιρία επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση με βάση τον χορηγηθέντα σ' αυτήν εκτελεστό τίτλο. Μάλιστα, ο επιφορτισμένος με την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής προέβη στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης. Τελικά αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή η πραγματική αποβολή της εγκαλούσας από το μίσθιο, αφού η νόμιμη εκπρόσωπος της κατέβαλε άμεσα στην εκμισθώτρια το ποσό των 10.0 00 ευρώ και στη συνέχεια, στα πλαίσια της καταρτισθείσας συμβιβαστικής συμφωνίας, κατέβαλε σταδιακά όλο το ποσό της οφειλής της, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων υπερημερίας, της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης και των εξόδων της επιχειρηθείσας εκτέλεσης. Έτσι όμως η εγκαλούσα υπέστη αναμφισβήτητη βλάβη, αφού, πέρα από το γεγονός ότι αντιμετώπισε τον άμεσο κίνδυνο διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης της, κατέβαλε εκ νέου στην εκμισθώτρια το ήδη παραδοθέν στον εκκαλούντα ποσό των 54.000 ευρώ και επιπλέον επιβαρύνθηκε με τους αναλογούντες στο ποσό αυτό τόκους υπερημερίας, τη δικαστική δαπάνη και τα έξοδα εκτέλεσης. Ο εκκαλών, χωρίς να αμφισβητεί τη διαδοχική παράδοση σ' αυτόν του συνολικού ποσού των 54.000 ευρώ, την αιτία της παράδοσης του και την από μέρους του χρησιμοποίηση των επί μέρους ποσών για την αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών του, αρνείται τη συνδρομή στο πρόσωπο του πρόθεσης ιδιοποίησης, επικαλούμενος και το γεγονός ότι στις 22.1.2009 και 4.2.2009 επέστρεψε στην εγκαλούσα ποσά 21.000 ευρώ και 5.000 ευρώ, αντίστοιχα. Όμως, η ύπαρξη πρόθεσης ιδιοποίησης είναι αναμφισβήτητη, αφού ο εκκαλών, ενσωματώνοντας τα παραδοθέντα χρηματικά ποσά στην περιουσία του και αναλώνοντας τα για προσωπικές του ανάγκες, εκδήλωσε πανηγυρικά τέτοια πρόθεση. Η μεταγενέστερη επιστροφή μέρους των ιδιοποιηθέντων χρημάτων συνιστά εκδήλωση πρόθεσης για μείωση ή άρση της επελθούσας περιουσιακής ζημίας της εγκαλούσας και δεν αναιρεί τη δεδομένη ύπαρξη πρόθεσης ιδιοποίησης. Δεν συνεπάγεται επίσης τη μερική εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης της υπεξαίρεσης, αφού έγινε μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και ενόψει των συνεχών και επίμονων οχλήσεων της εγκαλούσας. Ισχυρίζεται επίσης εκκαλών ότι ανάλωσε για δικές του ανάγκες τα παραδοθέντα σ' αυτόν χρήματα λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων του, τα οποία οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει το επάγγελμα του για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας προβλημάτων υγείας. Ο ισχυρισμός όμως αυτός στερείται έννομης σημασίας, αφού η οικονομική ένδεια δεν αποτελεί κατά το νόμο λόγο άρσης του άδικου χαρακτήρα ή λόγο άρσης του αξιόποινου για καμιά από τις πράξεις που αποδίδονται στον εκκαλούντα. Από τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι ο εκκαλών, αποβλέποντας στο συνολικό αποτέλεσμα της πράξης του, κατακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα παραδοθέντα σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου επιμέρους χρηματικά ποσά, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 54000 ευρώ. Συνάγεται επίσης ότι ο εκκαλών έβλαψε με τις πράξεις του τα συμφέροντα της εγκαλούσας εταιρίας, τη νομική προστασία των οποίων είχε αναλάβει ως δικηγόρος. Η προκληθείσα βλάβη, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρθηκε αναλυτικά πιο πάνω, ήταν ηθελημένη, αφού ο εκκαλών γνώριζε ότι η από μέρους του μη καταβολή στην εκμισθώτρία των χρημάτων που του είχαν αναπόφευκτη συνέπεια την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου σε βάρος της εντολέα του, τον εξαναγκασμό της τελευταίας να καταβάλει εκ νέου στην εκμισθώτρια το παραδοθέν σ' αυτόν χρηματικό ποσό και την επιπλέον επιβάρυνση της με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, τη δικαστική δαπάνη και τα έξοδα εκτέλεσης. Εν όψιν των προεκτεθέντων, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα για τις πράξεις που του αποδίδονται. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε τα ίδια με το προσβαλλόμενο βούλευμα του και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, ορθά ερμήνευσε το νόμο και αξιολόγησε τα αποδεικτικά στοιχεία..." Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 13-11-2009 [Ολ. το από 13-11-2009 αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή ...] και κατ' αυτού άσκησε ο ίδιος στις 20-11-2009 ενώπιον του γραμμματέα του τμήματος βουλευμάτων, του Εφετείου Θεσ/νίκης την υπ' αριθμ. 15/2009 αίτηση αναίρεσης προβάλων ως λόγους αναίρεσης εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε δηλ. του άρθρου 375 Π.Κ. διότι "δεν προέκυψε, δεν αποδείχθηκε από την διενεργηθείσα ανάκριση και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων το στοιχείο του δόλου, ότι δεν είχε πρόθεση να ιδιοποιηθεί το χρηματικό ποσό που έλαβε και το οποίο απέδωσε εν μέρει τμηματικά, εναπομείναντος μέρος αυτού προς πλήρη εξόφληση, όχι γιατί εφοβήθη, λόγω της υποβληθείσης σε βάρος του, έγκλησης και των πιέσεων της εγκαλούσης για απόδοση των χρημάτων, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά γιατί δεν είχε πράγματι σκοπό να τα ιδιοποιηθεί" συνεπώς έπρεπε να γίνει δεκτή εν μέρει βάσιμη η έφεση του λόγω έμπρακτης μετανοίας - και "διότι δεν είχε σκοπό διαπράξεως του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου και μάλιστα πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα της εγκαλούσας..." Επί των λόγων αυτών πρέπει να σημειωθούν τα εξής:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 379§1 Π.Κ. "το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδοσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε ευτελώς το ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος".
Η άνω διάταξη καθιεροί την λεγόμενη έμπρακτη μετάνοια, προϋπόθεση της οποίας είναι η προγενέστερη, δηλ. η κατάφαση, τέλεση του οικείου εγκλήματος, ήτοι εδώ της υπεξαίρεσης. [- βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Π.Κ. τομ. γ σελ. 4 ΝΟ 3 Κωστάρα - Ειδικό Ποινικό Δίκαιο (2007) σελ. 1086 ΝΟ 5 Α.Π. 807/93 Υπεράσπιση 1993. 112Ο=Π.Χρ. ΜΓ 552 Α.Π. 162/57 Π.Χρ. Ζ 320 (321) - ] και, μεταξύ των άλλων, την απόδοση του πράγματος ή την εντέλη ικανοποίηση ή την μερική απόδοση ή ικανοποίηση του ζημιωθέντος "οικεία βουλήσει - ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως, δηλ. εξ ιδίας προαιρέσεως και ουχί εκ λόγων ανεξαρτήτων της θελήσεώς του. [βλ. Μπουρόπουλο ΟΠ Α.Π. 298/2008, Α.Π. 271/2004, Α.Π. 720/2003 κ.α. - όπως επειδή ανακαλύφθηκε η πράξη του, υπό την πίεση του παθόντος κ.λ.π. βλ. Α.Π. 1710/2003, Α.Π. 648/98, Α.Π. 1052/88 κ.α.
Εξ άλλου η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή ή μη της έμπρακτης μετάνοιας ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων εκφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου· απλά ελέγχεται αναιρετικά η σχετική αιτιολογία - βλ. Α.Π. 1704/89 Π.Χρ. Μ 824, Α.Π. 669/95 Π.Χρ. ΜΕ 1245 κ.α. Με άλλες λέξεις δεν ελέγχεται η κρίση για τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, ενώ η υπαγωγή ή μη αυτών στο άρθρο 379§1 Π.Κ. ελέγχεται. Έτσι και ο σκοπός ιδιοποίησης επί του εγκλήματος της υπεξαίρεσης βλ. Α.Π. 942/78 Π.Χρ. ΚΘ 113, Α.Π.295/73 Π.Χρ. ΚΓ 521, Α.Π. 324/66 Π.Χρ. ΙΣΤ 593, Πρ. βλ. Α.Π. 429/57 Π.Χρ. Η141, Α.Π. 207/66, Α.Π./507/76, Α.Π. 1447/86 κ.α - όπως και ο χρόνος τελέσεως αυτής βλ. Α.Π. 431/63 Π.Χρ./Δ 94 κ.α.
Ως ιδιοποίηση θεωρείται η κατακράτηση και οικειοποίηση του ξένου κινητού πράγματος - βλ. Α.Π. 1275/2006 Π.Χρ. 2007 σελ. 515, Α.Π. 347/2006 Π.Χρ. 2006 σελ. 832 κ.α. πράγμα που συμβαίνει και με την αυθαίρετη κατανάλωση των ξένων χρημάτων για ατομικές του δράστη ανάγκες.
Δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία του δόλου, ούτε ειδικότερος προσδιορισμός αυτού, ενυπάρχοντος στην περί παραπομπής κρίση, δηλ. στα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά - βλ. Α.Π. 371/2007, Α.Π. 372/2003, Α.Π. 741/2002, Α.Π. 325/2000 κ.α. Εξ άλλου η πρόθεση βλάβης στο έγκλημα της απιστίας δικηγόρου προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά βλ. Α.Π. 1520/96 Π.Χρ. ΜΖ 855. Ενόψει των ανωτέρω οι λόγοι αναίρεσης είναι και απαράδεκτοι και αβάσιμοι. Ειδικώτερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά σαφώς δέχεται [όχι μόνο την πρόθεση ιδιοποίησης αλλάς και] την ιδιοποίηση των ξένων χρημάτων από τον αναιρεσείοντα εν γνώσει τούτων, πράγμα που έλαβε χώρα με την κατανάλωση των ξένων χρημάτων για ατομικές του ανάγκες. Η σχετική κρίση αυτού - σε σχέση με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά - δεν ελέγχεται αναιρετικά. Όντως δε η κατανάλωση για ατομικές ανάγκες ξένων χρημάτων εν γνώσει τούτων συνιστά ιδιοποίηση.
Έτσι και η πρόθεση βλάβης σε σχέση με το έγκλημα της απιστίας. Εξ άλλου σε αναφορά με τον ισχυρισμό περί εμπράκτης μετανοίας - το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητά δέχεται ότι η τμηματική και μερική απόδοση δεν έλαβε χώρα "οικεία βουλήσει" αλλά "μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και ενόψει των συνεχών και επιμόνων οχλήσεων της εγκαλούσας" - ήτοι από λόγους εξωτερικούς. Επομένως δεν συνέτρεχε η άνω προϋπόθεση του άρθρου 379§1 Π.Κ. και είναι ορθή η άνω αιτιολογία. Η σχετική δε κρίση ότι όντως έλαβε χώραν μετά από τις συνεχείς και επίμονες οχλήσεις της εγκαλούσας δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού πρόκειται κρίση περί πράγματος. Να σημειωθεί εδώ ότι ο σχετικός λόγος περί ελλείψεως δόλου έρχεται σε αντίφαση με τον άλλον ισχυρισμό περί "μερικής, εμπράκτης μετανοίας αφού η τελευταία προϋποθέτει τον δόλο, όπως ελέχθη. Να σημειωθεί επίσης ότι ο ισχυρισμός περί ελλείψεως δόλου αποδεικνύεται από την επιστροφή και δη την μερική επιστροφή των χρημάτων και αληθής υποτιθέμενος - δηλ. χωρίς να ληφθούν υπόψη τα δεκτά γενόμενα από το προσβαλλόμενο βούλευμα - είναι παντελώς αβάσιμος και από πρακτικής και από νομικής απόψεως.
Τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν πράγματι την περί ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απαίτηση των άρθρων 93§3 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 15/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ' αριθμ.975/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης, και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 18-1-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στ) να συντρέχει, επιπλέον, στο πρόσωπο του υπαίτιου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστεύσεως, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 719 και 721 ΑΚ, ο μεν εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, ο δε εντολοδόχος, α) ν' αποδώσει στον εντολέα του ό,τι έλαβε κατά την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της ή και β) να καταβάλει σε τρίτους οφειλέτες του εντολέα του, ό,τι του παρέδωσε ο τελευταίος. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του και όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του, να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο ή και να προβαίνει σε καταβολές προς τρίτους με χρήματα του εντολέα του. Γι' αυτό και σε περίπτωση ιδιοποιήσεως των χρημάτων που έλαβε ο εντολοδόχος από πελάτη του για να τα καταβάλει σε οφειλέτες του εντολέα του, για την εξόφληση οφειλής του τελευταίου, τελείται έγκλημα υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 379 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος (παρ. 1). Ο υπαίτιος της πράξεως της υπεξαιρέσεως εφόσον η πράξη αυτή δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέλησή του, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του (παρ. 2). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 233 ΠΚ, δικηγόρος ή άλλος νομικός παραστάτης που βλάπτει με πρόθεσή του εκείνον, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία ή που στην ίδια ένδικη υπόθεση βοηθεί με συμβουλές ή με παροχή υπηρεσίας και τους δύο διαδίκους, είτε ταυτόχρονα είτε διαδοχικά, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου, απαιτείται, εκτός του να είναι ο υπαίτιος δικηγόρος κατά την έννοια του ν. 3026/1954 "Περί Κώδικος Δικηγόρων", ή άλλος νομικός παραστάτης και να έχει αναλάβει τη νομική προστασία των συμφερόντων άλλων, και πρόθεση βλάβης των συμφερόντων των άλλων και επέλευση αυτής, η οποία μπορεί να είναι περιουσιακή, προσωπική, ηθική ή δικονομική. Μεταξύ των εγκλημάτων της υπεξαιρέσεως και απιστίας δικηγόρου, υφίσταται, αληθής συρροή, τα εγκλήματα είναι ανεξάρτητα και αυτοτελή, συντιθέμενα εκ διαφόρων το καθένα στοιχείων και έχουν διαφορετικό προστατευόμενο έννομο αγαθό, αφού η μεν υπεξαίρεση αναφέρεται στην ιδιοκτησία, ενώ με τη διάταξη απιστίας δικηγόρου προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η νομική προστασία κατά την απονομή της δικαιοσύνης.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 975/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά του 835/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής του, παραπέμφθηκε (ο αναιρεσείων) στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως εντολοδόχος, κατ'εξακολούθηση και απιστίας δικηγόρου. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού και δη των αναφερομένων σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην εισαγγελική αυτή πρόταση: "Με το από 9.6.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό η εγκαλούσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης μίσθωσε από την εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Κτηματική και Οικοδομική Εταιρία Θεσσαλονίκης" ένα ακίνητο της τελευταίας και συγκεκριμένα τους επτά κύριους ορόφους (πρώτο έως έβδομο της επί της οδού ... πολυόροφης οικοδομής, προκειμένου να στεγάσει και να λειτουργήσει εκεί την επιχείρηση της ιδιωτικού μουσικού ωδείου. Μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2006 η μισθώτρια υπήρξε συνεπής ως προς την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης της για καταβολή του μισθώματος, το οποίο, μετά από συνεχείς αναπροσαρμογές, ανήλθε για το έτος 2006 στο ποσό των 6.288,8 ευρώ μηνιαίως, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου. Από τον Μάιο όμως του 2006 και εφεξής δεν πλήρωνε το μίσθωμα, λόγω του διαμορφωνέντος πολύ μεγάλου ύψους αυτού και της οικονομικής αδυναμίας της Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2006 η εγκαλούσα ανέθεσε δια της νομίμου εκπροσώπου της στον εκκαλούντα, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, να διαπραγματευθεί με το νόμιμο εκπρόσωπο της εκμισθώτριας εταιρίας τη μείωση του τιμήματος κα ι τον καθορισμό αυτού στο ποσό των 3.500 ευρώ μηνιαίως περί που. Ο εκκαλών, υποστηρίζοντας ότι η πρόταση για αναπροσαρμογή του μισθώματος θα είχε μεγαλύτερη πιθανότητα αποδοχής αν συνοδευόταν με την ταυτόχρονη προσφορά όλων των οφειλομένων μέχρι τότε μισθωμάτων, υπολογιζομένων με βάση το ύψος της αιτούμενης αναπροσαρμογής, ζήτησε από την νόμιμη εκπρόσωπο της εγκαλούσας να του παραδώσει το απαιτούμενο για την κατά τον παραπάνω τρόπο εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων χρηματικό ποσό. Πράγματι, στις 29.9.2006, η νόμιμη εκπρόσωπος της εγκαλούσας παρέδωσε στον εκκαλούντα το ποσό των 7.150 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα μειωμένα μισθώματα των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 2006. Ο εκκαλών περιορίσθηκε στην για λογαριασμό της εντολέα του αποστολή προς την εκμισθώτρια μιας εξώδικης δήλωσης, με την οποία ζήτησε τη μείωση του μισθώματος περίπου στο ήμισυ, προσφερόμενος αόριστα για την άμεση καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων. Πέρα από την αποστολή της εξώδικης δήλωσης, ο εκκαλών δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Επίσης δεν κατ έβαλε ποτέ στη μισθώτρια ούτε προσφέρθηκε πραγματικά να καταβάλλει το παραδοθέν σ' αυτόν ποσό των 7.150 ευρώ, το οποίο, αμέσως μετά την παράδοση του, ιδιοποιήθηκε παράνομα, αναλώνοντας του για την κάλυψη προσωπικών αναγκών του. Ιδιοποιήθηκε επίσης παράνομα με τον ίδιο τρόπο τα χρηματικά ποσά των 20.000 ευρώ και 14.070 ευρώ τα οποία του παραδώθηκαν για τον ίδιο σκοπό από τη νόμιμη εκπρόσωπο της μισθώτριας στις 15.10.2006 και στις 2.11.2006, αντίστοιχα. Στις 7.11.2006 επιδόθηκε στην εγκαλούσα η από 3.11.2006 εξώδικη δήλωση - όχληση της εκμισθώτριας εταιρείας, με την οποία η τελευταία την καλούσε να καταβάλει άμεσα τα φερόμενα ως οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Μαΐου έως και Οκτωβρίου 2006. Η επίδοση του εγγράφου αυτού καθιστούσε έκδηλη την επικείμενη κατάθεση από μέρους της εκμισθώτριας αίτησης για έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου ακινήτου, αφού η προηγούμενη έγγραφη όχληση του υπερήμερου περί την καταβολή μισθωμάτων μισθωτή αποτελεί κατά το νόμο προϋπόθεση για την κατάθεση τέτοιας αίτησης. Παρ' όλα αυτά, ο εκκαλών άφηνε να εννοηθεί με τη συμπεριφορά του ότι είχε καταβάλει στην εκμισθώτρια όλα τα παραδοθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά. Μάλιστα, ισχυριζόμενος ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκμισθώτριας αρνούνταν να προβεί σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για τη μείωση του μισθώματος χωρίς την προηγούμενη καταβολή όλων των οφειλομένων μισθωμάτων, με βάση το διαμορφωθέν για το έτος 2006 ύψος του μισθώματος, ζήτησε από τη νόμιμη εκπρόσωπο της εγκαλούσας να του παραδώσει και άλλα χρήματα, ώστε να εξοφλήσει με την καταβολή τους στην εκμισθώτρια όλα τα οφειλόμενα μισθώματα και να καταστήσει έτσι εφικτή την έναρξη της διαπραγμάτευσης για τη μείωση του μισθώματος για το μέλλον. Ενόψει αυτού η νόμιμη εκπρόσωπος της εγκαλούσας κατέβαλε στις 11.12.2006 το ποσό των 7.070 ευρώ, ενώ επακολούθησε, σε μη προσδιορισθείσα ημέρα, και άλλη καταβολή, με συνέπεια ο ύφος των διαδοχικά παραδοθέντων σ' αυτόν χρηματικών ποσών να ανέλθει σε 54.000 ευρώ. Και τα ποσά όμως αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο παράνομης ιδιοποίησης από μέρος του εκκαλούντα ο οποίος, αμέσως μετά την παράδοση τους σ' αυτόν, τα ανάλωσε για την αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών του. Στο μεταξύ η εκμισθώτρια εταιρία κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 7.12.2006 αίτησή της, με την οποία, επικαλούμενη τη μη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και την προηγηθείσα έγγραφη όχληση της μισθώτριας, ζήτησε την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό ... διαταγή απόδοσης μισθίου του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η εγκαλούσα να αποδώσει στην εκμισθώτρια το επίδικο ακίνητο και να της καταβάλει τα ορισθέντα, στο ποσό των 117 ευρω δικαστικά της έξοδα. Αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της παραπάνω διαταγής, μαζί με επιταγή για παράδοση του μισθίου και καταβολή του συνολικού ποσού των 252 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, τέλος απογράφου, έξοδα επίδοσης και αμοιβή σύνταξης της επιταγής επιδόθηκε στην εγκαλούσα στις 23.2.2007. Τότε η νόμιμη εκπρόσωπος της τελευταίας αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι ο εκκαλών δεν είχε καταβάλει στην εκμισθώτρια, αλλά είχε παρακράτησει και ιδιοποιηθεί παράνομα τα διαδοχικά παραδοθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 2.3.2007, η εκμισθώτρια εταιρία επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση με βάση τον χορηγηθέντα σ' αυτήν εκτελεστό τίτλο. Μάλιστα, ο επιφορτισμένος με την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής προέβη στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης. Τελικά αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή η πραγματική αποβολή της εγκαλούσας από το μίσθιο, αφού η νόμιμη εκπρόσωπος της κατέβαλε άμεσα στην εκμισθώτρια το ποσό των 10.000 ευρώ και στη συνέχεια, στα πλαίσια της καταρτισθείσας συμβιβαστικής συμφωνίας, κατ έβαλε σταδιακά όλο το ποσό της οφειλής της, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων υπερημερίας, της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης και των εξόδων της επιχειρηθείσας εκτέλεσης. Έτσι όμως η εγκαλούσα υπέστη αναμφισβήτητη βλάβη, αφού, πέρα από το γεγονός ότι αντιμετώπισε τον άμεσο κίνδυνο διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης της, κατ έβαλε εκ νέου στην εκμισθώτρια το ήδη παραδοθέν στον εκκαλούντα ποσό των 54.000 ευρώ και επιπλέον επιβαρύνθηκε με τους αναλογούν τ ες στο ποσό αυτό τόκους υπερημερίας, τη δικαστική δαπάνη και τα έξοδα εκτέλεσης. Ο εκκαλών, χωρίς να αμφισβητεί τη διαδοχική παράδοση σ' αυτόν του συνολικού ποσού των 54.000 ευρώ, την αιτία της παράδοσης του και την από μέρους του χρησιμοποίηση των επί μέρους ποσών για την αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών του, αρνείται τη συνδρομή στο πρόσωπο του πρόθεσης ιδιοποίησης, επικαλούμενος και το γεγονός ότι στις 22.1.2009 και 4.2.2009 επέστρεψε στην εγκαλούσα ποσά 21.000 ευρώ και 5.000 ευρώ, αντίστοιχα. Όμως, η ύπαρξη πρόθεσης ιδιοποίησης είναι αναμφισβήτητη, αφού ο εκκαλών, ενσωματώνοντας τα παραδοθέντα χρηματικά ποσά στην περιουσία του και αναλώνοντας τα για προσωπικές του ανάγκες, εκδήλωσε πανηγυρικά τέτοια πρόθεση. Η μεταγενέστερη επιστροφή μέρους των ιδιοποιηθέντων χρημάτων συνιστά εκδήλωση πρόθεσης για μείωση ή άρση της επελθούσας περιουσιακής ζημίας της εγκαλούσας και δεν αναιρεί τη δεδομένη ύπαρξη πρόθεσης ιδιοποίησης. Δεν συνεπάγεται επίσης τη μερική εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης της υπεξαίρεσης, αφού έγινε μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και ενόψει των συνεχών και επίμονων οχλήσεων της εγκαλούσας. Ισχυρίζεται επίσης ο εκκαλών ότι ανάλωσε για δικές του ανάγκες τα παραδοθέντα σ' αυτόν χρήματα λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων του, τα οποία οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει το επάγγελμα του για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας προβλημάτων υγείας. Ο ισχυρισμός όμως αυτός στερείται έννομης σημασίας, αφού η οικονομική ένδεια δεν αποτελεί κατά το νόμο λόγο άρσης του άδικου χαρακτήρα ή λόγο άρσης του αξιόποινου για καμιά από τις πράξεις που αποδίδονται στον εκκαλούντα. Από τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι ο εκκαλών, αποβλέποντας στο συνολικό αποτέλεσμα της πράξης του, κατακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα παραδοθέντα σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου επιμέρους χρηματικά ποσά, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 54000 ευρώ. Συνάγεται επίσης ότι ο εκκαλών έβλαψε με τις πράξεις του τα συμφέροντα της εγκαλούσας εταιρίας, τη νομική προστασία των οποίων είχε ανάλαβει ως δικηγόρος. Η προκληθείσα βλάβη, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρθηκε αναλυτικά πιο πάνω, ήταν ηθελημένη, αφού ο εκκαλών γνώριζε ότι η από μέρους του μη καταβολή στην εκμισθώτρια των χρημάτων που του είχαν παραδοθεί για το σκοπό αυτόν θα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια την έκδοση διαταγής απόδοσης μ ισθ ίου σε βάρος της εντολέα του, τον εξαναγκασμό της τελευταίας να καταβάλει εκ νέου στην εκμισθώτρια το παραδοθέν σ' αυτόν χρηματικό ποσό και την επιπλέον επιβάρυνση της με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, τη δικαστική δαπάνη και τα έξοδα εκτέλεσης. Εν όψιν των προεκτεθέντων, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα για τις πράξεις που του αποδίδονται". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (54.000 ευρώ) κατ' εξακολούθηση και της απιστίας δικηγόρου φερομένων ως τελεσθέντων υπό του κατηγορουμένου δικηγόρου ως εντολοδόχου της εγκαλούσας εταιρείας, για τα οποία παραπέμπεται και που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1,27 παρ.1, 98, 375 παρ.1,2 και 233 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά και το προσβαλλόμενο βούλευμα δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του κατηγορουμένου, υπό τα παραπάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών, που δέχεται: α) τέλεση υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, αφού δέχεται εκ μέρους του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου δικηγόρου, τελούντος σε γνώση τούτων, ως εντολοδόχου, ιδιοποίηση, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, των χρημάτων της εγκαλούσας εντολέως πελάτιδός του εταιρείας, συνολικού ποσού 54.000 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και που του είχε αυτή, ως μισθώτρια παραδώσει, με εντολή να τα καταβάλει, ως οφειλόμενα καθυστερούμενα μισθώματα, στην εκμισθώτρια εταιρεία, υπεξαίρεση που έλαβε χώρα με την κατανάλωση υπ'αυτού των ξένων χρημάτων για τις ατομικές του ανάγκες και β) πρόθεση του αναιρεσείοντος, ως εντολοδόχου δικηγόρου, για βλάβη των συμφερόντων της πελάτιδός του εγκαλούσας εταιρείας, υπήγαγε σωστά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε ήτοι ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1,2 και του 233 του ΠΚ. Επίσης, με την παραδοχή, ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου τμηματική και μερική απόδοση των υπεξαιρεθέντων χρημάτων της εγκαλούσας εταιρείας, (26.000 ευρώ), δεν έλαβε χώρα οικειοθελώς, πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές, χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων, αλλά μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως και ενόψει των συνεχών και επίμονων οχλήσεων της εγκαλούσας και ότι δε συνέτρεχαν επομένως οι όροι εφαρμογής του άρθρου 379 παρ. 1 του ΠΚ, περί εμπράκτου μετανοίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δικηγόρου ότι δεν αποδείχθηκε ο δόλος και δη η πρόθεση αυτού για ιδιοποίηση των χρημάτων της εγκαλούσας πελάτιδός του εταιρείας, ότι δεν είχε σκοπό προκλήσεως βλάβης στα συμφέροντα αυτής, καθόσον αυτός άσκησε ανακοπή κατά της εκδοθείσας διαταγής αποδόσεως του μισθίου, η οποία δε συζητήθηκε με ευθύνη της εγκαλούσας, καθώς και ότι προέβη σε τμηματική καταβολή όχι από φόβο , λόγω της σε βάρος του υποβληθείσας εγκλήσεως και των πιέσεων της εγκαλούσας, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου , γιαυτό και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και δη των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 15/20-11-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του 975/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβαλλόμενο βούλευμα που απέρριψε ουσία έφεση κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος παραπεμπόμενου για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση και για απιστία δικηγόρου. Ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ορθά εφαρμόστηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 379 παρ.1 ΠΚ και απορρίφθηκε ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εμπράκτου μετανοίας, υπό τις παραδοχές του Συμβουλίου, ότι έλαβε χώρα απόδοση των χρημάτων και ικανοποίηση του παθόντος, όχι πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές δηλαδή οικειοθελώς χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων , αλλά υπό την πίεση του παθόντος και μετά την υποβολή εναντίον του στις 1-3-2005 της σχετικής εγκλήσεως και υπό τον φόβο των συνεπειών των σε βάρος του καταγγελθεισών αξιοποίνων πράξεων.
|
Υπεξαίρεση
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Απιστία Δικηγόρου, Έμπρακτη μετάνοια.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1098/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου περί αναιρέσεως της 4336/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ψ1 και 2)Ψ2 συζ. Ψ1, κάτοικοι ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1691/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 171 στοιχ. ι περίπ α'του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίου και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 17 στοιχ. Β παρ. 1 έως 5 και 10 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία υπηρετούν περισσότεροι από δεκαπέντε δικαστές και στις εισαγγελίες τους, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση, προς τούτο δε καταρτίζονται πίνακες με τα ονόματα των δικαστών και εισαγγελέων και κληρώνονται για κάθε δικαστήριο οι Πρόεδροι και τα μέλη του δικαστηρίου και οι Εισαγγελείς, με την ίδια δε διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς, ενώ η μη τήρηση των ανωτέρω διατάξεων συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης.
Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4336/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών ο καθένας για τις πράξεις την πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και της απάτης στο δικαστήριο ο Χ1 και της ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις ο Χ2, πάσχει απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, επειδή: α) προήδρευσε Εφέτης χωρίς να αναφέρεται αν υπήρχε κώλυμα των Προέδρων Εφετών, β) δεν αναφέρεται η πράξη με την οποία αναπληρώθηκε το μέλος της σύνθεσης Μαρία Λιάσκου από τον Εφέτη Δημήτριο Κωστόπουλο και αν ο τελευταίος περιλαμβανόταν στον πίνακα αναπληρωματικών και γ) αν το κώλυμα της Εφέτη Μαρίας Λιάσκου υπήρχε και στη επόμενη δικάσιμο της 21-5-2009. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και ενόψει του ότι οι συνθέσεις στο εφετείο Αθηνών καταρτίζονται με κλήρωση, οι αναιρεσείοντες δεν πρόβαλαν την άνω ακυρότητα, η οποία έτσι, ακόμη και να υπήρχε, καλύφθηκε. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για περισσότερες αποδείξεις με σκοπό να προσκομιστούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του, αλλιώς ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 του στοιχ. Δ του Κ.πολ.Δ λόγος αναιρέσεως.
Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Υποβάλλω το αίτημα στο Δικαστήριο Σας. Όπως διαταχθεί μέσω της Εισαγγελίας, αν διαβιβασθούν στην παρούσα δικογραφία, τα πρωτότυπα τιμολόγια ή Δελτία Αποστολής, τα οποία έχουν προσκομισθεί από την Ψ2 στην Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων με αριθμούς ... όπως αυτά περιγράφονται στην από 12-7-2006 αίτησης της Ψ2 προς την άνω Υπηρεσία, και να διαβιβασθεί και το πόρισμα της άνω υπηρεσίας σχετικά με εμάς, την μηνύτρια και τα συνεργεία (εκδότες των παραστατικών), προκειμένου να σχηματίσει πλήρης αντίληψη, για το ποιος πλαστογράφησε, και ποιος είχε συμφέρον να κάνει μια τέτοια ενέργεια, και εάν εγώ είχα κάποιο συμφέρον να θέσω τους αριθμούς κυκλοφορίας που δεν ανήκουν σε μένα στα οχήματα, σύμφωνα με την αίτηση αναφορά της μηνύτριας που έλαβε αριθ. πρωτ. ΕΜΠ .. και χρεώθηκε στην Υποδιεύθυνση Ε'τμήμα 23". Το αίτημα αυτό απέρριψε το Δικαστήριο με την ακόλουθή αιτιολογία: "Το αίτημα αναβολής, που υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού όπως γίνεται δεκτό από την πλευρά των κατηγορουμένων, τα πρωτότυπα των προαναφερομένων εγγράφων, δηλαδή η ... απόδειξη παροχής υπηρεσίων και τα υπ' αριθ, ... τιμολόγια - δελτία αποστολής, έχουν εξαφανιστεί, οπότε μία αναβολή θα ήταν άνευ αντικειμένου. Επιπρόσθετα όμως το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαία την αναβολή, και για το λόγο ότι, ενόψει όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων, μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση". Η ανωτέρω αιτιολογία της απόρριψης του αιτήματος αναβολής, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν κρίνεται σκόπιμη και αναγκαία η αναβολή. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και γι' αυτό είναι απαράδεκτες. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2009 αίτηση των: 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ, 4336/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, στην περίπτωση που οι συνθέσεις καταρτίζονται με κλήρωση, πρέπει να προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης, αλλιώς καλύπτεται. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για περισσότερες αποδείξεις. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1097/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο-Εισηγητή Ιωάννη Γιαννακόπουλο, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγό της Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 57842/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1628/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και ίσχυε πριν τη νέα αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 "η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους. διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως" κατά τις διακρίσεις των εδαφίων α', β και γ' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού. ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου χρέους και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Ειδικά στα εδάφιο γ' προβλέπεται ότι η ανωτέρω παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εφόσον το ποσόν της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4,500.000) δρχ., όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) Η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαίως με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον περιέχονται τα ανωτέρω στοιχεία που απαιτούνται για την αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 57842/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω: "Το Δικαστήριο πείστηκε ότι πρέπει η εκκαλουσα να κηρυχθεί ένοχη του ότι στην Αθήνα κατά το διάστημα από 1-3-2003 έως 1-5-2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του δημοσίου, και ενώ τα χρέη της κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 1882/1990, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών, εφόσον πρόκειται περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους το 9.000 ευρώ και τα 14.000 ευρώ προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον πίνακα χρεών, ενώ βεβαιώθηκαν σε βάρος της εκκαλούσας από την Δ.Ο.Υ. ... τα ακόλουθα μερικότερα χρέη και δη: α) στις 19-11-02 το με αριθμό 4 χρέος, ποσού 76.997.08 ευρώ. που αφορούσε σε λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, ήταν καταβλητέο εφάπαξ και ληξιπρόθεσμο στις 31/12/2002, β) στις 26-11-02 το με αριθμό 5 χρέος, ποσού 87.602,68 ευρώ, που αφορούσε σε οριστική βεβαίωση Φ.Π.Α. (παρακρατούμενοι φόροι), ήταν καταβλητέο εφάπαξ και ληξιπρόθεσμο στις 31/12/02 και γ) στις 20-1-03 το με αριθμό 6 χρέος ποσού 19.832,88 ευρώ που αφορούσε σε πρόστιμο Φ.Π.Α. (παρακρατούμενοι φόροι), καταβλητέο εφάπαξ και ληξιπρόθεσμο στις 28/2/2003, καθυστέρησε την καταβολή τους προς το δημόσιο πέραν των 6ύο μηνών από την ως άνω λήξη του χρόνου καταβολής ενός εκάστου χρέους (ήτοι πέραν της 1ης/3/03, 1ης/3/03 και 1ης/5/03 αντίστοιχα), και εξακολουθεί να τα οφείλει προς το δημόσιο έως και σήμερα" Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε την κατηγορουμένη σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδίκασε την κατηγορουμένη, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 του Ν. 1882/1990 και 23 του Ν. 2523/1997, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει: α) την Αρχή που βεβαίωσε τα χρέη (Κ. Δ.Ο.Υ ...), β) το ύψος των χρεών, γ) τον τρόπο πληρωμής τους (εφάπαξ), δ) τον χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν (31-12-2002 και 28-2-2003 και ε) τη μη καταβολή τους μέχρι και την εκδίκαση της υποθέσεως. Εφόσον κατά τα άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το διατακτικό της απόφασης έχει το ίδιο περιεχόμενο με το αιτιολογικό. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προκαλεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περιπτ. δ του ΚΠΔ και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του προβλεπόμενου από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα προβάλλει απόλυτη ακυρότητα, επειδή το Δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τον πίνακα χρεών, χωρίς να τον αναγνώσει στο ακροατήριο και ότι έτσι στερήθηκε η αναιρεσείουσα του ανωτέρω δικαιώματός της. Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, αφενός ο εν λόγω πίνακας αναγνώσθηκε και αφετέρου η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε στη δίκη (μετά από αναίρεση κατά τα κατωτέρω) ούτε εκπροσωπήθηκε, ώστε να υπάρχει δυνατότητα ασκήσεως του ως άνω δικαιώματος και κατ' επέκταση στερήσεως αυτού. Κατά το άρθρο 470 εδαφ. α του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνο που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνο από εκείνον που καταδικάστηκε ή σε όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η θέση του κατηγορουμένου χειροτερεύει και όταν το δικαστήριο της παραπομπής, κατά την ενώπιόν του νέα συζήτηση της έφεσης του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης που διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που άσκησε ο κατηγορούμενος εναντίον προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, είτε δεν αναγνωρίσει ελαφρυντική περίσταση που είχε αναγνωριστεί με την αναιρεθείσα απόφαση είτε επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή από την επιβληθείσα με την τελευταία αυτή απόφαση, ακόμη και αν επιβάλλει ποινή μικρότερη από την πρωτοδίκως επιβληθείσα. Αν παραβιαστεί κατά τα άνω η διάταξη του άρθρου 470 του ΚΠΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 70848/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση. Μετά από άσκηση εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 56627/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε αυτή σε ποινή φυλακίσεως (5) μηνών, αφού αναγνωρίστηκε σ' αυτήν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β του ΠΚ. Μετά από άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από μέρους της κατηγορουμένης κατά της τελευταίας απόφασης, εκδόθηκε η υπ' αριθ, 980/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η εν λόγω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. Κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφενός δεν αναγνώρισε τη συνδρομή της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης που είχε αναγνωριστεί με την αναιρεθείσα απόφαση και αφετέρου επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, όπως αναφέρθηκε, ενώ με την αναιρεθείσα απόφαση είχε επιβληθεί ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών. Έτσι όμως το Δικαστήριο της παραπομπής, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως, χειροτέρευσε τη θέση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης με την προσβαλλόμενη απόφασή του και υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη μη αναγνώριση της προαναφερθείσης ελαφρυντικής περιστάσεως και ως προς την επιβληθείσα στην αναιρεσείουσα ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 57842/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά στη μη αναγνώριση της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 β του ΠΚ (μη ταπεινά αίτια) και ως προς την επιβληθείσα στην αναιρεσείουσα ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 11-11-2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση της προαναφερθείσας αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (Ν. 1882/1990). Στοιχεία του εγκλήματος. Στοιχεία που απαιτούνται για την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό της κατηγορουμένης. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω λήψεως υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, αφενός γιατί το έγγραφο αυτό αναγνώσθηκε και αφετέρου γιατί η κατηγορουμένη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικαστήριο, ώστε να έχει δυνατότητα να ασκήσει το φερόμενο ως παραβιασθέν δικαίωμά της. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, αφού το δικαστήριο της παραπομπής αφενός δεν αναγνώρισε ελαφρυντική περίσταση που είχε αναγνωριστεί με την αναιρεθείσα απόφαση και αφετέρου επέβαλε μεγαλύτερη ποινή. Αναιρείται κατά τούτο η απόφαση και απορρίπτεται κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 1096/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κατσιρώδη(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελπινίκη Τσάτσαρη, περί αναιρέσεως της 1917/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Απριλίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 678/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (υπ'αριθ. 1917/2009), οι υπό κρίση, με αριθ. εκθ. 145/2009 και 146/2009, δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν.3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση συγκεκριμένος λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει υποχρεωτικά στη σχετική έκθεση εφέσεως και το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ως εκ του οποίου ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Στην έννοια, όμως, της ανωτέρας βίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω, και δη κατά τρόπο ορισμένο, στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1917/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους, οι με αριθμό εκθέσεως 278,279/21-1-2009 εφέσεις των δύο αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, κατά της 49723/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν καταδικασθεί αυτοί, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, για συκοφαντική δυσφήμηση από κοινού. Από τις εκθέσεις εφέσεως αυτές, οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, φερόμενοι στην έφεση ως κάτοικοι επί της οδού ..., στην οποία (διεύθυνση) και τους επιδόθηκε η ερήμην τους εκδοθείσα καταδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με θυροκόλληση, προκειμένου να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς τους, προέβαλαν με αυτές, ότι δεν έλαβαν παντάπασι γνώση της κλήσεως και της αποφάσεως λόγω ανωτέρας βίας, συνισταμένης, κατά μεν την πρώτη εκκαλούσα- αναιρεσείουσα "στο γεγονός της μη γνώσης", κατά δε το δεύτερο εκκαλούντα-αναιρεσείοντα " στο γεγονός της μη γνώσης, έχω προβλήματα υγείας και σχεδόν δεν έχω επαφή με το περιβάλλον". Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι έγινε επίδοση της κλήσεως για το ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στη δηλωθείσα διεύθυνση του κατηγορουμένου ... και δη παρέλαβε τις κλήσεις ο σύνοικος πατέρας του κατηγορουμένου ... (βλέπε από 7-6-2005 εκθέσεις επίδοσης). Επίσης έγινε νομότυπη επίδοση της ερήμην των κατηγορουμένων εκδοθείσης απόφασης στην ως άνω διεύθυνση στις 8-9-2005, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικ. επιμέλ. .... Δια θυροκολλήσεως άσκησαν δε εφέσεις στις 21-1-2009, ήτοι μετά την κρίσιμη παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως και μάλιστα δήλωσαν ως διεύθυνση την οδό ..., στην οποία έγιναν τόσο η επίδοση της κλήσεως όσο και της απόφασης. Επομένως δεν προκύπτει περίπτωση ανωτέρας βίας γιαυτό και πρέπει να απορριφθούν οι εφέσεις ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής των εφέσεων, κατά της ως άνω εκκαλουμένης 49723/2005 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθεται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και στους δύο κατηγορουμένους με νόμιμη θυροκόλληση και διαλαμβάνει το χρόνο των επιδόσεων, την 8-9-2005, το όργανο που ενήργησε την επίδοση, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτή προκύπτει και τη χρονολογία ασκήσεως των εφέσεων, την 21-1-2009, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να διαλάβει αιτιολογία για την επικαλούμενη, ως λόγο ανώτερης βίας μη γνώση της αποφάσεως, που εμπόδισε την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, αφού δεν είχαν προβάλει με την ανωτέρω έφεσή τους οι εκκαλούντες ακυρότητα της επιδόσεως, ούτε και λόγους ανωτέρας βίας για τους οποίους απώλεσαν την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους λόγους ανωτέρας βίας, δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, και ο μόνος προβληθείς ισχυρισμός περί ανωτέρας βίας λόγω μη γνώσεως από αυτούς της εκκαλουμένης αποφάσεως. Ο ισχυρισμός του δευτέρου από αυτούς, " είχα προβλήματα υγείας και σχεδόν δεν έχω επαφή με το περιβάλλον",για να δικαιολογήσει την ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, είναι παντελώς αόριστος, καθόσον δεν αναφέρει στην έκθεση εφέσεως ποίο συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας συνέτρεχε, από πότε το πρόβλημα αυτό άρχισε και αν διατηρήθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από της επιδόσεως της εκκαλουμένης πρωτοδίκου αποφάσεως μέχρι και της κατά την 21-1-2009 ασκήσεως της εφέσεως, ούτε επικαλέσθηκε τα σχετικά αποδεικτικά μέσα που απεδείκνυαν τον ισχυρισμό αυτό. Η αναφορά δε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως μόνο των εγγράφων της δικογραφίας, για να καταλήξει το Δικαστήριο στο προαναφερθέν συμπέρασμά του ότι εγκύρως επιδόθηκε η ερήμην απόφαση στους κατηγορούμενους - εκκαλούντες, με θυροκόλληση και η μη αναφορά του Δικαστηρίου, στα λοιπά προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, αλλά και στον εξετασθέντα στο ακροατήριό του μάρτυρα, ουδεμία πλημμέλεια στην αιτιολογία επάγεται, ούτε ακυρότητα της διαδικασίας επιφέρει, ούτε παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη, καθόσον εκ περισσού αναγνώσθηκαν τα άνω έγγραφα που προσκόμισαν οι εκκαλούντες και εκ περισσού εξετάσθηκε μάρτυρας, αφού δεν υποβλήθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ορισμένος νόμιμος λόγος ανωτέρας βίας.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠοινΔ σχετικός και μοναδικός λόγος των κρινόμενων αιτήσεων, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, ήτοι ελλιπής και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απορριπτικής των εφέσεων των αναιρεσειόντων ως εκπρόθεσμων προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθ. εκθ. 145/6-4-2009 και 146/6-4-2009 αιτήσεις της Χ1 και του Χ2, περί αναιρέσεως της 1917/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και .
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεων ως εκπρόθεσμων, κληθέντων των 2 κατηγορουμένων εγκύρως με θυροκόλληση. Στις Εκθέσεις Εφέσεως επικαλούνται οι 2 αναιρεσείοντες ως ανωτέρα βία τη μη γνώση της κλήσεως και της ερήμην αποφάσεως και όχι ακυρότητα επιδόσεως της ερήμην τους πρωτόδικης αποφάσεως. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και για υπέρβαση εξουσίας, διότι ο προβληθείς με τις 2 εκθέσεις εφέσεως λόγος ανωτέρας βίας, ότι δεν έλαβαν γνώση της αποφάσεως, δε συνιστά ανωτέρα βία. άλλωστε ερευνήθηκε και αιτιολογημένα απορρίφθηκε από το Εφετείο τα δε έγγραφα που συνεκτιμήθηκαν ρητά σημειώνεται στο αιτιολογικό ότι αναγνώσθηκαν. Ερευνώνται μόνο οι λόγοι ακυρότητας της επιδόσεως που προβλήθηκαν με την έκθεση εφέσεως, όχι και εκείνοι που προβάλλονται το πρώτον στο ακροατήριο του εφετείου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1095/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 14699/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1622/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που τον βαρύνουν (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Απαιτείται, όμως, το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος, μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 14699/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ως εργοδότης, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ απασχοληθέντος προσωπικού σε επιχείρηση ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών φυλάξεως, της οποίας ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, τα εξής: "Σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 349 και 352 παρ.3 του ΚΠΔ, το Δικαστήριο μπορεί και εξ επαγγέλματος ή κατόπιν αιτήματος του εισαγγελέως ή των διαδίκων να διατάξει την αναβολή της υποθέσεως λόγω σημαντικών αιτίων, καθώς και για ισχυρότερες αποδείξεις.
Εν προκειμένω όμως, που οι κατηγορούμενοι, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, επιζητούν να παραμείνει εκκρεμής η υπόθεση, μετά μάλιστα δύο αναβολές στον πρώτο βαθμό και τρεις αναβολές της συζητήσεώς της, στον παρόντα βαθμό προκειμένου αυτοί να προέλθουν σε ρύθμιση των οφειλών τους κατεύθυνση όμως προς την οποία δεν ενήργησαν επί έξι και πλέον συναπτά έτη. αφού οι οφειλές τους χρονολογούνται από του έτους 2002, ενώ ήδη έχει πτωχεύσει η εταιρία τους και επικαλούνται ότι θα προβούν σε ρύθμιση με ευνοϊκούς όρους εφόσον ισχύσει μια τέτοια ρύθμιση, προδήλως δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής της υποθέσεως για τις προεκτεθείσες αιτίες, αφού η άνευ πειστικής δικαιολογίας επί μακρόν αδράνεια των κατηγορουμένων να προέλθουν σε ενέργεια προς την κατεύθυνση άρσεως των συνεπειών της πράξεώς τους ή του αδίκου της, δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτημα αναβολής της υποθέσεως. Επομένως, το αντίστοιχο, προβληθέν δια του συνηγόρου τους, αίτημα των κατηγορουμένων πρέπει ν' απορριφθεί.
Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, σε συνδυασμό και με τις απολογία του β' κατηγορούμενου, σημειωμένου ότι δεν υπάρχει απολογία των α' και γ' κατηγορούμενων λόγω της εκπροσώπησης τους από συνήγορο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος. ... (εννοείται ο αναιρεσείων), τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι αυτός στη ..., την 1-2-2003 έως και 2-1-2004 ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας επιχείρησης "Υπηρεσίες Φύλαξης-ΕΛΛΑΣ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ (...) (δ/νση επιχείρησης ...) και με την ιδιότητα του εργοδότη, για το χρονικό διάστημα απασχόλησης των εργαζομένων στην επιχείρηση του από 12/2 μέχρι 30-11-2003 δεν κατέβαλε τις βαρύνουσες τον ίδιο εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές στο Ι.Κ.Α. ύψους 31.290,61 ευρώ. μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, ήτοι μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, ενώ επίσης αν και παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρησή του (εργατικές) ύψους 15.645.31 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω οργανισμό δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν (Οργανισμό) μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές, και έτσι έγινε υπαίτιος για υπεξαίρεση του ποσού αυτού, Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων της παράβασης του Α.Ν. 86/67. γιατί αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 του ΠΚ και 1 παρ. 1,2 του α.ν. 86/1967 σε συνδ. με 375 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, λεκτέα τα εξής: α) αναφέρεται, εκτός των άλλων, στο άνω αιτιολογικό συμπληρούμενο και από το διατακτικό, ως ενιαίο σύνολο, το ύψος των προς το ΙΚΑ οφειλομένων εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχολήσεως, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), σημειώνεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας που απασχόλησε το προσωπικό, β) δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται ειδικότερα, για την επάρκεια της αιτιολογίας, η συνδρομή του δόλου του κατηγορουμένου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, εξυπακούεται δε η ύπαρξη του από την πραγμάτωση αυτών, γ) όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν προβλήθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από το συνήγορο που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στη δίκη, ισχυρισμός περί αδυναμίας καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ συνεπεία πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρείας και επομένως το Δικαστήριο δε μπορούσε να απαντήσει σε ισχυρισμό και αίτημα που δεν υποβλήθηκε, αδιάφορα του ότι η πτώχευση αυτή προέκυπτε από τα αποδεικτικά στοιχεία και την απολογία του συγκατηγορουμένου του ... και γίνεται αναφορά αυτής στο αιτιολογικό απορρίψεως του αιτήματος αναβολής της δίκης, δ) το περί αναβολής αίτημα του κατηγορουμένου για κρείσσονες αποδείξεις, που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσωπούσε στη δίκη και διατυπώθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "για να γίνει ρύθμιση των οφειλών, τον Νοέμβριο αναμένεται η ευνοϊκή ρύθμιση του ΙΚΑ, ο σύνδικος εκποιεί τα οχήματα για να τακτοποιήσει τις οφειλές του", ήταν παντελώς αόριστο, μη συνοδευόμενο με συγκεκριμένα στοιχεία περί της δυνατότητας ρυθμίσεως των οφειλών από το ΙΚΑ κατά το μήνα Νοέμβριο και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο αόριστο αυτό αίτημα, παρά ταύτα το Δικαστήριο με ειδική και επαρκή αιτιολογία απέρριψε το εν λόγω αίτημα αναβολής ως αβάσιμο.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου με εκ πλαγίου παράβαση, με τις αντίθετες πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική, για τις αξιόποινες πράξεις της καθυστερήσεως καταβολής εισφορών προς το ΙΚΑ, κρίση του, έλαβε υπόψη και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, δεν συμπεριλαμβάνεται και η αναφερόμενη στο διατακτικό του ΠΕΕ ή ΚΔ 77/04. Το έγγραφο, όμως, αυτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, είναι διαδικαστικό έγγραφο, υποβληθέν με τη μηνυτήρια αναφορά του ΙΚΑ και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή του στο ακροατήριο, δε εκπροσωπήσας τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορός του είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τη διευθύνουσα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωμένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο που αναφερόταν και στο κατηγορητήριο. Επομένως, ο αντίθετος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, τρίτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2009 αίτηση-δήλωση του ... περί αναιρέσεως της 14699/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
άρθρ. 1 Α.Ν. 86/1967 - Εισφορές ΙΚΑ. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι αναγνώσθηκαν ορισμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται και η αναφερόμενη στο διατακτικό του Δικαστηρίου ΠΕΕ ή ΚΔ. Το έγγραφο αυτό όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των έγγραφων της δικογραφίας, είναι διαδικαστικό έγγραφο υποβληθέν με τη μηνυτήρια αναφορά του ΙΚΑ και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωση του στο ακροατήριο, ο δε εκπροσωπήσας τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορος του είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τη διευθύνουσα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του. δεν ήταν δε υποχρεωμένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο που αναφερόταν και στο κατηγορητήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 1093/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Καργιώτη, περί αναιρέσεως της 3037/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1314/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Επίσης, από το συνδυασμό των αυτών διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικώς η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν δηλαδή ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Υπό την έννοια αυτή, χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά αντικειμενικώς και η υποβολή αυτού σε Δημόσια Αρχή προς παραπλάνησή της ώστε να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητάς της ή και η υποβολή του σε δικαστήριο, στο πλαίσιο αστικής δίκης προς παραπλάνηση αυτού και έκδοση ευνοϊκής για τον χρήστη αποφάσεως. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ο ενδεχόμενος δόλος ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει κατά τον αυτόν τρόπο, όπως και ο πλαστογράφος και σκοπός οφέλους. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα όχι μόνον όταν γίνεται από αυτόν τον πλαστογράφο, αλλά αυτός για οποιαδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την πλαστογραφία, αλλά και όταν γίνεται από τρίτο μη πλαστογράφο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3037/2009 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε στο αιτιολογικό της, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων κατά κατηγορία αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Συγκεκριμένα απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος (Χ) είχε εμπορικές δοσοληψίες με την εταιρία "Ψ και Σία ΟΕ" της οποίας ομόρρυθμο μέλος και εκπρόσωπος είναι ο εγκαλών συνάπτοντας μεταξύ μιας αγοραπωλησίες εμπορευμάτων με πίστωση -κατά κανόνα- των συμφωνημένων τιμημάτων, κατά την περίοδο από 11.7.1994 - 7.3.1996. Μεταξύ τους ανεφάνη ζήτημα ως προς το οριζόμενο πισθωθέν τίμημα από την εταιρία του πολιτικώς ενάγοντα στον κατηγορούμενο. Η διαφορά τους αυτή ήχθη δι' αγωγής του κατ/νου κατά της ως άνω Ο.Ε ασκηθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο παραπάνω δικαστήριο στις 15.1.2003, ο κατ/νος προσκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών του (και την υπ' αριθ. 42/7.3.1996 απόδειξη ποσού 1.216.032 δρχ στην οποία διαλαμβανόταν ότι ο Χ είχε λάβει το παραπάνω ποσό από την "Ψ ΟΕ" προς εξόφληση παλαιού χρέους και τιμολογίων έως 31.12.1993. Στη θέση "ο πληρώσας" είχε τεθεί δυσανάγνωστη υπογραφή και δήθεν προερχόμενη από τον εγκαλούντα. Η υπογραφή αυτή όμως δεν ανήκε στον ... πλην όμως δεν απεδείχθη ποιος την είχε θέσει. Ωστόσο όμως ο κατ/νος, αν και εγνώριζε ότι το ανωτέρω έγγραφο ήτο πλαστογραφημένο, έκανε χρήση τούτου κατά την προαναφερθείσα δίκη. Ενόψει των ανωτέρω θα πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος, λόγω αμφιβολιών για την πλαστογραφία και ένοχος για τη χρήση του παραπάνω πλαστού εγγράφου". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη 3037/2009 απόφασή του την επιβαλλόμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ ο αναιρεσείων, που είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό για πλαστογραφία μετά χρήσεως, αθωώθηκε για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας και δη της καταρτίσεως, υπ'αυτού του ιδίου, από την αρχή, της ... εξοφλητικής αποδείξεως της υπ'αυτού εναγομένης στο αστικό δικαστήριο εταιρείας με την επωνυμία "Ψ και Σία ΟΕ", με τη θέση επ' αυτής υπογραφής ως δήθεν προερχόμενης από τον εγκαλούντα εκπρόσωπο της άνω εταιρείας Ψ, γιατί δεν αποδείχθηκε ποίος είχε θέσει την πλαστή υπογραφή και καταδικάσθηκε μόνο για χρήση της εν λόγω πλαστής αποδείξεως, δεν αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και δη δεν εκτίθενται στο αιτιολογικό, α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και από τα οποία προέκυψε και συνάγεται η κατά τα προεκτεθέντα αναγκαία γνώση αυτού, ότι η παραπάνω εξοφλητική απόδειξη που προσκόμισε ο ίδιος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ήταν πλαστή, β) ως προς τον απαιτούμενο σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση της πλαστής αυτής αποδείξεως το αστικό δικαστήριο και το σκοπό οφέλους αυτού, αναφέρεται στο αιτιολογικό αορίστως ότι "προσκόμισε την απόδειξη στο Μονομελές Πρωτοδικείο προς απόδειξη των ισχυρισμών του", χωρίς να διευκρινίζεται σε τι συνίστανται οι ισχυρισμοί του αυτοί και επί ποίου ζητήματος είχε σκοπό να παραπλανήσει το παραπάνω δικαστήριο, με την χρήση της εκ μέρους δήθεν της εναγομένης εταιρείας εκδοθείσας, εξοφλητικής,παλαιού χρέους του ιδίου, πλαστής αποδείξεως, ώστε να ωφεληθεί αυτός ως ενάγων προς βλάβη της εναγομένης αντιδίκου του εταιρείας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις καταδικαστικές διατάξεις της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως( άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 3037 /2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, ως προς τις καταδικαστικές διατάξεις αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση πλαστού εγγράφου (άρθρ. 216 παρ.2 ΠΚ). Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν εκτίθεται από πού συνάγεται η γνώση του κατηγορουμένου για την πλαστότητα της χρησιμοποιηθείσας υπ' αυτού στο αστικό δικαστήριο εξοφλητικής αποδείξεως και δεν αιτιολογείται το σκοπούμενο όφελος. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1092/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Στεφανάδη, περί αναιρέσεως της 2595/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1439/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' και παρ. 2 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και κωδικοποιήθηκε με το Ν. 3459/2006, (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β, ζ, παρ.2 ΚΝΝ), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, κατέχει ή πωλεί ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών, θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς, της κατοχής ή της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη καθώς και της ταυτότητος των πωλητών ή αγοραστών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε και ήδη κωδικοποιήθηκε ως άνω( 23 ΚΝΝ), ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του νόμου αυτού, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή ήδη 29.412 έως 588.235 ευρώ, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ... ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Σύμφωνα με το άρθρο 13 εδάφιο στ' του Π.Κ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Δεν απαιτείται να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες. Όταν δεν συντρέχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για την κατ' επάγγελμα τέλεση να διαπιστώνεται ότι ο δράστης της πράξεως έχει διαμορφώσει υποδομή που προδίδει πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, με σκοπό πορισμού εισοδήματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2595/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος αγοράς, κατοχής και απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, ως τοξικομανής με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της τελέσεως κατ' επάγγελμα και από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή καθείρξεως 7 ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Κατόπιν πληροφοριών που περιήλθαν στην Υπηρεσία Διώξεως Ναρκωτικών ότι άτομα αφρικανικής καταγωγής διακινούν ναρκωτικά και δη σε μεγάλες ποσότητες στις περιοχές ..., ..., .... Ο πληροφοριοδότης του έδωσε και τον αριθμό κινητού τηλεφώνου στο οποίο γινόντουσαν οι συνεννοήσεις για τις αγοραπωλησίες. Αστυνομικός της υπηρεσίας μετά από κλήσεις, στον αριθμό ... εμφανίσθηκε ως υποψήφιος αγοραστής στο άτομο του απάντησε και συμφώνησαν την πώληση ηρωίνης βάρους 100 γραμ. 3.500 €. Στο ραντεβού που ορίσθηκε στις 21/1/2005 και περί ώρα 23.30 πήγε ο μάρτυρας αστυνομικός ως υποψήφιος αγοραστής στην συμβολή των οδών ... και .... Εκεί προσήλθε ο κατηγορούμενος καταγωγής από την ... και άλλος συμπατριώτης του με τα στοιχεία ..., ο οποίος στεκόταν σε κοντινή απόσταση. Όταν ο αστυνομικός έδειξε στον κατηγορούμενο τα χρήματα ο τελευταίος έβγαλε από την τσέπη του ένα δέμα ηρωίνης και του το έδειξε και τότε επενέβησαν οι συνάδελφοί του και τους συνέλαβαν. Ο συμπατριώτης του κατηγορουμένου, που ήταν κατηγορούμενος στον πρώτο βαθμό και αθωώθηκε αντιλήφθηκε τους αστυνομικούς και προσπάθησε να διαφύγει αλλά τελικά συνελήφθη. Σε σωματική έρευνα που διενεργήθηκε στον κατηγορούμενο βρέθηκε και κατασχέθηκε συσκευασία νάϋλον περιέχουσα ηρωίνη βάρους 97 γραμμαρίων. Στην συνέχεια οι αστυνομικοί διενήργησαν έρευνα σε υπόγειο διαμέρισμα στην οδό ... το οποίο χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος ως αποθηκευτικό χώρο των ναρκωτικών, αφού δεν είχε έπιπλα. Κατά την έρευνα βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 9 αυτοσχέδιες νάϋλον συσκευασίες ηρωίνης συνολικού βάρους 1135 γρ. και μια αυτοσχέδια συσκευασία κοκαΐνης βάρους 11,8 γρ. δύο ηλεκτρονικοί ζυγοί ακριβείας TAIVITA και KERN και υλικά συσκευασίας ναρκωτικών (μονωτικές ταινίες σακούλες). Επίσης επάνω στον κατηγορούμενο βρέθηκε το κινητό τηλέφωνο με τον ανωτέρω αριθμό κλήσεως στον οποίο κάλεσε, ο μάρτυρας και κλείσθηκε το ραντεβού για την πώληση των ναρκωτικών, στο οποίο πήγε ο κατηγορούμενος φέροντας μαζί του ποσότητα 97 γραμ. ηρωίνης. Οι εν λόγω ποσότητες ναρκωτικών αποτελούν μέρος μεγαλύτερης μη διακριβωθείσης ποσότητας που αγόρασε τον προηγούμενο της συλλήψεως του μήνα στην ευρύτερη περιοχή της ... ή των ... από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τμήματος ή άλλου ανταλλάγματος, με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους, όπως τούτο συνάγεται εκ του ότι επιχείρησε να πωλήσει τις ανωτέρω ποσότητες ηρωϊνης και κοκαΐνης αντί του προαναφερθέντος τιμήματος στον μάρτυρα αστυνομικό, χωρίς τελικά να ολοκληρωθεί η πώληση διότι, επενέβησαν οι συνάδελφοι του και τον συνέλαβαν. Για τον ίδιο σκοπό της περαιτέρω διαθέσεως κατείχε κατά την έννοια του νόμου, τις ανωτέρω ποσότητες, αφού τις είχε υπό την εξουσία του (τα κλειδιά του υπογείου διαμερίσματος της οδού ... τα έφερε αυτός) μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τις διαθέσει κατά την βούλησή του, είχε δε στον ίδιο χώρο και τα απαραίτητα προς τούτο σύνεργα (ζυγούς ακριβείας, υλικά συσκευασίας κλπ). Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τις ποσότητες αυτές κατείχε για λογ/σμό κατονομαζομένου ατόμου και εντολή του οποίου και επιχείρησε να πωλήσει τις ανωτέρω ποσότητες πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται αλλά και καταρρίπτεται από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την κατάθεση του μάρτυρα, που διενήργησε τις διαπραγματεύσεις. Στοιχειοθετούνται λοιπόν πλήρως οι πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο τις οποίες τέλεσε κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως τοξικομανής όπως και πρωτόδικα και να απορριφθεί ο ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ προεχόντως διότι προβάλλεται αορίστως αλλά και διότι δεν αποδείχθηκαν, πραγματικά περιστατικά της προηγούμενης ζωής του, που μπορούν να την στοιχειοθετήσουν".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ' , 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 42, 94 του ΠΚ, άρθρων 4 παρ. 1,3, κεφ. Α5,6, 5 παρ. 1β, ζ, παρ.2 .8,13 παρ. 1,4 του Ν. 1729/1987, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων και όπως ήδη κωδικοποιήθηκαν δια του Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) το αιτιολογικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, αλλά περιέχει και ίδιες επαρκείς σκέψεις, β) αιτιολογείται επαρκώς η αγορά ναρκωτικών ουσιών αντί αγνώστου τιμήματος ή ανταλλάγματος και δεν ήταν απαραίτητος ο προσδιορισμός του ύψους του καταβληθέντος τιμήματος αγοράς, γ) αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως των ανωτέρω πράξεων λόγω της αναφερόμενης υποδομής που είχε διαμορφώσει (κατοχή υπ' αυτού μεγάλης ποσότητας και ποικιλίας ναρκωτικών ουσιών, κατοχή 2 ζυγαριών ακριβείας και υλικών συσκευασίας, χρήση κινητού τηλεφώνου), με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως και με σκοπό πορισμού εισοδήματος και υπό περιστάσεις, αίτια και προσωπικότητα, που μαρτυρούν δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και δ) ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου που υποβλήθηκε από το συνήγορο του κατά την επί της ουσίας αγόρευσή του, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, μονολεκτικά, "να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ", χωρίς παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, ορθά απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστος, διότι πράγματι υποβλήθηκε αορίστως, γι' αυτό και δε χρειαζόταν ειδική αιτιολόγηση για την απόρριψή του, καθόσον το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογεί ιδιαίτερα και εμπεριστατωμένα τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτό από τους διαδίκους αορίστως. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, αντίθετοι προς τα ανωτέρω, λόγοι αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε και ήδη κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 του ΚΝΝ, ορίζεται ότι για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση των άρθρων του παρόντος κεφαλαίου σε ποινή καθείρξεως, το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλαση τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ.1". (για την απαγόρευση διαμονής σε ορισμένους τόπους). Για την εκτέλεση της απελάσεως εφαρμόζεται το άρθρο 74 του Π Κ, με επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα. Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με εκείνη του άρθρου 74 του ΠΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση καταδίκης αλλοδαπού, υπηκόου Κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει να διατάξει την ισόβια απέλαση του από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή του σε αυτήν. Ενόψει αυτών, η απόφαση που διατάσσει την απέλαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 παρ. 2 του Ν. 1729/1987, έχει κατά τούτο την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρει ότι πρόκειται για αλλοδαπό μη υπήκοο Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ότι αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, μόνο δε, αν προβληθεί απ' αυτόν, με αυτοτελή ισχυρισμό, η συνδρομή σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την παραμονή του στη Χώρα, απαιτείται αιτιολογία της αποφάσεως που απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2595/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά της, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, καταδικάσθηκε με αυτήν, για αγορά, κατοχή και απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, πράξεις που τέλεσε υπό την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως και υπό δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνου και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 7 ετών, καθώς και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Παραλλήλως διατάχθηκε η ισόβια απέλαση του από τη Χώρα, μετά την έκτιση της ποινής, ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως ότι υποβλήθηκε από τον καταδικασθέντα ή το συνήγορο του αυτοτελής ισχυρισμός ότι συνέτρεχαν πολιτικοί και προσωπικοί ή οικογενειακοί λόγοι που δικαιολογούσαν την παραμονή του καταδικασθέντος στην Ελλάδα, ώστε να διερευνηθούν και να απαιτείται αιτιολόγηση της μη αποδοχής τους. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσον εκείνη επί της κατηγορίας, όσον και την αυτοτελή περί της απελάσεως, δέχθηκε το Εφετείο ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός και δη υπήκοος του κράτους της ..., η οποία δεν είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 και 19 του Ν. 1729/1987 σε συνδυασμό με το άρθρο 74 ΠΚ, να διαταχθεί η απέλασή του από τη Χώρα. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη διαταχθείσα απέλαση, ενώ ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Ν. 1729/1987, 35 παρ.2 ΚΝΝ και 74 του Π.Κ. Ειδικότερα, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων είναι αλλοδαπός, υπήκοος χώρας μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σε συνδυασμό με την ως άνω καταδίκη του σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, αιτιολογείται πλήρως η διάταξη περί απελάσεως και δεν παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ για μη απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση των καταδικαζομένων, ούτε η αρχή της αναλογικότητας από την επιβολή του μέτρου της ισόβιας απελάσεως σε σύγκριση με την επιβληθείσα ως άνω ποινή καθείρξεως επτά ετών. Επομένως, οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Από τις διατάξεις του άρθρου 138 τταρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο Εισαγγελέας και ακουσθούν οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα είτε ειδικώς του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όχι όμως και όταν διορίζεται διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων. Επίσης, η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποίαν ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, που καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και εγκρίνεται από το Συμβούλιο Εφετών με τη διαδικασία και τις εγγυήσεις που ορίζει ο νόμος, δε συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠοινΔ και δε χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, για να εκφράσουν τις απόψεις τους και ουδεμία ακυρότητα επέρχεται από τη μη ακρόαση του Εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου, πράγμα που συμβαίνει, αντίθετα, όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων, κατά το άρθρο 232 παρ.2 του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ειδικότερα διότι η διάταξη του Προέδρου του δικάσαντος Εφετείου περί διορισμού διερμηνέα εκτός του οικείου πίνακα, δεν περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν δικαιολογεί την ανάγκη διορισμού διερμηνέα εκτός του πίνακα διερμηνέων του Δικαστηρίου και β) για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η διάταξη του Προέδρου του δικάσαντος Εφετείου, περί διορισμού διερμηνέα, εκδόθηκε χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για να εκθέσει τις απόψεις του. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την έναρξη της συζητήσεως, μετά την εκφώνηση του ονόματος του αλλοδαπού κατηγορουμένου και τη μη απόκριση αυτού, σημειώνονται τα εξής: " αφού ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει την Ελληνική, αλλά την Αγγλική γλώσσα, διόρισε, αφού δόθηκε ο λόγος και στον Εισαγγελέα που πρότεινε τον διορισμό του κατωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 233 ΚΠοινΔ, σαν διερμηνέα, τον Αναστάσιο Κοεμτζίδη, Δικηγόρο Καβάλας, λόγω απουσίας της διερμηνέως ... και αδυναμίας εξεύρεσης διερμηνέα, που γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα και βρίσκεται στο ακροατήριο". Κατόπιν ο ανωτέρω διερμηνέας, ορκίσθηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο, σύμφωνα με το άρθρο 236 ΚΠοινΔ, "ότι θα διερμηνεύσει την απολογία του κατηγορουμένου και αυτά τα οποία θα λεχθούν κατά την παρούσα δίκη, από την Ελληνική στην Αγγλική γλώσσα και αντίστροφα". Από τα πρακτικά αυτά συνεδριάσεως προκύπτει ότι, αφού βεβαιώνεται ότι ο διορισμός τους διερμηνεία έγινε στην αρχή της συνεδριάσεως από το Πρόεδρο του Δικαστηρίου, μετά πρόταση του Εισαγγελέα, "σύμφωνα με το άρθρο 233 ΚΠοινΔ", που ορίζει ότι ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από τον οικείο πίνακα που καταρτίζει κατ' έτος το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κλπ, έπεται ότι ο άνω διορισμός διερμηνέα έγινε από τον οικείο πίνακα και όχι εκτός πίνακα, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία άλλη ειδικότερη αιτιολόγηση της συγκεκριμένης διατάξεως του Προέδρου. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ήταν αναγκαίο, στην τελευταία αυτή περίπτωση διορισμού διερμηνέα προσώπου μέσα από το οικείο πίνακα διερμηνέων να ακουσθεί ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός τους και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθεν, α) από το ότι πράγματι δεν ακούστηκε προηγουμένως ο αγνοών την Ελληνική γλώσσα κατηγορούμενος, αφού αυτός, στο στάδιο αυτό, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί όσα συνέβαιναν και να εκθέσει τις απόψεις τους, ή β) από το ότι δε δόθηκε προηγουμένως ο λόγος στο συνήγορο του αλλοδαπού κατηγορουμένου, ο οποίος άλλωστε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ελλείψει διορισμού διερμηνέα δεν είχε ορισθεί ακόμη στο στάδιο αυτό και ορίστηκε από τον κατηγορούμενο αμέσως μετά το διορισμό σε αυτόν του ανωτέρω διερμηνέα.
Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠοινΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η διάταξη του Προέδρου του δικάσαντος Εφετείου, περί διορισμού διερμηνέα, εκδόθηκε χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για αν εκθέσει τις απόψεις του και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της διατάξεως του προέδρου περί διορισμού διερμηνέα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. β, δ του ΚΠοινΔ, γιατί ο Εισαγγελέας της έδρας παρέλειψε να απαγγείλει την κατηγορία και αρκέστηκε στην ανάπτυξη της εκθέσεως εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι μετά την έναρξη της συζητήσεως, και το διορισμό διερμηνέα και μετά το διορισμό συνηγόρου εκ μέρους του κατηγορουμένου, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, δια του διερμηνέα, παράγγειλε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να προσέχει στην κατηγορία και τη συζήτηση, τον πληροφόρησε ότι έχει δικαίωμα να αντιτάξει στην κατηγορία πλήρη έκθεση των ισχυρισμών του και στη συνέχεια ο Εισαγγελέας ανέπτυξε την έκθεση εφέσεως και πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή. Όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 του ΚΠοινΔ, επί εκδικάσεως εφέσεως του κατηγορουμένου, αν ο εκκαλών εμφανισθεί, αρχίζει η συζήτηση και ο Εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση και δεν ισχύει η διάταξη του άρθρου 343 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποίαν ο Εισαγγελέας απαγγέλει με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία.
Συνεπώς, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, από τη μη ανάπτυξη της κατηγορίας και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 6 Απριλίου 2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της με αριθμό 2595/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβάσεις του ΚΝΝ για Ναρκωτικά. Α) Απορριπτέος ο λόγος αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, που υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, μονολεκτικά, να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ", ήτοι αορίστως, χωρίς παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, και ορθά απορρίφθηκε από το Εφετείο. Β) Η απόφαση που διατάσσει την απέλαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 παρ. 2 του Ν. 1729/1987, έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρει ότι πρόκειται για αλλοδαπό μη υπήκοο Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ότι αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, και μόνον αν προβληθεί απ' αυτόν, με αυτοτελή ισχυρισμό, η συνδρομή σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την παραμονή του στη Χώρα, απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία της αποφάσεως που απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό. Γ) Η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όχι όμως και όταν διορίζεται διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, που καταρτίζεται με τη διαδικασία και τις εγγυήσεις που ορίζει ο νόμος. Ούτε, ήταν αναγκαίο, στην τελευταία αυτή περίπτωση διορισμού διερμηνέα προσώπου μέσα από τον οικείο πίνακα να ακουσθεί ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθεν. Δ) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 του ΚΠΔ, επί εκδικάσεως εφέσεως του κατηγορουμένου, αν ο εκκαλών εμφανισθεί, αρχίζει η συζήτηση και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση και δεν ισχύει η διάταξη του άρθρου 343 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία ο εισαγγελέας απαγγέλλει με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Αλλοδαπού απέλαση, Διερμηνέα διορισμός.
| 0
|
Αριθμός 1091/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκη, περί αναιρέσεως της 1430-1431-1432/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1521/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται: α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Ψευδορκία διαπράττει και ο ψευδομηνυτής όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της εγκλήσεώς του ενώπιον του αρμόδιου οργάνου στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μηνύσεως ή εγκλήσεως ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της μηνύσεως ή εγκλήσεώς του, πλην όμως, γενόμενη, θεμελιώνει, συντρεχόντων και των λοιπών παραπάνω στοιχείων, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς μαρτυρικής κατάθεσης. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1430-1431-1432/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Η κατηγορουμένη υπέβαλε στις 23-4-2002 μηνυτήρια αναφορά ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Αιγίου, στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων, και για τον μηνυτή ότι αυτός ως υπάλληλος του Πολεοδομικού Γραφείου ... μαζί με τους Φ1 και Φ2, διευθυντή και υπάλληλο, αντιστοίχως, της ιδίας ως άνω Υπηρεσίας, υποκύπτοντας στις συνεχείς προτροπές και παραινέσεις του Ζ, κατοίκου ..., εξέδωσε υπέρ αυτού κατά παράβαση των οικείων πολεοδομικών διατάξεων, την υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια ανεγέρσεως ξενοδοχείου στον οικισμό .... Συγκεκριμένα κατήγγειλε ότι με την ανωτέρω άδεια εγκρίθηκε η κατασκευή δίρριχτης σκεπής και ημιυπαιθρίων εξωστών από μπετόν σε στυλ αιγαιοπελαγίτικο αντί να εγκριθεί τετράρριχτη στέγη με πέτρινες πλάκες ή βυζαντινά κεραμίδια χρώματος ώχρας ή κίτρινου και ανοιχτοί ξύλινοι εξώστες όπως προβλεπόταν από τους όρους δομήσεως του παραπάνω οικισμοί που ισχύουν από 1-8-1996. Ότι το αναγραφόμενο ως υπόγειο στην άδεια είναι στην πραγματικότητα ισόγειο ύψους 4 μέτρων. Η σκεπή αντί του νομίμου ύψους των 1,5 μέτρων είχε ύψος 3,5 μέτρων με αποτέλεσμα να συνιστά αυτοτελή όροφο και το ξενοδοχείο αντί των νομίμων δυο ορόφων να έχει πέντε (5) ορόφους από τους οποίους μόνο ο τρίτος όροφος είχε εγκριθεί από την ΕΠΑΕ, ενώ οι άλλοι δυο ήταν παράνομοι. Τέλος κατήγγειλε ότι το συνολικό ύψος του κτηρίου ανερχόταν σε 12,5 μέτρα αντί του μεγίστου επιτρεπομένου ύψους των 10 μέτρων ή του προβλεπόμενου ύψους των 11,5 μέτρων στην περίπτωση που το έδαφος είναι κεκλιμένο. Στην παραπάνω δε μηνυτήρια αναφορά της ανέφερε ότι ο μηνυτής παρέβη με πρόθεση τα υπηρεσιακά του καθήκοντα προκειμένου να ωφελήσει με την έκδοση της παράνομης οικοδομικής άδειας τον προαναφερόμενο ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου. Πριν την υποβολή της επίδικης μηνυτήριας αναφοράς η κατηγορουμένη είχε προβεί σε συνεχείς καταγγελίες για τις ανωτέρω, κατ' αυτήν, παραβιάσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας τόσο προς το άνω Πολεοδομικό Γραφείο όσο και προς την ΕΠΑΕ .... Κατόπιν των ανωτέρω καταγγελιών της οι υπάλληλοι του Πολεοδομικού Γραφείου διενήργησαν αυτοψία στο κρινόμενο ξενοδοχείο τουλάχιστον πέντε (5) φορές, χωρίς όμως να βεβαιώσουν κάποια από τις ως άνω καταγγελθείσες πολεοδομικές παραβάσεις, πλην της κατασκευής κάποιας αυθαίρετης πόρτας, για την οποία συνέταξαν έκθεση αυτοψίας και ο ιδιοκτήτης υποχρεώθηκε να την αποξηλώσει. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες καταγγελίες της ήσαν ψευδείς και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει τις αναλήθειας τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι το ξενοδοχείο κατασκευάσθηκε από πέτρα και όχι από μπετόν και ότι με την κατασκευή του δεν παραβιάσθηκε κάποιος από τους τότε ισχύοντες όρους δομήσεως καθόσον οι όψεις του κτηρίου στις οποίες περιλαμβάνονταν η δίρριχτη σκεπή, οι εξώστες, οι ημιυπαίθριοι χώροι κλπ ελέγχθηκαν και εγκρίθηκαν από την αρμόδια Επιτροπή Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ) στην οποία υποβλήθηκε η συνταχθείσα σχετική μελέτη, η οποία και εγκρίθηκε με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό συνεδριάσεως της και εν συνεχεία κατά την διάρκεια εκτελέσεως των οικοδομικών εργασιών η εφαρμοζόμενη μελέτη και τα σχέδια της οικοδομής εγκρίθηκαν με την υπ αριθ. ... πράξη της ΕΠΑΕ. Εξάλλου ως προς το χρόνο που ορίζει το νομοθετικό καθεστώς που πρέπει να εφαρμοσθεί για τους ισχύοντες όρους δομήσεως με την έκδοση οικοδομικής αδείας κρίσιμος είναι ο χρόνος υποβολής της αιτήσεως.
Εν προκειμένω ο Ζ είχε υποβάλει αίτηση για την αίτηση οικοδομικής αδείας πριν την ..., οπότε ορίσθηκαν ειδικοί όροι δομήσεως και προβλέφθηκε η κατασκευή τετράρριχτης στέγης. Επίσης πριν την 1η Αυγούστου 1996 είχαν εγκριθεί τα σχέδια της μελέτης με προέλεγχο από την ΕΠΑΕ με το προεκτεθέν ... πρακτικό της.
Συνεπώς είχε εφαρμογή το προηγούμενο πολεοδομικό καθεστώς που προέβλεπε δίρριχτη στέγη. Περαιτέρω ως προς το συνολικό ύψος της οικοδομής αποδείχτηκε ότι το γήπεδο επί του οποίου ανεγέρθηκε αυτή ήταν επικλινές και λόγω του ότι δεν ήταν δυνατή η θεμελίωση της (οικοδομής) σε κεκλιμένο έδαφος, έγιναν χωματουργικές εργασίες με αποτέλεσμα να ομαλοποιηθεί κατά το δυνατόν η επιφάνεια του γηπέδου, πλην ορισμένων βράχων που παρέμειναν όπως είχαν και δίπλα από τους οποίους κατασκευάστηκε η οικοδομή, η οποία θεμελιώθηκε σε στερεό έδαφος και όχι στο ομαλοποιημένο. Καταρχήν κατασκευάστηκε το υπόγειο κάτω από το φυσικό επίπεδο του εδάφους, μετά την τελική διαμόρφωση του οποίου το ύψος του δεν υπερβαίνει πλέον το 1,5 μέτρο της στάθμης του εδάφους. Σημειωτέον ότι κατά τα εγκεκριμένα σχέδια το υπόγειο έχει ύψος 3,15 μέτρων. Το υπόγειο δε αυτό χρησιμοποιείται ως βοηθητικός χώρος και όχι ως χώρος κυρίας χρήσεως, και συγκεκριμένα ως αποθήκη και γκαράζ καθόσον στην πρόσοψη του δεν φέρει ανοίγματα και είναι κατασκευασμένο από συμπαγές μπετόν, έχει δε μόνον μια μεγάλη πόρτα για την είσοδο των αυτοκινήτων . Η δε υπέρβαση που υπήρχε στην οικοδομή αφορούσε στο ύψος της που ήταν 12,25 μέτρα αντί του επιτρεπομένου των 11,50 μέτρων. Το ύψος όμως αυτό που αναφερόταν και ατή μελέτη και στα σχέδια της οικοδομής που εγκρίθηκαν από αρχιτεκτονικής απόψεως από την ΕΠΑΕ με το υπ αριθμ. ... πρακτικό της, ήταν υποχρεωμένος να αποδεχθεί ο μηνυτής Ψ, τον οποίο δέσμευε η απόφαση της ΕΠΑΕ σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του Π.Δ. 578/4-9-1975 και συνεπώς κατά τις αυτοψίες που διενέργησε στην οικοδομή και στις επιμετρήσεις που πραγματοποιούσε ήταν υποχρεωμένος να θεωρεί αυτό ως νόμιμο ύψος. Η οικοδομή εξάλλου δεν είχε πέντε (5) ορόφους αλλά μόνο τρεις και την στέγη της. Τα παραπάνω αληθή περιστατικά εγνώριζε η κατηγορουμένη, η οποία βρισκόταν σε συνεχή επαφή με την ΕΠΑΕ και το Πολεοδομικό Γραφείο Αιγιαλείας και οι υπηρεσίες αυτές επανειλημμένως την είχαν ενημερώσει ότι η οικοδομή κατασκευαζόταν συννόμως και σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη. Παρά ταύτα ενεργώντας με πρόθεση υπέβαλε στις 23-4-2002 την μηνυτήρια αναφορά της κατά του μηνυτή επιδιώκοντας να προκαλέσει την άσκηση ποινικής διώξεως εις βάρος του για το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος, για το οποίο τελικώς αθωώθηκε με την υπ' αριθμ. 1907 και 1907α/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου. Περαιτέρω η κατηγορουμένη κατά την κατάθεση της ως άνω μηνυτήριας αναφοράς της και εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αιγίου βεβαίωσε το περιεχόμενο της μηνύσεως της, που περιείχε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα εν γνώσει της αναλήθειας τους. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχη των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε την κατηγορουμένη σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία καταδίκασε την κατηγορουμένη, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει: α) τα περιστατικά που διέλαβε για τον εγκαλούντα η κατηγορουμένη στην από ... μηνυτήρια αναφορά της, β) ότι τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή γ) ότι η κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους, τη γνώση δε αυτή τη στηρίζει το Δικαστήριο στην παραδοχή ότι η κατηγορουμένη βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τις πολεοδομικές Αρχές, οι υπάλληλοι των οποίων την είχαν επανειλημμένως ενημερώσει για τη νομιμότητα των ενεργειών του εγκαλούντος και δ) ότι η κατηγορουμένη με την υποβολή της αναφοράς, την οποία βεβαίωσε και ενόρκως εν γνώσει της αναλήθειάς της, επιδίωκε να ασκηθεί κατά του εγκαλούντος ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος, η οποία και ασκήθηκε και αυτός αθωώθηκε την προαναφερθείσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την υπ' αριθ. 8131/1995 απόφαση του Νομάρχη Αχαϊας που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. 836 ΦΕΚ (Τεύχος Δ) την 1-8-1996 και ισχύει από τη δημοσίευσής της και η οποία καθόριζε τους όρους δομήσεως στην περιοχή, είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε την απόφαση αυτή, αλλά δέχτηκε απλώς ότι ενόψει του χρόνου υποβολής των δικαιολογητικών για έκδοση της οικοδομικής άδειας, ίσχυε το προηγούμενο καθεστώς. Επίσης και η αιτίαση ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 229 και 224 του ΠΚ, δεχόμενο ως γεγονότα τις αξιολογικές κρίσεις που εξέφρασε η αναιρεσείουσα με την μηνυτήρια αναφορά της, είναι αβάσιμη, γιατί τα γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο ως ψευδή, συνιστούν γεγονότα. Επομένως είναι αβάσιμος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, ο οποίος στηρίζεται στις ανωτέρω αιτιάσεις.
Από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του ίδιου Κώδικα, απαιτείται: α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξεως και γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται αυτή του κατηγορουμένου, δηλαδή του κατηγορηθέντος ως δράστη της πράξεως. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο καθόλη τη διαδρομή και καθόλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και αξιολογήσει αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, όταν με την ίδια υλική πράξη του δράστη θίγονται προσωποπαγή έννομα αγαθά περισσότερων προσώπων, όπως η τιμή, η ζωή ή η ελευθερία, τελούνται περισσότερα εγκλήματα όσα και τα θιγόμενα πρόσωπα, τα οποία είναι και παθόντες από την πράξη, αφού προσβάλλεται το σχετικό προσωποπαγές έννομο αγαθό αυτών, έστω και αν η ποινική διάταξη την οποία παρέβη ο δράστης είναι σχετική με άλλο έννομο αγαθό, όπως η απονομή της δικαιοσύνης επ' ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας.
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Δικαστήριο που την καταδίκασε για τα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως του εγκαλούντος και της ψευδορκίας, παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 598-598 Α/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία καταδικάστηκε αυτή αμετακλήτως για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του Ζ, οι οποίες πράξεις τελέστηκαν με την ίδια από 23-4-2002 μηνυτήρια αναφορά της και ότι επειδή πρόκειται για μία πράξη ψευδούς καταμήνυσης και μία πράξη ψευδορκίας τελεσθείσα με την αναφορά και την ένορκη περί δεδικασμένου και πρόβαλε η αναιρεσείουσα και να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για τις σε βάρος του εγκαλούντος ως άνω πράξεις. Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τη σχετική περί δεδικασμένου ένσταση της αναιρεσείουσας με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από τις διατάξεις του άρθρου 57 §§1 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται: α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξεως, γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται του κατηγορουμένου, δηλαδή του κατηγορηθέντος ως δράστη έστω και αν μηνύθηκε υπό ψευδές ή λανθασμένο όνομα. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθόλη την διαδρομή και καθόλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και αξιολογήσει αυτεπαγγέλτως. Δεν υπάρχει δε ταυτότητα πράξεως στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά προς το πρόσωπο του παθόντος (βλ. ΑΠ 1676/2003 - Σε Συμβούλιο - ΑΠ 628/2000 Π.Χρ. ΝΑ, 23). Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι με την από 23.4.2002 μηνυτήρια αναφορά της στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αιγίου, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε ενόρκως κατά την κατάθεση της στις 23.4.2002, κατεμήνυσε τους Ψ (ήδη μηνυτή), Φ1 και Φ2 για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος και τον Ζ για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος των ανωτέρω προσώπων. 'Ότι η υπόθεση εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, το οποίο απήλλαξε τους κατηγορουμένους με την υπ' αριθμ. 1907 και 1907α/2003 απόφαση του. Εν συνεχεία ο τέταρτος κατηγορούμενος Ζ υπέβαλε κατ αυτής έγκληση για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημίσεως, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη με την υπ' αριθμ. 442/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, που επικυρώθηκε με την 598Α-598/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της ασκηθείσης κατά της τελευταίας αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 173/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. 'Ότι για τα καταγγελθέντα με την προεκτεθείσα μηνυτήρια αναφορά της υπέβαλε έγκληση ο τότε κατηγορούμενος και ήδη εγκαλών Ψ για τις ίδιες ακριβώς πράξεις και για τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό και παραπέμφθηκε για να δικασθεί γι' αυτές στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, το οποίο εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση του, με την οποία την κήρυξε ένοχη για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα. Ότι η προεκτεθείσα υπ' αριθ. 598Α 598/2007 καταδικαστική εις βάρος της απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που την κήρυξε ένοχη και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, παρήγαγε δεδικασμένο το οποίο παρακωλύει την νέα άσκηση ποινικής διώξεως εις βάρος της, και την συνέχιση της παρούσας δίκης. Ο ανωτέρω όμως αυτοτελής ισχυρισμός της κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα, δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως, αφού είναι διαφορετικό το πρόσωπο του παθόντος και εγκαλούντος, η οποία (ταυτότητα πράξεως) αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του δεδικασμένου. Περαιτέρω με την προεκτεθείσα απόφαση η κατηγορουμένη καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος, ενώ σήμερα δικάζεται για ψευδή καταμήνυση, του αδικήματος της παραβάσεως καθήκοντος εκ μέρους του εγκαλούντος". Με βάση τα προαναφερθέντα, δεν παραβιάστηκε από μέρους του Δικαστηρίου το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 598-598 Α/2007 απόφαση, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως, επειδή είναι άλλο το παθόν πρόσωπο, του οποίου εθίγη το προσωποπαγές έννομο αγαθό της τιμής με την σε βάρος του ψευδή καταμήνυση για παράβαση καθήκοντος και την ψευδορκία με την οποία βεβαιώθηκε ενόρκως η τέλεση της παράβαση καθήκοντος και έτσι πρόκειται για άλλη πράξη ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας. Επίσης από το γεγονός ότι με την υπ' αριθμ. 1907/1907Α/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, ο εγκαλών, όπως και οι λοιποί καταμηνυθέντες, αθωώθηκαν ελλείψει δόλου για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, δεν παράγεται δεδικασμένο περί τελέσεως της πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και ως εκ τούτου περί της αθωότητας της αναιρεσείουσας για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία, αλλά απλώς η αθωωτική αυτή απόφαση εκτιμάται ελευθέρως από το Δικαστήριο και έτσι εκτιμήθηκε εν προκειμένω. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενης αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1430-1431-1432/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία των εγκλημάτων. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τα εγκλήματα αυτά της κατηγορουμένης. Όταν με την ίδια υλική πράξη θίγονται προσωποπαγή έννομα αγαθά περισσότερων προσώπων, τελούνται ισάριθμα εγκλήματα, όσα και τα πρόσωπα τα οποία είναι παθόντες, των οποίων θίγονται τα ανωτέρω έννομα αγαθά, έστω και αν η παραβιασθείσα από το δράστη ποινική διάταξη σχετίζεται με άλλο έννομο αγαθό. Μη παραβίαση δεδικασμένου λόγω μη ταυτότητας πράξεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Δεδικασμένο, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1090/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αντωνέλλου, περί αναιρέσεως της 23/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 957/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 23/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρέσειων κηρύχθηκε ένοχος, εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως δέκαεννέα (19) ετών και χρηματική ποινή ογδόντα χιλιάδες ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : "Ο κατηγορούμενος είναι ... υπήκοος. Στις 26.2.2003 συνελήφθη στο τελωνείο της ... από αρμόδιους τελωνειακούς υπαλλήλους να έχει εισαγάγει στην Ελληνική Επικράτεια από την ..., χωρίς να είναι τοξικομανής, 18.627 κιλά ηρωίνης, 500,5 γραμμάρια κοκαΐνης και 0,007 γραμμάρια ινδικής κάνναβης. Τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και τη βούληση να διαθέτει αυτές ελευθέρους, τις οποίες είχε τοποθετήσει επιμελώς συσκευασμένες σε 37 δέματα σε ειδικά διασκευασμένη κρύπτη του δοχείου καυσίμων (ρεζερβουάρ) του υπ'αριθμ.... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του ..., που ο ίδιος οδηγούσε. Τα ναρκωτικά αυτά μετέφερε με το προπεριγραφόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με προορισμό την .... Τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ο κατηγορούμενος τις προόριζε για εμπορία. Τα παραπάνω πλήρως αποδεικνύονται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ιδία τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι εισήγαγε και μετέφερε ναρκωτικές ουσίες. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι για τη μεταφορά θα του έδινε ο ... 2.500 €, πλην όμως ο ίδιος δεν γνώριζε το είδος και την ποσότητα ναρκωτικών ουσιών που μετέφερε. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι απειλήθηκε από τον προαναφερόμενο ..., ότι θα "του σκότωνε την οικογένεια". Τα επικαλούμενα όμως παραπάνω πραγματικά περιστατικά από κανένα αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκαν. Ο μάρτυρας υπεράσπισης ουδέν κατέθεσε περί αυτών. Εξάλλου ο κατηγορούμενος στην απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε καταθέσει τίποτα απ' όσα ισχυρίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και μάλιστα είχε αρνηθεί και τη γνώση μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών. Επομένως, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν και κάτοχος των παραπάνω ναρκωτικών ουσιών με την προπεριγραφόμενη έννοια. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτών από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, αφού δεν αποδείχθηκε επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή ότι αυτός είχε διαμορφώσει τέτοια υποδομή ούτε έξαλλου ότι αυτός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη άπαξ και ευκαιριακώς στη διάπραξη των παραπάνω εγκλημάτων." Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των άνω αξιοποίνων πράξεων, χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση της κατ'επάγγελμα τελέσεως των πράξεων και από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και ειδικότερα, του ότι: "στην ..., την 26η Φεβρουαρίου 2003 και περί ώρα 09.30', χωρίς να είναι τοξικομανής, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα:
1) Εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία και ειδικότερα εισήγαγε από την Αλβανία στην Ελλάδα ποσότητες, δέκα οκτώ κιλών και εξακοσίων είκοσι επτά γραμμαρίων (18,627) ηρωίνης, πεντακοσίων και μισού γραμμαρίων (500,5) κοκαΐνης και επτά χιλιοστών του γραμμαρίου (0,007) κάνναβης.
2)Κατείχε ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία. Ειδικότερα κατείχε τις ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες ηρωίνης, κοκαΐνης και κάνναβης, επιμελώς συσκευασμένες σε 37 δέματα και τοποθετημένες σε ειδικά διασκευασμένη κρύπτη του δοχείου καυσίμων (ρεζερβουάρ) του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας ..., που οδηγούσε.
3) Μετέφερε με αυτοκίνητο ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία και ειδικότερα μετέφερε τις προαναφερθείσες ποσότητες των 18 κιλών και 627 γραμμαρίων ηρωίνης, 500,5 γραμμαρίων κοκαΐνης και 0,007 του γραμμαρίου κάνναβης, με το παραπάνω αυτοκίνητο και προορισμό την ...." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 ΠΚ, 4 παρ.1,3 ΠΑ 5,6, Β3, 5 παρ.1α,ζ και 2, 19 και 22 Ν.1729/87, όπως τα αρθρ.5,19 και 22 αντ/καν με τα αρθρ.10,17 και 19 Ν.2161/93, και όπως ισχύουν σήμερα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 23/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ..., καθώς και της μάρτυρα υπερασπίσεως .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο ισχυρισμός για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες το άρθρο 84 § 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Κατά δε την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας
κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψη του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84-του ΠΚ, με στοιχεία α, και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδείωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (στοιχ. δ'), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορος του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο, πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' δ' και ε' του ΠΚ και σχετικά με τα προαναφερόμενα ελαφρυντικά ζήτησε κατά λέξη τα παρακάτω: " Να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο μου η ελαφρυντική περίσταση της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ "...ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή...".
Ότι συντρέχει στο πρόσωπο μου η ελαφρυντική περίσταση της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ ΠΚ "...ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του...". Ότι συντρέχει στο πρόσωπο μου η ελαφρυντική περίσταση της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε. ΠΚ "...ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του.." Το ίδιο Δικαστήριο απέρριψε κατ'ουσίαν το εν λόγω αίτημά του για αναγνώριση ελαφρυντικών, με την πιο κάτω αιτιολογία: "το αίτημα του κατηγορουμένου γι' αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2α, δ και ε του Π.Κ. πρέπει ν' απορριφθεί, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων δεν έζησε έντιμη ατομική κ.λπ. ζωή, αφού η ενασχόληση του με τα ναρκωτικά και μάλιστα με την εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχή και μεταφορά μιας τόσο μεγάλης ποσότητας ηρωίνης και κοκαΐνης, αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, προϋποθέτει γνώση των ανθρώπων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών και συνάφεια μ' αυτούς που αναιρεί το στοιχείο του προτέρου εντίμου βίου. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, αφού δεν αποδείχθηκε ότι προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, μη αρκούσης της ομολογίας του και της έκφρασης συγνώμης στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, διότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα ήταν κρατούμενος στη φυλακή και η καλή διαγωγή που επέδειξε δεν ήταν προϊόν ελεύθερης απόφασης αλλά υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα ενόψει δίκης του και του φόβου για την επιβολή πειθαρχικών κ.λπ. ποινών".
Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα παραπάνω και, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο κάνω λόγο, αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.4770/9-6-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 23/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο ισχυρισμός για χορήγηση στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιπτώσεως του άρθρου 84 § 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του αυτού Κώδικα ποινής, αλλά η μείωση γίνεται μία φορά. Απόρριψη των ισχυρισμών αυτών με πλήρη και σαφή αιτιολογία. Απόρριψη του από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ΄ λόγου αναιρέσεως και αυτής στο σύνολό της ως κατ' ουσία αβάσιμης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1089/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εσηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ραζέλο, περί αναιρέσεως της 2435/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2021/08.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 375 Π.Κ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 παρ.9 ν.2408/1996 όριζε: α) στην παρ.1 "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους." και β) στη παρ.2 "Αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η παρ.2 του πιο πάνω άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 ν.2408/1996 ως εξής: "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η νέα αυτή διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επομένως η νέα αυτή διάταξη έχει εφαρμογή, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ της. Διαχειριστής ξένης περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί "νομικές" διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία αντλεί από το νόμο ή από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ.2 Π.Κ., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 εδ.1 ν.2721/1999). Αν όμως οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν από την ισχύ του ν.2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μίας μερικότερης πράξεως, ενόψει του άρθρου 2 παρ.1 Π.Κ. καθόσον η νέα ρύθμιση του άρθρου 98 Π.Κ. η οποία προαναφέρθηκε είναι δυσμενέστερη (Α.Π.974/2001 Π.Χρ.ΝΒ.334). Εξάλλου από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 375 Π.Κ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως είναι εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεση του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος (Α.Π. 1167/2006 σε συμβούλιο Π.Χρ.ΝΖ.428). Η τυχόν οποιαδήποτε προγενέστερη ενδιάθετη βούληση του δράστη να οικειοποιηθεί το πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή του δεν αρκεί για να θεμελιώσει το έγκλημα της υπεξαιρέσεως. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2435/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος, υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ως εντολοδόχου και της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Κατά το έτος 1994 η μηνύτρια αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "ΡRIMA ΤΕCΗΝΟLOGY ΙΝCΟRΡΟRΑTIΟΝ" που είχε την έδρα της στην ... είχε χρηματική απαίτηση ποσού 87.763.632 δραχμών κατά της ημεδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Ξ και Σια Ε.Ε.". Με το από ... πληρεξούσιο έγγραφο της η μηνύτρια χορήγησε στην δικηγόρο Χ(ήδη κατηγορουμένη) την πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει στην πιο πάνω υπόθεση προκειμένου να προβεί στην είσπραξη της προαναφερθείσης απαιτήσεως της. Με το από 19-12-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού που έφερε την επικεφαλίδα "αναγνώριση χρέους-συμφωνία αποπληρωμής" και καταρτίστηκε μεταξύ της κατηγορουμένης, ως εκπροσώπου της δανείστριας αφενός και των Ξ, ως εκπροσώπων της πιο πάνω οφειλέτριας εταιρείας αφετέρου, συμφωνήθηκε ότι η δεύτερη (οφειλέτρια) θα κατέβαλε στην πρώτη (δανείστρια) το ποσό των 73.500.000 δραχμών σε 24 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 3.062.000 δραχμών η καθεμία, οι οποίες θα καταβάλλονταν κατά το χρονικό διάστημα από την 15η έως την τελευταία ημέρα κάθε μηνός, αρχής γενομένης από τις 15-1-1996 και μέχρι τις 31-12-1997. Με βάση το ανωτέρω συμφωνητικό η καταβολή των δόσεων μπορούσε να γίνει με την κατάθεση τους σε τραπεζικό λογαριασμό της κατηγορουμένης, στην οποία, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως η δανείστρια είχε χορηγήσει την εντολή και πληρεξουσιότητα να εισπράξει για λογαριασμό της τα οφειλόμενα και στη συνέχεια να της τα αποδώσει. Σε εκτέλεση της πιο πάνω συμφωνίας η οφειλέτρια κατέθεσε τις συμφωνημένες δόσεις στον υπ' αριθμ.... προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό τον οποίο τηρούσε η κατηγορουμένη στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και μέχρι τις 31-12-1997 εξόφλησε ολοσχερώς το οφειλόμενο ποσό των 73.500.000 δραχμών. Η κατηγορουμένη όμως, αν και εισέπραξε το ποσό αυτό, δεν απέδωσε στην εντολέα της (μηνύτρια), όπως όφειλε λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου, το ποσό των 68.454.342 δραχμών που απέμενε μετά την αφαίρεση της συμφωνημένης αμοιβής της, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της μηνύτριας αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας το στην περιουσία της, εκδήλωσε δε την πρόθεση της για παράνομη ιδιοποίηση του στις 31-12-1997, οπότε κατεβλήθη όλο το ποσό και η μηνύτρια άρχισε να την οχλεί για την απόδοση του. Η αξία δε του κατά τ' ανωτέρω υπεξαιρεθέντος ποσού, το οποίο της είχε εμπιστευθεί η μηνύτρια λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου, είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Για όλα τα πιο πάνω σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Μ, νομίμου εκπροσώπου της μηνύτριας εταιρείας, η οποία δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο αλλά αντίθετα ενισχύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ξ (εταίρων της οφειλέτριας) αλλά και τα αναγνωσθέντα από ... πληρεξούσιο και από 19-12-1995 έγγραφο συμβιβασμού με την επικεφαλίδα "αναγνώριση χρέους-συμφωνία αποπληρωμής". Άλλωστε και η ίδια η κατηγορουμένη με την απολογία της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ. αυτήν στα αναγνωσθέντα πρακτικά της εκκαλουμένης) αλλά και με τους εγγράφους ισχυρισμούς που υπέβαλε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου δεν αρνείται ότι εισέπραξε το πιο πάνω ποσό και ότι δεν το απέδωσε στη μηνύτρια, περιορίζεται δε στον ισχυρισμό ότι συμφώνησε με αυτήν, αντί της καταβολής του οφειλομένου ποσού, να της μεταβιβάσει ένα ακίνητο της και ότι ενώ έθεσε στη διάθεση της μηνύτριας το ακίνητο, η τελευταία δεν προσήλθε για την υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, διότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που- αναφέρθηκαν προηγουμένως αποδείχτηκε ότι ναι μεν έγιναν κάποιες συζητήσεις και προτάσεις εκ μέρους της κατηγορουμένης για τη μεταβίβαση ενός ακινήτου προς τη μηνύτρια, αλλά δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Άλλωστε μια τέτοια συμφωνία, για να είναι έγκυρη, έστω και ως προσύμφωνο, θα έπρεπε να είχε περιβληθεί τον τύπο τ0υ συμβολαιογραφικού εγγράφου, γεγονός οποίο το γνώριζε η κατηγορουμένη δικηγόρος, η οποία δεν επικαλείται καν ότι έχει συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, κατά μείζονα δε λόγο δεν το προσκομίζει. Εν πάση περιπτώσει οι ανωτέρω συζητήσεις μεταξύ της μηνύτριας και της κατηγορουμένης δεν έχουν έννομη επιρροή αφού έλαβαν χώρα μετά τις 31-12-1997, δηλαδή μετά την τέλεση από την τελευταία της αξιόποινης πράξεως για την οποία κατηγορείται, σε μία προσπάθεια της να κερδίσει χρόνο. Περαιτέρω η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι οι τελεσθείσες από αυτήν αξιόποινες πράξεις έλαβαν χώρα προ της ισχύος του ν.2721/1999 (δηλαδή προ της 3-6-1999) και έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα αφού τα επί μέρους ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκε μέχρι τότε δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλα (ανερχόμενα σε 3.062.500 δραχμές κάθε φορά) και ότι συνακόλουθα οι πράξεις αυτές έχουν υποκύψει σε παραγραφή λόγω παρόδου, από το χρόνο υπεξαιρέσεως κάθε επί μέρους ποσού, χρονικού διαστήματος που υπερβαίνει την οκταετία. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι πρόκειται περί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος υπεξαιρέσεως καθενός άπα τα επί μέρους ποσά τα οποία εισέπραξε τμηματικά η κατηγορουμένη, ενώ, όπως ήδη έχει εκτεθεί, πρόκειται για μία πράξη υπεξαιρέσεως, εφόσον αυτή (η κατηγορουμένη) εκδήλωσε το σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως του συνολικά εισπραχθέντος ποσού των 68.454.342 δραχμών για πρώτη φορά στις 31-12-1997. Και ναι μεν η κατηγορουμένη κατά τη συμφωνία της με τη μηνύτρια όφειλε να της αποδίδει κάθε εισπραττόμενη δόση μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την κατάθεση της στον τραπεζικό της λογαριασμό από την οφειλέτρια (βλ. το αναγνωσθέν από 8-7-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό), ενέργεια στην οποία δεν προέβη με τη δικαιολογία ότι δεν μπορούσαν να εξαχθούν τα χρήματα με νόμιμο τρόπο, όμως μέχρι τις 31-12-1997 δεν είχε εκδηλώσει το σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως των εισπραχθέντων χρημάτων, τυχόν δε μέχρι τότε ενδιάθετη βούληση της να τα οικειοποιηθεί δεν αρκούσε να θεμελιώσει το έγκλημα της υπεξαιρέσεως. Όλα αυτά ανεξάρτητα από το ότι και τα επί μέρους ποσά των 3.062.500 δραχμών, με βάση τα οικονομικά δεδομένα της εποχής εκείνης, ήταν ιδιαίτερα μεγάλα. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτήν αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που της είχαν εμπιστευθεί ως εντολοδόχο και ειδικότερα, του ότι: "Στην ... στις 31-12-1997 με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που τα έλαβε στην κατοχή της και τα οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της ταείχαν δε εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητος της ως εντολοδόχου. Συγκεκριμένα, με την ιδιότητά της ως δικηγόρου και εντολοδόχου και δυνάμει του από ... πληρεξουσίου εγγράφου με το οποίο της δόθηκε από την εγκαλούσα αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "ΡRΙΜΑ ΤΕCΗΝΟLOGY INCORPORΑΤΙΟΝ" και έδρα την ..., η πληρεξουσιότητα εκπροσωπήσεως αυτής(της μηνύτριας) σε υπόθεση της στην Ελλάδα προκειμένου να προβεί στην είσπραξη απαίτησης της προαναφερομένης εταιρίας κατά της εταιρείας "Ξ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" και ενώ σε εκτέλεση της εντολής συμφωνήθηκε με την οφειλέτρια, δυνάμει του από 19-12-1995 συμβιβασμού (αναγνώριση χρέους), η καταβολή προς αυτήν την κατηγορουμένη, ενεργούσα για λογαριασμό της μηνύτριας αλλοδαπής εταιρίας, ποσού ύψους 73.500.000 δρχ. σε μηνιαίες δόσεις των 3.062.500 δρχ. για το χρονικό διάστημα από 15-1-1996 έως 31-12-1997 με κατάθεση στον υπ'αριθμ. ... προσωπικό λογαριασμό της κατηγορουμένης στην Εμπορική Τράπεζα, το οποίοι καταβλήθηκε από την παραπάνω οφειλέτρια ολοσχερώς έως την 31-12-1997, η κατηγορουμένη δεν απέδωσε στην εντολέα της, ως όφειλε, λόγω της ιδιότητάς της, το ποσό των 68.454.342 δρχ. που απέμεινε μετά την αφαίρεση της αμοιβής της, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της μηνύτριας, αλλά παρακράτησε αυτό και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της. Η αξία του ανωτέρου ποσού της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλη, της το είχαν δε εμπιστευθεί στην κατηγορουμένη λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις / ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 375§2-1ΠΚ, όπως η §2 αντικ. με άρθρ. 1§9 Ν. 2408/1996, με τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2435/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα-εκπροσωπήθηκε η κατηγορουμένη-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1)Ξ1, 2) Ξ2, 3)Κ, 4)Μ ( η οποία ορκίσθηκε κατά το άρθρ. 220§2 ΚΠΔ) και της μάρτυρα υπερασπίσεως, Χ2.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις αιτιάσεις, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ότι η μηνύτρια αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "ΡRΙΜΑ ΤΕCΗΝΟLΟGΥ ΙΝCΟRΡΟRΑΤΙΟΝ" με το από ... πληρεξούσιο έγγραφο της έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στην αναιρεσείουσα δικηγόρο να την εκπροσωπήσει στην κατά της εταιρίας με την επωνυμία "Ξ και Σια ΕΕ" διαφορά της και να προβεί στην είσπραξη από αυτήν της χρηματικής απαιτήσεως της ποσού 67.763.632 δραχμών και στη συνέχεια, να της το αποδώσει, β) ότι σε εκτέλεση της παραπάνω εντολής η κατηγορουμένη συμφώνησε με την οφειλέτρια εταιρία να καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό σε 24 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 3.062.00 δραχμών η κάθε μια και υπεγράφη μεταξύ αυτής ως εκπροσώπου της δανείστριας εταιρίας και των Ξ ως εκπροσώπων της οφειλέτριας, το από 9.12.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, γ) ότι σε εκτέλεση του τελευταίου αυτού συμφωνητικού η οφειλέτρια εταιρία κατέθεσε τις συμφωνημένες δόσεις στον ... προσωπικό λογαριασμό της κατηγορουμένης στην Εμπορική Τράπεζα, και μέχρι 31.12.1997 εξόφλησε ολοσχερώς το συμφωνηθέν ποσό των 73.500.000 δραχμών, δ) ότι η κατηγορουμένη αν και εισέπραξε το ποσό αυτό δεν απέδωσε στην εντολέα της, όπως όφειλε λόγω της ιδιότητος της ως εντολοδόχου, το ποσό των 68.454.342 δραχμών που απέμενε μετά την αφαίρεση της συμφωνημένης αμοιβής της, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της μηνύτριας, αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντας το στην περιουσία της, ότι το παραπάνω αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και το είχαν εμπιστευθεί στην κατηγορουμένη λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου και στ) ότι αυτή εξεδήλωσε την πρόθεση της παράνομης ιδιοποιήσεως του στις 31.12.1997. Δεν ήταν απαραίτητη ειδική αιτιολόγηση του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και εξυπακούεται η ύπαρξη του από την πραγμάτωση αυτών. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εξαιτίας κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου, διότι δεν προκύπτει αν η Πρόεδρος του Δικαστήριο, Ευφημία Λαμπροπούλου, ήταν Πρόεδρος Εφετών ή προεδρεύουσα Εφέτης [αναπληρώνουσα τον πρόεδρο], Επίσης, δεν προκύπτει από την απόφαση και τα πρακτικά της ο διορισμός με κλήρωση των μελών του Δικαστηρίου. Όμως, αυτή είναι απαράδεκτη, διότι οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων στην Αθήνα ορίζονται όπως ορίζει ο νόμος [με κλήρωση] και στο Πενταμελές Εφετείο πρόεδρος είναι πρόεδρος Εφετών όπως και η Ευφημία Λαμπροπούλου, η δε αναγραφή Πρόεδρος χωρίς το "Εφετών" δεν δημιουργεί καμία ακυρότητα, ούτε ήταν αναγκαίο να αναγράφεται στην απόφαση ότι ο διορισμός της συνθέσεως έγινε κατόπιν κληρώσεως, πράγμα που αφορά την εσωτερική λειτουργία του Εφετείου. Όμως, εκτός του ότι δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση, ότι η σύνθεση του δικαστηρίου προήλθε από κλήρωση και επομένως δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δε προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Τέτοια όμως πρόταση δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα, ούτε από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικνύεται ότι προβλήθηκε. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Δικαστήριο: α) δεν δ απάντησε επί του αυτοτελούς ισχυρισμού της περί παραγραφής των πράξεων κατ' εφαρμογή του άρθρου 98 του ΠΚ, β) ότι δεν διέγνωσε επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του νόμου, γ) ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, διότι δεν απάντησε στην επιχειρηματολογία της υπερασπίσεως, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των πρακτικών της, το Δικαστήριο με τις παραδοχές του ότι η πράξη της υπεξαιρέσεως τελέστηκε άπαξ την 31 12.1997 με την εκδήλωση της δολίας προαιρέσεως της (κατηγορουμένης) να παρακρατήσει και να ενσωματώσει στην περιουσία της το χρηματικό ποσό των 68.454.342 δραχμών, που ανήκε στη μηνύτρια, απέρριψε αιτιολογημένα την πρώτη των αιτιάσεων αυτών, ενώ οι άλλες είναι αόριστες και ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν περιέχουν πραγματικά περιστατικά που να τις στηρίζουν. Επίσης η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εκ του ότι έλαβε υπόψη την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απολογία της, την οποία ανεπιτρέπτως ανέγνωσε και της στέρησε το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης και των ενσωματωμένων σ' αυτή πρακτικών της προκύπτει ότι αναγνώστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία στο ακροατήριο η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση και τα πρακτικά της, στα οποία περιλαμβάνεται και η απολογία της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, που την εκπροσωπούσε ο συνήγορος της, που δεν προέβαλε κάποια αντίρρηση και άσκησε τα εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ υπερασπιστικά της δικαιώματα, ενώ όταν του δόθηκε ο λόγος από τον πρόεδρο του δικαστηρίου για τυχόν συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, απάντησε αρνητικά. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχεία Α', Β', Γ', Δ' και Ε' του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, γ) της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και δ) της παραβάσεως των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε, στους πιο πάνω λόγους, διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατόπιν αυτών εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583§1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 103/08 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα αίτηση της Χ, για αναίρεση της με αριθμό 2435/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση. Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο. Ισχυρισμός ότι το αδίκημα είναι κατ' εξακολούθηση και οι επιμέρους ιδιοποιήσεις εμπίπτουν στην πλημμεληματική υπεξαίρεση η οποία έχει παραγραφεί. Η παράνομη ιδιοποίηση εκδηλώθηκε εφάπαξ για ολόκληρο το ποσό. Λόγοι της αιτήσεως - η έλλειψη ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο από το ότι έλαβε υπόψη την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απολογία της κατηγορουμένης. Αναγνώσθηκε με τα πρακτικά και δεν επήλθε ακυρότητα. Ισχυρισμός για παράβαση έτσι των διατάξεων για δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα - Δεν επήλθε. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1088/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κομνά, περί αναιρέσεως της 39071/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1344/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα Λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλο-συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 39.071/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος της παραβάσεως του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945 και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ενός (1) μηνός, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία (1) τριετία, καθώς και χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη διότι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 24-3-2004 μέχρι 6-5-04 με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις του Α.Ν. 690/1945 και ειδικότερα εκείνη, που ήταν μαζί με τον Ζ, νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "D.H.I. - FRANCE Ε.Π.Ε." που αποτελεί μέλος του Ομίλου εταιριών DHI, με αντικείμενο την αντιμετώπιση προβλημάτων του τριχωτού της κεφαλής με τεχνικές και ιατρικές μεθόδους, συνεβλήθη στην από 24,3.2004 έγγραφη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτής ως υπό την ανωτέρω ιδιότητά της και της Ψ (εγκαλούσα) την οποία προσέλαβε έτσι προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου. Η αμοιβή της καθορίστηκε με την ίδια σύμβαση σε 1500 ευρώ (μικτά) μηνιαίως, επί πλέον δε συμφώνησαν να της καταβάλλει ποσοστό (μικτό) από 2% επί του μισθού για κάθε πώληση στη .... Για το χρονικό διάστημα από 24.3.2004 μέχρι 6.5.2004 η εγκαλούσα δικαιούνταν να λάβει χρηματικό ποσό 1.860 (1500 : 25 ημ. = 60 € Χ 31 ημ. =) 1.860 €, ως δεδουλευμένες αποδοχές, τις οποίες η κατηγορουμένη ουδέποτε της κατέβαλε, κατά παράβαση της έγγραφης συμφωνίας τους. Αντίθετα, ενώ η εγκαλούσα προσέφερε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της στην εταιρία η κατηγορουμένη και ο Ζ, έπαυσαν αιφνιδίως να της χορηγούν το αναγκαίο υλικό για την εργασία της και χωρίς να την ενημερώσουν κατήργησαν τον κωδικό πρόσβασης της. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ότι στην πραγματικότητα δεν αναμειγνυόταν εκείνη στην εκπρο-σώπηση της εταιρίας και ότι τις σχετικές πράξεις ενεργούσε αποκλειστικά ο Ζ και εκείνη τυπικά μόνο έφερε την ιδιότητα της εκπροσώπου και της διαχειρίστριας της εταιρίας, δεν αποδείχθηκαν αφενός, και αφετέρου ουδόλως αναιρείται η ποινική της ευθύνη, διότι εκείνη γνώριζε ότι η σύμβαση που είχε υπογράψει ήταν σύμβαση εργασίας και, όπως και η ίδια δήλωσε κατά την απολογία της, γνώριζε ότι η εγκαλούσα είχε κάποια "θέματα...", όπως χαρακτηριστικά είπε, "..όταν έφυγε από την εταιρία.." και ότι ο Ζ είχε δημιουργήσει προβλήματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εξάλλου, αυτή είχε ειδοποιηθεί για την εκκρεμότητα και από την Επιθεώρηση Εργασίας στην οποία η εγκαλούσα προσέφυγε στις 1.6.2004. Δηλαδή, είναι προφανές ση είχε ενημερωθεί για την οικονομική υποχρέωση της εταιρίας έναντι της εγκαλούσας και παρά ταύτα δεν μερίμνησε καθόλου, όπως εύλογα όφειλε να πράξει για την επίλυση της οικονομικής εκκρεμότητας, ούτε έλαβε κάποιο μέτρο για να απαλλαχθεί από την νομική της υποχρέωση ούτε εξάλλου φρόνησε μετά την αποχώρηση της από την εταιρία να άρει τις έννομες συνέπειες που απέρρεαν από την ιδιότητά της, της εκπροσώπου, αφού ο νομικός σύμβουλος της εταιρίας που την είχε διαβεβαιώσει δήθεν πως είχαν τακτοποιηθεί όλες οι υποθέσεις, ήταν εντολοδόχος του Ζ και όχι δικός της και, όπως είναι αυτονόητο, αυτός ενεργούσε προς υποστήριξη των συμφερόντων του εντολέα του. Δεν αποδείχθηκε έτσι κανένα περιστατικό που να γεννά αμφιβολίες σχετικά με την αποδιδόμενη σε βάρος της κατηγορία, ήτοι την πρόθεσή της να μην ικανοποιήσει ως εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας της εγκαλούσας τις οφειλόμενες στην τελευταία αποδοχές, η δε πρόθεση ενυπάρχει στη θέληση της κατηγορουμένης να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και, επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών αντίθετα από τα προεκτεθέντα αποδείχθηκαν πλήρως τα πραγματικά περιστατικά της υποκειμενικής και της αντικειμενικής υπόστασης της παράβασης του άρθρου μόνου του α. ν. 690/1945, το οποίο ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, συντελείται ευθύς ως υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες μέσα στην οριζόμενη εκ του νόμου προθεσμία, όπως συνέβη εν προκειμένω".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, και ειδικότερα, του ότι: "Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 24-3-2004 μέχρι 6-5-2004 με πρόθεση, παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου μόνο του Α.Ν. 690/1945 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε εγχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται έπε από τη σύμβαση εργασίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα, με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του Κ.Π.Δ.". Συγκεκριμένα με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της επιχ/σης DHI FRANCE Ε.Π.Ε. αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή της Ψ ως ιδιωτικό υπάλληλο από 24-3-2004 μέχρι 6-5-2004 δεν κατέβαλε μέχρι της 11-5-2004 το χρηματικό ποσό των 1860 ευρώ ως δεδουλευμένες αποδοχές αν και της τα όφειλε, συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 του άρθρου μόνο του ΑΝ 690/1945 (όπως ίσχυε), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 39.071/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως, ..., καθώς και τη χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης κατά το Σύνταγμα και του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στην αναιρεσιβαλλόμενη το Δικαστήριο παραλείπει να προβεί στην συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, ώστε να καθίσταται σαφές πως αυτά κατατείνουν στην διαμόρφωση της κρίσης στην οποία αυτό κατέληξε. Όμως, με την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί στο σύνολό τους όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά και, για τη βεβαιότητα αυτή, αρκεί μόνο η μνημόνευση αυτών κατά το είδος τους, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, στην παρούσα περίπτωση, ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τους τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά και χωρίς να γίνεται αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους, η παράλειψη της οποίας δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως. Η αιτίασή της ότι τα αναφερόμενα στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύουν ότι εν τοις πράγμασι αυτή δεν άσκησε τη διαχειριστική της εταιρείας ουδέποτε, αλλά την ασκούσε ο Ζ, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά απαραδέκτως. Για τον αυτό λόγο είναι αβάσιμη η αιτίασή της ότι δεν διέθετε ποτέ την εξουσία διενέργειας πληρωμών, αλλά αποδεικνύετο ότι ήταν απλή υπάλληλος της εταιρίας και είχε μόνο τυπικά την ιδιότητα της διαχειρίστριας αυτής, όπως κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, δέχθηκε το Δικάσαν Δικαστήριο. Για τον ίδιο λόγο είναι αβάσιμη και η αιτίασή της, ότι "όπως ισχυρίστηκε και απέδειξε, η ίδια στερείτο οποιασδήποτε πληροφόρησης και πρόσβασης στη διοίκηση και τη διαχείριση των οικονομικών της εργοδότριας, εταιρίας και συνεπώς, ήταν αδύνατο για την αναιρεσείουσα να καταβάλλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της πολιτικώς ενάγουσας", όπως ακριβώς αυτή ισχυρίζεται. Όμως, αυτά έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρη αιτιολογία και πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και ο κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε παραδεκτή και εμφανίστηκε εκείνη που την άσκησε, λόγος του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του αυτού Κώδικα της εσφαλμένης ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον πρώτο από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7188/17-9-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 39.071/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση διότι με την ιδιότητα της διαχειρίστριας της εργοδότριας ΕΠΕ, δεν κατέβαλλε τις νόμιμες αποδοχές στον εργαζόμενο στην εταιρεία. Λόγος της αιτήσεως η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Αιτίαση ότι ήταν μόνο τυπικά διαχειρίστρια της εταιρίας και ότι ουσιαστικός διαχειριστής ήταν άλλο πρόσωπο. Πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 1087/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 1173/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 150/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργεια του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτως, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάρτιση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Ως χρήση πλαστού εγγράφου νοείται κάθε ενέργεια που καθιστά τούτο προσιτό στο πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο χρήστης, με την παροχή σ1 αυτόν της δυνατότητας να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1173/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, χρήσης πλαστών εγγράφων και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία (1) τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 8-4-2003 στην Πολυτεχνική Σχολή της ..., εντός του γραφείου του κατηγορουμένου Χ, Αναπληρωτή Καθηγητή του ΔΠΘ, ο οποίος είχε οριστεί επιτηρητής, διεξήχθη η γραπτή εξέταση του μαθήματος "Τεχνική των χημικών και βιομηχανικών διεργασιών", του οποίου διδάκτορας ήταν ο καθηγητής Ζ και ήταν προαπαιτούμενο για την αποδοχή των υποψήφιων διδακτόρων του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής σχολής του ΔΠΘ. Κατά τη γραπτή εξέταση, όμως, από τους έξι (6) υποψηφίους διδάκτορες, τους οποίους γνώριζε και είχε επιλέξει ο κατηγορούμενος, ύστερα από προηγούμενη προσωπική επαφή μαζί τους, είτε στη ... είτε στην ..., όπου διέμενε, προσήλθαν και έλαβαν μέρος μόνον δύο (2) και συγκεκριμένα η ... και ο ..., κάτοικοι ... και ... αντίστοιχα, ενώ οι λοιποί τέσσερις (4) κατωτέρω αναφερόμενοι υποψήφιοι, κάτοικοι ..., δεν προσήλθαν. Μετά το πέρας της εξέτασης των υποψηφίων, κατά τη διάρκεια της οποίας ο κατηγορούμενος δεν άσκησε τη δέουσα επιτήρηση, παρευρισκόμενος συνεχώς στο χώρο διεξαγωγής της γραπτής εξέτασης, παρέλαβε έξι (6) γραπτά υποψηφίων, καίτοι γνώριζε ότι από τους έξι (6) υποψηφίους μόνον οι άνω δύο (2) ήταν παρόντες (... και ο ...) και, συνεπώς, τα υπόλοιπα τέσσερα γραπτά, τα οποία εφέροντο ότι συντάχθηκαν από τους υποψηφίους ..., ..., ... και ..., ήταν πλαστά, καθόσον δε είχαν συνταχθεί από τους ίδιους, αφού δεν συμμετείχαν στην εξέταση. Στις 9-4-2003, ο κατηγορούμενος, απέστειλε προσωπικά, με εταιρία courier, στον ανωτέρω Ζ, τότε διδάκτορα του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής σχολής του ΔΠΘ, στην ..., προς διόρθωση, τα έξι (6) γραπτά, αν και γνώριζε ότι τέσσερα (4) από τα γραπτά, τα οποία υποτίθεται ότι είχαν συντάξει οι ..., ..., ... και ..., είχαν συνταχθεί από άλλα άγνωστα πρόσωπα, που δεν είχαν σχέση με αυτά που υποτίθεται ότι ελάμβαναν μέρος στις εξετάσεις ως υποψήφιοι και τελικώς δεν έλαβαν. Τα γραπτά υποψηφίων, τέσσερα (4) από τα οποία ήταν πλαστά, υπό την έννοια ότι είχαν καταρτισθεί όχι από τα άνω πρόσωπα που φέρονται ότι τα συνέταξαν, αλλά από τρίτα άγνωστα πρόσωπα, απέστειλε ο κατηγορούμενος στον Ζ, προκειμένου να παραπλανήσει τον τελευταίο ως προς το ότι τα εν λόγω γραπτά, ήταν γνήσια και να τον παραπείσει να τα βαθμολογήσει ως γνήσια (πράγμα το οποίο επέτυχε, αφού ο τελευταίος προέβη στη βαθμολόγηση των γραπτών και απέστειλε την βαθμολογία των υποψηφίων στην Πολυτεχνική σχολή του ΔΠΘ για να ανακοινωθούν τα ονόματα αυτών ως επιτυχόντων) και έχοντας Περαιτέρω σκοπό, πέρα από την παραπλάνηση του ανωτέρω καθηγητή (Ζ), να παραπλανήσει και τους λοιπούς αρμοδίους του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής σχολής του ΔΠΘ, έτσι ώστε να δεχθούν τα γραπτά ως γνήσια και, σε συνδυασμό με την ικανοποιητική βαθμολόγηση τους, να δεχθούν και τους φερόμενους ως υποψήφιους στο Τμήμα ως διδάκτορες. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), χωρίς να αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του όρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ και όχι αυτής του όρθρου 217 ΠΚ, όπως αβασίμως διατείνεται ο κατηγορούμενος, καθόσον κατά την τελευταία διάταξη πρέπει ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου του ίδιου ή άλλου και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η γενική για την πλαστογραφία διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ (ΑΠ 60/2007 ΝΟΜΟΣ) περίπτωση, η οποία συντρέχει εν προκειμένω, αφού στη χρήση των πλαστών προέβη ο κατηγορούμενος, προκειμένου να παραπλανήσει τον διδάσκοντα βαθμολογητή, ώστε να δεχθεί ως γνήσια τα εν λόγω γραπτά των υποψηφίων και να τον παραπείσει να τα βαθμολογήσει ως γνήσια και τον περαιτέρω σκοπό που προεκτέθηκε". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της χρήσης πλαστών εγγράφων και ειδικότερα, του ότι: "στην ..., στις 9-4-2003 έκανε χρήση πλαστών εγγράφων, καθώς απέστειλε ταχυδρομικά προς διόρθωση στον τότε διδάκτορα του τμήματος μηχανικών περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής σχολής του ΔΠΘ Ζ στην ..., τα γραπτά που υποτίθεται ότι είχαν συντάξει οι ..., ..., ... και ..., κατά την διάρκεια των εξετάσεων υποψηφίων διδακτόρων του τμήματος μηχανικών περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής σχολής του ΔΠΘ, αν και γνώριζε ότι στην πραγματικότητα τα εν λόγω γραπτά είχαν συνταχθεί από άλλα άγνωστα πρόσωπα (άγνωστα στην προανάκριση) μη έχοντα σχέση με αυτούς που υποτίθεται ότι λάμβαναν μέρος στις εξετάσεις, οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στην εξέταση και τούτο δε έπραξε προκειμένου να παραπλανήσει τον Ζ και να τον παραπείσει να βαθμολογήσει τα εν λόγω γραπτά τα οποία ήταν πλαστά, υπό την έννοια ότι είχαν καταρτισθεί όχι από τα πρόσωπα που φέρονται ότι τα συνέταξαν, αλλά από τρίτα άγνωστα έως τώρα πρόσωπα (που υποτίθεται ότι ήταν η ..., η ..., η ... και ο ...), έχοντας περαιτέρω σκοπό, πέρα από την παραπλάνηση του Ζ, να παραπλανήσει και τους λοιπούς αρμοδίους του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος έτσι ώστε να δεχθούν τα γραπτά ως γνήσια και, σε συνδυασμό με την ικανοποιητική βαθμολόγηση τους, να δεχθούν και τους φερόμενους ως υποψήφιους στο Τμήμα ως διδάκτορες".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 216§2 ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1173/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας :1) Ζ, 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5)..., 6) ... και 7) ... και μαρτύρων υπερασπίσεως: 1) ... και ....
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) δεν περιέχει την κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι από το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι αφενός η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μνημονεύονται στο σκεπτικό της είναι ελλιπής και μη επαρκώς σαφής, αφετέρου αναφέρεται προς θεμελίωση των πραγματικών περιστατικών για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αποδιδόμενου σε αυτόν εγκλήματος, σε αντικρουόμενες αποδείξεις και βασίζεται σε υποθετικές κρίσεις με αποτέλεσμα, οι παρατιθέμενες στην απόφαση, σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στην εφαρμοσθείσα διάταξη της ΠΚ 216§2, να παρουσιάζουν σοβαρά κενά, καθιστώντας αμφίβολη την ορθότητα της κρίσης για την ενοχή του. όμως, κατά τα άνω εκτεθέντα, η έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το έγκλημα που τον βαρύνει, είναι πλήρης και σαφής χωρίς να υπάρχει καμμιά αντικρουόμενη απόδειξη ούτε και να βασίζεται σε υποθετική κρίση και 2) εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216§2 ΠΚ, αλλά και αυτήν του άρθρου 217 του αυτού Κώδικα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε λανθασμένο σκεπτικό και διατακτικό, αφού θα έπρεπε να μετατραπεί επιτρεπτά η κατηγορία από χρήση πλαστού εγγράφου κατ' άρθρο 216 ΠΚ, σε πλαστογραφία πιστοποιητικού κατ' άρθρο 217 του αυτού Κώδικα και, κατ' αναγκαία συνέπεια, να παύσει προσωρινά η ποινική δίωξη κατ' άρθρο 31 του Ν. 3346/2005. όμως, η συμμετοχή σε θέση άλλου προσώπου σε διαγωνισμό, συνιστά πλαστογραφία (ΑΠ 1544/1984, ΑΠ 1438/1983), όπως επίσης πλαστογραφία διαπράττει αυτός που συντάσσει γραπτά με ορθό περιεχόμενο και αντικαθιστά τα γνήσια (ΑΠ 1477/90). Ειδικότερα δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί συνήθως για τέτοιους σκοπούς. Αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (όρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ) που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως και τα γραπτά διαγωνισμού, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου του ίδιου ή άλλου και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η γενική για την πλαστογραφία διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ.
Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση, όπου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος προέβη στη χρήση των πλαστών εγγράφων με σκοπό "να παραπλανήσει το διδάσκοντα βαθμολογητή ώστε να δεχθεί ως γνήσια τα εν λόγω γραπτά των υποψηφίων και να τον παραπείσει να τα βαθμολογήσει ως γνήσια και, σε συνδυασμό με την ικανοποιητική βαθμολόγησή τους να δεχθούν και τους φερόμενους ως υποψήφιους στο Τμήμα ως διδάσκοντες", ορθώς εφαρμόσθηκε η περί πλαστογραφίας διάταξη της ΠΚ 216§2 και όχι αυτής της ΠΚ 217, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων διατείνεται.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 3/2009 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θράκης) αίτηση του Χ, της με αριθμό 1173/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση πλαστών εγγράφων. Συμμετοχή στη θέση άλλου προσώπου σε διαγωνισμό, καθώς και η σύνταξη γραπτού με ορθό περιεχόμενο και αντικατάσταση του γνησίου συνιστά πλαστογραφία. Έννοια κοινής πλαστογραφίας (άρθρο 216 ΠΚ) και πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 § 1 ΠΚ). Πότε πραγματώνεται κάθε έγκλημα. Λόγοι αιτήσεως - έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία των άνω διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1084/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη. Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Επαμεινώνδα Αμπατζή, περί αναιρέσεως της 1599/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενης ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 808/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του Α.Κ., προς παραδοχή, επίδειξη σε άλλον, δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή του συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού, που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι έγκλημα διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προαπαιτείται και η επίτευξη της βλάβης, αφού η υπεξαγωγή είναι έγκλημα διακινδύνευσης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή, είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο ή και απλώς ηθική. Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Περαιτέρω, η μεταβολή της κατηγορίας, προκαλεί σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την αίτηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και ιδρύει σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης της απόφασης. Τέτοια παράβαση υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποία έγινε η καταδίκη του κατηγορουμένου είναι διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και εισήχθηκε αυτός σε δίκη ως προς το χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, ή που η πράξη διαπράχθηκε με τις ίδιες περιστάσεις, αλλά αποτελείται από διαφορετικά γεγονότα από την αρχική κατηγορία. Αυτό όμως δεν συμβαίνει όταν με την απόφαση προσδιορίζονται σαφέστατα τα αποτελούντα την πράξη πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα με τον ακριβέστερο χαρακτηρισμό του τρόπου τέλεσής της. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1599/2009 απόφασή του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στον ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία της κατηγορουμένης, δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα περιστατικά: "Η κατηγορούμενη και ο εγκαλών ήταν συνεργάτες και διατηρούσαν γραφείο στην οδό ..., όπου ήταν και η έδρα της ΕΠΕ με την επωνυμία "EGIS ΕΠΕ" της οποίας διαχειριστής και εκπρόσωπος ήταν ο εγκαλών. Στην ίδια διεύθυνση και στο ίδιο γραφείο στεγάζονταν και το μη κερδοσκοπικό σωματείο με την επωνυμία "Ε.ΚΑ.ΤΟ." του οποίου τη διαχείριση και εκπροσώπηση είχε η κατηγορουμένη. Στο προαναφερόμενο γραφείο υπήρχαν παραστατικά έγγραφα τόσο της ΕΠΕ όσο και του σωματείου. Την 21-9-2003 η κατηγορουμένη τις νυκτερινές ώρες με την βοήθεια και άλλων δύο ατόμων εισήλθε κρυφά από τον εγκαλούντα στο εν λόγω γραφείο από το οποίο διέθετε κλειδιά και πήρε από το χώρο αυτό διάφορα έγγραφα από τα οποία ορισμένα ανήκαν στο σωματείο ΕΚΑΤΟ και τα οποία δικαιούταν να παραλάβει γιατί ήταν η νόμιμη εκπρόσωπος του εν λόγω σωματείου και εκτός αυτών όμως παρέλαβε και άλλα έγγραφα που ανήκουν στον εγκαλούντα και στην προαναφερόμενη ΕΠΕ τα οποία και απέκρυψε και τα οποία αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Με την απόκρυψη των εν λόγω εγγράφων επεδίωκε να αποστερήσει στον εγκαλούντα και την ΕΠΕ από τη δυνατότητα έγγραφης απόδειξης των απαιτήσεών τους σε βάρος της από δάνεια που έλαβε αυτή από εκείνες καθόσον τα εν λόγω έγγραφα αφορούσαν αποδείξεις δανεισμού χρηματικών ποσών που η κατηγορουμένη είχε συνάψει με τον εγκαλούντα και την ΕΠΕ από το έτος 2001 έως τον Μάιο του 2003. Περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών σαφής υπήρχε η κατάθεση του εγκαλούντα στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, η οποία ενισχύεται και από όλες τις άλλες αποδείξεις, μεταξύ των οποίων και η από 21-12-2003 βεβαίωση της ΥΕΒΕ, η οποία μετά από επιτόπια εξερεύνηση στα προαναφερόμενα γραφεία αποφάνθηκε ότι δεν διαπιστώθηκαν ίχνη παραβίασης. Αλλά και η κατηγορούμενη απολογούμενη δέχθηκε ότι αυτή είχε κλειδιά του γραφείου και ότι υπήρχαν διενέξεις μεταξύ αυτής και του εγκαλούντα για τις αποδείξεις και γενικά για τη διαχείριση του σωματείου και της ΕΠΕ... Πρέπει όμως να κηρυχθεί ένοχη μόνο για το αδίκημα της υπεξαγωγής των αναφερομένων ειδικότερα στο διατακτικό εγγράφων, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας σχετικά με το αδίκημα της κλοπής των εγγράφων για τα οποία κατηγορείται ότι αφαίρεσε παράνομα, καθόσον όπως αναφέρθηκε παραπάνω η κατηγορουμένη συνεργαζόταν με τον εγκαλούντα και ήταν μάλιστα και έταιρος στην προαναφερόμενη ΕΠΕ κατά ποσοστό 25% και είχε δικαίωμα πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα, δεν είχε όμως δικαίωμα να αποκρύψει αυτά, απορριπτόμενον ως αβάσιμον τον ισχυρισμόν που πρόβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατηγορουμένης περί μηδενικής αξίας των υπεξαχθέντων εγγράφων". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη της υπεξαγωγής των αναφερομένων στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με υπ' αριθ. 1 έως 10 εγγράφων (το οποίο διατακτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπ-ληρώνονται) και της επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέβαλε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τη ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 222 του ΠΚ. Τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Περαιτέρω προκύπτει ότι από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με επάρκεια και σαφήνεια προσδιορίζονται ο αριθμός και το περιεχόμενο των εγγράφων που υπεξαίρεσε η αναιρεσείουσα και ο σκοπός της τοιαύτης ενέργειάς της, ήτοι η αποστέρηση του εγκαλούντος και της εταιρίας με την επωνυμία "EGIS ΕΠΕ" εγγράφων αποδείξεων σε σχέση με τις απαιτήσεις των δύο τελευταίων σε βάρος της από τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων δανείων μεταξύ αυτών ως δανειστών και της αναιρεσείουσας ως οφειλέτριας. Δεν απαιτείτο δε να διαλάβει το ως άνω δικαστήριο ειδική αιτιολογία για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση για την αναιρεσείουσα ως προς την ύπαρξη και το ύψος των εν λόγω δανειακών συμβάσεων λόγω της άρνησής τους από την αναιρεσείουσα, καθόσον αυτό αποτελεί αντικείμενο της αστικής διαφοράς μεταξύ αυτών, που δεν επηρεάζει την ποινική ευθύνη της από την παράνομη αφαίρεση ξένων εγγράφων. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που με την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Με βάση τα όσα έχουν εκτεθεί ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης (υπ' αριθ. 1 και 2 της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ) λόγω της ανεπίτρεπτης μεταβολής της σε βάρος της (αναιρεσείουσας) κατηγορίας από κλοπή που είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη και κατηγορηθεί σε υπεξαγωγή εγγράφων, αφού παραμένει αμετάκλητη η ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορία και διαφοροποιείται μόνο ο σκοπός της δράστιδας, όπως προαναφέρθηκε, κατέτεινε όχι στην ιδιοποίηση αλλά την απόκρυψη των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων, στοχεύοντας μόνο στην πρόκληση βλάβης στον εγκαλούντα και στην εταιρεία "EGIS ΕΠΕ", με την απόκρυψη των εγγράφων αυτών.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπήρχε άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Μαΐου 2009 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1599/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαγωγή εγγράφων. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Επιτρεπτή μεταβολή κατηγορίας από κλοπή σε υπεξαγωγή εγγράφων. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για υπεξαγωγή εγγράφων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα (ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας). Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων αυτών και απόρριψη της αίτησης στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορίας μεταβολή, Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1085/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τη δήλωση περί αναιρέσεως της 3284/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών,
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ, κατοίκου ... και β) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Παπανικολάου (ΑΜ ΔΣΑ 19848).
Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 κοινή δήλωση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 491/2010.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη δήλωση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠοινΔ. Κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' ΚΠοινΔ, εάν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως με ημερομηνία 20-4-2010, του ..., αρχιφύλακα του ΑΤ Ναυπλίου, η πολιτικώς ενάγουσα Ψ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην, όμως, ούτε εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε με νόμιμο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, η συζήτηση θα διεξαχθεί όπως αν και αυτή ήταν παρούσα.
2.Η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22-3-2010, ημέρα Δευτέρα, υποβάλλεται από τους κατηγορουμένους και στρέφεται κατά της 3284/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 1-3-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.2, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
3.Στο άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται : 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν [μεταξύ άλλων και] δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος". Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών συγκαταλέγεται και το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης (ή δικαίωμα σε "δίκαιη δίκη"), οι εκδηλώσεις του οποίου περιγράφονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Η παραβίαση των δικαιωμάτων αυτών δημιουργεί την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ. Για να είναι, όμως, παραδεκτή, ως λόγος αναιρέσεως, η προβολή της παραβίασης κάποιου από τα δικαιώματα αυτά, πρέπει στο σχετικό δικόγραφο να γίνεται ευσύνοπτη, αλλά οπωσδήποτε σαφής, περιγραφή του δικαιώματος που παραβιάσθηκε και του τρόπου με τον οποίο επήλθε η παραβίαση αυτή.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, κατά την ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών διαδικασία, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάσθηκε, γενικώς, το δικαίωμα αυτών σε δίκαιη δίκη, χωρίς να εξειδικεύουν σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή. Έτσι, όπως διατυπώνεται, η σχετική αιτίαση είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη.
4.Στο άρθρο 502 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπ' όψη από το [δευτεροβάθμιο] δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν". Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, ενός εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης, διότι καθιστά ανέφικτη την άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό περιεχόμενο αυτού.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσης του τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως, χωρίς αυτά να έχουν αναγνωσθεί κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία. Ο ισχυρισμός, ο οποίος περιλαμβάνεται τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που δίκασε σε πρώτο βαθμό, λόγω της ιδιάζουσας δωσιδικίας του πρώτου από τους αναιρεσείοντες, ως δικηγόρου) είχε τον αριθμό 3343/2008 και ότι κατά τη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης ανεγνώσθη πριν από κάθε άλλο έγγραφο "η υπ' αριθ. 3343/08 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών και τα πρακτικά αυτής".
5.Προκειμένου να έχει η καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει, πέραν των άλλων, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, το καθένα στο σύνολό του και όχι μόνο ορισμένα από αυτά ή κάποιο από αυτά αποσπασματικά. Για τη βεβαιότητα αυτή, όμως, αρκεί η κατ' είδος, προεισαγωγική μνεία των κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ αποδεικτικών μέσων (π.χ. καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), τα οποία χρησιμοποιήθηκαν σε συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς την ανάγκη αναφοράς ενός εκάστου ή του περιεχομένου αυτού στις επί μέρους αιτιολογίες της αποφάσεως.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κατά την αναφορά του στα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αξιολόγησε για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα α) αναφέρθηκε σε μάρτυρες υπερασπίσεως, ενώ τέτοιοι δεν είχαν εξετασθεί, β) αναφέρθηκε στα αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ στον κατάλογό τους, που ενσωματώνεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ορισμένα από αυτά δεν προσδιορίζονται ως προς την ταυτότητά τους και γ) δεν κατονομάζει το πρόσωπο, το οποίο προέβη στην ανάγνωση των εγγράφων. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης διαπιστώνονται τα ακόλουθα ως προς τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: Μάρτυρες υπερασπίσεως δεν εξετάσθηκαν. Από την ως εκ περισσού αναφορά, όμως, στο εν λόγω είδος των μαρτύρων δεν δημιουργείται καμιά αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο στήριξε το πόρισμά του στις καταθέσεις όσων (ακολουθεί κατά λέξη αντιγραφή) "εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, καθώς και στην ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας". Από την αναφορά αυτή, δηλαδή, καθίσταται σαφές ποίων προσώπων τις μαρτυρίες έλαβε υπ' όψη το Εφετείο και ότι μεταξύ αυτών δεν υπήρχαν μάρτυρες υπερασπίσεως. Ο κατάλογος των αναγνωσθέντων εγγράφων έχει έκταση μεγαλύτερη των δύο σελίδων. Όλα τα αναφερόμενα έγγραφα προσδιορίζονται είτε με τον αριθμό τους, είτε με την ημερομηνία που φέρουν, είτε με το πρόσωπο στο οποίο αφορούν. Ο προσδιορισμός αυτός είναι επαρκής και δεν υπήρχε ανάγκη μνείας περισσοτέρων προσδιοριστικών στοιχείων για κάθε έγγραφο, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται συμπίπτοντα στοιχεία, εξ αιτίας των οποίων θα μπορούσε να δημιουργηθεί αμφιβολία ως προς το αν ανεγνώσθη ή όχι συγκεκριμένο έγγραφο. Για τον ίδιο λόγο δεν αποτελεί ανεπάρκεια του προσδιορισμού των εγγράφων η αναφορά σε "μία σελίδα χειρόγραφο σημείωμα" ή σε "πέντε (5) αποδείξεις της Εμπορικής Τράπεζας", αφού οι αναιρεσείοντες ουδόλως ισχυρίζονται ότι υπήρχε και άλλο χειρόγραφο σημείωμα ή περισσότερες αποδείξεις της εν λόγω τράπεζας, οπότε θα μπορούσε να τεθεί θέμα για ποιο έγγραφο πρόκειται. Τέλος, από καμιά διάταξη του νόμου δεν επιβάλλεται ο προσδιορισμός του προσώπου, το οποίο προβαίνει είτε οίκοθεν είτε κατ' ανάθεση στην ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο, διότι το ουσιώδες είναι η ανάγνωση και όχι η ταυτότητα του αναγνώστη. Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται διάσπαρτες και στους δύο λόγους της αναίρεσης και δια των οποίων επιχειρείται να θεμελιωθεί είτε ακυρότητα είτε έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμες.
6.Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 3284/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτό, προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση ως προς μεν τον αναιρεσείοντα Χ για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, ως προς δε τον αναιρεσείοντα Χ2 για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο Ζ που εξετάσθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας, είχε υποβάλει την από 21-12-2001 έγκληση κατά του Χ. Ότι στην έγκληση εκείνη, ο Ζ ισχυριζόταν ότι ο Χ είχε παραστήσει αναληθώς σ' αυτόν ότι είχε τη δυνατότητα, ως δικηγόρος και βουλευτής που ήταν, να επιτύχει το διορισμό της θυγατέρας του και του μνηστήρα εκείνης σε διοικητικές θέσεις του δημόσιου τομέα, αντί αμοιβής 3.000.000 δραχμών. Ότι ο Ζ, που πίστεψε στη διαβεβαίωση αυτή, κατέβαλε το εν λόγω ποσό σε δύο δόσεις και, τελικώς, ζημιώθηκε, διότι ο Χ ούτε την επαγγελθείσα δυνατότητα είχε, ούτε κάποιο διορισμό επέτυχε, ούτε τα ληφθέντα χρήματα επέστρεψε. Ότι η από 21-12-2001 έγκληση υποβλήθηκε για λογαριασμό του Ζ από τους εντολοδόχους δικηγόρους αυτού ... και Ψ. Ότι ο Χ, όταν πληροφορήθηκε την υποβολή της εγκλήσεως σε βάρος του, υπέβαλε αρμοδίως την από 23-5-2002 δική του έγκληση, με την οποία στράφηκε όχι μόνο κατά του Ζ, αλλά και κατά των ως άνω εντολοδόχων δικηγόρων εκείνου, στους οποίους, ως εγκαλούμενους, απέδωσε το ότι "τελούντες προδήλως εν δόλω" συμμετείχαν ως αυτουργοί, ηθικοί αυτουργοί και συνεργοί στη σύνταξη της από 21-12-2001 εγκλήσεως του Ζ, το περιεχόμενο της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς του Χ, ήταν ψευδές, ενεργώντας ως ομάδα με σκοπό να τον βλάψουν κοινωνικά και πολιτικά. Ότι η υποβολή της από 23-5-2002 εγκλήσεως του Χ έγινε με σκοπό τη διαπόμπευση και την ποινική καταδίωξη των εγκαλουμένων δικηγόρων, με επίγνωση του γεγονότος ότι τα σε βάρος αυτών αναφερόμενα ήσαν ψευδή, διότι οι ίδιοι είχαν ενεργήσει ως απλοί εντολοδόχοι του εγκαλούντος, πράγμα που προέκυπτε ευθέως από το περιεχόμενο της από 21-12-2001 εγκλήσεως του Ζ. Ότι για την υποστήριξη της δικής του εγκλήσεως, ο Χ πρότεινε ως μάρτυρες τους ... και Χ2, από τους οποίους ζήτησε και τους οποίους έπεισε με φορτικότητα να επιβεβαιώσουν το περιεχόμενο της από 23-5-2002 εγκλήσεως και, μάλιστα, να καταθέσουν ότι οι εγκαλούμενοι δικηγόροι και ο Ζ αποτελούσαν ομάδα που με την από 21-12-2001 ψευδή έγκληση επιδίωκε να τον καταστρέψει πολιτικά και ηθικά. Και ότι, τέλος, οι προταθέντες μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και ο Χ2, δέχθηκαν την προτροπή και κατέθεσαν τα ανωτέρω, γνωρίζοντας την αναλήθεια και έχοντας σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των τότε εγκαλουμένων (και ήδη εγκαλούντων) δικηγόρων. Με τα όσα δέχθηκε το Εφετείο, εξέθεσε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφασή του α) το ότι ο Χ ανέφερε ψευδώς στην από 23-5-2002 έγκλησή του ότι οι [τότε] εγκαλούμενοι δικηγόροι αποτελούσαν ομάδα έχοντας ταπεινά κίνητρα σε βάρος του κατά τη σύνταξη και υποβολή της από 21-12-2001 εγκλήσεως του Ζ κατ' αυτού, β) το ότι ο ίδιος, ως δικηγόρος που ήταν, είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει και εν προκειμένω γνώριζε ότι οι εκ μέρους αυτού εγκαλούμενοι δικηγόροι είχαν ενεργήσει ως απλοί εντολοδόχοι του, πράγματι, εγκαλούντος Ζ, γ) το ότι ο ίδιος, με την υποβολή της εγκλήσεώς του, επιδίωξε να βλάψει την υπόληψή τους και να προκαλέσει αδίκως την ποινική τους καταδίωξη, δ) το ότι ο ίδιος έπεισε τους μάρτυρες, που εξετάσθηκαν επί της εγκλήσεώς του, να επιβεβαιώσουν τους ψευδείς ισχυρισμούς που περιέχονται σ' αυτή, αφού οι μάρτυρες αυτοί ούτε αυτεπαγγέλτως προσκλήθηκαν ούτε αυθορμήτως προσήλθαν, αλλά προτάθηκαν από τον Χ και ε) το ότι οι μάρτυρες γνώριζαν την αναλήθεια του περιεχομένου της από 23-5-2002 εγκλήσεως, αφού ως γνωστοί του εγκαλούντος, που τους πρότεινε ως μάρτυρες, γνώριζαν και την προσπάθειά του να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στην ποινική διαδικασία που είχε ξεκινήσει σε βάρος του με αφορμή την από 21-12-2001 έγκληση του Ζ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας ή, άλλως, της εκ πλαγίου παραβάσεως των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 27 παρ.1, 46 παρ.1 περ.α', 224 παρ.2, 229 παρ.1 και 363 ΠΚ, είναι αβάσιμος.
7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Μαρτίου 2010 κοινή δήλωση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ, κατοίκου ... και β) Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 3284/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Μαΐου 2010.- Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση, ηθική αυτουργία σε ψευδορκία κλπ, επαρκής αιτιολογία. Μάρτυρες και αναγνωσθέντα έγγραφα, επαρκής προσδιορισμός. Η επίκληση της παραβίασης του άρθρου 6 ΕΣΔΑ πρέπει να διατυπώνεται με ορισμένο τρόπο. Απορρίπτει δήλωση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 1
|
Αριθμός 1094/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 9475/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1512/09.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/67, "όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10 χιλιάδων δραχμών". Ο νέος νόμος 3346/2005 για την "Επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων", με το άρθρο 33 ορίζει ότι "Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο [εργοδοτικών], καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες [2000] ευρώ". Περαιτέρω, κατά το ίδιο άρθρο 33 του ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 της ΠΝΠ της 16.9.2009 (ΦΕΚ -Α' 181/16.9.2009), που κυρώθηκε στη συνέχεια με το άρθρο πρώτο του ν. 3814/2010 (Α' 3/12.1.2010)., ορίζεται ότι "Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ". Από την νεώτερη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι: α) το όριο των πέντε χιλιάδων ευρώ αναφέρεται στο σύνολο των κατά περίπτωση της εργατικών ή εργοδοτικών εισφορών, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές πράξεις, β) αν το συνολικώς οφειλόμενο ποσόν εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, είναι μικρότερο, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και γ) η νέα ρύθμιση είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού δεν αρκεί η μη καταβολή ή η παρακράτηση των άνω εισφορών, αλλά απαιτείται προσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, εφαρμόζεται και στις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 16-9-2009, όταν άρχισε η ισχύς της άνω κυρωθείσας με νόμο ΠΝΠ, και δ) όταν πρόκειται για οφειλές περισσότερες του ενός μηνός, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών, κατά το άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή απαιτείται το συνολικό ποσό των οφειλομένων εισφορών (εργατικών ή εργοδοτικών) και όχι το κατά μήνα οφειλόμενο ποσό, να μην υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που η αξιόποινη πράξη κατέστη ανέγκλητη μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως που προσβάλλεται, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπάγγελτα, κατ'άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, τον επιεικέστερο νόμο, αν η αναίρεση είναι παραδεκτή και αφού προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την 9475/-5-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών στο ΤΕΒΕ και συγκεκριμένα για το ότι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2003 έως και τον Δεκέμβριο του 2004, ως διατηρών επιχείρηση παροχής υπηρεσιών φυλάξεως, δεν κατέβαλε, όπως είχε υποχρέωση, τις βαρύνουσες τον ίδιο μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες ήταν απαιτητές εντός μηνός, ανερχόμενες συνολικά, στο ποσό των 4.415,52 ευρώ. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, εφόσον κατά το χρόνο που δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στις 22-5-2009 ίσχυε ο νόμος 3346/2005, που καθιέρωνε το αξιόποινο της πράξεως αυτής για μη καταβολή προς το ΤΕΒΕ καθυστερουμένων εισφορών ποσού υπερβαίνοντος τα 2.000 ευρώ, ενώ ήδη από 16-9-2009 με την προαναφερθείσα ΠΝΠ, που κυρώθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3814/12-1-2010, αυξήθηκε το όριο αξιοποίνου στο ποσό των 5.000 ευρώ, έπεται ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΕΒΕ ποσού 4.415,52 ευρώ, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατέστη λόγω ποσού ανέγκλητη και επομένως, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή ασκηθείσα εμπρόθεσμα και περιέχουσα νόμιμους λόγους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αθώος της πράξεως αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9475/22-5-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κηρύσσει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ αθώο του ότι: Στη ... το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2003 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2004, διατηρών ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών φυλάξεως στη ..., κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-9-2003 έως και 01-2-2005, κατά τα οποία και είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής, εντός μηνός των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιο μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (ΤΕΒΕ), με πρόθεση δεν κατέβαλε αυτές τις εισφορές, εντός μηνός, από τότε που έγιναν απαιτητές, ανερχόμενες κατά το ρηθέν διάστημα στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων δέκα πέντε ευρώ και πενήντα δύο λεπτών. (4.415,52).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση άρθρ. 1 Α.Ν. 86/1967- Εισφορές ΤΕΒΕ. Ο παρών αναιρεσείων κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 511 εδ. τελ. και 514 ΚΠΔ, αφού η αίτηση αναιρέσεως αυτού είναι παραδεκτή, κηρύσσεται αθώος, μετ' αναίρεση της αποφάσεως, διότι κατά το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 της ΠΝΠ της 15.9.2009, που κυρώθηκε στη συνέχεια με το άρθρο πρώτο του ν. 3814/2010, ορίζεται ότι "Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του αν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ" και επομένως η πράξη, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατέστη λόγω ποσού ανέγκλητη.
|
Νόμος επιεικέστερος
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Νόμος επιεικέστερος, Ανέγκλητη πράξη.
| 2
|
Αριθμός 1083/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ,Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο, σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 και 25 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση της εκκαλούσας-εκζητουμένης Χ, ... υπηκόου, προσωρινά κρατούμενης στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Χριστόπουλο, κατά της υπ'αριθμ. 385/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 1-12-2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Castrovillari (Cosenza) Ιταλίας σε βάρος της ανωτέρω εκζητουμένης.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εκζητουμένη και τώρα εκκαλούσα, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 1/16-4-2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 566/2010. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκζητουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να μην γίνει δεκτή η έφεση της εκζητουμένης και να εκτελεστεί το πιο πάνω αναφερόμενο Ευρωπαϊκο Ένταλμα Σύλληψης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως η υπό κρίση από 16-4-2010 νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκηθείσα έφεση κατά της υπ'αριθ.385/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του από 1-12-2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Castrovillari (Cosenza) Ιταλίας με βάση την υπ'αρ.63/2006 RES Mod.απόφαση του Δικαστηρίου του Castrovillari κατά της εκκαλούσας ... υπηκόου Χ πρέπει να γίνει τυπική δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του πιο πάνω Ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β)το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και 5) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία, για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β'της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του τόπου έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Κατά την παρ.2 περ. α και ε του ίδιου άρθρου (10) του αυτού νόμου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, πλην άλλων και στις περιπτώσεις, που αφορούν εγκληματική οργάνωση και παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται από το κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό μέτρο ασφαλείας το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών. Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, ενώ, τέλος, με το άρθρο 12 του ίδιου πιο πάνω νόμου, καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριο της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς. Έτσι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του ν.3251/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο συνήγορος της εκζητουμένης προφορικώς ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και εγγράφως (υπόμνημα) προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 1-12-2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας του Castrovillari (Cosenza) Ιταλίας, που εκδόθηκε με βάση την υπ'αριθμ.63/2006 RES Mod. Απόφαση του Δικαστηρίου του Castrovillari κατά της εκζητουμένης Χ και της ..., η οποία γεννήθηκε στις 12-10-1952 στα ... και είναι υπήκοος ..., για να προσαχθεί στις αρμόδιες Ιταλικές αρχές, προκειμένου αυτή να εκτίσει το υπόλοιπο ποινής φυλάκισης δύο (2) ετών, οκτώ (8) μηνών και οκτώ (8) ημερών, που της έχει επιβληθεί με την ως άνω απόφαση, η οποία κατέστη εκτελεστή στις 21-7-2006, για την αξιόποινη πράξη της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό της διακεκριμένη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Μετά τη λήψη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης του πιο πάνω εγγράφου με το υπ'αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφό του παράγγειλε τη σύλληψη της εκζητουμένης, η οποία και συνελήφθη την 2-4-2010 και οδηγήθηκε στον ως άνω Εισαγγελέα την 6-4-2010. Μετά τη βεβαίωση της ταυτότητας της και την ενημέρωση της για την ύπαρξη σε βάρος της του προαναφερόμενου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ο προαναφερόμενος Εισαγγελέας με την υπ'αριθμ.22/10/6-4-2010 διαταξή του διέταξε την κράτηση της εκζητουμένης και ήδη εκκαλούσας μέχρι την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης και στη συνέχεια με την υπ'αριθμ.... παραγγελία του προς το Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής ...ς διέταξε τη φυλάκισή της, η οποία πραγματοποιήθηκε την 6-4-2010 και έκτοτε κρατείται στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης .... Περαιτέρω, η ανωτέρω πράξη για την οποία καταδικάσθηκε η εκζητουμένη είναι αξιόποινη και από τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, αφού, σύμφωνα με τα άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1 187 και 187Α ΠΚ, 1 παρ.1 και 2 πιν.Α αρ.5, 2 , 20 παρ.1 περ.α'β'ε'και 23Α παρ.2 του ν.3459/2006 "Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά", φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος, τιμωρούμενη με την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 2900 μέχρι 290.000 ευρώ.
Συνεπώς, εμπίπτει σ'εκείνες τις πράξεις για τις οποίες επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι συντρέχει κάποια περίπτωση υποχρεωτικής ή δυνητικής απαγόρευσης εκτέλεσης του εκδοθέντος σε βάρος της εκζητουμένης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 11 και 12 αντίστοιχα του ν.3251/2004, η περίπτωση παροχής των αναφερομένων στις διατάξεις του άρθρου 13 του ιδιου ως άνω νόμου εγγυήσεων. Η εκζητουμένη, όπως αποδείχθηκε διαμένει στη ..., εμφανίσθηκε ενώπιον του Ιταλικού Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της σε βάρος της υπόθεσης που επιλύθηκε συμβιβαστικά, μετά την αποφυλάκισή της την 26-6-2006 (ανάκληση του προσωπικού μέτρου εγκλεισμού κατ'οίκον) δεν ζήτησε την εκτέλεση της ποινής στην Ελλάδα. Πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την κρίση του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συντρέχει περίπτωση να διαταχθεί η εκτέλεση της ποινής της στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 12 περ.ε'του ν.3251/2004, ελλείψει σχετικού αιτήματός της και λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι αυτή δεν είναι Ελληνίδα υπήκοος ή υπήκοος του Κράτους που ζητεί την εκτέλεση του εκδοθέντος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και ότι ως προς το σημείο αυτό δεν προσβλήθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (σε συμβούλιο), η εκζητουμένη κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου εκείνου, δεν συγκατατέθηκε να υποβληθεί εκούσια στην εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος και να παραδοθεί στις αρμόδιες Ιταλικές αρχές.
Συνεπώς ο διαλαμβανόμενος στην κρινόμενη έφεση πρώτος λόγος περί απορρίψεως με ελλιπή αιτιολογία του περί ασάφειας του πιο πάνω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σε σχέση με τον τόπο, τον χρόνο και τις λοιπές περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης, για την οποία έχει καταδικασθεί και ζητείται η έκδοση για την εκτέλεση του υπολοίπου της επιβληθείσας σ'αυτήν ποινής είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, απορριπτέος, ως αλυσιτελής, είναι και ο προβαλλόμενος δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης, κατά τον οποίο εσφαλμένα απορρίφθηκε σιωπηρά από το Συμβούλιο Εφετών αίτημα της εκζητουμένης για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να προσαχθούν έγγραφα, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, σχετικά με τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσής της στην .... Τούτο, δε διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ.1,3 και 4 του ΚΠΔ, κάθε τυχόν σφάλμα ή ακυρότητας της (πρωτόδικης) απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, καλύπτεται με την έκδοση της επι της ουσίας αποφάσεως του παρόντος Συμβουλίου, που δικάζει κατ'έφεση,αφού μετά την τυπική παραδοχή τις έφεσης η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και η υπόθεση επανεξετάζεται τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της. Το αίτημα δε αυτό που επαναλαμβάνεται με την κρινόμενη έφεση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου του Αρείου Πάγου κρίνεται απορριπτέο ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, καθόσον δεν συντρέχει περίπτωση να αναβάλλει το Συμβούλιο αυτό την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να ζητήσει από το εκζητούν Κράτος συμπληρωματικές πληροφορίες και στοιχεία, αφού με βάση τα υπάρχοντα ευχερώς μπορεί να καταλήξει στο νόμιμο και κατ'ουσίαν βάσιμο του αιτήματος εκδόσεως της εκκαλούσας στις αρμόδιες Ιταλικές δικαστικές αρχές.
Κατά συνέπεια, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και γι'αυτό το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγο εντάλματος ορθώς όλως τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και γι'αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι με την κρινόμενη έφεση της προβαλλόμενοι αντίθετοι ισχυρισμοί και οι συναφείς λόγοι έφεσης της εκκαλούσας-εκζητουμένης. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 2 του ν.3251/2004 απαιτούμενα τυπικά στοιχεία, και συνεπώς είναι τυπικά έγκυρο, συντρέχουν δε οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 10, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ανωτέρω νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητας να απαγορευθεί η εκτέλεση του εντάλματος, και δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση. Έξοδα δεν επιβάλλονται κατ'αρθρο 37 του ν.3251/2004.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την υπ'αριθμ.1/16-4-2010 έφεση της Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ.385/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτό αποφάσισε την εκτέλεση του από 1-12-2009 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε με βάση την υπ'αριθμ.63/2006 RES Mod.35 απόφαση που εξέδωσε ο Δικαστής για Προανακρίσεις του Δικαστηρίου της πόλης .... κατά της ανωτέρω, η οποία (απόφαση) κατέστη οριστική και εκτελεστή στις 21-7-2006.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης για εκτέλεση απόφασης κατά υπηκόου Αλβανίας, καταδικασθείσας στην Ιταλία για συμμετοχή της σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη διακεκριμένη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, κατοίκου Ελλάδος. Ισχυρισμός για ερήμην καταδίκη της και άρνηση της κατ' αυτής κατηγορίας. Απόρριψη των ισχυρισμών αυτών. Αίτημα αναβολής για συμπλήρωση των στοιχείων για την καταδίκη. Απόρριψη αυτού. Απόρριψη της έφεσης κατά απόφασης του Συμβουλίου Εφετών που αποφάσισε την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την εκζητουμένη και την προσαγωγή της στις αρμόδιες Ιταλικές αρχές.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1078/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ - ΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Παρασκευόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1057/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2568/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος και πέμπτος και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως, υπ' αριθ. .../23-12-2009 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του νόμου 1876/1990, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η ισχύς των δε αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής των στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1β, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι οι κλαδικές ΣΣΕ και Δ.Α. περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν τους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλεως, περιφέρειας ή και όλης της χώρας. Ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών και συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις ανεξαρτήτως από την ειδικότητα των εργαζομένων και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών. Αντίθετα οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ και ΔΑ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος, ανεξαρτήτως από το είδος της επιχειρήσεως στις οποίες ασχολούνται. Ως επαγγέλματα νοείται το συγκεκριμένο είδος εργασίας που προσφέρει ο μισθωτός και τα ειδικότερα καθήκοντα που συνδέονται με το είδος αυτό εργασίας. Από τις παραπάνω διατάξεις περαιτέρω προκύπτει ότι, με απόφαση που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος. Στη περίπτωση αυτή η ΣΣΕ όταν έχει κλαδικό χαρακτήρα ισχύει όχι μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την είχαν συνάψει, αλλ' επεκτείνεται με βάση την άνω διοικητική κανονιστική πράξη και πέρα από τα πρόσωπα αυτά, πάντως όμως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος, στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της (ΟΛ. ΑΠ 540/1980). Αντίθετα επί ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ η επέκταση αυτής δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του συγκεκριμένου επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης στην οποία προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εκτός αν υφίσταται γι' αυτούς κλαδική ή επιχειρησιακή ΣΣΕ, οπότε υπερισχύει η τελευταία. Ενόψει αυτών η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο αυτό όμως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς η άλλες παροχές από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων οι οποίες κατάρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεστεί, με τις προτάσεις και να αποδείξει, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τις από 6-6-2000, 2-4-2001, 26-4-2002, 31-3-2003 και 16-6-2004 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών Εκσκαπτικών Ανυψωτικών κ.λπ. Μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων όλης της χώρας", οι οποίες κηρύχθηκαν υποχρεωτικές από 6-6-2000 με την Υ.Α. 11416 της 3/29-8-2000, από 10-4-2001 με την Υ.Α. 11374 της 5/18-9-2001, από 21-5-2002 με την Υ.Α. 11640 της 14/26-6-2002, από 31-3-2003 με την Υ.Α.15041 της 30-6/4-7-2003 και από 29-6-2004 με την Υ.Α. οικ 12754 (Απασχόλ. & Κοιν. Προστασ.) της 8/21-9-2004, αντίστοιχα, και δεσμεύουν τις εναγόμενες, (μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα), εργοδότιδές του, να του καταβάλουν ως διαφορές αποδοχών, για αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, παράνομων υπερωριών, εργασίας Σαββάτων και Κυριακών, για διαφορές δώρων εορτών και επιδόματος αδείας και οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης λόγω απασχόλησης εκτός έδρας, τα αναφερόμενα για καθεμία των ως άνω αιτιών ποσά, είναι αρκούντως ορισμένη, γιατί μνημονεύει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, με συγκεκριμένη εξειδίκευση. Επίσης σ' αυτή (αγωγή) αναφέρονται οι ως άνω εφαρμοστέες ΣΣΕ και ότι αυτές έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές και δεσμεύουν τις εναγόμενες, γεγονός το οποίο οι τελευταίες ειδικώς δεν αμφισβήτησαν. Και ασφαλώς τέτοια (ειδική αμφισβήτηση) δεν συνιστά ο ισχυρισμός και μόνο των πρώτης και τρίτης των εναγομένων ότι ο ενάγων "δεν ισχυρίστηκε και δεν απέδειξε ότι αμφότεροι αποτελούμε μέλη των συμβληθεισών εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων", δοθέντος άλλωστε ότι αυτός (ενάγων) ρητώς στις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διέλαβε ότι στις διατάξεις των παραπάνω ΣΣΕ υπάγεται τόσο ο ίδιος, επικαλούμενος και προσκομίζοντας την από 27-4-2007 βεβαίωση ως μέλους του στο Σύνδεσμο Χειριστών & Βοηθών Μηχανημάτων κάθε τύπου Μακεδονίας και Θράκης για τα έτη 1999 έως και το χρόνο άσκησης της αγωγής του, όσο και οι εναγόμενες τεχνικές και εργοληπτικές εταιρείες οι οποίες τυγχάνουν μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων στις εν λόγω ΣΣΕ. Με την ανέλεγκτη αυτή κρίση του επαρκώς αιτιολογεί και σαφώς δέχεται ότι οι παραπάνω συλλογικές συμβάσεις είναι κλαδικές και ότι τόσο ο αναιρεσίβλητος όσο και η αναιρεσείουσα ήταν μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων, κατά την κατάρτισή των. Επομένως είναι αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της, εκ πλαγίου, λόγω της ασάφειας, κατά το μέρος αυτό, των παραδοχών της απόφασης, παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 2 και 3, 11 παρ. 3 του Ν. 1876/1990. Περαιτέρω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι πτυχιούχος μηχανοδηγός -χειριστής μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, με κινητήρια θερμική μηχανή Α' τάξης (δικαίωμα χειρισμού σε μηχάνημα ισχύος από 301 ΗΡ και άνω) από το έτος 1997, ενώ κατέχει και άδεια μηχανοδηγού - χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, με κινητήρια θερμική μηχανή Δ' τάξης (δικαίωμα χειρισμού σε μηχάνημα ισχύος από 17-100 ΗΡ) από το έτος 1992, προσλήφθηκε στις 13-6-1998 από την αναιρεσείουσα ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας και δη μέχρι τις 30-4-1999, η οποία μετά τη λήξη της ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 25-5-1999 έως και 30-4-2002, για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως χειριστής εκσκαπτικού μηχανήματος στα διάφορα εκτελούμενα από αυτή τεχνικά έργα στη ..., ενώ μετά την ανάδειξή της ως άνω εργοδότριας του, μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό, ως αναδόχου του έργου "Δίκτυα ΔΕΗ περιοχών Κεντρικής και Ανατολικής Θεσσαλονίκης (Μ9)", δυνάμει της υπ' αριθμ. .../7-4-1999 σύμβασης εργολαβίας με τη ΔΕΗ, και τη σύμπραξη αυτής μαζί με τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη, ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε.Ε. Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ" στη σύσταση της μη διαδίκου, επίσης, κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ/Ξ 2 ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ - Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", δυνάμει του από 12-5-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού τους, με σκοπό την εκτέλεση του ως άνω έργου, αυτός διέθετε τις υπηρεσίες του και για λογαριασμό της ως άνω κοινοπραξίας, η οποία αποτελούσε το νέο εργοδότη του, αφού αυτή επέβλεπε και του έδιδε τις σχετικές εντολές προς εργασία, αλλά και τον μισθοδοτούσε, και συνεπώς ευθύνεται και η τελευταία μαζί με την αρχική εργοδότριά του για τις έναντι αυτού αναληφθείσες εργασιακές τους υποχρεώσεις. Εξάλλου η εν λόγω δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρεία εξακολουθούσε να αναγράφεται ως εργοδότριά του στα ασφαλιστικά βιβλιάρια Ι.Κ.Α. περιόδου από 25-5-1999 έως 30-4-2002, και ως τέτοια εμφανιζόταν τόσο στην από 25-5-1999 αναγγελία πρόσληψης αυτού, όσο και στην από 2-5-2002 αναγγελία λύσης της σύμβασης εργασίας του, ενώ υπογράφει και στον υπ' αριθμ. .../18-10-2001 πίνακα προσωπικού του έργου, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο αναιρεσίβλητος. Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την ένσταση για παθητική νοιμιμοποίηση της αναιρεσείουσας για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από 25-5-1999 έως 30-4-2002. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 648 Α.Κ. και συνεπώς είναι αβάσιμος ο, κατ' εκτίμησή του, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου στο δίκαιο των εταιριών, υπό ευρεία έννοια, δηλαδή των ενώσεων προσώπων που συνιστώνται με σύμβαση και επιδιώκουν κοινό σκοπό, με τη συμβολή των μελών τους, δεν προβλέπεται η κοινοπραξία, ως ιδιαίτερος τύπος εταιρίας. Αφότου όμως εμφανίστηκε και δρα στην πράξη η κοινοπραξία είναι δυνατό να έχει το χαρακτήρα είτε αστικής εταιρίας εάν από τη φύση της και το σκοπό της δεν είναι εμπορική, οπότε δεν θα έχει νομική προσωπικότητα και θα διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ. ΑΚ, είτε εμπορικής εταιρίας, οπότε εμπίπτει στο πεδίο του εμπορικού δικαίου και θα πρέπει να υπαχθεί σε ένα από τους εταιρικούς τύπους που αναγνωρίζονται από αυτό, γιατί στις εταιρίες του εμπορικού δικαίου, για λόγους προστασίας των τρίτων, αλλά και των εταίρων, ισχύει η αρχή του κλειστού αριθμού, σύμφωνα με την οποία αποκλείεται η υιοθέτηση άλλου τύπου εταιρίας διαφορετικού από εκείνους που αυτό αναγνωρίζει. Επομένως, στη δεύτερη αυτή περίπτωση η κοινοπραξία, εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις σύνταξης εγγράφου και δημοσιότητας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43 και 44 του Εμπ. Νόμου, μπορεί να έχει χαρακτήρα είτε αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο ένα εκ των μελών της, φυσικών ή νομικών προσώπων που την αποτελούν, η οποία προσομοιάζει με την ετερόρρυθμη εταιρία, με μόνο τον εμφανή εταίρο απεριορίστως ευθυνόμενο, είτε ομόρρυθμης "εν τοις πράγμασι" εταιρίας, οπότε τα μέλη αυτής θα ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρο για τις υποχρεώσεις της, κατ' άρθρο 22 του Εμπ. Ν. και μπορούν κατά συνέπεια να εναχθούν αυτοί για τις υποχρεώσεις της Κοινοπραξίας, ενώ το έναντι αυτής δεδικασμένο ισχύει κατά το άρθρο 329 ΚΠολΔ και έναντι των μετεχόντων σε αυτήν φυσικών η νομικών προσώπων. Επομένως ο ίδιος (δεύτερος) λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 8, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, ότι προσλήφθηκε στις 13-6-1998 από την Κοινοπραξία και έλαβε υπόψη του τον μη προταθέντα ισχυρισμό, ότι η αρχική σύμβασή του, που έληξε στις 30-4-1999, ανανεώθηκε με την αναιρεσείουσα από 25-5-1999, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής, κατ εκτίμηση του συνόλου του περιεχομένου του, ο αναιρεσίβλητος επικαλείται σαφώς την πρόσληψή του από την αναιρεσείουσα, η ειδικότερη επίκληση δε ότι προσλήφθηκε στις 13-6-1998 από την κοινοπραξία, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, αφού η τελευταία, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, συστάθηκε στις 12-5-1999 και ήταν ανύπαρκτη κατά το χρόνο πρόσληψής του, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και σε κάθε περίπτωση, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, και στην περίπτωση κατά την οποία ο αναιρεσείων είχε προσληφθεί, αρχικά, από την κοινοπραξία, για την σύσταση της οποίας δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις, υφίσταται ευθύνη, εις ολόκληρο, της αναιρεσείουσας ως, μέλους, "εν τοις πράγμασι", της κοινοπραξίας.
Στις από 6-6-2000, 2-4-2001, 26-4-2002, 31-3-2003 και 16-6-2004 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών κ.λπ. Μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων όλης της χώρας", οι οποίες κηρύχθηκαν υποχρεωτικές από 6-6-2000 με την Υ.Α. 11416 της 3/29-8-2000, από 10-4-2001 με την Υ.Α. 11374 της 5/18-9-2001, από 21-5-2002 με την Υ.Α. 11640 της 14/26-6-2002, από 31-3-2003 με την Υ.Α. 15041 της 30-6/4-7-2003 και από 29-6-2004 με την Υ.Α. οικ 12754 (Απασχόλ. & Κοιν. Προστασ.) της 8/21-9-2004, αντίστοιχα, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: ... Στους χειριστές και βοηθούς ... που αποστέλλονται εκτός έδρας καταβάλλεται αποζημίωση, για την εκτός έδρας παραμονή τους, υπό τις προϋποθέσεις και τις διατάξεις που προβλέπει η με αριθ. 21091/46 κοινή Υπουργική Απόφαση. Σαν έδρα θεωρείται ... ο τόπος της πρόσληψης του μισθωτού στο υπό της επιχείρησης εκτελούμενο, κατά το χρόνο της πρόσληψης, έργο ... . Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι, μετά την κατά τα προεκτεθέντα λύση της εργασιακής του σύμβασης με την αναιρεσείουσα, ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από τη μη διάδικο ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ", για να εργαστεί, κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Μαΐου 2002 έως και τις 31-8-2005, με την ίδια ειδικότητα σε διάφορα εκτελούμενα από αυτή τεχνικά έργα στη ..., με σύμβαση, επίσης, εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας. Ωστόσο στις 6-9-2002 αποχώρησε αυτός οικειοθελώς από την εργασία και την 1-10-2002 επαναπροσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εταιρεία και πρώην εργοδότριά του με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επίσης, ορισμένου χρόνου, στην οποία παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες με την ίδια ειδικότητα, μέχρι και το συμφωνηθέντα χρόνο λήξης της εργασιακής του σύμβασης, στις 31-8-2005, αλλά ενώ, ως μόνιμος κάτοικος ..., είχε προσληφθεί για να παρέχει τις υπηρεσίες του στη ..., εν τούτοις η τελευταία, εν λόγω εργοδότρια του τον απασχολούσε εκτός έδρας και δη ως χειριστή εκσκαπτικού μηχανήματος σε διάφορα έργα της στην ..., με βάση δε τις παραδοχές αυτές επιδίκασε αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, από 1-10-2002 έως 31-8-2005. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Επομένως είναι αβάσιμος στο σύνολο του, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με το δεύτερο μέρος του οποίου προβάλλονται αιτιάσεις από τον αρ. 1 και με το πρώτο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού, κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού. Εξάλλου, αν ο μισθωτός εργάστηκε σε επιχείρηση που εφαρμόζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και 6η ημέρα την εβδομάδα (εκτός Κυριακής ή εξαιρετέας ή ημέρας αναπληρωματικής αναπαύσεως λόγω εργασίας κατά την Κυριακή), η απασχόλησή του την ημέρα αυτή είναι άκυρη αφού πρόκειται για εργασία παρεχομένη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας, ήτοι σε ημέρα ανάπαυσης και δικαιούται γι' αυτήν αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ. ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εργάζονταν παράνομα πέραν του νομίμου ωραρίου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας όλες τις ημέρες της εβδομάδας (και τα Σάββατα), όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στην απόφαση και δικαιούται για την εργασία του αυτή αμοιβή, την οποία υπολόγισε με βάση το συνολικό μηνιαίο μισθό του, που περιλάμβανε όμως και το επίδομα προϋπηρεσίας και γάμου. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 904 Α.Κ. και είναι βάσιμοι οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά ένα μέρος, και ειδικότερα κατά τα παραπάνω κεφάλαια αυτής, που αναφέρονται στην επιδίκαση αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, και εργασία κατά τα Σάββατα να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, τη με αριθμό 2568/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Με την ανέλεγκτη κρίση του το Εφετείο επαρκώς αιτιολογεί και σαφώς δέχεται ότι επικαλούμενες συλλογικές συμβάσεις είναι κλαδικές και ότι τόσο ο αναιρεσίβλητος όσο και η αναιρεσείουσα ήταν μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων, κατά την κατάρτισή των. Περαιτέρω, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας. Η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό της, ότι προσλήφθηκε στις 13-6-1998 από την Κοινοπραξία και έλαβε υπόψη του τον μη προταθέντα ισχυρισμό, ότι η αρχική σύμβασή του, που έληξε στις 30-4-1999, ανανεώθηκε με την αναιρεσείουσα από 25-5-1999, είναι αβάσιμος. Το Εφετείο, που δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, αν και προσλήφθηκε για να εργαστεί σε διάφορα εκτελούμενα τεχνικά έργα στη Θεσσαλονίκη, εν τούτοις η εργοδότριά του τον απασχολούσε στην Αττική, με βάση δε τις παραδοχές αυτές επιδίκασε αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις σχετικές διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες. Επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου).
| null | null | 2
|
Αριθμός 1075/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, περί αναιρέσεως της 1972/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 881/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση: "ο κατ/νος λογιστής της επιχείρησης "Υδραυλικές Εγκαταστάσεις" κατήρτισε εξ υπαρχής 5 βεβαιώσεις μη οφειλής (ασφαλιστικές ενημερότητες) των ΙΚΑ Αθηνών, συμπληρώνοντας τα μη έντυπα μέρη αυτών και ειδικότερα έθεσε ως ημερομηνία "2-2-2004", ως αριθ. Πρωτ...., ως χρόνο ισχύος των βεβαιώσεων μέχρι "ΠΡΩΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΕΣΣΕΡΑ", τα στοιχεία ταυτότητας και ΑΦΜ του Κ εν αγνοία του και στο τέλος των εγγράφων στην θέση "ο προϊστάμενος" κατ' απομίμηση την υπογραφή της υπαλλήλου των ΙΚΑ Π και σφραγίδα της, καθώς και στρογγυλή σφραγίδα των ΙΚΑ, στη συνέχεια τις πλαστογραφημένες αυτές ενημερότητες χρησιμοποίησε αφού τις προσκόμισε προς την Τράπεζα PROBANK προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της Τράπεζας ότι ο Κ είναι ενήμερος στις οφειλές του ΙΚΑ και να δανειοδοτηθεί. Ο κατ/νος ομολόγησε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των άνω πράξη του ισχυριζόμενος ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της ανωτέρω πράξεως και αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ, διότι δέχθηκε ότι τακτοποίησε την οφειλή του προς την Τράπεζα και μετανόησε ειλικρινώς ζητώντας συγγνώμη από τον Κ, στο όνομα του οποίου πήρε, εν αγνοία του, το δάνειο και τον ενέπλεξε σε δικαστικό αγώνα, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "στο..., στις 4-2-2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και κατόπιν τα χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, κατάρτισε εξ υπαρχής πέντε (5) βεβαιώσεις μη οφειλής (ασφαλιστικές ενημερότητες) του ΙΚΑ Αθηνών, συμπληρώνοντας τα μη έντυπα μέρη αυτών και ειδικότερα έθεσε ως ημερομηνία "2-2-2004", ως αριθμ. πρωτ. ..., ως χρόνο ισχύος των βεβαιώσεων μέχρι "ΠΡΩΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΕΣΣΕΡΑ", τα στοιχεία ταυτότητας και τον Α.Φ.Μ. του Κ, ως είδος επιχείρησης "ΥΔΡΑΥΛΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ", και στο τέλος των εγγράφων, στη θέση "Ο Προϊστάμενος" έθεσε αποτύπωμα σφραγίδας με το όνομα υπαλλήλου του ΙΚΑ Π και κατ' απομίμηση την υπογραφή της, σε μία δε εξ' αυτών, δύο φορές την υπογραφή της, χωρίς τη γνώση ή την εντολή της, καθώς και αποτύπωμα στρόγγυλης σφραγίδας του ΙΚΑ, σε μία δε εξ αυτών τέσσερα αποτυπώματα της στρόγγυλης σφραγίδας και σε άλλες δύο τρία αποτυπώματα. Τις πλαστογραφίες αυτές έκανε με την επιδίωξη να παραπλανήσει, με τη χρήση των πλαστών εγγράφων, τους αρμοδίους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος... της Τράπεζας PROBANK σχετικά με το αναληθές και έχον έννομες συνέπειες γεγονος ότι οι ανωτέρω ασφαλιστικές ενημερότητες ήταν γνήσιες, ότι ο Κ, δεν όφειλε ληξιπρόθεσμες οφειλές στο ΙΚΑ έως την 1η Αυγούστου 2004 και ότι, επομένως, μπορούσε αυτός να δανειοδοτηθεί από την Τράπεζα. Κατόπιν έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και συγκεκριμένα τα προσκόμισε στην παραπάνω Τράπεζα, των αρμοδίων υπαλλήλων της οποίας την παραπλάνηση επιδίωκε". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 98 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα, από τον παραδεκτό συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τέλεση, κατ' εξακολούθηση, της πράξεως της πλαστογραφίας, από τον φέροντα την ιδιότητα του λογιστού της επιχειρήσεως του Κ αναιρεσείοντα, με την μορφή της καταρτίσεως των αναφερομένων 5 πλαστών βεβαιώσεων ασφαλιστικής ενημερότητας του ΙΚΑ, που αφορούσαν την επιχείρηση του ανωτέρω, με τις οποίες ήταν δυνατόν να αποδειχθεί γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν είχε οφειλές προς το ΙΚΑ, με συνέπεια να μπορεί να δανειοδοτηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα, τις βεβαιώσεις δε αυτές στη συνέχεια χρησιμοποίησε στην αναφερόμενη Τράπεζα, προκειμένου να αποδείξει το γεγονός αυτό και να επιτύχει, όπως και σκόπευε, την δανειοδότηση του ανωτέρω επιχειρηματία, οι υπάλληλοι της οποίας και παραπλανήθηκαν και χορήγησαν σ αυτόν, εν αγνοία του, δάνειο, το οποίο εισέπραξε ο αναιρεσείων, επιτυγχάνοντας έτσι τον ανωτέρω σκοπό του.
Συνεπώς, προκύπτουν όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, κατά τα προλεχθέντα, χωρίς να προκαλείται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, ή ασάφεια, ή να υφίσταται, από το λόγο αυτό, εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 216 παρ. ΠΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, εκ του ότι τα ανωτέρω στοιχεία της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, δηλ. του σκοπού παραπλανήσεως των υπαλλήλων της αναφερόμενης Τράπεζας, με την χρήση των πλαστών βεβαιώσεων, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια και δη την απόδειξη ότι ο επιχειρηματίας δεν όφειλε στο ΙΚΑ και συνεπώς μπορούσε να δανειοδοτηθεί, σκοπός ο οποίος, αν και τούτο δεν ασκεί έννομη επιρροή στην στοιχειοθέτηση της πράξεως, επιτεύχθηκε, με βλάβη του φερομένου ως δανειοδοτηθέντος επιχειρηματία, δεν διαλαμβάνονται ή περιέχονται συνοπτικά στο σκεπτικό, αναφέρονται δε μόνον στο διατακτικό ή εκτίθενται εκεί.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' 1ος 2ος και 3ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, αντίστοιχα, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 27-5-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1972/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ εξακολούθηση. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως (ΑΠ 225/2010). Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία - πότε η απόφαση περιέχει τέτοια. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή - έννοια, στοιχεία. (ΑΠ 142/2010, ΑΠ 250/2009, ΑΠ 173/2009). Κατάρτιση από την αρχή πλαστών βεβαιώσεων ασφαλιστικής ενημερότητας του ΙΚΑ για να επιτευχθεί η δανειοδότηση από την Τράπεζα του επιχειρηματία, που αφορούσαν, ο οποίος και αγνοούσε την όλη μεθόδευση, που έγινε από τον λογιστή της επιχειρήσεως, σκοπός οποίος και επιτεύχθηκε με την χρήση των βεβαιώσεων από τον δράστη. Αβάσιμοι λόγοι εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του 216 ΠΚ και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1073/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιούμα, περί αναιρέσεως της 558/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 25 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1153/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από τα από ... αποδεικτικά επιδόσεως των ... επιμελητού δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς και της ..., επιμελήτριας δικαστηρίων Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, η 1153/2009 κλήση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με την οποία κλητεύθηκε ο πολιτικώς ενάγων Ψ για τη δικάσιμο της 9/2/2010, κατά την οποία είχε προσδιορισθεί προς εκδίκαση η από 8-7-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ αυτόν (155 παρ. 2 ΚΠΔ). Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η εκδίκαση αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήματος της αναιρεσείουσας, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, κατά την οποία αυτός δεν παραστάθηκε, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από την σειρά του οικείου εκθέματος.
Συνεπώς, εφόσον η αναιρεσείουσα εμφανίσθηκε, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (513 παρ. 1 γ, 515 παρ. 1 και 2 α ΚΠΔ)
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 Π.Κ., όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή τιμωρείται με φυλάκιση. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτού. Έτσι, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται και άμεσος δόλος δηλαδή δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως την γνώση ότι η γενομένη καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, η ύπαρξή του δεν είναι κατ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, όπως και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την αντικειμενική υπόσταση αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση ως και τον σκοπό.
Συνεπώς επί του ανωτέρω εγκλήματος, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεώς του, απαιτείται, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου περί του ψευδούς περιεχομένου της μηνύσεως του και ο σκοπός του να επιτύχει την δίωξη του μηνυθέντος για την καταμηνυθείσα αξιόποινη πράξη.
ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως: "" η κατηγορουμένη με την από 27-8-2001 ένορκη κατάθεση της-έγκληση, κατήγγειλε τη σε βάρος της τελεσθείσα αξιόποινη πράξη του βιασμού από κοινού, που φέρεται ότι έλαβε χώρα την 24-7-2001 επί του Ε/Γ-Ο/Γ "Ε...", Ν.Π. 9806, κατά την εκτέλεση του δρομολογίου από .... Στην κατάθεση της, η οποία δόθηκε ένα μήνα μετά τον αναφερόμενο βιασμό, στον Πειραιά και όχι αμέσως μετά από αυτόν, μόλις έφθασε η παθούσα στη ..., αναφέρει ότι βιάστηκε διαδοχικά από δύο επιβάτες του πλοίου και στη συνέχεια από δύο αξιωματικούς, μέλη του πληρώματος, άσχετους μεταξύ τους. Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει τους δύο αξιωματικούς που τη βίασαν, αυτή ανέφερε ότι ο αξιωματικός με την άσπρη στολή, ήταν ψηλός με μαύρα μαλλιά, με γωνίες το μέτωπο, ηλικίας 40-45 ετών, ενώ ο δεύτερος ήταν επίσης ψηλός 35-40 ετών περίπου με καστανά μαλλιά. Μετά την υποβολή της εγκλήσεως οι διενεργούντες την προανάκριση, προανακριτικοί υπάλληλοι του Τμήματος Ασφαλείας του ΚΛΠειριά, συγκέντρωσαν όλο το πλήρωμα του πλοίου "Ε...", στο οποίο περιλαμβανόταν και ο μηνυτής, προκειμένου να διενεργηθεί κατ' αντιπαράσταση εξέταση με την εγκαλούσα, προκειμένου αυτή ν' αναγνωρίσει του δύο βιαστές της. Για το λόγο αυτό συντάχθηκε και η από 28-8-2001 έκθεση αναγνώρισης, σύμφωνα με την οποία η παραπάνω δεν αναγνώρισε στα πρόσωπα του πληρώματος κανέναν από τους βιαστές της. Στη συνέχεια της επιδείχθηκαν όλες οι καμπίνες των αξιωματικών του εν λόγω πλοίου, από τις οποίες δεν κατέστη εφικτό να αναγνωρίσει την καμπίνα εντός της οποίας κατά τους ισχυρισμούς της έλαβε χώρα ο βιασμός της. Ο ισχυρισμός της ότι βρισκόταν σε σύγχυση και διακατεχόταν από φόβο, γιαυτό και δεν αναγνώρισε ούτε τον μηνυτή Ψ παρότι ήταν παρών, αλλά ούτε και την καμπίνα, δεν γίνεται δεκτός, δεδομένου ότι είχε περάσει ένας μήνας κατά τον οποίο αυτή έκανε τις διακοπές της στη ..., με την οικογένεια της και μετά την λήξη των διακοπών έκανε την καταγγελία της. Μετά την πάροδο σχεδόν έτους, την 23-5-2002, η κατηγορουμένη εγχείρησε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά την από 23-5-2002 αίτηση δήλωση με την οποία προσκόμισε δύο φωτογραφίες των αξιωματικών του παραπάνω πλοίου, τις οποίες τράβηξε η μητέρα της μετά από υπόδειξη της, σε ανύποπτη στιγμή και πολύ μεταγενέστερα του φερόμενου βιασμού και ενόσω αυτοί (αξιωματικοί) εν στολή, εργαζόταν πλησίον του καταπέλτη του πλοίου. Αυτούς κατονόμασε η κατηγορουμένη ως δράστες του σε βάρος της τελεσθέντος δεύτερου βιασμού. Για το λόγω αυτό ανασύρθηκε η δικογραφία από το Αρχείο Αγνώστων Δραστών και παραγγέλθηκε η διενέργεια συμπληρωματικής κύριας ανάκρισης. Οι εικονιζόμενοι στις δύο προσκομιζόμενες φωτογραφίες ήταν ο εγκαλών Ψ και ο Μ. Κατ' αυτών ασκήθηκε ποινική δίωξη για βιασμό από κοινού. Προκειμένου να διακριβωθεί αν οι εικονιζόμενοι στις δύο φωτογραφίες ήταν πράγματι δράστες του βιασμού, διενεργήθηκε στις 3-7-2002 και 8-7-2002 κατ' αντιπαράσταση εξέταση της τότε εγκαλούσας-νυν κατηγορουμένης, κατά την οποία αναγνώρισε στο πρόσωπο του εγκαλούντος Ψ, τον αξιωματικό με τη λευκή στολή που την οδήγησε στην καμπίνα όπου στη συνέχεια τη βίασε. Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο 1597/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο μετά την απόρριψη της κατ' αυτού εφέσεως, με το 216/2004 βούλευμα του Συμβουλίου εφετών Πειραιώς και της αναιρέσεως με την 2302/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου (Σε συμβούλιο) "
ο Ψ υπηρετούσε στο πλοίο στις 24-7-2001 σαν αρχιλογιστής στο πλοίο, ενώ ο Μ ναυτολογήθηκε ως ύπαρχος στο παραπάνω πλοίο τον Οκτώβριο του 2001, ήτοι τρεις περίπου μήνες μετά τον καταγγελθέντα βιασμό στις 24-7-2001 δε αυτός υπηρετούσε σε άλλο πλοίο και συγκεκριμένα στο "Ε....". Εξάλλου, αναφορικά με τους χώρους του πλοίου που φέρονται ότι διαπράχθηκαν οι βιασμοί λεκτέα τα εξής: Στο φουγάρο του πλοίου, όπου βρίσκεται το ελικοδρόμιο, ο χώρος είναι φωτισμένος με προβολείς που είναι αναμμένοι μονίμως και υπάρχει οπτική επαφή από τη γέφυρα. Περαιτέρω, οι επιβάτες κατά το προαναφερόμενο δρομολόγιο, ήσαν πολυάριθμοι και συγκεκριμένα 786, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι, εάν η εγκαλούσα καλούσε κάποιον σε βοήθεια, την στιγμή των αρχικών βιασμών της θα γινόταν αμέσως αντιληπτή. Επισημαίνεται δε, ότι όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ο κατηγορούμενος Ψ, το βράδυ του φερόμενου βιασμού, βρισκόταν από τις 18.00 η ώρα μαζί τους, εκτελώντας τα καθήκοντα του στο γραφείο του λογιστηρίου και στο χώρο της ρεσεψιόν. Στη συνέχεια δε, περί ώρα 23.45 δείπνησαν μαζί στην τραπεζαρία των αξιωματικών και ακολούθως περί ώρα 00.35 ο κατηγορούμενος συμμετείχε στην προετοιμασία του κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι της ..., ήτοι παρέδωσε στον αρχιθαλαμηπόλο τους αριθμούς των καμπίνων, εντός των οποίων βρίσκονταν επιβάτες που θα αποβιβάζονταν στη ... και έπρεπε να ειδοποιηθούν, ενώ παράλληλα έκανε τις ανακοινώσεις κατάπλου από τα μεγάφωνα του πλοίου. Στις 1.02 ώρα της 25-7-2001 το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι της ... και παρέμεινε σ' αυτό έως τις 01.30 ώρα που απέπλευσε για .... Καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα ο Ψ, βρισκόταν στο γκαράζ και στον καταπέλτη του πλοίου, ελέγχοντας τα εισιτήρια των επιβατών και την είσοδο των οχημάτων. Στη συνέχεια, απασχολήθηκε με την τακτοποίηση τω επιβατών και εισιτηρίων καθώς και την προετοιμασία του κατάπλου για Μύκονο στο λιμάνι της οποία ο κατηγορούμενος ασχολήθηκε με τον έλεγχο των εισιτηρίων στον καταπέλτη του πλοίου μέχρι την αναχώρηση του για ... στις 2.45 της 25-7-2001......" Με αυτές τις αιτιάσεις και παραδοχές το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά έκρινε ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτών για το κακούργημα του βιασμού από κοινού σε βάρος της κατηγορουμένης. Ενόψει των ανωτέρω, όσα εξέθεσε η κατηγορουμένη στην από 27-6-2002 ένορκη κατάθεση της ως μάρτυς ενώπιον της Ανακρίτριας του Α Τμήματος που διενεργούσε κύρια ανάκριση μετά την από 27-8-2001 μήνυση της κατά την οποία (κατάθεση) αναφέρει με βεβαιότητα ότι ένας από τους δράστες του σε βάρος της βιασμού είναι ο εγκαλών Ψ, είναι ψευδή, σκόπευε δε να προκαλέσει την καταδίωξη του για το κακούργημα του βιασμού, αν και γνώριζε ότι ο εγκαλών δεν είχε καμιά σχέση με τον καταγγελλόμενο βιασμό. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από το ότι, αυτή α)κατά την αρχική διαδικασία αναγνώρισης που ήταν μόλις ένα μήνα μετά τον φερόμενο βιασμό, δηλαδή ήταν πρόσφατο το γεγονός, δεν τον αναγνώρισε, αλλά ούτε και την καμπίνα του, που της επιδείχθηκε αναγνώρισε, ως τόπο τέλεσης του βιασμού, αλλά ούτε και κάποια άλλη καμπίνα β) αναγνώρισε ως δράστη του από κοινού βιασμού τον έτερο κατηγορούμενο Μ, ο οποίος δεν υπηρετούσε καν στο πλοίο, εκείνο το χρονικό διάστημα γ) δεν κατήγγειλε αμέσως μετά τη τέλεση του το βιασμό, ώστε να είναι πρόσφατα τα ίχνη του και να διαπιστωθεί αν πράγματι τελέστηκε αυτός και δ) ο καταγγελλόμενος ταυτόχρονος βιασμό ανά δυάδες, από άγνωστους (έναν Αλβανό και έναν στρατιώτη), σε τοποθεσία που φωτίζεται άπλετα και στη συνέχεια από αξιωματικούς του πλοίου σε καμπίνα, που δεν αναγνώρισε σε συνδυασμό με την υπερευαίσθητη προσωπικότητα της, όπως αυτή διαπιστώθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά την απολογία της, παραπέμπουν περισσότερο σε μυθιστορηματική διήγηση παρά σε γεγονότα που μπορεί να έλαβαν χώρα και τα οποία ούτε η ίδια μπόρεσε να δικαιολογήσει επαρκώς". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ένοχη την κατηγορούμενη της ανωτέρω πράξεως και, αφού της αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, της επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα την κήρυξε ένοχη του ότι: "Στον ... στις 27-6-2002 τέλεσε την επόμενη αξιόποινη πράξη. Εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Ειδικώτερα μετά από μήνυση κατ' αγνώστων που είχε υποβάλει από 27-8-2001 στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης που διενεργείτο από την Α' Ανακρίτρια ..., εξεταζόμενη ένορκα ενώπιον της, αναγνώρισε σαν έναν από τους δράστες των σε βάρος της βιασμών που έλαβαν χώρα στις 25-7-2001 στο Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο "Ο..." τον νυν εγκαλούντα Ψ, αξιωματικό του ανωτέρω πλοίου, με την ιδιότητα του αρχιλογιστή του πλοίου, σκοπεύοντας να προκαλέσει την καταδίωξη του ανωτέρω για το κακούργημα του βιασμού, αν και γνώριζε καλά ότι ο εγκαλών δεν είχε καμία σχέση με την καταγγελόμενη αξιόποινη πράξη αφού άλλωστε και η ίδια κατά την διαδικασία ανωγνώρισης όλων των μελών του πληρώματος που έλαβε χώρα στις 28-8-2001, δεν αναγνώρισε καθόλου τον παρευρισκόμενο εγκαλούντα σαν δράστη του σε βάρος της βιασμού". Με αυτά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, όπως προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη γνώση της αναληθείας των καταμηνυθέντων, αν και η γνώση αυτή δεν είναι καθόλου αυτονόητη από όσα στο σκεπτικό και το διατακτικό εκτίθενται. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο του αμέσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως, η προσβαλλομένη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό την περιεχομένη στο νόμο φράση "εν γνώσει του ψεύδους", χωρίς όμως να εκθέσει συστηματικά και να αιτιολογήσει από ποια συγκεκριμένα περιστατικά συνάγεται η γνώση της αυτή, σε σχέση με την αναλήθεια των περιστατικών, τα οποία η κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα κατάγγειλε με την έγκλησή της και την στην συνέχεια ένορκη κατάθεσή της στην ανακρίτρια, που θεμελιώνουν την αξιόποινη πράξη του βιασμού που φερόταν ότι τέλεσε ο πολιτικώς ενάγων, γνώση, η οποία, άλλωστε, δεν προκύπτει από τις παραδοχές και την κυρία αιτιολογία της περί ενοχής κρίσεως του Εφετείου. Ειδικότερα η σειρά των αιτιολογιών που παρατίθενται στο σκεπτικό προς επιστήριξη της καταδικαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, αναφέρεται στην στοιχειοθέτηση, αντικειμενικώς, της πράξεως της αναιρεσείουσας και δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, που να αιτιολογούν την παραδοχή ότι αυτή τελούσε σε γνώση του ψευδούς περιεχομένου της καταθέσεως της, με την οποία, αφού προηγήθηκε έρευνα 10 μηνών περίπου, κατάγγειλε ότι ο εικονιζόμενος στην παραδοθείσα φωτογραφία πολιτικώς ενάγων ήταν το μέλος του πληρώματος του πλοίου που την βίασε και παρόλα ταύτα προέβη σ αυτήν, για να επιτύχει την ποινική του δίωξη για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, όπως και έγινε. Την αιτιολογία αυτή ήταν υποχρεωμένο να παραθέσει το Δικαστήριο, τόσο περισσότερο καθόσον, δεν προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως, κάποιος ιδιαίτερος λόγος, ο οποίος οδήγησε την αναιρεσείουσα, να καταγγείλει τον πολιτικώς ενάγοντα ως δράστη του σε βάρος της βιασμού, να επιμείνει μέχρι τέλους στην καταγγελία της, να έρχεται από το ..., όπου διαμένει, υποβαλλόμενη στις δαπάνες και την ταλαιπωρία των ταξιδιών, προκειμένου, ενώπιον των αστυνομικών και δικαστικών αρχών, να υποστηρίξει την καταγγελία της, καταγγελία που έγινε κάτω από τις συνθήκες που εκτίθενται στο σκεπτικό, οι οποίες καταδεικνύουν, όχι άτομο με μυθιστορηματικές ικανότητες, διότι σε τέτοια περίπτωση θα υπεδείκνυε αβασάνιστα και τον δράστη, αλλ αντιθέτως, έλλειψη σπουδής, εκ μέρους της, ενοχοποιήσεως οποιουδήποτε. Τούτο καθίσταται πρόδηλο εκ του ότι, όταν, κατά τη διαδικασία της αρχικής αναγνωρίσεως στην οποία υποβλήθηκε, δεν ήταν σίγουρη περί του προσώπου αυτού, δεν δίστασε να το δηλώσει και να αποφύγει να υποδείξει συγκεκριμένο άτομο ως δράστη της σοβαρότατης και με δυσμενέστατες συνέπειες, για τον ψυχισμό και την προσωπικότητα της εν γένει πράξεως, της οποίας, όπως κατάγγειλε, υπήρξε το θύμα.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, αλλά και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, τυγχάνει βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο αυτό Δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατόν να συντεθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 558/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για εκ νέου συζήτηση, στο αυτό δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν, προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής στοιχειοθέτησης (ΑΠ 191/2010, 142/2010, ΑΠ 2005/2009, ΑΠ 272/2009). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει στην απόφαση. Ειδικά ως προς τον δόλο Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως. Δεκτή αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετος λόγος αυτής. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 1072/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κορφιάτη, περί αναιρέσεως της 890, 890α/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΧΡΟΦΙΝ Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ ΑΥΤ/ΤΩΝ" που εδρεύει στη Μεταμόρφωση, Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1076/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από το από 26-10-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του ... επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου η 1076/2009 κλήση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με την οποία κλητεύθηκε η πολιτικώς ενάγουσα εταιρία "ΧΡΟΦΙΝ Α.Ε.", η οποία μετέβαλε επωνυμία σε "SFS HELLAS FINA'', για τη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία έχει προσδιορισθεί προς εκδίκαση η από 22-6-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ1, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ αυτήν (155 παρ. 1 ΚΠΔ).
Συνεπώς, εφόσον δεν παραστάθηκε, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από την σειρά του οικείου εκθέματος, η δε αναιρεσείουσα εμφανίσθηκε, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (513 παρ. 1 γ, 515 παρ. 2 α ΚΠΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρ. 375 §1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα όμως το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του ανωτέρω εγκλήματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 9/8/2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης αυτοκινήτου η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΧΡΟΦΙΝ ΑΕ" εκμίσθωσε στην κατηγορουμένη ένα αυτοκίνητο, μάρκας BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., με συμφωνημένη διάρκεια μίσθωσης 60 μήνες και μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 1.101,20 €. Η κατηγορουμένη παρέλαβε το αυτοκίνητο στην κατοχή της πλην, όμως , δεν κατέβαλε τα μισθώματα Νοεμβρίου 2003, Δεκεμβρίου 2003 και Ιανουαρίου 2004. Κατόπιν αυτού η εγκαλούσα εταιρεία κατήγγειλε, ως είχε δικαίωμα, τη σύμβαση μίσθωσης και ζήτησε από την κατηγορουμένη την απόδοση του αυτοκινήτου καταθέτοντας εναντίον της και την από 28/1/2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 112/2004 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου. Ωστόσο, η κατηγορουμένη, μολονότι στις 30-9-2005 της επιδόθηκε η ως άνω απόφαση (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...) και της ζητήθηκε από την εγκαλούσα η απόδοση του εν λόγω οχήματος, αρνήθηκε να αποδώσει στην εγκαλούσα εταιρεία το προαναφερθέν αυτοκίνητο (βλ. την υπ' αριθμ ... έκθεση ματαίωσης αναγκαστικής αφαίρεσης αυτοκινήτου του πιο πάνω δικαστικού επιμελητή)του οποίου η αξία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, λαμβανομένων υπόψη των ισχυόντων κοινωνικοοικονομικών κριτηρίων, αφού ανέρχεται στο ποσό των 45.000 €, και δολίως ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή χωρίς συναίνεση της ιδιοκτήμονός του και χωρίς άλλο δικαίωμα που να της παρέχεται από τον νόμο, κατακρατώντας αυτό, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο και παρά τις σχετικές οχλήσεις της εγκαλούσας, με αποτέλεσμα η τελευταία να υποστεί βλάβη. Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την όλη αποδεικτική διαδικασία κατά τρόπο που πείθει αντικειμενικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορουμένη είναι υπαίτια της υπεξαίρεσης του ως άνω αυτοκινήτου, που είναι αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη της ανωτέρω πράξεως και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 375 παρ. 1 β του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, και για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφέρεται η έννομη σχέση, δυνάμει της οποίας είχε περιέλθει στην κατοχή της αναιρεσείουσας το υπαξαιρεθέν ΙΧΕ αυτοκίνητο, ως και η μη απόδοσή του στην κυρία αυτού πολιτικώς ενάγουσα, όταν νομίμως ζητήθηκε από την τελευταία, οπότε και εκδηλώθηκε η βούληση της να το ενσωματώσει στην περιουσία της, δεν χρειαζόταν δε το Δικαστήριο να παραθέτει λεπτομερώς τι προέκυψε από καθένα αποδεικτικό μέσο, ούτε να τα αναφέρει και αξιολογεί όλα, μεμονωμένα ή συγκριτικά με τα λοιπά, ως και πως κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του. Δεν προκαλείται δε ασάφεια στην αιτιολογία της αποφάσεως εκ του ότι η από 24-1-2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής της πολιτικώς ενάγουσας κατά της αναιρεσείουσας αναφέρεται ως απευθυνόμενη στο Ειρηνοδικείο Ν. Ιωνίας, ενώ στα αναγνωσθέντα έγγραφα η αίτηση φέρεται να απευθύνεται στο Ειρηνοδικείο Νικαίας, αφού, από τις παραδοχές της αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής με διαδίκους την πολιτικώς ενάγουσα (αιτούσα) και την μονοπρόσωπη ΕΠΕ της οποία διαχειρίστρια ήταν η αναιρεσείουσα (καθής), ήταν μία και απευθύνθηκε στο Ειρηνοδικείο Ν. Ιωνίας, το οποίο και την έκανε δεκτή με την 112/2004 απόφαση, η οποία, παρότι δεν αναφέρεται, μεταξύ των αναγνωσθέντων, στην οικεία θέση των πρακτικών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, για την ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, συνάγεται αναμφίβολα, παρά τον αβάσιμο περί του αντιθέτου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι αναγνώσθηκε, το μεν διότι αναφέρεται τι έγινε δεκτό με αυτή, το δε διότι παρατίθεται στην αναγνωσθείσα ... έκθεση επιδόσεως της του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που καταρτίσθηκε για την επίδοσή της στην αναιρεσείουσα.
Συνεπώς ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, ανεξάρτητα του ότι πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ιδιαίτερα μεγάλη αξία του υπεξαιρεθέντος αυτοκινήτου, οπότε, κατά τα ανωτέρω, τυγχάνει απαράδεκτος, επιχειρείται να θεμελιωθεί λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 2 ΚΠΔ, χωρίς να παρατίθεται συγκεκριμένη πλημμέλεια εκ του ΚΠολΔ (άρθρο 559), ως προς το κεφάλαιο της αξιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού 44 €, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αξιόποινη πράξη της αναιρεσείουσας, το οποίο και της επιδικάσθηκε.
Συνεπώς τυγχάνει παντελώς αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 22-6-2009 αίτηση (δήλωση) της Χ1 για αναίρεση της με αριθμ. 890,890α/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει: Υπεξαίρεση. Έννοια. Στοιχεία αντικειμενικής υποστάσεως (ΑΠ2471/18-12-2009, ΑΠ 1/2009). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη - έννοια - πότε περιέχει η απόφαση. Παρακράτηση ΙΧΕ και ιδιοποίηση αυτοκινήτου, που είχε μισθωθεί από την πολιτικώς ενάγουσα στην κατηγορουμένη, παρά την έκδοση αποφάσεως που διέτασσε την απόδοση και την επίδοση επιταγής προς απόδοση. Αβάσιμος λόγος για έλλειψη αιτιολογίας. Απαράδεκτος λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 2 ΚΠΔ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1070/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση περί αναιρέσεως της 1080/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης,
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευαγγέλου Μουνδριανάκη (ΑΜ ΔΣ Ρεθύμνου 27).
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2010 δήλωση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 158/2010.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη δήλωση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 4-1-2010, υποβάλλεται για τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, εκ μέρους του συνηγόρου που είχε παρασταθεί στη συζήτηση και στρέφεται κατά της 1080/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 16-12-2009. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.2, 473 παρ.2, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής.
2.Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, στο άρθρο 302 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Στο άρθρο 28 ΠΚ ορίζεται ότι "Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για τη λεγόμενη "αμέλεια χωρίς συνείδηση", ενώ στη δεύτερη για τη "συνειδητή αμέλεια". Τέλος, στο άρθρο 15 ΠΚ ορίζεται ότι "Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια χωρίς συνείδηση, τελεσθείσα δια παραλείψεως, απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι ο δράστης, λόγω της ιδιότητάς του, είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει προκειμένου να αποτρέψει την επέλευση του θανάτου του παθόντος, αλλά παρέλειψε να το κάνει, β) ότι η παράλειψή του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οφειλόταν στο ότι δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, υπό τις αυτές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική πρέπει να καταβάλλει και γ) ότι ο δράστης, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις ή ικανότητες και ιδίως εξ αιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, ο θάνατος του παθόντος πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την παράλειψη του δράστη, υπό την έννοια ότι κατά την κοινή αντίληψη το εν λόγω αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν, εάν ο δράστης είχε προβεί στην ενέργεια, την οποία κατά παράβαση της νομικής του υποχρέωσης παρέλειψε.
3.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1080/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και κατά πλειοψηφία, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ότι ο κατηγορούμενος, τη νύκτα της 8 προς 9-6-2002, ως αστυνομικός υπάλληλος που ήταν, υπηρετούσε στο κέντρο διαβιβάσεων της Αστυνομικής Διευθύνσεως ..., με την ιδιότητα του τηλεφωνητή, δεχόμενος κλήσεις στο γνωστό αριθμό "100". Ότι περί ώρα 00:15 της 9-6-2002 δέχθηκε κλήση από το κινητό τηλέφωνο με αριθμό ..., εκ μέρους του κατόχου αυτού Π, ο οποίος ανέφερε ότι στη θαλάσσια περιοχή... του Δήμου ... δύο άτομα βρίσκονταν στη θάλασσα λόγω ανατροπής της λέμβου, στην οποία επέβαιναν και καλούσαν σε βοήθεια, αντιμετωπίζοντας κίνδυνο πνιγμού. Ότι ο κατηγορούμενος δεν αντέδρασε στην αναγγελία αυτή, διότι τη θεώρησε ως "φάρσα". Ότι ο Π ξανακάλεσε περί ώρα 00:45 της ίδιας μέρας και ανήγγειλε με αγωνία τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι ναυαγοί. Ότι ο κατηγορούμενος και πάλι δεν ενημέρωσε την αρμόδια λιμενική αρχή, διότι "προφανώς" θεώρησε ως "φάρσα" την αναγγελία. Ότι ο Πκάλεσε από το κινητό του τηλέφωνο για τρίτη φορά, περί ώρα 01:08, έντονα εκνευρισμένος από την καθυστέρηση και μόνο τότε, "περί ώρα 01:00 ή 01:08", ο κατηγορούμενος ειδοποίησε το Λιμεναρχείο ... που επελήφθη σχετικώς. Ότι σε πρώτη φάση, περί ώρα 01:25 της ίδιας ημέρας, έφθασαν με αυτοκίνητο στην παραλία, όπου βρισκόταν ο Π, δύο άνδρες του Λιμενικού, για να διαπιστώσουν αν πρόκειται για "φάρσα". Ότι μόλις αυτοί βεβαιώθηκαν για τη σπουδαιότητα του κινδύνου, μερίμνησαν για την αποστολή σκάφους, το οποίο έφθασε "μετά από 2 ώρες περίπου". 'Ότι με ενέργειες του πληρώματος του σκάφους αυτού "περί ώρα 03:00" περισυλλέχθηκε ο Ζ, που ήταν ο ένας από τους δύο ναυαγούς. Ότι οι προσπάθειες για την ανεύρεση του άλλου ναυαγού, που ήταν ο Κ, συνεχίσθηκαν επί μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς αποτέλεσμα. Ότι μέχρι την ώρα 03:45 η σύζυγος του εν λόγω, που είχε ενημερωθεί για τον κίνδυνο και έλθει στην περιοχή, άκουγε τις φωνές του, με τις οποίες εκείνος, που ζούσε ακόμη, προσπαθούσε να καθοδηγήσει το πλήρωμα του σκάφους προκειμένου να τον εντοπίσουν. Ότι, παρά τις προσπάθειες, ο εντοπισμός του Κ κατέστη ανέφικτος, με αποτέλεσμα, μετά την 03:45 ώρα, να επέλθει ο θάνατός του από πνιγμό. Ότι ο κατηγορούμενος, από έλλειψη της προσοχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, την οποία ως μέσος συνετός αστυνομικός της ειδικότητάς του όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, δεν προέβλεψε το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα και παρέλειψε να ενημερώσει εγκαίρως την αρμόδια λιμενική αρχή για τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι δύο ναυαγοί. Ότι η μετά ταύτα (πρόσθετη) καθυστέρηση της προσέλευσης του σκάφους διάσωσης "δεν μπορεί να αποτελέσει διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανωτέρω παραλείψεως του κατηγορουμένου και του επελθόντος θανάτου, καθ' όσον, ανεξαρτήτως της τυχόν συντρέχουσας ευθύνης άλλων, η αποδειχθείσα παράλειψη του κατηγορουμένου να ενεργήσει αμέσως, όπως ήταν υποχρεωμένος, συντέλεσε στο να χαθούν περί τα 45 με 53 πολύτιμα λεπτά και, ενόψει των ανωτέρω συνθηκών και της ήρεμης εν γένει θάλασσας, κρίνεται ότι τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον ερευνώμενο θάνατο", διότι "αν επιλαμβάνονταν νωρίτερα οι αρμόδιες υπηρεσίες" δεν θα επερχόταν ο θάνατος του Κ, που ήταν δυνατός οργανισμός και έμπειρος κολυμβητής. Με βάση τα ως άνω περιστατικά, το Εφετείο, κατά πλειοψηφία (σημειώνεται ότι ένα μέλος αυτού είχε τη γνώμη ότι υπήρξε ειλικρινής ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον οποίο αυτός είχε λάβει μόνο το τρίτο, από τα τηλεφωνήματα που φέρεται ότι έκανε ο Π και ότι, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι δεν βαρύνεται με καθυστέρηση ως προς την ενημέρωση της λιμενικής αρχής), κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι επέφερε εξ αμελείας το θάνατο του Κ από πνιγμό στη θάλασσα, διότι λόγω της καθυστέρησής του να ενημερώσει την αρμόδια λιμενική αρχή συντέλεσε στο να μην επιληφθεί αυτή εγκαίρως και στο να μην δυνηθεί να διασώσει το ναυαγό.
4.Η ως άνω αιτιολογία δεν είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη ως προς το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραλείψεως του κατηγορουμένου να ενημερώσει εγκαίρως τη λιμενική αρχή και του επελθόντος θανάτου του παθόντος. Πράγματι, από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ενημέρωσε για τον κίνδυνο το Λιμεναρχείο ... (περίπου 01:00 της 9-6-2002) μέχρι τη στιγμή που η φωνή του απολεσθέντος ναυαγού ακούσθηκε για τελευταία φορά (περίπου 03:45 της ίδιας ημέρας) μεσολάβησαν δύο ώρες και σαράντα πέντε πρώτα λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων το σκάφος διάσωσης έφθασε στον τόπο του ναυαγίου και το πλήρωμα αυτού επιχείρησε τις δέουσες προσπάθειες, οι οποίες είχαν θετική έκβαση ως προς τον ένα από τους δύο άνδρες που βρίσκονταν σε κίνδυνο. Το Εφετείο δεν δίνει απάντηση στο λογικό ερώτημα γιατί ο χρόνος, που το συνεργείο διάσωσης είχε στη διάθεσή του, ήταν επαρκής για την περισυλλογή του ενός από αυτούς και ανεπαρκής για την ανεύρεση του άλλου, ο οποίος, μάλιστα, συνέχισε να φωνάζει επί 45 λεπτά της ώρας μετά τη διάσωση του συντρόφου του, για να υποδείξει το σημείο όπου βρισκόταν και να διευκολύνει τον εντοπισμό του. Και ακόμη, δεν διευκρινίζει γιατί εξαρτά τη διάσωση ή τον πνιγμό του Κ μόνο προς τον παράγοντα χρόνο και όχι προς τις υπόλοιπες περιστάσεις του συμβάντος, τις οποίες ατελώς προσδιορίζει. Αν και δέχεται, δηλαδή, ότι η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο θανών έμπειρος κολυμβητής, δεν εξηγεί γιατί το σκάφος διάσωσης δεν μπόρεσε να τον εντοπίσει εντός των 45 λεπτών της ώρας που είχε στη διάθεσή του μετά την περισυλλογή του Ζ και γιατί αυτό δεν θα συνέβαινε, αλλά θα τον εντόπιζε και θα τον διέσωζε οπωσδήποτε, εάν είχε στη διάθεσή του επί πλέον τα 45 λεπτά της ώρας που καθυστέρησε ο κατηγορούμενος να ενημερώσει το Λιμεναρχείο. Κατόπιν αυτών, οι κρίσεις ότι "η καθυστέρηση της προσέλευσης του σκάφους διάσωσης δεν μπορεί να αποτελέσει διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανωτέρω παραλείψεως του κατηγορουμένου και του επελθόντος θανάτου του ναυαγού" και ότι "η παράλειψη του κατηγορουμένου να ενεργήσει αμέσως, όπως ήταν υποχρεωμένος, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον ερευνώμενο θάνατο" αποβαίνουν αυθαίρετες και αναιτιολόγητες. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
5.Με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 4-1-2010 δήλωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... περί αναιρέσεως της 1080/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
ΑΝΑΙΡΕΙ την προσβαλλόμενη απόφαση.- Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Μαΐου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, με παράλειψη. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας ως προς αιτιώδη συνάφεια της παράλειψης προς το επελθόν αποτέλεσμα.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1067/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 847-848/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενη την ... .
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 291/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 139/15-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513§1 εδαφ. α'του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 3/22-2-2010 αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 847-848/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Π.Κ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 § 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου άλλως από της νομίμου επιδόσεως της στον δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ. συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε την υπ' αριθ. 3/22-2-2010 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθ. 847-848/20-5-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, από πρόσωπα που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα (άρθρα 98, 45, 372§1α και 374 περ. δ' και ε' Π.Κ.), εκπροσωπηθείσα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 16-6-2009. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, είναι εκπρόθεσμη και δεν γίνεται σ' αυτή επίκληση ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1, 513§1 και 583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω : Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 3/22-2-2010 αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 847-848/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 10-4-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 507 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, όταν ο κατηγορούμενος είναι παρών ή ως παρών (340 παρ. 2 ΚΠΔ), κατά την απαγγελία τελεσίδικης απόφασης και διαμένει στην ημεδαπή, είναι δέκα (10) ημέρες και αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του πιο πάνω Κώδικα. Η προθεσμία αυτή είναι 20 ημερών όταν η αναίρεση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου του Πάγου (473 παρ. 2 ΚΠΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Βέβαια, κατά την συναγομένη από το άρθρο 255 Α.Κ. γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγο εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τέλος κατ' άρθρον 513 § 1 σε συνδυασμό με άρθρο 476 § 1 Κ.Ποιν.Δικ., όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλομένη με την αναίρεση 847-848/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε με την αναιρεσείουσα ως παρούσα, αφού εκπροσωπήθηκε κατ' άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 18-6-2009 με αριθμό καταχωρήσεως 308 (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέως επί του αντιγράφου της αποφάσεως). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 22-2-2010 με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα και συντάχθηκε η 3/22-2-2-10 έκθεση, δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 10ημερης προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει με την αίτηση αναιρέσεως κάποιο λόγο ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 3/22-2-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 κατά της με αριθ. 847-848/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως. Προθεσμία 10 ημερών. Αρχίζει από καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Προθεσμία 20 ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα. Πως και πότε προ-βάλλονται οι λόγοι ανωτέρας βίας που δικαιολογούν εκπρόθεσμη άσκηση (2256/ 2009). Απόρριψη απαράδεκτης αιτήσεως που ασκήθηκε εκπροθέσμως χωρίς να προ-βάλλεται λόγος ανωτέρας βίας.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 0
|
Αριθμός 1074/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, περί αναιρέσεως της 2447/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1373/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά. Απαιτείται δηλαδή ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναληθείας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπατήσεως, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικό περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχτηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιόν του να συνάψουν κάποια δικαιοπραξία. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκοπούμενη παραδεκτώς προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως: "ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε εγγραφεί κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 σε πανεπιστήμιο (Φαρμακευτική Σχολή) της ... και κατά το έτος 2002-2003 στη Φαρμακευτική Σχολή της Σόφιας, αποσκοπώντας στην φοιτητική μεταγραφή του από την φαρμακευτική σχολή της Σόφιας Βουλγαρίας, στο (Ε7) εξάμηνο της φαρμακευτικής σχολής του Α.Π.Θ., στις 24-9-2002 υπέβαλε στην κεντρική επιτροπή μεταγραφών εξωτερικού το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του Πανεπιστημίου Σόφιας με αναλυτική βαθμολογία, με το οποίο βεβαιώνονταν ότι είχε επιτύχει στις εξετάσεις όλων των μαθημάτων του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 (β έτους), καθώς και στη σχετική πρακτική εκπαίδευση, στοιχείο που ήταν κατά νόμον απαραίτητο, προκειμένου να του επιτραπεί η συμμετοχή στις εξετάσεις που διεξήγαγε η ως άνω επιτροπή για τη μεταγραφή σε Ελληνικό πανεπιστήμιο Ελλήνων φοιτητών των φαρμακευτικών σχολών του εξωτερικού. Στην πραγματικότητα όμως ο κατηγορούμενος δεν είχε επιτύχει στις εξετάσεις του έτους 2002-2003 της φαρμακευτικής του πανεπιστημίου Σόφιας, καθόσον είχε εγκαταλείψει τις σπουδές του για οικογενειακούς λόγους, το δε υποβληθέν από αυτόν έγγραφο αναλυτικής βαθμολογίας ήταν πλαστό, προκαλώντας την έννομη συνέπεια του να του επιτραπεί η συμμετοχή του στις εξετάσεις μεταγραφών του ΑΠΘ. Τα παραπάνω προέκυψαν, όταν με πρωτοβουλία των αρμοδίων της εξεταστικής επιτροπής ζητήθηκε με έγγραφο, από το πανεπιστήμιο της Σόφιας, να επιβεβαιώσει τη γνησιότητα των προσκομιζομένων από τον κατηγορούμενο εγγράφων. Παραλήφθηκαν τότε δύο απαντητικά, μεταφρασμένα, έγγραφα, το ένα εκ των οποίων βεβαίωνε ότι τα πιστοποιητικά ήταν γνήσια, ενώ το άλλο βεβαίωνε ότι είναι πλαστά. Το υπ' αριθμ. πρωτ. 9-156/2003 έγγραφο του πανεπιστημίου της Σόφιας βεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει περάσει τις εξετάσεις, αλλά ούτε καν έχει παρακολουθήσει τα μαθήματα του δευτέρου έτους σπουδών, εφόσον εγκατέλειψε τις σπουδές του λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, αφού χρησιμοποίησε το πλαστό πιστοποιητικό, στις 31-1-2003 συμμετέχοντας στις εξετάσεις μεταγραφών που διεξήγαγε η Κεντρική επιτροπή εξετάσεων μεταγραφών εξωτερικού, πέτυχε να αναγραφεί το όνομά του στον πίνακα επιτυχόντων της φαρμακευτικής σχολής του ΑΠΘ και μάλιστα στην πρώτη θέση αυτού, έχοντας εξαπατήσει όλους τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΑΠΘ αναφορικά με την δυνατότητα συμμετοχής του στις εξετάσεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε, με τελική συνέπεια να του αναγνωρισθεί η ιδιότητα του φοιτητή του 3ου έτους της φαρμακευτικής σχολής του ΑΠΘ. Τα παραπάνω προκύπτουν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα οποία υπογράφονται και βεβαιώνονται από τον πρύτανη του πανεπιστημίου της Σόφιας, .,.., σε συνδυασμό μεταξύ τους, αλλά και από τη σαφή και με λόγο γνώσης κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, γραμματέως του τμήματος της φαρμακευτικής σχολής ΑΠΘ, ο οποίος επελήφθη του θέματος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν γνώριζε την πλαστότητα του εγγράφου, την οποία αποδίδει σε συμπαιγνία ή εκβιασμό κυκλώματος εκδόσεως πλαστών εγγράφων του βουλγαρικού πανεπιστημίου εναντίον του, δεν εκτιμάται ως πειστικός, δεδομένου ότι δεν αντέχει σε λογική επεξεργασία και αντιστρατεύεται σε όλους τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Το έγγραφο αυτό, το οποίο βεβαίωνε την ολοκλήρωση εκ μέρους του β' έτους σπουδών, αφορούσε τη δική του κοινωνική πρόοδο και θεμελίωνε το δικό του δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις μετεγγραφής σε πανεπιστήμιο της χώρας του. Κανείς συνεπώς, χωρίς τη δική του προτροπή και θέληση και χωρίς καταβολή εκ μέρους του οικονομικού ανταλλάγματος, δεν είχε λόγο ή κίνητρο να το καταρτίσει, εφόσον ήταν χρήσιμο μόνο για να χρησιμοποιηθεί από τον κατηγορούμενο, τον οποίο και αποκλειστικά ωφελούσε. Ο παραπάνω ισχυρισμός του άλλωστε αναιρείται, αφενός μεν από την από 19-2-2004 απολογία του ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Κιλκίς, στην οποία έμμεσα ομολογεί την πράξη του και αναφέρει ότι έπεσε θύμα απατεώνα, που εκμεταλλεύτηκε την αφέλεια της νιότης του, αφ ετέρου δε από την ομολογία του ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής του ΑΠΘ, ότι είχε διακόψει τις σπουδές του στο β 'έτος λόγω οικογενειακών προβλημάτων, γεγονός που αναφέρεται στα υπ' αρ. 80 και 81/2-4-2003 έγγραφα του πανεπιστημίου της Σόφιας. Πρέπει συνεπώς να κηρυχτεί ένοχος υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, εφόσον αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρπου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. 0 κατηγορούμενος υποβάλλοντας στην κεντρική επιτροπή μεταγραφών εξωτερικού το υπ' αριθμ ... έγγραφο του Πανεπιστημίου της Σόφιας με αναλυτική βαθμολογία δια του οποίου βεβαιωνόταν ότι είχε επιτύχει στις εξετάσεις όλων των μαθημάτων του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 καθώς και στη σχετική πρακτική εκπαίδευση, στοιχείο απαραίτητο για να του επιτραπεί η συμμετοχή στις εξετάσεις που διεξήγαγε η ως άνω επιτροπή για τη μεταγραφή σε ελληνικό Πανεπιστήμιο Ελλήνων φοιτητών των φαρμακευτικών σχολών του εξωτερικού. Στην πραγματικότητα όμως ο ως ανωτέρω κατηγορούμενος δεν είχε επιτύχει στις εξετάσεις του έτους 2002-2003 της φαρμακευτικής του πανεπιστημίου της Σόφιας, καθόσον είχε εγκαταλείψει τις σπουδές του για οικογενειακούς λόγους, το δε υποβληθέν υπ' αυτού έγγραφο αναλυτικής βαθμολογίας ήταν πλαστό προκαλώντας την έννομη συνέπεια του να του επιτραπεί η συμμετοχή του στις εξετάσεις μεταγραφών του ΑΠΘ. Ειδικότερα την 31-1-2003 συμμετέχοντας κατά τον προπεριγραφέντα παραπάνω τρόπο στις εξετάσεις μεταγραφών που διεξήγαγε η Κεντρική επιτροπή εξετάσεων μεταγραφών του εξωτερικού, πέτυχε να αναγραφεί το όνομα του στον πίνακα επιτυχόντων της φαρμακευτικής σχολής του ΑΠΘ και μάλιστα στην πρώτη θέση αυτού, έχοντας εξαπατήσει όλους τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΑΠΘ αναφορικά με τη δυνατότητα συμμετοχής του στις εξετάσεις αυτές ως προαναφέρθηκε, με τελική συνέπεια να του αναγνωρισθεί η ιδιότητα του φοιτητού του 3ου έτους της φαρμακευτικής σχολής του ΑΠΘ.". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 220 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, αφού δέχθηκε ότι πέτυχε με την υποβολή του πλαστού πιστοποιητικού να παραπλανηθούν τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής και να βεβαιώσουν ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής στις εξετάσεις και του επέτρεψαν να συμμετάσχει σ αυτές, ενώ δεν είχε τέτοιο δικαίωμα και να επιτύχει και δεν χρειαζόταν να αιτιολογεί ειδικώς το δόλο του αναιρεσείοντος, αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της πράξεως άμεσος δόλος. Ανεξάρτητα τούτου ο δόλος του προέκυπτε από την παραδοχή ότι ο ίδιος παραδέχθηκε στην οικεία εξεταστική επιτροπή του ΑΠΘ ότι εγκατέλειψε τις σπουδές του για οικογενειακούς λόγους και δεν είχε συμμετάσχει στις εξετάσεις, ούτε είχε περατώσει αυτές επιτυχώς κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, ως προς όλα τα μαθήματα του έτους αυτού, όπως αναληθώς βεβαιωνόταν στο υποβληθέν από τον ίδιο πιστοποιητικό του αλλοδαπού Πανεπιστημίου, την αναλήθεια του οποίου και εκ του λόγου αυτού γνώριζε. Ούτε στερείται ειδικής αιτιολογίας η προσβαλλομένη επειδή το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος, δεχθέν ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια του Πιστοποιητικού. Ούτε περαιτέρω χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας να παρατίθενται αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα και τι προέκυψε από την αξιολόγηση καθενός απ αυτά, αρκεί που αναφέρονται κατ' είδος και το Δικαστήριο βεβαιώνει ότι τα έλαβε υπόψη και τα εκτίμησε όλα και δεν προκύπτει, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι δεν έλαβε υπόψη κάποιο απ' αυτά. Ούτε τέλος, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή σκεπτικού - διατακτικού το πρώτο αποτελεί απλή επανάληψη του δευτέρου, ανεξάρτητα του ότι και αν ακόμη συνέβαινε αυτό, κατά τα ανωτέρω, η προσβαλλομένη δεν θα στερούταν ειδικής αιτιολογίας.
Συνεπώς ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού της αιτήσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 62/28-9-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμ. 2447/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Έννοια. Στοιχεία (ΑΠ 686/2009, ΑΠ 562/2007). Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή εκ πλαγίου· παράβαση. Πότε (ΑΠ 454/3-3-2010, ΑΠ 142/2010, ΑΠ 250/2009, ΑΠ 173/2009). Φοιτητής στην αλλοδαπή. Προκειμένου να επιτύχει μεταγραφή στο ΑΠΘ υπέβαλε στην αρμόδια επιτροπή βεβαίωση του αλλοδαπού πανεπιστημίου ότι είχε περατώσει επιτυχώς τις εξετάσεις του προηγούμενου ακαδημαϊκού έτους, η οποία ήταν ψευδής, αφού είχε εγκαταλείψει τις σπουδές. Επέτυχε να εξαπατηθούν τα μέλη και να βεβαιώσουν ότι πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για συμμετοχή του στις οικείες εξετάσεις, στις οποίες και συμμετείχε και μάλιστα επιτυχώς. Αβάσιμος λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1065/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τη δήλωση περί αναιρέσεως της 1373-1374/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Σταύρου Μπέζα (ΔΣ Ναυπλίου).
Με πολιτικώς ενάγοντες τους..., ..., ... και ..., από τους οποίους παραστάθηκαν ο πρώτος και η τέταρτη μετά και η τρίτη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Τσιρόπουλου (ΑΜ ΔΣΑ 3331). Η δεύτερη δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16-2- 2010 δήλωση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 299/2010.
Αφού άκουσε
τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η δήλωση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠοινΔ. Κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' ΚΠοινΔ, εάν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως με ημερομηνία 16-3-2010, του ..., αρχιφύλακα του ΑΤ ..., η πολιτικώς ενάγουσα ... κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην, όμως, ούτε εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε με νόμιμο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, η συζήτηση θα διεξαχθεί όπως αν και αυτή ήταν παρούσα.
2.Η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16-2-2010, υποβάλλεται για τον κατηγορούμενο, εκ μέρους του συνηγόρου που είχε παρασταθεί στη συζήτηση και στρέφεται κατά της 1373-1374/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 2-2-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.2, 473 παρ.2 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
3.Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν αυτό δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδεικνύονται, στη διάταξη που εφαρμόζει. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 264 στοιχ. α' και 266 παρ.1 ΠΚ συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος του εμπρησμού από μη συνειδητή αμέλεια, εκ του οποίου μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, απαιτείται να διαπιστωθεί ότι ο δράστης αφ' ενός δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που τελεί υπό τις αυτές πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφ' ετέρου είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα που επήλθε πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δράστη, υπό την έννοια ότι κατά την κοινή αντίληψη αυτό δεν θα επερχόταν, εάν ο δράστης δεν είχε προβεί στην πράξη ή την παράλειψη που του αποδίδεται.
4.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1373-1374/2009 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, σε συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ότι ο κατηγορούμενος, την 17-6-2002, σε χρόνο κατά τον οποίο φυσούσε δυνατός αέρας, άναψε φωτιά για να κάψει ξερά κλαδιά στο αγρόκτημα, το οποίο έχει στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ... του νομού ..., χωρίς να λάβει κάποιο μέτρο αποφυγής επεκτάσεως της φωτιάς. Ότι αφού έβαλε τη φωτιά στα ξερόκλαδα, ασχολήθηκε με το πότισμα δενδρυλλίων, χωρίς, προηγουμένως, να φροντίσει για το σβήσιμό της. Ότι λόγω της παράλληλης απασχόλησής του, η φωτιά ξέφυγε από τον έλεγχό του, επεκτάθηκε σε παρακείμενα αγροκτήματα συνολικής εκτάσεως περίπου 50 στρεμμάτων και έκαψε ελαιόδεντρα, ελαιόκαρπο και εξαρτήματα ποτίσματος, που ανήκαν σε τρίτους, όπως οι πολιτικώς ενάγοντες. Ότι η πυρκαγιά αυτή ξεκίνησε από το δικό του κτήμα, όπου αυτός, καθ' ομολογία του, βρισκόταν, περιστατικό που βεβαιώθηκε από τα ευρήματα της πυροσβεστικής υπηρεσίας, όπως αυτά περιγράφονται στην έκθεση αυτοψίας (κάηκε το μικρό τρακτέρ με το βυτίο, που χρησιμοποιούσε για το πότισμα, διότι βρέθηκαν στην πορεία της φωτιάς, από την ανατολή προς τη δύση, όπως έπνεε ο αέρας) και από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Ότι το επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται στην αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος, αν και έμπειρος σε αγροτικές εργασίες ως κτηματίας μεγάλης ηλικίας, από έλλειψη προσοχής δεν το προέβλεψε, αν και μπορούσε να το προβλέψει αφ' ενός λόγω της θερινής εποχής, στην οποία συνέβη το γεγονός και κατά την οποία απαγορεύεται γενικώς η καύση ξερών χόρτων ή κλαδιών στους αγρούς και αφ' ετέρου λόγω του ισχυρού ανέμου, ο οποίος έπνεε και ο οποίος θα απέτρεπε κάθε μετρίως συνετό άνθρωπο, όπως ο ίδιος, από το να ανάψει φωτιά στο χωράφι του. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, ο Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για εμπρησμό από αμέλεια, εκ του οποίου μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τα όσα δέχθηκε το Εφετείο, εξέθεσε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφασή του α) το ότι η μορφή της αμέλειας που επέδειξε ήταν αυτής της μη συνειδητής αμέλειας, αφού δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από τις πράξεις και παραλείψεις του και β) το ότι η πρόκληση της πυρκαγιάς, από την οποία μπορούσε να προκύψει (και εν προκειμένω, πράγματι, επήλθε) κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, οφειλόταν στο ότι εξ αιτίας της ως άνω αμελείας του αφ' ενός έβαλε φωτιά στο αγρόκτημά του σε εποχή που η πράξη αυτή, γενικώς, απαγορεύεται και υπό καιρικές συνθήκες που η ίδια πράξη θα έπρεπε, ειδικώς, να αποφευχθεί και αφ' ετέρου παρέλειψε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο, το οποίο θα ήταν πρόσφορο για να αποτρέψει την επέκταση της φωτιάς, εάν αυτή θα είχε την τάση να ξεφύγει από τον έλεγχό του. Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο δεν προσδιορίζει ποιο μέτρο θα ήταν πρόσφορο για το σκοπό αυτό. Τέτοια υποχρέωση, όμως, θα είχε μόνο εάν ο κατηγορούμενος είχε λάβει κάποιο μέτρο, αλλά αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση θα χαρακτηριζόταν απρόσφορο. Τότε, μόνο, θα έπρεπε να αιτιολογηθεί γιατί το ληφθέν υπήρξε απρόσφορο και ποιο άλλο θα έπρεπε να έχει ληφθεί αντ' αυτού, ως πρόσφορο. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της δηλώσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβάσεως των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που παραστάθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-2-2010 δήλωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 1373-1374/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.-
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα και πεντακοσίων (500) ευρώ, για τη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που παραστάθηκαν.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Μαΐου 2010.- Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εμπρησμός από αμέλεια, λόγος για έλλειψη αιτιολογίας και ασαφείς παραδοχές, απορρίπτει τη δήλωση αναιρέσεως ως αβάσιμη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εμπρησμός.
| 0
|
Αριθμός 1063/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 1576/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 7 Ιανουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1341/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 10-9-2009 με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αριθμ. πρωτοκ. 7090/15-9-2009) από τον κατηγορούμενο, ... ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 1576/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε κατ' έφεση για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς πέντε (5) ΕΥΡΩ την ημέρα, καθώς και οι από 7-1-2010 από τον αυτό κατηγορούμενο κατά της αυτής αποφάσεως με κατάθεση του δικογράφου τους στο κατάστημα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 8-1-2010 πρόσθετοι λόγοι, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από καθένα απ' αυτά. Ωστόσο, πρέπει, να προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. β' και γ' ΚΠοινΔ η αυτοψία και η πραγματογνωμοσύνη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, που την εξέδωσε, για να στηρίξει την καταδικαστική αυτή κρίση του διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, αυτής, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, μεταξύ άλλων, και η από 2.7.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και η από 1-7-2003 έκθεση αυτοψίας, που συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της προανάκρισης. Περί των εκθέσεων αυτών, που αποτελούν κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, στο κυρίως σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Τριμελές Εφετείο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Ενόψει αυτών, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος του δικογράφου της αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις συνάγεται ότι για την ύπαρξη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αξιολογούνται προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να διαμορφώσει το αναιρετικώς ανέλεγκτο πόρισμά του, είναι ουσιώδης η διαπίστωση, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη άπαντα τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχα τεθεί υπό την κρίση του. Η διαπίστωση αυτή γίνεται με το συνδυασμό του όλου περιεχομένου της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, στο σκεπτικό της αποφάσεως και το διατακτικό αυτής, τα οποία εν προκειμένω θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση κατά την οποία μεταξύ των εγγράφων, που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα κατά την αποδεικτική διαδικασία, συμπεριλαμβάνονται και τοιαύτα, τα οποία κατ' άρθρο 178 ΚΠοινΔ μπορούν να υπαχθούν σε κάποιο ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, όπως η αυτοψία ή η πραγματογνωμοσύνη, η μη ιδιαίτερη μνεία του είδους αυτών στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν δημιουργεί πλημμέλεια της αναφοράς στα αποδεικτικά μέσα, συνιστώσα έλλειψη αιτιολογίας. Και τούτο, διότι με τη γενική αναφορά ότι το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας στηρίχθηκε, μεταξύ των άλλων, στα "έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά", ως αναγνωσθέντα, υποδηλώνεται χωρίς αμφιβολία ότι για το σχηματισμό του πορίσματος αυτού αξιολογήθηκαν όχι μόνο τα κατά δικονομική κυριολεξία έγγραφα, αλλά και οι εκθέσεις αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, αφού και αυτές ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ εγγράφων και συνεκτιμήθηκαν από αυτό. Επομένως, κατά την άποψη του μειοψηφούντος, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να ελεγχθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, και για τους προεκτεθέντες λόγους, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1576/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων. Η αυτοψία και η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς στην αιτιολογία. Δια την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση αυτών. Πρέπει όμως να προκύπτει από την απόφαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονται κατά το άρθρο 178 περ. β΄ και γ΄ ΚΠΔ, η αυτοψία και η πραγματογνωμοσύνη. Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Δεκτός ο σχετικός για έλλειψη αιτιολογίας από το άρθρο 510 §1 περ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως. Αναιρεί προσβαλλομένη απόφαση και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.
| 2
|
Αριθμός 1062/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ποταμιάνο, περί αναιρέσεως της 23397/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1033/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΑΠΟλ 6/94 και 4/95). Σε περίπτωση δε, που, με το ένδικο μέσο, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η, από την αιτία αυτή, αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, που ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.. κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 23397/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. 9797/23-6-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 77404/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμών, μετατραπείσα προς 1500 δραχμές ημερησίως, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από την σχετική υπ' αριθμ. 9797/23-6-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ... επί της οδού ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, πρόβαλε με αυτήν τα εξής κατά πιστή μεταφορά: ''τώρα έλαβε γνώση της αποφάσεως''. Δεν είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής, διότι τύγχανε γνωστής ή συγκεκριμένους λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή του, αν την φερόμενη, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, που γνωστοποίησε το πρώτο στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση αυτής, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ή είχε περιέλθει σε γνώση της τελευταίας κατά κάποιο άλλο τρόπο, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως, στην οποία επαναλαμβάνει τα ίδια και αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της. Η προσβαλλομένη απόφαση προκειμένου να απορρίψει ως απαράδεκτη την ασκηθείσα έφεση, διέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος εξέδωσε στις ... την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή, στην οποία ανέγραφε ο ίδιος ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ... στην ..., όπου αναζητήθηκε για την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και δεν ανευρέθη (βλ. το από 14-4-1999 αποδεικτικό επίδοσης ως αγνώστου διαμονής του Αστυφ. Μ1). Για την επίδοση της εκδοθείσας ερήμην του εκκαλουμένης αποφάσεως αναζητήθηκε στην οδό ..., όπου διατηρούσε επιχείρηση, πλην όμως, δεν ανευρέθη ούτε στη διεύθυνση αυτή, καθώς είχε κλήσει την επιχείρησή του και αναχώρησε προς άγνωση διεύθυνση (βλ. την από 10-4-2000 βεβαίωση του Αστυφ. ... και την από 20-2-2000 βεβαίωση του Αρχιφ. Μ1, ο οποίος διαπίστωσε μετά από έρευνες ότι είχε μετοικήση από την ...στην ..., στην οδό ....
Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει άλλη γνωστή διεύθυνσή του στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και στις Αστυνομικές Αρχές, νόμιμα του επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση στις 27-4-2000 ως αγνώστου διαμονής στο Δήμο Αθηναίων, όπου βρισκόταν και η τελευταία, γνωστή στις άνω Αρχές, διεύθυνση κατοικίας του. (βλ. το από ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφ. ...). Επομένως, η έφεση που ασκήθηκε στις 23-6-2008 ήταν πέραν της προβλεπόμενης από το άρθρο 473 §1 ΚΠΔ τριακονθήμερης προθεσμίας είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι δεν απεδείχθη ότι συνέτρεχαν προς τούτο λόγοι απουσίας. Ειδικότερα δεν απεδείχθη ότι ο κατ/νος διέμενε κατά το χρόνο της άνω επίδοσης (27-4-2000) επί της οδού ... Δ' όροφο της εκεί πολυκατοικίας, όπως ο μάρτυράς του ισχυρίζεται ότι διαμένει μέχρι σήμερα αφού ο ίδιος ο κατ/νος δήλωσε στην έκθεση Εφέσεως, ότι διαμένει τουλάχιστον κατά το χρόνο άσκησης αυτής, στην .... Εξ άλλου τέτοιο ισχυρισμό δεν προέβαλε ο κατ/νος με την έφεσή του, όπου βεβαίως δεν ανέφερε και τους λόγους της εκπροθέσμου ασκήσεως της κατά συγκεκριμένο τρόπο, όπως όφειλε για το παραδεκτό της.... ". Δηλαδή, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, το όργανο που ενήργησε την επίδοση, όσο και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 23-6-2008, δηλαδή μετά την παρέλευση 8ετίας από την επίδοση της αποφάσεως και την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για άσκησή της. Η ως άνω αιτιολογία της αποφάσεως του δικαστηρίου, που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται εις αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και διαλαμβάνει την ημερομηνία εκδόσεως της εκκαλουμένης, το χρόνο της επιδόσεως της, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Περαιτέρω το Δικαστήριο, παρά την μη προβολή με την έκθεση εφέσεως, ορισμένως, συγκεκριμένου λόγου ανωτέρας βίας, εξ αιτίας του οποίου δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως την έφεση, παρότι, ενόψει τούτου δεν είχε τέτοια υποχρέωση, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε, ως αβάσιμο, τον, κατά τη συζήτηση, προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό. Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίσθηκε ότι υφίστατο κατά τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως, ο λόγος ανωτέρας βίας, που στηριζόταν στον ισχυρισμό ότι η διεύθυνσή του στην οδό ... ήταν γνωστή στον κύκλο του (όχι στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση, όπως θα έπρεπε, κατά τα ανωτέρω), όπου και θα μπορούσε, με την κατάλληλη έρευνα, να ανευρεθεί και να μη γίνει η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, με αποτέλεσμα να μη λάβει γνώση της αποφάσεως, υφίστατο, αφού ο ίδιος δήλωσε, στην έκθεση εφέσεως, διαφορετική διεύθυνση κατοικίας στην .... Περαιτέρω, παρότι ο αναιρεσείων ούτε λόγο ακυρότητας της επιδόσεως της αποφάσεως κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής πρόβαλε, ορισμένως, κατά τα ανωτέρω, η προσβαλλομένη, με εκτενή πλήρη αιτιολογία, έκρινε ότι νομίμως η επίδοση της προσβαλλομένης διενεργήθηκε, κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής και έτσι επέφερε κίνηση της προθεσμίας της εφέσεως, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων αναζητήθηκε από το αστυνομικό όργανο που αναφέρει στην ανωτέρω διεύθυνση και δεν βρέθηκε, αφού είχε παύσει την λειτουργία της επιχειρήσεως που διατηρούσε εκεί στο παρελθόν και είχε αναχωρήσει σε άγνωστη διεύθυνση, οπότε, αφού εν προκειμένω δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 273 ΚΠΔ, αφού δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση ή ανάκριση, ούτε είχε εξετασθεί, καθοιονδήποτε τρόπο, από τα αναφερόμενα στην εν λόγω διάταξη όργανα, ορθώς η απόφαση επιδόθηκε κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής και όχι εκείνες περί γνωστής δια θυροκολλήσεως. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως παραπονείται ο αναιρεσείων για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή από την προσβαλλομένη απόφαση των διατάξεων 111 αριθ. 3 και 113 ΠΚ και μη παύση, κατ άρθρο 370 β ΚΠΔ, οριστικά της ποινικής διώξεως (510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ), λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου της ανωτέρω πράξεως δια παραγραφής, αφού από τότε που φέρεται τελεσθείσα (4-2-1998) μέχρι την εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (18-3-2009) είχε παρέλθει 8ετία. Η αιτίαση αυτή τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα. Τούτο δε διότι τέτοια απόφαση θα μπορούσε να υπάρξει μόνον εφ` όσον κρινόταν αιτιολογημένα ότι η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, οπότε το Δικαστήριο, αφού την έκανε τυπικά δεκτή, θα αποφάσιζε, αυτεπαγγέλτως, για το ζήτημα της οριστικής παύσεως ή μη της ποινικής διώξεως, λόγω παραγραφής, όταν όμως η έφεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, όπως εν προκειμένω, δεν νοείται πλέον εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων (ΑΠΟλ3/1995, ΑΠ 18/2010, ΑΠ 896/2006, ΑΠ 1384/2005, ΑΠ 731,885,1039/2003).
Συνεπώς και οι δύο λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 49/5-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του ..., για αναίρεση της 23397/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Η απόφαση πρέπει να περιέχει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου και το αποδεικτικό επιδόσεως. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής σε κατηγορούμενο γνωστής διαμονής. Λόγοι αναίρεσης. Αιτιολογία. Σε περίπτωση που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκκαλούντος και το άγνωστο της διαμονής του και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται ειδική αιτιολογία. Πρέπει όμως ο εκκαλών να επικαλείται ότι την διαμονή του είχε γνωστοποιήσει στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση ή ότι είχε περιέλθει σε γνώση της κατά κάποιο άλλο τρόπο (ΑΠ 89/2008, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 745/2006). Λόγοι έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Με την έκθεση εφέσεως ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε ορισμένως λόγο δικαιολογούντα την εκπρόθεσμη άσκηση της. Εκτίμηση από το δικαστήριο ως λόγο ανωτέρας βίας. Πλήρης αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 1061/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων :1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 811/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1 και 2)Ψ2, κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Μαΐου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 912/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 25-5-2009 αιτήσεις του Χ1 και της Χ2 συζύγου Χ1, κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 811/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε καθένας των αναιρεσειόντων σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους με τριετή αναστολή, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες να εξετασθούν περαιτέρω. Από τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης κατά το άρθρο 386 του ΠΚ τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί σε εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Το άρθρο 386 παρ.1 εδ. α Π.Κ. ορίζει, ότι "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δολία παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε με αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, είτε με αθέμιτη παρασιώπηση αυτών. Έτσι η δολία παραπλάνηση στην απάτη πραγματώνεται με τρεις απαλλακτικά μικτούς τρόπους, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος (αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών) συντελείται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία έχει υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει στο ίδιο είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, είτε από προηγουμένη ενέργεια του. Η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Όμως δεν δημιουργείται τέτοια ασάφεια και αντίφαση, όταν αναφέρονται περισσότεροι από έναν τρόποι, εφόσον στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά των άλλων δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Εξάλλου η παράγραφος 3 του άρθρου 386 Π.Κ., όπως ίσχυε μέχρι το 1996, όριζε, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν ο περιστάσεις υπό τις οποίες η πράξη τελέστηκε μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Όμως αντικαταστάθηκε η διάταξη αυτή αρχικώς από το άρθρο 1 παρ.11 του ν.2408/1996, που καθόριζε, ότι " 3. επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και ακολούθως η προαναφερθείσα διάταξη από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που αναφέρει, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών". Η δε παράγραφος 2 του άρθρου 98 Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 ν. 2721/1999, καθορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση αμφοτέρων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του κατ εξακολούθηση εγκλήματος της απάτης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον βεβαίως υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό ως πιο πάνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως τους. Έτσι η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 θα εφαρμοσθεί αναδρομικά (άρθρο 2 παρ.1 Π. Κ.) και επί της αξιόποινης πράξεως της απάτης, της τελεσθείσας προ της ισχύος του ανωτέρω νόμου 2721/1999, (3-6-1999), γιατί είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη, μη υποκείμενη σε διάσπαση. Τέλος το άρθρο 13 περ. στ ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 ν. 2408/1996, ορίζει, ότι "Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράση για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί και από περισσότερους από ένα δράστη, κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίως πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενική υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο επί του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ συντρέχει, όχι μόνο όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχτεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπαριθμ. 811/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρία με την επωνυμία ... με έδρα την ... συνεστήθη το έτος 19947 με Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου την κατηγορούμενη Χ2 και Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο τον κατηγορούμενο Χ1 οι οποίοι είναι μεταξύ τους σύζυγοι. Ο τρίτος κατηγορούμενος ..., φερόταν ως μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας ουσιαστικά όμως ήταν υπάλληλος της, αμοιβόμενος με μισθό. Το έτος 1996, οι κατηγορούμενοι δημιούργησαν υποκατάστημα της εταιρίας στη Θεσσαλονίκης, επιζητώντας να έλθουν σε επαφή με νέα πρόσωπα, που δεν είχαν εμπειρίες για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές προκειμένου να τους αποσπάσουν χρήματα. Μεταξύ αυτών ήταν και οι εγκαλούντες Ψ1 και ο γιός τους Ψ2κάτοικοι Θεσσ/νίκης με τους οποίους οι πρώτος και δεύτερη κατηγορούμενοι ήλθαν σε επαφή κατά το χρονικό διάστημα από 10-2-1997 και ενεργώντας μέχρι 15-9-1998 και ενεργώντας από κοινού με δόλο είτε συγχρόνως, είτε διαδοχικά, με ελλεπάλληλες ψευδείς παραστάσεις, παραπλάνησαν αυτούς και τους απέσπασαν συνολικά το χρηματικό ποσό των 35.000.000 δρχ. (102.714,6 Ευρώ) ήτοι στις 10-2-1997 ποσό των 25.000.000 δρχ. και στις 15-9-1998 ποσό των 10.000.000 δρχ. με όφελος της εταιρίας την οποία αυτοί εκπροσωπούσαν. Ειδικότερα παρέστησαν σ' αυτούς ψευδώς ότι η εταιρεία θα εισαχθεί στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ως εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ότι διαχειριζόταν μεγάλα χαρτοφυλάκια, χρηματιστηριακών πραγμάτων θεσμικών και μη επενδυτών, ότι πραγματοποιούσε μεγάλα κέρδη τα οποία πολλαπλασιάζονταν, ότι όποιος αποφάσιζε να γίνει μέτοχος της εταιρίας αυτής θα είχε συμμετοχή στα κέρδη τα οποία προβλέπονταν βασίμως μεγάλα. Επίσης διαβεβαίωσαν τους εγκαλούντες ψευδώς: α) ότι η γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας είχε ήδη αποφασίσει από τις 30-11-1996 την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με δημόσια εγγραφή κατά 750.000.000 δρχ. β) ότι είχε ήδη εκδοθεί και ενημερωτικό δελτίο το οποίο είχε εγκριθεί από το χρηματιστήριο γ) ότι η εταιρία θα επαναγόραζε τις μετοχές του επενδυτή μετά την πάροδο έτους διότι ο επενδυτής θα αποκτούσε προνομιούχες ονομαστικές μετοχές με προνόμιο 15% σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρίας ε) ότι είχαν ξεκινήσει διαδικασίες για άμεση εισαγωγή της εταιρίας στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και πληρούνταν οι προϋποθέσεις. Ο πρώτος και δεύτερη των κατηγορουμένων, τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των παραστάσεων αυτών ενώ η αλήθεια ήταν και το γνώριζαν ότι: η συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, δεν είχε αποφασίσει νομότυπα, αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 750.000.000 δρχ. δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα της κυβέρνησης, δεν είχε εκδοθεί ενημερωτικό δελτίο, δεν υπήρχε δυνατότητα απόκτησης από την εταιρία των ιδίων αυτής μετοχών αφού αυτό απαγορεύεται (άρθρο 16§1 του ΚΝ 2190/1920), δεν υπήρχε δυνατότητα χορήγησης τόκων από το προνόμιο των μετοχών σε τριμηνιαία βάση όπως υποσχέθηκαν, η εταιρία δεν ήταν εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) του Ν. 2396/1996 και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες δεν είχαν αρχίσει οι διαδικασίες εισαγωγής της στο χρηματιστήριο ούτε υπήρχαν οι προϋποθέσεις. Για να ενισχύσουν δε την πλάνη τους, συνέταξαν και παρέδωσαν στους εγκαλούντες και προσωρινό τίτλο μετοχών υπογραμμένο από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους, με τον τίτλο δε αυτό βεβαίωναν ψευδώς, δεδομένου ότι η απόφαση της Γ.Σ ή του Δ.Σ για έκδοση τίτλων ουδέποτε είχε ληφθεί για την υπογραφή παρόμοιων τίτλων, ότι ο εγκαλών Ψ2 είχε αποτιμήσει 3.500 προνομιούχες χωρίς δικαίωμα ψήφου, μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης 10.000 δρχ. που αντιστοιχούσαν στο καταβληθέν από τους εγκαλούντες κεφάλαιο.
Η συμπεριφορά αυτή των κατηγορουμένων καταδεικνύει τον βαθμό του δόλου τους και ότι ενήργησαν από την αρχή με βάση οργανωμένο σχέδιο προσέλκυσης επενδυτών με απατηλά μέσα για την απόσπαση σημαντικών κεφαλαίων προς ίδιο όφελος. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι στις 30-11-1996 είχε πράγματι ληφθεί από την Γ.Σ της εταιρίας απόφαση για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 750.000.000 δρχ. προσκόμιζαν δε προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, το από 30-11-1996 πρακτικό της Γ.Σ στο οποίο αναφέρεται ότι συνήλθε η Γ.Σ των μετόχων στα γραφεία της εταιρίας επί της οδού ... και αποφάσισε την αύξηση του ΜΚ κατά 750.000.000 δρχ. Το πρακτικό όμως αυτό, δεν φέρει βεβαία χρονολογία δεν έχει αποσταλεί στην οικεία Νομαρχία προς έγκριση, όπως ορίζει ο νόμος (άρθρο 26α παρ. 2 ν. 2190/02) και δεν είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως προφανώς δε, είχε συνταχθεί εκ των υστέρων ενόψει του γεγονότος ότι στις 30-11-1996 τα γραφεία της εταιρίας ήταν επί της οδού ... ενώ η μεταφορά τους επί της ... που αναφέρεται στο προσκομιζόμενο πρακτικό, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αποφασίστηκε στις 12-11-1997. πρέπει να σημειωθεί ότι το αρχικό ΜΚ της εταιρίας εκ δραχμών 10.000.000 δρχ. αυξήθηκε με αποφάσεις της Γ.Σ της εταιρίας κατά 40.000.000 δρχ. στις 12-12-1998, κατά 200.000.000 δρχ. με κεφαλαιοποίηση του αποθεματικού στις 21-10-96, και κατά 250.000.000 δρχ. στις 31-12-1997 και έτσι ανήλθε στο συνολικό ποσό των 500.000.000 δρχ. Η καταβολή του ποσού των 40.250.000 δρχ. δια της παρακαταθέσεώς του, στο Τ.Π.Δ υπέρ των εγκαλούντων μετά την άσκηση της μήνυσης...δεν αποτελεί οικειοθελή και πλήρη ικανοποίηση των παθόντων και δεν εξαλείφει το αξιόποινο της πράξης των κατηγορουμένων ο κακουργηματικός χαρακτήρας της οποίας αποκλείει, σε κάθε περίπτωση, την εφαρμογή του άρθρου 393§2 ΠΚ. Περαιτέρω, τα διατεινόμενα από την δεύτερη κατ/νη Χ2, ότι η συμμετοχή της στην εν λόγω εταιρία είχε τυπικό χαρακτήρα και ότι δεν είχε συμμετοχή στην πράξη της απάτης που της αποδίδεται και στις εν γένει δραστηριότητες της εταιρίας, δεν είναι βάσιμα. Αντίθετα η κατ/νη ήταν από τους βασικούς μετόχους της εταιρίας, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου με αποφασιστική συμμετοχή στις πράξεις της εταιρίας (εξέδιδε τίτλους μετοχών, μεταβίβαζε μετοχές, μετέβαινε στη Θεσ/νίκη για τις εκεί δραστηριότητες της εταιρίας κλπ). Ενώψει των ανωτέρω πρέπει οι παραπάνω, πρώτος και δεύτερη των κατηγορουμένων, να κηρυχθούν ένοχοι κατά συναυτουργία της απάτης κατ' εξακολούθηση από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό παράνομο όφελος και αντίστοιχη ζημία των παθόντων που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Οι μερικότερες πράξεις των κατηγορουμένων συνδέονται με ενότητα δόλου συγκροτώντας κατ' εξακολούθηση έγκλημα απάτης που διαπράχθηκε κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλλημένη τέλεση, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, και κατά συνήθεια αφού από την επανειλλημένη τέλεση της πράξης της απάτης μαρτυρείται και σταθερή ροπή των υπαιτίων στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο τη προσωπικότητάς τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το σε πρώτο βαθμό δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για απάτη κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία, επί υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος και με αντίστοιχη ζημία που προξένησαν, που το συνολικό ποσό υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ανέρχεται σε 35.000.000 δραχμές) και αφού αναγνώρισε στους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, επέβαλε στον καθένα αυτών ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ. 1 κ, 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του για τους αναιρεσείοντες κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ακόμη αναφέρεται ότι από τη διάπραξη της ως άνω απάτης από κοινού από τους αναιρεσείοντες κατ' εξακολούθηση και όχι άπαξ, το συνολικό όφελος αυτών και η αντίστοιχη ζημία των παθόντων-πολιτικώς εναγόντων (Ψ1 και Ψ2) υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 Ευρώ) - 25.000.000 δραχμές την 10-2-1997 και 10.000.000 δραχμές την 15-9-1998. Επίσης αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένά η συνδρομή στο πρόσωπο των δύο αναιρεσειόντων σωρευτικά και των επιβαρυντικών περιστάσεων: α) της κατ' επάγγελμα μη τέλεσης της απάτης με την εξαπάτηση με τον ίδιο τρόπο που εξαπάτησαν τους πολιτικώς ενάγοντες και άλλων προσώπων ... και β) της κατά συνήθεια τέλεσης, αφού από την κατ' επανάληψη ως πιο πάνω τέλεση της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή αυτών στην τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 25-5-2009 δύο αιτήσεις: 1) του Χ1 και 2) της Χ2 συζύγου Χ1, κατοίκων αμφοτέρων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 811/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
Απορρίπτει τις πιο πάνω αιτήσεις αναίρεσης. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Συνεκδικάζει αιτήσεις αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων ως αβασίμων και απόρριψη αιτήσεων αναίρεσης συνολικά.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
| 1
|
Αριθμός 1060/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζερδέ, περί αναιρέσεως της 8951/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικου ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 525/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι, στο έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η πληρούσα την αντικειμενική υπόσταση αξιόποινη συμπεριφορά συνίσταται στην πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται να βεβαιώνονται όλα τα στοιχεία της αμέλειας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 28 ΠΚ ως προς την πρόκληση των σωματικών κακώσεων ή βλαβών. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης και για τον καταλογισμό μιας τελικά άδικης σωματικής βλάβης σε ενοχή του δράστη απαιτείται, όπως λέχθηκε, να υπάρχει αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από αυτή συνάγεται ότι η ποινική αμέλεια διακρίνεται σε συνειδητή και μη συνειδητή, συνειδητή δε είναι αν ο υπαίτιος πρόβλεψε ότι από τη συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, ενώ μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει αν ο υπαίτιος δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα, καίτοι όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει, εφόσον είχε καταβάλει την προσήκουσα προσοχή, που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται. Ενόψει της διακρίσεως αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλειας: "Η εγκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα Ψ κατά σύσταση γνωστού της γιατρού, προσήλθε στο Γ. Ν. Νοσοκομείο ..., για πρώτη φορά, στις 11-5-2001, αναζητώντας από τον κατηγορούμενο, ιατρό χειρουργό, Δ/ντή της Χειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου αυτού, ιατρική βοήθεια σε πρόβλημα που παρουσίαζε από ατελή ειλεό. Μετά την εξέταση της από τον ως άνω ιατρό, εισήχθη στο εν λόγω Νοσοκομείο με εικόνα ατελούς ειλεού-πιθανή συστροφή σιγμοειδούς με ιστορικό ελκώδους κολίτιδας, κατά τη διάρκεια δε της νοσηλείας της σ' αυτό αντιμετωπίστηκε συντηρητικά και εξήλθε με βελτίωση στις 15-5- 2001 (βλ. περιληπτική έκθεση νοσηλείας της με θεράποντα ιατρό τον κατηγορούμενο). Στις 20-5-2001 επανήλθε στο ίδιο νοσοκομείο γιατί ο ατελής ειλεός είχε υποτροπιάσει και κρίθηκε από τον κατηγορούμενο ότι έπρεπε να χειρουργηθεί για να αφαιρεθεί το περίσσιο του φυσιολογικού μήκος του σιγμοειδούς τμήματος του εντέρου της, που είχε συστραφεί περί τον άξονα του και δημιουργούσε στένωση του αυλού του σιγμοειδούς. Από την προηγούμενη εξέταση της ασθενούς αυτής και τη προεγχειρητική λήψη του ιστορικού της από τον κατηγορούμενο, κατά το οποίο αυτή του δήλωσε ότι έχει υποβληθεί σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις (δύο καισαρικές τομές, σκωλικοειδεκτομή και εγχείρηση κοιλιοκήλης), ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο ότι στην περιοχή της επέμβασης θα συναντούσε έντονες ενδοκοιλιακές συμφύσεις, σύνηθες αποτέλεσμα της ύπαρξης των οποίων στην περιοχή της επέμβασης, είναι η ανατομική παραλογή δηλ. η αλλαγή θέσης των φλεβών και αρτηριών και κυρίως της έξω λαγονίου φλέβας, που βρίσκεται στην οπισθοπεριτοναϊκή χώρα, δηλ. όπισθεν του τοιχωματικού περιτοναίου της κοιλιακής κοιλότητας. Παρά ταύτα και ενώ η αναμενόμενη έντονη συμφυτική κατάσταση, απότοκος πολλαπλών χειρουργικών επεμβάσεων δυσχεραίνει τη λαπαροσκόπηση και αποτελεί αντένδειξη, αποφάσισε τη λαπαροσκοπική επέμβαση, στην οποία υπάρχει αδυναμία χρήσης του αισθητηρίου της αφής, δηλαδή αδυναμία ψηλάφησης των αγγείων, λόγω της κλειστής (λαπαροσκοπικής) μεθόδου της εγχείρησης, η οποία, όπως οι μάρτυρες γιατροί κατέθεσαν, αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δήλωσε, παρέχει εικόνα δύο διαστάσεων αντί τριών και δεν παρέχει τη δυνατότητα στο χειρουργό να χρησιμοποιήσει το αισθητήριο της αφής, δυνατότητες που παρέχει η ανοικτή επέμβαση. Η μέθοδος αυτή, η οποία είναι ευρύτατα διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια, και ο ίδιος ο κατηγορούμενος την εφάρμοζε σε ασθενείς του από το 1992, έχοντας ικανότατη εμπειρία, όπως προέκυψε, κρίθηκε προτιμότερη στη συγκεκριμένη περίπτωση έναντι της ανοικτής εγχειρήσεως ενόψει της νεαρής ηλικίας και της οικογενειακής κατάστασης της εγκαλούσας, μητέρας τριών ανηλίκων τέκνων, διότι με τη λαπαροσκόπηση επιταχύνεται η έξοδος από το νοσοκομείο και καθίσταται ευχερέστερη η ανάνηψη από την επέμβαση, επί πλέον δε το μετεγχειρητικό αποτέλεσμα είναι καλύτερο αφού δεν καταλείπεται μετεγχειρητική ουλή στο δέρμα, πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν η ιατρικά ενδεδειγμένη επέμβαση, με βάση το ιστορικό της ασθενούς, η οποία, όπως προαναφέρθηκε αναμενόταν να παρουσιάσει έντονη συμφυτική κατάσταση. Το γεγονός ότι στη λαπαροσκοπική επέμβαση συμφώνησε και η πολιτικώς ενάγουσα δεν αναιρεί την ευθύνη του κατηγορουμένου από την επιλογή μη ενδεδειγμένης μεθόδου επέμβασης καθόσον ο ίδιος είχε την υποχρέωση να επιλέξει την ιατρικά ενδεδειγμένη, με βάση το ιστορικό της ασθενούς επέμβαση, πολλώ μάλλον που στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχτηκε από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας στο ακροατήριο και την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος Ω, συζύγου της, που παρίστατο κατά την προεγχειρητική εξέταση της τελευταίας από τον κατηγορούμενο και την επιλογή της λαπαροσκοπικής μεθόδου που επρόκειτο να ακολουθήσει κατά την πραγματοποίηση της επέμβασης, δεν ενημέρωσε την πολιτικώς ενάγουσα για τους κινδύνους που θα αντιμετώπιζε αυτή λόγω του επιβαρυμένου ιστορικού της. Τελικά το πρωί της 25-5-2001 η πολιτικώς ενάγουσα εισήλθε στο χειρουργείο για την πραγματοποίηση της λαπαροσκοπικής επέμβασης. Αφού τοποθετήθηκαν τα λαπαροσκοπικά μηχαχήματα και εργαλεία και ξεκίνησε η διαδικασία της λαπαροσκόπησης, ο κατηγορούμενος διαπίστωσε μέσω της κάμερας ότι υπήρχαν αρκετές και στερεές συμφύσεις μεταξύ του εντέρου και του έσω κοιλιακού τοιχώματος, που ήταν περισσότερες και σκληρότερες του αναμενόμενου, και οι οποίες για να καταστεί δυνατή η αφαίρεση του περίσσιου σιγμοειδούς εντέρου έπρεπε να λυθούν. Παρά τη διαπίστωση έντονης συμφυτικότητας στην περιοχή που επενέβαινε και ενώ γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι με τη χρήση της λαπαροσκοπικής μεθόδου, η οποία έδινε εικόνα στην οθόνη μόνο για τις επιφανειακές συμφύσεις και όχι για το βάθος στο οποίο έφταναν αυτές, όπως ο ίδιος κατέθεσε απολογούμενος, υπήρχε δυνατότητα να τραυματίσει μεγάλα οπισθοπεριτοναϊκά αγγεία, που λόγω των πολλών και στερών συμφύσεων είχαν υποστεί ανατομική παραλλαγή (αλλαγή θέσης), όπως στην προκειμένη περίπτωση η έξω λαγόνιος φλέβα που εξ αιτίας των ως άνω συμφύσεων είχε μετατοπιστεί προς το μέρος του περιτοναίου και είχε συφυθεί στενώς με το έντερο ως ένα σώμα, δεν μετέτρεψε, αμέσως, την επέμβαση σε ανοικτή για να έχει πλήρη εικόνα (3η διάσταση και αφή), ώστε να καταστεί δυνατόν να λύσει ακινδύνως τις συμφύσεις με το χέρι, όπως είχε δυνατότητα αν πραγματοποιούσε ανοικτή επέμβαση, μη ευσταθούντος του ισχυρισμού του, ότι οι συμφύσεις σε κάθε περίπτωση έπρεπε να λυθούν οξέως μόνο με ψαλίδι, είτε, λαπαροσκοπικό είτε κανονικό, και ακολούθως να προχωρήσει στην αφαίρεση του περίσσιου σιγμοειδούς εντέρου, έχοντας πλήρη εικόνα της περιοχής, αλλά χωρίς να καταβάλει την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και που μπορούσε να καταβάλει, συνέχισε τη λαπαροσκοπική επέμβαση μπαίνοντας στις συμφύσεις με το λαπαροσκοπικό ψαλίδι, χωρίς να έχει πλήρη εικόνα της περιοχής που επενέβαινε (3η διάσταση και αφή) και χωρίς να λύσει τις ως άνω συμφύσεις, ώστε να αποκαλυφθούν τα αγγεία και να εξασφαλιστεί έτσι ότι δεν θα επιφέρει βλάβη στη λαγόνιο φλέβα και στη λαγόνιο αρτηρία, με αποτέλεσμα με την πρώτη ψαλιδιά που επιχείρησε με αυτό, όπως ο ίδιος απολογούμενος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ("Μπήκα στις πάνω συμφύσεις και με την πρώτη ψαλιδιά που έβαλα έγινε ή τρώση"), να επιφέρει στην παθούσα την αναφερόμενη στο κατηγορητήριο σωματική βλάβη και δη τρώση της έξω λαγονίου φλέβας της παθούσας εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε ακατάσχετη αιμορραγία και θρόμβος στην παραπλεύρως ευρισκόμενη λαγόνιο αρτηρία, με συνέπεια να κινδυνεύσει η ζωή της παθούσας, αποτέλεσμα το οποίο ο κατηγορούμενος προέβλεψε ως δυνατό να επέλθει εξ αιτίας της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβλεψε ως δυνατή την τρώση της φλέβας της πολιτικώς ενάγουσας, αποδεικνύεται και απ' αυτήν την απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την οποία ανέφερε σχετικά: "... δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει η επέμβαση αν δεν κοβόταν η φλέβα, ήταν αναγκαίο κακό για να προχωρήσω. Δεν μπορούσα να εγκαταλείψω την άρρωστη...έπρεπε να προχωρήσω με κίνδυνο τρώσεως." Άλλωστε, όπως αποδείχτηκε στις λαπαροσκοπικές επεμβάσεις, στην περιοχή που πραγματοποιήθηκε η ως άνω επέμβαση, η τρώση των λαγονίων αγγείων αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως πιθανή επιπλοκή. Πρέπει να αναφερθεί εδώ, μετά την επέλευση του ως άνω βλαπτικού για την υγεία της παθούσας αποτελέσματος, ο κατηγορούμενος προκειμένου να αποκαταστήσει την τρωθείσα φλέβα και να αναχαιτίσει την αιμορραγία μετέτρεψε τη λαπαροσκοπική χειρουργική επέμβαση σε ανοικτή, ενώ αμέσως κάλεσε τον αγγειοχειρουργό ..., ο οποίος με τη βοήθειά του αποκατέστησε με συρραφή τη βλάβη στη φλέβα, ενώ ο ίδιος ο ως άνω αγγειοχειρουργός προέβη στη συνέχεια στη διάνοιξη της αποφραγμένης αρτηρίας, δηλ. στην αφαίρεση του θρόμβου (εμβολεκτομή) και την αποκατάσταση της κυκλοφορίας του αίματος. Επειδή δε βάσει των επιστημονικών δεδομένων έπρεπε η κοιλιακή χώρα να μείνει ανοικτή επί 30' περίπου για τον έλεγχο ενδεχόμενης υποτροπής της αιμορραγίας, ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε το χρονικό αυτό διάστημα και προέβη τελικά με επιτυχία στην αφαίρεση του περίσσιου σιγμοειδούς εντέρου που ήταν και ο στόχος της χειρουργικής θεραπείας. Κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες και ενώ φαινόταν ότι είχε ξεπεραστεί ο κίνδυνος για την πολιτικώς ενάγουσα η αιμορραγία υποτροπίασε και η πολιτικώς ενάγουσα οδηγήθηκε εκ νέου στο χειρουργείο και χειρουργήθηκε από τον ανωτέρω αγγειοχειρουργό με τη βοήθεια του κατηγορουμένου και του συνεργάτη του τελευταίου ..., κατά τη δεύτερη δε αυτή χειρουργική επέμβαση, έγινε επανασυρραφή της λαγονίου φλέβας της παθούσας. Ακολούθως, την ίδια ημέρα (26-5-2001), η πολιτικώς ενάγουσα μεταφέρθηκε στο Γ. Νοσοκομείο ... με τη συνοδεία του κατηγορουμένου προκειμένου να εισέλθει για παρακολούθηση στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, όπου παρέμεινε μέχρι τις 29-5-2001, κατά δε την παραμονή της στη ΜΕΘ, ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε στενά και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη μετεγχειρητική εξέλιξη της ασθενούς, επισκεπτόμενος αυτήν καθημερινά, και ευρισκόμενος σε συνεχή επαφή και συνεργασία με τους εκεί γιατρούς. Μετά την έξοδο της από τη ΜΕΘ, η πολιτικώς ενάγουσα, την ίδια ημέρα (29-5-2001) εισήχθη στο ΚΑΤ ..., με καλή μετεγχειρητική πορεία, την εξέλιξη της οποίας παρακολουθούσε, επίσης στενά και με μεγάλο ενδιαφέρον ο κατηγορούμενος, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 7-6-2001, οπότε και εξήλθε του νοσοκομείου, έχοντας διαφύγει τον κίνδυνο ζωής που αντιμετώπισε λόγω της προκληθείσας σ' αυτήν κατά τα ανωτέρω σωματικής βλάβης . Με βάση όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, από τα οποία εξάγεται η κρίση ότι ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, που συνετός ιατρός της ειδικότητάς του θα κατέβαλε εάν ευρίσκετο υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες χειρουργικής επέμβασης, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο για την οποία κατηγορείται, όπως η πράξη αυτή περιγράφεται ως προς τις περιστάσεις τόπου και χρόνου και κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτής στο διατακτικό της παρούσας και επομένως, αυτός, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.1 δ' ΠΚ του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "Στην Αθήνα στις 25-5-2001 ενώ ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου προβλέποντας το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του ως δυνατό αλλά πιστεύοντας ότι δεν θα επερχόταν. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο τυγχάνων ιατρός χειρούργος στο Δημόσιο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "... και απορρέοντας, τοιουτοτρόπως, ή μέσα από το επάγγελμά του υποχρέωσή του για επιμέλεια, δηλαδή για την πιστή εφαρμογή των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, κατά τη διάρκεια λαπαροσκοπικής επέμβασης στην παθούσα Ψ, κι ενώ γνώριζε, ότι εξ αιτίας πρόσφατης χειρουργικής επέμβασης, στην οποία είχε υποβληθεί η ανωτέρω παθούσα, υπήρχαν ενδοκοιλιακές συμφύσεις σ' αυτήν, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να μετατοπισθεί η έξω λαγόνιος φλέβα προς το μέρος του περιτοναίου και να συμφυθεί στενώς με το έντερο ως ένα σώμα και περαιτέρω γνώριζε την τότε υφιστάμενη θέση της έξω λαγονίου φλέβας και της λαγονίου αρτηρίας, καθόσον είχε μεταβληθεί η φυσιολογική διαδρομή της φλέβας μετακινούμενη προς το εσωτερικό του περιτοναίου, δεν πρόσεξε ώστε να μην επιφέρει βλάβη στη λαγόνιο φλέβα και τη λαγόνιο αρτηρία, αλλά συνέχισε με απερισκεψία την εν λόγω χειρουργική επέμβαση στην ως άνω παθούσα με την πεποίθηση ότι θα αποφύγει τη ως άνω βλάβη, με αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης επέμβασης να επιφέρει τρώση της έξω λαγονίου φλέβας και εμβολεκτομή της λαγονίου αρτηρίας της παθούσης, η οποία υπέστη ακατάσχετη αιμορραγία μη δυνάμενη να αναχαιτισθεί, αποτέλεσμα το οποίο ο κατηγορούμενος εξαιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα, από τις παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η πράξη τελέσθηκε, από τον αναιρεσείοντα, με ενσυνείδητη αμέλεια, αφού εκθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το παρατιθέμενο στο σκεπτικό ιατρικό ιστορικό της παθούσης, το οποίο επέβαλε, κατά τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, για όλους τους λόγους που εκτίθενται στην απόφαση, την διενέργεια της χειρουργικής επεμβάσεως, με το αντικείμενο που αναφέρεται στην απόφαση και στην περιοχή που θα πραγματοποιούταν, με ανοικτή επέμβαση και όχι λαπαρασκοπικώς, μέθοδο την οποία καλώς γνώριζε ο αναιρεσείων, λόγω μεγάλης εμπειρίας στο είδος αυτό των επεμβάσεων, πλην όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση αντεδεικνυόταν απολύτως, διότι μπορούσε να τρωθεί, για τους εκτιθέμενους αναλυτικώς στην απόφαση λόγους, η έξω λαγόνιος φλέβα και να προκληθεί ακατάσχετη αιμορραγία, όπως, λόγω της ιδιότητάς του και των γνώσεων του, γνώριζε ο αναιρεσείων και παρόλα αυτά προχώρησε στην επέμβαση με την αντεδεικνύομενη ως άνω μέθοδο, πιστεύοντας ότι θα το απέφευγε. Τελικά όμως δεν το απέφυγε, κατά τα εκτιθέμενα λεπτομερώς στην απόφαση του Εφετείου, όπου περιγράφονται τα επικίνδυνα και για την ζωή ακόμη της παθούσης αποτελέσματα και η μεγάλη ταλαιπωρία της ασθενούς - πολιτικώς ενάγουσας, η οποία, ευτυχώς, περιορίσθηκε στην σωματική βλάβη της, χάριν στην άμεση σωστή αντίδραση του αναιρεσείοντος, την διακοπή της χειρουργικής επεμβάσεως, την άμεση κλήση αγγειοχειρουργού και στην, με τις συντονισμένες ενέργειες τους, αντιμετώπιση της αιμορραγίας, στην πραγματοποίηση τελικώς της επεμβάσεως με την ενδεικνυόμενη πλέον μέθοδο, αλλά και στην μεταφορά της ασθενούς - πολιτικώς ενάγουσας στα νοσηλευτικά ιδρύματα που αναφέρονται στην απόφαση, προς καλύτερη, υπό την επίβλεψη πάντοτε του αναιρεσείοντος, αντιμετώπιση της καταστάσεως της. Αιτιολογημένα, ενόψει όλων των προεκτεθέντων, δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι η ενδεικνυόμενη, στην κρινόμενη περίπτωση, μέθοδος χειρουργικής επέμβασης ήταν η της ανοικτής κοιλίας και όχι λαπαρασκοπικώς, ότι ο αναιρεσείων, επιλέγοντας την αντεδεικνυόμενη μέθοδο, προέβλεψε την δυνατότητα τρώσεως της λαγόνιας φλέβας, την οποία θα απέφευγε διενεργόντας την επέμβαση με την ενδεδειγμένη ως άνω μέθοδο, πίστευε όμως ότι θα απέφευγε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο, όπως σαφώς προκύπτει, από τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν αποτελεί απλή διεγχειρητική επιπλοκή, αλλά το απέδωσε στην με την κατά την ανωτέρω έννοια αμελή συμπεριφορά του. Κατ' ακολουθία τούτων αβάσιμα πλήττει ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 ΠΚ με τους πρώτους και δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' και Δ' ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 24-3-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, για αναίρεση της με αριθμ. 8951/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο χειρουργό γιατρό κατά τη διάρκεια χειρουργικής επεμβάσεως (28, 314 ΠΚ). Έννοια και διακρίσεις αμέλειας κατ άρθρο 28 ΠΚ (ΑΠ 1530/2008). Πρέπει η καταδικαστική απόφαση θα διευκρινίζει ποιο είδος αμέλειας επέδειξε ο κατηγορούμενος (ΑΠ 757/2009). Δεν ενήργησε ο γιατρός κατά τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης με την επιλογή του τρόπου της επέμβασης (λαπαροσκοπική αντί ανοιχτής κοιλίας) που δεν ήταν ο ιατρικώς ενδεδειγμένος, ενόψει του γνωστού σε αυτόν ιατρικού ιστορικού της παθούσης, με αποτέλεσμα να τρωθεί η έξω λαγόνιος φλέβα και να προκληθεί αιμορραγία, αποτέλεσμα το οποίο οφείλεται σε ενσυνείδητη αμέλεια του χειρουργού ιατρού. Αβάσιμοι οι λόγοι περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (28 ΠΚ) και έλλειψης πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1057/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαθανασίου, περί αναιρέσεως της 12427/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης.
Το Μονομελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1061/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.2 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ'ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ'απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης η οποία προβλέπει τον λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο λόγος ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και με την άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας από την απόφαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, τέλος, επί εσφαλμένης ερμηνείας ποία η αληθής έννοια της διάταξης αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 19-6-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ... πλήττεται η υπ'αριθμ.12427/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ανέκκλητα (άρθρο 489 παρ.1 περ.β'ΚΠΔ) σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) ημερών, με τριετή αναστολή, για την αξιόποινη πράξη της ίδρυσης και λειτουργίας κτηνοτροφικής εγκατάστασης (ποιμνιοστασίου) εκτός κατοικημένης περιοχής, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, με σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου της ουσίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του ισχυρίσθηκε "ότι η πράξη για την οποία κατηγορείται δεν είναι πια αξιόποινη και έχουν ανασταλεί οι σχετικές προβλεπόμενες κυρώσεις". Ο ισχυρισμός αυτός όμως, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστος και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα γι'αυτόν. Παρά ταύτα το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ορθά απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με ασάφεια με την ως άνω κρινόμενη αίτηση (έκθεση αναίρεσης) ότι καταργήθηκαν οι ποινικές κυρώσεις για την παράβαση που καταδικάσθηκε, καίτοι τούτο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθόσον η διάταξη του άρθρου 11 παρ.10 του ν.2307/2005, σύμφωνα με την οποία και καταδικάσθηκε δεν έχει καταργηθεί, η δε παράταση του χρονικού ορίου για την κατάθεση δικαιολογητικών για την έκδοση της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και της τεχνικής έκθεσης της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν.3698/2008 μέχρι 31-12-2010 με την ΥΑ 336351/1-12-2009 σε συνέχεια της ΥΑ 348849/31.12.2007-2.1.2008 (που επικαλείται ο αναιρεσείων) δεν αίρει αυτοδικαίως το αξιόποινο της τελεσθείσας απ'αυτόν την 21-3-2006 ως άνω αξιόποινης πράξης. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και συνακόλουθα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Ιουνίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 12427/2009 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορισμένο του λόγου αυτού, αλλιώς η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (αόριστη). Απορρίπτει αίτηση.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1055/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου X κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3019/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 334/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό ...0, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, την από 12-2-2009 αίτηση αναίρεσης του X, η οποία ασκήθηκε με δήλωσή του και στρέφεται κατά της με αριθμό 3019/2009 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1-6 Ν.1882/1990 και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476 παρ.1 και 504 παρ.1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που επιβάλλει στον κατηγορούμενο εφέσιμη ποινή, δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης, εκτός αν ο νόμος ορίζει ειδικά κάτι άλλο. Είναι επομένως, απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης: α) Κατά της απόφασης εκείνης κατά της οποίας ο νόμος χορηγεί το ένδικο μέσο της έφεσης και β) Κατά της απόφασης εκείνης η οποία έγινε τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας της έφεσης ή την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης ή την απόρριψη της ασκηθείσης έφεσης ως απαράδεκτης (ΑΠ 1200/08). Στη προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε απών με την με αριθμό 3019/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1-6 Ν. 1882/1990. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 19/1/2010 και ενώ είχε δικαίωμα να ασκήσει κατ' αυτής έφεση, άφησε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της έφεσης και άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωσή του κατ' άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ στις 12/2/2010.
Συνεπώς και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης. Κατ' ακολουθία πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων (476 απρ.1 - 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 12/2/2010 αίτηση αναίρεσης του X κατά της με αριθμό 3019/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης και
2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων. Αθήνα 12/3/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Έτσι δεν μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης εκκλητή απόφαση, έστω και αν έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω παρόδου άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο, πλην των άλλων αναφερομένων σ' αυτή περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε απών με την υπ' αριθμ. 3019/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1-6 του Ν. 1882/1990. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 19/1/2010, όπως προκύπτει από το οικείο αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., και ενώ είχε δικαίωμα να ασκήσει κατ' αυτής έφεση, άφησε να παρέλθει άπρακτη προθεσμία της έφεσης και άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωσή του, κατ' άρθρο 473 παρ. 2, στις 12/2/2010. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/2/2010 αίτηση του X, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3019/2009 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση άρθρου 25 παρ. 1 και 6 του Ν. 1882/1990. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά εκκλητής απόφασης, έστω και αν έχει καταστεί τελεσίδικη, λόγω παρόδου άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 1052/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Eισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 652/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης.
Με κατηγορούμενο τον ..., κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Βέρρα και συγκατηγορούμενους τους: 1. ... και 2. .....
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 8/2010 και ημερομηνία 4 Μαρτίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 321/10.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά εις διατάξεις των άρθρων 505 § 2 και 473 § 3 Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με τις των άρθρων 504, 506 του Κώδικος, σαφώς προκύπτει ότι ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση πάσης αποφάσεως, οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, ήτοι και της αθωωτικής αποφάσεως, δι' οιονδήποτε, εκ των εις το άρθρο 510 § 1 Κ.Π.Δ, λόγων, συνεπώς και δι' έλλειψη αιτιολογίας (στοιχ. Δ'), ειδικής που επιβάλλει το Σύνταγμα, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογεγραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, υπ' αριθμ. 8/4 Μαρτίου 2010, κατά της υπ' αριθμ. 652/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και ως προς το σκέλος της με το οποίον ο κατηγορούμενος ... εκηρύχθη αθώος της κακουργηματικής κατοχής ναρκωτικών ουσιών, έχει ασκηθεί υπ' αυτού (εισαγγελέως), νομοτύπως και εμπροθέσμως (από της κατά την 9/2/2010 καταχωρίσεώς της στο άνω βιβλίο), με λόγο την έλλειψη της απαιτουμένης από το Σύνταγμα ειδικής αιτιολογίας και, ούσα παραδεκτή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Ως ανεφέρθη, μεταξύ των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 510 § 1 Κ.Π.Δ είναι η έλλειψη της από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου περί αθωωτικής αποφάσεως, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητος, αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή του κατηγορουμένου και όχι η αθωότης αυτού, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνο εάν αποδειχθεί η ενοχή του, και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότης του, τεκμηρίου που θεσπίζεται, άλλωστε, και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974)· τοιαύτη έλλειψη αιτιολογίας, ιδρύουσα τον άνω λόγον αναιρέσεως υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν την συνδρομή όλων ή τινών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος που του αποδίδεται, είτε όταν δεν αιτιολογείται καθόλου ή με πληρότητα και σαφήνεια, διατί το δικαστήριο της ουσίας δεν επείσθη για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του. (Δεν απαιτείται όμως να παρατίθενται περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο επείσθη για την αθωότητα του κατηγορουμένου). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ο κατηγορούμενος ... εκηρύχθη αθώος της κακουργηματικής κατοχής από κοινού ναρκωτικών ουσιών. Ως αιτιολογία της απαλλακτικής κρίσεως το άνω δικαστήριο διέλαβε τα εξής, μετά από αναφορά των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει και "ειδικότερα (από) τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από την απολογία των κατηγορουμένων": "καθόσον αφορά την πρώτη (πράξη) της κατοχής ναρκωτικών από κοινού, ο πρώτος κατηγορούμενος" (είναι ο εδώ ...) πρέπει να κηρυχθεί αθώος γιατί από το πιο πάνω αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι κατείχε τις προαναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών που βρέθηκαν εκεί". Η αιτιολογία, όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, υπό την άνω εκτεθείσαν έννοια, διότι ουδόλως εκτίθενται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και απέκλεισαν την ύπαρξη των στοιχείων της πράξεως ως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο δεν κατέληξε ότι επραγματώθη η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών.
Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει, δεκτού γενομένου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 652/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Κρήτης και μόνον ως προς το σκέλος της που εκήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο ....
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο Εισαγγελέας Αρείου Πάγου ζητεί την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ήτοι και της αθωωτικής δι' έλλειψη αιτιολογίας. Αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Αναιρεί για κατοχή από κοινού δια τον ένα κατηγορούμενο που εκηρύχθη αθώος, δι' έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν εκθέτει περιστατικά που αποκλείουν τα στοιχεία της πράξεως. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 2
|
Αριθμός 1049/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ..., ο οποίος δεν παρέστη στο Συμβούλιο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 812/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1606/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 55/4-2-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ.1 περιπτ. 4, 527 παρ. 1 και 3 και 528 του Κ.Π.Δ. την από 20-11-2009 αίτηση του ..., κατοίκου ..., οικισμού ..., με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 812/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία διατάχθηκε η δήμευση του με αριθ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου μάρκας MERCEDES, ιδιοκτησίας του και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περιπτ. 4 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση. Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι η επανάληψη της διαδικασίας, η οποία δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, ως στρεφόμενη κατά αμετακλήτου αποφάσεως, και καθιδρύεται προς αποτροπή του δεδικασμένου εκ της ποινικής αποφάσεως που διέγνωσε την ουσία της υποθέσεως και καταδίκασε ή αθώωσε τον κατηγορούμενο (ΑΠ 1201/5 ΠΧρ ΗΣΤ'/160), συγχωρείται όταν υπάρχουν δύο αντιφατικές αποφάσεις περί του αιτούντος, από τις οποίες η μία είναι καταδικαστική και η άλλη αθωωτική για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο έγκλημα του ιδίου δράστη. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 527 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ., προκύπτει, ότι η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορρίπτεται αν στρέφεται κατ' αποφάσεως, η οποία δεν είναι καταδικαστική. Τέτοια δε απόφαση θεωρείται και εκείνη η οποία διατάσσει τη δήμευση κατασχεθέντων πραγμάτων (δείτε ΑΠ 1656/2000 Π.ΧΡ. ΜΑ/717 και ΑΠ 109/81 Π.ΧΡ. ΛΑ'/476). Στην προκειμένη περίπτωση με την απόφαση της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, καταδικάσθηκε ο Ν1, κάτοικος ..., σε συνολική ποινή φυλάκισης 58 μηνών, για την αξιόποινη πράξη της προώθησης, διευκόλυνσης και μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας σαράντα έξι (46) αλλοδαπών Ιρανικής υπηκοότητας, τους οποίους επιβίβασε στο υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του αιτούντος .... Του αυτοκινήτου αυτού διατάχθηκε η δήμευση με την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση. Η απόφαση όμως αυτή σύμφωνα και με τα παραπάνω αναφερόμενα, δεν είναι καταδικαστική για τον αιτούντα ο οποίος για την ίδια παραπάνω κατηγορία κηρύχθηκε αθώος με την υπ' αριθ. 1228/08 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση του και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 20-11-2009 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του ..., κατά της υπ' αριθ. 812/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 23-1-2010
Ο Αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες υπ' αριθμ. 1-5 περιπτώσεις. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρο 527 παρ. 1 και 3 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η αίτηση επανάληψης της ποινικής διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορρίπτεται, αν στρέφεται κατά απόφασης που δεν είναι καταδικαστική, όπως κατά απόφασης με την οποία διατάσσεται η δήμευση των κατασχεθέντων πραγμάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 812/2001 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης ο Ν1 κηρύχθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης πενήντα οκτώ (58) μηνών για την αξιόποινη πράξη της προώθησης, διευκόλυνσης και μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας σαράντα έξι(46) αλλοδαπών Ιρανικής υπηκοότητας, τους οποίους επιβίβασε στο υπ' αριθμ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας ..., με την ίδια δε απόφαση διατάχθηκε και η δήμευση του ως άνω αυτοκινήτου. Με την παρούσα αίτηση ο ως άνω ιδιοκτήτης του κατασχεθέντος και δημευθέντος φορτηγού αυτοκινήτου ζητά την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την εν λόγω αμετάκλητη 812/2001 απόφαση, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι ο ίδιος κηρύχθηκε αθώος για την ίδια παραπάνω κατηγορία με άλλη αμετάκλητη απόφαση( την 1128/2008 του ίδιου δικαστηρίου). Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα η προαναφερθείσα 812/2001 αμετάκλητη καταδικαστική για τον Ν1 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία διατάχθηκε ( πλην των άλλων) και η δήμευση του αυτοκινήτου του αιτούντος, δεν είναι καταδικαστική για τον αιτούντα, ώστε να τίθεται ζήτημα επανάληψης της ποινικής διαδικασίας για κάποιον από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους, και πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/11/2009 αίτηση του ..., κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 812/2001 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Και καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, διότι η αμετάκλητη απόφαση δεν ήταν καταδικαστική για τον αιτούντα (η αίτηση αφορούσε το σκέλος της απόφασης που διέταξε την δήμευση του αυτοκινήτου του αιτούντα, ο οποίος δεν ήταν κατηγορούμενος). Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, διότι η αμετάκλητη απόφαση δεν ήταν καταδικαστική για τον αιτούντα (η αίτηση αφορούσε το σκέλος της απόφασης που διέταξε την δήμευση του αυτοκινήτου του αιτούντα, ο οποίος δεν ήταν κατηγορούμενος.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1048/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Eισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 10908/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Σφυρή και Ιωάννη Μάρκου.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 296/10.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται διάδοση ή ισχυρισμός από τον υπαίτιο ενώπιον άλλου για τρίτο περί γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη του τρίτου, το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να είχε γνώση της αναληθείας του. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, το οποίο εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά αναφερομένη στο παρόν ή παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική ή την ευπρέπεια. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 10908/2009 απόφασή του, από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) "και ο εγκαλών ήταν κάτοικοι ... και ασχολούντο με γεωργικές εργασίες. Η οικονομική κατάσταση του εγκαλούντος ήταν καλή. Έσπερνε δικά του χωράφια, διέθετε τρακτέρ και αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις του και αργότερα άρχισε να εκμεταλλεύεται με την σύζυγο του μία ταβέρνα. Τον μήνα Ιούλιο του 2002 είχε καταθέσεις στην Αγροτική Τράπεζα ύψους 3.700.000 δραχμών και απαιτήσεις ύψους 3.000.000 δραχμών από τον ..., ο δε πατέρας του διατηρούσε την Ταβέρνα "Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ". Περί το έτος 1992 ο κατηγορούμενος και ο εγκαλών αποφάσισαν να συνεργαστούν. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής προέβησαν στην αγορά, μεταξύ άλλων, και μίας θεριζοαλωνιστικής μηχανής NEW HOLLAND τύπου ΤF 44 αντί τιμήματος 13.000.000 δραχμών και των εξαρτημάτων αυτής κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών και καταρτίστηκε το από 8.7.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτών και του πωλητή .... Κατά τον χρόνο καταρτίσεως του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ο κατηγορούμενος και ο εγκαλών κατέβαλαν στον πωλητή , ως προκαταβολή το ποσό των 3.700.000 δραχμών το δε υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί σταδιακά και συγκεκριμένα το ποσό του 1.000.000 δραχμών τον μήνα Αύγουστο του 1992, το ποσό των 2.200.000 δραχμών στις 30 Αυγούστου του 1993, παράλληλα ανέλαβαν την υποχρέωση να πληρώσουν στην εταιρεία με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΕΧΝΚΗ ΑΕ συναλλαγματική αποδοχής του πωλητή ποσού 1.900.000 δραχμών λήξεως 30.8.1992 και ποσό 4.200.000 δραχμών σε συναλλαγματική αποδοχής του πωλητού με ημερομηνία λήξεως 30.12.1992, μετά δε την αποπληρωμή του τιμήματος ο πωλητής και η ως άνω εταιρεία ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν την πλήρη κυριότητα της μηχανής στους προαναφερόμενους δύο αγοραστές. Σε εκτέλεση της συμβατικά αναληφθείσης υποχρέωσης, πέραν του ως άνω ποσού της προκαταβολής, ο εγκαλών κατέβαλε για λογαριασμό και του κατηγορουμένου, περί τον Αύγουστο του 1992, το ποσό των 1.000.000 δραχμών και περί τον Αύγουστο του 1993 το ποσό των 2.200.000 δραχμών, το δε υπόλοιπο ποσό του τιμήματος εξοφλήθηκε από τους αγοραστές, κατά τα συμφωνηθέντα και τους παραδόθηκε κατά κυριότητα η εν λόγω θεριζοαλωνιστική μηχανή, η οποία έκτοτε χρησιμοποιείτο για τις ανάγκες τις συνεργασίας τους. Κατά το έτος 1996 ο κατηγορούμενος αποφάσισε να ασχοληθεί με άλλο αντικείμενο και μετά ταύτα, αποφασίστηκε η λύση της μεταξύ τους συνεργασίας και η διανομή των μηχανημάτων, που είχαν αγοράσει από κοινού, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Έκτοτε παραδόθηκε στον εγκαλούντα η εν λόγω θεριζοαλωνιστική μηχανή και αυτός πλέον έκανε αποκλειστική χρήση αυτής για την κάλυψη των αναγκών του, δεδομένου ότι εξακολούθησε να ασχολείται με καλλιεργητικές εργασίες και ο κατηγορούμενος με τον πατέρα του Χ αγόρασαν άλλη θεριζοαλωνιστική μηχανή για την κάλυψη των δικών τους αναγκών. Έκτοτε και μέχρι τον Ιούλιο του 2002 οι σχέσεις των τελευταίων με τον εγκαλούντα ήταν καλές. Περί τον Ιούλιο του 2002 κοινοποιήθηκε στον εγκαλούντα η από 1.7.2002 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, που ο κατηγορούμενος είχε ασκήσει εναντίον του εγκαλούντος ζητώντας τον διορισμό διαχειριστού της ως άνω θεριζοαλωνιστικής μηχανής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία συζητήθηκε στις 11.7.2002. Στην εν λόγω αίτησης ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο εγκαλών δεν ήταν ιδιοκτήτης της ως άνω θεριζοαλωνιστικής μηχανής από το έτος 1996, ότι από το συνολικό τμήμα της αγοράς αυτής ποσού 13.000.000 δραχμών, η οποία έγινε από κοινού από τον εγκαλούντα και τον κατηγορούμενο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ο εγκαλών είχε καταβάλει μόνο το ποσό των 700.000 δραχμών, ενώ όλο το υπόλοιπο τίμημα το είχε καταβάλει ο κατηγορούμενος, ότι ο εγκαλών αντιμετώπιζε οικονομική δυσφορία αφού ήταν στην ουσία άνεργος και απασχολούνταν περιστασιακά με απολαβές μηδαμινές, οι οποίας δεν κάλυπταν ούτε τα προσωπικά του έξοδα. Οι ισχυρισμοί αυτοί, ωστόσο, ήταν ψευδείς και ο κατηγορούμενος, που ήταν ο αιτών και εν τελεί εντολέας της συνταξάσης την αίτηση πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοδώρας Κόλλια - Κορογιάννου γνώριξε καλά ότι την θεριζοαλωνιστική μηχανή την αγόρασε από κοινού με τον εγκαλούντα από τον ... το έτος 1992, έχοντας υπογράψει το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι από το έτος 1996, που είχαν προβεί στην εξώδικη ανταλλακτική συμφωνία, ο εγκαλών έλαβε στην κατοχή του την ως άνω μηχανή, και ότι ο κατηγορούμενος από το έτος 1992 μέχρι το 2002 είχε μεγάλα εισοδήματα και οικονομική ευρωστία και διέθεσε τα μισά από τα χρήματα του τιμήματος για την αγορά αυτής Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων και δη του Δικαστικού επιμελητού, που κοινοποίησε την αίτηση στον εγκαλούντα στις 9.7.2002, κατοίκων του χωρίου ... της συζύγου του που την παρέλαβε, του αδελφού του και του κουμπάρου του ..., οι οποίοι ήταν παρόντες στην οικία του, κατά την κοινοποίηση, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή του εγκαλούντος. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος περιέλαβε στην ως άνω αίτηση τους ανωτέρω ισχυρισμούς από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη λύση της υφιστάμενης αστικής διαφοράς του με τον εγκαλούντα, πρέπει δε να απορριφθεί ο' συναφής αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Απορριπτέα κρίνονται και τα αιτήματα του τελευταίου για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως για νέες αποδείξεις και συγκεκριμένα προκειμένου να κληθούν οι μάρτυρες ... και να προσκομιστεί η βεβαίωση της Αγροτεχνικής 9.12.0, διότι κρίνεται ότι τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης, είναι επαρκή για την θεμελίωση δικονομικής πεποιθήσεως για την δικαζόμενη υπόθεση. Μετά ταύτα και εφόσον στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Δεκτός, ωστόσο, πρέπει να γίνει ο άλλος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου και να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α'του ΠΚ, διότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγινε η ως άνω αξιόποινη πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή και να του επιβληθεί ποινή μειωμένη, κατά το άρθρο 83 του ιδίου κώδικα. ης)". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης με το ακόλουθο διατακτικό.
Κηρύσσει αυτόν ΕΝΟΧΟ του ότι: Στην ..., στις 11.7.2002 με πρόθεση τέλεσε την ακόλουθη πράξη: Ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλο γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή του, το γεγεονός δε αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι είναι ψευδές και συγκεκριμένα κατέθεσε την από 1-7-2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών εναντίον του εγκαλούντος Ψ, κατοίκου ..., η οποία συζητήθηκε στις 11/7/2002 στο Δικαστήριο αυτό, στην οποία αίτηση περιλαμβάνονται οι κάτωθι ψευδείς ισχυρισμοί του που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή του εγκαλούντος και ειδικότερα ότι ο εγκαλών δεν ήταν ιδιοκτήτης από το 1996, μιας θεριζοαλωνιστικής, ότι από το συνολικό τίμημα αγοράς μιας θεριζοαλωνιστικής, 13.000.000 δραχμών, η οποία έγινε από κοινού από τον εγκαλούντα και τον κατηγορούμενο κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος, ο εγκαλών είχε καταβάλει μόνο το ποσό των 700.000 δραχμών, ενώ όλο το υπόλοιπο τίμημα το είχε καταβάλει ο κατηγορούμενος, ότι ο εγκαλών αντιμετώπιζε οικονομική δυσφορία αφού ήταν στην ουσία άνεργος και απασχολούνταν περιστασιακά με απολαβές μηδαμινές, οι οποίες στην ουσία δεν κάλυπταν ούτε τα προσωπικά του έξοδα. Οι ισχυρισμοί του αυτοί ήσαν εν γνώσει του ψευδείς και αυτός γνώριζε καλά ότι την θεριζοαλωνιστική την αγόρασαν μαζί ο εγκαλών και ο κατηγορούμενος από τον ... το 1992, υπογράψαντες ιδιωτικό συμφωνητικό ότι από το έτος 1996, οπότε αυτοί (εγκαλών και κατηγορούμενος), προέβησαν σε εξώδικη ανταλλακτικών συμφωνία, ο εγκαλών έλαβε στην κατοχή του την ως άνω θεριζοαλωνιστική μηχανή και ότι είχε από το έτος 1992 μέχρι το 2002 μεγάλα εισοδήματα και οικονομική ευρωστία και διέθεσε τα μισά από τα χρήματα του τιμήματος της θεριζοαλωνιστικής μηχανής για την αγορά της. Οι ψευδείς αυτοί ισχυρισμοί του περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων και δη του Δικαστικού Επιμελητού που κοινοποίησε την αίτηση στον εγκαλούντα στις 9/7/2002, κατοίκων του χωρίου ..., της συζύγου του που την παρέλαβε, του αδελφού του, και του κουμπάρου του ... οι οποίοι ήσαν παρόντες στην οικία του, κατά την κοινοποίηση, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή του εγκαλούντος. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού. Ειδικότερα, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία να δικαιολογούν και να θεμελιώνουν τον χαρακτήρα των γεγονότων αυτών ως προσβλητικών της τιμής του εγκαλούντος και συγκεκριμένα δεν αιτιολογείται γιατί οι φράσεις που αναφέρονται στην από 01-07-2002 αίτηση του κατηγορουμένου περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, που συνιστούν κατά τις παραδοχές της απόφασης, συκοφαντικά για τον εγκαλούντα γεγονότα, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή του εγκαλούντος (ΑΠ 303/1996) εξάλλου δεν εξειδικεύονται τα στοιχεία εκείνα που συνέχονται με τη γνώση του κατηγορουμένου ότι τα γεγονότα που ισχυρίστηκε είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή αυτού (εγκαλούντος).
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων ως αλυσιτελούς, να αναφεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 10908/ 2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Έννοια. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, το οποίο εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο παρόν ή παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική ή την ευπρέπεια. Αναιρεί διότι δεν εκτίθενται δυσφημιστικά γεγονότα.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 1050/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα-Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 123/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο .... Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 2/15 Ιανουαρίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 102/10.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 91/2-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες κατά τις διατάξεις των άρθρων 483 παρ. 1 και 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθμ. 2/2010 αίτηση αναιρέσεώς μας κατά του υπ'αριθμ. 123/21-12-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, εκθέτομεν τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα ο κατηγορούμενος Χ, πρώην Δήμαρχος και κάτοικος ..., παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Χανίων (Πλημμελημάτων), για να δικαστεί για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για παραβίαση των υποχρεώσεών του ως Δημάρχου ... λάβει τεχνικό ασφαλείας στον ομώνυμο Δήμο και να μεριμνήσει για την ύπαρξη σήμανσης ασφαλείας στα απορριματοφόρα αυτοκίνητα του Δήμου (άρθρα 28, 302 Π.Κ. και 6,7,11 παρ. 2 Πρ.Δ/τος 395/1994, 11, 12, 16 Πρ.Δ/τος 17/1996, 3 παρ. 1 Πρ.Δ/τος 105/1995 σε συνδυασμό προς το άρθρο 25 Ν. 2224/1994). Β) Η αίτηση αναιρέσεώς μας ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς. Γ) Ως λόγον αναιρέσεως προβάλλομεν την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος διά τους λόγους που εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεώς μας, στην οποία εξ ολοκλήρου αναφερόμεθα, προσθέτοντες τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Περαιτέρω στο άρθρο 114 παρ. 1 του Κωδικοποιηθέντος με το Πρ.Δ/γμα 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, καθορίζονται οι περιοριστικώς αναφερόμενες αρμοδιότητες που είχε ο Δήμαρχος κατά το 2005, δηλαδή κατά τον χρόνο που επήλθε το ατύχημα, οι συνθήκες επελεύσεως του οποίου ιστορούνται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Στην εν λόγω διάταξη δεν περιλαμβάνονται αρμοδιότητες αφορώσες την οργάνωση της καθαριότητος των Δήμων, της προσλήψεως τεχνικού ασφαλείας, αρμοδίου για την πρόληψη ατυχημάτων και της υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων, της εκπαιδεύσεως τούτων στα απορριματοφόρα και τα συναφή. Αντιθέτως, στην παράγραφο 1 του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα, όπου αναφέρονται οι αρμοδιότητες του Δημοτικού Συμβουλίου, ορίζεται ότι: "Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει για κάθε θέμα σχετικό με τις αρμοδιότητες του Δήμου, εκτός από τα θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Δημάρχου ή της Δημαρχιακής Επιτροπής. Ιδίως δε αποφασίζει ..... ιστ' "Για την οργάνωση ειδικής υπηρεσίας, που θα είναι αρμόδια να ελέγχει την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την καθαριότητα κ.τ.λ.". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 111 του ίδιου Κώδικα, στο οποίο αναφέρονται οι αρμοδιότητες της Δημαρχιακής Επιτροπής και οι οποίες κατ'εξοχήν έχουν σχέση με τα οικονομικά των Δήμων, προκύπτει ότι αρμόδιο όργανο για την πρόσληψη τεχνικού ασφαλείας και την οργάνωση των Υπηρεσιών Καθαριότητος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν το Δημοτικό Συμβούλιο. Επομένως, το προσβαλλόμενο βούλευμα, πέραν των ελλείψεων οι οποίες μνημονεύονται στην ασκηθείσα έφεσή μας, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 28 και 302 Π.Κ., σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 6,7, 11 παρ. 2 Πρ.Δ/τος 395/1994, 11, 12, 16 Πρ.Δ/τος 17/1996, 3 παρ. 1 Πρ.Δ/τος 105/1995 και 25 Ν. 2224/1994, οι οποίες προβλέπουν τα της ενημερώσεως, εκπαιδεύσεως και ασφαλείας των εργαζομένων γενικώς εκ μέρους των εργοδοτών και όλα τα συναφή. Κατόπιν τούτου, το Συμβούλιό σας, πρέπει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διά την οποία ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεώς μας, αλλά αυτεπαγγέλτως κατ'εφαρμογήν του άρθρου 511 Κ.Π.Δ.) και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν
α) Να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 123/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, ως προς όλες τις διατάξεις του, Και
β) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό Συμβούλιο. Αθήνα 22 Φεβρουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπροφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω στον ισχύοντα Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (άρθρα 86, 93 και 103 του Ν. 3463/ 2006) αλλά και στον προϊσχύοντα (άρθρα 106, 111 και 114 Κωδικοποιηθέντος με το Πρ. Δ/γμα 410/1995 σε ενιαίο κείμενο) καθορίζονται οι αρμοδιότητες του Δημάρχου, της Δημαρχιακής Επιτροπής και του Δημοτικού Συμβουλίου. Ειδικότερα, στο άρθρο 114 παρ. 1 του άνω ΠΔ 410/ (995 καθορίζονται οι περιοριστικώς αναφερόμενες αρμοδιότητες που είχε ο δήμαρχος κατά το χρόνο της ισχύος του. Στη διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνονται αρμοδιότητες που αφορούσαν την οργάνωση ης καθαριότητας των δήμων, της προσλήψεως τεχνικού ασφαλείας, αρμοδίου για την πρόληψη ατυχημάτων και της υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων ή της εκπαιδεύσεως τούτων στα απορριμματοφόρα οχήματα. Αντιθέτως, στην παρ. 1 του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα, όπου αναφέρονται οι αρμοδιότητες του Δημοτικού Συμβουλίου, ορίζεται ότι "το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει για κάθε θέμα σχετικό με τις αρμοδιότητες του Δήμου εκτός από τα θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Δημάρχου ή της Δημαρχιακής Επιτροπής. Ιδίως δε αποφασίζει....ιστ) "για την οργάνωση ειδικής υπηρεσίας που θα είναι αρμόδια να ελέγχει την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την καθαριότητα κλπ". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου iii του ίδιου Κώδικα, στο οποίο αναφέρονται οι αρμοδιότητες της Δημαρχιακής Επιτροπής και οι οποίες κατ' εξοχήν έχουν σχέση με τα οικονομικά των Δήμων προκύπτει ότι αρμόδιο όργανο για την πρόσληψη τεχνικού ασφαλείας και την οργάνωση των Υπηρεσιών Καθαριότητος κατά το χρόνο ισχύος του παλαιού Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα ήταν το Δημοτικό Συμβούλιο. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αναίρεση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου 123/2009 βούλευμά του εισαγγελική πρόταση δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις προανακριτικές καταθέσεις, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα: "Από τις προανακριτικές καταθέσεις των .μαρτύρων και όλο το προανακριτικό υλικό σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα παρακάτω. Στις 11-10-2005 και περί ώρα 15.00 ο θανών Ζ μαζί με το Ξ ως εργάτες και τον Φ ως οδηγό, ξεκίνησαν με το υπ' αριθμόν ... απορριμματοφόρο όχημα ιδιοκτησίας του Δήμου ... για την εκτέλεση της απογευματινής βάρδιας και την αποκομιδή των απορριμμάτων σε τμήμα της πόλης του .... Περί ώρα 16.15 και όταν το απορριμματοφόρο έφτασε στη συμβολή των οδών ... όπου υπήρχε κάδος απορριμμάτων ο οδηγός Φ ενεργοποίησε τα υδραυλικά συστήματα και οι δύο εργαζόμενοι Ζ και Ξ ξεκίνησαν την αποκομιδή. Τοποθέτησαν τον κάδο πάνω στους μεταλλικούς βραχίονες και ο Ξ, ο οποίος είχε αναλάβει τη λειτουργία του πίνακα χειρισμού, έδωσε εντολή από τους μεταλλικούς μοχλούς και ανύψωσε τον κάδο και αφού έπεσαν τα μεταλλικά πιράκια στις αρπαγές των βραχιόνων άδειασε το περιεχόμενο του κάδου. Στην προσπάθεια του να τινάξει τον κάδο, ώστε να πέσουν στη χοάνη του απορριμματοφόρου τα υπολείμματα που είχε, κάνοντας στιγμιαία κίνηση με τους μοχλούς πάνω - κάτω , ο κάδος αυτός έφυγε από τα ψαλίδια, δηλαδή από τις αρπαγές των βραχιόνων και έπεσε μέσα στη χοάνη. Ο Ζ μαζί με τον Ξ προσπάθησαν να τον βγάλουν από εκεί αλλά δεν τα κατάφεραν. Τότε ο Ζ έχοντας την πεποίθηση ότι το μαχαίρι είχε ακινητοποιηθεί, ανέβηκε πάνω στο απορριμματοφόρο και μπήκε μέσα στη χοάνη για να βοηθήσει από μέσα, ώστε μαζί με τον ως άνω συνάδελφο του να απεγκλωβίσουν τον κάδο και να τον απομακρύνουν από αυτή. Τη στιγμή εκείνη άρχισε να κατεβαίνει το μαχαίρι το οποίο εγκλώβισε τον Ζ στην αριστερή πλευρά του μέσα στη χοάνη του απορριμματοφόρου. Τότε αυτός φώναξε στο συνάδελφο του να πατήσει το κουμπί. Ο Ξ έτρεξε στο πίσω δεξιό πλάι του οχήματος όπου υπάρχει ένα χειριστήριο για το χειρισμό του συστήματος συμπίεσης και πάτησε το κουμπί ανάγκης (κόκκινο μπουτόν), με αποτέλεσμα να διακοπεί η κίνηση του μαχαιριού το οποίο είχε ακινητοποιήσει τον Ζ και φώναξε τον οδηγό να τον βοηθήσει.
Ο οδηγός βλέποντας την ειδική ένδειξη στην καμπίνα, διαπίστωσε το πάτημα του μπουτόν ανάγκης και αφού κατέβηκε ειδοποίησε αμέσως το Ν, υπεύθυνο του Γραφείου Καθαριότητας του Δήμου ... και τον ..., οδηγό άλλου απορριμματοφόρου. Παράλληλα με τη βοήθεια του Ξ άνοιξε την πίσω πόρτα του οχήματος από τη θέση του χειριστηρίου του οδηγού για ενδεχόμενη απεμπλοκή του Ζ, αλλά χωρίς αποτέλεσμα και στη συνέχεια την επανέφεραν χωρίς όμως να κλείσει ολοκληρωτικά. Όταν έφτασε στο σημείο ο Ν προσπάθησε να κάνει χειρισμό του μαχαιριού από τους περιστροφικούς διακόπτες ώστε με χειροκίνητη λειτουργία να απεγκλωβιστεί ο Ζ, αλλά επειδή η πόρτα δεν είχε ασφαλίσει, οι διακόπτες δεν έδιναν εντολή.
Στο σημείο έσπευσε και ο οδηγός ... ο οποίος πάτησε το λευκό κουμπί το οποίο υπάρχει για λόγους ασφαλείας και το οποίο σηκώνει, μετά το πάτημα του κόκκινου μπουτόν το φορείο με το μαχαίρι προς τα πίσω, με αποτέλεσμα να ανασηκωθεί το μαχαίρι και να απεγκλωβιστεί ο Ζ. Οι ανωτέρω συνθήκες του ατυχήματος περιγράφονται αναλυτικά στην υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 8/31-10-2005 έκθεση έρευνας των τεχνικών επιθεωρητών εργασίας .... Αμέσως μετά το ατύχημα ο παθών Ζ μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο ... όπου την επομένη μέρα, 12-10-2005, και περί ώρα 02.30 διαπιστώθηκε ο θάνατος του ο οποίος οφείλεται σε αιμορραγική καταπληξία συνέπεια κακώσεων των αγγείων της πυέλου κατόπιν σύνθλιψης όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ... ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή .... Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν είχε γίνει σε επαρκή βαθμό ενημέρωση και εκπαίδευση των εργαζομένων για τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας κατά την εργασία τους. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι κανείς δεν γνώριζε την ύπαρξη του μπουτόν χρώματος λευκού με τη χρήση του οποίου ο ... απελευθέρωσε το θανόντα.
Είναι σαφές από τα ανωτέρω ότι το ατύχημα οφείλεται σε έλλειψη εκπαίδευσης των εργαζομένων στην καθαριότητα του Δήμου από ειδικευμένο τεχνικό ασφαλείας τον οποίο όφειλε να είχε προσλάβει ο πρώτος κατηγορούμενος Χ με την ιδιότητα του Δημάρχου .... Μάλιστα για την πρόσληψη τεχνικού ασφαλείας στο Δήμο... ο οποίος θα ήταν υπεύθυνος για την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων και την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων είχαν γίνει υποδείξεις και οχλήσεις από τους επιθεωρητές εργασίας χωρίς όμως αποτέλεσμα όπως αναφέρουν στην από 31-10-2005 έκθεση τους. Εξαιτίας της έλλειψης ενημέρωσης και εκπαίδευσης των εργαζομένων στην υπηρεσία καθαριότητας του Δήμου ... ο θανών Ζ δεν πάτησε το κόκκινο κουμπί προκειμένου να διακοπεί η κίνηση του μαχαιριού πριν εισέλθει στη χοάνη του απορριμματοφόρου ενώ και ο Ξ ο οποίος εργαζόταν μαζί του στην αποκομιδή των απορριμμάτων δεν γνώριζε και δεν πάτησε το λευκό κουμπί ώστε να ανέβει το μαχαίρι και να απεγκλωβιστεί ο θανών. Περαιτέρω για το Ν που ήταν υπεύθυνος του τμήματος καθαριότητας του Δήμου ... και τον ... που ήταν υπεύθυνος του συνεργείου συντήρησης των απορριμματοφόρων και του γραφείου κίνησης του Δήμου δεν προέκυψαν ευθύνες τους σχετικά με το θανάσιμο τραυματισμό του εργαζόμενου Ζ, καθώς το ως άνω εργατικό ατύχημα δεν οφειλόταν σε κακή συντήρηση ή βλάβη του απορριμματοφόρου οχήματος και οι ανωτέρω δεν ήταν υπεύθυνοι και αρμόδιοι για την πρόσληψη τεχνικού ασφαλείας αλλά και για την ενημέρωση εκπαίδευση των εργαζομένων πάνω σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας ίσως προκύπτει από τον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας του Δήμου ... (ΦΕΚ 93/27-1-2005) όπου αναλυτικά αναφέρονται τα καθήκοντα τους. Επιπλέον και για τον τέταρτο κατηγορούμενο Ξ δεν προέκυψε καμία ευθύνη του για το θανάσιμο τραυματισμό του Ζ καθώς ήταν κι αυτός εργαζόμενος, εργάτης καθαριότητας όπως ο θανών, χωρίς ενημέρωση και εκπαίδευση σε θέματα ασφαλείας.
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει το συμβούλιο σας για τον κατηγορούμενο, Χ πρώην δήμαρχο ..., σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ 1ε και 313 ΚΠΔ να αποφανθεί 1) για την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης το οποίο είναι τοπικά και υλικά αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 1δ, 8 παρ 1γ , 111 παρ 7 , 119 παρ 1 , 122 παρ 1, 128 , 129 , 130 παρ 1 ΚΠΔ και του άρθρου 145 του ν. 3463/2006 για να δικαστεί για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρα 302, 28, 15 ΠΚ) και για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας (άρθρα 6,7,11 παρ 2 ΠΔ 395/1994 , αρθ 11, 12, 16 ΠΔ 17/1996, αρθ 3 παρ 1, 11 ΠΔ 105/1995 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 ν. 2224/1994 ), 2) σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ 1α ΚΠΔ να μη γίνει κατηγορία για το Ν κατοίκου ... , τον ...κατοίκου ... και το Ξ κατοίκου ... κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία από αμέλεια με πράξεις και παραλείψεις τους ( άρθρα 302, 28, 15 ΠΚ ) και για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας ( άρθρα 6,7,11 παρ 2 ΠΔ 395/1994 , αρθ. 11 , 12 , 16 ΠΔ 17/1996 , αρθ. 3 παρ 1 , 11, 105/1995 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 ν. 2224/1994) πράξεις που φέρονται ότι τέλεσαν στο ... στις 11-10-2005". Με τις παραδοχές αυτές όμως αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι δεν διαλαμβάνεται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό του από ποίους επιτακτικούς κανόνες δικαίου ανακύπτει η ιδιαιτέρα νομική υποχρέωση του παραπεμφθέντος στο ακροατήριο κατηγορουμένου ... ως δημάρχου ... να προσλάβει τεχνικό ασφαλείας στο Δήμο, να ενημερώσει και εκπαιδεύσει τους εργαζομένους στα απορριμματοφόρα για τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας κατά την εργασία τους καθώς και τη χρήση και λειτουργία των συστημάτων αποκομιδής του απορριμματοφόρου, να μεριμνήσει για την τοποθέτηση σήμανσης ασφαλείας η οποία να καθιστά γνωστά στους εργαζομένους τα επικίνδυνα σημεία του απορριμματοφόρου ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε, η σχετική αρμοδιότητα και οι εντεύθεν ως άνω υποχρεώσεις για την πρόσληψη τεχνικού ασφαλείας ο οποίος θα μεριμνούσε για τα ανωτέρω ανήκε στο Δημοτικό Συμβούλιο. Εξάλλου, δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που πιστοποιούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραλείψεως του κατηγορουμένου αυτού να προσλάβει τεχνικό ασφαλείας στο Δήμο και του επελθόντος αποτελέσματος, ήτοι δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αν δεν παρελείπετο η σχετική υποχρέωση του κατηγορουμένου οπωσδήποτε δεν θα συνέβαινε το ατύχημα και ο εντεύθεν επελθών θάνατος. Περαιτέρω, το Συμβούλιο για τη διαμόρφωση της κρίσης του έλαβε υπόψη του "...τις προανακριτικές καταθέσεις, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων", ενώ δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση, η οποία κατά το βούλευμα τούτο, είχε προηγηθεί, δηλαδή τις από 11-10-2005, 14-06-2006, 17-11-2005 και2-11-2005 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ν, Β1, ... και Φ καθώς και τα συγκεντρωθέντα στο στάδιο εκείνο έγγραφα όπως, η από 14-10-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των... και η από ... τεχνική έκθεση του ... κλπ.
Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου με το εκδοθέν τούτο βούλευμα του αφ' ενός δεν διέλαβε την από τις άνω διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν αναφέρει εκ ποίων διατάξεων πήγαζαν οι άνω υποχρεώσεις του κατηγορουμένου δημάρχου και περαιτέρω δεν έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Πλέον δε τούτων το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 6, 7, 11 παρ. 2 ΠΔ 395/ 1994, 11, 12, 16 του ΠΔ 17/ 1996, 3 παρ. 1 ΠΔ 105/ 1995 και 25 του ν. 2224/ 1994, οι οποίες προβλέπουν τα της ενημερώσεως, εκπαιδεύσεως και ασφαλείας των εργαζομένων γενικώς εκ μέρους των εργοδοτών και όλα τα συναφή. Επομένως, το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω διατάξεων κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή του άρθρου 513 ΚΠΔ και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθ. 123/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία εξ αμελείας δια παραλείψεως. Όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς από-τροπή του αποτελέσματος, μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διαλαμβάνει από ποιους επιτακτικούς κανόνες ανακύπτει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1065/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ... κατοίκου .... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στεφανάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1..... κατοίκου ΗΠΑ και προσωρινώς .... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Σταυρινάδου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ 2..... 3..... και 4.... κατοίκων .... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος συζύγου και πατρός των αναιρεσιβλήτων .... και υποκαταστάντων ήδη εκείνου διαδίκων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Βιλλαντζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της .... που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 345/2005 του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου που συνεδριάζει στην Σάμο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Απριλίου 2006 αίτησή του και τους από 13 Απριλίου 2007 προσθέτους αυτής λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1645/2007 απόφαση του Α1 Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία επαναφέρεται με την από 7-8-2009 κλήση προς επανασυζήτηση του εκ παραδρομής απορριφ-θέντος προσθέτου λόγου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 10 Μαΐου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της ως άνω κλήσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 309 εδαφ. α και 555 του ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι οι αποφάσεις, που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε και ότι δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Ωστόσο, στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε να ερευνήσει προταθέντα αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναίρεσης, που σωρευτικά διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναίρεσης, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι επί του μη εξετασθέντος λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Η γενική απορριπτική διάταξη της αποφάσεως του Αρείου Πάγου δεν καταλαμβάνει και το μη εξετασθέντα λόγο αναιρέσεως, αφού αυτός, ως αυτοτελής επιτευκτική διαδικαστική πράξη, είναι υποχρεωτικώς διαγνωστέος υπό του Αρείου Πάγου και η απόρριψή του μόνον δι' ειδικής σκέψεως είναι επιτρεπτή. Το νόημα αυτό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει και εκ της σύμφωνης προς το Σύνταγμα και τους λοιπούς υπερνομοθετικούς κανόνες ερμηνείας αυτών, καθόσον αυτές υπό την αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα προσέκρουαν στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ως θίγουσες το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 7-8-2009 κλήση του αναιρεσείοντος ... υποβάλλεται αίτημα επανα-συζήτησης της από 28-4-2006 αίτησης αναίρεσης και των από 13-4-2007 πρόσθετων λόγων αυτής κατά της 345/2005 απόφασης του μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο, μετά την απόρριψη από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την 1645/2007 απόφασή του της αίτησης αυτής αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους της, από τους οποίους "από παραδρομή", κατά τα εκτιθέμενα στην κλήση, "τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, το δικάσαν τμήμα του Αρείου, αντιπαρήλθε και δεν ερεύνησε..... την, ως εκ περισσού, νομίμως προβληθείσα ένσταση περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς (του) ως εναγομένου.... και την απέρριψε με την μη νόμιμη αιτιολογία ότι δήθεν "ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος", ενώ έπρεπε, ακόμη και αν υπήρξε αοριστία στη διατύπωση του λόγου της προβληθείσης ένστασης, να την κρίνει και να την κάνει δεκτή....". Κατά συνέπεια, εφόσον ο επαναφερόμενος από τον αναιρεσείοντα με την κλήση του, κατά τα με αυτή εκτιθέμενα, πρόσθετος λόγος αναίρεσης κρίθηκε και απορρίφθηκε με την οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο το υποβαλλόμενο με την κλήση αίτημα επανεξέτασης του απορριφθέντος λόγου αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-8-2009 κλήση-αίτηση του ... για επανασυζήτηση της από 28-4-2006 αίτησης και των από 13-4-2004 πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατά της 345/2005 απόφασης του Μεταβατικού Εφετείου Σάμου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Αίτημα εξέτασης μη ερευνηθέντος λόγου αναίρεσης είναι νόμιμο. Απαράδεκτη κλήση διότι κατά τα εκτίθέμενα σ΄ αυτή εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως αόριστος ο λόγος αναίρεσης
| null | null | 0
|
Αριθμός 1047/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόκοτα, περί αναιρέσεως της 883/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 290/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 501 παρ.1 ΚΠΔ "Αν κατά την συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Η διάταξη του άρθρου 349 για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανιστεί για λόγους ανώτερης βίας κ.λπ.". Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι με την αναίρεση συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση, που απέρριψε αίτημα αναβολής. Περαιτέρω η αθωωτική ή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία ή δεν απεδείχθησαν από αυτή και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε ή δεν συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος ή αθωώθη ούτος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν ή δεν προέκυψαν τα περιστατικά ως και οι νομικοί συλλογισμοί που οδήγησαν στην καταδικαστική ή απαλλακτική κρίση του δικαστηρίου. Η κατά τ'άνω αιτιολογία, ειδική και εμπεριστατωμένη πρέπει να εκτείνεται και σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις σχετικά με τις αιτήσεις που υποβάλλονται, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή τους αφίεται στην διακριτική ευχέρεια ή ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Εντεύθεν, και η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος αναβολής εκ του άρθρου 349 ΚΠΔ απόκειται μεν εις την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως τούτο να απαντήσει στο υποβληθέν αίτημα και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει την απόφασή του, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.883/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, το οποίο εδίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο κατηγορούμενος- τότε εκκαλών, νύν αναιρεσείων δεν ενεφανίσθη, αλλ'ενεφανίσθη κατ'εντολή του ως άγγελος ο δικηγόρος Λιβαδειάς Νικόλαος Κουλουργιώτης, ο οποίος ανήγγειλε στο δικαστήριο ότι "ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και ζητά την αναβολή της δίκης. Επίσης αναφέρει ότι εκκρεμεί και αναίρεση στο ΣτΕ η οποία συζητείται στις 11-11-2009. (προσκομίσθηκε 1. το από 19-10-2009 ιατρικό σημείωμα του Ορθοπεδικού-Χειρούργου ... (το οποίο και αναγνώσθηκε), 2.φωτ/φο των από 6-5-2005 αίτησης αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και 3.φωτ/φο τον από 31-01-2006 πρόσθετων λόγων αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας".
Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής ως αβάσιμο και εν συνεχεία την έφεση ως ανυποστήρικτο. Ως αιτιολογία η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε τα εξής : "Η περί αναβολής αίτηση του κατηγορούμενου αποδεικνύεται μη βάσιμη από τα ανω αποδεικτικά στοιχεία .Ο λόγος της αναβολής δεν συνιστά, σημαντικά αίτια που εμπόδισαν τον ως άνω κατηγορούμενο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου (349 ΚΠΔ).Γι'αυτό πρέπει να μην γίνει δεκτή η αίτηση του κατηγορούμενου περί αναβολής της δίκης. Ειδικότερα, το αίτημα αναβολής της υπόθεσης που υποβλήθηκε από τον ενεργούντα ως άγγελο, Δικηγόρο Λιβαδειάς, Νικόλαο Κουλουργιώτη, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του εκκαλούντος - κατηγορουμένου δεν αποδείχθηκε βάσιμο, διότι προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο βεβαίωση ιδιώτη ιατρού με φερόμενη ημερομηνία δύο ημέρες πριν από τη δικάσιμο, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος πάσχει από ύδραθρο (ΑΡ) γόνατος και έντονη οσφυαλγία με μυϊκό σπασμό και χρήζει να παραμείνει κλινήρης για 7 ημέρες. Ωστόσο αφενός μεν το ως άνω πρόσωπο που ως άγγελος υπέβαλε το ως άνω αίτημα δεν προσδιόρισε με σαφήνεια την κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου την ημέρα της δικασίμου από την οποία να προκύπτει βεβαιότητα η αδυναμία του κατηγορουμένου να προσέλθει στο Δικαστήριο ούτε δε από την ανωτέρω ιατρική βεβαίωση του ιδιώτη ιατρού προκύπτει κατ' τρόπο σαφή ότι ο κατηγορούμενος την ημέρα της δικασίμου βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση σε ότι αφορά την υγεία του ώστε ήταν αδύνατη η παρουσία του. Σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να εκπροσωπηθεί από τον άγγελο, ο οποίος είναι δικηγόρος κατόπιν εξουσιοδότησης του κατ' άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ. Εξάλλου τα δικόγραφα που προσκόμισε ο άνω άγγελος (φωτοαντίγραφα της από 6.5.2005 αίτησης αναίρεσης και των από 31.1.2006 πρόσθετων λόγων αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας), αναφέροντας ότι εκκρεμεί αναίρεση στο ΣτΕ, η οποία συζητείται στις 11.11.2009, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, διότι δεν συνδέονται με το αίτημα αναβολής. Πρέπει λοιπόν το ανωτέρω αίτημα αναβολής να απορριφθεί ως αβάσιμο". Ο αναιρεσείων αιτιάται με τους σχετικούς λόγους αναίρεσεώς του, δι'αναιτιολόγητο απόρριψη του αιτήματος της αναβολής και εξ αυτού δι'απόλυτο ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο διότι, κατ'εκτίμηση, δεν ετηρήθησαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση και υπεράσπιση του κατηγορούμένου ως και δι'υπέρβαση εξουσίας, λόγω της απορρίψεως της εφέσεως του ως ανυποστηρίκτου. Όμως με τις άνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδείας διέλαβε στην περεμπίπτουσα, απορριπτική του αιτήματος αναβολής, απόφασή του την απαιτούμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες εξήγαγε και στις οποίες εθεμελίωσε την αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και εξ αυτού την απορριπτική του κρίση. Ειδικότερα η απόφαση αναφέρει την αναγνωσθείσα ιατρική βεβαίωση, την κατάθεση επί του αιτήματος αναβολής (υπό) του αγγέλου, τον μη προσδιορισμόν υπ'αυτού της ακριβούς καταστάσεως της υγείας του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ως και την μη προκύψασα βεβαία αδυναμία του να προσέλθει στο δικαστήριο την συγκεκριμένη δικάσιμο, ενώ δεν ήτο απαραίτητο δια την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει τον λόγο, για τον οποίον η επικαλουμένη ασθένεια δεν συνιστά σημαντικόν αίτιο, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, εφόσον εδέχθη το όπερ και κρίσιμον ενταύθα ότι η τελευταία αυτή (ασθένεια) δεν προέκυψε, ούτε από την κατάθεση του αγγέλου, ούτε από το ιατρικό πιστοποιητικό ότι ήτο τοιαύτης σοβαρότητος, ώστε να εμποδίσει τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί και να υποστηρίξει την έφεσή του. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α , Δ και Η ΚΠΔ, περί ελλείψεως αιτιολογίας και απολύτου ακυρότητος ως και υπερβάσεως εξουσίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2010 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.883/2009 απόφασεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδείας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως ή αθωωτικής ή απορριψάσης την έφεση ως ανυποστήρικτη. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως η απορρίπτουσα το αίτημα αναβολής (άρθρ. 349 ΚΠΔ). Αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε έφεση ανυποστήρικτη, αφού απέρριψε αιτιολογημένα αίτημα αναβολής. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 1
|
Αριθμός 1045/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τελώνη, περί αναιρέσεως της 1070/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 7 Απριλίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 159/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 397 παρ. 1 ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Κατά δε το άρθρο 398 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται ο υπαίτιος δόλιας χρεοκοπίας κατά τους όρους του εμπορικού νόμου.... Εξάλλου, κατά το άρθρο 684 του Eμπ. Nόμου, κηρύσσεται δόλιος χρεοκόπος και τιμωρείται κατά τους ορισμούς του ποινικού νόμου, πας πτωχεύσας έμπορος όστις...ήθελε υπεξαιρέσει ή αποκρύψει μέρος του ενεργητικού του. Από τις άνω διατάξεις και την ερμηνεία αυτών προκύπτει ότι μεταξύ των εγκλημάτων της καταδολίευσης δανειστών και της δόλιας χρεοκοπίας υφίσταται όχι αληθινή κατ' ιδέαν συρροή αλλά φαινόμενη τοιαύτη (συρροή νόμων). Η προσθήκη στο άρθρο 397 ΠΚ της ρήτρας της επικουρικότητας διαπλάσσει τοιαύτη ρητής επικουρικότητας αποκλείουσα συρροή αυτής προς άλλη ποινική διάταξη που προστατεύει το ίδιο έννομο αγαθό και που προβλέπει αυστηρότερη ποινή. Έτσι, η διάταξη του άρθρου 397 είναι επικουρική έναντι εκείνης του άρθρου 398 ΠΚ, η οποία αναφέρεται στην προστασία του ίδιου με την πρώτη εννόμου αγαθού της περιουσίας πλην προβλέπει βαρύτερη από εκείνη ποινή. Ενεργητικό υποκείμενο στην παράβαση του άρθρου 397 ΠΚ μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε οφειλέτης έμπορος ή όχι, αλλά, αν είναι έμπορος, που διατελεί σε κατάσταση πτώχευσης υπό την έννοια της παύσης των πληρωμών έστω και αν δεν έχει εκδοθεί απόφαση κηρύσσουσα την πτώχευση, τότε οι πράξεις που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών λαμβάνουν το χαρακτήρα της κατ' άρθρο 684 Εμπ.Ν. δόλιας χρεοκοπίας και τιμωρούνται κατά το άρθρο 398 ΠΚ. Βάσει λοιπόν του ερμηνευτικού κανόνα primarius derogat legi subridiarae αποκλείεται η αληθής κατ' ιδέαν συρροή μεταξύ των παραπάνω εγκλημάτων. Υφίσταται επομένως σε τέτοια περίπτωση ένα μόνο έγκλημα (υπεξαίρεση από τον πτωχεύσαντα του ενεργητικού της περιουσίας του), που προβλέπεται από δύο διατάξεις του ΠΚ (397, 398) μεταξύ των οποίων, βάσει της άνω ερμηνευτικής αρχής, αποκλειστική εφαρμογή έχει η διάταξη 398 ΠΚ. Όταν λοιπόν υφίσταται ταυτότητα πράξεως δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας η καταδίκη για δόλια χρεοκοπία εκείνου που διώχθηκε για καταδολίευση δανειστών. Περαιτέρω, μεταβολή της κατηγορίας, που συνεπάγεται κατά το άρθρο 171 παρ. 1β' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα αναιρετικό λόγο, συνεπεία της μη τήρησης των διατάξεων των άρθρων 27 και 43 ΚΠΔ, οι οποίες καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε αυτός σε δίκη, κατά χρόνο τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις που θεμελιώνουν το έγκλημα, για το οποίο η κατηγορία, και όχι όταν, κατ' άρθρο 371 παρ. 3 ΚΠΔ, προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία ή υπό τα αυτά περιστατικά δίδεται ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της ιδίας πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για καταδολίευση δανειστών και του απαγγέλθηκε κατηγορία με τα εξής περιστατικά: Κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι στην ... στις 26-06-2002 τέλεσε την ακόλουθη πράξη οφειλέτης τυγχάνων, με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακά του στοιχεία. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε ότι όφειλε στην, εδρεύουσα στην ..., εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της ..., το ποσό των 102.148,38 ευρώ, ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) α)δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πατρών Πηνελόπης Κωνσταντίνου Τσούνη, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, στον δεύτερο κατηγορούμενο ..., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα πεντακόσια χιλιοστά (500/1000) ενός ενιαίου οικοπέδου επιφανείας 300,50 τ.μ., κειμένου στη θέση ... των ..., που αντιστοιχούσαν σε κάθετη ιδιοκτησία επιφανείας 150,25 τ.μ., επί της οποίας υπήρχε διώροφη μονοκατοικία επιφανείας 149,88 τ.μ. με υπόγειο επιφανείας 40,00 τ.μ., της οποίας (μονοκατοικίας) το ισόγειο ήταν επιφανείας 89,80 τ.μ. και ο πρώτος όροφος ήταν επιφανείας 60,08 τ.μ., και β)δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πατρών Πηνελόπης Κωνσταντίνου Τσούνη, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, στην τρίτη κατηγορουμένη ..., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το υπό στοιχεία ΓΙΩΤΑ ΕΝΑ (I1) διαμέρισμα του ισογείου ορόφου πολυκατοικίας κειμένης στην περιοχή ... στη θέση ..., επί των οδών ... και ..., επιφανείας (του διαμερίσματος) 23,73 τ.μ. Ο κατηγορούμενος προέβη στις ανωτέρω απαλλοτριώσεις των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων του, χωρίς να λάβει οιοδήποτε αντάλλαγμα, με σκοπό να ματαιώσει, και πράγματι ματαίωσε, την ικανοποίηση της παραπάνω εγκαλούσας-δανείστριας του, αφού ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) πολύ καλά γνώριζε, ότι η εναπομείνασα σ' αυτόν περιουσία, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της πιο πάνω εγκαλούσας. Ακολούθως με την υπ' αριθ. 1738/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών ο αναιρεσείων κηρύχτηκε ένοχος, κατά μεταβολή της κατηγορίας, για δόλια χρεοκοπία. Κατόπιν δε εφέσεως του, η οποία περιείχε ειδικό λόγο για ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1070/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχτηκε και πάλι ένοχος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, για δόλια χρεοκοπία με το ακόλουθο σκεπτικό: Ο πρώτος κατηγορούμενος-εκκαλών Χ όντας έμπορος, στην ... στις 26.6.2002, ενώ ώφειλε στην εδρεύουσα στην ... εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".... ΕΠΕ" το ποσό των 102.148,38 ευρώ προερχόμενο από τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές που είχε εκδώσει στις 20.5, 20.6 και 19.6.2002 με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως για τις δύο την 20.7.2002 και 20.8.2002 για τις οποίες εκδόθηκε εις βάρος του στις 3.7.2002 η επιταγή πληρωμής με αρ. 23/3.7.2002, αυτός στις 26.6.2002 δολίως υπεξαίρεσε μέρος του ενεργητικού του και συγκεκριμένα μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής α) με το ... συμβόλαιο της συμ/φου Πατρών Πηνελόπης Τσούνη στον δεύτερο κατηγορούμενο ... (υιό του) κατά πλήρη κυριότητα τα 500/1000 ενός ενιαίου οικοπέδου 300,50 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ... των ... που αντιστοιχούσαν σε κάθετη ιδιοκτησία επιφάνειας 150,25 τ.μ. επί της οποίας υπήρχε διώροφη μονοκατοικία επιφάνειας 149,88 τ.μ. με υπόγειο επιφάνειας 40 τ.μ., ισόγειο επιφάνειας 89,80 τ.μ. και πρώτο όροφο 60,08 τ.μ. και β) με το ... συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμ/φου στην Τρίτη κατηγορουμένη ... (θυγατέρα του) κατά πλήρη κυριότητα το υπό στοιχεία ΓΙΩΤΑ-ΕΝΑ διαμέρισμα του ισογείου ορόφου πολυκατοικίας στην περιοχή ... στη θέση ... επί των οδών .. και ... επιφάνειας (του διαμερίσματος) 23,73 τ.μ. Ο κατηγορούμενος αυτός μεταβιβάζοντας τα παραπάνω περιουσιακά του στοιχεία στα δύο τέκνα του, χωρίς να λάβει αντάλλαγμα, σκοπίμως μείωσε το ενεργητικό της περιουσίας του καθόσον βρισκόταν ήδη σε κατάσταση παύσεως πληρωμών, γεγονός που γνώριζε αφού ο ίδιος λίγες μέρες αργότερα, δηλαδή στις 9.7.2002, προέβη σε δήλωση αναστολής των πληρωμών του ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πατρών, με βάση την οποία (δήλωση) εκδόθηκε η 947/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών που όρισε χρόνο παύσεως πληρωμών την 9.7.2002, στέρησε από τους πιστωτές του οριστικά το δικαίωμα να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους και συγκεκριμένα, πράγματι ματαίωσε την ικανοποίηση της εγκαλούσας - δανείστριας του διότι η εναπομείνουσα σε αυτόν περιουσία δεν αρκούσε για να ικανοποιήσει την προαναφερθείσα απαίτηση της από 102.148,38 ευρώ. Επομένως ο 1ος κατηγορούμενος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος δόλιας χρεοκοπίας (άρθρο 398 ΠΚ, 684 Εμπ.Ν.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Από την αντιπαραβολή των πραγματικών περιστατικών που διαλαμβάνονται στο άνω κλητήριο θέσπισμα και στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ταυτότητα της πράξεως όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και ως εκ τούτου ορθώς προέβη η προσβαλλόμενη απόφαση σε μεταβολή της κατηγορίας από την καταδολίευση δανειστών σε δόλια χρεοκοπία αφού τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό πραγματικά περιστατικά είναι τα αυτά με εκείνα που διαλαμβάνονται στο θέσπισμα τούτο και έτσι ορθώς το Δικαστήριο της ουσίας, μεταβάλλοντας επιτρεπτώς την κατηγορία, προσέδωσε στα περιστατικά αυτά τον ορθό χαρακτηρισμό της πράξεως ως τοιαύτης της δόλιας χρεοκοπίας.
Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας και ο περί του αντιθέτου πρόσθετος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν εκθέτει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στην κρίση ότι ο αναιρεσείων στις 26-06-2002, που μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στα τέκνα του τα περιουσιακά του στοιχεία, τελούσε ήδη σε κατάσταση παύσης των πληρωμών, ούτε αιτιολόγησε το διαφορετικό χρόνο παύσης των πληρωμών (26-06-2002) από εκείνο που καθόρισε το Πολυμελές Πρωτοδικείο που τον κήρυξε σε πτώχευση δηλαδή την 09-07-2002, είναι απορριπτέες η πρώτη τούτων ως απαράδεκτη αφού ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η δε δεύτερη ως αβάσιμη καθόσον το ποινικό δικαστήριο επιτρεπτώς, από το ενώπιον του αποδεικτικό υλικό, μπορεί να ορίσει διαφορετικό χρόνο παύσεως των πληρωμών εκείνου που όρισε το πολιτικό δικαστήριο. Όθεν και οι λοιποί λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1, Δ' και Ε' του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Επομένως, η αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 2/ 22-01-2010 αίτηση και τους επ' αυτής από 07-04-2010 πρόσθετους λόγους του Χ, για αναίρεση της 1070/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδολίευση δανειστών. Δόλια χρεοκοπία. Μεταξύ των εγκλημάτων αυτών υφίσταται όχι αληθινή κατ' ιδέαν συρροή αλλά φαινομένη (συρροή νόμου). Η διάταξη του άρθρου 397 ΠΚ είναι επικουρική έναντι εκείνης του άρθρου 398 ΠΚ. Επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας από καταδολίευση δανειστών σε δόλια χρεοκοπία, διότι πρόκειται περί των ιδίων περιστατικών. Απορρίπτει αίτηση διότι δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορίας μεταβολή, Συρροή εγκλημάτων, Καταδολίευση δανειστών, Χρεοκοπία δόλια.
| 2
|
Αριθμός 1044/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσειούσης - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Βενιζέλο, περί αναιρέσεως της 4879/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βλάχο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 60/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κατ' άρθρον 363 Π.Κ. συκοφαντική δυσφήμηση η οποία υπάρχει όταν κάποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, διώκεται, κατ' άρθρον 368 παρ. 1 μόνο ύστερα από έγκληση. Έγκληση είναι η δήλωση βουλήσεως του παθόντος προς την αρμοδία δικαστική αρχή ότι επιθυμεί την δίωξη της κατ' αυτού τελεσθείσης αξιοποίνου πράξεως, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση για την νομότυπο γένεση της ποινικής δίκης. Ούτω κατ' άρθρον 117 παρ. 1 ΠΚ "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της". Ως γνώση θεωρείται η πληροφόρηση του δικαιούχου σε έγκληση κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο περί των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία κατόρθωσε να μορφώσει πλήρη γνώμη για την πράξη, δηλαδή μόλις ο δικαιούμενος λάβει γνώση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την τελεσθείσα πράξη. Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσεως, λήγει δε όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μηνός που αντιστοιχεί αριθμητικώς με την ημέρα ενάρξεως. Εξάλλου για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για αδίκημα, για το οποίο η ποινική δίωξη ασκείται μόνον κατόπιν εγκλήσεως, όπως εις την περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως, πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος της γνώσεως της πράξεως και του δράστου από τον παθόντα ως και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την γνώση αυτή, όταν η έγκληση υπεβλήθη μετά την πάροδο του τριμήνου από της γνώσεως ή (εάν προβάλλεται ένσταση απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, λόγω μη εμπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως. Αρκεί βέβαια η άνω αιτιολόγηση, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του χρόνου γνώσεως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελούν, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., στοιχ. Α' η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171), η οποία προκαλείται, κατά την παρ. 1 υπό στοιχ. β' αυτού, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα, στοιχ. Δ' η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και στοιχ. Η' η υπέρβαση εξουσίας η οποία υπάρχει, υπό στοιχ. δ' όταν το δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υπεβλήθη η απαιτουμένη έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπου πρόκειται για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως διωκόμενο, κατά τ' άνω, κατ' έγκληση, προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ότι η έγκληση υπεβλήθη την 12η Απριλίου 2005, προς δε προκύπτει, από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 4879/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ότι τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και αναφορά κατ' είδος των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων ότι ο εγκαλών ... έλαβε γνώση της πράξεως αυτής και του προσώπου της δράστιδος-κατηγορουμένης περί τα τέλη Μαρτίου 2005, ότε η (δευτέρα) σύζυγος αυτού ... εγνωστοποίησε εις αυτόν το περιεχόμενο των σταλεισών εις αυτήν υπό της κατηγορουμένης και αφορωσών αυτόν δύο συκοφαντικών επιστολών και συνεπώς μέχρι της υποβολής της εγκλήσεως δεν είχε παρέλθει τρίμηνο από της τοιαύτης γνώσεως. Επομένως το ανωτέρω δικαστήριο ορθώς απέρριψεν ως ουσιαστικώς αβάσιμη την ένσταση της κατηγορουμένης περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, λόγω μη εμπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως και οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Η' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ο μέρος δε υπό την επίφαση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, επιχειρείται από την αναιρεσείουσα διάφορος εκτίμηση του χρόνου γνώσεως του εγκαλούντος και δη προγενέστερος του γενομένου δεκτού υπό της αποφάσεως, ώστε να έχει συμπληρωθεί τρίμηνο προ της υποβολής της εγκλήσεως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αφορά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Περαιτέρω η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογίας, διότι αναφέρει την τρίτη μάρτυρα ως "τετάρτη μάρτυρα κατηγορίας" και δη την Υ1, την οποία μάλιστα η αναιρεσείουσα χαρακτηρίζει μάρτυρα υπερασπίσεως. Ο εκ της τοιαύτης αιτιάσεως λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, το μεν, διότι η πρώτη αναφορά οφείλεται εις προφανή παραδρομή κατά την αρίθμηση της σειράς των εξετασθέντων μαρτύρων, το δε, διότι η ανωτέρω Υ1, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ως μάρτυς κατηγορίας αναφέρεται, κάτωθι του κλητηρίου θεσπίσματος, μετά των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας.
Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 82/22 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4879/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων (500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 363 § 1 ΠΚ. Έγκληση (άρθρ. 368 § 1, 117 § 1 ΠΚ) εντός τριμήνου από της γνώσεως λαμβανομένης υπόψη και της ημέρας της γνώσεως, που πρέπει να αιτιολογείται. Η κρίση περί του χρόνου γνώσεως ανέλεγκτη. Υπέρβαση εξουσίας εάν δεν υπεβλήθη η απαιτούμενη έγκληση και παρά ταύτα δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Έγκληση.
| 0
|
Αριθμός 1042/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1471/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1356/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 99/11-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 172/21-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ και της Ευρωπίας, κατοίκου ..., την οποία άσκησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αντώνιος Ι. Χονδρογιάννης δυνάμει της από 15-9-2009 εξουσιοδοτήσεως, κατά του υπ' αριθμ. 1471/20-8-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 569/14-11-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 2256/7-8-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το εμπιστεύθηκαν στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και η οποία τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση (άρθρα 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 1-2 α Π.Κ.). Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος το οποίο υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473, παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ., με δήλωση στην Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ..., για την οποία έχει συνταχθεί η προαναφερόμενη έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα έχει επιδοθεί στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 9-9-2009 και στον αντίκλητό του πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Ι. Χονδρογιάννη στις 18-9-2009. Είναι ως εκ τούτου τυπικά δεκτή. Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1(δ) σε συνδ. με το άρθρο 139 Κ.Π.Δ.). Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και κατά το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως ως προς τον λόγο της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου γενικά απόκειται στην αναιρετικώς ενέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000, Α.Π. 591/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ/537 και ΝΒ 131).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στη ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα που έχουν ληφθεί υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο κατηγορούμενος Χ, που εργαζόταν ως υπάλληλος στο επί της οδού ... υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εγκαλούντα Β, βορειοηπειρώτη, τη θυγατέρα του οποίου είχε βαπτίσει. Την 1.11.1999 ο παραπάνω εγκαλών ανέλαβε από τον υπ' αρ. ... κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, το ποσό των 3.000.000 δρχ. (=8.804,10 ευρώ) και το παρέδωσε στον κατηγορούμενο, με την εντολή να του το φυλάξει για λογαριασμό του και να του το αποδώσει την 30.4.2000. Παρόμοια, ο εγκαλών Λ, πεθερός του Β, γνώρισε μέσω του τελευταίου τον κατηγορούμενο και την 4.1.2000 παρέδωσε σ' αυτόν το χρηματικό ποσό των 10.000.000 δρχ. (=29.347,02 ευρώ) με την εντολή να του το φυλάξει για λογαριασμό του και να του το αποδώσει την 4.1.2001. Σύμφωνα δε με τις καταθέσεις του εγκαλούντος Β και των προταθέντων μαρτύρων ... και ..., οι εγκαλούντες, ως βορειοηπειρώτες, ωθήθηκαν σ' αυτήν την πράξη, επειδή είχαν ακούσει φήμες περί του ότι το ελληνικό κράτος θα προέβαινε σε έλεγχο της προέλευσης των χρημάτων όλων των θεωρούμενων στην Ελλάδα ως αλλοδαπών, που δεν είχαν ακόμα νομιμοποιηθεί και σε δέσμευση-κατάσχεση των περιουσιών τους, ενώ αρνούνται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι τα παραπάνω χρήματα εδόθηκαν σ' αυτόν, προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό των εγκαλούντων στο Χρηματιστήριο. Κατά την εκπνοή των παραπάνω προθεσμιών ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε αντίστοιχα τα παραπάνω χρηματικά ποσά στους εγκαλούντες και μετά από συμφωνία παράτασης του χρόνου απόδοσης των χρημάτων, που είχε μ' αυτούς, απέδωσε περί τον Ιούνιο του 2001 στον εγκαλούντα Β το ποσό των 1.500.000 δρχ. (βλ. σχετ. την από 11.5.2006 κατάθεση του: "...στις αρχές του 2001. ... Μετά έξι μήνες επέστρεψε σε μένα, έναντι των χρημάτων που του είχα δώσει, 1.500.000 δρχ., ...") και την 3.12.2002 απέδωσε στον εγκαλούντα Λ το ποσό των 4.500 ευρώ. Την 12.9.2003, και ενώ τα ιπόλοιπα οφειλόμενα ποσά, που δεν είχαν αποδοθεί αντίστοιχα στους εγκαλούντες, ανέρχοντο σε 4.402,05 ευρώ και 24.847,02 ευρώ, ήτοι συνολικά 29.249,07 ευρώ, οι τελευταίοι επέδωσαν με δικαστικό επιμελητή στον κατηγορούμενο την από 1.9.2003 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση και διαμαρτυρία τους, που απηυθύνετο προς αυτόν, με την οποία τον καλούσαν να καταβάλει εντός τριών ημερών από την επίδοση της τα οφειλόμενα στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Ο κατηγορούμενος δεν προέβη στην απόδοση των παραπάνω ποσών στους εγκαλούντες εντός της ταχθείσας ημερομηνίας, αλλά τα παρακράτησε παράνομα και τα ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία σαν δικά του αγαθά, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης των παραπάνω ποσών, τα οποία του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του παραδέχθηκε ότι έλαβε τα παραπάνω ποσά των 3.000.000 δρχ. και 10.000.000 δρχ. την 1.11.1999 και την 4.1.2000 αντίστοιχα, και προέβαλε τον ισχυρισμό, όπως προαναφέρθηκε, ότι τα παραπάνω ποσά του παραδόθηκαν από τους εγκαλούντες, που επιδίωκαν γρήγορα και πολλά κέρδη, όχι για φύλαξη, αλλά για να τα επενδύσει στο Χρηματιστήριο με τον δικό του κωδικό, ότι, επειδή οι σχετικές επενδύσεις δεν απέδωσαν, οι εγκαλούντες απέκρουσαν τις μετοχές, που τους προσέφερε και του ζήτησαν την επιστροφή του κεφαλαίου τους και ότι, επειδή και ο ίδιος επένδυσε δικά του χρήματα χωρίς να τύχουν της ανάλογης απόδοσης, βρέθηκε σε σημαντική οικονομική δυσχέρεια να τους επιστρέψει τα οφειλόμενα. Πλην όμως, ουδέν σχετικό έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζει, ούτε κανένας μάρτυρας επαληθεύει τους ισχυρισμούς του. Συμπληρωματικά πρέπει να λεχθούν και τα εξής: α) Η παράδοση στον κατηγορούμενο του ποσού των 10.000.000 δραχμών από τον πρώτο από τους εγκαλούντες Λ και η υποχρέωση του κατηγορουμένου να του το αποδώσει στις 4-1-2001 προκύπτει και από την από 5-1-2000 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1559/1989, που φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του κατηγορούμενου, την οποία (υπεύθυνη δήλωση) ο τελευταίος παρέδωσε στον άνω εγκαλούντα, β) Ο όλως αόριστος ισχυρισμός που ο κατηγορούμενος προέβαλε κατά την προκαταρκτική εξέταση, την κύρια ανάκριση, αλλά και με τους λόγους της έφεσής του, ότι δηλαδή τα ανωτέρω ποσά του παραδόθηκαν από τους εγκαλούντες προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό τους στο χρηματιστήριο με το δικό του κωδικό, επειδή όμως οι σχετικές επενδύσεις δεν απέδωσαν αρνήθηκαν να παραλάβουν τις μετοχές που είχε αγοράσει για λογαριασμό τους, αποδυναμώνεται πλήρως αφού, ουδείς μάρτυρας επαλήθευσε τον ισχυρισμό αυτό, ούτε προσκομίστηκε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Συγκεκριμένα, αν ο ισχυρισμός του ήταν αληθινός θα είχε προσκομίσει τη σύμβαση που είχε υπογράψει με τη χρηματιστηριακή εταιρία, τον κωδικό του, κυρίως όμως τα αντίγραφα των πινακιδίων εκτέλεσης χρηματιστηριακών εντολών, από τα οποία θα προέκυπτε η αγορά των μετοχών ισόποσης αξίας με τα ανωτέρω ποσά, μετά το χρόνο της παράδοσης των χρημάτων από τους εγκαλούντες. Με τις παροδές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσο εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και ως εκ τούτου οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 δ είναι αβάσιμες. Ε Ι Δ Ι Κ Ο Τ Ε Ρ Α Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1,2 Π.Κ., όπως αντικ. από το άρθρο 1 παρ.9 του επιεικέστερου Ν.2408/1996 και συμπλ. με το άρθρο 14 παρ.3 εδ. α',β' του Ν.2721/1999: "1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την τέλεση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται τα εξής στοιχεία : α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται κατά το αστικό δίκαιο, β) το κινητό αυτό πράγμα να έχει περιέλθει κατά οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη και να είναι στην κατοχή του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντελείται χωρίς τη συναίνεση του κυρίου του πράγματος και δ) δόλια προαίρεση του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό τρόπο το κατεχόμενο από αυτόν ξένο κινητό πράγμα. Θεωρείται το αδίκημα τετελεσμένο αφότου ο υπαίτιος επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας με την οποία εκδηλώνεται και εξωτερικεύεται ο σκοπός της ιδιοποίησης (Α.Π. 1062/99 Ποιν.Χρον.Ν/520, Α.Π.1115/99 Ποιν.Χρον.Ν/536, Α.Π.924/99 Ποιν.Χρον.Ν/429, Α.Π.162/1999 Ποιν.Χρον. ΜΘ/992, A.Π. 1685/1998 ΠοινΧρον.ΜΘ/941, Α.Π.13011998 Ποιν. Χρον. ΜΘ/1303, Α.Π.1258/1998 Ποιν.Χρον. ΜΘ/691. Α.Π.1241/1998 Ποιν.Χρον.ΜΘ/684, Α.Π. 979/1998 Ποιν. Χρον.ΜΘ/554. Α.Π.732/1998 Ποιν.Χρον.ΜΘ/325, Α.Π. 851/1998 Ποιν.Χρον.ΜΘ/452, Α.Π. 621/1998 Ποιν.Χρον. ΜΘ/63. Α.Π. 606/1998 Ποιν.Χρον.ΜΘ/57, Α.Π. 109/1998 Ποιν.Χρον. ΜΗ/758, ΑΠ 29/1998 Ποιν.Χρον. ΜΗ/667. Α.Π. 1786/1997 Ποιν.Χρον. ΜΗ/594, Α.Π. 1466/1997 Ποιν.Χρον. ΜΗ/967). Για τη θεμελίωση της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται είτε να αφορά αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας τα 25.000.000 δραχμές, είτε να αφορά αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και να συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 375 του Π.Κ. (όπως αντικ. από το άρθρο 1παρ.9 Ν.2408/1996) καταστάσεις ή ιδιότητες του υπαιτίου. Έτσι υπεξαίρεση με αντικείμενο αξίας άνω των 25 εκατομμυρίων δραχμών είναι πάντοτε κακούργημα, χωρίς να απαιτείται να συντρέχει και κάποια περίπτωση της παρ.2 του άρθρου 375 Π.Κ., εάν δε συντρέχει κάποια από τις επιβαρυντικές περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 375 Π.Κ. τότε συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Με άλλες λέξεις ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.9 Ν.2408/96 απαλείφεται η γενική ρήτρα της κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης η ενδεικτική απαρίθμηση τέτοιων περιπτώσεων γίνεται αποκλειστική και προστίθεται δεύτερη προϋπόθεση: η ιδιαιτέρως μεγάλη αξία του υπεξαιρεθέντος, με τα άρθρα 14 παρ.3 και 3β του Ν.2721/99 διατηρούνται οι παραπάνω ρυθμίσεις και γίνεται επιπλέον κακουργηματική η υπεξαίρεση αντικειμένων αξίας μεγαλύτερης των 25 εκατομμυρίων δραχμών, χωρίς άλλο όρο, και προστίθεται στο υπάρχον κακούργημα και επιβαρυντική περίπτωση, όταν το αντικείμενο της υπερβαίνει τα 25 εκατομμύρια δραχμές (βλ. Α.Π.666/2000, ΑΘ. Κονταξής, Ποινικός Κώδικας, έκδ. Γ', τόμος Β., σελ.3332επ.). Κατά το άρθρο 719 Α.Κ. ο εντολοδόχος υποχρεούται να αποδώσει στον εντολέα παν ότι απέκτησε εκ της εκτελέσεως της εντολής, αλλά και μη δαπανηθέν ποσό, όπερ έλαβε παρά του εντολέως σε εκτέλεση της εντολής και κατά συνέπεια καθίσταται ένοχος υπεξαιρέσεως εάν το υπ' αυτού εισπραχθέν χρηματικό ποσό παρά του εντολέως δεν διέθεσε για την εκτέλεση της εντολής, αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα, ή το δοθέν προς εκτέλεση της εντολής (βλ. ΑΘ. Κονταξής, ό.π., σελ: 3290 με τις εκεί παραπομπές). Για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής δηλ. να ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα του (Α.Π.924/99 Ποιν.Χρον. Ν/429, Α.Π.1115/99 Ποιν.Χρον. Ν/536, Α.Π. 46/98, Α.Π. 109/98, Α.Π. 134/98, Α.Π. 1336/96, Α.Π. 1832/93, Α.Π. 1063/93, Α.Π. 1666/98, Α.Π. 1786/97) με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, η οποία εξουσία του στηρίζεται είτε στο νόμο είτε στη σύμβαση και το ιδιοποιούμενο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας αυτής (Α.Π. 1832/93 Ποιν.Χρον. ΜΑ/181, Α.Π.648/98 Ελ.Δνση 1998/1461, ΑΘ. Κονταξής, ό.π. σελ.3340).
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το παραπεμπτικό βούλευμα, διέλαβε την εκ του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ είναι αβάσιμες. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα να απορριφθεί ως αβάσιμη η προαναφερομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
1)Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 172/21-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ και της Ευρωπίας, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1471/20-8-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2)Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 3/12/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως η παρ. ν αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα που περιείλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου, ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η κακούργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικές και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστεύσεως, όπως είναι εκείνη του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Πρέπει δηλαδή το ιδιοποιούμενο πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ακριβώς της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ως διαχειριστής ξένης περιουσίας θεωρείται ο ενεργών διαχειριστικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων τρίτου και με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του τελευταίου, που πηγάζει από το νόμο, από σύμβαση ή από εντολή προς ενέργεια διαχειριστικών πράξεων με διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση τους σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως, που φέρεται ότι τελέσθηκε εξακολουθητικώς ( άρθρο 98 του ΠΚ), η κρίση σχετικώς με την αξία του ιδιοποιούμενου πράγματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης, από την οποία εξαρτάται και ο κακούργηματικός χαρακτήρας του αδικήματος, εκτιμάται ανελέγκτως, με βάση τις συνθήκες της αγοράς, εφόσον δε οι μερικότερες πράξεις φέρονται ότι τελέσθηκαν μετά την ισχύ του Ν. 2721/3/6/1999, η κρίση αυτή χωρεί εν όψει της συνολικής αξίας του αντικειμένου όλων των μερικότερων πράξεων και εφόσον ο υπαίτιος απέβλεπε με τις μερικότερες τελεσθείσες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό.
Εξ άλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση , με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1471/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 569/2008 έφεση του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 2256/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου ναι δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το εμπιστεύθηκαν στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, η οποία τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση. Το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε, κατά την κυρία ανάκριση και την προκαταρκτική εξέταση και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα:
Ο κατηγορούμενος Χ, που εργαζόταν ως υπάλληλος στο επί της οδού ...υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εγκαλούντα Β, βορειοηπειρώτη, τη θυγατέρα του οποίου είχε βαπτίσει. Την 1.11.1999 ο παραπάνω εγκαλών ανέλαβε από τον υπ' αρ. ... κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, το ποσό των 3.000.000 δρχ. (=8.804,10 ευρώ) και το παρέδωσε στον κατηγορούμενο, με την εντολή να του το φυλάξει για λογαριασμό του και να του το αποδώσει την 30.4.2000. Παρόμοια, ο εγκαλών Λ, πεθερός του Β, γνώρισε μέσω του τελευταίου τον κατηγορούμενο και την 4.1.2000 παρέδωσε σ' αυτόν το χρηματικό ποσό των 10.000.000 δρχ. (=29.347,02 ευρώ) με την εντολή να του το φυλάξει για λογαριασμό του και να του το αποδώσει την 4.1.2001. Σύμφωνα δε με τις καταθέσεις του εγκαλούντος Β και των προταθέντων μαρτύρων ..., οι εγκαλούντες, ως βορειοηπειρώτες, ωθήθηκαν σ' αυτήν την πράξη, επειδή είχαν ακούσει φήμες περί του ότι το ελληνικό κράτος θα προέβαινε σε έλεγχο της προέλευσης των χρημάτων όλων των θεωρούμενων στην Ελλάδα ως αλλοδαπών, που δεν είχαν ακόμα νομιμοποιηθεί και σε δέσμευση-κατάσχεση των περιουσιών τους, ενώ αρνούνται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι τα παραπάνω χρήματα εδόθηκαν σ' αυτόν, προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό των εγκαλούντων στο Χρηματιστήριο. Κατά την εκπνοή των παραπάνω προθεσμιών ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε αντίστοιχα τα παραπάνω χρηματικά ποσά στους εγκαλούντες και μετά από συμφωνία παράτασης του χρόνου απόδοσης των χρημάτων, που είχε μ' αυτούς, απέδωσε περί τον Ιούνιο του 2001 στον εγκαλούντα Β το ποσό των 1.500.000 δρχ. (βλ. σχετ. την από 11.5.2006 κατάθεση του: "...στις αρχές του 2001. ... Μετά έξι μήνες επέστρεψε σε μένα, έναντι των χρημάτων που του είχα δώσει, 1.500.000 δρχ., ...") και την 3.12.2002 απέδωσε στον εγκαλούντα Λ το ποσό των 4.500 ευρώ. Την 12.9.2003, και ενώ τα ιττόλοιπα οφειλόμενα ποσά, που δεν είχαν αποδοθεί αντίστοιχα στους εγκαλούντες, ανέρχοντο σε 4.402,05 ευρώ και 24.847,02 ευρώ, ήτοι συνολικά 29.249,07 ευρώ, οι τελευταίοι επέδωσαν με δικαστικό επιμελητή στον κατηγορούμενο την από 1.9.2003 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση και διαμαρτυρία τους, που απηυθύνετο προς αυτόν, με την οποία τον καλούσαν να καταβάλει εντός τριών ημερών από την επίδοση της τα οφειλόμενα στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Ο κατηγορούμενος δεν προέβη στην απόδοση των παραπάνω ποσών στους εγκαλούντες εντός της ταχθείσας ημερομηνίας, αλλά τα παρακράτησε παράνομα και τα ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία σαν δικά του αγαθά, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης των παραπάνω ποσών, τα οποία του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του παραδέχθηκε ότι έλαβε τα παραπάνω ποσά των 3.000.000 δρχ. και 10.000.000 δρχ. την 1.11.1999 και την 4.1.2000 αντίστοιχα, και προέβαλε τον ισχυρισμό, όπως προαναφέρθηκε, ότι τα παραπάνω ποσά του παραδόθηκαν από τους εγκαλούντες, που επιδίωκαν γρήγορα και πολλά κέρδη, όχι για φύλαξη, αλλά για να τα επενδύσει στο Χρηματιστήριο με τον δικό του κωδικό, ότι, επειδή οι σχετικές επενδύσεις δεν απέδωσαν, οι εγκαλούντες απέκρουσαν τις μετοχές, που τους προσέφερε και του ζήτησαν την επιστροφή του κεφαλαίου τους και ότι, επειδή και ο ίδιος επένδυσε δικά του χρήματα χωρίς να τύχουν της ανάλογης απόδοσης, βρέθηκε σε σημαντική οικονομική δυσχέρεια να τους επιστρέψει τα οφειλόμενα. Πλην όμως, ουδέν σχετικό έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζει, ούτε κανένας μάρτυρας επαληθεύει τους ισχυρισμούς του.
Συμπληρωματικά πρέπει να λεχθούν και τα εξής: α) Η παράδοση στον κατηγορούμενο του ποσού των 10.000.000 δραχμών από τον πρώτο από τους εγκαλούντες Λ και η υποχρέωση του κατηγορουμένου να του το αποδώσει στις 4-1-2001 προκύπτει και από την από 5-1-2000 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1559/1989, που φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του κατηγορούμενου, την οποία (υπεύθυνη δήλωση) ο τελευταίος παρέδωσε στον άνω εγκαλούντα, β) Ο όλως αόριστος ισχυρισμός που ο κατηγορούμενος προέβαλε κατά την προκαταρκτική εξέταση, την κύρια ανάκριση, αλλά και με τους λόγους της έφεσης του, ότι δηλαδή τα ανωτέρω ποσά του παραδόθηκαν από τους εγκαλούντες προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό τους στο χρηματιστήριο με το δικό του κωδικό, επειδή όμως οι σχετικές επενδύσεις δεν απέδωσαν αρνήθηκαν να παραλάβουν τις μετοχές που είχε αγοράσει για λογαριασμό τους, αποδυναμώνεται πλήρως αφού, ουδείς μάρτυρας επαλήθευσε τον ισχυρισμό αυτό, ούτε προσκομίστηκε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Συγκεκριμένα, αν ο ισχυρισμός του ήταν αληθινός θα είχε προσκομίσει τη σύμβαση που είχε υπογράψει με τη χρηματιστηριακή εταιρία, τον κωδικό του, κυρίως όμως τα αντίγραφα των πινακιδίων εκτέλεσης χρηματιστηριακών εντολών, από τα οποία θα προέκυπτε η αγορά των μετοχών ισόποσης αξίας με τα ανωτέρω ποσά, μετά το χρόνο της παράδοσης των χρημάτων από τους εγκαλούντες.
Με τις πάροδες αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσο εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 το ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Πλήρως δε το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογεί την απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος ότι τα ανωτέρω ποσά του παραδόθηκαν από τους εγκαλούντες προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό τους στο χρηματιστήριο με δικό του κωδικό, δεχόμενο ότι κανένας μάρτυρας δεν επαλήθευσε τον ισχυρισμό του αυτό, ούτε προσκομίστηκε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, όπως η σύμβαση που είχε υπογράψει με την χρηματιστηριακή εταιρία και τα πινακίδια εκτέλεσης χρηματιστηριακών εντολών. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με βάση τα προεκτεθέντα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/9/2009 αίτηση του Χ , κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1471/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του κατηγορουμένου κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών με το οποίο παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτεται, ως κατ' ουσία αβάσιμος, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1038/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.16/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Με συγκατηγορούμενους τους:1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3 και 4) Ψ4.
Το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1391/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσαγγά, με αριθμό 42/29-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ'άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθμ. 86/9-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, ιατρού, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 16/10-7-2009 βουλεύματος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθ. 1/21-4-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 11/1-4-2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκη προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ'εξακολούθηση πράξη η οποία τελέσθηκε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό τον προσπορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, β) της κατ'εξακολούθηση εκδόσεως ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων, και, γ) της κατ'εξακολούθηση απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα η οποία τελέσθηκε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό τον προσπορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους από την οποία πράξη το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 2, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1-3, 221 παρ. 1α και 386 παρ. 1-3 του Π.Κ.). Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ., με δήλωση στη Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ..., για την οποία έχει συνταχθεί η προαναφερόμενη έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 1η Σεπτεμβρίου 2009. Είναι συνεπώς η εν λόγω αναίρεση τυπικά δεκτή. Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1 εδάφ. β και δ του Κ.Π.Δ.). Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και κατά το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν δεν υπαγάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/2004, Α.Π. 2200/2002 Π.Χρ. ΝΓ/762). Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως σχετικά με τον λόγο της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000, Α.Π. 591/2001 Π.Χ. ΝΑ/537, ΝΒ/131.
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα ελέγχου των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης (9η ΤΑΞΥΠ/ΔΥΓ/ΕΔΥΠ) ως προς το ότι το περιεχόμενο των εντολών αυτών ήταν αληθές και ότι είχε ακολουθηθεί κανονικά η νόμιμη διαδικασία ελέγχου των εν λόγω εντολών, από τους αρμόδιους προς τούτο αξιωματικούς ιατρούς και έτσι να εγκρίνουν τις σχετικές δαπάνες ύψους 256,67 ευρώ και να εισπράξει τις ανάλογες αμοιβές ως θεράπων ιατρός, από το Κεντρικό Ταμείο Στρατού Θεσσαλονίκης αποτέλεσμα το οποίο τελικά δεν επήλθε γιατί δημιουργήθηκαν υπόνοιες και διατάχθηκε ο λεπτομερής έλεγχος των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης. Ο κατηγορουμένου (αναιρεσείων Χ) δεν αποδέχεται την κατηγορία που του αποδίδεται, και αναφέρει -συνοπτικά- ότι παρέκαμπτε μια γραφειοκρατική - τυπική διαδικασία που δεν οδηγούσε σε κανένα ουσιαστικό έλεγχο, με σκοπό να εξυπηρετήσει τους στρατιωτικούς, την ευρύτερη οικογένεια του ελληνικού στρατού που υπηρετούσαν (Χ, Ψ3) ή ακολουθούσε ανορθόδοξη πρακτική αναζητώντας στο 424 ΓΣΝΕ τον ελεγκτή ιατρό για τον έλεγχο των εντολών υγειονομικής περίθαλψης, θεωρώντας ότι οι πράξεις του ήσαν διοικητικά παράτυπες, όχι όμως και αξιόποινες (Ψ2), αφού εντέλει εκτελούνταν έτσι κι αλλιώς οι ιατρικές πράξεις που καταγράφονταν στις εντολές, με διαφορετικά όμως ονόματα εξαιτίας απλώς παρατυπιών στην σύνταξή τους, ενώ, αντίθετα, η συμπεριφορά του αυτή δεν εντάσσονταν σε μεθοδευμένες ενέργειες, βλαπτικές της περιουσίας του (δημοσίου) ταμείου (...) ή για λόγους οικονομίας του χρόνου δεν καταχωρούνταν οι εξετάσεις αμέσως στις εντολές, αλλά σε χρόνο μεταγενέστερο, με αποτέλεσμα να μπερδεύονται τα αποκόμματα (βλ. εντολές περίθαλψης) και να εμφανίζονται άλλα ονόματα σε άλλες εντολές (Ψ4). Οι ισχυρισμοί του, κρίνονται όλως αβάσιμοι, αφού δεν ανατρέπουν την ουσία της κατηγορίας. Είναι σαφές ότι έμμεσα αποδέχεται τις πράξεις του και αναλαμβάνει το βάρος των συνεπειών τους, δηλώνοντας έτσι ότι εν γνώσει του προέβη σε αυτές τις συμπεριφορές. Οι θέσεις που προβάλλει οδηγούν σε παραδοχή του κατηγορητηρίου, αφού καταλογίζει στον εαυτό του υπαιτιότητα και επομένως ποινική ευθύνη. Προέκυψε λοιπόν πως ο κατηγορούμενος αφού συμπλήρωνε τα αποκόμματα των εντολών περίθαλψης ασθενών του, μελών οικογενειών στρατιωτικών, με τα στοιχεία και με τα ποσά αμοιβών, αντί να προσκομισθούν αυτά προς έλεγχο στον αρμόδιο ελεγκτή ιατρό προκειμένου να υπογράψει στην οικεία θέση, έθετε ο ίδιος σφραγίδα με στοιχεία αξιωματικού ιατρού, ανέγραφε ημερομηνία ελέγχου και υπέγραφε (με πράσινο στυλό διαρκείας) αντί γι' αυτόν. Στη συνέχεια υπέβαλε τα αποκόμματα των εντολών περίθαλψης για έλεγχο και καταλογισμό στην αρμόδια διεύθυνση υγειονομικού, οι αναγραφόμενοι όμως ως δικαιούχοι σε ορισμένες περιπτώσεις ήσαν ανύπαρκτα πρόσωπα και το ίδιο διαπιστώθηκε για κάποιους από τους αριθμούς βιβλιαρίων νοσηλείας, ενώ άλλοι αντιστοιχούσαν σε πραγματικούς δικαιούχους, άσχετους όμως με τους αναγραφόμενους στα αποκόμματα. Αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθούν τα αρμόδια όργανα ελέγχου των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι είχε ακολουθηθεί κανονικά η διαδικασία ελέγχου των εντολών, από τους αρμόδιους αξιωματικούς ιατρούς ή να παρασυρθούν στο (εσφαλμένο) συμπέρασμα, ότι επρόκειτο για εντολές ασθενών τους, μελών οικογενειών στρατιωτικών, δικαιούχων υγειονομικής περίθαλψης, ώστε να εγκριθούν οι σχετικές δαπάνες. Σε άλλες περιπτώσεις υπέβαλε για έλεγχο και καταλογισμό στη ΔΥΓ τα αποκόμματα εντολών περίθαλψης ασθενών του, μελών οικογενειών στρατιωτικών, στα οποία βεβαίωνε πως έπασχαν από τα νοσήματα που ανέγραφε για καθεμιά στο σχετικό απόκομμα, ότι διενήργησε τις σχετικές εξετάσεις και τους παρείχε την ανάλογη περίθαλψη στο ιδιωτικό του ιατρείο, θέτοντας προς πιστοποίηση τούτων τη σφραγίδα και την υπογραφή τους στη θέση "Ο ΘΕΡΑΠΩΝ ΙΑΤΡΟΣ", γεγονός ψευδές, καθόσον οι αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι διαπιστώθηκε ότι ήσαν ανύπαρκτα πρόσωπα, ενώ από τους αριθμούς βιβλιαρίων νοσηλείας, άλλοι αντιστοιχούσαν σε πραγματικούς δικαιούχους, άσχετους όμως με τους αναγραφόμενους στα εν λόγω αποκόμματα και άλλοι ήσαν ανύπαρκτοι. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου πως δεν είχαν συμπληρωθεί από τον ίδιο οι εντολές, προβάλλοντας την ανάγκη διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης για να αποδειχθεί τελικά ότι δεν ήταν αυτός που συνέταξε, υπέγραψε, και συμπλήρωσε τις επίμαχες εντολές-αποκόμματα, δεν είναι πειστικός και λυσιτελής, αφού δεν θα οδηγούσε σε τίποτα, δεδομένου ότι ο ίδιος (ή τουλάχιστον τρίτοι) κατέθεταν επ'ονόματί του ή για λογαριασμό του τα σχετικά δικαιολογητικά στις αρμόδιες ΔΥΓ προκειμένου να εγκριθούν οι σχετικές δαπάνες και να εισπράξει αυτός ως δικαιούχος πλέον την προβλεπόμενη αμοιβή. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΚΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΣ Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 216§1 και §3 ΠΚ "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών "εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των "εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ΕΥΡΩ" [25.000.000 δρχ.]. "Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των "δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ΕΥΡΩ" [5.000.000 δρχ.]. Με τις διατάξεις αυτές θεσμοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας χάριν της προστασίας των υπομνημάτων τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός. Πλαστό χαρακτηρίζεται το έγγραφο, το οποίο καταρτίστηκε εξαρχής από κάποιο πρόσωπο, ενώ εμφανίζεται ως προερχόμενο από άλλο πρόσωπο. Νόθευση (γνήσιου) εγγράφου συνιστά η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου αυτού. Η νόθευση μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων. Χρήση είναι η ενέργεια με την οποία το έγγραφο καθίσταται προσιτό σε κάποιον, η δυνατότητα δηλαδή να λάβει αυτός γνώση του περιεχομένου του. Ως γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες είναι εκείνο το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ιδιωτικής ή δημόσιας φύσης. Η χρήση του εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο για την επιμέτρηση της ποινής. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται: 1. δόλος που περιέχει τη γνώση του υπαιτίου ότι καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει γνήσιο έγγραφο και τη θέληση του να καταρτίσει ή να νοθεύσει τέτοιο έγγραφο και 2. Σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, χωρίς να ενδιαφέρει αν το πέτυχε. 3. Επιπλέον στην κακουργηματική περίπτωση της παραγράφου 3 απαιτείται ακόμη και σκοπός του δράστη για την επίτευξη οικονομικού - περιουσιακού οφέλους είτε για το εαυτό του είτε για άλλο πρόσωπο, με βλάβη τρίτου χωρίς να ενδιαφέρει αν το πέτυχε. (ΑΠ 501/88 ΠοινΧρ ΛΗ 648, ΑΠ 117/82 ΠοινΧρ ΔΒ 799, ΑΠ 220/71 ΠοινΧρ ΚΑ 533, ΑΠ 1559/87 ΠοινΧρ ΛΗ 236, Α.Π 468/91 Ποιν. Χρ. ΜΑ (1991) σελ. 1005, ΑΠ 1814/93 ΠοινΧρ ΜΔ' σελ. 176, ΑΠ 1463/93 ΠοινΧρ ΜΔ ' σελ. 153, ΑΠ 297/94 ΠοινΧρ ΜΔ ' σελ. 481, ΑΠ 259/1997 (Συμβ.) Υπεράσπιση 1997, σελ. 1218, ΣυμβΠλημΘεσ 1654/1995, Υπεράσπιση 1997 σελ. 73, βλ. και Αγγέλου Ι. Κωνσταντινίδη: Σκέψεις και παρατηρήσεις στο έγκλημα της πλαστογραφίας: Μνήμη Ν. Χωραφά, Η. Γάφου, Κ. Γαρδίκα- Τόμος Πρώτος, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα 1986, σελ. 265επ.). Για τη διάπραξη του εγκλήματος κατ' επάγγελμα, θα πρέπει να προκύπτει η σταθερή και συστηματική επανάληψη των εγκληματικών πράξεων για κάποιο χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιτευχθεί η διαρκής ικανοποίηση των χρηματικών αναγκών του δράστη (άρθρο 13 στ' ΠΚ), ενώ κατά συνήθεια όταν από την επανειλημμένη διάπραξη του εγκλήματος προκύπτει ροπή του δράστη προς αυτό. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας απαιτούνται τα εξής: (α) το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000), ή (β) στην περίπτωση που ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, συνολικό όφελος ή τη συνολική ζημία που πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €. Η έλλειψη των ποσών αυτών καθιστά την πλαστογραφία πλημμέλημα. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς πράξεις, χρονικά χωρισμένες μεταξύ τους, από τις οποίες η κάθε μία περιέχει πλήρως τα στοιχεία του εγκλήματος, αλλά όλες μαζί συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την εκτέλεση τους. Το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί ιδιαίτερη μορφή πραγματικής συρροής εγκλημάτων, για το οποίο το δικαστήριο αντί να εφαρμόσει το άρθρο 94 ΠΚ, μπορεί να επιβάλει ενιαία ποινή. Θα πρέπει δηλαδή να συντρέχουν οι εξής όροι για να χαρακτηρισθεί μια αληθινή πραγματική συρροή ως κατ' εξακολούθηση έγκλημα: (α) οι επιμέρους πράξεις να προσβάλουν έννομα αγαθά σε περισσότερες από μία μονάδες τους. Αν η προσβολή αφορά προσωποπαγή έννομα αγαθά, ο φορέας τους πρέπει να είναι πάντα ο ίδιος, ενώ αν αφορά περιουσιακά έννομα αγαθά οι φορείς μπορεί να είναι διαφορετικά πρόσωπα αλλά οι επιμέρους πράξεις πρέπει να παρουσιάζουν φυσική ομοιότητα, (β) οι επιμέρους πράξεις να είναι ομοειδείς, δηλαδή να πραγματώνουν την ίδια αντικειμενική υπόσταση, (γ) οι επιμέρους πράξεις να απέχουν χρονικά μεταξύ τους τόσο, ώστε και η ιστορική τους συνέχεια να μην χάνεται και περισσότερες (όσες και οι πράξεις) μονάδες του έννομου αγαθού να προσβάλλονται, (δ) να υπάρχει ενιαίος δόλος του δράστη για εξακολούθηση της αυτής συμπεριφοράς, ή αλλιώς κοινή αρχική απόφαση ή κοινή ψυχολογικής προέλευση με την έννοια ότι κάθε μεταγενέστερη απόφαση για την τέλεση ενός νέου εγκλήματος εμφανίζεται ως συνέχεια της προηγούμενης (ε) να συνεκδικασθούν οι περισσότερες αυτές πράξεις (βλ. σχετ. ΑΠ 440/1963, Ποιν.Χρ. ΑΠ1821/84 Ποινικά Χρονικά ΛΕ' σελ. 564, 1343/93 και 1391/93 Ποινικά Χρονικά ΜΓ' σελ. 1150 επ, 1153, Ι. Μανωλεδάκη, Γενική θεωρία ποινικού δικαίου, ΒΙ, 1978 σελ. 96 επ. 172 επ., Ν. Ανδρουλάκη Περί συρροής εγκλημάτων Α 1996, Ν. Ανδρουλάκη Περί συρροής εγκλημάτων Β, 1968 σελ.151-221, σελ.16επ.). Επίσης, κατά το άρθρο 221§1α ΠΚ "1. Γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή σε μια ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν έννομα και ουσιώδη συμφέροντα άλλου προσώπου τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή". Από την ερμηνεία της παραπάνω διάταξης συνάγεται, ότι για την θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης απαιτούνται: (α) κατάρτιση αναληθούς κατά περιεχόμενο ιατρικού πιστοποιητικού από γιατρό, (β) το περιεχόμενο του να ανάγεται στον κύκλο του έργου του ιατρού και (γ) να προορίζεται να παράσχει πίστη σε δημόσια αρχή προς απόδειξη του γεγονότος που πιστοποιεί. Όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση και θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που συνιστούν την πράξη αυτή. Δεν αρκεί όμως ενδεχόμενος δόλος αφού ρητά η πιο πάνω διάταξη απαιτεί την εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου έκδοση της ψευδούς πιστοποίησης (βλ και ΣυμβΠλημΘεσ 1654/1995, Υπεράσπιση 1997 σελ. 73). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 386 §§1 και 3 ΠΚ "1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: ο) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των "δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ΕΥΡΩ" [5.000.000 δρχ.]. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνίσταται στην: (α) παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, (β) παραπλάνηση άλλου ("πείθοντας κάποιον") για να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που συνεπάγεται περιουσιακή διάθεση και (γ) βλάβη της ξένης περιουσίας, η οποία αιτιωδώς εμφανίζεται ως επακόλουθο τόσο της πράξης εξαπάτησης, όσο και της περιουσιακής διάθεσης. Ως γεγονότα νοούνται τα συμβάντα ή οι καταστάσεις του εξωτερικού κόσμου που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν. Περιουσιακή βλάβη συνιστά κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας καθώς και η απειλή κατ' αυτής, όταν δημιουργεί χειροτέρευση της παρούσας περιουσιακής κατάστασης του βλαπτομένου. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται δόλος άμεσος β' βαθμού για τα στοιχεία που ψευδώς παρίστανται ως αληθινά (εν γνώσει), ενώ για τα υπόλοιπα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Επιπλέον απαιτείται και σκοπός παράνομου περιουσιακού οφέλους (άμεσος δόλος α' βαθμού), χωρίς να είναι απαραίτητη και η επίτευξη του για να ολοκληρωθεί αντικειμενικά το έγκλημα (ΑΠ 1002/1987 ΠΧ ΛΖ 614, ΑΠ 1287/1984 ΠΧ ΛΕ 326, Πλημ. Θεσσαλονίκης 1223/1984, ΠΧ ΛΕ 518, ΑΠ1660/85 και 2107/1985 με πρόταση Αντεισαγγελέα Σπ. Κανίνια, ΠΧ ΛΣΤ 334 και 389 αντιστοίχως, βλ και Ν. Χωραφά, Ποιν. Δικ. έκδοση ένατη, 268 σημ.4, ΑΠ 725/1986 ΠΧ ΛΣΤ 729, ΑΠ 1102/1986 ΠΧ ΛΣΤ 939, ΑΠ ΠΧ ΛΕ 683, ΑΠ 324/85 ΠΧ ΛΕ 713, ΑΠ 419/85 ΠΧ ΛΕ 791, ΣυμβΠλημΘεσ 1654/1995 Υπεράσπιση 1997 σελ. 73, ΑΠ1328/1996, Υπεράσπιση 1997 σελ 570). Η έννοια των όρων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αναπτύχθηκε πιο πάνω, όπως το περιεχόμενο της έννοιας του κατ" εξακολούθηση εγκλήματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 ΠΚ, απόπειρα είναι η μετά από απόφαση του δράστη προς εκτέλεση ορισμένου κακουργήματος ή πλημμελήματος ενέργεια του προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που αποφάσισε, αλλά από οποιοδήποτε λόγο (είτε από την ίδια θέληση του δράστη, είτε από περιστατικά ανεξάρτητα της θελήσεως του, είτε από τύχη), δεν έφθασε στην τελείωση του. Συστατικά στοιχεία συνεπώς της απόπειρας είναι τα εξής: α) απόφαση προς εκτέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος δηλαδή δόλος τελέσεως του εγκλήματος β) πράξη (ενέργεια) που περιέχει αρχή εκτέλεσης της πραγμάτωσης αυτού και γ) μη πλήρης πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. (Βλέπ. Γ. Α Μαγκάκη, Ποινικό Δίκαιο, 1981, σελ.386). Ουσιώδες πρόβλημα απετέλεσε ο καθορισμός επακριβώς του πιο πάνω β' στοιχείου και συγκεκριμένα της αρχής εκτελέσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Ως "αρχή εκτέλεσης" του εγκλήματος θεωρείται κατά την εκδοχή που επικρατεί στη θεωρία, η πράξη εκείνη που υπάγεται εννοιολογικά σ' ένα μέρος έστω της περιγραφής που κάνει ο νόμος καθορίζοντας την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος και που γι' αυτό οδηγεί άμεσα, σε περίπτωση που έχει επιτυχή έκβαση, στην ολοκλήρωση του εγκλήματος (Βλέπ. Ν. Ανδρουλάκη, Ποινικόν Δίκαιον, Γενικόν Μέρος Γ1 (Πανεπιστημιακοί παραδόσεις), Αθήνα- Κομοτηνή, 1986, σελ. 139 επ. (146), του ιδίου, Ο λόγος της τιμωρήσεως της απόπειρας και η "αρχή εκτελέσεως" ως ουσιώδες συστατικόν αυτής, Ποιν Χρον. KB' (1972) σελ. 1 επ., Ηλ. Γάφου, Ποινικόν Δίκαιον, Γεν. Μέρος, τομ. Β1, Αθήνα 1975, σελ.348, Γ. Α. Μαγκάκη, ο.π, Ι. Μανωλεδάκη, Γενική Θεωρία του Ποινικού Δικαίου, β2, 1979, σελ.285-314, Α. Χαραλαμπάκη, Παρατηρήσεις στην ΑΠ 1299/1992, Ποιν. Χρον. MB' (1992) σελ. 936 και Ν. Χωραφά, ποινικόν δίκαιον, 1978 ( επιμ. Κ. Σταμάτη) σελ. 311). Εξάλλου σε σχέση με τον προσδιορισμό της αρχής εκτέλεσης, πάγια η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ότι αρχή εκτέλεσης νοείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, αποτελούσα τμήμα εν όλω ή εν μέρει της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, οδηγεί ευθέως και αναμφισβητήτως στην πραγμάτωση του ή τελεί προς αυτή σε άμεση και αναγκαία σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται τμήμα αυτής, στην οποία οδηγεί κατά τρόπο άμεσο αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. (Βλέπ. ΑΠ 1446/1993 Ποιν. Χρον. ΜΓ' (1993) σελ. 1164, ΑΠ 739/1993 Ποιν. Χρον. ΜΓ1 (1993) σελ. 525, ΑΠ 1299/1992 Ποιν. Χρον. MB' (1992) σελ. 936, ΑΠ 1155/1989 Ποιν. Χρον. Μ' (1990) σελ. 435, ΑΠ 1603/1981 Ποιν. Χρον. ΛΒ (1982) σελ. 386). Έτσι, ως απόπειρα απάτης θα πρέπει να θεωρηθεί κάθε πράξη, η οποία οδηγεί αιτιακά και άμεσα στην ολοκλήρωση της από πλάνη πράξης, παράλειψης ή ανοχής από την οποία επέρχεται η περιουσιακή βλάβη. Διαφορετικά θα λέγαμε ότι υπάρχει απόπειρα απάτης, όταν άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, με σκοπό την αθέμιτη ωφέλεια του υπαιτίου ή άλλου, η οποία μπορούσε να έχει ως επακόλουθο τη βλάβη ξένης περιουσίας. Είναι σαφές ότι αρχή εκτελέσεως υπάρχει από τη στιγμή που ο δράστης έχει αρχίσει την προσπάθεια του να πείσει συγκεκριμένο πρόσωπο με ψευδή παράσταση, απόκρυψη ή παρασιώπηση. Θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι ο δράστης επενέργησε στις παραστάσεις που έχει ο παθών για συγκεκριμένα γεγονότα, είτε διαμέσου συγκεκριμένης σχέσης επικοινωνίας μεταξύ τους, είτε με οποιονδήποτε άλλο αντικειμενικά πρόσφορο προς τούτο τρόπο. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης (άρθρο 386§3 ΠΚ), δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και πρόσθετο στοιχείο, που αναφέρεται στο συνολικό όφελος ή τη συνολική ζημία που πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 € ή 5.000.000 δρχ., η έλλειψη του οποίου καθιστά την απάτη πλημμέλημα. Τέλος μεταξύ της απάτης και της πλαστογραφίας, είτε έχουν κακουργηματικό είτε πλημμεληματικό χαρακτήρα, υπάρχει αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα έγκλημα από το άλλο, δεδομένου ότι το καθένα έχει αυτοτέλεια, εφόσον η αντικειμενική τους υπόσταση στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία πράξη συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης (ΑΠ 218/1997 Υπεράσπιση 1997, σελ. 1027). Εκτός των όσων έχουν ήδη εκτεθεί εν προκειμένω σχετικά με την αληθινή ή μη συρροή μεταξύ απάτης και πλαστογραφίας, περαιτέρω πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα: με την απάτη συρρέει αληθινά η πλαστογραφία ή η χρήση πλαστού εγγράφου, διότι κάθε μία πράξη είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά, χωρίς η μία να αποτελεί στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση της άλλης ή να αποτελεί αναγκαίο μέσο για την τέλεσή της (Α.Π. 1855/2002 Π.Χρ. ΝΒ 697, Α.Π. 164/2001 Π.Χρ. ΝΑ 905, Α.Π. 238/2000 Π.Χρ. 695, Α.Π. 75/1999 Π.Χρ. ΜΘ 319, Α.Π. 1144/1998 Π.Χρ. ΜΘ 662, Α.Π. 329/1998 Π.Χρ. ΜΗ 975, Α.Π. 1300/1997 Π.Χρ. ΜΗ 468). Απορροφάται όμως η απόπειρα απάτης από την χρήση πλαστού, αν δεν υπάρχουν και άλλες επί πλέον περιστάσεις, εκτός του ότι το έγγραφο είναι γνήσιο (Α.Π. 238/2000 Π.Χρ. Ν. 695, Α.Π. 406/1996 Π.Χρ. ΜΖ 250, Α.Π. 1068/1995 Π.Χρ. ΜΣΤ' 191, Α.Π. 1123/1991 Π.Χρ. ΜΒ 53). Υπάρχει όμως αληθινή συρροή όταν συντρέχουν και άλλες ψευδείς παραστάσεις όταν όπως εν προκειμένω ιατρός πλαστογραφεί ιατρικές εντολές περίθαλψης ασφαλισμένων και εν συνεχεία τις υποβάλλει αρμοδίως προς είσπραξη ή όπως όταν φαρμακοποιός επικολλά πλαστά κουπόνια φαρμάκων και εν συνεχεία υποβάλλει δικαιολογητικά στο ΙΚΑ για την είσπραξη φαρμάκων που δεν είχε ποτέ χορηγήσει (Α.Π. 1068/1995 Π.Χρ. ΜΣΤ/191, Α.Π. 98/1995 Π.Χρ. ΜΕ 424) (ερμηνεία άρθρου 216 σε συνδ. με το άρθρο 386 ΠΚ από Μιχαήλ Μαργαρίτη). Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναιρέσεως ερειδόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχεία β και δ είναι αβάσιμες.
Επομένως το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με το προσβαλλόμενο βούλευμα που εξέδωσε, αλλά και το Δικαστικό Συμβούλιο του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης με το παραπεμπτικό βούλευμα, ορθώς ερμήνευσαν και ορθώς εφάρμοσαν τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διέλαβαν και ως εκ τούτου είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.
Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως και τα δικαστικά έξοδα να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω
1) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 86/9-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, ιατρού, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 16/10-7-2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 14 Δεκεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Κατά δε την παρ. 3 εδ. β' του ιδίου άρθρου αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1α του ίδιου Κώδικα, γιατροί...που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή...τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν.2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25 εκ. δραχμών ή 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου 16/ 2009 βουλεύματος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου στο οποίο έχει ενσωματωθεί η σχετική εισαγγελική πρόταση και στην οποία τούτο αναφέρεται, το άνω Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του 11/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης με το οποίο ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε ενώπιον του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό τον πορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, για έκδοση ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων κατ' εξακολούθηση και για απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, η οποία τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό τον πορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους από την οποία πράξη το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχτηκε ανελέγκτως όσα διαλαμβάνονται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα αυτό πρόταση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, μετά της οποίας το παρόν βούλευμα αποτελεί ενιαίο σύνολο και ως εκ τούτου, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, παρέλκει η εκ νέου παράθεση των όσων επί της ουσίας δέχθηκε το προσβαλλόμενη βούλευμα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με τις παραδοχές αυτές το Αναθεωρητικό Δικαστήριο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άνω άρθρων που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κρίνοντας με πλήρη αιτιολογία ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στις παραδοχές του βουλεύματος εκτίθενται α) τα πλαστά έγγραφα που κατάρτισε ο αναιρεσείων β) ο σκοπός για τον οποίο τα κατάρτισε γ) το παράνομο όφελος που επεδίωκε και επέτυχε καθώς και η ζημία την οποία επιδίωκε, που υπερβαίνουν συνολικά τις 15.000 ευρώ και δ) η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των εγκλημάτων της κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης ως και η συνδρομή στο πρόσωπό του του υποκειμενικού στοιχείου. Η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τις αποδείξεις και δη διότι δεν αναφέρεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε τη συναίνεση του ελεγκτή γιατρού για να υπογράψει την πράξη έγκρισης των αποκομμάτων των εντολών περίθαλψης των στρατιωτικών ασθενών είναι απορριπτέα καθόσον το βούλευμα στήριξε την κρίση του σε όλα τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις πλήρως αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και απάτης αφού αναφέρεται ότι η τέλεση αυτών έγινε κατ' εξακολούθηση και η περί του αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη. Εξάλλου μεταξύ της πλαστογραφίας και της απάτης υπάρχει αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα έγκλημα από το άλλο καθόσον η αντικειμενική υπόσταση εκατέρου, ως εν προκειμένω, στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία πράξη συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης. Τέλος, όσον αφορά το έγκλημα της κατ' εξακολούθηση εκδόσεως ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων δια του προσβαλλόμενου βουλεύματος έχει παυθεί οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις τρεις μερικότερες πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν από τον αναιρεσείοντα στη ... την 2-3-2004 και την 1-4-2004. Όμως και για τις υπόλοιπες μερικότερες 15 πράξεις εκδόσεως ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων που φέρονται ότι τελέστηκαν από τον αναιρεσείοντα στη Θεσσαλονίκη κατά το από 6-12-2004 μέχρι 1-3-2005 ήδη έχει χωρήσει παραγραφή ως παρελθούσης μέχρι της εκδόσεως του βουλεύματος πενταετίας και συνεπώς πρέπει αναιρουμένου του βουλεύματος για την πράξη αυτή να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη (άρθρο 111 παρ. 3, 113 ΠΚ και 370 ΚΠΔ). Όθεν όσον αφορά τις κακουργηματικές πράξεις της πλαστογραφίας και απάτης (τετελεσμένης και σε απόπειρα) οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το προσβαλλόμενο 16/2009 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ως προς την πράξη της κατ' εξακολούθηση έκδοσης ψευδών πιστοποιητικών που φέρεται ότι τελέστηκε από τον αναιρεσείοντα στη Θεσσαλονίκη κατά το από 6-12-2004 μέχρι 1-3-2005 χρονικό διάστημα. Και
Παύει οριστικώς την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη δια το άνω έγκλημα και απαλείφει την περί τούτου παραπεμπτική διάταξή του.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ'αριθ. 86/9-9-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ για αναίρεση του 16/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη. Ως γεγονότα κατά το άρθρο 386 ΠΚ νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Η περιουσιακή βλάβη επί απάτης θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος να είναι άμεσο αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Περιστατικά. Αναιρεί και ΠΟΠΔ ως προς την πράξη της κατ' εξακολούθηση έκδοσης ψευδών πιστοποιητικών. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναίρεση μερική, Ψευδής ιατρική πιστοποίηση.
| 0
|
Αριθμός 1037/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Eισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μανιάτη, περί αναιρέσεως της 9/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλαφούτη και 2) Ψ2, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1577/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 7 παρ. 3 εδ. β' του Κ.Π.Δ., το Εφετείο ανηλίκων συγκροτείται από έναν εφέτη και έναν αναπληρωτή του, που ορίζεται σε κάθε εφετείο σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους (και 2 του άρθρου αυτού, ήτοι με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου και μετά πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, και από δύο άλλους εφέτες, που ορίζονται ως δικαστές ανηλίκων από τον πρόεδρο των εφετών. Κατά δε το άρθρο 113 Γ. του ιδίου Κώδικα, το Εφετείο ανηλίκων δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών και τριμελών δικαστηρίων ανηλίκων που λειτουργούν στα πλημμελειοδικεία. Εξ άλλου κατά το άρθρο 171 του αυτού Κώδικα, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α) τη σύνθεση του δικαστηρίου... Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κώδικα τούτου, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνει χώρα στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της καταδικαστικής απόφασης του εφετείου ανηλίκων για απόλυτη ακυρότητα αν στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού έλαβαν μέρος εφέτες από τους οποίους ο ένας δεν είχε ορισθεί δικαστής ανηλίκων ή αναπληρωτής αυτού οι δε λοιποί δεν έχουν ορισθεί δικαστές ανηλίκων με πράξη του προέδρου εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη 9/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών εκδόθηκε επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 55/2007 απόφασης του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Κεφαλληνίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά το χρόνο τέλεσης από αυτόν της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του Ζ, ήταν ανήλικος και ότι είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός του, πλην, αφού κατά το χρόνο εκδίκασης της κατ' αυτού κατηγορίας είχε συμπληρώσει το 18 έτος της ηλικίας του, του επιβλήθηκε, αντί του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης, ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, που ανεστάλη επί τριετία. Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου (Τριμελούς Εφετείου Πατρών) μετείχαν η εφέτης Βασιλικής Γρηγοροπούλου ως προεδρεύουσα και οι εφέτες Γεωργία Λαμπρόπουλου και Ελένη Κούφη, χωρίς όμως να αναφέρεται σε αυτά (πρακτικά) ότι οι εφέτες αυτές είχαν την ιδιότητα του δικαστή ανηλίκων κατά τα προαναφερόμενα. Αντιθέτως προκύπτει ότι οι εφέτες αυτές μετείχαν μετά από νόμιμη κλήτευση. Έτσι όμως, εφόσον στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού δεν προκύπτει ότι μετείχε ο εφέτης ανηλίκων ή ο αναπληρωτής του ούτε ότι οι άλλες δύο εφέτες είχαν ορισθεί από τον Πρόεδρο Εφετών, εχώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου και ιδρύθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προσβαλλόμενος δια της αιτήσεως λόγος αναίρεσης ο οποίος είναι βάσιμος. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Ανηλίκων Πατρών, που θα συγκροτηθεί κατά τις άνω διατάξεις από τους εφέτες ανηλίκων (αρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Ανηλίκων Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η απόφαση του Εφετείου ανηλίκων είναι αναιρετέα για απόλυτη ακυρότητα αν στη σύνθεση του Δικαστηρίου έλαβαν μέρος εφέτες από τους οποίος ο ένας δεν είχε ορισθεί δικαστής ανηλίκων ή αναπληρωτής αυτού, οι δε λοιποί δεν έχουν ορισθεί δικαστές ανηλίκων με πράξη του Προέδρου Εφετών. Αναιρεί διότι δεν μετείχε στο Εφετείο ανηλίκων ο Εφέτης ανηλίκων ή ο αναπληρωτής του, ούτε οι άλλοι δύο εφέτες είχαν ορισθεί από τον Πρόεδρο Εφετών.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 2
|
Αριθμός 1036/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1491/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1532/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 40/27-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 194/16-10-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... (...3Α, ...), κατά του υπ' αριθμ. 1491/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα : Ι) Το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3342/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον ..., κάτοικο ... (...), για να δικαστεί : α) για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, από την οποία το σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 98, 216§§1,3 Π.Κ), β) εκβίαση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98, 385§1γ Π.Κ), γ) υπεξαγωγή εγγράφων (άρθρο 222 Π.Κ), δ) εξύβριση (άρθρο 361 Π.Κ), και ε) απειλή (άρθρο 333 Π.Κ). Κατά του ανωτέρω βουλεύματος άσκησε αυτός έφεση, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με το υπ' αριθμ. 1491/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη για τις μερικότερες πράξεις της εκβίασης που είχαν τελεσθεί κατά το από μηνός Ιανουαρίου 2004 έως 20-7-2004 χρονικό διάστημα, ενώ επικυρώθηκε το πρωτοβάθμιο βούλευμα ως προς τις υπόλοιπες παραπεμπτικές για τον εκκαλούντα διατάξεις του, ήτοι εκείνη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, με συνολικό επιδιωχθέν όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, της εκβίασης κατ' εξακολούθηση για τις μερικότερες πράξεις που είχαν τελεσθεί μετά την 24-7-2004 μέχρι και την 31-12-2004, της υπεξαγωγής εγγράφων, της εξύβρισης και της απειλής. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος Χ με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 194/2009 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση την 3-10-2009 και στην αντίκλητο δικηγόρο του Ευαγγελία Κακαβά την 6-10-2009 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως την 16-10-2009. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από τον δικηγόρο Πλάτωνα Νιάδη δυνάμει της από 15-10-2009 εξουσιοδότησης, συντεταγμένης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 εδάφια β και γ και 96 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, η οποία και προσκομίστηκε κατά την άσκηση (άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ), συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 194/16-10-2009 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της (άρθρο 474 παρ.2 Κ.Π.Δ) και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακουργήματα και συναφή πλημμελήματα. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§1 Π.Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999, αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (των παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Σύμφωνα δε με το εδάφιο β της αυτής παραγράφου, με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Διαπράττεται δε πλαστογραφία με την ειδικότερη μορφή της νόθευσης εγγράφου, στην περίπτωση συμπλήρωσης από τον λήπτη λευκής επιταγής, με περιεχόμενο αντίθετο ή διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά με τον εκδότη (Α.Π. 1224/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ 426, Α.Π. 280/2002 Ποιν Λογ. 2002/226), ενώ η περίπτωση της συμπλήρωσης επιταγής που φέρει μόνο την υπογραφή του εκδότη, δια καταχρήσεως εν λευκώ τεθείσης υπογραφής του, θεωρείται ως κατάρτιση πλαστού εγγράφου, εφόσον βεβαίως συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία της ποινικής υπόστασης του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ. Διότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται έγγραφο, αφού το χαρτί της λευκής επιταγής, δεν ενσωματώνει εξωτερίκευση ανθρώπινης σκέψης (Α.Π. 662/2001). Ως έγγραφο, εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός (Α.Π. 180/1990 σε ολομέλεια Ποιν Χρον. Μ 1002). Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το εδάφιο α της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται, εκτός από τα στοιχεία που ήδη αναφέρθηκαν για την θεμελίωση του βασικού εγκλήματος, ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος ανώτερο των 73.000 ευρώ ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον κατά το αυτό ως άνω ποσό, ή η διάπραξη πλαστογραφιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι στις δύο αυτές διακεκριμένες παραλλαγές του βασικού εγκλήματος (ολομ Α.Π 855/1978 Ποιν. Χρον. ΚΘ 43, Α.Π 725/2000 Ποιν Χρον. ΝΑ 59). Στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία (ολομ Α.Π. 3/2008 Ποιν Χρον ΝΗ 404). Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 222 του Π.Κ προκύπτει ότι στοιχεία του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων, είναι: α) έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, του οποίου ο δράστης δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικός κύριος ή που κάποιος άλλος έχει το δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου να ζητήσει την παράδοση ή επίδειξη, και β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου αυτού. Απόκρυψη είναι πράξη ή παράλειψη συνεπεία της οποίας στερείται της χρήσης του εγγράφου αυτός που έχει το σχετικό δικαίωμα, καταστροφή δε πράξη συνεπεία της οποίας το έγγραφο παύει να υπάρχει. γ) ενέργεια των πράξεων αυτών από την πλευρά του δράστη προς τον σκοπό βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε, και δ) δόλος που ενέχει την γνώση ότι ο δράστης δεν είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου και τη θέληση απόκρυψης, βλάβης ή καταστροφής αυτού (Α.Π. 429/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 915, Α.Π 879/2004 Ποιν Χρον. ΝΕ 416). Τέλος, από την διάταξη της παρ. 1 στοιχ. γ του άρθρου 385 του Π.Κ, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της μεν αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης στην βασική του μορφή, απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφασή του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ίδιου ή άλλου και επί πλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η επαπειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζόμενου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ. Το έγκλημα αυτό στην βασική του μορφή, όπως αυτή τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 στοιχ γ του Π.Κ, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 του Π.Κ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων 307 επομ. 314, 320, 321, 339, 340 και 343 Κ.Π.Δ, αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, είτε του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφιο β και 484 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για τον λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του Κ.Π.Δ., χωρίς να απαιτείται να είναι αυτός και βάσιμος (Α.Π. 513/2008 Ποιν Λογ. 2008 σελ. 366 κ.ά). Στην προκειμένη περίπτωση, οι μερικότερες πράξεις της εκβίασης κατ' εξακολούθηση, που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα, φέρονται ότι έχουν τελεσθεί κατά το χρονικό διάστημα από 21-7-2004 έως 31-12-2004. Το αξιόποινο των πράξεων αυτών, διωκομένων και τιμωρουμένων σε βαθμό πλημμελήματος, εξαλείφθηκε ήδη δια παραγραφής, διότι από τον χρόνο της τέλεσής τους μέχρι σήμερα, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς εντός αυτού να επέλθει αναστολή της παραγραφής για οποιοδήποτε λόγο.
ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 544/2005 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ 19, Α.Π 114/2004 Ποιν. Χρον. ΝΔ 29). β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (Α.Π. 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π. 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1071/2005 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 135, Α.Π. 1364/2006). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ .β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
IV) Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, από την οποία το σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, και της υπεξαγωγής εγγράφων, ως προς τις οποίες και περιορίζεται στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρετικός έλεγχος, ενόψει του ότι για την εκβίαση προτείνεται κατά τα ανωτέρω, η οριστική παύση της ασκηθείσης ποινικής διώξεως, με την κρινόμενη δε αίτηση δεν προσβλήθηκαν και οι περί εξύβρισης και απειλής διατάξεις του βουλεύματος: Ο εκκαλών κατηγορούμενος, ο οποίος επαγγέλλεται τον προπονητή ποδοσφαίρου και είναι γνωστός παλαίμαχος ποδοσφαιριστής, είχε συνάψει από τις αρχές του έτους 2002 αισθηματικό δεσμό με την εγκαλούσα Ψ, δικηγόρο, η οποία όμως δεν ασκούσε δικηγορία αλλά ασχολείτο επαγγελματικά με την δημοσιογραφία. Οι πρώτοι μήνες της γνωριμίας τους ήταν ανέφελοι. Όμως από το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, αντιμετωπίζοντας ο εκκαλών ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα, πρότεινε στην εγκαλούσα να προμηθεύεται στο όνομά της πιστωτικές κάρτες και να συνάπτει καταναλωτικά δάνεια, ακόμη δε να προμηθεύεται μπλοκ επιταγών από διάφορες τράπεζες, προκειμένου να κάνει χρήση τους ο ίδιος, επειδή αυτός, όντας καταχωρημένος στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., δεν είχε την δυνατότητα να προμηθευτεί πιστωτικές κάρτες και μπλοκ επιταγών. Η εγκαλούσα ενέδωσε στις φορτικές του προτροπές και πιέσεις και ήδη από τον μήνα Σεπτέμβριο του 2002 άρχισε να συνάπτει δάνεια και να προμηθεύεται πιστωτικές κάρτες και μπλοκ επιταγών από διάφορες τράπεζες. Στη συνέχεια και υπό την ασφυκτική ψυχολογική πίεση του εκκαλούντος, ο οποίος την απειλούσε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της με τις επιθυμίες του, θα διέκοπτε τον μεταξύ τους αισθηματικό δεσμό, η εγκαλούσα υπέγραφε τις επιταγές που περιείχε κάθε μπλοκ και μετά ταύτα ασυμπλήρωτες αυτές κατά τα υπόλοιπα στοιχεία τους (πληρωτέο ποσό, τόπο και χρόνο έκδοσης κ.λ.π), κατέληγαν στον εκκαλούντα υπό τις συνθήκες που θα εκτεθούν κατωτέρω, ο οποίος αφού συμπλήρωνε τα ελλείποντα στοιχεία τους, τις μεταβίβαζε με οπισθογράφηση σε διάφορους τρίτους, καλύπτοντας έτσι προσωπικές του υποχρεώσεις έναντι αυτών. Ειδικότερα το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά των παραδοχών του, τα εξής σχετικά με τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της υπεξαγωγής εγγράφων : "Ωσαύτως ο κατηγορούμενος φέρεται ότι στις 18-3-2003, αφού, κατά τα ανωτέρω, έπεισε την εγκαλούσα Ψ να προβεί στο άνοιγμα του υπ' αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού στην Τράπεζα Eurobank (υποκατάστημα ...) και να εκδώσει δεσμίδα επιταγών, η οποία περιείχε τις υπ' αριθμ. ... έως ... επιταγές, στη συνέχεια αφού έπεισε την παθούσα να υπογράψει και τα δέκα φύλλα των εν λόγω επιταγών, αφαίρεσε αυτές από την κατοχή της ενώ ήταν λευκές κατά τα λοιπά στοιχεία τους, και συμπλήρωσε αυτές εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς την συναίνεσή της, ως ακολούθως: α) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "31-12-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "276.780" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ..., β) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "15-7-2003", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "15.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε σε πρόσωπο τα στοιχεία του οποίου έχουν διαγραφεί από το σώμα της επιταγής και δεν έγιναν γνωστά κατά την διάρκεια της ανάκρισης, γ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "15-5-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "15.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... και αυτός με την σειρά του στον ..., δ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "31-3-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "280.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . 2) στις 4-3-2003, αφού, κατά τα ανωτέρω, έπεισε την εγκαλούσα Ψ να προβεί στο άνοιγμα του υπ' αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού στην Τράπεζα Alpha Bank (υποκατάστημα ...) και να εκδώσει δεσμίδα επιταγών, στη συνέχεια αφού έπεισε την παθούσα να υπογράψει όλα τα φύλλα των εν λόγω επιταγών, αφαίρεσε αυτές από την κατοχή της ενώ ήταν λευκές κατά τα λοιπά στοιχεία τους, και συμπλήρωσε αυτές εν αγνοία της και χωρίς την συναίνεσή της, ως ακολούθως: α) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "10-10-2003", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "3.300" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . β) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "28-7-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "10.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . γ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "30-6-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "25.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕ.ΕΜΤΕΧ Ε.Π.Ε". δ) στην υπ' αριθμ.... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "22-2-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "9.700" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . ε) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "1-2-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "7.500" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . 3) στις 18-2-2004, αφού, κατά τα ανωτέρω, έπεισε την εγκαλούσα ... να προβεί στο άνοιγμα του υπ' αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού στην Εθνική Τράπεζα (υποκατάστημα ...) και να εκδώσει μπλοκ επιταγών, το οποίο περιείχε τις υπ' αριθμ. ... έως ... επιταγές, στη συνέχεια αφού έπεισε την παθούσα να υπογράψει όλα τα φύλλα των εν λόγω επιταγών, αφαίρεσε αυτές από την κατοχή της ενώ ήταν λευκές κατά τα λοιπά στοιχεία τους, και συμπλήρωσε αυτές εν αγνοία της και χωρίς την συναίνεσή της, ως ακολούθως: α) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, αφού έβαλε την εγκαλούσα να συμπληρώσει την ημερομηνία 15-12-2004 και να την εκδώσει σε διαταγή αυτής της ίδιας και να την οπισθογραφήσει, στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "10.500" ευρώ. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού την μεταβίβασε στον ... . β) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, αφού έβαλε την εγκαλούσα να συμπληρώσει την ημερομηνία 15-12-2004 και να την εκδώσει σε διαταγή αυτής της ίδιας και να την οπισθογραφήσει, στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "11.000" ευρώ. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... , γ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "28-2-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "9.700" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . δ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "6-3-2005 ", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "13.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ..., ε) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "30-6-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "13.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ..., στ) στην υπ' αριθμ. ...επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "18-6-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "8.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . ζ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "30-7-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "15.000" και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε σε πρόσωπο του οποίου τα στοιχεία δεν έγιναν γνωστά κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης και μετά από σειρά αδιάκοπων οπισθογραφήσεων κατέληξε στον τελευταίο κομιστή ... . η) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "10-7-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "15.000" και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε αρχικά σε πρόσωπο του οποίου τα στοιχεία δεν έγιναν γνωστά κατά την ανάκριση και μετά από σειρά αδιάκοπων οπισθογραφήσεων, κατέληξε στον τελευταίο κομιστή της ... . Τις παραπάνω επιταγές πλαστογράφησε προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση τους τα πρόσωπα προς τα οποία τις οπισθογράφησε, σχετικά με το γεγονός ότι δήθεν αυτές (επιταγές) είχαν εκδοθεί νόμιμα από την ίδια την εγκαλούσα σε διαταγή του και έτσι αυτός ήταν νόμιμος κομιστής τους. Με τις παραπάνω πράξεις του, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος ισόποσο με το κεφάλαιο των επιταγών αυτών που συνολικά ανέρχεται σε 737.480 ευρώ, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της εγκαλούσας αλλά και των κομιστών αυτών. Διαπράττει δε τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής, καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου ο κατηγορούμενος τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006, με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα, απέκρυψε από αυτήν τα σώματα των υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... των ανωτέρω επιταγών, παρά τη εκφρασμένη θέλησή της να της τα παραδώσει". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, από την οποία το σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και της υπεξαγωγής εγγράφων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 98, 216 §§1, 3α και 222 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα ότι ο αναιρεσείων εξακολουθητικά, χωρίς την εντολή της εγκαλούσας και εν αγνοία της, συμπλήρωσε τα ελλείποντα στοιχεία των επιταγών που λεπτομερώς περιγράφονται στο βούλευμα, τις οποίες (επιταγές) είχε υπογράψει αυτή μόνο στη θέση του εκδότη, χωρίς όμως να έχει συμπληρώσει τα υπόλοιπα στοιχεία τους, αφαιρώντας τις επιταγές αυτές από τη εγκαλούσα χωρίς την θέλησή της, στη συνέχεια δε τις μεταβίβαζε με οπισθογράφηση σε τρίτους, προς κάλυψη των υποχρεώσεών του έναντι αυτών, περαιτέρω δε ότι στην κατάρτιση των επιταγών αυτών προέβη αυτός προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση αυτών του τρίτους κομιστές τους ως προς την ύπαρξη των ενσωματωμένων σ' αυτές απαιτήσεών του κατά της εκδότριας, επιπροσθέτως δε με τον σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος ίσο με το άθροισμα των επιμέρους ποσών των επιταγών αυτών, βλάπτοντας ταυτόχρονα κατά το ίδιο ποσό την περιουσία της εκδότριας. Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών, καίτοι δεν είχε υποχρέωση, αφού ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πλαστογραφίας στηριζόταν στο ύψος του συνολικού οφέλους που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και την αντίστοιχη συνολική ζημία της παθούσας, ως εκ περισσού και με επαρκή αιτιολογία στήριξε την κρίση του περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της πλαστογραφίας, στο ότι αυτός τέλεσε την πράξη αυτή κατ' εξακολούθηση με τον σκοπό να πορισθεί εισόδημα από αυτήν(Α.Π 157/2002 Ποιν Χρον. ΝΒ 886). Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το βούλευμα παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 216 του Π.Κ, μη προσδιορίζοντας ποια ήταν η συμφωνία μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας σχετικά με την συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων των επιταγών, είναι αβάσιμη γιατί το Συμβούλιο δεν δέχεται την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας ή συναίνεσης, σχετικά με το ζήτημα αυτό. Αντιθέτως το Συμβούλιο δέχεται ότι ο αναιρεσείων αφαιρούσε τις επιταγές αυτές, παραδοχή η οποία αποκλείει την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την παραδοχή του Συμβουλίου (2ο φύλλο οπίσθια σελίδα) ότι " όταν η εγκαλούσα προμηθεύτηκε μπλοκ επιταγών από την τράπεζα Eurobank, ο κατηγορούμενος άρχισε να την πιέζει να υπογράψει τα φύλλα των επιταγών, χωρίς όμως να συμπληρώνει αυτά με χρηματικά ποσά. Παρά τις διαμαρτυρίες της εγκαλούσας να μη συμπληρώνει αυτές με μεγάλα χρηματικά ποσά, ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε στις υποδείξεις της ...", γιατί οι παραδοχές περί άσκησης "πιέσεων" και "διαμαρτυριών" της εγκαλούσας, δεν είναι συμβατές με την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας. Τέλος το Συμβούλιο αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του περί υπεξαγωγής των επίμαχων επιταγών, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων αρνήθηκε να παραδώσει αυτές στην εγκαλούσα, ενόψει του ότι απόκρυψη εγγράφου συνιστά και η άρνηση παράδοσής του στον νόμιμο ιδιοκτήτη του. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετες από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις πράξεις της εκβίασης που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα και φέρονται ότι έχουν τελεσθεί κατά το από 21-7-2004 έως 31-12-2004 χρονικό διάστημα, να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω :
Να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις πράξεις της εκβίασης που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα και φέρονται ότι έχουν τελεσθεί κατά το από 21-7-2004 έως 31-12-2004 χρονικό διάστημα, να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά.
Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Πλαστογραφία με την ειδικότερη μορφή της νόθευσης εγγράφου υπάρχει στην περίπτωση συμπλήρωσης από το λήπτη λευκής επιταγής με περιεχόμενο αντίθετο ή διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά με τον εκδότη, ενώ η περίπτωση συμπλήρωσης επιταγής που φέρει μόνο την υπογραφή του εκδότη δια καταχρήσεως εν λευκώ τεθείσης υπογραφής του θεωρείται ως κατάρτιση πλαστού εγγράφου εφόσον βεβαίως συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία της ποινικής υπόστασης του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται έγγραφο αφού το χαρτί της λευκής επιταγής δεν ενσωματώνει εξωτερίκευση ανθρώπινης σκέψης. Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ ή η πλαστογραφία τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρο 216 παρ. 3 ΠΚ). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 222 ΠΚ προκύπτει ότι στοιχεία του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων είναι: α) έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, του οποίου ο δράστης δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικός κύριος ή κάποιος άλλος έχει το δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου να ζητήσει την παράδοση ή επίδειξη και β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου αυτού. Απόκρυψη είναι η πράξη ή παράλειψη συνεπεία της οποίας στερείται της χρήσης του εγγράφου αυτός που έχει το σχετικό δικαίωμα, καταστροφή δε πράξη συνεπεία της οποίας το έγγραφο παύει να υπάρχει γ) ενέργεια των πράξεων αυτών από την πλευρά του δράστη προς το σκοπό βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου ή αυτού που δικαιούται απλώς την επίδειξη ή παράδοση του, αδιάφορα αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε και δ) δόλος που ενέχει τη γνώση ότι ο δράστης δεν είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου και τη θέληση απόκρυψης, βλάβης ή καταστροφής αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 1 στοιχ. γ' του άρθρου 385 ΠΚ προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της μεν αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης στη βασική του μορφή, απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφαση του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ίδιου ή άλλου και επί πλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων 307 επόμ. 314, 320, 321, 339 και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, είτε του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β' και 484 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγλέτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για τον λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σε αυτήν, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να είναι αυτός και βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι μερικότερες πράξεις της εκβίασης κατ' εξακολούθηση, που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα, φέρονται ότι έχουν τελεσθεί κατά το χρονικό διάστημα από 21-7-2004 έως 31-12-2004. Το αξιόποινο των πράξεων αυτών, διωκομένων και τιμωρουμένων σε βαθμό πλημμελήματος, εξαλείφθηκε ήδη δια παραγραφής, διότι από το χρόνο της τέλεσης τους μέχρι σήμερα, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς εντός αυτού να επέλθει αναστολή της παραγραφής για οποιοδήποτε λόγο. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.Ι στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το 3342/ 2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί α) για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα από την οποία το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, β) εκβίαση κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος, γ) υπεξαγωγή εγγράφων, δ) εξύβριση και ε) απειλή. Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1491/ 2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις μερικότερες πράξεις της εκβίασης που είχαν τελεστεί κατά το από μηνός Ιανουαρίου 2004 έως 20-07-2004 χρονικό διάστημα ενώ απέρριψε την έφεση του κατ' ουσίαν και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως σε σχέση με τις πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της υπεξαγωγής εγγράφων ως προς τις οποίες και περιορίζεται στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρετικός έλεγχος εν όψει του ότι για την εκβίαση θα παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά τα ανωτέρω λόγω παραγραφής με την κρινόμενη δε αίτηση δεν προσβλήθηκαν οι περί εξύβρισης και απειλής διατάξεις του προβαλλομένου βουλεύματος ότι: Ο εκκαλών κατηγορούμενος, ο οποίος επαγγέλλεται τον προπονητή ποδοσφαίρου και είναι γνωστός παλαίμαχος ποδοσφαιριστής, είχε συνάψει από τις αρχές του έτους 2002 αισθηματικό δεσμό με την εγκαλούσα Ψ, δικηγόρο, η οποία όμως δεν ασκούσε δικηγορία αλλά ασχολείτο επαγγελματικά με την δημοσιογραφία. Οι πρώτοι μήνες της γνωριμίας τους ήταν ανέφελοι. Όμως από το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, αντιμετωπίζοντας ο εκκαλών ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα, πρότεινε στην εγκαλούσα να προμηθεύεται στο όνομα της πιστωτικές κάρτες και να συνάπτει καταναλωτικά δάνεια, ακόμη δε να προμηθεύεται μπλοκ επιταγών από διάφορες τράπεζες, προκειμένου να κάνει χρήση τους ο ίδιος, επειδή αυτός, όντας καταχωρημένος στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε, δεν είχε την δυνατότητα να προμηθευτεί πιστωτικές κάρτες και μπλοκ επιταγών. Η εγκαλούσα ενέδωσε στις φορτικές του προτροπές και πιέσεις και ήδη από τον μήνα Σεπτέμβριο του 2002 άρχισε να συνάπτει δάνεια και να προμηθεύεται πιστωτικές κάρτες και μπλοκ επιταγών από διάφορες τράπεζες. Στη συνέχεια και υπό την ασφυκτική ψυχολογική πίεση του εκκαλούντος, ο οποίος την απειλούσε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της με τις επιθυμίες του, θα διέκοπτε τον μεταξύ τους αισθηματικό δεσμό, η εγκαλούσα υπέγραφε τις επιταγές που περιείχε κάθε μπλοκ και μετά ταύτα ασυμπλήρωτες αυτές κατά τα υπόλοιπα στοιχεία τους (πληρωτέο ποσό, τόπο και χρόνο έκδοσης κ.λ.π), κατέληγαν στον εκκαλούντα υπό τις συνθήκες που θα εκτεθούν κατωτέρω, ο οποίος αφού συμπλήρωνε τα ελλείποντα στοιχεία τους, τις μεταβίβαζε με οπισθογράφηση σε διάφορους τρίτους, καλύπτοντας έτσι προσωπικές του υποχρεώσεις έναντι αυτών. Ειδικότερα το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά των παραδοχών του, τα εξής σχετικά με τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της υπεξαγωγής εγγράφων : "Ωσαύτως ο κατηγορούμενος φέρεται ότι στις 18-3-2003, αφού, κατά τα ανωτέρω, έπεισε την εγκαλούσα Ψ να προβεί στο άνοιγμα του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού στην Τράπεζα Eurobank (υποκατάστημα ...) και να εκδώσει δεσμίδα επιταγών, η οποία περιείχε τις υπ' αριθμ. ... έως ... επιταγές, στη συνέχεια αφού έπεισε την παθούσα να υπογράψει και τα δέκα φύλλα των εν λόγω επιταγών, αφαίρεσε αυτές από την κατοχή της ενώ ήταν λευκές κατά τα λοιπά στοιχεία τους, και συμπλήρωσε αυτές εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς την συναίνεση της, ως ακολούθως: α) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "31-12-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "276.780" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ..., β) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "15-7-2003", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "15.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε σε πρόσωπο τα στοιχεία του οποίου έχουν διαγραφεί από το σώμα της επιταγής και δεν έγιναν γνωστά κατά την διάρκεια της ανάκρισης, γ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "15-5-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "15.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... και αυτός με την σειρά του στον ..., δ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "31-3-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "280.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . 2) στις 4-3-2003, αφού, κατά τα ανωτέρω, έπεισε την εγκαλούσα Ψ να προβεί στο άνοιγμα του υπ' αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού στην Τράπεζα Alpha Bank (υποκατάστημα ...) και να εκδώσει δεσμίδα επιταγών, στη συνέχεια αφού έπεισε την παθούσα να υπογράψει όλα τα φύλλα των εν λόγω επιταγών, αφαίρεσε αυτές από την κατοχή της ενώ ήταν λευκές κατά τα λοιπά στοιχεία τους, και συμπλήρωσε αυτές εν αγνοία της και χωρίς την συναίνεση της, ως ακολούθως: α) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "10-10-2003 ", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "3.300" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . β) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε " 28-7-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "10.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογραφησε και την μεταβίβασε στον ... . γ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "30-6-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "25.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογραφησε και την μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕ.ΕΜΤΕΧ Ε.Π.Ε", δ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "22-2-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "9.700" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογραφησε και την μεταβίβασε στον ... . ε) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "1-2-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "7.500" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογραφησε και την μεταβίβασε στον ... . 3) στις 18-2-2004, αφού, κατά τα ανωτέρω, έπεισε την εγκαλούσα Ψ να προβεί στο άνοιγμα του υπ' αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού στην Εθνική Τράπεζα (υποκατάστημα ...) και να εκδώσει μπλοκ επιταγών, το οποίο περιείχε τις υπ' αριθμ. ... έως ... επιταγές, στη συνέχεια αφού έπεισε την παθούσα να υπογράψει όλα τα φύλλα των εν λόγω επιταγών, αφαίρεσε αυτές από την κατοχή της ενώ ήταν λευκές κατά τα λοιπά στοιχεία τους, και συμπλήρωσε αυτές εν αγνοία της και χωρίς την συναίνεση της, ως ακολούθως: α) στην υπ' αριθμ. ...επιταγή, αφού έβαλε την εγκαλούσα να συμπληρώσει την ημερομηνία 15-12-2004 και να την εκδώσει σε διαταγή αυτής της ίδιας και να την οπισθογραφήσει, στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "10.500" ευρώ. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού την μεταβίβασε στον ... . β) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, αφού έβαλε την εγκαλούσα να συμπληρώσει την ημερομηνία 15-12-2004 και να την εκδώσει σε διαταγή αυτής της ίδιας και να την οπισθογραφήσει, στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "11.000" ευρώ. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ..., γ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "28-2-2005", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "9.700" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . δ) στην υπ' αριθμ.... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "6-3-2005 ", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "13.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . ε) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "30-6-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "13.000"ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ..., στ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "18-6-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "8.000" ευρώ και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογράφησε και την μεταβίβασε στον ... . ζ) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "30-7-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "15.000" και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογραφησε και την μεταβίβασε σε πρόσωπο του οποίου τα στοιχεία δεν έγιναν γνωστά κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης και μετά από σειρά αδιάκοπων οπισθογραφήσεων κατέληξε στον τελευταίο κομιστή ... . η) στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, στη θέση του τόπου έκδοσης ανέγραψε την λέξη "...", στη θέση της ημερομηνίας ανέγραψε "10-7-2004", στη θέση του ποσού ανέγραψε αριθμητικώς και ολογράφως "15.000" και εμφάνισε τον εαυτό του ως εις διαταγή δικαιούχο της επιταγής αυτής. Ακολούθως, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, αφού στη συνέχεια την οπισθογραφησε και την μεταβίβασε αρχικά σε πρόσωπο του οποίου τα στοιχεία δεν έγιναν γνωστά κατά την ανάκριση και μετά από σειρά αδιάκοπων οπισθογραφήσεων, κατέληξε στον τελευταίο κομιστή της ... . Τις παραπάνω επιταγές πλαστογράφησε προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση τους τα πρόσωπα προς τα οποία τις οπισθογραφησε, σχετικά με το γεγονός ότι δήθεν αυτές (επιταγές) είχαν εκδοθεί νόμιμα από την ίδια την εγκαλούσα σε διαταγή του και έτσι αυτός ήταν νόμιμος κομιστής τους. Με τις παραπάνω πράξεις του, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος ισόποσο με το κεφάλαιο των επιταγών αυτών που συνολικά ανέρχεται σε 737.480 ευρώ, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της εγκαλούσας αλλά και των κομιστών αυτών. Διαπράττει δε τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής, καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου ο κατηγορούμενος τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006, με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα, απέκρυψε από αυτήν τα σώματα των υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... των ανωτέρω επιταγών, παρά τη εκφρασμένη θέληση της να της τα παραδώσει". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άνω άρθρων που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια ότι ο αναιρεσείων χωρίς την εντολή της εγκαλούσας και εν αγνοία της συμπλήρωσε τα ελλείποντα στοιχεία των επιταγών που αναφέρονται σε αυτό (βούλευμα) και τις οποίες (επιταγές) είχε υπογράψει αυτή μόνο στη θέση του εκδότη χωρίς όμως να έχει συμπληρώσει και τα υπόλοιπα στοιχεία τους και τις οποίες ο αναιρεσείων αφαίρεσε από την εγκαλούσα χωρίς της θέληση της, στη συνέχεια δε τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση σε τρίτους προς κάλυψη υποχρεώσεων του. Περαιτέρω εκτίθεται ότι στην κατάρτιση των επιταγών αυτών ο αναιρεσείων προέβη προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση τους τρίτους κομιστές τους ως προς την ύπαρξη των ενσωματωμένων σε αυτές απαιτήσεων του κατά της εκδότριας εγκαλούσας, τούτο δε έπραξε με το σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το άθροισμα των ποσών των επιταγών αυτών βλάπτοντας με τον τρόπο αυτό κατά το ίδιο ποσό την περιουσία της εγκαλούσας. Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών, ενώ δεν είχε υποχρέωση αφού, ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πλαστογραφίας στηριζόταν στο ύψος του συνολικού οφέλους που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και την αντίστοιχη συνολική ζημία της παθούσας, εκ περισσού και με επαρκή αιτιολογία στήριξε την κρίση του περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της πλαστογραφίας και δη στο ότι αυτός την πράξη αυτή την τέλεσε κατ' εξακολούθηση και με σκοπό να ποριστεί εισόδημα από αυτή. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι εκ πλαγίου παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ αφού δεν προσδιορίζεται ποια ήταν η συμφωνία μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας σχετικά με τη συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων των επιταγών είναι αβάσιμη διότι το Συμβούλιο Εφετών δεν δέχτηκε την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας ή συναίνεσης ως προς το σχετικό τούτο ζήτημα. Αντιθέτως δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων αφαιρούσε τις επιταγές αυτές από την εγκαλούσα, παραδοχή η οποία αποκλείει την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ τους. Εξάλλου το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα του επαρκώς αιτιολογεί την κρίση του περί υπεξαγωγής των αναφερομένων επιταγών αφού δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων αρνήθηκε να παραδώσει τις επιταγές αυτές στην εγκαλούσα. Όθεν, οι περί το αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις μερικότερες πράξεις της εκβίασης που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα και φέρονται ότι έχουν τελεστεί κατά το από 21-07-2004 έως 31-12-2004 χρονικό διάστημα και απορριφθεί κατά τα λοιπά ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση αναίρεσης εν μέρει.
Παύει οριστικά την κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις πράξεις της εκβίασης που φέρονται ότι τελέστηκαν σε βάρος της εγκαλούσας κατά το από 21-07-2004 έως 31-12-2004 χρονικό διάστημα.
Απορρίπτει την κρινόμενη υπ' αριθ. 194/ 16-10-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 1491/ 2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφίας έννοια, υπεξαγωγής εγγράφου έννοια, εκβίασης έννοια. Είναι επιτρεπτή η αναφορά στην εισαγγελική πρόταση εφόσον είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Η κύρια διαδικασία αρχίζει είτε με την επίδοση της εγκλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο είτε του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Η παραγραφή είναι θεσμός δημόσιας τάξεως κει εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Συμβούλιο σε κάθε στάση της διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο ως Συμβούλιο. Περιστατικά. Δέχεται την αίτηση αναίρεσης εν μέρει. ΠΟΠΔ για την πράξη της εκβίασης. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναίρεση μερική, Εκβίαση, Υπεξαγωγή εγγράφων, Εισαγγελική Πρόταση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1035/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ...., κατοίκου Αλβανίας και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 141/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1718/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 68/9-2-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1α ΚΠΔ, την με αριθμό 16/8-12-2009 αίτηση αναίρεσης του ..., κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ...(ασκηθείσα διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αποστόλου Βαγγελή παραστάντος κατά τη δευτεροβάθμια δίκη) κατά της με αριθμό 141/08 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει αυτόν που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα". Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατ'απόφασης είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της έκδοσης της απόφασης παρόντος του διαδίκου, άλλως από της νομίμου επίδοσής της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία αυτή, σε κάθε περίπτωση, πριν την καταχώρηση της απόφασης στο βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλομένη με αριθμό 141/08 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στις 25/11/2008 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 24/2/2009, ενώ ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στις 8/12/2009, δηλαδή μετά 10 μήνες περίπου από την καταχώρησή της, χωρίς να προβάλλει οποιοδήποτε λόγο ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος εξαιτίας του οποίου παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς -
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 16/8-12-2009 αίτηση αναίρεσης του ... κατά της με αριθμό 141/2008 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 14 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Κατά την παρούσα συζήτηση ο δικηγόρος Ελευθέριος Κοκκίνης εμφανίσθηκε και υπέβαλε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος αίτημα αναβολής διότι ο πληρεξούσιο δικηγόρος του Απόστολος Βαγγελής, δικηγόρος Ηγουμενίτσας, αδυνατεί να εμφανισθεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου διότι παρίσταται ενώπιον του ΜΟΔ Κερκύρας. Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο καθόσον ο προβαλλόμενος λόγος αναβολής δεν συνιστά ιδιαίτερα εξαιρετική περίπτωση αφού ο αναιρεσείων μπορούσε να αναθέσει την υπεράσπιση της αναιρέσεώς του σε άλλο δικηγόρο.
Από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατ' απόφασης είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της έκδοσης της απόφασης παρόντος του διαδίκου, άλλως από της νόμιμης επίδοσης της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία αυτή, σε κάθε περίπτωση, πριν την καταχώρηση της απόφασης στο βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανιστούν απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει αυτόν που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 141/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στις 25-11-2008 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 24-02-2009. Ο δε αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στις 8-12-2009. Ήτοι μετά δέκα μήνες περίπου από την καταχώρηση της χωρίς να προβάλλει οποιοδήποτε λόγο ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος εξαιτίας του οποίου παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της.
Συνεπώς η αίτηση για τη συζήτησης της οποίας κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος κατά τη σχετική σημείωση του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης της, τα δε δικαστικά έξοδα πρέπει αν επιβληθούν στον αναιρεσείοντα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 16/ 8-12-2009 αίτηση του .... κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές ..., για αναίρεση της 141/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά απόφασης είναι δεκαήμερη, αρχόμενη από την έκδοση της απόφασης παρόντος του διαδίκου, άλλως από της νόμιμης επίδοσης στον δικαιούμενο σε αναίρεση, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία αυτή σε κάθε περίπτωση πριν την καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο των καθαρογραφημένων αποφάσεων. Τότε μόνο συγχωρείται η εκπρόθεσμη άσκησή της όταν συντρέχει ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Απορριπτέα ως απαράδεκτη όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 1
|
Αριθμός 1034/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βλάχο, περί αναιρέσεως της 2646/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1687/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ο δόλος, που ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος) ή με την γνώση ορισμένου περιστατικού ή εάν ο δόλος έχει τη μορφή του ενδεχομένου τοιούτου, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Περαιτέρω, λόγον αναιρέσεως κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι, δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2646/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου (είναι ο εδώ αναιρεσείων), (εδέχθη) τα εξής περιστατικά: "Στις αρχές Νοεμβρίου του 2001 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, ο οποίος τότε ήταν 18 ετών και φοιτητής, ενδιαφερόμενος για την αγορά ενός αυτοκινήτου σε χαμηλή τιμή, απευθύνθηκε προς τούτο στον απολειπόμενο κατηγορούμενο ..., ο οποίος ήταν γνωστός του πατέρα του και ο οποίος τον συνέστησε στον Θ, ο οποίος ήταν φυγόδικος και εμφανιζόταν ως έμπορος αυτοκινήτων. Ο τελευταίος διαβεβαίωσε τον κατηγορούμενο ότι έχει τη δυνατότητα να τον προμηθεύσει με ένα τέτοιο αυτοκίνητο. Προς τούτο ο Θ επικοινώνησε με τον Ξ, ο οποίος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει και τον οποίο είχε γνωρίσει στις φυλακές και του ζήτησε να τον προμηθεύσει με ένα αυτοκίνητο. Μετά από αυτά ο Ξ τις νυκτερινές ώρες της 9 προς 10/11/2001 στη ... παραβίασε την κλειδαριά της πόρτας του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου 318, έτους κατασκευής 1993, χρώματος μαύρου, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του ..., ο οποίος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας και το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από την οικία του επί της οδού ... και στη συνέχεια, αφού το έθεσε σε λειτουργία το αφήρεσε από την κατοχή του, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Μετά την κλοπή του αυτοκινήτου ο Ξ τηλεφώνησε στον εξάδελφό του Φ και του ζήτησε να τον συνοδεύσει στην ..., όπου θα μετέφερε το κλεμμένο αυτοκίνητο. Ο τελευταίος δέχθηκε και έτσι τις πρωινές ώρες της 10-11-2001 μετέφεραν το κλεμμένο αυτοκίνητο στην .... Στην ... συναντήθηκαν στο ... με τον Θ και τον πρώτο κατηγορούμενο Χ, ο οποίος ενδιαφερόταν για την αγορά του αυτοκινήτου και ο οποίος είχε συμφωνήσει με το Θ να αγοράσει με τη μεσολάβησή του το αυτοκίνητο αντί τιμήματος 600.000 δραχμών. Όπως αποδείχθηκε η αξία του αυτοκινήτου ήταν πολλαπλάσια, υπερέβαινε δε το ποσό των 5.000.000 δραχμών.
Κατά τη συναλλαγή ο Ξ έδειξε στον κατηγορούμενο τον τρόπο με τον οποίο θα έθετε σε λειτουργία το αυτοκίνητο με τα καλώδια, αφού δεν είχαν κλειδιά του αυτοκινήτου για να του παραδώσουν. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κατέβαλε έναντι του τιμήματος στον Ξ το ποσό των 235.000 δραχμών και συμφωνήθηκε να καταβάλλει το υπόλοιπο ποσό μετά από τρεις ημέρες σε νέα συνάντηση που θα είχαν. Μετά από αυτά ο κατηγορούμενος παρέλαβε το αυτοκίνητο και τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας συναντήθηκε με τους φίλους του ..., ... και ... και αφού δείπνησαν σε ταβέρνα στη συνέχεια πήγαν το αυτοκίνητο στην περιοχή των ..., σε άλλη δηλαδή περιοχή από αυτή στην οποία διέμενε αυτός, όπου το στάθμευσε επί της οδού ... και το σκέπασε με κάλυμμα αυτοκινήτου, προφανώς για να μη φαίνεται ο αριθμός του που ήταν αριθμός ... και κινούσε υπόνοιες και σε περίπτωση ανευρέσεως αυτού να μην καταστεί δυνατόν να διαπιστωθεί η συμμετοχή του στην παράνομη μεταβίβαση και κατοχή από αυτόν του αυτοκινήτου. Την ώρα που σκέπαζε το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος έγινε αντιληπτός από αστυνομικούς του Α.Τ. ..., οι οποίοι περιπολούσαν στην περιοχή και οι οποίοι προέβησαν σε έλεγχο και επειδή υποψιάστηκαν την παράνομη προέλευση του αυτοκινήτου, γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε άδεια κυκλοφορίας στο όνομά του, ούτε κλειδιά της μηχανής, ήταν δε παραβιασμένη και η πόρτα του οδηγού, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν μαζί με τους φίλους του στο Αστυνομικό Τμήμα. Εκεί ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι γνώριζε την παράνομη προέλευση του αυτοκινήτου, όλα δε τα αντίθετα υποστηριζόμενα οψίμως από αυτόν δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμα. Το ότι το παραπάνω αυτοκίνητο ήταν προϊόν κλοπής και το ότι αυτό το γνώριζε ο κατηγορούμενος συνάγεται όχι μόνο από την παραπάνω παραδοχή του, αλλά και από το γεγονός ότι η τιμή, στην οποία το αγόρασε αυτός ήταν ασήμαντη σε σχέση με την πραγματική αξία του που αναφέρθηκε, καθώς και από το γεγονός ότι αυτό δεν είχε κλειδιά της μηχανής και ήταν παραβιασμένη η πόρτα του οδηγού. Επίσης συνάγεται και από το γεγονός ότι δεν του παραδόθηκε απόκομμα της άδειας κυκλοφορίας υπογεγραμμένο από τον κύριο του αυτοκινήτου, καθώς και από το γεγονός ότι αυτός δεν το στάθμευσε κοντά στην οικία του αλλά σε άλλη περιοχή και το σκέπασε με κάλυμμα, για να μη φαίνεται ο αριθμός του κατά τα εκτεθέντα. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην παραπάνω πράξη του από ιδιοτέλεια, δεδομένου ότι η αξία του αυτοκινήτου ήταν πολλαπλάσια από την τιμή που συμφώνησε να το αγοράσει, καθόσον υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 δραχμών κατά τα εκτεθέντα.
Μετά τη σύλληψή του ο κατηγορούμενος με υπόδειξη των αστυνομικών, έκλεισε ραντεβού με τον Θ στις 11-11-2001 στο σταθμό του μετρό ... για να του καταβάλλει δήθεν μέρος των χρημάτων που όφειλε για την αγορά του αυτοκινήτου. Έτσι έγινε δυνατή και η σύλληψη του Θ, ο οποίος πήγε στο παραπάνω σημείο. Μετά από αυτά ο Θ, οδήγησε τους αστυνομικούς στο επί της οδού ... στο ... διαμέρισμα του δευτέρου κατηγορουμένου Ζ, όπου φιλοξενούνταν ο Ξ και ο Φ, οι οποίοι και συνελήφθησαν. Σε έρευνα που έγινε στο διαμέρισμα του δευτέρου κατηγορουμένου βρέθηκαν στην κατοχή του ένα μαχαίρι τύπου "πεταλούδα", χωρίς να δικαιολογείται η κατοχή του για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση και χωρίς να έχει για την κατοχή του άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας ή της διαμονής του. Επίσης βρέθηκε στην κατοχή του ένα αναισθητικό σπρέι, του οποίου απαγορεύεται η κατοχή από το νόμο. Τέλος βρέθηκε στην κατοχή του μικροποσότητα 9 γραμμάτων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης την οποία κατείχε αυτός για δική του αποκλειστική χρήση και για την οποία έχει παύσει η ποινική δίωξη, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 31 του ν. 3346/2005 και έχει διαταχθεί η δήμευση και η καταστροφή της με την εκκαλούμενη απόφαση.
Η παραπάνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια, όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο και της παράνομης οπλοκατοχής, όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, οι οποίες τους αποδίδονται, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι των πράξεων αυτών". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: "Στην ... στις 10-11-2001 με πρόθεση αγόρασε και δέχτηκε στην κατοχή του πράγμα που προερχόταν από αξιόποινη πράξη, ενήργησε δε από ιδιοτέλεια και συγκεκριμένα στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο αγόρασε και δέχτηκε στην κατοχή του από τους Ξ και Φ το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής BMW τύπου 318, έτους κατασκευής 1993, χρώματος μαύρου, με αριθμό πλαισίου ... και κινητήρα ..., το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του ... και από τον οποίο το είχε αφαιρέσει ο Ξ με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, αντί τιμήματος 600.000 δραχμών, το οποίο ήταν ευτελές σε σχέση με την αξία του, η οποία υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 δραχμών, γνώριζε δε αυτός ότι το αυτοκίνητο αυτό προερχόταν από την αξιόποινη πράξη της κλοπής και ενήργησε από ιδιοτέλεια, προκειμένου να καρπωθεί την παραπάνω διαφορά της αξίας του σε σχέση με το τίμημα που συμφώνησε να καταβάλλει".
Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 394 παρ. παρ. 1 και 4 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται ότι το αυτοκίνητο προήρχετο από την αξιόποινη πράξη της κλοπής, ότι ο αναιρεσείων, το έλαβε στην κατοχή του με μεταβίβαση από τον κλέψαντα Ξ και σε συνεννόηση με αυτόν και ότι εντεύθεν εγνώριζε την προέλευσή του, πέραν του ότι αναφέρεται ρητώς στο διατακτικό το "με πρόθεση" (χωρίς να απαιτείται στο προκείμενο αδίκημα ειδική αιτιολόγηση του δόλου), οι συνθήκες υπό τις οποίες το αυτοκίνητο περιήλθε στην κατοχή του αποδέκτου αναιρεσείοντος, ως και η ιδιοτέλειά του με την αναφορά της αξίας της κτήσεως και της διαφοράς μεταξύ τιμής κτήσεως και αγοραίας αξίας αυτού, χωρίς να είναι αναγκαίο διά την αιτιολογία να αναφέρει από ποία αποδεικτικά μέσα κατέληξε στην αξία του αυτοκινήτου, πέραν του ότι η κρίση για τη διαφορά της αξίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς και το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανελέγκτως περί του αντικειμένου της πράξεως. Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. υποστηρίζων τα αντίθετα ότι η προσβαλλομένη, δηλαδή, απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, ιδία εκ του τελευταίου τούτου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η απαιτουμένη κατά τις άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς εκείνους, δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, ή της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, οίος είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων άρθρου 84 παρ. 2. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται σαφώς και ορισμένως, με όλα, ήτοι, τα αναγκαία διά την θεμελίωσή των πραγματικά περιστατικά, ώστε να παρέχεται η δυνατότης εις το δικαστήριο της αξιολογήσεως αυτών και εις περίπτωση αποδοχής να οδηγούν εις το ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Άλλως το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένως, όταν απορρίψει αυτοτελή ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, τότε πρώτου κατηγορουμένου εζήτησαν να γίνει δεκτό ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου αυτού οι ελαφρυντικές περιστάσεις και... "της καλής διαγωγής μετά την πράξη του". Ούτως όμως ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός προεβλήθη εντελώς αορίστως χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά προς θεμελίωσή του και το δικαστήριο, εντεύθεν, ουδεμία υποχρέωση είχε να απαντήσει, αν και ως εκ περισσού απήντησε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Περί αυτού δεν υπάρχει κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο". Μετά ταύτα ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας και όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς εξέταση, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/11/2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2646/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πότε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υποχρέωση δικαστηρίου προς αιτιολογία αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων (δεν υπάρχει υποχρέωση εάν είναι αόριστος). Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.
| 0
|
Αριθμός 1033/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1437/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 931/2009. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 406/18-12-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αριθμ. 3/09 αίτηση αναίρεσης της κατηγορούμενης Χ, που διαμένει προσωρινά στη ..., η οποία ασκήθηκε δι' εκθέσεως στο όνομα και για λογαριασμό της από το δικηγόρο Αθηνών Σταμάτη Τερεζάκη του Νικολάου, ενώπιον του γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών δυνάμει της από 15.6.2009 εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 1437/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που επιδόθηκε σ' αυτήν την 27.5.2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο της την 28.5.2009 και κατέστη τελεσίδικο την 9.6.2009 λόγω μη άσκησης έφεσης κατ' αυτού, με το οποίο παραπέμπεται η ως άνω κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικαστεί για απάτη κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ (άρθρα 1,13 στοιχ. στ', 98, 386 παρ.1, 3 περ. α' Π.Κ.) Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (άρθρα 473, 474, 482 παρ.1 περ. α' ΚΠΔ) και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή με προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και την απόλυτη ακυρότητα. Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα που απαιτείται κατ' άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτή που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 252/04 και 2200/2002). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ. ''όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών'', ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου ''επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ''.
Προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, συνεπώς, απαιτείται 1) Η επί σκοπώ παρανόμου περιουσιακού οφέλους, εκ μέρους του δράστη, εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας, ως απότοκος συνέπεια και άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται βλάβη-ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως ή μη της επιτεύξεως του σκοπού του παρανόμου περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου και 2) προκειμένου περί της κακουργηματικής μορφής του εγκλήματος, απαιτείται, είτε ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, είτε το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια της προεκτεθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 Π.Κ. νοούνται πραγματικά περιστατικά αναγόμενα στο παρόν ή στο παρελθόν όχι όμως και τα αναφερόμενα στο μέλλον, όπως συμβαίνει επί απλών υποσχέσεων ή συμβατικών υποχρεώσεων. Κατ' εξαίρεση, όμως, οι τελευταίες (υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις) δύναται να υπαχθούν στην έννοια του γεγονότος, οσάκις συνδέονται και συνοδεύονται ταυτοχρόνως, προς γεγονότα αναγόμενα στο παρόν ή το παρελθόν και εξωτερική έχοντα υπόσταση, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή ''πραγματική'' κατάσταση (ΑΠ 1054/2005). Κατ' άρθρο 13 περ στ' Π.Κ. '' κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 Π.Κ. '' Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο Ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε''. Τέλος, μεταβολή κατηγορίας, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ β' ΚΠΔ, γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις οι οποίες καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα, υπάρχει, όταν η πράξη για την οποία γίνεται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι ουσιωδώς διάφορη από εκείνη, που έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη κατά τόπο χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις ή τελέστηκε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, αλλά αποτελείται από γεγονότα άσχετα με εκείνα για τα οποία απαγγέλθηκε η κατηγορία. Τέτοια όμως μεταβολή της κατηγορίας δεν υπάρχει όταν με το παραπεμπτικό βούλευμα καθορίζεται σαφέστατα ο τρόπος τέλεσης της πράξης και ορθότερα ο νομικός χαρακτηρισμός αυτής, καθώς και η παραδοχή από το δικαστικό συμβούλιο ( Πλημ/κών ή Εφετών) το πρώτο επιβαρυντικών περιστάσεων σε βάρος του κατηγορουμένου χωρίς όμως να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξεως. Ούτε εξάλλου εμποδίζεται η παραδοχή αυτή από την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, που καθιερώνει το άρθρο 470 ΚΠΔ, αφού η αρχή αυτή έχει εφαρμογή στην άσκηση του ενδίκου μέσου κατά καταδικαστικών αποφάσεων, όχι δε και κατά παραπεμπτικών βουλευμάτων (ΑΠ 33/04, ΑΠ 2264/03 ΠΧ ΝΔ 694, 799, ΑΠ 272/02 ΠΧ ΝΒ, 914). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, και με μνεία όλων, κατ' είδος, των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών εργάστηκε αρχικά στα εκπαιδευτήρια ''...'' επί της οδού ... και από το έτος 1999 στις επιχειρήσεις του κλάδου της αισθητικής και συγκεκριμένα στο κατάστημα επί της ..., στο οποίο στεγάζονταν οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες του ομίλου, στον τομέα ''Χρηματοδότησης Προγραμμάτων Πελατών'' και ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ από το έτος 1994 έως το Μάρτιο του 2003 (βλ. βεβαίωση αποδοχών του εγκαλούντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003). Η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη συνήθιζε να ιδρύει συνεχώς νέες εταιρείες, στις οποίες τοποθετούσε ως μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων νέα, μη υπερχρεωμένα πρόσωπα, κυρίως υπαλλήλους της, ώστε να μπορεί να εξασφαλίζει δάνεια και επιδοτήσεις, ενώ η ίδια είχε αποκλειστικά τη διοίκηση και διαχείριση όλων των εταιριών του ομίλου της, χωρίς όμως και να μπορεί η ίδια να λαμβάνει ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα, αφού είχε μεγάλες οφειλές προς το ΙΚΑ και τη ΔΟΥ, γεγονότα που βεβαίως, δεν ήταν γνωστά στον εγκαλούντα τον Ιανουάριο του έτους 2000, ενόσω ο εγκαλών εργαζόταν ήδη επτά χρόνια στις επιχειρήσεις της κατηγορουμένης, η τελευταία κατά την προσφιλή τακτική της, τον έπεισε, εκμεταλλευόμενη το νεαρό της ηλικίας του, και την, ως εκ τούτου, απειρία του σε παρόμοιες ενασχολήσεις, να συμμετάσχει στην εταιρία ''BOND Επικοινωνία-Ανάπτυξη-Στρατηγική Ανώνυμη Εταιρία''. Ως πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος (βλ. το υπ' αριθμ. 776/4-2-2002 ΦΕΚ), διαβεβαιώνοντάς τον, αφενός μεν ότι η ανωτέρω εταιρία ήταν φερέγγυα και αξιόπιστη στις συναλλαγές της, αφετέρου δε ότι η σχέση του με αυτή θα ήταν καθαρά τυπική, ενώ θα εδραίωνε την υπαλληλική του θέση στον όμιλο των εταιριών της, ότι η παραμονή του στην εταιρία θα ήταν για μικρό χρονικό διάστημα, και ότι δε θα είχε καμία απολύτως ευθύνη για τα θέματα και τις οφειλές της εταιρίας, αλλά η ίδια θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη γι' αυτά. Ακολούθως το επόμενο έτος 2001, με τις ίδιες ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, έπεισε τον εγκαλούντα να συμμετάσχει στις εταιρίες ''Jurby International-Διαιτολογικό Κέντρο Ανώνυμος Εταιρία'' και ''ΒΙΟΥΤΕΚ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ, ΛΑΤΟΜΙΚΗ-ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'', ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., καθώς και σε άλλες εταιρίες, μεταξύ των οποίων και στην εταιρία με την επωνυμία ''ADJUST Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Ανώνυμος Εταιρία'' (βλ. το υπ' αριθμ. 8663/2-10-2001 ΦΕΚ). Τον Ιούνιο του έτους 2002 πληροφορηθείς ο εγκαλών τα ανωτέρω από συζητήσεις με συναδέλφους του ως εκπροσώπου των παραπάνω εταιριών ζήτησε από την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να παύσει να εκπροσωπεί τις ανωτέρω εταιρίες. Για το λόγο αυτό υπέβαλε και γραπτώς την παραίτησή του από τη θέση του Αντιπροέδρου της εταιρίας με την επωνυμία ''ADJUST Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Ανώνυμος Εταιρία'' (βλ. την από 5-6-2002 δήλωση παραίτησης του εγκαλούντα), ενώ στις 13-10-2003 κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη την παραίτησή του από την εταιρία ''ESSENCE Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης (βλ. την από 6-10-2003 εξώδικη δήλωση με επιφύλαξη παντός νομικού δικαιώματος του εγκαλούντα και την υπ' αριθμ. 13616/13-10-2003 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Κατόπιν αυτών η κατηγορουμένη και έως την 1-2-2004 συνέχιζε να διαβεβαιώνει τον εγκαλούντα ότι η συμμετοχή του στις παραπάνω εταιρίες ήταν καθαρά τυπική, ότι δεν έφερε ο ίδιος ευθύνη για τις υποχρεώσεις των εταιριών και ότι είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αντικατάστασή του ως εκπροσώπου από αυτές προκειμένου να τον πείσει να παραλείψει να κινήσει τις νόμιμες διαδικασίες αποχώρησής του από τις εταιρίες αυτές, ενώ παράλληλα η ίδια δημιουργούσε υπέρογκα χρέη, στα οποία υπόχρεος, ως εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων του, φερόταν ο εγκαλών παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της. Το καλοκαίρι του έτους 2003 ο όμιλος της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης κατέρρευσε, οι περισσότερες εταιρίες της οδηγήθηκαν σε πτώχευση, ενώ κάποιες έκλεισαν, απολύθηκε δε τεράστιος αριθμός εργαζομένων. Η ίδια, προ του κινδύνου να συλληφθεί, λόγω των εκατοντάδων ακαλύπτων επιταγών που είχε εκδώσει είτε ατομικά είτε ως νόμιμη εκπρόσωπος εταιριών, αλλά και των τεραστίων χρεών που είχε δημιουργήσει προς το ΙΚΑ και το Δημόσιο, διέφυγε στο εξωτερικό. Όμως, λίγο πριν την αναχώρησή της, λόγω της παρουσίας της μητέρας του εγκαλούντα στο σπίτι της ως οικιακής βοηθού, συνέταξε και υπέγραψε την από 1-2-2004 δήλωση παρουσία του οδηγού της ..., ο οποίος την συνυπέγραψε, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο εγκαλών προσελήφθη σε εταιρίες του ομίλου της, ως ιδιωτικός υπάλληλος, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, ενώ στις εταιρίες που εμφανιζόταν ως μέλος Διοικητικού Συμβουλίου ή ως Διαχειριστής ή ως Πρόεδρος ή μέτοχος ήταν ''παρένθετο πρόσωπο χωρίς καμία απολύτως εξουσία'', διότι όλες τις εντολές τις έπαιρναν από την ίδια (βλ. την από 1-2-2004 δήλωση της κατηγορουμένης). Με τον τρόπο αυτό ο εγκαλών πληροφορήθηκε ότι η κατηγορουμένη ουδέποτε είχε προβεί στην αντικατάσταση ή απαλλαγή του από την εκπροσώπηση των ανωτέρω εταιριών. Οι τρίτοι, όμως, μεταξύ των οποίων το ΙΚΑ και το Δημόσιο, στράφηκαν κατά του εγκαλούντα ατομικά για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Έτσι, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 53616/2003 πράξη επιβολής εισφορών του υποκαταστήματος του ΙΚΑ Συντάγματος, για το ποσό των 21.832,49 ευρώ που αφορούσε σε οφειλόμενες εισφορές εργαζομένων της εταιρίας ''BOND Επικοινωνία-Ανάπτυξη-Στρατηγική Ανώνυμη Εταιρία'', για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2002 έως και Ιούλιο του 2003, επί της οποίας κατασχέθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3835/27-10-2004 κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., μετά την υπ' αριθμ. 88/79/2004 παραγγελία της διευθύντριας του Β' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών, ένα αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εγκαλούντα κατά ποσοστό 50%, εργοστασίου κατασκευής RENAULT, τύπου Megane coupe αξίας 7000 Ευρώ (βλ. την υπ' αριθμ. 3835/27-10-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας, με το συνημμένο σε αυτήν πίνακα χρεών). Επίσης, βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρίας ''ΒΙΟΥΤΕΚ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΑΤΟΜΙΚΗ-ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'' χρέη προς τη ΔΟΥΦΑΕΕ Αθηνών ύψους 27.212,57 ευρώ, με βάση τον υπ' αριθμ. 54/2003 πίνακα χρεών για τα οποία σχηματίστηκε η υπ' αριθμ ΙΑ 03/11443 ποινική δικογραφία σε βάρος του εγκαλούντα, μετά από μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ανωτέρω ΔΟΥ, ομοίως βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρίας ''Jurby International Διαιτολογικό Κέντρο Ανώνυμος Εταιρία'' χρέη προς την ίδια ΔΟΥ ύψους 22602,13 Ευρώ, με βάση τον υπ' αριθμ. 55/2003 πίνακα χρεών, για τα οποία σχηματίστηκε η υπ' αριθμ. ΙΑ 03/11440 ποινική δικογραφία σε βάρος του εγκαλούντα, μετά από μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ΔΟΥ (βλ. τις υπ' αριθμ. Πρωτ. 45937/16-10-2003 και 45936/16-10-2003 αιτήσεις ποινικής δίωξης του προϊσταμένου της ΔΟΥ αντίστοιχα). Η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη σκόπευε με την προαναφερθείσα συμπεριφορά της, να αποκομίσει, μη πληρώνοντας τα ανωτέρω χρέη, συνολικό περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο ποσό των 71647,19 ευρώ, ενώ ο εγκαλών ενεπλάκη σε δαπανηρούς αγώνες, προκειμένου να απεμπλακεί από τα χρέη αυτά. Περαιτέρω εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη πραγμάτωσε τις ανωτέρω μερικότερες πράξεις της απάτης με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 15000 ευρώ, συντρέχει δε αναμφίβολα στο πρόσωπό της η επιβαρυντική περίπτωση της δράσης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρο 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ) αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε η αναιρεσείουσα παραπεμπτέα στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στοιχ. στ', 14, 17, 18, 26, παρ. 1α, 27, 51, 52, 60, 63, 79, 98 και 386 παρ. 1, 3 περ. α' ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, η αιτίαση ότι υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας από απάτη της οποίας το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73000 ευρώ σε απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια της οποίας το συνολικό όφελος είναι άνω των 15000 ευρώ, δεν ευσταθεί, διότι η προσθήκη στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι αυτή (αναιρεσείουσα) τέλεσε την ως άνω πράξη της απάτης με τις πιο πάνω επιβαρυντικές περιστάσεις, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, αφού η πράξη στη βασική της μορφή παρέμεινε ακριβώς η ίδια, η δε προσθήκη των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων, οι οποίες προέκυψαν από την ανάκριση, είναι επιτρεπτή. Ως εκ τούτου από την ενέργεια αυτή δεν επήλθε καμία ακυρότητα, άλλωστε η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι συνδέεται με την παράλειψη γνωστοποιήσεως της κατηγορίας, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν απολογήθηκε, αλλά δεν προσήλθε καν προς απολογία.
Συνεπώς, ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει ν' απορριφθεί. Τέλος, η αιτίαση ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης, διότι οι ενέργειές της αναφέρονται σε υποσχέσεις που ανάγονται στο μέλλον και όχι για πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή υπάρχουν στο παρόν, δεν ευσταθεί, διότι όταν οι υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις, όπως παραπάνω εκτίθενται, συνδέονται και συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Συνακόλουθα, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 3/2009 αίτηση της Χ που διαμένει προσωρινά στη ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1437/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 30/11/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ.1 και 3 ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παραποίηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 €) ή β)αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 €). Ούτω για την θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτούνται: α)σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις τον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους. β)η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών , η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος και προέβη στην πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τοιούτο τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζομένη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη απ'αρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος (έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της). Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσης αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Περιουσιακή βλάβη, στην απάτη συντρέχει, ακόμη και όταν η επιδίωξη της ικανοποιήσεως της αξιώσεως του βλαπτομένου απαιτεί εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει, δηλαδή, μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του οφέλους που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποίαν (υλική αντιστοιχία) προκύπτει εναργώς ο χαρακτήρ του εγκλήματος της απάτης ως τοιούτου περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως).
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος" Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, (ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος). Κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείον της προσωπικότητός του. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προσετέθη δια του άρθρου 14 παρ. 11 Ν. 2721/1999, "η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπ' όψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε" Περαιτέρω δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και εντεύθεν, παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, η από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών παραδοχή επιβαρυντικής περιστάσεως, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξεως, καίτοι αυτή η επιβαρυντική περίσταση δεν περιελαμβάνετο στην ασκηθείσα από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη.
Έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ.1 εδ.δ'ΚΠΔ υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ'είδος, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (ολ.ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του εισαγγελέως Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά και τα μέσα, από τα οποία προέκυψαν και στηρίζουν την παραπεμπτική του κρίση. Εφ'οσον δε η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και με αυτήν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική, η επανάληψη από το τελευταίο αυτό των ιδίων περιστατικών αποδείξεων και συλλογισμών. Τέλος κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β'ΚΠΔ συνιστά λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ.1437/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο κατέστη τελεσίδικο, λόγω μη ασκήσεως εφέσεως κατ'αυτού ,με αυτό ο αναιρεσείων κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί να δικασθεί για απάτη κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, με καθολική αναφορά δε στην ενσωματωμένη (στο βούλευμα) πρόταση του παρ'αυτώ εισαγγελέως (Εφετών) και με μνεία όλων κατ'είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπόψη του εδέχθη ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ψ γνωρίστηκε με την κατηγορουμένη μέσω της μητέρας του, η οποία εργαζόταν στο σπίτι αυτής, ως οικιακή βοηθός, επί 15 συνεχή έτη. Έτσι, από το έτος 1993, σε ηλικία μόλις δεκαεπτά (17) ετών (έχει γεννηθεί το έτος 1976) προσελήφθη ως υπάλληλος στις επιχειρήσεις του ομίλου της κατηγορουμένης, στις οποίες υπήρχε η αλυσίδα ινστιτούτων αισθητικής, με τον διακριτικό τίτλο "...", που αριθμούσε 26 καταστήματα σ'ολόκληρη την Ελλάδα, καθώς και οι σχολές αισθητικής-κομμωτικής, με την επωνυμία "...", με υποκαταστήματα στην ..., τον ... και την .... Ο εγκαλών εργάστηκε αρχικά στα εκπαιδευτήρια "...", επί της οδού ... και από το έτος 1999 στις επιχειρήσεις του κλάδου της αισθητικής και συγκεκριμένα στο κατάστημα επί της ..., στο οποίο στεγάζονταν οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες του ομίλου, στον τομέα "Χρηματοδότησης Προγραμμάτων Πελατών" και ήταν ασφαλισμένος στο IΚΑ από το έτος 1994 έως και τον Μάρτιο του 2003 (βλ. βεβαίωση αποδοχών του εγκαλούντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003). Η κατηγορουμένη συνήθιζε να ιδρύει συνεχώς νέες εταιρίες, στις οποίες τοποθετούσε ως μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων νέα, μη υπερχρεωμένα πρόσωπα, κυρίως υπαλλήλους της, ώστε να μπορεί να εξασφαλίζει δάνεια και επιδοτήσεις, ενώ η ίδια είχε αποκλειστικά τη διοίκηση και διαχείριση όλων των εταιριών του ομίλου της, χωρίς, όμως, και να μπορεί η ίδια να λαμβάνει ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα, αφού είχε μεγάλες οφειλές προς το Ι.Κ.Α. και την Δ.Ο.Υ., γεγονότα που, βεβαίως, δεν ήταν γνωστά στον εγκαλούντα. Τον Ιανουάριο του έτους 2000, ενόσω ο εγκαλών εργαζόταν ήδη επτά (7) χρόνια στις επιχειρήσεις της κατηγορουμένης, η τελευταία, κατά την προσφιλή τακτική της, τον έπεισε, εκμεταλλευόμενη το νεαρό της ηλικίας του και την, ως εκ τούτου, απειρία του σε παρόμοιες ενασχολήσεις, να συμμετάσχει στην εταιρία "ΒΟΝD Επικοινωνία-Ανάπτυξη-Στρατηγική Ανώνυμη Εταιρία" ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος (βλ. το υπ'αριθμ. 776/4-2-2000 Φ.Ε.Κ.), διαβεβαιώνοντας τον, αφενός μεν ότι η ανωτέρω εταιρία ήταν φερέγγυα και αξιόπιστη στις συναλλαγές της, αφετέρου δε ότι η σχέση του με αυτή θα ήταν καθαρά τυπική, ενώ θα εδραίωνε την υπαλληλική του θέση στον όμιλο των εταιριών της, ότι η παραμονή του στην εταιρία θα ήταν για μικρό χρονικό διάστημα και ότι δεν θα είχε καμία απολύτως ευθύνη για τα θέματα και τις οφειλές της εταιρίας, αλλά η ίδια θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για αυτά. Ακολούθως, το επόμενο έτος (2001), με τις ίδιες ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις έπεισε τον εγκαλούντα να συμμετάσχει στις εταιρίες "Jurby International Διαιτολογικό Κέντρο Ανώνυμος Εταιρία" και "ΒΙΟΥΤΕΚ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΑΤΟΜΙΚΗ-ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., καθώς και σε άλλες εταιρίες, μεταξύ των οποίων και στην εταιρία με την επωνυμία "ADJUST Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Ανώνυμος Εταιρία" (βλ. το υπ'αριθμ. 8663/2-10-2001 Φ.Ε.Κ). Τον Ιούνιο τους έτους 2002, πληροφορηθείς ο εγκαλών τα ανωτέρω από συζητήσεις με συναδέλφους του και αντιληφθείς τους κινδύνους που διατρέχει από την παραμονή του ως εκπροσώπου των παραπάνω εταιριών ζήτησε από την κατηγορουμένη να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να παύσει να εκπροσωπεί τις ανωτέρω εταιρίες. Για τον λόγο αυτό υπέβαλε και γραπτώς την παραίτησή του από την θέση του Αντιπροέδρου της εταιρίας με την επωνυμία "ADJUST Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Ανώνυμος Εταιρία" (βλ. την από 5-6-2002 δήλωση παραίτησης του εγκαλούντα), ενώ, στις 13-10-2003, κοινοποίησε στην κατηγορουμένη την παραίτησή του από την εταιρία "ESSENCE Ινστιτούτο Άσκησης Αισθητικής και Διαίτης Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης" (βλ. την από 6-10-2003 εξώδικη δήλωση με επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος του εγκαλούντα και την υπ'αριθμ. 13616/13-10-2003 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Κατόπιν αυτών, η κατηγορουμένη και έως την 1-2-2004 συνέχιζε να διαβεβαιώνει τον εγκαλούντα ότι η συμμετοχή του στις παραπάνω εταιρίες ήταν καθαρά τυπική, ότι δεν έφερε ο ίδιος ευθύνη για τις υποχρεώσεις των εταιριών και ότι είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αντικατάστασή του ως εκπροσώπου από αυτές, προκειμένου να τον πείσει να παραλείψει να κινήσει τις νόμιμες διαδικασίες αποχώρησής του από τις εταιρίες αυτές, ενώ, παράλληλα η ίδια δημιουργούσε υπέρογκα χρέη, στα οποία υπόχρεος, ως εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων του, φερόταν ο εγκαλών, παρά τις περί αντιθέτου διαβεβαιώσεις της. Το καλοκαίρι του έτους 2003 ο όμιλος της κατηγορουμένης κατέρρευσε, οι περισσότερες εταιρίες της οδηγήθηκαν σε πτώχευση, ενώ κάποιες έκλεισαν, απολύθηκε δε τεράστιος αριθμός εργαζομένων. Η ίδια, προ του κινδύνου να συλληφθεί, λόγω των εκατοντάδων ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει είτε ατομικά είτε ως νόμιμη εκπρόσωπος εταιριών, αλλά και των τεράστιων χρεών που είχε δημιουργήσει προς το ΙΚΑ και το Δημόσιο, διέφυγε στο εξωτερικό. Όμως, λίγο πριν την αναχώρησή της, λόγω της παρουσίας της μητέρας του εγκαλούντα στο σπίτι της ως οικιακής βοηθού, συνέταξε και υπέγραψε την από 1-2-2004 δήλωση, παρουσία του οδηγού της ..., ο οποίος την συνυπέγραψε, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο εγκαλών προσελήφθη σε εταιρίες του ομίλου της ως ιδιωτικός υπάλληλος, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, ενώ στις εταιρίες που εμφανιζόταν ως μέλος Διοικητικού Συμβουλίου ή ως διαχειριστής ή ως Πρόεδρος ή μέτοχος ήταν "παρένθετο πρόσωπο χωρίς καμία απολύτως εξουσία", διότι όλες τις εντολές τις έπαιρνε από την ίδια (βλ. την από 1-2-2004 δήλωση της κατηγορουμένης). Με τον τρόπο αυτό ο εγκαλών πληροφορήθηκε ότι η κατηγορουμένη ουδέποτε είχε προβεί στην αντικατάσταση ή απαλλαγή του από την εκπροσώπηση των ανωτέρω εταιριών. Οι τρίτοι, όμως, μεταξύ των οποίων το ΙΚΑ και το Δημόσιο, στράφηκαν κατά του εγκαλούντα ατομικά για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Έτσι, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 53616/2003 πράξη επιβολής εισφορών του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ Συντάγματος, για το ποσό των 21.832,49 ευρώ, που αφορούσε σε οφειλόμενες εισφορές εργαζομένων της εταιρίας "BOND Επικοινωνία-Ανάπτυξη-Στρατηγική Ανώνυμη Εταιρία", για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2002 έως και Ιούλιο του 2003, επί της οποίας κατασχέθηκε, δυνάμει της υπ'αριθμ. 3835/27-10-2004 κατασχετήριας έκθεσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., μετά την υπ'αριθμ. 88/79/2004 παραγγελία της Διευθύντριας του Β' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών, ένα αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του εγκαλούντα κατά ποσοστό 50%, εργοστασίου κατασκευής RENAULT, τύπου MEGANE COUPE, αξίας 7.000 ευρώ (βλ. την υπ'αριθμ. 3835/27-10-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας, με τον συνημμένο σε αυτή πίνακα χρεών). Επίσης, βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρίας "ΒΙΟΥΤΕΚ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΛΑΤΟΜΙΚΗ-ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" χρέη προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, ύψους 27.212,57 ευρώ, με βάση τον υπ'αριθμ. 54/2003 πίνακα χρεών, για τα οποία σχηματίστηκε η υπ'αριθμ. ΙΑ 03/11443 ποινική δικογραφία σε βάρος του εγκαλούντα, μετά από μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., ομοίως βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρίας "Jurby International Διαιτολογικό Κέντρο Ανώνυμος Εταιρία" χρέη προς την ίδια Δ.Ο.Υ., ύψους 22.602,13 ευρώ, με βάση τον υπ'αριθμ. 55/2002 πίνακα χρεών, για τα οποία σχηματίστηκε η υπ'αριθμ. ΙΑ 03/11440 ποινική δικογραφία σε βάρος του εγκαλούντα, μετά από μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. (βλ. τις υπ'αριθμ. πρωτ. 45937/16-10-2003 και 45936/16-10-2003 αιτήσεις ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., αντίστοιχα). Η κατηγορουμένη σκόπευε, με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της, να αποκομίσει, μη πληρώνοντας τα ανωτέρω χρέη, συνολικό περιουσιακό όφελος ανερχόμενο σε 71.647,19 ευρώ, ενώ ο εγκαλών ενεπλάκη σε δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες, προκειμένου να απεμπλακεί από τα χρέη αυτά........ Επειδή από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως εκτέθηκε ότι προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση, συνάγεται ότι η κατηγορουμένη πραγμάτωσε τις εξειδικευθείσες ήδη μερικότερες πράξεις της απάτης, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, προξενώντας, παράλληλα, ζημία, συντρέχει δε αναμφίβολα στο πρόσωπό της η επιβαρυντική περίπτωση της δράσης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια διότι, αφενός μεν εκδηλώθηκε επανειλημμένη τέλεση της πράξης, αφετέρου δε είχε διαμορφώσει την αναγκαία υποδομή (όπως η έννοια αυτή οριοθετείται στη μείζονα σκέψη), αφού προέβη στην ίδρυση πολλών εταιριών, στις οποίες χρησιμοποιούσε παρένθετα πρόσωπα, κυρίως υπαλλήλους της, προκειμένου να χρηματοδοτείται, διότι η ίδια δεν μπορούσε, λόγω οφειλών, να εξασφαλίσει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα), ενεργούσε δε με αποφασιστικότητα και μεθοδικότητα, στο πλαίσιο οργανωμένου σχεδίου απολήψεως εισοδημάτων που υπερβαίνουν το οριακό ποσό των 15.000 ευρώ. Προέκυψε, επομένως, ότι η συμπεριφορά της κατηγορουμένης στοιχειοθετεί, σύμφωνα και με τις παραδοχές της νομολογίας, όπως εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της, κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, απάτης κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Συνακόλουθα, αφού υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη στήριξη κατηγορίας εναντίον της κατηγορουμένης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ.1 περ.ε και 313 Κ.Π.Δ., να παραπεμφθεί αυτή για να δικαστεί ως υπαίτια της παραπάνω πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 386 παρ.3 περ.α-1 Π.Κ., σε συνδυασμό και με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1,13 στοιχ. στ, 14, 17, 18, 26 παρ.1α, 27, 51, 52, 60, 63, 79 και 98 του ίδιου Κώδικα, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών".
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τ'ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, για το οποίο παραπέμπεται η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 παρ.1 και 3 περ.α', 13 στοιχ. στ' και 98 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται σ'αυτό τα ψευδή γεγονότα τα οποία εν γνώσει της παρέστησεν εις τον εγκαλούντα ως αληθή, και δη τόσο τα πραγματικά περιστατικά τα οποία ανάγονται στο παρελθόν και το παρόν, (όπως λ.χ. ότι οι εταιρείες είναι φερέγγυες), όσον και οι υποσχέσεις, οι οποίες συνδέονται όμως με ψευδείς διαβεβαιώσεις που αναφέρονται στο παρόν και το παρελθόν (όπως λ.χ. ότι η σχέση του με τις εταιρίες θα ήτο καθαρά τυπική, όπου θα παρέμενε για μικρό χρονικό διάστημα, διότι η ιδία είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αντικατάστασή του, ως εκπροσώπου από αυτές), τον σκοπό της αναιρεσειούσης για να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος (ως και την επίτευξή του) με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του παθόντος και με ότι ο τελευταίος ενεπλάκη εις δικαστικούς αγώνες δια τα χρέη της αναιρεσειούσης και δια να απεμπλακεί από αυτά.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως ο μεν περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως εκτιμάται, εκ του λόγου, ήτοι, ότι δεν πρόκειται περί ψευδών γεγονότων αλλ'υποσχέσεων, ο δε περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της σχετικής διατάξεως του άρθρου 386 εξ αυτού επίσης του λόγου ως και του ότι πρόκειται περί αστικής διαφοράς (άρθρα 484 παρ.1 στοιχ.β' και δ'ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω η παραδοχή εν προκειμένω από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι σύμφωνα με όσα εξέθεσε πραγματικά περιστατικά, συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 € κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας για την πράξη της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος συνολικώς υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 €, όπως ήτο η ασκηθείσα από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη. Ούτε άλλωστε εκ της τοιαύτης κρίσεως του Συμβουλίου προσεβλήθη το υπερασπιστικόν δικαίωμα της αναιρεσειούσης εκ του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ'ΚΠΔ και 6 παρ.3α και β της ΕΣΔΑ, εφόσον μάλιστα η αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν απελογήθη, αλλ'ουδέ και προσήλθε προς απολογία.
Συνεπώς δεν θεμελιούται ο προτεινόμενος εκ του άρθρου 484 παρ.1α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητος εκ των ανωτέρω αιτιάσεων της αναιρεσειούσης, ο οποίος εντεύθεν, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθμ.3/17 Ιουνίου 2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ'αριθμ.1437/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημία άνω των 15.000 €. Έννοια γεγονότος. Πότε ειδική αιτιολογία. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε κατ' εξακολούθηση. Πότε μεταβολή κατηγορίας που επιφέρει ακυρότητα κατ' άρθρο 171 § 1 περ. β ΚΠΔ. Τι δεν συνιστά μεταβολή. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.