text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1032/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 11829/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην ..., το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κυριακή Γρηγορίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στο από 27 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1558/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 17 στοιχ. Β' του ν. 1756/1988 ορίζεται ότι σε όσα Πρωτοδικεία και Εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες Εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ.1). Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του Συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο....καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα. Στο Πρωτοδικείο: α) όλων των προέδρων πρωτοδικών από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ο ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός από τους προέδρους των Τριμελών Πλημμελει-οδικείων, β) των αρχαιοτέρων πρωτοδικών από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των υπόλοιπων Τριμελών Πλημμελειοδικείων, γ) όλων των υπόλοιπων Πρωτοδικών από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων των Τριμελών Πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των Μονομελών Πλημμελειοδικείων, δ) των παρέδρων πρωτοδικών από τους οποίους κληρώνονται μόνο αριστερά μέλη στις συνθέσεις Τριμελών Πλημμελειοδικείων (παρ. 3). Με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός (παρ. 4). Εξάλλου, στην παράγραφο 10 του άνω άρθρου ορίζεται ότι η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προκειμένου για το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο προβλέπεται οργανικός αριθμός 15 τουλάχιστον δικαστών, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται νομίμως με κλήρωση με τη συμμετοχή και παρέδρων πρωτοδικών ως αριστερού μέλους της σύνθεσης αν τούτο επιβάλλεται από τις υπηρεσιακές ανάγκες. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 11829/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης στη σύνθεση αυτού μετείχε και ο δικαστικός πάρεδρος ... ως αριστερό μέλος της σύνθεσης του Δικαστηρίου τούτου, ο οποίος, πράγματι κληρώθηκε για το σκοπό αυτό και δεν αντικατέστησε άλλο δικαστή που είχε κληρωθεί. Εξάλλου δε, ως εκ περισσού αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κωλύονταν οι τακτικοί δικαστές καθόσον δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο δικαστικός αυτός πάρεδρος ήταν αυτός που κληρώθηκε και ότι δεν υπήρχαν ή απουσίαζαν ή κωλύονταν οι λοιποί δικαστές. Όθεν, ο από τα άρθρα 171 παρ. 1 α και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος. Άλλωστε δε, και αν υπήρχε τέτοια ακυρότητα εφόσον αυτή δεν προβλήθηκε καλύφθηκε ως σχετική και συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι και απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος....
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπερέβη την εξουσία του καθόσον έπρεπε να κηρύξει την ποινική δίωξη απαράδεκτη, διότι για τη μηνυτήρια αναφορά του διευθυντή της ΥΠΕΕ Κεντρικής Μακεδονίας κατά της αναιρεσείουσας δεν συντάχτηκε σχετική έκθεση κατά το άρθρο 41 του ΚΠΔ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι η σχετική μηνυτήρια αναφορά προς άσκηση ποινικής διώξεως της αναιρεσείουσας για παράβαση των άρθρων 19 και 21 παρ. 2 του ν.2523/1997 δεν συνιστά έγκληση κατά το άρθρο 41 του ΚΠΔ αλλά αποτελεί απλή αίτηση του προϊσταμένου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα πρωτοδικών χωρίς να απαιτείται και σύνταξη σχετικής έκθεσης κατάθεσης όπως προβλέπει το άνω άρθρο 41 του ΚΠΔ επί εγκλήσεως, πράγμα που θα το όριζε ρητώς ο νομοθέτης εάν οπωσδήποτε ήθελε σύνταξη τέτοιας έκθεσης της αίτησης αυτής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 365 παρ. 1, 365 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ 1δ ΚΠΔ), που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Στα πρακτικά τη δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα το έγγραφο αναγνώσθηκε, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενο του δηλώσεις και εξηγήσεις αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο, που αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση ο πρόσθετος λόγος για απόλυτη ακυρότητα με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο για τη στήριξη της κρίσης του για την ενοχή της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων εγγράφων και την έκθεση ελέγχου που αναγνώσθηκε χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα της (έκθεσης ελέγχου) είναι αβάσιμος διότι με τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται στην απόφαση για το έγγραφο αυτό εν όψει και της αριθμήσεως του επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του αφού ειδικότερα με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου του κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενο του στην αναιρεσείουσα οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης αφού δεν δημιουργείται άλλωστε καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διότι άλλο έγγραφο με το συγκεκριμένο προσδιορισμό (έκθεση ελέγχου) δεν αναγνώσθηκε. Εξάλλου από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι πράγματι αναγνώστηκαν τα με αριθ. κδ') διαφημιστικό έγγραφο της εταιρείας ...(ξενόγλωσσο), κστ') διαφημιστικό έντυπο της εταιρείας ... SA (ξενόγλωσσο), κθ') διαφημιστικό έντυπο της εταιρείας ... (ξενόγλωσσο) και κη') Φ/90 επαγγελματική χάρτα του ... (ξενόγλωσση και στην ελληνική). Περί των εγγράφων τούτων η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι δεν έλαβε γνώση αυτή και ο συνήγορος της αφού τα τρία πρώτα εκ τούτων ήταν ξενόγλωσσα. Εν όψει όμως του ότι η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση τα προαναφερόμενα διαφημιστικά έγγραφα εταιρειών δεν επηρέασαν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την ενοχή της αναιρεσείουσας ως έγγραφα αδιάφορα με την πράξη αυτή. Επομένως, και ο πρόσθετος αυτός λόγος περί απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α') είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν, να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος στην αναιρεσείουσα και καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 46/19-10-2009 αίτηση και τους επ' αυτής από 27-01-2010 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της 11829/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπέρβαση εξουσίας. Έννοια. Η σχετική μηνυτήρια αναφορά προς άσκηση ποινικής δίωξης για παράβαση των άρθρων 19 και 21 § 2 Ν. 2523/1997 δεν συνιστά έγκληση κατά το άρθρο 41 ΚΠΔ, αλλά αποτελεί απλή αίτηση του προϊσταμένου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον εισαγγελέα χωρίς να απαιτείται και σύνταξη σχετικής έκθεσης κατάθεσης όπως προβλέπει το άνω άρθρο 41 του Κ.Π.Δ., αλλά αποτελεί απλή αίτηση του προϊσταμένου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα, χωρίς να απαιτείται και σύνταξη σχετικής εκθέσεως κατάθεσης, όπως προβλέπει το άνω άρθρο 41 Κ.Π.Δ. επί εγκλήσεως, πράγμα που θα το όριζε ρητώς ο νομοθέτης, εάν οπωσδήποτε ήθελε σύνταξη τέτοιας έκθεσης της αίτησης αυτής. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας.
| 2
|
Αριθμός 1031/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ασημίνα Καούνη, περί αναιρέσεως της 605/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 989/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Ν.3054/2002 (ΦΕΚ' 230. 2.10.2002) Οργάνωση της αγοράς πετρελοειδών και άλλες διατάξεις ορίζει τα εξής: Εις τα άρθρα: 1 τον σκοπόν αυτού, που είναι η ρύθμιση θεμάτων πετρελαϊκής πολιτικής της χώρας, 3 την έννοια των όρων των πετρελαιοειδών προϊόν των, μεταξύ των οποίων και εις παρ. 1 κατηγορία V τα υγραέρια - LPG, Βουτάνιο, Προπάνιο και μίγμα των δύο, και 7 την άδεια λιανικής εμπορίας και τις κατηγορίες που περιλαμβάνει. Περαιτέρω κατ' άρθρο 16 του άνω Νόμου "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο διυλίζει, αποθηκεύει, εμπορεύεται, μεταφέρει, διακινεί ή προμηθεύει αργό πετρέλαιο ή πετρελαιοειδή προϊόντα ή εμφιαλώνει, χωρίς να έχει άδεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών......". Ούτως έκ της διατάξεως του άνω άρθρου προκύπτει σαφώς ότι για τις ανωτέρω δραστηριότητες του ατόμου, που ασχολείται με την χονδρική και λιανική πώληση πετρελαιοειδών (αφού δεν κάνει διάκριση) μεταξύ των οποίων και η αποθήκευση δια την εμπορία δηλαδή την μεταφορά, διακίνηση, πώληση αυτών, απαιτείται ειδική άδεια, και εφ' όσον αυτά πρέπει να φυλάσσονται εις ειδικούς χώρους, διά λόγους ασφαλείας, μέχρι να παραδοθούν εις τους ενδιαφερομένους αγοραστάς.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά κατ' επιλογήν για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διάφορο εκείνης που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του, τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθιστάται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση υπ' αριθμ. 605/2009 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, δικάσαν εις δεύτερο βαθμό, τούτο, εδέχθη, μετ' αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του και δη "την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων" (εδέχθη), κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος ..." (είναι ο εδώ αναιρεσείων), "είναι διαχειριστής, νόμιμος εκπρόσωπος και κατ' ουσία υπεύθυνος για τη λειτουργία της επιχειρήσεως με την εταιρική επωνυμία "ΟΕ...", η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της χονδρικής και λιανικής εμπορίας φιαλών υγραερίου στη .... Στις 1/2/2005 με αφορμή σχετικό έλεγχο από αρμόδιο κλιμάκιο του Υπουργείου Συγκοινωνιών στην επί της οδού ..., έδρα της ανωτέρω εταιρίας, κατελήφθη ο πρώτος κατηγορούμενος να έχει προβεί άνευ αδείας σε πώληση 375 φιαλών υγραερίου και σε αποθήκευση άνευ αδείας 50 φιαλών υγραερίου (προπανίου και άλλων), των 10 κιλών καθεμία, επί του υπ' άρ. κυκλοφορίας...ΙΧΦ οχήματος, το οποίο χρησιμοποιούσε παράνομα ως αποθηκευτικό χώρο των φιαλών, προκειμένου να διευκολύνεται η παράδοσή τους στους πελάτες κατευθείαν από το σταματημένο φορτηγό. Τούτο έπραξε ο κατηγορούμενος, επειδή την εποχή εκείνη είχε διακοπεί με απόφαση του Νομάρχου Πειραιώς, η λειτουργία των στεγασμένων αποθηκευτικών χώρων της επιχειρήσεως. Κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ότι πράγματι χρησιμοποιούσε το ανωτέρω φορτηγό ως αποθηκευτικό χώρο των φιαλών υγραερίου που πρόκειτο να πωλήσει και να διανείμει και ότι πράγματι μέχρι η λήψη των παραγγελιών από τους πελάτες της άνω εταιρίας, το φορτηγό ανέμενε ακινητοποιημένο και έμφορτο φιαλών. Ισχυρίστηκε όμως ότι ήταν υποχρεωμένος να ενεργεί έτσι, επειδή το ψύχος ήταν μεγάλο κατά τους χειμερινούς μήνες και η συχνότητα στη διανομή των φιαλών ήταν διαδοχική, έτσι ώστε επιταχυνόταν η παράδοσή τους στους πελάτες της εταιρίας και εκμηδενιζόταν κατά το δυνατόν ο χρόνος καθυστερήσεως στις παραδόσεις της εταιρείας. Κατά συνέπεια πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως, που του αποδίδεται και με λεπτομέρεια περιγράφεται στο διατακτικό, αναγνωριζομένου όμως σ' αυτόν του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων (άρθρ. 84 2β ΠΚ) καθ' όσο αποδείχθηκε ότι τα αίτια που ώθησαν αυτόν στη τέλεση της ανωτέρω πράξεως δεν ήσαν ταπεινά. (Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορούμενη, ..., το Δικαστήριο διατηρεί ελάχιστες αμφιβολίες ως προς το εάν και κατά πόσο η συγκεκριμένη κατηγορουμένη ήταν πράγματι υπεύθυνη για τη λειτουργία της ανωτέρω επιχειρήσεως και γι' αυτό το λόγο πρέπει να κηρυχθεί αθώα της πράξεως που της αποδίδεται και με λεπτομέρεια περιγράφεται στο διατακτικό)". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 16 Ν. 3054/2002 υπό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, για την οποία και κατεδικάσθη ούτος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ' όψη της η απόφαση, αφού ουδέν εξήρεσε, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκθέτει εν προς εν αυτά ιδιαιτέρως και τί προέκυψεν εξ ενός εκάστου, επομένως και την υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόφαση της Νομαρχίας Πειραιά και δεν έλαβεν υπ' όψη μόνο την απολογία του κατηγορουμένου, όπως αβασίμως αιτιάται ούτος, η αποθήκευση των φιαλών υγραερίου (προπανίου και άλλων) στο ως αποθήκη χρησιμοποιούμενο αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, η λειτουργία των αποθηκευτικών χώρων της επιχειρήσεως του οποίου είχε διακοπεί με απόφαση του Νομάρχου και συνεπώς ούτος δεν είχεν άδεια αποθηκεύσεως των άνω πετρελαιοειδών προϊόντων, όπως απαιτεί η άνω διάταξη του άρθρου 16 Ν. 3054/2002, για την παράβαση του οποίου και κατεδικάσθη, αφού δεν πρόκειται εδώ για έλλειψη αδείας "διανομέα", όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων και εκθέτει εκ μεγάλην έκταση στην αναίρεσή του. Εντεύθεν και οι σχετικοί λόγοι, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' o μέρος δε με αυτούς, και υπό την επίκλησή των, επιχειρείται διάφορος εκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρος κατηγορίας και αξιολόγησή της υπό του αναιρεσείοντος και (διάφορος) συσχέτιση αυτής με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, διότι πλήττουν την ουσία της υποθέσεως. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 605/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οργάνωση της αγοράς πετρελαιοειδών (ν. 3051/2002, άρθρα 1, 3, 16). Πότε αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πότε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1030/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3070/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορουμένους τους: 1)..., 2)..., 3)... και 4)..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)... και 2)..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτζαμανίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 42/1-9-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1237/2009.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ'άρθρον 505 παρ.2 ΚΠΔ "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 (άρθρ.483 παρ.3)...". Εκ της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με την του άρθρου 504 παρ.1 ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση πάσης αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, δι'έναν εκ των εις το άρθρο 510 ΚΠΔ λόγον, αφού ο περιορισμός των εις αναίρεση υποκειμένων αποφάσεων κατά τη διάταξη του άνω άρθρου 504 παρ.1 ισχύει μόνον όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικώς άλλως, πράγμα το οποίο όμως ειδικώς ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2. Κατ'ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, υπ'αριθμ.42/1 Σεπτεμβρίου 2009, κατά της υπ'αριθμ.3070/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν απερρίφθη ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ.88/18-7-2007 έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Κιλκίς κατά της υπ'αριθμ.817/2007 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, έχει ασκηθεί υπό της άνω Εισαγγελέως (ΑΠ) νομοτύπως και εμπροθέσμως από της κατά την 23-7-2009 καταχωρίσεώς της καθαρογεγραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του άνω ποινικού δικαστηρίου (άρθρ.473 παρ.3), με λόγο την υπέρβαση εξουσίας, και ούσα παραδεκτή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, προκειμένου περί εφέσεως του εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η οποία προσετέθη με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν.2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκουμένης από του εισαγγελέως εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθεται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Όταν η έφεση του εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως έχει την άνω απαιτουμένη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη δι'έλλειψη αιτιολογίας, χωρίς να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, υποπίπτει σε (θετική) υπέρβαση εξουσίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.3070/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα πρακτικά, οι κατηγορούμενοι δια της υπ'αριθμ.817/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς εκηρύχθησαν αθώοι κατά πλειοψηφίαν της αποδιδομένης εις αυτούς πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως η Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Κιλκίς ήσκησε την υπ'αριθμ.88/18-7-2007 έφεσή της. Στην έκθεση της εφέσεως αναφέρεται ότι η άνω Εισαγγελεύς εδήλωσεν ότι "ασκεί έφεση κατά της υπ'αριθμ.817/10-7-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς και ειδικότερα κατά το σκέλος αυτής, με το οποίο εκηρύχθηκαν αθώοι για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια οι κατηγορούμενοι: 1)..., 2)..., 3)... και 4)... και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα έσφαλε το άνω Δικαστήριο κηρύσσοντας τους ανωτέρω κατηγορούμενους αθώους, με πλειοψηφία 2 προς 1, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αφού απ'όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και της ακροαματικής διαδικασίας προέκυψε ότι οι τέσσερις παραπάνω κατηγορούμενοι με τις ιδιότητες τους ο μεν πρώτος ως πρόεδρος της ανώνυμης εταιρίας "ΜΠΕΤΟΝ ΔΟΜΗ Α.Ε" που εδρεύει στο ..., ο δεύτερος ως αντιπρόεδρος, ο τρίτος ως Διευθύνων Σύμβουλος, ο δε τέταρτος ως υπεύθυνος παραγωγής στο υποκατάστημα ... της προδιαληφθείσας εταιρίας, ιδιότητες που επέβαλαν σε αυτούς τη νόμιμη υποχρέωση ώστε ο εξοπλισμός της εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων, να είναι ο κατάλληλα προσαρμοσμένος προς τον σκοπό αυτό, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων, κατά την χρησιμοποίηση του, όπως όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν, επέτρεψαν και ανέθεσαν στον εργαζόμενο ..., ηλικίας 25 ετών, κάτ. στη ζωή ..., τη χρησιμοποίηση της υπ'αριθμό κυκλοφορίας ... αντλίας σκυροδέματος, παρά το γεγονός ότι η αντλία αυτή είχε υποστεί παράνομη μετασκευή στο μήκος του βραχίονα στήριξης και αλλαγή του τρόπου έκτασης του, από χειροκίνητο σε υδραυλικό, χωρίς να εξασφαλιστεί η ύπαρξη ασφαλιστικών δικλείδων, όπως η ενεργοποίηση ενός ηχητικού ή και οπτικού προειδοποιητικού σήματος για την ύπαρξη τυχόν υφιστάμενου κινδύνου για τους εργαζόμενους. Την μετασκευή και μετατροπή αυτή της αντλίας έκαναν σε ιδιωτικά συνεργεία, χωρίς ν' ακολουθήσουν τους κανόνες των κατασκευαστικών εταιριών, οι οποίες πιστοποιούν και για την λειτουργία ενός μηχανήματος, και χωρίς βεβαίως να φροντίσουν να εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας για το μηχάνημα αυτό από τις αρμόδιες αρχές της πολιτείας (βαρύνονταν επίσης και με την παράβαση του άρθρου 88§1,4 του Κ.Ο.Κ, για την οποία και εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του Ν,3346/05). Η ως άνω παράνομη, ανασφαλέστατη, τεχνικά αδόκιμη μεταποίηση της επίδικης αντλίας σκυροδέματος οδήγησε στο θανατηφόρο αποτέλεσμα, αφού ο άτυχος χειριστής ..., ενώ εκτελούσε εργασίες την 22-11-2002, στην αγροτική περιοχή ..., παγιδεύτηκε από τον οπίσθιο αριστερό βραχίονα της αντλίας και βρήκε τραγικό θάνατο συνθλιβόμενος από την πίεση αυτού. Οι διαπιστώσεις αυτές για την παράνομη και επικίνδυνη μετατροπή του επίδικου μηχανήματος, πέραν του ότι επαληθεύθηκαν πλήρως και κατά την ακροαματική διαδικασία, τονίζονταν ιδιαίτερα τόσο στην έκθεση του Τεχνικού Επιθεωρητή Εργασίας, όσο και στην έκθεση αυτοψίας των αρμοδίως διορισθέντων πραγματογνωμόνων-υπαλλήλων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Ν. Κιλκίς. Η βαρύτατη αυτή αμέλεια των τεσσάρων προρρηθέντων κατηγορουμένων δημιούργησε τις συνθήκες του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, με την έννοια αιτιώδους συνάφειας και συνεπώς το Δικαστήριο έσφαλε κηρύσσοντας αυτούς αθώους, ενώ έπρεπε να κηρύξει αυτούς ενόχους".
Ούτως έχουσα η έκθεση αυτή της εφέσεως, είναι αιτιολογημένη, αφού περιέχει με σαφήνεια και πληρότητα τις πραγματικές πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως και αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αρκεί δε η παράθεση στην έκθεση της εφέσεως των στοιχείων από τα οποία "επαληθεύτηκαν πλήρως και τονίζονταν ιδιαίτερα" οι διαπιστώσεις για την παράνομη μετατροπή του επιδίκου μηχανήματος. Εντεύθεν και το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την έφεση ως απαράδεκτη και δεν προχώρησε στην ουσία της υποθέσεως, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του κατά τον βάσιμο περί τούτου, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ λόγον της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά την γνώμη όμως του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου της Εισηγητρίας-Αρεοπαγίτου Βιολέττας Κυτέα, ο σχετικός ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο για τους εξής λόγους: Όταν η έφεση του εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως δεν έχει την άνω απαιτουμένη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη δι'έλλειψη αιτιολογίας χωρίς να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, δεν υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Εξ άλλου οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣ.ΔΑ) εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όμως δεν προϋποθέτουν συγκεκριμένους όρους ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Περαιτέρω με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο, ο εισαγγελεύς έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου. Ούτω μέσα στην ικανή προθεσμία των δέκα ημερών από την έκδοση της αποφάσεως (άρθρα 473 παρ.1 και 486 παρ.1 ΚΠΔ) ο εισαγγελεύς μπορεί αποτελεσματικά να εκτελέσει τα καθήκοντά του και να κρίνει με ασφάλεια αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ή όχι προς άσκηση εφέσεως κατά της αθωωτικής αποφάσεως. Εξ όλων αυτών παρέπεται ότι η άνω διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ δεν είναι αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ? και τούτο διότι με την απαιτουμένη αιτιολογία της εφέσεως του εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως δεν παραβιάζεται το δικαίωμά του για ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο και για χρηστή (δίκαιη) δίκη, ούτε καταλύεται στην πράξη το δικαίωμα αυτό του εισαγγελέως, με επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες για τους πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά αθωωτικής αποφάσεως και να ζητήσουν την καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά υποβάλλουν συνήθως με τους συνηγόρους τους σχετική αίτηση στον αρμόδιο εισαγγελέα για να την ασκήσει ο τελευταίος αυτός (Ολ.ΑΠ 9/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκ της διατάξεως του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ καθ'οσον, όπως ειδικότερα στο αιτιολογικό επί λέξει εκτίθεται.. "Από τη διάταξη αυτή" (486 παρ.3) "προκύπτει ότι για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της εφέσεως του Εισαγγελέως απαιτείται να περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και επιπλέον τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίστατο η συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης. Μόνη η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού ο Εισαγγελέας δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την εξενεχθείσα από το Δικαστήριο κρίση περί της αθωότητας του κατηγορουμένου. Ειδικώς προκειμένου περί μαρτυρικών καταθέσεων, εκ των οποίων κατά την κρίση του εκκαλούντος Εισαγγελέως αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου, απαιτείται να εκτίθεται με σαφήνεια στο εφετήριο έγγραφο ποια είναι τα σημεία εκείνα των καταθέσεων που δεν έλαβε υπόψη του το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα οποία εάν ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε σε καταδικαστική κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη έφεση της Εισαγγελέως Πλημ/κων Κιλκίς στρέφεται κατά της υπ' αρ. 817/10-7-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς με την οποία οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι και κατά πλειοψηφία για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Στην έκθεση έφεσης της Εισαγγελέως αιτιολογείται η άσκηση από αυτήν του ενδίκου μέσου με την εξής σκέψη" "...,Και, αφού αναφέρει τα εις την έφεση της Εισαγγελέως ως άνω αναγραφόμενα, συνεχίζει το αιτιολογικό: "Με αυτό το περιεχόμενο όμως η έφεση της Εισαγγελέως, ενώ στρέφεται, κατά αθωωτικής απόφασης, δεν περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία -που απαιτεί ο νόμος, αφού η ασκήσασα αυτήν .Εισαγγελεύς ουδόλως εκθέτει συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες της πρωτοδίκου αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι της αποδοθείσας κατηγορίας, ούτε βέβαια παραθέτει πραγματικά περιστατικά τα οποία να προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων των άνω εγκλημάτων. Δεν εξηγείται ειδικότερα σε οποιοδήποτε σημείο της ενδίκου εφέσεως για ποιο λόγο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε κατά την πλειοψηφούσα κρίση του, στην εκτίμηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα των εκθέσεων του τεχνικού επιθεωρητή εργασίας όσο και της εκθέσεως αυτοψίας των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, σε σχέση με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε την αθωωτική κρίση του και ειδικότερα ποιο σημείο των παραπάνω εκθέσεων στοιχειοθετεί την αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων Επομένως αφού δεν εκτίθενται σε αυτήν ποιές είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης (πραγματικές ή και νομικές) αλλά αναφέρονται αόριστα κάποιες μαρτυρικές καταθέσεις και η ανάγνωση εγγράφων ως τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία κατηγορίας, χωρίς να προσδιορίζονται ποία είναι τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και γιατί αποκλείονται αυτά ως λιγότερο αξιόπιστα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως απαράδεκτη" και ως τοιαύτη την απέρριψε το άνω δικαστήριο. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς κατέληξε στην κρίση της απορρίψεως της εφέσεως της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Κιλκίς εφ'οσον αυτή (η έφεση) δεν ησκήθη όπως απαιτούν οι ως άνω διάταξη και γενικές διατάξεις των άρθρων 474 παρ.2 και 498 εδ.α'ΚΠΔ.
Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση, με το να απορρίψει ως απαράδεκτο, δι'έλλειψη αιτιολογίας, την έφεση, χωρίς να (προχωρήσει και) εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, δεν υπέπεσε εις αρνητική υπέρβαση εξουσίας και εντεύθεν, δεν ιδρύθη ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, οπότε η περί του αντιθέτου αιτίαση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση.
Κατ'ακολουθιαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, υπ'αριθμ.3070/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ.519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ.3070/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η έφεση Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη (άρθρ. 474, 476 § 2, 498 ΚΠΔ). Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτο. Πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις πλημμέλειες της αποφάσεως. Δεν υπάρχει αντίθεση στα άρθρα 20 Συντάγματος και 6 ΕΣΔΑ. Αναίρεση Εισαγγελέως Αρείου Πάγου κατ' αποφάσεως που απέρριψε έφεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ως απαράδεκτη (άρθρα 505 § 2, 504 § 1 ΚΠΔ). Αναιρεί κατά πλειοψηφία και παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο, Απόφαση αθωωτική, Μειοψηφική γνώμη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1041/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Μιχαλίτση, περί αναιρέσεως της 498/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Σανιδά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 118/10.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρο των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 330 ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα στοιχεία του εγκλήματος της παράνομης βίας είναι: α) εξαναγκασμός άλλου, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνει με τη χρήση της σωματικής βίας ή απειλής σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, γ) δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος) στον οποίο περιλαμβάνεται η γνώση ότι η απειλούμενη πράξη ή παράλειψη είναι παράνομη και η βούληση του δράστη να εξαναγκάσει τον άλλο σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε κάτι στο οποίο εκείνος δεν υποχρεούται και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ σωματικής βίας ή της απειλής σωματικής βίας κλπ, και της πράξης παράλειψης ή ανοχής του θύματος. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν, τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας με την προσβαλλόμενη 498/2009 απόφασή του από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχτηκε ανελέγκτως ότι η κατηγορουμένη (αναιρεσείουσα) "η κατηγορουμένη διέπραξε την αξιόποινη πράξη, που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο, ήτοι της παράβασης του άρθρου 330 ΠΚ και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στο ... κατά το τελευταίο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου 2002 χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης εξανάγκασε άλλον σε πράξη ή παράλειψη και συγκεκριμένα έριχνε πέτρες και χώματα μέσα στα καλούπια της ανεγειρόμενης οικοδομής των μηνυτριών (Ψ1 και ...) στο ..., με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να ριφθεί μπετόν για τη σκυροδέτηση προκαλώντας βλάβη στην οικοδομή". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της αξιόποινης πράξης της παράνομης βίας και της επέβαλε φυλάκιση δύο μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται τα περιστατικά που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του εγκλήματος αυτού και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό ότι οι παθούσες που παρέλειψαν τη ρίψη του μπετόν (σκυροδέματος) στην οικοδομή τους δεν είχαν υποχρέωση προς τούτο, στοιχείο απαραίτητο για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος αυτού. Περαιτέρω, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει ασάφεια σχετικά με το τι σκόπευε η κατηγορουμένη με την πράξη της αλλά δέχεται ως αποτέλεσμα αυτής αφ' ενός "με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ρίψη του μπετόν για τη σκυροδέτηση" και αφ' ετέρου "και την πρόκληση βλάβης στην οικοδομή αυτή", στοιχείο που δεν απαιτείται για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος αυτού αλλά εκείνου της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός έκτου άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναίρεσης και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων ως αλυσιτελούς, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 498/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας.
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράνομη βία. Στοιχεία του εγκλήματος είναι: α) εξαναγκασμός άλλου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνει με τη χρήση της σωματικής βίας ή απειλής σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, γ) δόλος. Αρκεί και ο ενδεχόμενος, στον οποίο περιλαμβάνεται η γνώση ότι η απειλούμενη πράξη ή παράλειψη είναι παράνομη και η βούληση του δράστης να εξαναγκάσει τον άλλο σε πράξη παράλειψης ή ανοχή σε κάτι στο οποίο εκείνος δεν υποχρεούται, και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ σωματικής βίας ή της απειλής σωματικής βίας, κλπ και της πράξης, παράλειψης ή ανοχής αυτής. Περιστατικά. Αναιρεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βία παράνομη.
| 0
|
Αριθμός 1043/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη-Eισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου.
Με εγκαλούμενο τον Χ, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά και εγκαλών τον Π, κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης .... Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 9.11.2009 και αριθμ. πρωτ. 1633, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1607/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 74/16.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε και 137 παρ.1 εδ. γ ΚΠΔ την υπ' αρίθμ. 1633/9-11-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε ΚΠΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122.-125 του ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδ. γ του ιδίου ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση, με αφορμή την από 30/7/ 2006 έγκληση του Π κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ... και ήδη στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ... σχηματίσθηκε δικογραφία από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χ, οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά. Στον ανωτέρω αποδίδεται η πράξη της παράβασης καθήκοντος (αρθρ. 259 ΠΚ) επειδή ο εγκαλούμενος είναι δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπή της υποθέσεως ως προς τον ως άνω εγκαλούμενο από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές περιφερείας Εφετείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και στις δικαστικές αρχές του αυτού Εφετείου, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να διατάξει το Δικαστήριό σας την παραπομπή της υποθέσεως, επί της οποίας σχηματίστηκε η υπ' αρίθμ. ΑΒΜ/7918 δικογραφία της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιά αναφορικά με τα καταγγελλόμενα από τον Π κρατούμενο στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ...και ήδη στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ... ως προς τον εγκαλούμενο Χ Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές περιφερείας Εφετείου Πειραιά, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και στις αντίστοιχες Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε ΚΠΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του ΚΠΔ δικαστήριο. Στην
έννοια
του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδ. γ του ιδίου ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με αφορμή την από 30/7/ 2006 έγκληση του Π κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ... και ήδη στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., σχηματίσθηκε δικογραφία από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χ, ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά.
Στον ανωτέρω αποδίδεται η πράξη της παράβασης καθήκοντος (αρθρ. 259 ΠΚ) ο δε εγκαλούμενος είναι δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά.
Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπή της υποθέσεως ως προς τον ως άνω εγκαλούμενο από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές περιφερείας Εφετείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και στις δικαστικές αρχές του αυτού Εφετείου, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως, επί της οποίας σχηματίστηκε η υπ' αριθμ. ΑΒΜ/7918 δικογραφία της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιά αναφορικά με τα καταγγελλόμενα από τον Π κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ... και ήδη στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ... ως προς τον εγκαλούμενο Χ Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές περιφερείας Εφετείου Πειραιά, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και στις αντίστοιχες Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Διατάσσει την παραπομπή στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και τις αντίστοιχες του Εφετείου Αθηνών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1046/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 72039/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 206/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2523/ 1997 όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται... Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 72039/2009 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις, που του αποδίδει το κατηγορητήριο, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι: Ειδικότερα, προέκυψε ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος ως υπεύθυνος της επιχείρησης με την επωνυμία "...-ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ-ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΠΛΕΚΤΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ", με έδρα επί της οδού ..., και πράγματι υποκρυπτόμενο πρόσωπο ,τέλεσε κατά τη χρήση του έτους 2000 κατ' εξακολούθηση τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις ,ήτοι αυτός: α) προέβη στην έκδοση φορολογικών στοιχείων, δηλ. των αναφερομένων κατ' αριθμό, ημερομηνία έκδοσης και αξία στο διατακτικό της παρούσας εννέα (9) τιμολογίων παροχής υπηρεσιών προς την εταιρεία "Η.Ι.S. SΡΟRTWEAR Α.Ε.", τα οποία (τιμολόγια) είναι εικονικά, αφού έχουν εκδοθεί για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές και με προφανή σκοπό να παρουσιάσει νομιμοφάνεια στις εν λόγω συναλλαγές με την αναγραφόμενη σ' αυτές πελάτη-εταιρεία προς είσπραξη μεγάλων ποσών επιστροφών Φ.Π.Α. και β) αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, αφού αυτός ζήτησε και έλαβε για λογαριασμό της πιο πάνω επιχείρησης της οποίας ήταν υποκρυπτόμενο πρόσωπο , τέσσερις (4) φορτωτικές εκδόσεως της εταιρείας "WEST SERVICE LTD", όπως αυτές λεπτομερώς αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας κατ' αριθμό και ημερομηνία έκδοσης, οι οποίες (φορτωτικές) είναι εικονικές, αφού έχουν εκδοθεί από την ανωτέρω εταιρεία για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές και με σκοπό εμφάνισης νομιμοφάνειας στις συναλλαγές προς είσπραξη μεγάλων ποσών επιστροφής Φ.Π.Α." Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση με το ακόλουθο διατακτικό : "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι: Στην ..., την 19-11-2002 χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 13-11-2002 έκθεση ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο (Σ.Δ.Ο.Ε.) Π.Δ.Κεντρικής Μακεδονίας και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ'άρθρο 2 παρ.8,9 Ν.2954/01: 1.Διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 14-4-2000 έως 29-6-2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Ειδικότερα με την ιδιότητά του ως υπεύθυνος της εταιρίας με την επωνυμία "..."-ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ-ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΠΛΕΚΤΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ, που εδρεύει στη ..., επί της οδού ...εξέδωσε προς διάφορες επιχειρήσεις τα πιο κάτω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, προκειμένου να διευκολυνθούν οι αποδειχθείσες αυτά επιχειρήσεις, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα εξέδωσε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω, τα οποία εκδόθηκαν προς την εταιρία: "H.I.S. SPORTWEAR A.O".
1)Το υπ'αριθμ.... τιμολόγιο, αξίας 9.735.214 δρχ.
2)Το υπ'αριθμ.... τιμολόγιο, αξίας 13.226.635 δρχ.
3)Το υπ'αριθμ.... τιμολόγιο, αξίας 11.698.144 δρχ.
4)Το υπ'αριθμ.... τιμολόγιο, αξίας 9.334.540 δρχ.
5)Το υπ'αριθμ.... τιμολόγιο, αξίας 10.273.584 δρχ.
6)Το υπ'αριθμ.... τιμολόγιο, αξίας 11.431.514 δρχ.
7)Το υπ'αριθμ.... τιμολόγιο, αξίας 13.643.853 δρχ.
8)Το υπ'αριθμ.... τιμολόγιο, αξίας 9.356.906 δρχ.
9)Το υπ'αριθμ.... τιμολόγιο, αξίας 5.005.327 δρχ.
2.Διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-2000 έως 29-6-2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα απεδέχθη εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα με την ως άνω ιδιότητά του, ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης τα πιο κάτω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα απεδέχθη αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω, τα οποία εκδόθηκαν από την εταιρία "WEST AIR SERVICE LTD":
1)Η υπ'αριθμ.... φορτωτική AWB NR ... τιμ.εξαγωγής .....
2)Η υπ'αριθμ.... φορτωτική AWB NR ... τιμ.εξαγωγής ....
3)Η υπ'αριθμ.... φορτωτική AWB NR ... τιμ.εξαγωγής ....
4)Η υπ'αριθμ.... φορτωτική AWB NR ... τιμ.εξαγωγής ....." Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άνω άρθρων, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε. Η περί του αντιθέτου αιτίαση και δη ότι το σκεπτικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού είναι αβάσιμη διότι εν προκειμένω το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί προδήλως απλή επανάληψη του διατακτικού της η οποία άλλωστε αρκεί όταν με το περιεχόμενο του διατακτικού, ως εν προκειμένω, πληρούνται η απαίτηση της αιτιολογήσεως της αποφάσεως. Όθεν ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 ΚΠΔ προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγω αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη έγγραφο χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί τη βάση του εγκλήματος για το οποίο δικάζεται ο κατηγορούμενος. Επομένως, ο περί απολύτου ακυρότητας λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση εννέα εικονικά τιμολόγια και τέσσερις εικονικές φορτωτικές που ο κατηγορούμενος εξέδωσε και αποδέχτηκε αντίστοιχα χωρίς να αναγνωσθούν είναι αβάσιμος διότι τα έγγραφα αυτά αποτελούν τη βάση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής αυτής για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και η μη ανάγνωση αυτών δεν επιφέρει ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας.
Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος για υπέρβαση εξουσίας με τον οποίο κατά τη δέουσα εκτίμηση προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, αφού όπως προκύπτει από τις αριθ. 8654/ 2008, 8655/ 2008, 86565/ 2008 και 8657/ 2008 αποφάσεις του 4ου Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, τις οποίες προσκόμισε ο αναιρεσείων και αναγνώστηκαν, ανεπέμφθη η υπόθεση του στη φορολογική αρχή προκειμένου να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 52 του ν. 2859/ 2000, δηλαδή να γίνει διοικητική επίλυση της διαφοράς ως προς την 34/ 6-11-2003 (33 και 32/ 6-11-2003) πράξη επιβολής προστίμου του άρθρου 6 του ν.2523/ 1997 που επέβαλε ο προϊστάμενος της Κ. ΔΟΥ Αθηνών εξαιτίας επιστροφής σ' αυτόν ΦΠΑ και επομένως η μηνυτήρια αναφορά υπεβλήθη κατά παράβαση του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ' του ν.2523/ 1997, όπως αντικ. με το άρθρο 12 παρ.3 του ν. 2753/ 1999, δηλαδή χωρίς να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, διότι η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς της παραγ. 2 του άρθρου 21 ν. 2523/ 97 όπως αντικ. με την παραγ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2753/ 99, αφορά την απόφαση επιβολής προστίμου (ΑΕΠ) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.)- ΠΔ 186/ 92-προθεσμία η οποία τηρήθηκε στην προκειμένη περίπτωση καθόσον αφορά την 309/ 2003 απόφαση επιβολής προστίμου ΚΒΣ, όπως τούτο προκύπτει από το αριθ. 3192/ 2-3-2004 έγγραφο της Κ. ΔΟΥ Αθηνών και όχι τη διοικητική επίλυση για πράξεις επιβολής προστίμου ΦΠΑ του άρθρου 6 του άρθρου 2523/ 1997, στην οποία αναφέρονται οι αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου που αναγνώσθηκαν.
Τέλος αβάσιμος είναι και ο λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 19 του ν. 2523/ 1997 με τον οποίο προβάλλεται, κατά τη δέουσα εκτίμηση, η αιτίαση ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 19 και 21 παρ. 3 του ν. 2523/ 97 και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφού όπως προκύπτει από την αριθ. 1823/ 2008 απόφαση του Μονομ. Διοικητ. Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία προσεκόμισε ο αναιρεσείων και αναγνώσθηκε, ακυρώθηκαν οι αριθ. ... πράξεις ταμειακής βεβαίωσης οφειλών του προς το Ελληνική Δημόσιο, προερχόμενος από ΦΠΑ του προϊσταμένου της Κ. ΔΟΥ Αθηνών και η κρίση αυτή του διοικητικού δικαστηρίου δέσμευε το δικαστήριο που επελήφθη του ποινικού μέρους της υπόθεσης, διότι πέραν του γεγονότος ότι η κρίση του διοικητικού δικαστηρίου δεν ήταν τελεσίδικη, η έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο περί προσφυγής που ασκήθηκε από τον ελεγχόμενο, η κρίση του οποίου δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο, αφορά τις παραβάσεις των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/ 1997 και όχι τις παραβάσεις του ν. 2523/ 1997 ως προς το αν τελέστηκε ή όχι η άνω πράξη, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγ. 2 και 3 του άρθρου 21 του ν.2523/ 1997, αφού για την άσκηση της ποινικής δίωξης για τα αδικήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/ 1997 δεν αποτελεί προϋπόθεση η έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης η αίτηση πρέπει αν απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 3/ 1-2-2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 72039/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Έκδοση και αποδοχή εικονικών τιμολογίων. Εικονικό τιμολόγιο είναι και εκείνο που αφορά ανύπαρκτη συναλλαγή. Απόλυτη ακυρότητα επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη έγγραφο χωρίς τούτο να αναγνωσθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Τέτοια ακυρότητα δεν επέρχεται όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί τη βάση του εγκλήματος για το οποίο δικάζεται ο κατηγορούμενος. Για την άσκηση της ποινικής δίωξης για τα αδικήματα του άρθρου 19 Ν. 2523/1997 δεν αποτελεί προϋπόθεση η έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου. Περιστατικά. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 1029/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 370/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ... και 6)....
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 480/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού με αριθμό 157/23-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 22-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου..., κατά του υπ'αριθμ. 370/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής:Κατά το άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνη σχετικώς, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος αυτό. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 482 § 1 Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήση την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση, διά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, περί της οποίας η από 22-3-2010 σχετική έκθεση, προσβάλλεται από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το υπ'αριθμ. 370/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται, μετά των συγκατηγορουμένων του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), διά να δικασθή διά τα πλημμελήματα α) της ανθρωποκτονίας εξ' αμελείας (άρθρ.302 ΠΚ) και β) της παραβάσεως των άρθρ. 11 παρ.2, 7, 8, 9 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999). Όμως, συμφώνως προς τα προεκτεθέμενα, κατά του προσβαλλομένου ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν προβλέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο, αφού αυτός δεν παραπέμπεται διά κακούργημα, ούτε παύει προσωρινώς η ποινική δίωξη εναντίον του. Εξάλλου, ο αποκλεισμός του δικαιώματος ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά του ως άνω βουλεύματος, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα ή την ΕΣΔΑ, διότι ο κατηγορούμενος διατηρεί την δυνατότητα να προτείνη τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του ενώπιον του δικαστηρίου, στην κυρία διαδικασία, ή κατά την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθή (βλ. ΑΠ 230/2007). Επομένως, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να απορριφθή η από 22-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά του υπ'αριθμ. 370/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 21 Απριλίου 2010
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται . . . , το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και στην καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 482 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του". Από τη διάταξη αυτή, που περιοριστικά απαριθμεί τις περιπτώσεις ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος από τον κατηγορούμενο, προκύπτει ότι αυτός δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος, το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο για πλημμέλημα, συνεπώς δε και βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου και επικυρώνει το παραπεμπτικό βούλευμα, ούτε και κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών, το οποίο, μετά παραδοχή εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών κατά απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, παραπέμπει τον κατηγορούμενο μόνο για πλημμέλημα, αφού έτσι ενισχύεται η παρέλκυση της εκδικάσεως αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, με αριθ. εκθ. 41/22-3-2010 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται το 370/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δυνάμει του οποίου, μετά παραδοχή εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατά του 3544//2009 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο κατηγορούμενος και λοιποί συγκατηγορούμενοί του παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, λόγω ειδικής δωσιδικίας, ως εκ της ιδιότητας ενός εκ των συγκατηγορουμένων - συμπαραπεμπομένων ως Δημάρχου, για να δικασθούν ως συνυπαίτιοι όλοι, για τα πλημμελήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ) και της παραβάσεως των άρθρων 11 παρ. 2,7,8,9 του ΚΟΚ.
Ενόψει όμως αυτών που προεκτέθηκαν, ο πιο πάνω κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει με αναίρεση το ανωτέρω παραπεμπτικό για πλημμελήματα βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αυτού, που δεν παραστάθηκε, καίτοι ειδοποιήθηκε ο διορισθείς αντίκλητος δικηγόρος του, δια του γραμματέως, να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. Περαιτέρω, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 41/22-3-2010 αίτηση του ... για αναίρεση του 370/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου κατά βουλεύματος παραπεμπτικού για πλημμέλημα.
|
Βούλευμα παραπεμπτικό
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Αριθμός 1029/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΠΡΟΜ Α.Ε.Β.Ε" , που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ..., ορισθέντα ως εκκαθαριστή, με το υπ' αριθμ. 2883/21.4.2009 ΦΕΚ τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης.
Της αναιρεσιβλήτου: Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5629/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 206/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιουνίου 2003 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 10 Δεκεμβρίου 2004 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση λόγω συνταξιοδότησης Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 5, 6 και 10 της Διεθνούς Συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων νομικών Κανόνων σχετικώς με τις φορτωτικές, που κυρώθηκε με το Ν. 2107/1992, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 125 και 168-173 του ΚΙΝΔ συνάγεται ότι οι κανόνες Χάγης-Βίσμπυ έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα και εφαρμόζονται αποκλειστικώς σε ναυλώσεις, οι οποίες συνιστούν συμβάσεις θαλάσσιας μεταφοράς πραγμάτων και καλύπτονται από φορτωτική ή παρόμοιο τίτλο. Η έκδοση φορτωτικής όχι μόνον δημιουργεί δικαιώματα, αλλά αποτελεί αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο για το "αξιογραφικό" περιεχόμενό του. Επί συμβάσεως θαλάσσιας μεταφοράς πραγμάτων αποδεικνύει τη σύμβαση μεταφοράς, ενώ το "ενσωματωμένο" δικαίωμα εξαρτάται από την τύχη του εγγράφου της φορτωτικής, η κατοχή της οποίας είναι απαραίτητη για την ενάσκησή του. Ο οικονομικός δεσμός της συμβάσεως πωλήσεως με τη σύμβαση μεταφοράς γίνεται ιδιαιτέρως στενός και η σύμβαση ναυλώσεως-μεταφοράς καθίσταται βοηθητική της πωλήσεως, την οποία συνήθως ακολουθεί η τραπεζική σύμβαση προς είσπραξη του τιμήματος ή το άνοιγμα πιστώσεως μέσω ενεχυράσεως της φορτωτικής. Το περιεχόμενο της φορτωτικής δεν αφορά μόνον τις σχέσεις του εκναυλωτή - εκδότη αυτής και μεταφορέα προς τον ναυλωτή, αλλά αφορά και τις σχέσεις του πρώτου με τον κομιστή του τίτλου, ο οποίος είναι ο παραλήπτης του φορτίου και ως εκ τούτου υπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών. Ο καθορισμός του εκναυλωτή, του ναυλωτή, του παραλήπτη, του πλοίου και του πλοιάρχου γίνονται δια της αναγραφής του ονόματος ή της επωνυμίας αυτών στη φορτωτική, η οποία μετά την παράδοση των εμπορευμάτων στον παραλήπτη επιστρέφεται στον εκδότη. Κατά, το άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 559/1977 "περί κυρώσεως της εν Γενεύη την 19 Μαΐου 1956 υπογραφείσης διεθνούς συμβάσεως επί του συμβολαίου περί των διεθνών μεταφορών εμπορευμάτων οδικώς (G.M.R) και του Πρωτοκόλλου υπογραφής", ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων για την έγερση αγωγών συνεπεία μεταφοράς, δυνάμει της συμβάσεως αυτής, είναι ένα έτος και επί ηθελημένης κακής διαχειρίσεως τρία έτη, εφαρμοστέα δε είναι η εν λόγω σύμβαση, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 αυτής και όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται για μέρος του ταξιδιού δια θαλάσσης, εφόσον δεν εκφορτώνονται από το μεταφέρον αυτά όχημα. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1247, 1248 1254 ΑΚ συνάγεται ότι η σύσταση ενεχύρου απαιτήσεως γίνεται με συμφωνία ενεχυράζοντος και δανειστού, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο η με ιδιωτικό βεβαίας χρονολογίας και γνωστοποιείται στον οφειλέτη από τον ενεχυραστή. Το ενέχυρο αυτό χορηγεί στο δανειστή το δικαίωμα είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση, είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή αντί καταβολής. Παρόμοιο ενέχυρο προβλέπεται και από τα άρθρα 36 και 39 του ν.δ της 17-7/13-8-1923, που διατηρήθηκε σε ισχύ αρχικά με το άρθρο 41 Εισ ΝΑΚ και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ. Το τελευταίο αυτό ενέχυρο διαφέρει του πρώτου κατά το ότι: (Α) το περί της συστάσεώς του έγγραφο μπορεί να είναι απλό, τουτέστιν να μη φέρει βεβαία χρονολογία, β) η ενεχύραση γνωστοποιείται στον τρίτο από οποιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων και όχι μόνον από τον ενεχυραστή, γ)η γνωστοποίηση αυτή συντελείται με ειδικό τρόπο, ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως ή με άλλον ισοδύναμο τρόπο, όπως είναι η επίδοση της αγωγής ή η αναγγελία σε πλειστηριασμό και δ) από της επιδόσεως του αντιγράφου επέρχεται εκ του νόμου εγχώρηση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως στο δανειστή, που σημαίνει ότι αποκόπτεται έκτοτε κάθε δεσμός του ενεχυραστή με την ενεχυρασθείσα απαίτηση, την οποία, στην έκταση που εκχωρήθηκε, δεν μπορεί ούτε να εισπράξει (αν καταστεί ληξιπρόθεσμη πριν από την ασφαλισμένη απαίτηση), ούτε να την μεταβιβάσει περαιτέρω. Από δε τα άρθρα 297, 298,330, 1224 εδ. Α, 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 ΑΚ συνάγεται ότι ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημιώσεως, η αξίωσή του όμως παραγράφεται μετά έξι μήνες από την απόσβεση του ενεχύρου, η οποία επέρχεται, πλην άλλων, συνεπεία αποσβέσεως της απαιτήσεως. Συνέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 287 επ, 361, 513 και 416- 417 του ΑΚ, ότι οι συναπτόμενες, από τον πωλητή- αποστολέα των δια θαλάσσης διαμετακομιζομένων πραγμάτων με τον αγοραστή αυτών και τον μεταφορέα, συμβάσεις πωλήσεως και μεταφοράς αντιστοίχως, όπως και η περιέχουσα εκχώρηση της απαιτήσεως για το τίμημα των πραγμάτων ενεχύραση της φορτωτικής από τον πωλητή, διατηρούν την αυτοτέλειά τους όσον αφορά τις προϋποθέσεις συνδρομής και δικαιοπαραγωγικών περιστατικών, την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής και την απόσβεση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για καθεμία από αυτές τις συμβάσεις, χωρίς να επηρεάζονται αναγκαίως και οι λοιπές. Έτσι η για λόγους αναγόμενους στον ενεχυρούχο δανειστή και τον μεταφορέα παράδοση των πραγμάτων, χωρίς τη χρήση του αξιογράφου της φορτωτικής, προς τον αγοραστή δεν καθιστά την προς τον τελευταίο παροχή του πωλητή, από αυτόν και μόνο το λόγο, μη προσήκουσα, ώστε να απαλλάσσεται ο αγοραστής από την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος προς τον αντισυμβαλλόμενό του πωλητή, εφόσον ο εκδοχέας της σχετικής αξίωσης τούτου ενεχυρούχος δανειστής της φορτωτικής, κατά την παράδοση των πραγμάτων, δεν έχει καταστήσει ενεργό το από το ενέχυρο δικαίωμά του έναντι του αγοραστή και έτσι δεν διαταράσσεται η ασφάλεια της συναλλαγής, που υπηρετεί η χρήση της φορτωτικής, η δε από την πώληση συμβατική υποχρεώση του αγοραστή, χωρίς την παρεμβολή αξίωσης από το ενέχυρο της φορτωτικής, παραμένει αναλλοίωτη έναντι του πωλητή, που εκπληρώνει τη συμβατική υποχρέωσή του με την παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων στον αγοραστή. Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται επίσης ανάλογη ευθύνη αποδόσεως στον πωλητή από τον ως εντολοδόχο (επιτετραμένο) αυτού, τυχόν λαβόντα το τίμημα από τον αγοραστή, μεταφορέα των εμπορευμάτων, χωρίς να εμπίπτει η αξίωση αυτή στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 32 ν. 559/1977, αφού δεν δημιουργήθηκε κατά την ενάσκηση δικαιωμάτων από το αξιόγραφο της φορτωτικής και τη σύμβαση ενεχύρασής του. Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή ( ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 30-7-1999 αγωγής της αναιρεσείουσας ( άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) αλλά και όπως δέχθηκε το Εφετείο, εκτίθενται σ'αυτή τα ακόλουθα: Με την 5960/25-10-1994 σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού μέχρι ποσού 150.000.000 δραχμών μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσίβλητη τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να δανειοδοτεί την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία τυποποίησης και εμπορίας ελαιολάδου και ελαιών, η οποία προς εξασφάλιση των πιστώσεων που λάμβανε μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως, σε συμμόρφωση με σχετικό συμβατικό όρο, προς την αναιρεσίβλητη, σε διαταγή της λόγω ενεχύρου, τα αναφερόμενα δέκα (10) φορτωτικά έγγραφα (full set) με προορισμό τις αποθήκες της αγοράστριας εταιρίας ΑLFA JOINT στο ... της ..., παραδίδοντας παραλλήλως προς εκείνη εντός 3ημέρου από την ημεροχρονολογία έκδοσής τους (από 20-4-1995 έως 6-5-1995) καθεμία από αυτές τις φορτωτικές, που αφορούσαν συνδυασμένη διεθνή μεταφορά βρώσιμου ελαίου, συνολικής αξίας 506.430 δολαρίων ΗΠΑ από τον ... (τόπο φόρτωσης) μέχρι το ... της ... δια θαλάσσης και από εκεί οδικώς μέχρι τον τελικό προορισμό (...). Η πίστωση του λογαριασμού της αναιρεσείουσας με την αξία των αναφερόμενων στις φορτωτικές εμπορευμάτων θα γινόταν από την αναιρεσίβλητη, αφού προηγουμένως αυτή ειδοποιούσε την αγοράστρια και πίστωνε αυτή σε τράπεζα της επιλογής της το τίμημα υπέρ της αναιρεσίβλητης, οπότε η τελευταία θα της μεταβίβαζε τα φορτωτικά έγγραφα για να νομιμοποιείται προς παραλαβή των εμπορευμάτων. Κατά τις 2-1-1996 η αναιρεσίβλητη προέβη στο οριστικό κλείσιμο (καταγγελία) του αλληλόχρεου λογαριασμού τους, αξιώνοντας την άμεση καταβολή του εξ 78.648.759 δραχμών υπολοίπου αυτού από την αναιρεσείουσα, με σκοπό "οικονομικού εκβιασμού" της, για να ενδώσει στην αξίωση απομάκρυνσης της εταιρίας του ομίλου της "ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΗ ΑΕ" από το εργοστάσιο στο ... (ιδιοκτησίας ΑΕ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ"), στο οποίο βρισκόταν με σχέση μίσθωσης από το έτος 1990, ώστε να επιτευχθεί καλύτερο τίμημα με τον επισπευδόμενο σ' αυτό από την αναιρεσίβλητη πλειστηριασμό, ενώ τα ένδικα αξιόγραφα (φορτωτικές) ενσωμάτωναν υπέρτερη από το κατάλοιπο του λογαρισμού αξία (506.430 δολαρίων ΗΠΑ). Η αναιρεσείουσα επέστησε την προσοχή της αναιρεσίβλητης προφορικά και με εξώδικες δηλώσεις της στο ότι τα εμπορεύματα των φορτωτικών, κατά την υπάρχουσα από τις 26-12-1995 πληροφόρησή της είχαν παραδοθεί από το μεταφορέα προς την αγοράστρια εταιρία κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1995 έως 25-12- 1995, ενώ κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης δεν της είχε καταβληθεί το τίμημα ούτε εκδοθεί εγγυητική επιστολή υπέρ αυτής, ως κομίστριας των φορτωτικών, με αποτέλεσμα να μην έχουν μεταβιβασθεί στην αγοράστρια εταιρία τα δικαιώματα από τις φορτωτικές. Προέκυπτε γι'αυτό ευθύνη του μεταφορέα, για την οποία όμως ίσχυε ενιαύσια παραγραφή από την παράδοση των μεταφερομένων εμπορευμάτων, με αναγραφόμενο και στο οπίσθιο μέρος των φορτωτικών συμβατικό όρο, άλλως σε περίπτωση ολικής απώλειας η ενιαύσια παραγραφή θα υπολογιζόταν από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε τα εμπορεύματα να παραδοθούν. Η αναιρεσείουσα με εξώδικες δηλώσεις της ζήτησε από την αναιρεσίβλητη να της αποδώσει τις ένδικες φορτωτικές με ταυτόχρονη εξόφληση του λογαριασμού της, έτσι ώστε να προβεί η ίδια στις απαραίτητες νομικές ενέργειες διακοπής της παραγραφής, αλλά η αναιρεσίβλητη αδράνησε και παρά το ότι η παραλήπτρια - αγοράστρια των εμπορευμάτων δεν προέβη αμέσως σε άνοιγμα πιστώσεως υπέρ αυτής, δεν μερίμνησε να ζητήσει εγκαίρως από το μεταφορέα να της παραδώσει τα εμπορεύματα, αλλά τα εγκατέλειψε στην τύχη τους και δεν άσκησε αγωγή εντός έτους, αφότου έπρεπε αυτά να παραδοθούν (μέχρι τέλους Ιουλίου 1996) ούτε απέδωσε προς την αναιρεσείουσα τις φορτωτικές, ώστε να νομιμοποιείται για την έγερση αγωγής, με συνέπεια να έχουν ήδη αλλοιωθεί και καταστεί άχρηστα πλέον τα εν λόγω εμπορεύματα. Η αναιρεσίβλητη δε, ως ενεχυρούχος δανείστρια, είχε υποχρέωση φύλαξης του ενεχύρου, καταβάλλοντας κάθε επιμέλεια, ώστε να αποτρέψει την παραγραφή ή την απόσβεση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως, λόγω εκπνοής των σχετικών προθεσμιών. Ζητείται ενόψει τούτων, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη (εναγόμενη) υποχρεούται να της καταβάλει με βάση συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της το ισάξιο σε δραχμές, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, των 506.430 δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την έγερση της προγενέστερης από 20-11-1997 αγωγής της που είχε απορριφθεί ως αόριστη. Με το ως άνω, σύμφωνα και με τις παραδοχές του Εφετείου, περιεχόμενο η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι μη νομίμως επιχειρείται να θεμελιωθεί το αίτημα αποζημιώσεως στην προβαλλόμενη παρέλευση, από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητη δικαιούχου των φορτωτικών, της ενιαύσιας προθεσμίας παραγραφής των αξιώσεών της κατά του μεταφορέα των εμπορευμάτων, σε συσχετισμό με το επικαλούμενο ασύμφορο της αυτούσιας επιστροφής τούτων και την αντίθετη προς τα χρηστά ήθη καταγγελία από την αναιρεσίβλητης της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού. Ειδικότερα από τα εκτιθέμενα και μόνα στην αγωγή προκύπτουν τα εξής: 1) Εφόσον οι για την επίμαχη διεθνή μεταφορά εμπροευμάτων εκδοθείσες φορτωτικές μεταβιβάσθηκαν λόγω ενεχύρου από την αποστολέα (πωλήτρια) των εμπορευμάτων αναιρεσείουσα προς την αναιρεσίβλητη ενεχυρούχο δανείστριά της, είχε μεν η τελευταία υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση της αναιρεσείουσας κατά του μεταφορέα από τον κίνδυνο απόσβεσης η αποδυνάμωσής της, ωστόσο με την αγωγή η ευθύνη για την παράδοση των εμπορευμάτων από το μεταφορέα προς την παραλήπτρια (αγοράστρια) τούτων, χωρίς παράλληλη μεταβίβαση των δικαιωμάτων από τις φορτωτικές και καταβολή του τιμήματος ή έκδοση εγγυητικής επιστολής υπέρ της αναιρεσίβλητης, αποδίδεται σε πρωτοβουλία του μεταφορέα, για την οποία πρώτη έλαβε γνώση η αναιρεσείουσα και δια μέσου αυτής ακολούθως η αναιρεσίβλητη, 2) Η προβαλλόμενη άρνηση της αναιρεσίβλητης να αποδώσει στην αναιρεσείουσα τις φορτωτικές, για να ασκήσει τα από αυτές δικαιώματά της σύμφωνα, πάντοτε, με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ήταν δικαιολογημένη, εφόσον η απόδοση των φορτωτικών συναρτήθηκε από την αναιρεσείουσα με αξίωσή της να θεωρηθεί εξοφλημένο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της από την αναιρεσίβλητη, χωρίς προσδιορισμό βάσιμου αποσβεστικού λόγου της σχετικής ενοχής, 3) Εφόσον αντικείμενο του ενεχύρου αποτελούσε η απαίτηση για το τίμημα των εμπορευμάτων και είχαν αυτά εν αγνοία της αναιρεσίβλητης παραδοθεί από το μεταφορέα στη συμφωνημένη με την αναιρεσείουσα παραλήπτρια-αγοράστρια τούτων, με τρόπο αντιφατικό στη συνέχεια προβάλλεται πταίσμα της αναιρεσίβλητης για αχρήστευση των εμπορευμάτων λόγω αδυναμίας διάθεσής τους χωρίς τις φορτωτικές, αφού άλλωστε ο προορισμός των τελευταίων, από άποψη εκτελέσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της πωλήτριας, εξαντλούνταν στην παράδοση των εμπορευμάτων προς την παραλήπτρια τούτων και εκπληρώθηκε, χωρίς να εκδηλωθεί αντίθετη βούληση της δικαιούχου των φορτωτικών αναιρεσίβλητης ή να ενεργοποιήσει αυτή τα από τις φορτωτικές δικαιώματά της. Αντιθέτως χωρίς την κατοχή των αξιογράφων των φορτωτικών δεν θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί η αναιρεσίβλητη στην αξίωσή της ως ενεχυρούχος δανείστρια κατά του μεταφορέα, ούτε υπήρχε βεβαίως νομική υποχρέωσή της να παραδώσει τις φορτωτικές παρά μόνον σε περίπτωση εξοφλήσεως του τιμήματος των εμπορευμάτων από το μεταφορέα ή τρίτο για λογαριασμό του, όπως η αγοράστρια- παραλήπτρια των εμπορευμάτων. Στη γνωστοποίηση δε της συστάσεως του ενεχύρου και της εκχωρήσεως με αυτό της απαιτήσεως της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη για την καταβολή του τιμήματος των εμπορευμάτων δεν είχε δικαίωμα να προβεί μόνον η αναιρεσίβλητη, αλλά και η αναιρεσείουσα. Με τα εκτιθέμενα όμως στην αγωγή δεν καθίσταται σαφές, αν συντελέσθηκε η γνωστοποίηση (αναγγελία) της σύστασης του ενεχύρου των φορτωτικών στο μεταφορέα ή στην παραλήπτρια των εμπορευμάτων. 4) Η επίκληση με την αγωγή μόνο της παραγραφής των κατά του μεταφορέα, αξιώσεων από τη σύμβαση μεταφοράς καθίσταται από μόνη της αλυσιτελής, αφού δεν προβάλλεται επί πλέον με την αγωγή, ότι είχε αποσβεσθεί και η εδραζόμενη στη σύμβαση πωλήσεως αξίωση της αναιρεσείουσας από την παράδοση των εμπορευμάτων στην αγοράστρια τούτων, η οποία αξίωση για το τίμημα κάλυπτε μέρος ή το σύνολο της ζημίας της πωλήτριας που είχε ως βάση την προαναφερόμενη παραγραφή. Και τούτο ενόψει του ότι οι από την αναιρεσείουσα, πωλήτρια και αποστολέα των εμπορευμάτων, προβαλλόμενες έννομες (συμβατικές) σχέσεις με την αγοράστρια (παραλήπτρια) και το μεταφορέα των εμπορευμάτων αντιστοίχως δεν έχασαν την αυτοτέλειά τους με την έκδοση και ενεχύραση των αποδεικτικών της μεταφοράς πραγμάτων (αξιογράφων - φορτωτικών), που εξέδωσε ο μεταφορέας, αλλά και μετά την έναντι του τελευταίου παραγραφή κάθε αξίωσης της αναιρεσίβλητης από την ενεχύραση των φορτωτικών διατήρησε η αναιρεσείουσα πωλήτρια τα από την πώληση και παράδοση των εμπορευμάτων στην αγοράστρια εναντίον αυτής δικαιώματα για πληρωμή του τυχόν μη καταβληθέντος προς εκείνη (άρθρα 416-417 ΑΚ) τιμήματος των εμπορευμάτων (άρθρο 513 ΑΚ) ή, επί ακυρότητας της συμβάσεως, αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ( άρθρα 904 επ Κ.Πολ.Δικ). 5) Εφόσον όμως δεν γίνεται επίκληση με την αγωγή ότι η παραλήπτρια (αγοράστρια) δεν κατέβαλε απ' ευθείας στην αναιρεσείουσα (πωλήτρια) το συμφωνημένο τίμημα και ότι, σε αποφατική περίπτωση, έχουν αποσβεσθεί οι από τη σύμβαση πωλήσεως και παράδοση των εμπορευμάτων στην αγοράστρια ως άνω αναφερόμενες απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, δεν θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα αποκατάστασης της προβαλλόμενης ζημίας της αναιρεσείουσας. 6) Η ως καταχρηστική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη προβαλλόμενη καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και η αμφισβήτηση του καταλοίπου αυτού από την αναιρεσείουσα δεν συνδέονται αιτιωδώς με το αιτούμενο με την αγωγή αποζημιωτικώς τίμημα (ή την αξία) των εμπορευμάτων που αφορούσαν οι επίμαχες φορτωτικές, διότι δεν αποτελούσε για μία τέτοια ζημία πρόσφορη αιτία η ως άνω καταγγελία, ούτε συνεπεία αυτής προβάλλεται σχετικά με το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού αυτοτελές αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας. Επομένως το Εφετείο με το να απορρίψει την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη τόσο ως προς την ενδοσυμβατική όσο και ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, κρίνοντας και το δικαστήριο εκείνο (Εφετείο) την αγωγή ως μη νόμιμη, αν και για άλλο λόγο, ορθά, κατ' αποτέλεσμα, ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 του ν. 559/1977, 247, 251, 261 εδ. α, 298, 272, 276, 277, 281, 330, 914 και 1224 του ΑΚ, ο δε αντίθετος πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον το αγωγικό αίτημα αποζημίωσης της αναιρεσείουσας (και ως συνέπεια της αποδιδόμενης στην αναιρεσίβλητη αντίθετης προς τα χρηστά ήθη συμπεριφοράς κατά την καταγγελία του αλληλόχρεου λογαριασμού) συναρτάται με την ως άνω αναφερόμενη άπρακτη από την αναιρεσίβλητη παρέλευση της ενιαύσιας προθεσμίας παραγραφής της αξίωσής της κατά του μεταφορέα των εμπορευμάτων και δεν αποτελεί αυτοτελή ιστορική και νομική βάση της αγωγής, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ούτε άφησε αίτηση της αναιρεσείουσας αδίκαστη. Πράγματι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη ένδικη αγωγή, εκτός από τις πιο πάνω δύο βάσεις, δηλαδή αυτής από τη σύμβαση ενεχύρου (αρθρ. 330 και 1224 ΑΚ) και εκείνη από την αδικοπραξία (ΑΚ 914) δεν περιέχεται άλλη βάση και ειδικότερα της αποζημίωσης κατά την ΑΚ 919. Συναφώς δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι το Εφετείο δεν εξέτασε άλλη βάση της αγωγής αυτής από την ΑΚ 919. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 του Κ.Πολ.Δικ. αντίθετοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2003 αίτηση της ΑΓΡOΠΡΟΜ ΑΕΒΕ για αναίρεση της 206/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ενεχύραση φορτωτικής μεταφερόμενων δια θαλάσσης εμπορευμάτων, μη ενεργοποίηση των από τις φορτωτικές αξιώσεων της ενεχυρούχου και παράδοση των εμπορευμάτων από το μεταφορέα χωρίς τις φορτωτικές προς την αγοράστρια των εμπορευμάτων. Η πάροδος της ενιαύσιας προθεσμίας παραγραφής των κατά του μεταφορέα αξιώσεων από τις φορτωτικές (άρθρο 32 παρ. 1 ν. 559/1977 ) δεν δημιουργεί υποχρέωση της ενεχυρούχου δανείστριας προς αποζημίωση της πωλήτριας των εμπορευμέτων, εφόσον από την πώληση και παράδοση των εμπορευμάτων στην αγοράστρια γεννήθηκε υποχρέωση καταβολής του τιμήματος και δεν προβάλλεται αποσβεστικός λόγος αυτής της αξίωσης της αναιρεσείουσας. Η επίκληση μόνον της παραγραφής είναι αλυσιτελής. Ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή από το Εφετείο. Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1,8,9 απορρίπτονται.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1028/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1645/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 94/4.3.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την κατά το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., διά πληρεξουσίου δικηγόρου ασκηθείσα από 11-11-2009 αίτηση αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., κατά της υπ'αριθμ. 6577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι εφέσεις τούτων κατά της υπ'αριθμ. 31097/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Διά της αποφάσεως αυτής κατεδικάσθησαν σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, για α) υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως κατά συναυτουργία, β) χρήση υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαιώσεως κατά συναυτουργία και γ) παράβαση του Ν. 2910/2010. Επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί, από εκείνον που κρίθηκε ένοχος, και με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επιδίδεται μέσα σε 20 ημέρες από την έναρξη της προθεσμίας. Η απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται η ως άνω δήλωση, πρέπει να είναι "καταδικαστική", χαρακτήρα όμως που δεν έχει η απορρίπτουσα την έφεση ως απαράδεκτη-εκπρόθεσμη (Α.Π. 588/1997 - Ποιν.Χρον. ΜΗ/140, Α.Π. 1041/2000, Α.Π. 595/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα του αναιρεσείοντος, όταν (πλην άλλων περιπτώσεων) το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., δηλαδή με την επιδοθείσα στις 11-11-2009 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση και στρέφεται κατά της αναφερθείσης 6577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες) οι εφέσεις τους κατά της πρωτοδίκου υπ'αριθμ. 31097/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η απόφαση όμως του Εφετείου δεν είναι "καταδικαστική" και, επομένως, η κατ'αυτής αίτηση αναιρέσεως, δεν ασκήθηκε νομίμως, διότι έγινε κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ τρόπο, δηλαδή με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι (όπως έπρεπε) με δήλωση ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Αθηνών και σύνταξη σχετικής εκθέσεως (άρθρο 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν
α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η ασκηθείσα την 11-11-2009 με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση αναιρέσεως των 1)Χ1 και 2) Χ2 (διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ηλία Γερασ. Λάϊου), κατά της υπ'αριθμ. 6577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, Και
β) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 24 Φεβρουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 509 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της περιφέρειας που κατοικεί και διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για καταδικαστικές αποφάσεις, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια όμως της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως αλλ' απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, η αναίρεση πρέπει αναγκαίος να ασκηθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε κ.λ.π. και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 11-11-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6577/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι εφέσεις των κατηγορουμένων ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ.31097/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση είναι απαράδεκτη, και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Νοεμβρίου 2009 αίτηση των: α)Χ1 β) Χ2 περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως με επίδοση στον Εισαγγελέα ΑΠ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική.
|
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
Αριθμός 1023/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1685-1686/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενους τους 1. ... και 2. ....
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 145/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 135/14.4.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513§1 α' του Κ.Π.Δ. την υπ' αριθ. 22/17-11-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., κατά της υπ' αριθ. 1685-1686/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στην αίτηση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα, έξω από την έκθεση αναιρέσεως έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2/2002 σε Ολομέλεια Ποιν. Χρ. ΝΒ/691). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω υπ' αριθ. 22/17-11-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, αναφέρονται τα εξής: "...Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Στην αίτηση αυτή αναίρεσης δεν προσδιορίζει ο αναιρεσείων σε τι συνίσταται η ελλιπής αιτιολόγηση και ποιες είναι οι ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1 και 583§1 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 22/17-11-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κρατούμενου στη Κλειστή Φυλακή ..., κατά της υπ' αριθ. 1685-1686/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 10-4-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 §2, 474 §2, 476 §1, 509 §1 και 510 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα έξω από την έκθεση αναιρέσεως έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 §2 του Κ.Π.Δ. την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολομ. ΑΠ 2/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 17-11-2009 αίτηση αναιρέσεως, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... έκθεση του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., ο αναιρεσείων προσβάλλει την υπ' αριθμ. 1685-1686/2009 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναφέροντας επί λέξει: "αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Με το περιεχόμενο αυτό, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 §1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-11-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1685-1686/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατ5ά καταδικαστικής αποφάσεως λόγω αοριστίας του προβαλλόμενου λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1018/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Βασίλειος Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπελογιάννη, περί αναιρέσεως της 1811/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 85/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 31 παρ. 4 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946) με φυλάκιση και με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος εκτός από την περίπτωση του άρθρου 281 Π.Κ. παραποιεί ή νοθεύει τρόφιμα και γενικά είδη βιοτικών αναγκών που προορίζονται για εμπορία. Η από το δράστη πώληση, θέση σε κυκλοφορία ή κατοχή προς πώληση ή χρήση του κοινού τέτοιων αντικειμένων αποτελεί ιδιαίτερα επιβαρυντική περίπτωση. Μετά την κατάργηση με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 1401/1983 της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικα (όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν. 802/1978), που καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικώς οριζομένων ως αγορανομικώς υπευθύνων των επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα παράγραφο 1 του άρθρου 36 του άνω ν.δ. 136/1946, για κάθε παράβαση των διατάξεων του εν λόγω διατάγματος και των εις εκτέλεση αυτού διατάξεων, που γίνεται στα ξενοδοχεία φαγητού και ύπνου, τα εστιατόρια κάθε είδους και στα εκεί αναφερόμενα λοιπά καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια και δημόσια κέντρα τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών καταστημάτων, εργοστασίων, εργαστηρίων κ.λ.π.". Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής, των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για την παράβαση του άρθρου 31 παρ. 4 του ν.δ. 136/1946 απαιτείται να εκτίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως μία από τις τρεις αναφερόμενες στο άρθρο 36 παρ. 1 του άνω ν.δ. ιδιότητες καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και προσδίδουν σ' αυτόν μια από τις άνω ιδιότητες, ιδιαιτέρως όταν η επιχείρηση δεν είναι ατομική (τον κατηγορούμενο) αλλά ανήκει σε νομικό πρόσωπο. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1811/2009 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για παράβαση του άρθρου 31 παρ. 4 του ν.δ. 136/1946 και συγκεκριμένα για το ότι όντας οδηγός βυτιοφόρου και υπεύθυνος της εδρεύουσας στην Καλαμάτα εταιρείας με την επωνυμία MEISOIL Α.Ε. υποκ/μα ...την 25-7-2003, με πρόθεση παρέβη (τον) αγορανομικό κώδικα και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και με την ανωτέρω ιδιότητά του νόθευσε τρόφιμα και (είδη) βιοτικών αναγκών προορισμένα για εμπορία και ειδικότερα κατελήφθη να διαθέτει στην κατανάλωση βενζίνη super z Ι.Α.Ρ." και δη στο πρατήριο υγρών καυσίμων της ιδιοκτήτριας εταιρείας "..." που βρίσκεται στο ..., με αριθμό τιμολογίου ..., δείγμα του οποίου πάρθηκε και εξετάσθηκε από τη Δ.Χ.Υ. ... βρέθηκε σύμφωνα με τη .../03 έκθεση πρώτης εξέτασής του μη κανονικό-νοθευμένο με αμόλυβδη σε ποσοστό περίπου 50% διότι περιείχε καριζίνη σε ποσοστό 1,5 mg/lit περίπου, περιείχε κάλιο 1,0 ppm αντί του ελαχίστου 10 (Αποφ. ΑΧΣ 626/01 ΦΕΚ 1730/01 αποφ. ΑΧΣ 354/2000 ΦΕΚ 410/2001. Στην κατ' έφεση εξέταση που ακολούθησε σύμφωνα με το από 9/0/04 πρωτόκολλο επανεξέτασης του δείγματος προέκυψαν τα ίδια αποτελέσματα και επί πλέον το δείγμα του βυτιοφόρου ευρέθη επίσης "μη κανονικό-νοθευμένο" με αμόλυβδη βενζίνη σε ποσοστό 1,60 mg/lit αντί καθόλου, β) είχε 0,6 ppm κάλιο αντί του ελαχίστου 10 ppm και είχε κίτρινο χρώμα αντί του πρασίνου". Όμως, ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνουν παραδεκτά την αιτιολογία της, αναφέρεται αν ο αναιρεσείων, κατά τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως της πράξεως, είχε μία από τις τρεις προαναφερθείσες ιδιότητες, δηλαδή του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντή ή του επόπτη αυτής, ενώ μόνη η αναφερόμενη ιδιότητά του, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, ως οδηγού βυτιοφόρου και υπευθύνου της εταιρείας MEDOIL Α.Ε. στην Καλαμάτα σε σχέση με την κατά παράβαση του άρθρου 31 παρ. 4 του αγορανομικού κώδικα νόθευση ειδών βιοτικής ανάγκης που προορίζονταν για εμπορία και ειδικότερα βενζίνης super, που διετέθη σε αναφερόμενο πρατήριο υγρών καυσίμων στο ..., δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του για την ως άνω αγορανομική παράβαση.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. συναφής λόγος είναι βάσιμος. Πρέπει κατ' ακολουθίαν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1811/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 31 § 4 Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946) - παραποίηση ή νόθευση τροφίμων και γενικά ειδών βιοτικών αναγκών προοριζομένων για εμπορία. Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Γίνεται δεκτή η αίτηση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Δεν αναφέρεται αν ο αναιρεσείων κατά τον χρόνο τέλεσης της άνω αξιοποίνου πράξεως είχε μία από τις τρεις αναφερόμενες στο άρθρο 36 παρ. 1 του ν.δ. 136/1946 ως προϋποτιθέμενες για την τιμωρία ως αυτουργού του υπαιτίου τέτοιου εγκλήματος δηλαδή του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντή ή του επόπτη αυτής και δεν αρκούσε για τη θεμελίωση της ευθύνης του η αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ενήργησε ως οδηγός βυτιοφόρου και υπεύθυνος της εταιρείας και έτσι στερείτο της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας.
| 0
|
Αριθμός 1014/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου Γερμανίας, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6578/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1646/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 103/12.3.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 του Κ.Π.Δ την από 11-11-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ1, κατοίκου Γερμανίας, κατά της υπ' αριθμ. 6578/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη(λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως) η υπ' αριθμ. 3395/4-5-2009 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 3144/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Με την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473 του ιδίου Κώδικα, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος". Εξάλλου με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 473 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται γενικώς με δήλωση του δικαιουμένου διαδίκου ενώπιον των οριζόμενων στην τελευταία διάταξη οργάνων, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μπορεί να γίνει μόνο αν η αναίρεση στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, όχι δε και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα αυτό, όπως είναι και η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη για οποιοδήποτε λόγο (Α.Π 266/2008, ΑΠ. 41/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 6578/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 3395/4-5-2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά της υπ' αριθμ. 3144/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 13 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της χρήσης πλαστών εγγράφων, υφαρπαγής ψευδών βεβαιώσεων κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης(άρθρα 8 και 22παρ.6α Ν 1599/1986). Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 11-11-2009. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 11-11-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ1, κατοίκου Γερμανίας, κατά της υπ' αριθμ. 6578/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήνα 8 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο προσαρτάται στην σχετική έκθεση κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σε εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορό του παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τοιαύτη δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τελέσεως κάποιας αξιοποίνου πράξεως και επιβάλλει σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Δεν είναι καταδικαστική υπό την άνω έννοια η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη. Κατά της αποφάσεως αυτής επιτρέπεται μόνο αναίρεση (άρθρο 476 παρ. 2Κ.Ποιν.Δ) υπό την προϋπόθεση ότι αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή τον Προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων διαμένει ή κατοικεί ο δικαιούμενος. Όταν πρόκειται για αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως αυτή είναι δυνατό να ασκηθεί και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποιήσει τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστήριο (συμβούλιο), το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του και μετά από ακρόαση των διαδίκων που θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 6578/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως η υπ' αριθμό εκθέσεως 3395/4.5.2009 έφεση είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 3144/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτή για τις πράξεις 1) της χρήσεως πλαστών πιστοποιητικών, 2) υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και 3) παραβάσεως των άρθρων 8, 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986 κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατριών (13) μηνών. Την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως άσκησε ως πληρεξούσιός της, ο παραστάς κατά τη δίκη στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση συνήγορος, που εκπροσωπούσε την ήδη αναιρεσείουσα στην δίκη εκείνη ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ασκήθηκε δε η αίτηση αναιρέσεως με την από 11/11/2009 δήλωση- αίτηση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την προελθούσα στην κοινοποίηση της δικαστικής επιμελήτριας στις 11-11-2009. Η κατά τον τρόπο αυτόν ασκηθείσα ένδικη αίτηση αναιρέσεως δεν είναι παραδεκτή, αφού δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως αλλά κατά αποφάσεως που απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα την άνω έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ερήμην της εκδοθείσης πιο πάνω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν η ένδικη από 11/11/2009 αναίρεση κατά της 6578/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει, μετά και την σχετική ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέως, να απορριφθεί ως ασκηθείσα ανευ τηρήσεως των διατυπώσεων που ορίζονται από το νόμο, δηλαδή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/11/2009 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 6578/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση πλαστών πιστοποιητικών, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση - παράβαση άρθρ. 8, 22 παρ. 6 Ν. 1599/1996. Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Απόρριψη ως απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως διότι στρέφεται κατ' αποφάσεως που δεν είναι καταδικαστική και ασκήθηκε από τον ως πληρεξούσιο στη δίκη στο Τριμελές Εφετείο συνήγορο της αναιρεσείουσας με δήλωση - αίτηση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από δικαστικό επιμελητή αντί να ασκηθεί με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή ενώπιον των λοιπών προβλεπομένων στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ αρμοδίων προσώπων, υπό τη συνδρομή των εκεί οριζομένων προϋποθέσεων.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1013/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ψάλτη, περί αναιρέσεως της 1354/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Με πολιτικώς ενάγουσα την... που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 117/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας, λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1941/1991, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, για κρείσσονες αποδείξεις και συγκεκριμένα για κλήση ουσιωδών μαρτύρων. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφαση του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει ν' αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1354/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για παράβαση του άρθρου 5§§2-1 του ν. 651/1977, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, ανασταλείσα. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η εν λόγω πράξη συνίστατο στο ότι η κατηγορουμένη: "Στην ...στις ... με τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ως Αρχιτέκτων-Μηχανικός και επισυνάφθηκε σε συμβόλαιο με αντικείμενο την μεταβίβαση οικοπέδου, λόγω πωλήσεως, δήλωσε εν γνώσει της ψευδές γεγονός και συγκεκριμένα με το από ... τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε και επισυνάφθηκε στην υπ' αριθ. ... Συμβολαιογραφική Πράξη "Συνένωσης Οικοπέδων με Ανταλλαγή Ιδανικών Μεριδίων για τον Σκοπό Ανέγερσης Πολυωρόφου Οικοδομής" της Συμβολαιογράφου Ελασσόνας Βάϊας Παπαθανασίου, δήλωσε ψευδώς προς την ανωτέρω Συμβολαιογράφο ότι το απεικονιζόμενο στο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Η'-Θ'-Ι-Κ-Λ-Μ'-Φ-Υ-Τ-Σ-Π'-Ρ-Α οικόπεδο, εμβαδού 665,20 τ.μ., [οικόπεδο Νο 2] που βρίσκεται στο Ο.Τ. ... της ...με πρόσωπο 9,90 μέτρα επί της οδού ..., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά κανόνα, ενώ η αλήθεια την οποία καλώς γνώριζε είναι ότι το οικόπεδο αυτό δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ούτε κατά κανόνα, αφού έπρεπε να έχει ελάχιστο πρόσωπο 10 μέτρα, αλλά ούτε και κατά παρέκκλιση αφού δημιουργήθηκε μετά την 20-4-1977". Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, υπέβαλε εγγράφως αίτημα αναβολής για τη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, καθώς και για κρείσσονες αποδείξεις, προς το σκοπό να κλητευθούν, ως μάρτυρες, ο αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός ..., ο οποίος διεξήγαγε πραγματογνωμοσύνη στα πλαίσια της πολιτικής δίκης, ο ..., πολιτικός μηχανικός-τοπογράφος μηχανικός, ο οποίος ήταν ένας από τους τεχνικούς συμβούλους που είχαν διορισθεί, και ο ..., τοπογράφος μηχανικός, μέλος του Τ.Ε.Ε. Κατά το αίτημα, το οποίο αναπτύχθηκε και προφορικά κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η μαρτυρία των τριών αυτών προσώπων ήταν ουσιώδης για την απόδειξη του πραγματικού ζητήματος του ακριβούς μήκους του προσώπου του επιμάχου οικοπέδου, με τη μέτρηση του οποίου είχαν ασχοληθεί, αφού αν αυτό ήταν ίσο ή μεγαλύτερο των 10 μέτρων (όπως ισχυρίζεται αυτή, και όχι μόνο 9,90 μέτρα) δεν υφίσταται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε. Η Εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να προτείνει, μετά δε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας πρότεινε να απορριφθούν τα αιτήματα για διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, ενώ για το ως άνω αίτημα για κρείσσονες αποδείξεις παρέλειψε να προτείνει. Το δε Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε και επ' αυτού, το οποίο είχε υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να έχει επέλθει ακυρότητα της διαδικασίας, κατ άρθρο 170§2 ΚΠοινΔ, λόγω ελλείψεως ακροάσεως, η οποία καθιστά την απόφαση αναιρετέα, κατά παραδοχήν του, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ, δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της παραβάσεως του άρθρου 5§§2-1 ν. 651/1977, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών - άρθρο 5§2 ν. 651/1977 σε συνδυασμό, μετά την κατάργηση του ν.δ. 105/1969, με άρθρο 22§6 εδ. α' ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του άρθρ.2 του ν. 2479/1997), από το χρόνο δε που φέρεται ότι τελέσθηκε (23.2.2002) μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (21-4-2010) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναιρέσεως (της ελλείψεως ακροάσεως), ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1354/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ, λόγω παραγραφής, για το ότι: Η κατηγορουμένη ...στην ... στις ... με τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ως Αρχιτέκτων-Μηχανικός και επισυνάφθηκε σε συμβόλαιο με αντικείμενο την μεταβίβαση οικοπέδου, λόγω πωλήσεως, δήλωσε εν γνώσει της ψευδές γεγονός και συγκεκριμένα με το από ... τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε και επισυνάφθηκε στην υπ' αριθ. ... Συμβολαιογραφική Πράξη "Συνένωσης Οικοπέδων με Ανταλλαγή Ιδανικών Μεριδίων για τον Σκοπό Ανέγερσης Πολυωρόφου Οικοδομής" της Συμβολαιογράφου Ελασσόνας Βάϊας Παπαθανασίου, δήλωσε ψευδώς προς την ανωτέρω Συμβολαιογράφο ότι το απεικονιζόμενο στο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α - Β- Γ- Δ- Ε- Η'- Θ'- Ι- Κ- Λ- Μ'- Φ- Υ- Τ- Σ- Π'- Ρ - Α οικόπεδο, εμβαδού 665,20 τ.μ., [οικόπεδο Νο 2] που βρίσκεται στο Ο.Τ. ... της ...με πρόσωπο 9,90 μέτρα επί της οδού ..., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά κανόνα, ενώ η αλήθεια την οποία καλώς γνώριζε είναι ότι το οικόπεδο αυτό δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ούτε κατά κανόνα, αφού έπρεπε να έχει ελάχιστο πρόσωπο 10 μέτρα, αλλά ούτε και κατά παρέκκλιση αφού δημιουργήθηκε μετά την 20-4-1977".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση άρθρου 5 §§ 2-1 Ν. 651/1977 (ψευδής δήλωση). Έλλειψη ακροάσεως από την μη απάντηση σε αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις (για να κληθούν ουσιώδεις μάρτυρες). Αναιρεί και παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Ψευδής υπεύθυνη δήλωση, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.
| 1
|
Αριθμός 1021/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3134/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενο τον ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο παρέστη ο ειδικός πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, ..., και διόρισε τον δικηγόρο Χρήστο Μυλωνόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 5/12 Φεβρουαρίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 227/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρ. 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρ. 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 § 2 του ΕΣΔΑ, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για να είναι η απάτη κακούργημα, πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελός ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ η β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3134/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο - καθ` ου η αναίρεση ... κακουργηματικής απάτης κατ` εξακολούθηση (με όφελος του δράστη και αντίστοιχη ζημία της παθούσας που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ). Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15.12.1999 μεταξύ αφ' ενός μεν του νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρείας "Metrolife Εμπορική" και αφ' ετέρου του κατηγορουμένου, ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη ελληνική εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Assurance Τόμπρας Reassurance" και το διακριτικό τίτλο "Astra S. A." καταρτίσθηκε το με την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό. Η σύνταξη του εν λόγω συμφωνητικού έγινε στα κεντρικά γραφεία της πρώτης εταιρείας και τα αντισυμβαλλόμενα μέρη διέλαβαν σ' αυτό όλους εκείνους τους ειδικότερους όρους, στους οποίους προηγουμένως - μετά τη διαμόρφωσή τους με τις διαπραγματεύσεις, που είχαν ήδη μεσολαβήσει - είχαν καταλήξει. Πρόκειται, ειδικότερα, για σύμβαση τοποθέτησης ασφαλιστικών εργασιών, στην οποία, όμως, βάσει της συμφωνίας, θα εφαρμόζονταν όλοι οι όροι, οι οποίοι διαλαμβάνονταν ήδη στην τυποποιημένη σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα τής πρώτης των αντισυμβαλλομένων. Σύμφωνα με τα πρώτα άρθρα της σύμβασης, η πρώτη συμβαλλόμενη εταιρεία ανέθεσε στη δεύτερη, που αποκαλείται "πράκτορας", το έργο της διαμεσολάβησης μεταξύ αυτής και του ασφαλιστικού κοινού για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων σχετικά με την κάλυψη κινδύνων όλων των κλάδων ασφάλισης αμειβόμενος με προμήθεια. Έτσι, ο πράκτορας θα φρόντιζε για την εξεύρεση προσώπων, τα οποία θα επιθυμούσαν να ασφαλιστούν, θα παρουσίαζε σ' αυτούς τις ασφαλιστικές συμβάσεις, θα προσέφερε καλύψεις, σύμφωνα με το περιεχόμενο των ασφαλιστικών συμβάσεων και θα επεξηγούσε τους όρους της προτεινόμενης ασφαλιστικής της σύμβασης, με σκοπό τη σαφή πληροφόρηση των ασφαλισμένων για τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους. Ο πράκτορας θα λάμβανε τις γραπτές αιτήσεις εκείνων, οι οποίοι επιθυμούν να ασφαλιστούν, στις οποίες θα έπρεπε να διαλαμβάνονται με ακρίβεια όλα τα στοιχεία, που θα ήταν απαραίτητα για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Σύμφωνα δε με τον τρίτο αριθμό της σύμβασης ο πράκτορας οφείλει να συμμορφώνεται προς τους νόμους, τις αποφάσεις των αρχών, τις γενικές και ειδικές γραπτές οδηγίες της πρώτης συμβαλλόμενης εταιρείας, καθώς επίσης και προς τον κώδικα δεοντολογίας (π.δ/γμα 298/6.8.1986), που θεωρούνται αναπόσπαστα μέρη της σύμβασης. Σύμφωνα με το πέμπτο άρθρο της σύμβασης, ο πράκτορας εξουσιοδοτείται να εισπράττει αποκλειστικά με μετρητά ή με επιταγές έκδοσης του αιτούντος την ασφάλιση, μόνο την προκαταβολή για το πρώτο ασφάλιστρο και το υπόλοιπο ή το σύνολο του πρώτου ασφαλίστρου. Το εισπραττόμενο ασφάλιστρο οφείλει ο πράκτορας να το αποδίδει στην πρώτη συμβαλλόμενη εταιρεία το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη του μήνα οφειλής. Σύμφωνα με το έκτο άρθρο, ο πράκτορας έχει υποχρέωση να τηρεί βιβλία καταχώρησης ασφαλιστηρίων συμβολαίων για τις ασφαλιστικές συμβάσεις, στο οποίο και σε ιδιαίτερη στήλη να αναγράφεται η ημερομηνία είσπραξης των αντίστοιχων ασφαλίστρων. Σύμφωνα με τα Β` και Γ` παραρτήματα της σύμβασης, η αμοιβή του πράκτορα αποτελούνταν από προμήθειες και bonus επίτευξης στόχου. Ειδικότερα, η προμήθεια ανερχόταν σε ποσοστό 60% επί των καθαρών ασφαλίστρων για το πρώτο έτος της ασφάλισης και ομοίως σε ποσοστό 60% του bonus. Δηλαδή, ο πράκτορας θα ελάμβανε για το πρώτο έτος συνολική αμοιβή 120% επί των εισπραχθέντων ασφαλίστρων. Συγκεκριμένα, το bonus 60% συμφωνήθηκε μόνο, εάν επιτυγχανόταν παραγωγή ασφαλίστρων ετήσια συνολικού ποσού 200.000.000 δρχ. και άνω και συνολικά διατηρούνταν και ανανεώνονταν το 91% των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για το δεύτερο έτος. Σε διαφορετική περίπτωση, για κάθε ένα συμβόλαιο, που ακυρώθηκε, η πρώτη συμβαλλόμενη εταιρεία θα παρακρατούσε το 50% του bonus του προηγούμενου δωδεκαμήνου. Εάν, όμως, η συνολική διατηρησιμότητα ενός έτους είναι από 81 έως 90 θα παρακρατούσε το 25%. Θεωρούνταν σε ισχύ και υπολογίζονταν στη μέτρηση διατηρησιμότητας πρώτου έτους τα συμβόλαια των οποίων η πρώτη δόση του δεύτερου έτους έχει πληρωθεί. Ακολούθως, και μετά την κατάρτιση της παραπάνω συμβάσεως, πρέπει να σημειωθεί, ότι αυθημερόν μεταξύ των προαναφερόμενων αντισυμβαλλομένων εταιρειών, καθώς και της τρίτης εταιρείας με την επωνυμία "Avantage Ασφάλειες Ε.Π.Ε. Πρακτόρευση Ασφαλειών", νόμιμα εκπροσωπούμενης, καταρτίσθηκε και το με την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο η εταιρεία "Ανώνυμη ελληνική εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Assurance Τόμπρας Reassurance" και το διακριτικό τίτλο "Astra S.A." θα καθίστατο καθολική διάδοχος της εταιρείας "Avantage Ασφάλειες Ε.Π.Ε. Πρακτόρευση Ασφαλειών" και θα ανελάμβανε αυτή τη συνέχιση της από 9-6-1999 σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα, η οποία, σημειωτέον, είχε συναφθεί μεταξύ των άλλων δύο εταιρειών, με τη διαμεσολάβηση της εταιρείας "Avantage Ασφάλειες Ε.Π.Ε. Πρακτόρευση Ασφαλειών" και τού ασφαλιστικού κοινού για την κατάρτιση ασφαλιστηρίων συμβάσεων για λογαριασμό της πρώτης από τις παραπάνω αντισυμβαλλομένης εταιρείας "Metrolife Εμπορική" σχετικά με την κάλυψη ασφαλιστικών κινδύνων, που θα αφορούσαν όλους τους κλάδους ασφάλισης, εφαρμοζομένων και σ' αυτή, πλην των άλλων, και των παραπάνω συμφωνιών από τη σύναψη τοποθέτησης εργασιών, δεδομένου, ότι και στις δύο αυτές συμβάσεις είχε ήδη συμπεριληφθεί η τυποποιημένη σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα της πρώτης αντισυμβαλλομένης εταιρείας "Metrolife Εμπορική". Όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των πρώτων αντισυμβαλλομένων εταιρειών, μηνύτριας και κατηγορουμένου, είχαν προηγηθεί διαπραγματεύσεις, οι οποίες είχαν διαρκέσει μήνες, μέχρις ότου καταλήξουν στους κατ' ιδίαν συγκεκριμένους και διαμορφωμένους όρους και την κατάρτιση των οριστικών κειμένων των εγγράφων πλέον συμβάσεών τους. Έτσι, ήταν γνωστό, ότι ο κατηγορούμενος ήταν διαχειριστής και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Astra Assistance Ε.Π.Ε.", η οποία, σημειωτέον, είχε ως αντικείμενο την προώθηση πακέτου κινητής τηλεφωνίας - ασφάλειας ζωής, την οποία θα χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων με κατ` αρχήν δωρεάν σύνδεση στο δίκτυο, με σκοπό την παραγωγή ασφαλιστικών συμβάσεων για μελλοντική απόδοση. Και ενώ, έτσι, είχαν τα πράγματα, ο μηνυτής ισχυρίζεται με τη μήνυσή του, ότι, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η εταιρεία "Astra S.A." και κατ' επέκταση ο ίδιος ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 16.12.1999 έως 27.9.2000 παρέστησε διαδοχικά κάθε μήνα εν γνώσει του ψευδώς στο μηνυτή, ως νόμιμο εκπρόσωπο της φερομένης ως παθούσας εταιρείας "Metrolife Εμπορική", με τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε διαπραγματευθεί τη σύναψη της παραπάνω συμβάσεως, ότι βρήκε πρόσωπα, τα οποία επιθυμούσαν να ασφαλισθούν, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο της οικείας συμβάσεως, ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν στη σύναψη ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, ότι οι ασφαλισμένοι είχαν ενημερωθεί για τη σημασία και τις παροχές των πωλουμένων σ' αυτούς ασφαλιστηρίων από το προσωπικό της "Astra S.A.", ότι οι ασφαλισμένοι είχαν εκδηλώσει την πρόθεση να ανανεώσουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια για το δεύτερο έτος σε ποσοστό άνω του 91% των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ενώ στην πραγματικότητα οι ασφαλισμένοι δεν είχαν ενημερωθεί για τη σημασία και τις παροχές των συμβολαίων, τα οποία δωρίζονταν και δεν πωλούνταν, τα παραπάνω πρόσωπα δεν απέβλεπαν στη σύναψη ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο της πιο πάνω συμβάσεως, ούτε είχαν σκοπό να καταβάλουν ασφάλιστρα, αλλ` ούτε και κατέβαλαν ασφάλιστρα για το πρώτο έτος ασφάλισης, ούτε είχαν εκδηλώσει πρόθεση να ανανεώσουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το δεύτερο έτος και μάλιστα σε ποσοστό 91% με την καταβολή για το δεύτερο έτος ασφαλίστρων, αλλά μόνο για ποσοστό 5% από αυτούς ανανέωσε για το δεύτερο έτος τα συμβόλαια, τα δε χρήματα, που εμφάνιζε ως εισπραχθέντα ασφάλιστρα πρώτου έτους στην εταιρεία "Metrolife Εμπορική" στην πραγματικότητα ήταν χρήματα της παθούσας εταιρείας, από τα οποία παρακρατούσε το 20% και επέστρεφε σ' αυτή το 100%. Και ότι με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του ο κατηγορούμενος έπεισε το μηνυτή, ώστε να προκαταβάλλει η εταιρεία του, έναντι λογαριασμού τα πιο κάτω χρηματικά πόσα για προμήθειες και bonus επίτευξης στόχου, τα οποία και χρέωσε στο δημιουργηθέντα λογαριασμό, όπως εκτίθεται στον πρώτο πίνακα που ακολουθεί με τον τίτλο "χρεώσεις - καταβολές" στην εταιρεία "Astra S.A.", στον οποίο εμφανίζεται η ημερομηνία καταβολής, ο αριθμός του παραστατικού, η αιτιολογία της χρέωσης και τα σχετικά χρηματικά ποσά, που ανέρχεται συνολικά για το χρονικό διάστημα από 16.12.1999 έως 27.9.2000 στο ποσό των 5.188.599.561 δρχ. Στο δεύτερο πίνακα εμφανίζονται οι πιστώσεις στην ανωτέρω εταιρεία "Astra S.A.", κατά ημερομηνία, αριθμό παραστατικού, αιτιολογία κίνησης και ποσό, που ανέρχεται συνολικά για το διάστημα από 31-12.1999 έως 31.10.2000 στο ποσό των 2.840.383.119 δρχ. Έτσι, μετ` αφαίρεση του τελευταίου ποσού και όπως αναλύεται στον τρίτο πίνακα, που ακολουθεί, ισχυρίζεται, ότι απομένει υπόλοιπο ποσού 1.339.000.544 δρχ., το οποίο φέρεται, ότι ζημιώθηκε η εταιρεία που εκπροσωπούσε ο μηνυτής. Ειδικότερα: (Ακολουθεί ο πρώτος πίνακας με χρεώσεις - καταβολές). Όλες οι χρεώσεις είναι καταβολές μετρητών στην εταιρεία ASTRA S.A. τις οποίες εισέπραξε "έναντι λογαριασμού". Για κάθε καταβολή η ASTRA S.A., δια του εκάστοτε εκπροσώπου της υπέγραφε αντίστοιχα παραστατικά έγγραφα. (Ακολουθεί ο δεύτερος πίνακας με πιστώσεις και ο τρίτος πίνακας). Επειδή, περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι ο τρόπος λειτουργίας των ως άνω συμβάσεων έγινε, μετά ταύτα, σύμφωνα με τους κατ` ιδίαν όρους, οι οποίοι είχαν περιληφθεί σ' αυτές. Ειδικότερα δε, ως προς τον τρόπο είσπραξης των ασφαλίστρων, καθώς, επίσης, και της απόδοσης της προμήθειας και του bonus επίτευξης στόχου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί, ότι ο μηνυτής γνώριζε ευθύς εξ αρχής την Telemarketing, καθώς επίσης ελάμβανε γνώση των κατ` ιδίαν κονδυλίων. Διέθετε δε τόση εμπειρία, ώστε ήταν αδύνατη η οποιαδήποτε παραπλάνηση από τον κατηγορούμενο. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι η φερομένη ως παθούσα εταιρεία χρησιμοποίησε τα κονδύλια κατά τη συγχώνευση της "Metrolife Εμπορική" με το "Φοίνικα", γεγονός, που ενισχύει πλήρως τις απόψεις του κατηγορουμένου. Τα συμβόλαια τον πρώτο χρόνο ήταν δωρεάν. Από τους πρώτους μήνες παραγωγής έπιασε το στόχο της, γιατί υπήρχε η λειτουργία της Telemarketing. Όπως προαναφέρθηκε, αυτό ήταν γνωστό στο μηνυτή. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα ..., ο οποίος υποστηρίζει, ότι " Ήμουνα συνεργάτης της "Metrolife Εμπορική". Ο ...με πήγε στον ...και μου είπαν, ότι η "Metrolife Εμπορική", θα έκανε Telemarketing. Εκείνο τον καιρό θέλανε κάποιους στόχους". Η "Avantage Ασφάλειες Ε.Π.Ε. Πρακτόρευση Ασφαλειών" του έκανε 1.000.000.000 δρχ. Η εταιρεία έπιασε το μηνυτή και του είπε, ότι δεν υπάρχουν οι εισπράξεις από τα συμβόλαια, ενώ τα συμβόλαια αυτά τα διελάμβαναν στα βιβλία. O μηνυτής βρήκε την εναλλακτική λύση και είπε στον κατηγορούμενο, ότι "...από το πρακτορείο δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, μόνο από ασφαλιστική εταιρεία, για να είναι σύμβαση τοποθέτησης". Ως σύμβαση υποκατάστασης ξεκίνησε η συνεργασία τους. Η υποχρέωσή τους ήταν να ανανεώνουν τα συμβόλαια της "Avantage Ασφάλειες Ε.Π.Ε. Πρακτόρευση Ασφαλειών". Με τους ίδιους όρους συνεργάστηκε και ο κατηγορούμενος. Η Telemarketing εξέδιδε μία επιταγή αρχικά στην "Avantage" και μετά στην "Metrolife Εμπορική". Η "Metrolife Εμπορική" γνώριζε αυτή την παραγωγή και δεν γινόταν η είσπραξη των επιταγών. Σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να προσπαθήσει να ανανεώσει, όσα περισσότερα συμβόλαια μπορούσε, αλλ' αυτό δεν μπορούσε να εξαρτηθεί αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος είπε στο μηνυτή, ότι θα προσπαθούσε να ανανεώσει τα συμβόλαια, που είχε κάνει η "Avantage", όπως και πράγματι το έκανε δίνοντας ως δώρο ένα κινητό τηλέφωνο, χωρίς, όμως, να προβαίνει σε πωλήσεις κινητών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο μηνυτής. Μετά τη συγχώνευση μεταξύ της "Metrolife Εμπορική" και του "Φοίνικα" άρχισαν να δημιουργούνται σοβαρές διενέξεις σχετικά με τις θέσεις. Χαρακτηριστικό στο σημείο αυτό είναι το τμήμα της απολογίας του κατηγορουμένου, ο οποίος διαλαμβάνει "... Έγινε σκοτωμός για την καρέκλα. Για να φάνε το μηνυτή, του κάνανε μήνυση και εκείνου και εμένα και ο μηνυτής, για να αμυνθεί, έκανε σε μένα. Άδικα τον κατηγόρησαν. Εάν θα ανανέωνα, θα έπαιρνα καθαρά το 20%. Δεν προείσπραξα τίποτα. Είναι δυνατόν να έχω τα ασφάλιστρα των μελλοντικών χρόνων;". Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η εξαπάτηση του μηνυτή, ο οποίος είναι ένα έμπειρο στέλεχος και δεν μπορούσε να παραπλανηθεί από τον κατηγορούμενο. Δεν αποδεικνύεται, ότι ο τελευταίος παρέστησε σ' αυτόν ψευδή περιστατικά ως αληθινά και η όλη υπόθεση δημιουργήθηκε, εξαιτίας των διενέξεων, οι οποίες δημιουργήθηκαν. Ουσιαστικά πρόκειται για ιδιωτική διαφορά και για το λόγο αυτό η αγωγή, η οποία ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου δεν περιέχει βάση από την αδικοπραξία. Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο δεν πείθεται για την ενοχή του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος της αξιόποινης πράξης, η οποία του αποδίδεται με το παραπεμπτικό βούλευμα του Εφετείου".
Η αιτιολογία, όμως, αυτή είναι ελλιπής, αφού δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν τα πραγματικά περιστατικά που φέρεται ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε στο νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας (ότι, δηλαδή, βρήκε πρόσωπα, τα οποία επιθυμούσαν να ασφαλισθούν, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο της οικείας συμβάσεως, ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν στη σύναψη ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, ότι οι ασφαλισμένοι είχαν ενημερωθεί για τη σημασία και τις παροχές των πωλουμένων σ' αυτούς ασφαλιστηρίων από το προσωπικό της "Astra S.A.", ότι οι ασφαλισμένοι είχαν εκδηλώσει την πρόθεση να ανανεώσουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια για το δεύτερο έτος σε ποσοστό άνω του 91% των ασφαλιστηρίων συμβολαίων) ήταν ή όχι ψευδή. Ακόμη, δεν εξηγείται γιατί αποκλείεται ένας έμπειρος, όπως ήταν, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο εκπρόσωπος της φερομένης ως παθούσας, να εξαπατηθεί. Τέλος, περιέχεται ασαφής αιτιολογία σχετικά με τη γνώση του εκπροσώπου της μηνύτριας περί της Telemarketing και των κατ` ιδίαν κονδυλίων, αλλά και περί του ότι η υπόθεση δημιουργήθηκε εξαιτίας των διενέξεων, αφού δεν εξηγείται ποια ήταν η λειτουργία της Telemarketing, τι σχέση έχει η γνώση των κονδυλίων και ποιες ήταν οι διενέξεις που υπονοούνται. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπή και ασαφή αιτιολογία, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 3134/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αθωωτική απόφαση για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση. Παραδοχή αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες και παραπομπή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1024/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1804/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 162/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 130/7-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων την από 1-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της υπ'αριθμ. 1804/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των αρθρ. 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1 και 509 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι, οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως, από τους αναφερομένους στα αρθρ. 484 και 510 Κ.Π.Δ., να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (αρθρ. 476 και 513 Κ.Π.Δ.). Απλή επανάληψη των διατάξεων των αρθρ. 484 και 510 Κ.Π.Δ., που προβλέπουν τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ7906, ΑΠ 2397/2004, εις ΠΧ/ΝΕ7 822). Στην προκειμένη περίπτωση, δια της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττεται το ανωτέρω βούλευμα, δι'έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αλλά, στην σχετική έκθεση ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως, ουδεμία αναφορά εις περιστατικό θεμελιωτικό της επικαλούμενης πλημμελείας διαλαμβάνεται. Έτσι, όμως, η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως είναι, συμφώνως προς τα προαναφερόμενα, απαράδεκτη, αφού ο προβαλλόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και δεν δύναται να συμπληρωθή με στοιχεία ευρισκόμενα εις άλλο έγγραφο, ούτε με άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθή ως απαράδεκτη και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς τα αρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς -Προτείνω Να απορριφθη ως απαράδεκτη η από 1-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά της υπ'αριθμ. 1804/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 19 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελευς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθιαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ,Ποιν.Δ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λπ. (Ολ ΑΠ 19/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 1804/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για υπεξαίρεση μνημείων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, παράνομη κατοχή όπλου, παράνομη οπλοφορία, κατοχή ναρκωτικών, πλαστογραφία με χρήση και παράνομη είσοδο στη Χώρα σε συνολική ποινή καθείρξεως 9 ετών και χρηματική 5.000 ευρώ. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του ίδιου του αναιρεσείοντος στον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης του .... Στην εν λόγω αίτηση διαλαμβάνονται ως λόγος αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "...ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της...για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεστεί προσθέτως, αλλά και για το νόμιμο και βάσιμο λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, κατ' άρθρο 510§1εδ. δ' ΚΠΔ". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται στην ειρημένη έκθεση αναιρέσεως σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθιαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, (ο αντίκλητος του οποίου Βασίλης Διοματάρης, δικηγόρος Αθηνών, ειδοποιήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά την από 16.4.2010 επί του φακέλου της δικογραφίας επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως για να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του, αλλά δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και την εκφώνηση της υποθέσεως), στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ αριθ. 74/1 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1804/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως. Απόρριψη του μοναδικού λόγου περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως αορίστου. Για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ΄ λόγου πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες, κλπ.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 1024/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "DRAGO BOATS ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΣΚΑΦΩΝ ΑΝΑΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΣΜΟΥ Α.Ε", που εδρεύει στην Βιομηχανική Περιοχή (ΒΙ.ΠΕ) ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο της Θαρρεινό Μαυρίκο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Αποστολόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1269/2005 προδικαστική του ιδίου δικαστηρίου, 523/2006 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 238/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 3 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά τη διάταξη για επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης του από αδικοπραξία και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε και κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2Ο05). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενος μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984). Εξάλλου κατά το άρθρο 822 του ΑΚ "με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάξει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνηθεί ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 823 του ΑΚ "ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση παρακαταθήκης μπορεί κατ' αρχήν να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης συμβάσεως, οπότε για τη μικτή αυτή σύμβαση, εάν μεν κάθε παροχή, ανεξάρτητα από τον τύπο στον οποίον ανήκει, είναι της αυτής σπουδαιότητας για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμίας ισχύοντες κανόνες, εάν δε η μία από τις δύο είναι απλώς παρακολουθηματική της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις είτε ανήκουν στις συνήθεις υποχρεώσεις από την κύρια σύμβαση είτε είναι παρακολουθηματικές της κύριας συμβάσεως, οι για την κύρια σύμβαση εφαρμοστέες διατάξεις είναι κρίσιμες για την όλη σύμβαση. Όταν για τη φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, οπότε θα πρόκειται κατά κανόνα για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης στα πλαίσια άλλης κύριας συμβάσεως, τότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Διαφορετικά ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε για βαριά αμέλεια και για ελαφρά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέρα από τον οποίο και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, επί αδυναμίας παροχής, ο θεματοφύλακας πρέπει να αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται όπως για δικό του πταίσμα, κατά τις προαναφερόμενες διαβαθμίσεις. Εξάλλου κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ανθρώπινη συμπεριφορά, ως βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη, η οποία όταν είναι παράνομη δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείψει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου. Διότι και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέρα από την αξίωση για παραβίαση της συμβάσεως, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση τελούμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο από το δίκαιο επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως, χωρίς προς τούτο να απαιτείται και η συνδρομή κάποιου άλλου στοιχείου (Ολ.ΑΠ 967/1973). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), στις 19-7-2000, αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα από την εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) ένα πνευστό (φουσκωτό) ταχύπλοο σκάφος με την ονομασία D..., με αριθμό λεμβολογίου ... ..., το οποίο έφερε ως προωστική μηχανή μία εξωλέμβια μηχανή τύπου MERCURY EFI 225 ίππων, βάρους 206 χιλιογράμμων, αξίας κατά το χρόνο κτήσεώς της, όπως προκύπτει από τον μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο τιμοκατάλογο μηχανών θαλάσσης για το έτος 2000 που είναι ενσωματωμένος στο περιοδικό "δια θαλάσσης" 5.157.000 δραχμών ή 15.134,26 ευρώ. Στη μηχανή αυτή είχε αντικατασταθεί η προπέλα της με τρίφτερη ανοξείδωτη προπέλα (έλικα προωθήσεως) (τύπου "MIRAGE PLUS II" ως βελτιωτικό της ταχύτητας του σκάφους εξάρτημα, αξίας, όπως δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, 350.000 δραχμών ή 1027 ευρώ. Η εναγομένη ασχολείται με την κατασκευή και εμπορία σκαφών αναψυχής διαφόρων τύπων καθώς και με την εμπορία μηχανών θαλάσσης και εν γένει εξοπλισμού σκαφών. Στα πλαίσια της επαγγελματικής της δραστηριότητας αναλαμβάνει με αμοιβή την συντήρηση και επισκευή των μηχανών και των σκαφών που κατασκευάζει ή εμπορεύεται στις εγκαταστάσεις της στο ... από το απόλυτα εξειδικευμένο προσωπικό της. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής, στις 20-3-2002, κατόπιν συμφωνίας με τον ενάγοντα ανέλαβε (η εναγομένη) την υποχρέωση, δια των προεστημένων οργάνων της, να προβεί επί του ως άνω σκάφους και της μηχανής (του ενάγοντος) στις απαιτούμενες ετήσιες εργασίες συντήρησης και επισκευής, ώστε να είναι απολύτως αξιόπλοο την καλοκαιρινή περίοδο του έτους 2002, αντί εργολαβικής αμοιβής της συνηθισμένης για τις εργασίες αυτές, για τις οποίες συμφωνήθηκε να μεταφερθεί το σκάφος με τη μηχανή του στις εν λόγω εγκαταστάσεις της εναγομένης. Έτσι η εναγομένη διά των προεστημένων οργάνων της για την πιστή εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, παρέλαβε το σκάφος αυτό μετά της μηχανής του από την οικία του ενάγοντος στον ... και το μετέφερε στις πιο πάνω εγκαταστάσεις της, ο δε ενάγων μετά ταύτα ανέμενε σχετική ειδοποίηση της εναγομένης ότι οι εργασίες συντηρήσεως και επισκευής περατώθηκαν, ώστε να καταβάλει τη συνηθισμένη για την περίπτωση εργολαβική αμοιβή και να παραλάβει το σκάφος του. Εξυπακούεται ότι η ως άνω συμφωνημένη αλλά και συνηθισμένη εργολαβική αμοιβή συμπεριλάμβανε και αμοιβή για την κατάληψη πολύτιμου χώρου των εγκαταστάσεων της εναγομένης και για την φύλαξη του σκάφους αυτού κατά το αναγκαίο χρονικό διάστημα της συντήρησης και επισκευής του. Δηλαδή στα πλαίσια της συμβάσεως μισθώσεως έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, καταρτίσθηκε ως απολύτως αναγκαία για την πιστή εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως (μισθώσεως έργου) και μία παρεπόμενη σύμβαση παρακαταθήκης (του σκάφους). Η εναγομένη αρνείται την παρεπόμενη σύμβαση παρακαταθήκης χωρίς τον ισχυρισμό της αυτό να τον συνδέει και με κάποιο άλλο, πειστικό του ισχυρισμού της, γεγονός, όπως για παράδειγμα, ότι ο ενάγων δεν συνεμορφώθη προς τα συμφωνηθέντα και εγκατάλειψε το σκάφος του αδικαιολόγητα δεδομένου ότι η συντήρηση και η επισκευή του σκάφους και της μηχανής θα διαρκούσε μικρό χρονικό διάστημα, εν γνώσει του ενάγοντος ο οποίος έπρεπε να περιμένει στις εγκαταστάσεις της εναγομένης την περάτωση των εργασιών, ώστε να παραλάβει το σκάφος αφού προηγουμένως θα κατέβαλε το εργολαβικό αντάλλαγμα. Το ως άνω σκάφος τα προεστημένα όργανα της εναγομένης το τοποθέτησαν σε προϋπάρχουσα κενή θέση ένα μέτρο από την με συρματόπλεγμα ύψους 2 μέτρων περίφραξη του εξωτερικού χώρου των εγκαταστάσεων αυτής που έχουν έκταση 10 στρεμμάτων. Η έκταση αυτή εποπτεύεται ελλιπώς με 14 κάμερες μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας και μόνο ως προς το κεντρικό μέρος των εγκαταστάσεων. Τις μη εργάσιμες ώρες της ημέρας υπάρχει φύλακας και σκυλιά τα οποία τον ακολουθούν κατά τη φύλαξη, πλην όμως δεν μπορεί να εποπτεύσει επαρκώς τον ως άνω χώρο λόγω της εκτεταμένης εκτάσεως των 10 στρεμμάτων και των κτιρίων που πρέπει να εποπτεύσει. Ο φωτισμός τη νύκτα στις εγκαταστάσεις της εναγομένης ήταν ελλιπής με συνέπεια ο φύλακας να χρησιμοποιεί ηλεκτρικό με μπαταρίες φανό. Κατά το χρονικό διάστημα από ώρας 14.00 της 21-4-2002 μέχρι την 07.00 της 22-4-2002 άγνωστος ή άγνωστα άτομα; επωφελούμενα από την ελλιπή φύλαξη του χώρου των εγκαταστάσεων της εναγομένης εισήλθαν εντός αυτού και αφήρεσαν (έκλεψαν)την ως άνω μηχανή του ενάγοντος χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Η εν λόγω κλοπή οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης και του προεστημένου φύλακα αυτής η οποία συνίσταται στην ελλιπή εποπτεία και φύλαξη των ως άνω εγκαταστάσεων συνεπεία των προδιαληφθεισών ελλείψεων. Αντίθετα δεν αποδείχτηκε από την εναγομένη κανένα γεγονός που να αναιρεί την ευθύνη της κατ' άρθρο 336 §1 του ΑΚ. Το γεγονός ότι στις εγκαταστάσεις της εναγομένης υπήρχε πινακίδα "περί μη ευθύνης της για την μερική ή ολική απώλεια των σκαφών και ότι πρέπει να ασφαλίζουν τα σκάφη τους" σε τίποτε δεν την ωφελεί, αφού δεν αποδείχτηκε ότι πράγματι ο ενάγων συμφώνησε με το περιεχόμενο της εν λόγω πινακίδας στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 332 και 334 του ΑΚ. Εν πάση περιπτώσει η ασφάλιση του σκάφους εκ μέρους του ενάγοντος για την περίπτωση κλοπής σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ωφελήσει την υπαίτια εναγομένη η οποία σε περίπτωση ασφαλίσεως του σκάφους θα εκαλείτο εξ αναγωγής να καταβάλει στην ασφαλιστική εταιρία το καταβληθέν στον ασφαλισμένο ενάγοντα ασφάλισμα. Την κλοπή της μηχανής, ο ενάγων μαζί με την προεστημένη υπάλληλο της εναγομένης ΑΑ τη δήλωσαν στο ΑΤ ... την 10.00' ώρα της 22-4-2002. Στη δήλωσή τους αυτή που καταχωρήθηκε στο οικείο Βιβλίο Αστυνομικών Συμβάντων εμπεριέχεται και η κοινή εκτίμησή τους ότι η αξία της απολεσθείσης μηχανής ανέρχεται στο ποσό των 14.000 ευρώ. Η κοινή αυτή εκτίμηση ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα επειδή η εν λόγω μηχανή ήταν σχεδόν καινούργια με 60 ώρες λειτουργίας.
Συνεπώς, εφόσον λόγω απώλειας η εναγομένη αδυνατεί να αποδώσει στον ενάγοντα την ως άνω μηχανή του, θα πρέπει να του καταβάλει ως αποζημίωση την αξία αυτής η οποία ανέρχεται στο ποσό των 14.000 ευρώ. Πέραν αυτού η εναγομένη οφείλει ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που δοκίμασε ο ενάγων από την απώλεια της μηχανής του και την εντεύθεν ακινησία του σκάφους του, ιδίως κατά τη θερινή περίοδο του 2002, το ποσό των 1.000 ευρώ. Ενόψει του γεγονότος ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον ενάγοντα, το ποσό αυτό της χρηματικής ικανοποίησης είναι ανάλογο της βαρύτητας του πταίσματος της εναγομένης και των προεστημένων αυτής οργάνων, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων και των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκλάπη η εξωλέμβια μηχανή του ενάγοντος". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου (για το ποσό των 9.080 ευρώ) ως προς τη βάση της από ενδοσυμβατική ευθύνη, έκανε δεκτή την αγωγή και ως προς τη βάση της από αδικοπραξία, επιδικάζοντας ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία, το ποσό των 15.000 ευρώ. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά μεν την αναγνώριση ενδοσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου για την απώλεια (κλοπή) της μηχανής του σκάφους του κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα είχα αναλάβει την επισκευή του, με παρακολουθηματική υποχρέωση φύλαξής του μέχρι την παράδοσή του στον αναιρεσίβλητο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 681, 361, 330, 334, 335 και 336 του ΑΚ που εφήρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο: α) Ως προς το ότι η ανάληψη υποχρεώσεως επισκευής του σκάφους του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα συνεπαγόταν αναγκαίως και παρεπόμενη υποχρέωση της τελευταίας να φυλάσσει το σκάφος από κλοπή ολική ή μερική (εξαρτημάτων του) και δεν ασκούσε επιρροή η υπό μορφή συστάσεων ανάρτηση επιγραφών στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας, για ασφάλιση κατά του κινδύνου κλοπής, των επισκευαζομένων σκαφών, προς πελάτες της λόγω ελλιπούς επιτήρησης του εκτεταμένου χώρου ευθύνης της, αφού υπήρχε συμβατική πρόβλεψη αμοιβής της αναιρεσείουσας για την παρεπόμενη φύλαξη και η ευθύνη της κρίνεται με τις εφαρμοζόμενες για την κύρια σύμβαση διατάξεις των άρθρων 681 επ., 330, 334, 335 και 336 του ΑΚ. β) Για την τεκμαιρόμενη (άρθρο 336 ΑΚ) υπαιτιότητα (αμέλεια) της αναιρεσείουσας να προβεί σε ασφαλέστερη φύλαξη του ελλιπώς φωτιζόμενου χώρου εναπόθεσης των επισκευαζομένων από αυτή σκαφών και να μην αρκεσθεί μόνον σε ένα φύλακα με συνοδεία σκύλων για την αποθάρρυνση των κλεπτών. γ) Για τη ζημία του αναιρεσιβλήτου από την κλοπή της μηχανής του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της κλοπής με την εκτιθέμενη παράλειψη της αναιρεσείουσας, αφού οποιοσδήποτε μετρίως συνετός επισκευαστής σκαφών στη θέση της θα μπορούσε να προβλέψει και αποτρέψει με τα αναφερόμενα πρόσθετα μέτρα φύλαξης τον κίνδυνο κλοπής. Επομένως, κατά το μέρος αυτό οι, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, στηριζόμενοι μάλιστα και στην αναληθή προϋπόθεση εφαρμογής από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 822 επ. ΑΚ, περί παρακταθήκης, είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά, όμως, την αναγνώριση αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου για την κλοπή της μηχανής του, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, καθ' όσον δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες, που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των περιλαμβανομένων στο αποδεικτικό της πόρισμα πραγματικών περιστατικών, στην ανωτέρω ουσιαστική διάταξη της ΑΚ 914 που εφάρμοσε. Ειδικότερα, ενώ για τη συνδεόμενη με παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας, προς φύλαξη του επισκευαζόμενου από αυτή σκάφους του αναιρεσείοντος, αμέλεια της ίδιας και του προστημένου υπαλλήλου της, αναφέρει τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, αντιθέτως για τη θεμελίωση παράλληλης (σωρευτικής) ευθύνης της αναιρεσείουσας από αδικοπραξία (ΑΚ 914) δεν προσδιορίζει πώς θα μπορούσε να νοηθεί αυτή η ευθύνη χωρίς την ύπαρξη της σύμβασης, δηλαδή υπό ποία έννοια η αναιρεσείουσα, ενώ είχε δυνατότητα να λάβει προστατευτικά μέτρα, έδειξε αδιαφορία για τη ζημία του αναιρεσιβλήτου, στην υποθετική περίπτωση που αυτή είχε συντελεστεί χωρίς συμβατική σχέση των διαδίκων (π.χ. με αυθαίρετη ή από λόγους έκτακτης ανάγκης εναπόθεση του σκάφους του αναιρεσιβλήτου στον εποπτευόμενο από την αναιρεσείουσα χώρο), εφόσον μάλιστα η τελευταία είχε λάβει κάποια προστατευτικά μέτρα για τα επισκευαζόμενα σκάφη πελατών της. Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος, κατά το ως άνω μέρος του, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της για επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη από αδικοπραξία και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.),μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 238/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής (χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου).
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο και μόνον μέρος αυτής, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Σύμβαση παρακαταθήκης ως παρεπόμενη της κύριας σύμβασης επισκευής πράγματος (μηχανής σκάφους). – Έκταση ευθύνης θεματοφύλακα από ενδοσυμβατικό πταίσμα, τεκμαιρόμενο (άρθρο 336 ΑΚ) ως προς τη φύλαξη του πράγματος, διότι επιδείχθηκε επιμέλεια μικρότερη από εκείνη που κατέβαλε για τη φύλαξη των δικών του πραγμάτων. – Επιδίκαση και χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης για αδικοπρακτική ευθύνη. Ανεπαρκής αιτιολογία ως προς τη δυνατότητα νόησης ευθύνης για τη ζημία του παρακαταθέτη και χωρίς την ύπαρξη συμβατικής σχέσης. Αναιρεί κατ΄ αυτό το κεφάλαιο με άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1010/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιώτσα, περί αναιρέσεως της ΒΤ 314/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 566/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. l του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως, και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι, για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 εδ. β του ίδιου άρθρου, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους". Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες κλπ), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2523/1997, "στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: β) Στις εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών". Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του αυτού ν. 2523/1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και, έτσι, οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι` αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. ΒΤ 314/2009 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ` εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψε ότι αυτός στον Πειραιά την 1.3.2001 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν οφειλέτης του Δημοσίου και τα χρέη του ήταν ληξιπρόθεσμα, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής που ήταν βεβαιωμένη στις αρμόδιες υπηρεσίες ήτοι δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις χρεών που ήταν καταβλητέα σε δόσεις. Ειδικότερα δεν κατέβαλε το ποσό α) 15.287,31 ευρώ που αφορούσε ΦΠΑ και όφειλε να καταβάλει σε 12 μηνιαίες δόσεις με τελευταία δόση την 1.3.2001, β) ποσό 18.782,80 ευρώ που αφορούσε ΦΠΑ και όφειλε να καταβάλει σε 12 μηνιαίες δόσεις με τελευταία δόση την 1.3.2001, γ) ποσό 39.100,60 ευρώ που αφορούσε ΚΒΣ ΠΟΛ 1144/98 που ήταν καταβλητέο σε 10 μηνιαίες δόσεις με ημερομηνία πρώτης δόσης την 29.12.2000 και τρίτης δόσης την 1.3.2001 και δ) ποσό 15.441,71 ευρώ που αφορούσε επίσης ΚΒΣ ΠΟΛ 1144/98 που ήταν καταβλητέο σε 10 μηνιαίες δόσεις με ημερομηνία πρώτης δόσης την 29.12.2000 και τρίτης δόσης την 1.3.2001. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξεως...". Στο δε διατακτικό, το οποίο συμπληρώνει το σκεπτικό, διευκρινίζεται ότι τα ως άνω χρέη βεβαιώθηκαν στην ΔΟΥ Δ' ... σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ. ... Ο. Ε.", της οποίας ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ήταν ομόρρυθμο μέλος, καθώς και ότι τα υπό στοιχ. α και β χρέη αφορούν παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, ενώ τα υπό στοιχ. γ και δ. αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά.
Η προκύπτουσα από το συνδυασμό των ανωτέρω σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (Δ.Ο.Υ. Δ' ...), το είδος τούτων (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι - λοιποί φόροι), ο τρόπος πληρωμής τους (σε δόσεις) και ο ακριβής χρόνος καταβολής κάθε δόσης, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο τα χρέη αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, μπορούσαν και έπρεπε να καταβληθούν από την οφειλέτιδα ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας ομόρρυθμο μέλος ήταν ο κατηγορούμενος, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω το ύψος των εν λόγω χρεών. Σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α) Η αναγραφή στο διατακτικό της φράσεως "η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή 3 συνεχών δόσεων ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των 2 μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ" δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση, αλλά οφείλεται σε φανερή παραδρομή, αφού από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, προκύπτει ότι τα χρέη ήταν καταβλητέα σε δόσεις. β) Προσδιορίζεται ότι όλα τα χρέη ήταν καταβλητέα σε δόσεις, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται και ποιο ήταν το ποσό της κάθε δόσης ούτε πότε έπρεπε να καταβληθούν οι προηγούμενες της τελευταίας δόσεις. γ) Από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό προκύπτει, όπως αναφέρθηκε, ότι τα χρέη βεβαιώθηκαν σε βάρος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, η δε αναφορά στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ήταν οφειλέτης του Δημοσίου υπονοεί ότι ενεχόταν ως ομόρρυθμο μέλος της εταιρίας και όχι ατομικώς, οπότε δεν γεννάται καμιά αντίφαση. Και δ) ο αριθμός "..." που έχει εμφιλοχωρήσει στην αρχή του διατακτικού δεν προκύπτει ότι αφορά το σύνολο των βεβαιωθέντων χρεών, για τη μη καταβολή των οποίων κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δεν ασκεί επιρροή και η αναγραφή του οφείλεται, προφανώς, σε παραδρομή. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την ανωτέρω έννοια, η έλλειψη της οποίας ιδρύει του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία κρίση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Προϋποτίθεται, όμως, ότι το αίτημα αυτό αναβολής είναι παραδεκτό και ειδικότερα ότι υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο. Αν δεν υποβάλλεται το ανωτέρω αίτημα κατά τρόπο ορισμένο, η μη απάντηση του δικαστηρίου σ' αυτό ή η μη αιτιολογημένη απόρριψή του δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης διότι, κατά λέξη: "Ο κατηγορούμενος έχει ένα ακίνητο 400.000 ευρώ που θα πουληθεί και θα ξοφληθεί το χρέος που είναι 200.000 ευρώ. Γι` αυτό το χρέος προσπαθεί να πουλήσει το ακίνητο. Επίσης το Υπουργείο είπε χθες ότι έχει δοθεί αναβολή για την ξόφληση των χρεών". Το αίτημα αυτό, πέραν του ότι δεν ήταν νόμιμο, αφού η πιθανότητα να εξοφληθεί το χρέος δεν συνιστά σημαντικό αίτημα αναβολής της δίκης, ήταν εντελώς ασαφές και αόριστο και το Δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του, στην οποία (αιτιολόγηση) πλεοναστικώς προέβη με παρεμπίπτουσα και συμπροσβαλλόμενη, κατ' άρθρο 504§ 4 ΚΠοινΔ, απόφασή του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνεται και ο "συνημμένος πίνακας χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 9.9.2002 μήνυση του προϊσταμένου της ΔΟΥ Δ' Πειραιά", ο οποίος δεν φέρεται ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο πίνακας αυτός δεν ήταν αναγκαίο να αναγνωσθεί, γιατί αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου. Επομένως, ο, από του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, για τη στήριξη της κρίσεώς του, και τον ανωτέρω πίνακα χρεών, χωρίς να έχει αναγνωσθεί αυτός, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ.2454/2009) αίτηση του ., για αναίρεση της υπ` αριθ. ΒΤ 314/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση κατά εταίρου ομόρρυθμης εταιρίας για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 § 1 ν. 1882/1990). Στοιχεία του εγκλήματος. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής, το οποίο, πάντως, είχε υποβληθεί αορίστως. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση. Ορθά λήφθηκε υπόψη ο συνημμένος πίνακας χρεών χωρίς να αναγνωσθεί, γιατί αποτελούσε στοιχείο του κατηγορητηρίου.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 1006/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλο, περί αναιρέσεως της 1228/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους:1)Ψ1, κατοίκου ... και 2)Ψ2, κατοίκου ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μπελεσιώτη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1350/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε, οπότε πρόκειται για μη συνειδητή αμέλεια είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν οπότε πρόκειται για ενσυνείδητη αμέλεια και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδρυομένου έτσι του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις και τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1228/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Δυνάμει της από 27-7-2004 σύμβασης του Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων, νομίμως εκπροσωπουμένου υπό του Πρόεδρου του ΔΣ ... από την ιδιότητα του "Διοργανωτή" με το μη κερδοσκοπικό σωματείο με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΗΣ - AICA ΕΛΛΑΣ", νομίμως εκπροσωπουμένου και του οποίου πρόεδρος ήταν η κατηγορουμένη Χ, ο "Διοργανωτής" ανέθεσε στο "Σωματείον" έναντι τιμής ποσού 1.203.750 ευρώ την υλοποίηση του εικαστικού προγράμματος "ΑΘΗΝΑ by Art" στα πλαίσια του στόχου του Δήμου Αθηναίων να παρουσιάσει συγχρόνως Έλληνες Εικαστικούς Καλλιτέχνες καθιερωμένους και νεότερους για τους 'Ελληνες και ξένους επισκέπτες στη διάρκεια των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών Αγώνων. Το Σωματείο ανέλαβε τις υποχρεώσεις: 1. να καλύψει τις δαπάνες αγοράς υλικών για τη φιλοτέχνηση των έργων, 2. να καλύψει τις δαπάνες μεταφοράς των έργων προς και από τον χώρο εγκατάστασής τους, μετά την λήξη της εκδήλωσης, 3) να καλύψει τις ανάγκες τεχνικής εγκατάστασης και απεγκατάστασης των έργων, 4) να καλύψει τις δαπάνες αποκατάστασης φθορών που θα προκληθούν από την εγκατάσταση των έργων ή την απεγκατάσταση, 5) να απομακρύνει εντός (5) πέντε εργασίμων ημερών από τη λήξη της εργασίας τα 85 έργα από τους αντίστοιχους χώρους, 6) να καλύψει τις αμοιβές των συνεργατών του (επιμελητές, συντονιστές κ.λ.π.), 7) να έχει διασφαλίσει από ιδιώτες την άδεια χρήσης των χώρων τους που πρόκειται να διατεθούν για την τοποθέτηση έργων του προγράμματος και 8) να αναλάβει την επιστημονική και καλλιτεχνική επιμέλεια της εργασίας, την παρακολούθηση καλής λειτουργίας της εργασίας έως τη λήξη της, καθώς επίσης και να αναφέρει ρητά το διοργανωτή σε οποιαδήποτε συνέντευξη, αναφορά κ.λ.π. Στη συνέχεια το Σωματείο ανέθεσε με συμβάσεις σε διάφορους καλλιτέχνες τη δημιουργία - φιλοτέχνηση των έργων που θα παρουσιάζονταν. Μεταξύ άλλων ανέθεσε στον καλλιτέχνη Λ με την από 30-7-2006 σύμβαση τη φιλοτέχνηση έργου, το οποίο πήρε τον τίτλο "Κύματα". Το έργο αυτό αποτελείτο από ένα σύνολο σχεδίων από λαμαρίνα, ενωμένα μεταξύ τους, με αιχμηρές απολήξεις επικίνδυνες για τραυματισμό. Τα φιλοτεχνηθέντα έργα, 83 τον αριθμό, μεταξύ των οποίων και το ως άνω έργο του Λ "Κύματα" τοποθετήθηκαν μέσα στον ιστό της πόλης της ... και διεσπάρησαν σε μια τεράστια έκταση ... κ.λ.π.). Το ως άνω έργο "Κύματα" τοποθετήθηκε στο ..., χωρίς όμως να ληφθεί μέριμνα από το υπεύθυνο με την ιδιότητα του εργολάβου ως άνω σωματείο εκπροσωπούμενο από την πρόεδρο - κατηγορουμένη, ενόψει της ως άνω επικινδυνότητας του έργου, την οποία γνώριζε και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει η κατηγορουμένη, για τη λήψη των στοιχειωδών αναγκαίων μέτρων για την ασφαλή έκθεση του έργου (προληπτικά όπως πινακίδες με σχετικές επισημάνσεις, περίφραξη ώστε να είναι αδύνατη η διέλευση και η προσέγγιση ατόμων στο έργο κ.λ.π.). Αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς της κατηγορουμένης, συνισταμένης στη μη λήψη των ως άνω αναγκαίων μέτρων, παρόλο που ήταν υπόχρεη προς τούτο λόγω του επαγγέλματός της, να εισέλθει στο χώρο όπου ήταν τοποθετημένο το έργο τέχνης ο ηλικίας 10 ετών ..., ο οποίος αντιμετωπίζοντάς το (το έργο) ως παιχνίδι "σκαφράλωσε" σ' αυτό και στην προσπάθειά του να κρατηθεί κατεβαίνοντας να υποστεί ακρωτηριασμό ΑΡ, μικρού δακτύλου της 1ης φάλαγγας, το οποίο μπλέχθηκε σε μία από τις αιχμηρές λαμαρίνες με οπές. Η αμέλεια της κατηγορουμένης είναι παρ' υποχρέου (ΠΚ 315), διότι ήταν υποχρεωμένη λόγω της ως εκ της ιδιότητάς της ως νομίμου εκπροσώπου της εργολήπτριας εταιρίας ενασχόλησης στην παραπάνω εργασία, η οποία (ενασχόληση) μπορεί να ήταν παροδική και αφορούσε την υλοποίηση του εκαστικού προγράμματος "ΑΘΗΝΑ by Art", όχι όμως και με μονωμένη, αφού αφορούσε τη δημιουργία - φιλοτέχνηση 83 έργων, τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε μια τεράστια έκταση (...κ.λ.π.). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας κι άλλου (καλλιτέχνη) και της συνυπαιτιότητας του ίδιου του ανηλίκου και της συνoδεύουσας τον ανήλικο μητέρας του, η κατηγορουμένη θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχη......". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει την κατηγορουμένη ένοχη του ότι στην ... στις 19-8-2004, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου, την οποία δεν προέβλεψε ως δυνατή να επέλθει. Ειδικότερα έχοντας αναλάβει ως Πρόεδρος της AICA ΕΛΛΑΣ - Ένωση Κριτικών Τέχνης, στα πλαίσια της έκθεσης ΑΘΗΝΑ BY ART που διοργάνωσε ο Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων, την εγκατάσταση στην ... έργου του Λ με τον τίτλο "Κύματα", που αποτελείτο από ένα σύνολο σχεδίων από λαμαρίνα, δεν φρόντισε, όπως θα έκανε κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος που γνώριζε ότι πρόκειται για αιχμηρή και με οπές λαμαρινοκατασκευή, να τοποθετηθεί περίφραξη γύρω από το έργο ώστε να καθίσταται αδύνατη η διέλευση ατόμων μέσα απ' αυτό, με συνέπεια να εισέλθει στο χώρο όπου ήταν τοποθετημένο το έργο τέχνης ο ηλικίας 10 ετών..., ο οποίος αντιμετωπίζοντας το ως παιχνίδι ανέβηκε επ' αυτού και στην προσπάθειά του να κρατηθεί κατεβαίνοντας να υποστεί ακρωτηριασμό ΑΡ μικρού δακτύλου δια της 1ης φάλαγγας". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε την κατηγορουμένη σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αμέλεια της κατηγορουμένης. Συγκεκριμένα ούτε στο προεκτεθέν σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αναφέρει ότι η κατηγορουμένη με βάση τις προσωπικές της περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το επελθόν αποτέλεσμα, στοιχείο, το οποίο είναι απαραίτητο για τη θεμελίωση της γενόμενης δεκτής μη συνειδητής αμέλειας της κατηγορουμένης. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει, κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1228/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια από δράστη υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Στοιχεία αμέλειας. Η δυνατότητα προ-βλέψεως του αποτελέσματος αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση της μη συνειδητής αμέλειας. Αναιρείται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας επειδή δεν αναφέρει το ανωτέρω στοιχείο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 1007/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γεωργίου, περί αναιρέσεως της 2298/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΧΑΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ-Οικοδομικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις" και διακριτικό τίτλο "ΙΝΤΕΡΧΑΤ Α.Ε.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Ταγαράκη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1375/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Υπό τη μορφή αυτή της νοθεύσεως, η πλαστογραφία διαπράττεται και από τον ίδιο τον εκδότη του γνησίου εγγράφου, όταν αυτός μεταβάλλει το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, σε χρόνο κατά τον οποίο το έγγραφο είχε λάβει θέση, σύμφωνα με τον προορισμό του, σε κάποια έννομη σχέση ή άλλος απέκτησε δικαίωμα στη διατήρηση του αρχικού του κειμένου, υπό την προϋπόθεση, όμως, πάντοτε, ότι η νόθευση του εγγράφου έγινε με σκοπό την παραπλάνηση άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2298/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας (νοθεύσεως) εγγράφου με χρήση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ήταν συνεργάτης, ως ανεξάρτητος πωλητής επί προμηθεία, της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη και επί της οδού Μελεάγρου αριθμ. 7, μηνύτριας και πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΧΑΤ Ανώνυμη Εταιρία Ειδών Ενδύσεως - Οικοδομικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις" και με τον διακριτικό τίτλο "ΙΝΤΕΡΧΑΤ". Στις 29.11.2002 προσήλθε στα γραφεία (λογιστήριο) της ως άνω εταιρίας, όπου συμπλήρωσε το υπ' αριθμ. ...τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, εκδοθέν από τον ίδιο προς την ανωτέρω εταιρία, για το ποσό των 15.892,85 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 2.860,71 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 18.753,56 ευρώ, εισπράττοντας το υπόλοιπο εναπομείναν οφειλόμενο από την προαναφερομένη συνεργασία του με την ανωτέρω εταιρία, ποσό των 2.376,30 ευρώ συν Φ.Π.Α. 2.860,71, ήτοι το συνολικό ποσό των 5.237 ευρώ, από το συνολικό ποσό των 18.753,56 ευρώ, ενόψει του ότι ο ίδιος είχε εισπράξει εντός του έτους 2002 το υπόλοιπο ποσό, με τους αναφερόμενους στο ανωτέρω τιμολόγιο (....) τρόπους (επιταγές και μετρητά), στη συνέχεια δε, παρέδωσε αυτό, ως όφειλε, ενόψει της πλήρους πλέον εξόφλησης της οφειλής της ως άνω εταιρίας προς αυτόν, στην αρμόδια υπάλληλο του λογιστηρίου της εν λόγω εταιρίας, Λ1, η οποία έθεσε, μετά από απαίτηση αυτού (κατηγορουμένου), επί του τιμολογίου τη σφραγίδα της εταιρίας και την υπογραφή της. Σημειώνεται, ότι για την εξόφληση του ως άνω συνολικού ποσού των 5.237 ευρώ, η μηνύτρια εταιρία εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... απόδειξη πληρωμής, στην οποία αναγράφεται ότι το εν λόγω ποσό δίδεται "για εξόφληση τιμ. Νο ...". Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, προφασιζόμενος ότι χτύπησε το κινητό του τηλέφωνο και ότι δεν είχε σήμα εντός του γραφείου, εξήλθε αυτού (γραφείου), παίρνοντας και το ανωτέρω τιμολόγιο, επί του οποίου εν αγνοία της ως άνω εταιρίας και χωρίς δικαίωμα συμπλήρωσε αυτό αναγράφοντας επ' αυτού: "ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ 17.622,50 ΕΝΤΟΣ 10 ΗΜΕΡΩΝ ΕΩΣ 9.12.02", έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι η μηνύτρια εταιρία του οφείλει το προαναφερόμενο ποσό των 17.622,50 ευρώ και με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους ότι δήθεν η ανωτέρω εταιρία του οφείλει το προαναφερόμενο ποσό στη συνέχεια δε, κάνοντας χρήση του εν λόγω νοθευμένου τιμολογίου, παρέδωσε αυτό στην ως άνω υπάλληλο, Λ1. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αδιαμφισβήτητα προέκυψαν από τις σαφείς και μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας,Ε1 (ανωμοτί) και της μάρτυρος κατηγορίας, Λ1, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ειδικότερα το Νο ...τιμολόγιο και την Νο ... απόδειξη πληρωμής, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) εγγράφου, με χρήση. Το αίτημα του κατηγορουμένου περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν την υπογραφή στο επίδικο τιμολόγιο την έθεσε η προαναφερόμενη υπάλληλος ή ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας, Ε1, καθώς και εάν η εν λόγω υπογραφή τέθηκε πριν ή μετά τη σφραγίδα της εταιρίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο. Τούτο δε, διότι εκδότης του επιδίκου τιμολογίου, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, μετά την παράδοση αυτού στην ανωτέρω υπάλληλο, το ξαναπήρε πίσω και προέβη στη νόθευση αυτού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Επομένως, είναι αδιάφορο, για τη γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου (τιμολογίου), αν η υπογραφή επ' αυτού τέθηκε από την ως άνω υπάλληλο ή τον προαναφερθέντα νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, όπως αδιάφορο είναι αν αυτή (υπογραφή) τέθηκε πριν ή μετά τη σφραγίδα της εταιρίας, οι οποίες (υπογραφή και σφραγίδα) τέθηκαν με μόνο προφανή σκοπό την απόδειξη της παράδοσης του εν λόγω τιμολογίου".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νοθεύσεως εγγράφου με χρήση, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων, ο οποίος ήταν και ο εκδότης του γνησίου τιμολογίου, νόθευσε αυτό, αναγράφοντας επ` αυτού την ως άνω φράση, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, σε χρόνο κατά τον οποίο το τιμολόγιο είχε μεν περιέλθει, σύμφωνα με τον προορισμό του, στην αρμοδία υπάλληλο του λογιστηρίου της εγκαλούσας Λ1, η οποία έθεσε σ` αυτό τη σφραγίδα της εταιρίας και την υπογραφή της, πλην αυτός, στιγμιαία, πήρε πάλι αυτό στα χέρια του και εξήλθε από το λογιστήριο, όπου και τέλεσε την πράξη. Εκτίθεται, ακόμη, ότι είχε σκοπό αυτός να παραπλανήσει τους τρίτους ότι η εταιρία εξακολουθούσε να του οφείλει το ποσό των 17.622,50 ευρώ, ότι το γεγονός αυτό είχε έννομες συνέπειες και ότι έκανε χρήση του νοθευμένου τιμολογίου, παραδίδοντάς το (πάλι) στην ως άνω υπάλληλο. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216§§ 1 και 2 ΠΚ (υπό στοιχ. Β αρ. 9, Γ και Δ αιτήσεως), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο αναιρεσείων παρέδωσε μεν το τιμολόγιο στην υπάλληλο του λογιστηρίου, πλην, προφασιζόμενος ότι χτυπούσε το κινητό του τηλέφωνο, το ξαναπήρε στα χέρια του και εξήλθε στιγμιαία από το γραφείο, όπου τέλεσε την πράξη της νοθεύσεως. Οπότε, δεν δημιουργείται, από τις παραδοχές αυτές, καμιά αντίφαση ως προς το αν ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται, είχε αποξενωθεί από το επίδικο τιμολόγιο ή εξακολουθούσε να το κατέχει και η περί του αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη. Η αιτίαση ότι δεν διευκρινίζεται ποιους "τρίτους" σκόπευε να παραπλανήσει ο αναιρεσείων και ότι η φερομένη ως παθούσα εταιρία, ως παραλήπτρια του τιμολογίου, δεν θεωρείται "τρίτη" είναι αβάσιμη, γιατί, πέραν του ότι και η εν λόγω εταιρία θεωρείται "τρίτη", για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο να κατονομάζονται ή να προσδιορίζονται οι τρίτοι, τους οποίους σκόπευε να παραπλανήσει ο αναιρεσείων με τη νόθευση του τιμολογίου και τη χρήση αυτού. Η αιτίαση (υπό στοιχ. Ε και Η αιτήσεως) ότι η φερομένη αναγραφή στο τιμολόγιο "ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ 17.622, 50 ΕΝΤΟΣ 10 ΗΜΕΡΩΝ ΕΩΣ 9/12/2002" αποτελεί, κατ` άρθρο 873 ΑΚ, αφηρημένη υπόσχεση καταβολής χρέους και αναγνώριση οφειλής, για το κύρος της οποίας η υπάλληλος που υπέγραψε στο τιμολόγιο έπρεπε να έχει εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρίας, πράγμα που δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση, είναι απαράδεκτη ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον δεν έγινε δεκτό ότι καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εγκαλούσας καμιά σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους από μέρους της τελευταίας, αλλά ο αναιρεσείων νόθευσε το ένδικο τιμολόγιο προς το σκοπό παραπλανήσεως των τρίτων και της εγκαλούσας ότι αυτή του όφειλε το παραπάνω ποσό. Για τον αυτό λόγο είναι απορριπτέα και η αιτίαση (υπό στοιχ. Ζ αιτήσεως) ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως αβάσιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, καθόσον δεν τίθεται ζήτημα κύρους δικαιοπραξίας, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει αυτός, αλλά νοθεύσεως του τιμολογίου και, επομένως, ορθά κρίθηκε ότι είναι αδιάφορο αν η υπογραφή στο τιμολόγιο τέθηκε από την υπάλληλο ή το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ή αν η υπογραφή τέθηκε πριν ή μετά τη σφραγίδα της εταιρίας. Η αιτίαση (υπό στοιχ. Θ αιτήσεως) ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, μεταξύ άλλων, ο φερόμενος ως εκδότης του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να μην ταυτίζεται με τον φερόμενο ως πλαστογράφο, αλλά να είναι τρίτο πρόσωπο, είναι αβάσιμη, γιατί, όπως αναφέρθηκε, η νόθευση του εγγράφου μπορεί να γίνει και από τον ίδιο τον εκδότη αυτού, υπό τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, οι οποίες συντρέχουν, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, εν προκειμένω (παράδοση του γνησίου τιμολογίου στην υπάλληλο της εγκαλούσας, στιγμιαία ανάληψη αυτού από τον εκδότη αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, χωρίς να έχει αυτός τέτοιο δικαίωμα, και νόθευση αυτού). Τέλος, ο αναιρεσείων, με τον, από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠοινΔ, υπό στοιχ. Β (αριθ. 1 - 8) λόγο της αιτήσεως, προτείνει ότι ερμηνεύθηκαν εσφαλμένα οι διατάξεις των άρθρων 12, 14 και 15 του π. δ. 186/1992 "ΚΩΔΙΚΑΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ" και συγκεκριμένα ότι η έκδοση και παράδοση από αυτόν του ενδίκου τιμολογίου στην εγκαλούσα ήταν υποχρεωτική κατά νόμο, ανεξαρτήτως πιστώσεως ή εξοφλήσεώς του και ότι στα υποχρεωτικώς αναγραφόμενα στο τιμολόγιο στοιχεία δεν εμπίπτει η θέση της σφραγίδας της επιχειρήσεως της παραλήπτριας εγκαλούσας και η υπογραφή της υπαλλήλου της, εν προκειμένω δε η σφραγίδα της εταιρίας και η υπογραφή του εκπροσώπου της ετέθη προς αναγνώριση του υπολοίπου χρέους της εγκαλούσας προς αυτόν, ως μονομερής δήλωση βουλήσεως της εγκαλούσας. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον ναι μεν η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ ΑΠ 3/1998), πλην η τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον ΚΒΣ δεν συνδέεται με την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νοθεύσεως του τιμολογίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια, ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, επί της ενοχής, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της ενοχής, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ.), για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο κατά σειράν α) στον εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου περί διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και την απαλλαγή του λόγω αμφιβολιών, β) στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη του άνω αιτήματος και την ενοχή του κατηγορουμένου και γ) στο συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος ανέπτυξε την υπεράσπιση και δήλωσε ότι εμμένει στο αίτημα του πελάτη του περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και ζήτησε να γίνει αυτό δεκτό, χωρίς, όμως, να προχωρήσει περαιτέρω και να ζητήσει την απαλλαγή του κατηγορουμένου. Αφού, λοιπόν, δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, πριν από την απαγγελία της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν δημιουργήθηκε καμιά ακυρότητα από το ότι αυτός περιορίσθηκε, μετά την ανάπτυξη της υπεράσπισης, να ζητήσει μόνο την παραδοχή του ως άνω αιτήματος, το οποίο, σημειωτέον, είχε προταθεί κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και ο εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να προτείνει επ` αυτού, και ο, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠοινΔ, υπό στοιχ. Α' λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, με την επίκληση και του άρθρου 6§3 της ΕΣΔΑ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 7206/2009) αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ` αριθ. 2298/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας "ΙΝΤΕΡΧΑΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ - οικοδομικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις" από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για νόθευση εγγράφου με χρήση. Στοιχεία του εγκλήματος. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΟλΑΠ 3/1998). Απόρριψη λόγων για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ΚΒΣ και του άρθρου 873 ΑΚ, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Απόρριψη λόγου για απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου πριν από την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1003/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1)Χ1 και 2)Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σκοπελίτη, περί αναιρέσεως της 313/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Με συγκατηγορούμενο τον ...
ο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Σεπτεμβρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1313/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, απαιτείται και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Αν όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι σαφής και ορισμένος κατά τα άνω και δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψή του, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Μεταξύ των ως άνω ισχυρισμών περιλαμβάνονται και εκείνοι που αφορούν στη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, οι οποίοι είναι ορισμένοι όταν παρατίθενται όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που προβλέπει την αντίστοιχη ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο αυτή είναι γνωστή στη νομική ορολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 313/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και συνολική χρηματική ποινή οχτώ χιλιάδων (8000) ευρώ ο καθένας, για προώθηση λαθρομεταναστών στη χώρα. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο συνήγορος των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων πρόβαλε ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπό τους ελαφρυντικών περιστάσεων. Ο ισχυρισμός που αφορά στον Χ2 έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "......A. Το ελαφρυντικό του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ συντρέχει στο πρόσωπό μου, καθόσον τόσο από το Δελτίο Ποινικού Μητρώου, όσο και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι στο παρελθόν δεν έχω τελέσει κανένα έγκλημα και ούτε προκύπτει οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή μου με τις διωκτικές αρχές και με την δικαιοσύνη. Είμαι υπήκοος Αλβανίας και ήρθα στην Ελλάδα το 1998, προκειμένου να εργαστώ και να μπορέσω να συντηρήσω την οικογένειά μου. Αμέσως μετά την είσοδό μου στην Ελλάδα κατέθεσα αίτηση και τα απαραίτητα δικαιολογητικά προκειμένου να αποκτήσω νόμιμη άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα. Αρχικά μου χορηγήθηκε η υπ' αριθ. ... προσωρινή άδεια την οποία, έκτοτε, ανανέωνα νόμιμα και εμπρόθεσμα. Τον Απρίλιο του 2004, κατέθεσα στο Δήμο ..., αίτηση και τα απαραίτητα δικαιολογητικά προκειμένου να μου χορηγηθεί έγκριση εισόδου για την σύζυγό μου ...και τα ανήλικο τέκνο μας .... Μετά την έγκριση εισόδου της συζύγου μου και του ανήλικου τέκνου μας, της χορηγήθηκε στις 25-5-2005, άδεια διαμονής για λόγους οικογενειακής συνένωσης και, έκτοτε, διαμένουμε μαζί στην οδό... στον ... . Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Ελλάδα πάντα εργαζόμουν σε διάφορα οικοδομικά έργα, επιδεικνύνοντας πάντα ιδιαίτερο ζήλο και προθυμία με αποτέλεσμα να μην μείνω ποτέ χωρίς εργασία, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να αποκερδαίνω από την εργασία μου σημαντικά οικονομικά οφέλη, όπως προκύπτει και από τα εκκαθαριστικά της μισθοδοσίας μου που προσκομίζω ενώπιόν Σας. Είμαι οικογενειάρχης, η δε οικογένειά μου αποτελείται από την σύζυγό μου ..., το ανήλικο τέκνο μας ... που γεννήθηκε το 2002 και φοιτά στην πρώτη τάξη του 28ου Δημοτικού Σχολείου και το μόλις 10 ημερών (23-5-2009) αβάπτιστο τέκνο μας. Η όλη διαγωγή μου μέχρι σήμερα ήταν άριστη και άμεμπτη και ουδέποτε έχω δώσει αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος μου, πολύ περισσότερο για συμμετοχή μου σε παράνομες δραστηριότητες. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου Σας, προκύπτει ότι συντρέχει η εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α', στο πρόσωπό μου, αφού μέχρι τον χρόνο τέλεσης της πράξης διήγαγα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Β. Το ελαφρυντικό του εδ. ε' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ συντρέχει στο πρόσωπό μου καθόσον μετά από αυτή την πράξη και παρότι θεωρούσα άδικη την καταδίκη μου συμμορφώθηκα πλήρως με την απόφαση, κατέβαλα άμεσα ένα σημαντικό κεφάλαιο στην αρμόδια ΔΟΥ και προέβην σε ρύθμιση για την καταβολή του υπολοίπου ποσού, ρύθμιση την οποία και τηρώ μέχρι σήμερα, δεν έχω υποπέσει σε οποιαδήποτε άλλη παράβαση, και έχω τεθεί στην διάθεση των αρχών και της Δικαιοσύνης.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, συντρέχει η εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε'".
Ο ισχυρισμός που αφορά τον Χ1 έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: Α. Το ελαφρυντικό του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ συντρέχει στο πρόσωπό μου, καθόσον τόσο από το Δελτίο Ποινικού Μητρώου, όσο και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι στο παρελθόν δεν έχω τελέσει κανένα έγκλημα και ούτε προκύπτει οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή μου με τις διωκτικές αρχές και με την δικαιοσύνη. Είμαι υπήκοος Αλβανίας και ήρθα στην Ελλάδα το 1998, προκειμένου να εργαστώ και να μπορέσω να συντηρήσω την μητέρα μου η οποία παρέμεινε στην Αλβανία. Αμέσως μετά την είσοδό μου στην Ελλάδα κατέθεσα αίτηση και τα απαραίτητα δικαιολογητικά προκειμένου να αποκτήσω νόμιμη άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα. Αρχικά μου χορηγήθηκε η υπ' αριθ. ..."Κάρτα Παραμονής Περιορισμένης Χρονικής Διάρκειας Αλλοδαπού" (Πράσινη Κάρτα) την οποία έκτοτε και ανανέωνα νόμιμα και εμπρόθεσμα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής στην Ελλάδα πάντα εργαζόμουν σε διάφορα οικοδομικά έργα, επιδεικνύοντας πάντα ιδιαίτερο ζήλο και προθυμία με αποτέλεσμα να μην μείνω ποτέ χωρίς εργασία, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να αποκερδαίνω από την εργασία μου σημαντικά οικονομικά οφέλη, όπως προκύπτει και από τα εκκαθαριστικά της μισθοδοσίας μου που προσκομίζω ενώπιόν Σας. Είμαι οικογενειάρχης, η δε οικογένειά μου αποτελείται από την σύζυγό μου ... και τον ανήλικο τέκνο μας ...που γεννήθηκε το 2007. Η όλη διαγωγή μου μέχρι σήμερα ήταν άριστη και άμεμπτη και ουδέποτε έχω δώσει αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος μου, πολύ περισσότερο για συμμετοχή μου σε παράνομες δραστηριότητες.... Β. Το ελαφρυντικό του εδ. ε' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ συντρέχει στο πρόσωπό μου καθόσον μετά από αυτή την πράξη και παρότι θεωρούσα άδικη την καταδίκη μου συμμορφώθηκε πλήρως με την απόφαση, κατέβαλα άμεσα ένα σημαντικό κεφάλαιο στην αρμόδια ΔΟΥ και προέβηκα σε ρύθμιση για την καταβολή του υπολοίπου ποσού, ρύθμιση την οποία και τηρώ μέχρι σήμερα, δεν έχω υποπέσει σε οποιαδήποτε άλλη παράβαση, και έχω τεθεί στην διάθεση των αρχών και της Δικαιοσύνης.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω συντρέχει η εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε'".
Τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων απέρριψε το Δικαστήριο με την ακόλουθη αιτιολογία: "πρέπει ..... να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των δεύτερου και τρίτου (δηλαδή του πρώτου και δεύτερου αναιρεσείοντος αντίστοιχα) περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών του προτέρου έντιμου βίου και μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθ. 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' ΠΚ), αφού ούτε από την κατάθεση του μάρτυρά τους, ούτε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε, πρώτον, ότι έζησαν μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, με αρκούντος του γεγονότος ότι ο δεύτερος έχει λευκό ποινικό μητρώο - κάτι που δεν συμβαίνει με τον τρίτο, ο οποίος έχει μία καταδίκη, από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καστοριάς, για ψευδή ανώμοτη κατάθεση - και δεύτερο, ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους". Όπως διατυπώθηκαν οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, ήταν αόριστοι κατά το σκέλος που αφορούν στο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, γιατί δεν περιέχουν περιστατικά που να μαρτυρούν καλή συμπεριφορά στην κοινωνία γενικά, για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν αρκεί το γεγονός ότι κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες ένα μέρος της επιβληθείσης σ' αυτούς χρηματικής ποινής και ρύθμισαν την καταβολή του υπολοίπου, ούτε αρκεί η επίκληση ότι έχουν τεθεί στη διάθεση των αρχών και της Δικαιοσύνης. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του σκέλους αυτού των ισχυρισμών και εκ περισσού διέβαλε την προαναφερθείσα αιτιολογία. Αντίθετα οι εν λόγω ισχυρισμοί ήταν ορισμένοι κατά το σκέλος που αφορούν στον ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ και το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή τους.
Εν προκειμένω, η ως άνω αιτιολογία που διέλαβε για τον δεύτερο αναιρεσείοντα είναι η κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, γιατί περιέχει περιστατικό και συγκεκριμένα την ποινική καταδίκη, ως στοιχείο μη έντιμης ατομικής ζωής. Για τον πρώτο όμως αναιρεσείοντα, η αιτιολογία δε είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, γιατί δεν αναφέρεται κάποιο αρνητικό περιστατικό που να αφορά σε κάποιον από τους τομείς της ζωής αυτού και να μαρτυρεί μη έντιμη ζωή. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, που αφορά σε αναιτιολόγητη απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος για τον αναιρεσείοντα Χ1 και βάσιμος για τον αναιρεσείοντα Χ2 κατά το μέρος που αφορά στο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ και αβάσιμος κατά το μέρος που αφορά στο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Χ1 να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Χ2 κατά το μέρος που αφορά στο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ, καθώς και ως προς τις επιβληθείσες σ' αυτόν ποινές και την συνολική ποινή, αν συντρέξει περίπτωση νέας επιμετρήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τον αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ). Τέλος πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα Χ1 τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 6/4-9-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 313/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Επιβάλλει στον ανωτέρω αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 και κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ, καθώς και ως προς τις επιβληθείσες στον αναιρεσείοντα ποινές και η συνολική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθ. 5/4-9-2009 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντος, για αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυτοτελείς ισχυρισμοί περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων. Στοιχεία που πρέπει να περιέχουν για να είναι ορισμένοι και να έχει το δικαστήριο υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Κρίση για αοριστία ισχυρισμών μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμού πρότερου έντιμου βίου για τον δεύτερο αναιρεσείοντα και αναιτιολόγητη απόρριψη για τον πρώτο αναιρεσείοντα. Αναιρείται κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίπτονται κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 1002/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο, περί αναιρέσεως της 43977/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Αυγούστου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 12 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1272/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 501 Κ.Π.Δ., "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε ως παρ. 4 με το άρθρο 13 παρ. 8 του ν. 1941/1991 και αριθμήθηκε ως παρ. 3 με το άρθρο 48§2 του ν. 3160/2003, "εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 370 εδ. β' και γ', το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση που ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του προς υποστήριξη της εφέσεως του, το εφετείο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσης ή κήρυξης απαράδεκτης της ποινικής δίωξης, ερευνά αν ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε και απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Προηγούμενη έρευνα, στην περίπτωση αυτή, του παραδεκτού της ασκήσεως της εφέσεως δεν απαιτείται. Μόνο εάν το εφετείο διαπιστώσει ότι συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης διότι έχει γίνει παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης ή έχει γίνει ανάκληση της ή έχει αμνηστευθεί η πράξη ή έχει παραγραφεί το αξιόποινο της ή ο κατηγορούμενος - εκκαλών έχει πεθάνει, ή περίπτωση κήρυξης της ποινικής δίωξης απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου ή έλλειψης της έγκλησης, αίτησης ή άδειας που απαιτείται για τη δίωξη, οφείλει να ερευνήσει αν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αν δηλαδή είναι παραδεκτή και, σε καταφατική περίπτωση, παρά την απουσία του εκκαλούντος, προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως, με την οριστική παύση ή την κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης. Περαιτέρω, αν ο εκκαλών έχει καταδικασθεί πρωτοδίκως για περισσότερες πράξεις είτε κατά συρροή είτε κατ' εξακολούθηση και ορισμένες από αυτές, κατά το χρόνο εκδικάσεως της εφέσεως, έχουν παραγραφεί, το εφετείο και πάλι θα ερευνήσει το παραδεκτό της εφέσεως στο σύνολο της και όχι μόνο σε σχέση με τις πράξεις που έχουν παραγραφεί και είτε θα την απορρίψει ως απαράδεκτη είτε, αν αυτή έχει ασκηθεί παραδεκτά, θα παύσει, παρά την απουσία του εκκαλούντος, οριστικά την ποινική δίωξη για όσες πράξεις έχουν παραγραφεί και θα απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη για τις λοιπές. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν η κατοικία του είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή, και, στην περίπτωση αυτή, η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α' προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ.1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία, κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ, στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. (Ολ. ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεως του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 43977/29.5.2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 11100/2007 του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου προς υποστήριξη αυτής, κατά της υπ' αριθ. 34322/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατά συρροή, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών ετών και έξι μηνών. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της, είχε προβάλει ότι "το πρώτο έλαβε γνώση προ τεσσάρων (4) ημερών της ανωτέρω απόφασης, διότι τόσο η κλήση την 1.2.2002 όσο και η εκκαλουμένη απόφαση στις 24.11.2004 κοινοποιήθησαν ως αγνώστου διαμονής στη δ/νση ... από την οποία έχει μετοικήσει πλέον της 15ετίας και το κρίσιμο διάστημα διέμενε από ετών στην γνωστή στις αρχές δ/νση επί της οδού ... και με την πτωχεύσασα το 1994 εταιρία δεν είχε επαφές από το 1989 και οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται έλαβαν χώρα από 30/4/01 έως 31/5/01". Δηλαδή, είχε προβάλει, με την έφεση του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής". Δεν αναφέρει, όμως στην έφεση αυτή ο κατηγορούμενος αν την ανωτέρω φερόμενη ως τελευταία γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει κατά οποιοδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, κατά λέξη, τα εξής: "Όπως προκύπτει από την από 24-11-2004 έκθεση επιδόσεως του Αρχ/κα ..., η με αρ. 34322/2002 ερήμην απόφαση του Μ. Πλημ. Αθηνών εκκαλουμένη επιδόθηκε στον εκκαλούντα Χ1 στις 24-11-2004, ως αγνώστου διαμονής, νομοτύπως κατ' αρθ. 156 ΚΠΔ. συντάχθηκε δε το αποδεικτικό κατ' αρθ. 161§§1, 2 ΚΠΔ που έχει την ισχύ του αρθ. 162 ΚΠΔ, ενώ από την από 10-9-2007 έκθεση εφέσεως προκύπτει ότι δεν ασκήθηκε αυτή εντός 30 ημερών από της επιδόσεως (αρθ. 473§1 ΚΠΔ), αλλά εκπροθέσμως στις 10-9-2007 και για το λόγο αυτό πρέπει η έφεση να απορριφθεί κατ" αρθ. 476§1 ΚΠΔ ως απαράδεκτη...".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με δεδομένο ότι οι αξιόποινες ως άνω πλημμεληματικές πράξεις είχαν χρόνο τελέσεως, κατά την εκκαλουμένη απόφαση, το χρονικό διάστημα από 30.4.2001 μέχρι 31.5.2001 και, επομένως, αυτές που είχαν τελεσθεί μέχρι τις 28.5.2001 είχαν παραγραφεί κατά τη συζήτηση της ως άνω εφέσεως, γιατί ήδη είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας (άρθρα 111§3, 112, 113§3 εδ. α ΠΚ), αφού έκρινε προηγουμένως ότι ο εκκαλών είχε κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ορθά δεν απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, λόγω της απουσίας του εκκαλούντος, αλλά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προχώρησε στην έρευνα του παραδεκτού αυτής και την απέρριψε, με την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως εκπρόθεσμη, έστω και αν ορισμένες πράξεις δεν είχαν παραγραφεί ακόμη (του χρονικού διαστήματος από 29 μέχρι 31.5.2001). Για να καταλήξει δε στην απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, εξέτασε το νομότυπο της επιδόσεως της εκκαλουμένης στον αναιρεσείοντα ως άγνωστης διαμονής και ορθά, κατά τα προαναφερθέντα, έκρινε ότι αυτός ήταν άγνωστης διαμονής, ότι νομίμως του επιδόθηκε η εκκαλουμένη και ότι αυτός δεν άσκησε έφεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Η' και Α' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος και τρίτος), με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να μην απορρίψει την έφεση του ως ανυποστήρικτη, να μην ερευνήσει τους ισχυρισμούς του για το εκπρόθεσμο της εφέσεως του και την ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης ως αγνώστου διαμονής και, τέλος, να μη παύσει οριστικά την κατ' αυτού ποινική δίωξη για τις πράξεις, για τις οποίες έχει καταδικασθεί, λόγω παραγραφής, αλλά να προχωρήσει στην απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, υπερέβη την εξουσία του, ενώ επήλθε και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Εξάλλου, κατ' άρθρο 476§2 ΚΠΔ, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, προσβάλλεται, όπως αναφέρθηκε, μόνο με αίτηση αναιρέσεως για οποιονδήποτε λόγο από τους μνημονευόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, οι οποίοι, όμως, πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της εφετειακής αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη και όχι σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως ή σε άλλα άσχετα με την απορριπτική αυτή κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους προσθέτους λόγους της αιτήσεως, υποστηρίζει ότι η πρωτόδικη απόφαση περιέχει τις αναφερόμενες πλημμέλειες ως προς τις παραδοχές της, ενώ δεν εφαρμόσθηκαν ορθά οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, στις οποίες το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, να θεραπεύσει τις πλημμέλειες και να διαπιστώσει την ανάγκη εφαρμογής των επιεικέστερων διατάξεων του άρθρου 34§1 του ν. 3220/2004 αντί αυτών που εφαρμόσθηκαν, μη πράττοντας δε αυτό, υπερέβη την εξουσία του. Οι λόγοι αυτοί είναι, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτοι και απορριπτέοι, γιατί αναφέρονται όχι σε πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, αλλά σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως, τις οποίες, άλλωστε, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να ελέγξει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού η έφεση ήταν απορριπτέα για τυπικό λόγο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και οι, παραδεκτώς ασκηθέντες με το από 12.2.2010 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αυτής, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 71/4 Αυγούστου 2009 αίτηση του Χ1 μετά των από 12.2.2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ αριθ. 43977/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Αν ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του προς υποστήριξη της εφέσεως του, το εφετείο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσης ή κήρυξης απαράδεκτης της ποινικής δίωξης, ερευνά αν ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε και απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Μόνο αν το Εφετείο διαπιστώσει ότι συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης κ.λ.π., οφείλει να ερευνήσει αν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αν δηλαδή είναι παραδεκτή. Αν ο εκκαλών έχει καταδικασθεί πρωτοδίκως για περισσότερες πράξεις είτε κατά συρροή είτε κατ' εξακολούθηση και ορισμένες από αυτές, κατά το χρόνο εκδικάσεως της εφέσεως, έχουν παραγραφεί, το εφετείο και πάλι θα ερευνήσει το παραδεκτό της εφέσεως στο σύνολο της και όχι μόνο σε σχέση με τις πράξεις που έχουν παραγραφεί και είτε θα την απορρίψει ως απαράδεκτη είτε, αν αυτή έχει ασκηθεί παραδεκτά, θα παύσει, παρά την απουσία του εκκαλούντος, οριστικά την ποινική δίωξη για όσες πράξεις έχουν παραγραφεί και θα απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη για τις λοιπές. Ποιος θεωρείται άγνωστης διαμονής. Ποιος θεωρείται τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη για να είναι αιτιολογημένη. Στην έννοια της ανώτερης βίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και απόλυτη ακυρότητα γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερεύνησε το παραδεκτό της εφέσεως του μη εμφανισθέντος αναιρεσείοντος και την απέρριψε ως εκπρόθεσμη και όχι ως ανυποστήρικτη, δεν έπαυσε δε οριστικά την ποινική δίωξη κατ' αυτού λόγω παραγραφής. Οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της εφετειακής αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη και όχι σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως ή σε άλλα άσχετα με την απορριπτική αυτή κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου θέματα. Απόρριψη προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1001/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρήστο Μυλωνόπουλο, Αντώνιο Φούσα και Εμμανουήλ-Μηνά Σταύρου, και 2) Ξ, κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 464-465/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ιδιωτική κλινική με την επωνυμία ... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεόδωρο Ζευκιλή, Σταύρο Ψαρίκογλου και Ιωάννη Καραγκούνη. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Ιουνίου και 1η Ιουλίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως και στα από 3 Φεβρουαρίου 2010 και 12 Φεβρουαρίου 2010 δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1097/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 509§2 εδ. α ΚΠοινΔ, "εκτός από τους λόγους που αναφέρονταν στην έκθεση για την αναίρεση (άρθρο 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2), μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στο γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται· αν δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι". Η προθεσμία των 15 ημερών, στην οποία, κατ' άρθρο 168§1 εδ. β ΚΠΔ, δεν υπολογίζεται η ημέρα καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, και η ημέρα συζητήσεως έχει σκοπό την προπαρασκευή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των άλλων διαδίκων που μετέχουν στη συζήτηση της αναιρέσεως, προκειμένου να αποκρούσουν ή να υποστηρίξουν, ανάλογα με το έννομο συμφέρον τους, τους προσθέτους λόγους. Αν, λοιπόν, η τελευταία ημέρα κατά την οποία έπρεπε να κατατεθεί το δικόγραφο των προσθέτων λόγων συμπέσει με εξαιρετέα ή Σάββατο, τότε αυτό πρέπει να κατατεθεί την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα και όχι την επόμενη, γιατί, διαφορετικά, η 15νθήμερη προθεσμία, την οποία ήθελε ο νομοθέτης να παρεμβάλλεται μεταξύ καταθέσεως των προσθέτων λόγων και συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, θα είναι μειωμένη κατά μία ή περισσότερες ημέρες. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (3.3.2010), συζητήθηκαν οι από 30.6.2009 (με αριθ. πρωτ. ...) και από 1.7.2009 (με αριθ. πρωτ. 5491/2009) αιτήσεις των Χ και Ξ αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 464 - 465/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο αναιρεσείων Χκατέθεσε στη Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 16.2.2010 το από 3.2.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων. Όμως, αυτό έπρεπε να κατατεθεί το αργότερο στις 15.2.2010, ώστε μεταξύ της καταθέσεως και της συζητήσεως των αιτήσεων να παρεμβάλλονται, σύμφωνα με το ημερολόγιο του οποίου γίνεται χρήση, 15 ημέρες και, επειδή η τελευταία ημέρα, κατά την οποία έπρεπε να γίνει η κατάθεση, (η 15.2.2010) ήταν ημέρα εξαιρετέα (Καθαρά Δευτέρα), η κατάθεση έπρεπε να γίνει, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα (Παρασκευή, 12.2.2010). Εφόσον, λοιπόν, δεν τηρήθηκε η νόμιμη προθεσμία, οι πρόσθετοι λόγοι του ως άνω αναιρεσείοντος πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη που προαναφέρθηκε, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Κατά τα λοιπά, οι αιτήσεις μετά των από 12.2.2010 προσθέτουν λόγων αυτής του Ξ ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2145/1993, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ. 1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης η της ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84. Κατά τη διάταξη, όμως, του άρθρου 66 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η πολιτική αγωγή που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με την πολιτική διαδικασία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 71 του π. δ. 30/1996 "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης" και 106 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι ο Νομάρχης και τα μέλη του Νομαρχιακού Συμβουλίου, δεν ευθύνονται αστικώς έναντι των τρίτων, ήτοι έναντι εκείνων που ζημιώθηκαν αμέσως από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις τους, που τελέσθηκαν από δόλο ή βαριά αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και τη διενέργεια συναφών προς αυτά πράξεων ή παραλείψεων τους, αλλά υπέχουν ευθύνη μονό έναντι της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, η οποία αποτελεί, κατ' άρθρο 1 του ως άνω π. δ/τος, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, για την αποζημίωση, την οποία κατέβαλε αυτή ή υποχρεούται να καταβάλει στον αμέσως από το αδίκημα παθόντα για αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, την οποία τέλεσε νομάρχης ή νομαρχιακός σύμβουλος, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη και μόνο της κατά του κατηγορουμένου νομάρχου ή νομαρχιακού συμβούλου κατηγορίας, ενώ τις αστικές απαιτήσεις του (για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση) θα εισάγει στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Αν το τελευταίο εκδώσει οριστική απόφαση επί της αγωγής του ζημιωθέντος (είτε απορρίπτον είτε δεχόμενο εν όλω ή εν μέρει αυτήν), ο δικαιούχος της αξιώσεως δεν μπορεί, πλέον, να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Και γίνεται μεν δεκτό ότι η πολιτική αγωγή που ασκείται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου έχει όχι μόνο αστικό, αλλά και ποινικό χαρακτήρα, αφού αποσκοπεί και στην υποστήριξη της κατηγορίας κατά του δράστη της εγκληματικής πράξης, εις τρόπον ώστε τυχόν εξόφληση της σχετικής απαιτήσεως μετά τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά την πρόοδο της ποινικής δίκης να μη ασκεί επιρροή στην ποινική λειτουργία της πολιτικής αγωγής και ο δικαιούχος να διατηρεί το δικαίωμα να παρίσταται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για την υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι υπήρχε ενεργός αξίωση κατά το χρόνο που εισάγεται αυτή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν έχει προηγηθεί οριστική απόφαση του πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου. Στην περίπτωση που ο πολιτικώς ενάγων είχε μεν ενεργό αξίωση κατά του αστικώς υπευθύνου κατά την πρωτοβάθμια ποινική δίκη και, στη συνέχεια, εκδόθηκε οριστική πολιτική απόφαση, δεν έχει δικαίωμα, πλέον, αυτός να παραστεί κατά του δράστη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ούτε προς υποστήριξη της κατηγορίας, αφού η αξίωση του έπαυσε να είναι ενεργός. Τέλος, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 464 - 465/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι αναιρεσείοντες, ο ... ως Νομάρχης και ο Ξ ως Νομαρχιακός Σύμβουλος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Πέλλας, κηρύχθηκαν ένοχοι παραβάσεως καθήκοντος σε βάρος της Ιδιωτικής Γενικής Κλινικής ... ΕΠΕ", πράξη που τέλεσαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, ανασταλείσα, ο καθένας μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, εμφανίσθηκε ο ..., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω Κλινικής, και δήλωσε ότι η τελευταία παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά των κατηγορουμένων για την υποστήριξη της κατ' αυτών κατηγορίας. Η αυτή δήλωση είχε υποβληθεί και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθ. 4067/2005 απόφαση του. Ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ξυπέβαλε ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, γιατί, εν τω μεταξύ, μετά, δηλαδή, την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως και πριν από τη συζήτηση των εφέσεων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 207/2008 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας, που προσκομίσθηκε στο ακροατήριο και αναγνώσθηκε, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας Κλινικής κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Πέλλας (την οποία, μάλιστα, άσκησε αυτή χωρίς να επιφυλαχθεί) και επιδικάσθηκε σ' αυτήν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί αυτή από τις ένδικες πράξεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, οπότε η τελευταία δεν είχε πλέον ενεργό αξίωση και δεν μπορούσε να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα ούτε προς υποστήριξη της κατά των κατηγορουμένων κατηγορίας. Το Δικαστήριο α πέρριψε την ένσταση με την αιτιολογία ότι: "...Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63, 65 παρ. 1 και 82 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος προβεί μετά τη δήλωση παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος, κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης ή της κατ' έφεση δίκης, σε καταβολή ή σε δημόσια κατάθεση του αξιούμενου από τον πολιτικώς ενάγοντα χρηματικού ποσού, ο πολιτικώς ενάγων διατηρεί το δικαίωμα να παρίσταται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου προς υποστήριξη της κατηγορίας (...). Τούτο πρέπει να γίνει δεκτό και στην περίπτωση κατά την οποία ο αμέσως ζημιωθείς από ποινικό αδίκημα ασκήσει αγωγή κατά του αστικώς υπευθύνου στα πολιτικά Δικαστήρια (στα οποία δεν συμμετέχει ο κατηγορούμενος) και έτσι εκδοθεί επ' αυτής οριστική απόφαση. Διότι άλλως θα αποδυναμούτο η θέση του παθόντος ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Το άρθρο 66 παρ. 1 Κ.Π.Δ. αναφέρεται στην περίπτωση που ο αμέσως ζημιωθείς άσκησε αγωγή ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων κατά του κατηγορούμενου (εναγομένου), το δε πολιτικό Δικαστήριο έχει κρίνει οριστικώς επ' αυτής, ότε το Ποινικό Δικαστήριο δεσμεύεται από την άνω απόφαση. Άλλως θα έκρινε επί του αυτού αντικειμένου (της πολιτικής αγωγής) για δεύτερη φορά, επί του ήδη κριθέντος θέματος.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι πρέπει να αποβληθεί η πολιτική αγωγή διότι η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας, ως αστικώς υπεύθυνης και ότι επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 207/2008 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθεί". Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον, κατά τη συζήτηση των εφέσεων των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 4067/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είχε ήδη εκδοθεί η ανωτέρω οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία κρίθηκε η αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας, η τελευταία δεν έχει πλέον ενεργό αξίωση κατά της αστικώς υπεύθυνης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Πέλλας και δεν νομιμοποιείτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα κατά των κατηγορουμένων, δεν ασκεί δε επιρροή το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται η πολιτικώς ενάγουσα, η αγωγή που απευθύνεται στο Διοικητικό Πρωτοδικείο δεν στρέφεται και κατά των τελευταίων ούτε το ότι η εν λόγω απόφαση έχει προσβληθεί με έφεση και, επομένως, δεν έγινε ακόμη τελεσίδικη, αφού ο νόμος (άρθρο 66§1 ΚΠΔ), για τον αποκλεισμό της εισαγωγής της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο, απαιτεί την έκδοση οριστικής και όχι τελεσίδικης αποφάσεως πολιτικού (ή διοικητικού δικαστηρίου). Κατά συνέπεια, το Πενταμελές Εφετείο που επέτρεψε την παράσταση της προαναφερόμενης Κλινικής ως πολιτικώς ενάγουσας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ και συνεπώς είναι βάσιμοι ο τέταρτος λόγος της πρώτης και ο τρίτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 139, 331, 333, 334 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κ.λ.π.) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική κρίση του, εκτός των αναφερομένων στο προοίμιό του αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, πρακτικών πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντων εγγράφων, απολογιών κατηγορουμένων), και στα εξής έγγραφα: α. Στην υπ' αριθ. 1788/17.1.2003 απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων Χ, ως τότε Νομάρχης, εξουσιοδοτούσε τον αναιρεσείοντα τότε Νομαρχιακό Σύμβουλο Ξ, κατ' άρθρο 62§1 π.δ. 30/1996, να υπογράφει με την ένδειξη "ΜΕ ΕΝΤΟΛΗ ΝΟΜΑΡΧΗ" όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στον τομέα Υγείας-Πρόνοιας, β. Στις από 13.1.2003 και 24.2.2003 αιτήσεις της εγκαλούσας προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας και τον Ιατρικό Σύλλογο Πέλλας, δεχόμενο ότι "με αιτήσεις της (από 13.1.2003 και από 24.2.2003) προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας και τον Ιατρικό Σύλλογο Πέλλας, η αιτούσα ζήτησε να παραμείνει επιστημονικός υπεύθυνος του ορθοπεδικού τμήματος της κλινικής ο ιατρός ... και του ωτορινιλαρυγγολογικού τμήματος ο ιατρός ..., οι οποίοι διεγράφησαν, κατόπιν αιτήσεων τους, από τον Ιατρικό Σύλλογο Πέλλας προκειμένου να εγγραφούν στον Ιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, γ. Στην υπ' αριθ. 155/18.3.2003 απόφαση του Ιατρικού Συλλόγου Πέλλας, δεχόμενο ότι "ο εν λόγω Ιατρικός Σύλλογος με τις υπ αριθ. 150 και 155 από 18.3.2003 αποφάσεις του (μόνο η πρώτη αναγνώσθηκε), γνωμοδότησε αρνητικώς επί των ως άνω αιτήσεων", δ. Στο διαβιβαστικό έγγραφο που συνοδεύει την υπ' αριθ. 702/12.6.2003 έκθεση ελέγχου των επιθεωρητών ..., δεχόμενο ότι "μάλιστα με το διαβιβαστικό έγγραφο που συνοδεύει την εν λόγω έκθεση, υπενθυμίζεται η σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 11 του Ν. 2920/2001, ευθύνη του Νομάρχη Πέλλας για την υλοποίηση των προτάσεων των επιθεωρητών και την πιστή εφαρμογή της παραπάνω νομοθεσίας", ε. Στο από 21.7.2003 έγγραφο (αίτηση) της εγκαλούσας προς το Νομάρχη Πέλλας, δεχόμενο ότι "ταυτόχρονα υπέβαλε και υπεύθυνες δηλώσεις ιατρών του Νομού των αντίστοιχων ειδικοτήτων, με το από 21.7.2003 δε έγγραφο της (αίτηση της) ενημέρωσε το Νομάρχη και υπεύθυνο Υγείας (κατηγορουμένους) για την επαναλειτουργία των άνω τμημάτων της κλινικής με τους αυτούς επιστημονικά υπεύθυνους .... Και στ. στην από 23.1.2003 έκθεση των επιθεωρητών του Σ.Ε.Υ.Υ.Π., δεχόμενο ότι "όμως όλες οι εκθέσεις των επιθεωρητών του Σ.Ε.Υ.Υ.Π. ήταν θετικές για την άνω κλινική, πλην της από 23.1.2003 με την οποία οι Επιθεωρητές υπεδείκνυαν ορισμένες συμπληρώσεις στις ελλείψεις οι οποίες προφανώς καλύφθηκαν". Τα ως άνω έξι έγγραφα δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων της αποφάσεως ούτε του πρωτοβαθμίου ούτε του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεν αναφέρονται δε απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ούτε το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα ή από άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, για το οποίο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους. Επομένως, η λήψη τους υπόψη συνιστά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, και ο τρίτος λόγος της πρώτης και ο πρώτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχήν των ως άνω λόγων των αιτήσεων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε, μετά ταύτα, η έρευνα των λοιπών λόγων των αιτήσεων, καθώς και του προσθέτου λόγου της δεύτερης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους από 3/16.2.2010 προσθέτους λόγους αναιρέσεως του Χ.
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 30.6.2009 (με αριθ. πρωτ. 5448/2009) και από 1.7.2009 (με αριθ. πρωτ. 5491/2009) αιτήσεις των Χ και Ξ, αντιστοίχως, μετά των από 12.2.2010 προσθέτων λόγων του δεύτερου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 464 - 465/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 464 - 465/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση κατά νομάρχη και νομαρχιακού συμβουλίου για παράβαση καθήκοντος. Απαράδεκτοι πρόσθετοι λόγοι λόγω μη τηρήσεως της 15νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 509 § 2 ΚΠΔ. Τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας. Ο αμέσως ζημιωθείς από την αξιόποινη πράξη του νομάρχη ή του νομαρχιακού συμβούλου μπορεί να παραστεί στο ποινικό δικαστήριο μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας, ενώ τις αστικές απαιτήσεις του κατά της αστικώς υπεύθυνης νομαρχιακής αυτοδιοίκησης θα εισάγει στα διοικητικά δικαστήρια. Απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή της παθούσας, που εκδόθηκε μετά την πρωτόδικη καταδίκη των κατηγορουμένων, αλλά πριν από τη συζήτηση των εφέσεων. Η παθούσα δεν είχε πλέον ενεργό αξίωση κατά της αστικώς υπεύθυνης και δεν μπορούσε να παραστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγουσα κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων ούτε προς υποστήριξη της κατηγορίας. Απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παραστάσεως της πολιτικώς ενάγουσας. Απόλυτη ακυρότητα λόγω λήψης υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, τα οποία δεν αναφέρονται απλώς ιστορικά στο σκεπτικό ούτε το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Αναίρεση και παραπομπή.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Πολιτική αγωγή, Παράβαση καθήκοντος, Νομάρχης.
| 0
|
Αριθμός 995/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 και 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, υπηκόου ..., ήδη προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουλουβάρη, κατά της υπ'αριθμ. 30/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στη Δημοκρατία της Γεωργίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 6/29-12-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 55/2010. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να μην γίνει δεκτή η έφεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 451 παρ.1 του ΚΠΔ "μετά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών (με την οποία αυτό γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως), επιτρέπεται σ'αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και τον Εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση στο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερες ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον Γραμματέα Εφετών", στην οποία, όπως και στην έκθεση για κάθε ένδικο μέσο, πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως η κρινόμενη έφεση του εκκαλούντος εκζητουμένου Χ, ... υπηκόου, κατά της υπ'αριθμ.30/2009 απόφασης (Βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στις αρχές του Κράτους της Δημοκρατίας της Γεωργίας, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως την 29η Δεκεμβρίου 2009 ενώπιον της αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία. Οι λόγοι της έφεσης (ότι ο εκκαλών δεν είναι ίδιος με το εκζητούμενο πρόσωπο, ότι δεν τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη και ότι δεν πρέπει να εκδοθεί, γιατί στην Ελλάδα κατοικούν η μητέρα του, η αδελφή του και η σύζυγός του), πλήττουν μέρος των διατάξεων της εκκαλούμενης απόφασης και επομένως η υπόθεση μεταβιβάζεται μόνο κατά το μέρος αυτό (άρθρο 502 παρ.2 ΚΠΔ) στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 του ΚΠΔ οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται (αν υπάρχει διεθνής σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Πολιτείας και του εκζητούντος Κράτους) από τις διατάξεις των άρθρων 437 επι του ίδιου Κώδικα, εφόσον αυτές δεν αντιτίθενται σ'εκείνες της σύμβασης ή για ζητήματα για τα οποία δεν προβλέπει η σύμβαση. Τα κράτη της Ελλάδας και της Δημοκρατίας της Γεωργίας έχουν υπογράψει και τα δύο και αποδεχθεί την "Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως", που υπογράφηκε στο Παρίσι την 13 Δεκεμβρίου 1957 και κυρώθηκε από την Ελλάδα (με επιφυλάξεις, για τις οποίες δεν πρόκειται), το έτος 1961 με το ν. 4165/1961, ισχύει δε και στη Δημοκρατία της Γεωργίας (επίσης με επιφύλαξη σε σχέση με το δεύτερο συμπληρωματικό πρωτόκολλο, για το οποίο δεν πρόκειται), από της 13ης Σεπτεμβρίου 2001 και οι διατάξεις της οποίας διέπουν κατά βάση το "δίκαιο της έκδοσης", μεταξύ του συνόλου σχεδόν των κρατών της Ευρώπης. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 της Σύμβασης αυτής, η έκδοση ενεργείται για πράξεις κολάσιμες από τους νόμους του αιτούντος Μέρους, καθώς και του Μέρους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση, οι οποίες τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους, ενώ κατά το άρθρο 12, η αίτηση εκδόσεως διατυπώνεται εγγράφως και υποβάλλεται δια της διπλωματικής οδού, προς υποστήριξη της δε προσάγονται: α') το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής καταδικαστικής απόφασης, είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως έχουσας την ίδια ισχύ, εκδιδόμενης κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος Μέρους, β') έκθεση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου τελέσεως τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή και οι οποίες πρέπει να εμφαίνονται, κατά το δυνατό ακριβέστερα και γ') αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη και αν αυτό δεν είναι εφικτό δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, ως και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητούμενου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυνάμενη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα αυτού. Τέλος κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της Σύμβασης, η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση για την έκδοση, αποβλέπει στη δίωξη του εκζητούμενου για τα πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί, εξαιτίας κάποιου από τους παραπάνω λόγους, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις (με τη Διεθνή Σύμβαση Schengen, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2514/1997, η έκδοση είναι επιτρεπτή και για ορισμένες φορολογικές παραβάσεις), αν αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και αν κατά τη νομοθεσία της αιτούσης χώρας ή εκείνης προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση, χώρησε παραγραφή της πράξεως. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εν όψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, συνάγεται με σαφήνεια, ότι σε περίπτωση εκδόσεως αλλοδαπού, κατά τις διατάξεις της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως", ως κατηγορούμενου, πρέπει τα εγκλήματα για τα οποία αυτός διώκεται, να είναι αξιόποινα, τόσο κατά το νόμο του αιτούντος κράτους, όσο και κατά το νόμο του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας, ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους. Αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του εκζητούμενου, δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζονται, αφού τα στοιχεία αυτά δεν διαλαμβάνονται στην αναφερόμενη διάταξη, ούτε το Συμβούλιο που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, έχει την εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 450 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., το Συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της έκδοσης και αποφαίνεται, για το αν εκείνος που έχει συλληφθεί και δικάζεται, είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που εκζητείται (εκείνο δηλαδή του οποίου ζητείται η έκδοση), υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα, το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικαστεί, είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και αν έχει προκύψει λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, γνωμοδότησε με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.30/2009 απόφασή του (Βούλευμα) και κατά παραδοχή αιτήσεως του κράτους της Δημοκρατίας της Γεωργίας που υποβλήθηκε στις Ελληνικές Αρχές, με την υπ'αρ.10/159-01 και από 29-9-2009 ρηματικής διακοίνωση της Πρεσβείας της Γεωργίας στην Αθήνα, η οποία διαβιβάσθηκε με την υπ'αρ.πρ.135231 ΦΕΑ 1266 και με ημερομηνία 26-10-2009 παραγγελία του Υπουργείου Δικαιοσύνης-Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, υπέρ της εκδόσεως στις Αρχές του Κράτους της Δημοκρατίας της Γεωργίας του αναφερόμενου ... υπηκόου Χ, κατοίκου ... και κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., προκειμένου να δικασθεί για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, η οποία αναφέρεται στο από 14-6-2001 Βούλευμα (κατηγορητήριο) του Αναπληρωτού Εισαγγελέα της περιφέρειας ... και συγχρόνως αποφάνθηκε : α)ότι ο εκζητούμενος είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που είχε συλληφθεί και κρατείται, β)υπάρχουν όλα τα έγγραφα που απαιτούνται για την έκδοσή του, γ)το έγκλημα που του αποδίδεται, είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοσή του και δ)δεν υπάρχει λόγος που να εμποδίζει τη δίωξη ή να αποκλείει ή να εξαλείφει το αξιόποινο της πράξης του (άρθρο 438 στ. δ ΚΠΔ). Επιπλέον το ως άνω Συμβούλιο γνωμοδότησε υπέρ της αναβολής της εκδόσεως του εκζητουμένου, μέχρι της εκτίσεως της ποινής φυλάκισης των τεσσάρων (4) ετών που του έχει επιβληθεί με την υπ'αριθμ.489-490/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ναυπλίου, ως προς το μέρος δε αυτό ο εκκαλών δεν προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση με την κρινόμενη έφεσή του.
Αφού όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται από το κράτος που υποβάλλει την αίτηση έκδοσης και τον εκζητούμενο και υπάρχουν στη δικογραφία, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και όσα εξέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο εκκαλών -εκζητούμενος και ο συνήγορός του, προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται, όπως αναφέρθηκε, προκειμένου να δικασθεί, για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Σε σχέση με την πράξη αυτή έχουν εκδοθεί από της Δικαστικές Αρχές της Δημοκρατίας της Γεωργίας και συνυποβλήθηκαν με την αίτηση έκδοσης, σε επίσημο αντίγραφο και επικυρωμένη μετάφραση: α)το από 14-6-2001 Βούλευμα (κατηγορητήριο) του Αναπληρωτή Εισαγγελέα της περιφέρειας ..., β)η από 14-6-2001 απόφαση του Δικαστή του Περιφερειακού Δικαστηρίου της περιφέρειας ..., με την οποία διατάσσεται η σύλληψη και η προσωπική κράτηση του εκζητουμένου και γ) το υπ'αριθμ. g 15.09.2009/35 και από 15-9-2009 γραπτό αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα της Γεωργίας που μετονομάσθηκε ήδη σε "Γραφείο του Επικεφαλής Εισαγγελέα της Γεωργίας" και είναι ενσωματωμένο στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Γεωργίας, στο οποίο αναφέρεται όλη η πορεία της υπόθεσης, τα στοιχεία της ταυτότητας του εκζητουμένου και υπάρχει: α)λεπτομερής έκθεση των συνθηκών τέλεσης της πράξης, β)το κείμενο των διατάξεων των άρθρων 108 και 71 του Ποινικού Κώδικα της Γεωργίας που προβλέπουν το αξιόποινο και την παραγραφή αυτής (ανθρωποκτονίας από πρόθεση). Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι ο εκζητούμενος περί την 14 π.μ. ώρα της 8ης Ιουνίου 2001 στο ... της περιφέρειας ... κατά της διάρκεια έντονων διαπληκτισμών και χειροδικίας με τον γείτονά του ... και ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος τον έπληξε με μαχαίρι σε διάφορα σημεία του σώματός του, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατός του στις 11-6-2001 σε νοσοκομείο της ... , όπου είχε μεταφερθεί μετά τον τραυματισμό του. Αιτία για την εν λόγω διαμάχη υπήρξε η γειτόνισσα τους και συγγενής του θύματος .... Επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε το από 14-6-2001 Βούλευμα (κατηγορητήριο) του Αναπληρωτή Εισαγγελέα της περιφέρειας ..., στο οποίο εκτίθενται αναλυτικά τα περιστατικά που στοιχειοθετούν το έγκλημα, για το οποίο διώκεται ο εκζητούμενος, ως και η από 14-6-2001 απόφαση του Δικαστή του Περιφερειακού Δικαστηρίου της περιφέρειας ... με την οποία διατάσσεται η σύλληψη και η προσωρινή κράτηση του εκζητουμένου. Η πράξη που αποδίδεται στον τελευταίο (ανθρωποκτονία από πρόθεση) προβλέπεται τόσο από το άρθρο 108 του Ποινικού Κώδικα της Γεωργίας όσο και από τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, κατά το άρθρο 299 αυτού και τιμωρείται με φυλάκιση από επτά (7) έως δέκα πέντε (15) έτη κατά το Γεωργιανό Ποινικό δίκαιο και με ισόβια κάθειρξη κατά το αντίστοιχο Ελληνικό δίκαιο, ενώ ο χρόνος παραγραφής της καθορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 του ... ΠΚ σε είκοσι πέντε (25) έτη ενώ κατά τον Ελληνικό ΠΚ σε είκοσι έτη από την τέλεση της πράξης (άρθρα 111 παρ.2 περ.α'και 112). Ο εκκαλών και συλληφθείς με την κρινόμενη έφεσή του, μαχόμενος για την παραδοχή της υποστηρίζει πρώτιστα ότι δεν είναι ο εκζητούμενος και ο φερόμενος ως κατηγορούμενος- δράστης της ως άνω ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Και ναι μεν το προμνημονευόμενο κατηγορητήριο του Αναπληρωτή Εισαγγελέα της Γεωργίας αναφέρει ως κατηγορούμενο για τον εν λόγω έγκλημα τον Χ που έχει γεννηθεί το 1982, ωστόσο το πρόσωπο αυτού ταυτίζεται με τον Χ που έχει γεννηθεί στις 13-5-1976, δεδομένου ότι από την αλληλογραφία των αστυνομικών υπηρεσιών INTERPOL Ελλάδος και ..., που υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι τα υπάρχοντα στη Γεωργία στοιχεία της ταυτότητας του πρώτου διασταυρώθηκων με τα στοιχεία του δευτέρου, που έχει σημανθεί από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών με αριθμ.φακέλου 1903945 (λόγω της τέλεσης απ'αυτόν στην Ελλάδα εγκλημάτων κακουργηματικής μορφής-διακεκριμένων κλοπών) και βρέθηκε ότι πρόκειται για το αυτό πρόσωπο. Ειδικότερα οι αρμόδιες αρχές της ... προσδιόρισαν ότι ο Χ είχε πλαστογραφήσει και χρησιμοποιήσει το διαβατήριο του συγγενούς του Χγια την έκδοση εγγράφων που τον αφορούσαν (βλ.σελ. 3 της επικυρωμένης μετάφρασης της προαναφερόμενης ρηματικής διακοίνωσης της Εισαγγελίας Γεωργίας). Πρέπει να επισημανθεί ότι ο εκκαλών όταν συνελήφθη και προσήχθει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών (Πειραιώς) δήλωσε ότι ονομάζεται Χκαι της NATELA, δεν αμφισβήτησε τα λοιπά στοιχεία της ταυτότητας του και ειδικότερα ότι δεν ονομάζεται και Χ αλλά μόνο ότι δεν επιθυμεί να εκδοθεί στις Αρχές της Γεωργίας.
Περαιτέρω , το ως άνω έγκλημα που αποδίδεται στον εκκαλούντα κατά τους Ελληνικούς Ποινικούς νόμους δεν είναι πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό και του τύπου και δεν διώκεται μόνο κατ'εγκληση αυτού που αδικήθηκε, ούτε από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοσή του ζητείται για λόγους πολιτικούς. Εξάλλου, ουδόλως πιθανολογείται ότι ο εκζητούμενος θα καταδιωχθεί από το εκζητούν Κράτος για διαφορετική πράξη από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση. Επιπλέον δεν συντρέχει λόγος που να εμποδίζει τη δίωξη και να αποκλείει και να εξαλείφει το αξιόποινο ούτε έχει λάβει χώρα παραγραφή της. Τέλος μόνο το περιστατικό της κατοικίας μελών της οικογενείας του εκζητουμένου στην Ελλάδα (μητέρας, αδελφής και συζύγου αυτού) δεν συνιστά λόγο παρεμπόδισης της έκδοσης αυτού για να δικασθεί στην ιδιαίτερη πατρίδα του για έγκλημα που φέρεται ότι τέλεσε σ'αυτήν, όπου θα ερευνηθεί και η ουσιαστική βασιμότητα της κατ'αυτού κατηγορίας. Γι'αυτό ο ισχυρισμός αυτού περι μη έκδοσης του στη ... λόγω των εντεύθεν υφισταμένων οικογενειακών υποχρεώσεων και αναγκών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ορθά δε απορρίφθηκε σιωπηρώς από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς που με την προσβαλόμενη απόφασή του(βούλευμα) δέχθηκε τα ίδια και γνωμοδότησε υπερ της εκδόσεως του εκκαλούντος δεν υπέπεσε σε νομικό ή πραγματικό σφάλμα και η έφεση αυτού, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ'ουσίαν την από 29 Δεκεμβρίου 2009 έφεση του εκζητουμένου Χ, υπηκόου της Δημοκρατίας της Γεωργίας, κατά της υπ'αριθμ.30/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2010. Eκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση Γεωργιανού υπηκόου στη Γεωργία για να δικασθεί ως υπαίτιος ανθρωποκτονίας από δόλο. Αμφισβήτηση ταυτότητας εκζητουμένου. Ισχυρισμός περί κατοικίας στην Ελλάδα μελών της οικογενείας του. Απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών του εκκαλούντος ως αβασίμων. Απόρριψη έφεσης στο σύνολό της κατά απόφασης (βουλεύματος) Συμβουλίου Εφετών που γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσής του.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 996/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 309/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 174/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 142/16-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγοντες την υπ'αριθμ. 985/16-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου.... κατά του υπ'αριθμ. 309/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, για τον οποίον παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, για να δικαστεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση κ.τ.λ., εκθέτομεν τα εξής: Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ., ως προς τα βουλεύματα, όπου ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοσή τους, ειδικά δε η προθεσμία για την αίτηση αναιρέσεως δεν αρχίζει πριν από τη λήξη της προθεσμίας για το ένδικο μέσο της εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το ανωτέρω βούλευμα, κατά του οποίου ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ασκήσει, κατά το άρθρο 478 Κ.Π.Δ., έφεση, επεδόθη σ'αυτόν στις 8-12-2009 (βλ. το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του Γραμματέως των Φυλακών ...). Κατ'αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε την 16-12-2009, ενώπιον του Διευθυντού των μνημονευθεισών Φυλακών, την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, δηλαδή άσκησε αυτήν πριν εκπνεύσει η προθεσμία της εφέσεως.Κατόπιν των ανωτέρω και κατ'εφαρμογήν των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 Κ.Π.Δ., η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 985/16-12-2009, ενώπιον του Διευθυντού των Φυλακών ..., ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του ..., κρατουμένου στις Φυλακές ..., κατά του υπ'αριθμ. 309/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, Και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 29 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αναστάσιος Κανελλόπουλος".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 473 § 1 ΚΠΔ, "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης....η προθεσμία για αίτηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας έφεσης". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν η αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος ασκηθεί πριν παρέλθει η νόμιμη προθεσμία για την άσκηση εφέσεως, αυτή απορρίπτεται, κατ' άρθρο 476 ΚΠΔ, ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 309/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για ανθρωποκτονία από πρόθεση, απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, οπλοχρησία και παράνομη είσοδο στη Χώρα. Αυτός, κατ' άρθρο 478 παρ. 1 ΚΠΔ, είχε δικαίωμα εφέσεως κατά του ανωτέρω βουλεύματος, το οποίο κοινοποιήθηκε σ' αυτόν την 8.12.2009 με επίδοση στον ίδιο. Η προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως έληγε στις 18.12.2009. Πλην, αυτός, πριν παρέλθει η εν λόγω προθεσμία και δη στις 16.12.2009, άσκησε την ένδικη υπ' αριθ. 985/16.12.2009 αίτηση αναιρέσεως. Επομένως εφόσον δεν έληξε η προς έφεση προθεσμία κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, η αίτηση πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να διαταχθεί η εκτέλεση του βουλεύματος, κατ' άρθρα 476 παρ.1, 485 παρ.1 εδ. β' και 513 παρ.1 ΚΠΔ, να επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα, (ο αντίκλητος δικηγόρος του οποίου ειδοποιήθηκε όπως προκύπτει από την από 16.4.2010 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, αλλά δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και την εκφώνηση της υποθέσεως), τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 985/16 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ' αριθ. 309/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εκτέλεση του ανωτέρω βουλεύματος. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαϊου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαϊου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για ανθρωποκτονία από πρόθεση κλπ. Απόρριψη της αιτήσεως ως απαράδεκτης γιατί ασκήθηκε πριν παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως (άρθρο 47 § 1 ΚΠΔ) -.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 1005/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ... και 2)Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράπτη, περί αναιρέσεως της 2283/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1, κάτοικο ..., 2)Ψ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόδουλο Τσακιρέλλη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Νοεμβρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1728/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 20.11.2009 και με αριθ. πρωτ. 9080 και 9079/2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ` αριθ. 2283/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω, η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από εκούσια ανάληψη της υποχρέωσης παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 περ. ε' και παρ. 3 περ. στ' της Υ.Α. 11/1984 (Β-931) "περί κανονισμού μεταλλευτικών και λατομικών εργασιών", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 26 του Ν. 1428/1984 "εκμετάλλευση λατομείων, αδρανών υλικών και άλλες διατάξεις", με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 162 του Ν.Δ/τος 210/1973 "περί Μεταλλευτικού Κώδικα", ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: ε) Όταν ο δρόμος περνάει πάνω από απόκρημνες περιοχές ή πρανή με επικίνδυνες κλίσεις ή βάθη, τα πλησιέστερα όρια του δρόμου πρέπει να απέχουν από το φρύδι του πρανούς, το λιγότερο 2 μ. για την περίπτωση συμπαγούς σταθερού πετρώματος και 4 μ. για όλες τις άλλες περιπτώσεις, στ) στις θέσεις εκκένωσης των οχημάτων σε εγκαταστάσεις σιλό ή χοανών τροφοδοσίας εγκαταστάσεων ή στην περίπτωση αποθέσεων σε πρανή και εφόσον δεν υπάρχει εξουσιοδοτημένο άτομο για την καθοδήγηση του οδηγού, πρέπει να υπάρχει ειδική βαθμίδα με ύψος το λιγότερο 40 ΣΜ. Η βαθμίδα αυτή πρέπει να καθαρίζεται τακτικά. Στις θέσεις εκκένωσης σε πλατείες απόθεσης, πρέπει να έχει διασφαλιστεί η σταθερότητα του δαπέδου.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (άρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2283/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που τελέσθηκε με παράλειψη, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, ανασταλείσα, τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρία, με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε.", ανέθεσε το έργο της κατασκευής των καθέτων αξόνων - οδικών κόμβων της Εγνατίας Οδού, στην εξωτερική περιφερειακή οδό της Θεσσαλονίκης, που αποτελούσε τμήμα του έργου "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ - ΤΜΗΜΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ από ΚΙ έως Κ4 (8.1/2/3)" στην Κοινοπραξία "Κ..... Ε. - ΑΛΤΕ ΑΤΕ - ΓΕΤΕΜ ΑΕ - ΕΛΤΕΡ ΑΤΕ". Στη συνέχεια, στις 6.9.2002, η πρώτη εκ των ανωτέρω εταιριών της ως άνω ανάδοχης Κοινοπραξίας απορροφήθηκε (κατόπιν συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως) από την εδρεύουσα στο ... ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", της οποίας Πρόεδρος ήταν, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ο πρώτος κατηγορούμενος, .... Η εν λόγω εταιρία για τις ανάγκες κατασκευής του έργου, που είχε αναλάβει, είχε εγκαταστήσει και λειτουργούσε, στο χώρο της εταιρίας "ΤΙΤΑΝ Α.Ε.", στη Νέα Ευκαρπία Θεσσαλονίκης, μονάδα θραύσης αδρανών υλικών - σπαστήρα (σπαστηροτριβείο) και συγκρότημα παραγωγής ασφαλτοσκυροδέματος. Με το υπ' αριθμ. ...συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών, ..., ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω απορροφηθείσης εταιρίας, ..., όρισε εργοταξιάρχη του εν λόγω έργου τον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ, στον οποίο μεταβιβάστηκαν οι αρμοδιότητες διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρίας, σχετικά με το εν λόγω έργο. Ο τελευταίος με προφορική συμφωνία όρισε τον τρίτο κατηγορούμενο, ..., ως υπεύθυνο εργοδηγό για την παρακολούθηση των εργασιών του συγκεκριμένου έργου και για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας. Στις 28.5.2003, ο εργαζόμενος στην εν λόγω εταιρία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ..., με ειδικότητα του οδηγού - χειριστού φορτηγού, τύπου DAMPER CAT 769 C, που είναι βαρύ όχημα - μηχάνημα μεταφοράς και εναπόθεσης πέτρινων όγκων και άλλων γαιωδών υλικών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ως άνω μηχάνημα, φόρτωσε αδρανή υλικά από το σημείο εξόρυξής τους, εντός του εργοταξίου, με σκοπό να τα μεταφέρει στην ευρισκόμενη σε απόσταση 20 περίπου μέτρων από το μηχάνημα του σπαστήρα των αδρανών υλικών (που εκείνη την ώρα δεν λειτουργούσε) υπαίθρια αποθήκη υλικών του εργοταξίου και να τα εναποθέσει σ' αυτήν. Η εναπόθεση έπρεπε να γίνει στην υπαίθρια αποθήκη, μέσω της ράμπας εκφόρτωσης, που βρισκόταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με τη χοάνη του σπαστήρα και σε απόσταση τουλάχιστον 4 μέτρων από το χείλος αυτής και στη συνέχεια με τη χρήση φορτωτή να ωθηθούν τα υλικά στο πρανές με μεγάλη κλίση (10 -12 μέτρων), που υπήρχε παραπλεύρως της χοάνης. Τούτο δε, έπρεπε να γίνει, προκειμένου να εξασφαλιστεί πλήρως η ασφάλεια του οδηγού του μηχανήματος, ο οποίος έπρεπε να κινηθεί υποχρεωτικά με την όπισθεν προς το χείλος της ράμπας, έχοντας περιορισμένη ορατότητα, δεδομένου ότι αυτό δεν είχε επισημανθεί κατάλληλα και δεν υπήρχε εντεταλμένος υπάλληλος για να τον καθοδηγεί, κατά την οπισθοπορεία του οχήματος που οδηγούσε. Αντί όμως, να εναποθέσει τα υλικά που μετέφερε στην υπαίθρια αποθήκη και σε απόσταση από το χείλος (φρύδι) της ράμπας κινήθηκε με την όπισθεν πλησίον του χείλους αυτής, με σκοπό να εναποθέσει τα υλικά απευθείας στο πρανές. Κατά τη στιγμή, όμως, που το όχημα πλησίασε στο χείλος, υποχώρησε το έδαφος και ανατράπηκε στο πρανές, με κατάληξη στη βάση αυτού. Αποτέλεσμα δε της πτώσης του ήταν να τραυματιστεί θανάσιμα ο ανωτέρω οδηγός του, υποστάς βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση και συγκεκριμένα μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά μετωποβρεγματικά με εικόνα εγκοελασμού και έντονο οίδημα δεξιού ημισφαιρίου, κάταγμα λιθοειδούς αριστερά και ινιακού οστού συστοίχως, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, κατάγματα πλευρών αριστερά και αιματουρία, εκδορές δεξιού μηρού και γόνατος και εκδορές αριστερού άκρου ποδός, εκ των οποίων τραυμάτων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του, στις 2.6.2003. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω νομική σκέψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εν λόγω ατύχημα και ο εντεύθεν θανάσιμος τραυματισμός του ανωτέρω οδηγού, ανεξάρτητα από την δική του αμελή συμπεριφορά, οφείλεται και σε συντρέχουσα μη συνειδητή αμέλεια του δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων (αναιρεσειόντων), δεδομένου ότι αυτοί, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από τις συγκεκριμένες παραλείψεις τους, οι οποίες τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω κατηγορούμενοι, έχοντες υποχρέωση, πηγάζουσα του μεν δευτέρου, από τις διατάξεις της αναφερόμενης στην ως άνω μείζονα σκέψη Υ.Α, καθώς και από το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο (πληρεξούσιο), με το οποίο ορίστηκε ως εργοταξιάρχης και υπεύθυνος μηχανικός, αλλά και ως εκπρόσωπος της εργολάβου του έργου και ανατέθηκαν σ' αυτόν όλες οι αρμοδιότητες της εν λόγω εταιρίας στα θέματα, που αφορούσαν στην εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, του δε τρίτου, από την προαναφερόμενη προφορική συμφωνία που συνήφθη μεταξύ αυτού και του δευτέρου κατηγορουμένου (εργοταξιάρχη του έργου), με την οποία αυτός ορίστηκε, ως εργοδηγός, υπεύθυνος για την παρακολούθηση των εργασιών του συγκεκριμένου έργου και την τήρηση των κανόνων ασφαλείας, παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την ασφάλεια του ως άνω θανόντος στην επικίνδυνη ζώνη, όπου αυτός εργαζόταν και ειδικότερα, δεν προέβησαν στην επισήμανση του συγκεκριμένου χώρου, ώστε αυτός να είναι ευκρινώς ορατός και αναγνωρίσιμος, ούτε φρόντισαν να δώσουν εντολή να μην εναποτεθούν τα υλικά απευθείας στο πρανές, αφού η χοάνη του σπαστήρα δεν λειτουργούσε την ημέρα του ατυχήματος, αλλά στην υπαίθρια αποθήκη και σε απόσταση ασφαλείας από το χείλος της ράμπας εκφόρτωσης, ούτε τοποθέτησαν άτομο επιφορτισμένο με την καθοδήγηση των οδηγών, κατά την οπισθοπορεία των οχημάτων που οδηγούσαν, ούτε, επί πλέον, μερίμνησαν για την κατασκευή σταθερού δαπέδου στο χείλος της ράμπας εκφόρτωσης, ώστε να γίνεται με ασφάλεια η εναπόθεση των υλικών στο πρανές. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι εν λόγω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο πρόκειται, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων να παρεμποδίσουν την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος και ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει αυτή, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του εργαζομένου στην ως άνω εταιρία ..., οι οφειλόμενες σε αμέλεια παραλείψεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, το είδος της αμελείας (μη συνειδητή), η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του αποτελέσματος, η οποία, όπως με επαρκή αιτιολογία γίνεται δεκτό, δεν αναιρέθηκε από την αμελή συμπεριφορά του θανόντος (συνυπαιτιότητά του), ότι αυτοί είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψουν το εγκληματικό αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του ανωτέρω, καθώς και ο επιτακτικός νομικός κανόνας, από τον οποίο πήγαζε η υποχρέωσή τους αυτή (η διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 περ. ε' και παρ. 3 περ. στ' της Υ. Α. 11/1984 (Β-931) "περί κανονισμού μεταλλευτικών και λατομικών εργασιών", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 26 του Ν. 1428/1984 σε συνδυασμό με το υπ` αριθ. ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Σαντοριναίου). Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγοι των αναιρέσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα: Η αιτίαση, με την επίκληση και των διατάξεων του άρθρου 6§3 εδ. α και β της ΕΣΔΑ, ότι απαραδέκτως διευρύνθηκε η κατηγορία και δη ότι στο κλητήριο θέσπισμα που κοινοποιήθηκε στους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους αναφερόταν ότι η παράλειψη λήψης των μέτρων ασφαλείας από μέρους αυτών συνίστατο στην παράβαση των διατάξεων των π. δ/των 17/1996 και 305/1996, ενώ, με την απόφαση, αποδόθηκε η νομική υποχρέωσή τους στην παράβαση διατάξεως άλλου νομοθετήματος (του άρθρου 39 παρ. 1 περ. ε' και παρ. 3 περ. στ' της Υ. Α. 11/1984), είναι αβάσιμη. Διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την παράβαση των ως άνω π. δ/των καταδικάσθηκε, με την υπ` αριθ. 2282/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης μόνο ο αρχικός κατηγορούμενος ... (όχι και οι αναιρεσείοντες), μετά δε την αναίρεση της αποφάσεως αυτής με την υπ` αριθ. 1850/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε ο ανωτέρω αθώος για την ανθρωποκτονία από αμέλεια και έπαυσε υφ` όρον η κατ` αυτού ποινική δίωξη για τις λοιπές πράξεις κατ` άρθρο 31§1 του ν. 3346/2005. Ορθά δε κρίθηκε, πλέον, κατ` επιταγήν της ειρημένης αποφάσεως του ΑΠ, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω υπ` αριθ. 2282/2007 απόφαση ακριβώς γιατί δεν προσδιόριζε από πού απέρρεε η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως των και τώρα αναιρεσειόντων για τη λήψη των μέτρων, τα οποία δεν έλαβαν και από τη σχετική παράλειψη επήλθε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ότι η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση απέρρεε από την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση, η οποία δεν απαιτείτο να αναφέρεται και στο κλητήριο θέσπισμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι τα πραγματικά περιστατικά και οι συνθήκες επελεύσεως του αποτελέσματος (θανάσιμου τραυματισμού του παραπάνω) δεν διαφοροποιήθηκαν. Τέλος, η αιτίαση ότι η κρίση του Τριμελούς Εφετείου ότι οι αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους παραλείψεις βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το δυσμενές αποτέλεσμα είναι λανθασμένη, αφού η βούληση του θύματος να υπερκεράσει τις οδηγίες τους και να ενεργήσει αυτόβουλα δημιούργησε ευθύνη αποκλειστικά δική του, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ, "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στους αναιρεσείοντες, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξαν και την προσωπικότητά τους, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών και, συγκεκριμένα, επί ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ότι συνέτρεχε και συνυπαιτιότητα του θανόντος, δεν χρειαζόταν. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το επί της ενοχής σκεπτικό της αποφάσεως, το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τη συνυπαιτιότητα του θανόντος στο θανάσιμο τραυματισμό του, πράγμα που λήφθηκε υπόψη και στην επιμέτρηση τις ποινής, όπως συνάγεται από την παραδοχή ότι, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, απέβλεψε, μεταξύ άλλων, και "στο βαθμό αμελείας των υπαιτίων".
Συνεπώς, ο τρίτος (τελευταίος) λόγος των αιτήσεων, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της ποινής, διότι δεν λήφθηκε υπόψη και η αμελής συμπεριφορά του θανόντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 20.11.2009 και με αριθ. πρωτ. 9080 και 9079/2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ` αριθ. 2283/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Ψ1και Ψ2 από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια, που τελέσθηκε με παράλειψη. Στοιχεία εγκλήματος. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων εργοταξιάρχη και υπευθύνου εργοδηγού. Αναφορά του επιτακτικού κανόνα από τον οποίο πηγάζει αυτή (υπουργικής αποφάσεως, η οποία δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται στο κλητήριο θέσπισμα). Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παραλείψεων και αποτελέσματος, ανεξαρτήτως της αμελούς συμπεριφοράς και του θύματος. Αιτιολογία επιμετρήσεως ποινής με την παραδοχή ότι, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, το δικαστήριο απέβλεψε, μεταξύ άλλων, και στο βαθμό αμελείας των υπαιτίων, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά ότι συνέτρεχε και συνυπαιτιότητα του θύματος. Απόρριψη λόγων αιτήσεων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1004/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεφάλα, 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αρβανίτη και 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Γιώτσα και Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 1333, 1363/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ4.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: α) στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως μετά των από 28 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτων λόγων, β) στην από 25 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως και γ)στην από 24 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως μετά των από 22 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτων λόγων, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1412/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Χ2, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση για τους Χ1 και Χ3 και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναίρεσής τους μετά των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 22.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7455/2009 αίτηση του Χ1 μετά των από 28.12.2009/19.1.2010 προσθέτων αυτής λόγων, 2) η από 25.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7453/2009 αίτηση του Χ2 και 3) η από 24.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7444/2009 αίτηση του Χ3 μετά των από 19/22.2.2010 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1333, 1363/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Η κατά τα άρθρα 93§ 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέ-σεως, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα α-νωτέρω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ` αριθ. 1333, 1363/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 6.5.2009, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του (αρχικού) συγκατηγορουμένου των αναιρεσειόντων Χ4, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ζήτησε αναβολή, κατ` άρθρο 349 ΚΠοινΔ, γιατί αφενός ο εντολέας του δεν είχε μεταχθεί από τις Φυλακές ..., όπου κρατείτο, λόγω απεργίας των σωφρονιστικών υπαλλήλων, και αφετέρου ο ίδιος (ο συνήγορος) δεν είχε λάβει γνώση της δικογραφίας. Ο Εισαγγελέας πρότεινε τη διακοπή για τη δικάσιμο της 12.5.2009, κατά την οποία το Δικαστήριο προτίθετο να διακόψει για την εκδίκαση των λοιπών υποθέσεων του πινακίου. Στη συνέχεια, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ3, Δημήτριος Γιώτσας δήλωσε ότι στις 12.5.2009 έπρεπε να παρασταθεί σε άλλο δικαστήριο στα Χανιά και ζήτησε και αυτός την αναβολή της δίκης.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε πάλι το λόγο, πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής του κατηγορουμένου Χ4 και τη διακοπή για τις 12.5.2009. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής με την αιτιολογία ότι: "... δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν σημαντικά αίτια που να δικαιολογούν την αναβολή της δίκης. Ειδικότερα η επικαλούμενη μη μεταγωγή του πρώτου κατηγορουμένου Χ4 από τις φυλακές ..., όπου κρατείται, μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη διακοπή της δίκης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ήδη η συζήτηση της υποθέσεως έχει αναβληθεί πέντε φορές για σημαντικά αίτια ...". Ακολούθως, διέκοψε για τη δικάσιμο της 12.5.2009, οπότε ο ως άνω κατηγορούμενος (Χ4) παραιτήθηκε από την έφεση και η δίκη προχώρησε κανονικά ως προς τους λοιπούς. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ1, με τον πρώτο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β και Δ ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως, πλήττει την παρεμπίπτουσα και συμπροσβαλλόμενη, κατ' άρθρο 504 § 4 ΚΠοινΔ, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής του ως άνω συγκατηγορουμένου του, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γιατί, με την απόρριψή του, παραβιάσθηκε η αρχή της ακροάσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, γιατί αφορά αίτημα που υπεβλήθη όχι από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, αλλά από συγκατηγορούμενο του, ο οποίος, κατά την μετά τη διακοπή δικάσιμο, παραιτήθηκε από την έφεση και, επομένως, έπαυσε να είναι διάδικος. Περαιτέρω, το Πενταμελές Εφετείο δεν απήντησε στο αίτημα που υπέβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ3 για αναβολή της δίκης λόγω κωλύματός του κατά τη δικάσιμο της 12.5.2009. Όμως, δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, γιατί το αίτημα, όπως είχε υποβληθεί, ήταν εντελώς αόριστο, αφού δεν προσδιοριζόταν σε ποιο δικαστήριο των Χανίων θα παρίστατο ο αιτών δικηγόρος και για ποια υπόθεση, ώστε να κριθεί αν δικαιολογείτο και άλλη (έκτη) αναβολή της δίκης ή διακοπή σε άλλη δικάσιμο. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεώς του, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως γιατί το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το ως άνω αίτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού, στη δικάσιμο της 12.5.2009, ο ειρημένος πληρεξούσιος δικηγόρος προσήλθε και εκπροσώπησε τον εντολέα του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για να είναι η απάτη κακούργημα πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή, όμως, της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του εγκλήματος κατά συνήθεια, απαιτείται οπωσδήποτε επανειλημμένη τέλεση αυτού, από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Δεν συντρέχει, λοιπόν, κατά συνήθεια τέλεση όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 187§3 ΠΚ, συμμορία είναι η ένωση με άλλον (δηλ. συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων) προς διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζόμενου κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρουμένου με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1333, 1363/2009 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κακουργηματικής απάτης (τους από αυτούς Χ1 και Χ3 κατ' εξακολούθηση) από κοινού και ένωσης για διάπραξη κακουργήματος (συμμορία), πράξεις που ο από αυτούς Χ2 τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 2 ετών και 3 μηνών, ανασταλείσα, τον Χ2 και καθείρξεως 6 ετών και 6 μηνών τον Χ1 και 6 ετών τον Χ3. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Το Σεπτέμβριο του έτους 2001 στην ... οι εδώ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι Χ2, Χ1 και Χ3, καθώς και ο αρχικά συγκατηγορούμενός τους Χ5, ως προς τον οποίο έχει χωρισθεί η δίκη, αποσκοπώντας να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, συγκρότησαν και εντάχθηκαν σε ένωση για τη διάπραξη του κακουργήματος της απάτης σε βάρος επιχειρήσεων, εταιρειών και ιδιωτών. Για την επίτευξη του σκοπού τους αυτού εμφανίζονταν ότι ενεργούσαν για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.", η οποία προηγουμένως είχε την επωνυμία "ΜΑΚΙΝΑ Α.Ε." και της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Χ5, στελέχη δε αυτής ήταν οι εδώ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι, ενώ ως μέλη εμφανίζονταν αναληθώς από τους κατηγορουμένους οι ... και ... . Για την επίτευξη του σκοπού τους αυτού διατηρούσαν πολυτελή γραφεία στην έδρα της πιο πάνω εταιρείας, στην οδό ... αριθ. 5, στην ... και στην οδό ... αριθ. 55-59, στην ..., καθώς και υποκατάστημα - αποθήκη στο δεύτερο χιλιόμετρο της οδού ...-..., όπου στη συνέχεια απέκρυπταν τα κινητά πράγματα που προέρχονταν από τις παράνομες δραστηριότητές τους. Κατά τις συναλλαγές τους χρησιμοποιούσαν πολυτελή αυτοκίνητα για τη μετακίνησή τους. Με τις μεθόδους αυτές αποκτούσαν την εμπιστοσύνη των θυμάτων τους και έτσι τους έπειθαν ευκολότερα ότι ήταν σοβαροί και οικονομικά εύρωστοι επιχειρηματίες που διατηρούσαν ανώνυμη εταιρεία με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, δραστηριότητα και φερεγγυότητα. Ειδικότερα ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ενεργώντας από κοινού με τον Χ5 και τον επίσης αρχικά κατηγορούμενο Χ6, ως προς τον οποίο επίσης έχει χωριστεί η δίκη, ήτοι κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εκπροσωπούμενη από τον Χ5 εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, στις 16-10-2001 στην ... εμφανίστηκε στην Ψ και της συστήθηκε ως Χ5, ανιψιός του Χ5, μαζί με τον τελευταίο και το Χ6, αφού δε την διαβεβαίωσε ότι η ανωτέρω εταιρεία είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της στη Γενική Τράπεζα, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας ένα αυτοκίνητο με στοιχεία κυκλοφορίας ..., μάρκας LAND ROVER, αντί του ποσού των 6.300.000 δραχμών. Έτσι την έπεισε να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στην πιο πάνω εταιρεία και να του παραδώσει αμέσως το προαναφερθέν αυτοκίνητο, να δεχθεί δε προς εξόφλησή του μία τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." με τον αριθμό ..., ποσού 18.500 ευρώ, πληρωτέα στη Γενική Τράπεζα. Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και ειδικότερα η πιο πάνω εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής στην προαναφερθείσα Τράπεζα, με αποτέλεσμα η ανωτέρω τραπεζική επιταγή να μην πληρωθεί και να σφραγισθεί, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του δευτέρου κατηγορουμένου η Ψ υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 6.300.000 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία του πωληθέντος και παραδοθέντος αυτοκινήτου, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων. Την πιο πάνω πράξη της απάτης ο δεύτερος κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής (διατήρηση πολυτελών γραφείων, διατήρηση αποθήκης για την απόκρυψη των παρανόμως αποκτώμενων κινητών, μετακινήσεις με πολυτελή αυτοκίνητα, εμφάνιση με ψεύτικο όνομα) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 ενεργώντας από κοινού με τον Χ5, ήτοι κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εκπροσωπούμενη από τον Χ5 εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος: α) Στα τέλη του έτους 2001 στην ... εμφανίστηκε στον ..., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "ΠΑΥΛΙΔΗΣ Α.Ε." και αφού τον διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας μάρμαρα αξίας 8.000.000 δραχμών. Έτσι τον έπεισε να πωλήσει στην ανωτέρω εταιρεία μάρμαρα αξίας 8.000.000 δραχμών και να του παραδώσει κατά τη σύναψη της συμφωνίας μάρμαρα αξίας 2.000.000 δραχμών, να δεχθεί δε προς εξόφλησή τους μία τραπεζική επιταγή ποσού 12.813 ευρώ, εκδόσεως της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.". Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς, αφού η πιο πάνω εταιρεία δεν είχε καμία δραστηριότητα, δεν ήταν φερέγγυα ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής, με αποτέλεσμα η πιο πάνω τραπεζική επιταγή να μην πληρωθεί και να σφραγισθεί, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του τρίτου κατηγορουμένου η εταιρεία "ΠΑΥΛΙΔΗΣ Α.Ε." υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 2.000.000 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων μαρμάρων, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων. β) Το Σεπτέμβριο του έτους 2001 εμφανίστηκε στον ..., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ Α. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ Α.Ε." μαζί με τον αρχικά κατηγορούμενο Χ5 και αφού την διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας έπιπλα αξίας 7.342.057 δραχμών. Έτσι τον έπεισε να πωλήσει στην ανωτέρω εταιρεία και να του παραδώσει έπιπλα αξίας 7.342.057 δραχμών και να δεχθεί προς εξόφλησή τους μία τραπεζική επιταγή με τον αριθμό ..., ποσού 7.783 ευρώ και μία τραπεζική επιταγή με τον αριθμό ... ποσού 3.900.000 δραχμών. Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και ειδικότερα η πιο πάνω εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, με αποτέλεσμα οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές να μην πληρωθούν και να σφραγισθούν, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του τρίτου κατηγορουμένου η εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ Α. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ Α.Ε." υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 7.342.057 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων. γ) Στις 5-12-2001, οδηγώντας ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW, εμφανίστηκε στον ΒΒ που διατηρούσε κατάστημα εμπορίας γεωργικών ελκυστήρων στο ... και του συστήθηκε ως Χ5, αφού δε τον διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας-ένα γεωργικό ελκυστήρα και μία φρέζα αξίας 1.433.700 δραχμών. Έτσι τον έπεισε να πωλήσει στην ανωτέρω εταιρεία και να του παραδώσει τα πιο πάνω μηχανήματα αξίας 1.433.700 δραχμών, να δεχθεί δε προς εξόφλησή τους μία τραπεζική επιταγή με τον αριθμό ..., ποσού 4.550.000 δραχμών, κομίστρια της οποίας ήταν η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.". Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς, αφού η πιο πάνω εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής, με αποτέλεσμα η πιο πάνω τραπεζική επιταγή να μην πληρωθεί και να σφραγισθεί, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του τρίτου κατηγορουμένου ο ΒΒ υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 1.433.700 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων μηχανημάτων, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων. Τέλος ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ3, ενεργώντας από κοινού με τον Χ5, ήτοι κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εκπροσωπούμενη από τον Χ5 εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος: α) Το Σεπτέμβριο του έτους 2001 εμφανίστηκε στον επιχειρηματία ΑΑ και του συστήθηκε ως Χ5, επιχειρηματίας, αφού δε τον διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας 40 κλιματιστικά μηχανήματα αντί τιμήματος 14.000.000 δραχμών για να τοποθετηθούν στο ξενοδοχείο "..." στην ... . Έτσι έπεισε τον ΑΑ να παραγγείλει τα παραπάνω κλιματιστικά μηχανήματα στον πωλητή ΓΓ και να εγγυηθεί στον τελευταίο την εξόφληση του τιμήματος τους δίνοντάς του δικές του επιταγές, στη συνέχεια δε να τα πωλήσει και να τα παραδώσει στην πιο πάνω εταιρεία και να δεχθεί προς εξόφλησή του τέσσερις τραπεζικές επιταγές εκδόσεως της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.", ήτοι μία με τον αριθμό Χ5, ποσού 9.100 ευρώ, πληρωτέα στη Γενική Τράπεζα, μία με τον αριθμό Χ5, ποσού 4.000.000 δραχμών, πληρωτέα στη Γενική Τράπεζα, μία με τον αριθμό ..., ποσού 15.847 ευρώ, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα και μία με τον αριθμό ..., ποσού 6.747 ευρώ, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα. Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και ειδικότερα η πιο πάνω εταιρεία δεν είχε οποιαδήποτε δραστηριότητα, δεν ήταν φερέγγυα, δεν είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, δεν είχε αναλάβει οποιοδήποτε έργο στο ξενοδοχείο "Ξ..." της ... ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής στις προαναφερθείσες Τράπεζες, με αποτέλεσμα οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές να μην πληρωθούν και να σφραγισθούν, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του τετάρτου κατηγορουμένου ο ΑΑ υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 14.000.000 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία του πωληθέντων και παραδοθέντων κλιματιστικών μηχανημάτων, το οποίο αυτός κατέβαλε στον ΓΓ, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων, β) Στα τέλη Νοεμβρίου του έτους 2001 εμφανίστηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "ΗΛΙΟΦΙΛ Α.Ε." και του συστήθηκε ως ΓΓ, εκπρόσωπος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.", αφού δε τον διαβεβαίωσε ότι η ανωτέρω εταιρεία είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας ένα αυτοκίνητο με στοιχεία κυκλοφορίας ..., μάρκας MERCEDES. Έτσι τον έπεισε να πωλήσει και να παραδώσει στην ανωτέρω εταιρεία το πιο πάνω αυτοκίνητο, να δεχθεί δε προς εξόφληση μέρους του τιμήματός του μία τραπεζική επιταγή με τον αριθμό ..., ποσού 15.261 ευρώ, εκδόσεως της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.", ενώ για το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος συνήφθη με το νόμιμο αντιπρόσωπο της εταιρείας "Ελληνικός Όμιλος Χρηματοδοτήσεων και Μισθώσεων Α.Ε." σύμβαση πωλήσεως για αγορά οχήματος με παρακράτηση κυριότητας. Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς, αφού η πιο πάνω εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής, με αποτέλεσμα η πιο πάνω τραπεζική επιταγή να μην πληρωθεί και να σφραγισθεί, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του τετάρτου κατηγορουμένου η εταιρεία "ΗΛΙΟΦΙΛ Α.Ε." υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 15.261 ευρώ, που αντιστοιχεί στο μέρος του τιμήματος του πωληθέντος αυτοκινήτου που έπρεπε να της καταβληθεί, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων. Όλες τις πιο πάνω επί μέρους πράξεις απάτης, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα, διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, προϋπόθεση που συντρέχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση (...) αλλά και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής (διατήρηση πολυτελών γραφείων, διατήρηση αποθήκης για την απόκρυψη των παρανόμως αποκτωμένων κινητών πραγμάτων, μετακινήσεις με πολυτελή αυτοκίνητα, εμφάνιση με ψεύτικα ονόματα) προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Επί πλέον οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πιο πάνω πράξεις της απάτης και κατά συνήθεια διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Και ναι μεν ήδη οι παθόντες, με τις καταθέσεις τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ή με έγγραφες σχετικές δηλώσεις τους οι οποίες ανεγνώσθησαν, αναιρώντας τα όσα υποστήριξαν με τις μηνύσεις τους και κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρίζονται τώρα ότι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι δεν είχαν δόλο και ότι ήσαν απλοί εργαζόμενοι τους οποίους παραπλάνησε ο εργοδότης τους Χ5. Όμως οι ανωτέρω καταθέσεις και δηλώσεις δεν κρίνονται πειστικές διότι δεν φαίνονται ανεπηρέαστες από το γεγονός ότι οι δηλούντες ήδη αποζημιώθηκαν από τους ανωτέρω κατηγορουμένους. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι οι τελευταίοι κατά τις συναλλαγές τους με τους περισσότερους από τους παθόντες χρησιμοποιούσαν ψεύτικα ονόματα μόνο έλλειψη δόλου δεν καταδεικνύει. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει οι ανωτέρω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς αξιόποινων πράξεων, ήτοι ο δεύτερος (Χ2) της απάτης κατ' επάγγελμα, από την οποία η ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οι τρίτος και τέταρτος (Χ1 και Χ3 αντίστοιχα) της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία η ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), όλοι δε της ενώσεως για διάπραξη κακουργήματος, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης και της ενώσεως προς διάπραξη κακουργήματος, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1 α, 27§1, 45, 94§1, 98, 187§3 και 386§§1 και 3 εδ. α ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: 1) Ως προς την απάτη: Παρατίθεται στην απόφαση α)ο σκοπός των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων να περιποιήσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτών παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, η εταιρία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ", στην οποία είχαν την ιδιότητα του στελέχους, είχε φερεγγυότητα και οικονομική επιφάνεια και ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στους λογαριασμούς της, από την οποία (παράσταση), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκαν οι άνω παθόντες και προέβησαν στην επιζήμια για τους ίδιους συμπεριφορά, ήτοι στην παράδοση των εμπορευμάτων που προαναφέρθηκαν και στη ζημία τους κατά την ειρημένη αξία αυτών και γ) βλάβη ξένης, ήτοι των παθόντων μηνυτών, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ως άνω παραπλανητικές ενέργειες των αναιρεσειόντων. Εκτίθεται, ακόμη, ότι καθένας από τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους ενήργησε από κοινού, ήτοι κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, με τον Χ5, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ", ο δε από αυτούς Χ2 και με τον Χ6. Αιτιολογούνται, ακόμη, πλήρως οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα (ως προς όλους) και κατά συνήθεια (ως προς τους Χ1 και Χ3) τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξεως, η οποία προσδίδει σ' αυτήν την κακουργηματική της μορφή, με την αναφορά τόσο της επανειλημμένης τέλεσής της, ως προς τους Χ1 και Χ3, όσο και την αναφορά στοιχείων που υποδηλώνουν ότι όλοι οι αναιρεσείοντες είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της (διατήρηση πολυτελών γραφείων, διατήρηση αποθήκης για την απόκρυψη των παρανόμως αποκτώμενων κινητών, μετακινήσεις με πολυτελή αυτοκίνητα, εμφάνιση με ψεύτικα ονόματα), καθώς και ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης από τους Χ1 και Χ3 προκύπτει σταθερή ροπή τους προς τέλεση του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Και 2) ως προς τη συμμορία παρατίθεται στην απόφαση ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ενώθηκαν με τον Χ5 για τη διάπραξη των κακουργημάτων της απάτης σε βάρος εταιριών και ιδιωτών. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της κυρίας αιτήσεως και πρώτος, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι του Χ1, πρώτος και δεύτερος (μοναδικοί) λόγοι της αιτήσεως του Χ2, δεύτερος λόγος της κυρίας αιτήσεως και δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι του Χ3, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 ότι δεν περιγράφονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα συγκεκριμένα σημεία των μαρτυρικών καταθέσεων και των αναγνωσθέντων εγγράφων, στα οποία βασίσθηκε το Δικαστήριο για να οδηγηθεί στην καταδικαστική, ως προς αυτόν, κρίση, είναι αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Παρά ταύτα, όμως, το Πενταμελές Εφετείο, αντέκρουσε αιτιολογημένα τις ενώπιόν του καταθέσεις ή τις έγγραφες δηλώσεις των παθόντων, που αναγνώσθηκαν, με τις οποίες αυτοί αναίρεσαν τα υποστηριζόμενα με τις μηνύσεις τους και τις πρωτόδικες καταθέσεις τους, ισχυριζόμενοι πλέον, ότι οι αναιρεσείοντες ήταν απλοί εργαζόμενοι, τους οποίους παραπλάνησε ο εργοδότης τους Χ5. Η αυτή αιτίαση, κατά το μέρος που πλήττει την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ιδίως της από 13.7.2007 δηλώσεως της μηνύτριας Ψ, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ3 (δεύτερος πρόσθετος λόγος) ότι το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχεται ότι αυτός με τον Χ5 συναποφάσισαν και τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, στη συνέχεια δέχεται ότι το Σεπτέμβριο του 2001 εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων στον επιχειρηματία ΑΑ και του συστήθηκε ως Χ5, στα τέλη δε Νοεμβρίου του 2001 εμφανίσθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ΗΛΙΟΦΙΛ ΑΕ και του συστήθηκε ως ΓΓ, εκπρόσωπος της εταιρίας ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΤΕ, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια αν μαζί με τον Χ5 ή μόνος του τέλεσε τις εν λόγω πράξεις, είναι αβάσιμη, καθόσον, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται, όπως αναφέρθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με τον Χ5, κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, πράγμα το οποίο αρκούσε για την πληρότητα της αιτιολογίας, χωρίς να ήταν αναγκαίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Τέλος, η αιτίαση του ιδίου (πέμπτος πρόσθετος λόγος) ότι, όσον αφορά την πράξη της ενώσεως προς διάπραξη κακουργήματος, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως παραπέμπει στο διατακτικό, χωρίς να διαλαμβάνει κανένα αποδεικτικό μέσο ή πραγματικό περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει ότι υπήρχε προσυνεννόηση ή από κοινού τέλεση των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων μετά των συγκατηγορουμένων του, είναι αβάσιμη, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, στην προκειμένη δε περίπτωση, το διατακτικό της αποφάσεως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του άρθρου 187§3 ΠΚ, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε καθίστατο περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς, "5. τα με αριθμ. θεώρησης ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... μισθωτήρια συμβόλαια, 6. ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας FIAT CREDIT HELLAS, 30. ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας από 15 - 1 - 2002, 31. σύμφωνο χορήγησης πρόσθετης πίστωσης από 15-1-2002, 42. ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μεταχειρισμένου αυτοκινήτου Ι.Χ. με παρακράτηση της κυριότητας από 3-12-01, 51. απόσπασμα σελίδας 4 φύλλου εφημερίδας Κυβερνήσεως τεύχους ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, 70. το από 1-12-1991 μισθωτήριο κατοικίας, 71. το από 30-8-2004 μισθωτήριο συμφωνητικό, 78. απόσπασμα ατομικού λογαριασμού ασφάλισης Α', Β' και Γ' τριμήνου 2004 και 80. φωτοαντίγραφο βιβλιαρίου εισφορών ΤΕΒΕ". Ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων είναι επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιά έγγραφα αναγνώσθηκαν, ενόψει μάλιστα της αριθμήσεως αυτών και του ότι άλλα έγγραφα με τον ίδιο αυτό προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους και στον αναιρεσείοντα Χ3, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά, δεν προέβαλε δε αυτός καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα παραπάνω. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ3, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη στήριξη της κρίσεώς του, και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο αυτός αναιρεσείων, με τον, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πρώτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεώς του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη μόρφωση της καταδικαστικής του κρίσεως, και όσα υποστήριξαν οι παθόντες με τις μηνύσεις τους, ενώ από τις τρεις, συνολικά, μηνύσεις αναγνώσθηκε μόνο η από 12.2.2002 τοιαύτη της εταιρίας "ΗΛΙΟΦΙΛ ΑΕ". Και ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, οι μηνύσεις των παθόντων αναφέρονται διηγηματικά στην απόφαση, το περιεχόμενο δε αυτών, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει από τις πρωτόδικες καταθέσεις τους, οι οποίες είναι ενσωματωμένες στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν και, επομένως, ορθώς λήφθηκαν υπόψη.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον σε σχέση με τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά και όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 §2 και 333 §2 Κ.Ποιν.Δ., στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορεί ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση να κάνει δεκτούς ή να απορρίψει αυτούς, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδί-ου Κώδικα, υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ με στοιχείο δ', ήτοι το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι Χ1 και Χ3 προέβαλαν, προφορικά, δια των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, τον αυτοτελή ισχυρισμό "να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 δ ΠΚ". Όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωσή του, ήταν παντελώς αόριστος και το Δικαστήριο, κατά τα ανωτέρω, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι: "Το αίτημα των κατηγορουμένων να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ Π.Κ. είναι απορριπτέο προεχόντως ως αόριστο, δεδομένου ότι αυτοί δεν επικαλούνται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του, εν πάση δε περιπτώσει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως δεν αποδείχτηκε ότι έδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επιχείρησαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεων τους. Το γεγονός ότι μετά την καταδίκη τους σε πρώτο βαθμό κατέβαλαν τα οφειλόμενα στους παθόντες δεν αποδεικνύει ειλικρινή μετάνοια αυτών αλλά προσπάθειά τους να επιτύχουν την αναστολή εκτελέσεως της εκκαλούμενης (βλ. την αναγνωσθείσα 1752/5-10-2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αναστολών Αθηνών για τον τέταρτο κατηγορούμενο Χ3) και γενικότερα να ελαφρύνουν τη θέση τους κατά την εκδίκαση της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό". Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως του Χ1 και τρίτος της αιτήσεως του Χ3, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως του Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι, ενώ ο Εισαγγελέας της έδρας πρότεινε να του αναγνωρισθεί το ως άνω ελαφρυντικό, το Δικαστήριο, κατά την απαγγελία της αποφάσεως, δεν μνημόνευσε την εισαγγελική πρόταση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να συμφωνήσει με την εισαγγελική πρόταση, ούτε, κατά μείζονα λόγο, να την μνημονεύσει στο σκεπτικό και να αιτιολογήσει την τυχόν αντίθετη προς αυτήν κρίση του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (κυρίου δικογράφου ή πρόσθετος) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις μετά των προσθέτων λόγων των πρώτης και τρίτης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ 1) την από 22.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7455/2009 αίτηση του Χ1 μετά των από 28.12.2009/19.1.2010 προσθέτων αυτής λόγων, 2) την από 25.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7453/2009 αίτηση του Χ2 και 3) την από 24.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7444/2009 αίτηση του Χ3 μετά των από 19/22.2.2010 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1333, 1363/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις μετά των προσθέτων λόγων των πρώτης και τρίτης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση αιτήσεων αναιρέσεως και δικογράφων προσθέτων λόγων. Καταδικαστική απόφαση για απάτη κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και για ένωση για διάπραξη κακουργήματος (άρθρο 187 § 3 ΠΚ). Στοιχεία εγκλημάτων. Έννοια "κατ' επάγγελμα", "κατά συνήθεια" και "από κοινού". Παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό. Απόρριψη λόγων από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ. Απόρριψη λόγου για έλλειψη αιτιολογίας και παραβίαση δικαιώματος ακροάσεως ως προς την απόρριψη αιτήματος για αναβολή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ ως απαραδέκτου για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, γιατί το αίτημα είχε υποβληθεί από συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος, ο οποίος, κατά την, μετά από διακοπή, συνεδρίαση, παραιτήθηκε από την έφεση. Ορθά το Πενταμελές Εφετείο δεν απάντησε σε αίτημα αναβολής, το οποίο υποβλήθηκε εντελώς αόριστα. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω λήψης υπόψη μη αναγνωσθέντων εγγράφων (τα οποία, όμως, αναφέρονταν διηγηματικά και το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε από τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως που αναγνώσθηκαν) και ορισμένων εγγράφων, που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 στοιχ. Δ΄ ΠΚ, ο οποίος, όμως, είχε προβληθεί εντελώς αόριστα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Οργάνωση εγκληματική, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1009/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κρατουμένου στις Φυλακές ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της 145/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς. Ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την ως άνω διάταξή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 131/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 108/17-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, την με αριθμό 1/5-1-2010 αίτηση αναίρεσης του ... (ασκηθείσα ενώπιον της ..., διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων ....) κατά της με αριθμό 145/2009 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της με αριθμό 204/2009 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα: I. Κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο." Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 462, 482, 484, 504 και 510 ΚΠΔ, τα οποία αναφέρονται στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων όχι όμως και κατά των διατάξεων του Εισαγγελέα Εφετών που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 48 ΚΠΔ, επί προσφυγών στρεφομένων κατά των διατάξεων του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (ΑΠ 418/09 ΑΠ 1475/05). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση στις άνω ή σε άλλες διατάξεις, η προαναφερόμενη διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (476 παρ.1-583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η με αριθμό 1/5-1-2010 αίτηση αναίρεσης του ... κατά της με αριθμό 145/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 12/3/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ όπως, ισχύει, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπον που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος γι τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 482, 484, 504 και 510 του ΚΠΔ, τα οποία αναφέρονται στην άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό μέσο συγχωρείται μόνο κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και κατά των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων στις περιπτώσεις που ρητώς παρέχεται τούτο από το νόμο. Η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, κατά το άρθρο 48 του ΚΠΔ, δεν έχει το χαρακτήρα βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται κατ' αυτής το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Επομένως, η κρινόμενη από 5-1-2010 αίτηση αναιρέσεως, η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 145/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς που απέρριψε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 204/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2010 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 145/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και αποφάσεων επί ποινικών δικαστηρίων και όχι κατά διατάξεων του Εισαγγελέα Εφετών που εκδίδεται κατά το άρθρο 48 ΚΠΔ και απορρίπτει προσφυγή κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως που στρέφεται κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 993/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 και 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση
του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, διαμένοντος προσωρινά στο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Φωτάκη και Αναστάσιο Κοσμά, κατά της υπ'αριθμ. 99/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Αλβανικές Αρχές .
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 2/7-10-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Ναυπλίου Ιωάννη Κουτσουράκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1393/2009. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους του εκζητουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να μην γίνει δεκτή η έφεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Φέρεται νομίμως ενώπιον του Δικαστηρίου η με αριθμό καταθέσεως 2/7-10-2009 έφεση κατά της 99/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία εκείνο είχε γνωμοδοτήσει υπέρ της εκδόσεως προς τις δικαστικές αρχές της ... του εκζητούμενου Χ. Η έφεση αυτή, που ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από το πρόσωπο που είχε συλληφθεί και κρατείτο τότε ως ο εκζητούμενος, με τον ισχυρισμό ότι δεν είναι ο Χ, αλλά ο Β, κρίθηκε ως τυπικώς παραδεκτή με την προεκδοθείσα 123/2010 απόφαση του Δικαστηρίου (ΚΠοινΔ 451 παρ.1), με την οποία αναβλήθηκε η οριστική κρίση και ζητήθηκε η παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών προκειμένου να διευκρινισθεί αν ο εκζητούμενος είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον συλληφθέντα και ήδη εκκαλούντα ή αν πρόκειται για ένα και το αυτό πρόσωπο. Το Δικαστήριο αναφέρεται συμπληρωματικά στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της 123/2010 αποφάσεώς του. Μετά την απάντηση των δικαστικών αρχών της ... επί των αιτηθεισών διευκρινίσεων, η υπόθεση έχει καταστεί ώριμη προς οριστική κρίση.
2.Στο άρθρο 436 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων" (ήτοι των άρθρων 437-456 ΚΠοινΔ) και ότι "Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση". Εξ άλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (στο εξής: ΕΣΕ), που υπογράφηκε στο ..., έχει κυρωθεί από μεν την Ελλάδα την 6-5-1961, με το νόμο 4165/1961, από δε την Αλβανία την 19-5-1998, με έναρξη ισχύος από 17-8-1998. Από την κύρωσή της, η ΕΣΕ διέπει τη διαδικασία της εκδόσεως μεταξύ των εν λόγω κρατών, παράλληλα, όμως, εφαρμόζονται στην Ελλάδα και οι διατάξεις του ΚΠοινΔ, εφόσον δεν αντίκεινται σ' αυτήν. Στο άρθρο 2 παρ. 1 της ΕΣΕ ορίζεται ότι η έκδοση διενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται, από τους νόμους τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση όσον και του κράτους από το οποίο αυτή ζητείται, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή. Σε περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους, η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστον όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 της ΕΣΕ ορίζεται ότι η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη ή, εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου. Τέλος, στην αίτηση πρέπει να γίνεται όσο το δυνατό ακριβέστερος προσδιορισμός του προσώπου που καταζητείται και να περιλαμβάνεται κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού.
3.Από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελο της υποθέσεως, μεταξύ των οποίων τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα πρακτικά της συζήτησης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, μετά την οποία εκδόθηκε η 123/2010 μη οριστική απόφαση αυτού, τα οποία ανεγνώσθησαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσαν οι παριστάμενοι συνήγοροι του εκζητούμενου κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως προς τις δικαστικές αρχές της ... του εκζητούμενου αλβανού υπηκόου Χ , που γεννήθηκε την 24-9-1968 στους ..., προκειμένου: α) να εκτίσει στην Αλβανία ποινή "φυλακίσεως" έξι (6) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την 64/8-7-1999 απόφαση του Δικαστηρίου της επαρχίας ... και ήδη κατέστη τελεσίδικη, με την 118/12-10-1999 απόφαση του Εφετείου Αυλώνας Αλβανίας και αμετάκλητη, με την 143/19-4-2000 απόφαση του ποινικού τμήματος Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αλβανίας, για το έγκλημα της "ληστείας τραπεζών" κατά συναυτουργία, που τελέσθηκε στις 17-3-1997 στους ..., πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 136, 25 και 50 περ.gj' του αλβανικού ποινικού κώδικα και είναι, επίσης, αξιόποινη κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο (ΠΚ 45, 380 παρ. 1) και β) να δικασθεί για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση "σε προσδιοριστικές συνθήκες" κατά συναυτουργία, που τελέσθηκε στις 4-3-1997 στην περιοχή των ..., με θύμα πρώην αστυνομικό του ΑΤ ..., εκδοθείσης σε βάρος του της 11/19-1-2008 αποφάσεως καθορισμού "μέτρων ασφαλείας" (εντάλματος συλλήψεως) του Πρωτοδικείου Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων Αλβανίας, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 79/c και 25 του αλβανικού ποινικού κώδικα και είναι, επίσης, αξιόποινη κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο (ΠΚ 45 και 299 παρ.1). Ύστερα από διεθνή συνεργασία των αρμοδίων αστυνομικών αρχών, εντοπίσθηκε στο ... πρόσωπο αλβανικής καταγωγής, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία που αυτές είχαν στη διάθεσή τους, ήταν ο εκζητούμενος. Το πρόσωπο αυτό συνελήφθη δυνάμει της 6990/28-8-2009 εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, προκειμένου να κινηθεί, νομίμως, η διαδικασία της εκδόσεώς του στις δικαστικές αρχές της .... Για την έκδοση, με την 1497/1/29-9-2009 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Αλβανίας στην Ελλάδα, απεστάλη η 445/3/25-9-2009 αίτηση - έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία, με το 136014 ΦΕΑ 1269/6-10-2009 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ελλάδας διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου. Κατόπιν, με το 142/6-10-2009 ένταλμα του Προέδρου Εφετών Ναυπλίου και εν όψει της εκδόσεώς του, ο συλληφθείς κρατήθηκε στο Κατάστημα Κράτησης ... μέχρι την 11-2-2010, οπότε αποφυλακίσθηκε με περιοριστικούς όρους, σε εκτέλεση του 20/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με την αίτηση εκδόσεως υποβλήθηκαν όλα τα κατά νόμο (άρθρο 12 της ΕΣΕ) απαιτούμενα έγγραφα, σε επίσημα αντίγραφα στην αλβανική γλώσσα, με υπηρεσιακή μετάφραση στην ελληνική και συγκεκριμένα: 1) η 2509/6/16-9-2009 αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Αλβανίας για την έκδοση του Χ, 2) αναφορά του Εισαγγελέα της Δικαστικής Επαρχίας της Αυλώνας που αφορά στον εκζητούμενο, 3) η 64/8-7-1999 απόφαση του Δικαστηρίου της Αυλώνας, από την οποία προκύπτει ότι ο εκζητούμενος δικάσθηκε ερήμην, αλλά εκπροσωπήθηκε και είχε υπεράσπιση από το συνήγορο ..., 4) η 118/12-10-1999 απόφαση του Εφετείου της Αυλώνας, 5) η 143/19-4-2000 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αλβανίας, 6) η 137/27-9-2006 διαταγή του Εισαγγελέα την Δικαστικής Επαρχίας Αγίων Σαράντα για την εκτέλεση της 64/1999 αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, ως προς τον εκζητούμενο, 7) η από 4-9-2009 αναφορά του Εισαγγελέα Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων, 8) η 11/19-1-2008 απόφαση του Πρωτοδικείου Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων, που ορίζει ως μέτρο ασφαλείας την κράτηση του εκζητούμενου σε φυλακή, για την ως άνω πράξη της ανθρωποκτονίας, 9) η από 11-2-2008 διαταγή του Εισαγγελέα Βαρέων Κακουργημάτων για εκτέλεση της 11/19-1-2008 αποφάσεως μέτρου ασφαλείας σε βάρος του εκζητούμενου, 10) το από ... πιστοποιητικό (ληξιαρχική πράξη) γεννήσεως του εκζητούμενου, από το ληξιαρχείο ..., 11) Μια φωτογραφία του εκζητούμενου και 12) τα κείμενα των ποινικών διατάξεων του αλβανικού δικαίου, που προβλέπουν και τιμωρούν τις ως άνω πράξεις για τις οποίες αφ' ενός καταδικάσθηκε και αφ' ετέρου διώκεται ο εκζητούμενος. 4.
Από τα ως άνω στοιχεία αποδεικνύονται και τα ακόλουθα: Ο συλληφθείς, κατά τη διαδικασία προσαγωγής αυτού και βεβαιώσεως της ταυτότητάς του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου (ΚΠοινΔ 446), αμφισβήτησε ευθέως την ταύτισή του με το εκζητούμενο πρόσωπο και ισχυρίσθηκε ότι ονομάζεται Β), γεννηθείς την ...στους .... Σύμφωνα, δηλαδή με τη δήλωση του συλληφθέντος, το επώνυμο αυτού, η ημερομηνία και ο τόπος της γέννησής του συμπίπτουν με αυτά του εκζητούμενου, αλλά το κύριο όνομά του, το πατρώνυμο και το όνομα της μητέρας του είναι διαφορετικά. Περαιτέρω, ο συλληφθείς ισχυρίσθηκε ότι δεν έχει καμιά σχέση με τις πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο, ότι είναι διαφορετικό πρόσωπο από εκείνον και ότι αυτός είναι εγκατεστημένος από πολλών ετών στο ..., όπου ζει με την ελληνικής καταγωγής σύζυγό του Π και τον ανήλικο γιο τους ..., χωρίς μέχρι τώρα να ενοχληθεί ποτέ. Για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, ο συλληφθείς προσκόμισε σε ελληνική μετάφραση το από ...πιστοποιητικό γέννησης του Ληξιαρχείου των ... και φωτοαντίγραφο της πρώτης σελίδας του ... διαβατηρίου της Αλβανικής Δημοκρατίας, όπου υπάρχει φωτογραφία του και όπου, ως προς την ταυτότητά του, αναγράφονται τα ως άνω στοιχεία, τα οποία δήλωσε προς τις ελληνικές αρχές κατά την προσαγωγή του. Επίσης, προσκόμισε σε επίσημη μετάφραση το από ... πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Ληξιαρχείου των ..., από το οποίο προκύπτει ότι έχει νυμφευθεί με την ελληνικής καταγωγής Π και αποκτήσει ένα τέκνο, τον ..., που γεννήθηκε στην Ελλάδα, στην ..., την 17-3-1999. Πέραν αυτών, προσκόμισε και διάφορα ημεδαπά έγγραφα, τα οποία συνδέονται με την ενταύθα διαμονή του επί σειρά πολλών ετών (άδεια παραμονής, δίπλωμα οδηγήσεως αυτοκινήτου, ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του τέκνου του και βεβαίωση φοίτησης αυτού σε ελληνικό σχολείο κλπ), στα οποία προσδιορίζεται με τα στοιχεία που επικαλέσθηκε κατά τη σύλληψή του. Η αμφισβήτηση αυτή, σε πρώτη φάση, οδήγησε την ΙΝΤΕRPOL Ελλάδος να αποστείλει στην αντίστοιχη υπηρεσία της ... υλικό σήμανσης του συλληφθέντος και ισχυριζόμενου ότι δεν έχει σχέση με τον εκζητούμενο, ζητώντας την πιστοποίηση της ταύτισης ή μη των δύο προσώπων. Η αντίστοιχη υπηρεσία απάντησε ότι ο εικονιζόμενος στην αποσταλείσα φωτογραφία του συλληφθέντος, που, όπως ισχυρίζεται, ονομάζεται Β, είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο Χ. Στην απάντηση αυτή στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, το οποίο, με την 99/2009 εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του συλληφθέντος και γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του. Ο συλληφθείς άσκησε την κρινόμενη έφεση, με την οποία, προεχόντως, εμμένει στον ισχυρισμό ότι είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον εκζητούμενο. 5.
Λόγω της επιμονής του, εκδόθηκε η 123/2010 παρεμπίπτουσα απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία ζητήθηκαν διευκρινίσεις. Απαντώντας, οι δικαστικές αρχές της ... απέστειλαν συμπληρωματικά στοιχεία, δια των οποίων, ύστερα από σχετική αλληλογραφία και έρευνα στα αρχεία των αρμοδίων υπηρεσιών, βεβαιώνονται τα εξής ουσιώδη: α) Ότι στο Ληξιαρχείο των ... δεν υπάρχει καταχώρηση προσώπου με τα στοιχεία Β, αλλά υπάρχει εγγραφή μόνο του εκζητούμενου Χ, περιστατικό που υποδηλώνει ότι το πιστοποιητικό που επικαλείται ο συλληφθείς, εν όψει και του ότι το επώνυμο, η ημερομηνία γέννησης και ο τόπος γέννησης συμπίπτουν, δεν είναι γνήσιο. β) Ότι το διαβατήριο, του οποίου ο συλληφθείς επικαλείται την πρώτη σελίδα, με τη φωτογραφία και τα στοιχεία ταυτότητας που ισχυρίζεται ότι έχει, δεν εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή της ..., περιστατικό που υποδηλώνει ότι και αυτό δεν είναι γνήσιο και γ) ότι τα δακτυλικά αποτυπώματα, τα οποία η αρμόδια ημεδαπή αρχή έλαβε από τον συλληφθέντα και απέστειλε προς ταυτοποίηση στην Αλβανία, δεν κατέστη δυνατό να αξιοποιηθούν, διότι εκεί δεν υπήρχαν δακτυλικά αποτυπώματα του εκζητούμενου διαθέσιμα προς σύγκριση, αλλά και πάλι ο συλληφθείς, δια μέσου των προσφάτων φωτογραφιών που λήφθηκαν στην Ελλάδα και στάλθηκαν στην Αλβανία, αναγνωρίσθηκε από πρόσωπο που τον γνώριζε ως ο εκζητούμενος. Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές, ο ισχυρισμός του συλληφθέντος, περί του ότι είναι πρόσωπο διαφορετικό από τον εκζητούμενο, ελέγχεται ως μη ειλικρινής. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, ήτοι τον αλβανό υπήκοο ..., που γεννήθηκε την 24-9-1968 στους ... και κατά την εγγραφή που υπάρχει στο Ληξιαρχείο του τόπου της γέννησής του είναι καταχωρημένος με το κύριο όνομα Χ, ενώ κατά τη διαμονή του στην Ελλάδα εμφανίζεται με το κύριο όνομα Β. Η κρίση αυτή δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι κατά την ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων της ... διαδικασία, μετά την οποία ο εκζητούμενος καταδικάσθηκε στη στερητική της ελευθερίας ποινή των έξι ετών, αυτός προσδιορίζεται, εσφαλμένως, ως γεννηθείς στην ..., αφού στην παρούσα διαδικασία της εκδόσεως εξ αρχής προσδιορίζεται, ορθώς, ως γεννηθείς στους .... Το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, αξιολόγησε προσηκόντως το αποδεικτικό υλικό που είχε τεθεί στην κρίση του. Επομένως, ο πρώτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
6.Σύμφωνα με το άρθρο 10 της ΕΣΕ, δεν παρέχεται έκδοση, εφόσον, κατά τη νομοθεσία του αιτούντος μέρους ή του μέρους από το οποίο ζητείται αυτή, έλαβε χώρα παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της επιβληθείσης ποινής.
Εν προκειμένω, εμμέσως πλην σαφώς, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η στερητική της ελευθερίας ποινή, για την εκτέλεση της οποίας [μεταξύ των άλλων] ζητείται η έκδοσή του, είναι ποινή φυλακίσεως και ότι, λόγω παρελεύσεως χρονικού διαστήματος μεγαλυτέρου των δέκα ετών από την αμετάκλητη επιβολή της, έχει παραγραφεί, διότι δεν κατέστη δυνατή η εκτέλεσή της εντός του διαστήματος αυτού (ΠΚ 114 περ.γ' και 115). Ο ισχυρισμός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Στη μετάφραση των διωκτικών εγγράφων, για τον κατ' είδος προσδιορισμό της επιβληθείσας ποινής, που έχει διάρκεια έξι (6) ετών, χρησιμοποιείται ο όρος "φυλάκιση". Από το όλο περιεχόμενο, όμως, της καταδικαστικής απόφασης συνάγεται χωρίς αμφιβολία ότι ο εκζητούμενος και οι συνεργοί του καταδικάσθηκαν για την αξιόποινη πράξη της "ληστείας τραπεζών και ταμιευτηρίων", η οποία προβλέπεται στο άρθρο 136 του αλβανικού ποινικού κώδικα και τιμωρείται με ποινή καθείρξεως πέντε έως δεκαπέντε ετών. Επί πλέον, ο εκκαλών καταδικάσθηκε κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 25 και 50 περ.gj' του ίδιου κώδικα, που θεωρούν ως επιβαρυντική περίσταση τη διάπραξη της πράξεως κατά συναυτουργία. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε περιθώριο επιβολής ποινής ηπιότερης από αυτήν που προβλέπεται στο άρθρο 136 του αλβανικού ποινικού κώδικα, ο ορθός προσδιορισμός του είδους της επιβληθείσας ποινής είναι "κάθειρξη" και η χρήση του εσφαλμένου όρου "φυλάκιση" οφείλεται στην κακή γνώση της νομικής ορολογίας από τον αλβανό μεταφραστή, πράγμα που είναι εμφανές και σε πολλά άλλα σημεία της μετάφρασης των διαδικαστικών εγγράφων. Επομένως, ο χρόνος παραγραφής της εν λόγω ποινής είναι είκοσι έτη (ΠΚ 114 περ.β') και ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος.
7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει η κρινόμενη 2/7-10-2009 έφεση κατά της 99/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΟΜΕΝΟ τυπικώς.ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσία την έφεση του εκζητούμενου Χ , .που γεννήθηκε την ... στους ..., κατά της υπ' αριθ. 99/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως αυτού.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 13 Μαΐου 2010. Και ΕΚΔΟΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα, την 18 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά αποφάσεως που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως αλβανού υπηκόου στην Αλβανία για να εκτίσει επιβληθείσα ποινή και να δικασθεί για το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση από κοινού. Αν και στη μετάφραση των διαδικαστικών εγγράφων το είδος της υπό εκτέλεση ποινής προσδιορίζεται ως "φυλάκιση", από το περιεχόμενο των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και τη διάρκειά της συνάγεται χωρίς αμφιβολία ότι πρόκειται για "κάθειρξη", με συνέπεια να μην τίθεται βασίμως ζήτημα παραγραφής αυτής. Αμφισβήτηση της ταυτότητας του συλληφθέντος. Ύστερα από τη λήψη συμπληρωματικών στοιχείων, κατόπιν εκδόσεως μη οριστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι ο συλληφθείς είναι το ίδιο πρόσωπο με τον εκζητούμενο και απορρίπτει την έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 989/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8909/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 42/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 95/8.3.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 του Κ.Π.Δ την από 10-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά της υπ' αριθμ. 8909/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. 3887/8-5-2008 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 56875/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Με την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473 του ιδίου Κώδικα, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος". Εξάλλου με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 473 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται γενικώς με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οριζόμενων στην τελευταία διάταξη οργάνων, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μπορεί να γίνει μόνο αν η αναίρεση στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, όχι δε και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα αυτό, όπως είναι και η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη (Α.Π 1726/2006 Ποιν. Δικ 2007.394, Α.Π 754/2005Ποιν Χρον. ΝΕ1019). Εξάλλου ορίζεται με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 465 του Κ.Π.Δ ότι "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ 2. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στην σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομιστεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ)...". Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 8.909/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. 3887/8-5-2008 έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθμ. 56875/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο δικηγόρος Δημήτριος Μπαλέρμπας την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 17-12-2009. Ο πιο πάνω όμως δικηγόρος, ούτε συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν(άρθρο 465 παρ. 2 Κ.Π.Δ),ούτε ειδικό πληρεξούσιο που τον νομιμοποιεί στην άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης προσκόμισε(άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ). Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού αφ' ενός μεν η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντα ως ανυποστήρικτη, δεν είναι καταδικαστική, αφ' ετέρου δε αυτή ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο και ειδικότερα από αντιπρόσωπο, ο οποίος όμως στερείτο ειδικής πληρεξουσιότητας. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 10-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της υπ' αριθμ. 8909/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα 8 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ στο οποίο ορίζεται ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή του κατηγορουμένου προς τον αντιπρόσωπο, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που αυτός υπογράφει τη σχετική έκθεση αναιρέσεως, η έλλειψή της δε, κατά τον χρόνο αυτό, δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Απλώς το πληρεξούσιο, που όμως ήδη υπάρχει κατά την άσκηση του ένδικου μέσου, μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Εξάλλου, κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι άσκηση αναίρεσης με δήλωση, που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επιτρέπεται μόνον κατά καταδικαστικής αποφάσεως (βλ. για έννοια καταδικαστικής αποφάσεως ΑΠΟλ5/2000). Επομένως είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, αίτηση αναίρεσης κατηγορουμένου, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατ' αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη η έφεσή του και από δικηγόρο στον οποίο δεν είχε παρασχεθεί η προς τούτο πληρεξουσιότητα. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 10-12-2009 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-12-2009, προσβάλλεται η με αριθ. 8909/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της 56875/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών. Την αίτηση αναιρέσεως, άσκησε στις 17-12-2009, για λογαριασμό του παραπάνω καταδικασθέντος, ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Μπαλέρπας, χωρίς όμως, λόγω της απουσίας και μη εκπροσωπήσεως του αναιρεσειβλήτου, να έχει την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου. Για την ασκηθείσα, κατά τον ανωτέρω τρόπο, αίτηση αναίρεσης ο παραπάνω δικηγόρος, δεν επικαλέσθηκε, ούτε προσκόμισε για να προσαρτηθεί στην δήλωση αναιρέσεως, πληρεξούσιο έγγραφο ή έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, με την οποίαν να παρέχεται σε αυτόν εντολή για την άσκηση του κρινόμενου ενδίκου μέσου, ενώ δεν προσκομίσθηκε τέτοιο, έστω μεταγενέστερα και δη εντός 20 ημερών από την άσκησή του. Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα ανωτέρω, δεν είναι καταδικαστική και συνεπώς η κατ αυτής αίτηση αναίρεσης δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Άρειου Πάγου.
Συνεπώς το ένδικο τούτο μέσο, για τους ανωτέρω λόγους, τυγχάνει πολλαπλώς απαράδεκτο. Συνακόλουθα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ), ενόψει του ότι κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2009 αίτηση (δήλωση) του ... για αναίρεση της με αριθμ. 8909/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης που υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο που δεν παραστάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Δεν προσαρτάται στην αίτηση αναιρέσεως πληρεξούσιο προς άσκησή της (άρθρο 465§1 ΚΠΔ), ούτε προσκομίσθηκε εντός 20 ημερών. Η αίτηση με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα μπορεί να ασκηθεί μόνον κατά καταδικαστικής αποφάσεως και δεν είναι τέτοια η απορρίπτουσα την έφεση ως ανυποστήρικτη. Απαράδεκτη η αίτηση κατ' άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ (ΟλΑΠ 5/2000, ΑΠ 258/2010, 478/2009, 1726/2006) -.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Πληρεξουσιότητα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 2
|
Αριθμός 988/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' τύπου ..., που εμφανίστηκε ο ίδιος χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 89/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 854/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 256/29.7.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την υπ'αριθμ. 89/2006 απόφασή του καταδίκασε τον κατηγορούμενο Χ1 σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 200.000 ευρώ για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 ν. 1729/87 (=ιδιαίτερα επικίνδυνος). Η άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη αφού η κατ'αυτής ασκηθείσα αναίρεση απερρίφθη με την υπ'αριθμ. 1770/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο καταδικασμένος άσκησε προσφυγή (=1483/2007) στο Ευρωπαϊκό δικαστήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο με την από 2-4-2009 απόφασή του - βλ. συνημμένη επίσημη μετάφραση αυτής - δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε η παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕυρΣΔΑ και δη ότι η συνολική διάρκεια της διαδικασίας δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της λογικής προθεσμίας (=5-5-2002 μέχρις 7-7-2008). Ήδη ο άνω υπέβαλε την από 18-5-2009 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ενόψει της ρηθείσης απόφασης του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου και του άρθρου 525 παρ. 5 ΚΠοινΔ.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτωση 5 ΚΠοινΔ "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις..... Αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε". Η άνω περίπτωση προστέθηκε με το αρθρο 11 ν. 2865/2000, ΦΕΚ 271Α/19-12-2000- και αναφέρεται στις περιπτώσεις που η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου διαπιστώνει πλημμέλειες του καταδικάσαντος δικαστηρίου που επηρέασαν την κρίση του και η επανόρθωση αυτών μπορεί να επιτευχθεί - μαζί με την ακύρωση της καταδικαστικής απόφασης - με την επανάληψη της διαδικασίας. 'Ετσι η παράβαση της "λογικής προθεσμίας" του άρθρου 6 παρ. 1 ΕυρΣΔΑ δεν μπορεί να οδηγήσει σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα αφού αφήνεται άθικτη η ουσία της υπόθεσης και πρόκειται για μία εξωτερική τυπική παράβαση (βλ. Α. Κονταξή ΚΠοινΔ (2006) σελ. 3367 επ., ΑΠ 2214/2005 ΠΧρ 2006 σελ. 609, ΑΠ 1453/2005 ΠΧρ ΝΣΤ 248, ΑΠ 717/2004 Ποινικός Λόγος 826, ΑΠ 642/2004 ΝοΒ 2004. 1797, ΑΠ 1638/2003 κ.α.-).
Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αίτηση είναι αβάσιμη στο νόμο και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η από 18-5-2009 αίτηση του Χ1 περί επαναλήψεως προς όφελός του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της 89/2006 απόφασης το Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 20 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής.
Αφού άκουσε
τον αυτοπροσώπως παραστάντα αιτούντα ο οποίος δια της διερμηνέως ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με το ενδέκατο άρθρο του Ν. 2865/2000, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως που ανέλαβε η Ελλάδα με το άρθρο 46 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), προστέθηκε πέμπτη περίπτωση στην παράγραφο 1 του άρθρου 525 του ΚΠΔ, το οποίο προβλέπει την επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου. Έτσι πλέον, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το Ευρ.Δ.Δ.Α. παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε και δη αρνητικά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης εκείνου (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Το αρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι "παν πρόσωπον έχει το δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".
ΙΙ. Στην κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ο αιτών εκθέτει ότι με την 89/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καταδικάστηκε σε ποινή ισοβίου καθείρξεως και Χ.Π. 200.000 €, για εισαγωγή στην ελληνική Επικράτεια κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών με την επιβαρυντική περίσταση ότι τυγχάνει ιδιαίτερα επικίνδυνος και η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναιρέσεώς του με την 1770/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι στη συνέχεια προσέφυγε στο ΕΔΔΑ (προσφυγή 1483/2007), παραπονούμενος για παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και επ' αυτής το δικαστήριο εξέδωσε την από 2 Απριλίου 2009 απόφαση (Χ1 κατά Ελλάδος), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του, αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του ανωτέρω άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ λόγω της υπερβολικής διάρκειας της εις βάρος του ποινικής διαδικασίας (από 5-5-2002 μέχρι 7-7-2008). Επομένως, κατά τον αιτούντα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επανάληψη υπέρ αυτού της διαδικασίας με προφανή σκοπό την αθώωση αυτού.
ΙΙΙ. Η αίτηση, έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Διότι, ούτε ο αιτών επικαλείται, ούτε και προκύπτει, ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδικάσεως της υποθέσεως του, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το Ευρ.Δ.Δ.Α. είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών που τον καταδίκασαν για τις ανωτέρω παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Επί πλέον η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο, που δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά.
Συνεπώς, η επανόρθωση της βλάβης του αιτούντος από την γενομένη, υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας.
Κατ ακολουθία τούτων η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2009 αίτηση του Χ1 κρατουμένου των δικαστικών φυλακών ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 89/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε είναι δυνατή η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας μετά από έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως από ΕΔΔΑ (525 § 5 ΚΠΔ). Όχι όταν η καταδίκη χώρησε για υπερβολική καθυστέρηση της διαδικασίας (ΑΠ 717/2004, 642/2004, 1638/2002). Απαράδεκτη η αίτηση, αφού η καταδίκη από το ΕΔΔΑ έλαβε χώρα για υπερβολική καθυστέρηση της διαδικασίας και δεν επικαλείται ο αιτών, ούτε προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας ότι η υπερβολική καθυστέρηση επηρέασε κατά κάποιο τρόπο αρνητικά την κρίση των δικαστών.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 986/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Ρούτουλα, περί αναιρέσεως της 225/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με συγκατηγορούμενο τον Φ1 και πολιτικώς ενάγοντα τον Θ1, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1264/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, ή μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η διάταξη αυτή προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, το οποίο θεωρείται υφιστάμενο οσάκις αυτός που παρέλειψε να αποτρέψει την επέλευση αποτελέσματος, ανήκοντος στην αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος τελέσεως, τιμωρείται όπως αυτός που δι' ενεργείας παρήγαγε το αποτέλεσμα, δηλαδή ο δράστης του εγκλήματος τελέσεως. Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, δεδομένου ότι η αντικειμενική υπόσταση του τελείται όχι μόνο δι' ενεργείας, αλλά και δια παραλείψεως, που εξομοιώνεται νομικώς με την δι' ενεργείας παραγωγή του αποτελέσματος. Προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής υποχρεώσεως του υπαιτίου για ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου, από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι, στο έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η πληρούσα την αντικειμενική υπόσταση αξιόποινη συμπεριφορά συνίσταται στην πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται να βεβαιώνονται όλα τα στοιχεία της αμέλειας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 28 ΠΚ ως προς την πρόκληση των σωματικών κακώσεων ή βλαβών. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειας του. Εφόσον η σωματική βλάβη από αμέλεια είναι έγκλημα ουσιαστικό ή αποτελέσματος, μπορεί να τελεσθεί, είτε με ενέργεια, η οποία συνιστά τη θετική εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, είτε με παράλειψη, η οποία συνιστά την αρνητική τοιαύτη. Σε περίπτωση που η σωματική βλάβη τελείται με παράλειψη ή αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς απαιτείται να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 15 ΠΚ δηλ. ο δράστης να μην προβαίνει σε ενέργεια που έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να πράξει και η παράλειψη αυτή να αποτελεί αιτιακή συνθήκη για την παραγωγή του αποτελέσματος. Για την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση έγινε ήδη αναφορά ανωτέρω. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης και για τον καταλογισμό μιας τελικά άδικης σωματικής βλάβης σε ενοχή του δράστη απαιτείται, όπως λέχθηκε, να υπάρχει αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από αυτή συνάγεται ότι η ποινική αμέλεια διακρίνεται σε συνειδητή και μη συνειδητή, συνειδητή δε είναι αν ο υπαίτιος πρόβλεψε ότι από τη συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, ενώ μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει αν ο υπαίτιος δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα, καίτοι όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει, εφόσον είχε καταβάλει την προσήκουσα προσοχή, που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Σε περίπτωση που δέχεται το δικαστήριο συνδρομή των όρων του άρθρου 15 πρέπει να αιτιολογείται η νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια με την οποία θα αποτρεπόταν το αξιόποινο αποτέλεσμα και να αναφέρεται από πού απορρέει η υποχρέωση αυτή και αν είναι ο νόμος να παρατίθεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 7-6-2003, ο Θ1, όντας πεζός προσπάθησε να διασχίσει την οδό ...στο .... Στη συμβολή των οδών ...και ..., λόγω της ανυπαρξίας πινακίδων σήμανσης περί εκτελέσεως έργου δεν αντιλήφθηκε ότι υπήρχε χαντάκι και έπεσε εντός αυτού, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί, υποστάς θλάση θωρακικών τοιχωμάτων, η οποία δυσχέρενε την αναπνοή του, θλάση ήπατος και εκδορές μέχρι της δεξιάς πλάγιας κοιλιακής χώρας. Το χαντάκι αυτό, πλάτους 0,40 μ., ύψους 1,5μ. και μήκους 12 μέτρων, είχε διανοιγεί με εκσκαφή επί του οδοστρώματος κατά την εκτέλεση ιδιωτικού έργου και συγκεκριμένα της κατασκευής δικτύου παροχής αερίου χαμηλής τάσης και δεν έφερε περίφραξη ή επικάλυψη με πλέγμα. Την εκτέλεση του έργου αυτού, στη περιοχή της ..., είχε αναλάβει η κοινοπραξία ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΤΕ-ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ GAS, η οποία υπεργολαβικά είχε αναθέσει μέρος της κατασκευής στην εταιρία ΔΕΛΚΑΤ ΑΕ. Ο τραυματισμός του Θ1, οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια, μεταξύ άλλων, και των εκκαλούντων κατηγορουμένων ειδικότερα, ο 1ος των κατηγορουμένων ως τεχνικός διευθυντής της πιο πάνω κοινοπραξίας και ο 2ος των κατηγορουμένων με την ιδιότητα του τεχνικού ασφαλείας αυτής η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου, δεν μερίμνησαν, αν και είχαν σχετική υποχρέωση λόγω της ιδιότητάς τους αυτής και του επαγγέλματος τους ως μηχανικών, για την τοποθέτηση πλέγματος στο χαντάκι ή την επισήμανση του, σε κατάλληλες θέσεις, με ειδικές ενδείξεις πινακίδων ή λωρίδων ότι εκτελείται έργο, ούτε ήλεγξαν αν είχαν τοποθετηθεί τέτοια μέτρα σήμανσης. Η υποχρέωση τους αυτή επιβεβαιώνεται από τη κατάθεση του μάρτυρα ..., σύμφωνα με την οποία ο 2ος των κατηγορουμένων έπρεπε να παρακολουθεί τη λήψη μέτρων ασφαλείας και ανέφερε γι'αυτά στον πρώτο των κατηγορουμένων. Αποτέλεσμα της έλλειψης και προσοχής που όφειλαν και από τις περιστάσεις μπορούσαν να καταβάλουν οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, ήταν, ο πιο παθών να μην έχει ενημερωθεί για το συγκεκριμένο χαντάκι ώστε να αποφύγει να διέλθει από το σημείο αυτό και να αποφευχθεί έτσι ο τραυματισμός του. Με βάση τα περιστατικά αυτά, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης που τους αποδίδεται.". Ως πρώτος κατηγορούμενος αναφέρεται ο αναιρεσείων και ως δεύτερος ο συγκατηγορούμενός του Φ1, ο οποίος δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε κατά πλειοψηφία, ένοχο τον αναιρεσείοντα και τον μη ασκήσαντα αίτηση αναίρεσης της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία. Ειδικότερα τους κήρυξε ενόχους του ότι: " Στον ...στις 7-6-2003 όντας υπόχρεος από το επάγγελμά του, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη προσοχής που ώφειλε και από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα κατά την κατασκευή του έργου κατασκευής δικτύου παροχής αερίου χαμηλής τάσης στην περιοχή της ... στο οποίο ανάδοχος εταιρία υπήρξε η κοινοπραξία "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΤΤΕΕ-ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ GAS Α.Ε." ο πρώτος κατηγορούμενος με την ιδιότητα του τεχνικού Ασφαλείας της Κ/Ξ ΑΤΕΡΜΩΝ κάθε ένας εξ'αυτών με την ανωτέρω ιδιότητά του αν και όφειλε ιδιαίτερα επιμέλεια και προσοχή, από έλλειψη αυτής την οποία μπορούσε να καταβάλλει, δεν μερίμνησε για την τοποθέτηση πλέγματος στο χαντάκι ή για την επισήμανση με ειδικές ενδείξεις πινακίδων ή λωρίδων εναλλασομένου χρώματος ερυθρού-λευκού, στο χαντάκι πλάτους (40) εκατοστά, βάθους 1,5 μέτρα και μήκος 12 μέτρων που δημιουργήθηκε κατά την εκσκαφή του οδοστρώματος στη συμβολή της οδού ... και ...στον .... Συνεπεία της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς κάθε κατηγορούμενος ήταν όταν ο παθών Θ1 προσπάθησε να διασχίσει την οδό ... διερχόμενοι από το ανωτέρω σημείο, να πέσει μέσα στο ανωτέρω ακάλυπτο χαντάκι και μη καταλλήλως σημαινόμενο να τραυματισθεί και να υποστεί θλάση θωρακικών τοιχωμάτων που του δυσχαίρανε την αναπνοή θλάση ήπατος και εκδορές δεξιάς κοιλιακής χώρας, ως αποτέλεσμα της συντρέχουσας αμέλειας κάθε ενός εκ των κατηγορουμένων". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, ενώ δέχεται τέλεση της πράξεως με χωρίς συνείδηση αμέλεια με παράλειψη οφειλομένης ενέργειας, δεν αναφέρει η απόφαση από που απέρρεε η νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος να λάβει με την ιδιότητα του τεχνικού διευθυντή της Κοινοπραξίας, αναδόχου του ανωτέρω έργου, τα μέτρα ασφαλείας που εκτίθενται και ειδικότερα με την επισήμανση με τον τρόπο που παραθέτει, του χάνδακα που είχε δημιουργηθεί από την εκσκαφή του οδοστρώματος στο σημείο εκείνο για την τοποθέτηση των αγωγών φυσικού αερίου, με την οποία (επισήμανση) θα αποτρεπόταν η πτώση του παθόντος στον χάνδακα και ο τραυματισμός του και, αν αυτός ήταν ο νόμος, να παρατίθεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η υποχρέωση αυτή. Η εν λόγω αιτιολογία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν περισσότερο απαραίτητη, ενόψει του ότι η απόφαση δέχεται ότι η εκτέλεση μέρους του έργου αυτού είχε ανατεθεί υπεργολαβικά στην μνημονευόμενη εταιρία, οπότε έπρεπε να προσδιορίζεται ποιο ήταν το μέρος αυτό, αν αφορούσε τις εργασίες εκσκαφής των χανδάκων, αν προβλεπόταν στη σύμβαση υπεργολαβίας υποχρέωση του υπεργολάβου προς λήψη των μέτρων ασφαλείας των εργατοτεχνιτων και των τρίτων για το εκτελουμενο απ αυτήν τμήμα του έργου και, βάσει ποιου κανόνα δικαίου, ή άλλης νόμιμης αιτίας, εκ των ανωτέρω αναφερομένων, παρά την σύμβαση αυτή, ο αναιρεσείων, με την ως άνω επαγγελματική ιδιότητα και την θέση του στην ανάδοχο Κοινοπραξία, εξακολουθούσε να έχει υποχρέωση λήψεως των αναφερομένων στην προσβαλλομένη απόφαση μέτρων ασφαλείας, κατά την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου.
Συνεπώς, εφόσον δεν διέλαβε τέτοια αιτιολογία, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς αυτόν, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η σύνθεση από άλλους δικαστές, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (519 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, ως προς τον αναιρεσείοντα ..., την 225/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Παραπέμπει στο αυτό δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, την υπόθεση, για εκ νέου συζήτηση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια άρθρου 15 ΠΚ. Τι πρέπει να περιέχει για να είναι πλήρης η αιτιολογία της αποφάσεως που δέχεται εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 15 ΠΚ (ΑΠ 1914/2008, 221/2008). Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο με παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας (15, 28, 314 ΠΚ). Έννοια και διακρίσεις αμέλειας κατ' άρθρο 28 ΠΚ (ΑΠ 1530/2008). Εκτέλεση έργου εγκαταστάσεως και συνδέσεως αγωγών φυσικού αερίου από Κοινοπραξία. Μη επισήμανση εκσκαφής χάνδακα, πτώση διερχομένου πεζού, τραυματισμός. Κατηγορούμενος τεχνικός διευθυντής Κοινοπραξίας. Κατάφαση ενοχής από αμέλεια με παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας. Μη αναφορά στην απόφαση από πού απέρρεε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος για λήψη των μέτρων ασφαλείας. Έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 985/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδογιάννη, περί αναιρέσεως της 70837/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 792/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 225 παρ. 1 α ΠΚ όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος, από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ δύο ετών. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμον αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικώς ενάγων είχε εκμισθώσει στον κατηγορούμενο ως διαχειριστή της εταιρείας "ΠΛΑΣΜΑ ΕΠΕ" ένα ισόγειο κατάστημα που βρίσκεται στην οδό ..., για χρονικό διάστημα δύο ετών, ήτοι από 1-6-2000 έως 1-6-2002, μετά τη λήξη της η μίσθωση παρατάθηκε ως εμπορική, λύθηκε όμως στις 10-10-2003. Κατά τη διάρκεια της μίσθωσης ο κατηγορούμενος κατά παράβαση του μισθωτηρίου συμβολαίου τοποθέτησε στους δύο πλαϊνούς κοινόχρηστους τοίχους του ισογείον δύο διαφημιστικές πινακίδες, διαστάσεων 2,50 μ. Χ 1 μ., τις οποίες μετά τη λύση της μίσθωσης και την αποχώρησή του από το μίσθιο δεν απομάκρυνε και γι αυτό ο πολιτικώς ενάγων άσκησε σε βάρος του την από 19-5-2003 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στις 16-3-2004 εξετάστηκε ανωμοτί ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε εν γνώσει τον ψευδώς "ότι έχει απομακρύνει τις ταμπέλες, τις πέταξε στα σκουπίδια", ενώ η αλήθεια είναι ότι οι πινακίδες εξακολουθούσαν να είναι αναρτημένες στους κοινόχρηστους τοίχους της οικοδομής. Εν όψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως της ανώμοτης κατάθεσης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός (1) μηνός, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "Στην Αθήνα την 16-3-2004, εξεταζόμενος, ως διάδικος, από αρμόδια αρχή να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώση του κατέθεσε ψέματα. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως εναγόμενος, ενώπιον της Κας Ειρηνοδίκου Αθηνών, κατά τη συζήτηση αγωγής που είχε ασκήσει σε βάρος του ο εγκαλών ... για φθορές στην ιδιοκτησία του, κατέθεσε εν γνώση του ψευδώς ότι "έχω απομακρύνει τις ταμπέλες, τις πέταξα στα σκουπίδια", ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αφαιρέσει τα πλαίσια των διαφημιστικών του ταμπελών, που παρέμεναν καρφωμένα στους τοίχους ιδιοκτησίας του εγκαλούντος.". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 225 παρ. 1 α του ΠΚ, την οποία διάταξη, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, η γνώση δε του ψευδούς περιεχομένου της καταθέσεως του (άμεσος δόλος) του αναιρεσείοντος αιτιολογείται πλήρως, αφού αυτό που κατέθεσε ότι έγινε (αφαίρεση των διαφημιστικών πινακίδων και απόρριψή τους), το έπραξε, κατά την ψευδή κατάθεσή του, ο ίδιος. Δεν παράγεται δε αντίφαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, εκ του ότι, στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ότι οι διαφημιστικές πινακίδες εξακολουθούσαν να βρίσκονται αναρτημένες στους κοινόχρηστους τοίχους της οικοδομής, και έτσι αυτός ψευδώς κατέθεσε χωρίς όρκο, εξεταζόμενος ως διάδικος (εναγόμενος) στην αναφερομένη αγωγή, ότι τις είχε αφαιρέσει και απορρίψει στα σκουπίδια, στο δε διατακτικό ότι καρφωμένα στους τοίχους εξακολουθούσαν να παραμένουν τα πλαίσια των πινακίδων, διότι οι πινακίδες αποτελούνται από το πλαίσιο και τον διαφημιστικό πίνακα που είναι στερεωμένος σ αυτό και δεν νοείται αφαίρεση της πινακίδας χωρίς απομάκρυνση και του πλαισίου, το οποίο είναι καρφωμένο στον τοίχο, άλλωστε ο αναιρεσείων, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν ανέφερε ότι τα πλαίσια των πινακίδων εξακολουθούσαν να παραμένουν αναρτημένα στους τοίχους. Επίσης δεν προκαλείται αντίφαση και ασάφεια ούτε υφίσταται εκ πλαγίου παράβαση, εκ του ότι στο σκεπτικό αναφέρεται ότι η εμπορική μίσθωση λύθηκε στις 10-10-2003, στη συνέχεια δε παρατίθεται, ως χρονολογία της αγωγής, που ασκήθηκε, μετά την λύση της μίσθωσης, από τον πολιτικώς ενάγοντα στο Ειρηνοδικείο, για να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων μισθωτής να απομακρύνει τις μεγάλου μεγέθους (2,50Χ1 μ.) διαφημιστικές πινακίδες, η 19-5-2003, διότι κρίσιμος για την στοιχειοθέτηση της πράξεως τυγχάνει ο χρόνος κατά τον οποίο εξετάσθηκε χωρίς όρκο ο αναιρεσείων και αυτός ήταν ο της συζητήσεως της αγωγής στο Ειρηνοδικείο που αναφέρεται σαφώς και είναι η 16-3-2004.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημ/κειου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την με αριθμό εκθέσεως 42/11-5-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμ. 70837/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 14 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής ανώμοτη κατάθεση - έννοια - στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Αιτιολογία αποφάσεως - πότε ειδική και εμπεριστατωμένη (ΑΠ 370/2010). Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής ανώμοτη κατάθεση.
| 0
|
Αριθμός 984/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιδομενέα Γκίκα, περί αναιρέσεως της 5173/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1410/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 α παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο αυτής, μη υποκειμένη σε αυτοτελή κύρωση. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5173/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, πλαστογραφίας, σε βαθμό πλημμελήματος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα , κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στις 26-11-2003 εκ προθέσεως κατήρτισε εξ υπαρχής την υπ' αριθμ.... πλαστή γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, με την οποία φέρεται ότι δήθεν κρίθηκε ακατάλληλος (Ι5) προς στράτευση ως πάσχων από "κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου με έντονα λειτουργικά ενοχλήματα". Η άνω γνωμάτευση όμως αφορούσε άλλο πρόσωπο ήτοι τον Κ, ο οποίος έπασχε από "ήπιες αγχώδεις δυσπροσαρμοστικές εκδηλώσεις" και είχε κριθεί ικανός πρώτης κατηγορίας Ι1, ούτε καν δηλαδή Ι5 (ακατάλληλος προς στράτευση), όπως ψευδώς είχε αναφέρει ο κατ/νος στην πλαστογραφηθείσα γνωμάτευσή της. Στη συνέχεια με αυτή την πλαστή γνωμάτευση την οποία ως άνω ανεφέρθη κατήρτισε ο κατ/νος, είχε σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση της τις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές, περί του γεγονότος ότι ήταν ακατάλληλος προς στράτευση και να απαλλαγεί από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ως Έλλην πολίτης. Πράγματι με αυτή την πλαστή βεβαίωση που στις 18-12-2003 χρησιμοποίησε ενώπιον του Στρατολογικού Γραφείου Δυτικής Αττικής κατόρθωσε να απαλλαγεί από την στρατιωτική του θητεία, χωρίς καν να έχει ποτέ προσέλθει προς εξέταση στην Επιτροπή κατά το έτος 2003". Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στην Αθήνα στις 26-11-2003 κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος κατήρτισε εξ υπαρχής την υπ' αριθμ. 15531/26-11-2003 πλαστή γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (Ι5), εκ του λόγου ότι δήθεν έπασχε από: "κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου Ο5-Ι1, με έντονα λειτουργικά ενοχλήματα", ενώ το ως άνω πλαστό έγγραφο δεν αφορούσε κρίση της ικανότητας του κατηγορουμένου για στράτευση, αλλά του Κ, ο οποίος παρακολουθείται στρατολογικά από το Α' Στρατολογικό Γραφείο Αθηνών και ο κατηγορούμενος δεν είχε προσέλθει για εξέταση στην Επιτροπή κατά το έτος 2003".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της πλαστογραφίας, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 216 α παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος και δη ο σκοπός αυτού, με την εξ υπαρχής κατάρτιση της ...πλαστής ιατρικής γνωματεύσεως σωματικής ανικανότητας αυτού, με την οποίαν φέρεται ότι δήθεν κρίθηκε από την αρμόδια Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών ως ακατάλληλος (Ι5) προς στράτευση, ενώ η με τον άνω ίδιο αριθμό γνήσια γνωμάτευση αφορούσε άλλο πρόσωπο και αυτός δεν είχε ποτέ προσέλθει στην αρμόδια Επιτροπή Απαλλαγών για εξέταση, στη συνέχεια δε αιτιολογείται, ότι η πλαστογράφηση έγινε για να παραπλανήσει άλλους, αφού με τη χρήση της πλαστής αυτής γνωματεύσεως στο Στρατολογικό Γραφείο Δυτικής Αττικής, πέτυχε το σκοπό του που ήταν να απαλλαγεί από τη στρατιωτική θητεία, β) δε δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το αν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τελικά για απλή πλαστογραφία χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσεως ή για πλαστογραφία μετά χρήσεως, αφού, ναι μεν στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε κατάρτιση πλαστού εγγράφου, της πλαστής ιατρικής γνωματεύσεως της Επιτροπής Απαλλαγών και σε χρήση της πλαστής αυτής γνωματεύσεως στο Στρατολογικό Γραφείο Δυτικής Αττικής και πέτυχε να απαλλαγεί από τη στρατιωτική θητεία ως ακατάλληλος, όπως είχε καταδικασθεί και πρωτοδίκως, πλην σαφώς από το προεκτεθέν διατακτικό προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε στο δεύτερο βαθμό, μόνο για κατάρτιση της ως άνω πλαστής γνωματεύσεως, χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσεως. Άρα αλυσιτελώς ο αναιρεσείων, προβάλλει ότι δεν εκτίθενται στο αιτιολογικό πραγματικά περιστατικά τα οποία συνιστούν τη χρήση της άνω πλαστής γνωματεύσεως, γ) δεν υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε και ως προς το αν κατά την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, λήφθηκε υπόψη η απλή πλαστογραφία, για την οποία τελικά καταδικάστηκε ή, η πλαστογραφία, μετά χρήσεως που αναφέρεται στο αιτιολογικό, αφού κατά το ειδικό σκεπτικό επιμετρήσεως της ποινής (σελ. 20, 21), κατά το άρθρο 79 ΠΚ, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, το έγκλημα που τέλεσε και για το οποίο τελικά καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δηλαδή εκείνο της πλαστογραφίας χωρίς την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, αντίθετοι προς τα ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως (πρώτος δεύτερος και τέταρτος).
Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που απεδείχθησαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ. Α.Π. 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του, ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να κλητευθούν και εξετασθούν ως μάρτυρες οι στρατιωτικοί Ν1 και Ν2, του Στρατολογικού Γραφείου Δυτικής Αττικής, οι οποίοι υπογράφουν το αναγνωσθέν Φ. ... έγγραφο του Στρατολογικού Γραφείου, στο οποίο γίνεται μνεία ότι η φερόμενη ως πλαστή ιατρική γνωμάτευση, περιήλθε στο Στρατολογικό Γραφείο με στρατιωτικό Ταχυδρομείο και όχι προσωπικά από αυτόν, όπως είχε δεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο που τον καταδίκασε και για χρήση πλαστού εγγράφου, προκειμένου αυτοί να καταθέσουν ποίο συγκεκριμένο πρόσωπο τους προσκόμισε την επίμαχη πλαστή γνωμάτευση, για να διαπιστωθεί αν αυτός είχε ή όχι σχέση με τον προμηθευτή αυτού του πλαστού εγγράφου στο Στρατολογικό Γραφείο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα αναβολής της δίκης με την εξής αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος, που ενέχεται για πλαστογραφία μετά χρήσεως της υπ' αριθμ. ...γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, ζητεί να αναβληθεί η υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κληθούν ως μάρτυρες οι Ν1 (αντισυνταγματάρχης) και Ν2 (Λοχαγός) καθόσον η μαρτυρία τους κρίνεται κατ' αυτόν απαραίτητη για να διευκρινισθεί το θέμα αν η άνω πλαστή βεβαίωση περιήλθε στο εν λόγω Στρατολογικό γραφείο από την Επιτροπή με στρατιωτικό ταχυδρομείο, δηλ. ταχυδρομικώς με υπηρεσιακή αλληλογραφία ή απ' αυτόν τον ίδιο προσωπικά. Το αίτημα αυτό του κατ/νου κατά την κρίση του δικαστηρίου πρέπει ν' απορριφθεί, γιατί το σπουδαίο και κρίσιμο θέμα, στην προκειμένη περίπτωση είναι αν η εν λόγω γνωμάτευση είναι πλαστή ή όχι και από ποιον έχει πλαστογραφηθεί και χρησιμοποιηθεί και όχι ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε στα χέρια του Στρατολογικού γραφείου, γεγονός που και αν εξακριβωθεί με την μαρτυρία των άνω, σε τίποτε δεν θα βοηθήσει το δικαστήριο για την εξακρίβωση της αλήθειας σχετικά με τον αληθινό δράστη". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, γιατί αναφέρονται σ' αυτή τα στοιχεία που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την απόφασή του για αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, ότι δηλαδή δεν κρίνει αναγκαία και κρίσιμη, για την ερευνώμενη πλαστογραφία, την εξέταση και την κατάθεση των δύο στρατιωτικών, ως προς τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στο Στρατολογικό Γραφείο η εν λόγω γνωμάτευση της Επιτροπής απαλλαγών, περί ανικανότητας προς στράτευση του κατηγορουμένου. Τούτο δε πέραν και ανεξαρτήτως του ότι στην επί της κατηγορίας αιτιολογία δέχθηκε ρητώς ότι το υπόψη έγγραφο χρησιμοποίησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ενώπιον του Στρατολογικού Γραφείου Δυτικής Αττικής, παραδοχή που αναγκαίως, σημαίνει ότι ο ίδιος το προσκόμισε στο εν λόγω Στρατολογικό Γραφείο, δηλαδή δεν δέχθηκε αποστολή του δια του στρατιωτικού ταχυδρομείου και επομένως άνευ ανάγκης διελήφθησαν τα ανωτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο. 510 παρ. 1 στοιχ Δ' και Η' του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, ως προς το αίτημα αυτό αναβολής, το δε Δικαστήριο που στην συνέχεια προχώρησε στην αποδεικτική διαδικασία και καταδίκασε τον κατηγορούμενο για πλαστογραφία, δεν υπερέβη την εξουσία του. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της με αριθμό 5173/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία πλημμεληματική. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι 1ος, 2ος και 4ος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορριπτέος και ο 3ος λόγος αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και για υπέρβαση εξουσίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Αναβολής αίτημα.
| 2
|
Αριθμός 981/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκλαβουνάκο, περί αναιρέσεως της ΒΤ1297/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 906/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη ΒΤ1297/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος, της παραβάσεως των Α.Ν.690/1945 και 539/1945 και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε το ποσό της μετατροπής προς πέντε (5) ευρώ την ημέρα, καθώς και σε συνολική χρηματική ποινή τριών χιλιάδων εκατό (3.100) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : "με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ο μηνυτής, ..., παρείχε την εργασία του ως νυχτοφύλακας-καθαριστής στην επιχείρηση εστιατορίου και καφετέριας με την επωνυμία ... από το έτος 1995 έως και 6-1-2006 οπότε και λύθηκε η σχέση εργασίας. Εργοδότης του ήταν αρχικά ο πρώτος κατηγορούμενος (μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Ζ) και στη συνέχεια, από την 14-6-2003 λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης, η δεύτερη κατηγορουμένη, θυγατέρα του πρώτου.
Ο μηνυτής παρείχε την εργασία του καθημερινά Σάββατο και Κυριακές από 02.00Π.μ. έως 08.π.μ .Πλην όμως οι ως άνω κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν στον τελευταίο μετά τη λύση της σύμβασης διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών του με βάση το ημερομίσθιο της ΕΓΣΕΕ, προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών, προσαυξήσεις νυκτερινών, δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων, αποδοχές άδειας και επιδόματα άδειας ως εξής από 14-6-2003 έως 1-1-2006 το συνολικό, ποσό 20281 ευρώ ήτοι 1)5898 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003, 957 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004, 1521 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004, 750 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005, 1711 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005, 959 ευρώ), 2)3265 ευρώ για προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003, 547 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004, 745 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004, 525 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005, 810 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005, 638 ευρώ), 3)4410 ευρώ για προσαυξήσεις νυκτερινών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003, 764 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004, 1059 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004, 739 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005, 1149 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005, 899 ευρώ), 4)3790 ευρώ για δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, (από 14-6-2003 έως 31-12-2003, 718 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004, 542 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004, 873 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005, 596 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005, 1061 ευρώ), 5)1800 ευρώ για αποδοχές άδειας".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα των άνω πράξεων και ειδικότερα του ότι "η κατηγορουμένη Χ1 με την ιδιότητα του εργοδότη φυσικού προσώπου ασκούντος ατομική επιχείρηση εστιατορίου με τον διακριτικό τίτλο ... με έδρα τον ..., από 12-6-2003 έως 1-1-2006, τέλεσε τα παρακάτω αδικήματα: 1) Με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις του άρθρου μόνο του Α.Ν. 690/1945 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του Κ.Π.Δ. "Συγκεκριμένα με την παραπάνω ιδιότητά της καίτοι απασχόλησε στην επιχείρησή της τον ... ως νυχτοφύλακα-καθαριστή από 10-9-1995 έως 6-1-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν κατέβαλε σαυτόν τα εξής ποσά και ειδικότερα: η άνω κατηγορούμενη για την χρονική περίοδο που ήταν εργοδότης του δεν κατέβαλε σαυτόν ως όφειλε αμειβόμενο με βάση το ημερομίσθιο της ΕΓΣΣΕ, προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών, προσαυξήσεις νυκτερινών, δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων, αποδοχές αδείας και επιδόματα άδειας ως εξής ο καθένας για τα διαστήματα που δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή από 1-3-2002 μέχρι 1-1-2006 σύμφωνα και με την με αρ.667/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Α) ο πρώτος κατηγορούμενος από 1-3-2002 μέχρι 14-6-2003 το συνολικό, ποσό 9332 ευρώ ήτοι 1)2633 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών (1-3-2003 έως 30-6-2002= 356 ευρώ, 1-7-2002 έως 31-12-2002, 1150 ευρώ, 2003: 957 ευρώ) 2)1329 ευρώ για προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών (1-3-2003 έως 30-6-2002= 257 ευρώ, 1-7-2002 έως 31-12-2002 525 ευρώ, 2003:547 ευρώ), 3)1860 ευρώ για προσαυξήσεις νυκτερινών (1-3-2003 έως 30-6-2002 = 357 ευρώ, 1-7-2002 έως 31-12-2002 739 ευρώ, 2003:764 ευρώ) 4) 1840 ευρώ για δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, (1-3-2003 έως 30-6-2002 = 249 ευρώ, 1-7-2002 έως 31-12-2002 873 ευρώ, 2003:718 ευρώ) Β)η δεύτερη κατηγορουμένη από 14-6-2003 έως 1-1-2006 το συνολικό ποσό 20281 ευρώ ήτοι 1)5898 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003 957 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004 1521 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004 750 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005 1711 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005 959 ευρώ), 2)3265 ευρώ για προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003 547 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004 745 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004 525 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005 810 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005 638 ευρώ) 3)4410 ευρώ για προσαυξήσεις νυκτερινών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003 764 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004 1059 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004 739 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005 1149 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005 899 ευρώ), 4) 3790 ευρώ για δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, (από 14-6-2003 έως 31-12-2003 718 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004 542 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004 873 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005 596 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005 1061 ευρώ) 2)Με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση παρέβηκαν τις διατάξεις του Α.Ν 539/1945 και συγκεκριμένα αν και απασχόλησαν στην ανωτέρω επιχείρηση τον ως άνω εγκαλούντα δεν κατέβαλαν σ'αυτόν ως όφειλαν :α) ο πρώτος κατηγορούμενος για το χρονικό διάστημα που ήταν εργοδότης του από 1-3-2002 έως 14-6-2003 1650 ευρώ για αποδοχές άδειας 5)1800 ευρώ για αποδοχές άδειας. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ, αρθρ. μόνο του ΑΝ 690/1945 (όπως ισχύει), σε συνδ. με ΑΝ 539/1945 (όπως ισχύει),τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως ΒΤ-1297/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - εκπροσωπήθηκε η κατηγορουμένη-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα,.... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι: Η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται: α)αν μεταξύ αυτής και του εργαζομένου της είχε συναφθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας ή απλή σχέση εργασίας, με βάση την οποία καθορίζονται οι αποδοχές του, β)το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του, επί των οποίων υπολογίζεται κάθε οφειλόμενη αποδοχή, όπως επίσης και το ημερομίσθιο του εργαζομένου, επί του οποίου υπολογίζεται κάθε οφειλόμενη προσαύξηση και γ)δεν προσδιορίζεται το ληξιπρόθεσμο καταβολής κάθε επιμέρους οφειλής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της οφειλής της. Αβάσιμα όμως, διότι στα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέβαλε στον εργαζόμενο στην επιχείρησή της και αμειβόμενο με ημερομίσθιο της ΕΓΣΣΕ, τις προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών, προσαυξήσεις νυκτερινών, δώρα Πάσχα Χριστουγέννων αποδοχές και επιδόματα άδειας τα ανελέκτως από το Δικαστήριο της ουσίας δεκτά γενόμενα χρηματικά ποσά, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να καθορίζεται το ημερομίσθιο η ο μηνιαίος μισθός, με βάση τον οποίο οφείλονταν τα παραπάνω οφειλόμενα επιδόματα, ούτε η ημέρα καταβολής τους, αφού όλα αυτά τα στοιχεία προβλέπονται από το νόμο.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος, αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται η αναιρεσείουσα και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ.Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Μαΐου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.... ενώπιον του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου) αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ 1297/2009 αποφάσεως του
Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο με ημερομίσθιο, καθώς και αναλογία προσαυξήσεων σε επιδόματα εορτών και αποδοχές και επιδόματα άδειας. Αιτιάσεις για έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 977/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δήμο, περί αναιρέσεως της 50/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Με συγκατηγορούμενο τον Ψ1.
Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1582/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 1 §§ 1-2 πιν.Α αριθμ. 6 και 20 §1 περ. ζ' και §2 του Ν.3459/2006 (Κ.Ν.Ν.) προκύπτει ότι όποιος κατέχει ή μεταφέρει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο στο έδαφος της επικράτειας ναρκωτικά στα οποία περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβης, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή 2.900 έως 290.000 ευρώ, αν δε η πράξη έχει τελεσθεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 1 του άρθρου 20 του ως ανωνύμου αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 47 §1 του ΠΚ, απλός συνεργός είναι όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ. β του άρθρου 46 του ίδιου Κώδικα (δηλαδή του άμεσου συνεργού), παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης, όπως αποτελεί απλή συνέργεια σε κατοχή-μεταφορά ναρκωτικών η πράξη του οδηγού αυτοκινήτου που μετέφερε τον αλλοδαπό στο μέρος που εκείνος κατείχε και στη συνέχεια θα μετέφερε εντός της Ελληνικής Επικράτειας ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, όντας σε γνώση της τέλεσης των αξιόποινων πράξεων του αυτουργού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείτα ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικώς της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 50/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, αλλά και για τον φυσικό - αυτουργό των πράξεων της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατηγορούμενο Ψ1, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος, Ψ1 χωρίς να είναι τοξικομανής, στις 4-3-2007 στην περιοχή ... αφενός μεν μετέφερε από πρόθεση, με προορισμό του την ..., με το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας DAEWOO LANOS, το οποίο είχε μισθώσει από το γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων με την επωνυμία "...", απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, οι οποίες δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και συγκεκριμένα ενενήντα εννέα (99) δέματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε φούντα (χασίς), συνολικού βάρους εκατόν ένα (101) κιλών και εννιακοσίων εβδομήντα δύο (972) γραμμαρίων, που παρέλαβε από την ανωτέρω περιοχή, την οποία του είχε υποδείξει ο συγκατηγορούμενός του Χ1(επ) (ον), με τον οποίο τον είχε φέρει σε επαφή ο Φ1 (επ) (ον), αγνώστων λοιπών στοιχείων, μετακινώντας κατ' αυτόν τον τρόπο αυτές από τόπο σε τόπο μέσα στην Ελληνική Επικράτεια, αφετέρου δε κατελήφθη από αστυνομικούς του τμήματος δίωξης ναρκωτικών Ηγουμενίτσας να κατέχει στο προαναφερόμενο αυτοκίνητο την ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικών σε δέματα, άλλα εκ των οποίων ήταν τοποθετημένα μέσα σε σάκους και άλλα χύμα, έχοντας αυτά στη φυσική του εξουσίαση, ώστε να μπορεί να διαπιστώνει σε κάθε στιγμή την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά σύμφωνα με τη δική του βούληση. Εξάλλου ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ1 επίσης χωρίς να είναι τοξικομανής, στους ... στις 4-3-2007 παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση των άδικων πράξεων της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα υπέδειξε στον συγκατηγορούμενό του, Ψ1(επ) (ον), με τον οποίο τον είχε φέρει σε επαφή ο Φ1 (επ) (ον), αγνώστων λοιπών στοχείων, το σημείο (...), από όπου ο Ψ1 θα παραλάμβανε στη συνέχεια τα προαναφερθέντα ενενήντα εννέα (99) δέματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε φούντα (χασίς) συνολικού βάρους εκατόν ένα (101) κιλών και εννιακοσίων εβδομήντα δύο (972) γραμμαρίων, παρέχοντας έτσι προς εκείνον απλή συνδρομή πριν από την εκτέλεση των ανωτέρω πράξεων, πράγματι δε ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός του έλαβε στην κατοχή του και μετέφερε, με το υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας DAEWOO LANOS, το οποίο είχε μισθώσει από το γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων με την επωνυμία: "...", την παραπάνω ποσότητα.
Επομένως, πρέπει οι παραπάνω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των ως άνω πράξεων της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών ο πρώτος και της απλής συνέργειας στις εν λόγω πράξεις ο δεύτερος, ενώ, σε σχέση με την, κατά τα άνω, ενοχή του δεύτερου κατηγορουμένου (Χ1) πρέπει να λεχθεί ,ότι, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον ίδιο (δια του συνηγόρου του), αυτή δεν προκύπτει μόνον από τις σχετικές προανακριτική και ανακριτική κατάθεση και απολογία του συγκατηγορουμένου του (Ψ1) αλλά και από τη συνύπαρξη άλλων ανεξάρτητων ενοχοποιητικών εις βάρος του στοιχείων, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η βεβαιωθείσα τηλεφωνική επικοινωνία με περισσότερες της μιας κλήσεις μεταξύ των κινητών τηλεφώνων του ιδίου (δεύτερου κατηγορουμένου) και του πρώτου κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της τέλεσης από τον πρώτο των αξιόποινων πράξεων της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, που υποδηλώνει την ύπαρξη μεταξύ τους συνεννοήσεων σχετικά με αυτές, καθώς και η μη αμφισβητούμενη συνάντηση τους πριν από την εκτέλεση τούτων.
Συνεπώς, ουδόλως παραβιάζεται επί του προκειμένου η διάταξη του άρθρου 211 Α ΚΠΔ, περί μαρτυρίας του συγκατηγορουμένου του, ο δε περί του αντιθέτου υποβληθείς σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του εν λόγω (δεύτερου) κατηγορουμένου είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος".
Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε μεταφορά και κατοχή της αυτής ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο των ελαφρυντικών περιστάσεων, του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της παραπάνω πράξης του, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριάμισι (3,5) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β, 26 §1α, 27 §1, 47 §1, 84 §2α και ε' του ΠΚ, 1 §1, 2 πιν Α αρ. 6 και 20 §1 περ. ζ' και 2 του ΚΝΝ (Ν.3459/2006) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπάρχει κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και δεν κατέληξε στην περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του μόνο από τη μαρτυρική (προανακριτική και ανακριτική) κατάθεση - απολογία του συγκατηγορουμένου του (Ψ1) όπως περί αυτού αναφέρει στο αιτιολογικό το Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας ορθά το σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως αβάσιμο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μόνος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ιδιαίτερα των μαρτυρικών καταθέσεων) και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 50/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ
|
Απλή συνέργεια σε μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Καταδικαστική απόφαση. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας για το λόγο ότι η καταδικαστική κρίση στηρίχθηκε μόνο στην κατάθεση - απολογία του συγκατηγορουμένου του. Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβάσιμου και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Συνέργεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 979/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παϊπέτη περί αναιρέσεως της 1252,1252α/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 4/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κωδικός", όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον, παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη και δικαιώματα που εισπράττονται από αυτό, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή, ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από το νόμο. Ως λαθρεμπορία, κατά την παρ.2 περ.θ του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθησαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Κατά τη διατύπωση του άρθρου 155 παρ. 1α και β, του ν.2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα, όσο και κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002 "Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης" στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπόν την μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ. του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του αναφερομένου άνω άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοιαν της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα ή καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα πετρελαιοειδή προϊόντα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρουμένη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία συντακτικώς ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια που εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως σύντρεχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό των αιτιολογιών με το διατακτικό και που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1252, 1252α/2009 αποφάσεως, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε ότι ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά, αναφορικά με τα αποδιδόμενα στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα εγκλήματα της λαθρεμπορίας (αγοράς, κατοχής, πώλησης λαθρεμπορευμάτων). "Στις 12-3-2003, μετά από νομότυπο έλεγχο των φορολογικών περιστατικών αγορών και πωλήσεων πετρελαίου θέρμανσης, που διενεργήθηκε από υπαλλήλους του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος στην εταιρεία, που εδρεύει στη ..., με την επωνυμία "Χ κ ΣΙΑ ΟΕ", νόμιμος εκπρόσωπος και ομόρρυθμος εταίρος της οποίας είναι ο κατηγορούμενος και η οποία εμπορεύεται υγρά καύσιμα και διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων επί της Λεωφόρου ..., για τη χρονική περίοδο από 15-10-2002 (ημερομηνία έναρξης διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης μέχρι και 31-12-2002, παρουσία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε ότι η ως άνω επιχείρηση κατά το ως άνω χρονικό διάστημα αγόρασε 366.293 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, ενώ είχε προβεί κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα σε πωλήσεις 503.635 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης. Κατόπιν αυτών συντάχθηκε το από 12-3-2003 πρωτόκολλο ποσοτικής καταμέτρησης - κλειστή Αποθήκη, το οποίο συνυπέγραψε και παρέλαβε ο κατηγορούμενος υπό την ως άνω ιδιότητα του. Έτσι, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω εταιρία αγόρασε, από άτομο τα στοιχεία του οποίου δεν εξακριβώθηκαν, 137.342 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης (503.635 - 366.293), τα οποία είχαν εισαχθεί στη χώρα χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να έχουν καταβληθεί στο Ελληνικό Δημόσιο οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, και στη συνέχεια κατείχε την ποσότητα αυτή και ακολούθως την πώληση σε καταναλωτές. Για την ποσότητα αυτή των 137.342 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης η ως άνω επιχείρηση δεν διαθέτει νόμιμα παραστατικά αγοράς κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2960/2001 και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, δεν αποδείχθηκε η νόμιμη προέλευση και κατοχή αυτής (ποσότητας) καθώς και η προηγούμενη καταβολή των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω ποσότητα των 137.342 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης αποτελούσε υπόλοιπο παλαιάς νομίμως αγορασθείσας ποσότητας, εναπομείνασας στις αποθήκες της εν λόγω εταιρίας και υπάρχουσας εκεί κατά την 15-10-2002, δηλαδή κατά την έναρξη του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι οι αποθήκες αυτής είχαν συνολική χωρητικότητα 29.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, ήτοι κατά πολύ μικρότερη, και αφετέρου ότι η ποσότητα αυτή δεν δηλώθηκε στο αρμόδιο Τελωνείο ως υπόλοιπο αποθήκης από τον κατηγορούμενο, όπως αυτός όφειλε να πράξει, εάν πράγματι ήταν αληθής ο ισχυρισμός του αυτός, ο οποίος κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι όψιμος και αναληθής, καθόσον στον κατηγορούμενο επιδόθηκε η υπ' αριθ. 34627/24-6-2003 πρόσκληση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Δ'Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις για την πώληση των ως άνω λαθρεμπορευμάτων κατά την επίμαχη χρονική περίοδο, και αυτός δεν ανταποκρίθηκε, ούτε μετέβη στην ως άνω Υπηρεσία, όταν κλήθηκε νόμιμα για να δώσει εξηγήσεις για το διοικητικό σκέλος της προκειμένης υπόθεσης (βλ. τις με αριθ. πρωτ. 20175 και 20176/ΠΤΠ.312/04/2-6-2006 κλήσεις του ως άνω Δ' Τελωνείου), προκειμένου να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Εξάλλου, όταν με βάση την υπ' αριθ. 13093/28-7-2009 εντολή ελέγχου μετέβησαν υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων στην επιχείρηση του κατ/νου για επανέλεγχο της υπόθεσης, με υπαιτιότητα του τελευταίου, δεν κατέστη δυνατό να διενεργηθεί ο έλεγχος, καθόσον ο κατ/νος δήλωσε σ' αυτούς ότι ήταν δύσκολο να βρεθούν τα φορολογικά παραστατικά. Ως εκ τούτου, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο κατ/νος είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και το αίτημα περί αναβολής της δίκης, προκειμένου η τελωνειακή Αρχή να καταλογίσει σε βάρος του κατ/νου το σχετικό πρόστιμο. Τέλος, ο ίδιος στην από 12-3-2003 υπεύθυνη δήλωση του (άρθ.8 ν. 1599/86) προς το ΣΔΟΕ Περιφ. Δ/νης Αττικής δηλώνει ότι στις 31-12-2002 είχε στις δεξαμενές του περίπου 15.000 λίτρα πετρέλαιο θέρμανσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την ως άνω διάθεση στην κατανάλωση από τον κατηγορούμενο της προαναφερόμενης ποσότητας πετρελαίου θέρμανσης κατά τρόπο που συνιστά λαθρεμπορία, ήτοι αν και γνώριζε ότι απαγορεύεται εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή εμπορευμάτων υποκείμενων σε δασμό εισαγωγικό άνευ γραπτής άδειας της τελωνειακής Αρχής και σε κάθε άλλη ενέργεια αποσκοπούσα να στερήσει το Δημόσιο των εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων, καθώς και η αγορά, κατοχή και πώληση εμπορευμάτων με τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο των ανωτέρω δικαιωμάτων του, οι μη καταβληθέντες δασμοί και λοιποί φόροι της διαφυγούσας την κατάσχεση ποσότητας των 137.342 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης ανέρχονται στο ποσό των 12.630,80 ευρώ. Οι εν λόγω δασμοί κλπ προσδιορίζονται ως εξής: ΑΞΙΑΣ χιλ/τρα 137.342 Χ 295,22 = 40546,10 € ΡΑΕ 137.342 Χ 0,15= 20,60 € ΧΡΕΩΣΗ Εισαγωγικός
40546,10X3,5% = 1419,11€ Φόρος καταν. χιλ/τρα
137.342 Χ 18 = 2472,15€ Λ. Ταμείο χιλ/τρα
137.342 X 0,03 = 4,12€ Ειδικό Τέλος €
43018,25 X 0,5%= 215,09€ Εισφορά προβλ. Περ. € 40546,10 Χ 1% = 405,46€ ΦΠΑ €
45082,63X18% = 8114,87€,όπως προκύπτει από την από 3-2-2004 οικεία έκθεση του ΣΔΟΕ, που αναγνώσθηκε. Επίσης, στον κατηγορούμενο για την πράξη αυτή επιβλήθηκε πολλαπλό τέλος ίσο με το πενταπλάσιο των δασμών και φόρων, ήτοι 63.154 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 312/04/8-5-2009 καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου της Δ/νσης του Δ' Τελωνείου Επίβλεψης, Συγκροτημάτων Πειραιά, η οποία κοινοποιήθηκε νόμιμα σ' αυτόν στις 11-5-2009, όπως προκύπτει από το οικείο αποδεικτικό επίδοσης του ..., ΤΕ-Α Τελωνειακού, που αναγνώσθηκε, και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο κατ/νος είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος υπό την ως άνω ιδιότητα του γνώριζε, όταν κατείχε και πωλούσε σε διάφορους πελάτες την προαναφερόμενη ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης, ότι ήταν από εκείνες για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν οι νόμιμοι δασμοί, τέλη, φόροι κλπ υπέρ του Δημοσίου, γιατί προορίζετο για συγκεκριμένη χρήση και εισήχθη ατελώς και ότι έγινε παράνομη αλλαγή της χρήσεως της και διατέθηκε στην αγορά χωρίς να καταβληθούν οι νόμιμοι δασμοί, φόροι κλπ και χωρίς την άδεια της αρμόδιας τελωνειακής Αρχής. Προέβη δε στην ως άνω αξιόποινη πράξη με σκοπό να αποστερήσει το Δημόσιο από τους οφειλόμενους και στην ως άνω ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης αντιστοιχούντες, ως άνω, φόρους κλπ εκ 12.630,80 ευρώ (αξία CIF, χωρίς την προσαύξηση με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας), προσπορίζοντας στον εαυτό του ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος. Τα παραπάνω αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι κατέθεσαν για την ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα του κατ/νου, και επιβεβαιώνονται από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις, που ασκήθηκε σε βάρος του η προκειμένη ποινική δίωξη της αγοράς, κατοχής και πώλησης λαθρεμπορευμάτων, όπως στο διατακτικό". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο του αναιρεσείοντα της αγοράς, κατοχής και πώλησης λαθρεμπορευμάτων και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών και χρηματική ποινή 12.630,80 (ίση με τη αξία CIF των λαθρεμπορευμάτων).
Με αυτό που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς στην προσβαλλόμενη απόφαση του διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν επί τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αποδεικτική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ΠΚ, 53, 54, 73, 155 παρ. 1 α και 2ζ, 157 παρ. 1 περ. α εδ. α και 160 παρ. 1 και 2 του ν. 2960/2001, όπως ήδη ισχύει μετά την ισχύ των ν. 3336/2005 και 3583/2007, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση με το πιο πάνω σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι πιο πάνω ποσότητες πετρελαίου θέρμανσης είχαν εισέλθει λαθραία στην Ελλάδα, χωρίς να καταβληθούν οι αναιρεσείοντες δασμούς, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, καθώς και τα περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Χ και Σια ΟΕ", τέλεσε το έγκλημα με τον τριπλό ως άνω τρόπο (αγορά, κατοχή και πώληση, λαθρεμπορευμάτων)137342 λίτρων πετρελαίων θερμάνσεως, με την αναφορά ότι αυτός αγόρασε, κατείχε και πωλούσε σε πετρέλαιο θέρμανσης που είχε εισαχθεί από την αλλοδαπή, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να έχουν καταβληθεί στο Ελληνικό Δημόσιο οι αναλογούντες δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν χρειαζόταν να αναφερθεί η ως άνω ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης από ποσά χώρα εισήχθη και ειδικότερα αν η χώρα αυτή είναι μέλος της ΕΟΚ και ήδη της ΕΕ, ούτε αν η εισαγωγή της εν λόγω ποσότητας επιτράπηκε χωρίς να καταβληθούν δασμοί, αφού δεν υποβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός εκ μέρους του κατηγορουμένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος. Ακόμη δεν υπάρχει αντίφαση στην αιτιολογία της αποφάσεως με την πλεοναστική αναφορά ότι η ανωτέρω ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης προορίζεται για συγκεκριμένη χρήση και ότι είχε εισαχθεί ατελώς και ότι έγινε παράνομη αλλαγή της χρήσεώς της και διατέθηκε στην αγορά χωρίς να καταβληθούν οι νόμιμοι δασμοί φόροι κλπ και χωρίς την άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, καθόσον η τοιαύτη επισήμανση από το δικάσαν Εφετείο έγινε για την πρόσθετη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των αξιοποίνων πράξεων που τέλεσε ο κατηγορούμενος, τουτέστην ότι εξ αυτής αυτός γνώριζε ότι οι ως άνω ποσότητες πετρελαίου δεν μπόρεσαν να εισαχθούν αδασμολόγητα και ότι αυτός από πρόθεση απέφυγε την καταβολή των ανάλογων δασμών και φόρων. Τέλος, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση από τον αναιρεσείοντα ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ιδιαίτερα για το σχηματισμό της περί ενοχής του ή μη κρίσης του τα φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια αγοράς) των προμηθευτών του, αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω και όσο αφορά το λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε ότι η επίμαχη ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης εισήχθη ατελώς και ότι έγινε την συνέχεια αλλαγή της χρήσεως, αλλά ότι αυτή ποσότητα αγοράσθηκε από τον αναιρεσείοντα από άγνωστο διαθέτη - εισαγωγέα, χωρίς την καταβολή των αναγκών δασμών και φόρων, χωρίς να δεχθεί ότι έγινε μεταβολή της χρήσεως, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτησή του. Επίσης η επαναλαμβανόμενη αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας "αρνήθηκε όλως καταχρηστικώς και εσφαλμένης να αποδεχθεί τα τιμολόγια αγοράς τα οποία προσκόμισε" είναι απορριπτέα για τον προαναφερόμενο λόγο ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, δηλονότι του ότι είναι αναιρετικώς ανελέγκτως ως προς το κεφαλαίο αυτό η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερόμενων οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως και για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1252,1252α/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά, κατοχή και πώληση λαθρεμπορευμάτων (εισαγωγή χωρίς άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και καταβολή δασμών και φόρων πετρελαίου θέρμανσης). Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία.
| 0
|
Αριθμός 983/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου.
Με κατηγορούμενη την Κ Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 68036/09/ΒΑ/3.12.09, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1732/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 97/8.3.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κατά τα άρθρα 136 περ. ε 137 παρ. 1 περ. γ Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. πρωτ. 68.036/09/8Α/3-12-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητεί την παραπομπή της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 381/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών, από το Εφετείο Αθηνών σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο και εκθέτω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 136 περ. γ του Κ.Π,Δ, περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 του πιο πάνω Κώδικα δικαστήριο. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 περ. γ του Κ.Π.Δ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως και στην περίπτωση της παρ. 1 περ. ε του ιδίου Κώδικα, όταν υπόκειται περίπτωση παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. Ε-2009/201 α/7-5-2009 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών, ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρα 314 παρ. 1α, 315 παρ. 1 Κ.Π.Δ ) κατά της Κ, Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας της Αθηνών, παραγγέλθηκε δε προανάκριση επί της υποθέσεως. Μετά το πέρας της προανακρίσεως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 381/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο η πιο πάνω κατηγορουμένη παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θηβών, λόγω της ιδιάζουσας δικαιοδοσίας της κατά το άρθρο 111 παρ. 7 Κ.Π.Δ, προκειμένου να δικασθεί για την ανωτέρω πράξη. Όπως όμως προκύπτει από την με ημερομηνία 2-12-2009 βεβαίωση του διευθύνοντος την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, η ως άνω κατηγορουμένη φέρει των βαθμό της Αντεισαγγελέως Εφετών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, δηλαδή στο αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο έχει παραπεμφθεί για να δικαστεί. Προκύπτει συνεπώς περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 περ. ε Κ.Π.Δ, και παραπομπή της υποθέσεως αυτής από το Εφετείο Αθηνών σε άλλο Εφετείο, αρμόδιο δε να διατάξει την παραπομπή αυτή σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ Κ.Π.Δ, είναι το Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η ανωτέρω ποινική δικογραφία από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο εκκρεμεί προς εκδίκαση, στο ισόβαθμο και ομοειδές Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, προκειμένου το δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στην εκδίκαση της εκκρεμούσης κατά της κατηγορουμένης Κ κατηγορίας.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
α) Να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. πρωτ. 68.036/09/8Α/3-12-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, και β) Να παραπεμφθεί η δικογραφία επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 381/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών, από το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, προκειμένου το δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στην εκδίκαση της κατηγορίας για σωματική βλάβη από αμέλεια που εκκρεμεί κατά της κατηγορουμένης Κ, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Αθήνα 8 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠολΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το το βαθμό του Προέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, διατάσσεται η παραπομπή σε άλλο ισοβάθμιο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λίγο της παραπάνω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο ίδιο αρμόδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά την κύρια διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία. Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι' αυτό το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε άλλη περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η Κ, κάτοικος ..., είναι Αντισαγγελέας Εφετών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Αυτή με το υπ' αριθμ. 381/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών, έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για το Πλημμέλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρθρα 28, 314 παρ. 1 εδ. α' και 315 παρ. 1 ΠΚ) που φέρεται ότι έχει τελέσει όταν ήταν Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών στην ... την 27-11-2006 σε βάρος της .... Επομένως, πρέπει σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να γίνει δεκτή η από 3-12-2009 σχετική αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία ζητείται η παραπομπή της ως άνω ποινικής επίθεσης από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, και να παραπεμφθεί για εκδίκαση η υπόθεση με κατηγορούμενη την προαναφερόμενη Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την υπ' αριθμ. πρωτ. 68036/09/ΒΑ/3-12-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Παραπέμπει για εκδίκαση την υπόθεση για την οποία έχει εκδοθεί το υπ' αριθμ. 381/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών με κατηγορούμενη την Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Κ, από το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπομπή υπόθεσης με κατηγορουμένη Αντεισαγγελέα Εφετών για πλημμέλημα σωματικής βλάβης από αμέλεια από Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) - (κανονισμός αρμοδιότητας). .
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 987/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως που δεν ερευνήθηκαν από τη με αριθμό 778/2009 απορριπτική της αρχικής αιτήσεως αυτού απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την επανεξέταση λόγων αναιρέσεως που δεν ερευνήθηκαν από αυτή, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 690/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση για επανεξέταση λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά τα άρθρα 370 και 514 του Κ.Π.Δ. τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως αλλά, στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο όμως δεν ισχύει και στην περίπτωση που ο Άρειος Πάγος, εκ παραδρομής, παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως, αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 Κ.Π.Δ. ερευνώμενο, ο οποίος δεν προτάθηκε, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων, με υποβληθέν υπόμνημά του στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνά του, καθόσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων απεκδύεται της εξουσίας του και, ελλείψει εκκρεμότητας παραδεκτώς προταθέντος λόγου, δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως. Εξάλλου η δυνατότητα επανεξετάσεως από τον Άρειο Πάγο αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, η οποία με προηγούμενη απόφασή του είχε απορριφθεί, σε σχέση με λόγο ή λόγους του αναιρετηρίου ή του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν ούτε απορρίφθηκαν με την προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί, εκτός της παραδεκτής προβολής τους, να μην αφορούν και βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα απ' αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της επανεξετάσεως λόγου αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 477Α, 1099, 1656Α, 1771/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο ήδη αιτών-αναιρεσείων, Μητροπολίτης Αττικής, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, κηρύχθηκε ένοχος υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, κατ εξακολούθηση, η οποία τελέσθηκε σε βάρος ΝΠΔΔ, το όφελος δε που πέτυχε ο δράστης και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο ΝΠΔΔ υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Ο αιτών άσκησε κατά της καταδικαστικής αποφάσεως τις από 24-6-2008 και 5-10-2008 αιτήσεις αναιρέσεως και τους από 30-12-2008 πρόσθετους λόγους. Με το σύνολο των λόγων των κυρίων δικογράφων και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, που αθροιστικώς ανέρχονται σε επτά (7), προβάλλονται με καθένα απ' αυτούς χωριστά οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη 258, 13στ ΠΚ και 1 Ν. 1608/1950, καθώς και της εκ πλαγίου παραβάσεως των ίδιων διατάξεων (510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ), της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 και 171 παρ. 1δ σε συνδυασμό με 510 παρ. 1Α ΚΠΔ), υπέρβασης εξουσίας (510 παρ. 1 Η ΚΠΔ). Επί των αιτήσεων αναιρέσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 778/2009 απόφαση του ΣΤ' Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με αυτή κρίθηκε ότι δεν προκλήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο και το Εφετείο, που εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση, δεν υπερέβη την εξουσία του, διέλαβε πλήρη αιτιολογία στην παρεμπίπτουσα απόφαση απορρίψεως του αιτήματος αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως, αφετέρου δε με όλα όσα δέχθηκε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' εκείνη με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση σε βάρος της αναφερομένης πολιτικώς εναγούσης Ι. Μονής και αναφέρονται οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ, 258 ΠΚ και 1 Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Έτσι το ΣΤ' Τμήμα του Αρείου Πάγου απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοχ. Α', Δ', Ε' και Η' του Κ.Π.Δ., παραδεκτώς, με τα κύρια δικόγραφα και αυτό των προσθέτων λόγων, προταθέντες λόγους αναιρέσεως του ήδη αιτούντος, περί απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, της υπερβάσεως εξουσίας, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων και συνακολούθως στο σύνολό τους τις αιτήσεις αναιρέσεως του ήδη αιτούντος και τον πρόσθετο λόγο αυτών. Ειδικότερα με εκτενείς αιτιολογίες απέρριψε τον μοναδικό λόγο του από 24-6-2008 κυρίου δικογράφου και του οικείου τμήματος του πρώτου των προσθέτων περί απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, λόγω της παρά το νόμο παραστάσεως στη διαδικασία στο ακροατήριο της πολιτικώς ενάγουσας Ι. Μονής (βλ. σελ. 3-10 της αποφάσεως). Ερεύνησε και απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο, κατά το οικείο τμήμα του, του δικογράφου των προσθέτων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για αποβολή της πολιτικώς ενάγουσας και αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως για να προσέλθει ο αναφερόμενος μάρτυρας και να αρθεί το απόρρητο του λογαριασμού καταθέσεων της πολιτικώς ενάγουσας (βλ. σελ. 10-12). Ερεύνησε και απέρριψε ως αβάσιμους, με εκτενείς αιτιολογίες, τους, από το άρθρο 510 παρ. 1Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, πρώτο κατά το οικείο τμήμα του και τρίτο λόγους του δικογράφου των προσθέτων με τους οποίους πλήττονταν η προσβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι για την απόρριψη του αιτήματος αποβολής της πολιτκώς ενάγουσας έλαβε υπόψη και αξιολόγησε τα αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να αναγνωσθούν (σελ. 12-15). Ερεύνησε και απέρριψε ως αβάσιμο τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 Η'ΚΠΔ, πρώτο λόγο του από 6-10-2008 κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττονταν η προσβαλλομένη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, διότι τον κήρυξε ένοχο για υπεξαίρεση μεγαλύτερου ποσού κείνου για το οποίο είχε κηρυχθεί ένοχος πρωτοδίκως. Τέλος η απόφαση του Αρείου Πάγου στις σελ. 19-89 παραθέτει τις οικείες νομικές σκέψεις και τις παραδοχές της πληττομένης αποφάσεως σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αιτούντα κατηγορία και στις σελ. 89-97 προβαίνει σε αξιολόγηση και απόρριψη ως αβασίμων με τους, από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' και Ε' ΚΠΔ, δεύτερο και τρίτο του από 6-10-2008 κυρίου δικογράφου και δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβαλλομένων αιτιάσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής για την ανωτέρω πράξη κρίσεως και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας. Με την υπό κρίση αίτηση, όπως λέχθηκε, διώκεται η επανεξέταση των υπό στοιχεία α', β', γ' ,δ'και ε' αναφερομένων σ αυτήν λόγων που παραδεκτώς προτάθηκαν, με τα κύρια δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ελλείψεως νομίμου βάσεως (α'), που προτάθηκε με το από 6-10-2008 κύριο αναιρετήριο, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ελλείψεως νομίμου βάσεως των παρεμπιπτουσών αποφάσεων, με τις οποίες απορρίφθηκαν αιτήματά του αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις και προσαγωγής μάρτυρα (β'), που προτάθηκε με τους προσθέτους λόγους, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ελλείψεως νομίμου βάσεως όσον αφορά την κρίση περί ενοχής του (γ'), που προτάθηκε με τους προσθέτους λόγους και απόλυτης ακυρότητος στο ακροατήριο λόγω λήψεως υπόψη και αξιολογήσεως εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν για την απόρριψη του αιτήματος αποβολής της πολιτικής αγωγής και παρά το νόμο παραστάσεως της πολιτικής αγωγής (δ'και ε'), που προτάθηκαν με τον λόγο του από 24-6-2009 κυρίου αναιρετηρίου και τους προσθέτους λόγους. Όλοι αυτοί οι λόγοι όμως εξετάσθηκαν και απορρίφθηκαν με την 778/2009 απόφαση του ΣΤ' Τμήματος, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω αναφερόμενα, χωρίς βέβαια να μπορεί να ερευνηθεί το ορθό ή εσφαλμένο της απορρίψεως τους, όπως κατ ουσία επιζητεί ο αιτών, ενόψει του ότι, υπό στοιχεία δ' και ε', αναφέρει την απόρριψη των οικείων λόγων του κυρίου δικογράφου και εκείνου των προσθέτων, από προφανή παραδρομή, δεχόμενος έτσι ότι ερευνήθηκαν οι εκεί αναφερόμενοι λόγοι και απορρίφθηκαν. Την αποκατάσταση της εσφαλμένης κατά τους ισχυρισμούς του απόρριψη των οικείων λόγων, όπως και την επανεξέταση των ήδη ερευνηθέντων, κατά τα προλεχθέντα και απορριφθέντων λόγων, διώκει με την αίτησή του.
Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2009 αίτηση του ..., για επανεξέταση των αναφερόμενων στο σκεπτικό λόγων αναιρέσεως αυτού.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως που δεν ερευνήθηκαν από την απορριπτική της αιτήσεως απόφαση. Προϋποθέσεις (ΑΠ 530/2007). Πρέπει οι λόγοι να έχουν προταθεί με το δικόγραφο της κύριας αιτήσεως και εκείνο των προσθέτων λόγων, όχι όμως και όταν δεν ερευνήθηκαν αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ (ΑΠ 89/2009). Ερευνήθηκαν, αξιολογήθηκαν και απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι των δύο αιτήσεων και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 976/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλου, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) X1 κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β'Τύπου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση και 2) X2 κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 1822Α, 1827/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενη την ...
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του πρώτου αναιρεσείοντος και στις από 22 Ιουνίου 2009 και 24 Σεπτεμβρίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως του δεύτερου αναιρεσείοντος, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1429/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πρώτου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης του X1 και να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι δύο αιτήσεις του X2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: 1) η από 22-6-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X1 2) η από 22-6-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X2 και 3) η από 28-9-2009 αίτηση αναίρεσης του δευτέρου των ως άνω κατηγορούμενου κατά της υπ' αριθ, 1822Α -1827/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησαν τις μεν δύο πρώτες ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., όπου τότε αμφότεροι κρατούνταν, τη δε τρίτη με δήλωση του δευτέρου αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Πρώτα όμως θα ερευνήσει το παραδεκτό της συζήτησης αυτών, λόγω της μη εμφάνισης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας του δευτέρου των ως άνω αναιρεσειόντων.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ΚΠΔ και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α του ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, σε συνδυασμό και προς εκείνη της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 513, προκύπτει, ότι ο Αρειος Πάγος, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του ο αιτών με συνήγορο, οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν ο ίδιος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Έτσι προϋπόθεση, για την απόρριψη της αναίρεσης, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος και γι' αυτό το ανωτέρω δικαστήριο οφείλει, αν ο ίδιος δεν κλητευθεί κατά τον προσήκοντα τρόπο και δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του κατά την ορισθείσα δικάσιμο, να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Ακόμα, η επίδοση, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 1 του ΚΠΔ, συντελείται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου από την αρμόδια όργανα, τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή. Η δε επίδοση του εγγράφου, όπως ορίζεται το άρθρο 161 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αποδεικνύεται από το αποδεικτικό επίδοσης, στο οποίο πρέπει να αναφέρεται ρητώς και κατά τρόπο ανεπίδεκτο κάθε αμφιβολία το επιδιδόμενο έγγραφο. Η ελλιπής αναγραφή στο αποδεικτικό επιδόσεως των στοιχείων του κατά τρόπο ώστε να μη προκύπτει σαφώς αν επιδόθηκε το κρίσιμο έγγραφο, εξομοιώνεται με έλλειψη επιδόσεως (ΑΠ 206/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, στο από 10 Νοεμβρίου 2009αποδεικτικό επιδόσεως, που συντάχθηκε από τον ..., γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Τρικάλων, αναφέρεται, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, ότι στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο X2 επιδόθηκε κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία η 1429/2009 και από 9 Νοεμβρίου 2009 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου πάγου, με την οποία καλεί τον αναιρεσείοντα να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου την 16-3-2010, για τη συζήτηση των από 24-6-2009 και 25-6-2009 αιτήσεως αναιρέσεως του κατά της υπ' αριθ.1822Α-1827/2009 αποφάσεων που εξέδωσε το Πενταμελές Εφετείο Πατρών. Όμως ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο την παραδεκτώς επισκοπουμένων δύο κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως του ως άνω αναιρεσείοντος αυτές ασκήθηκαν την 22-6-2009 και την 28-9-2009 αντίστοιχα, με διαφορετικό περιεχόμενο η καθεμία τους. Έτσι, από τη προαναφερθείσα αναγραφή στο μνημονευθέν αποδεικτικό επιδόσεως των ημεροχρονολογιών άσκησης των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως δεν συνάγεται κατά τρόπο αναμφίβολο αν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κλήση προς εμφάνιση και υποστήριξη των υπ' αυτού πράγματι ασκηθείσων δύο αιτήσεων αναιρέσεων ή άλλων κατά της προσβαλλόμενης ή άλλων κατά της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και γι' αυτό η ως άνω πλημμελής αναγραφή του χρόνου άσκησης των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης ισοδυναμεί με έλλειψη νόμιμης επίδοσης των αιτήσεων αυτών και καθιστά την μνημονευθείσα επίδοση της κλήσεως άκυρη.
Συνεπώς, εφ' όσον ο αναιρεσείων, που κλητεύθηκε κατά τον ως άνω τρόπο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφαση δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε καθόλου στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτή, όταν εκφωνήθηκε το ονοματεπώνυμο του κατά την προαναφερόμενη συνεδρίαση, πρέπει η συζήτηση των ως άνω δύο αιτήσεων αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος ή απόφασης πρέπει στη δήλωση της άσκησης της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, χωρίς άλλη έρευνα, απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση. Κατ' ακολουθίαν των ως άνω λόγοι που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο και δη σε υπόμνημα δεν λαμβάνονται υπόψη του το δικαστήριο, ενώ η απλή συρραφή του υπομνήματος στη έκθεση αναίρεσης δεν ενσωματώνει τους περιεχομένους σ' αυτό λόγους στην έκθεση και πολύ περισσότερο όταν το υπόμνημα δεν φέρει την υπογραφή του γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο κατηγορούμενοςX1, ασκήθηκε την από 22-6-2009 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1822Α-1827/2009 απόφασης του Πενταμελούς εφετείου Αθηνών, ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., ένθα κρατείτο, ουδόλως διαλαμβάνει κάποιο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης. Επομένως αυτή είναι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να απορριφθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση των από 22-6-2009 και 28-9-2009 δύο αιτήσεων του X2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1822Α-1827/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 22-6-2009 αίτηση του X1 για αναίρεση της ως άνω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα X1 στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτης, ως μη περιέχουσας τουλάχιστον έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, Κηρύσσει απαράδεκτη συζήτηση δύο αιτήσεων αναίρεσης του ιδίου αναιρεσείοντος μη εμφανισθέντος κατά τη συζήτηση λόγω μη νομότυπης κλητεύσεώς του (αναφέρεται στο αποδεικτικό η κλήτευσή του για συζήτηση άλλων αιτήσεων αναίρεσης) -.
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
Αριθμός 973/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1058/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1)Χ1, κατοίκου ..., 2)Χ2, κατοίκου ..., 3)Χ3, κατοίκου ..., 4)Χ4, κατοίκου ..., 5)Χ5, κατοίκου ..., 6)Χ6, κατοίκου ..., 7)Χ7, κατοίκου ..., 8)Χ8 και 9)Χ9, κατοίκων ..., και
πολιτικώς ενάγοντα το Αστικό σωματείο με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ-ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (ΤΑΠΙΛΤΑΤ)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 37/20 Ιουλίου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1099/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 251/21-7-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγω στο Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 Κ.Π.Δ., προς συζήτηση και έκδοση αποφάσεως του με αριθμό 37/20-7-2009 αίτησή μου, με την οποία ζητώ να αναιρεθεί το με αριθμό 1058/09 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Για την βασιμότητα των λόγων για τους οποίους ασκήθηκε η κρινόμενη αναίρεση, αναφέρομαι εξολοκλήρου στο περιεχόμενο της 37/20-7-2009 σχετικής εκθέσεως.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
1) Να γίνει δεκτή η αίτηση μου
2) Να αναιρεθεί το με αριθμό 1058/09 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 3) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Αθήνα 21 Ιουλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του (άρθρο 306), για τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα, οριζόμενους λόγους, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 390 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε αυτό από το άρθρο 15 του ν. 3242/2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εάν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσόν των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας απαιτείται ο δράστης, χωρίς να έχει σκοπό ιδιοποίησης, κατά τη διαχείριση ή επιμέλεια της περιουσίας άλλου, που έχει από το νόμο ή από δικαιοπραξία, να τη ζημιώσει, με πράξη ή παράλειψη. Περαιτέρω, κατά την κρατούσα στη νομολογία και την επιστήμη άποψη, η ενέργεια αυτή πρέπει να έχει εξωτερική φύση, καθώς εάν η ζημία προέλθει από εσωτερική ενέργεια, όπως είναι η ιδιοποίηση, θα πρόκειται για υπεξαίρεση. Θα πρέπει, δηλαδή, η ζημία να επέλθει από διαχειριστική πράξη ή παράλειψη του δράστη, κατά κατάχρηση της έναντι τρίτων αντιπροσωπευτικής εξουσίας του. Για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας δεν θα πρέπει να ενεργεί απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού.
Συνεπώς, πράξεις εσωτερικές και δη είτε με υλικό είτε με δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, και εξωτερικές που έχουν είτε υλικό είτε δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, αλλά δεν αποτελούν ενάσκηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας, δεν συνιστούν απιστία. Επιπλέον, δεν υπάρχει κατάχρηση και, επομένως, δεν τελείται το αδίκημα, όταν δεν παραβιάζονται οι κανόνες επιμελούς διαχείρισης, όπως όταν οι ενέργειες επιτρέπονται από τη σύμβαση ή δεν υπήρχε δυνατότητα επωφελέστερης επιλογής, τηρήθηκαν οι διαδικασίες, εξαντλήθηκαν τα περιθώρια διαπραγμάτευσης κ.λπ. Επομένως, τέσσερα είναι τα βασικά στοιχεία της απιστίας: α) νομίμως θεμελιωμένη εξουσία αντιπροσωπεύσεως, β) εξωτερική και δικαιοπρακτική ενέργεια του αντιπροσώπου, γ) κατάχρηση της (αντιπροσωπευτικής) εξουσίας διαθέσεως, συνιστάμενη στην υπέρβαση των ορίων της επιτρεπτής δράσεως του αντιπροσώπου επί τη βάσει της εσωτερικής σχέσεως στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του να προκαλεί την παραγωγή εννόμων συνεπειών και δ) επαγωγή ζημίας στην αλλότρια περιουσία. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία οικονομικών αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων, εμπραγμάτων ή ενοχικών, καθώς επίσης η νομή, η σταθερή πελατεία, η με σταθερότητα περιβαλλόμενη προσδοκία κτήσης τέτοιων γενικώς οικονομικών αγαθών και οι ελπίδες ακόμη, όχι οι γενικές, απλές και ακαθάριστες, αλλά οι στηριζόμενες σε ορισμένες πιθανότητες. Βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωσή της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως αυτής και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεσή της από το δράστη. Υποκειμενικά δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος, αφού πλέον η διατύπωση του άρθρου, μετά τον ν. 2172/1993, είναι "με γνώση", δηλ. απαιτείται "υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση", άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι η πράξη είναι επιζήμια για την περιουσία που διαχειρίζεται ή επιμελείται και τη θέλησή του να επιφέρει τη ζημία αυτή. Η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, όταν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 ΠΚ, "αν δύο η περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού. Όταν, όμως, στον ίδιο τόπο και χρόνο περισσότεροι διαπράττουν την ίδια πράξη κατά το αντικειμενικό σκέλος της, χωρίς να υπάρχει κοινός δόλος (συναπόφαση) των δραστών, τότε δεν πρόκειται για συναυτουργία, αλλά για παραυτουργία ή παράλληλη αυτουργία, οπότε καθένας από τους δράστες διώκεται και κρίνεται ως αυτουργός της σχετικής πράξης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μια και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, όπως ισχύει μετά το π.δ. 433/1993 και το ν. 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού) προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία που συνιστάται για το σκοπό αυτό. Η ως άνω περιουσία καθίσταται αντικείμενο διαχείρισης από τις λεγόμενες ΑΕΔΑΚ (Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων), οι οποίες, αφού λάβουν την άδεια λειτουργίας τους από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ενεργούν, με βάση την εμπειρία τους, για λογαριασμό των δικαιούχων με σκοπό την επίτευξη υψηλών αποδόσεων των κεφαλαίων τους, επενδύοντάς τα κατ' επιλογή τους σε ομόλογα, ομολογίες και μετοχές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Η σημασία που αποδίδει η ελληνική και κοινοτική νομοθεσία στη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων και τις επενδύσεις σε κινητές αξίες αποτυπώθηκε στο ν. 3283/2004, που ρυθμίζει τα σχετικά θέματα.
Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ανυπαρξία αποχρωσών ενδείξεων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ή αποχρώσες ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθ. 1270/2008 βούλευμα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε να παραπεμφθούν στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών οι Χ2, Χ1, Χ3, Χ4,Χ8, Χ9, Χ5, Χ6 και Χ7 για την πράξη της απιστίας κατά συναυτουργία και κατ` εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα και δια παραλείψεως, σε βαθμό πλημμελήματος και κακουργήματος, πράξη που φέρονται ότι τέλεσαν στην ... κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2003 μέχρι τις 18.12.2005. Επί εφέσεως δε των ανωτέρω, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ` αριθ. 1058/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πλημμεληματική απιστία, ενώ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των εκκαλούντων - κατηγορουμένων για την κακουργηματική απιστία. Κατά του βουλεύματος αυτού, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε την κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητεί την αναίρεσή του, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της στερήσεως νόμιμης βάσεως, και μόνο κατά το μέρος που αποφάνθηκε αυτό ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων για τις μερικότερες πράξεις της κακουργηματικής απιστίας που φέρονται ότι τελέσθηκαν από 18.11.2005 μέχρι 18.12.2005 (ρευστοποίηση αμοιβαίων κεφαλαίων), την 1.7.2004 (απόφαση για δειγματοληπτικό έλεγχο των αποδοχών των απασχολουμένων υπαλλήλων) και από 15.5.2004 μέχρι 3.12.2004 (ανάθεση εκπόνησης αναλογιστικών μελετών). Περαιτέρω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις και χωρίς αναφορά στην ενσωματωμένη σ` αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν, όσον αφορά το προσβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως μέρος του, επί λέξει, τα εξής: "...από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας...προκύπτουν τα ακόλουθα: Από πολλών ετών έχει συσταθεί επαγγελματικό εργασιακό σωματείο με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ" ( ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ ), το οποίο έχει ως σκοπό τη χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στους αποχωρούντες από την υπηρεσία του προσωπικού οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες Τράπεζες, εφόσον θεμελιώνουν δικαίωμα κυρίας συντάξεως στο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ ή στο ΙΚΑ ή σε ειδικούς ασφαλιστικούς φορείς κατά την επέλευση των ασφαλιστικών κινδύνων που ορίζονται από το καταστατικό του και εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις αυτού. Μέλη του Ταμείου αυτού κατά το καταστατικό γίνονται τα πρόσωπα που παρέχουν κάθε φορά εξαρτημένη εργασία, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με αμοιβή στην Ι.Λ.Τ.Ε. και στις Τράπεζες, Εργασίας, Κρήτης, Κεντρικής Ελλάδας, Επαγγελματικής Πίστης, Αττικής, Επενδύσεων, ..., Αραβοελληνική Τράπεζα, ΕΤΕΒΑ, Εθνική Στεγαστική Τράπεζα και στην Εθνική Α.Ε. Διοικήσεως και Οργανώσεως, τα οποία είναι μέλη των οικείων συλλόγων των Τραπεζών. Ήδη δε μέλη του Ταμείου είναι, μεταξύ άλλων, οι υπάλληλοι των τραπεζών ALPHA ΒΑΝΚ (πρώην Ιονική Τράπεζα), EUROBANK (πρώην Τράπεζες ΚΡΗΤΗΣ, ΕΡΓΑΣΙΑΣ και ΑΘΗΝΩΝ), ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ (πρώην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος), ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, ΕΘΝΟΚΑΡΤΑ, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (πρώην Τράπεζα ΕΤΕΒΑ), Τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ (πρώην Τράπεζα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ). Το ως άνω ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ διοικείται από 9μελές Διοικητικό Συμβούλιο εκλεγόμενο κάθε τριετία από τη Γενική Συνέλευση των μελών του Ταμείου με μυστική ψηφοφορία, πόροι δε αυτού είναι, εκτός των άλλων: 1) Εισφορά 3% στις κάθε φύσεως αποδοχές των ασφαλισμένων, εισπραττομένη με κρατήσεις από τις μισθολογικές καταστάσεις από καθεμία Τράπεζα, η οποία υποχρεούται να την καταθέσει στο Ταμείο εντός του ιδίου μισθολογικού μήνα. 2) Εισφορά 4% στις πάσης φύσεως αποδοχές των ασφαλισμένων στο Ταμείο, καταβαλλόμενη από κάθε Τράπεζα στο Ταμείο μέσα στον ίδιο μήνα βάσει της καταβαλλόμενης μισθοδοσίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ είναι ένα σωματειακής μορφής επικουρικό ταμείο, που αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενο αποκλειστικά από τις διατάξεις του από 3-7-1990 νόμιμα δημοσιευθέντος καταστατικού του και των σχετικών νόμων. Κατά τις αρχαιρεσίες της 21/25-10-2002 οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι εξελέγησαν ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου αυτού, ανέλαβαν δε τη διοίκησή του για μια τριετία από 6-12-2002 και συγκεκριμένα: 1) Ο Χ2 ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. 2) Ο Χ1 ως αντιπρόεδρος. 3) Ο Χ3 ως γενικός γραμματέας. 4) Ο Χ4 ως ταμίας. 5) Οι Χ8 και Χ6 ως αναπληρωτές ταμίες και Χ9, Χ5 και Χ7 ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Επίσης, μέλη αυτού κατά το ως άνω χρονικό διάστημα διετέλεσαν και οι .... Το Διοικητικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό, διοικεί το Ταμείο και διαχειρίζεται την περιουσία αυτού και συγκεκριμένα: α) Επιμελείται για την κανονική είσπραξη των πόρων του Ταμείου. β) Διαχειρίζεται τα κεφάλαια του Ταμείου, βάσει των διατάξεων του Καταστατικού και της γενικής νομοθεσίας. γ) Αποφασίζει για την τοποθέτηση των κεφαλαίων, της εκποιήσεως, υποθηκεύσεως και ενεχυριάσεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου... ι) Συγκροτεί ... 2) Επιτροπή παροχών από μέλη αυτού, που έχει σαν έργο τον έλεγχο των προϋποθέσεων και την εισήγηση προς αυτό ή κατόπιν αποφάσεως ταύτης τη χορήγηση των ορισθησομένων παροχών από το Διοικητικό Συμβούλιο. Το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Προσωπικού ALPHA ΒΑΝΚ", το οποίο με 2.700 περίπου μέλη είναι το μεγαλύτερο από τα απαρτίζοντα το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την παρούσα από 19-6-2006 μηνυτήρια αναφορά του, αποδίδοντας στα ως άνω μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ κατά το χρονικό διάστημα των ετών από τα τέλη του 2002 έως τα τέλη του 2005 τη διάπραξη αξιοποίνων πράξεων (απιστίας). Ειδικότερα, όσον αφορά τις αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις προκύπτουν τα εξής: Ι) Κατά τα αναφερόμενα στην από 19-6-2006 μηνυτήρια αναφορά του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Προσωπικού ALPHA ΒΑΝΚ" οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Χ2, Χ1, Χ3, Χ4, Χ8, Χ9, Χ5, Χ6 και Χ7, με τις ανωτέρω ιδιότητές τους ως μελών του Δ.Σ. του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, από κοινού ενεργώντας προξένησαν εν γνώσει τους ζημία στο ως άνω Ταμείο. Ειδικότερα, αυτοί κατά το χρονικό διάστημα από 18-11-2005 και έως την 18-12-2005, μετέχοντας σε δύο διαδοχικές συνεδριάσεις του Δ.Σ. του πιο πάνω Ταμείου, την 24-11-2005 και την 17-12-2005, αποφάσισαν τη ρευστοποίηση έντεκα (11) συνολικά αμοιβαίων κεφαλαίων από το χαρτοφυλάκιο του "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ", των εταιρειών με τις επωνυμίες "ΔΙΕΘΝΙΚΗ ΑΕΔΑΚ", "Alico ΑΕΔΑΚ", "Alpha ΑΕΔΑΚ" και "Alpha Trust ΑΕΔΑΚ", οι οποίες είναι από τις μεγαλύτερες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων. Η αξία των πιο πάνω αμοιβαίων κεφαλαίων, σύμφωνα με την αξία κτήσης τους, ανερχόταν κατά την 18-11-2005 σε 31.253.761,41 ευρώ. Με την ολοκλήρωση της ρευστοποίησης των πιο πάνω κεφαλαίων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα προξένησαν στο "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ" εν γνώσει τους ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 5.603.088,47 ευρώ. Η γνώση τους για την πρόκληση της πιο πάνω ζημίας προκύπτει κατά την κατηγορία από το γεγονός ότι κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. του "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ", της 17-12-2005, αποφάσισαν την επένδυση του προϊόντος της πιο πάνω ρευστοποίησης σε ασφαλιστικό πρόγραμμα της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", με διακριτικό τίτλο "ASPIS ASSET", ενώ καλώς γνώριζαν ότι δεν είχαν λάβει τη γνώμη και τη συναίνεση της αρμόδιας επενδυτικής επιτροπής, δεν υπήρχε κανένας λόγος για την πιο πάνω αιφνίδια και μαζική ρευστοποίηση αμοιβαίων κεφαλαίων, επί ζημία, έναντι της τιμής κτήσης των πιο πάνω αμοιβαίων κεφαλαίων, η δε σκοπούμενη επένδυση στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α." ήταν εν γνώσει τους επισφαλής, καθόσον η πιστοληπτική θέση της εταιρείας αυτής ήταν περιορισμένη και η καθαρή θέση της εταιρείας τα τελευταία δέκα έτη (δηλαδή η διαφορά ενεργητικού και του συνόλου των υποχρεώσεών της), ήταν αρνητική, κατά ποσό 25.918.000 ευρώ, την οποία σε κάθε περίπτωση δεν είχαν ελέγξει, ως όφειλαν, πριν αποφασίσουν την πιο πάνω επένδυση. Πλην όμως από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως προέκυψε η βασιμότητα της πιο πάνω αποδιδόμενης στους εκκαλούντες - κατηγορουμένους αξιόποινης πράξης της απιστίας. Την 18-11-2005 οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ4, Πρόεδρος και Ταμίας αντίστοιχα του Δ.Σ. του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, απέστειλαν τις υπ' αριθ. πρωτ. ... επιστολές προς τις εταιρείες "ΔΙΕΘΝΙΚΗ ΑΕΔΑΚ", "ALICO A IG ΑΕΔΑΚ", "ALPHA ΑΕΔΑΚ" και "ALPHA TRUST ΑΕΔΑΚ" με την εντολή να προβούν σε ολική εξαγορά έντεκα (11) συνολικά αμοιβαίων κεφαλαίων του Ταμείου. Η ενέργεια αυτή έγινε, μετά από προηγηθείσες συζητήσεις και συσκέψεις ως προς το ζήτημα της αναγκαιότητας αναδιάρθρωσης του χαρτοφυλακίου του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, ενόψει και των εκθέσεων των τελευταίων ετών της εταιρείας ορκωτών λογιστών, που διενεργούσε τον ετήσιο έλεγχο των οικονομικών του Ταμείου, για εξυγίανση του χαρτοφυλακίου αμοιβαίων κεφαλαίων του τελευταίου. Κατά την έκτακτη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 24-11-2005, ένα από τα θέματα της ημερήσιας διάταξης ήταν και αυτό των "επενδύσεων". Κατά τη διάρκεια αυτής της συνεδρίασης ο εκκαλών -κατηγορούμενος Χ2 ανέφερε ότι σε συνεργασία με τις υπηρεσίες του Ταμείου και το λογιστή ρευστοποίησαν μία σειρά παλαιών αμοιβαίων κεφαλαίων ύψους 25.650.000 ευρώ περίπου, τα οποία ήταν ένα μίγμα ζημιογόνων αλλά και κερδοφόρων αμοιβαίων κεφαλαίων και ζήτησε από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου την έγκριση για τις εν λόγω ρευστοποιήσεις. Επίσης, κατά την ίδια συνεδρίαση ο ως άνω κατηγορούμενος ανέφερε ότι οι συγκεκριμένες επενδύσεις ήταν ζημιογόνες, δεδομένου ότι υπήρξαν σημαντικές απώλειες και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να εξεταστεί σοβαρά μία πρόταση ασφαλούς τοποθέτησης και συγκεκριμένα στο πρόγραμμα ASPIS ASSET, ένα πρόγραμμα ασφαλιστηρίου συμβολαίου της ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.". Μετά ταύτα κατά τις συνεδριάσεις του Δ.Σ. της 17-12-2005 και 22-12-2005 εισήχθη προς συζήτηση το θέμα της επένδυσης στην εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α." και η σχετική πρόταση υπερψηφίστηκε. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η θητεία του απερχόμενου κατά το έτος 2005 Δ.Σ. του Ταμείου έληγε την 6-12-2005, χωρίς να διενεργηθούν αρχαιρεσίες για την εκλογή νέας διοίκησης. Ακολούθως, την 16-12-2005 κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση περί διορισμού προσωρινής διοίκησης και μέχρι το τέλος του έτους 2005 δεν είχε οριστεί τέτοια. Περαιτέρω, η απόφαση του Δ.Σ. του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ για την κατά τα ως άνω ρευστοποίηση των ανωτέρω αμοιβαίων κεφαλαίων, που στην πλειοψηφία τους ήσαν μετοχικά, εντάσσεται στα πλαίσια της αλλαγής του επενδυτικού προσανατολισμού του Ταμείου και τη στροφή του σε πιο συντηρητικές επιλογές, οι οποίες εξασφάλιζαν σταθερή απόδοση. Τα αμοιβαία κεφάλαια δε που ρευστοποιήθηκαν αποτελούσαν περίπου το 22,65% του χαρτοφυλακίου Α/Κ και περίπου το 6,5% του συνόλου της περιουσίας του Ταμείου. Ακόμη είναι γνωστό ότι τα αμοιβαία κεφάλαια αποτελούν επενδυτικά προϊόντα υψηλού κινδύνου, από αυτά δε τα μετοχικά, λόγω της φύσης της επένδυσης, εμπερικλείουν το μεγαλύτερο επενδυτικό κίνδυνο. Στην ουσία η απόφαση περί ρευστοποίησης των αμοιβαίων κεφαλαίων λήφθηκε με σκοπό τη διόρθωση μίας εσφαλμένης πρακτικής των προηγούμενων διοικήσεων, την εξυγίανση του χαρτοφυλακίου του Ταμείου και την πραγματική διασφάλιση των συμφερόντων και της περιουσίας του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Γενικότερα δε η απόφαση να ρευστοποιηθούν τα εν λόγω αμοιβαία κεφάλαια ήταν απολύτως επωφελής για το Ταμείο, καθόσον ματαίωσε την περαιτέρω ζημία από τη μείωση της περιουσίας αυτού. Ο ισχυρισμός του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος σωματείου ότι από την κατά τα ως άνω ρευστοποίηση των αμοιβαίων κεφαλαίων την 18-11-2005 επήλθε ζημία στην περιουσία του Ταμείου ύψους 5.603.088,40 ευρώ είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τους βασικούς κανόνες της λογιστικής και του ισχύοντος Π.Δ. 80/1997 "περί Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης", ως τιμή κτήσης των αμοιβαίων κεφαλαίων θα ληφθεί εκείνη της αρχικής αγοράς αυτών από το Ταμείο κατά το έτος 1994 και όχι εκείνη που είχαν αυτά κατά το έτος 1999, οπότε πωλήθηκαν και επαναγοράσθηκαν αυθημερόν (εγγράφοντας λογιστικά και μόνο κέρδη και διογκώνοντας πλασματικά την αξία τους). Ακόμη, στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί και το γεγονός ότι με τη σημερινή εξέλιξη των τιμών του Χρηματιστηρίου, εάν τα επίμαχα Αμοιβαία Κεφάλαια είχαν παραμείνει στην περιουσία του Ταμείου, οι απώλειες του επενδεδυμένου κεφαλαίου θα ήσαν πολύ μεγαλύτερες. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Θεσμικών Επενδυτών, το συνολικό ενεργητικό των ελληνικών αμοιβαίων κεφαλαίων μέσα στο έτος 2008 παρουσίασε σημαντικές αρνητικές αποδόσεις. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την από 12-6-2008 σαφή και εμπεριστατωμένη έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ..., που διορίστηκε από την Ανακρίτρια του 18ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα εξής : "...Από τα ανωτέρω α. β, γ, δ αντίγραφα κινήσεων των επενδυτικών λογαριασμών σε αμοιβαία κεφάλαια, δεν αναφέρονται καταγεγραμμένες αποδόσεις για τις περιγραφόμενες επενδύσεις κατά τη χρονική περίοδο από την πρώτης εγγραφής μέχρι σήμερα, αν και έγιναν πολλές εγγραφές και εξαγορές. Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρονται αν υπήρξαν κέρδη ή ζημίες από τις επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια από το έτος 1994 μέχρι σήμερα και αν τα εν λόγω κέρδη έχουν καταγραφεί στο λογιστικό σχέδιο του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Σε καμία όμως από τις ανωτέρω εξαγορές δεν μου παραδόθηκαν καταγεγραμμένες αποδόσεις στο ενιαίο λογιστικό σχέδιο του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Έτσι δεν γνωρίζουμε αν υπήρχαν αποδόσεις για τις εν λόγω επενδύσεις, αν ήσαν θετικές ή αρνητικές και ποιο το ύψος των. Εκείνο που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας είναι τα ποσά που αναφέρονται στη μήνυση για την περίοδο από το έτος 1999 έως την 18-11-2005, δηλαδή ύψος συνολικής επένδυσης (αγορά) 19.719.456,06 ευρώ, αξία εξαγοράς (πώληση) 12.615.168,55 ευρώ, ζημία για το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ 7.104.287,51 ευρώ. Το γεγονός τούτο ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο αν λάβουμε υπόψη μας την αναφορά στο αντίγραφο κινήσεων του επενδυτικού λογαριασμού της ALPHA ASSET MANAGEMENT από 3-5-1994 μέχρι 18-11-2005, όπου καταγράφεται αρνητική απόδοση -18,60% από 1-1-2008 έως 8-4-2008, δηλαδή αν κρατούσαν την επένδυση μέχρι την 8-4-2008 το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ θα έχανε 18% του συνολικά επενδυμένου κεφαλαίου (σελ. 19-20) .... Αφού οι πρώτες εγγραφές σε αμοιβαία κεφάλαια έγιναν το έτος 1994 και συνεχίστηκαν για μία σειρά ετών κατά παράβαση του καταστατικού του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ και σε αντιπαράθεση προς τις προτεινόμενες από το καταστατικό εναλλακτικές επενδύσεις σε αξίες σταθερών αποδόσεων και αφού οι προτεινόμενες από το καταστατικό εναλλακτικές επενδύσεις το 1994 είχαν κατ' ελάχιστο αποδόσεις 32% ετησίως, γίνεται αντιληπτό σε κάθε καλοπροαίρετο μελετητή ότι το Ταμείο, αν επένδυε σε προθεσμιακές καταθέσεις με ετήσια κεφαλαιοποίηση, θα είχε σήμερα υπερδεκαπλασιάσει το αρχικά επενδυθέν κεφάλαιο. Οι ευθύνες όλων των διοικήσεων του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ είναι πασιφανείς από την ημερομηνία της πρώτης επένδυσης το έτος 1994 μέχρι την ημερομηνία της τελευταίας εξαγοράς την 18-11-2005. Η απόφαση δε της απομάκρυνσης από την εν λόγω αρνητικών αποδόσεων επένδυση ήταν αρίστη και ωφέλησε το ταμείο, διότι από την εγγραφή στα αντίστοιχα αμοιβαία κεφάλαια το έτος 1999 έως και την 18-11-2005 όπου ρευστοποιήθηκαν, είχαν συνεχώς αρνητικές αποδόσεις, οι οποίες στο σύνολό τους ανέρχονται στο ποσό των 7.104.287,51 ευρώ ... (σελ. 23-24). Το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ επέλεξε την επένδυση των αμοιβαίων κεφαλαίων από το1994. Κατά το χρονικό διάστημα από την πρώτη εγγραφή το 1994 μέχρι και της συνολικής ρευστοποίησης των στις18-11-2005, έλαβαν χώρα επαναλαμβανόμενες πράξεις εξαγοράς (πωλήσεων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων) και επανεγγραφής (αγορών ισόποσων μεριδίων των ίδιων αμοιβαίων κεφαλαίων). Η απόφαση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ για επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια έγινε κατά παρέκκλιση του καταστατικού του (άρθρο 18). Στο εν λόγω άρθρο ορίζεται ο τρόπος επενδύσεων των αποθεματικών του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ και κατονομάζονται - υποδεικνύονται επακριβώς οι δυνατοί τρόποι επενδύσεων. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου που υπερβαίνουν τις 200.000 δραχμές θα κατατίθενται εντόκως στις τράπεζες, ή θα επενδύονται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. σε χρεόγραφα του Ελληνικού Δημοσίου, σε μετοχές μεγάλων τραπεζών, σε άλλες ασφαλείς αξίες ή σε ακίνητα. Επομένως, κάθε πράξη απομάκρυνσης από επενδύσεις σε μη ασφαλείς αξίες, όπως είναι τα αμοιβαία κεφάλαια, είναι πράξη καταστατικά σύννομος και υποχρεωτική για όλες τις διοικήσεις του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Η διοίκηση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ την 18-11-2005 με τη συνολική ρευστοποίηση των επενδύσεων σε αμοιβαία κεφάλαια, έπραξε σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς και το καταστατικό του Ταμείου. Ωφέλησε δε οικονομικά το Ταμείο με εξαφάνιση των επενδύσεων με αρνητικές αποδόσεις και τοποθέτηση των ρευστοποιημένων κεφαλαίων σε ασφαλείς, όπως ορίζεται στο καταστατικό του Ταμείου επενδύσεις (χρεόγραφα του Ελληνικού Δημοσίου....) ... Δηλαδή, συνολικά από το 1994 μέχρι την 18-11-2005 από το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ επενδύθηκαν συνολικά 70.274.304,04 ευρώ και απεκόμισαν συνολικά κέρδη 6.692.537,36 ευρώ. Δηλαδή, η επί τοις εκατό συνολική απόδοση των κεφαλαίων που επενδύθηκαν σε αμοιβαία κεφάλαια, ανήλθε σε 9,52%/12 = 0,79%. Αν το ίδιο ως ανωτέρω ποσό που επενδύθηκε σε αμοιβαία κεφάλαια το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ το τόκιζε στην ελεύθερη αγορά με ετήσιο ανατοκισμό, τότε με χρήση των κατωτέρων κατ' έτος δικαιοπρακτικών επιτοκίων, η εξέλιξη του ποσού αυτού στη 12ετία θα ανήρχετο σε 440.096.956,25 ευρώ, δηλαδή το αρχικό ποσό των 70.274.304,04 ευρώ θα υπερεξαπλασιάζετο. Σε περίπτωση που δεν θα επιτυγχάνονταν κατά τις συναλλαγές τα δικαιοπρακτικά επιτόκια πιθανόν να επιτυγχάνονταν μικρότερα έσοδα, ποτέ όμως δεν θα επιτυγχάνονταν μέσα ετήσια έσοδα 0,79%. Οι απώλειες για το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ ήσαν υπέρογκες με ευθύνη όλων των διοικήσεων από το 1994 μέχρι την 19-11-2005" και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: "Η διοίκηση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ την 18-11-2005 με τη συνολική ρευστοποίηση των επενδύσεων σε αμοιβαία κεφάλαια, έπραξε σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς και το καταστατικό του Ταμείου. Ωφέλησε δε οικονομικά το Ταμείο με εξαφάνιση των επενδύσεων με αρνητικές αποδόσεις και τοποθέτηση των ρευστοποιημένων κεφαλαίων σε ασφαλείς, όπως ορίζεται από το καταστατικό του Ταμείου, επενδύσεις (χρεόγραφα του Ελληνικού Δημοσίου). Η διοίκηση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ επεχείρησε να επενδύσει στο προϊόν assets της "Ασπίδας Πρόνοιας" έπειτα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου με ψήφους 5 προς δύο. Η επένδυση δεν ευδοκίμησε. Κατά τη διαδικασία δεν πληρώθηκαν δαπάνες για προμήθειες. Οι δαπάνες που πληρώθηκαν ως αμοιβή σε δικηγόρους για την παροχή υπηρεσιών νομικών συμβούλων ανέρχονται σύμφωνα με τις αποδείξεις που μου παραδόθηκαν σε 13.030 ευρώ". Εξάλλου, τα παραπάνω δεν μπορούν να κλονιστούν και αποδυναμωθούν από την από 27-6-2008 έκθεση του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ..., τεχνικού συμβούλου του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, την από 10-5-2006 έκθεση του οικονομολόγου ..., που συντάχθηκε μετά από ανάθεση από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του "Συλλόγου Προσωπικού της Alpha Bank", την από 22-5-2006 έκθεση αξιολόγησης του καθηγητή του Τμήματος Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης του Πολυτεχνείου ..., ούτε από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων .... Τούτο δε διότι όλοι οι παραπάνω κάνουν λόγο για ζημία της περιουσίας του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ από τη ρευστοποίηση των αμοιβαίων κεφαλαίων αυτού την 18-11-2005 ύψους 5.603.088,47 ευρώ. Πλην όμως η ως άνω αναφερόμενη ζημία προέρχεται από πλασματικές εγγραφές στα βιβλία του Ταμείου και ως εκ τούτου είναι "λογιστική" με την έννοια ότι σχηματίζεται μετά από επιλογή εκ μέρους του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος σωματείου των συμφερότερων για τις απόψεις του χρονικών σημείων για τον υπολογισμό των σχετικών αξιών των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων. Έτσι, για το σχηματισμό της κρίσης αν υπάρχει ζημία της περιουσίας του Ταμείου ως στοιχείο της αντικειμενική υποστάσεως του διωκόμενου εγκλήματος της απιστίας, η αξία των αμοιβαίων κεφαλαίων ορθό είναι να υπολογίζεται διαχρονικά, με σημείο εκκίνησης την αξία της αρχικής κτήσης των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων (1994) σε σύγκριση με την αξία αυτών κατά το χρόνο ρευστοποίησης τους (εξαγοράς), λαμβανομένης βέβαια υπόψη και της μεταγενέστερης εξέλιξης (μετά τη ρευστοποίηση) και πορείας της αξίας αυτών, αλλά σε βάθος χρόνου και όχι επιλεκτικά σε περιορισμένο και συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι κατά τη λήψη των πιο πάνω αποφάσεων δεν υπάρχει παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης εκ μέρους των κατηγορουμένων, ούτε επέλευση περιουσιακής ζημίας του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ και συνεπώς δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα περίπτωση το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη της Επενδυτικής Επιτροπής (άτυπη επιτροπή από στελέχη τραπεζών με συμβουλευτικό -γνωμοδοτικό ρόλο σε θέματα τοποθέτησης των κεφαλαίων), ούτε επίσης το γεγονός ότι κατά το χρόνο λήψης των πιο πάνω αποφάσεων είχε δημιουργηθεί ζήτημα και υπήρχε δικαστική διένεξη σχετικά με τη λήξη της θητείας της απερχόμενης διοίκησης του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί και το ότι η επένδυση στο επενδυτικό-ασφαλιστικό πρόγραμμα ASPIS Asset της ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", σε αντίθεση με τα αμοιβαία κεφάλαια, αποτελούσε μία επένδυση με εγγυημένη σταθερή απόδοση, ενώ από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως προέκυψε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο σχετικά με την επικαλούμενη έλλειψη φερεγγυότητας της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας. Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι τα παραπάνω ισχύουν για όλους τους εκκαλούντες-κατηγορουμένους, ανεξαρτήτως του ότι για τους εξ αυτών Χ8, Χ9, Χ5, Χ6 και Χ7 ουδόλως προκύπτει ότι είχαν πλήρη και ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη των προαναφερόμενων αποφάσεων του Δ.Σ. του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ για τη ρευστοποίηση των πιο πάνω αμοιβαίων κεφαλαίων. Κατόπιν αυτών στην παρούσα περίπτωση ως προς όλους τους εκκαλούντες -κατηγορουμένους δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της απιστίας. II ) Κατά τα αναφερόμενα στην από 19-6-2006 μηνυτήρια αναφορά του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Προσωπικού ALPHA ΒΑΝΚ" οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι Χ2, Χ1, Χ3, Χ4, Χ8, Χ9, Χ5, Χ6 και Χ7, με τις ανωτέρω ιδιότητές τους ως μελών του Δ.Σ. του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, από κοινού ενεργώντας προξένησαν εν γνώσει τους ζημία στο ως άνω Ταμείο, ανερχόμενη στο ποσό των 1.500.000 ευρώ. Ειδικότερα, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ενώ είχαν την υποχρέωση να διαφυλάξουν την περιουσία του "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ" και να εξασφαλίσουν την καταβολή των εισφορών των μελών σ' αυτό, να ελέγξουν το σύνολο των κάθε είδους αποδοχών των μελών του, επί των οποίων η εισφορά στο "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ" ανέρχεται σε ποσοστό 4%, ιδίως μετά την εξαγορά και συγχώνευση των τραπεζών "ΚΡΗΤΗΣ", "ΕΡΓΑΣΙΑΣ" και "ΑΘΗΝΩΝ", στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Eurobank", οπότε οι συσχετισμοί και οι αποδοχές των απασχολούμενων υπαλλήλων - μελών του "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ" μεταβλήθηκαν, την 1-7-2004, έλαβαν την απόφαση ο έλεγχος αυτός να γίνεται δειγματοληπτικά στους υπαλλήλους της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank", εξυπηρετώντας τα συμφέροντα αυτής, της οποίας υπάλληλοι είναι οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ4, έτσι ώστε να παραλείψουν τον έλεγχο αυτό στον οποίο είχαν υποχρέωση να προβούν, ώστε να απολέσει εν γνώσει τους το "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ", από τη μη είσπραξη των προσδοκώμενων διαφορών εισφορών των μελών, υπαλλήλων της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank", ποσό 1.500.000 ευρώ. Το ποσό αυτό προσδοκάται με βεβαιότητα ότι θα εισπράττετο από το "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ", αν είχε διενεργηθεί ο έλεγχος των εισφορών, γιατί στο ποσό αυτό ανήλθε η εισπραχθείσα από το "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ" διαφορά των εισφορών των μελών του, υπαλλήλων της τραπεζικής εταιρείας "Alpha Bank", μετά από συγχωνεύσεις, της οποίας τα μεγέθη, από πλευράς προσωπικού είναι ανάλογα με αυτά της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank". Πλην όμως από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως προέκυψε η βασιμότητα της πιο πάνω αποδιδόμενης στους εκκαλούντες - κατηγορουμένους αξιόποινης πράξης της απιστίας. Το καταστατικό του Ταμείου δεν περιέχει πρόβλεψη για τις διαδικασίες απόδοσης των εισφοροκρατήσεων εκ μέρους των Τραπεζών, εκτός βέβαια από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α', το οποίο ορίζει ότι "το Δ.Σ. επιμελείται για την κανονική είσπραξη των πόρων του ταμείου". Πρέπει δε να σημειωθεί ότι βασικό πόρο εσόδων του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ αποτελούν οι εισφορές, τις οποίες καταβάλουν οι τράπεζες, ανάλογα με τον αριθμό των υπαλλήλων τους, που είναι μέλη του Ταμείου. Η σχετική υποχρέωση περιλαμβάνεται στο άρθρο 3 του καταστατικού του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, στο οποίο απαριθμούνται οι εισφορές, τις οποίες καταβάλλουν οι τράπεζες στο Ταμείο. Ειδικότερα, οι Τράπεζες για κάθε εργαζόμενό τους, ο οποίος είναι και ασφαλισμένος στο Ταμείο, καταβάλλουν: 1) εισφορά σε ποσοστό 3% επί των κάθε φύσεως αποδοχών των ασφαλισμένων, η οποία και εισπράττεται με κρατήσεις από τις μισθολογικές καταστάσεις από καθεμία Τράπεζα, που είναι υποχρεωμένη να την καταθέσει στο Ταμείο μέσα στον ίδιο μισθολογικό μήνα και 2) εισφορά σε ποσοστό 4% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των ασφαλισμένων στο Ταμείο, καταβαλλόμενη από κάθε Τράπεζα στο Ταμείο μέσα στον ίδιο μήνα και με βάση την καταβαλλόμενη μισθοδοσία. Την 1-7-2004 ήταν ασφαλισμένοι στο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ για τη χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος : α) από το προσωπικό της Τράπεζας "ALPHA ΒΑΝΚ" μόνο οι προερχόμενοι από την τέως Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα, β) από το προσωπικό της Τράπεζας "EUROBANK EFG" μόνο οι προερχόμενοι από τις τέως Τράπεζες Αθηνών, Κρήτης και Εργασίας, γ) από το προσωπικό της Τράπεζας Πειραιώς μόνο οι προερχόμενοι από την τέως Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης, δ) όλοι οι υπάλληλοι της Τράπεζας Αττικής, ε) όλοι οι υπάλληλοι της "ΕΘΝΟΚΑΡΤΑ Α.Ε.", στ) από το προσωπικό της Εγνατίας Τράπεζας μόνο οι προερχόμενοι από την τέως Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος και ζ) από το προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας μόνο οι προερχόμενοι από την τέως Ε.Τ.Ε.Β.Α. υπάλληλοι. Στα πλαίσια της πιο πάνω ρύθμισης, πριν από τις διαδικασίες συγχωνεύσεων και εξαγορών Τραπεζών, που έλαβαν χώρα από το έτος 1999 και μεταγενέστερα, ο έλεγχος της ορθής καταβολής των εισφορών από τις Τράπεζες ήταν πράγματι ευχερής. Τούτο δε διότι οι Τράπεζες με ασφαλισμένους στο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ είχαν αυτοτελή (αυτόνομη) πορεία και το προσωπικό τους ήταν καθολικά ασφαλισμένο στο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Έτσι, με μια απλή παραβολή των ποσών που είχε αποδώσει η καθεμία στο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ τον προηγούμενο χρόνο και των συνολικών ποσών για τη μισθοδοσία του προσωπικού, που δηλώνονταν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. με την οριστική φορολογική δήλωση της Τράπεζας για το αντίστοιχο έτος, γινόταν ορθή διασταύρωση των στοιχείων και ως εκ τούτου πραγματικός έλεγχος και επαλήθευση τους. Πλην όμως οι συγχωνεύσεις και απορροφήσεις Τραπεζών, που έλαβαν χώρα από το έτος 1999 έως και το έτος 2002, δημιούργησαν αρκετά προβλήματα στις διαδικασίες ελέγχου της ορθής απόδοσης των εισφοροκρατήσεων. Τούτο δε γιατί οι οριστικές φορολογικές δηλώσεις των "νέων" Τραπεζών ήσαν πλέον ενιαίες, με αποτέλεσμα να είναι δυσχερής ο διαχωρισμός των αμοιβών που εμφανίζονταν στις οριστικές δηλώσεις. Πρέπει δε να τονιστεί ότι στις εν λόγω δηλώσεις εμφανίζονταν πλέον ενιαία τόσο το προσωπικό που υπαγόταν στην ασφάλιση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ όσο και το προσωπικό που υπαγόταν σε άλλους ασφαλιστικούς φορείς. Μετά τις πιο πάνω εξελίξεις ήταν πλέον επιβεβλημένη η καθιέρωση νέων διαδικασιών ελέγχου σ' όλες τις Τράπεζες των οποίων το προσωπικό δεν υπαγόταν πλέον καθολικά στην επικουρική ασφάλιση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Αρχικά επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί τρόπος διενέργειας ελέγχου των Τραπεζών μέσω του μηχανογραφικού συστήματος, να καλούνται δηλαδή οι ελεγχόμενες Τράπεζες να παρέχουν εφεξής στοιχεία για τις αποδοχές των ασφαλισμένων κάθε Τράπεζας (ως πρώην αυθύπαρκτης Τράπεζας υπαγόμενης ολικά στην επικουρική ασφάλιση του Ταμείου), οι οποίες αθροιζόμενες να συμφωνούν με τα σύνολα των αποδοχών, όπως αυτά εμφανίζονταν στις ετήσιες οριστικές δηλώσεις τους προς τη Δ.Ο.Υ. Σύντομα όμως αναδείχθηκε η αναποτελεσματικότητα του πιο πάνω τρόπου διενέργειας του ελέγχου αυτού, ενόψει μάλιστα και του ότι στην ουσία η διοίκηση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ ανέθετε την επαλήθευση του ελέγχου στις ίδιες τις ελεγχόμενες Τράπεζες. Μετά τη διαπίστωση αυτή αναζητήθηκε από τη διοίκηση του Ταμείου νέος αποτελεσματικός τρόπος και κατάλληλες διαδικασίες ελέγχου, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η διενέργεια καθολικού ελέγχου, δηλαδή ελέγχου στις βεβαιώσεις και των 9.500 περίπου ενεργών τότε ασφαλισμένων 5 διαφορετικών Τραπεζών, θα απαιτούσε πάρα πολύ χρόνο αλλά και σημαντικά έξοδα, λόγω και της έλλειψης του απαραίτητου προσωπικού. Έτσι, κατά την υπ' αριθ. 26/1-7-2004 συνεδρίαση του Δ.Σ. λήφθηκε "κατ' αρχήν απόφαση για καθιέρωση πλέον δειγματοληπτικού ελέγχου βάσει των χορηγουμένων υπό των Τραπεζών βεβαιώσεων αποδοχών για την υποβολή τους στη Δ.Ο.Υ. του κάθε ενεργού ασφαλισμένου και με βάση κατάσταση ενεργών ασφαλισμένων που θα κατάρτιζε η διοίκηση του Ταμείου". Μετά από περαιτέρω συζητήσεις τελικά κατά την υπ' αριθ. 33/30-11-2004 συνεδρίαση του Δ.Σ. λήφθηκε οριστική πλέον απόφαση για εφεξής διενέργεια του δειγματοληπτικού ελέγχου, με τους όρους που αναλυτικά περιγράφονται σ' αυτήν. Από την πιο πάνω απόφαση του Δ.Σ. της 30-11-2004 προκύπτει ότι ουδεμία μεροληπτική στάση επιδείχθηκε προς την Τράπεζα "EFG EUROBANK", η οποία αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως και όλες οι λοιπές Τράπεζες που ενέπιπταν στην κατηγορία των Τραπεζών, οι οποίες είχαν προέλθει από απορροφήσεις και συγχωνεύσεις τραπεζών. Από τον ίδιο δε τον τίτλο της πιο πάνω απόφασης προκύπτει ότι οι ίδιοι ακριβώς όροι και οι ίδιες ακριβώς προδιαγραφές του ελέγχου θεσπίστηκαν και για όλες τις λοιπές Τράπεζες της ίδιας κατηγορίας (ALPHA ΒΑΝΚ, ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ). Σε εφαρμογή της πιο πάνω απόφασης του Δ.Σ. της 30-11-2004 καταρτίστηκαν, μετά από επιλογή, πίνακες ασφαλισμένων για τη διενέργεια δειγματοληπτικού ελέγχου των απορροφηθεισών από την Τράπεζα EUROBANK τέως Τραπεζών ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΡΗΤΗΣ και ΑΘΗΝΩΝ, που απεστάλησαν στην Τράπεζα με το υπ' αριθ. 16336/24-3-2005 έγγραφο του Ταμείου. Τελικά ο λογιστής του Ταμείου ... διενήργησε δειγματοληπτικό έλεγχο χωρίς να διαπιστωθούν διαφορές στην Τράπεζα "E.F.G. EUROBANK" των χρήσεων 1999 έως και 2004 κατά το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 2006, οπότε διεκόπη από τη νέα διοίκηση του Ταμείου ο έλεγχος. Επιπλέον, το έτος 2006 η νέα διοίκηση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ κατήργησε την απόφαση του Δ.Σ. της 30-11-2004 και επανέφερε σε ισχύ τον προηγούμενο τρόπο ελέγχου των κρατήσεων. Επίσης, με το υπ' αριθ. ... έγγραφο της Τράπεζας "E.F.G. EUROBANK" προς το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ αναφέρεται ότι "όλα τα στοιχεία που ζητήθηκαν βρίσκονται στην υπηρεσία τους και είναι στη διάθεση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ για έλεγχο και ότι είναι ανέφικτη η δημιουργία ειδικών μηχανογραφικών προγραμμάτων για την παροχή στοιχείων σύμφωνα με τον προηγούμενο τρόπο ελέγχου". Μετά ταύτα η νέα διοίκηση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ ουδέποτε διενήργησε έλεγχο της ως άνω Τράπεζας, ούτε και με οποιοδήποτε τρόπο γνωστοποίησε οποιαδήποτε απαίτηση της προς αυτήν, ούτε βέβαια έχει εγερθεί αγωγή για διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού. Εξάλλου, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως προέκυψε ότι κατά το χρόνο λήψης των ως άνω αποφάσεων για δειγματοληπτικό έλεγχο, στις λοιπές Τράπεζες, πλην της EUROBANK, διενεργείτο καθολικός έλεγχος, όπως αναφέρεται στη σχετική κατηγορία. Όσοι έλεγχοι διενεργήθηκαν ήσαν είτε δειγματοληπτικοί, είτε με βάση τα στοιχεία που οι ίδιες οι ελεγχόμενες Τράπεζες παρείχαν, προκειμένου αυτές να ελεγχθούν από το Ταμείο, η ακρίβεια όμως αυτών ήταν αδύνατο να διασταυρωθεί. Η τελευταία φορά που διενεργήθηκε καθολικός έλεγχος στις Τράπεζες, των οποίων υπάλληλοι ήταν ασφαλισμένοι στο ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, έγινε το έτος 1999 και αφορούσε τη χρήση του έτους 1998. Από τον έλεγχο αυτό, που ήταν αντικειμενικός και ασφαλής, διαπιστώθηκαν διαφορές στις οφειλόμενες εισφορές μόνο από την Ιονική Τράπεζα και μετέπειτα ALPHA ΒΑΝΚ. Όλοι οι μετέπειτα έλεγχοι που έγιναν, διεξήχθησαν είτε με τα στοιχεία που χορηγούσαν οι ίδιες οι Τράπεζες, είτε με δείγματα, χωρίς όμως να υπάρχει θεσπισμένος και οργανωμένος τρόπος ελέγχου από το Δ.Σ. του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Στους ελέγχους δε που έγιναν και αφορούσαν σε χρήσεις μέχρι και το έτος 2001, διαπιστώθηκαν εκ νέου οφειλές της ALPHA ΒΑΝΚ, ενώ για τις υπόλοιπες Τράπεζες και από τα στοιχεία που οι ίδιες χορήγησαν, δεν διαπιστώθηκαν οφειλές. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί και ο κατά τα ως άνω εντελώς αόριστος και υποθετικός τρόπος προσδιορισμού της επικαλούμενης ζημίας της περιουσίας του Ταμείου ύψους 1.500.000 ευρώ κατ' αναλογίαν προς τα οικονομικά μεγέθη της ALPHA ΒΑΝΚ. Ακόμη, το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ είχε ασκήσει κατά της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" την από 25-9-2002 και με αριθμό καταθέσεως 7934/2002 αγωγή της με αντικείμενο την καταβολή εισφορών επί των αναφερομένων σ' αυτήν (αγωγή) μισθολογικών και άλλων παροχών (διάφορα επιδόματα, πριμ, bonus κλπ), που είχαν χορηγηθεί σε ασφαλισμένους στο Ταμείο υπαλλήλους της τέως Ιονικής Τράπεζας και για το χρονικό διάστημα από το έτος 1997 έως και το έτος 2001. Για τη διαφορά που είχε δημιουργηθεί με την άσκηση της πιο πάνω αγωγής, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το από 3-12-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό συναινετικής επίλυσης διαφοράς, με το οποίο οι πιο πάνω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να καταβάλει η Τράπεζα στο Ταμείο σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαιτήσεώς του από την εν λόγω αγωγή το ποσό των 1.150.360 ευρώ, εντόκως και σε ποσοστό 40% των οφειλομένων τόκων υπερημερίας. Επιπλέον, από το κείμενο του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι οι αναφερόμενες διαφορές στην απόδοση των εισφοροκρατήσεων από την Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ αφορούσαν συγκεκριμένα τις εξής παροχές: Αποζημίωση αδειών, βοήθημα γάμου, βρεφονηπιακό επίδομα, πριμ παραγωγικότητας, διάφορα επιδόματα ευθύνης, προσαύξηση επιδόματος ισολογισμού, πριμ TELLERS, επίδομα παιδιών ειδικών αναγκών, βοηθήματα γαλοπούλας και αρνιού, BONUS καταστημάτων και διάφορα άλλα επιδόματα. Τέτοια όμως επιδόματα και έξοδα δεν χορηγούνταν στην Τράπεζα EUROBANK και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να νοηθεί οποιοσδήποτε συνδυασμός και αναλογικός προσδιορισμός ζημίας μεταξύ των δύο αυτών τραπεζών (ALPHA ΒΑΝΚ και EUROBANK). Στο σημείο δε αυτό πρέπει να τονιστεί συμπληρωματικά ότι τα μέλη του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, που ήσαν υπάλληλοι της EUROBANK, αμείβονταν με ενιαίο συμβατικό μισθό (χωρίς ανάλυση του σε βασικό μισθό και επιδόματα), ενώ τα μέλη του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, που ήσαν υπάλληλοι της ALPHA ΒΑΝΚ, αμείβονταν με βάση το ενιαίο μισθολόγιο της Ο.Τ.Ο.Ε., που περιλάμβανε βασικό μισθό και πάρα πολλά επιδόματα, παροχές, bonus κλπ και έτσι υπήρχε μεγάλη διαφοροποίηση στις καταβαλλόμενες αποδοχές των υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής. Επιπλέον, χαρακτηριστικό της αντικειμενικής αδυναμίας ελέγχου της απόδοσης των εισφορών από τις Τράπεζες, η οποία ( αδυναμία ) προέκυψε μετά τις συγχωνεύσεις αυτών από το έτος 1999 και μεταγενέστερα, αποτελεί η δικαστική εξέλιξη τη υπόθεσης κατά τα έτη 2008 και 2009. Συγκεκριμένα, το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" την από 28-3-2008 αίτησή του περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων (επίδειξη εγγράφων), με την οποία ζήτησε να του χορηγηθούν με δαπάνες του από την καθ' ης: 1) αντίγραφα των ετήσιων οριστικών φορολογικών δηλώσεων μισθωτών υπηρεσιών της καθ' ης Τράπεζας για τα έτη 1999 έως και 2007, 2) συγκεντρωτικές ετήσιες καταστάσεις για τα έτη 1999 έως και 2007 των αποδοχών των υπαλλήλων της καθ' ης που είναι μέλη του αιτούντος, στις οποίες να περιέχονται όλες εν γένει οι αποδοχές των εργαζομένων, τα πάσης φύσεως και ονομασίας bonus και όλα εν γένει τα επιδόματα που κατέβαλε σ' αυτούς, χωρίς να παραλείπεται από αυτές οποιαδήποτε παροχή, 3) τα εκκαθαριστικά σημειώματα από 1-1-1999 έως 31-12-2007, στα οποία να αναφέρονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές των εργαζομένων που ασφαλίζονται στο αιτούν και οι επ' αυτών γενόμενες κρατήσεις, 4) αναλυτική βεβαίωση-κατάσταση ανά έτος από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2007 στην οποία να προκύπτει το συνολικό ποσό που έχει χορηγήσει η τράπεζα στους ασφαλισμένους στο αιτούν υπό μορφή bonus και καρτών και οποιαδήποτε άλλη μορφή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 115/2009 απόφαση του απέρριψε την ως άνω αίτηση, δεχόμενο, εκτός των άλλων, και τα εξής : α) τα υπό στοιχεία 2, 3 και 4 αιτούμενα έγγραφα δεν υπάρχουν ως συγκροτημένα έγγραφα αλλά πρέπει να συνταχθούν , ώστε να περιέχουν τα αιτούμενα στοιχεία και ως εκ τούτου δεν είναι επιτρεπτό κατά το νόμο να διαταχθεί η επίδειξη ή χορήγηση τους και β) τα υπό στοιχείο 1 αιτούμενα έγγραφα μέχρι και το έτος 2005 έχουν ήδη επιδειχθεί και ετέθησαν υπόψη του αιτούντος, τα δε υπό στοιχεία 2 και 3 αιτούμενα έγγραφα με το περιεχόμενο το οποίο όντως έχουν (και όχι με το περιεχόμενο που ζητείται να περιέχουν), έχουν ήδη παραδοθεί στο αιτούν. Έτσι, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, αναδεικνύεται κατά τον πλέον σαφή τρόπο η αναγκαιότητα θέσπισης άλλου τρόπου ελέγχου της απόδοσης των ασφαλιστικών εισφορών και προς την κατεύθυνση ακριβώς αυτή και για τη διασφάλιση των συμφερόντων και της περιουσίας του Ταμείου λήφθηκαν από τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους οι πιο πάνω αποφάσεις της 1-7-2004 και 30-11-2004 για τη διενέργεια δειγματοληπτικού ελέγχου σε όλες τις Τράπεζες. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται οποιαδήποτε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας εκ μέρους των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, ούτε εξάλλου έχει προκληθεί ή διαπιστωθεί ή διαγνωστεί καμία ζημία της περιουσίας του Ταμείου από την κατά τα ως άνω λήψη της απόφασης για δειγματοληπτικό έλεγχο των εισφοροκρατήσεων στις Τράπεζες και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της απιστίας. III) Κατά τα αναφερόμενα στην από 19-6-2006 μηνυτήρια αναφορά του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Προσωπικού ALPHA ΒΑΝΚ" οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι Χ2, Χ1, Χ3, Χ4, Χ8, Χ9, Χ5, Χ6 και Χ7, με τις ανωτέρω ιδιότητες του ως μελών του Δ.Σ. ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, προξένησαν εν γνώσει τους ζημία στην περιουσία αυτού, ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 103.022 ευρώ. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι την 3-12-2004 αποφάσισαν με αδιαφανείς διαδικασίες την ανάθεση της εκπόνησης οκτώ (8) αναλογιστικών μελετών στην εταιρεία με την επωνυμία "PRUDENTIAL Ε.Π.Ε.", η οποία (εκπόνηση αναλογιστικών μελετών) κανένα σκοπό δεν εξυπηρετούσε, καθόσον ήδη είχαν εκπονηθεί οι απαραίτητες αναλογιστικές μελέτες από το έτος 2001 και 2002, ενώ η ως άνω εταιρεία ήταν ανεπαρκής να εκτελέσει το εν λόγω έργο. Με τον τρόπο αυτό, και προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των νομίμων εκπροσώπων της παραπάνω εταιρείας, κατά τα αναφερόμενα στην κατηγορία που απαγγέλθηκε στους κατηγορουμένους, προξένησαν στο "ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ", εν γνώσει τους ζημία ανερχόμενη στην πραγματική αξία του έργου, ύψους 103.022 ευρώ (87.000 ευρώ + ΦΠΑ 16.022 ευρώ), που μέχρι σήμερα έχει καταβληθεί σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως, για τις προαναφερθείσες αναλογιστικές μελέτες, οι οποίες δεν ήταν αναγκαίες, ούτε και χρήσιμες, και οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν ολοκληρώθηκαν εμπρόθεσμα, καθόσον εντός του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2006 είχαν παραδοθεί μόνο τα εξώφυλλα των μελετών αυτών. Πλην όμως από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως προέκυψε η βασιμότητα της πιο πάνω αποδιδόμενης στους εκκαλούντες-κατηγορουμένους αξιόποινης πράξης της απιστίας. Τούτο δε διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίστανται τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος στοιχεία της υπέρβασης των κανόνων και ορίων της επιμελούς διαχείρισης κατά την άσκηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας εκ μέρους των κατηγορουμένων καθώς και της επέλευσης βλάβης στην περιουσία του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Η απόφαση για τη διενέργεια των οκτώ (8) αναλογιστικών μελετών λήφθηκε ύστερα από τρεις συνεδριάσεις του Δ.Σ. του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, που έλαβαν χώρα την 6-5-2004, 15-7-2004 και 30-11-2004. Στις δύο πρώτες συζητήθηκε το θέμα της αναγκαιότητας διενέργειας αναλογιστικών μελετών, στη δε τρίτη λήφθηκε η οριστική απόφαση. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι, με τις ανωτέρω ιδιότητες του ως μελών του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, αφού με το υπ' αριθ. πρωτ. 15269/10-11-2004 έγγραφο είχαν αποστείλει επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος στις εταιρείες "PRUDENTIAL Ε.Π.Ε.", "ΟΝΕ ΤΟ ΟΝΕ" και "REACT", κατά τη συνεδρίαση της 3-12-2004 αποφάσισαν την ανάθεση της εκπόνησης του συνόλου των αναλογιστικών μελετών στην εταιρεία "PRUDENTIAL Ε.Π.Ε.". Ειδικότερα, στην εταιρεία αυτή ανατέθηκαν οκτώ (8) αναλογιστικές μελέτες για τα εξής θέματα: Α) Τον προσδιορισμό των οικονομικών επιβαρύνσεων που προέκυψαν εξαιτίας των προγραμμάτων εθελουσίας ή πρόωρης εξόδου από τις τράπεζες. Β) Τον προσδιορισμό των απολεσθέντων οικονομικών πόρων λόγο) της μη εγγραφής του προσωπικού που απορροφήθηκε από τις τράπεζες - μέλη και των μεταγενέστερων προσλήψεων. Γ) Την κατάρτιση ατομικών μερίδων ασφαλισμένων. Δ) Τον προσδιορισμό των οικονομικών επιπτώσεων ( θετικών ή αρνητικών ) από την εφαρμογή των κανόνων διαδοχικής ασφάλισης. Ε) Τον προσδιορισμό των χρηματορροών και το χρονικό σημείο μηδενισμού των αποθεματικών του Ταμείου (με διαφορετικά σενάρια και παραδοχές). ΣΤ) Τον υπολογισμό κατ' άτομο των εισφορών που θα κατέβαλαν, εάν κατά τον ίδιο χρόνο ασφάλισης τους είχαν ασφαλιστεί στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ. Ζ) Για την εκπόνηση νέας συνταξιοδοτικής κλίμακας (με 10 εναλλακτικά σενάρια) και Η) Επικαιροποιημένη αναλογιστική μελέτη βιωσιμότητας και υποβολή προτάσεων για λήψη μέτρων, που να διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του Ταμείου. Από την κατά τα ως άνω παράθεση του αντικειμένου και των θεμάτων των αναλογιστικών μελετών γίνεται φανερή η ανάγκη εκπονήσεως αυτών, η οποία ανέκυψε αφενός μεν μετά την έκδοση σχετικών δικαστικών αποφάσεων και αφετέρου μετά τις σημαντικές εξελίξεις τον τομέα των ασφαλιστικών ταμείων και ειδικότερα στο χώρο των τραπεζοϋπαλλήλων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι η δεύτερη μελέτη εκπονήθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε αγωγές του Ταμείου κατά Τραπεζών, ενώ η τρίτη σε συμμόρφωση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 17 του Ν. 3029/2002. Εξάλλου, η ως άνω απόφαση για την εκπόνηση των οκτώ (8) αναλογιστικών μελετών δεν ήταν αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 9 του Καταστατικού του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ, η οποία ορίζει ότι το Ταμείο δύναται να προβαίνει στη σύνταξη αναλογιστικής μελέτης για την πορεία του Ταμείου μία φορά κάθε δεκαετία και μόνο εάν υφίσταται σοβαρή ανάγκη να προβαίνει σε αναλογιστικές μελέτες προ της παρέλευσης της δεκαετίας. Τούτο δε διότι από την πιο πάνω διάταξη του Καταστατικού προβλέπεται η δυνατότητα σύνταξης αναλογιστικής μελέτης μία φορά κάθε δεκαετία, χωρίς να απαγορεύεται η εκπόνηση και άλλων σχετικών μελετών πριν την πάροδο της δεκαετίας, όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι. Τέτοιοι δε σοβαροί λόγοι είναι σαφές ότι συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση μετά την επέλευση σημαντικών ανακατατάξεων στις Τράπεζες, των οποίων υπάλληλοι αποτελούσαν μέλη του Ταμείου, καθώς και θεαματικών αλλαγών στο χώρο των ασφαλιστικών ταμείων και την επικείμενη ρύθμιση με νόμους των σχετικών θεμάτων. Πρέπει δε να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι δεν ασκεί καμία επιρροή στην ως άνω κρίση για την αναγκαιότητα των αναλογιστικών μελετών το γεγονός ότι απ' αυτές (τις έξι τελικά που εκπονήθηκαν) χρησιμοποιήθηκε μόνο η μία. Τούτο δε διότι η χρησιμοποίηση αναλογιστικών μελετών από το Δ.Σ. του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το γεγονός ότι το Δ.Σ. είναι ένα αιρετό όργανο διοίκησης του Ταμείου, που εκλέγεται κάθε τριετία από τη γενική συνέλευση των μελών του τελευταίου. Επίσης, οι πιο πάνω συνταχθείσες τελικά μελέτες παραδόθηκαν στο Ταμείο μέσα στα χρονικά όρια που προέβλεπε η προσφορά, έχουν εκταμιευτεί δε γι' αυτές συνολικά 87.000 ευρώ, ενώ εκκρεμεί ακόμη η οριστική εκκαθάριση της σύμβασης. Επιπλέον, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως προέκυψε ότι υπήρξαν παρατυπίες στη διαδικασία για την ανάθεση των ως άνω αναλογιστικών μελετών. Κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 30-11-2004 αποσφραγίστηκαν ενώπιον των μελών αυτού και κατατέθηκαν στα πρακτικά η από 17-11-2004 προσφορά της εταιρείας "PRUDENTIAL Ε.Π.Ε.", η από 18-11-2004 προσφορά της εταιρείας "REACT" και η από 18-11-2004 προσφορά της εταιρείας "ΟΝΕ ΤΟ ΟΝΕ". Το γεγονός δε ότι οι κλειστές προσφορές πρωτοκολλήθηκαν μεταγενέστερα σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί κανένα ζήτημα ως προς την εγκυρότητα της έγκαιρης παραλαβής και αξιολόγησης των προσφορών από το Διοικητικό Συμβούλιο. Εξάλλου, η εταιρεία "PRUDENTIAL Ε.Π.Ε." συνεργαζόταν με το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ από το έτος 1993, είναι δε μία από τις πλέον αξιόπιστες εταιρείες στον τομέα της, με πλήθος συνεργασιών της σε μελέτες της Γ.Σ.Ε.Ε. και Ο.Τ.Ο.Ε. και πολλών ασφαλιστικών ταμείων, μάλιστα δε συμμετείχε με σημαντικό ρόλο στην εκπόνηση μελέτης για το σύνολο του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Τα παραπάνω ενισχύονται και απο την απο 13-6-2008 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού πραγματογνώμονα ..., που διορίστηκε από την Ανακρίτρια του 18ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών. Στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται ότι κατά τη διαδικασία ανάθεσης της εκπόνησης σειράς αναλογιστικών μελετών σε τρίτους το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ προέβη σε διαγωνισμό δια περιφοράς, του οποίου διαγωνισμού μειοδότης ήταν η εταιρεία "PRUDENTIAL Ε.Π.Ε." με συνολική τιμή προσφοράς 145.000 ευρώ. Μέχρι σήμερα το συνολικό ποσό που έχει εκταμιευθεί από το ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ για την πληρωμή του εν λόγω έργου ανέρχεται σε 87.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 16.022 ευρώ. Το υπόλοιπο οφείλεται μέχρι σήμερα, αν και έχουν παραδοθεί όλες οι αναλογιστικές μελέτες. Κατόπιν αυτών στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν τα κατά τα ως άνω ουσιώδη στοιχεία του εγκλήματος της απιστίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για διάπραξη αυτού εκ μέρους των κατηγορουμένων".
Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, και τους συλλογισμούς με τους οποίους έκρινε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για την πράξη της κακουργηματικής απιστίας κατ` εξακολούθηση, για την οποία ασκήθηκε κατ' αυτών ποινική δίωξη και ειδικών κατά τα ανωτέρω υπο Ι,
ΙΙ και
ΙΙΙ εκτιθέμενα (στα οποία αφορά και η αίτηση αναιρέσεως), ενώ ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Α) Ως προς την πράξη της ρευστοποίησης των αμοιβαίων κεφαλαίων: Η μερικότερη αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται από ποια στοιχεία κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι οι ως άνω επενδύσεις ήταν ζημιογόνες, ποιες ήταν οι απώλειες και σε τι ποσά ανέρχονταν, ενώ δε γίνεται δεκτό ότι η απόφαση της ρευστοποίησης ήταν επωφελής καθόσον ματαιώθηκε περαιτέρω ζημία από τη μείωση της περιουσίας του Ταμείου, δεν επισημαίνεται ποια ήταν η ωφέλεια και ποια η ζημία που ματαιώθηκε, είναι αβάσιμη, αφού αιτιολογείται πλήρως γιατί η απόφαση να ρευστοποιηθούν τα αμοιβαία κεφάλαια ήταν επωφελής για το Ταμείο και γιατί, με τον τρόπο αυτό, ματαιώθηκε η περαιτέρω ζημία από τη μείωση της περιουσίας αυτού, καθώς και η αβασιμότητα του ισχυρισμού του πολιτικώς ενάγοντος σωματείου ότι από την εν λόγω ρευστοποίηση επήλθε ζημία ύψους 5.603.088,40 ευρώ, εφόσον η ζημία αυτή προέρχεται από πλασματικές εγγραφές στα βιβλία του Ταμείου και, ως εκ τούτου, είναι "λογιστική", όπως αναλυτικά εκτίθεται ανωτέρω. Τονίζεται δε ότι η απόφαση για την εν λόγω ρευστοποίηση εντάσσεται στα πλαίσια της αλλαγής του επενδυτικού προσανατολισμού του Ταμείου και τη στροφή του σε πιο συντηρητικές επιλογές, που εξασφάλιζαν σταθερή απόδοση, στην ουσία δε η απόφαση αυτή λήφθηκε με σκοπό τα διόρθωση μιας εσφαλμένης πρακτικής των προηγουμένων διοικήσεων, την εξυγίανση του χαρτοφυλακίου του Ταμείου και την πραγματική διασφάλιση των συμφερόντων και της περιουσίας αυτού. Για την κρίση αυτή, το Συμβούλιο στηρίχθηκε και στην έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, ενώ, με αιτιολογημένη σκέψη, αποκρούει τις εκθέσεις του ορκωτού λογιστή ελεγκτή ..., του οικονομολόγου ..., καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων .... Η αιτίαση ότι γίνεται αναφορά στην εξέλιξη των χρηματιστηριακών πραγμάτων του έτους 2008 και τη συνεχή πτώση των τιμών των μετοχών και συνδέεται το γεγονός αυτό με τις ενέργειες των κατηγορουμένων τρία χρόνια νωρίτερα, με το συλλογισμό ότι εάν δεν είχε γίνει ρευστοποίηση η ζημία θα ήταν μεγαλύτερη, είναι αβάσιμη, γιατί, πέραν του ότι η εν λόγω εξέλιξη αναφέρεται στην από 12.6.2008 λογιστική πραγματογνωμοσύνη, για να κριθεί αν, από την ένδικη ρευστοποίηση, επήλθε ή όχι ζημία στην περιουσία του Ταμείου, ορθά το Συμβούλιο περιέλαβε σκέψη για την πορεία των χρηματιστηριακών πραγμάτων μετά το χρόνο που έγινε η ρευστοποίηση, η οποία, κατά τις παραδοχές του, ήταν φθίνουσα, με λογική συνέπεια η ζημία, αν δεν είχε γίνει η ρευστοποίηση, να ήταν πλέον αυξημένη. Ακόμη, από την παραδοχή ότι "ως τιμή κτήσης των αμοιβαίων κεφαλαίων θα ληφθεί εκείνη της αρχικής αγοράς αυτών από το Ταμείο κατά το έτος 1994 και όχι εκείνη που είχαν αυτά κατά το έτος 1999, οπότε πωλήθηκαν και επαναγοράσθηκαν αυθημερόν (εγγράφοντας λογιστικά και μόνο κέρδη και διογκώνοντας πλασματικά την αξία τους)" δεν δημιουργείται καμιά αντίφαση, αφού δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο δέχθηκε ότι οι επενδύσεις ήταν από το έτος 1994 ζημιογόνες, ενώ η πώληση και η αγορά των αμοιβαίων αυτών κεφαλαίων το 1999 ήταν επωφελής για το Ταμείο και η σχετική μερικότερη αιτίαση είναι αβάσιμη. Τέλος, η αιτίαση ότι το Συμβούλιο, ενώ δέχεται ότι από τη ρευστοποίηση της 18.11.2005 καταγράφηκαν ζημιές και στα βιβλία ύψους 7.104.287,51 ευρώ, καταλήγει ότι η πράξη αυτή ήταν απολύτως επωφελής οικονομικά, γιατί εξαφανίσθηκαν επενδύσεις με αρνητικές αποδόσεις και ότι οι εγγραφές στα βιβλία ήσαν "πλασματικές" και η ζημία που εμφανίζεται "λογιστική" είναι αβάσιμη, αφού το Συμβούλιο δέχθηκε, όπως αναφέρθηκε, βασιζόμενο στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι "η απόφαση της απομάκρυνσης από την εν λόγω αρνητικών αποδόσεων επένδυση ήταν αρίστη και ωφέλησε το ταμείο, διότι από την εγγραφή στα αντίστοιχα αμοιβαία κεφάλαια το έτος 1999 έως και την 18-11-2005 όπου ρευστοποιήθηκαν, είχαν συνεχώς αρνητικές αποδόσεις, οι οποίες στο σύνολό τους ανέρχονται στο ποσό των 7.104.287,51 ευρώ", ότι, δηλαδή, η ως άνω ζημία είχε συσσωρευθεί από το 1999 μέχρι τις 18.11.2005 που έγινε η ρευστοποίηση, η οποία, επομένως, έθετε τέρμα στην περαιτέρω ζημία. Β) Ως προς την πράξη της απόφασης για δειγματοληπτικό έλεγχο των αποδοχών των απασχολουμένων υπαλλήλων: Η μερικότερη αιτίαση ότι το Συμβούλιο, με αντιφατικές αιτιολογίες, αποφάνθηκε να μη γίνει κατά των κατηγορουμένων κατηγορία για την απιστία που φέρεται ότι έγινε την 1.7.2004 και συγκεκριμένα ότι, ενώ δέχεται ότι με την από 1.7.2004 απόφαση του ΔΣ θεσπίστηκε δειγματοληπτικός έλεγχος και η απόφαση αφορούσε όλες τις Τράπεζες και ότι, στην ουσία, η απόφαση αυτή αφορούσε την EUROBANK, γιατί σε όλες τις άλλες Τράπεζες το Ταμείο ασκούσε καθολικό έλεγχο, στη συνέχεια δέχεται ότι δεν ήταν δυνατός ο καθολικός έλεγχος σε όλες τις Τράπεζες και γι` αυτό αποφασίσθηκε δειγματοληπτικός κατ` αντίφαση με την αμέσως επόμενη παραδοχή ότι σε ελέγχους που έγιναν το 2006 διαπιστώθηκαν οφειλές της ALPHA BANK, ενώ για τις υπόλοιπες δεν διαπιστώθηκαν οφειλές, είναι αβάσιμη. Διότι το Συμβούλιο δεν περιέπεσε σε καμιά αντίφαση, αφού, αρχίζοντας το σκεπτικό του για κάθε μερικότερη πράξη με όσα το πολιτικώς ενάγον εκθέτει στη μηνυτήρια αναφορά του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "κατά την υπ' αριθ. 26/1-7-2004 συνεδρίαση του Δ.Σ. λήφθηκε κατ' αρχήν απόφαση για καθιέρωση πλέον δειγματοληπτικού ελέγχου βάσει των χορηγουμένων υπό των Τραπεζών βεβαιώσεων αποδοχών για την υποβολή τους στη Δ.Ο.Υ. του κάθε ενεργού ασφαλισμένου και με βάση κατάσταση ενεργών ασφαλισμένων που θα κατάρτιζε η διοίκηση του Ταμείου, μετά δε από περαιτέρω συζητήσεις τελικά κατά την υπ' αριθ. 33/30-11-2004 συνεδρίαση του Δ.Σ. λήφθηκε οριστική πλέον απόφαση για εφεξής διενέργεια του δειγματοληπτικού ελέγχου, με τους όρους που αναλυτικά περιγράφονται σ' αυτήν. Από την πιο πάνω απόφαση του Δ.Σ. της 30-11-2004 προκύπτει ότι ουδεμία μεροληπτική στάση επιδείχθηκε προς την Τράπεζα "EFG EUROBANK", η οποία αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως και όλες οι λοιπές Τράπεζες που ενέπιπταν στην κατηγορία των Τραπεζών, οι οποίες είχαν προέλθει από απορροφήσεις και συγχωνεύσεις τραπεζών. Από τον ίδιο δε τον τίτλο της πιο πάνω απόφασης προκύπτει ότι οι ίδιοι ακριβώς όροι και οι ίδιες ακριβώς προδιαγραφές του ελέγχου θεσπίστηκαν και για όλες τις λοιπές Τράπεζες της ίδιας κατηγορίας (ALPHA ΒΑΝΚ, ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ)". Σε κανένα δε σημείο των παραδοχών του, το Συμβούλιο δεν αναφέρεται σε ελέγχους που έγιναν κατά το έτος 2006, αφού αναφέρει, στο σχετικό σημείο, επί λέξει, ότι: "Στους ελέγχους δε που έγιναν και αφορούσαν σε χρήσεις μέχρι και το έτος 2001 (και, επομένως, όχι το 2006 που αναφέρεται στην αίτηση), διαπιστώθηκαν εκ νέου οφειλές της ALPHA ΒΑΝΚ, ενώ για τις υπόλοιπες Τράπεζες και από τα στοιχεία που οι ίδιες χορήγησαν, δεν διαπιστώθηκαν οφειλές". Και Γ) ως προς την πράξη της αναθέσεως της εκπονήσεως αναλογιστικών μελετών: Η αιτίαση, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς τη μερικότερη πράξη της απιστίας που φέρεται ότι τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 15.5.2004 μέχρι 3.12.2004, δεν περιλαμβάνει καμιά σκέψη γιατί δεν χρησιμοποιήθηκαν οι αναλογιστικές μελέτες, αφού δέχεται ότι ήταν αναγκαίες, είναι αβάσιμη, γιατί το Συμβούλιο, και ως προς το ζήτημα αυτό, αιτιολογεί την κρίση του, αναφέροντας ότι "δεν ασκεί καμία επιρροή στην ως άνω κρίση για την αναγκαιότητα των αναλογιστικών μελετών το γεγονός ότι απ' αυτές (τις έξι τελικά που εκπονήθηκαν) χρησιμοποιήθηκε μόνο η μία. Τούτο δε διότι η χρησιμοποίηση αναλογιστικών μελετών από το Δ.Σ. του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το γεγονός ότι το Δ.Σ. είναι ένα αιρετό όργανο διοίκησης του Ταμείου, που εκλέγεται κάθε τριετία από τη γενική συνέλευση των μελών του τελευταίου". Στη συνέχεια, αναφέρει ότι οι συνταχθείσες μελέτες παραδόθηκαν στο Ταμείο μέσα στα χρονικά όρια που προέβλεπε η προσφορά, ενώ δεν προέκυψε ότι υπήρξαν παρατυπίες στη διαδικασία (την οποία και εκθέτει) για την ανάθεσή τους, ενώ η εταιρία "PRUDENTIAL ΕΠΕ" συνεργαζόταν με το Ταμείο από το έτος 1993 και είναι μία από τις πλέον αξιόπιστες εταιρίες στον τομέα της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 37/20 Ιουλίου 2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του υπ` αριθ. 1058/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαϊου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαλλακτικό βούλευμα για κακουργηματική απιστία κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία του εγκλήματος της απιστίας. Έννοια του όρου "από κοινού". Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας απαλλακτικού βουλεύματος και πότε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απιστία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 0
|
Αριθμός 964/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Κουγιουμτζοπούλου, περί αναιρέσεως της 6498/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενους τους 1. Ψ1 και 2. Ψ2.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Λ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαλετζά.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1058/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 362 εδ. α' του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής δυσφημήσεως απαιτούνται, αντικειμενικώς, ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο, επιτήδειο) κατ' αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στον τοιούτο βλαπτικό της τιμής ή της υπολήψεως ισχυρισμό ή διάδοση. Η διαφορά δε μεταξύ ισχυρισμού και διαδόσεως του δυσφημιστικού γεγονότος συνίσταται στο ότι, στη μεν πρώτη περίπτωση, ο δράστης ανακοινώνει το γεγονός αυτό, ως δική του πεποίθηση, ανεξαρτήτως του τρόπου που δημιουργήθηκε αυτή, στη δε δεύτερη περίπτωση, ο δράστης μεταδίδει περαιτέρω ισχυρισμό άλλου περί γεγονότος, χωρίς να υιοθετεί τον εν λόγω ισχυρισμό. Γεγονός πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου είναι, υπό την έννοια του άρθρου 362 ΠΚ, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, αλλά και κάθε συγκεκριμένη κατάσταση ή συμπεριφορά αναγόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, η οποία υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί να αποδειχθεί, αντίκειται δε στο νόμο, την ηθική και την ευπρέπεια, ακόμη δε και κάθε συγκεκριμένη συμπεριφορά ή σχέση προσώπου, εφόσον συνάπτεται άμεσα με κάτι που έχει συμβεί. Δεν αποκλείεται στην έννοια του "γεγονότος" να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, όταν συνδέονται και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα και στη συγκεκριμένη περίπτωση να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του θιγόμενου. Απλές όμως κρίσεις και γνώμες και χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός) είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης. Περαιτέρω, από το άρθρο 366 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ προκύπτει ότι, αν αποδεικνύεται ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη κάποιου άλλου είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της δυσφημήσεως, ενώ εάν υπάρχουν αμφιβολίες περί της αληθείας, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, στοιχειοθετείται το έγκλημα αυτό. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του Π.Κ., προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως δια του τύπου: "Στις 8 Δεκεμβρίου 2006 ο πρώτος τών κατηγορουμένων, Χ, ήταν ιδιοκτήτης και εκδότης τής εβδομαδιαίας εφημερίδας "3ΟΜΕΡΕΣ", η οποία εκδίδεται στο ... και η δεύτερη από αυτούς,Ψ1, διευθύντρια. Κατά τον παραπάνω χρόνο και τόπο στην εν λόγω εφημερίδα δημοσιεύθηκε ένα άρθρο χωρίς υπογραφή συντάκτη, σύμφωνα με το οποίο ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα Λ, ο οποίος, κατά: τον κρίσιμο χρόνο, ήταν δήμαρχος τής ..., τα εξής: "Ότι κατά τη διάρκεια τής θητείας του ώς δήμαρχος ... προσέλαβε στη θέση τού Γενικού Γραμματέα τού Δήμου, τον Κ, ο οποίος καταγγέλθηκε από τον υφυπουργό Πολιτισμού για αδιαφανείς διαδικασίες διαχείρισης πόρων, ενώ υπηρετούσε στη θέση τού Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού. Σύμφωνα με το δημοσίευμα ο Κ που διετέλεσε Γενικός Γραμματέας τού Δήμου ... κατά τη διάρκεια τής θητείας του χρησιμοποίησε αδιαφανείς διαδικασίες, προκειμένου να δώσει έργα σε δικούς του εργολάβους και να ακυρώσει διαγωνισμούς. Ειδικά για τον εγκαλούντα Λ, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν Δήμαρχος του Δήμου ..., ισχυρίστηκαν, ότι δήθεν είχε αναθέσει τα ανωτέρω καθήκοντα στο Κ και ειδικότερα ανέφεραν στο άρθρο τα εξής "... Πρόσωπα που αντλούν εξουσία από μη θεσμικές διαδικασίες ή αναδεικνύονται κομματικά χωρίς προηγούμενη δικαίωση στον επαγγελματικό τους χώρο, συντηρούν το τέλμα και υπονομεύουν ή αντιπαλεύουν κάθε προσπάθεια ουσιαστικής μεταρρύθμισης". Με αυτά τα λόγια ο ... έρχεται να επιβεβαιώσει ένα χρόνο μετά τα λόγια του .... Ο νέος Δήμαρχος και τότε αρχηγός τής αξιωματικής αντιπολίτευσης, κατηγορούσε τονΛ, άτι προσέλαβε το Γενικό Γραμματέα τού Δήμου με αποκλειστικά κομματικά κριτήρια, χωρίς βιογραφικό και χωρίς επαγγελματική καταξίωση. Εκτός από την επαλήθευση τών λόγων τού ... ώς προς τις ικανότητές του, αφού ο κ. Λ δεν έφερε σε πέρας κανένα έργο, τα λόγια του επαληθεύτηκαν και ώς προς τα κριτήρια πρόσληψης, όπως έχουμε ξαναγράψει, ένα μεγάλο μέρος τής αποτυχίας τού Λ οφείλεται στη σκληρή παλαιοκομματική του εμμονή που απέκλειε κάθε αξιόλογο άνθρωπο που δεν ήταν γραμμένος στις κομματικές οργανώσεις". Από τα παραπάνω θα πρέπει εξαιρούμενου τού τμήματος "... Ο νέος Δήμαρχος και τότε αρχηγός τής αξιωματικής αντιπολίτευσης κατηγορούσε τον κ.Λ, ότι προσέλαβε το Γενικό Γραμματέα τού Δήμου με αποκλειστικά κομματικά κριτήρια, χωρίς βιογραφικό και χωρίς επαγγελματική καταξίωση...", αποτελούν γενικότητες χωρίς το στοιχείο τής αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως τής συκοφαντικής δυσφήμησης, απλής δυσφήμησης ή εξύβρισης. Αναφορικά, όμως, με το τελευταίο τμήμα το Δικαστήριο κρίνει, ότι τα διαλαμβανόμενα στο δημοσίευμα δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και αφορούν στο πρόσωπο τού τότε Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού .... Αποδεικνύεται δε, η πρόσληψή του έγινε με διαφανείς διαδικασίες, δεν υπήρξε άλλη αίτηση και ο προσληφθείς είχε όλες τις τυπικές προϋποθέσεις για την πρόσληψή του, σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα προσόντα του, που προέκυπταν από τα μη αμφισβητούμενα έγγραφα, που υποβλήθηκαν από αυτόν στον εν λόγω Δήμο. Ταύτα καταγγέλθηκαν βέβαια από την τότε αντιπολίτευση, πλην, όμως, ο πρώτος τών κατηγορουμένων διατηρούσε αμφιβολίες και πείσθηκε, διότι ειπώθηκαν από τον τότε αρχηγό τής τοπικής αντιπολίτευσης, ενώ θα έπρεπε, κατά την κρίση τού Δικαστηρίου, να ελέγξει την αλήθεια πριν τα δημοσιεύσει, έχοντας, άλλωστε την ευχέρεια αυτή. Σημειώνεται, ότι για το δημοσίευμα αυτό ζητεί συγγνώμη, που, όμως, δεν έγινε αποδεκτή από τον πολιτικώς ενάγοντα. Όμως, τα ψευδή αυτά γεγονότα πληροφορήθηκε αόριστος αριθμός αναγνωστών τής εφημερίδας, η οποία διανέμεται στις περιοχές τού Δήμου ..., λόγω δε τής φύσης τους μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τού εγκαλούντος Λ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, κατ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμιση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της απλής δυσφημίσεως, για τμήμα του δημοσιεύματος, ενώ για το υπόλοιπο τον κήρυξε αθώο, όπως αθώα κήρυξε και την συγκατηγορουμένη του και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στο ... στις 8 Δεκεμβρίου 2006 με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, την πράξη του δε, τέλεσε δια τού τύπου. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο ενεργώντας με την ιδιότητα τού ιδιοκτήτη - εκδότη, σε φύλο τής εφημερίδας τού ... με την επωνυμία "30 ΜΕΡΕΣ", που κυκλοφόρησε την 8.12.2006, δημοσίευσε άρθρο χωρίς υπογραφή συντάκτη, με το οποίο ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα Λ, ο οποίος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν δήμαρχος τής ..., τα εξής: "... Ο νέος Δήμαρχος και τότε αρχηγός τής αξιωματικής αντιπολίτευσης κατηγορούσε τονΛ, ότι προσέβαλε το Γενικό Γραμματέα τού Δήμου με αποκλειστικά κομματικά κριτήρια, χωρίς Βιογραφικό και χωρίς επαγγελματική καταξίωση...".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 362 και 366 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, χωρίς να χρειάζεται, κατά τα ανωτέρω, ειδική αιτιολόγηση ο δόλος του, αφού η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος δεν απαιτεί την ύπαρξη αμέσου δόλου. Συγκεκριμένα, από τις παραδοχές της αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι η τέλεση του αδικήματος έλαβε χώρα με την διάδοση, κατά την προεκτεθείσα έννοια, του αναφερόμενου στο διατακτικό ισχυρισμού, τον οποίο πρόβαλε η τότε αξιωματική αντιπολίτευση στον Δήμο της ... σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, Δημάρχου τότε του Δήμου, διάδοση η οποία τελέσθηκε με την καταχώρηση του επίμαχου δημοσιεύματος στην εφημερίδα της οποίας ο αναιρεσείων τύγχανε ιδιοκτήτης και εκδότης. Τον ισχυρισμό αυτό έκρινε η προσβαλλομένη ως ψευδή, οπότε δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 366 παρ. 1 ΠΚ, όπως αβάσιμα, για τον κατωτέρω εκτιθέμενο λόγο, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν επικαλέσθηκε εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 367 του ίδιου κώδικα, η παραδοχή δε ότι αυτός θεώρησε τον ισχυρισμό αυτό ως αληθή, για τον λόγο που αναφέρεται στην απόφαση, στηρίζει την κρίση ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως, για την οποία και κηρύχθηκε αθώος και δεν θα έπρεπε να οδηγήσει σε απαλλακτική κρίση και για την πράξη της δυσφημίσεως, που είχε το κατωτέρω περιεχόμενο και τελέσθηκε με τον προαναφέρθεντα τρόπο. Περαιτέρω δεν δημιουργείται αντίφαση, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, εκ του ότι στο διατακτικό, χρησιμοποιείται η λέξη "ισχυρίσθηκε", διότι, εκ του συνδυασμού σκεπτικού και διατακτικού, καθίσταται βέβαιο ότι τούτο έχει την έννοια ότι διέδωσε τον σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος ως άνω ψευδή ισχυρισμό της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης του Δήμου, ισχυρισμό ο οποίος συνιστά γεγονός με την ανωτέρω έννοια. Η διάδοση, δια του δημοσιεύματος, του ψευδούς αυτού γεγονότος, που ισχυρίσθηκε, όπως λέχθηκε, σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος τότε Δημάρχου η αξιωματική αντιπολίτευση του Δημοτικού Συμβουλίου, αποτελούσε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, το περιεχόμενο της σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορίας και όχι, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει αυτός, αν το γεγονός αυτό το ισχυρίσθηκε ή όχι η αξιωματική αντιπολίτευση. Κατ ακολουθία τούτου στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός αποτελεί περιεχόμενο των όσων του καταμαρτυρούσε η αξιωματική αντιπολίτευση επί του ζητήματος της με κομματικά κριτήρια και μόνον προσλήψεως ως Γεν. Γραμματέα του Δήμου του αναφερόμενου στην απόφαση ..., το περιεχόμενο του δημοσιεύματος ήταν αληθές και έπρεπε κατ εφαρμογή του άρθρου 366 παρ. 1 ΠΚ να κηρυχθεί αθώος.
Συνεπώς ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 26-6-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 6498/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 10 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δυσφήμηση - έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Έννοια διαδόσεως και ισχυρισμού. Έννοια γεγονότος (ΑΠ 871/2007), ΑΠ 1527/2005). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη - πότε υπάρχει στην απόφαση. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εκ πλαγίου παράβαση - πότε υπάρχει (ΑΠ 358/2010,191/2010 114/2010, 250/2009). Καταδίκη για απλή δυσφήμηση, κατά μετατροπή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου, Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου παράβαση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή, Δυσφήμηση απλη.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 963/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μαζαράκη, περί αναιρέσεως της 1887/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Σεπτεμβρίου 2009 και στους από 24 Σεπτεμβρίου 2009 δυο αιτήσεις του αναιρέσεως και στο από 24 Δεκεμβρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1364/09.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι υπό κρίση αιτήσεις (δηλώσεις): α) από 16-9-2009, β) από 24/9/2009 και γ) από 24-12-2009 πρόσθετοι λόγοι αυτών του Χ για αναίρεση της 1887/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υφισταμένης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 14 της από 13 Δεκεμβρίου 1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το νόμο 4165/1961, ο εκδιδόμενος δεν επιτρέπεται να διωχθεί, να δικαστεί ή να κρατηθεί σε εκτέλεση ποινής ούτε να υποβληθεί σε οποιοδήποτε άλλο περιορισμό της ατομικής του ελευθερίας, για οποιαδήποτε πράξη προγενέστερη της παράδοσης, άλλη από εκείνη για την οποία έγινε η έκδοση, με την εξαίρεση ορισμένων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν στην ένδικη υπόθεση. Όμοια ρύθμιση καθιερώνεται και από το άρθρο 440 σε συνδυασμό με άρθρα 438 εδ. ε και 445 του ΚΠΔ, αλλά και το άρθρο 34 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης". Παραβίαση του κανόνα αυτού καθιστά την απόφαση αναιρετέα για υπέρβαση εξουσίας. Για να κριθεί όμως αν πρόκειται για έγκλημα προγενέστερο της έκδοσης, οπότε και μόνο έχει εφαρμογή ο ως άνω κανόνας, κρίσιμο είναι το ζήτημα του χρόνου τέλεσης. (ΑΠ Ολ 462/92). Δεν αποτελεί διαφορετική πράξη ο διάφορος νομικός χαρακτηρισμός ή οι επιβαρυντικές περιστάσεις. Εξάλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950, περί αυξήσεως των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου ποινών, όπως ίσχυε μετά το Ν.1738/1987, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και τα των άρθρων 216 και 386 ΠΚ για πλαστογραφία και απάτη, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου, ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών (μετά το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν.2408/1996 αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμές), επιβάλλεται η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή ποινή. Νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263α Π.Κ. και συνεπώς προστατεύονται από την ανωτέρω διάταξη του Ν.1608/1950, υπό την έννοια ότι τα κατ` αυτών διαπραττόμενα εγκλήματα τιμωρούνται, συντρεχόντων και των λοιπών όρων του Ν.1608/1950, κατά τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, είναι και "οι Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, κατά το νόμο ή το καταστατικό τους", χωρίς άλλη διάκριση (ΑΠ 294/2009). Τέτοια Τράπεζα είναι και η Εθνική. Επομένως οι ένοχοι των αδικημάτων που προβλέπονται στο Ν.1608/1950, τα οποία τελούνται σε βάρος της Εθνικής Τραπέζης ή κάποιας άλλης από αυτές που εδρεύουν στην ημεδαπή, τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, ο οποίος δεν καθιερώνει διαφορετικά εγκλήματα, αλλά απλώς τιμωρεί αυστηρότερα τον δράστη όταν τα εγκλήματα που παρατίθενται σ αυτόν στρέφονται κατά του Δημοσίου και των λοιπών προσώπων του άρθρου 263 Α ΠΚ. Εκ τούτων παρέπεται ότι, όταν ένα άτομο εκδοθεί για να δικασθεί για κάποια από τα εγκλήματα που αναφέρονται στον νόμο αυτό, τα οποία, κατά τις κατηγορίες που το βαρύνουν, όπως περιγράφονται στο οικείο Ευρωπαϊκό Ένταλμα, στρέφονται κατά του Δημοσίου ή προσώπου εκ των αναφερομένων στο άρθρο 263 Α ΠΚ, η μη παράθεση στο ένταλμα, με βάση το οποίο και έγινε η έκδοση, και της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, αλλά μόνον των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν τα εγκλήματα για τα οποία επιτράπηκε η έκδοση, ως και των πλαισίων της ποινής που προβλέπουν αυτές και όχι των επαυξημένων του νόμου αυτού, η στη συνέχεια καταδίκη του εκδοθέντος για τα εγκλήματα αυτά, κατ εφαρμογή, τόσον των οικείων διατάξεων του ΠΚ, όσον και των διατάξεων του νόμου αυτού, δεν προσκρούει στην ανωτέρω αρχή, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, δεν συντρέχουν οι προς τούτο, κατά τα ανωτέρω, προϋποθέσεις, ούτε βέβαια με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) ή το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα δικαιώματα του ανθρώπου (Ν. 2462/1997). Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, σε βάρος του οποίου κατά το έτος 1991 εκκρεμούσαν ποινικές διώξεις για διάφορα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων και τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος και βλάβη της ΕΤΕ, που υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ανερχόταν συνολικά σε 172.515.965 δραχμές, ηθική αυτουργία σε απάτη, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος της ΕΤΕ, με σκοπούμενο παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού που υπερέβαινε τα 5.000.000 δραχμές, ανερχόμενο στο ως άνω συνολικό ποσό και ηθική αυτουργία σε απλή συνέργεια σε πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό οφέλους δια βλάβης της ΕΤΕ και απάτη σε βάρος της ΕΤΕ. Σε βάρος του είχε εκδοθεί το 14/1990 ένταλμα σύλληψης του 7ου Ειδικού Ανακριτή Αθηνών, στο οποίο αναφέρονται, εκτός των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν τις ως άνω πράξεις και εκείνες του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, όπως είχε τροποποιηθεί με το Ν. 1738/1987. Ο αναιρεσείων στις 11-2-1991, από το Νοσοκομείο ..., όπου νοσηλευόταν φρουρούμενος αφού κρατούνταν στη Δ.Φ. ...από 28-12-1990, σε εκτέλεση του 42/24-12-1990 ΕΠΚ του 23ου τακτικού ανακριτή για άλλες πράξεις, απέδρασε και στη συνέχεια διέφυγε στο εξωτερικό. Ο αυτός ως άνω 7ος Ειδικός Ανακριτής εξέδωσε στη συνέχεια και το 5/1991 Ένταλμα σύλληψης σε βάρος του, στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς οι αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονταν και αναφέρονται οι αυτές κατά τα άνω διατάξεις που τις προβλέπουν και τις τιμωρούν μεταξύ των οποίων και του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, όπως τότε ίσχυε.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το 463/1992 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που τύγχανε αμετάκλητο, λόγω εφαρμογής του Ν. 1608/1950 (308 παρ. 1 εδαφ. γ' ΚΠΔ), με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων, όπως και ορισμένοι από τους φυσικούς αυτουργούς, αλλά και η συναυτουργός στις ηθικές αυτουργίες του ιδίου ..., στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι των ανωτέρω πράξεων και όσον αφορά τον αναιρεσείοντα διατηρήθηκε η ισχύς των ανωτέρω σε βάρος του ενταλμάτων σύλληψης. Ο αναιρεσείων, στις 7-5-2007, συνελήφθη στην ... και επακολούθησε η έκδοση του ΦΕ 5055/10-5-2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, στο οποίο αναφέρονται, μεταξύ των άλλων και όλες οι ανωτέρω πράξεις για τις οποίες διώκονταν αυτός, όπως και τα τέσσερα (4) εντάλματα σύλληψης, που είχαν εκδοθεί σε βάρος του, μεταξύ των οποίων και τα δύο ανωτέρω 14/19-12-1990 και 5/5-7-1991. Επίσης αναφέρονται και οι 32338/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών και 86429/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών, με τις οποίες είχαν επιβληθεί σ αυτόν ποινές φυλακίσεως ενός (1) έτους και εννέα (9) μηνών αντίστοιχα, τις οποίες και έπρεπε να εκτίσει. Ζητήθηκε δε η εκτέλεση του εντάλματος αυτού, προκειμένου να παραδοθεί στην Ελλάδα ο αναιρεσείων για να εκτίσει τις ποινές που του είχαν επιβληθεί κατά τα άνω και να δικασθεί για τις πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο Ένταλμα και για τις οποίες είχαν εκδοθεί σε βάρος του τα αναφερόμενα σ αυτό εντάλματα σύλληψης Ανακριτών. Το αίτημα έγινε δεκτό με την 90/21-6-2007 απόφαση του Εθνικού Δικαστηρίου της Ισπανίας, στο διατακτικό της οποίας αναφέρονται, από προφανή παραδρομή, μόνον οι ανωτέρω σε βάρος του καταδικαστικές αποφάσεις, σε τρόπο ώστε να δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι είχε παραδοθεί στις 6-7-2007 στις ελληνικές αρχές, μόνον για να εκτίσει τις ποινές αυτές. Η προφανής παραδρομή προκύπτει σαφέστατα, διότι, ενώ στο σκεπτικό της αποφάσεως και δη στο τμήμα, όπου παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά και αναφέρονται οι αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες εκδόθηκε το επίσης αναφερόμενο ανωτέρω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, μνημονεύονται, υπό στοιχεία 1 Α, Β, και 2 Α, Β, Γ, όλες οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα προαναφερθέντα εντάλματα σύλληψης του ανακριτού και το ως άνω παραπεμπτικό βούλευμα, όπως βέβαια και οι ανωτέρω καταδικαστικές σε βάρος του αποφάσεις, στη συνέχεια δε, στο τμήμα της νομικής τεκμηρίωσης της υποθέσεως, γίνεται μνεία ότι το Ένταλμα εκδόθηκε σε σχέση με τα εγκλήματα της απάτης και της πλαστογραφίας εγγράφων, δηλαδή αυτά που αφορούσαν οι εκκρεμείς σε βάρος του κατηγορίες, όπως και των καταδικαστικών ερήμην σε βάρος του ως άνω αποφάσεων, στο διατακτικό, παρά την παραδοχή της αιτήσεως που στηρίζεται στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα, αναφέρονται μόνον οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις. Αμέσως ζητήθηκε από το αρμόδιο τμήμα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών η διευκρίνιση αν ο αναιρεσείων είχε παραδοθεί μόνον για εκτέλεση των αποφάσεων ή και για να δικασθεί και για τις λοιπές πράξεις που αναφέρονταν στο Ένταλμα σύλληψης. Το Εθνικό Δικαστήριο της Ισπανίας με την 157/24-2-2009 απόφαση, για την έκδοση της οποίας δεν ήταν αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσείοντος, ούτε από την μη κλήτευσή του παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, αφού δεν πρόκειται, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο και κατά τα δύο μέρη του, του από 24/9/2009 κυρίου δικογράφου, για συμπλήρωση αποφάσεως ή διόρθωση των πρακτικών, που διενεργήθηκε, κατ άρθρο 145 ΚΠΔ, στην Ελλάδα, διευκρίνισε ότι, από παραδρομή, στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασής του, είχαν περιληφθεί μόνον οι καταδικαστικές σε βάρος του αναιρεσείοντος ως άνω αποφάσεις και ότι η παράδοσή του στις ελληνικές δικαστικές αρχές αφορούσε, πέραν της εκτελέσεως των αποφάσεων αυτών, και την δίωξή του για όλες τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για τις οποίες είχαν εκδοθεί σε βάρος του τα σ' αυτό παρατιθέμενα εντάλματα σύλληψης των αρμοδίων ανακριτών. Τούτο είχε δεχθεί προηγουμένως, ως προκύπτον από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της αναγνωσθείσας 90/2007 απόφασης του Δικαστηρίου της Ισπανίας, και το πρωτόδικο Δικαστήριο με την 242/2008 απόφαση. Κατ ορθή ερμηνεία λοιπόν και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και χωρίς να παραβιασθεί η αρχή της ειδικότητας που καθιερώνεται με αυτές, η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι ορθώς εισήχθησαν προς εκδίκαση οι σε βάρος του αναιρεσείοντος εν λόγω κατηγορίες, για τις οποίες είχε παραπεμφθεί, όπως λέχθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με το 463/1992 αμετάκλητο βούλευμα, αφού είχε, όπως προέκυπτε από τις διευκρινίσεις του Εθνικού Δικαστηρίου της Ισπανίας σε συνδυασμό και με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης, παραδοθεί στις ελληνικές δικαστικές αρχές για να διωχθεί και δικασθεί και για τις πράξεις αυτές και κατ' ακολουθία το 5μελές Εφετείο που την εξέδωσε και τον κήρυξε ένοχο γι αυτές, εφαρμόζοντας και τις διατάξεις του Ν. 1608/1950, χωρίς όμως τις επιβαρυντικές περιστάσεις αυτού, αφού η εφαρμογή τους δεν είχε γίνει δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο, για το λόγο δε αυτό διαγράφηκε και το οικείο τμήμα του σκεπτικού, καθώς και το τμήμα που αφορούσε πράξη για την οποία το ίδιο δικαστήριο είχε παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, δεν υπερέβη την εξουσία του, όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται με τον μοναδικό λόγο του από 16-9-2009 κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο συμπληρώθηκε με το από 24/9/2009 κύριο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά και τους σχετικούς πρώτο, δεύτερο, έκτο και έβδομο, κατά το τρίτο τμήμα του, λόγους του δεύτερου εν λόγω κυρίου δικογράφου και τον πρώτο λόγο του από 24-12-2009 δικογράφου των προσθέτων λόγων. Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων εκ του ότι, στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δεν αναφέρεται, μεταξύ των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, και εκείνη του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, αφού εκτίθεται στις κατηγορίες αυτές ότι οι πράξεις στρέφονται κατά της ΕΤΕ, ότι η ζημία που προκλήθηκε και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του αναιρεσείοντος και των φυσικών αυτουργών, ως και της συναυτουργού του υπερέβαινε τα 5.000.000 δραχμές, ανελθούσα στο συνολικό ανωτέρω ποσό, που είναι μεγαλύτερο εκείνου που ορίσθηκε με τον Ν. 2408/1996 των 50.000.000 δραχμών ή 150.000 €, και το οποίο απαιτείται για την εφαρμογή του Ν. 1608/1950. Ο νόμος αυτός ρητώς, όπως λέχθηκε, αναφέρεται στα ανωτέρω δύο εντάλματα συλλήψεως του ανακριτή, αλλά και στο παραπεμπτικό βούλευμα, ανεξάρτητα του ότι, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, η εφαρμογή του δεν παραβιάζει την αρχή της ειδικότητας, εφόσον τα εγκλήματα, για τα οποία ζητήθηκε η παράδοσή του, περιγράφονται κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά τους στοιχεία στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και παρατίθενται σ αυτό οι διατάξεις του ΠΚ με τις οποίες τιμωρούνται, ως και το πλαίσιο των απειλουμένων κυρίων ποινών και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται οι ανωτέρω επαυξημένες ποινές του Ν. 1608/1950, σε εφαρμογή του οποίου, όπως τότε ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 2408/1996, οδηγούσαν ευθέως τα αναφερόμενα στο Ένταλμα, κατά την περιγραφή των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονταν στον τότε κατηγορούμενο, ως προς το παθόν πρόσωπο (ΕΤΕ) και το ύψος της προκληθείσης συνολικής περιουσιακής ζημίας και του επιτευχθέντος παράνομου περιουσιακού οφέλους με την τέλεσή τους (άνω των 5.000.000 δραχμών). Η εφαρμογή του νόμου αυτού προσδίδει κακουργηματικό χαρακτήρα στις πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας, χωρίς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιπτώσεως της κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως, η οποία, σε συνδυασμό με το ύψος του ποσού του παρανόμου περιουσιακού οφέλους, προσδίδει κακουργηματικό χαρακτήρα στις ως άνω πράξεις, την ύπαρξη όμως της οποίας (κατ επάγγελμα τέλεσης) δέχθηκε το Εφετείο, αιτιολογώντας πλήρως την κρίση αυτή, αφού δέχθηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων προκύπτει σκοπός του αναιρεσείοντος προς πορισμό εισοδήματος, ο οποίος εν προκειμένω και επιτεύχθηκε με το παράνομο ως άνω συνολικό περιουσιακό όφελος του ιδίου και των συνεργών του, αβάσιμα δε υποστηρίζει με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων ο αναιρεσείων τα αντίθετα. Κατ ακολουθία τούτων όλοι οι ανωτέρω λόγοι των κυρίων δικογράφων και εκείνου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δε αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ` εξακολούθησιν δια πολλών μερικοτέρων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, ως επίσης δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπ` όψιν το όλον περιεχόμενον των μερικωτέρων πράξεων", ενώ κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι, και μετά το ν. 2721/1999, που περιέλαβε τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις (άρθρο 52 παρ. 4 αυτού, άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ), εξακολουθεί να ισχύει η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 και έτσι, για την εφαρμογή του Ν. 1608/1950, αρκεί, όπως και προηγουμένως, επί εγκλήματος που τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, το όφελος που πέτυχε η επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο κλπ., να υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 50.000.000 δρχ. και δεν απαιτείται το αντικείμενο της καθεμιάς μερικότερης πράξης να υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, όπως επί κακουργηματικής κατ εξακολούθηση πλαστογραφίας (ΑΠΟλ 5/2002), και τούτο διότι οι διατάξεις του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ και του ν.δ. 2576/1953 είναι μεν ίσης τυπικής ισχύος, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους, αφού, κατά το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, πρέπει ο δράστης να αποβλέπει στο συνολικό όφελος ή στη συνολική βλάβη, ενώ κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 τούτο δεν απαιτείται, η δε τελευταία διάταξη, ως ειδική ειδικού νομοθετήματος, διότι αφορά μόνο τα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1608/1950 και τιμωρούνται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο αυτό, κατισχύει της πιο πάνω, γενικής και νεότερης, διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ (ΑΠ 1110/2005).
Στην κρινόμενη περίπτωση, εφόσον το 5μελες Εφετείο εφάρμοσε ορθώς, όπως λέχθηκε, το Ν. 1608/1950, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, για τον υπολογισμό του σκοπηθέντος παρανόμου περιουσιακού οφέλους του αναιρεσείοντος και των συνεργών του και της βλάβης της περιουσίας της ΕΤΕ, που πρέπει να υπερβαίνει στην περίπτωση αυτή το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 150.000 €, έλαβε υπόψη το συνολικό ποσό των μερικοτέρων πράξεων των ως άνω εγκλημάτων και όχι της κάθε μίας απ αυτές. Δεν γεννάται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ζήτημα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 98, όπως είχε πριν την κατά τα άνω προσθήκη της παραγ. 2 με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν 2721/1999, οπότε για να προσλάβουν τα εγκλήματα αυτά κακουργηματικό χαρακτήρα, το ποσό κάθε μερικότερης πράξης πρέπει να υπερβαίνει, προκειμένου για την πλαστογραφία τα 25.000.000 δραχμές ή 73.000 € και για την απάτη τα 5.000.000 δραχμές ή 15.000 €, πράγμα το οποίο δεν συντρέχει εν προκειμένω, με αποτέλεσμα οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος να φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος και, ενόψει του ότι από τότε που φέρονται τελεσθείσες παρήλθε 8ετία, το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής. Ειδικότερα όμως, για την απάτη και για πράξεις προγενέστερες της ισχύος του Ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη σε κάθε περίπτωση, το συνολικό ποσό των μερικοτέρων πράξεων, που πρέπει να υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές ή 15.000 €, αφού η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 α ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 Ν. 2721/1999, είναι επιεικέστερη της προϊσχυσάσης (ΑΠ 487/2007, ΑΠ 176/2006 κ.α.).
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙV. Κατά την πάγια νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου, το δικαίωμα σε μια δίκαιη δίκη, που διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν συνιστά αυτοτελή λόγο αναιρέσεως, αλλά μπορεί να γίνει επίκληση του προς ενίσχυση ενός αναιρετικού λόγου, εκ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 510 §1 ΚΠΔ (βλ. Ολ.ΑΠ 464/92, ΑΠ 708/02 και ΑΠ 304/02, βλ. όμως αντίθετη απόφαση ΕΔΔΑ από 22-2-2007 σε υπόθεση Perlala κατά Ελλάδος).
Επειδή με τον έβδομο λόγο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, της από 24-9-2009 αιτήσεως, προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως από το 5μελές Εφετείο του άρθρου 6 παρ. 3 γ, δ της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 δ του Διεθνούς Συμφώνου για τα δικαιώματα του ανθρώπου (Ν. 2462/1997) και ζητείται η αναίρεση κατ άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ για το πρώτο μέρος. Όσα όμως εκτίθενται στα ανωτέρω μέρη του λόγου αναιρέσεως αναφέρονται στην αξιολόγηση από το Δικαστήριο των αποδεικτικών στοιχείων και ειδικότερα της 2921/1992 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και της κατ έφεση εκδοθείσης 1649/1998 απόφασης του 5μελούς Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες καταδικάσθηκαν οι φυσικοί αυτουργοί και η ανωτέρω συναυτουργός του αναιρεσείοντος και των λοιπών αναφερόμενων στο δεύτερο τμήμα εγγράφων και στις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης και δεν αναφέρεται κατά ποιο τρόπο παραβιάσθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας οι ανωτέρω διατάξεις, αντιθέτως μάλιστα, από τα εκτιθέμενα στο πρώτο μέρος του λόγου αυτού, αναιρείται ο ισχυρισμός περί παραβιάσεως, αφού ο ίδιος παραδέχεται ότι από τα πρακτικά της δίκης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν για πλαστότητα και κατά συνέπεια αποδεικνύουν κατά το άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ, όλα όσα αναγράφονται σ αυτά, δεν επιβεβαιώνονται αυτά που ισχυρίζεται, ανεξάρτητα βέβαια ότι με τον τρόπο αυτό (αντίφαση μεταξύ των όσων ο ίδιος υποστήριξε απολογούμενος και των όσων ζήτησε ο συνήγορός του) δεν παραβιάζονται οι διατάξεις αυτές και επιπροσθέτως για ποιο λόγο, όπως γίνεται επίκληση στο πρώτο τμήμα του λόγου αυτού, παράγεται ακυρότητα κατ άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ. ή παραβιάζονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα (171 παρ. 1 δ ΚΠΔ), όπως αναφέρεται στο δεύτερο τμήμα του, χωρίς όμως να γίνεται επίκληση του προσήκοντος λόγου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ.
Συνεπώς ο λόγος αυτός, κατά τα ανωτέρω τμήματά του, πρέπει να αποορριφθεί ως απαράδεκτος.
V. Κατά το άρθρ. 113 παρ. 1 ΠΚ, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη. Τέτοια περίπτωση συντρέχει, κατά τα άρθρα 432, 435 ΚΠΔ, όταν ο παραπεμφθείς στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για κακούργημα δεν συλληφθεί ή δεν εμφανισθεί για να δικασθεί την ορισμένη δικάσιμο ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο κατά το άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ, και ο Εισαγγελέας Εφετών με διάταξή του, ή το δικαστήριο με απόφαση, κατά περίπτωση, αναστέλλει την διαδικασία στο ακροατήριο μέχρι της συλλήψεως ή εμφανίσεως του κατηγορουμένου και στη δεύτερη περίπτωση διατάσσει την σύλληψη και προσωρινή κράτησή του. Η αναστολή, κατά την παραγ. 3 του αυτού άρθρου, δεν μπορεί και στην περίπτωση αυτή, να υπερβεί, προκειμένου για κακουργήματα τα πέντε (5) έτη. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 2 και 3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, για μεν τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με ποινή ηπιότερη της ισόβιας κάθειρξης είναι δεκαπέντε έτη, για δε τα πλημμελήματα πέντε έτη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την ημέρα που τελέσθηκε η πράξη.
Συνεπώς για τα κακουργήματα ο χρόνος της παραγραφής, συνυπολογιζομένης και της τυχόν επελθούσης αναστολής, ανέρχεται σε είκοσι (20) έτη. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων τιμωρούνται δε σε βαθμό κακουργήματος, φέρονται τελεσθείσες από τις αρχές Οκτωβρίου μέχρι και την 27 Οκτωβρίου 1989 και από τις αρχές μέχρι τέλος Νοεμβρίου 1990.
Συνεπώς μέχρι τις 24-6-2009 που εκδικάσθηκε η υπόθεση κατ έφεση, δεν είχε παρέλθει 20ετία, αφού η σε βάρος του διαδικασία για τις πράξεις αυτές, για τις οποίες είχε παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων με το κατά τα ανωτέρω 463/1992, αμετάκλητο, βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είχε ανασταλεί με την 94/18-5-1992 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και συνεπώς, όπως λέχθηκε ανωτέρω, επήλθε 5ετής αναστολή της παραγραφής, με αποτέλεσμα το αξιόποινο να μη έχει εξαλειφθεί δια παραγραφής, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως του από 24-9-2009 κυρίου δικογράφου, ως και ο τρίτος λόγος του από 24-12-2009 δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεων του ΠΚ., τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. VΙ. Kατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες δύο κύριες αιτήσεις και εκείνη των προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 16-9-2009 και 24/9/2009 αιτήσεις (δηλώσεις) και από 24-12-2009 πρόσθετους λόγους αυτών του Χ για αναίρεση της 1887/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220)€.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία και απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος της ΕΤΕ με συνολικό όφελος άνω των 150.000 €. Εφαρμογή Ν. 1608/1950. Συνέπεια. Επί κατ' εξακολούθηση τελέσεως της πράξεως λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό ζημίας ή οφέλους. Επί απάτης λαμβάνεται πάντοτε το συνολικό ποσό και για προγενέστερες του Ν. 2721/1999 πράξεις. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Ζητήματα: Αρχή της ειδικότητας κατ' άρθρο 34 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης", όπως και του άρθρου 14 ΕυρΣυμΕκδ (Ν. 4165/1961). Αναστολή της διαδικασίας κατ' άρθρα 432, 435 ΚΠΔ. Αναστολή της παραγραφής κατά το χρόνο που διαρκεί η αναστολή της διαδικασίας. Χρόνος αναστολής 3ετής επί πλημμελήματος και 5ετής επί κακουργήματος. Απορρίπτει αιτήσεις και πρόσθετους λόγους.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ηθική αυτουργία, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
Αριθμός 962/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή, περί αναιρέσεως της 247α, 739/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ω.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Αυγούστου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1296/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του.
Συνεπώς επί των ανωτέρω εγκλημάτων, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως τους, απαιτείται για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αναφορικώς με τον άμεσο δόλο, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως που τελέσθηκε με την υποβολή στις 5-8-2002 στον εισαγγελέα της από 2-8-2002 εγκλήσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος, που τελέσθηκε με την βεβαίωση ενόρκως του περιεχομένου της εγκλήσεως και της συκοφαντικής δυσφημίσεως κατ εξακολούθηση, που τελέσθηκε με τα όσα συκοφαντικά γεγονότα περιέλαβε στην ανωτέρω έγκλησή του, ως και στα αναφερόμενα στην απόφαση δικόγραφα και εξώδικη δήλωση: "Στην ... και επί της οδού ... αρ.13 υπάρχει παλαιά πολυώροφη οικοδομή (μέγαρο), η οποία αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και επτά ορόφους πάνω από το ισόγειο. Το υπόγειο και το ισόγειο έχουν χωριστεί σε καταστήματα, όλοι δε οι όροφοι πάνω από το ισόγειο-ακριβώς όμοιοι μεταξύ τους- σε γραφεία (98 γραφεία, δηλαδή 14 γραφεία ανά όροφο, από τον πρώτο έως και τον έβδομο). Η πολυώροφη αυτή οικοδομή διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και οι σχέσεις μεταξύ των εκάστοτε συνιδιοκτητών ρυθμίζονται από κανονισμό, που περιέχεται στο με αριθμό .../58 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Πέτρου Κατσαϊτη, που έχει νομίμως μεταγραφεί. Σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό: 1) Η χρήση των σε κάθε όροφο κοινοχρήστων χώλλ, διαδρόμων, αποχωρητηρίων και χώρων υπηρεσίας ανήκει αποκλειστικά στους ιδιοκτήτες των διηρημένων οριζοντίων ιδιοκτησιών του ορόφου τούτου (Κεφ.2ον εδαφ.βαα), 2)Εφόσον κάποιος όροφος ολόκληρος αποτελέσει ενιαία οριζόντια ιδιοκτησία μπορεί να απομονώνεται εις τρόπον ώστε οι διάδρομοι και τα αποχωρητήρια του ορόφου αυτού να αποβάλουν τον χαρακτήρα τους ως κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών και να περιλαμβάνονται στη διηρημένη κυριότητα του ορόφου αυτού (Κεφ.2ον εδ.α), 3)Με ομόφωνη απόφαση του συνόλου των ιδιοκτητών κάποιου ορόφου μπορεί να γίνει αυξομείωση των κοινοχρήστων χωλλ, διαδρόμων, αποχωρητηρίων, χώρων υπηρεσίας του ορόφου ή και ολική κατάργηση κάποιου εκ των χώρων αυτών υπέρ και κατά της ωφέλιμης επιφάνειας της διηρημένης οριζοντίου ιδιοκτησίας του εν λόγω πάντοτε ορόφου υπό τον όρο ότι δεν θα θίγεται το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου και η πρόσβαση προς του ανελκυστήρες (Κεφ.2ον εδ.βββ), 4)Κάθε ιδιοκτήτης διαμερίσματος, καταστήματος ή γραφείου: α)έχει απόλυτο δικαίωμα κυριότητας, χρήσεως και μεταβιβάσεως, υποθήκης, κληροδοτήσεως, απαλλοτριώσεως και εκμεταλλεύσεως του διαμερίσματος, καταστήματος ή γραφείου του, καθώς και των ιδιόχρηστων χώρων που του ανήκουν και β)μπορεί να τροποποιεί κατά την ελεύθερη κρίση του, την εσωτερική διαρρύθμιση του γραφείου, καταστήματος ορόφου και χώρου γενικά που του ανήκει ή να διαιρεί κάποιο γραφείο ή κατάστημα του σε περισσότερα, χωρίς την σύμπραξη ή συναίνεση των λοιπών ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησίων, εφόσον δεν θα θίγεται το παραπάνω ποσοστό συγκυριότητας είτε επί του οικοπέδου, είτε επί των κοινοχρήστων κ.λπ. ... (Κεφ.3ον παρ.1 και 2), 5)Η διοίκηση και διαχείριση του Μεγάρου ανήκει κυριαρχικώς στη Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών. Την Γενική Συνέλευση συγκαλεί ο διαχειριστής της πολυκατοικίας. Η Γενική Συνέλευση συνεδριάζει εγκύρως όταν παρίστανται ή εκπροσωπούνται κατ'αυτήν τα (2/3) δύο τρίτα του συνολικού αριθμού των ψήφων. Εάν δεν γίνει απαρτία κατά την πρώτη συνεδρίαση η Συνέλευση συνέρχεται σε επαναληπτική συνεδρίαση, οπότε βρίσκεται σε απαρτία όσοι και αν είναι οι αριθμοί των ψήφων των παρόντων. Οι αποφάσεις λαμβάνονται δια πλειοψηφίας των ψήφων των παρόντων. Η Γενική Συνέλευση ορίζει με απόφασή της τον εκάστοτε διαχειριστή, καθήκοντα του οποίου είναι η επιμέλεια της εφαρμογής του παρόντος Κανονισμού. Ο διαχειριστής ευθύνεται για την διαχείριση της πολυκατοικίας "ως δια την εν τοις ιδίοις επιμέλειαν" (Κεφ.5ον παρ.21).
Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, κατά την πλειοψηφούσα πάντοτε γνώμη του Δικαστηρίου, ότι: Ο κατηγορούμενος Χ, συνταξιούχος πλέον δικηγόρος, είναι κύριος των με αριθμούς 8 και 9 γραφείων του δευτέρου ορόφου και επικαρπωτής των με αριθμούς 6 και 7 γραφείων του δευτέρου ορόφου (ψιλή κυρία των οποίων είναι η θυγατέρα του ΑΑ), καθώς και κύριος του με αριθμό 9 γραφείου του τρίτου ορόφου του ως άνω μεγάρου. Στον δεύτερο όροφο του μεγάρου κυρία των με αριθμούς 10,11,12,13 και 14 γραφείων είναι η ΒΒ, συμβολαιογράφος, ο δε μηνυτής-πολιτικώς ενάγων Ψ, καθηγητής, και η σύζυγός του Ω, δικηγόρος, είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των με αριθμούς 10,11,12,13 και 14 γραφείων του εβδόμου ορόφου του εν λόγω μεγάρου. Τα πέντε αυτά γραφεία του εβδόμου ορόφου (συνιδιοκτησίας του μηνυτή και της συζύγου του), όπως και τα αντίστοιχα (10,11,12,13 και 14) γραφεία του δευτέρου ορόφου (ιδιοκτησίας της ΒΒ), αποτελούν συγκρότημα-διαμέρισμα γραφείων (ο όρος, διαμέρισμα χρησιμοποιείται από τον παραπάνω Κανονισμό). Ειδικότερα, σε καθένα από τους επτά-υπέρ το ισόγειο-ορόφους του μεγάρου υπάρχουν, από κατασκευής του μεγάρου, δύο τέτοια συγκροτήματα-διαμερίσματα γραφείων, ένα συγκρότημα προς Ανατολάς, στην πρόσοψη του μεγάρου, επί της οδού ... και ένα προς Δυσμάς, στην πίσω πλευρά του μεγάρου. Αποτελούνται δε τα συγροτήματα-διαμερίσματα αυτά από πέντε διηρημένες ιδιοκτησίες (γραφεία) το καθένα και συγκεκριμένα τα διαμερίσματα της προσόψεως από τα γραφεία με αριθμούς 1,2,3,4 και 5, χωλ και δική του τουαλέτα (WC) το κάθε διαμέρισμα και τα διαμερίσματα της πίσω πλευράς από τα γραφεία με αριθμούς 10,11,12,13 και 14, χωλ και δική του τουαλέτα (WC) το κάθε διαμέρισμα. Τα εν λόγω διαμερίσματα, από κατασκευής του μεγάρου, είναι περίκλειστα από τοίχους, διά των οποίων καθορίζεται η αυτοτέλεια και η αυθυπαρξία τους και διαθέτουν, επίσης, από κατασκευής του μεγάρου, δική του ξεχωριστή και αυτόνομη είσοδο, τα μεν διαμερίσματα της προσόψεως από τον κοινόχρηστο χώρο του κλιμακοστασίου, τα δε της πίσω πλευράς από τον κοινόχρηστο διάδρομο. Στο μέσο περίπου εκάστου των επτά όροφων του μεγάρου και κατά μήκος των κοινόχρηστων διαδρόμων υπάρχουν τέσσερα ακόμη ανεξάρτητα γραφεία-οριζόντιες ιδιοκτησίες, με αριθμούς 6,7,8 και 9 (ανά όροφο), τα οποία δεν αποτελούν συγκρότημα, αλλά καθένα από αυτά έχει μια δική του ξεχωριστή είσοδο, με πόρτα απευθείας, στον κοινόχρηστο διάδρομο, δεν διαθέτουν χωλλ και διαθέτουν μια κοινή τουαλέτα, που υπάρχει στον κοινόχρηστο διάδρομο. Όπως ήδη αναφέρθηκε εντός εκάστου συγκροτήματος-διαμερίσματος υπάρχει χωλλ, δηλαδή ένας ενιαίος χώρος-προθάλαμος (με μικρό διάδρομο), εκτάσεως 17,50 τ.μ., μπροστά από τα πέντε γραφεία, καθώς και μία μικρή τουαλέτα(WC), εκτάσεως 5,68 τ.μ., η οποία επικοινωνεί με το χώλλ, στην οποία τουαλέτα για να εισέλθει κάποιος πρέπει να μπεί στο συγκρότημα-διαμέρισμα από την (κεντρική) είσοδο αυτού, όπου υπάρχει θύρα και να διέλθει από το ως άνω χώλλ του συγκροτήματος-διαμερίσματος. Επισημαίνεται και πάλι ότι και τα 14 συγκροτήματα-διαμερίσματα γραφείων του μεγάρου, από κατασκευής τους, έχουν δικές τους ξεχωριστές και αυτόνομες εισόδους, όπου έχουν τοποθετηθεί θύρες, έτσι ώστε η πρόσβαση στους χώρους αυτούς να επιτρέπεται μόνο στους ιδιοκτήτες των γραφείων των συγκροτημάτων-διαμερισμάτων ή στους μισθωτές τους και στους επισκέπτες τους. Οι θύρες αυτές ήταν πάντοτε και είναι λειτουργικές και δεν υπήρξαν ποτέ διακοσμητικές. Διαθέτουν κλειδαριές, πολλές δε από αυτές και δεύτερη κλειδαριά ασφαλείας, καθώς και κουδούνι παραπλεύρως αυτών. Οι ιδιοκτήτες ή οι ένοικοι των εν λόγω γραφείων κλείδωναν και κλειδώνουν τις θύρες αυτές ή τις αφήνουν ανοικτές κατά βούληση, ενώ κλειδιά τούτων διαθέτουν μόνο οι ίδιοι. Σημειωτέον δε ότι για την αποκλειστική χρήση του παραπάνω χωλλ (με τον μικρό διάδρομο) και της τουαλέτας (WC) από του εκάστοτε ιδιοκτήτες ή του μισθωτές των γραφείων (με αριθμ.1-5 και 10-14) των εν λόγω συγκροτημάτων-διαμερισμάτων του μεγάρου, δεν είχε διαμαρτυρηθεί ποτέ, ούτε είχε εκφράσει παράπονο κανένας από τους συνιδιοκτήτες ή ενοίκους του μεγάρου, πολλοί από τους οποίους είναι δικηγόροι και συμβολαιογράφοι, ούτε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι συνιδιοκτήτης και ένοικος από το έτος 1977, κατά δε τα έτη 1997-1999 διετέλεσε και διαχειριστής του μεγάρου. Και τούτο γιατί, από τον Κανονισμό του μεγάρου και ιδίως από το προπαρατεθέν εδάφιο α'του 2ου Κεφαλαίου αυτού, ερμηνευομένου όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), συνάγεται ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων στη δικαιοπραξία σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού του επί της οδού ... αρ.13 (πρώην 11β) στο κέντρο της ... μεγάρου (υπ' αριθμ. .../1958 συμβόλαιο) είναι ότι το παραπάνω χωλλ με το μικρό διάδρομο και η τουαλέτα (WC), συνολικής επιφάνειας 23,18 τ.μ., που βρίσκονται μπροστά ακριβώς από τα πέντε γραφεία-διηρημένες οριζόντιες ιδιοκτησίες (με αριθμ.1-5 και 10-14), από τα οποία αποτελούνται τα ως άνω συγκροτήματα-διαμερίσματα γραφείων του μεγάρου, περιλαμβάνονται, από κατασκευής του μεγάρου, στη (μικτή) επιφάνεια (ιδιοκτησία) των γραφείων αυτών και η χρήση τους (χωλ, μικρού διαδρόμου και τουαλέτας) ανήκει αποκλειστικά και μόνο στους εκάστοτε ιδιοκτήτες και γενικά στους ενοίκους των εν λόγω γραφείων. Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../1998 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Ρήγα Κωτόπουλου, ο μηνυτής Ψ και η παραπάνω σύζυγος του αγόρασαν στις 21-12-1998 τα αποτελούντα, κατά τα προεκτεθέντα, συγκρότημα-διαμέρισμα γραφείων, με αριθμ.10,11,12,13 και 14 γραφεία του εβδόμου ορόφου του ως άνω μεγάρου. Τον Σεπτέμβριο του έτους 1999 ο μηνυτής προέβη στην ανακαίνιση των γραφείων αυτών και στα πλαίσια της ανακαινίσεως αντικατέστησε και την παλαιά (ξύλινη) πόρτα, που υπήρχε, κατά τ'άνω, στην είσοδο του συγκροτήματος-διαμερίσματος γραφείων, με καινούργια θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας, την οποία έκτοτε έκλεινε και κλείδωνε κατά βούληση. Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../2001 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Τριγάζη, η συμβολαιογράφος Αθηνών ΒΒ αγόρασε στις 29-10-2001 τα με αριθμ.10,11,12,13 και 14 αντίστοιχα γραφεία (συγκροτήμα-διαμέρισμα γραφείων) του δευτέρου ορόφου του μεγάρου, στα οποία, αφού τα επισκεύασε, εγκαταστάθηκε την άνοιξη του έτους 2002 και έκτοτε έκλεινε και κλείδωνα και αυτή, κατά βούληση, την ξύλινη πόρτα που υπήρχε στην είσοδο του συγκροτήματος-διαμερίσματος των γραφείων αυτών. Με την από 21-11-2001 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας (μεγάρου) εξελέγη διαχειριστής αυτής ο μηνυτής Ψ, ο οποίος ανέλαβε την διαχείριση στις 27-2-2002. Στις 11-3-2002 συνήλθαν, ύστερα από πρόσκληση του διαχειριστή Ψ (μηνυτή), σε έκτακτη γενική συνέλευση, οι συνιδιοκτήτες του μεγάρου, στην οποία παρέστη και ο κατηγορούμενος. Στη συνέλευση αυτή η συνιδιοκτήτρια του συγκροτήματος-διαμερίσματος γραφείων με αριθμ.10-14 του δευτέρου ορόφου συμβολαιογράφος ΒΒ κατήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος έκτισε τοίχο και τοποθέτησε πόρτα ασφαλείας στον κοινόχρηστο διάδρομο του δεύτερου ορόφου που συνδέει την ιδιοκτησία της με το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου και τους ανελκυστήρες, αποκλείοντας την έτσι από την ιδιοκτησία της. Λόγω όμως του προχωρημένου της ώρας, η συνέλευση δεν προχώρησε στην διερεύνηση της εν λόγω καταγγελίας και προέτρεψε την συμβολαιογράφο ΒΒ να θέσει το θέμα στην επόμενη Γενική Συνέλευση. Στις 15-5-2002, μετά από πρόσκληση του μηνυτή-διαχειριστή, συνεκλήθη νέα έκτακτη (επαναληπτική) γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών του μεγάρου, στην οποία δεν παρέστη ο κατηγορούμενος. Κατά τη συνέλευση αυτή, αφού διαπιστώθηκε απαρτία, ο μηνυτής-διαχειριστής ανέφερε, σχετικά με την εγκατάσταση τριφασικών μετρητών ρεύματος στο μέγαρο, τις προδιαγραφές που έθετε η ΔΕΗ για την υποχρεωτική διέλευση των αγωγών από το υπόγειο του μεγάρου και συγκεκριμένα από την ιδιοκτησία των ΓΓ και ΔΔ. Στη συνέχεια έλαβε το λόγο ο ΓΓ για τον εαυτό του και ως εκπρόσωπος της συνιδιοκτήτριας συζύγου του, ο οποίος ζήτησε ως αποζημίωση, ενόψει της ζημίας που θα υποστεί η ιδιοκτησία τους από την μόνιμη διέλευση των δύο αγωγών της ΔΕΗ από την οροφή της, το ποσό των 4400 ευρώ. Η συνέλευση χωρίς πρόταση ή εισήγηση του μηνυτή-διαχειριστή, αποφάσισε να μη προβεί σε δικαστικές ενέργειες κατά του συνιδιοκτήτη ΓΓ για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως, αλλά να δοθεί στον τελευταίο το ποσό που ζήτησε από το αποθεματικό της συνιδιοκτησίας, προκειμένου να λυθεί έτσι άμεσα το φλέγον ζήτημα της ηλεκτροδότησης του μεγάρου, εξουσιοδότησε δε τον μηνυτή-διαχειριστή να υπογράψει όλα τα απαραίτητα έγγραφα για λογαριασμό της συνιδιοκτησίας. Κατά την ίδια Γενική Συνέλευση (15-5-2002) η συμβολαιογράφος-συνιδιοκτήτρια ΒΒ επανέφερε το θέμα, που είχε γνωστοποιήσει στην προηγούμενη συνέλευση της 11-3-2002, αναφορικά με το κτίσιμο τοίχου και την τοποθέτηση θωρακισμένης πόρτας στον κοινόχρηστο διάδρομο του δεύτερου ορόφου από τον κατηγορούμενο-συνιδιοκτήτη Χ, που είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της από την ιδιοκτησία της. Σε σχέση με το θέμα αυτό η γενική συνέλευση της 15-5-2002 αποφάσισε ομόφωνα ότι η ενέργεια αυτή του συνιδιοκτήτη Χ (κατηγορουμένου) συνιστά σοβαρή παράβαση του Κανονισμού του μεγάρου και θίγει τα απορρέοντα από τον Κανονισμό αυτόν και από το νόμο δικαιώματα των συνιδιοκτητών και εξουσιοδότησε τον διαχειριστή Ψ (μηνυτή) να προσλάβει κατά την κρίση του νομικό σύμβουλο και να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νόμιμες ενέργειες για την εφαρμογή του Κανονισμού σύμφωνα με τις υποδείξεις του νομικού συμβούλου. Ο κατηγορούμενος, φέρων βαρέως την απόφαση αυτή της γενικής συνελεύσεως, στράφηκε από τότε εναντίον τόσο της συμβολαιογράφου ΒΒ, που έκανε την καταγγελία για την (πράγματι παράνομη και αυθαίρετη, δηλαδή κατά παράβαση του Κανονισμού και χωρίς να συνεννοηθεί προηγουμένως με κανένα από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες του δεύτερου ορόφου) κατασκευή υπ'αυτού τοίχου με τούβλα και τσιμέντο και την τοποθέτηση θωρακισμένης πόρτας ασφαλείας στον κοινόχρηστο και κοινόκτητο διάδρομο του δεύτερου ορόφου, όσο και κατά του διαχειριστή Ψ (μηνυτή), με τον οποίο, σημειωτέον, διατηρούσε μέχρι τότε ο κατηγορούμενος πολύ καλές σχέσεις, γιατί δεν προέτρεψε την ΒΒ να μη φέρει προς συζήτηση στη γενική συνέλευση το παραπάνω θέμα, αλλά και γιατί ανέλαβε να προβεί (καθ'υποδειξη νομικού συμβούλου) στις απαιτούμενες νόμιμες ενέργειες σε βάρος του για την εν λόγω κατασκευή του. Έτσι άρχισε ο κατηγορούμενος να κοινοποιεί προς την ΒΒ και τον Ψ εξώδικες δηλώσεις, να καταθέτει εναντίον τους αγωγές και να υποβάλλει μηνύσεις κατά του Ψ, ισχυριζόμενος, για πρώτη φορά, ότι αυτοί (ΒΒ και Ψ) έχουν παράνομα και αυθαίρετα καταλάβει κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη (δηλαδή το παραπάνω χωλλ, τον μικρό διάδρομο και την τουαλέτα-WC) του δευτέρου ορόφου του μεγάρου η ΒΒ και του εβδόμου ορόφου ο Ψ και τα έχουν ενσωματώσει στην ιδιοκτησία τους, παραβλάπτοντας με την συμπεριφορά τους αυτή τα δικαιώματα όλων των συνιδιοκτητών του μεγάρου και αυτού του ίδιου (κατηγορούμενου) στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα αυτά μέρη του μεγάρου. Συγκεκριμένα μεταξύ των άλλων (εξωδίκων δηλώσεων, αγωγών και μηνύσεων) ο κατηγορούμενος στις 5-8-2002 υπέβαλε εναντίον του μηνυτή Ψ στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 2-8-2002 μήνυσή του, με βάση την οποία ασκήθηκε κατά του Ψ ποινική δίωξη για το αδίκημα της απιστίας κατ' εξακολούθηση (άρθρα 390 και 98 παρ.1 ΠΚ). Ειδικότερα, στην μήνυσή του αυτή ο κατηγορούμενος Χ ανέφερε: Ότι ο μηνυόμενος Ψ, ενώ ήταν διαχειριστής του μεγάρου, αντικατέστησε την ξύλινη άνευ κλείθρων διακοσμητική πόρτα του εβδόμου ορόφου του μεγάρου, που υπήρχε μεταξύ των γραφείων με αριθμ.6,7,8 και 9 και των γραφείων με αριθμ.10,11,12,13 και 14 (ιδιοκτησίας του μηνυομένου και της συζύγου του) και διατηρείτο πάντοτε ανοικτή από της κατασκευής του μεγάρου, με θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας, την οποία , από της τοποθετήσεώς της, διατηρεί πάντοτε κλειστή, καταλαμβάνοντας έτσι τμήμα του κοινοχρήστου διαδρόμου του εβδόμου ορόφου, επιφανείας 50 τ.μ. , με ζημία όλων των συνιδιοκτητών του μεγάρου και αυτού του ίδιου (μηνυτή και ήδη κατηγορούμενου), λόγω στερήσεως της χρήσεως του ως άνω κοινοχρήστου διαδρόμου. Ότι ο μηνυόμενος, αδιαφορώντας για την από 20-5-2002 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση και διαμαρτυρία του που του κοινοποίησε και δηλώνοντας ότι δεν διαπίστωσε καμμία παράβαση του Κανονισμού του μεγάρου εκ μέρους της συμβολαιογράφου ΒΒ, παρέλειψε, καίτοι ως διαχειριστής είχε εξουσία διαχείρισης και επιμέλειας της περιουσίας των συνιδιοκτητών του μεγάρου και καθήκον εφαρμογής των διατάξεων του Κανονισμού αυτού, να ασκήσει τα νόμιμα κατά της ως άνω συμβολαιογράφου, ιδιοκτήτριας των με αριθμ.10,11,12,13 και 14 γραφείων του δεύτερου ορόφου, η οποία, μιμηθείσα τον μηνυόμενο, κατέλαβε και αυτή αντίστοιχο χώρο του κοινόχρηστου διαδρόμου του δεύτερου ορόφου, μεταξύ των παραπάνω γραφείων της και των με αριθμ.6,7,8 και 9 γραφείων αυτού του ίδιου (μηνυτή και νυν κατηγορούμενου Χ). Και ότι ο μηνυόμενος κατά την μεθοδευμένη επαναληπτική γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών του μεγάρου της 15-5-2002, στη προσπάθειά του να συγκαλύψει τις αστικές και ποινικές του ευθύνες, υφάρπασε τρείς ανίσχυρες αποφάσεις της γενικής αυτής συνελεύσεως, ήτοι : 1)Την απόφαση σύμφωνα με την οποία, τα παράπονα και οι καταγγελίες των ιδιοκτητών του μεγάρου και των ενοικιαστών, που αφορούν παραβάσεις του Κανονισμού, θα πρέπει να γνωστοποιούνται επωνύμως στη γενική συνέλευση, η οποία και θα αποφασίζει κατά περίπτωση ποια θα είναι η στάση της συνιδιοκτησίας και θα εξουσιοδοτεί ανάλογα τον διαχειριστή, καθόσον η συνέλευση είναι το μόνο αρμόδιο όργανο, για την ερμηνεία του Κανονισμού και σ' αυτήν ανήκει κυριαρχικώς η διοίκηση και η διαχείριση του μεγάρου (Κεφ.5 παρ.21 του Κανονισμού του μεγάρου). Η οποία όμως απόφαση είναι, κατά τον μηνυτή Χ, ανίσχυρη, διότι ο Κανονισμός είναι σύμβαση και ερμηνεύεται από τα αρμόδια δικαστήρια σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, 2)Την απόφαση που ελήφθη κατόπιν εισηγήσεως του μηνυομένου περί καταβολής χρηματικού ποσού 4400 ευρώ ως αποζημίωση στους ΓΓ και ΔΔ, ιδιοκτήτες της με αριθμ.1 υπόγειας αποθήκης, προκειμένου να διέλθουν δύο αγωγοί τριφασικού ρεύματος της ΔΕΗ κάτω από το μωσαϊκό δάπεδο της ιδιοκτησίας τους, με συνέπεια να δημιουργηθεί, από την απόφαση αυτή της συνελεύσεως, υποχρέωση του μηνυτή (Χ) και των λοιπών συνιδιοκτητών να καταβάλουν το αναλογούν στον καθένα ποσοστό, επί ζημία της περιουσίας τους, καθόσον η καταβολή αυτή είναι πράξη χαριστική υπέρ των παραπάνω ιδιοκτητών ΓΓ και ΔΔ, ενόψει του ότι αυτοί, σύμφωνα με τον Κανονισμό, έχουν υποχρέωση να ανεχθούν την διέλευση των εν λόγω αγωγών χωρίς αμοιβή και 3)Την απόφαση με την οποία ο μηνυόμενος εξουσιοδοτήθηκε από την γενική συνέλευση να προσλάβει νομικό σύμβουλο και να ενεργήσει σύμφωνα με τις υποδείξεις του για την εκ μέρους της συμβολαιογράφου ΒΒ και του ίδιου (μηνυομένου)κατάληψη του κοινόχρηστου και κοινόκτητου διαδρόμου του δεύτερου και του έβδομου ορόφου, αντίστοιχα (παραβάσεις του Κανονισμού), ενώ ο μηνυόμενος είχε υποχρέωση ο ίδιος αυτοβούλως να επαναφέρει άμεσα τα πράγματα στη προτέρα αυτών κατάσταση, αποδίδοντας στην κοινή, χρήση των συνιδιοκτητών του μεγάρου τον κοινόχρηστο και κοινόκτητο διάδρομο του εβδόμου ορόφου, και να ασκήσει τα νόμιμα κατά της ΒΒ για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα αυτών κατάσταση και την απόδοση του κοινόχρηστου και κοινόκτητου διαδρόμου του δευτέρου ορόφου στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών του μεγάρου.
Από τα προεκτεθέντα, όμως, πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδεικνύονται από τις στηριζόμενες σε άμεση αντίληψη, σαφείς, λεπτομερείς και χωρίς αντιφάσεις καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων της κατηγορίας, σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, προκύπτει ότι τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω από 2-8-2002 μήνυση του ήδη κατηγορουμένου Χ κατά του ήδη μηνυτή Ψ ήταν ψευδή. Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, η αλήθεια είναι ότι ο Ψ ανέλαβε την διαχείριση του εν λόγω μεγάρου στις 27-2-2002 και επομένως όταν τον Σεπτέμβριο του 1999 αντικατέστησε την παλαιά ξύλινη πόρτα που υπήρχε στην είσοδο του συγκροτήματος-διαμερίσματος γραφείων με αριθμ.10,11,12,13 και 14, ιδιοκτησίας του ίδιου και της συζύγου του, με καινούργια θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας, δεν ήταν διαχειριστής του μεγάρου, η δε αντικατασταθείσα πόρτα δεν υπήρξε ποτέ διακοσμητική, ούτε παρέμεινε πάντοτε ανοικτή, αλλά αντίθετα ήταν, από κατασκευής του μεγάρου, λειτουργική, διέθετε δύο κλειδαριές και κουδούνι και οι εκάστοτε ιδιοκτήτες και οι ένοικοι των ως άνω με αριθμ.10, 11,12,13 και 14 γραφείων κλείδωναν ή άφηναν ανοικτή κατά βούληση την πόρτα αυτή, κλειδιά της οποίας είχαν μόνο οι ίδιοι. Επίσης η αλήθεια είναι ότι το φερόμενο ως καταληφθέν από μεν τον Ψ τμήμα του κοινοχρήστου διαδρόμου του εβδόμου ορόφου, επιφανείας 50 τ.μ., από δε την ΒΒ τμήμα του κοινοχρήστου διαδρόμου του δευτέρου ορόφου, επιφανείας 50 τ.μ., είναι ο χώρος, ο οποίος περιλαμβάνει το παραπάνω χωλλ με τον μικρό διάδρομο και την τουαλέτα(WC),συνολικής επιφανείας 23,18 τ.μ. και όχι 50 τ.μ., και βρίσκεται εντός του συγκροτήματος-διαμερίσματος γραφείων με αριθμ.10,11,12,13 και 14 του δευτέρου ορόφου, ιδιοκτησίας της ΒΒ και εντός του ίδιου συγκροτήματος-διαμερίσματος γραφείων του εβδόμου ορόφου, ιδιοκτησίας του Ψ και της συζύγου του, στους οποίους ιδιοκτήτες και μόνο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ανήκει αποκλειστικά η χρήση του εν λόγω χώρου, δηλαδή του χωλ με τον μικρό διάδρομο και της τουαλέτας (WC) και συνακόλουθα με το να κλείνουν αυτοί (ΒΒ και Ψ) ή να αφήνουν ανοικτή, κατά βούληση, την παραπάνω πόρτα που είναι τοποθετημένη στην ξεχωριστή και αυτόνομη είσοδο, την οποία, από κατασκευής του μεγάρου, διαθέτει το καθένα από τα πιο πάνω συγκροτήματα-διαμερίσματα γραφείων, δεν παραβιάζουν ούτε το νόμο, ούτε τον Κανονισμό του μεγάρου. Περαιτέρω η αλήθεια είναι ότι η Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της 15-5-2002 αποφάσισε ομόφωνα "Ότι ενόψει του ότι η συνέλευση είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για την ερμηνεία του κανονισμού και σ'αυτήν ανήκει κυριαρχικώς η διοίκηση και η διαχείριση του μεγάρου (Κεφ.5 παρ.21 του Κανονισμού) σε καμμία περίπτωση ο εκάστοτε διαχειριστής δεν πρέπει να προβαίνει από μόνος του σε ενέργειες κατά των φερομένων ως παραβατών (του Κανονισμού), με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητώς από τον Κανονισμό, π.χ.τις οφειλές κοινοχρήστων ή τις περιπτώσεις που ο ίδιος κρίνει ότι λόγω της εξαιρετικά επείγουσας φύσης τους χρήζουν άμεσων ενεργειών. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις τα παράπονα ή οι καταγγελίες θα πρέπει να γνωστοποιούνται επωνύμως στη συνέλευση (είτε αυτοπροσώπως είτε με επιστολή απευθυνόμενη στη συνέλευση), η οποία θα αποφασίζει κατά περίπτωση ποια θα είναι η στάση της συνιδιοκτησίας και θα εξουσιοδοτεί ανάλογα τον διαχειριστή εγκρίνοντας ταυτόχρονα την αμοιβή του νομικού συμβούλου που τυχόν θα χρειασθεί". Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, ο μηνυτής και ήδη κατηγορούμενος Χ δεν εμφανίσθηκε, ούτε προσέφυγε στη Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών για να θέσει προς συζήτηση την, κατά τους ισχυρισμούς του, παράβαση του Κανονισμού εκ μέρους της ΒΒ και του διαχειριστή Ψ (κατάληψη τμήματος του κοινόκτητου και κοινόχρηστου διαδρόμου του δευτέρου και του εβδόμου ορόφου) και να ζητήσει τη λήψη σχετικής αποφάσεως, ενόψει του ότι σ'αυτές τις περιπτώσεις, όπως είναι και η επικαλούμενη από τον νυν κατηγορούμενο Χ ως άνω παράβαση του Κανονισμού, η λήψη των ανάλογων μέτρων κατά των φερομένων ως παραβατών, προϋποθέτουσα προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια, πρόσληψη νομικού παραστάτη και αντίστοιχα σημαντικά έξοδα, δεν είναι από εκείνες τις ενέργειες, στις οποίες μπορούσε να προβεί μόνος του, χωρίς να έχει προηγουμένως την σύμφωνη γνώμη της Γενικής Συνέλευσης, ο διαχειριστής του μεγάρου, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο προπαρατεθέν κεφάλαιο 5 παραγρ.21 του Κανονισμού του μεγάρου. Έτσι, η μόνη δυνατότητα που είχε, εν προκειμένω, ο νυν μηνυτής Ψ ως διαχειριστής του μεγάρου ήταν να συγκαλέσει αυτός εκτάκτως την γενική συνέλευση και να θέσει ο ίδιος στην κρίση της τους ως άνω ισχυρισμούς του Χ. Παράλειψη δε αυτού (Ψ) να πράξει κάτι τέτοιο δεν μπορεί να του καταλογιστεί, καθόσον με την από 22-7-2002 εξώδικη απάντηση-δήλωσή του, που κοινοποίησε στον Χ στις 23-7-2002, γνωστοποίησε σ'αυτόν ότι προγραμματίζει έκτακτη γρνική συνέλευση στο διάστημα Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 2002 και τον κάλεσε να παραβρεθεί και να εκθέσει στους ισχυρισμούς του κατ'αυτού, της συζύγου του και της ΒΒ και ότι διαφορετικά θα ενημέρωνε ο ίδιος σχετικά την γενική συνέλευση. Πράγματι δε στις 5-9-2002 συνήλθαν, κατόπιν προσκλήσεως του διαχειριστή Ψ, σε έκτακτη γενική συνέλευση οι συνιδιοκτήτες του μεγάρου, πλην όμως, εν των μεταξύ, είχε ήδη υποβληθεί από τον νυν κατηγορούμενο Χ εναντίον του νυν μηνυτή Ψ η εν λόγω από 2-8-2002 μήνυση, η από 15-7-2002 αγωγή και η από 7-8-2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και έτσι το όλο θέμα συζητήθηκε συνολικά, δηλαδή σε συνδυασμό και με τις παραπάνω δικαστικές ενέργειες του Χ. Τέλος, η αλήθεια, που αδιαμφισβήτητα προκύπτει από τα πρακτικά της έκτακτης γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών του μεγάρου της 15-5-2002, είναι ότι η συνέλευση αυτή, χωρίς καμμία πρόταση ή εισήγηση του διαχειριστή Ψ, αποφάσισε ομόφωνα την καταβολή αποζημιώσεως, ύψους 4400 ευρώ, στο ζεύγος ΓΓ-ΔΔ, ενώ δεν ασχολήθηκε με την δήθεν κατάληψη εκ μέρους του Ψ (διαχειριστή) και της ΒΒ τμήματος του κοινοχρήστου διαδρόμου του εβδόμου και του δευτέρου ορόφου αντίστοιχα, αντίθετα η εν λόγω συνέλευση ασχολήθηκε με την κατά παράβαση του Κανονισμού ανέγερση τοίχου και τοποθέτηση θωρακισμένης πόρτας στον κοινόχρηστο διάδρομο του δευτέρου ορόφου από τον συνιδιοκτήτη Χ (κατηγορούμενο), ενώ δεν προκύπτει, ούτε καν συνάγεται από τα παραπάνω πρακτικά, ότι η συνέλευση της 15-5-2002 αμφισβήτησε την αρμοδιότητα των δικαστηρίων της Χώρας αναφορικά με θέματα ερμηνείας του Κανονισμού του μεγάρου. Κατά συνέπεια των ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί μεθοδευμένης υφαρπαγής ανίσχυρων αποφάσεων της εν λόγω γενικής συνελεύσεως από τον διαχειριστή του μεγάρου Ψ, όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο νυν κατηγορούμενος με την από 2-8-2002 μήνυσή του κατ' αυτού.
Με βάση λοιπόν τα προαναφερθέντα, ο τότε κατηγορούμενος και ήδη μηνυτής Ψ, στα πλαίσια της διαχειριστικής δραστηριότητας και εξουσίας του, δεν προέβη σε επιζήμια διαχείριση της περιουσίας του τότε μηνυτή και ήδη κατηγορούμενου Χ ή οποιουδήποτε άλλου συνιδιοκτήτη του μεγάρου, γι'αυτό άλλωστε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1970/2003 βούλευμά του, το οποίο επικυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 2537/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Ψ για την πράξη της απιστίας κατ'εξακολούθηση, λόγω ελλείψεως σοβαρών ενδείξεων σε βάρος του. Οι ανωτέρω περιεχόμενοι στην εν λόγω από 2-8-2002 μήνυση του ήδη κατηγορουμένου ισχυρισμοί ψευδών περιστατικών για τον ήδη μηνυτή, περιήλθαν σε γνώση τουλάχιστον των προανακριτικών υπαλλήλων και τα ισχυριζόμενα ήταν κατ'εξοχήν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού ως διαχειριστή του ως άνω μεγάρου, έντιμου ανθρώπου, οικογενειάρχη και καθηγητή της μέσης εκπαίδευσης, αφού τον εμφανίζουν ως αναξιόπιστο και αφερέγγυο, που προσπαθούσε να επωφεληθεί, με αθέμιτα μέσα, από την εξουσία του ως διαχειριστή, ζημιώνοντας την περιουσία του ήδη κατηγορουμένου Χ και των άλλων συνιδιοκτητών, που διαχειριζόταν. Γνώριζε δε ο κατηγορούμενος Χ ότι το περιεχόμενο της από 2-8-2002 μηνύσεώς του, το οποίο επιβεβαίωσε και ενόρκως στον Εισαγγελέα κατά την κατάθεσή της ενώπιόν του, ήταν ψευδές, δεδομένου ότι ήταν συνιδιοκτήτης του μεγάρου και ένοικος ήδη από το έτος 1977, είχε μάλιστα διατελέσει και διαχειριστής αυτού τα έτη 1997-1999, ενώ είχε επισκεφθεί πολλές φορές το συγκρότημα-διαμέρισμα γραφείων με αριθμούς 10-14 του εβδόμου ορόφου, όπως άλλωστε και το αντίστοιχο συγκρότημα-διαμέρισμα γραφείων του δεύτερου ορόφου (στον οποίο όροφο είχε και το δικηγορικό του γραφείο) και ως εκ τούτου είχε άμεση, προσωπική γνώση ότι το καθένα από τα 14 συγκροτήματα-διαμερίσματα γραφείων του μεγάρου, από κατασκευής αυτού, έχει δική του ξεχωριστή και αυτόνομη είσοδο, όπου υπάρχει πόρτα, λειτουργική, με κλειδαριά, έτσι ώστε η πρόσβαση σ'αυτό (συγκρότημα-διαμέρισμα γραφείων) να είναι δυνατή μόνο στους εκάστοτε ιδιοκτήτες και γενικά στους ενοίκους των πέντε γραφείων εκάστου συγκροτήματος-διαμερίσματος και ότι μόνο αυτοί έχουν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του χωλλ, του μικρού διαδρόμου και της τουαλέτας (WC), συνολικού εμβαδού 23,18 τ.μ., που βρίσκονται εντός εκάστου συγκροτήματος-διαμερίσματος γραφείων με αριθμ.1-5 και 10-14. Επιπλέον δε, λόγω της υπ'αυτού πολυετούς ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος και της νομικής καταρτίσεως και εμπειρίας που διέθετε ο κατηγορούμενος Χ είχε και εξειδικευμένη γνώση της πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και του Κανονισμού του μεγάρου, των κατόψεων των ορόφων και του πίνακα κατανομής ιδιοκτησίας, γι'αυτό άλλωστε και δεν είχε διαμαρτυρηθεί ποτέ, ούτε είχε εκφράσει παράπονο, όπως επίσης και κανένας άλλος από τους συνιδιοκτήτες ή ενοίκους του μεγάρου, για την αποκλειστική χρήση του παραπάνω χωλλ με το μικρό διάδρομο και της τουαλέτας (WC) από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες ή τους μισθωτές των γραφείων με αριθμ.1-5 και 10-14 των συγκροτημάτων-διαμερισμάτων του μεγάρου. Μόνο δε μετά την γενική συνέλευση της 15-5-2002, κατά την οποία αποδοκιμάστηκε ομόφωνα η ενέργειά του να ανεγείρει τοίχο και να τοποθετήσει θωρακισμένη πόρτα στον κοινόχρηστο διάδρομο του δεύτερου ορόφου και εξουσιοδοτήθηκε ο διαχειριστής Ψ να προβεί, καθ'υπόδειξη νομικού συμβούλου, στις απαιτούμενες νόμιμες ενέργειες κατ'αυτού, χολωθείς ο κατηγορούμενος Χ, στράφηκε, για τους προεκτεθέντες λόγους, εναντίον του Ψ και της ΒΒ, κοινοποιώντας σ'αυτούς εξώδικες δηλώσεις , καταθέτοντας εναντίον τους αγωγές και υποβάλλοντας μηνύσεις εναντίον του Ψ, ισχυριζόμενος, με αυτές, για πρώτη φορά, ότι έχουν παράνομα και αυθαίρετα καταλάβει τμήμα του κοινόχρηστου διαδρόμου του έβδομου ορόφου ο Ψ και του δεύτερου ορόφου η ΒΒ. Ειδικότερα δε, με την από 2-8-2002 μήνυσή του ο κατηγορούμενος ήθελε να προκαλέσει την ποινική δίωξη του Ψ, ως διαχειριστή, για το αδίκημα της απιστίας κατ' εξακολούθηση (πράγμα το οποίο και πέτυχε) αποβλέποντας και στο να ασκήσει έτσι πίεση κατ'αυτού, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε κατά την απολογία του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αναφέροντας ότι "Δεν είχα λόγο να τον προσβάλλω (τον Ψ) μπορεί να ήταν και ένα μέσο πίεσης να τα βρούμε ... ως μέσο πίεσης για να βρω συμβιβασμό έγιναν οι μηνύσεις ...". Αξίζει να σημειωθεί ότι, κατόπιν της από 13-1-2003 μηνύσεως του κατηγορουμένου Χ, ασκήθηκε κατά του μηνυτή Ψ και της συζύγου του Ω (καθώς και κατά των ..., συμβολαιογράφου και ...) ποινική δίωξη για τις πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και απάτης ενώπιον Δικαστηρίου από κοινού, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που αφορούσαν τα ίδια πιο πάνω περιστατικά, δηλαδή την δήθεν κατάληψη υπ'αυτών τμήματος του κοινόκτητου και κοινόχρηστου διαδρόμου του έβδομου ορόφου. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, όμως, με το υπ' αριθμ. 1884/2003 βούλευμά του, το οποίο επικυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 1536/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι δεν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος τους, και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτών για τις παραπάνω πράξεις. Ο κατηγορούμενος Χ, όπως αποδείχθηκε, κατά τον χρόνο της καταμηνύσεως του Ψ για απιστία κατ' εξακολούθηση (5-8-2002), γνώριζε, αφού ήδη από της 23-7-2002 είχαν κοινοποιηθεί σ'αυτόν και τα πρακτικά της γενικής συνελεύσεως της 15-5-2002, ότι τα ισχυριζόμενα στην παραπάνω μήνυσή του περί μεθοδευμένης υφαρπαγής παρά του μηνυομένου διαχειριστή ανίσχυρων και παράνομων αποφάσεων της εν λόγω γενικής συνελεύσεως, με σκοπό να συγκαλύψει δικές του αστικές και ποινικές ευθύνες και περί συγκλήσεως υπ'αυτού (μηνυομένου) γενικών συνελεύσεων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου και του Κανονισμού του μεγάρου, όχι μόνο δεν ευσταθούσαν, αλλά ήταν και αναληθή, όπως η αναλήθειά τους αυτή σαφώς προκύπτει από τα πρακτικά της ως άνω γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών του μεγάρου, οι οποίοι, έμπειροι δικηγόροι και συμβολαιογράφοι ως επί το πλείστον, δεν νοείται ότι θα μπορούσαν να παραπλανηθούν και να παρασυρθούν από τον μηνυόμενο διαχειριστή, καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, ηλικίας τότε 32 ετών, στη λήψη παράνομων και ανίσχυρων αποφάσεων, επιζήμιων για τα συμφέροντα της περιουσίας τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ακριβώς τα ίδια πιο πάνω ψευδή περιστατικά επανέλαβε ο κατηγορούμενος Χ, εν γνώσει του, κατά τα προεκτεθέντα, ότι είναι αναληθή και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή Ψ, και στα παρακάτω δικόγραφα και την εξώδικη πρόσκληση-δήλωση, που συνέταξε μάλιστα ο ίδιος, ήτοι: α) Στην από 6-8-2002 αγωγή, που κατέθεσε την ίδια ημερομηνία στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά του Ψ, με την οποία ζητούσε να ακυρωθούν οι παραπάνω αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως της 15-5-2002, β) στην από 7-8-2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που φέρεται ότι άσκησε από κοινού με την θυγατέρα του ΑΑ, κατά του μηνυτή Ψ, της συζύγου του Ω και της ΒΒ, κατατεθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 8-8-2002, με την οποία, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση, ζητούσε να αντικατασταθεί ο διαχειριστής του μεγάρου Ψ (πρώτος των καθών η αίτηση) και να παύσουν οι καθών η αίτηση να εμποδίζουν την κοινή χρήση του κοινόκτητου και κοινόχρηστου διαδρόμου του εβδόμου και του δευτέρου ορόφου του μεγάρου, γ) στο από 6-9-2002 σημείωμα, που φέρεται ότι κατέθεσε από κοινού με την παραπάνω θυγατέρα του επί της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και δ) στην από 28-8-2002 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση μετ'επιφυλάξεως δικαιωμάτων, που φέρεται ότι συνέταξε από κοινού με την εν λόγω θυγατέρα του και κοινοποίησε στους Ψ, Ω και ΒΒ. Το ψευδές περιεχόμενο των ως άνω δικογράφων και της εξώδικης προσκλήσεως-δηλώσεως περιήλθε σε γνώση οπωσδήποτε των Δικαστών που συγκρότησαν τα πιο πάνω Δικαστήρια, των γραμματέων αυτών και των δικαστικών επιμελητών που κοινοποίησαν τα έγγραφα αυτά, τα δε ισχυριζόμενα με τα εν λόγω έγγραφα ψευδή περιστατικά ήταν κατ'εξοχήν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή Ψ για τους λόγους που προεκτέθηκαν. Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, μη ενισχυόμενες από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν κρίνονται, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, αρκετές και ικανές για να οδηγήσουν σε διαφορετική επί του προκειμένου κρίση, καθόσον οι εν λόγω μάρτυρες, καταθέτοντας ως επί το πλείστον συμπερασματικώς και όχι ως έχοντες ιδία αντίληψη και γνώση των πραγμάτων, προσπάθησαν να πείσουν το Δικαστήριο, όπως άλλωστε και ο κατηγορούμενος με την απολογία του, ότι ο όσα ο τελευταίος ισχυρίσθηκε σε βάρος του μηνυτή πίστευε ότι ήταν αληθή, δηλαδή ότι δεν τελούσε σε δόλο και ότι ενήργησε στα πλαίσια προστασίας των νομίμων δικαιωμάτων του και των συμφερόντων του, πλην όμως δεν κατέθεσαν οι μάρτυρες αυτοί συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο μηνυτής κατά κατάχρηση της εξουσίας του ως διαχειριστή προέβη σε επιζήμια διαχείριση της περιουσίας του κατηγορούμενου, έτσι ώστε δικαιολογημένα δημιουργήθηκε σ'αυτόν η παραπάνω πίστη και οι ενέργειές του (μηνύσεις κ.λπ.)ήταν εύλογες και αναγκαίες για την προστασία των δικαιωμάτων του." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, κατά πλειοψηφία (μειοψήφισε ένα μέλος), ένοχο τον κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "1.Στις 5.8.02 εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε, αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή και ειδικότερα εγχείρισε - κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 2.8.02 μήνυση του κατά του ήδη εγκαλούντα Ψ με την οποία καταμήνυσε αυτόν ψευδώς ότι ως διαχειριστής της κείμενης επί της οδού ... οικοδομής, τέλεσε το αδίκημα της απιστίας του άρθρου 390 ΠΚ κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα στην εν λόγω μήνυσή του αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: "Κύριε Εισαγγελέα ο έναντι μηνυόμενος διαχειριστής ων του Μεγάρου γραφείων και καταστημάτων της οδού ... αρ. 13 της πόλεως των ... αντικατέστησε την ξύλινην άνευ κλείθρων διακοσμητική πόρτα του 7ου ορόφου του Μεγάρου που υπήρχε και διετηρείτο πάντοτε ανοικτή από της κατασκευής του Μεγάρου, υφισταμένην μεταξύ των γραφείων Νο. 6, 7, 8 και 9 και των Νο. 10,11,12,13 και 14 γραφείων (ιδιοκτησίας αυτού και της συζύγου του ) με θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας την οποία, από της τοποθετήσεως της διατηρεί πάντοτε κλειστή και έτσι κατέλαβε τμήμα του κοινοχρήστου διαδρόμου του 7ου ορόφου επιφανείας 50 τ.μ. με ζημία όλων των συνιδιοκτητών του Μεγάρου και εμού. Ευθύς ως έλαβα γνώση της πράξεως του έναντι μηνυομένου διαχειριστή επέδωκα σ' αυτόν την από 20.5.02 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση και διαμαρτυρία μου, με την οποία συν τοις άλλοις του ζήτησα να επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερα αυτών κατάσταση αφ' ενός και αφ' ετέρου να ασκήσει τα νόμιμα κατά της ΑΑ, ιδιοκτήτριας των υπ' αριθμ. 10, 11, 12, 13 και 14 γραφείων του β' ορόφου, η οποία μιμηθείσα τον έναντι μηνυόμενο κατέλαβε και αυτή αντίστοιχο κοινόχρηστο διάδρομο επιφανείας 50 τ.μ στον β' όροφο υφιστάμενο μεταξύ των προαναφερομένων γραφείων μου (υπ' αριθμ. 6, 7,8 και 9) και των υπ'. αριθμ. 10, 11, 12, 13 και 14 γραφείων της. Περαιτέρω με το εξώδικο μου αυτό επέστησα την προσοχή στον έναντι μηνυόμενο για τις αστικές και ποινικές του ευθύνες αν δεν επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερα αυτών κατάσταση στον 7° όροφο και αν παραλείψει να ασκήσει τα νόμιμα κατά της προαναφερομένης ΑΑ για την επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα αυτών κατάσταση στο β' όροφο. 'Ομως ο έναντι μηνυόμενος, καίτοι ως διαχειριστής έχει εξουσία διαχείρισης και επιμέλειας ξένης περιουσίας και καθήκον (υποχρέωση) εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού του Μεγάρου απορρέουσα από δικαιοπραξία ήτοι εν προκειμένω από εντολή που έχει λάβει από τους συνιδιοκτήτες του Μεγάρου με το διορισμό του ως διαχειριστού υπ' αυτών (συνιδιοκτητών) ευθυνόμενος βάσει του κανονισμού του Μεγάρου εν τη διαχειρίσει του Μεγάρου ως δια την εν τοις ιδίοις επιμέλειαν ... όχι μόνο με αγνόησε και με περιφρόνησε αλλά και με έπαρση - κομπασμό-κομπορρημοσύνη και αλαζονεία μου δήλωσε ότι δεν διαπίστωσε καμμία παράβαση του κανονισμού του Μεγάρου ότι αυτός θα είναι συνεχώς διαχειριστής του Μεγάρου και περαιτέρω στη μειοψηφική (διότι σ' αυτήν παρέστησαν συνιδιοκτήτες μη εκπροσωπούντες ούτε τα τριακόσια χιλιοστά της συνιδιοκτησίας) συνέλευση των συνιδιοκτητών της 15.5.02 (μεθοδευμένη επαναληπτική) υφήρπασε τρεις ανίσχυρες αποφάσεις της Γ.Σ. των συνιδιοκτητών του Μεγάρου εν τη προσπάθεια του να συγκαλύψει τις αστικές και ποινικές του ευθύνες, ήτοι πρώτον σε περιπτώσεις παράβασης του κανονισμού του Μεγάρου θα αναφέρεται (καταγγέλεται) αυτή (παράβαση) στη συνέλευση και όχι στο διαχειριστή καθόσον η Γ.Σ. είναι η μόνη αρμόδια να ερμηνεύει τον κανονισμό, απόφαση ανίσχυρη διότι ο κανονισμός είναι σύμβαση και ερμηνεύεται από τα αρμόδια δικαστήρια σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ ..., δεύτερον σχετικά με την εγκατάσταση στο Μέγαρο τριφασικών μετρητών ρεύματος χρειάζεται πράγματι η διέλευση δύο αγωγών ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ κάτωθι του εκ μωσαϊκού δαπέδου της υπ' αριθμ. 1 υπόγειας αποθήκης ιδιοκτησίας του κ. ΓΓ και της συζύγου του από εκεί δηλαδή που διέρχονται οι σήμερα υφιστάμενοι, βάσει του υπάρχοντος από κατασκευής του Μεγάρου σχεδίου,
που μπορεί να γίνει άνευ επιβαρύνσεως των συνιδιοκτητών καθόσον οι αγωγοί αυτοί ως κεντρική εγκατάσταση παροχετεύσεως ηλεκτρικού ρεύματος είναι κοινόχρηστο πράγμα ... και για τους ιδιοκτήτες της υπ' αριθμ. 1 υπόγειας αποθήκης, από το δάπεδο (υπογείως) της οποίας θα διέλθουν ούτοι (η από την οροφή ή άλλο σημείο της αποθήκης αυτής) υφίσταται υποχρέωση να ανεχθούν τη διέλευση αυτών, λόγω περιορισμού της κυριότητος εχούσης χαρακτήρα δουλείας υπέρ των συνιδιοκτητών του Μεγάρου ... άνευ αμοιβής καθόσον μετά τη διέλευση των αγωγών αυτών από την αποθήκη αυτή θα γίνει επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση της αποθήκης αυτής. 'Ομως τη εισηγήσει του έναντι μηνυομένου ελήφθη απόφαση της Γ.Σ. να καταβληθεί στους παραπάνω ιδιοκτήτες της εν λόγω αποθήκης υπό μορφήν δήθεν αποζημίωσης το ποσό των 4.400 ΕΥΡΩ (15.000.000. δρχ.) για να ανεχθούν τη διέλευση των ως άνω ρηθέντων αγωγών από την αποθήκη των, η οποία βεβαίως είναι πράξη χαριστική υπέρ του ΓΓ και της συζύγου του βλάπτουσα τα συμφέροντα μου και ανίσχυρη ως αντίθετη με τις προαναφερόμενες διατάξεις του κανονισμού και τρίτον για την προαναφερόμενη υπό του έναντι μηνυομένου κατάληψη του κοινοχρήστου και κοινόκτητου διαδρόμου του 7ου ορόφου και την τοιαύτη στον β' όροφο υπό της κ. ΒΒ (παραβάσεις του κανονισμού βλάπτουσες και ζημιούσες εμέ ως συνιδιοκτήτη αλλά και όλους τους συνιδιοκτήτες), ο έναντι μηνυόμενος εξουσιοδοτήθηκε από τη Γ.Σ. των συνιδιοκτητών να προσλάβει νομικό σύμβουλο για να ενεργήσει σύμφωνα με τις υποδείξεις του δήθεν (δηλ. το θέμα παρεπέμφθη στις Ελληνικές Καλένδες), ενώ είχε υποχρέωση ο ίδιος αυτοβούλως να επαναφέρει άμεσα τα πράγματα στην πρότερα αυτών κατάσταση αποδίδοντας στη κοινή χρήση των συνιδιοκτητών του Μεγάρου τον κοινόχρηστο και κοινόκτητο διάδρομο του 7ου ορόφου και να ασκήσει τα νόμιμα κατά της ΒΒ για την επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα αυτών κατάσταση και την απόδοση του κοινόχρηστου και κοινόκτητου διαδρόμου του β' ορόφου στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών του Μεγάρου εφόσον αυτή ήθελε αρνηθεί αυτοβούλως να συμμορφωθεί με τον κανονισμό του Μεγάρου. Και η απόφαση αυτή της συνέλευσης είναι ως πράξη χαριστική υπέρ της ΒΒ βλάπτουσα τα συμφέροντα μου, ανίσχυρη βάσει των προαναφερομένων διατάξεων, του κανονισμού ...>>. Τα διαλαμβανόμενα όμως στην εν λόγω μήνυση ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια είναι ότι ο εγκαλών το έτος 1999 αντικατέστησε την προϋπάρχουσα ξύλινη πόρτα που διαχωρίζει το ως άνω συγκρότημα γραφείων του από τον κοινόχρηστο χώρο του Μεγάρου με θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας, η αντικατασταθείσα δε πόρτα δεν υπήρξε ποτέ διακοσμητική, ούτε παρέμενε ανοιχτή, αντίθετα διέθετε δύο κλειδαριές, εκ των οποίων μάλιστα η μία ήταν ασφαλείας, το φερόμενο δε ως καταληφθέν από τον εγκαλούντα τμήμα του κοινόχρηστου διαδρόμου είναι ο μικρός διάδρομος και το χωλ με την τουαλέτα (WC), συνολικού εμβαδού 23,18 τ.μ. και όχι 50τ.μ. το δικαίωμα χρήσεως των οποίων, σύμφωνα και με τον κανονισμό της οικοδομής ανήκει αποκλειστικά και μόνο στους εκάστοτε ιδιοκτήτες των διηρημένων οριζοντίων ιδιοκτησιών του αντίστοιχου ορόφου, οι οποίοι (μεταξύ αυτών και οι δικαιοπάροχοι του εγκαλούντα και της ΒΒ) είχαν τοποθετήσει θύρες εισόδου στο διάδρομο εκάστου ορόφου, κατά τρόπο ώστε η πρόσβαση στους ανωτέρω χώρους να επιτρέπεται μόνο σ'αυτούς (εκάστοτε κυρίους των συγκροτημάτων αυτών) ή τους μισθωτές τους, η δε συνέλευση των συνιδιοκτητών της 15.5.02, χωρίς πρόταση ή εισήγηση του εγκαλούντα, αποφάσισε την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης στον συνιδιοκτήτη ΓΓ, ενώ δεν ασχολήθηκε με τη δήθεν κατάληψη εκ μέρους του εγκαλούντα και της ΒΒ των κοινοχρήστων διαδρόμων του 7ου και 2ου ορόφου αντίστοιχα, αντίθετα η εν λόγω συνέλευση ασχολήθηκε με την εκ μέρους του κατηγορουμένου ανέγερση τοίχου και τοποθέτηση θωρακισμένης πόρτας στον κοινόχρηστο διάδρομο του 2ου ορόφου, ο δε εγκαλών δεν εισηγήθηκε ούτε "υφήρπασε" απόφαση της εν λόγω γενικής συνέλευσης περί αμφισβήτησης της αρμοδιότητας των Δικαστηρίων. Ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους της μήνυσής του και ήθελε με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του παθόντα για την ανωτέρω πράξη. Την αναλήθεια δε των περιεχομένων στην επίμαχη μήνυση του αποδέχτηκε με το υπ' αριθμ. 2537/03 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών,
και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του τότε κατηγορουμένου και ήδη εγκαλούντα διότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του για την πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση. 2. Στις 5.8.02, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον, αρχής, αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα, υποβάλοντας την ως άνω υπό στοιχ. 1 της παρούσας μήνυση του, ενώ τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτής, επιβεβαίωσε ένορκα το περιεχόμενο της, ενώ η αλήθεια, που γνώριζε,είναι όσα αναφέρονται στην προπεριγραφείσα πράξη. 3. Στις 5-8-2002, στις 6-8-2002, στις 8-8-2002, στις 6-9-2002 και στις 28-8-2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, εν γνώσει του ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ψευδή. Ειδικότερα στις 5-8-2002, υποβάλοντας την ως άνω στην υπό στοιχ.1 πράξη μήνυση του ισχυρίστηκε ενώπιον τουλάχιστον των προανακριτικών υπαλλήλων, τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, τα οποία είναι ψευδή και γνώριζε αυτός την αναλήθειά τους, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. Τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά, επανέλαβε και στα παρακάτω δικόγραφα εξώδικα, που συνέταξε, ήτοι: α)Στην από 6-8-2002 αγωγή που κατέθεσε την ίδια ημερομηνία στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του εγκαλούντα, ζητώντας την ακύρωση των ανωτέρω αποφάσεων της συνέλευσης της 15-5-2002, β)Στην από 7-8-2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που άσκησε στις 8-8-2002 ενώπιον του πιο πάνω Δικαστηρίου κατά του εγκαλούντα, της συζύγου του και της ΒΒ, με την οποία, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση, ζήτησε να αντικατασταθεί ο εγκαλών διαχειριστής και να παύσουν προσωρινά οι ανωτέρω να τον εμποδίζουν στη σύγχρηση των κοινόχρηστων πραγμάτων που ανέφερε σ'αυτή, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωρινής κράτησης, γ)Στο από 6-9-2002 σημείωμα που κατέθεσε επι της ως ανω αίτησης και δ)Στην από 28.8.02 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση μετ'επιφυλάξεως δικαιωμάτων, που συνέταξε και απέστειλε στα ανωτέρω τρία πρόσωπα. Ήτοι, με τα ανωτέρω δικόγραφα του και την ως άνω εξώδικη δήλωσή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον των Δικαστών που συγκροτούσαν τα πιο πάνω Δικαστήρια, των γραμματέων αυτών, των δικαστικών επιμελητών που κοινοποίησαν τα έγγραφα αυτά και όσων τυχόν έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, τα ακόλουθα ψευδή γεγονότα: 1. Ότι ο εγκαλών κατά τη διάρκεια της θητείας του ως διαχειριστής της εν λόγω οικοδομής κατέλαβε τμήμα εμβαδού 50 τ.μ του κοινόχρηστου διαδρόμου του 7ου ορόφου, 2. Ότι αδιαφόρησε και δεν άσκησε τα νόμιμα κατά της ως άνω συνιδιοκτήτριας, ΒΒ, για τις πιο πάνω αυθαίρετες ενέργειες της, 3.Ότι εισηγήθηκε στη Γ.Σ. των συνιδιοκτητών της 15.5.02 τη χαριστική καταβολή αποζημίωσης ποσού 4.400 ΕΥΡΩ υπέρ του συνιδιοκτήτη ΓΓ προκείμενου να διέλθει από το υπόγειο κατάστημα του αγωγός ηλεκτρικού ρεύματος, 4. Ότι με σκοπό να συγκαλύψει αστικές και ποινικές του ευθύνες εισηγήθηκε προς τη Γ.Σ. της 15.5.02 τη λήψη παρανόμων αποφάσεων, 5. Ότι έχει ως κύριο μέλημα του τη συγκάλυψη ποινικών αδικημάτων του και αστικών πταισμάτων του παρά την εξυπηρέτηση του συμφέροντος της συνιδιοκτησίας της άνω πολυκατοικίας και 6. Ότι συγκαλεί Γ.Σ. συνιδιοκτητών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις νομιμότητας που ορίζει ο κανονισμός και οι νόμοι. Αντίθετα τα αληθή γεγονότα είναι ότι ο εγκαλών όπως και η ΒΒ ουδέποτε κατέλαβαν τμήμα κοινόχρηστου διαδρόμου των 7ου και 2ου ορόφου, αντίστοιχα, και μάλιστα εμβαδού 50 τμ. αντίθετα ως κύριοι των πέντε αντίστοιχων γραφείων των σχετικών συγκροτημάτων είχαν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της τουαλέτας (WC), του χώλ και του μικρού διαδρόμου, συνολικού εμβαδού 23,18 τμ, και όπως είχαν δικαίωμα αντικατέστησαν τις θύρες εισόδου που υπήρχαν στις εισόδους του χώλ, οι οποίες κλείδωναν πάντοτε και τις οποίες αυτοί συνέχιζαν να κλειδώνουν, ώστε να αποκλείουν την πρόσβαση στους πιο πάνω κοινόκτητους χώρους (WC, χωλλ, διάδρομο), αφού είχαν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης αυτών, χωρίς να υποπέσουν σε κάποια παράβαση του κανονισμού εμποδίζοντας τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες στη χρήση κοινών πραγμάτων, ο δε εγκαλών δεν αδιαφόρησε να προβεί στις νόμιμες ενέργειες κατά της ΒΒ για την δήθεν εκ μέρους της κατάληψη τμήματος του κοινοχρήστου διαδρόμου του 2ου ορόφου, ούτε υπάρχει σχετική απόφαση της Γ.Σ., την οποία να αγνόησε, δεν εισηγήθηκε στη Γ.Σ. της 15.5.02 τη λήψη παρανόμων αποφάσεων, δεν επιδιώκει τη συγκάληψη ποινικών του αδικημάτων και αστικών πταισμάτων και ουδέποτε συγκάλεσε Γ.Σ., που δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις νομιμότητας που ορίζει ο κανονισμός και οι νόμοι. Ο δε κατηγορούμενος με πρόθεση ενεργώντας προέβη στους εν λόγω ισχυρισμούς, τους οποίους περιέλαβε στα ως άνω δικόγραφα του και την εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, παρόλο που γνώριζε την αναλήθειά τους, ήταν δε οι ισχυρισμοί αυτοί κατ'εξοχήν πρόσφοροι να βλάψουν και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα" Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 2, 224 παρ. 2 και 229 παρ.1, 363, 362 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, και για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφέρει την δικονομική κατάληξη της σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, κατόπιν δικής του εγκλήσεως, ασκηθείσης ποινικής διώξεως για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη (Απιστία 390 ΠΚ), μνημονεύοντας μάλιστα και την αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση (βούλευμα) με αριθμό 1970/2003 του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο επικυρώθηκε με το 2537/2003 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αποφάνθηκε το Συμβούλιο να μη γίνει κατηγορία, για έλλειψη σοβαρών ενδείξεων ενοχής σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος για την πράξη της απιστίας (390 ΠΚ), για την οποία είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, κατόπιν της υποβολής της ανωτέρω μηνύσεως του αναιρεσείοντος. Αιτιολογεί δε και τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος, που απαιτούν οι ανωτέρω πράξεις, με την λεπτομερή παράθεση πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση του για την αναλήθεια των όσων ισχυρίσθηκε με την μήνυσή του, το περιεχόμενο της οποίας και βεβαίωσε ενόρκως, ενώπιον του Εισαγγελέως, τα οποία, όπως κρίθηκε από το ανωτέρω βούλευμα, ήσαν αναληθή, με αυτά δε σκόπευε και πέτυχε την ποινική του δίωξη, η οποία είχε την ανωτέρω κατάληξη. Τα αυτά πραγματικά περιστατικά, που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ήσαν πρόσφορα, όπως σκόπευε και πέτυχε, να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, απετέλεσαν την ιστορική βάση της από 6-8-2002 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του πολιτικώς ενάγοντος, της από 7-8-2002 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, που άσκησε κατά του πολιτικώς ενάγοντος και της συζύγου του, το περιεχόμενο του από 6-9-2002 σημειώματος που κατέθεσε επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και τέλος της προηγηθείσης από 28-8-2002 εξωδίκου προσκλήσεως - δηλώσεως του, που απέστειλε στα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο πολιτικώς ενάγων. Το περιεχόμενο και τα αιτήματα των ανωτέρω δικογράφων, ως και το αντικείμενο των δικών που ανοίχθηκαν με αυτά, περιήλθαν δε σε γνώση των προσώπων που αναφέρονται στην απόφαση του Εφετείου, λεπτομερώς με πληρότητα και σαφήνεια παρατίθενται στο σκεπτικό και διατακτικό της, όπου και εκτίθεται η επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου προς ενίσχυση του αποδεικτικού πορίσματός του και της καταδικαστικής κρίσεως του, η οποία στηρίζεται και στα όσα απολογούμενος στο πρωτόδικο δικαστήριο παραδέχθηκε ο αναιρεσείων. Λόγω δε της καταδίκης για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν πρόβαλε τον σχετικό ισχυρισμό στο Εφετείο, πλήρως και ορισμένως. Κατ ακολουθία τούτων ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙΙΙ. Η κατά τα άνω απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, αλλά σ` όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η απορριπτική της αίτησης του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, λόγω της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, έστω και αν η αποδοχή ή η απόρριψη της αίτησης αναβολής είναι δυνητική για το ποινικό δικαστήριο και έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 61 του ΚΠΔ, ως ζήτημα για το οποίο εκκρεμεί δίκη στο πολιτικό ή κατ` αναλογία στο διοικητικό δικαστήριο και έχει σχέση με την ποινική δίκη, νοείται εκείνο που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής του εγκλήματος, η κρίση δε του ποινικού δικαστηρίου ότι δεν είναι σκόπιμη η αναβολή είναι ανέλεγκτη, αρκεί μόνο να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η κρίση αυτή για το μη σκόπιμο της αναβολής. Τέλος, για να είναι παραδεκτό αίτημα αναβολής της δίκης κατ` άρθρο 61 του ΚΠΔ, θα πρέπει αυτό να προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο. Εξάλλου στο άρθρο 60 ΚΠΔ ορίζεται ότι το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσεως που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται, όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει παρεμπιπτόντως κάθε ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη ακόμη και όταν υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός εκείνων των περιπτώσεων για τις οποίες ο νόμος, προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίκη, αξιώνει υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγουμένως το πολιτικό δικαστήριο, όπως για τα ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 329, 339 παρ. 3 και 355 ΠΚ. Μόνο στις περιπτώσεις αυτές είναι υποχρεωτική η αναστολή της ποινικής δίωξης (και συνεπώς και της ποινικής δίκης) και αν δεν διαταχθεί η αναστολή επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (άρθ. 171 παρ. 1 γ` ΚΠΔ), άλλως υπέρβαση εξουσίας και ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως της αποφάσεως κατ`άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α` και Η` του ΚΠΔ. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού παρέδωσε στο Δικαστήριο την οικεία αίτηση αναιρέσεως, ζήτησε την κατ άρθρο 61 ΚΠΔ αναβολή της δίκης μέχρι να αποφανθεί ο Άρειος Πάγος επί της αιτήσεως αναιρέσεως που είχε προσδιορισθεί για εκδίκαση κατά τη δικάσιμο της 9-10-2009 και αφορούσε σχετική με τις προς εκδίκαση κατηγορίες πολιτική δίκη. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Εφετείο με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος Χ και η θυγατέρα του ΑΑ άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-12-2002 αγωγή τους κατά της ΒΒ, με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι η εναγομένη κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του δευτέρου ορόφου της επί της οδού ... αρ.13 στην ΒΒΒ πολυώροφης οικοδομής (μεγάρου), βλάπτοντας με την συμπεριφορά της αυτή τα δικαιώματα τούτων (εναγόντων) επί των καταληφθέντων ως άνω κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής της οποίας τόσον αυτοί όσο και η αντίδικός τους είναι συνιδιοκτήτες γραφείων του δευτέρου ορόφου αυτής, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει σ'αυτούς την χρήση (σύγχρηση) των εν λόγω κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την 2763/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια με την 5474/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση των εναγόντων (του κατηγορούμενου και της θυγατέρας του) κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης ΒΒ, εξαφανιζομένης τα πρωτόδικης αποφάσεως μόνο ως προς την αιτιολογία. Ακολούθως οι ενάγοντες άσκησαν κατά της ως άνω 5474/2005 αποφάσεως την από 21-1-2006 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1829/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 5474/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι δεν εφαρμόσθηκαν οι ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), το οποίο με την 3102/2008 οριστική απόφασή του απέρριψε και πάλι κατ'ουσίαν την έφεση των εναγόντων (του κατηγορούμενου και της θυγατέρας του) κατά της πρωτόδικης αποφάσεως (2763/2004), δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση της αντιδίκου των και εξαφάνισε την εκκαλούμενου 2763/2004 απόφαση μόνο ως προς την αιτιολογία της. Κατά της ως άνω 3102/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και κατά της ΒΒ, ο κατηγορούμενος Χ και η θυγατέρα του ΑΑ άσκησαν ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 30-9-2008 αίτηση αναιρέσεως, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 9-10-2009. Στην κρινόμενη υπόθεση, ο συνήγορος του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δικηγόρος ων, καταδικάστηκε πρωτοδίκως με την προσβαλλόμενη 9965/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δύσφημήσεως κατ'εξακολούθηση σε βάρος του μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντος Ψ ως διαχειριστή της ως άνω επί της οδού ... αρ.13 στην ... πολυώροφης οικοδομής (μεγάρου), ο οποίος είναι και αυτός συνιδιοκτήτης γραφείων του εβδόμου ορόφου αυτής, ζήτησε την αναβολή της παρούσας έκκλητης δίκης, κατ'άρθρο 61 ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου επι του εκκρεμούντος ενώπιόν του, με την ως άνω αίτηση αναιρέσεως, ζητήματος περί της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων στη δικαιοπραξία σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και Κανονισμού της εν λόγω πολυώροφης οικοδομής αναφορικά με τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη αυτής, το οποίο ζήτημα έχει σχέση με την παρούσα ποινική δίκη. Το αίτημα αυτό του κατηγορουμένου ελέγχεται ως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, διότι η έκβαση της πολιτικής δίκης, η οποία σημειωτέον έχει ως διαδίκους τον κατηγορούμενο, την θυγατέρα του και την ΒΒ, δεν επηρεάζει άμεσα και καθοριστικά την έκβαση της ποινικής δίκης, αντικείμενο της οποίας είναι η έρευνα του ψευδούς της μηνύσεως για το αδίκημα της απιστίας κατ'εξακολούθηση, που υπέβαλε ο κατηγορούμενος σε βάρος του ήδη μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντος Ψ ως διαχειριστή της ως άνω πολυώροφης οικοδομής, καθώς και η έρευνα του σκοπού του κατηγορουμένου, και των στοιχείων του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ'εξακολούθηση σε βάρος του Ψ, για το οποίο επίσης καταδικάστηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος, ενώ περαιτέρω αναβολή της υποθέσεως, η οποία, σημειωτέον, με αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε από την δικάσιμο της 7-2-2007 για την δικάσιμο της 21-5-2007, από την δικάσιμο εκείνη για την δικάσιμο της 17-12-2007, στην συνέχεια για την δικάσιμο της 26-3-2008, από την οποία αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 8-10-2008 και από την δικάσιμο αυτή αναβλήθηκε για την σημερινή δικάσιμο (2-2-2009), ενόψει και των υφισταμένων ήδη αποδεικτικών στοιχείων, κατά τα εκτιθέμενα στη συνέχεια, καθώς και του χρόνου που φέρονται ότι τελέσθηκαν οι πράξεις (από 5-8-2002 έως 6-9-2002), είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέφικτη (μη αναγκαία)". Η με το ανωτέρω περιεχόμενο απορριπτική του αιτήματος της αναβολής αιτιολογία της παρεμπίπτουσας απόφασης του Εφετείου, τυγχάνει πλήρης και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα το Δικαστήριο παραθέτει το διαδικαστικό ιστορικό της αστικής διαφοράς, το αντικείμενό της, τους διαδίκους στη δίκη εκείνη, που ήταν ο αναιρεσείων και όχι ο πολιτικώς ενάγων, αλλά άλλο πρόσωπο, ιδιοκτήτης διαιρετών χώρων της οικοδομής, και τέλος αιτιολογεί γιατί το αντικείμενο της δίκης εκείνης δεν συνδέεται με το αντικείμενο της ποινικής δίκης και για ποιο λόγο δεν έπρεπε να γίνει δεκτό το αίτημα της αναβολής. Ήδη επί της αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η 2274/2009 απόφαση, η οποία προσκομίσθηκε με το υπόμνημα που κατέθεσε μετά τη συζήτηση ο πολιτικώς ενάγων. Με την απόφαση απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη. Με την στη συνέχεια εκδίκαση της υποθέσεως κατ ουσία και την έκδοση της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως το Εφετείο δεν έλυσε προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσεως που εκκρεμούσε στα πολιτικά δικαστήρια, αλλ απλώς αποφάσισε για το ζήτημα που εκκρεμούσε ενώπιον του και δη αν στοιχειοθετούνται ή όχι υποκειμενικώς και αντικειμενικώς οι πράξεις για τις οποίες είχε κηρυχθεί ένοχος πρωτόδικα ο αναιρεσείων και έκρινε ότι στοιχειοθετούνται και τον κήρυξε ένοχο, κατά τα ανωτέρω, χωρίς με την κρίση αυτή να συνδέεται το ζήτημα της κυριότητας των κοινοχρήστων χώρων των ορόφων που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, ανεξάρτητα του ότι το ζήτημα αυτό, κατά τα ανωτέρω, είχε την εξουσία να ερευνήσει παρεμπιπτόντως, αφού δεν είναι εξ εκείνων που, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να επιλύονται υποχρεωτικά από το πολιτικό δικαστήριο και δημιουργούν λόγο αναστολής της ποινικής δίκης και έτσι δεν υπερέβη την εξουσία του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Κατ ακολουθία τούτων ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η εδαφ. β' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για υπέρβαση εξουσίας τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που παραστάθηκε (176, 183 ΚΠΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την με αριθμό εκθέσεως 86/24-8-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 247α, 739/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρος, συκοφαντική δυσφήμηση - έννοια - στοιχεία στοιχειοθέτησης υποκειμενικώς και αντικειμενικώς (ΑΠ 191/2010, 142/2010/ 2005/2009, 173/2009). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη - πότε υπάρχει στην απόφαση (ΑΠ 358/2010, 191/2010, 114/2010, 250/2009). Η πλήρης αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται σε όλες τις αποφάσεις και στις παρεμπίπτουσες που απορρίπτουν αίτημα αναβολής, όπως και εκείνο κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ (ΑΠ 427/2009). Δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου κατ' άρθρο 60 ΚΠΔ να ερευνά παρεμπιπτόντως ζητήματα αστικής φύσεως (ΑΠ 434/2009). Υποβολή από κατηγορούμενο εγκλήσεως σε βάρος πολιτικώς ενάγοντος για απιστία. Αμετάκλητη απαλλαγή με βούλευμα. Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί των υποκειμενικών (άμεσου δόλου) και αντικειμενικών στοιχείων των κατηγοριών και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 961/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Βόγλη, περί αναιρέσεως της 1903/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Σεπτεμβρίου 2009 και 24 Σεπτεμβρίου 2009 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1376/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι υπό κρίση αιτήσεις (δηλώσεις): α) από 16-9-2009, β) από 24/9/2009 του Χ για αναίρεση της 1903/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υφισταμένης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας.
II. Κατά το άρθρο 14 της από 13 Δεκεμβρίου 1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το νόμο 4165/1961, ο εκδιδόμενος δεν επιτρέπεται να διωχθεί, να δικαστεί ή να κρατηθεί σε εκτέλεση ποινής ούτε να υποβληθεί σε οποιοδήποτε άλλο περιορισμό της ατομικής του ελευθερίας, για οποιαδήποτε πράξη προγενέστερη της παράδοσης, άλλη από εκείνη για την οποία έγινε η έκδοση, με την εξαίρεση ορισμένων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν στην ένδικη υπόθεση. Όμοια ρύθμιση καθιερώνεται και από το άρθρο 440 σε συνδυασμό με άρθρα 438 εδ. ε και 445 του ΚΠΔ, αλλά και το άρθρο 34 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης". Παραβίαση του κανόνα αυτού καθιστά την απόφαση αναιρετέα για υπέρβαση εξουσίας. Για να κριθεί όμως αν πρόκειται για έγκλημα προγενέστερο της έκδοσης, οπότε και μόνο έχει εφαρμογή ο ως άνω κανόνας, κρίσιμο είναι το ζήτημα του χρόνου τέλεσης. (ΑΠ Ολ 462/92). Δεν αποτελεί διαφορετική πράξη ο διάφορος νομικός χαρακτηρισμός ή οι επιβαρυντικές περιστάσεις. Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε βάρος του κατηγορούμενου εκκρεμούσαν, κατά το έτος 1991 ποινικές διώξεις για διάφορα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος και βλάβη της ΕΤΕ, που υπερέβαινε το ποσό των 5.000.00.0 δραχμών και ανερχόταν συνολικά σε 172.515.965 δραχμές, ηθική αυτουργία σε απάτη, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος της ΕΤΕ, με σκοπούμενο παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού που υπερέβαινε τα 5.000.000 δραχμές, ανερχόμενο στο ως άνω συνολικό ποσό και ηθική αυτουργία σε απλή συνεργεία σε πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό οφέλους δια βλάβης της ΕΤΕ και απάτη σε βάρος της ΕΤΕ. Επίσης εκκρεμούσαν κατηγορίες για πλαστογραφία μετά χρήσεως επιταγής και διακεκριμένης κλοπής που είχε τελεσθεί από κοινού στις 4/5-11-1988 στην ..., κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια ως και για πλαστογραφία. Ο αναιρεσείων στις 11-2-1991, από το Νοσοκομείο ..., όπου νοσηλευόταν φρουρούμενος αφού κρατούνταν στη Δ.Φ. ... από 28-12-1990, σε εκτέλεση του 42/24-12-1990 ΕΠΚ του 23ου τακτικού ανακριτή για άλλες πράξεις, απέδρασε και στη συνέχεια σε άγνωστο χρόνο διέφυγε στο εξωτερικό. Αργότερα ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και για άλλες πράξεις, μεταξύ των οποίων και της διακεκριμένης κλοπής που τελέσθηκε στις 1/2/-10-1994 από κοινού με τον Ζ στην ...κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ο αναιρεσείων, στις 7-5-2007, συνελήφθη στην ... και επακολούθησε η έκδοση του ΦΕ 5055/10-5-2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, στο οποίο αναφέρονται, μεταξύ των άλλων και η ανωτέρω πράξη της διακεκριμένης κλοπής. Επίσης αναφέρονται και οι 32338/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών και 86429/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών, με τις οποίες είχαν επιβληθεί σ αυτόν ποινές φυλακίσεως ενός (1) έτους και εννέα (9) μηνών αντίστοιχα, τις οποίες και έπρεπε να εκτίσει. Ζητήθηκε δε η εκτέλεση του εντάλματος αυτού, προκειμένου να παραδοθεί στην Ελλάδα ο αναιρεσείων για να εκτίσει τις ποινές που του είχαν επιβληθεί κατά τα άνω και να δικασθεί για τις πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο Ένταλμα και για τις οποίες είχαν εκδοθεί σε βάρος του τα αναφερόμενα σ αυτό εντάλματα σύλληψης Ανακριτών. Το αίτημα έγινε δεκτό με την 90/21-6-2007 απόφαση του Εθνικού Δικαστηρίου της Ισπανίας, στο διατακτικό της οποίας αναφέρονται, από προφανή παραδρομή, μόνον οι ανωτέρω σε βάρος του καταδικαστικές αποφάσεις, σε τρόπο ώστε να δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι είχε παραδοθεί στις 6-7-2007 στις ελληνικές αρχές, μόνον για να εκτίσει τις ποινές αυτές. Η προφανής παραδρομή προκύπτει σαφέστατα, διότι, ενώ στο σκεπτικό της αποφάσεως και δη στο τμήμα, όπου παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά και αναφέρονται οι αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες εκδόθηκε το επίσης αναφερόμενο ανωτέρω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, μνημονεύονται, υπό στοιχεία 1 Α, Β, και 2 Α, Β, Γ, 3 Α, Β, 4 Α, Β και 5 Α, Β όλες οι αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες είχαν ασκηθεί σε βάρος του ποινικές διώξεις και είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί ως υπαίτιος αυτών είτε με παραπεμπτικό βούλευμα (463/1992 Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 5730/1991 Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών), είτε με κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών, όπως συνέβη με τις υπό στοιχεία 4 Α και Β του ανωτέρω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης πράξεις της διακεκριμένης κλοπής που τελέσθηκε στην ... στις 1/2-10-1994 από τον κατηγορούμενο από κοινού με τον Ζ, κατ επάγγελμα και συνήθεια πράξη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως και πλαστογραφίας και λαθρεμπορίας, για τις οποίες παραπέμφθηκαν με το 671/1996 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, όπως βέβαια και οι ανωτέρω καταδικαστικές σε βάρος του αποφάσεις, στο διατακτικό, παρά την παραδοχή της αιτήσεως που στηρίζεται στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα, αναφέρονται μόνον οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις. Αμέσως ζητήθηκε από το αρμόδιο τμήμα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών η διευκρίνιση αν ο αναιρεσείων είχε παραδοθεί μόνον για εκτέλεση των αποφάσεων ή και για να δικασθεί και για τις λοιπές πράξεις που αναφέρονταν στο Ένταλμα σύλληψης. Το Εθνικό Δικαστήριο της Ισπανίας με την 157/24-2-2009 απόφαση, για την έκδοση της οποίας δεν ήταν αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσείοντος, ούτε από την μη κλήτευση του παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, αφού δεν πρόκειται, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο και κατά τα δύο μέρη του, της από 24/9/2009 αιτήσεως, για συμπλήρωση αποφάσεως ή διόρθωση των πρακτικών, που διενεργήθηκε, κατ άρθρο 145 ΚΠΔ, στην Ελλάδα, διευκρίνισε ότι, από παραδρομή, στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης του, είχαν περιληφθεί μόνον οι καταδικαστικές σε βάρος του αναιρεσείοντος ως άνω αποφάσεις και ότι η παράδοση του στις ελληνικές δικαστικές αρχές αφορούσε, πέραν της εκτελέσεως των αποφάσεων αυτών, και την δίωξη του για όλες τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για τις οποίες είχαν εκδοθεί σε βάρος του τα σ αυτό παρατιθέμενα εντάλματα σύλληψης των αρμοδίων ανακριτών και συνεπώς και για το έγκλημα της διακεκριμένης κλοπής, που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Τούτο είχε δεχθεί, προηγουμένως, ως προκύπτον από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της αναγνωσθείσας 90/2007 απόφασης του Δικαστηρίου της Ισπανίας, και το πρωτόδικο Δικαστήριο με την 241/2008 απόφαση. Κατ ορθή ερμηνεία λοιπόν και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και χωρίς να παραβιασθεί η αρχή της ειδικότητας που καθιερώνεται με αυτές, η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι ορθώς είχε εισαχθεί προς εκδίκαση η σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία της από κοινού με τον ανωτέρω ως άνω διακεκριμένης κλοπής κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία όπως και την πλαστογραφία είχε παραπεμφθεί, όπως λέχθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με το ανωτέρω 671/1996 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, αφού είχε, όπως προέκυπτε από τις διευκρινίσεις του Εθνικού Δικαστηρίου της Ισπανίας σε συνδυασμό και με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης, παραδοθεί στις ελληνικές δικαστικές αρχές για να διωχθεί και δικασθεί και για την πράξη αυτή και κατ ακολουθία το 5μελές Εφετείο που την εξέδωσε και τον κήρυξε ένοχο γι αυτή, δεν υπερέβη την εξουσία του, ούτε ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ανωτέρω διατάξεις περί εκδόσεως, του άρθρου 5 παρ. 1 και 3 και 6 της ΕΣΔΑ, όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται με τους πρώτο δεύτερο και τέταρτο λόγους της από 24/9/2009 αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
II. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 2 και 3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, για μεν τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με ποινή ηπιότερη της ισόβιας κάθειρξης είναι δεκαπέντε έτη, για δε τα πλημμελήματα πέντε έτη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την ημέρα που τελέσθηκε η πράξη. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τιμωρείται δε σε βαθμό κακουργήματος, φέρεται τελεσθείσα στις 1/2-10-1994.
Συνεπώς μέχρι τις 24-6-2009, που εκδικάσθηκε η υπόθεση κατ έφεση, ανεξαρτήτως της αναστολής της 15ετους παραγραφής, που επήλθε όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη με την αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω του ότι τύγχανε φυγόδικος, δεν είχε παρέλθει 15ετία, με αποτέλεσμα το αξιόποινο να μη έχει εξαλειφθεί δια παραγραφής, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα σχετικός τρίτος λόγος της από 24-9-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεων του ΠΚ., τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
III. Από τη διάταξη του άρθρου 211 Α του Κ.Ποιν.Δικ. που ορίζει, ότι μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου μπορεί να αξιολογείται αποδεικτικά, όχι όμως και να αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Για την παράβαση της διατάξεως αυτής δεν απαγγέλλεται ρητώς ακυρότητα, πλην όμως η παράβαση της επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρθρ. 171 παρ. 1δ Κ.Ποιν.Δικ.), διότι έτσι θίγεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, όπως το δικαίωμα υπεράσπισης του διαμορφώνεται επιτρεπτώς υπέρ αυτού με τη διάταξη του άρθρου 211 Κ.Ποιν.Δικ., επομένως ιδρύεται σχετικός λόγος αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ. ΙΑ Κ.Ποιν.Δικ.). Όμως η απαγόρευση ισχύει μόνο κατά το στάδιο της επ1 ακροατηρίου διαδικασίας και δη οσάκις το δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική κρίση. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δικ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ' Κ.Ποιν.Δικ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα και χωρίς να είναι απαραίτητη η μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της κλοπής από κοινού κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια: "Την 1-10-1994 ο Ξ, Ιρακινός υπήκοος ευρισκόμενος και εργαζόμενος στην Ελλάδα από διετίας τότε, είχε σταθμεύσει το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΒΜW, τύπου 325, δίπορτο, χρώματος ασημί, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του πατέρα του Λ, μπροστά στο κάστρο της .... Τις νυκτερινές ώρες της 1 προς 2-10-1994 το αυτοκίνητο αυτό εκλάπη από την παραπάνω θέση και ο Ξυπέβαλε στον αστυνομικό σταθμό ... την από 2-ΙΟΙ 994 έγκληση κατά των αγνώστων τότε δραστών. Η αξία του αυτοκινήτου αυτού τότε ήταν κατά το μηνυτή 90.000 γερμανικά μάρκα περίπου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 9-2-1995 και περί ώρα 16.00' ο παραπάνω παθών, ευρισκόμενος στη διασταύρωση των οδών ..., είδε σταθμευμένο προσωρινά με τους δείκτες αλλαγής κατευθύνσεως σε λειτουργία, ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ΒΜW, τύπου 318, με αριθμό κυκλοφορίας ..., χρώματος ασημί και αμέσως αντιλήφθηκε ότι αυτό ήταν το δικό του αυτοκίνητο, στο οποίο είχαν αλλάξει τον αριθμό κυκλοφορίας. Αμέσως ειδοποίησε τον παρευρισκόμενο αστυνομικό ..., ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυρας και περίμεναν να επιστρέψει ο οδηγός του αυτοκινήτου.
Σε λίγο εμφανίσθηκε ο Ζ, ο οποίος κατά τον έλεγχο που του έκανε ο παραπάνω αστυνομικός του έδωσε για έλεγχο την υπ' αριθμ. ... άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, που αναγνώσθηκε και η οποία ήταν στο όνομα του κατηγορουμένου. Από τον έλεγχο του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου διαπιστώθηκε ότι ο αναφερόμενος στην άδεια κυκλοφορίας διέφερε από τον αναφερόμενο στην άδεια. Στη διάρκεια του ελέγχου ο Ζ προσπάθησε να φύγει τρέχοντας, πλην όμως ο αστυνομικός τον καταδίωξε και τον συνέλαβε στη γωνία των οδών ... και τον οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα. Τελικά διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν το υπ' αριθμ. .... αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του Λ και το οποίο είχε κλαπεί στη ... τις νυκτερινές ώρες της 1 προς 2-10-1994. Επίσης διαπιστώθηκε και ότι η παραπάνω άδεια κυκλοφορίας ήταν πλαστή.
Μετά από αυτά ο Ζ συνελήφθη και οδηγήθηκε στον εισαγγελέα και στη συνέχεια στον ανακριτή, ακολούθως δε παραπέμφθηκε με απ' ευθείας κλήση μαζί με τον κατηγορούμενο να δικαστούν στο Δικαστήριο τούτο για την ίδια πράξη της κλοπής σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και για τις πράξεις της πλαστογραφίας της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου σε βαθμό κακουργήματος, της λαθρεμπορίας και της κατασκευής πινακίδων κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, επί πλέον δε ο Ζ και για οδήγηση αυτοκινήτου χωρίς άδεια. Για τις παραπάνω δύο πρώτες κακουργηματικές πράξεις ανεστάλη η διαδικασία ως προς τον κατηγορούμενο, λόγω του ότι αυτός δεν κατέστη δυνατόν να συλληφθεί και είχε καταστεί φυγόδικος από τότε μέχρι την έκδοση του για -ας δύο αυτές πράξεις, για τις οποίες και δικάζεται. Αντίθετα ο Ζ δικάσθηκε για τις παραπάνω πράξεις του και καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 588, 589/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε ποινές καθείρξεως 7 ετών και 7 ετών για τις δύο πρώτες πράξεις και σε ποινές φυλακίσεως 3 ετών και χρηματική ποινή 34.043 ευρώ, 5 μηνών και 5 μηνών αντίστοιχα για τις υπόλοιπες πράξεις. Απολογούμενος στο Δικαστήριο ο Ζ κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος έφερνε αυτοκίνητα από τη ..., τα επισκεύαζε και τα πουλούσε, ότι αυτός ενεργούσε σαν μεσίτης και ότι το παραπάνω αυτοκίνητο, ήταν αξίας 8.300.000 δραχμών και ο κατηγορούμενος του είχε κάνει μετατροπή και του έδωσε να το πουλήσει.
Ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ο τρόπος περιελεύσεως του αυτοκινήτου στα χέρια του, εξ αυτού δε συνάγεται ότι αυτός είναι ο δράστης τόσο της κλοπής του αυτοκινήτου, όσο και της καταρτίσεως της υπ' αριθμ. ... πλαστής άδειας κυκλοφορίας αυτού. Την άδεια αυτή την παρέδωσε για έλεγχο ο Ζ και ήταν στο όνομα του κατηγορουμένου, ο οποίος απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ανέφερε ότι "δεν ήξερε γι'αυτή". Από το γεγονός αυτό της άδειας κυκλοφορίας σε συνδυασμό με όσα ο Ζ είχε αναφέρει στην απολογία του, όπου εκδόθηκε η υπ'αριθμ.2589/97 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε ....στις άνω ποινές δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του 211 Α του ΠΚ καθόσον η απολογία του Ζ συνδέεται και με άλλα στοιχεία που αναφέρουν την άδεια κυκλοφορίας στο όνομα του κατηγορουμένου, .... εισαγωγή από ..... που δεν αρνείται ο κατηγορούμενος και πρέπει ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορούμενου ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η απολογία του Ζ στην προαναφερόμενη δίκη, γιατί μόνη αυτή ..... η μαρτυρία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επιχειρεί την πράξη της κλοπής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την υποδομή που είχε δημιουργήσει για τη μετατροπή των κλεμμένων αυτοκινήτων σε αυτοκίνητα άλλου τύπου και για την κατάρτιση πλαστών αδειών κυκλοφορίας αυτών για την μεταπώληση τους σε ανυποψίαστους αγοραστές, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως του εγκλήματος αυτού, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του στην τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος της κλοπής, ως στοιχείο της προσωπικότητας του." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "από κοινού με τον Ζ στη ... τις νυκτερινές ώρες της 1-2 Οκτωβρίου 1994, αφαίρεσαν ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα, είναι δε δράστες που διαπράττουν κλοπές κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο αφαίρεσαν το υπ'αριθμ.... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW 325, χρώματος ασημί, με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο έξω από το ... και ανήκε στον Λ αλλά το κατείχε και το χρησιμοποιούσε ο γιός του Ξ. Το αυτοκίνητο αυτό το ιδιοποιήθηκαν παράνομα, είναι δε δράστες οι οποίοι διαπράττουν κλοπές κατ'επάγγελμα, ήτοι ως μέσον ασκήσεως βιοπορισμού των, και κατά συνήθεια, ήτοι έχοντας ροπή στην τέλεση τέτοιων πράξεων". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 374 περ. ε' σε συνδυασμό με 372 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, επιπλέον δε αιτιολογεί πλήρως την κατ επάγγελμα τέλεση της πράξεως αυτής από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ζ, ο οποίος είχε κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή με την 588, 589/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία όπως και τα πρακτικά της, στα οποία περιέχεται και η απολογία του Ζ, αναγνώσθηκαν. Την απολογία του τελευταίου έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως, πλην όμως η λήψη και αξιολόγηση αυτής από το δικαστήριο δεν προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου 211Α Κ.Ποιν,Δικ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, γιατί, όπως εκτίθεται στην αιτιολογία της απορριπτικής του σχετικού ισχυρισμού του αποφάσεως του Εφετείου δεν είναι το μόνο αποδεικτικό μέσο, στο οποίο στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της ενοχής του αναιρεσειόντος, αφού λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση του αστυνομικού, όπως και τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η πλαστή άδεια κυκλοφορίας του κλαπέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου, που αναφέρεται στην απόφαση, η οποία ήταν στο όνομα του αναιρεσειόντος, που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν μπόρεσε να δώσει κάποια πειστική εξήγηση του γεγονότος αυτού, το οποίο επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς, που πρόβαλε, απολογούμενος, ο Ζ, ούτε μπόρεσε να αποδείξει την περιέλευση στην κυριότητα του, όπως προέκυπτε από την άδεια κυκλοφορίας, κατά νόμιμο τρόπο, του αυτοκινήτου. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι λόγοι της από 16-9-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 510 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ.) και περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (αρθρ. 510 παρ. 1 Α' Κ.Π.Δ.), προελθούσης από τη λήψη υπόψη της απολογίας του συγκατηγορουμένου του Ζ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
IV. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες δύο αιτήσεις του αναιρεσείοντος και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 16-9-2009 και 24-9-2009 αιτήσεις (δηλώσεις) του Χ για αναίρεση της 1903/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220)€.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διακεκριμένη κλοπή από κοινού ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Ζητήματα: Αρχή της ειδικότητας κατ' άρθρο 34 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης", όπως και του άρθρου 14 ΕυρΣυμΕκδ (Ν. 4165/1961). Έννοια. Άρθρο 211 Α ΚΠΔ - έννοια. Η παραγραφή επί κακουργημάτων είναι 15ετής. Αναστολή επί 5 έτη. Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, διότι δικάσθηκε για πράξη για την οποία δεν είχε παραδοθεί στην Ελλάδα, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων περί εκδόσεως, εκ του άρθρου 211 Α ΚΠΔ, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, παραγραφή. Απορρίπτονται και οι δύο αιτήσεις.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Κλοπή, Συναυτουργία.
| 2
|
Αριθμός 960/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση
της αναιρεσείουσας Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας. Ο Εισαγγελέας Εφετών Λάρισας, με την ως άνω διάταξή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα ζητεί τώρα την αναίρεση της διάταξης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 270/10.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 107/16.3.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα α. 476 και 513 παρ. 1 α. του ΚΠΔ, την 7/17-2-2010 "αίτηση αναιρέσεως" της Χ κατοίκου ... κατά της 1/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Λάρισας, και εκθέτω τα εξής:
ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 462 του ΚΠΔ, τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι η έφεση και η αναίρεση. Η διάταξη που εκδίδει ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών (α. 47 ΚΠΔ) και η διάταξη που εκδίδει ο Εισαγγελέας Εφετών μετά από προσφυγή του εγκαλούντα κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (α. 48 του ΚΠΔ) δεν έχουν την μορφή ούτε της αποφάσεως ούτε του βουλεύματος. Κατά της διάταξης αυτής του Εισαγγελέα Εφετών ο εγκαλών - προσφεύγων δεν το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση επειδή αυτό δεν προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις ούτε από κάποια άλλη γενική ή ειδική διάταξη του ΚΠΔ ( AΠ 140/2009, ΑΠ 948/2009, ΑΠ 1445/2006 ΠΔ! 2007.252, ΑΠ 1457/2005 ΠΧ! 2006.249, ΑΠ 213/2003 ΠΔ! 2003.1039).
ΙΙΙ. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Καρδίτσας με την 15/2009 διάταξή του απέρριψε την από 16-12-2008 έγκληση της ήδη αναιρεσείουσας Χ κατά δικαστικών λειτουργών του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου. Αυτή προσέφυγε κατά της διατάξεως αυτής στον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας ο οποίος με την 15/2009 διάταξή του απέρριψε την σχετική προσφυγή της. Στην συνέχεια η ίδια άσκησε άλλη προσφυγή στον ίδιο Εισαγγελέα Εφετών με την οποία ζητούσε να ανακληθεί η προηγούμενη διάταξή του. Ο Εισαγγελέας Εφετών απέρριψε την προσφυγή αυτή ως αβάσιμη κατά τον Νόμο με την 1/2010 διάταξή του. Κατά της τελευταίας αυτής διατάξεως στρέφεται ήδη η παραπάνω Χ με σχετική προσφυγή ενώπιόν μας, η οποία εκτιμάται ως αναίρεση, και ζητά την εξαφάνισή της. Επειδή η παραπάνω αναίρεση κατά της διατάξεως αυτής, σύμφωνα με όσα παραπάνω (
ΙΙ) εκτέθηκαν, δεν προβλέπεται από τον Νόμο πρέπει το Δικαστήριο Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 , και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1993 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, να την απορρίψει ως απαράδεκτη και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από 210 ευρώ.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η την 7/17-2-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατοίκου ... κατά της 1/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Λάρισας και
Β) Να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα τα δικαστικά έξοδα από 210 ευρώ.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 462 του ΚΠΔ "Τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά των βουλευμάτων και των αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι: 1) η έφεση, και 2) η αναίρεση". Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 47 παρ. 1 του ΚΠΔ "ο Εισαγγελέας Πλημ/κών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, την απορρίπτει με αιτιολογημένη διάταξη του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα", κατά δε το άρθρο 48 του ίδιου κώδικα " ο εγκαλών μπορεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της διάταξης του Εισαγγελέα κατά τις παρ. 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου να προσφύγει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πλημ/κών.... Αν ο Εισαγγελέας Εφετών δεχθεί την προσφυγή διατάσσει τον Εισαγγελέα Πλημ/κών να ασκήσει ποινική δίωξη". Ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε από καμία άλλη γενική ή ειδική διάταξη του ΚΠΔ παρέχεται στον εγκαλούντα δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση της διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών με την οποία αυτός απορρίπτει την προσφυγή του εγκαλούντα κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αφού η διάταξη αυτή δεν φέρει τον χαρακτήρα βουλεύματος ή αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Καρδίτσας με την 15/4/9/2009 διάταξη του απέρριψε την από ... μηνυτήρια αναφορά- έγκληση της ήδη αναιρεσείουσας Χ κατά δικαστικών λειτουργών του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου ..., Προέδρου Πρωτοδικών Βόλου, ..., Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου, ..., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου και ..., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου). Ακολούθως, αυτή (εγκαλούσα) προσέφυγε κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών στον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, ο οποίος με την 95/3/11/2009 διάταξη του απέρριψε την προσφυγή της. Στη συνέχεια η ίδια η προσφεύγουσα άσκησε άλλη προσφυγή στον ίδιο Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, με την οποία ζητούσε να ανακληθεί η προηγούμενη διάταξη του. Ο Εισαγγελέας Εφετών απέρριψε την προσφυγή της αυτή ως αβάσιμη με την 1/12/1/2010 διάταξη του. Κατά της τελευταίας αυτής διατάξεως στρέφεται ήδη η παραπάνω Χ με σχετική προσφυγή, η οποία εκτιμάται ως αναίρεση, και ζητά την εξαφάνιση της. Σύμφωνα όμως με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, δεν προβλέπεται από το νόμο προσφυγή - αναίρεση κατά της διατάξεως αυτής του Εισαγγελέα Εφετών Κατά συνέπεια πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 7/17/2/2010 αίτηση προσφυγής, εκτιμώμενη ως αίτηση αναιρέσεως, της Χ, κατοίκου ..., κατά της 1/12/1/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών που απέρριψε την προσφυγή του αναιρεσείοντα - εγκαλούντα κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η έγκλησή του.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 959/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους:1)Χ1, Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2)Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και εγκαλούντα τον Φ1, κάτοικο ... .
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 19 Ιανουαρίου 2010 και αριθμ.πρωτ.1188/09, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 119/10.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 113/19-3-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ.1γ ΚΠΔ, την με αριθμό 1188/19-1-2010 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και όταν έχει δεν ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ.1γ ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, ιδίως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
II.Στην προκείμενη περίπτωση ο Φ1, υπέβαλε την από 1/9/2008 έγκληση του σε βάρος των 1) Χ1, Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2) Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών για συκοφαντική δυσφήμηση. Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό ΙΓ 2009/1719 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης, ο εγκαλών άσκησε την με αριθμό 15/2009 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ζητώντας να ασκηθεί η δέουσα ποινική δίωξη σε βάρος των εγκαλουμένων.
III.Επειδή οι ως άνω εγκαλούμενοι υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (βλ. την με αριθμό 27882/09 βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης), δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, εξαιτίας της ιδιότητας των εγκαλουμένων, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της προσφυγής του εγκαλούντος.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω να διατάξει το Δικαστήριο Σας την παραπομπή της υπόθεσης επί της οποίας η με αριθμό 15/2009 προσφυγή του Φ1 κατά της με αριθμό ΙΓ /2009/1719 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες του Εφετείου Πειραιώς.
Αθήνα 12/3/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ"
Αφού άκουσε
την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ.γ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο Ανηλίκων σε άλλο όμοιο, και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο των διατάξεων αυτών, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας , αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 του ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα , ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο Φ1, κάτοικος ..., υπέβαλε κατά των 1) Χ1, Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, και 2) Χ2, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, την από 1/9/2008 έγκληση και ζήτησε να ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη για την αναφερόμενη σ' αυτή αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Την ως άνω έγκληση απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν(άρθρο 47 παρ. 1 του ΚΠΔ), ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. ΙΓ 2009/1719/2009 διάταξή του, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε, κατ' άρθρο 48 του ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 15/2009 προσφυγή του στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με το 1188/09/ 19/1/2010 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την παραπάνω προσφυγή του εγκαλούντα, διότι οι εγκαλούμενοι Εισαγγελικοί λειτουργοί υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από τη συνημμένη υπ' αριθμ. 27882/24/2/2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή( άρθρα 136 εδ. ε'και 137 παρ. 1 εδ. β περ.γ'του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 15/2009 προσφυγής του Φ1, κατά της υπ' αριθμ. ΙΓ/2009/1719/30-10-2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 1/9/2008 έγκληση του κατά των Εισαγγελικών Λειτουργών 1) Χ1, Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, και 2) Χ2, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών , τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαϊου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως συντρέχει όχι μόνο κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και εκείνο της προδικασίας και όταν δεν έχει ασκηθεί ακόμα ποινική δίωξη.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 956/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώτσα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 976/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αποστολόπουλο.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, σύζυγο Ζ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 11/18 Μαρτίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 373/10.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Ειδικώς, προς θεμελίωση της ποινικής ευθύνης ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά την άσκηση του επαγγέλματος του απαιτείται η σωματική βλάβη να οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αυτής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 976/2010 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την άδικη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη υπόθεση, από την εκτίμηση του προαναφερόμενου αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκαν τα εξής; Στις 28-5-2002 η πολιτικώς ενάγουσα Ψ εισήχθη στην ιδιωτική γενική, μαιευτική-γυναικολογική και παιδιατρική κλινική "... Α.Ε." και υποβλήθηκε, μετά από τον απαραίτητο προεγχειρητικό έλεγχο, σε λαπαροσκοπική επέμβαση αφαίρεσης δύο (2) ενδομητριοειδών κύστεων δεξιάς ωοθήκης. Η επέμβαση έγινε από τον κατηγορούμενο ιατρό, ο οποίος συνδεόταν, στην άσκηση του ιατρικού του καθήκοντος, με την οικογένεια της μηνύτριας - παθούσας, για αρκετά χρόνια, παρακολουθούσε δε ιδιαίτερα την ίδια, περίπου την τελευταία προ της επεμβάσεως διετία, έχοντας τύχει της αμέριστης εμπιστοσύνης τόσο αυτής, η οποία κατ' εκείνη την περίοδο ήταν νεαρά, ηλικίας 23 ετών, όσο και της μητέρας της .... Χαρακτηριστικό είναι ότι η καλή αυτή σχέση διατηρήθηκε, μεταξύ του άνω ιατρού και της οικογένειας της πολιτικώς ενάγουσας και μετά την παραπάνω επέμβαση και για αρκετό, ακόμη, χρονικό διάστημα. Η τελευταία προσήλθε στο ιατρείο του κατηγορουμένου, αρχικά, περί το τέλος του έτους 2000, έχοντας ενοχλήσεις και πόνους στο κάτω μέρος της κοιλίας, εκείνος δε διέγνωσε ενδομητρίωση, όσον αφορούσε το γυναικολογικό της πρόβλημα. Στο σημείο αυτό πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί ότι η Ψ, είχε υποβληθεί, το έτος 1999, σε χειρουργική επέμβαση για βαριά κακοήθη νόσο (οικογενή πολυποδίαση), με επακόλουθο την αφαίρεση όλου του παχέος εντέρου και τη δημιουργία ειλεορθικής αναστόμωσης πολύ χαμηλά στην πύελο. Η επέμβαση αυτή είχε επηρεάσει την αιμάτωση του εντέρου (μερική ισχαιμία) στην περιοχή της αναστόμωσης. Τόσο ο πραγματογνώμονας ιατρός -χειρουργός ..., ο οποίος διορίστηκε, με βάση την υπ' αριθ μ. 11943 Π/εγ 133-06/210 παραγγελία του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσο και ο καθηγητής ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ..., αλλά και ο Γενικός Χειρουργός ..., στην πραγματογνωμοσύνη και τις ιατρικές εκθέσεις τους, που νόμιμα με επίκληση προσκομίζονται, ιδιαίτερα τονίζουν το γεγονός αυτό. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, η ενδεδειγμένη προσέγγιση ιατρικώς ήταν η χειρουργική αφαίρεση των κύστεων λαπαροσκοπικά για καλύτερη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς, τόσο δε ο κατηγορούμενος ιατρός, όσο και ο συνεργάτης του ειδικός λαπαροσκόπος γυναικολόγος ... είχαν ικανή εμπειρία και γνώση για να διενεργήσουν τέτοιου είδους επέμβαση. Εντούτοις, μετεγχειρητικά η υγεία της μηνύτριας ενεφάνισε δυσάρεστη εξέλιξη. Με βάση όμως τα αποδειχθέντα η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σε πράξη ή παράλειψη του κατηγορούμενου ιατρού, κατά τη διάρκεια της λαπαροσκοπικής επέμβασης ή κατά το αμέσως, μετά τη διενέργεια της χρονικό διάστημα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πραγματογνώμονας ιατρός, από το παραδοθέν σ' αυτόν, αλλά και προσκομιζόμενο "βίντεο", το οποίο ελήφθη κατά το χρόνο της λαπαροσκοπικής επέμβασης δεν επισημάνθηκε τίποτα, το οποίο να αποτελεί κακή χειρουργική τακτική - πράξη. Επίσης, κατά τη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς το ενδιαφέρον του ιατρού Χ φαίνεται από τη νοσηλεία, όπου υπάρχουν πολλές οδηγίες για την ανακούφιση της ασθενούς, πριν το εξιτήριο, που για μεγαλύτερη σιγουριά και ασφάλεια, λόγω του προηγούμενου ιδιαίτερα βεβαρυμένου της υγείας της, της χορηγήθηκε, όχι την ίδια ή την επόμενη ημέρα, όπως σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις συμβαίνει, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό, αλλά στις 30-5-2002. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα, η άμεση μετεγχειρητική εικόνα της ασθενούς, μετά τη λαπαροσκοπική επέμβαση δεν ήταν, όπως αποδείχθηκε ανησυχητική και μάλιστα σε τέτοιο σημείο, όπως η ίδια η παθούσα ισχυρίζεται, ώστε να πρέπει να παραταθεί η παραμονή της στη συγκεκριμένη κλινική, έτι περαιτέρω, κάτι που δεν είχε λόγο να αρνηθεί να εισηγηθεί να γίνει ο κατηγορούμενος, εάν συνέτρεχε λόγος, όταν μάλιστα κάτι τέτοιο θα ήταν μόνο επωφελές οικονομικά για τη συγκεκριμένη ιδιωτική κλινική και κατ' επέκταση και εμμέσως και για τον ίδιο. Τόσο ο πραγματογνώμονας, όσο και οι εξετασθέντες ενώπιον του ακροατηρίου μάρτυρες ιατροί... (πλέον του εξετασθέντος ως μάρτυρος ... που συμμετείχε στην επέμβαση και αρχικά κατηγορήθηκε και εκείνος για αμέλεια, αλλά αθωώθηκε πρωτοδίκως), αναφέρουν αφενός ότι η λαπαροσκοπική μέθοδος είναι ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος επέμβασης για παθήσεις παρόμοιες με αυτήν της μηνύτριας και αφετέρου ότι η άμεση μετεγχειρητική της κατάσταση, κατά το διάστημα, που βρισκόταν στην κλινική ήταν τέτοια που δεν ενέπνεε ιδιαίτερη ανησυχία. Ο πραγματογνώμονας ιατρός, χαρακτηριστικά αναφέρει: "...Η ύπαρξη αέρα υποδιαφραγματικά δεν αποτελεί στοιχείο ανησυχίας μετεγχειρητικά στις λαπαροσκοπικές επεμβάσεις, αφού το CO2 παραμένει συχνά 2 έως 3 ημέρες. Η άνοδος του CRP στην τιμή 26 δεν είναι καθόλου ενδεικτικό στοιχείο φλεγμονής μετεγχειρητικά όταν είναι γνωστό ότι τιμές πάνω από 35 μπορεί να αποδοθούν σε φλεγμονή και μάλιστα την στιγμή που η ίδια η επέμβαση είναι ισχυρός παράγοντας ανόδου της πρωτεΐνης αυτής. (Αντιθέτως είναι πολύ σύνηθες τιμές 20-35 κατά την μετεγχειρητική πορεία με πτώση μετά από 72 ώρες). Το αιμοδιάγραμμα, στις 29-5-2002, κακώς αναφέρεται από την πλευρά της ενάγουσας (παθούσας), ως παθολογικό. Η τιμή 92% μπορεί να θεωρηθεί παθολογική σε άτομο που δεν έχει υποβληθεί σε επέμβαση. Είναι γνωστό ότι μετεγχειρητικά η αύξηση αυτή φαίνεται πολύ συχνά. Επίσης ο απόλυτος αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων όχι μόνο δεν ανεβαίνει, αλλά είναι και χαμηλότερος της τιμής στις 28-5-02. Τελικά, εφόσον τα εργαστηριακά ευρήματα της Ψ 5εν ήταν παθολογικά ή τέτοια που να αποτελούν μη συνήθη μετεγχειρητικά, ο ιατρός Χ έπραξε ως όφειλε, δηλαδή στηρίχτηκε στην κλινική εικόνα της ενάγουσας, την οποία αξιολόγησε σύμφωνα με την εμπειρία του και την γνωστή πορεία και άλλων ασθενών με παρόμοια ασθένεια. Επίσης στηρίχθηκε και στην γνώμη και εμπειρία του καρδιολόγου και παθολόγου, τους οποίους κάλεσε να συνεκτιμήσουν την ασθενή (Δεν υπήρχε οξεία κοιλία, η κοιλία είχε ήχους και δεν ήταν σανιδώδης, δεν υπήρχε ταχυσφυγμία, ταχύπνοια, ούτε πυρετός)". Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά την επέμβαση, χορήγησε φαρμακευτικά αγωγή αντιβίωσης στη μηνύτρια και σε κάθε περίπτωση συνέστησε, μετά τετραήμερο από τη χορήγηση του εξιτηρίου, επανέλεγχο. Ακόμα, όπως, επίσης, αποδείχθηκε, όταν την 1-6-2002, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του, η μητέρα της μηνύτριας του ανέφερε ότι τα κλινικά συμπτώματα της κόρης της εξακολουθούσαν πιο έντονα (ενεφάνισε και πυρετό), συνέστησε σ' αυτήν άμεση προσέλευση στο μαιευτήριο, προς έλεγχο από τον ίδιο, της ασθενούς, πλην όμως αυτό δεν έγινε, αλλά προτιμήθηκε να μεταφερθεί η ασθενής, στις 2-6-2002, στο "...", όπου διαπιστώθηκε, ύστερα από ερευνητική λαπαροτομία, ότι είχε παρουσιαστεί παραμελημένη περιτονίτιδα. Συγκεκριμένα ο ιατρός του ..., στην υπ' αριθμ. πρωτοκ. ... ιατρική βεβαίωση νοσηλείας, αναφέρει ότι η παθούσα "υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροτομία όπου βρέθηκε παραμελημένη περιτονίτιδα με παρουσία ελεύθερου εντερικού περιεχομένου ενδοπεριτοναϊκά σε έδαφος διάτρησης έλικας λεπτού εντέρου τελικού ειλεού. Αναφερόμενο ιστορικό υφολικής κολεκτομής προ ετών λόγω οικογενούς πολυποδίασης..". Όμως, η χειρουργική εξαίρεση του παχέος εντέρου (υφολική ή ολική) οδηγεί στην προσαρμογή της λειτουργίας του λεπτού εντέρου στις νέες συνθήκες και υπόκειται αναπόφευκτα σε μια σειρά μορφολογικών και λειτουργικών αλλοιώσεων. Πρόκειται για αλλοιώσεις που έχουν ως κοινό παρονομαστή την αναστόμωση του τελικού τμήματος του λεπτού εντέρου σε ένα φυσιολογικό περιβάλλον, γεγονός που αναγνωρίζεται εδώ κα δεκαετίες ως ξεχωριστή νοσολογική οντότητα με την ονομασία "ειλεϊτιδα μετά από κολεκτομή ή καλύτερα ως "μη ειδική ειλεϊτιδα". Πρόκειται για παθολογικές αλλοιώσεις, όπως φλεγμονή του βλεννογόνου, εξελκώσεις, πάχυνση τοιχώματος, στενώσεις του αυλού κλπ, που είναι δυνατό να εμφανιστούν είτε σε σύντομο χρονικό διάστημα (οξεία φάση) είτε μετά από μήνες ή χρόνια (χρόνια φάση), από τη διενέργεια της κολεκτομής. Η εντόπιση των αλλοιώσεων μπορεί να είναι εστιακή ή διάχυτη και αφορά τμήματα του λεπτού εντέρου σε διαφορετική απόσταση από την προηγηθείσα αναστόμωση (βλ. το από 4-1-2010 προσκομιζόμενο έγγραφο ...). Μετά την πρώτη επέμβαση, στο ...., έλαβε χώρα και δεύτερη στις 9-6-2002 και τελικά μετά από διάστημα έξι (6) μηνών γίνεται και τρίτη διαφυγή και ακολουθεί τρίτη επέμβαση, ενώ το Μάρτιο του 2003 αφαιρέθηκε η χολή της μηνύτριας. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύεται ένα ιατρικό πρόβλημα της παθούσας που προϋπήρχε της λαβούσας χώρα από τον κατηγορούμενο και όλως αναγκαίας για την υγεία της λαπαροσκοπικής επέμβασης. Σε κάθε περίπτωση οι πόνοι που παρουσίασε αυτή, μετά την επέμβαση, είναι πόνοι μη αξιολογούμενοι ιατρικώς και θεωρούνται φυσική συνέπεια του CO2, που παροχετεύθηκε στην κοιλία της ασθενούς και ανήλθε στο θωρακικό διάφραγμα. Οι πόνοι που θα παρέπεμπαν σε περιτονίτιδα, μετά τη λαπαροσκοπική επέμβαση και εξαιτίας διάτρησης του εντέρου, κατά το χρόνο εκείνο είναι διαξιφιστικοί πόνοι, πολύ έντονοι και ξεχωριστοί, που είναι αδύνατον να μην είχαν γίνει αντιληπτοί από τους ιατρούς, άμα τη εμφανίσει τους. Εξάλλου, όπως και η ίδια η παθούσα συνομολόγησε, μετά την έξοδο της από την κλινική είχε κένωση του εντέρου (ενεργήθηκε), γεγονός που υποδεικνύει, ότι η περιτονίτιδα εμφανίστηκε μεταγενέστερα και ανεξάρτητα της επεμβάσεως, λόγω της ευπάθειας που είχε εκ του προϋπάρχοντος προβλήματος της υγείας της, εξαιτίας του οποίου, όμως, δεν ήταν δυνατόν να μην προβεί ο ιατρός στη λαπαροσκοπική επέμβαση, μόνη ενδεδειγμένη, λόγω της ενδομητρίωσης που αυτή ενεφάνισε και η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δύο κύστεων μεγέθους 3,5 και 3 επί και οι οποίες, όπως ιατρικώς ήταν ενδεδειγμένο να γίνει, αφαιρέθηκαν. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από το συνδυασμό όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ενώ δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα τα γεγονότα ότι και η μηνυτήρια αναφορά της παθούσας έγινε μετά
παρέλευση τεσσάρων, περίπου
ετών
από του χρόνου της λαπαροσκοπικής επεμβάσεως, αρχικά δε είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών που την επεξεργάστηκε, ενώ, τελικώς, η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων ιατρών ασκήθηκε, αφού έγινε δεκτή σχετική προσφυγή της μηνύτριας από τον Εισαγγελέα Εφετών. Υπό τα ως άνω δεδομένα, το Δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση ότι, κατά τα αποδειχθέντα, ο κατηγορούμενος ιατρός προέβη στις ενδεδειγμένες ενέργειες που οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης επέβαλαν, ενώ δεν αποδείχθηκε, αντιθέτως, ότι προέβη σε παραλείψεις που συνέβαλαν στη μετέπειτα δυσμενή εξέλιξη της υγείας της παθούσας, η οποία οφείλετο στο προϋπάρχον και προαναφερόμενο χρόνιο πρόβλημα της υγείας της. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται, απ' όσα κατέθεσε ο μάρτυρας ...., ιατροδικαστής που διορίστηκε από τη μητέρα της μηνύτριας για να μελετήσει την υπόθεση και να αποφανθεί σχετικά, ούτε και από τη βιβλιογραφία που επικαλέστηκε η πολιτική αγωγή, η οποία περιλαμβάνει ευρύτερο φάσμα περιπτώσεων, κάθε μία από τις οποίες έχει την ιδιαιτερότητα της, ενώ και η υπεράσπιση του κατηγορουμένου επικαλείται ανάλογη βιβλιογραφία που συμπορεύεται με τις δικές της απόψεις για τη συγκεκριμένη και υπό κρίση περίπτωση. Εξάλλου και ο άνω ιατροδικαστής δεν απέκλεισε το ενδεδειγμένο της λαπαροσκοπικής επέμβασης για τη συγκεκριμένη περίπτωση, η οποία κατ' αυτόν θα έπρεπε να γίνει με μεγάλη προσοχή, κάτι που δεν αποδείχθηκε ότι δεν έλαβε χώρα. Μετά ταύτα και αφού απορριφθούν, ως αβάσιμα τα λοιπά αιτήματα που, κατά τα άνω, υπέβαλε ο κατηγορούμενος δι' ιδίου εγγράφου, πρέπει αυτός να απαλλαγεί της εις βάρος του κατηγορίας, απορριπτόμενων, επίσης, πάντων των περί τ αντιθέτου ισχυρισμών της πολιτικώς ενάγουσας, ως αβασίμων". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε αθώο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια με το ακόλουθο διατακτικό "Στην Αθήνα, στις 30-5-2002 από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και όντας υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή προκάλεσε βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και συγκεκριμένα, όντας ιατρός-γυναικολόγος υπέβαλε την 28-5-2002 την εγκαλούσα Ψ σε λαπαροσκοπική επέμβαση αφαίρεσης δύο κύστεων δεξιάς ωοθήκης, λόγω ενδομητρίωσης, στην ιδιωτική μαιευτική και χειρουργική κλινική "... ΑΕ" ενώ μετά την επέμβαση αυτή η εγκαλούσα παρουσίασε ανησυχητικά κλινικά συμπτώματα δηλ. έντονο θωρακικό άλγος και έντονο οίδημα στην περιοχή της κοιλίας, καθώς επίσης διεγνώσθη σε αυτήν ύστερα από ακτινολογικό έλεγχο, η ύπαρξη υποδιαφραγματικού αέρα και ύστερα από αιματολογικές εξετάσεις, ότι τα πολυμορφοπύρηνα ουδετερόφιλα είχαν ανέλθει στο ποσοστό του 92% (ενώ οι φυσιολογικές τους τιμές κυμαίνονται μεταξύ 40%-75%, η δε τιμή της αντιδρώσας πρωτεΐνης CRP είχε φθάσει σε ποσοστό της τάξης του 16,7 mg/dl (με φυσιολογικές τιμές 0,08-0,8 mg/dl) εντούτοις ο κατηγορούμενος την 30-5-2002 της χορήγησαν εξιτήριο από την κλινική, αντί να παρατείνουν την παραμονή και νοσηλεία της για τη στενή παρακολούθηση της και τη χορήγηση της ενδεδειγμένης φαρμακευτικής αγωγής με αποτέλεσμα να προκληθεί σε αυτήν παραμελημένη κοπρανώδης περιτονίτιδα από διάτρηση τμήματος του λεπτού εντέρου, για την οποία η εγκαλούσα εισήχθη και χειρουργήθηκε στο ... Νοσοκομείο την 2-6-2002, ενώ κατόπιν παρουσιάστηκαν σοβαρές επιπλοκές, όπως βαρύτατο σύνδρομο οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας και νέα ενδοπεριτοναϊκή διαφυγή περιεχομένου του λεπτού εντέρου, για την οποία και επαναχειρουργήθηκε στις 9-6-2002, παρέμεινε νοσηλευόμενη για τρεις μήνες, υπεβλήθη σε νέα χειρουργεία στις 15-12-2002 και το Φεβρουάριο του 2003 ύστερα από συνεχιζόμενες επιπλοκές και το Μάρτιο του 2003 σε αφαίρεση της χολής, ως αποτέλεσμα δε της μακρόχρονης περιπέτειας της υγείας της παρουσίασε κατάθλιψη με αγχώδη και φοβικά στοιχεία, επιπλέον δε, φέρει δύσμορφες μετεγχειριτικές ουλές". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ταυ, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ο δια της αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης "...είχε παρουσιαστεί παραμελημένη περιτονίτιδα" έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι "η περιτονίτιδα εμφανίστηκε μεταγενέστερα και ανεξάρτητα της επεμβάσεως λόγω της ευπάθειας που είχε εκ του προϋπάρχοντος προβλήματος υγείας...." διότι δεν εξηγεί σε τι οφείλετο η παραμελημένη περιτονίτιδα, δηλαδή ποιος ήταν αυτός που παραμέλησε και δεν εξηγεί με πληρότητα πώς αυτή η παραμελημένη περιτονίτιδα δεν συνδέεται αιτιωδώς είτε με τη χειρουργική είτε με την μετεγχειρητική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμη καθόσον, κατά τις παραδοχές αυτές, η παραμελημένη περιτονίτιδα που εμφάνισε η πολιτικώς ενάγουσα μετά τη χειρουργική επέμβαση, την οποία ενήργησε ο κατηγορούμενος ιατρός σε αυτήν, είναι ανεξάρτητη της επέμβασης αυτής αλλά οφείλεται στην ευπάθεια που αυτή εκ του προϋπάρχοντος προβλήματος υγείας της ήτοι, κατά τις παραδοχές, εκ της αφαιρέσεως όλου του παχέος εντέρου της και της δημιουργίας ειλεορθικής αναστόμωσης πολύ χαμηλά στην πύελο δια προηγουμένης χειρουργικής επέμβασης στην οποία αυτή είχε υποβληθεί το έτος 1999 διότι επρόκειτο για βαριά κακοήθη νόσο (οικογενή πολυποδίαση). Έτσι, υπό τις παραδοχές αυτές η παραμελημένη περιτονίτιδα δεν συνδέεται με τη χειρουργική επέμβαση, την οποία ενήργησε στην πολιτικώς ενάγουσα ο κατηγορούμενος ιατρός και έτσι δεν υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτού και του αποτελέσματος τούτου. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υφίσταται τέτοιος σύνδεσμος ούτε κατά το μετά την επέμβαση αυτή χρονικό διάστημα αφού αυτή δέχτηκε ότι "η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου σε πράξη ή παράλειψη του κατηγορουμένου ιατρού κατά τη διάρκεια της λαπαροσκοπικής επέμβασης ή κατά το αμέσως μετά τη διενέργεια της χρονικό διάστημα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πραγματογνώμονας ιατρός από το παραδοθέν σε αυτόν αλλά και προσκομιζόμενο βίντεο, το οποίο ελήφθη κατά το χρόνο της λαπαροσκοπικής επέμβασης, δεν επισημάνθηκε τίποτα, το οποίο να αποτελεί κακή χειρουργική τακτική- πράξη. Επίσης, κατά τη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς το ενδιαφέρον του ιατρού Χφαίνεται από τη νοσηλεία, όπου υπάρχουν πολλές οδηγίες για την ανακούφιση της ασθενούς πριν το εξιτήριο, που για μεγαλύτερη σιγουριά και ασφάλεια, λόγω του προηγουμένου ιδιαίτερα βεβαρημένου της υγείας της της χορηγήθηκε, όχι την ίδια ή την επόμενη μέρα όπως σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις συμβαίνει, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό, αλλά στις 30-052002". Έτσι η αιτιολογία αυτή για την κρίση της είχε προσβαλλόμενης περί αθωότητος του κατηγορουμένου είναι επαρκής ενώ εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και την ένορκη κατάθεση του ..., ιατροδικαστή που διορίστηκε από τη μητέρα της μηνύτριας για να μελετήσει την υπόθεση, η οποία (απόφαση) ανέλεγκτα αξιολόγησε ως μη πειστική, δεχόμενη ότι όσα δέχτηκε ως αποδεδειγμένα δεν αναιρούνται από αυτήν. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης αιτιολογημένα προκρίθηκε από τον κατηγορούμενο ιατρό η λαπαροσκοπική επέμβαση και όχι η ανοικτή αφού γίνεται αναφορά ότι "η ενδεδειγμένη προσέγγιση ιατρικώς ήταν η χειρουργική αφαίρεση των κόστεων λαπαροσκοπικά για καλύτερη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς, τόσο δε ο κατηγορούμενος ιατρός όσο και ο συνεργάτης του ειδικός λαπαροσκόπος γυναικολόγος ... είχαν ικανή, εμπειρία και γνώση για να διενεργήσουν τέτοιου είδους επεμβαση". Εξάλλου δε επαρκώς αιτιολογείται η απόφαση του κατηγορουμένου να χειρουργήσει την πολιτικώς ενάγουσα λαπαροσκοπικά κατά την κλινική της προ, της επεμβάσεως εικόνα αφού δέχτηκε ότι Εφόσον τα εργαστηριακά ευρήματα της Ψ δεν ήταν παθολογικά ή τέτοια που να αποτελούν μη συνήθη μετεγχειρητική ο ιατρος Χ έπραξε ως όφειλε δηλαδή στηρίχτηκε στην κλινική εικόνα της ενάγουσας, την οποία αξιολόγησε σύμφωνα με την εμπειρία του και τη γνωστή πορεία και άλλων ασθενών με παρόμοια ασθένεια. Επίσης στηρίχτηκε και στη γνώμη και εμπειρία του καρδιολόγου και παθολόγου, τους οποίους κάλεσε να συνεκτιμήσουν την ασθενή (δεν υπήρχε οξεία κοιλία, η κοιλία είχε ήχους και δεν ήταν σανιδώδης, δεν υπήρχε ταχυσφυγμία, ταχύπνοια, ούτε πυρετός)" και περαιτέρω "μετά την επέμβαση χορήγησε φαρμακευτική αγωγή αντιβίωσης στη μηνύτρια και σε κάθε περίπτωση συνέστησε μετά τετράμηνο από τη χορήγηση του εξιτηρίου επανέλεγχο". Επομένως, η αίτησης του Εισαγγελέα το Αρείου Πάγου για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 11/ 18-03-2010 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 976/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια ιατρού. Ο ιατρός ευθύνεται ποινικώς όταν ενήργησε παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους κανό-νες της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 950/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σταματίνα Σκουλά, περί αναιρέσεως της 39/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Με πολιτικώς ενάγουσες: 1) Ψ1, κάτοικο ..., 2) Ψ2, κάτοικο ..., 3) Ψ3, κάτοικο ... και 4) Ψ4, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1717/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη" ήτοι "απόλυτη ακυρότητα.... προκαλείται κατά τη παρ. 2 αυτού Αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ιδίου Κώδικος ως λόγος αναιρέσεως για την απόφαση μπορεί να προταθεί, υπό στοιχ. Α'αυτού η απόλυτη ακυρότης που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος είναι παράνομη όταν στο πρόσωπό του δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ και όταν παρεβιάσθη η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠΔ. Ούτως όπως προκύπτει από τα άρθρα63, 64 και 68 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνον όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Περαιτέρω οι διατάξεις του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, όπως αντικατεστάθη από το άρθρον 8 παρ. 1 Ν 2336/1995, επιβάλλουν κυρώσεις κατά των εργοδοτών, διευθυντών, εκπροσώπων επιχειρήσεων κλπ, οι οποίοι δεν καταβάλλουν εμπροθέσμως τις οφειλόμενες στους εργαζομένους αποδοχές πάσης φύσεως συνεπεία της συμβάσεως ή τις σχέσεως εργασίας. Εντεύθεν θεσπίζεται ποινικό αδίκημα μόνο για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλομένων από τον εργοδότη μισθών που απορρέει από την σύμβαση ή την σχέση εργασίας, προκειμένου να διασφαλισθεί η έγκαιρη καταβολή αυτών στους δικαιούχους και δεν δημιουργείται πρωτογενής αξίωση των εργαζομένων για πληρωμή των αποδοχών τους. Όμως με την παράλειψη της πληρωμής αυτών ο εργαζόμενος δεν απόλλυσι τις καθυστερούμενες αποδοχές και συνεπώς δεν υπάρχει ισόποση ζημία που να έχει ως αιτία την, σε σχέση με τον ΑΝ 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότου, η δε μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλομένου μισθού υποχρεώσεως του εργοδότου και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίον ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία δεν συνιστά αδικοπραξία, προϋπόθεση της οποίας είναι και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη.
Συνεπώς ο εργαζόμενος δεν δύναται να διεκδικήσει από την καθυστέρηση (καταβολής) αυτή χρηματική ικανοποίηση για προκληθείσα εξ αυτής ηθική βλάβη. Διό και επέρχεται απόλυτη ακυρότης όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί στην περίπτωση της παραβιάσεως του ΑΝ 690/1945 και δεν αποβληθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' 39/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα ...), το οποίον εδίκασε σε πρώτο βαθμό τον κατηγορούμενο Χ, λόγω της ιδιότητός του ως Δημάρχου τον κατεδίκασε για παράβαση του άρθρου μόνο του ΑΝ 690/1945, εις φυλάκιση δύο (2) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία κατά της οποίας (αποφάσεως) δεν επιτρέπεται έφεση (άρθρο 489 β στοιχ. στ ΚΠΔ) Τότε εδήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν, οι (και νυν παριστάμεναι ως πολιτικώς ενάγουσες) εργαζόμενες Ψ2, Ψ1, Ψ2 και Ψ4 παραστάσαι δια των πληρεξουσίων των δικηγόρων και εζήτησαν να επιδικασθεί εις εκάστην αυτών ποσό 40 ευρώ, όπερ και υπεχρεώθη ο άνω καταδικασθείς να το καταβάλει. Ούτως όμως παρά τον νόμο παρέστησαν οι πολιτικώς ενάγουσες, χωρίς κατά τα ανωτέρω να υπάρχει αδικοπραξία, και εντεύθεν, επήλθεν απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο. Δι' ό και, κατά παραδοχή του σχετικού τρίτου λόγου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης, μετά ταύτα της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, στην συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 39/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόλυτη ακυρότης από την κακή παράσταση πολιτικής αγωγής. Παράβαση άρθρου μόνον ΑΝ 690/1945. Δεν νομιμοποιείται να παραστεί πολιτική αγωγή ο εργαζόμενος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Δεν υπάρχει αδικοπραξία. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 1
|
Αριθμός 948/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αθανασόπουλο και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρασιανάκη, περί αναιρέσεως της 1721α-1728/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αντώνης Αντωνίου. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Φεβρουαρίου 2010 και 11 Φεβρουαρίου 2010 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 229/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 05-02-2010 και 11-02-2010 αιτήσεις των Χ1, κατοίκου ... και Χ2, κατοίκου ..., αντίστοιχα για αναίρεση της 1721α- 1728/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τις παραγράφους 1-2 του άρθρου 107 του Τελωνειακού Κώδικα (ν.1165/1918), "κατά πάσαν περίπτωσιν λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα τα οποί αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται ... . Εάν εξ οιουδήποτε λόγου, ήθελε καταστεί αδύνατος η δήμευσις των κατά το παρόν άρθρον εις τοιαύτην υποκειμένων, επιβάλλεται των ενόχω ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλόμενης κατά τον παρόντα νόμον". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η δήμευση, που φέρει μικτό χαρακτήρα παρεπόμενης ποινής και αποζημίωσης του Κράτους, επιβάλλεται υποχρεωτικώς, είτε καταδικαστεί ο κατηγορούμενος, είτε απαλλαγεί και αρκεί μόνο η απόδειξη ότι υφίσταται λαθρεμπορία, δηλαδή ότι διαπιστώθηκε αυτή αντικειμενικά και ότι τα δημευόμενα αντικείμενα αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος για τον οποίο απαλλάχτηκε ο κατηγορούμενος και επομένως η δήμευση χωρεί, υπό τις άνω προϋποθέσεις, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία έπαυσε η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου οριστικά, λόγω παραγραφής. Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, αν εξαιτίας οποιουδήποτε λόγου δεν κατέστη δυνατή η δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, επιβάλλεται από το δικαστήριο χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF των εμπορευμάτων (αντικειμένων της λαθρεμπορίας), που προσαυξάνεται όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο. Η χρηματική αυτή ποινή αντικαθιστά τη μη γενόμενη δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας και ταυτίζεται προς αυτή. Άρα έχει και αυτή μικτό χαρακτήρα, δηλαδή ποινής και αποζημίωσης του Κράτους, και επιβάλλεται υποχρεωτικά στον "ένοχο", κατά τον όρο της προαναφερομένης διατάξεως, με την έννοια ότι τέτοιος είναι, όχι μόνο εκείνος που καταδικάστηκε για την πράξη της λαθρεμπορίας, αυτουργός ή συμμέτοχος και του επιβλήθηκε κύρια ποινή, αλλά και εκείνος κατά του οποίου έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, λόγω παραγραφής. Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι "Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα πρακτικά της δίκης, την απολογία του παρόντα κατά τη διαδικασία κατηγορουμένου Χ3 και από όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: ο κατηγορούμενος Χ1, τέλεσε τις λαθρεμπορικές πράξεις της λαθρεμπορίας πετρελαιοειδών όπως αυτές αναλύονται και περιγράφονται λογιστικά στο διάστημα από 21-9-2001 έως 20-9-2002, στο από 10-11-2008 και αρ. πρωτοκ. .../ΠΤΠ. 161/06/08 έγγραφο της Γεν. Γραμ. Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων, Ζ' Τελωνείο Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά. Ο κατηγορούμενος Χ2, αποδείχθηκε ότι και αυτός τέλεσε τις ανωτέρω λαθρεμπορικές πράξεις από 20-9-2002 έως 17-1-2003 και επιπλέον και εκείνες του χρονικού διαστήματος από 8-1-2003 έως 3-2-2003 για τις οποίες είναι ένοχος όπως αυτές αναλύονται και περιγράφονται λογιστικά στο ίδιο ως άνω έγγραφο. Επίσης, αποδείχθηκε ότι τα λαθρεμπορεύματα/πετρελαιοειδή δεν κατέστη να ανευρεθούν και να δημευθούν." Ακολούθως, το Δικαστήριο 1) Έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου Χ1, λόγω παραγραφής για το διάστημα από 1-1-2001 έως 18-1-2003 και κήρυξε αυτόν αθώο για το διάστημα από 19-1-2003 μέχρι 19-5-2003. Δέχθηκε ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος, τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας στο διάστημα από 21-9-2001 έως 20-9-2002. 3) Κήρυξε τον κατηγορούμενο Χ2, ένοχο για το διάστημα από 18-1-2003 έως 3-2-2003. Έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, του κατηγορούμενου Χ2, λόγω παραγραφής για το διάστημα από 1-1-2001 έως 17-1-2003. Δέχθηκε ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος, τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας στο διάστημα από 20-9-2002 έως 18-1-2003, Δέχθηκε ότι, με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων της επιχείρησης "Πειραϊκή Πετρελαϊκή Α.Ε.", οι παραπάνω κατηγορούμενοι (Χ1, Χ2), προέβησαν σε ενέργειες προκειμένου να στερήσουν από το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα εμπορεύματα, με την άμεση βοήθεια που τους παρείχε ο ΑΑ, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΑΑ Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" κατά τη διάρκεια της ως άνω περιγραφόμενης πράξης: Ειδικότερα η εταιρεία "ΑΑ Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" εξέδωσε 629 πλαστά φορολογικά στοιχεία αθεώρητα από την αρμόδια ΔΟΥ, χωρίς ουδέποτε να έχει λειτουργήσει, τα οποία η "Πειραϊκή Πετρελαϊκή Α.Ε." καταχωρούσε για να δικαιολογεί μ' αυτά τις ποσότητες πετρελαίου που είχαν περιέλθει παράνομα στην κατοχή της και το οποία πωλήθηκε τελικά σε πελάτες της. Έτσι η χρήση του έτους 2001 πωλήθηκαν (4.191.821) λίτρα πετρελαίου κίνησης, (48.672) λίτρα βενζίνης super, στη χρήση 2002 πώλησε (28.030.380) λίτρα πετρελαίου κίνησης, (468.579) λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, (7.963) λίτρα αμόλυβδη, (3.635) λίτρα βενζίνης LRP και στη χρήση 2003 πώλησε (2.342.443) λίτρα πετρελαίου κίνησης, (865.194) λίτρα πετρέλαιο θέρμανσης και (3.200) λίτρα αμόλυβδη βενζίνη, χωρίς οι ποσότητες να καλύπτονται από αντίστοιχες αγορές όπως προκύπτει από τη σύγκριση των πινάκων 8 και 9 οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του παρόντος. ΠΙΝΑΚΑΣ Νο 8. Επεξεργασία δεδομένων Πινάκων Νο 1 και Νο 2 και Νο 5 και Νο 6 και Νο 7 με τη μέθοδο της Κλειστής αποθήκης.
Είδος Καυσίμου. Χρήση. Υπόλοιπο αποθήκης την 30-4-2001. Αγορές από 1-5-2001 Έως 31-12-2001.
Πωλήσεις από 1 -5-2001 έως 31-12-2001. Υπόλοιπο Αποθήκης την 31-12-2001. Διαφορά.
Πετρελ. Κίνησης 2001 540.000 4.374.882 9.196.018 0 -4.281.136
Πετρελ. Θέρμανσης 2001 540.000 2.015.643 2.890.685 0 -335.042
Βενζ. Αμόλ. 2001 0 169.843 51.803 0 118.040
Βενζ.super 2001 0 3.131 51.803 0 -48.672
Βενζ. LRP 2001 0 126.737 64.266 0 62.471
Είδος καυσίμου Χρήση. Υπόλοιπο αποθήκης την 31-12-2001. Αγορές από 1-1 -2002 Έως 31-12-2002 Πωλήσεις από 1-1-2002 έως 31-12-2002 Υπόλοιπο Αποθήκης την 31-12-2002. Διαφορά.
Πετρελ. Κίνησης 2002 0 3.122.575 31.152.955 0 -28.030.380 Π
ετρελ. Θέρμανσης 2002 0 4.492.216 4.960.795 0 ^68.579
Βενζ. Αμόλ. 2002 0 154.639 162.602 0 -7.963
Βενζ.super 2002 0 7.899 8.082 0 -183
Βενζ. LRP 2002 0 29.867 33.502 0 -3.635
Μαζούτ. 2002 0 2.948.000 2.109.560 0 838.440
Είδος καυσίμου Χρήση. Υπόλοιπο αποθήκης την 31-12-2001. Αγορές από 1-1-2003 Έως 31-12-2003 Πωλήσεις από 1-1-2003 έως 31-12-2003 Υπόλοιπο Αποθήκης την 31-12-2003. Διαφορά.
Πετρελ. Κίνησης 2003 0 0 2.342.443 0 -2.342.443
Πετρελ. Θέρμανσης 2003 0 1.290.963 2.156.157 0 -865.194
Βενζ. Αμόλ. 2003 0 1.025 4.225 0 -3.200
Βενζ.super 2003 0 0 173 0 -173 Βενζ. LRP 2003 0 173 0 0 173
Μαζούτ. 2003 0 367.020 113.080 0 253.940
Χρήση 2001 Χρήση 2001 Χρήση 2002 Χρήση 2002 Από κατάσχεση: 1.938.221 κίνησης Από κατάσχεση: 569.239 θέρμανσης.
Από κατάσχεση: 422.157 κίνηση.
Από κατάσχεση: 836.563 θέρμανσης.
Από ΕL PETROL ΑΕ. 2.072.536.
Από ΕL PETROL. ΑΕ. 798.963 λίτρων. Από ΑVIN OIL 949.143 λίτρων.
Από ΕL PETROL ΑΕ. 422.166 λίτρων.
Από ΕL PETROL ΑΕ. 826.368 λίτρων.
Διαφορά: 89.315 λίτρων.
Διαφορά: 1.178.867.
Διαφορά: 9.
Διαφορά: 10.195.
Επεξεργασία δεδομένων Πινάκων Νο 1 και Νο 2 και Νο 5 και Νο 6 και Νο 7 με τη μέθοδο της Κλειστής αποθήκης.
Είδος Καυσίμου. Χρήση. Υπόλοιπο αποθήκης την 28-2-2001. Αγορές από 1-5-2001 Έως 31-12-2001.
Πωλήσεις από 1 -5-2001 έως 31-12-2001. Υπόλοιπο Αποθήκης την 31-12-2001. Διαφορά.
Πετρελ. Κίνησης 2001 540.000 4.464.197 9.196.018 0 -4.191.821
Πετρελ. Θέρμανσης 2001 540.000 3.194.510 2.890.685 0 843.825
Βενζ. Αμόλ. 2001 0 169.843 51.803 0 118.040
Βενζ.super 2001 0 3.131 51.803 0 -48.672
Βενζ. LRP 2001 0 126.737 64.266 0 62.471
Είδος καυσίμου Χρήση. Υπόλοιπο αποθήκης Αγορές από 1-1-2002 Έως Πωλήσεις από 1 -1-2002 έως 31- Υπόλοιπο Αποθήκης Διαφορά την 31-12-2001. 31-12-2002 12-2002 την 31-12-2002.
Πετρελ. Κίνησης 2002 0 3.122.575 31.152.955 0 -28.030.380
Πετρελ. Θέρμανσης 2002 0 4.492.216 4.960.795 0 -468.579
Βενζ. Αμόλ. 2002 0 154.639 162.602 0 -7.963
Βενζ.super 2002 0 7.899 8.082 0 -183 Βενζ. LRP 2002 0 29.867 33.502 0 -3.635
Μαζούτ. 2002 0 2.948.000 2.109.560 0 838.440
Είδος καυσίμου Χρήση. Υπόλοιπο αποθήκης την 31-12-2001. Αγορές από 1-1-2003 Έως 31-12-2003 Πωλήσεις από 1 -1-2003 έως 31-12-2003 Υπόλοιπο Αποθήκης την 31-12-2003. Διαφορά.
Πετρελ. Κίνησης 2003 0 0 2.342.443 0 -2.342.443
Πετρελ. Θέρμανσης 2003 0 1.290.963 2.156.157 0 -865.194
Βενζ. Αμόλ. 2003 0 1.025 4.225 0 -3.200
Βενζ.super 2003 0 0 173 0 -173
Βενζ. LRP 2003 0 173 0 0 173
Μαζούτ. 2003 0 367.020 113.080 0 253.940
Κατεδίκασε τον κατηγορούμενο Χ2, που κηρύχθηκε ένοχος, σε φυλάκιση ενός (1) έτους και χρηματική ποινή ένα εκατομμύριο οκτακόσιες εξήντα επτά χιλιάδες τετρακόσια πενήντα τέσσερα ευρώ και 14 λεπτά (€ 1.867.454,14), και στα έξοδα της δίκης διακόσια πενήντα πέντε (255) ΕΥΡΩ τα οποία θα εισπραχθούν χωρίς προσωπική του κράτηση. Επέβαλε στον κατηγορούμενο Χ1, χρηματική ποινή πέντε εκατομμύρια πεντακόσιες είκοσι χιλιάδες εκατόν εννέα ευρώ και 60 λεπτά (€ 5.520.109,6). Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1 ν.2127/1993, 89 επ., 107 παρ. 1, 2 εδ. Β' ν. 1165/ 1918 και 157, 160 ν. 2960/ 2001 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος της λαθρεμπορίας από τους αναιρεσείοντες κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις αφού δέχτηκε ότι αυτοί με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων της αναφερομένης εταιρείας με σκοπό να στερήσουν από το Ελληνικό Δημόσιο των από αυτό εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καταχωρούσαν στα βιβλία της τα αναφερόμενα πλαστά φορολογικά στοιχεία για να δικαιολογούν ότι δήθεν η εκπροσωπούμενη και από αυτούς ΑΕ "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ" νομίμως αγόραζε από την εταιρεία "ΑΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" τα αναφερόμενα πετρελαιοειδή ενώ οι ποσότητες αυτές είχαν περιέλθει στην κατοχή της παράνομα, δηλαδή χωρίς νόμιμα παραστατικά και τις οποίες αυτή πώλησε σε τρίτους πελάτες της. Οι ποσότητες αυτές λεπτομερώς αναφέρονται κατά τις οικονομικές χρήσεις των ετών 2001, 2002 και 2003 χωρίς να καλύπτονται από αντίστοιχες αγορές. Υπό τα δεδομένα αυτά διαλαμβάνεται επαρκής αιτιολογία ως προς την τέλεση της πράξεως αυτής κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος Χ1 για το αδίκημα αυτό λόγω παραγραφής που φέρεται ότι τελέστηκε από 01-01-2001 έως 18-01-2003, ενώ περαιτέρω δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων αυτός τέλεσε την πράξη αυτή κατά το διάστημα από 21-09-2001 έως 20-09-2002. Περαιτέρω όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ2 έπαυσε οριστικά την κατ' αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το αδίκημα αυτό για το διάστημα από 01-01-2001 έως 17-01-2003 και περαιτέρω δέχτηκε ότι αυτός τέλεσε την πράξη αυτή από 29-09-2002 έως 18-01-2003 και τον κήρυξε ένοχο της πράξεως αυτής από 18-01-2003 έως 03-02-2003 και του επέβαλε φυλάκιση ενός έτους και περαιτέρω επέβαλε στον αναιρεσείοντα Χ1 χρηματική ποινή ύψους 5.520.109, 06 ευρώ στον δε Χ2 χρηματική ποινή 1.867.454, 14 ευρώ που αντιστοιχούν στην αξία CIF των λαθρεμπορευμάτων κατά τα χρονικά διαστήματα που ετέλεσαν αυτοί την πράξη της λαθρεμπορίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 107 παρ. 1,2 εδ. Β' του ν. 1165/1918, 157 και 160 του ν. 2960/ 2001. Οι χρηματικές αυτές ποινές νομίμως επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες αφού το δικαστήριο δέχτηκε ότι την πράξη αυτή τέλεσαν κατά τα άνω χρονικά διαστήματα έστω και αν παρεγράφησαν και το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την κατ' αυτών ποινική δίωξη κατά τα άνω διαστήματα στα οποία όμως περιλαμβάνονται και εκείνα κατά τα οποία αυτοί τέλεσαν την ανωτέρω πράξη αφού, ως ελέχθη, για την επιβολή της χρηματικής ποινής αρκεί η τέλεση της πράξης της λαθρεμπορίας αντικειμενικά και υποκειμενικά έστω και αν η ποινική δίωξη για αυτήν έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής. Περαιτέρω το Δικαστήριο ανελέγκτως δέχτηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων ήταν και αυτός νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ΑΕ κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα και ανελέγκτως επίσης προσδιόρισε το ύψος των χρηματικών ποινών στα άνω δι' έκαστον ποσά ίση με την αξία CIF των λαθρεμπορευμάτων (πετρελαιοειδών) κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που αυτοί ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω εταιρείας αφού άλλωστε η εξειδίκευση της ποσότητας του λαθρεμπορεύματος ως και το ύψος και το είδος των δασμών και φόρων δεν είναι συστατικός όρος ης αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω δε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες ασφαλώς εγνώριζαν υπό την ιδιότητα τους αυτή τις πράξεις με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι του εγκλήματος αυτού αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι η εταιρεία τους διέθεσε τις άνω ποσότητες σε πελάτες της χωρίς νόμιμα παραστατικά κτήσεως των πετρελαιοειδών αυτών και περαιτέρω δέχτηκε ότι τούτο έπραξαν προκειμένου να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο από τους φόρους αυτούς.
Συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 153 και 160 του ν. 2960/ 2001. Όθεν οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι των αιτήσεων αναίρεσης είναι αβάσιμοι και οι αιτήσεις πρέπει αν απορριφθούν και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Τέλος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2 περί υπερβάσεως εξουσίας διότι δεν παρατίθενται οι διατάξεις των άρθρων 153 και 155 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω νομίμου παραιτήσεως του επ' ακροατηρίου (άρθρο 476 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 05-02-2010 και 11-02-2010 αιτήσεις των Χ1, κατοίκου ... και Χ2, κατοίκου ... αντίστοιχα για αναίρεση της 1721α- 1728/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290)ευρώ. Και
Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία. Η δήμευση του λαθρεμπορεύματος φέρει μικτό χαρακτήρα παρεπόμενης ποινής και αποζημίωσης του Κράτους. Επιβάλλεται υποχρεωτικώς επί καταδίκης ή επί απαλλαγής αρκεί μονό η από-δειξη ότι υφίσταται λαθρεμπορία, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος της απαλλαγής. Χωρεί ακόμη και όταν έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Η χρηματική ποινή αντικαθιστά την μη γενόμενη δήμευση και ταυτίζεται προς αυτή. Έχει και αυτή μικτό χαρακτήρα και επιβάλλεται και όταν έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Απορρίπτει αίτηση.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Δήμευση.
| 0
|
Αριθμός 947/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμανουηλίδη, περί αναιρέσεως της 188/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου (μεταβατική έδρα ...). Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου (μεταβατική έδρα ...), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαϊου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 28/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. α του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 στοιχ. β και παρ. 4 εδ. β του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με τον Ν. 1756/1988, όπως αυτός ισχύει), προκύπτει ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από Πρόεδρο Πρωτοδικών ή Πλημμελειοδίκη, παρίσταται δε και ο αρμόδιος Εισαγγελέας. Εξ άλλου με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 4, 5 και 7 στοιχ. Β του άρθρου 17 του ίδιου ως άνω Κώδικα, όπως η παράγραφος 4 στοιχ. Β του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε στο σύνολο της με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2172/1993, όπως τα δύο τελευταία εδάφια της ίδιας παραγράφου αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, και όπως η παρ. 7 στοιχ. Β του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3327/2005, ορίζονται, αντιστοίχως , τα εξής: 1) Άρθρο 17 στοιχ Β', παρ.1 και 4: " Σε όσα Πρωτοδικεία και Εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες Εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. Με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός . Αν εξαντληθούν οι κλήροι πριν συμπληρωθούν όλες οι συνθέσεις, τοποθετούνται πάλι στην κληρωτίδα...Στο δικαστήριο που ενεργεί την κλήρωση μετέχουν δύο γραμματείς, οι οποίοι τηρούν τα πρόχειρα πρακτικά χωριστά με χρήση χημικού χάρτη σε δύο όμοια πρωτότυπα ο καθένας, τα οποία υπογράφονται στην έδρα από τα μέλη της σύνθεσης. Το ένα από αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου". 2) Άρθρο 17 στοιχ.Β παρ. 5: " Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς". Και 3) Άρθρο 17 στοιχ.Β παρ. 7 : " α) Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης του δικαστηρίου, καθώς και του Εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται, παρά μόνον από τον αναπληρωματικό δικαστή που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παρ. 4 και 5 για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, β) Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας, που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, αν εμφανισθεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του, αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα , αντιστοίχως".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε όσα Πρωτοδικεία οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση, προβλέπεται δηλαδή οργανικός αριθμός τουλάχιστον δέκα πέντε(15) δικαστών, αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης του δικαστηρίου καθώς και του εισαγγελέα γίνεται μόνο από αναπληρωματικό δικαστή ή εισαγγελέα που έχει ορισθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία των παρ. 4 και 5 του προαναφερόμενου άρθρου 17, για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της συνθέσεως, αποκλειόμενης πλέον της αντικατάστασης του με πράξη του οικείου οργάνου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου( που δίκασε στην μεταβατική έδρα της ...) και με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 188/7/5/2009 απόφαση του κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης ενός(1) μηνός για απλή σωματική βλάβη από πρόθεση, συγκροτήθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τον Πλημμελειοδίκη Γεώργιο Βερούση, ενώ καθήκοντα Εισαγγελέα της έδρας άσκησε ο Ειρηνοδίκης Αθανάσιος Μπλάντας, ορισθείς, σύμφωνα με την 126/2009 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Βόλου, λόγω κωλύματος των Εισαγγελέων και Αντεισαγγελέων, όπως σχετικώς βεβαιώνεται στα εν λόγω πρακτικά. Η αναπλήρωση όμως αυτή δεν ήταν νόμιμη, αφού οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Βόλου καταρτίζονται με κλήρωση κάθε μήνα, δεδομένου ότι προβλέπεται οργανικός αριθμός τουλάχιστον δέκα πέντε(15) δικαστών ( άρθρο 17 στοιχ. Β παρ. 1 του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2172/1993 ). Όπως δε προκύπτει από το οικείο πρακτικό κληρώσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου της /27/4/2009 με αριθμό 1409, για τις δικάσιμους του μηνός Μαϊου 2009 , για την συγκεκριμένη δικάσιμο της 7/5/2009 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου στη μεταβατική έδρα του στη ..., είχε κληρωθεί, ως τακτικό μέλος, ο Πρωτοδίκης Γεώργιος Βερούσης( ο οποίος και συμμετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου), ως εισαγγελικός λειτουργός δε η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου Μαρία Δημητριάδου, κληρωθείσα ως τακτικό μέλος, και αναπληρωτής της ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου Βασίλειος Αδάμπας . Έτσι όμως με την συμμετοχή, ως Εισαγγελέα της έδρας, του ως άνω Ειρηνοδίκη, αντί των ως άνω νομίμως κληρωθέντων εισαγγελικών λειτουργών, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, και πρέπει κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ μοναδικού λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές , εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως ( άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 188/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου( μεταβατική έδρα Σκοπέλου). Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαϊου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου για απλή σωματική βλάβη από πρόθεση. Αναιρείται η απόφαση, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο - κακή σύνθεση του δικαστηρίου (άρθρα 171 § 1α και 510 §1 στοιχ. Α ΚΠΔ), διότι συμμετείχε ως Εισαγγελικός λειτουργός, Ειρηνοδίκης, αντί των κληρωθέντων Αντεισαγγελέων (τακτικού και αναπληρωματικού). Παραπέμπει για νέα συζήτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη απλή, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
Αριθμός 946/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρίνα Ρεπούση, περί αναιρέσεως της ΑΤ3672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1652/09.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής, και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ'άρθρον 96 παρ.1 ΚΠΔ ο διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου ή άλλου διαδίκου γίνεται, επί λέξει α)με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά....ή β)με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ.2 εδαφ.β' και γ'. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν την συγκεκριμένη ποινική υπόθεση...., κατ'άρθρον δέ 465 παρ.1 ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου του που έχει εντολή κατά τους όρους του άνω άρθρου 96 παρ.1...και παρ. 2. Το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σε εκείνον που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση...Περαιτέρω κατ'άρθρον 155 παρ.1 ιδίου Κώδικος η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή....και παρ.2. Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ.1 εδ.β'και γ' αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου κατηγορουμένου...Εκ του συνδυασμού των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο νομίμως παραστάς συνήγορος κατά την συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο μπορεί μόνο να ασκήσει το ένδικο μέσο, όπως είναι και η έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, ενώ ούτος εάν δεν είναι διορισμένος, ή με την έφεση ή κατά το άνω άρθρο 96 αντίκλητος, δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται, ούτε απαιτείται να του επιδοθεί αντίγραφο του θυροκολληθέντος κατά το άρθρο 155 εγγράφου, δια τον απουσιάζοντα εκ της κατοικίας του ενδιαφερόμενο κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως ότι, εφ'όσον την 13η Φεβρουαρίου 2009 του επεδόθη η κλήση, δια να παραστεί εις την κατά τη 11-5-2009 συζήτηση της εφέσεως , καθ'ήν εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ' αριθμ.ΑΤ.3672/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, διά θυροκολλήσεως, έπρεπε να επιδοθεί και εις την παραστάσα πρωτοδίκως συνήγορό του Μαρίνα Ρεπούση, η οποία είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του, εφ'όσον δε δεν εγένετο τούτο, επήλθε ακυρότης της κλήσεως στο ακροατήριο, η οποία δεν εκαλύφθη διότι ο κλητευθείς ούτω κατηγορούμενος δεν ενεφανίσθη στη δίκη και δεν προέβαλε εντεύθεν αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ουδόλως επικαλείται ο αναιρεσείων ότι η ανωτέρω παραστάσα πρωτοδίκως συνήγορός του είναι διορισμένη και αντίκλητός του, ώστε να επιδοθεί εις αυτήν και αντίγραφο της θυροκολληθείσης κλήσεως γι'αυτόν. Αυτά και πέραν του ότι η άνω κλήτευση του αναιρεσείοντος ως εκ περισσού έλαβε χώραν διότι, εις πάσαν περίπτωση, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι η συζήτηση κατά την δικάσιμο της 11-5-2009 εγένετο, κατόπιν της υπ'αριθμ.ΑΤ 3888/2007 αναβλητικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, παρόντος του κατηγορουμένου και συνεπώς, δεν απαιτείτο και κλήτευσή του (άρθρ.349 ΚΠΔ).
Ο αναιρεσείων, περαιτέρω, αιτιάται ότι η ανωτέρω επιδοθείσα κλήση για την δικάσιμο της 11-5-2009, αναφέρει ότι γίνεται "για να υποστηρίξει έφεσή του κατά της ΑΜ18301/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά", ενώ έπρεπε να αναφέρει ότι "ο σκοπός που έπρεπε να περιέχει η κλήση είναι η παράσταση του κατηγορουμένου στην άνω δίκη προς απόκρουση της εφέσεως του κ.Εισαγγελέα κατά της υπ'αριθμ.18301/2005 αποφάσεως", εντεύθεν δε η κλήση του είναι άκυρη. Η τοιαύτη αιτίαση και ο σχετικός λόγος ακυρότητος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι ο αναιρεσείων εγνώριζε προς τι εκαλείτο στην άνω συνεδρίαση, εν όψει και της ως ανωτέρω ανεφέρθη προηγηθείσης, δια την ιδίαν υπόθεση, αναβλητικής αποφάσεως, δεν επικαλείται δε ότι υπήρχε ετέρα έφεση, ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι υπήρχε ετέρα τοιαύτη, η οποία (να) συνεζητείτο την ιδία ημέρα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, ώστε να του δημιουργείται σύγχυση περί του ποίαν έφεση καλείται να υποστηρίξει.
Κατ'άρθρον 99 παρ.1 Π.Κ. "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Εκ της διατάξεως αυτής σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο υποχρεούται και χωρίς αίτημα να ελέγξει την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως εξ αυτής προκύπτει, επέβαλεν εις τον αναιρεσείοντα ποινή στερητική της ελευθερίας ενός (1) έτους (και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ) για παράβαση άρθρων 70, 71 Ν.998/1979. Την ανωτέρω, στερητική της ελευθερίας ποινή, κατωτέρα των δύο (2) ετών, μετέτρεψε προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, χωρίς, ήτοι, να ερευνήσει την συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής, με την εξής αιτιολογία : "ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΟ ΕΝΑ ΕΤΟΣ. ΕΠΕΙΔΗ-σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 του Π.Κ. "η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο". Εκ της διατάξεως αυτής, και δη εκ της απολύτου διατυπώσεως της προκύπτει ότι, επί περιοριστικής της ελευθερίας ποινής κατωτέρας του ενός έτους και εφ' όσον δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής αυτής κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., πράγμα που υποχρεούται και αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει το Δικαστήριο (Α.Π. 410/2002 Ποιν.Δικ. 2002. 958, ΑΠ 1057/2001 ΠΧρ ΝΒ' 357), είναι υποχρεωτική η μετατροπή της σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Το ποσόν της μετατροπής κυμαίνεται, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου, μεταξύ πέντε (5) και πενήντα εννέα (59) ευρω, για τον ειδικότερο δε προσδιορισμό του λαμβάνεται υπ' όψιν η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει το ένα έτος ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσής της κατ' άρθρο 99 παρ. 1 του Π.Κ., αφού ούτε αντίγραφο του δελτίου ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου έχει επισυναφθεί στη δικογραφία, ούτε είναι δυνατό, λόγω της μη αυτοπρόσωπης εμφάνισής του στο ακροατήριο, να διαπιστωθεί, κατόπιν σχετικής του δηλώσεως, αν έχει ή όχι καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι (6) μηνών. Εν όψει τούτων, νόμιμη συντρέχει περίπτωση μετατροπής σε χρηματική της επιβληθείσης ποινής φυλάκισης. Λαμβανομένων δε υπ' όψιν και των οικονομικών όρων του κατηγορουμένου, το ποσό της μετατροπής πρέπει να ορισθεί σε δέκα (10) ευρώ ημερησίως." Όμως η άνω αιτιολογία δεν είναι η απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη, εκ των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αφού, όπως εις αυτήν αναφέρεται, δεν έγινε έρευνα προς διακρίβωση της συνδρομής ή μη των στοιχείων της αναστολής (ώστε να προκύψουν τα προς θεμελίωση της απορριπτικής της αναστολής κρίσεως τυχόν αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά). Δεν συνιστά δε αιτιολογία ότι καθίσταται ανέφικτη η διακρίβωση του ποινικού παρελθόντος του κατηγορουμένου, διότι λείπει το ΔΠΜ.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός, τελευταίος λόγος της κρινομένης αιτήσεώς αναιρέσεως, ο οποίος ως εκτιμάται, αφορά τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ τοιούτον, της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας για την περί μετατροπής απόφαση, και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την περί μετατροπής της ποινής του αναιρεσείοντος διάταξή της αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων, οι οποίοι εκδίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ.ΑΤ 3672/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και δή μόνο κατά την διάταξή της περί μετατροπής της ποινής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω μέρος της στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαϊου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο παραστάς κατά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο μπορεί να ασκήσει μόνο το ένδικο μέσο. Εάν όμως δεν είναι διορισμένος και ως αντίκλητος με την έφεση ή με το άρθρο 96 ΚΠΔ δεν απαιτείται ούτε επιτρέπεται να του επιδοθεί αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου. Δεν υπάρχει ακυρότητα εκ του ότι καλείται να υποστηρίξει την έφεσή του, ενώ πρόκειται περί εφέσεως Εισαγγελέως. Δεν επικαλείται ότι υπάρχει και άλλη έφεση. Για να προβεί το Δικαστήριο στην μετατροπή της ποινής, πρέπει πρότερον να αιτιολογήσει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής. Δεν συνιστά αιτιολογία ότι δεν υπάρχει ΔΠΜ. Αναιρεί μόνο ως προς τη διάταξη της μετατροπής ποινής.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Επίδοση.
| 0
|
Αριθμός 945/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αεροπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λέκκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σανιδά, περί αναιρέσεως της 257/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας.
Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1748/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι οι οποίο προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Επί ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Για τον δόλο δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός τον φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους( μάρτυρες, έγγραφα κτλ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.. Ε'του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εν σχέσει με. την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 211 Α του ΚΠΔ που ορίζει ότι " μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", συνάγεται ότι η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου, μπορεί να αξιολογείται αποδεικτικά, όχι όμως και να αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Για την παραβίαση της διατάξεως αυτής δεν απαγγέλλεται ρητώς ακυρότητα, πλην όμως η παραβίαση της επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας( άρθρο 171 παρ. 1 δ του ΚΠΔ), διότι έτσι θίγεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, όπως το δικαίωμα υπεράσπισης του διαμορφώνεται επιτρεπτώς υπέρ αυτού με τη διάταξη του άρθρου 211 του ΚΠΔ, και επομένως ιδρύεται σχετικός λόγος αναιρέσεως ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ). Η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνο κατά το στάδιο της επ' ακροατηρίου διαδικασίας και μάλιστα οσάκις το δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική κρίση. Εξ άλλου, για την αντικειμενική και υποκειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 224 παρ. 2 του ΠΚ, απαιτείται η όρκιση και εξέταση ως μάρτυρα σε πολιτική ή ποινική δίκη ή σε αρμόδια αρχή, η κατάθεση να αφορά πραγματικά γεγονότα και όχι κρίσεις ή γνώμες ή πεποιθήσεις του μάρτυρα, εκτός αν είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα κατατιθέμενα γεγονότα, τα οποία πρέπει να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με την υπόθεση, τα κατατεθέντα πρέπει να είναι ψευδή ή ο μάρτυρας να αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, και τέλος ο μάρτυρας πρέπει να τελούσε "εν γνώσει" της αναλήθειας των κατατεθέντων από αυτόν, δηλαδή ο νόμος αξιώνει " υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση", που συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει, ή αρνείται να τα καταθέσει και δεν αρκείται ο νόμος σε ενδεχόμενο δόλο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 257/2009 απόφαση του κήρυξε ένοχους τον μη ασκήσαντα αναίρεση Ψ για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και τον αναιρεσείοντα Χ για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και επέβαλε σ' αυτούς ποινή φυλάκισης πέντε(5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, που κατ'είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Ψ, (μη ασκήσας αναίρεση), εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ενεργούντος προανάκριση Πταισματοδίκη Ιτέας την 3/12/2001, κατέθεσε μεταξύ άλλων: "...Εγώ υπέγραψα σύμβαση εργασίας με την ΠΡΟΜΕΤΑΛ ΕΠΕ και εργάζομαι ως υπάλληλος μισθωτός της με ειδικότητα χειριστής μηχανημάτων...".Ωστόσο, όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και τα κατέθεσε γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή, δεδομένου ότι, όπως κρίθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ.2/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που εκδίκασε συναφή πολιτική υπόθεση, μεταξύ του εγκαλούντος Φ, του δευτέρου κατηγορουμένου Χ και άλλων υπήρξε αφανής εταιρεία, ενώ οι συμβάσεις εργασίας που υπέγραψαν ήταν εικονικές και έγιναν με αποκλειστικό σκοπό τη διασφάλιση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων από το ΙΚΑ. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος Ψ γνώριζε πού καλά, αλλά απέκρυψε την αλήθεια, ότι με ιδιωτικό συμφωνητικό που συντάχθηκε τον Νοέμβριο του έτους 1999, συστάθηκε αφανής εταιρεία με τον τίτλο ΠΡΟΜΕΤΑΛ. Αντικείμενο εργασιών είχε την εργολαβική ανάληψη της λειτουργίας του συγκροτήματος θραύσεως, κοσκινίσεως, ταξινομήσεως και φορτώσεως του βωξίτη της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕ Αργυρομεταλλευμάτων και ...". Στη συνέχεια η αφανής αυτή εταιρεία μετεξελίχθηκε σε ΕΠΕ με εταίρους όλους τους μετόχους της αφανούς εταιρίας και όχι μερικούς από αυτούς, όπως ψευδώς κατατέθηκε. Κατέθεσε δε τα ανωτέρω ψευδή, όχι διότι εκβιάσθηκε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, αλλά διότι παρακινήθηκε γι' αυτό από τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ, ο οποίος έχοντας συμφέρον από μία τέτοια κατάθεση που θα επηρέαζε την μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος Φ δίκη, με προτροπές τον έπεισε να το πράξει. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθούν ένοχοι, όπως το διατακτικό. Με βάση αυτά που προαναφέρθηκαν το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τον πρώτο κατηγορούμενο Ψ της αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα και τον δεύτερο κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα Χτης ηθικής αυτουργίας στην παραπάνω πράξη του φυσικού αυτουργού. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες των παραστάντων κατηγορουμένων) χωρίς να είναι ανάγκη να κάνει μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά και χωρίς να είναι απαραίτητη η μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση, το γεγονός δε ότι εξαίρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων η υπ' αριθμ. 2/2006 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Προς ενίσχυση δε της κρίσεως του το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και την δοθείσα ενώπιόν του απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Ψ, και δεν στήριξε την καταδικαστική του κρίση μόνο στην απολογία εκείνου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο που προήλθε από τη λήψη υπόψη της απολογίας του συγκατηγορουμένου του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διαλαμβάνεται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που εκείνος διέπραξε, δεχόμενο στο σκεπτικό του ότι " κατέθεσε τα ανωτέρω ψευδή ο Ψ, όχι διότι εκβιάσθηκε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, αλλά διότι παρακινήθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ, ο οποίος έχοντας συμφέρον από μία τέτοια κατάθεση που θα επηρέαζε την μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος Φ δίκη, με προτροπές τον έπεισε να το πράξει".
Συνεπώς, δεν στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η προσβαλλόμενη, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 , 224 παρ.2-1 και 46 παρ. Ια του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε αυτές, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ούτε το πόρισμα της αποφάσεως, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν παρατίθεται καμία αιτιολογία και ότι ως προς τα πραγματικά περιστατικά γίνεται παραπομπή στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί απλή επανάληψη του κατηγορητηρίου, είναι αβάσιμες, καθόσον στο σκεπτικό παρατίθενται με λεπτομέρεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα στο οποίο ο ηθικός αυτουργός παρακίνησε τον φυσικό αυτουργό. Εξ άλλου, οι προβληθέντες από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ισχυρισμοί, (σύμφωνα με τους οποίους από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τέλεσε την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, η οποία - ψευδορκία μάρτυρα - δεν τελέσθηκε στην προκειμένη περίπτωση, και ότι το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση δεν έπρεπε να λάβει καθόλου υπόψη του την κατάθεση του συγκατηγορουμένου του), δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελείς, κατά την έννοια που εξετέθηκε, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί, το δε δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολογία περί αυτών, αφού αυτή εμπεριέχεται, από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως περί της ενοχής.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε προβαλλόμενοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/12/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 257/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Απορρίπτεται ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, που προήλθε από τη λήψη υπόψη της απολογίας του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντα, ως αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του συνεκτίμηση, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει (χωρίς να είναι ανάγκη να κάνει μνεία του τι προέκυψε από το καθένα) και την απολογία του συγκατηγορουμένου του, η οποία δεν αποτέλεσε το μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, καθόσον στην προσβαλλόμενη εκτίθενται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του την απόφαση προς εκτέλεση της άδικης πράξης της ψευδορκίας, ορθώς δε η απόφαση ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Κατηγορούμενος, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 941/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 81/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Θεόδωρος Χρόνης και Θεμιστοκλής Σοφός. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 19 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1096/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Υπεξαίρεση διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας, ο οποίος κατακρατεί και ιδιοποιείται τα ασφάλιστρα που εισπράττει για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία έχει καταρτίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1569/1985 και του ΠΔ 298/1986 σύμβαση πρακτορείας, δυνάμει της οποίας ανέλαβε έναντι προμήθειας να μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ τρίτων και της εταιρείας και να εισπράττει για λογαριασμό αυτής τα ασφάλιστρα, διότι, με βάση την προαναφερθείσα σύμβαση και τις διατάξεις των άρθρων 90 και επόμ. του Εμπ.Ν. και 713 ΑΚ ο ασφαλιστικός πράκτορας καθίσταται εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρείας και διαχειριστής της περιουσίας της υποχρεούμενος να αποδώσει σε αυτήν τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα καθόσον ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως ήτοι νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης. Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματική περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, αυτών στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της 81/2009 προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανέλεγκτος, ότι "Η εγκαλούσα στα πλαίσια της ανάπτυξης του δικτύου της, στις 23-11-2000 συνήψε με τον κατηγορούμενο σύμβαση έργου με την οποία του ανέθεσε το έργο του περιφερειακού διευθυντή (συντονιστή) και από 1-1-2003 διευθυντή συντονιστή οργανωμένου εταιρικού δικτύου πωλήσεων βορείου Ελλάδος για τον έλεγχο της πιστής εφαρμογής των κανονισμών λειτουργίας, από τους συντοντιστές, τη μέριμνα δημιουργίας νέων καταστημάτων, την υλοποίηση των ετησίων προϋπολογισμών παραγωγής. Αυτός ήταν το υψηλότερο στέλεχος στη Βόρεια Ελλάδα με μισθό 70.000 ευρώ περίπου το χρόνο, συν την ασφαλιστική παραγωγική του εργασία. Ως διευθυντής εγκαταστάθηκε στο μισθωμένο από την εγκαλούσα γραφείο στην ... στην οδό ... 6 το οποίο χρησιμοποιούσε ως έδρα των καθηκόντων του. Με την από 20-6-2003 εξώδικη καταγγελία του που επιδόθηκε στην εγκαλούσα στις 25-6-2003 ο κατηγορούμενος κατήγγειλε, για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, την προαναφερθείσα συναφθείσα σύμβαση έργου. Γραμματέας στο γραφείο της ... εργαζόταν από το έτος 1993 η υπάλληλος Β. Το έτος 2003 και για την περίοδο του δευτέρου εξαμήνου του παραπάνω έτους η προαναφερθείσα υπάλληλος όπως έκανε έως τότε, εισέπραξε μέχρι την 20-6-2003 ασφάλιστρα από ασφαλιστήρια συμβόλαια αυτοκινήτων και ζωής από διαφόρους πελάτες της εγκαλούσας είτε λαμβάνοντάς τα η ίδια από αυτούς όπως από τους πελάτες κ.κ ... κλπ είτε από τους ασφαλιστές τους όπως από την Ξ για τον πελάτη Λ. Τα χρήματα αυτά τα εισέπραξε για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας και επομένως ανήκαν σε αυτήν. Τα χρήματα αυτά σταδιακά σε διάστημα 2 - 3 ημερών τα παρέδιδε στον κατηγορούμενο με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, ο οποίος επίσης τα παραλάμβανε για λογαριασμό της παραπάνω εταιρίας χωρίς να αμφισβητεί ότι ανήκουν στην τελευταία υποσχόμενος ότι θα τα καταβάλει στην τελευταία με έκδοση προσωπικής του επιταγής που θα παρέδιδε ο ίδιος σ' αυτήν (υπάλληλο) και την οποία θα έστελνε η τελευταία στην εταιρεία. Άλλωστε όπως και ο ίδιος ομολογεί από τη θέση που είχε μπορούσε να κάμει εισπράξεις από οποιονδήποτε τις οποίες προδήλως βάσει της προαναφερθείσας σύμβασης υποχρεωνόταν να αποδώσει στην εγκαλούσα. Το ύφος των χρημάτων αυτών ανήλθε στο ποσό των 2.548,08 ευρώ. Πλην όμως ο κατηγορούμενος ουδέποτε της έδωσε τα παραπάνω ποσό ούτε της παρέδωσε την προαναφερθείσα επιταγή και τότε η προαναφερθείσα υπάλληλος συνέταξε μία κατάσταση με τα καταβληθέντα ποσά από κάθε ασφαλισμένο και την έστειλε στην εγκαλούσα εταιρεία αρχές Ιουλίου ενημερώνοντας προφορικά και τον υπεύθυνο για το τι είχε συμβεί τα στιγμή μάλιστα που οι σχέσεις της εγκαλούσας και του κατηγορουμένου ήταν πλέον τεταμένες ενόψει της προαναφερθείσας καταγγελίας και της άρνησης του κατηγορουμένου να αποδώσει πράγματα ιδιοκτησίας της εγκαλούσας που παρακρατούσε παράνομα συνάμα δε της συμπεριφοράς του να επιχειρεί να προσωπικό της εγκαλούσας και να το διοχετεύει σε άλλες ασφαλιστικές εταιρίες με οποίες ξεκινούσε νέα συνεργασία. Με την από 15-7-2003 εξώδικη επιστολή της η εγκαλούσα εταιρία ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της καταβάλει το προαναφερθέν ποσό πλην όμως αρνήθηκε την καταβολή του ιδιοποιούμενος σαφώς το προαναφερθέν ποσό (βλ. ΑΠ 793/2007 ΠοινΔικ 2007,1387, χρόνος τέλεσης υπεξαίρεσης είναι ο χρόνος άρνησης επιστροφής του πράγματος). Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξης." Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της υπεξαίρεσης με το ακόλουθο διατακτικό "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι:
Στην ..., στις 15 Ιουλίου του έτους 2003, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή του με τον παρακάτω τρόπο. Ειδικότερα, όντας Περιφερειακός Διευθυντής και Διευθυντής οργανωμένου Εταιρικού Δικτύου Πωλήσεων Βορείου Ελλάδος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ..., αν και εισέπραξε για λογαριασμό της ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", διά της γραμματέως στο γραφείο της εγκαλούσας στην οδό ... Β, ασφάλιστρα ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα οκτώ Ευρώ και οκτώ λεπτών (2.548,08) τα οποία αντιστοιχούσαν κατά ονομ/μο ασφαλιστικού πράκτορα, κλάδο ασφάλισης, αριθμό συμβολαίου, ασφαλισμένο, απόδειξη είσπραξης και ποσό ως εξής:
Κωδ. Πρακτ. Ονομ/μο Πρακτ. Κλάδος Συμβόλαιο Ασφαλισμένος Απόδειξη Ποσό4286
Χ. Αυτ/των
... Ζ ...
...
Χ.
Αυτ/των
... Ζ ...
...
Κ ... Α ...
Ξ ... ...
Η
Ζωής ... Λ ...
Ξ2
Ζωής ... ...
...
...
Κ...Ν ...
...
Κ
Πυρός ....ΝΣ ...
..
Ξ...
... Ε
.
.
Ξ
...
... Ε
...
Η
Ζωής ... ...
...
Χ
Αυτ/των
... ... Ε.& ΕΣ ΣΤ. ...
...
Δ ... Φ
...
Δ
Ζωής ...Φ
...
Δ
Ζωής ...Φ
...
Χ. Αυτ/των ......
Αυτ/των
......
Χ Αυτ/των .....
Χ. Αυτ/των
... ...
..
Ζωής
......Α ...
...
Ξ Ζωής
......
Ξ Πυρός
...
...
Ξ Ζωής
... ....
Κ
Ζωής
...
..
42,88 ΣΥΝΟΛΟ2.548,08 αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση δια της συμβάσεως με την ανωτέρω εταιρία να τα αποδώσει σε αυτή καταθέτοντας τα στο λογαριασμό της, έχοντας τα ανωτέρω ποσό στην κατοχή του το ιδιοποιήθηκε μη αποδίδοντας το στην εταιρία όταν η τελευταία του το ζήτησε εκδηλώνοντας έτσι σαφώς την πρόθεση του να ιδιοποιηθεί παράνομα για λογαριασμό του, ενσωματώνοντας το στην περιουσία του". Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην άνω διάταξη την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παράνομα ιδιοποιήθηκε το αναφερόμενο ποσό που αποτελούσε ασφάλιστρα και είχε περιέλθει στην κατοχή του κατά το χρόνο που το ποσό αυτό βρισκόταν στην κατοχή του. Επίσης αιτιολογείται ο δόλος του, η θέλησή του δηλαδή να ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο λόγο το ποσό τούτο. Η θέληση του δε αυτή εξωτερικεύτηκε με την άρνησή του να αποδώσει το ποσό αυτό στην κυρία τούτου εταιρεία με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ παρά την όχλησή του από την εταιρεία προς απόδοση του ποσού αυτού με τη σχετική από 15-07-2003 εξώδικη επιστολή της.
Συνεπώς, οι λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο πρόσθετος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής (εκ πλαγίου) του άρθρου 375 ΠΚ είναι αβάσιμοι. Επομένως, η αίτηση και ο πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθούν, καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας ως άνω εταιρείας και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-06-2009 αίτηση και τους επ' αυτής από 19-01-2010 προσθέτους λόγους του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 81/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ΑΕ με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση. Υπεξαίρεση διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας όταν κατακρατεί και ιδιοποιείται τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας με την οποία συνδέεται με σύμβαση πρακτορίας κατά τις διατάξεις του Ν. 1569/1985 και του ΠΔ 298/1986, καθόσον με βάση τη σύμβαση αυτή και τις διατάξεις των άρθρων 90 και επομ. του Εμπ.Ν. και 713 ΑΚ καθίσταται εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρίας και διαχειριστής της περιουσίας της υποχρεούμενος να αποδώσει σε αυτήν τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Υπεξαίρεση
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 941/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση: Από Χ1 έως Χ61. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 11ου και 42ου αναιρεσειόντων ... και ... αντίστοιχα, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρι Καζάκο. Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Goodyear Dunlop Ελαστικά Ελλάς Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία", όπως μετονομάστηκε, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της, από την αρχική "Goodyear Ελλάς ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κρεμαλή.
Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιουμένη και προς τις: 1) Δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-1996 αγωγή των διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις πρόσθετες παρεμβάσεις της ήδη παρεμβαίνουσας, της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό κέντρο Θεσσαλονίκης". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3898/1997 του ίδιου δικαστηρίου, 1171/1999 και 8497/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2002 αίτησή τους και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 30-10-2002 πρόσθετη παρέμβασή της.
Εκδόθηκε η 139/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Μετά από νέα κλήση, εκδόθηκε η 998/2004 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος και ακολούθως η 27/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία: 1) κήρυξε παραδεκτή την από 15-1-2002 αίτηση αναίρεσης, 2) ανέβαλε κατά τα λοιπά την έκδοση της οριστικής του απόφασης, 3) απηύθυνε προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ακόλουθο ερώτημα: "Με δεδομένο ότι δεν προβλέπεται από το Ελληνικό (Εθνικό) δίκαιο προηγούμενη δικαστική απόφαση για την οριστική διακοπή της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως με μόνη τη βούληση του εργοδότου, ερωτάται αν, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 2 εδαφ. δ' της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ, οι διατάξεις της Οδηγίας αυτής εφαρμόζονται επί ομαδικών απολύσεων προκαλουμένων από την οριστική διακοπή της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία αποφασίστηκε οικειοθελώς από τον εργοδότη, χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση" και 4) διέταξε να διαβιβαστούν από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου προς τη γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντίγραφα της απόφασης αυτής, της προσβαλλομένης 8497/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, ως και των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια το Δ.Ε.Κ., την 7η Σεπτεμβρίου 2006 εξέδωσε απόφαση επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-187/05, C-188/05, C-189/05 και C-190/05, με την οποία αποφάνθηκε επί του παραπάνω ερωτήματος. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για συζήτηση ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και εκδόθηκε η 40/2007 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την 8497/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 5259/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2009 αίτησή τους και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 25-1-2010 παρέμβασή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ - (Γ.Σ.Ε.Ε.)", άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, με το από 25-1-2010 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 2-2-2010, επιδόθηκε δε στους αρχικούς διαδίκους στις 22-2-2010 και 2-3-2010 (βλέπε τις εκθέσεις επιδόσεως, με αριθμό 11533Ε, 11536Ε/22-2-2010 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... και 2389γ/2-3-2010 του δικαστικού επιμελητή Θεσ/νίκης ...), πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσεϊόντων, ορίστηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης αυτής παρεμβάσεως η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Σύµφωνα µε το άρθρο 669 περ. 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 675Α του ίδιου κώδικος, που προστέθηκε με το άρθρο 1 αρ. 1 του Ν. 3189/2003, παραδεκτώς, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέµβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού η παρεµβαίνουσα, κατά τα προβαλλόµενα µε την παρέµβαση, αποτελεί τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, μέλος της οποίας είναι η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης", μέλος της οποίας είναι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σωματείο Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων εργοστασίων ελαστικών αυτοκινήτων Βόρειας Ελλάδας" (πρώην Goodyear) και μέλη της τελευταίας είναι οι αναιρεσείοντες, υπέρ των οποίων έγινε η πρόσθετη αυτή παρέµβαση. Επομένως πρέπει η τελευταία να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, συνεκδικαζόµενη µε την αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 2313γ/11-2-2010, 2319γ/11-2-2010, 10752ε/21-10-2009 και 2307γ/11-2-2010 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-4-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, α) στους αναιρεσείοντες (11ο) ... και (42ο) ... και β) τις προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβάσες, δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία 1) "Πανελήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και 2) "Εργατουπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης". Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 442 Α.Κ. "ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση". Εξάλλου κατά το άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ. μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με προτάσεις ή και προφορικά α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία...β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 527 εδ.1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, πλην άλλων, προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος συνίσταται στην δια συνυπολογισμού αυτοδικαίως επερχόμενη απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και έχει ως δικαιολογητική βάση της exceptio doli generali - αφού ο απαιτών για εκείνο που μέλλει να αποδώσει πρέπει να αποκρουσθεί ως πράττων εναντίον της συναλλακτικής ευθύτητας και δολίως φερόμενος - συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλο, η οποία περιέχει εκποίηση, δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως. Ο εναγόμενος - εφεσίβλητος μπορεί τη μη προταθείσα ή απαραδέκτως προταθείσα στην πρωτοβάθμια δίκη ένσταση συμψηφισμού να την προτείνει στην κατ' έφεση δίκη 1) αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία και 2) χωρίς τον περιορισμό της παραχρήμα απόδειξης, εφόσον αποσκοπεί στην υπεράσπιση κατά της έφεσης και τη στήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 19 του ν. 2915/2001 "αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά, α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά....", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων.... τις καταθέσεις των μαρτύρων....". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση συμψηφισμού, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, δηλονότι, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά, μόνο όταν δεν κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης έγγραφες προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), για πρώτη φορά στο Εφετείο, στη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού εκατέρωθεν αξίωσης των διαδίκων, εκ του ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, δίχως να αναπτυχθεί προφορικά και να καταχωρηθεί συνοπτικά το περιεχόμενό του στα πρακτικά του δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου και των από 27-5-2008 προτάσεων της αναιρεσίβλητης, οι τελευταίες κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού, που είναι ορισμένος και περιέχεται στις προτάσεις αυτές, καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δίχως ειδικότερο προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών, που τον θεμελιώνουν. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, παραδεκτά προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου, "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή των διατάξεων τούτων έννοια, η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε κάθε δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό. Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κ.λπ. Όταν όμως προταθεί ο συμψηφισμός, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται από το χρόνο που συνυπήρξαν. Λόγω δε της αναδρομικής ενέργειας της αποσβέσεως, όλες οι ανωτέρω αλλοιώσεις ανατρέπονται αυτοδικαίως και αναδρομικώς με αποτέλεσμα να αναιρείται η τυχόν υπερημερία, οι παραχθέντες τόκοι, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας κ.λπ., κάθε δε ποσό που καταβλήθηκε εξαιτίας αυτών αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Αλλοιώσεις όμως που έλαβαν χώρα πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, δηλαδή πριν οι αμοιβαίες απαιτήσεις συναντηθούν, δεν θίγονται, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι συνέπειες της υπερημερίας για το χρόνο που προηγήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 664 ΑΚ, ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή είναι παράνομη ή ανήθικη. Περίπτωση παροχής αχρεώστητης αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911 ΑΚ).
Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, ως εφεσίβλητη (αμυνόμενη κατά της έφεσης) προτείνει προς συμψηφισμό κατά των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσειόντων (για μισθούς υπερημερίας), τα ποσά τα οποία τους κατέβαλε, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 1996, ως αποζημίωση απολύσεως, και ότι οι τελευταίοι συνομολογούν την είσπραξη των ποσών αυτών. Μετά δε τη σχετική (περί συμψηφισμού) δήλωση της, η οποία έγινε ενώπιον του, οι αµοιβαίες απαιτήσεις των διαδίκων (οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων για μισθούς υπερημερίας και οι ανταπαιτήσεις της αναιρεσίβλητης για επιστροφή των καταβληθεισών αποζημιώσεων, λόγω ακυρότητας των γενοµένων καταγγελιών), αποσβέστηκαν αναδρομικά από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή, ενόψει της προηγηθείσας εφάπαξ καταβολής των αποζημιώσεων, από τότε που κάθε επί μέρους αξίωση των αναιρεσειόντων (για αποδοχές υπερημερίας) κατέστη απαιτητή και κατά το μέρος που οι απαιτήσεις αυτές αλληλοκαλύπτονται, µε συνέπεια να ανατρέπεται έκτοτε και η αρξαμένη υπερημερία της αναιρεσίβλητης και να μη γεννάται υποχρέωση της τελευταίας προς καταβολή τόκων υπερημερίας. Με βάση τις παραδοχές του το Εφετείο έκρινε ότι 1) η επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε με την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης σε καθένα από τους αναιρεσείοντες, δίχως να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις 2) οι τελευταίοι είχαν κατά της αναιρεσίβλητης ανταπαίτηση, ίσου ποσού, για μισθούς υπερημερίας και 3) ο μεταξύ των απαιτήσεων αυτών συμψηφισμός δηλώθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου το πρώτον στις 27-5-2007, η βραδεία προβολή του οποίου κρίθηκε παραδεκτή. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις συνυπήρξαν κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν από το χρόνο εκείνο, ότι την αποζημίωση έλαβαν αχρεωστήτως και όφειλαν να την αποδώσουν αφού, για το λόγο αυτό, άσκησαν και την κρινομένη, από 17 Οκτωβρίου 1996, αγωγή, επικαλούμενοι την ακυρότητα της καταγγελίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο πρώτος, περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 269, 671 παρ.1δ και του άρθρου 670 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ.2 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 του άνω άρθρου με το άρθρο 19 του Ν. 2915/2001, στην ειδική διαδικασία των εργατικών όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων, όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, πρέπει να προτείνονται προφορικώς και, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις, να καταχωρίζονται στα πρακτικά. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, εφόσον προβάλλονται προς αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της συζητήσεως, δεν επιτρέπεται να προτείνονται για πρώτη φορά με την, εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση κατατιθέμενη, προσθήκη στις προτάσεις, αλλά πρέπει να προτείνονται προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και να γίνεται σχετική καταχώριση στα πρακτικά, προκειμένου να παρέχεται η ευχέρεια στον μεν αντίδικο να αμυνθεί στο δε δικαστήριο να προβεί στη διερεύνηση των ισχυρισμών (ΑΠ 1385/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των αναφερόμενων πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της έδρας, την 27-5-2007, δηλαδή κατά τη διεξαχθείσα την ίδια ημέρα συζήτηση της υποθέσεως, η αναιρεσίβλητη πρότεινε την παραπάνω ένσταση του συμψηφισμού, η ένσταση δε αυτή καταχωρήθηκε και στα σχετικά πρακτικά της δίκης. Οι αναιρεσείοντες, με την προσθήκη στις προτάσεις που κατέθεσαν εντός της τριήμερης προθεσμίας μετά τη συζήτηση, πρότειναν, προς αντίκρουση της άνω ενστάσεως, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, τις αντενστάσεις από τα άρθρα 905, 909, 281, 325, 329 ΑΚ. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, οι αντενστάσεις αυτές προτάθηκαν απαραδέκτως, όπως και το Εφετείο ορθώς έκρινε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και η πρόσθετη, υπέρ των αναιρεσειόντων, παρέμβαση, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες και η προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάσα, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 182, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 15-6-2009, αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 5259/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την από 25-1-2010 πρόσθετη υπέρ των αναιρεσειόντων παρέμβαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζονται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο, το οποίο 1) δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εφεσίβλητη, για πρώτη φορά στο Εφετείο, στη μετ΄ αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού εκατέρωθεν αξίωσης των διαδίκων, μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, δίχως να αναπτυχθεί προφορικά και να καταχωρηθεί συνοπτικά το περιεχόμενό του στα πρακτικά του δικαστηρίου, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 14, ΚΠολΔ πλημμέλεια, 2) δέχθηκε ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις συνυπήρξαν κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν από το χρόνο εκείνο, ότι την αποζημίωση έλαβαν αχρεωστήτως και όφειλαν να την αποδώσουν αφού, για το λόγο αυτό, άσκησαν και την κρινομένη, από 17 Οκτωβρίου 1996, αγωγή, επικαλούμενοι την ακυρότητα της καταγγελίας, δεν παραβίασε τους σχετικούς κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και 3) οι αντενστάσεις προτάθηκαν απαραδέκτως, για πρώτη φορά, με την προσθήκη των προτάσεων, μετά τη συζήτηση και εντός της τριήμερης προθεσμίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 942/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1)α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 26-12-2005, 2) ..., κατοίκου ..., 3) ..., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 27-3-2000, 4) ..., κατοίκου ..., έως και 25) α) ..., κατοίκου ..., β) ..., γ) ... και δ) ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτων κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 4-3-2009, 26) ..., κατοίκου ..., έως και 70)α) ..., β) ... και γ) ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 11-7-1999, 71) ..., κατοίκου ..., έως και 100)α) ..., β) ... και γ) ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 17-10-2007. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 94ου αναιρεσείοντος ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρι Καζάκο, ο οποίος δήλωσε ότι ο 87ος αναιρεσείων ... πέθανε στις 2-3-2010 και την δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) ..., β) ..., γ) ... και δ) ..., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο με πληρεξούσιο.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Goodyear Dunlop Ελαστικά Ελλάς Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία", όπως μετονομάστηκε, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της, από την αρχική "Goodyear Ελλάς ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κρεμαλή.
Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: Tριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιουμένη και προς τις: 1) Δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Πανελληνία Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-1996 αγωγή των διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις πρόσθετες παρεμβάσεις της ήδη παρεμβαίνουσας, της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό κέντρο Θεσσαλονίκης". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2623/1997 του ίδιου Δικαστηρίου, 1170/1999 και 8496/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2002 αίτησή τους και τους από 7-1-2002 πρόσθετους λόγους τους και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 30-10-2002 πρόσθετη παρέμβασή της. Εκδόθηκε η 138/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Μετά από νέα κλήση, εκδόθηκε η 1000/2004 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος και ακολούθως η 25/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία: 1) κήρυξε παραδεκτή την από 15-1-2002 αίτηση αναίρεσης, 2) ανέβαλε κατά τα λοιπά την έκδοση της οριστικής του απόφασης, 3) απηύθυνε προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ακόλουθο ερώτημα: "Με δεδομένο ότι δεν προβλέπεται από το Ελληνικό (Εθνικό) δίκαιο προηγούμενη δικαστική απόφαση για την οριστική διακοπή της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως με μόνη τη βούληση του εργοδότου, ερωτάται αν, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 2 εδαφ. δ' της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ, οι διατάξεις της Οδηγίας αυτής εφαρμόζονται επί ομαδικών απολύσεων προκαλουμένων από την οριστική διακοπή της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία αποφασίστηκε οικειοθελώς από τον εργοδότη, χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση" και 4) διέταξε να διαβιβαστούν από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου προς τη γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντίγραφα της απόφασης αυτής, της προσβαλλομένης 8496/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, ως και των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια το Δ.Ε.Κ., την 7η Σεπτεμβρίου 2006, εξέδωσε απόφαση επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-187/05, C-188/05, C-189/05 και C-190/05, με την οποία αποφάνθηκε επί του παραπάνω ερωτήματος. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για συζήτηση ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και εκδόθηκε η 38/2007 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την 8496/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 5260/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2009 αίτησή τους και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 25-1-2010 παρέμβασή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ - (Γ.Σ.Ε.Ε.)", άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, με το από 25-1-2010 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 2-2-2010, επιδόθηκε δε στους αρχικούς διαδίκους στις 22-2-2010 και 2-3-2010 (βλέπε τις εκθέσεις επιδόσεως, με αριθμό ..., .../22-2-2010 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... και .../2-3-2010 του δικαστικού επιμελητή Θεσ/νίκης ...), πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων, ορίστηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης αυτής παρεμβάσεως η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Σύµφωνα µε το άρθρο 669 περ. 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 675Α του ίδιου κώδικος, που προστέθηκε με το άρθρο 1 αρ. 1 του Ν. 3189/2003, παραδεκτώς, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέµβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού η παρεµβαίνουσα, κατά τα προβαλλόµενα µε την παρέµβαση, αποτελεί τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, μέλος της οποίας είναι η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης", μέλος της οποίας είναι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σωματείο Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων εργοστασίων ελαστικών αυτοκινήτων Βόρειας Ελλάδας (πρώην Goodyear)" και μέλη της τελευταίας είναι οι αναιρεσείοντες, υπέρ των οποίων έγινε η πρόσθετη αυτή παρέµβαση. Επομένως πρέπει η τελευταία να ερευνηθεί περαιτέρω, κατ' ουσία, συνεκδικαζόµενη µε την αίτηση αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με αριθμό .../Β/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου ..., την 4-3-2009, δηλαδή πριν την άσκηση της αναιρέσεως, απεβίωσε ο ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Δήμου ... και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ... και τα τέκνα του ..., ... και ... . Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη με αριθμό .../Λ/2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ..., αποδεικνύεται ότι την 2-3-2010, δηλαδή μετά την άσκηση της αναιρέσεως, απεβίωσε ο αναιρεσείων ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό του Δημάρχου ... και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ... και τα τέκνα του ..., ... και ... . Επομένως, αυτοί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των παραπάνω αποβιωσάντων (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, την, λόγω θανάτου εκείνου, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψή της. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. .../11-2-2010, ..., ..., .../16-2-2010, .../16-2-2010 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... και .../21-10-2009 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-4-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, α) στον 94ο αναιρεσείοντα ... και β) τις προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβάσες, δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "Πανελήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα διυλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης". Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 442 Α.Κ. "ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση". Εξάλλου, κατά το άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση, με προτάσεις ή και προφορικά α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία ... β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 527 εδ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, πλην άλλων, προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος συνίσταται στην δια συνυπολογισμού αυτοδικαίως επερχόμενη απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και έχει ως δικαιολογητική βάση της exceptio doli generali - αφού ο απαιτών για εκείνο που μέλλει να αποδώσει πρέπει να αποκρουσθεί ως πράττων εναντίον της συναλλακτικής ευθύτητας και δολίως φερόμενος - συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλο, η οποία περιέχει εκποίηση, δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως. Ο εναγόμενος - εφεσίβλητος μπορεί τη μη προταθείσα ή απαραδέκτως προταθείσα στην πρωτοβάθμια δίκη ένσταση συμψηφισμού να την προτείνει στην κατ' έφεση δίκη 1) αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία και 2) χωρίς τον περιορισμό της παραχρήμα απόδειξης, εφόσον αποσκοπεί στην υπεράσπιση κατά της έφεσης και τη στήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 19 του ν. 2915/2001 "αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ....", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως ... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων ... τις καταθέσεις των μαρτύρων ...". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση συμψηφισμού, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, δηλονότι, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, μόνο όταν δεν κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης έγγραφες προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), για πρώτη φορά στο Εφετείο, στη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού εκατέρωθεν αξίωσης των διαδίκων, εκ του ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, δίχως να αναπτυχθεί προφορικά και να καταχωρηθεί συνοπτικά το περιεχόμενο του στα πρακτικά του δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου και των από 27-5-2008 προτάσεων της αναιρεσίβλητης, οι τελευταίες κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση και ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού, που περιέχεται στις προτάσεις αυτές, καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δίχως ειδικότερο προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών, που τον θεμελιώνουν. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου, "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή των διατάξεων τούτων έννοια, η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε καθένα δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό. Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κ.λπ. Όταν όμως, προταθεί ο συμψηφισμός, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται από το χρόνο που συνυπήρξαν. Λόγω δε της αναδρομικής ενέργειας της αποσβέσεως, όλες οι ανωτέρω αλλοιώσεις ανατρέπονται αυτοδικαίως και αναδρομικώς με αποτέλεσμα να αναιρείται η τυχόν υπερημερία, οι παραχθέντες τόκοι, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας κ.λπ., κάθε δε ποσό που καταβλήθηκε εξαιτίας αυτών αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Αλλοιώσεις που έλαβαν χώρα πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, δηλαδή πριν οι αμοιβαίες απαιτήσεις συναντηθούν, δεν θίγονται, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι συνέπειες της υπερημερίας για το χρόνο που προηγήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 664 ΑΚ ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής (ΑΠ 980/2009, 1255/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης, παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή είναι παράνομη ή ανήθικη. Περίπτωση παροχής αχρεώστητης αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911 ΑΚ).
Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, ως εφεσίβλητη (αμυνόμενη κατά της έφεσης), προτείνει προς συμψηφισμό κατά των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσειόντων (για μισθούς υπερημερίας), τα ποσά τα οποία τους κατέβαλε, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 1996, ως αποζημίωση απολύσεως, οι δε ενάγοντες συνομολογούν την είσπραξη των ποσών αυτών. Μετά δε τη σχετική (περί συμψηφισμού) δήλωσή της, η οποία έγινε ενώπιόν του, οι αµοιβαίες απαιτήσεις των διαδίκων (οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων για μισθούς υπερημερίας και οι ανταπαιτήσεις της αναιρεσίβλητης για επιστροφή των καταβληθεισών αποζημιώσεων λόγω ακυρότητας των γενοµένων καταγγελιών), αποσβέστηκαν αναδρομικά από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή, ενόψει της προηγηθείσας εφάπαξ καταβολής των αποζημιώσεων, από τότε που κάθε επί μέρους αξίωση των αναιρεσειόντων (για αποδοχές υπερημερίας), κατέστη απαιτητή και κατά το μέρος που οι απαιτήσεις αυτές αλληλοκαλύπτονται, µε συνέπεια να ανατρέπεται έκτοτε και η αρξαμένη υπερημερία της αναιρεσίβλητης και να μη γεννάται υποχρέωση της τελευταίας προς καταβολή τόκων υπερημερίας. Με βάση τις παραδοχές του το Εφετείο έκρινε ότι 1) η επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε με την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης σε καθένα από τους αναιρεσείοντες, δίχως να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, 2) οι τελευταίοι είχαν κατά της αναιρεσίβλητης ανταπαίτηση, ίσου ποσού, για μισθούς υπερημερίας και 3) ο μεταξύ των απαιτήσεων αυτών συμψηφισμός δηλώθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου το πρώτον στις 27-5-2007, η βραδεία προβολή του οποίου κρίθηκε παραδεκτή. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις συνυπήρξαν κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν από το χρόνο εκείνο, ότι την αποζημίωση έλαβαν αχρεωστήτως και όφειλαν να την αποδώσουν αφού, για το λόγο αυτό, άσκησαν και την κρινομένη, από 17 Οκτωβρίου 1996 αγωγή, επικαλούμενοι την ακυρότητα της καταγγελίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο πρώτος, περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 269, 671 παρ.1δ και του άρθρου 670 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ.1 εδ. β' και δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 του άνω άρθρου με το άρθρο 19 του Ν. 2915/2001, στην ειδική διαδικασία των εργατικών όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων, όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, πρέπει να προτείνονται προφορικώς και, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις, να καταχωρίζονται στα πρακτικά. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, εφόσον προβάλλονται προς αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της συζητήσεως, δεν επιτρέπεται να προτείνονται για πρώτη φορά με την, εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση κατατιθέμενη, προσθήκη στις προτάσεις, αλλά πρέπει να προτείνονται προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και να γίνεται σχετική καταχώριση στα πρακτικά, προκειμένου να παρέχεται η ευχέρεια στον μεν αντίδικο να αμυνθεί στο δε δικαστήριο να προβεί στη διερεύνηση των ισχυρισμών (ΑΠ 1385/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των αναφερόμενων πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της έδρας την 27-5-2007, δηλαδή κατά τη διεξαχθείσα την ίδια ημέρα συζήτηση της υποθέσεως, η αναιρεσίβλητη πρότεινε την παραπάνω ένσταση του συμψηφισμού, η ένσταση δε αυτή καταχωρήθηκε και στα σχετικά πρακτικά της δίκης. Οι αναιρεσείοντες, με την προσθήκη στις προτάσεις που κατέθεσαν εντός της τριήμερης προθεσμίας μετά τη συζήτηση, πρότειναν, προς αντίκρουση της άνω ενστάσεως, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, τις αντενστάσεις από τα άρθρα 905, 909, 281, 325, 329 ΑΚ. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, οι αντενστάσεις αυτές προτάθηκαν απαραδέκτως, όπως και το Εφετείο ορθώς έκρινε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και η πρόσθετη, υπέρ των αναιρεσειόντων, παρέμβαση, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 15-6-2009, αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 5260/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την από 25-1-2010 πρόσθετη, υπέρ αυτών, παρέμβαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζονται στα ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο, το οποίο 1) δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εφεσίβλητη, για πρώτη φορά στο Εφετείο, στη μετ΄ αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού εκατέρωθεν αξίωσης των διαδίκων, μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, δίχως να αναπτυχθεί προφορικά και να καταχωρηθεί συνοπτικά το περιεχόμενό του στα πρακτικά του δικαστηρίου, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 14, ΚΠολΔ πλημμέλεια, 2) δέχθηκε ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις συνυπήρξαν κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν από το χρόνο εκείνο, ότι την αποζημίωση έλαβαν αχρεωστήτως και όφειλαν να την αποδώσουν αφού, για το λόγο αυτό, άσκησαν και την κρινομένη, από 17 Οκτωβρίου 1996, αγωγή, επικαλούμενοι την ακυρότητα της καταγγελίας, δεν παραβίασε τους σχετικούς κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και 3) οι αντενστάσεις προτάθηκαν απαραδέκτως, για πρώτη φορά, με την προσθήκη των προτάσεων, μετά τη συζήτηση και εντός της τριήμερης προθεσμίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 943/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση:Από Χ1 μέχρι Χ81. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 6ου, 7ου, 45ου, 59ου και 65ου αναιρεσειόντων ... αντίστοιχα, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρι Καζάκο. Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Goodyear Dunlop Ελαστικά Ελλάς Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία", όπως μετονομάστηκε, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της, από την αρχική "Goodyear Ελλάς ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Χαντζαρίδη.
Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιουμένη και προς τις: 1) Δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-1996 αγωγή των διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις πρόσθετες παρεμβάσεις της ήδη παρεμβαίνουσας, της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό κέντρο Θεσσαλονίκης". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3899/1997 του ίδιου δικαστηρίου, 1172/1999 και 8498/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2001 αίτησή τους και τους από 7-1-2002 πρόσθετους λόγους τους, η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 10-1-2002 πρόσθετη παρέμβασή της και η ήδη προς κοινοποίηση 1η διάδικος με την από 10-1-2002 πρόσθετη παρέμβασή της.
Εκδόθηκε η 140/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Μετά από νέα κλήση, εκδόθηκε η 999/2004 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος και ακολούθως η 26/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία: 1) ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, 2) απηύθυνε προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ακόλουθο ερώτημα: "Με δεδομένο ότι δεν προβλέπεται από το Ελληνικό (Εθνικό) δίκαιο προηγούμενη δικαστική απόφαση για την οριστική διακοπή της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως με μόνη τη βούληση του εργοδότου, ερωτάται αν, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 2 εδαφ. δ' της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ, οι διατάξεις της Οδηγίας αυτής εφαρμόζονται επί ομαδικών απολύσεων προκαλουμένων από την οριστική διακοπή της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία αποφασίστηκε οικειοθελώς από τον εργοδότη, χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση" και 3) διέταξε να διαβιβαστούν από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου προς τη γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντίγραφα της απόφασης αυτής, της προσβαλλομένης 8498/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, ως και των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια το Δ.Ε.Κ., την 7η Σεπτεμβρίου 2006 εξέδωσε απόφαση επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-187/05, C-188/05, C-189/05 και C-190/05, με την οποία αποφάνθηκε επί του παραπάνω ερωτήματος. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για συζήτηση ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και εκδόθηκε η 39/2007 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την 8498/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 5258/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2009 αίτησή τους και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 25-1-2010 παρέμβασή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ - (Γ.Σ.Ε.Ε.)", άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, με το από 25-1-2010 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 2-2-2010, επιδόθηκε δε στους αρχικούς διαδίκους στις 22-2-2010 και 2-3-2010 (βλέπε τις εκθέσεις επιδόσεως, με αριθμό ... του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... και ... του δικαστικού επιμελητή Θεσ/νίκης ...), πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων, ορίστηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης αυτής παρεμβάσεως η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Σύµφωνα µε το άρθρο 669 περ. 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 675Α του ίδιου κώδικος, που προστέθηκε με το άρθρο 1 αρ. 1 του Ν. 3189/2003, παραδεκτώς, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέµβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού η παρεµβαίνουσα, κατά τα προβαλλόµενα µε την παρέµβαση, αποτελεί τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, μέλος της οποίας είναι η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης" μέλος της οποίας είναι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σωματείο Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων εργοστασίων ελαστικών αυτοκινήτων Βόρειας Ελλάδας (πρώην Goodyear)" και μέλη της τελευταίας είναι οι αναιρεσείοντες, υπέρ των οποίων έγινε η πρόσθετη αυτή παρέµβαση. Επομένως πρέπει η τελευταία να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, συνεκδικαζόµενη µε την αίτηση αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου ..., την 24-2-2008, δηλαδή πριν την άσκηση της αναιρέσεως, απεβίωσε ο αναιρεσείων ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Διαβατών και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ... και τα τέκνα του ... και .... Επομένως, αυτοί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, την, λόγω θανάτου εκείνου, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψή της. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. ... του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... και ... του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-4-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, α) στους αναιρεσείοντες Χ65, Χ7, Χ6, Χ45, Χ59 και β) τις προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβάσες, δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "Πανελήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και "Εργατουπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης". Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 442 Α.Κ. "ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση". Εξάλλου κατά το άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με τις προτάσεις ή και προφορικά α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία... β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 527 εδ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, πλην άλλων, προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος συνίσταται στην δια συνυπολογισμού αυτοδικαίως επερχόμενη απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και έχει ως δικαιολογητική βάση της exceptio doli generali - αφού ο απαιτών για εκείνο που μέλλει να αποδώσει πρέπει να αποκρουσθεί ως πράττων εναντίον της συναλλακτικής ευθύτητας και δολίως φερόμενος - συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλο, η οποία περιέχει εκποίηση, δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως. Ο εναγόμενος - εφεσίβλητος μπορεί τη μη προταθείσα ή απαραδέκτως προταθείσα στην πρωτοβάθμια δίκη ένσταση συμψηφισμού να την προτείνει στην κατ' έφεση δίκη 1) αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία και 2) χωρίς τον περιορισμό της παραχρήμα απόδειξης, εφόσον αποσκοπεί στην υπεράσπιση κατά της έφεσης και τη στήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 19 του ν. 2915/2001 "αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά...., κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων.... τις καταθέσεις των μαρτύρων....". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση συμψηφισμού, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, δηλονότι, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, μόνο όταν δεν κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης έγγραφες προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), για πρώτη φορά στο Εφετείο, στη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού εκατέρωθεν αξίωσης των διαδίκων, εκ του ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, δίχως να αναπτυχθεί προφορικά και να καταχωρηθεί συνοπτικά το περιεχόμενό του στα πρακτικά του δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου και των από 27-5-2008 προτάσεων της αναιρεσίβλητης, οι τελευταίες κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση και ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού, που περιέχεται στις προτάσεις αυτές, καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δίχως βέβαια ειδικότερο προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών, που τον θεμελιώνουν. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου, "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή των διατάξεων τούτων έννοια, η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε κάθε έναν δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό. Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κ.λπ. Όταν όμως προταθεί ο συμψηφισμός, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται από το χρόνο που συνυπήρξαν. Λόγω δε της αναδρομικής ενέργειας της αποσβέσεως, όλες οι ανωτέρω αλλοιώσεις ανατρέπονται αυτοδικαίως και αναδρομικώς με αποτέλεσμα να αναιρείται η τυχόν υπερημερία, οι παραχθέντες τόκοι, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας κ.λπ., κάθε δε ποσό που καταβλήθηκε εξαιτίας αυτών αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Αλλοιώσεις όμως που έλαβαν χώρα πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, δηλαδή πριν οι αμοιβαίες απαιτήσεις συναντηθούν, δεν θίγονται, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι συνέπειες της υπερημερίας για το χρόνο που προηγήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 664 ΑΚ ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής (ΑΠ 980/2009, 1255/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης, παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή είναι παράνομη ή ανήθικη. Περίπτωση παροχής αχρεώστητης αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911 ΑΚ).
Συνεπώς από το χρονικό αυτά σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, ως εφεσίβλητη (αμυνόμενη κατά της έφεσης) προτείνει προς συμψηφισμό κατά των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσειόντων (για μισθούς υπερημερίας), τα ποσά τα οποία τους κατέβαλε, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 1996, ως αποζημίωση απολύσεως, οι δε τελευταίοι συνομολογούν την είσπραξη των ποσών αυτών. Μετά δε τη σχετική (περί συμψηφισμού) δήλωσή της, η οποία έγινε ενώπιον του, οι αµοιβαίες απαιτήσεις των διαδίκων (οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων για μισθούς υπερημερίας και οι ανταπαιτήσεις της αναιρεσίβλητης για επιστροφή των καταβληθεισών αποζημιώσεων λόγω ακυρότητας των γενοµένων καταγγελιών), αποσβέστηκαν αναδρομικά από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή, ενόψει της προηγηθείσας εφάπαξ καταβολής των αποζημιώσεων, από τότε που κάθε επί μέρους αξίωση των αναιρεσειόντων (για αποδοχές υπερημερίας) κατέστη απαιτητή και κατά το μέρος που οι απαιτήσεις αυτές αλληλοκαλύπτονται, µε συνέπεια να ανατρέπεται έκτοτε και η αρξαμένη υπερημερία της αναιρεσίβλητης και να μη γεννάται υποχρέωση της τελευταίας προς καταβολή τόκων υπερημερίας. Με βάση τις παραδοχές του το Εφετείο έκρινε ότι 1) η επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε με την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης σε καθένα από τους αναιρεσείοντες, δίχως να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, 2) οι τελευταίοι είχαν κατά της αναιρεσίβλητης ανταπαίτηση, ίσου ποσού, για μισθούς υπερημερίας και 3) ο μεταξύ των απαιτήσεων αυτών συμψηφισμός δηλώθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου το πρώτον στις 27-5-2007, η βραδεία προβολή του οποίου κρίθηκε παραδεκτή. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις συνυπήρξαν κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν από το χρόνο εκείνο, ότι την αποζημίωση έλαβαν αχρεωστήτως και όφειλαν να την αποδώσουν αφού, για το λόγο αυτό, άσκησαν και την κρινομένη, από 17 Οκτωβρίου 1996, αγωγή, επικαλούμενοι την ακυρότητα της καταγγελίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο πρώτος, περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 269, 671 παρ. 1 δ και του άρθρου 670 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 του άνω άρθρου με το άρθρο 19 του Ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων, όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, πρέπει να προτείνονται προφορικώς και, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις, να καταχωρίζονται στα πρακτικά. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, εφόσον προβάλλονται προς αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της συζητήσεως, δεν επιτρέπεται να προτείνονται για πρώτη φορά με την, εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση κατατιθέμενη, προσθήκη στις προτάσεις, αλλά πρέπει να προτείνονται προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και να γίνεται σχετική καταχώριση στα πρακτικά, προκειμένου να παρέχεται η ευχέρεια στον μεν αντίδικο να αμυνθεί στο δε δικαστήριο να προβεί στη διερεύνηση των ισχυρισμών (ΑΠ 1385/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των αναφερόμενων πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της έδρας την 27-5-2007, δηλαδή κατά τη διεξαχθείσα την ίδια ημέρα συζήτηση της υποθέσεως, η αναιρεσίβλητη πρότεινε την παραπάνω ένσταση του συμψηφισμού, η ένσταση δε αυτή καταχωρήθηκε και στα σχετικά πρακτικά της δίκης. Οι αναιρεσείοντες, με την προσθήκη στις προτάσεις που κατέθεσαν εντός της τριήμερης προθεσμίας μετά τη συζήτηση, πρότειναν, προς αντίκρουση της άνω ενστάσεως, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, τις αντενστάσεις από τα άρθρα 905, 909, 281, 325, 329 ΑΚ. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, οι αντενστάσεις αυτές προτάθηκαν απαραδέκτως, όπως και το Εφετείο ορθώς έκρινε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και η πρόσθετη, υπέρ των αναιρεσειόντων, παρέμβαση, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 15-6-2009, αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 5258/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την από 25-1-2010 πρόσθετη, υπέρ αυτών, παρέμβαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζονται στo ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο, το οποίο 1) δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εφεσίβλητη, για πρώτη φορά στο Εφετείο, στη μετ΄ αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού εκατέρωθεν αξίωσης των διαδίκων, μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, δίχως να αναπτυχθεί προφορικά και να καταχωρηθεί συνοπτικά το περιεχόμενό του στα πρακτικά του δικαστηρίου, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 14, ΚΠολΔ πλημμέλεια, 2) δέχθηκε ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις συνυπήρξαν κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν από το χρόνο εκείνο, ότι την αποζημίωση έλαβαν αχρεωστήτως και όφειλαν να την αποδώσουν αφού, για το λόγο αυτό, άσκησαν και την κρινομένη, από 17 Οκτωβρίου 1996, αγωγή, επικαλούμενοι την ακυρότητα της καταγγελίας, δεν παραβίασε τους σχετικούς κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και 3) οι αντενστάσεις προτάθηκαν απαραδέκτως, για πρώτη φορά, με την προσθήκη των προτάσεων, μετά τη συζήτηση και εντός της τριήμερης προθεσμίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 944/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1)α) ... και β) ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 24-3-2006, 2) ..., κατοίκου ..., 3) α) ..., κατοίκου ..., β) ..., κατοίκου ..., γ) ..., κατοίκου ..., δ) ..., φυσικού τέκνου του ..., κατοίκου ..., ε) ..., κατοίκου ..., στ) ..., κατοίκου ... και ζ) ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ..., που πέθανε στις 29-11-2002, 4) ..., κατοίκου Άνω ... έως και 35) ..., κατοίκου ..., 36)α) ..., β) ..., γ) ... και δ) ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 23-6-2007, 37) ..., κατοίκου ..., έως και 78) ..., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των υπό στοιχ. 3β', 3γ', 3δ', 3ε', 3στ' και 3ζ' αναιρεσειόντων, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρι Καζάκο.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Goodyear Dunlop Ελαστικά Ελλάς Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία", όπως μετονομάστηκε, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της, από την αρχική "Goodyear Ελλάς ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Χαντζαρίδη.
Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιουμένη και προς τις: 1) Δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-1996 αγωγή των διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις πρόσθετες παρεμβάσεις της ήδη παρεμβαίνουσας, της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό κέντρο Θεσσαλονίκης". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2624/1997 του ίδιου δικαστηρίου, 1169/1999 και 8495/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2001 αίτησή τους και τους από 7-1-2002 πρόσθετους λόγους τους, η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 10-1-2002 πρόσθετη παρέμβασή της και η ήδη προς κοινοποίηση 1η διάδικος με την από 10-1-2002 πρόσθετη παρέμβασή της.
Εκδόθηκε η 141/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Μετά από νέα κλήση, εκδόθηκε η 1001/2004 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος και ακολούθως η 24/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία: 1) ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, 2) απηύθυνε προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ακόλουθο ερώτημα: "Με δεδομένο ότι δεν προβλέπεται από το Ελληνικό (Εθνικό) δίκαιο προηγούμενη δικαστική απόφαση για την οριστική διακοπή της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως με μόνη τη βούληση του εργοδότου, ερωτάται αν, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 2 εδαφ. δ' της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ, οι διατάξεις της Οδηγίας αυτής εφαρμόζονται επί ομαδικών απολύσεων προκαλουμένων από την οριστική διακοπή της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία αποφασίστηκε οικειοθελώς από τον εργοδότη, χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση" και 3) διέταξε να διαβιβαστούν από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου προς τη γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντίγραφα της απόφασης αυτής, της προσβαλλομένης 8498/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, ως και των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια το Δ.Ε.Κ., την 7η Σεπτεμβρίου 2006 εξέδωσε απόφαση επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-187/05, C-188/05, C-189/05 και C-190/05, με την οποία αποφάνθηκε επί του παραπάνω ερωτήματος. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για συζήτηση ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και εκδόθηκε η 37/2007 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την 8495/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 5261/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2009 αίτησή τους και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 25-1-2010 παρέμβασή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ - (Γ.Σ.Ε.Ε.)", άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, με το από 25-1-2010 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 2-2-2010, επιδόθηκε δε στους αρχικούς διαδίκους στις 22-2-2010 και 2-3-2010 (βλέπε τις εκθέσεις επιδόσεως, με αριθμό ..., .../22-2-2010 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... και .../2-3-2010 του δικαστικού επιμελητή Θεσ/νίκης ...), πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων, ορίστηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης αυτής παρεμβάσεως η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Σύµφωνα µε το άρθρο 669 περ. 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 675Α του ίδιου κώδικος, που προστέθηκε με το άρθρο 1 αρ. 1 του Ν. 3189/2003, παραδεκτώς, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέµβαση ενώπιον
του Αρείου Πάγου, αφού η παρεµβαίνουσα, κατά τα προβαλλόµενα µε την παρέµβαση, αποτελεί τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, μέλος της οποίας είναι η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης" μέλος της οποίας είναι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σωματείο Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων εργοστασίων ελαστικών αυτοκινήτων Βόρειας Ελλάδας (πρώην Goodyear)" και μέλη της τελευταίας είναι οι αναιρεσείοντες, υπέρ των οποίων έγινε η πρόσθετη αυτή παρέµβαση. Επομένως πρέπει η τελευταία να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, συνεκδικαζόµενη µε την αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. .../11-2-2010, .../11-2-2010, ..., ..., ..., ..., .../11-2-2010, του δικαστικού επιμελητή Θεσ/νίκης ... και .../21-2-2010 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-4-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, α) στους αναιρεσείοντες ..., ..., ..., ..., ..., ... και β) τις προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβάσες 1) δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "Πανελήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και 2) "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης". Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 442 Α.Κ. "ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση". Εξάλλου κατά το άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με τις προτάσεις ή και προφορικά α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία... β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 527 εδ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, πλην άλλων, προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος συνίσταται στην δια συνυπολογισμού αυτοδικαίως επερχόμενη απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και έχει ως δικαιολογητική βάση της exceptio doli generali - αφού ο απαιτών για εκείνο που μέλλει να αποδώσει πρέπει να αποκρουσθεί ως πράττων εναντίον της συναλλακτικής ευθύτητας και δολίως φερόμενος - συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλο, η οποία περιέχει εκποίηση, δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως. Ο εναγόμενος - εφεσίβλητος μπορεί τη μη προταθείσα ή απαραδέκτως προταθείσα στην πρωτοβάθμια δίκη ένσταση συμψηφισμού να την προτείνει στην κατ' έφεση δίκη 1) αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία και 2) χωρίς τον περιορισμό της παραχρήμα απόδειξης, εφόσον αποσκοπεί στην υπεράσπιση κατά της έφεσης και τη στήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 19 του ν. 2915/2001 "αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ..., κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων ... τις καταθέσεις των μαρτύρων ...". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση συμψηφισμού, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, δηλονότι, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, μόνο όταν δεν κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης έγγραφες προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), για πρώτη φορά στο Εφετείο, στη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού εκατέρωθεν αξίωσης των διαδίκων, εκ του ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, δίχως να αναπτυχθεί προφορικά και να καταχωρηθεί συνοπτικά το περιεχόμενό του στα πρακτικά του δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου και των από 27-5-2008 προτάσεων της αναιρεσίβλητης, οι τελευταίες κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση και ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού, που περιέχεται στις προτάσεις αυτές, καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δίχως βέβαια ειδικότερο προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών, που τον θεμελιώνουν. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου, "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή των διατάξεων τούτων έννοια, η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε κάθε έναν δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό. Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κ.λπ. Όταν όμως προταθεί ο συμψηφισμός, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται από το χρόνο που συνυπήρξαν. Λόγω δε της αναδρομικής ενέργειας της αποσβέσεως, όλες οι ανωτέρω αλλοιώσεις ανατρέπονται αυτοδικαίως και αναδρομικώς με αποτέλεσμα να αναιρείται η τυχόν υπερημερία, οι παραχθέντες τόκοι, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας κλπ, κάθε δε ποσό που καταβλήθηκε εξαιτίας αυτών αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν Αλλοιώσεις όμως που έλαβαν χώρα πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, δηλαδή πριν οι αμοιβαίες απαιτήσεις συναντηθούν, δεν θίγονται, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι συνέπειες της υπερημερίας για το χρόνο που προηγήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 664 ΑΚ ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής (ΑΠ 980/2009, 1255/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης, παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή είναι παράνομη ή ανήθικη. Περίπτωση παροχής αχρεώστητης αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911 ΑΚ).
Συνεπώς από το χρονικό αυτά σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, ως εφεσίβλητη (αμυνόμενη κατά της έφεσης) προτείνει προς συμψηφισμό κατά των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσειόντων (για μισθούς υπερημερίας), τα ποσά τα οποία τους κατέβαλε, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 1996, ως αποζημίωση απολύσεως, οι δε τελευταίοι συνομολογούν την είσπραξη των ποσών αυτών. Μετά δε τη σχετική (περί συμψηφισμού) δήλωσή της, η οποία έγινε ενώπιον του, οι αµοιβαίες απαιτήσεις των διαδίκων (οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων για μισθούς υπερημερίας και οι ανταπαιτήσεις της αναιρεσίβλητης για επιστροφή των καταβληθεισών αποζημιώσεων λόγω ακυρότητας των γενοµένων καταγγελιών), αποσβέστηκαν αναδρομικά από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή, ενόψει της προηγηθείσας εφάπαξ καταβολής των αποζημιώσεων, από τότε που κάθε επί μέρους αξίωση των αναιρεσειόντων (για αποδοχές υπερημερίας) κατέστη απαιτητή και κατά το μέρος που οι απαιτήσεις αυτές αλληλοκαλύπτονται, µε συνέπεια να ανατρέπεται έκτοτε και η αρξαμένη υπερημερία της αναιρεσίβλητης και να μη γεννάται υποχρέωση της τελευταίας προς καταβολή τόκων υπερημερίας. Με βάση τις παραδοχές του το Εφετείο έκρινε ότι 1) η επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε με την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης σε καθένα από τους αναιρεσείοντες, δίχως να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, 2) οι τελευταίοι είχαν κατά της αναιρεσίβλητης ανταπαίτηση, ίσου ποσού, για μισθούς υπερημερίας και 3) ο μεταξύ των απαιτήσεων αυτών συμψηφισμός δηλώθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου το πρώτον στις 27-5-2007, η βραδεία προβολή του οποίου κρίθηκε παραδεκτή. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις συνυπήρξαν κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν από το χρόνο εκείνο, ότι την αποζημίωση έλαβαν αχρεωστήτως και όφειλαν να την αποδώσουν αφού, για το λόγο αυτό, άσκησαν και την κρινομένη, από 17 Οκτωβρίου 1996, αγωγή, επικαλούμενοι την ακυρότητα της καταγγελίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο πρώτος, περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 269, 671 παρ. 1δ και του άρθρου 670 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 του άνω άρθρου με το άρθρο 19 του Ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων, όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, πρέπει να προτείνονται προφορικώς και, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις, να καταχωρίζονται στα πρακτικά. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, εφόσον προβάλλονται προς αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της συζητήσεως, δεν επιτρέπεται να προτείνονται για πρώτη φορά με την, εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση κατατιθέμενη, προσθήκη στις προτάσεις, αλλά πρέπει να προτείνονται προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και να γίνεται σχετική καταχώριση στα πρακτικά, προκειμένου να παρέχεται η ευχέρεια στον μεν αντίδικο να αμυνθεί στο δε δικαστήριο να προβεί στη διερεύνηση των ισχυρισμών (ΑΠ 1385/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των αναφερόμενων πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της έδρας την 27-5-2007, δηλαδή κατά τη διεξαχθείσα την ίδια ημέρα συζήτηση της υποθέσεως, η αναιρεσίβλητη πρότεινε την παραπάνω ένσταση του συμψηφισμού, η ένσταση δε αυτή καταχωρήθηκε και στα σχετικά πρακτικά της δίκης. Οι αναιρεσείοντες, με την προσθήκη στις προτάσεις που κατέθεσαν εντός της τριήμερης προθεσμίας μετά τη συζήτηση, πρότειναν, προς αντίκρουση της άνω ενστάσεως, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, τις αντενστάσεις από τα άρθρα 905, 909, 281, 325, 329 ΑΚ. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, οι αντενστάσεις αυτές προτάθηκαν απαραδέκτως, όπως και το Εφετείο ορθώς έκρινε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και η πρόσθετη, υπέρ των αναιρεσειόντων, παρέμβαση, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 15-6-2009, αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 5261/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την από 25-1-2010 πρόσθετη, υπέρ αυτών, παρέμβαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζονται στo ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο, το οποίο 1) δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εφεσίβλητη, για πρώτη φορά στο Εφετείο, στη μετ΄ αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού εκατέρωθεν αξίωσης των διαδίκων, μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, δίχως να αναπτυχθεί προφορικά και να καταχωρηθεί συνοπτικά το περιεχόμενό του στα πρακτικά του δικαστηρίου, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 14, ΚΠολΔ πλημμέλεια, 2) δέχθηκε ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις συνυπήρξαν κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν από το χρόνο εκείνο, ότι την αποζημίωση έλαβαν αχρεωστήτως και όφειλαν να την αποδώσουν αφού, για το λόγο αυτό, άσκησαν και την κρινομένη, από 17 Οκτωβρίου 1996, αγωγή, επικαλούμενοι την ακυρότητα της καταγγελίας, δεν παραβίασε τους σχετικούς κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και 3) οι αντενστάσεις προτάθηκαν απαραδέκτως, για πρώτη φορά, με την προσθήκη των προτάσεων, μετά τη συζήτηση και εντός της τριήμερης προθεσμίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ.
| null | null | 2
|
Αριθμός 945/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΠΑΤΡΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ως καθολικής διαδόχου του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Κώτσιου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 649/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1131/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-4-2005 αίτησή του και τους από 29-3-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 7 του Ν. 2112/1920 και 648,652 ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως. Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή ηθική μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει ως εξής: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από μέρους του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας την υπηρεσία του σύμφωνα με τους όρους πριν τη μεταβολή, οπότε η μη αποδοχή αυτών από τον εργοδότη καθιστά τον τελευταίο υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες, που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). Μονομερή δε βλαπτική μεταβολή μπορεί να αποτελέσει και η ανάθεση στον υπάλληλο εργασίας κατώτερης από εκείνη που πρόσφερε κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, η οποία τον συνδέει με τον εργοδότη του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1-5,3 στοιχ. γ' και 6 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ), που κυρώθηκε με το Π.Δ 229 της 23/30-8-1994 και έχει ισχύ νόμου, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του με το Π.Δ 246/2006, συνάγεται, ότι το προσωπικό του ΚΤΕΛ διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και σε προσωπικό διοικήσεως και κινήσεως, το δε τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες αυτού (ΚΤΕΛ). Κατά το άρθρο 7 του παραπάνω Γενικού Κανονισμού, ο εκδότης εισιτηρίων υπάγεται στο προσωπικό διαχειρίσεως και κινήσεως και έχει τα εξής καθήκοντα: α) Φροντίζει για την έκδοση των εισιτηρίων με σειρά προτεραιότητας και την έκδοση αποδείξεων ότι εισπράχθηκε κόμιστρο για αποσκευές ως και αποδείξεις για τη μεταφορά τυχόν ασυνόδευτων δεμάτων. β) Ευθύνεται για την πλήρη και άμεση εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού εφόσον δεν υπάρχει σταθμάρχης και είναι υποχρεωμένος να αναφέρει στην προϊσταμένη αρχή κάθε παρατηρούμενη ανωμαλία και συρροή επιβατών προκειμένου να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού. Υποχρεούται να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την επίλυση σχετικών με το είδος της εργασίας του προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Στο προσωπικό κινήσεως υπάγεται και ο σταθμάρχης, ο οποίος έχει τα αναφερόμενα στην §4 του παραπάνω άρθρου καθήκοντα, προΐσταται των ελεγκτών, οδηγών, εισπρακτόρων, εκδοτών εισιτηρίων, φορτοεκφορτωτών και αποθηκαρίων και ειδικότερα: α) Έχει την ευθύνη για την ακριβή τήρηση των δρομολογίων και ανάλογα με τα μέσα που έχει στη διάθεση του, για την πλήρη εξυπηρέτηση των επιβατών της αφετηρίας, των ενδιαμέσων στάσεων και του τέρματος των λεωφορειακών γραμμών. β) Εφαρμόζει τη σειρά και το χρόνο εκκινήσεως των λεωφορείων για την εκτέλεση των δρομολογίων και το χρόνο λήξεως της εργασίας. γ) Αντιμετωπίζει όσο γίνεται κάθε ανωμαλία στη συγκοινωνία που προέρχεται από βλάβη λεωφορείων, ασυνήθιστη συρροή και συνωστισμό επιβατών κτλ., παίρνοντας τα κατάλληλα μέτρα για την ενίσχυση της δύναμης των λεωφορείων με εφεδρικά ή λεωφορεία άλλων γραμμών. Η ενίσχυση αυτή πραγματοποιείται μετά από προηγούμενη συνεννόηση με τον προϊστάμενο Πρόεδρο του ΚΤΕΛ και αν αυτό δεν είναι δυνατό με τη δική του. δ) Φροντίζει για την αντικατάσταση του προσωπικού των λεωφορείων (οδηγού ΚΤΕΛ ή εισπράκτορα), σε περίπτωση κωλύματος, με άλλους που είναι σε εφεδρεία, καθώς και για την ευταξία των εισπρακτόρων και οδηγών στο χώρο του σταθμαρχείου. ε) φροντίζει για την όσο γίνεται τακτική και σύμφωνα με τη σειρά προελεύσεως επιβίβαση των επιβατών στα λεωφορεία, όπως και για τη μη υπέρβαση του καθορισμένου αριθμού επιβατών σε κάθε λεωφορείο. στ) Συμπληρώνει και ελέγχει τα ημερήσια δελτία εργασίας των οδηγών και εισπρακτόρων με τα οποία το ΚΤΕΛ είναι υποχρεωμένο να τους εφοδιάζει. ζ) Τηρεί κατάσταση κινήσεως των λεωφορείων σύμφωνα με τις υποδείξεις του ΚΤΕΛ και συντάσσει δελτίο μεταβολών δρομολογίων. η) Ελέγχει την καθαριότητα των λεωφορείων και έχει τη διακριτική ευχέρεια να μη δρομολογήσει λεωφορείο, εφόσον αυτό δεν είναι ομολογουμένως καθαρό. θ) Παρακολουθεί την ακριβή τήρηση από τους ελεγκτές, οδηγούς και εισπράκτορες, εκδότες εισιτηρίων, φορτοεκφορτωτές και αποθηκάριους κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους, των αποφάσεων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, των αστυνομικών διατάξεων, των υγειονομικών κανονισμών, των εντολών ΚΤΕΛ και των προϊσταμένων τους, ως και των υποχρεώσεων τους από τον παρόντα κανονισμό και εφόσον διαπιστώνει παραβάσεις αναφέρει σχετικά στον Πρόεδρο του ΚΤΕΛ.ι). Εκδίδει εισιτήρια στους επιβάτες όπου δεν υπάρχει εκδότης. Μεριμνά για την είσπραξη του αντιτίμου, εκδρομικών διαδρομών των λεωφορείων του ΚΤΕΛ. Ιδία, παρακολουθεί την κόσμια εμφάνιση και συμπεριφορά των ανωτέρω. Δύναται σε έκτακτη περίπτωση και εφόσον απουσιάζει ο Προϊστάμενος Κινήσεως, να επέμβει προκειμένου, να ενισχυθούν ορισμένες γραμμές με λεωφορεία και προσωπικό. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων ανήκει στο προσωπικό κινήσεως του αναιρεσίβλητου ΚΤΕΛ αστικής περιοχής Πατρών, στο οποίο εργάζεται από το έτος 1978, αρχικά ως εισπράκτορας και τα τελευταία χρόνια ως σταθμάρχης, με σύμβαση αορίστου χρόνου. Με την από 28-9-2001 εντολή του Προϊσταμένου του προσωπικού κινήσεως, που δόθηκε ύστερα από εντολή του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, ο αναιρεσείων, που υπηρετούσε τότε ως σταθμάρχης στο σταθμαρχείο της Γραμμής 2 του Αστικού ΚΤΕΛ, μετακινήθηκε στο σταθμαρχείο της γραμμής Ρίου - Πατρών του ίδιου ΚΤΕΛ, που βρίσκεται στην προβλήτα των φέρυ-μπώτ. Η μετακίνηση του υπαγορεύτηκε από υπηρεσιακούς λόγους για την κάλυψη συγκεκριμένων υπηρεσιακών αναγκών. Συγκεκριμένα υπήρχαν έντονα παράπονα των κατοίκων της περιοχής ότι τα λεωφορεία που εκτελούσαν την ανωτέρω συγκοινωνιακή αστική γραμμή δεν τηρούσαν το ωράριο και ξεκινούσαν νωρίτερα από την προβλήτα των φέρυ -μπώτ, με αποτέλεσμα να παραμένουν οι επιβάτες εκεί μέχρι την άφιξη του επόμενου δρομολογίου και να διαμαρτύρονται για την ταλαιπωρία τους. Ο αναιρεσείων μετακινήθηκε στο σταθμαρχείο αυτό, αφενός για τον έλεγχο της ώρας αναχώρησης ίου κάθε λεωφορείου και αφετέρου για την έκδοση εισιτηρίων στους επιβάτες. Το αντικείμενο αυτό υπηρεσίας του είναι καταχωρισμένο στην από 28-9-2001 εντολή του προϊσταμένου κινήσεως. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εκεί που μετακινήθηκε δεν ήταν σταθμαρχείο αλλά απλό εκδοτήριο εισιτηρίων και έτσι θα ασκούσε καθήκοντα εκδότη εισιτηρίων και όχι σταθμάρχη, με αποτέλεσμα την ηθική και υλική μείωση του και τον υποβιβασμό του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αληθεύει, γιατί στην προβλήτα των φέρυ μπώτ λειτουργούσε σταθμαρχείο, στο οποίο και ο ίδιος είχε υπηρετήσει το Σεπτέμβριο του έτους 1999, απλώς δε τον τελευταίο καιρό δεν είχε επανδρωθεί. Τα καθήκοντα που ανατέθηκαν σ' αυτόν δεν ήταν καθήκοντα εκδότη εισιτηρίων αλλά σταθμάρχη και ειδικότερα ο μεν έλεγχος της αναχώρησης των λεωφορείων και η καταχώριση στην κάρτα της ώρας αναχώρησης και του αριθμού του λεωφορείου υπάγονται αμιγώς στα καθήκοντα του σταθμάρχη η δε έκδοση εισιτηρίων υπάγεται, επικουρικώς, στα καθήκοντα σταθμάρχη, εφόσον δεν υπηρετεί εκεί εκδότης εισιτηρίων, πράγμα που παραδέχεται και ο ίδιος. Άλλωστε τα ίδια καθήκοντα εκτελούσε και στο άλλο σταθμαρχείο που υπηρετούσε, αφού αυτά είναι τα καθήκοντα του σταθμάρχη. Ισχυρίζεται ακόμη ότι με τη μετακίνηση του αυτή θα εργαζόταν λιγότερες ώρες με συνακόλουθη μείωση αποδοχών και θα πραγματοποιούσε λιγότερη υπερωριακή απασχόληση με αντιστοίχως μικρότερη αμοιβή. Και αυτός ο ισχυρισμός περί μείωσης του χρόνου απασχόλησης και των αμοιβών, δεν αποδείχθηκε, αφού άλλωστε συνδέεται με την ύπαρξη εκδοτηρίου εισιτηρίων και τα καθήκοντα του εκδότη. Η μετακίνηση του αναιρεσείοντος σε άλλο σταθμαρχείο ως σταθμάρχη εντάσσεται στο διευθυντικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου, το οποίο δεν περιορίζεται ούτε από τον κανονισμό προσωπικού ούτε από το νόμο ούτε από τη σύμβαση εργασίας ούτε υπάρχει, εν προκειμένω, κατά την ενάσκηση ταυ δικαιώματος αυτού παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε, η μετακίνηση του αναιρεσείοντος υπαγορεύτηκε από υπηρεσιακές ανάγκες, έγινε σε σταθμαρχείο με καθήκοντα σταθμάρχη, χωρίς μειώσεις χρόνου απασχόλησης και αποδοχών και η επιλογή του μεταξύ των υπηρετούντων σταθμαρχών δεν έγινε αυθαιρέτως ή εκδικητικώς, όπως αυτός ισχυρίζεται, αλλά έγινε επειδή αυτός ήταν ο νεότερος στο βαθμό αυτό μεταξύ των συναδέλφων του. Η ανωτέρω μετακίνηση του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης ούτε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Παρά ταύτα ο πρώτος, επικαλούμενος ότι η μετακίνηση του συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του, αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη νέα του θέση και δήλωσε την άρνηση του αυτή στο δεύτερο, το οποίο, για το λόγο αυτό, του γνωστοποίησε εγγράφως ότι η μετακίνηση του είναι νόμιμη και του επισήμανε ότι αν δεν παρουσιαστεί στην υπηρεσία του, θα αναγκαστεί να εφαρμόσει τον κανονισμό προσωπικού περί αδικαιολόγητης απουσίας από την υπηρεσία. Ο αναιρεσείων επέμεινε στην άρνηση του και μετά από επανειλημμένες κλήσεις σε απολογία, τιμωρήθηκε δύο φορές πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσης 20 και 30 ημερών, αντίστοιχα, την 18-1-2002 και 1-3-2002 και τέλος τιμωρήθηκε την 8-11-2002 με την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά έκρινε το Εφετείο ότι η κατά τα άνω μετακίνηση του αναιρεσείοντος, κατ' εντολή της διοικήσεως του αναιρεσίβλητου, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως αυτού και ότι το αναιρεσίβλητο δεν έχει υποχρέωση να απασχολεί τον αναιρεσείοντα όπως προηγουμένως και να καταβάλλει τις αποδοχές, που αντιστοιχούν στην εν λόγω θέση. Κατόπιν αυτών απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 649/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 21-1-2003 αγωγή του. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνες του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς οι συναφείς, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του (αληθώς από τον αριθμό 1 και όχι 8), τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του κυρίου δικογράφου και πρώτος των προσθέτων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές ,του και κρίνοντας κατά τον άγω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη "απόφαση του πλήρεις, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν, εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα και οι, από το άρθρο 559 αριθ. 19,δεύτερος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων(στο σύνολο τους) λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου 1) ο πέμπτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αρ. 9, πλημμέλεια, στην οποία υπέπεσε το Δικαστήριο, αφήνοντας αδίκαστο το αίτημα του για ακύρωση της απόλυσης του είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ερεύνησε το αίτημα του αυτό και το απέρριψε και 2) ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου, κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτος των προσθέτων, με τους οποίους προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αριθ. 8, πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και της δυσμενούς μεταβολής των όρων της εργασίας του, από τη μετακίνηση του σε απόσταση 23 χιλιομέτρων, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι, διότι από την απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτούς και τους απέρριψε κατ' ουσία.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, αναφερομένη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, έλαβε υπόψη του τη με αριθμό 20/2002 απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, με την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, δίχως αυτή να είναι αιτιολογημένη, κατά παράβαση δηλαδή του άρθρου 19 παρ. 2 του Πδ/τος 229/1994, που επιβάλλει την πλήρη αιτιολογία της, και έτσι παραβίασε τη διάταξη αυτή και διέλαβε στην απόφαση του ελλείπεις αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός και ως προς τα δύο μέρη του είναι απορριπτέος, διότι η παραδοχή της απόφασης που αναφέρεται στην οριστική απόλυση του, δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο Θεμελιώνεται, επαρκώς, μόνο στη μη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος και όχι στην οριστική απόλυση του, η οποία επακολούθησε με βάση την παραπάνω πειθαρχική απόφαση. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται, ο αναιρεσείων θεμελιώνει το δικαίωμα του επικαλούμενος, αποκλειστικά, τη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας και όχι την άκυρη απόλυση του, με βάση την απόφαση περί απολύσεως. Τέλος αβάσιμος είναι και ο, από το άρθρο 559 άρ. 11 του ΚΠολΔ, τρίτος των προσθέτων λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό του, περί μειώσεως του χρόνου απασχόλησης και της αμοιβής του, δεν έλαβε υπόψη του το .... έγγραφο της Περιφερειακής Επιθεωρήσεως Αχαΐας του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας και τις καταστάσεις ωρών εργασίας του έτους 2001,διότι με την απόφαση του βεβαιώνει ότι κατέληξε στην κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων και όλα, γενικά, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα παραπάνω, από τη βεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της απόφασης, συνάγεται, αδιστάκτως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 27-4-2005, αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της με αριθμό 1131/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και τους από 29-3-2010 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Με την κρίση ότι η μετακίνηση του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης ούτε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου το Εφετείο δεν παραβίασε τις σχετικές διατάξεις, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις δικαιολογίες. Η αιτίαση, ότι αφέθηκε αδίκαστο το αίτημά του για ακύρωση της απόλυσής του είναι αβάσιμη, διότι, το Εφετείο ερεύνησε το αίτημά του αυτό και το απέρριψε, όπως είναι αβάσιμη και η αιτίαση της μη λήψης υπόψη των ισχυρισμών του, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και της δυσμενούς μεταβολής των όρων της εργασίας του, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτούς και τους απέρριψε κατ΄ ουσία. Η παραδοχή της απόφασης που αναφέρεται στην οριστική απόλυσή του, δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο θεμελιώνεται, επαρκώς, μόνο στη μη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αφού ο ίδιος θεμελιώνει το δικαίωμά του επικαλούμενος, αποκλειστικά, τη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας. Η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο, είναι αβάσιμη, διότι με την απόφασή του βεβαιώνει ότι κατέληξε στην κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων και όλα, γενικά, τα έγγραφα.
| null | null | 0
|
Αριθμός 949/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2663/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3565/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ.ν.3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δε συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 ΑΚ). Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορεί αυτός να κινηθεί κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980,μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, η προαγωγή των υπαλλήλων της στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του διοικητή και εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών, γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεση του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε και τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 14-9-1971 και εξελίχθηκε κανονικά στην ιεραρχία της μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-7-1989.Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς, όμως, να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών. Κατά τον κρίσιμο χρόνο των ένδικων προαγωγών είχε παρακολουθήσει, όπως και ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του, έξι επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι 1) Συνάλλαγμα, 2) Αξιολόγηση προσωπικού, 3) μέσα επικοινωνίας, 4) έλεγχος μηχανογραφικών συστημάτων, 5) Παράγωγα Derivatives και 6)Συνάλλαγμα (ένωσης ελληνικών Τραπεζών).Από της προσλήψεως του τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση εμπορικών συναλλαγών, όπου και παρέμεινε μέχρι 1-9-1986,οπότε τοποθετήθηκε στην Εσωτερική Επιθεώρηση, στο Τμήμα Περιφερειακών Μονάδων της εναγόμενης, ασκώντας από 25-10-1990 καθήκοντα Επιθεωρητή Β' και από 8-4-1997 καθήκοντα Επιθεωρητή Α', επιφορτισμένου με τη Επιθεώρηση των Κεντρικών και Περιφερειακών Μονάδων της Τράπεζας. Σημειώνεται ότι ανεξαρτήτως του αν, κατά τον Οργανισμό της εναγομένης, τα καθήκοντα του Επιθεωρητή δεν θεωρούνται, τυπικά, ως καθήκοντα θέσης ευθύνης, πλην όμως είναι γεγονός, ότι η θέση του Επιθεωρητή αποτελεί οπωσδήποτε εξειδικευμένη θέση, η οποία απαιτεί συνδυασμό ικανοτήτων και γνώσεων, που αποκτώνται είτε με πανεπιστημιακή εκπαίδευση είτε με μακρόχρονη εμπειρία, με αποτέλεσμα, ουσιαστικά, η ανάθεση των εν λόγω καθηκόντων να αντιστοιχεί σε καθήκοντα υπεύθυνης θέσης και μάλιστα αυτής του Προϊσταμένου Τμήματος, γι' αυτό και ελάμβανε ως Επιθεωρητής Α' το προβλεπόμενο για τη θέση αυτή επίδομα. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες εκθέσεις αξιολόγησης του ενάγοντος προκύπτει, ότι αυτός βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 8 "εξαίρετος" και 5 "πολύ καλός", τα έτη 2000 και 2001 με 11 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" και το έτος 2002 (όπως και το 2003) με 13 "εξαίρετος". Επιπροσθέτως, συμμετείχε στις ακόλουθες Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας: 1 )στην Επιτροπή Αξιολόγησης Αγοράς Αυτοκινήτων, 2) στην Επιτροπή Αξιολόγησης Ρ/Ο Ταμείου Συντάξεων, 3) στην Επιτροπή Αξιολόγησης Μηχανολογικού Εξοπλισμού, Επίπλων και Σκευών, 4) στην Επιτροπή του Υπουργείου Εμπορίου, 5) στην Ομάδα Εργασίας για την κωδικοποίηση των Διαταγών και Εγκυκλίων της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης. Στις κρίσεις των ετών 1992, 1994 και 1997 για το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, κρίθηκε μη προακτέος και η αγωγή, την οποία άσκησε κατά της εναγομένης, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της τελευταίας να τον προαγάγει στον προαναφερόμενο βαθμό κατά τις ως άνω προαγωγικές κρίσεις, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 382/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8110/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω, αναφορικά με τους προαχθέντες υπαλλήλους των κρίσεων του 2003, το ίδιο δικαστήριο δέχθηκε ότι "Α) Ο ΑΑ: Προσλήφθηκε στις 20-4-1972 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-1-1995.Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα. Είχε παρακολουθήσει οκτώ επιμορφωτικά σεμινάρια "επικοινωνία, λύση προβλημάτων-συγκρούσεις", "Ηγεσία-Ομάδες-υποκίνηση", "Αξιολόγηση Προσωπικού" (δύο μέρη), "αναγνώριση γνησιότητας τραπεζογραμματίων και κερμάτων", "0ργάνωση Εργασίας, "Πρόγραμμα Επαγγελματικής Επιμόρφωσης Προσωπικού", "πλαστότητας ξένων τραπεζογραμματίων", "αξιολόγηση προσωπικού-διοίκηση". Είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης Χαρτονομισμάτων από 1-12-1988, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18-7-1994 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Διαλογής και Καταμέτρησης στο Κεντρικό Κατάστημα από 8-6-2000. Έχει συντάξει σχέδιο Κανονισμού της Υπηρεσίας Παραλαβής Χρηματικού Ταμιών και Χρηματαποστολών. Συμμετείχε επίσης σε διάφορες Επιτροπές. Στις εκθέσεις Αξιολόγησης βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" και το 2002 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός". Β) Ο ΒΒ: Προσλήφθηκε στις 14-11-1979 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-10-1999.Είναι απόφοιτος Λυκείου και πτυχιούχος ΚΑΤΕΕ (Τμήμα Στελεχών Λογιστηρίου). Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς τίτλο σπουδών, και είχε παρακολουθήσει τρία σεμινάρια με θέμα "ηγεσία-Ομάδες-Υποκίνηση", "επικοινωνία-ανθρώπινες σχέσεις" και "λύση προβλημάτων-συγκρούσεις". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο τμήμα Διαχειρίσεων ΙΕΤΑ από 1-10-1989, Προϊσταμένου της ίδιας Υπηρεσίας από 29-4-1991 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο τμήμα Διοικητικών και Διαχειριστικών Υπηρεσιών από 17-3-1993, ενώ από 12-5-1997 αποσπάσθηκε στο Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος γι' αυτό, λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας, δεν έχει βαθμολογηθεί. Γ) Ο ΓΓ: Προσλήφθηκε στις 7-11-1974 και προήχθη σε Τμηματάρχη από 1-1-1995.Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και φοίτησε μέχρι το τρίτο έτος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς πτυχίο, και είχε παρακολουθήσει τρία σεμινάρια με θέμα "Βασικές Χρηματοδοτικές έννοιες"," νέοι χρηματοδοτικοί θεσμοί και "finance kit". Υπηρέτησε στο τμήμα Εργασιών Εξωτερικού (υποκατάστημα Πειραιώς), στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περίθαλψης Συλλόγου Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος από 6-5-1996, στο Τμήμα Οργάνωσης από 26-7-1999, στο τμήμα Επιχειρησιακού Σχεδιασμού και Υποστήριξης Διαδικασιών από 18-1-2000, ενώ από 18-6-2001 αποσπάστηκε στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περίθαλψης ΣΥΤΕ ως Διευθυντής Διοικητικών Διαδικασιών, λαμβάνοντας έκτοτε το επίδομα ευθύνης Προϊσταμένου τμήματος. Συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές του Ταμείου Υγείας και σε επιτροπές Αξιολόγησης Προσφορών. Στις εκθέσεις αξιολόγησης βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 και το 2002 με όλα "εξαίρετος". Δ) O ΔΔ: Προσλήφθηκε στις 24-1-1972 και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1993. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και πτυχιούχος της Σχολής Λογιστών του ΥΠΕΠΘ. Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών, και είχε παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Εργασίες Δραχμών", "Βασικές Χρηματοδοτικές Έννοιες", "ΕΟΚ-Διεθνείς Οργανισμοί", "WORD 6.0", "ΕΧCEL 5,0", "Ανθρώπινες Σχέσεις-Συνεργασία-Διαχείριση Χρόνου", "Βελτίωση Ανθρωπίνων Σχέσεων-Συνεργασία-Διαχείριση Χρόνου". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο τμήμα ελέγχου (γεν. Επιθεώρησης) από 12-2-1992, Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο τμήμα Λογιστικού ελέγχου από 22-7-1992, αναπληρωτή Προϊσταμένου τμήματος Γραμματείας από 28-12-1993 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος Γραμματείας Διεύθυνσης Διοικητικού της Τράπεζας από 17-2-2003. Στις εκθέσεις αξιολόγησης βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", και κατά τα έτη 2000, 2001 και 2002 με όλα εξαίρετος. Ε) Ο ΕΕ: Προσλήφθηκε στις 11-9-1973 και κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1991. Είναι απόφοιτος Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα και είχε παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Πρόγραμμα εκπαίδευσης στους πιστωτικούς ελέγχους" 1985, "Σεμινάριο Εποπτείας Τραπεζών και Τραπεζικών Κινδύνων" 1990, "Σεμινάριο Αξιολόγησης Προσωπικού" Ιούνιος και Σεπτέμβριος 1999, "Βελτίωση ανθρώπινων σχέσεων", "Σεμινάριο Πληροφορικής, Word-Windows", "Εκστρατεία ενημέρωσης Ευρώ 2000", "Σύγχρονες τεχνικές επικοινωνίας". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 3-11-1994 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας Λογιστηρίου και Γραμματείας από 27-3-1995. Εκπόνησε πρόταση τροποποίησης δελτίων πληροφοριών πιστούχων. Συμμετείχε στην εκστρατεία "Ενημέρωση Ευρώ", ενώ διετέλεσε αναπληρωματικό μέλος Περιφερειακού Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999-2002 βαθμολογήθηκε με 17 "εξαίρετος". ΣΤ) Η ΣΤ: Προσλήφθηκε στις 19-7-1976 και προήχθη στο βαθμό της Τμηματάρχου από 1-10-1994. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά. Γνωρίζει πολύ καλά αγγλικά (κάτοχος διπλώματος Lower) και είχε παρακολουθήσει δέκα επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Συναλλαγματικοί έλεγχοι" 1982, "Ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων" 1985, "ΚΑΠΕ-θεσμόςασφάλισης" 1985, "Ψυχολογίας" 1990, "Money Laundering" 1977, "Συλλογή στατιστικών στοιχείων", "Οικονομικής συγκυρίας", "Πληροφορικής Windows-Word", "Τραπεζικά θέματα", "Επικοιν. Τεχν. Παρουσ.". Είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 16-3-1995. Βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή", το έτος 2000 με 14 "εξαίρετη" και 3 "πολύ καλή", το 2001 με 16 "εξαίρετη" και 1 "πολύ καλή" και το 2002 με 1 "εξαίρετη" και 1 "πολύ καλή". Ζ) Ο ΖΖ: Προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11-8-1980 και κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1996. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής. Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα. Δεν είχε παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια. Λόγω διαδοχικών αποσπάσεων του στον ΣΥΤΕ δεν ανέλαβε θέση ευθύνης και γι' αυτό δεν αξιολογήθηκε για τα έτη 2001 και 2002, ενώ για το έτος 1999 αξιολογήθηκε με 10 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός "και για το έτος 2000 με 13 "εξαίρετος". Η) Ο ΗΗ: Προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 19-7-1976 και κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-4-1992. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ. Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών. Είχε παρακολουθήσει έξι επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Πρόγραμμα βασικής εκπαίδευσης", "Πρόγραμμα εκπαίδευσης για διενέργεια πιστωτικών ελέγχων", "Τεχνικές συλλογής και ανάλυσης στατιστικών στοιχείων", "Αξιόλογη σης προσωπικού", "εποπτεία συνεταιριστικών τραπεζών", "Τραπεζικά χρηματοοικονομικά", ενώ διετέλεσε εισηγητής στο 1° Αναπτ. Συνέδριο νήσων Β.Α. Αιγαίου με θέμα "Συγκοινωνίες-Επικοινωνίες". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 28-6-1995, Προϊσταμένου Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 21-12-1995. Συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές. Βαθμολογήθηκε τα έτη 1999 έως 2002 με 17 "εξαίρετος". Θ) Ο ΘΘ: Προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 31-10-1974 και κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-4-1992. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής. Γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών. Είχε παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Βασικής εκπαίδευσης" και "Αξιολόγησης υπαλλήλων". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Πράκτορα στο Πρακτορείο ... από 1-1-1987, Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης από 3-11-1994 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Ταμιακών Συναλλαγών από 8-6-2000. Συμμετείχε στην Επιτροπή αξιολόγησης ταμιακών μηχανών, καθώς και στη σύνταξη Σχεδίου Οργανισμού-Κανονισμού της Διεύθυνσης Ταμείων. Βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2002 με 17 "εξαίρετος". 10) Ο ΚΚ: Προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 16-7-1974 και κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1998. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει καλά την γερμανική γλώσσα, κατέχοντας σχετικό τίτλο σπουδών. Είχε παρακολουθήσει τέσσερα επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Εποπτεία τραπεζών", "εκπαίδευσης σε Windows", "αξιολόγησης προσωπικού", "Συλλογή και επεξεργασία στοιχείων οικονομικής συγκυρίας" Α' και Β' φάση". Έκτακτος καθηγητής στο μάθημα "Τραπεζική Λογιστική" στο ΤΕΙ Σερρών. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Στατιστικής και εποπτείας από 15-2-1995. Στα δελτία αξιολόγησης βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με τέσσερα "εξαίρετος" και δέκα τρία "πολύ καλός", το 2000 με εννέα "εξαίρετος" και οκτώ "πολύ καλός", το 2001 με δώδεκα "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός" και το 2002 με δέκα τέσσερα "εξαίρετος" και τρία "πολύ καλός". Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος, για τον οποίο κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν προέκυψε καμία μεταβολή ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτού, με τη σημείωση, απλώς, ότι για το έτος 2002 αξιολογήθηκε, επί δέκα τριών κριτηρίων, με 13 "εξαίρετος", και των αντίστοιχων προσόντων των ανωτέρω προταθέντων από αυτόν προς σύγκριση συναδέλφων του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Α) Έναντι του συγκρινόμενου ΑΑ, ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα κατά επτά μήνες, περίπου, στην ειδική αρχαιότητα κατά 5,5 έτη, περίπου, στη γνώση ξένης γλώσσας ελαφρά, αφού γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ ο συγκρινόμενος σε μέτριο βαθμό, στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης Χαρτονομισμάτων από 1-12-1988, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18-7-1994 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Διαλογής και Καταμέτρησης στο Κεντρικό Κατάστημα από 8-6-2000, ήτοι ο ενάγων άσκησε ανώτερα υπεύθυνα καθήκοντα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα η ανάθεση στο συγκρινόμενο καθηκόντων Προϊσταμένου Υπηρεσίας σε χρόνο προγενέστερο (κατά δύο έτη περίπου), να μη αναιρεί την υπεροχή του ενάγοντος στο συγκεκριμένο κριτήριο, καθώς επίσης και στη βαθμολογία, ελαφρά, αφού ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999 με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", το 2001 με έντεκα "Εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", και το 2002 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός", ήτοι κατά το έτος 2000 ο ενάγων αξιολογήθηκε σ' όλα τα κριτήρια ως "εξαίρετος", και β) ήταν ισοδύναμος του συγκρινόμενου στους τίτλους σπουδών (αμφότεροι απόφοιτοι εξαταξίου Γυμνασίου) και γ) υστερούσε στην επιμόρφωση ελαφρά (έξι σεμινάρια έναντι οκτώ του συγκρινόμενου). Με βάση τα ανωτέρω, προκύπτει καταφανής υπεροχή του ενάγοντος, αφού υπερέχει του συγκρινόμενου σε πέντε από τα επτά κριτήρια, στα οποία περιλαμβάνονται τα δύο βασικά κριτήρια της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων και της βαθμολογίας, αλλά και στο κριτήριο της ειδικής αρχαιότητας, στο οποίο υφίσταται, όπως αναφέρθηκε, μεγάλη υπεροχή του ενάγοντος (κατά 5,5 έτη), που υστερεί του συγκρινόμενου μόνο στο μη σημαντικό κριτήριο της επιμόρφωσης, ενώ ως προς το τρίτο αποφασιστικό κριτήριο των τίτλων σπουδών είναι ισοδύναμος του συγκρινόμενου. Β) Έναντι του συγκρινόμενου ΒΒ, ο ενάγων α) υπερείχε κατά πολύ τόσο στη γενική όσο και στην ειδική αρχαιότητα(κατά οκτώ έτη και δέκα έτη, αντίστοιχα), στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια έναντι τριών του συγκρινόμενου), καθώς και στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού μέχρι τις 12-5-1997, που ο συγκρινόμενος αποσπάστηκε, λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας, στο Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας Ελλάδος, ο ενάγων είχε ήδη ασκήσει καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος είχε ασκήσει μόνο τα υπεύθυνα καθήκοντα του αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 11-10-1989 και Προϊσταμένου της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας, με αποτέλεσμα, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί, ότι τα καθήκοντα του κατά τη διάρκεια της απόσπασης του στο Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας Ελλάδος δεν ήσαν κατώτερα αυτών του Επιθεωρητή Α' αλλά ισότιμα με αυτά, και πάλι να προκύπτει υπεροχή του ενάγοντος ως προς το συγκεκριμένο κριτήριο, και β) ήταν ισοδύναμος του συγκρινόμενου στους τίτλους σπουδών (αμφότεροι απόφοιτοι εξαταξίου Γυμνασίου) και στη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ, όσον αφορά στο κριτήριο της βαθμολογίας, το γεγονός ότι δεν συντάχθηκαν εκθέσεις αξιολόγησης για τα έτη 1999-2002, λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας, δεν μπορεί να προσδώσει υπεροχή του ενάγοντος ως προς το συγκεκριμένο κριτήριο. Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον ο ενάγων υπερείχε του συγκρινόμενου στα ανωτέρω τέσσερα κριτήρια και ιδίως στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων αλλά και στη γενική και την ειδική αρχαιότητα, όπου είναι προφανής η υπεροχή του έναντι του συγκρινόμενου (κατά οκτώ έτη και δέκα έτη, αντίστοιχα), χωρίς να υστερεί του τελευταίου σε κάποιο κριτήριο, η συνολική υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου αποβαίνει καταφανής, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο συγκρινόμενος υπερτερεί στο κριτήριο των τίτλων σπουδών, λόγω του ότι είναι απόφοιτος ΚΑΤΕΕ, με τη σημείωση μάλιστα ότι ο ενάγων υπερείχε και ως προς τη λοιπή δραστηριότητα (συμμετοχή σε επιτροπές και ομάδες εργασίας κλπ) τουλάχιστον μέχρι την απόσπαση του συγκρινόμενου στο ΣΥΤΕ. Γ) 'Εναντι του συγκρινόμενου ΓΓ, ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα κατά τρία έτη περίπου, στην ειδική αρχαιότητα κατά πεντέμισι έτη, στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια έναντι τριών), καθώς και στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ο ενάγων είχε ασκήσει καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος μόνο από 18-6-2001 ανέλαβε τέτοια καθήκοντα, όταν αποσπάστηκε στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περίθαλψης ΣΥΤΕ ως Διευθυντής Διοικητικών Διαδικασιών, β) ήταν ισοδύναμος αυτού στη γνώση ξένης γλώσσας, αφού και οι δύο γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχουν σχετικό τίτλο σπουδών, και γ) υστερούσε του συγκρινόμενου στους τίτλους σπουδών (ελαφρά), αφού αμφότεροι είναι απόφοιτοι εξαταξίου Γυμνασίου, αλλά ο συγκρινόμενος έχει φοιτήσει μέχρι το τρίτο έτος της Νομικής Σχολής, και στη βαθμολογία, αφού ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999 με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", για το 2001 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 και το 2002 με όλα εξαίρετος. Όμως, ενόψει του ότι η ως άνω ελαφρά υπεροχή του συγκρινόμενου στους τίτλους σπουδών εξισορροπείται από την υπεροχή του ενάγοντος στην επιμόρφωση, η σημαντική υπεροχή του τελευταίου στο αποφασιστικό κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων καθώς και η μεγάλη υπεροχή αυτού στη γενική και ειδική αρχαιότητα, καθιστούν τη συνολική υπεροχή αυτού έναντι του συγκρινόμενου, παρά το ότι υστερεί αυτού στη βαθμολογία (μόνο των ετών 1999 και 2001), καταφανή, αφού ο ενάγων υπερέχει και στη λοιπή δραστηριότητα (εκπροσώπηση τράπεζας, συμμετοχή σε ομάδες και Επιτροπές εργασίας). ... ΣΤ) Έναντι της συγκρινόμενης ΣΤ, ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα σημαντικά (κατά πέντε έτη περίπου),στην ειδική αρχαιότητα, επίσης σημαντικά (κατά πέντε έτη περίπου), στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων κατά πολύ, αφού ο ενάγων άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ η συγκρινόμενη είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας μόνο από 16-3-1995 ήτοι υποδεέστερα και για μικρότερο χρονικό διάστημα, καθώς και στην βαθμολογία ελαφρά, δεδομένου ότι ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999 με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", για το 2001 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ η συγκρινόμενη βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή", το 2000 με 14 "εξαίρετη" και 3 "πολύ καλή", το 2001 με 16 "εξαίρετη" και 1 "πολύ καλή" και το 2002 με 16 "εξαίρετη" και 1 "πολύ καλή", ήτοι κατά τον τελευταίο χρόνο πριν από τις ένδικες προαγωγές, ο ενάγων είχε αξιολογηθεί ως "εξαίρετος" σε όλα τα κριτήρια, β) υστερούσε της συγκρινόμενης στους τίτλους σπουδών, αφού η τελευταία είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, στη γνώση ξένης γλώσσας, αφού και οι δύο γνωρίζουν καλά την αγγλική γλώσσα, αλλά η συγκρινόμενη είναι κάτοχος και σχετικού διπλώματος, καθώς και στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια έναντι δέκα της συγκρινόμενης). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η υπεροχή της συγκρινόμενης στους τίτλους σπουδών εξισορροπεί μεν πλήρως την υπεροχή του ενάγοντος στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, πλην όμως, η πολύ σημαντική υπεροχή του τελευταίου στα κριτήρια της γενικής αρχαιότητας και της ειδικής αρχαιότητας, σε συνδυασμό και με την ελαφρά υπεροχή αυτού στη βαθμολογία, καθιστούν τη συνολική υπεροχή του ενάγοντος, παρά την υστέρηση αυτού στα μη σημαντικά κριτήρια της γνώσης ξένης γλώσσας και της επιμόρφωσης, καταφανή, αφού ο ενάγων υπερέχει σαφώς και ως προς τη λοιπή δραστηριότητα (εκπροσώπηση τράπεζας, συμμετοχή σε διάφορες ομάδες και επιτροπές εργασίας). Ζ) Έναντι του συγκρινόμενου ΖΖ ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα κατά πολύ (ήτοι κατά εννέα έτη περίπου), στην ειδική αρχαιότητα επίσης κατά πολύ (ήτοι κατά επτά έτη) και στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια, έναντι κανενός του συγκρινόμενου), β) ήταν ισοδύναμος αυτού στη γνώση ξένης γλώσσας, αφού και οι δύο γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχουν σχετικό τίτλο σπουδών, και γ) υστερούσε στους τίτλους σπουδών, αφού ο συγκρινόμενος είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής. Ως προς τα λοιπά δύο κριτήρια, της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων και της βαθμολογίας δεν μπορεί να γίνει σύγκριση, αφού, όπως αναφέρθηκε, λόγω διαδοχικών αποσπάσεων του συγκρινόμενου στον ΣΥΤΕ αυτός δεν ανέλαβε δέση ευθύνης και δεν αξιολογήθηκε για τα έτη 2001 και 2002, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν, προσδίδοντας αντίστοιχη υπεροχή του ενάγοντος. Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη την πολύ μεγάλη, πράγματι, υπεροχή του ενάγοντος στη γενική και την ειδική αρχαιότητα(κατά εννέα και επτά έτη, αντίστοιχα),σε συνδυασμό και με τη σημαντική υπεροχή αυτού και στην επιμόρφωση, η συνολική υπεροχή του ενάγοντος έναντι του συγκρινόμενου, παρά την υπεροχή του τελευταίου στους τίτλους σπουδών, καθίσταται καταφανής. Η) Έναντι του συγκρινόμενου ΗΗ ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα, σημαντικά, κατά πέντε έτη, στην ειδική αρχαιότητα κατά τρία έτη περίπου, και στην άσκηση υπεύθυνων κάδη κοντών, δεδομένου ότι άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α '(ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 28-6-1995, Προϊσταμένου Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 21-12-1995, β) ήταν ισοδύναμος του συγκρινόμενου στην γνώση ξένης γλώσσας, αφού και οι δύο γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχουν σχετικό τίτλο σπουδών, και στην επιμόρφωση (από έξι σεμινάρια έκαστος), και γ) υστερούσε αυτού στους τίτλους σπουδών, αφού ο συγκρινόμενος είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ, καθώς και στην βαθμολογία, αφού ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999 με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", για το 2001 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε σ' όλα τα έτη 1999 έως 2002 με 17 "εξαίρετος". Ενόψει της ισοδυναμίας του ενάγοντος και του συγκρινόμενου στη γνώση ξένης γλώσσας και στην επιμόρφωση, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η υπεροχή του συγκρινόμενου στη βαθμολογία και τους τίτλους σπουδών εξουδετερώνει την υπεροχή του ενάγοντος στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και στην γενική αρχαιότητα, μόνη η υπεροχή του ενάγοντος στο κριτήριο της ειδικής αρχαιότητας κατά τρία έτη περίπου, καθιστά τη συνολική υπεροχή αυτού έναντι του συγκρινόμενου απλή και όχι καταφανή. Θ) Έναντι του συγκρινόμενου ΘΘ, ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα κατά τρία έτη, περίπου, στην ειδική αρχαιότητα κατά τρία έτη, περίπου, στη γνώση ξένης γλώσσας ελαφρά, αφού γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ ο συγκρινόμενος μέτρια, αλλά χωρίς να κατέχουν και οι δύο σχετικό τίτλο σπουδών, στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια έναντι δύο του συγκρινόμενου), καθώς και στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, δεδομένου ότι άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε καθήκοντα Πράκτορα στο Πρακτορείο ... από 2-1-1987, Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης από 3-11-1994 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Ταμιακών Συναλλαγών από 8-6-2000, ήτοι ο ενάγων άσκησε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανώτερα υπεύθυνα καθήκοντα σε σχέση με το συγκρινόμενο, και β) υστερούσε στους τίτλους σπουδών, αφού ο συγκρινόμενος είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, και στη βαθμολογία πολύ ελαφρά, αφού ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999 με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", για το έτος 2001 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με (14) "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός", το 2002 με 17 "εξαίρετος". Ενόψει αυτών, είναι καταφανής η συνολική υπεροχή του ενάγοντος, ο οποίος υπερέχει σε πέντε κριτήρια, έναντι δύο μόνο του συγκρινόμενου. 10) Έναντι του συγκρινόμενου ΚΚ, ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα πάρα πολύ, ήτοι κατά δέκα τρία έτη περίπου, στην ειδική αρχαιότητα, ομοίως, κατά εννέα έτη, στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια έναντι τεσσάρων του συγκρινόμενου), στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, δεδομένου ότι άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε μόνο καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 15-2-1995, καθώς και στη βαθμολογία σημαντικά, αφού ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999, με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", για το 2001 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με τέσσερα "εξαίρετος" και δέκα τρία "πολύ καλός", το 2000 με εννέα "εξαίρετος" και οκτώ "πολύ καλός", το 2001 με δώδεκα "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός" και το 2002 με δέκα τέσσερα "εξαίρετος" και τρία "πολύ καλός", και β) υστερούσε του συγκρινόμενου στη γνώση ξένης γλώσσας ελαφρά, αφού ο ενάγων γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ ο συγκρινόμενος επίσης καλά τη γερμανική, χωρίς να κατέχουν και οι δύο σχετικό τίτλο σπουδών, και στους τίτλους σπουδών, αφού ο συγκρινόμενος είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Ενόψει των ανωτέρω, είναι καταφανής η συνολική υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου, αφού υπερέχει σε πέντε κριτήρια, έναντι δύο μόνο του συγκρινόμενου. Σύμφωνα με τα παραπάνω, προκύπτει, πράγματι, υπεροχή του ενάγοντος έναντι επτά από τους συγκρινόμενους συναδέλφους του, ήτοι των ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΣΤ, ΖΖ, ΘΘ και ΚΚ, και μάλιστα υπεροχή καταφανής, δηλαδή τόσο σημαντική, που φανερώνει αδιαμφισβήτητη έναντι αυτού υστέρηση των ως άνω προαχθέντων. Επομένως, η παράλειψη του ενάγοντος κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 15-12-2003, αποτελεί περίπτωση προφανούς υπερβάσεως των ορίων της καλής πίστεως και κατάφωρη αδικία και έτσι παρακωλύθηκε εκ μέρους της εναγομένης η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος. Η εναγομένη, με τις πρωτόδικες προτάσεις της προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι κατά τις ένδικες κρίσεις της 15-12-2003, και αν ακόμη δεν είχαν προαχθεί οι ανωτέρω προτεινόμενοι προς σύγκριση από τον ενάγοντα, δεν θα είχε προαχθεί αυτός, αλλά οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ..., ..., ... και ..., που υπερείχαν, έστω και απλά, του ενάγοντος και παρελείφθησαν και αυτοί κατά τις ίδιες ως άνω προαγωγικές κρίσεις, τον ισχυρισμό δε αυτό νόμιμα επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ενόψει, όμως, της υπεροχής του ενάγοντος έναντι επτά από τους συγκρινόμενους συναδέλφους του, παρέλκει η σύγκριση αυτού με τους ως άνω αντιπροτεινόμενους, με την ένσταση της εναγομένης, τέσσερις συναδέλφους του, αφού η υπεροχή του έναντι επτά από τους προαχθέντες αρκεί για την πλήρωση της σχετικής αιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 207 ΑΚ καθόσον, και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό, ότι οι τέσσερις αντιπροτεινόμενοι από την εναγομένη μη προαχθέντες υπάλληλοι υπερέχουν του ενάγοντος και πάλι παραμένουν τρεις θέσεις τη μία από τις οποίες καταλαμβάνει ο ενάγων. Κατόπιν αυτών, δέχεται το Εφετείο, ότι η αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής, είναι και ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να αναγνωριστεί, ότι η εναγομένη όφειλε να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 15-12-2003". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κυρία βάση της, απέρριψε αυτήν κατά την βάση της εκείνη και στη συνέχεια, αφού απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση της και αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 15-12-2003,δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ 1 ΑΚ, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, ήταν καταφανής η δε προβληθείσα διακωλυτική ένσταση και αν ακόμη ήταν βάσιμη κατ' ουσία δε θα είχε επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ακόμη διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2008 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της με αριθμό 3565/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ, τελούν δε υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί ότι ο εργαζόμενος δε συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις και η κρίση αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως, οπότε θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 ΑΚ). Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση όταν υπερβαίνει τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορεί ο εργοδότης να κινηθεί. Αν η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί.
| null | null | 0
|
Αριθμός 954/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1204/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6924/2002 μη οριστική και 8885/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 5-12-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11-7-2007 αίτησης της Χ για αναίρεση της 8885/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1999), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο ε κείνη. Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ",η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 Υπουργικές αποφάσεις, μεταβλήθηκε, με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988,σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας επεκτάθηκαν στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953,που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ στο σύνολό του, οι διατάξεις του ν.1505/1984,όπως τροποποιήθηκε με το ν.1810/1988 (άρθρο 3 παρ.1 επί ΕΣΣΕ). Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 3/2003).Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, το οποίο είναι Ν.Π.Δ.Δ., την 16-10-1980, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως σιδερώστρια με μηνιαίες αποδοχές που προβλέπουν οι εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις. Ότι επί προηγουμένων αγωγών της, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-7-1988 μέχρι 31-5-1996, εκδόθηκαν οι 3711/1993, 1068/1996 και 1675/2002 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες έχει κριθεί τελεσίδικα ότι η αναιρεσείουσα για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα έπρεπε να αμείβεται με τις διατάξεις της 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, σε συνδυασμό με την 74/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών και ότι εδικαιούτο τα 8/6 του κατώτατου ορίου ημερομισθίου, το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, το επίδομα τριετιών, το οικογενειακό επίδομα, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το ειδικό επίδομα του άρθρου 44 το ν.1193/1981 κλπ. Ότι για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 30-4-2000 η σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας διέπεται από τους συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, και ότι από τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασμένο για το επίδικο χρονικό διάστημα, αφού πρόκειται για διαφορετική νομική και ιστορική αιτία, δεδομένου ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας διέπονται από τις από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. ,Ακολούθως το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί αντίθετα ότι δηλαδή απορρέει δεδικασμένο από τις ανωτέρω εφετειακές αποφάσεις και ότι είναι νόμιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητεί διαφορές των αποδοχών της του επίδικου χρονικού διαστήματος, που προέκυψαν από τον μη υπολογισμό του βασικού μισθού της με βάση το προβλεπόμενο από τη ΔΑ 42/1981 του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και τις από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. κατώτατο ημερομίσθιο (ασφαλείας) εργατοτεχνίτη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με το νόμο, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω αποφάσεις και δεν δέχθηκε πράγματα προταθέντα από την αναιρεσείουσα (ύπαρξη δεδικασμένου). Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ.2,7 παρ. 1,8 παρ.1, 10 παρ.1 του ν. 1876/1990, 28 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, 680 ΑΚ, 9 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και των από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ παραπάνω λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1, ότι το Εφετείο με τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων παραβίασε τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου, που έχουν κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ναι μεν με τη δεύτερη διάταξη καλύπτονται και τα ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, που είχαν αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση ή είχαν γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο και υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον δίκαιο, κατά το χρόνο προσφυγής στο δικαστήριο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998), όμως οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο η έκπτωση, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι, παρά το νόμο κηρύχθηκε η έκπτωση της αναιρεσείουσας να αμείβεται σύμφωνα με το προϊσχύον της συμβάσεως της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως την ύπαρξη δεδικασμένου και όχι όταν, εφαρμόζοντας το νόμο, δέχεται αυτεπαγγέλτως την μη ύπαρξη δεδικασμένου. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, καίτοι το αναιρεσίβλητο δεν είχε προτείνει τέτοιο πράγμα, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον τρίτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 223 ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτο το μοναδικό λόγο της έφεσης, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής του αιτήματος της ένδικης αγωγής περί επιδικάσεως διαφοράς αμοιβής μεταξύ αυτής, που έλαβε και εκείνης που εδικαιούτο να λάβει για υπερωριακή απασχόληση .Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή της ότι κατά το ένδικο διάστημα α) από 1-9-1998 μέχρι 31-12-1998, β) από 1-7-1999 μέχρι 31-12-1999 και 3) από 1-1-2000 μέχρι 30-4-2000,πραγματοποίησε 128,80 και 35 ώρες, αντίστοιχα, υπερωριακής απασχόλησης, για τις οποίες εδικαιούτο να λάβει συνολικά 1.450.514 δραχμές, ενώ έλαβε μόνο 231.768 δραχμές, και ζήτησε την επιδίκαση του υπόλοιπου ποσού από 1.218.746 δραχμ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο της έφεσης, προς απόδειξη του αγωγικού της ισχυρισμού ότι πραγματοποίησε υπερωριακή απασχόληση και ότι έλαβε γι' αυτήν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, και έγγραφο του αναιρεσίβλητου από το οποίο προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς της, ότι πραγματοποίησε υπερωριακή απασχόληση κατά το έτος 1998 ώρες 143 και κατά το έτος 1999, 115 ώρες, χωρίς όμως περαιτέρω να ζητήσει μεγαλύτερο ποσό από το ανωτέρω αναφερόμενο (1.218.746 δραχμ.). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι από την ανάλυση αποδοχών και κρατήσεων των μηνών Νοεμβρίου 1998, Οκτωβρίου 1999 και Ιανουαρίου 2000, που η ίδια η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει ότι έλαβε τον Νοέμβριο 1999 το ποσό των 119.253 δραχμών, τον Οκτώβριο 1999 το ποσό των δραχμ.77.760 και τον Ιανουάριο 2000 το ποσό των δραχμών 34.755 για υπερωριακή απασχόληση 127,80 και 35 ωρών, αντίστοιχα, και ότι η διαφορά του ποσού των δραχμών 1.218.746,που ζητεί με την αγωγή της, οφείλεται στον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών της, ο οποίος έγινε με βάση την από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ και του Ν. 2470/1997 και όχι με βάση τις προγενέστερες διατάξεις, που επικαλείται η ενάγουσα. Ακολούθως, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, αφού αντικατέστησε την αιτιολογία και απέρριψε ως αβάσιμο το μοναδικό λόγο της έφεσης. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο έκρινε επί της ουσίας το λόγο της έφεσης. Η κρίση του Εφετείου περί ανεπίτρεπτης μεταβολής του αιτήματος της αγωγής που αφορά αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση 143 ωρών για το έτος 1993 και 115 ωρών για το έτος 1999 και απόρριψη κατά τούτο του αιτήματος της αγωγής ως απαραδέκτου, δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αυτό δεν ήταν αίτημα της αγωγής και συνεπώς δεν επιχειρήθηκε με την έφεση μετατροπή ως προς αυτό της αγωγής. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2007 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της με αριθμό 8885/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990, 28 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, 680 ΑΚ, 9 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και των από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου, που έχουν κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974. Ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως την ύπαρξη δεδικασμένου και όχι όταν, εφαρμόζοντας το νόμο, δέχεται αυτεπαγγέλτως τη μη ύπαρξη δεδικασμένου. Το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
| null | null | 0
|
Αριθμός 955/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2290/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3512/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 21-7-1999 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 712/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 3512/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 9456/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2001 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-3-2002 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου Χαραλάμπους Γεωργακόπουλου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341, 345, 346 του ΑΚ, 222 παρ. 1 περίπτ. γ' ΚΠολΔ και 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί τον δημοσίου λογιστικού των νπδδ", που ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής",προκύπτει ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών των νπδδ αρχίζει πάντοτε και μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής. Άρα εξώδικη όχληση του δανειστή δεν αρκεί για να τρέξουν έκτοτε τόκοι υπερημερίας κατά τα άρθρα 340,345 του ΑΚ, η επίδοση δε της αγωγής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων αποκλειστικά ως διαδικαστική πράξη και όχι ως όχληση. Ως αγωγή, εξάλλου, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, τόσο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 345-346 του ΑΚ όσο και κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974,με την οποία ο νομοθέτης απέβλεψε απλώς στη θέσπιση ευνοϊκότερης για τα νπδδ ρύθμισης ως προς το ύψος του επιτοκίου και την έναρξη της οφειλής τόκων, νοείται μόνο η καταψηφιστική όχι δε η απλώς αναγνωριστική, η οποία δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής (άρθρο 79 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1, 223 παρ. 1,295 παρ.1 του ΚΠολΔ, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό αίτημα. Εκλείπουν επομένως όλες οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες του καταψηφιστικού αυτού αιτήματος(ΟΛ.ΑΠ.7/2000).Με βάση τις σκέψεις αυτές, αν επί αγωγής κατά νπδδ, με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής, περιορισθεί το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, αφού η κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, ούτε αρκεί ως εξώδικη όχληση, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ.496/74 προϋποθέτει πάντοτε "αγωγή".Επομένως το Εφετείο που, στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε ότι από το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. δεν οφείλονται στην αναιρεσείουσα τόκοι υπερημερίας από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα αυτής σε αναγνωριστικό, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.49Θ/1974 και είναι γι' αυτό αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα περιόρισε μόνο το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό και δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα της να λάβει τόκους από της επιδόσεως της αγωγής, είναι απαράδεκτος, αφού η μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αποτελεί διαδικαστική πράξη, η οποία, εφόσον γίνει εγκύρως, συνεπάγεται αμέσως τις οριζόμενες στο νόμο (αρθρ.295 ΚΠολΔ) δικονομικές έννομες συνέπειες, τις οποίες δεν μπορούσε να περιορίσει η αναιρεσείουσα με τη δήλωση της περί παραιτήσεως, ώστε ο ισχυρισμός της για περιορισμό των εν λόγω μόνο συνεπειών να αποτελεί "πράγμα",με την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολ.Δ. Τέλος η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 και 28 παρ.1α του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950,διότι η θεσπισθείσα απ' αυτήν, κατά παρέκκλιση των άρθρων 221 παρ.1 γ ΚΠολΔ και 345,346 ΑΚ, υποχρέωση καταβολής τόκων από τα Ν.Π.Δ.Δ. μόνο από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος ώστε οι εκπρόσωποι και τα λοιπά όργανα αυτών να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον των Ν.Π.Δ.Δ. απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπιση τους, περαιτέρω δε με την παρέκκλιση αυτή δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. Επομένως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο μοναδικός, λόγος της αναιρέσεως και κατά το μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει το αντίθετο και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, από τον αρ. 1 του ΚΠολΔ. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 16-7-2001, αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 9456/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο που δέχθηκε ότι από το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. δεν οφείλονται στην αναιρεσείουσα τόκοι υπερημερίας από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα αυτής σε αναγνωριστικό, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974. Η μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αποτελεί διαδικαστική πράξη, η οποία, εφόσον γίνει εγκύρως, συνεπάγεται αμέσως τις οριζόμενες στο νόμο (άρθρ. 295 ΚΠολΔ) δικονομικές έννομες συνέπειες, τις οποίες δεν μπορούσε να περιορίσει η αναιρεσείουσα με τη δήλωσή της περί παραιτήσεως, ώστε ο ισχυρισμός της για περιορισμό των εν λόγω μόνο συνεπειών να αποτελεί "πράγμα". Τέλος η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 28 παρ. 1α του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950.
| null | null | 0
|
Αριθμός 957/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 398/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ....
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 31/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 76/16.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) την από 22/12/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε υπό του ιδίου και στρέφεται κατά της υπ' αρίθμ. 398/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία καταδικάστηκε για συκοφαντική δυσφήμιση διά του τύπου σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 στα εγκλήματα που διαπράττονται διά του τύπου οι προβλεπόμενες στον ΚΠΔ επί ποινή ακυρότητος ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ. Περαιτέρω εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναίρεσης κατ' αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της καταχωρήσεως της αποφάσεως καθαρογεγραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου (ΑΠ 1198/2006 ΑΠ 2401/2003 Ποιν. Δικ. 2004 σελ. 494). Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναίρεσης για έγκλημα διά του τύπου, που γίνεται διά δηλώσεως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως είναι πενθήμερος (ΑΠ 1198/2006). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τη βασιμότητα του, άλλως τα ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΑΠ 1198/ 2006). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβληθείσα απόφαση εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος και καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο την 15/12/2009. Η δε κατ' αυτής αναίρεση ασκήθηκε διά δηλώσεως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως την 22/12/2009 ημέρα της εβδομάδος Τρίτη, ήτοι μετά την πάροδο της τασσομένης πενθημέρου προθεσμίας που έληγε την 21/12/2009 αφού η τελευταία ημέρα ήταν Κυριακή. Στη σχετική έκθεση ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθίαν η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αρίθμ. 28/22-12-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά της υπ' αρίθμ. 398/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και
2) Να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 25 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο μόνο παράγραφος 3 εδ. α και β του Ν. 2243/1994 "περί καταργήσεως των ειδικών ποινικών διατάξεων περί τύπου" στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες, που υπερβαίνουν τις πέντε (5) ημέρες, συντέμνονται στο ήμισυ, το δε κλάσμα, που τυχόν προκύπτει, συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Η εν λόγω διάταξη, που επιδιώκει τη, συνεπεία της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων του τύπου, ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών, συντέμνει στο ήμισυ γενικώς τις θεσπιζόμενες από τον ΚΠοινΔ προθεσμίες και έτσι οι από το άρθρο 473 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ προβλεπόμενες δεκαήμερη και εικοσαήμερη προθεσμίες, οι οποίες σχετίζονται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, συντέμνονται, αντιστοίχως, σε πέντε(5) και δέκα (10) ημέρες, αρχίζουν δε οι προθεσμίες αυτές την επόμενη της καταχωρήσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στο από το άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με αυτή του άρθρου 507 παρ. 1 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως για έγκλημα δια του τύπου, που γίνεται δια δηλώσεως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως, είναι πενθήμερος. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν τη βασιμότητα του, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 398/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος καταδικάστηκε, κατ' έφεση, σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου. Η εν λόγω τελεσίδικη απόφαση, που δημοσιεύτηκε με παρόντα τον αναιρεσείοντα την 18/3/2009, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο στις 15/12/2009 (ημέρα Τρίτη), όπως προκύπτει από την επ' αυτής βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα. Η κρινόμενη όμως αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε στις 22/12//2009, ημέρα της εβδομάδος Τρίτη, με δήλωση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, στο γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου που την εξέδωσε, όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα από τον τελευταίο σχετική υπ' αριθμ. ... έκθεση, ήτοι μετά την πάροδο της πενθήμερης προθεσμίας, που ορίζεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου μόνο παρ. 3 του Ν. 2243/1994 και η οποία είχε ήδη λήξει στις ..., ημέρα Δευτέρα (αφού η τελευταία ημέρα της ασκήσεως της-η ...-ήταν Κυριακή).
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε εκπροθέσμως και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, δοθέντος ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν κάποιος λόγος ανώτερης βίας ή άλλος λόγος ανυπέρβλητου κωλύματος που εμπόδισαν τυχόν την εμπρόθεσμη άσκηση της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/12/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 398/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου (εφημερίδας). Στα εγκλήματα δια του τύπου οι προβλεπόμενες στον ΚΠΔ επί ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες, συντέμνονται στο ήμισυ (§3 άρθρ. μόνο του Ν. 2243/1994). Απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, η αίτηση αναιρέσεως, δοθέντος ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτή κάποιος λόγος ανώτερης βίας ή άλλος λόγος ανυπέρβλητου κωλύματος.
|
Τύπος
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 940/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σπηλιωτόπουλο περί αναιρέσεως της 63850/2008 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 687/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 349 παρ. 1 ΚΠΔ "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα η αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 63850/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικάσαντος εις δεύτερο βαθμό, ο νυν αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τότε εκκαλών δεν ενεφανίσθη, αλλ' ενεφανίσθη η δικηγόρος Βασιλική Κανέλλη, η οποία ως άγγελος "ανήγγειλε προς το Δικαστήριο ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου δικηγόρος Γεώργιος Σπηλιωτόπουλος είναι ασθενής και κλινήρης και κατά σύσταση του ιατρού του δεν μπορεί να μετακινηθεί για να προσέλθει στο Δικαστήριο κατά την σημερινή δικάσιμο, έδωσε στον Πρόεδρο: α) την από 14-10-2008 αίτηση του συνηγόρου του κατ/νου και β) το από 14-10-2008 ιατρικό σημείωμα του ιατρού ... και ζήτησε την αναβολή λόγω σημαντικών αιτίων" έγγραφα τα οποία και ανεγνώσθηκαν. Το δικαστήριο, εφ' όσον ο εκκαλών δεν ήτο παρών και η άγγελος δεν αναφέρει ότι ο άνω, Γεώργιος Σπηλιωτόπουλος είχε νομιμοποιηθεί ήδη ως συνήγορος του εκκαλούντος, απέρριψε το αίτημα αυτό της αναβολής με την αιτιολογία: "Το αίτημα αναβολής της υπόθεσης λόγω ασθένειας (άρθρο 349 ΚΠΔ) του συνηγόρου του απόντος στην παρούσα δίκη εκκαλούντος-κατηγορουμένου απαραδέκτως προβάλλετο από έτερο συνήγορο - συνεργάτη του δικηγορικού γραφείου του ασθενούντος συνηγόρου. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο φερόμενος ως ασθενής συνήγορος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου δεν είναι ο μόνος συνήγορος αυτού, στον οποίο ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει παράσχει εξουσιοδότηση εκπροσωπήσεώς του. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος έχει σπουδαίο λόγο που να τον εμποδίζει να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της εφέσεώς του. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το υποβληθέν αίτημα για αναβολή της υπόθεσης". Ο αναιρεσείων αιτιάται νυν με τους σχετικούς λόγους της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως ότι υπάρχει απόλυτη ακυρότης, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εξ αιτίας της αναιτιολογήτου απορρίψεως του υποβληθέντος, από άγγελο, αιτήματος αναβολής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του, (για) τον οποίον (σήμερα) αναφέρει ότι είχε εξουσιοδοτήσει να τον εκπροσωπήσει (για να παραστεί στη δίκη) εκ του ότι ο τελευταίος λόγω ασθενείας του δεν ηδύνατο να μετακινηθεί και εν συνεχεία (ότι υπάρχει) υπέρβαση εξουσίας, λόγω της απορρίψεως της εφέσεώς του ως ανυποστηρίκτου. Όμως ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος που αναφέρεται στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ', σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ' ΚΠΔ (απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και εκ της απορρίψεως αιτήματος αναβολής αναιτιολογήτως), δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον το σχετικό αίτημα αναβολής υπεβλήθη, κατά τ' άνω, από άγγελο όχι του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αλλά του δικηγόρου, που επρόκειτο να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτρέψει την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου (κατά τα άρθρα 340 παρ. 2 και 501 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), ο οποίος (δικηγόρος), πριν του επιτραπεί η τοιαύτη εκπροσώπηση, δεν νομιμοποιείται να υποβάλλει αίτημα αναβολής, που αφορά προσωπικό του κώλυμα να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να ζητήσει να του επιτραπεί η εκπροσώπηση.
Συνεπώς ορθώς και αιτιολογημένως απερρίφθη το άνω αίτημα αναβολής ως απαράδεκτο, ενώ οι επάλληλες (συμπληρωματικές) σκέψεις της αιτιολογίας ως μη έδει και, εκ τούτου, ως εκ περισσού αναφέρονται, αφού μόνη η ανωτέρω κυρία και πρώτη αιτιολογία είναι πλήρης και επαρκής για την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής, ως ανωτέρω. Εντεύθεν και μετά την βεβαίωση ότι ο εκκαλών είχε νομίμως κλητευθεί για να εμφανισθεί στο δικαστήριο, τούτο απέρριψε την έφεση ανυποστήρικτη (άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ), χωρίς να υποπέσει εις την πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ.). Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, υποστηρίζουσα τα αντίθετα, και, ιδία, για τις επάλληλες αιτιολογίες εν εκτάσει, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 20/6 Απριλίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 63850/2008 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτημα αναβολής με απόντα τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο υποβάλλει μόνον ο συνήγορός του, εις τον οποίο έχει επιτραπεί η εκπροσώπησή του, ήτοι όταν ο συνήγορός αυτός έχει νομιμοποιηθεί προηγουμένως. Ο άγγελος, όχι του εκκαλούντος, αλλά του συνηγόρου του αυτού, δεν μπορεί να ζητήσει αναβολή για τον τελευταίο και δη για σημαντικό αίτιο στο πρόσωπό του (ασθένεια). Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, εάν απορριφθεί το αίτημα αναβολής από άγγελο ως άνω, και μετά η έφεση είναι ανυποστήρικτη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 2
|
Αριθμός 929/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνστα-ντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θωμά, για αναίρεση της με αριθμό 1605/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 106/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ήτοι ως προς τη διάταξη περί μη αναστολής της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής και τη μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικώτερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η ως άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τις θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ.ΑΠ 7/2005). Αν δε το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τότε υποπίπτει στις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ πλημμέλειες (έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας). Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει από το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 1605/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, προκύπτει ότι με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο εκείνο απέρριψε το αίτημα αναβολής (για δεύτερη φορά για λόγους υγείας της εκκαλούσας) της συζήτησης της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά την υπ' αριθμ. 203/15.3.2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Ειδικότερα το Δικαστήριο εκείνο, μετά την εξέταση της μάρτυρα ..., θυγατέρας της κατηγορουμένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, χωρίς την προσκόμιση οιασδήποτε ιατρικής βεβαίωσης, δέχθηκε κατά λέξη "δεν προκύπτει ότι συντρέχει στο πρόσωπο της κατηγορουμένης σημαντικό αίτιο που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, καθόσον η επικαλούμενη ασθένειά της δεν επιβεβαιώνεται από ιατρική βεβαίωση, η δε παραδοχή του αιτήματος οδηγεί μόνο σε παρέλκυση της δίκης στην κρινόμενη υπόθεση, η οποία παραγράφεται σε σύντομο χρόνο. Κατά συνέπεια το αίτημα της κατηγορουμένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο". Επομένως, κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το ίδιο ως άνω Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "η κατηγορουμένη, στον ...στις 11.5.2002, πήγε έξω από τα επί της οδού ..., γραφεία της επιχείρησης του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος και φωνάζοντας, δυνατά, ώστε να ακουστεί από τους περιοίκους, ισχυρίστηκε για τον τελευταίο, ότι "είναι καργιόλης, γαμημένος, ντοβάς, ότι η κόρη του είναι πουτάνα και τη στέλνει στα μπάρ να γαμιέται και να του φέρνει λεφτά, όπως αυτός έστελνε και τη δική της κόρη". Τα παραπάνω γεγονότα που ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα - αλλά και οι αμέσως συνδεόμενοι με αυτή χαρακτηρισμοί - ενώπιον των τρίτων που συγκεντρώθηκαν, μεταξύ των οποίων και οι μάρτυρες ... και ... ήταν στο σύνολό τους απολύτως ψευδή και η κατηγορούμενη τα ισχυρίστηκε γνωρίζοντας την αναλήθειά τους. Επομένως, αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης που της αποδίδεται της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του εγκαλούντος". Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και επέβαλε σ'αυτήν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς πέντε (5) ευρώ την καθεμία ημέρα φυλάκισης. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 363 - 362 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ..., .... Ακόμη παρατίθενται στην απόφαση τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό προσβαλλόμενης αποφάσεώς του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας της κατηγορουμένης για την αναλήθεια των άνω γεγονότων (ως και ισχυρισμοί για το πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος που συνδέονται άμεσα με τα γεγονότα αυτά), τα οποία διέδωσε ενώπιον τρίτων. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 99 παρ. 1 Π.Κ., αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανώτερο όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 του ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Η αναστολή, εφόσον υπάρχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο, εκτός αν τούτο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 δηλαδή με τη με μετατροπή της ποινής, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Επί ποινής φυλάκισης μέχρι δύο ετών πρέπει το δικαστήριο να ελέγξει και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε, όπως έχει προαναφερθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Όμως το Εφετείο δεν προκύπτει ότι ήλεγξε τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής της ποινής αυτής και ουδόλως αιτιολόγησε την αρνητική κρίση του για το ζήτημα αυτό (αν και διαβάστηκε το ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης μετά την απαγγελία της περί ενοχής της απόφασης), αποδεχόμενο αναιτιολόγητα την αντίστοιχη εισαγγελική πρόταση. Έτσι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπερέβη την εξουσία του και επομένως ο τελευταίος σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. είναι βάσιμος, καθόσον αφορά μόνον την αναστολή εκτέλεσης της καταστάσας ήδη αμετάκλητης (ως προς την ενοχή και την ποινή) προσβαλλόμενης απόφασης. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μόνο ως προς τη διάταξη περί μη αναστολής της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής και την μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Τέλος, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η από 7.1.2010 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί εν μέρει, ήτοι μόνο ως προς τη διάταξη για τη μη αναστολή της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής και τη μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή, την υπ' αριθμ. 1605/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση της ..., για αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Αιτιολογία για απόρριψη αιτήματος αναβολής. Υπέρβαση εξουσίας για μη εξέταση αυτεπαγγέλτως ζητήματος αναστολής της ποινής έξι (6) μηνών πριν τη μετατροπή της σε χρηματική ποινή. Αναιρεί εν μέρει καταδικαστική απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη της περί μετατροπής της ποινής διάταξης της και απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.
| 0
|
Αριθμός 928/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της 1529γ, 1560/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 107/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδ. α' και β' και σε βαθμό πλημμελήματος σε κάθε άλλη περίπτωση, απαιτείται, αντικειμενικώς α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου και β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανόμενης αποφάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των ανωτέρω στοιχείων συγκροτήσεως της αντικειμενικής υποστάσεως και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος από την εξαναγκαζόμενη ως άνω συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πρέπει να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι, ώστε να αποτελεί αυτό την ανάστροφη όψη της ζημίας, ανεξαρτήτως αν το όφελος αυτό επιτεύχθηκε τελικώς. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίον όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, πρέπει, να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει εξ αυτού μόνον, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή, των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση ή την απαλλαγή της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1529 γ, 1560/2009 απόφασής του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα περιστατικά: "Η κατηγορούμενη στον Πειραιά, στις 28-5-2002, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της εκβίασης σε βάρος της μηνύτριας, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια αλλά και οι γνωστοί της Σ, Γ και Λ παράνομο περιουσιακό όφελος, δηλαδή την καταβολή σ' όλους αυτούς άγνωστο ακριβώς χρηματικό ποσό, το οποίο δεν αποτελεί αξίωση της κατηγορουμένης και των άλλων προσώπων κατ' αυτής (μηνύτριας), επικοινώνησε με την τελευταία τηλεφωνικά και με εξυβριστικές εκφράσεις και απειλές εναντίον αυτής και του συζύγου της Μ επιχείρησε να εξαναγκάσει αυτή (μηνύτρια) να καταβάλει σ' εκείνη (κατηγορουμένη και στους προαναφερόμενους Σ, Γ και Λ χρήματα, πράξη από την οποία θα επήρχετο ζημία στην περιουσία της, γιατί διαφορετικά θα προσφύγει στον Εισαγγελέα για τις απάτες του συζύγου της και θα δει τον σύζυγό της αιμόφυρτο, το γιο της καρκινιασμένο και αυτή (μηνύτρια) θα πληρώσει πολλά " γιατί θα της στείλει παρέα τον ... και θα πληρώνει μία ζωή". Έτσι η κατηγορουμένη με την απειλητική αυτή συμπεριφορά της έκανε τη μηνύτρια να περιέλθει σε κατάσταση φόβου και ταραχής, που ήταν ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως αυτής (μηνύτριας). Η πράξη της όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής της και μάλιστα γιατί η εγκαλούσα δεν ενέδωσε στις απειλές της. Στην πράξη της αυτή προέβη η κατηγορούμενη έχοντας δόλια προαίρεση, αφού γνώριζε ευσυνειδήτως ότι τα ως άνω χρήματα που επιδίωκε να λάβει από την μηνύτρια, την οποία εκβίαζε, δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεώς της. Τα ανωτέρω, που αποδείχθηκαν και έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, προκύπτουν από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που ανωτέρω κατονομάζονται κατ' είδος. Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι οι ως άνω ενέργειές της έγιναν για να ικανοποιηθούν οι Σ, Αθ. Γ,... κλπ, οι οποίο φέρονται ως θύματα κακουργηματικών απατών, ηθικός αυτουργός (και πραγματικός λήπτης των χρηματικών ποσών) των οποίων ήταν ο σύζυγος της μηνύτριας Μ και η θυγατέρα της ... είχε άμεση εμπλοκή στις εν λόγω υποθέσεις ύστερα από φορτικότητα αυτού Μ. Ο ισχυρισμός της αυτός, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής του αβασιμότητας, αφού η ίδια η μηνύτρια δεν είχε καμία σχέση με τα ως άνω επικαλούμενα από την κατηγορουμένη, ο δε σύζυγος αυτής Μ δεν αποδείχθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση της θυγατέρας της κατηγορουμένης ..., ούτε προκάλεσε με οποιονδήποτε τρόπο την απόφαση σ' αυτήν να διαπράξει την εν λόγω πράξη, στερείται έννομης επιρροής, καθόσον ως απειλή μπορεί να χρησιμεύσει και η δήλωση ασκήσεως από τον απειλούντα δικαιώματος, που νομίμως μπορεί να ασκήσει, γιατί εκβίαση συνιστά η απειλή ασκήσεως του δικαιώματος για τον προαναφερόμενο σκοπό ( βλ. ΑΠ. 732/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ', 154). Περαιτέρω, η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι η αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη είναι εκείνη της αυτοδικίας, γιατί προσπάθησε να ασκήσει δικαίωμα, το οποίο οικειοποιήθηκε από λανθασμένη πεποίθηση. Όμως, ο ισχυρισμός της αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε δικαίωμα που είχε η κατηγορουμένη ή που οικειοποιείτο αυτή εκ πεποιθήσεως, ούτε πλάνη ότι έχει νόμιμη αξίωση, αλλά πλήρως προέκυψε ότι η ως άνω απειλητική συμπεριφορά της ήταν πρόσφορη για την επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχο σκοπό, χωρίς να έχει νόμιμη αξίωση. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά η κατηγορουμένη, η οποία σημειωτέον ενημερώθηκε από τη μηνύτρια ότι η ως άνω συνομιλία τους ακούγεται και παρόλα αυτά συνέχισε την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της συναινόντας έτσι στο άκουσμα της εν λόγω τηλεφωνικής συνδιαλέξεως από τρίτα πρόσωπα (μάρτυρες κατηγορίας), πλήρως ομολόγησε κατά την απολογία της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως αυτή περιέχεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτόδικης συζήτησης. Η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε ακόμη ότι η παραπάνω πράξη της δεν πρέπει να καταλογισθεί σ' αυτήν λόγω νομικής πλάνης και συγκεκριμένα γιατί αυτή δεν γνώριζε τις συνέπειες αυτής και ότι γι' αυτήν θα τιμωρείτο. Δηλαδή προέβαλε άγνοια του αξιοποίνου. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, είναι νομικά αβάσιμος, γιατί μόνη η άγνοια του αξιοποίνου δεν αποκλείει τον καταλογισμό (άρθρο 31 παρ. 1 ΠΚ). Αυτή δεν ισχυρίσθηκε ότι λόγω πλάνης πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να τηλεφωνεί στη μηνύτρια και να απαιτεί να επιστραφούν στα προαναφερόμενα πρόσωπα τα χρήματα που είχαν παραδώσει στο σύζυγό της Μ για να τα "επενδύσει". Από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτή βρισκόταν έστω και σε ελάχιστη πλάνη περί του παράνομου της παραπάνω πράξεώς της. Γι' αυτό και ο περί νομικής πλάνης (άρθρ. 31 παρ. 2 ΠΚ) ισχυρισμός της κατηγορουμένης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως της απόπειρας εκβίασης, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό". Ακολούθως το ίδιο ως άνω Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη απόπειρας εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος κα της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτικά παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα περιστατικό που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, καθώς επίσης, και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 385 παρ. 1 περ. γ του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, αλλ' ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ελλειπείς ή ασαφείς η αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για άρση του αξιόποινου της πράξης που τέλεσε λόγω νομικής πλάνης της (βλ. 17η σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης).
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο από αυτούς, με την επίκληση, κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 177 του ΚΠΔ η οποία προστέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 1408/1996 "αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου. Μόνη όμως η ποινική δίωξη των υπαιτίων των πράξεων αυτών δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, κατ' εξαίρεση της αρχής της ηθικής αποδείξεως, που καθιερώνει η διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποιήσεως αποδεικτικού μέσου που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και επομένως, αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου και περαιτέρω, ότι το δικαστήριο αποστερείται της δυνατότητας να θεωρήσει το ζήτημα του αξιοποίνου ή μη της κτήσεως του αποδεικτικού μέσου, ως προδικαστικό και να αναβάλλει τη δίκη κατά το άρθρο 59 του ΚΠΔ μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η δίκη που θα κρίνει, αν το επίμαχο αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε με αξιόποινη πράξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 370 Α του ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν αντικατάστασή της με το άρθρο 3 του ν. 3090/24-12-2002 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου που φέρεται ότι τελέσθηκε η παράνομη μαγνητοφώνηση προφορικής (τηλεφωνικής) συνομιλίας μεταξύ της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας και της μηνύτριας Τ συζύγου Μ (28-5-2002), "όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς συναίνεση του τελευταίου". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η οποία θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στην άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ 1, 9, 9 Α και 19 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, αναφορικώς με την προσωπική και ιδιωτική ζωή και την προσωπικότητά του, η απαγόρευσή της, με ειδικά μέσα μαγνητοφώνησης αθεμίτως, ιδιωτικής συνομιλίας, αποσκοπεί στην προστασία των εννόμων αγαθών του ατόμου που προστατεύονται από τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις με την υποχρέωση της ανάγκης δικαστικής διερεύνησης της ουσιαστικής αλήθειας και της αξίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της ποινικής διαδικασίας (Ολ. ΑΠ 1/2001 Πολιτική). Τέλος, από το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη, απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επάγεται απόλυτη ακυρότητα και δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι τέλεσε η αναιρεσείουσα για να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, μετά από αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας ... και ..., που ήταν αυτήκοες (υπήρχε ανοικτή ακρόαση) με όσα στην τηλεφωνική συνομιλία τους στις 28-5-2002 μεταξύ της αναιρεσείουσας και της μηνύτριας-εγκαλούσας Τ συζύγου Μ είπε η πρώτη στη δεύτερη, με τη συναίνεση της πρώτης, η οποία άλλωστε ομολόγησε την πράξη της (απόπειρα εκβίασης της μηνύτριας και του συζύγου της Μ) ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. πρακτικά της υπ' αριθμ. ΑΠ-7862/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς), ενώ και η μαρτυρική κατάθεση της ... (θυγατέρες της αναιρεσείουσας), ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν είναι αντίθετη προς τα ανωτέρω που έγιναν δεκτά σε βάρος της μηνύτριας της (βλ. 10η σελίδα των ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη πρακτικών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου). συνακόλουθα από την κατά τα ανωτέρω αναφορά και αξιολόγηση της τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της μηνύτριας Τ, που έλαβαν γνώση συγχρόνως και τρίτοι, με τη συναίνεση της αναιρεσείουσας, δεν έγινε χρήση απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου, η αναιρεσείουσα δεν στερήθηκε ως εκ τούτου κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματός της και δεν επήλθε κάποια απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Γι' αυτό ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση της Χ, κατοίκου Πειραιώς, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1529 γ, 1560/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τι διαδικασία στο ακροατήριο. Δεν είναι παρά-νομο αποδεικτικό μέσο η μαρτυρία τρίτων που άκουσαν την τηλεφωνική συνομιλία μηνύτριας και κατηγορουμένης, με τη γνώση και τη συναίνεση της τελευταίας, η οποία έτσι δεν στερήθηκε κάποιο υπερασπιστικό της δικαίωμα. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Εκβίαση.
| 0
|
Αριθμός 924/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Βασιλειάδου, περί αναιρέσεως της 30945/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 794/09.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η παραγραφή και να παύσει υφόρο η δίωξή του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρ. 32 παρ. 1 και 2 του Ν.3346/2005, 2 και 114 ΠΚ και 568 ΚΠΔ προκύπτει ότι οι επιβληθείσες μέχρι την 17.6.2005 ποινές έως έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία εκτιθεί παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο, ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δέκα οκτώ μήνες από 17.6.2005 σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη γιο την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 του άρ. 32 του Ν. 3346/2005 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 30945/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για το έγκλημα της παραβάσεως του άρ.8 παρ.2α, 11α,β'Π.Δ/τος 17/96 και 25 παρ.2β του Ν.2224/1994 σε φυλάκιση 2 μηνών, η οποία δεν είχε εκτιθεί μέχρι 17.6.2005.
Συνεπώς δεν μπορεί να εκδικασθεί η προκειμένη αναίρεση με τα σημερινά δεδομένα, αφού η υπόθεση έπρεπε κατά νόμο να τεθεί στο αρχείο από τον αρμόδιο εισαγγελέα, και πρέπει η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη. Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος τούτου θα προσέκρουε στο άρ. 2 παρ. 1 του ΠΚ και 470 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-4-2009 και με αριθμό 34/2009 ενώπιον του γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατατεθείσας αιτήσεως του ..., για αναίρεση της με αριθμό 30945/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαϊου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προϋποθέσεις υφ' όρο παραγραφής κατ' άρθρο 32 §§ 1, 2 Ν. 3346/05. Εφόσον η καταδίκη έλαβε χώρα πριν από τις 17-6-2005 και δεν έχει εκτιθεί η ποινή, έπρεπε η απόφαση να τεθεί στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως.
|
Παραγραφή υφ' όρο
|
Παραγραφή υφ' όρο.
| 1
|
Αριθμός 930/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, περί αναιρέσεως της 608/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Παναγιώτα Παρασκευοπούλου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 10 Ιανουαρίου 2010 προσθέτους λόγους τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1651/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραπάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 256 ΠΚ, ( απιστία σχετική με την υπηρεσία), ο υπάλληλος που κατά τον προσδιορισμό την είσπραξη ή την διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιονδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, τη δημόσια, τη δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείρισή του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: 1) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) ή 2) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 25.000.000 δραχμών ( 73.000 ευρώ). Κατά την παραπάνω διάταξη, ως δημόσια περιουσία νοείται κάθε περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα και το σκοπό που επιτελεί, ενώ η ελάττωση της περιουσίας του λαμβάνει χώρα κατά την υπό του υπαλλήλου διαχείριση αυτής, στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών και διακρίσεων που αναπτύσσει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας του εισπράττοντος ή διαχειριζόμενου την περιουσία του Δημοσίου υπαλλήλου, ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου προς όφελος του υπαλλήλου ή άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η πράξη ή παράλειψή του είναι επιζήμια για την περιουσία του Δημοσίου και θέλησή του να την ζημιώσει. Ιδιαίτερα τεχνάσματα θεωρούνται ενέργειες ή παραλείψεις που τείνουν στην εξαπάτηση της αρχής, όπως ψευδείς εγγραφές σε βιβλία , αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων, με τις οποίες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί σύγχυση στους λογαριασμούς και γενικά ό,τι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, δηλαδή, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή του, ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ.1 εδ. δεύτερο του ΚΠοινΔ, το δικαστήριο στην κατ' έφεση δίκη μπορεί, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν. Επίσης κατ' άρθρο 353 παρ.1 του ΚΠοινΔ, το δικαστήριο αν κρίνει ότι κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως είναι δυνατόν να προσέλθει μάρτυρας που δεν κλητεύθηκε ή του οποίου το όνομα δε γνωστοποιήθηκε και τη μαρτυρία του θεωρεί αναγκαία, μπορεί να διατάξει την άμεση εμφάνιση και εξέταση αυτού. Η απαιτούμενη δε κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει εκτείνεται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. 'Ετσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα του κατηγορουμένου, α) για την άμεση κλήτευση και εξέταση αναγκαίου μη κλητευθέντος μάρτυρος που δεν ήταν παρών στο ακροατήριο και β) για τη μη λήψη υπόψη κάποιων εγγράφων, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριo αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ υποβάλλει κάποιο νόμιμο και ορισμένο αίτημα. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω κατά τρόπο νόμιμο υποβληθέντος αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού και απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 170 παρ.1 εδ. β,δ και παρ. 2 του ΚΠοινΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α και Β' του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως, είτε του εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1β', δ', η οποία ιδρύει ομοίως τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 608/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων εφοριακός υπάλληλος κηρύχθηκε ένοχος σε βαθμό κακουργήματος, απιστίας στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ'εξακολούθηση, σε βάρος της περιουσίας του Δημοσίου, ποσού υπερβαίνοντος τα 50.000.000 δραχμές και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 6 ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και από τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων που αναφέρονται παραπάνω και αναγνώσθηκαν καθώς και τις εκθέσεις με τις παρατηρήσεις των τεχνικών συμβούλων του Δημοσίου και του τεχνικού συμβούλου του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος ήταν δημόσιος υπάλληλος του κλάδου εφοριακών και υπηρετούσε κατά το χρονικό διάστημα από αρχών Οκτωβρίου 1991 μέχρι 17.6.1996 ως οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ... στην οποία ήταν προϊστάμενος. Στο διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος κατά το νόμο ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση της δημοσίας περιουσίας και ήταν αρμόδιος για τον προσδιορισμό του φόρου κληρονομίας, του φόρου μεταβίβασης ακινήτων και γονικών παροχών. Η δικηγόρος Ελένη Χαραλαμποκούλου, η οποία εξετάσθηκε ως μάρτυρας με την από 20/2/1995 αναφορά της προς τον Υπουργό Οικονομικών, που περιλαμβάνεται στα έγγραφα της δικογραφίας που αναγνώσθηκαν κατήγγειλε τον κατηγορούμενο ότι κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων ως προϊσταμένου στη ΔΟΥ ... επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά προς την καταγγέλουσα την 1/2/1995 και με έγγραφο από 25/1/1995 που έστειλε ως προϊστάμενος της άνω ΔΟΥ προς τον ΟΤΕ ματαίωσε την πώληση ακινήτου της καταγγέλουσας στον ΟΤΕ και την ζημίωσε καθώς και το Δημόσιο και ακόμη την δυσφήμισε και της φέρθηκε υβριστικά και απειλητικά παραβιάζοντας και το φορολογικό απόρρητο επιδιώκοντας ο ίδιος να αυξήσει την δική του περιουσία και αυτών συγγενικών του προσώπων σε βάρος του Δημοσίου κατόπιν εντολής της Διεύθυνσης Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών διετάχθη η διενέργεια προανάκρισης - ανάκρισης κατά τον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα και έλεγχος της περιουσιακής καταστάσεως του κατηγορουμένου ως δημοσίου υπαλλήλου από την επιθεωρήτρια της ΔΕΣ ΔΟΥ Ν. Πειραιά Ξ, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας η οποία μετά το πέρας της έρευνας υπέβαλε αρμοδίως την από 16/2/1998 πορισματική έκθεσή της, η οποία επίσης ανεγνώσθη. Στην έκθεση αυτή γίνεται λόγος ότι προέκυψαν κατά το στάδιο της διοικητικής έρευνας - προανάκρισης - κυρίας ανάκρισης μετά και από άλλες καταγγελίες μεταξύ των οποίων και ανώνυμες όπως ανέφερε εξεταζόμενη ως μάρτυρας η άνω επιθεωρήτρια αλλά και η έτερη μάρτυρας υπάλληλος της ΔΟΥ ... ... στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος είχε αποκτήσει ακίνητα από φορολογούμενους των οποίων τις υποθέσεις είχε χειρισθεί ως προϊστάμενος της ΔΟΥ ..., ότι κατά τον χειρισμό υποθέσεων φορολογίας κεφαλαίου σε ορισμένες από αυτές ο κατηγορούμενος ενήργησε μεροληπτικά υπέρ των φορολογουμένων και σε βάρος των συμφερόντων του Δημοσίου και ότι μετά από επανέλεγχο 81 υποθέσεων φορολογίας κεφαλαίου (ΦΜΑ - κληρονομιών - γονικών παροχών - δωρεών προέκυψαν ....... στοιχεία τέλεσης πειθαρχικών αδικημάτων από τον κατηγορούμενο και λοιπούς υπαλλήλους της ΔΟΥ ... όπως αυτά αναφέρονται στα πορίσματα - συμπεράσματα της άνω εκθέσεως της μεταξύ των οποίων και ότι ο κατηγορούμενος σε 70 υποθέσεις φορολογίας μεταβιβάσεων ακινήτων και γονικών παροχών ενεργών άλλοτε ως προϊστάμενος της ΔΟΥ και άλλοτε ως ελεγκτής και προϊστάμενος ενήργησε κατά παράβαση του υπαλληλικού του καθήκοντος με σκοπό να ωφελήσει παρανόμως τους φορολογούμενους και να βλάψει τα συμφέροντα του Δημοσίου προσδιορίζοντας για τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα αξίες πολύ χαμηλότερες από αυτές του επανελέγχου με πιθανή ζημία του δημοσίου από τις πράξεις και παραλείψεις του ανερχόμενη σε ποσό 71.902.559 δραχμών και σε 11 υποθέσεις φορολογίας κληρονομιών που επανελέγχθηκαν ο κατηγορούμενος άλλοτε ως προϊστάμενος και άλλοτε ως ελεγκτής και προϊστάμενος της άνω ΔΟΥ ενήργησε με σκοπό να ωφελήσει παρανόμως τους φορολογουμένους και να βλάψει τα συμφέροντα του Δημοσίου προσδιόρισε για τα κληρονομηθέντα ακίνητα αξίες πολύ χαμηλότερες από αυτές του επαναελέγχου με πιθανή ζημία του δημοσίου ανερχόμενη στο ποσό των 144.705.414 δραχμών. Το Β' Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείο Οικονομικών στη συνεδρίαση της 21.12.2001 με την 75/2001 απόφασή του έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο του αδικήματος της παραβάσεως καθήκοντος και της χαρακτηριστικής αναξίας υπαλλήλου διαγωγής εντός της Υπηρεσίας και έξω από αυτήν και επιβλήθηκε σ' αυτόν κατά πλειοψηφία η ποινή της προσωρινής παύσης πέντε μηνών, Στην άνω απόφασή του το Πειθαρχικό Συμβούλιο αναφέρει ως προς το αποτέλεσμα του επανελέγχου ότι ήταν ελλιπές διότι από τα στοιχεία στη δικογραφία και όσα κατατέθηκαν κατά τη διαδικασία προέκυπτε ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν τα ακριβή και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία δεν εξεδόθησαν φύλλα ελέγχου δεν διετάχθη η βεβαίωση των ανωτέρω φόρων, δεν υπήρξε διαδικασία μεταξύ φορολογικής αρχής και φορολογουμένων, δεν κατεγράφησαν οι απόψεις των φορολογουμένων δεν προσδιορίσθηκε εν τέλει η ζημία σε βάρος του Δημοσίου αλλά απλά έγινε ένας υπολογισμός φορολογητέας αξίας και φόρων χωρίς να υπάρξει συνέχεια της διαδικασίας με συνέπεια η φερόμενη ζημία σε βάρος του Δημοσίου να αμφισβητείται. Έχει απομακρυνθεί ο κατηγορούμενος από την υπηρεσία οριστικώς μετά από ένσταση του Υπουργού Οικονομικών κατά της άνω από 21.12.2001 απόφασης του Β' Πρωτοβαθμίου Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως 3420/2003 του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα εκδοθείσης της αποφάσεως για την οριστική παύση του από το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο τον Ιούνιο του έτους 2005 και εκκρεμεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας η πειθαρχική υπόθεση του κατηγορουμένου για την ποινή της οριστικής παύσεώς του από την υπηρεσία. Για τις άνω υποθέσεις φόρου μεταβίβασης και κληρονομιών για τις οποίες η επιθεωρήτρια Ξ διενήργησε προανάκριση διετάχθη Επανέλεγχος της αξίας των ακινήτων. Ο έλεγχος αυτός ανετέθη στις υπαλλήλους της ΔΟΥ ... ... και ..., οι οποίες εξετάσθηκαν ως μάρτυρες και στο ακροατήριο. Αυτές οι υπάλληλοι εξετίμησαν τα περισσότερα από αυτά ακίνητα διαφορετικά από τον κατηγορούμενο από τον οποίο είχαν εκτιμηθεί χαμηλότερα. Καθυστερημένα μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως δόθηκε από την αρμόδια υπερκείμενη διεύθυνση και ειδικότερα τον Μάιο του έτους 2006 εντολή και κοινοποιήθηκαν στους υπόχρεους φορολογουμένους φύλλα ελέγχου με βάση τις εκθέσεις επανελέγχου για τις οφειλόμενες διαφορές φόρου μεταβιβάσεως και κληρονομιών, όπως ανέφερε στην κατάθεσή της η μάρτυρας ... και κοινοποιήθηκαν 312 φύλλα ελέγχου για τα 205 από τα οποία είπε η μάρτυρας αυτή ότι συμβιβάστηκαν οι φορολογούμενοι, για 65 από αυτά δεν εμφανίσθηκαν για να συμβιβασθούν οι φορολογούμενοι και οριστικοποιήθηκαν τα αντίστοιχα φύλλα ελέγχου ενώ για τα 38 από τα κοινοποιηθέντα φύλλα ελέγχου ασκήθηκαν προσφυγές που εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια. Ανέφεραν στις καταθέσεις των οι μάρτυρες υπάλληλοι της ΔΟΥ ... που έκαναν επανέλεγχο στις υποθέσεις μεταβιβάσεως ακινήτων και κληρονομιών που τους υπέδειξε η επιθεωρήτρια Ξ ότι διαπίστωσαν διαφορές στην εκτίμηση των ακινήτων που έλεγξαν σε σχέση με την εκτίμηση σε χαμηλότερα ποσά που είχε γίνει όταν είχε επιληφθεί ο κατηγορούμενος για τον έλεγχο και την φορολόγηση των και ότι υπήρχαν παρατυπίες κατά την εκτίμηση που έγινε δεκτή από τον κατηγορούμενο που οφειλόταν στα συγκριτικά στοιχεία που επέλεγε και ήταν σε αρκετές περιπτώσεις απρόσφορα ενώ σε άλλες περιπτώσεις υπήρχαν και άλλα συγκριτικά στοιχεία που δεν συνεκτιμήθηκαν από τον κατηγορούμενο και ότι με βάση τα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία που αυτές έλαβαν υπόψη εκτιμώντας την έκταση, την απόσταση από τη θάλασσα τη μορφολογία του εδάφους τη θέση του κάθε ακινήτου κατά τον επανέλεγχο προέκυψαν αυτές οι μεγάλες διαφορές στις εκτιμήσεις από τις οποίες προέκυπταν και διάφορες στον φόρο που οφειλόταν. Η επιθεωρήτρια Ξ ανέφερε εξεταζόμενη ότι απέκτησε ο κατηγορούμενος και συγγενικά του πρόσωπα ακίνητα, καθώς και δύο συναδέλφους του που προέρχονταν από κληρονομίες ..., ... και ..., την φορολογία των οποίων χειριζόταν ο ίδιος και καταλόγισε επίσης στον κατηγορούμενο ότι δεν καταχωρούνταν στο βιβλίο συγκριτικών στοιχείων που ετηρείτο στη ΔΟΥ ... όλες οι υποθέσεις για διαφόρους κατά την άποψη της επιθεωρήτριας λόγους, καθώς και ότι για τον υπολογισμό της αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονταν ή ήταν κληρονομιαία δεν είχαν ληφθεί τα σωστά συγκριτικά στοιχεία και έτσι από τον επανέλεγχο που έκαναν οι υπάλληλοι της ΔΟΥ ... προέκυπταν διαφορές στην αξία και στη διαφορά φόρου που ήταν μεγάλη και δεν εδικαιολογείτο. Αναφέρθηκε η μάρτυρας ..., εξ αφορμής της καταγγελίας της οποίας ελέχθηκαν οι υποθέσεις φορολογίας μεταβιβάσεων και κληρονομικών ακινήτων κειμένων στην περιφέρεια αρμοδιότητος ΔΟΥ ... όσο ήταν προϊστάμενος σ' αυτήν ο κατηγορούμενος που οδήγησαν μετά την υποβολή της πορισματικής εκθέσεως της επιθεωρήτριας Ξ στην άσκηση ποινικής διώξεως κατά ου κατηγορουμένου και στην παραπομπή του στο ακροατήριο για κακουργηματική απιστία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με το υπ' αριθμό 3/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ότι διαφορετικά εκτιμήθηκε από τον κατηγορούμενο το ακίνητο που είχε αγοράσει η μητέρα της άνω μάρτυρος σε 2.800.000 δρχ. και διαφορετικά όμορο ακίνητο στην ...που είχε αγορασθεί στο όνομα της πεθεράς του κατηγορούμενου ... σε 400.000 δρχ αν και προέρχονταν αμφότερα τα ακίνητα από εκείνα της κληρονομιάς ... στην περιοχή ...και η έκταση καθενός των δύο ακινήτων δεν διέφερε παρά μερικά τετραγωνικά μέτρα και δεν μειονεκτούσε από άποψη θέσης το ακίνητο της πεθεράς του, το οποίο αγοράσθηκε από τον ΟΤΕ μετά την ματαίωση της αγοράς από τον ΟΤΕ του ακινήτου της μητέρας της μάρτυρος. Από τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν κατά πρόταση του κατηγορούμενου υποστηρίχθηκε ότι δεν ήταν σωστές οι εκτιμήσεις των υπαλλήλων που έκαναν τον επανέλεγχο για τις μεταβιβάσεις και τις κληρονομίες ακινήτων που είχε χειρισθεί ο κατηγορούμενος ως Οικονομικός Έφορος ... και ότι είναι υποκειμενικό το ζήτημα της εκτιμήσεως των ακινήτων. Ακόμη από τους μάρτυρες υπεράσπισης αναφέρθηκε ότι είχαν ελλείψεις οι εκθέσεις επανελέγχου για τα ακίνητα στα οποία είχε βεβαιώσει τον φόρο βάσει δηλώσεων ο κατηγορούμενος και δεν αναφέρονταν ειδικότερα οι λόγοι για τους οποίους πλεονεκτούσε η μειονεκτούσε το κρινόμενο ακίνητο σε κάθε περίπτωση και παρακωλυόταν η σωστή εκτίμηση από το ότι δεν υπήρχαν προφανώς πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία ενώ ήταν δυσχερέστερη η εκτίμηση για τον έφορο στις περιπτώσεις προεκτιμήσεων στις οποίες δεν γίνονταν τις περισσότερες φορές αυτοψίες ενώ ο επανέλεγχος έχει τη δυνατότητα να προβεί στην εκτίμηση με βάση περισσότερα στοιχεία και με τα συμβόλαια για τα ακίνητα. Επίσης από την πλευρά των μαρτύρων υπεράσπισης εκφράσθηκαν αμφιβολίες για την προσαύξηση κατά 20% της τιμής των ακινήτων που δεν ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις αλλά εφαρμοζόταν στην φορολογία της μεγάλης ακίνητης περιουσίας για να διευκολύνεται η περαίωση υποθέσεων φορολογουμένων αν δέχονταν την αύξηση της αξίας της ακίνητης περιουσίας των κατά 20% προκειμένου να μη γίνει έλεγχος όπως διαφορετικά θα συνέβαινε και επισήμαναν ότι για την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων ήταν αυθαίρετη η μέθοδος να λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος της τιμής από περισσότερα συγκριτικά στοιχεία. Υποστήριξε ο κατηγορούμενος στην απολογία του ότι ήταν επινόηση των υπαλλήλων που έκαναν επανέλεγχο η μέθοδος του μέσου όρου από ετερόκλητα στοιχεία για να εκτιμήσουν την αξία των ακινήτων των υποθέσεων που είχε χειρισθεί ο ίδιος ως προϊστάμενος της ΔΟΥ ... και ότι με αυτή τη μέθοδο υπολόγιζαν την αξία των ελεγχόμενων ακινήτων σε ότι η αξία ήθελαν αντί να αναζητούν προσφορά στοιχεία για κάθε κρινόμενο και τις ειδικές συνθήκες στην περιοχή. Εξήγησε στην κατάθεση της η εκ των υπαλλήλων που διενήργησαν τον επανέλεγχο ... ότι υπολόγιζαν την αξία κάποιων ακινήτων που ήταν ικανής εκτάσεως με βάση το μέσο όρο της αξίας των ακινήτων που λήφθηκαν ως συγκριτικά στοιχεία από το ότι δεν υπήρχαν άλλα καταλληλότερα και το κρινόμενο για το οποίο γινόταν ο επανέλεγχος λόγω της μεγάλης έκτασης του ήταν μικρότερης αξίας. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν στην κατ' έφεση δίκη από το Πενταμελές Εφετείο ανέφεραν εξεταζόμενοι απέδωσαν τις διαφορές στις εκτιμήσεις ότι προέρχονται από την αξία της αρχικής τιμής μονάδος των ακινήτων και ότι απέκλεισαν από τη σύγκριση ορισμένα συγκριτικά στοιχεία για ακίνητα μικρής εκτάσεως όταν το κρινόμενο ήταν εκτάσεως πολλών στρεμμάτων και ότι από τα συγκριτικά στοιχεία που είχαν ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση των ακινήτων από τον κατηγορούμενο και τα συγκριτικά στοιχεία που είχαν επικαλεσθεί οι υπάλληλοι του επανέλεγχου επέλεγαν το πλέον πρόσφορο που δεν συνέπιπτε με το συγκριτικό στοιχείο του επανέλεγχου και επίσης ότι συμβουλεύθηκαν το βιβλίο που ετηρείτο στην εφορία ... με τις τιμές των ακινήτων που εχρησιμοποιούντο ως συγκριτικά στοιχεία. Ανέφεραν ακόμη οι πραγματογνώμονες ότι για τον υπολογισμό της αξίας των ακινήτων που αφορούσε αντάλλαξαν απόψεις σε τεχνικά θέματα όπως αυτό της απόστασης των ακινήτων από τη θάλασσα και ότι έγινε ο υπολογισμός της αξίας μετά την επιλογή του κατάλληλου συγκριτικού στοιχείου και την προσαρμογή της ανά τ.μ. αξίας του με επαύξηση ή απομείωση προς ανεύρεση της αξίας του κρινόμενου ύστερα από συζητήσεις με κατασκευαστές ή αγοραστές για το πόση ήταν η τάση μεταβολής των τιμών των ακινήτων στην περιοχή και δεν απέκλεισε τη χρήση διαφορετικών συντελεστών από την πλευρά των τεχνιτών συμβούλων του Δημοσίου και του κατηγορουμένου επισημαίνοντας ότι η διαφορά των συντελεστών επαύξησης και απομείωσης είναι δυνατό να οδηγήσει σε διαφορετικές εκτιμήσεις καθώς και τη δυσχέρεια του προσδιορισμού της αξίας ενός ακινήτου με κρίσιμο χρόνο αυτόν των δέκα ετών πριν από τότε που έγινε η πραγματογνωμοσύνη από το ότι ήταν ενδεχόμενο να είχε εντωμεταξύ αναπτυχθεί πάρα πολύ η περιοχή όπως στον ... που ήταν περιοχή υπό εξέλιξη. Ανέφερε ακόμη ο πραγματογνωμόνων Θ ότι για την εκ μέρους των πραγματογνωμόνων εκτίμηση των ακινήτων που αναφέρουν στην έκθεση που συνέταξαν αυτός και ο Ζ έλαβε υπόψη μετά των λοιπών στοιχείων και την εμπορευσιμότητα του κάθε ακινήτου για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος των που δεν είχε ληφθεί υπόψη από τον οικονομικό έφορο κατά τον υπολογισμό της αξίας των ακινήτων για τον προσδιορισμό του φόρου που οφειλόταν από τους υποχρέους. Έγινε επίσης λόγος από τους πραγματογνώμονες ότι δεν έπρεπε για ένα από τα ακίνητα που έπρεπε να ελεγχθούν εκτάσεως 765 στρεμμάτων που θεωρήθηκαν παραθαλάσσια να αθροισθεί η αξία ανά τ.μ. των ακινήτων έκτασης 4 στρεμμάτων και 126 στρεμμάτων των οποίων έγινε χρήση ως συγκριτικών στοιχείων όπως κατά τον επανέλεγχο οι υπάλληλοι της Εφορίας ... έκαναν για τον υπολογισμό της τιμής μονάδος με βάση την οποία προέβησαν σε αποτίμηση του κρινόμενου αλλά σε άλλο σημείο της καταθέσεως του ο πραγματογνώμονας Ζ δέχθηκε ότι για ορισμένα από τα κρινόμενα ακίνητα αυτά εκτεινόμενα προς το βουνό σε μεγάλη απόσταση προέβησαν και οι ίδιοι σε υπολογισμό της ανά τ.μ. τιμής των με βάση τη μέθοδο του μέσου όρου με κριτήριο ότι δεν ήταν δυνατό να είναι όλα δίπλα στην θάλασσα. Ο κατηγορούμενος ως Οικονομικός Έφορος κατά τον κρίσιμο χρόνο στην ... όπως αποδείχθηκε από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος στην απολογία του ήταν ο αρμόδιος δημόσιος υπάλληλος που είχε την ιδιότητα του διαπιστευμένου την διαχείριση δημόσιας περιουσίας ως προς τον προσδιορισμό του φόρου κληρονομίας κατά την έννοια των διατάξεων του Κώδικα φορολογίας κληρονομιών και κατά τις διατάξεις που ίσχυαν τότε για τη φορολογία μεταβιβάσεως ακινήτων έχοντας την εξουσία να προσδιορίσει την αξία της κληρονομιάς περιουσίας και των μεταβιβαζόμενων ακινήτων και ακόμη να καθορίσει τον φόρο που αναλογούσε στον υπόχρεο για την καταβολή σε κάθε περίπτωση. Ο κατηγορούμενος ως Οικονομικός Έφορος ... γνώριζε ότι ήταν αρμόδιος να προέρχεται στον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονταν από επαχθή αιτία στην περιοχή αρμοδιότητας της ΔΥΟ ... στην οποία προϊστατο και ότι για τα ακίνητα αυτά που ευρίσκοντο σε περιοχές στις οποίες δεν ίσχυε το αντικειμενικό σύστημα προκειμένου να υπολογισθεί ο οικείος φόρος ελαμβάνετο υπόψη η αγοραία αξία που είχαν τα ακίνητα κατά την ημέρα μεταβίβασής των ή γένεσης της φορολογικής υποχρεώσεως. Επίσης γνώριζε αυτός ότι η αγοραία αξία των ακινήτων αυτών διαμορφωνόταν ελεύθερα σύμφωνα με την προσφορά και ζήτησή των σε συνάρτηση με τις ειδικές συνθήκες που διαμορφώνονταν στην περιοχή καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ιδιομορφίες των μεταβιβαζόμενων ακινήτων καθώς και ότι για τον προσδιορισμό της αξίας των λαμβάνονταν υπόψη και συνεκτιμώνταν τα στοιχεία μεταβίβασης παρόμοιων περιουσιακών στοιχείων πλησιοχώρων και ομοειδών προς αυτά τα οποία προέκυπταν από άλλα συμβόλαια ή κτήσεις αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή απαλλοτριώσεων ή δικαστικών διανομών που ήταν πρόσφορο και επαρκής και ασκούσαν ουσιαστική επιρροή στη διαμόρφωση της αγοραίας αξίας και ότι τα συγκριτικά στοιχεία καταχωρούντων σε ειδικό βιβλίο που ετηρείτο σε κάθε ΔΟΥ και έπρεπε να είναι στη διάθεση των φορολογουμένων. Επιβεβαιώνεται από όσα ανέφεραν εξεταζόμενοι ως μάρτυρες οι υπάλληλοι της ΔΟΥ ...που έκαναν τον επανέλεγχο της αξίας των κληρονομιαίων και μεταβιβασθέντων ακινήτων που είχαν εκτιμηθεί και είχε προσδιορισθεί από τον κατηγορούμενο ο οφειλόμενος από τους υπόχρεους γι' αυτά φόρος σε συνδυασμό με όσα κατέθεσε η επιθεωρήτρια Ξ και από τα στοιχεία του βιβλίου της Εφορίας ... με τις τιμές μονάδος των ακινήτων που είχαν μεταβιβασθεί ότι ο κατηγορούμενος ως Οικονομικός Έφορος ... αρμόδιος για τον προσδιορισμό του φόρου κληρονομιάς και του φόρου μεταβιβάσεως στις αναφερόμενες στο διατακτικό περιπτώσεις (τρεις (3) φορολογίας κληρονομιών μία (1) φορολογίας γονικής παροχής και τριάντα έξι (36) φορολογίας μεταβιβάσεως ακινήτων) προέβη στον προδιορισμό της αξίας των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας και στον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων που μεταβιβάσθηκαν σε ποσά μικρότερα της πραγματικής κατά τον χρόνο που γεννήθηκε η φορολογική υποχρέωση των κληρονόμων και κατά τον χρόνο που έγινε κάθε μεταβίβαση, ενεργώντας έτσι κατά παράβλεψη των στοιχείων που ήταν στο βιβλίο τιμών της Εφορίας ... και μπορούσαν να αποτελέσουν προσφορά συγκριτικά στοιχεία για τον προσδιορισμό της πραγματικής αξίας των ελεγχόμενων ακινήτων και τον προσδιορισμό και καταλογισμό με βάση αυτήν του φόρου κληρονομίας ή μεταβίβασης που οφειλόταν για να ελαττώσει τη δημόσια περιουσία τη διαχείριση της οποία είχε ως προς τον προσδιορισμό των φόρων αυτών θέλοντας να ωφελήσει τους υπόχρεους σε καταβολή των φόρων. Στην υπ' αριθμό φακέλου 341/3.10.1991 υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου παρασύρθηκε ο κατηγορούμενος από το ότι αγοράστρια του ακινήτου (αγροτεμάχιο 4000 τ.μ., στη θέση ... σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων από τη θάλασσα) ήταν η σύζυγος του ... και αποτίμησε την αξία του λιγότερο από την πραγματική με συνέπεια να καταβληθεί φόρος λιγότερος ήταν 305,910 δραχμές από τον οφειλόμενο δεχόμενος ότι ήταν εντός αρχαιολογικού χώρου όπως ανέφεραν και οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν με την 422/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών παρά το ότι δεν υπήρχαν δικαιολογητικά ότι χαρακτηριζόταν η μεταβιβασθήσα έκταση ως εντός αρχαιολογικού χώρου ενώ με βάση τα συγκριτικά στοιχεία ΦΜΑ Γ43/1989 και ΦΜΑ 244/1987 η τιμή μονάδος για τα αγροτικά ακίνητα στην ίδια περιοχή ανερχόταν σε 900 δρχ ανά τετραγωνικό μέτρο και όχι σε λιγότερο όπως με βάση εσφαλμένες παραμέτρους υπολόγισαν οι πραγματογνώμονες και ο κατηγορούμενος και ήθελε να ευνοηθεί ως αγοράστρια η σύζυγός του και δεν προέβη ούτε σε αναγωγή μετά από ετήσια αναπροσαρμογή της τιμής μονάδας του συγκριτικού στοιχείου προκειμένου να αναχθεί στο έτος της δήλωσης μεταβίβασης. Στην υπ' αριθμό 348/1991 υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου που αφορούσε 2 αγροτεμάχια συνολικής επιφάνειας 9377,5 τ.μ. (ένα επιφάνειας 5267,5 τ.μ. σε απόσταση 500 μέτρων από τη θάλασσα) και έτερο επιφάνειας 4110 τ.μ. με πρόσβαση παλαιά από χωματόδρομο με αγοράστρια την ... συγγενή του κατηγορούμενου (μητέρα της συζύγου του) αποτιμώθηκε από αυτόν η αξία του μεταβιβαζόμενου λιγότερο κατά 7012500 δραχμές από την πραγματική δεχόμενος ότι η απόσταση από τη θάλασσα των μεταβιβαζόμενων ήταν 2000 μέτρα και με βάση συγκριτικά στοιχεία προγενέστερα κατά δύο έτη από εκείνο του χρόνου της κρινόμενης μεταβιβάσεως που απείχαν 1000 μέτρα από τη θάλασσα για να ευνοήσει την άνω συγγενή του που ωφελήθηκε τη διαφορά φόρου από 771123 δραχμές που απέφυγε να πληρώσει με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Εσφαλμένα από τους πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο αποτιμήθηκε η ανά τ.μ. αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων μόνον σε 670 δρχ. με βάση το συγκριτικό στοιχείο που είχε χρησιμοποιηθεί από τον κατηγορούμενο για ακίνητο που απείχε 1000 μέτρα από τη θάλασσα. Στην υπ' αριθμό 84/1992 υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου που αφορούσε αγροτεμάχιο 4079,75 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 700 μέτρων από θάλασσα αγοράστρια του οποίου ήταν η εξετασθείσα ως μάρτυρας ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, μικρότερη κατά 4899000 δρχ. από την πραγματική με βάση άλλο μεταβιβασθέν προηγουμένως το ίδιο έτος ακίνητο που απείχε 1000 μέτρα από τη θάλασσα και η ανά τ.μ. τιμή του οποίου είχε καθορισθεί σε 1300 δρχ από αυτόν ενώ με βάση τα συγκριτικά στοιχεία που έλαβαν υπόψη τους οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο και αφορούσαν ακίνητα στην ίδια περιοχή που απείχαν λιγότερο από 750 μέτρα από τη θάλασσα η ανά τ.μ. τιμή του κρινόμενου δεν υπολειπόταν του ποσού των 2500 δρχ και έτσι καθόρισε ο κατηγορούμενος τον οφειλόμενο φόρο μικρότερο κατά 554683 δρχ οφελώντας την αγοράστρια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου κατά αντίστοιχο ποσό, δεν είναι δε εναρμονισμένη με την πραγματικότητα η άποψη των πραγματογνωμόνων που όρισε το δικαστήριο ότι η αξία ανά τ.μ. του μεταβιβασθέντος άνω αγροτεμαχίου ανερχόταν σε 1400 δρχ διότι παραβλέπουν ότι το κρινόμενο ακίνητο πλεονεκτούσε του ακινήτου που αφορούσε το συγκριτικό στοιχείο το οποίου έκανε χρήση ο κατηγορούμενος για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του. Κατά τον ίδιο τρόπο ενήργησε ο κατηγορούμενος και στις υποθέσεις φόρου μεταβιβάσεως υπ' αριθμό φακέλου 85/1992 και 86/1992 με αγοραστές στην πρώτη τους ... - ... και στη δεύτερη τις ... ... που αφορούσαν μεταβίβαση αγροτεμαχίων 4343,73 τ.μ. στην πρώτη και 4053,31 τ.μ. στην δεύτερη περίπτωση σε απόσταση 900 μέτρων από τη θάλασσα στη θέση ... και προσδιόρισε την αγοραία αξία των μικρότερη κατά 5209000 δρχ στην πρώτη περίπτωση και κατά 413700 δρχ στη δεύτερη περίπτωση από την πραγματική αξία των με βάση το μεταβιβασθέν προηγουμένως το ίδιο έτος ακίνητο επιφάνειας 4055 τ.μ. που απείχε 1000 μέτρα από τη θάλασσα ενώ με βάση τα άλλα συγκριτικά στοιχεία που υπήρχαν στο βιβλίο τιμών μεταβίβασης ακινήτων που ετηρείτο στη ΔΟΥ ... και των οποίων έγινε χρήση από τον επανέλεγχο και των οποίων κανόνων μνεία και οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο στην από 4/10/2000 έκθεσή των η ανά τ.μ. τιμή των κρινόμενων ακινήτων δεν υπολειπόταν κατά το χρόνο που έγιναν οι μεταβιβάσεις των του ποσού των 2500 τ.μ. και έτσι καθόρισε ο κατηγορούμενος τον οφειλόμενο φόρο μικρότερο κατά 507.780 δρχ στην πρώτη περίπτωση και κατά 494.740 δρχ στη δεύτερη περίπτωση για να ευνοήσει τους αγοραστές με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που όρισε το Δικαστήριο παρασύρονται από την άποψη ότι θεωρούν πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο που επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος για να καθορίσει την αξία των μεταβιβαζόμενων άνω αγροτεμάχιων παρά το ότι αυτά πλεονεκτούσαν του ακινήτου που αφορούσε το συγκριτικό και καταλήγουν στο μη ορθό συμπέρασμα ότι η αγοραία αξία των δεν υπερέβαινε τις 5.864.000 δρχ στην πρώτη περίπτωση και τις 5472000 δρχ στη δεύτερη περίπτωση και ότι ήταν 24603 και 22966 δραχμές μόνον οι διαφορές ου φόρου, που οφειλόταν επιπλέον εκείνου που προέκυψε με βάση την αγοραία αξία των, όπως καθορίσθηκε από τον κατηγορούμενο. Επίσης στην υπόθεση μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 376/1992 για αγροτεμάχιο επιφανείας 34279 τ.μ. στη θέση ... με αγοραστή τον ... και την ... ο κατηγορούμενος υποτίμησε την αγοραία αξία του με κατά ποσό 13763000 δραχμών για να ωφελήσει τους αγοραστές κατά την προκύπτουσα διαφορά φόρου 1538750 δρχ με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου παραβλέποντας άλλα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... που έλαβαν υπόψη οι υπάλληλοι του επανελέγχου. Οι πραγματογνώμονες που διορίσθηκαν από το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη μόνο το συγκριτικό στοιχείο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος (434/91) ως πρόσφορο προσδιόρισαν την αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου που ήταν με ορεινή περιοχή στο κέντρο του νησιού μόνον σε 10282000 δρχ παραβλέποντας ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για τρία όμορα αγροτεμάχια 8468+9555+6249 τ.μ. που απείχαν 300 μ. από τον επαρχιακό δρόμο ... και ότι η ανά τ.μ. τιμή για τα ακίνητα αυτά στον κρίσιμο χρόνο ήταν 600 δρχ ανά τ.μ. . Περαιτέρω ο κατηγορούμενος στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 87/1993 που αφορούσε αγροτεμάχιο στη θέση ..., επιφανείας 3275 τ.μ. με κάποιο ερειπωμένο κτίσμα εντός αυτού και συνόρευε με κοινοτικό δρόμο ... και προερχόταν από ακίνητα της κληρονομιάς ... για να ωφελήσει τον εαυτό του, που ήταν αγοραστής του άνω αγροτεμαχίου προσδιόρισε την αγοραία αξία του, με βάση τα συγκριτικά στοιχεία ΦΜΑ 365/1989 και 64/1991, που αφορούσαν αγροτικά ακίνητα που απείχαν 1500 μέτρα από τη θάλασσα και θεωρώντας ότι το κρινόμενο απείχε περί τα 1000 μέτρα από τη θάλασσα ενώ στην πραγματικότητα το εν λόγω ακίνητο απείχε περί τα 230 μέτρα από τη θάλασσα. Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου σε 818750 δραχμές παραβλέποντας αλλά πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών μεταβιβαζόμενων ακινήτων της ΔΟΥ ... που έλαβαν υπ' όψη οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο και αφορούσαν αγροτικά ακίνητα 1003 τ.μ. 613,8 τ.μ. και 4036 τ.μ. καθώς και 435 τ.μ. και με βάση τα οποία η ανά τ.μ. τιμή μεταβίβασης των ακινήτων στη ίδια περιοχή ήταν 1200 δρχ και η πραγματική αξία του κρινόμενου ακινήτου κατά τον χρόνο μεταβίβασης ανερχόταν σε 392,000 δρχ όπως υπολογίσθηκε από τις υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο και έτσι ωφελήθηκε αυτό την διαφορά του φόρου από 288413 δραχμές με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο υπολόγισαν την αξία του μεταβιβασθέντος στον κατηγορούμενο ακινήτου σε 1.392.000 δρχ θεωρώντας ότι αυτό απείχε 1000 μέτρα από τη θάλασσα και δεν έλαβαν υπόψη ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο το υπ' αριθμό ΦΜΑ 247/1993 που αφορούσε μεταβίβαση ομόρου προς το κρινόμενο ακινήτου επιφάνειας 4036 τ.μ. προς 1250 δρχ ανά μ2 με αποτέλεσμα να μη θεωρείται ότι αυταποκρίνεται στην πραγματικότητα η αποτίμησή των. Ακόμη ο κατηγορούμενος στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 103/1993 που αφορούσε οικόπεδο επιφάνειας 677,95 τ.μ. στο ... με θέα στη θάλασσα σε απόσταση 200 μ. από αυτήν με αγοράστριες τις ... και ..., καθώς και την υπόθεση 109/1993 που αφορούσε αγορά οικοπέδου της αυτής εκτάσεως στην ίδια θέση από τους ... και .... προσδιόρισε την αγοραία αξία του με βάση συγκριτικό στοιχείο υπ' αριθμ. ΦΜΑ 84/1990 που αφορούσε μεταβίβαση ακινήτου που απείχε 753 μ2 προς 14500 δρχ ανά τ.μ., σε 10.158.750 δρχ παραβλέποντας ότι είχε παρέλθει τριετία από εκείνη τη μεταβίβαση και ότι το κρινόμενο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και ότι η πραγματική αξία του εν όψει της θέσεώς του και της αρτιότητος και της δυνατότητος να ανεγερθεί επ' αυτό οίκημα ήταν 13545000 δρχ. όπως δέχθηκαν οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο. Η κρίση των πραγματογνωμόνων που όρισε το δικαστήριο για το ότι η πραγματική αξία του κρινόμενου ήταν 11175000 δρχ ελέγχεται ως απέχουσα από την τιμή των εντός σχεδίου οικοδομήσιμων ακινήτων στον οικισμό ... κατά τον κρίσιμο χρόνο και επηρεάζεται από την στήριξη του συμπεράσματός των στο συγκριτικό στοιχείο που χρησιμοποίησε ο Χ, ο οποίος ενήργησε έτσι για να ωφελήσει τις αγοράστριες στην πρώτη περίπτωση και τις αγοράστριες στη δεύτερη την άνω υποθέσεων κατά την διαφορά φόρου που προέκυπτε από 383.662 δρχ. με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 121/28.5.1993 που αφορούσε μεταβίβαση δύο αγροτεμαχίων ενός εκτάσεως 5415 τ.μ. και ετέρου εκτάσεως 4868 τ.μ. (συνολική επιφάνεια 10.283 τ.μ.) στην θέση ... που δηλώθηκε ότι ήσαν σε απόσταση 1000 μέτρα από τη θάλασσα και 500 μέτρα από τη δημόσια οδό ... με θέα στη θάλασσα σε ορισμένα σημεία, ενώ στην πραγματικότητα ήταν σε μικρότερη των 800 μέτρων από τη θάλασσα, με αγοραστή τον ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία των, με βάση το συγκριτικό στοιχείο υπ' αριθμό ΦΜΑ 63/1993 που αφορούσε σε μεταβίβαση ακινήτου σε απόσταση μεγαλύτερη από 500 μέτρα από τη θάλασσα σε 1110 δρχ ανά τ.μ. και συνολικά σε 11.300.000 δρχ παραβλέποντας ότι η πραγματική αξία των άνω ακινήτων εν όψει του ότι ήταν σε μικρότερη απόσταση από τη δηλωθείσα από την θάλασσα και είχαν θέα προς τη θάλασσα και με βάση και τα άλλα συγκριτικά στοιχεία υπ' αριθμ. 214/1988 και 61/1992 των οποίων έγινε χρήση από τους υπαλλήλους του επανελέγχου η πραγματική αξία των άνω ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τιμή 1300 δρχ ανά τ.μ. όπως αναφέρουν και οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο στην από 4/12/2006 έκθεσή των και ανερχόταν η συνολική αξία των άνω μεταβιβασθέντων σε 13.367.900 δρχ. Ενήργησε δε έτσι ο κατηγορούμενος για να ωφελήσει τον αγοραστή κατά τη διαφορά φόρου που προέκυπτε από 233.013 δραχμές με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Περαιτέρω στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 196/1993 που αφορούσε την αγορά 1/4 αγροτεμαχίου επιφανείας 6681 τ.μ. στη θέση ... από τον υπάλληλο της ΔΟΥ ... ... και για το οποίο είχε δηλωθεί ότι είναι σε απόσταση 600 μέτρων από τη θάλασσα ενώ κατά τον επανέλεγχο και την αυτοψία των πραγματογνωμόνων έγινε δεκτό ότι απείχε 500 μέτρα από τη θάλασσα προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου άνω ακινήτου σε 200.000 δραχμές με τιμή εκτίμησης ανά τ.μ. 120 δρχ παραβλέποντας ότι με βάση τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... ΦΜΑ 18/1993 για αγροτεμάχιο 1000 τ.μ. προς 700 δρχ ανά μ2 σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα και ΦΜΑ 146/1993 για αγροτεμάχιο 4703 τ.μ. προς 1100 δρχ ανά μ2 που απείχε 200 μέτρα από τη θάλασσα που έλαβε υπόψη ο επανέλεγχος η πραγματική αγοραία αξία του κρινόμενου κατά τον χρόνο μεταβίβασης του ανερχόταν σε 1670000 δραχμές με τιμή εκτίμησης 1000 δρχ ανά τετραγωνικό μέτρο, όπως ορθώς υπολογίσθηκε από τους υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω με σκοπό να ωφελήσει τον άνω αγοραστή συνάδελφό του στην ΔΟΥ ... κατά το ποσό της διαφοράς φόρου από 136252 δραχμές, με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου ενώ υπολείπεται της πραγματικής αξίας του άνω ακινήτου κατά τον χρόνο μεταβίβασής του ο υπολογισμός εκ μέρους των πραγματογνωμόνων που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο της αγοραίας αξίας του σε 1002000 δραχμές με βάση μόνον το συγκριτικό στοιχείο από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ .... Επίσης στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό 201/1993 που αφορούσε αγροτεμάχιο εκτάσεως 146728,75 τ.μ. στη θέση... μέρος του οποίου εφάπτεται στη θάλασσα και εκτείνεται και σε δύσβατη περιοχή με υπόχρεο αγοραστή του ..., ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία χρησικτησίας σε 40000000 δρχ με υπολογισμό της τιμής ανά τ.μ. σε 275 δρχ και στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό 202/1993 που αφορούσε μεταβίβαση του ίδιου αγροτεμαχίου αλλά εκτάσεως κατά νέα μέτρηση 150728,75 τ.μ. με πολλούς αγοραστές προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αγοραία αξία του σε 45.000.000 δραχμές με υπολογισμό της τιμής ανά τ.μ. σε 299 δραχμές, παραβλέποντας πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... όπως τα ΦΜΑ 166/1992 για αγροτεμάχιο 9473 μ2 Χ 450 δρχ. σε απόσταση 1000 μέτρων από θάλασσα, ΦΜΑ 138/1993 για αγροτεμάχιο 4380 μ2 προς 500 δρχ σε απόσταση 60 μέτρων από τη θάλασσα, ΦΜΑ 130/1993 για αγροτεμάχιο 46760 τ.μ. Χ 350 δρχ., που έλαβαν υπόψη τους οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο και εκτίμησαν ορθώς με τιμή εκτίμησης 350 δρχ ανά τ.μ. την αξία του ακινήτου που αφορούσε η ΦΜΑ 201/1993 σε 51.355.000 δρχ και την αξία του ακινήτου που αφορούσε η ΦΜΑ 2002/1993 σε 52750000 δρχ ο κατηγορούμενος ενήργησε όπως προαναφέρθηκε για να ωφελήσει τον υπόχρεο σε φορολογία της ΦΜΑ 201/1993 κατά την προκύπτουσα διαφορά φόρου από δραχμές 1286522 και για να ωφελήσει τους αγοραστές στην ΦΜΑ 202/1993 κατά την προκύπτουσα διαφορά φόρου από δραχμές 718886 με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο παρασυρόμενοι από το ότι το συγκριτικό στοιχείο που αναφέρουν ότι έκανε χρήση ο κατηγορούμενος υστερούσε τρία χρόνια της μεταβίβασής του υπό εκτίμηση ακινήτου και το ότι κατά την άποψή τους το ακίνητο που αφορούσε το συγκριτικό ΦΜΑ 130/1993 του οποίου έγινε χρήση από τους υπαλλήλους του επανελέγχου ήταν σε μεγαλύτερη απόσταση από τη θάλασσα από ότι το κρινόμενο εσφαλμένως με τιμή εκτίμησης μόνον 240 δρχ ανά τ.μ. προέβησαν σε προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου σε 35.215.000 δραχμές όσον αφορά τη δήλωση ΦΜΑ 201/1993 και σε 36175000 δραχμές ΦΜΑ 202/1993. Επίσης στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 304/1993 που αφορούσε αγροτεμάχιο επικλινές επιφάνειας 4007 τ.μ. σε απόσταση 200 μέτρων από τη θάλασσα στη θέση ..., το οποίο αποτελεί τμήμα των ακινήτων της κληρονομίας ... ολικής έκτασης 150568 τ.μ. στην περιοχή ... με αγοραστές τον ίδιο τον κατηγορούμενο και τους συναδέλφους τους στη ΔΟΥ ... ... και ... με βάση μη πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία (ΦΜΑ 258/93) για ακίνητο 4002 τ.μ. Χ 650 δρχ ανά τ.μ. και (ΦΜΑ 281/1993) για ακίνητο 4012 τ.μ. Χ 1400 δρχ ανά τ.μ. ο κατηγορούμενος προσδιόρισε με τιμή εκτίμησης 300 δρχ. ανά τ.μ. την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου σε 1.200.000 δρχ παραβλέποντας πρόσφορα έτερα στοιχεία από το βιβλίο τιμών ΔΟΥ ... όπως το στοιχείο ΦΜΑ 210/1993 για αγροτεμάχιο 4049 τ.μ. σε απόσταση μικρότερη από 500 μ. από τη θάλασσα προς 1400 δρχ ανά μ2, που έλαβαν υπόψη τους οι υπάλληλοι του επανελέγχου και το στοιχείο ΦΜΑ 211/1993 για αγροτεμάχιο 400 τ.μ. σε απόσταση μικρότερη από 500 μέτρα από τη θάλασσα προς 1300 δρχ ανά τ.μ. και το στοιχείο ΦΜΑ 192/1993 για αγροτεμάχιο 4011 τ.μ. σε απόσταση μικρότερη από τη θάλασσα προς 1200 δρχ ανά τ.μ. και με βάση τα οποία η πραγματική αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με τιμή εκτίμησης από 1000 δρχ ανά τ.μ. ανερχόταν σε 4007000 δρχ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τον εαυτό του και τους λοιπούς συναγοραστές κατά την προκύπτουσα διαφορά φόρου από 259560 δραχμές με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο προσδιόρισαν την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου σε 3.125.000 δραχμές ακολουθώντας τη μέθοδο προσέγγισης της τιμής μονάδος ως τον μέσο όρο των συγκριτικών στοιχείων των οποίων έγινε χρήση από τον κατηγορούμενο και εκείνων των οποίων έγινε χρήση από τον επανέλεγχο με την ασαφή εκτίμηση ότι τα άνω συγκριτικά στοιχεία ήταν ανάλογα με το από εκτίμηση ενώ λαμβάνοντας υπόψη τα πλέον πρόσφορα από αυτά έπρεπε να προβούν στην αποτίμηση της αξίας του κρινόμενου ακινήτου με τιμή μονάδας, μη υπολειπόμενη των 1000 δρχ. για τον χρόνο μεταβίβασης. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 305/1993 που αφορούσε αγροτεμάχιο 16303 τετραγωνικών μέτρων στη θέση ... σε απόσταση 900 μέτρων από τη θάλασσα σε περιοχή μεταξύ ... και ... όπου κατά την αυτοψία πραγματογνωμόνων υπήρχαν κατοικίες και περί τα 100 μέτρα αριστερά από την επαρχιακή οδό σε ύψωμα με εύκολη πρόσβαση και ήπιο ανάγλυφο έδαφος με αγοραστές τους ... και ..., ο κατηγορούμενος με βάση συγκριτικό στοιχείο την 400/1992 δήλωση φόρου για αγοραπωλησία που είχε γίνει το έτος 1992 και αφορούσε αγροτεμάχιο 4555 τ.μ. προς 1600 δρχ. ανά μ2, χρήση του οποίου έγινε και από τους υπαλλήλους που έκαναν του επανέλεγχο, προσδιόρισε την αγοραία αξία του μεταβιβαζομένου ακινήτου στο ποσό των 21.300.000 δραχμών με τιμή εκτίμησης 1300 δρχ. ανά μ2 ενώ εν όψει του ότι το συγκριτικό στοιχείο ήταν του προηγουμένου έτους και αφορούσε μικρότερης έκτασης ακίνητο έπρεπε να υπολογισθεί η αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 27.715.000 δραχμές με βάση τιμή μονάδος από 1700 δρχ, όπως ορθώς εκτιμήθηκε από τους υπαλλήλους του επανελέγχου. Ο κατηγορούμενος ενήργησε έτσι για να ωφελήσει τους αγοραστές αυτού του ακινήτου κατά τη διαφορά του φόρου που προέκυπτε από 738852 δραχμές με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου, ενώ οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν με την 422/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών εσφαλμένως υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 26085000 δραχμές θεωρώντας ότι αν είχε 1200 μέτρα από τη θάλασσα το ακίνητο και παραβλέποντας ότι ο χρόνος μεταβιβάσεως του κρινόμενου ήταν ένα έτος αργότερα από εκείνον της μεταβίβασης του ακινήτου που αφορούσε το συγκριτικό στοιχείο ΦΜΑ 400/1992 που λήφθηκε υπόψη και έπρεπε να γίνει αναγωγή της τιμής μονάδος σε εκείνη του έτους μεταβίβασης του κρινόμενου πριν γίνει απομείωση από το ότι υστερούσε το κρινόμενο ακίνητο λόγω μεγαλύτερης εκτάσεως εκείνης του ακινήτου του συγκριτικού και έπρεπε να γίνει απομείωση της τιμής μονάδος που όμως σε ποσοστό ήταν μικρότερη από το ποσοστό αυξήσεως της τιμής μονάδος στα πλαίσια αναγωγής του στην τιμή του χρόνου μεταβίβασης του κρινόμενου. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 306/21.10.1993 που αφορούσε αγροτεμάχιο 4023 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 900 μέτρων από τη θάλασσα με αγοραστή του ... ο κατηγορούμενος με βάση το συγκριτικό στοιχείο ΦΜΑ 400/1992 για ακίνητο επιφανείας 4555 τ.μ. που είχε μεταβιβασθεί το έτος 1992 αντί τιμής 1600 δραχμών ανά τ.μ. προσδιόρισε την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5229300 δραχμές με τιμή μονάδος 1300 δρχ ανά τ.μ. ενώ η πραγματική αγοραία αξία του υπό μεταβίβαση ακινήτου ανερχόταν σε 8046000 δραχμές, όπως ..... προσδιορισμένοι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τιμή μονάδος από 2000 δρχ ανά τ.μ. μετά από αναπροσαρμογή της τιμής εκτίμησης ανά μ2 λόγω διαφοράς ενός έτους της τιμής μονάδος του συγκριτικού στοιχείου από το έτος μεταβίβαση του κρινόμενου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο προσδιόρισαν την αξία του άνω ακινήτου κατά το χρόνο μεταβίβασης του σε 704000 δραχμές εσφαλμένα λαμβάνοντας υπόψη ως τιμή μονάδος αυτήν των 1750 δραχμών ανά τ.μ. ενώ η ποσοστιαία αναπροσαρμογή της τιμής του συγκριτικού λόγω διαφοράς έτους λόγω διαφοράς έτους που έπρεπε να λαμβάνει υπόψη ήταν 20% και όχι μικρότερη. Περαιτέρω σε σχέση με την υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 426/1993 για την μεταβίβαση 165,5/1000 αγροτεμαχίου 73000 τ.μ. στη θέση ... που απείχε από 250 μ. εώς 1500 μ. από τη θάλασσα προς την οποία είχε θέα και με πρόσβαση από χωματόδρομο σε εκτός σχεδίου περιοχή και με αγοράστρια την εταιρεία ΒΕΛΝΗΜ ΑΒΕΕ ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του υπό μεταβίβαση ακινήτου με βάση το συγκριτικό στοιχείο ΦΜΑ 387/1991 που αφορούσε μεταβίβαση το έτος 1991 τμήματος του ιδίου αγροτεμαχίου προς 2200 δρχ ανά μ2 σε 27000000 δραχμές, ενώ η πραγματική αγοραία αξία του άνω ακινήτου με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 269/90, 386/92, 64/1993 και 387/1991 ανερχόταν κατά το έτος 1993 σε 36.244500 δραχμές μετά από υπολογισμό με τιμή ανά τ.μ. από 3000 δρχ μετά από αναπροσαρμογή της τιμής ανά τ.μ. 2200 δρχ του έτους 1991 για τα ακίνητα στην άνω θέση ανά έτος για να αναχθεί στο έτος μεταβίβασης και συνεκτίμηση της συνιδιοκτησίας στην υπό μεταβίβαση έκταση που επιδρούσε μειωτικώς. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει την αγοράστρια του ακινήτου κατά τη διαφορά του φόρου που προέκυπτε από 903.548 δραχμές (4021853-3011435) με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Πενταμελές Εφετείο προσδιόρισαν την αξία του μεταβιβασθέντος σε μικρότερο ποσό (28996000) παραβλέποντας τα λοιπά συγκριτικά και στηριζόμενοι στο συγκριτικό 386/1992 που ελήφθη υπ' όψη μεταξύ άλλων και από τον επανέλεγχο αν και αφορούσε μικρότερης έκτασης ακίνητο (4500 τ.μ.) που μεταβιβάσθηκε το προηγούμενο του κρίσιμου έτους προς 3600 δρχ ανά μ2. Αποδείχθηκε, επίσης ότι στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 437/1993 για τη μεταβίβαση του 1/3 αγροτεμαχίου 20223 τ.μ. (αντιστοίχου σε 6741 τ.μ.) στη θέση ..., που εφαπτόταν με τη θάλασσα προήλθε ο κατηγορούμενος στον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του με τιμή μονάδος 5000 ανά μ2 σε 33705000 δρχ λαμβάνοντας υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία το ΦΜΑ 55/92 για ακίνητο 1482 τ.μ. σε απόσταση 60 - 70 μέτρα από θάλασσα που μεταβιβάσθηκε το έτος 1992 με τιμή μονάδος 3720 δρχ και το ΦΜΑ 159/1993 για ακίνητο 320 τ.μ. εφαπτόμενο στη θάλασσα που μεταβιβάσθηκε το ίδιο με το κρινόμενο έτος αντί τιμής μονάδος 12000 δρχ. ανά μ2 παραβλέποντας όπως και οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο και εκτίμησαν με βάση τα ίδια συγκριτικά στοιχεία την αξία του άνω ακινήτου στο ίδιο ποσό ότι αφορούσαν σημαντικά μικρότερης έκτασης ακίνητα τα άνω συγκριτικά και ότι το κρινόμενο λόγω συνιδιοκτησίας έπρεπε να εκτιμηθεί με μειωμένη τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ η πραγματική αγοραία αξία του μεταβιβασθέντος ποσοστού του άνω ακινήτου ανάλογα με τη θέση και τα λοιπά χαρακτηριστικά του ανέρχονταν σε 40446000 δραχμές με βάση τιμή μονάδας από 6000 δρχ ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστάς του άνω μεταβιβαζομένου ακινήτου ... και ... κατά το ποσό της διαφοράς φόρου που προέκυπτε από 630283 δραχμές (4449060-381877) με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου. Ακόμη στην υπόθεση φόρου μεταβιβάσεως υπ' αριθμό φακέλου 438/1993 του 1/3 αγροτεμαχίου επιφανείας 4397 τ.μ. (αντιστοίχου σε 1465,66 τ.μ.) στη θέση ..., παραθαλάσσιο σε πολύ καλό σημείο με αγοραστές τους ... και ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του με τιμή μονάδος από 5000 δραχμές ανά μ2 σε 7328333 δραχμές λαμβάνοντας υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία το ΦΜΑ 55/1992 για ακίνητο 60 - 70 μέτρα από τη θάλασσα επιφάνειας 1482 τ.μ. που είχε κληθεί το έτος 1992 αντί 3720 δραχμών ανά τ.μ. εφαπτόμενο της θαλάσσης που μεταβιβάσθηκε προηγουμένως το ίδιο έτος με το κρινόμενο αντί 12.000 δρχ ανά τ.μ. ενώ η πραγματική αγοραία αξία του άνω ακινήτου έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή μονάδος 6000 δρχ ανά μ2 λόγω της θέσεως και των λοιπών άνω χαρακτηριστικών του εν όψει του ότι τα συγκριτικά στοιχεία αφορούσαν μικρότερης έκτασης ακίνητα το ένα των οποίων δεν ήταν παραθαλάσσιο και το κρινόμενο λόγω καθεστώτος συνιδιοκτησίας υφίστατο απομείωση και ανερχόταν έτσι σε 8794000 δραχμές και όχι μόνον σε 8208000 δραχμές που την υπολόγισαν οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο με βάση τα ίδια συγκριτικά που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, που ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστές της άνω εκτάσεως κατά τη διαφορά του φόρου που προέκυπτε από 148335 δραχμές (967340 - 819015), με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην υπόθεση μεταβίβασης λόγω γονικής παροχής υπ' αριθμό φακέλου Ζ 64/7.7.1993 για αγροτεμάχιο 1210 τ.μ. συνιδιοκτησία 198,2/1000 επί μεγαλυτέρου ακινήτου 610 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 650 μέτρων από τη θάλασσα και όχι 1000 μέτρων από αυτήν όπως αναγραφόταν στη δήλωση προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αγοραία αξία του σε 5021900 δραχμές με τιμή μονάδος 4150 δραχμές ανά τ.μ. με βάση το συγκριτικό στοιχείο ΦΜΑ 129/1993 για ακίνητο 938,8 τ.μ. που μεταβιβάστηκε το ίδιο έτος με τιμή μονάδος 3800 δρχ ανά τ.μ. παραβλέποντας ότι με βάση τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία τιμών της ΔΟΥ ... υπ' αριθμό φακέλου Ξ 88/86/1992 για αγροτεμάχιο 537,50 τ.μ. που μεταβιβάστηκε το έτος 1992 με τιμή μονάδος 6000 δρχ. ανά τ.μ. και υπ' αριθμό φακέλου 36/37/1993 για αγροτεμάχιο 1000 τ.μ. που μεταβιβάστηκε το έτος 1993 αντίτιμης μονάδος 5500 δρχ ανά τ.μ., και ήταν σε απόσταση 1000 μέτρων από τη θάλασσα η πραγματική αγοραία αξία του άνω αγροτεμαχίου κατά το ποσοστό που μεταβιβαζόταν ανερχόταν στον κρίσιμο χρόνο σε 7260000 δρχ με βάση τιμή μονάδος 6000 δρχ ανά τ.μ.. Ο κατηγορούμενος ενήργησε έτσι για να ωφελήσει τον υπόχρεο ... κατά το ποσό της διαφοράς του φόρου γονικής παροχής από 169500 δραχμές (257000-87500) με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου ενώ οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο υπολόγισαν με βάση το συγκριτικό Ξ 36/37/1993 την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε μικρότερο ποσό (6050000 δραχμές) παραβλέποντας ότι αφορούσε το άνω συγκριτικό ακίνητο που απείχε περισσότερο από ότι το κρινόμενο από τη θάλασσα και δεν δικαιολογούσε να γίνει ο υπολογισμός από τους πραγματογνώμονες της αξίας του ακινήτου με τόσο μειωμένη τιμή μονάδος 4950 δρχ ανά μ2 το γεγονός ότι το ακίνητο που αφορούσε η γονική παροχή ήταν συνιδιόκτητο. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 137/1994 για αγροτεμάχιο 301,20 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 100 μέτρων από τη θάλασσα επικλινές πάνω από το ομώνυμο λιμάνι με αγοραστή τον ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του, κάνοντας χρήση του συγκριτικού ΦΜΑ 2116/1993 για αγροτεμάχιο 137 τ.μ. που ήταν σε απόσταση 100 μ. από τη θάλασσα και μεταβιβάσθηκε πριν ένα έτος με τιμή μονάδος 25.000 δρχ σε 4.510.000 δραχμές παραβλέποντας τα συγκριτικά στοιχεία ΦΜΑ 114/1994 και Ζ 2/1994 από το βιβλίο τιμών της ΔΥΟ ... για αγροτεμάχια που είχαν επιφάνεια 114 μ2 και 50 μ2 και ήσαν σε απόσταση μικρότερη από τη θάλασσα αντιστοίχως, μεταβιβάσθηκαν δε με τιμή 35000 δρχ και 30000 δρχ ανά μ2 και ότι η πραγματική αγοραία αξία του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο (19.5.1994) σε 9036000 δραχμές όπως ορθώς υπολογίσθηκε από τους υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τον αγοραστή του εν λόγω ακινήτου κατά το ποσό της διαφοράς φόρου που προέκυπτε από 441829 δραχμές (858979-417150) με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, ενώ οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο προσδιόρισαν την αξία του άνω ακινήτου σε 6024000 δρχ. με βάση την τιμή μονάδος 20000 δρχ / μ2 για το χρόνο εκτίμησης (1994) παραβλέποντας ότι η τιμή μονάδος του συγκριτικού 116/1993 από 25000 δρχ. για ακίνητο στην ίδια απόσταση από τη θάλασσα αφορούσε ακίνητο που είχε μεταβιβασθεί το προηγούμενο έτος 1993. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβιβάσεως υπ' αριθμό 238/1994 που αφορούσε τρία αγροτεμάχια, από τα οποία ένα στη θέση ... επιφάνειας 20224 τ.μ. κατά ένα εφαπτόμενο με τη θάλασσα, έτερο στην ίδια θέση, επιφάνειας 4394,70 τ.μ. εφαπτόμενο με τη θάλασσα και τρίτο ακίνητο στη θέση ... επιφανείας 2149,60 τ.μ., επικλινές, με θέα στη θάλασσα και ικανοποιητικό πρόσβαση, (παραθαλάσσιο) με αγοραστές τους ..., ..., ... - ... προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αγοραία αξία των με βάση τα συγκριτικά ΦΜΑ 437/1993, ΦΜΑ 438/1993 όσον αφορά το ακίνητο των 20224 τ.μ. σε 141568000 δρχ (7000 x 20223), όσον αφορά το δεύτερο αγροτεμάχιο σελ. 30762900 (7000 Χ 43994,7) και συνολικά στο ποσό των δραχμών 177060020. Όμως η πραγματική αγοραία αξία των άνω ακινήτων με βάση τα συγκριτικά στοιχεία που έλαβαν υπόψη τους οι υπάλληλοι κατά τον επανέλεγχο (ΦΜΑ 309/88 για ακίνητο 12090 τ.μ. σε απόσταση 500 μ. από θάλασσα που είχε μεταβιβασθεί με τιμή μονάδος 100 δρχ.), (ΦΜΑ 228/1987 για ακίνητο 23110 τ.μ. που ήταν σε 600 μ. από τη θάλασσα και είχε μεταβιβασθεί με τιμή μονάδος 400 δρχ ανά μ2), (ΦΜΑ 414/1989 για ακίνητο 48182 τ.μ. εφαπτόμενο με τη θάλασσα, που είχε μεταβιβασθεί με τιμή μονάδος 700 δρχ. ανά μ2), (ΦΜΑ ΣΕ 78/1994 για ακίνητο 628 τ.μ. που είχε μεταβιβασθεί αντί 16000 δρχ ανά μ2) η πραγματική αγοραία αξία των μεταβιβαζόμενων ακινήτων) κατά τον κρίσιμο χρόνο (20.9.1994) ανερχόταν, για το πρώτο από αυτά σε 202.240.000 δρχ (20224 τ.μ Χ 10.000 δρχ ανά μ2), για το δεύτερο αγροτεμάχιο σε 637231150 δρχ. (4394,7 μ2 Χ 2500 δρχ) και για το τρίτο ακίνητο σε 5.374.000 δρχ (2149,6 τ.μ. Χ 2500 δρχ ανά μ2) και συνολικά σε 271337150. Τα συγκριτικά στοιχεία που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος δεν ήταν ακριβή διότι και στις μεταβιβάσεις που αφορούσαν οι υποθέσεις με αριθμό φακέλου 437/1993 και 438/1993 αυτός είχε υποτιμήσει την πραγματική των αξία προκειμένου να καθορίσει τον οφειλόμενο φόρο όπως προαναφέρθηκε. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστές ..., ... και ... κατά το ποσό της διαφοράς του φόρου που προέκυπτε και ανερχόταν, για το πρώτο ακίνητο σε 1717018 δρχ (5723392 - 4006374) για το δεύτερο ακίνητο σε 932775 δρχ (1803.365 - 807590) και για το τρίτο ακίνητο σε 18250 δρχ (152084+133834) και συνολικά σε δραχμές 2651618, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Δεν κρίνεται η αποτίμηση της αξίας των τριών άνω ακινήτων από τους πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο σε 178808000 δραχμές συνολικά ως αποδίδουσα την πραγματική αξία των κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταβίβασης των διότι η αποτίμηση αυτή των πραγματογνωμόνων στηρίζεται στα άνω συγκριτικά στοιχεία ΦΜΑ 437/1993, 438/1993 για ακίνητα η αξία των οποίων είχε υπολογισθεί εσφαλμένα από τον κατηγορούμενο. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 260/1994 για αγροτεμάχιο 4011 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 350 μέτρων από τη θάλασσα εκτός σχεδίου, αριστερά πάνω από το λιμάνι ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με τιμή μονάδος 3300 δρχ. ανά τ.μ., με βάση το συγκριτικό στοιχείο Ξ 98/1993 για ακίνητο 4000 τ.μ. σε απόσταση 300 μ. από θάλασσα, του οποίου η αξία είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3300 δρχ ανά μ2) σε 13236000 δραχμές, ενώ η πραγματική αξία του άνω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταβίβασής του (6.10.1994) με βάση τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία της ΔΥΟ ... ΦΜΑ 153/1989 (για ακίνητο 350 μ από τη θάλασσα, επιφανείας 4139 τ.μ., του οποίου η αξία έχει εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2200 δρχ. ανά τ.μ.), ΦΜΑ 359/1989 (για ακίνητο 6000 τ.μ. σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα του οποίου η αξία είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2300 δρχ. ανά τ.μ.) και ΦΜΑ Ξ 84/1993 για ακίνητο 4060 τ.μ. η αξία του οποίου υπολογίσθηκε με τιμή μονάδος 4000 δρχ, από τους υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο, ανερχόταν σε 19252800 δραχμές (4011 Χ 4800 δρχ. ανά μ2). Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστές του άνω ακινήτου ... - ... και ... κατά το ποσό της διαφοράς του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τους υπόχρεους από 681669 δραχμές (2181342 - 1499673) με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο προσδιόρισαν την αγοραία αξία του σε 14400000 δραχμές χωρίς να υπολογίσουν σωστά την ανά τετραγωνικό μέτρο τιμή εκτίμησης κατά την αναγωγή της άνω τιμής μονάδος στην αξία κατά το έτος δήλωσης μεταβίβασης. Αποδείχθηκε ακόμη ότι στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης με αριθμό φακέλου 262/1994 για οικόπεδο εντός του οικισμού ... σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων πάνω από το λιμάνι και ειδικότερα για τα 10/12 του εν λόγω οικοπέδου που είχε επιφάνεια 662 τ.μ.. με αγοράστριες της ... και ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του κατά 10/12 αυτού με βάση τιμή μονάδος από 12000 δραχμές σε 6.620.000 δραχμές, χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ΦΜΑ 228/1994 για αγροτεμάχιο 800 τ.μ. σε απόσταση 200 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου αποτιμήθηκε με τιμή ανά μ2 από 12000 δρχ., παραβλέποντας τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών ΔΟΥ ... για όμορα ή παραπλήσια ακίνητα και ειδικότερα το ΦΜΑ 84/1990 για όμορο ακίνητο επιφάνειας 753 τ.μ. του οποίου η αξία όταν είχε γίνει η μεταβίβαση του είχε υπολογισθεί προς 14500 δρχ. ανά τ.μ., το ΦΜΑ 179/1990 για παραπλήσιο ακίνητο επιφανείας 392 τ.μ. του οποίου η αξία όταν έγινε η μεταβίβαση του είχε υπολογισθεί με τιμή 14500 δρχ. ανά τ.μ. και το ΦΜΑ 109/1993 για παραπλήσιο ακίνητο επιφανείας 677 τ.μ. του οποίου η αξία επανεκτιμήθηκε από τους υπαλλήλους επανελέγχου με τιμή από 20.000 δρχ ανά τετραγωνικό μέτρο. Με βάση αυτά τα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία η αξία του κρινόμενου ακινήτου κατά το χρόνο μεταβίβασής του (7-10-1994) ανερχόταν στο ποσό των 12.958.000 δραχμών όσον αφορά τα 10/12 αυτού όπως ορθώς υπολογίσθηκε από τους υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τις αγοράστριες κατά την προκύπτουσα διαφορά του φόρου που βάρυνε τις υπόχρεες από 589457 δραχμές (1201207-611820) με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο προήλθαν σε εκτίμηση της αξίας ολόκληρου του άνω ακινήτου και όχι μόνο του μεταβιβασθέντος ποσοστού σε 10.923.000 δρχ κατά στρογγυλοποίηση με τιμή μονάδος 16.500 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο 228/1994 που είχε χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος παραβλέποντας τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία που ήταν προσφορά για τον υπολογισμό της πραγματικής αξίας του μεταβιβασθέντος ποσοστού του άνω ακινήτου. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 353/1994 για ακίνητο επιφανείας 500 τ.μ. στη θέση ... πάνω από το ομώνυμο λιμάνι και η απόσταση του οποίου από τη θάλασσα ήταν μικρότερη από 1500 μ. που αναγραφόταν στη δήλωση φόρου μεταβίβασης διότι ο οικισμός ... εκτείνεται σε μικρότερη από 1500 μ. από τη θάλασσα απόφαση, ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 700.000 δραχμές με τιμή εκτίμησης 1400 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο κάνοντας χρήση ως συγκριτικού του ΦΜΑ 297/1992 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4250 τ.μ. σε απόσταση 1000 μέτρων από τη θάλασσα και η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί όταν μεταβιβάσθηκε προς 1100 δρχ, ενώ η πραγματική αξία του άνω ακινήτου με βάση τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ..., ΦΜΑ 359/1989 για ακίνητο 6000 τ.μ. σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα που η αξία του είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδας 2300 δρχ ανά τ.μ., ΦΜΑ 153/1989 για ακίνητο 4139 τ.μ. σε απόσταση 350 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 2200 δρχ ανά τ.μ., ΦΜΑ 43/1993 για ακίνητο 682 τ.μ. η αξία του οποίου επανεκτιμήθηκε με τιμή 3500 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 513/1992 για ακίνητο 4950 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 3500 δρχ και έπρεπε να συνεκτιμήσει ο κατηγορούμενος ως αρμόδιος για τον προσδιορισμό του φόρου προϊστάμενος της ΔΟΥ ... (διότι το δηλούμενο προς μεταβίβαση ακίνητο εμφανιζόταν ανακριβώς να απέχει περισσότερο από ότι στην πραγματικότητα από τη θάλασσα), ανερχόταν σε 2.500.000 δραχμές (500 τ.μ. Χ 5000) καθόσον δεν ήταν αγροτεμάχιο αλλά οικόπεδο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τον αγοραστή του ακινήτου αυτού ... κατά το ποσό της διαφοράς του φόρου μεταβίβασης που βάρυνε τον υπόχρεο από 166.860 δραχμές (231750-64890). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκν από το δικαστήριο εσφαλμένως αποτίμησαν την αξία του άνω ακινήτου σε 1250000 δραχμές κατά τον χρόνο εκτίμησης με τιμή μονάδας 2500 δραχμές μόνον παραβλέποντας τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία παρότι το ακίνητο ήταν σε μικρότερη απόσταση από τη θάλασσα, από αυτήν που είχε δηλωθεί. Επίσης στην υπόθεση μεταβίβασης ακινήτου υπ' αριθμό φακέλου 57/1995 για αγροτεμάχιο 5022 τ.μ. στη θέση ...σε απόσταση 1000 μέτρων από τη θάλασσα αριστερά πάνω από το λιμάνι με αγοραστές ..., ..., ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του σε 10.055.000 δραχμές με τιμή εκτίμησης 2500 δραχμές ανά τ.μ. κάνοντας χρήση ως συγκριτικού του ΦΜΑ 260/1994 για ακίνητο 4011 τ.μ. που απείχε 350 μέτρα από τη θάλασσα και στην εκτίμηση της αξίας του οποίου είχε προέλθει με τιμή μονάδος 3300 δραχμές ανά τ.μ. και από μειώνοντας την τιμή μονάδος του άνω συγκριτικού κατά 40% λόγω της μικρότερης αποστάσεως του ακινήτου που αφορούσε σε σχέση με το κρινόμενο από τη θάλασσα. Όμως η πραγματική αγοραία αξία του άνω αγροτεμαχίου για τον προσδιορισμό της αξίας του οποίου παρέβλεψε ο κατηγορούμενος να λάβε υπόψη του πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... και ειδικότερα το ΦΜΑ 153/1989 για ακίνητο επιφάνειας 4139 τ.μ. σε απόσταση 350 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή 12.200 δρχ. ανά τ.μ. το ΦΜΑ 359/1989 για ακίνητο επιφάνειας 6000 τ.μ., σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή 2300 δρχ., ανά τ.μ., το Ξ 84/1993 για ακίνητο επιφανείας 4068 τ.μ. η αξία του οποίου είχε επανεκτιμηθεί με τιμή 4000 δρχ ανά τ.μ. και ΦΜΑ 360/1992 για ακίνητο 5342 τ.μ. η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή μονάδος από 2500 δρχ ανά τ.μ. ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο (29.3.1995) σε 22.121.000 δραχμές (4022 τ.μ. Χ 5500), όπως ορθώς εκτιμήθηκε από τους υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστές του μεταβιβαζομένου ακινήτου κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που βαρύνει τους υπόχρεους από δραχμές 1332109 (2259109 - 927000). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο εκτίμησαν την αξία του άνω ακινήτου σε 10.055.000 δραχμές με τιμή μονάδας για το 1995 ως χρόνο εκτίμησης 2500 δραχμές ανά τ.μ. θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο από άποψη χρόνου και λοιπών χαρακτηριστικό εκείνο του οποίου έκανε χρήση ο κατηγορούμενος του οποίου όμως της τιμή μονάδας απομειώνουν λόγω πολύ μικρότερης απόστασης του ακινήτου του άνω συγκριτικού από τη θάλασσα από ότι το κρινόμενο. Όμως εσφαλμένως από τον κατηγορούμενο είχε υποτιμηθεί και η αξία και του ακινήτου που αφορούσε τον άνω συγκριτικό για τον υπολογισμό του οφειλομένου φόρου μεταβίβασής του κατά τα προαναφερθέντα και οδηγούνται έτσι και οι πραγματογνώμονες σε συμπέρασμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του κρινόμενου ακινήτου κατά τον χρόνο μεταβίβασής του κατά το έτος 1995. Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 58/1995 για αγροτεμάχιο εκτάσεως 4044 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1000 μέτρα από τη θάλασσα αριστερά πάνω από το λιμάνι με αγοραστές τους ίδιους (... - ... - ...) ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του σε 10.110.000 δραχμές με τιμή εκτίμησης 2500 δρχ. ανά τ.μ., χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ΦΜΑ 260/1994 για ακίνητο 4011 τ.μ. σε απόσταση 350 μ. από τη θάλασσα και στην εκτίμηση της αξίας του οποίου είχε προέλθει με τιμή μονάδος 3300 δρχ ανά τ.μ. και απομειώνοντας την τιμή μονάδος του άνω συγκριτικού κατά 40% λόγω της μικρότερης αποστάσεως του ακινήτου που αφορούσε από τη θάλασσα σε σχέση με το κρινόμενο. Όμως η πραγματική αγοραία αξία του άνω ακινήτου ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο (29.3.1995) σε 22.242.000 δραχμές (4044 τ.μ. Χ 5500 δρχ. ανά τ.μ.) όπως ορθώς εκτιμήθηκε από τους υπαλλήλους προέβησαν στον επανέλεγχο της μεταβίβασής του με βάση και τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο ΔΟΥ ... ήτοι το ΦΜΑ 153/1989 για ακίνητο 4139 τ.μ. σε απόσταση 350 μ. από τη θάλασσα του οποίου η αξία εκτιμήθηκε με τιμή μονάδος 12200 δρχ ανά μ2, το ΦΜΑ 359/1989 για ακίνητο 6000 τ.μ. σε απόσταση 500μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 2300 δρχ ανά τ.μ., το ΦΜΑ Ξ 84/1993 για ακίνητο επιφανείας 4068 τ.μ. η αξία του οποίου είχε επανεκτιμηθεί με τιμή 4000 δρχ ανά τ.μ. και το ΦΜΑ 360/1992 για ακίνητο 5342 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 2500 δρχ. ανά τ.μ. και τα οποία παρέβλεψε να συνεκτιμήσει ο κατηγορούμενος. Αυτός ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τους αγοραστές του μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά την προκύπτουσα διαφορά του φόρου μεταβίβασης που βάρυνε τους υποχρέους από δραχμές 1345818 (2272818-927000) με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αξία του παραπάνω ακινήτου σε 10.055.000 δραχμές με τιμή μονάδος για το χρόνο εκτίμησης (1995) 2500 δραχμές ανά τ.μ., θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, εκείνο του οποίου έκανε χρήση και ο κατηγορούμενος και δεχόμενοι ότι έπρεπε να απομειωθεί αυτή η τιμή μονάδος επειδή το ακίνητο που αφορούσε το συγκριτικό εκείνο απείχε πολύ μικρότερη απόσταση από τη θάλασσα. Πρέπει να σημειωθεί ως προς την εκτίμηση αυτή των πραγματογνωμόνων ότι ο κατηγορούμενος εσφαλμένως είχε υποτιμήσει σκόπιμα την αξία του ακινήτου που αφορούσε το συγκριτικό 260/1994 τότε που έγινε η μεταβίβαση του κατά τα όσα ανωτέρω είχαν αναφερθεί και έτσι εσφαλμένως οδηγούνται οι πραγματογνώμονες που όρισε το Δικαστήριο στην άνω εκτίμησή τους, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία και του αγροτεμαχίου των 4044 τ.μ. στο ... που μεταβιβάσθηκε στις 29/3/1995. Ακόμη αποδείχθηκε ότι στην υπόθεση μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 69/1995 για τρείς αγρούς, έναν εκτάσεως 227156 τ.μ. στη θέση ... χωρίς πρόσβαση από το δρόμο, έτερο εκτάσεως 28247 τ.μ. στη θέση ... χωρίς πρόσβαση από το δρόμο και τρίτο αγρό εκτάσεως 85677 τ.μ. στη θέση ... από τους οποίους οι δύο πρώτοι είναι σε απόσταση έως 1000 μέτρα από τη θάλασσα και ο τρίτος αγρός ξεκινά από το βουνό και καταλήγει στη θάλασσα με καλή θέα χωρίς πρόσβαση από δρόμο προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αγοραία αξία των προς καθορισμό του φόρου μεταβίβασης σε 45.431.000 δραχμές για τον πρώτο αγρό 5.649.400 δραχμές για τον δεύτερο και σε 17.135.400 δραχμές για τον τρίτο με τιμή εκτίμησης 200 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση ως συγκριτικό στοιχείο αφ' ενός την δήλωση ΦΜΑ 202/1993 για αγροτεμάχιο επιφανείας 150728,75 τ.μ. εφαπτόμενο στη θάλασσα για την αγοραπωλησία του οποίου είχε εκτιμηθεί η αξία του το έτος 1993 με τιμή 300 δρχ. ανά τ.μ. και αφ' ετέρου τη δήλωση 264/1990 για αγροτεμάχιο επιφανείας 12276 τ.μ. σε απόσταση 700 μ. από τη θάλασσα για την αγοραπωλησία του οποίου που είχε γίνει το έτος 1994 είχε εκτιμηθεί η αξία του. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ... ήτοι το υπό στοιχεία ΦΜΑ 130/1993 για ακίνητο επιφάνειας 46760 τ.μ. που απείχε περισσότερο από τη θάλασσα (2000 μ.) και για την μεταβίβαση του το έτος 1993 είχε υπολογισθεί η αξία του με τιμή 350 δρχ. ανά τ.μ., το υπό στοιχεία ΦΜΑ 166/1992 για ακίνητο 9473 τ.μ. σε απόσταση 1000 μ. από τη θάλασσα για την μεταβίβαση του οποίου το έτος 1990 είχε εκτιμηθεί η αξία του προς 450 δρχ. ανά τ.μ., του υπό στοιχεία ΦΜΑ 264/1990 για ακίνητο 12276 τ.μ. σε απόσταση 700 μ. από τη θάλασσα για τη μεταβίβαση του οποίου είχε γίνει εκτίμηση του προς 244 δρχ. ανά τ.μ. και του υπό στοιχεία 263/1990 για ακίνητο 40000 τ.μ. σε απόσταση 700 μ. από τη θάλασσα για την μεταβίβαση του οποίου είχε γίνει εκτίμηση του προς 100 δρχ. ανά τ.μ. και του υπό στοιχεία 430/1993 για ακίνητο 658 τ.μ. σε απόσταση 1000 μ. από τη θάλασσα για τη μεταβίβαση του οποίου είχε γίνει εκτίμηση προς 500 δρχ. ανά τ.μ. , τα οποία παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ο κατηγορούμενος η πραγματική αγοραία αξία των άνω αγρών ανερχόταν σε 113.578.000 δρχ. για τον πρώτο (227.156 Χ 500 δρχ. ανά τ.μ.), σε 14.123.500 δραχμές για τον δεύτερο (28.247 τ.μ. Χ 500 δρχ. ανά τ.μ.) και σε 42.838.500 δρχ. (85677 τ.μ. Χ 500 δρχ. ανά τ.μ.) για τον τρίτο αγρό και συνολικά σε 170.540.000 δραχμές, όπως ορθώς εκτιμήθηκαν από τους υπαλλήλους του επανελέγχου. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τον αγοραστή των αγρών αυτών ... κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που προέκυπτε και εβάρυνε τον υπόχρεο από δραχμές 9.804.982 συνολικά (18722182-88717100). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία των τριών αυτών αγρών σε 45.431.000 δρχ. για τον πρώτο, σε 5.649.000 δρχ. για τον δεύτερο και σε 17.135.000 δρχ. για τον τρίτο, συνολικά δε σε 68.215.000 δρχ. με τιμή εκτίμησης 200 δρχ. ανά τ.μ. θεωρώντας ως πρόσφορο περισσότερο το υπ' αριθμό φακέλου δηλώσεως 202/1993 συγκριτικό στοιχείο. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος εσφαλμένα είχε υποτιμήσει με τον σκοπό που προαναφέρθηκε την αξία του ακινήτου που αφορούσε το συγκριτικό 202/1993 τότε που έγινε η μεταβίβαση του σύμφωνα με όσα ανωτέρω έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκε και κατά συνέπεια εσφαλμένως οδηγήθηκαν οι πραγματογνώμονες που όρισε το δικαστήριο στην ίδια εκτίμηση για το κρινόμενο ακίνητο με αυτήν του κατηγορούμενου που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία των τριών άνω αγρών κατά το χρόνο μεταβίβασης των στις 12-4-1995.
Επίσης στην υπόθεση φόρου μεταβιβάσεως υπ' αριθμό φακέλου 195/1995 για αγροτεμάχιο 141,12 τ.μ. (τρία λακίδια από 47,04 τ.μ. το καθένα) στην ... σε απόσταση πλέον των 500 μέτρων από τη θάλασσα με αγοράστριες τις ... και ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου σε 2.399.400 δραχμές με τιμή εκτίμησης 17.000 δρχ. ανά τ.μ. προκειμένου να καθορισθεί ο οφειλόμενος φόρος μεταβίβασης. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία Ζ 132/1993 για ακίνητο 47 τ.μ. σε απόσταση 100 μ. από τη θάλασσα του οποίου η αξία είχε υπολογισθεί κατά το 1993 με τιμή μονάδος 30.000 δρχ. ανά τ.μ., 423/1993 για ακίνητο 47,04 τ.μ. σε απόσταση 500 μ. από τή θάλασσα του οποίου η αξία είχε υπολογισθεί όταν μεταβιβάσθηκε το 1993 με τιμή μονάδος 30.000 δρχ. έπρεπε να υπολογισθεί από τον κατηγορούμενο η πραγματική αγοραία του άνω αγροτεμαχίου σ 3.528.000 δρχ. με τιμή εκτίμησης 25.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος παρέβλεψε την ορθή αξιολόγηση των άνω συγκριτικών και υποτίμησε την αγοραία αξία του ακινήτου αυτού για να ωφελήσει τις αγοράστριες κατά την προκύπτουσα διαφορά στον φόρο μεταβίβασης που βάρυνε τις υπόχρεους από δραχμές 104.655 (327046-222391). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο εκτίμησαν την αξία του μεταβιβαζομένου ακινήτου σε 2.822.000 δρχ. με τιμή μονάδος για τον χρόνο εκτίμησης 20.000 δρχ. ανά τ.μ. ύστερα από αναπροσαρμογή της τιμής μονάδος του συγκριτικού Ζ 132/1993 που θεωρούν πρόσφορο λόγω μεταγενεστέρου χρόνου εκτίμησης αλλά μεγαλύτερη στη συνέχεια απομείωση της τιμής μονάδος λόγω μεγαλύτερης απόστασης από τη θάλασσα του κρινόμενου από ότι το ακίνητο του συγκριτικά από αυτήν που εδικαιολογείτο.
Επίσης στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ'αριθμό φακέλου 233/1995 για αγροτεμάχιο στη θέση ... επιφάνειας 765.065 τ.μ. εφαπτόμενο στη θάλασσα στο νοτιοδυτικό τμήμα της νήσου ... με θέα στο Αιγαίο και με αγοραστή την εταιρεία Ιωάννης Τσούρτης Α.Ε. ο κατηγορούμενος προέβη στον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του προς υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης σε 325.152.625 δρχ. με τιμή μονάδος 425 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση ως συγκριτικών στοιχείων το υπ'αριθμό δήλωσης μεταβίβασης 397/1992 για ακίνητο επιφάνειας 4080 τ.μ. σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα η εκτίμηση της αξίας του οποίου όταν έγινε η μεταβίβαση του το έτος 1990 με τιμή μονάδος 300 δρχ. ανά τ.μ. και το υπ'αριθμό 544/1992 για ακίνητο επιφανείας 4004 τ.μ. που ήταν όμως στην θέση ... η αγοραπωλησία του οποίου έγινε το 1992 και η εκτίμηση του έγινε με τιμή μονάδος 500 δρχ. ανά τ.μ. . Με βάση όμως το συγκριτικό στοιχείο ΦΜΑ 545/1990 από τα βιβλία τιμών ΔΟΥ ... που ήταν πρόσφορο διότι αφορούσε όμορο με το κρινόμενο ακίνητο επιφάνειας 126360 τ.μ. μη εφαπτόμενο στη θάλασσα για την εκτίμηση του οποίου όταν έγινε η πώληση του το έτος 1990 είχε γίνει υπολογισμός της αξίας του με τιμή μονάδος 301 δρχ. ανά τ.μ. η πραγματική αξία του άνω ακινήτου έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή μονάδος 500 δρχ. ανά τ.μ. σε 382.532.500 δρχ. μετά από αναπροσαρμογή της τιμής του συγκριτικού ανά έτος προκειμένου να αναχθεί στην τιμή του χρόνου μεταβίβασης του κρινόμενου και με μείωση της λόγω μεγαλύτερης έκτασης (εξαπλασίας) του κρινόμενου από αυτήν του συγκριτικού. Ο κατηγορούμενος παρέβλεψε να προβεί στην εκτίμηση με βάση αυτό το πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο ως άνω για να ωφελήσει την αγοράστρια κατά την προκύπτουσα διαφορά του φόρου που βάρυνε τον υπόχρεο από δραχμές 5.238.803 (42.078.575-36.839.772). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Πενταμελές Εφετείο υπολόγισαν την αγοραία αξία του υπό εκτίμηση άνω ακινήτου σε 325.153.000 δρχ. με τιμή μονάδος 425 δρχ. ανά τ.μ. παραλείποντας να προέλθουν στην άνω αναπροσαρμογή της τιμής του θεωρούμενου ως πρόσφορου συγκριτικού στοιχείου 545/1990 και σε μείωση στη συνέχεια της τιμής μονάδος λόγω μικρότερης έκτασης του συγκριτικού από το κρινόμενο.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι στην υπόθεση μεταβίβασης υπ' αριθμό Φακέλου 316/19&5. για μεταβίβαση αγροτεμαχίου επιφανείας 407 τ.μ. στον ... παραθαλάσσιο απέναντι από την εκκλησία με αγοραστή τον ... , ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του άνω ακινήτου προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 2.971.100 δρχ. με τιμή μονάδος 7.300 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση ως συγκριτικού του υπ'αριθμ. ΦΜΑ για ακίνητο 1253 τ.μ. σε απόσταση 500 μέτρων από τη θάλασσα η αξία του οποίου όταν μεταβιβάσθηκε υπολογίσθηκε με τιμή μονάδος 6.000 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... 75/1994 για αγροτεμάχιο 462 τ.μ. που απείχε 600 μ. από τη θάλασσα και είχε υπολογισθεί η αξία του όταν μεταβιβάσθηκε με 6.000 δρχ ανά τ.μ., 290/1994 για ακίνητο 3010 τ.μ., η αξία του οποίου όταν μεταβιβάσθηκε υπολογίσθηκε με τιμή μονάδος 11.000 δρχ. ανά τ.μ. και ΞΕ 78/1994 για ακίνητο 628 τ.μ. σε απόσταση 600 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου όταν μεταβιβάσθηκε είχε υπολογισθεί με τιμή 16.000 δρχ. ανά τ.μ. και τα οποία παρέβλεψε ο κατηγορούμενος αλλά ελήφθησαν υπόψη κατά τον επανέλεγχο η πραγματική αξία του άνω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταβίβασης (30.12.1995) ανερχόταν σε 4.477.000 δρχ. με τιμή εκτίμησης 11.000 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να ωφελήσει τον αγοραστή του άνω ακινήτου κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τον υπόχρεο από δραχμές 139.597 (415018-275421) με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου.
Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του υπό εκτίμηση ακινήτου σε 3.663.000 δρχ. με βάση τιμή μονάδος από 9.000 δρχ. ανά τ.μ. θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο υπ' αριθμό δήλωσης ΦΜΑ 75/94 αλλά δεν συνεκτίμησαν άλλα συγκριτικά στοιχεία που αφορούσαν μεταβιβασθέντα το προηγούμενο έτος 1994 που ήταν σε ίδια απόσταση με το κρινόμενο από τη θάλασσα και ελέγχεται ως προς την ακρίβεια του το πόρισμα τους για την αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο που έγινε η εκτίμηση του για να πληρωθεί ο οφειλόμενος φόρος.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ'αριθμό φακέλου 11/24^1996 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4166 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1300 μέτρων από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή του ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του σε 4.600.000 δρχ. σε τιμή μονάδος 1100 δρχ. ανά τ.μ. χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο για το οποίο είχε υποβληθεί δήλωση ΦΜΑ 303/1995 και αφορούσε όμορο αγροτεμάχιο 4000 τ.μ. σε ίδια απόσταση από τη θάλασσα και για την εκτίμηση της αξίας του όταν μεταβιβάσθηκε το έτος 1995 ως τιμή μονάδος υπολογίσθηκε αυτή των 1000 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία, 119/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2.500 δρχ. ανά τ.μ., 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3680 δρχ. ανά τ.μ. και 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 τ.μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. τα οποία ως πρόσφορα παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ο κατηγορούμενος που ήταν επί σειρά ετών προϊστάμενος της ΔΟΥ ... η πραγματική αγοραία αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου ανερχόταν με βάση τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. σε 8.332.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και εκτίμησε την αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου σε μικρότερο από την πραγματική ποσό για να ωφελήσει τον αγοραστή του ακινήτου κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης από την υποτίμηση της αξίας του ανερχόμενη σε 410.520 δρχ. (916520-506000), με αντίστοιχη ζημία του ελληνικού δημοσίου.
Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.207.000 δρχ. με τιμή μονάδος από 1250 δρχ. ανά τ.μ. θεωρώντας ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο το ΦΜΑ 303/1995 που είχε χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος παραβλέποντας την συνεκτίμηση και των άλλων συγκριτικών στοιχείων για μεταβιβάσεις έτερων αγροτεμαχίων στην ίδια περιοχή με συνέπεια να μην είναι ακριβής η εκτίμηση των για το κρινόμενο ακίνητο.
Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 12/1996 με αντικείμενο αγροτεμάχιο επιφανείας 4059 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1300 μ. από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή τον ..., ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 4.464.900 δρχ. με τιμή μονάδος 1100 δρχ. ανά τ.μ., χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο για τη μεταβίβαση του οποίου το 1995 είχε υποβληθεί η δήλωση ΦΜΑ 303/1995 και αφορούσε όμορο αγροτεμάχιο επιφανείας 4000 τ.μ. σε ίδια απόσταση από τη θάλασσα και για την εκτίμηση της αξίας του οποίου όταν μεταβιβάσθηκε είχε ληφθεί υπόψη τιμή μονάδος από 1000 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία τιμών, ΦΜΑ 119/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2500 δρχ. ανά τ.μ., ΦΜΑ 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3680 δρχ. ανά τ.μ., ΦΜΑ 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδας 2000 δρχ. ανά τ.μ., τα οποία παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ως πρόσφορα ο κατηγορούμενος αν και ήταν επί σειρά ετών οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ..., η πραγματική αγοραία αξία του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (24-1-1996) ανερχόταν σε 8.118.000 δρχ. με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να υποτιμήσει την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου προκειμένου να ωφελήσει τον αγοραστή αυτού κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τον υπόχρεο από δραχμές 465.530 δρχ. (892980-427450) με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.074.000 δρχ. με τιμή μονάδος 1250 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο, αλλά η εκτίμηση των δεν κρίνεται ακριβής διότι θεώρησαν ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο περισσότερο εκείνο που είχε χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος ενώ έπρεπε να συνεκτιμήσουν και τα άλλα συγκριτικά στοιχεία για τα έτερα πλησιόχωρα ακίνητα που είχαν μεταβιβασθεί το ίδιο έτος 1995 με εκείνο του θεωρηθέντος εκ μέρους των ως πλέον πρόσφορου συγκριτικού.
Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ'αριθμό φακέλου 13/1996 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4020 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1300 μέτρα από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή τον ... ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 4.422.000 δραχμές με τιμή μονάδος 1100 δρχ. ανά τ.μ., χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το υπό ΦΜΑ 303/1995 που αφορούσε όμορο ακίνητο 4000 τ.μ. σε ίδια με το κρινόμενο απόσταση από τη θάλασσα και για την εκτίμηση της αξίας του οποίου όταν μεταβιβάσθηκε είχε ληφθεί υπόψη τιμή μονάδος από 1000 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία της ΔΟΥ υπό ΦΜΑ 919/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2500 δρχ. ανά τ.μ., υπο ΦΜΑ 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα , η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. και υπό ΦΜΑ 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ., τα οποία ως πρόσφορα παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ο κατηγορούμενος αν και ήταν επί σειρά ετών οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ..., η πραγματική αγοραία αξία του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (24.1.1996) ανερχόταν σε 8.040.000 δραχμές με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω για να υποτιμήσει την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου προκειμένου να ωφελήσει τον αγοραστή αυτού κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τον υπόχρεο από 400.000 δραχμές (884400-484400) με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.025.000 δρχ. με τιμή μονάδος 1250 δρχ. ανά τ.μ. αλλά η εκτίμηση των στηρίχθηκε στο συγκριτικό στοιχείο 303/1995 χωρίς να συνεκτιμήσουν όπως έπρεπε και τα λοιπά άνω συγκριτικά στοιχεία για έτερα πλησιόχωρα ακίνητα που είχαν μεταβιβασθεί το ίδιο έτος 1995 και έτσι δεν κρίνεται ακριβής η εκτίμησή των.
Ομοίως στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 14/1996 με αντικείμενο αγροτεμάχιο επιφανείας 4091 τ.μ. στη θέση ..., σε απόσταση 1300 μ. από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή τον ..., ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 4.500.100 δραχμές με τιμή μονάδος 1100 δραχμές ανά τ.μ., χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο για τη μεταβίβαση του οποίου το 1995 είχε υποβληθεί η δήλωση ΦΜΑ 303/1995 και αφορούσε όμορο αγροτεμάχιο επιφάνειας 4000 τ.μ. σε ίδια με το κρινόμενο απόσταση από τη θάλασσα και για την εκτίμηση της αξίας του ως τιμή μονάδος είχε ληφθεί αυτή των 1000 δραχμών ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία τιμών ΦΜΑ 119/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2500 δρχ. ανά τ.μ., ΦΜΑ 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3680 δρχ. ανά τ.μ., ΦΜΑ 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. τα οποία παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ως πρόσφορα, ο κατηγορούμενος αν και ήταν επί σειρά ετών οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ... η πραγματική αγοραία αξία του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (24.1.1996) ανερχόταν σε 8.118.000 δραχμές με τιμή μονάδος 2000 ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και υποτίμησε την αγοραία αξία του μεταβιβαζομένου αγροτεμαχίου προκειμένου να ωφελήσει τον αγοραστή αυτού κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τον υπόχρεο από δραχμές 405.009 (900020-495011). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.114.000 δραχμές με τιμή μονάδος 1250 δραχμές θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο το ίδιο ως άνω που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος παράλειψαν όμως να συνεκτιμηθούν και τα λοιπά άνω συγκριτικά στοιχεία για τα πλησιόχωρα ακίνητα ως κατάλληλα για την ανεύρεση της πραγματικής αξίας του εν λόγω ακινήτου που είχαν μεταβιβασθεί το ίδιο έτος 1995 και έτσι δεν κρίνεται ακριβής η εκτίμησή των.
Επίσης στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 15/1996 με αντικείμενο αγροτεμάχιο επιφανείας 4004 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1300 μ., από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή τον ..., ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 4.404.400 δραχμές με τιμή μονάδος 1100 δραχμές ανά τ.μ. χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο για τη μεταβίβαση του οποίου είχε υποβληθεί το έτος 1995 η δήλωση ΦΜΑ 303/1995 και αφορούσε όμορο αγροτεμάχιο επιφανείας 4000 τ.μ. σε ίδια με το κρινόμενο απόσταση από τη θάλασσα και για την εκτίμηση της αξίας του ως τιμή μονάδος είχε ληφθεί αυτή των 1000 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών για άλλες μεταβιβάσεις ήτοι την υπό ΦΜΑ 119/1995 για αγροτεμάχιο επιφανείας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2500 δρχ. ανά τ.μ. , την υπό ΦΜΑ 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3680 δρχ. ανά τ.μ., και την υπό ΦΜΑ 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ., τα οποία έλαβαν υπόψη τους οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο και παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ως πρόσφορα ο κατηγορούμενος, αν και ήταν επί σειρά ετών οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ... η πραγματική αγοραία αξία του άνω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (24.1.1996) ανερχόταν σε 8.008.000 δραχμές με τιμή μονάδος 2000 δρχ.
ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και υποτίμησε την αγοραία αξία του μεταβιβαζομένου αγροτεμαχίου προκειμένου να ωφελήσει τον αγοραστή αυτού κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης, που εβάρυνε τον υπόχρεο από
δραχμές
404.880
(880.880-416.120). Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.005.000 δραχμές με τιμή μονάδος 1250 δρχ. θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο το ίδιο άνω που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος αλλά παρέλειψαν να συνεκτιμήσουν και τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία για τα πλησιόχωρα ακίνητα που ήταν κατάλληλα προς εκτίμηση της πραγματικής αγοραίας αξίας του εν λόγω ακινήτου που είχαν μεταβιβασθεί επίσης το 1995 και έτσι δεν κρίνεται ακριβής η εκτίμησή των.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι στην υπόθεση φόρου μεταβίβασης υπ' αριθμό φακέλου 16/1996 για αγροτεμάχιο επιφανείας 4120 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 1300 μέτρων από τη θάλασσα σε δύσβατη περιοχή με αγοραστή τον ..., ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου σε 4.532.000 δραχμές με τιμή μονάδος 1100 δραχμές ανά τ.μ., χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο για τη μεταβίβαση του οποίου το 1995 είχε υποβληθεί η δήλωση ΦΜΑ 303/1995 και αφορούσε όμορο αγροτεμάχιο επιφανείας 4000 τ.μ. σε ίδια απόσταση από τη θάλασσα με το κρινόμενο και για την εκτίμηση της αξίας του ως τιμή μονάδος είχε ληφθεί αυτή των 1000 δραχμών ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών, ήτοι :α)ΦΜΑ 119/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 1125 τ.μ. σε απόσταση 1800 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2500 δραχμές ανά τ.μ. β)ΦΜΑ 266/1995 για αγροτεμάχιο επιφάνειας 4511 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. και γ)ΦΜΑ 276/1995 για αγροτεμάχιο 4339 τ.μ. για αγροτεμάχιο επιφάνειας 4339 τ.μ. σε απόσταση 1500 μ. από τη θάλασσα, η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή μονάδος 3680 δρχ. ανά τ.μ. τα οποία ως πρόσφορα παρέβλεψε να λάβει υπόψη του ο κατηγορούμενος και ήταν επί σειρά ετών οικονομικός έφορος στη ΔΟΥ ..., η πραγματική αγοραία αξία του άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (24-1-1996) ανερχόταν σε 8.240.000 δραχμές με τιμή μονάδος 2000 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και υποτίμησε την αγοραία αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου προκειμένου να ωφελήσει τον αγοραστή αυτού κατά τη διαφορά του φόρου μεταβίβασης που εβάρυνε τον υπόχρεο από 407.880 δραχμές (906400-498520), με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου σε 5.150.000 δραχμές με τιμή μονάδος 1.250 δρχ. ανά τ.μ. αλλά η εκτίμηση των στηρίχθηκε στο συγκριτικό στοιχείο 303/1995, που είχε χρησιμοποιήσει και ο κατηγορούμενος κατά παράλειψη συνεκτίμησης και των άλλων άνω συγκριτικών στοιχείων για τα έτερα πλησιόχωρα ακίνητα που είχαν μεταβιβασθεί επίσης το έτος 1995 και ήταν κατάλληλα για τον υπολογισμό της αξίας του κρινόμενου και έτσι δεν κρίνεται ακριβής η εκτίμησή των.
Απεδείχθη επίσης όσον αφορά την υπόθεση φόρου κληρονομίας, ... υπ' αριθμό φακέλου Θ7/1994 ότι στα περιουσιακά στοιχεία που κατέλειπε ο κληρονομούμενος στους επτά κληρονόμους (..., ..., ..., ..., ..., ... και ...) περιλαμβάνονταν τα εξής: α)αγροτεμάχιο 3500 τ.μ. σε απόσταση πλέον των 2000 μ. από τη θάλασσα με στάβλο στη θέση ..., σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, β) αγροτεμάχιο 300 τ.μ. σε απόσταση 2000μ. από τη θάλασσα, στη θέση ... πλησίον του χωρίου ..., που επρόκειτο για περιβόλι, γ) αγροτεμάχιο με στάβλο εκτάσεως 2500 τ.μ., παραθαλάσσιο στη θέση ..., σε πολύ καλό σημείο επί της οδού ..., δ) αγροτεμάχιο 4000 τ.μ. με οικία ερειπωμένη και στάβλο σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα και πλέον στη θέση ...., ε)αγροτεμάχιο 7000 τ.μ. στη θέση Ελληνικά, σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, στ)αγρός 50 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα πλησίον του ... που επρόκειτο για περιβόλι, ζ)αγροτεμάχιο 18000 τ.μ. με στάβλο στη θέση ... σε ορεινή περιοχή σε απόσταση περί τα 3000 μ. από τη θάλασσα, εκτός σχεδίου πόλεως κοντά σε χωματερή και κοντά σε αγροτικό δρόμο, η)αγροτεμάχιο 10.000 τ.μ. στη θέση ... με στάβλο εκτός σχεδίου πόλεως σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα, θ)αγροτεμάχιο 100 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα πλησίον χωρίου ... (περιβόλι-3 σκάλες ρέμα), ι)αγροτεμάχιο 2000 τ.μ. με στάβλο στη θέση ... σε απόσταση άνω των 2000 μ. από τη θάλασσα, εκτός σχεδίου πόλεως επί δημοσίας οδού ..., ια)αγροτεμάχιο 4000 τ.μ. στη θέση ... με απόσταση 2000 μ. και πλέον από τη θάλασσα, σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως κοντά στη δημόσια οδό, ιβ)αγροτεμάχιο 4000 τ.μ. με στάβλο στη θέση ... εκτός σχεδίου πόλεως με απόσταση 2000 μ. και πλέον από τη θάλασσα με δουλεία διόδου.
Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με κρίσιμο χρόνο εκτίμησης το έτος 1994 προς καθορισμό του φόρου κληρονομιάς όσον αφορά το πρώτο αγροτεμάχιο με τιμή ανά τ.μ. 350 δρχ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου Ζ 4/1994, που αφορούσε αγροτεμάχιο 1313 τ.μ. η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή μονάδος 400 δρχ. ανά τ.μ., όσον αφορά το δεύτερο αγροτεμάχιο με τιμή ανά τ.μ.700 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου 276/1988, που αφορούσε αγροτεμάχιο 5424,23 τ.μ. , η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή μονάδος 350 δρχ. ανά τ.μ., όσον αφορά το τρίτο ακίνητο με τιμή ανά τ.μ.300 δρχ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 143/1994, που αφορούσε αγροτεμάχιο 4974 τ.μ. , η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 3000 δρχ. ανά τ.μ.
Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του τετάρτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή 350 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση των συγκριτικών Ζ4/1994, για αγροτεμάχιο 1313 τ.μ. προς 400 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 294/1988 για αγροτεμάχιο 5424 τ.μ. προς 350 δρχ. ανά τ.μ., την αξία του πέμπτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή ανά τ.μ. 350 δρχ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού Ζ4/1994, την αξία του έκτου των κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή 700 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού ΦΜΑ 276/1988 για αγροτεμάχιο 5000 τ.μ. προς 350 δρχ. ανά τ.μ., την αγοραία αξία του εβδόμου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή 400 δρχ. ανά τ.μ., κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου 112/1991 για ακίνητο 5000 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 250 δρχ. ανά τ.μ. , του ογδόου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή 350 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου Ζ4/1994 (για ακίνητο 313 τ.μ. προς 400 δρχ. ανά τ.μ., του ενάτου κληρονομιαίου ακινήτου με τιμή 700 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου 276/1988 για ακίνητο 5424,23 τ.μ. προς 350 δρχ. ανά τ.μ., του δεκάτου κληρονομιαίου ακινήτου με τιμή 350 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του ίδιου άνω συγκριτικού στοιχείου Ζ4/1994 του ενδέκατου κληρονομιαίου ακινήτου με τιμή μονάδος 350 δρχ. ανά τ.μ. κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου Ζ4/1994 (ακίνητο 1313 τ.μ. Χ 400 δρχ. ανά τ.μ.) και την αγοραία αξία του δωδέκατου κληρονομιαίου ακινήτου προσδιόρισε με τιμή μονάδος 350 δρχ. ανά τ.μ. Με βάση όμως τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ τα οποία έλαβαν οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο υπόψη αλλά παρέβλεψε να συνεκτιμήσει ως πρόσφορα ο κατηγορούμενος ως προϊστάμενος της ΔΟΥ ... κατά τον χρόνο εκτίμησης η αξία των άνω κληρονομιαίων ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί όσον αφορά το πρώτο με τιμή μονάδος 750 δρχ. ανά τ.μ. ενόψει των συγκριτικών ΦΜΑ 483/1992 για ακίνητο 3280 τ.μ. που είχε εκτιμηθεί προς 750 δρχ. ανά τ.μ. ως εντός οικισμού και Ζ 23/1992 για ακίνητο 1876,60 τ.μ. που είχε εκτιμηθεί προς 350 δρχ. ανά τ.μ., όσον αφορά το δεύτερο ακίνητο με τιμή μονάδος 4000 δρχ. ανά τ.μ. ενόψει του συγκριτικού στοιχείου 153/1988 για ακίνητο 1000 τ.μ. προς 2200 δρχ. ανά τ.μ. και όσον αφορά το τέταρτο από τα άνω ακίνητα έπρεπε να υπολογισθεί η αξία του με τιμή μονάδος 750 δρχ. ανά τ.μ. ενόψει των συγκριτικών στοιχείων ΦΜΑ 483/1992 για αγροτεμάχιο 3280 τ.μ. η αξία του οποίου υπολογίσθηκε προς 350 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 153/1988 για ακίνητο 1000 τ.μ. η αξία του οποίου υπολογίσθηκε προς 2200 δρχ. ανά τ.μ. Επίσης η αξία του πέμπτου των άνω κληρονιμιαίων ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή 750 δρχ. ανά τ.μ. ενόψει των άνω συγκριτικών στοιχείων 483/1992 και Ζ23/1992, η αξία του έκτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή 4000 δρχ. ανά τ.μ. ενόψει του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 153/1988 για ακίνητο 1000 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί προς 2200 δρχ. ανά τ.μ., η αξία του εβδόμου αγροτεμαχίου έπρεπε να υπολογισθεί προς 900 δρχ. ανά τ.μ., ενόψει των συγκριτικών στοιχείων 415/1992 για ακίνητο 4750 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί προς 750 δρχ. ανά τ.μ., Θ20/1991 για όμορο με το κρινόμενο αγροτεμάχιο 33602 τ.μ. η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί προς 3950 δρχ. ανά τ.μ. και 43/1994 για ακίνητο 40000 τ.μ. η αξία του οποίου εκτιμήθηκε προς 1110 δραχμές ανά τ.μ.
Επίσης η αξία του ογδόου των άνω ακινήτων κληρονομιάς ... έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή 750 δρχ ανά τ.μ. εν όψει των συγκριτικών στοιχείων 483/1992 (3280 τ.μ. χ 700), Ζ23/1992 (1876 τ.μ. με οικία χ 350 δρχ) και 156/1993 (1240 τ.μ. άρτιο χ 600 δρχ ανά τ.μ.), του ενάτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή μονάδος 4000 δρχ ανά τ.μ εν όψει του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 153/1988 για ακίνητο 1000 τ.μ. η αξία του οποίου εκτιμήθηκε προς 2.200 δρχ ανά τ.μ., του δεκάτου κληρονομιαίου ακινήτου η αξία έπρεπε να εκτιμηθεί με τιμή 750 δρχ ανά τ.μ. εν όψει του συγκριτικού στοιχείου Ζ 23/1992 (1876 τ.μ. χ 350 δρχ) και του συγκριτικού στοιχείου 483/1992 (3280 τ.μ. χ 700 δρχ ανά τ.μ) και του ενδεκάτου των κληρονομιαίων ακινήτων η αξία έπρεπε να εκτιμηθεί με τιμή 750 δρχ ανά τ.μ εν όψει των ίδιων άνω συγκριτικών στοιχείων Ζ 23/1992 και 483/1992, ενώ δεν υπήρχαν διαφοροποιήσεις ως προς την εκτίμηση της αξίας των τρίτου και δωδεκάτου των κληρονομιαίων αυτών ακινήτων μεταξύ του κατηγορουμένου και των υπαλλήλων που έκαναν τον επανέλεγχο καθώς και των πραγματογνωμόνων που όρισε το δικαστήριο. Για το αγροτεμάχιο 1.000 τ.μ. στη θέση ... με στάβλο ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του σε 4.050.000 δρχ από τις οποίες δρχ. 1.020.000 η αξία της επικαρπίας 2.470.000 η αξία ψιλής κυριότητας και 20.000 δρχ η αξία του στάβλου ενώ έπρεπε να προσδιορισθεί η αγοραία αξία του σε 7.550.000 δρχ από τις οποίες 3.000.000 δρχ η αξία επικαρπίας 4.500.000 δρχ η αξία ψιλής κυριότητας και 50.000 δρχ, η αξία του στάβλου ενώ για το ακίνητο στη θέση ... επιφανείας 100 τ.μ ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του σε 70.000 δρχ από τις οποίες 28.000 δρχ η αξία της επικαρπίας και 28.000 δρχ η αξία ψιλής κυριότητος παρά το ότι η πραγματική αγοραία αξία του έπρεπε να εκτιμηθεί σε 400.000 δρχ από τις οποίες 160.000 δρχ η αξία της επικαρπίας και 240.000 δρχ η αξία της ψιλής κυριότητος. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και εξετίμησε την κληρονομιαία περιουσία ... συνολικά σε 27.595.000 δραχμές ενώ η πραγματικά αξία του ανερχόταν συνολικά σε 50.525.000 δραχμές για να ωφελήσει τους υπόχρεους από τους κληρονόμους ..., ..., ..., ..., ..., και ... των οποίων προσδιόρισε την ανάλογη προς την μερίδα την αξία επί των κληρονομιαίων όπως στο διατακτικό κατά τη διαφορά του προκύπτοντος φόρου και ειδικότερα τον κληρονόμο ... κατά το ποσό φόρου των 96.388 δραχμών, τον κληρονόμο ... κατά ποσό φόρου 539.850 δραχμών, την κληρονόμο ... κατά ποσό φόρου 1.249.767 δραχμών, τον κληρονόμο ... κατά ποσό φόρου 10.732 δραχμών, την κληρονόμο ... κατά ποσό φόρου 73.606 δραχμών και τον κληρονόμο ... κατά ποσό φόρου 188.325 δραχμών, με αντίστοιχη ζημία του δημοσίου. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο εκτίμησαν την αξία των κληρονομιαίων αυτών ακινήτων με τιμές μονάδος που είτε είναι ίδιες με τις τιμές με τις οποίες ο κατηγορούμενος προέβη στην εκτίμηση των είτε είναι λίγο μεγαλύτερες κατά 10 κατά 50 και κατά 100 δρχ ανά τ.μ. θεωρώντας ως προσφορά τα συγκριτικά στοιχεία των οποίων έκανε χρήση κυρίως ο κατηγορούμενος και σε αγροτικά ακίνητα μικρής εκτάσεως θεωρούν προσφορά τα συγκριτικά στοιχεία με την επίκληση μικρής εμπορευσιμότητας των υπό εκτίμηση ακινήτων παρά το ότι δεν αποκλειόταν η εκμετάλλευση των με καλλιέργειες με συνέπεια η εκτίμηση των σε 30.800.000 δρχ του συνόλου της αξίας της κληρονομιάς ... από αυτούς μαζί με τα κτίσματα να υπολείπεται της πραγματικής. Περαιτέρω στην υπόθεση φόρου κληρονομίας ... υπ' αριθμό φακέλου Θ7/1990 αποδείχθηκε ότι στα περιουσιακά στοιχεία που κατέλειπε ο κληρονομούμενος στους κληρονόμους του ήτοι στον υιό του ... στη θυγατέρα του... και στην ... περιλαμβάνονταν α) αγροτεμάχιο εκτάσεως 5.000 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση άνω των 500μ από τη θάλασσα στην επαρχιακή οδό ...,
προγενέστερα
αμαξιτή,
β) αγροτεμάχιο εκτάσεως 1.500 τ.μ σε απόσταση 500μ από τη θάλασσα επί της επαρχιακής αμαξιτής οδού στη θέση ..., γ) αγροτεμάχιο εκτάσεως 500 τ.μ ,ε οικία επιφανείας 90 τ.μ. στη θέση ... στην ... σε απόσταση 2.000 μ από τη θάλασσα, δ) αγροτεμάχιο 10.000 τ.μ στη θέση ... σε απόσταση πλέον των 1000 μ. από τη θάλασσα σε ορεινή περιοχή, ε) αγροτεμάχιο (παλαιά άμπελος σε τέσσερις σκάλες) στη θέση ... πριν τις ... εκτάσεως 1.500 τ.μ σε ρεματιά σε απόσταση πλέον των 10ΟΟμ από τη θάλασσα, στ) αγροτεμάχιο 8.000 τ.μ στη θέση ... σε απόσταση 2.000 μ από τη θάλασσα... με δουλεία διόδου, ζ) αγροτεμάχιο 3.000 τ.μ με στάβλο στη θέση ... και με πηγάδι σε απόσταση 200μ από τη θάλασσα, η) αγροτεμάχιο 10.000 τ.μ στη θέση ... σε απόσταση 2.500 μ από τη θάλασσα και που συνορεύει με επαρχιακή οδό ..., θ) αγροτεμάχιο 6.000 τ.μ στη θέση ... σε ορεινή περιοχή, σε απόσταση πλέον των 2.000 μ από τη θάλασσα, ι) αγροτεμάχιο 200.000 τ.μ στη θέση ... σε απόσταση 750 μ. από τη θάλασσα επί δημοσίας οδού εντός του οποίου έχουν γίνει περί τοιχίσες διαχωρισμού με ερειπωμένη άσκεπη οικία. Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία των άνω ακινήτων με κρίσιμο χρόνο το έτος 1990 προς καθορισμό του οφειλομένου φόρου από κάθε κληρονόμο με τιμή μονάδος 400 δρχ ανά τ.μ για το πρώτο αγροτεμάχιο σε 2.000.000 δρχ κάνοντας χρήση των συγκριτικών στοιχείων ΦΜΑ 41/1988 και 40/1988 για αγροτεμάχιο 400 τ.μ σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα με τιμή μονάδος 328-360 ανά τ.μ. Επίσης αυτός προσδιόρισε την αξία του δεύτερου των άνω ακινήτων με τιμή μονάδος 1000 δρχ ανά τ.μ σε 1.500.000 δραχμές κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 156/1986 για αγροτεμάχιο 1000 τμ σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή εκτιμήσεως 500 δρχ ανά τ.μ Ακόμη ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του τρίτου των άνω ακινήτων με τιμή μονάδος 1600 δρχ ανά τ.μ σε 800.000 δρχ και της οικίας σ' αυτό σε 1.350.000 δρχ κάνοντας χρήση ως συγκριτικού στοιχείου του ΦΜΑ 158/1986 για ακίνητο 1000 τ.μ σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί με τιμή 500 δρχ ανά τ.μ. Από τον κατηγορούμενο εκτιμήθηκε η αγοραία αξία του τετάρτου των άνω ακινήτων σε 1.200.000 με τιμή μονάδος 120 δραχμές ανά τ.μ χωρίς να προκύπτει αν και ποιο συγκριτικό έλαβε υπόψη του ενώ το πέμπτο των άνω κληρονομιαίων ακινήτων εκτιμήθηκε από τον κατηγορούμενο με τιμή μονάδος 260 δρχ ανά τ.μ σε 390.000 δραχμές χωρίς να προκύπτει αν χρησιμοποίησε συγκριτικό στοιχείο. Επίσης προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αξία του έκτου των άνω ακινήτων της κληρονομιάς ... με τιμή μονάδος 500 δρχ ανά τ.μ σε 1.200.000 δρχ όσον αφορά την επικαρπία και σε 2.800.000 δρχ όσον αφορά την ψιλή κυριότητα, κάνοντας χρήση του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 399/1989 για ακίνητο σε απόσταση 10Ομ από το δρόμο που η αξία του εκτιμήθηκε με τιμή 302 δρχ ανά τ.μ και του συγκριτικού 156/1986 για ακίνητο 1000 τ.μ σε απόσταση 10Ομ από το δρόμο η αξία είχε εκτιμηθεί προς 500 δρχ ανά τ.μ ενώ την αξία του έβδομου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων προσδιόρισε ο κατηγορούμενος με τιμή μονάδος 500 δρχ ανά τ.μ σε 600.000 δρχ για την επικαρπία και σε 1.400.000 για την ψιλή κυριότητα πλέον 20.000 δρχ για τον στάβλο κάνοντας χρήση του ίδιου συγκριτικού 399/1989 καθώς και του συγκριτικού στοιχείου 156/1986. Επίσης προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αξία του ογδόου των κληρονομιαίων άνω ακινήτων με τιμή 300 δρχ ανά τ.μ σε 3.000.000 δρχ από τις οποίες 900.000 δρχ την επικαρπία και 2.100.000 δρχ την ψιλή κυριότητα κάνοντας χρήση των συγκριτικών στοιχείων 158/1986 (ακίνητοι 100 τ.μ σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα χ 500 δρχ ανά τ.μ) και του συγκριτικού στοιχείου 156/1986. Επίσης προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αξία του ογδόου των κληρονομιαίων άνω ακινήτων με τιμή 300 δρχ τ.μ σε 3.000.000 δρχ από τις οποίες 900.000δρχ την επικαρπία και 2.100.000 δρχ την ψιλή, κυριότητα κάνοντας χρήση των συγκριτικών στοιχείων 158/1986 (ακίνητοι 100 τ.μ σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα χ 500 δρχ ανά τ.μ) και του συγκριτικού 399/1989 (ακίνητο που η αξία του εκτιμήθηκε προς 302 δρχ ανά τ.μ). Ακόμη προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αξία του προαναφερθέντος ενάτου των ακινήτων κληρονομιάς ... με τιμή μονάδος 150 δρχ σε 900.000 δρχ χωρίς να χρησιμοποιηθεί συγκριτικό στοιχείο. Ο κατηγορούμενος υπολόγισε την αγοραία αξία του δεκάτου ακινήτου της κληρονομιάς ... με τιμή μονάδος 400 δραχμές ανά τ.μ σε 80.000.000 δρχ πλέον 200.000 δραχμών την αξία της οικίας εντός αυτού κάνοντας χρήση των συγκριτικών στοιχείων 270/1989 για ακίνητο 43.000 τ.μ σε απόσταση 300μ από τη θάλασσα η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με 380 δρχ ανά τ.μ, 40 και 41/1988 για αγροτεμάχια 4.000 τ.μ έκαστο σε απόσταση 400μ από τη θάλασσα η αξία των οποίων είχε υπολογισθεί με 328 και με 360 δρχ ανά τ.μ και 200/1989 για ακίνητο 1675 τ.μ σε μακρινή απόσταση από τη θάλασσα η αξία των οποίων είχε υπολογισθεί με 400 δρχ ανά τ.μ. Με βάση τα συγκριτικά στοιχεία από το βιβλίο τιμών της ΔΟΥ ... τα οποία έλαβαν υπόψη των υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο αλλά παρέλειψε να συνεκτιμήσει ως προσφορά ο κατηγορούμενος που ήταν προϊστάμενος στη ΔΟΥ ... κατά τον χρόνο εκτίμησης η αξία των άνω κληρονομιαίων ακινήτων έπρεπε να υπολογισθεί σε 3.500.000 δρχ, για το αγροτικό ακίνητο στον ... εκτάσεως 5.000 τ.μ με τιμή μονάδος 700 δρχ ανά τ.μ. Εν όψει και του συγκριτικού στοιχείου ΦΜΑ 168/1987 (ακίνητο 9.468 τ.μ σε 250 μ από τη θάλασσα η αξία του οποίου υπολογίσθηκε με τιμή 400 δρχ ανά τ.μ) σε 2.100.000 δρχ για το αγροτεμάχιο 1.500 τ.μ στη θέση ... εν όψει του προαναφερθέντος ότι είχε χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση του και από τον κατηγορούμενο συγκριτικού 156/1986, με τιμή 1400 δρχ ανά τ.μ, για το αγροτικό ακίνητο 10.000 τ.μ στη θέση ... σε 1.500.00 δρχ με τιμή μονάδος 500 δρχ ανά τ.μ εν όψει του συγκριτικού ΦΜΑ 119/1987 για ακίνητο 11.000 τ.μ η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί προς 60 δρχ ανά τ.μ, του συγκριτικού 396/1989 για ακίνητο 800 τ.μ σε πλαγιά η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί προς 437 δρχ ανά τ.μ και 515/1992 για ακίνητο 11116 τ.μ η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί προς 300 δρχ ανά τ.μ, για το αγροτεμάχιο (παλαιά άμπελος) στη θέση ... σε 750.000 δρχ με τιμή μονάδος 500 δρχ ανά τ.μ. Εν όψει των συγκριτικών στοιχείων 515/1992 (11116 τ.μ χ 300 δρχ/τ.μ) και 396/1989 (800 τ.μ χ 437 δρχ/τ.μ). Επίσης έπρεπε να υπολογισθεί η πραγματική αγοραία αξία του αγροτεμαχίου 8000 τ.μ. στη θέση ... σε 264.000 δραχμές η επικαρπία και 6160.000 δρχ.η ψιλή κυριότητα με τιμή μονάδος 1100 δρχ. ανά τ.μ., ενόψει των συγκριτικών στοιχείων ΦΜΑ 304/1989 για ακίνητο 400 τ.μ. σε απόσταση 100 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου εκτιμήθηκε με 1000 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 158/1986 για ακίνητο 1000 τ.μ.σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου εκτιμήθηκε με τιμή μονάδος 500 δρχ. ανά τ.μ., ενώ η πραγματική αξία του αγροτεμαχίου 3000 τ.μ. με στάβλο στοις ... και με πηγάδι έπρεπε να υπολογισθεί με τιμή μονάδος 1200 δρχ. σε 1.080.000 δρχ. για την επικαρπία και σε 2.520.000 δρχ. για την ψιλή κυριότητα πλέον της από 60.000 δρχ. αξίας του στάβλου ενόψει του ότι πέραν του συγκριτικού στοιχείων 158/1986 που χρησιμοποίησε και ο κατηγορούμενος έπρεπε να συνεκτιμηθεί και το συγκριτικό ΦΜΑ 304/1989 (για ακίνητο 400 τ.μ. Χ 1000 δρχ. ανά τ.μ.). Επίσης έπρεπε να υπολογισθεί η πραγματική αγοραία αξία για το αγροτεμάχιο 10000 τ.μ. στη θέση ... με τιμή μονάδος 1100 δρχ. ανά τ.μ. σε 7.700.000 δρχ. για την ψιλή κυριότητα και σε 3.300.000 δρχ. για την επικαρπία ενόψει συγκριτικών στοιχείων ΦΜΑ 304/1989 για ακίνητο 400 τ.μ. σε απόσταση 100 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου υπολογίσθηκε προς 1000 δρχ. ανά τ.μ. και ΦΜΑ 158/1986 για ακίνητο 1000 τ.μ. σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα η αξία του οποίου υπολογίσθηκε με τιμή 500 δρχ. ανά τ.μ., ενώ έπρεπε ακόμη να υπολογισθεί η αξία του αγροτεμαχίου εκτάσεως 200.000 τ.μ. στον ... με τις εντός αυτού διαχωριστικές περιστοιχίσεις με τιμή μονάδος 750 δραχμών ανά Γ.μ. σε 150.000.000 δρχ. ενόψε< των σννκρ
Επίσης ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του δευτέρου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων όσον αφορά το οικόπεδο σε 375.000 δρχ. με τιμή μονάδος 15.000 δρχ. ανά τ.μ. και όσον αφορά την επ' αυτού οικία σε 450.000 δρχ. με τιμή μονάδος 6.000 τ.μ. με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 84/1990 (για ακίνητο 753,5 τ.μ. σε απόσταση 130μ. από τη θάλασσα Χ 14.500 δρχ. ανά μ2) και 111/1989 (για αγροτεμάχιο 124,16 τ.μ. σε απόσταση 40 μ. από τη θάλασσα Χ 15.000 δρχ. ανά μ2 ) ενώ κατά τους υπαλλήλους του επανελέγχου με βάση τα άνω συγκριτικά στοιχεία έπρεπε να υπολογισθεί η αγοραία αξία των με τιμή μονάδος 18000 δρχ. ανά μ2 για το οικόπεδο και με τιμή μονάδος 12.000 δρχ. ανά μ2 για την οικία, οι δε πραγματογνώμονες που όρισε το δικαστήριο θεωρώντας πλέον πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο 111/1989, μετά από προσαύξηση της τιμής λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και από μείωση της λόγω μικρότερης επιφάνειας του κρινόμενου και λόγω της συνιδιοκτησίας επ' αυτού και της οικίας υπολόγισαν την αξία του με τιμή μονάδος 17.000 δρχ. ανά μ2 για την οικία. Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του τρίτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων με τιμή μονάδος 250 δρχ. ανά τ.μ. σε 6.250.000 δρχ. άνευ συγκριτικών στοιχείων, ενώ οι υπάλληλοι του επανελέγχου με βάση τα συγκριτικά ΦΜΑ 334/1988 (για ακίνητο 6000 τ.μ. στη θέση ... σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα Χ 560 δρχ. ανά μ2 ) και 116/1990 (για αγροτεμάχιο 500 τ.μ. σε απόσταση έως 20 μ. από τη θάλασσα Χ 1050 δρχ. ανά τ.μ.) προέβησαν σε υπολογισμό της αξίας του ακινήτου αυτού με τιμή 800 δρχ. ανά τ.μ. οι δε πραγματογνώμονες που όρισε το Δικαστήριο θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο 334/1988 μετά προσαύξηση της τιμής του λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και σημαντική μείωση της τιμής εκτίμησης λόγω μεγαλύτερης έκτασης του κρινόμενου και του επ' αυτού καθεστώτος συνιδιοκτησίας υπολόγισαν την αξία του με τιμή 300 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του τετάρτου των άνω ακινήτων σε 24.404.400 δρχ. με τιμή μονάδος 180 δρχ. ανά τ.μ. άνευ συγκριτικών στοιχείων ενώ κατά του υπαλλήλους που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (για ακίνητο 5123 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα Χ 293 δρχ. ανά μ2 ) και 190/1989 (για ακίνητο 225 τ.μ. σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα Χ 900 δρχ. ανά τ.μ.) έπρεπε να υπολογισθεί η αγοραία αξία του με τιμή μονάδος 600 δρχ. ανά τ.μ., οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο θεωρώντας πιο πρόσφορο το συγκριτικό 172/1989 υπολόγισαν την αγοραία αξία του άνω ακινήτου μετά προσαύξηση της τιμής του συγκριτικού λόγω παλαιότητος και λόγω μεγαλύτερης έκτασης του ακινήτου που αφορούσε σε σχέση με το κρινόμενο με τιμή μονάδος 160 δρχ. ανά τ.μ. Επίσης ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία του πέμπτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων σε 34.429.425 δρχ. με τιμή μονάδος 150 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/19789 (για ακίνητο 5123 τ.μ. σε 2000 μ. από τη θάλασσα Χ 293 δρχ. ανά μ2 ) και 190/1988 (για ακίνητο 225 τ.μ. σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα με τιμή 900 δρχ. ανά μ2 ) έκριναν ότι έπρεπε να υπολογισθεί η αγοραία αξία του με τιμή 300 δρχ. ανά τ.μ., οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό 179/1989 την τιμή του οποίου προσαυξάνουν λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και μειώνουν λόγω μεγάλης επιφάνειας του κρινόμενου και για το λόγο ότι ήταν συνιδιοκτησία περισσοτέρων υπολόγισαν την αγοραία αξία του με τιμή 130 δρχ. ανά τ.μ. Επίσης ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του έκτου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων σε 5.150.000 δραχμές με τιμή μονάδος 200 δρχ. ανά τ.μ. άνευ συγκριτικών στοιχείων ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (για ακίνητο 5123 μ2 σε 2000 μ. από τη θάλασσα Χ 293 δρχ. ανά τ.μ.) και 190/1988 (για ακίνητο 295 μ2 σε απόσταση 400μ. από τη θάλασσα Χ 900 δρχ. ανά τ.μ.) προσδιόρισε την αξία του κληρονομιαίου αυτού ακινήτου με τιμή μονάδος 400 δρχ. ανά τ.μ., οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό 172/1989 την τιμή του οποίου προσαυξάνουν λόγω παλαιότητος και απομειώνουν λόγω μεγαλύτερης έκτασης και του καθεστώτος συνιδιοκτησίας για το κρινόμενο υπολόγισαν την αξία του με τιμή μονάδος 200 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του εβδόμου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων σε 3.250.000 δραχμές με τιμή μονάδος 200 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (5123 τ.μ. Χ 293 ανά μ2 ) και 190/1988 (225 τ.μ. Χ 900 δρχ/μ2 ) έκριναν ότι έπρεπε να προσδιορισθεί η αξία του άνω ακινήτου με τιμή 400 δρχ. ανά τ.μ., οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο, θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό 172/1989, την τιμή του οποίου προσαύξησαν λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και μείωσαν λόγω καθεστώτος συνιδιοκτησίας και μεγαλύτερης έκτασης του κρινόμενου, υπολόγισαν την αξία του με τιμή 200 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος επίσης προσδιόρισε την αξία του ογδόου των άνω κληρονομιαίων ακινήτων σε 497250 δρχ. με τιμή μονάδος 750 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (για ακίνητο 5123 τ.μ. σε απόσταση 2000 μ. από τη θάλασσα Χ 293 δρχ. ανά μ2 ) υπολογίσθηκε η αγοραία αξία του άνω ακινήτου με τιμή 800 δρχ. ανά μ2 ) υπολογίσθηκε η αγοραία αξία του άνω ακινήτου με τιμή 800 δρχ/μ2) υπολογίσθηκε η αγοραία αξία του άνω ακινήτου με τιμή 800 δρχ. ανά μ2 σε 530.400 δρχ. πλέον δρχ. 30.000 η αξία του επ' αυτού κτίσματος, οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο υπολόγισαν την αξία του σε 398.000 δρχ. μόνον με τιμή μονάδος 600 δρχ. ανά τ.μ.
Επίσης από τον κατηγορούμενο προσδιορίσθηκε η αξία του κληρονομιαίου ακινήτου στον ... σε 2.000.000 δρχ. με τιμή μονάδος 1000 δρχ. ανά μ2 χωρίς να διαφοροποιείται η εκτίμηση των υπαλλήλων του επανελέγχου, που έλαβαν υπόψη τους το συγκριτικό 450/1991 (για ακίνητο 4138,75 τ.μ. σε 3000 μ. από τη θάλασσα Χ 750 δρχ. ανά μ2 ) και η εκτίμηση των πραγματογνωμόνων που ορίσθηκαν από το δικαστήριο ως προς την αξία του εν λόγω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο από εκείνη στην οποία προήλθε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος επίσης προσδιόρισε την αξία του δεκάτου των κληρονομιαίων ακινήτων σε 35.700.000 δραχμές με τιμή μονάδος 150 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (ακίνητο 5123 τ.μ. Χ 293 δρχ. ανά μ2 ) και 190/1988 (ακίνητο 225 τ.μ. Χ 900 δρχ. ανά μ2 ), προσδιόρισαν την αξία του με τιμή 600 δρχ. ανά τ.μ., οι δε πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο υπολόγισαν την αξία του άνω ακινήτου με τιμή 150 δρχ. ανά τ.μ. Επίσης ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του ενδεκάτου των κληρονομιαίων ακινήτων σε 2.949.000 δρχ. με τιμή εκτίμησης 300 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 172/1989 (5123 τ.μ. Χ 293 δρχ/μ2 ) και 190/1988 (225 τ.μ. Χ 900 δρχ/μ2) έκριναν ότι έπρεπε να προσδιορισθεί η αγοραία αξία του ακινήτου αυτού με τιμή 800 δρχ. ανά τ.μ. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο, θεωρώντας ως πρόσφορο το άνω συγκριτικό στοιχείο 172/1989 και αφού προσαύξησαν την τιμή μονάδος του λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και μεγαλύτερης απόστασης αυτού από τη θάλασσα από ότι το κρινόμενο ακολούθως δε απομείωσαν λόγω μεγαλύτερης επιφάνειας του κρινόμενου την τιμή μονάδος υπολόγισαν την αγοραία αξία του με τιμή 300 δρχ. ανά τ.μ. Ο κατηγορούμενος ακόμη προσδιόρισε την αγοραία αξία του δωδεκάτου των κληρονομιαίων ακινήτων στη θέση ... σε 47.862.960 δραχμές με τιμή μονάδος 300 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο, με βάση τα συγκριτικά στοιχεία 334/1988 (ακίνητο 6000 τ.μ. σε απόσταση 500 μ. από τη θάλασσα Χ 1050 τ.μ. ανά τ.μ.) εξετίμησαν την αξία του κρινόμενου σε 16.546.400 δρχ. με τιμή 1050 δρχ. με τιμή 1050 δρχ. ανά τ.μ. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο υπολόγισαν, με βάση το άνω συγκριτικό 334/1988 ύστερα από προσαύξηση και στη συνέχεια απομείωση της τιμής του για τους ίδιους αμέσως παραπάνω αναφερόμενους λόγους, την αγοραία αξία του άνω ακινήτου με τιμή μονάδος 350 δρχ. ανά τ.μ. Ακόμη ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αγοραία αξία της μονοκατοικίας σε δύο ορόφους στο ... και του οικοπέδου επί του οποίου είχε κτισθεί αυτή σε 152.000 δρχ. για το οικόπεδο με τιμή μονάδος 8000 δρχ. ανά μ2 και σε 5.200.000 δρχ. για την μονοκατοικία με τιμή μονάδος 5200 δρχ. ανά κυβικό μέτρο, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση το συγκριτικό στοιχείο 62/1989 για αγροτεμάχιο 79,60 τ.μ. η αξία του οποίου είχε υπολογισθεί με τιμή 7000 δρχ. ανά μ2 προσδιόρισαν την αξία του ακινήτου σε 1.900.000 δρχ. με τιμή μονάδος 10000 δρχ. ανά τ.μ. και την αξία της οικίας σε 7.083.000 δρχ. με τιμή 7.100 δρχ. ανά κυβικό μέτρο. Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το δικαστήριο θεωρώντας ως πλέον πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο 61/1989 μετά από προσαύξηση της τιμής εκτίμησης λόγω παλαιότητος του συγκριτικού και απομείωση στη συνέχεια λόγω μεγαλύτερης έκτασης του υπό εκτίμηση από το ακίνητο που αφορούσε το συγκριτικό υπολόγισαν την αξία του οικοπέδου σε 1.520.000 δρχ. για το οικόπεδο με τιμή 8.000 δρχ. ανά τ.μ. και την αξία της οικίας σε 6.100.000 δραχμές. Επίσης ο κατηγορούμενος προσδιόρισε την αξία του αγροτεμαχίου 100 τ.μ. στη ... σε 5000 δρχ. με τιμή μονάδος 500 δρχ. ανά τ.μ. χωρίς συγκριτικά στοιχεία, ενώ οι υπάλληλοι που έκαναν τον επανέλεγχο με βάση το συγκριτικό στοιχείο 190/1988 (ακίνητο 225 τ.μ. σε απόσταση 400 μ. από τη θάλασσα Χ 900 δρχ. ανά μ2 ) προσδιόρισαν την αξία του σε 80.000 δρχ. με τιμή μονάδος 800 δρχ. ανά τ.μ. στο ίδιο δε ποσό προσδιόρισαν και οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο την αξία του άνω κληρονομιαίου ακινήτου με τιμή μονάδος 800 δρχ/μ2 . Με βάση τη θέση, την έκταση, την απόσταση από τη θάλασσα και τη θέα σ' αυτήν των άνω ακινήτων και των λοιπών ειδικότερων χαρακτηριστικών τους καθώς και το καθεστώς συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου στα πρώτα οκτώ από τα ακίνητα αυτά σε συνδυασμό με τα συγκριτικά στοιχεία από τα βιβλία ΔΟΥ ... και εκείνα του επανελέγχου που παρέβλεψε να εκτιμήσει ο κατηγορούμενος, η πραγματική αγοραία αξία των ακινήτων της κληρονομιάς ... κατά τον χρόνο εκτίμηση της (1991) ανέρχονταν, για το πρώτο ακίνητο σε δραχμές 265.000 πλέον δραχμών 40.000 για το επ' αυτού κτίσμα, για το δεύτερο ακίνητο σε 45.000 δραχμές όσον αφορά το οικόπεδο και σε 607.000 δραχμές όσον αφορά την επ' αυτού οικία για το τρίτο ακίνητο σε 15.044.000 δραχμές, για το τέταρτο ακίνητο σε 62.000.000 δραχμές, για το πέμπτο ακίνητο σε 50.000.000 δραχμές, για το έκτο ακίνητο σε 7.000.000 δραχμές, για το έβδομο ακίνητο σε 51.000.000 δραχμές, για το όγδοο ακίνητο σε 530.000 δραχμές από τις οποίες δρχ. 30.000 για το επ' αυτού κτίσμα, για το ένατο ακίνητο σε 2.000.000 δραχμές, για το δέκατο ακίνητο σε 63.000.000 δραχμές, για ενδέκατο ακίνητο σε 5.000.000 δραχμές, για το δωδέκατο ακίνητο σε 89.000.000 δραχμές, για το δέκατο τρίτο ακίνητο σε δραχμές 1.600.000 όσον αφορά το οικόπεδο και σε 6.100.000 δραχμές για την επ' αυτού οικία και για το δέκατο τέταρτο ακίνητο σε δραχμές 80.000 και συνολικά σε δρχ. 352.721.000. Ο κατηγορούμενος ενήργησε ως άνω και εξετίμησε την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας ... σε 169.770.225 δρχ. συνολικά υποτιμώντας την αξία των περιλαμβανόμενων σ' αυτήν ακινήτων κατά το ποσό 248.693.000 δραχμών συνολικά κατά παράβλεψη των προαναφερθέντων στοιχείων για να ωφελήσει τους υπόχρεους κληρονόμους κατά τη διαφορά του φόρου που προέκυπτε από 151.109.996 δραχμές για την ... από 21.673.912 δραχμές για την ... και από 21.444.958 δραχμές για την ... με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν από το Δικαστήριο εξετίμησαν τα ακίνητα της κληρονομίας ... σε μικρότερη αξία και όρισε ο δεύτερος από αυτούς με τη συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη τον οφειλόμενο φόρο συνολικά σε 43.164.500 δραχμές θεωρώντας ως προσφορά συγκριτικά ορισμένα μόνον από τα στοιχεία από τα βιβλία της ΔΟΥ ... ενώ και τα λοιπά που αναφέρθηκαν ήταν κατάλληλα και κατά την προσαύξηση και την απομείωση της τιμής εκτίμησης των συγκριτικών δεν προήλθαν σε ακριβείς προσδιορισμούς κατά την αναγωγή της τιμής των συγκριτικών στο χρόνο εκτίμησης της άνω κληρονομιάς και έτσι τα ποσά αξίας των περισσοτέρων των επιμέρους ακινήτων αυτής της κληρονομιάς πλην εκείνων όπου δεν παρατηρούνται διαφορές με τις εκτιμήσεις των υπαλλήλων του επανελέγχου και του κατηγορουμένου υπολείπονται από την πραγματική αγοραία αξία των άνω ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο. Το όφελος που επιδιώχθηκε με τις άνω πράξεις του κατηγορουμένου υπέρ των υπόχρεων σε φόρο μεταβίβασης και φόρο κληρονομιάς στις άνω περιπτώσεις υπερέβαινε τα 500.000 δραχμές. Ανερχόταν το όφελος αυτό και η αντίστοιχη ελάττωση της περιουσίας του δημοσίου σε 113.852.100 δραχμές που συνιστούσε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ελάττωση της περιουσίας του δημοσίου κατά την έννοια του άρθρου 256 περ. γ εδ. αα Π.Κ. όπως ισχύει μετά το ν. 2721/1999 από την κατ' εξακολούθηση τέλεση της απιστίας στην υπηρεσία από τον κατηγορούμενο ως δημόσιο υπάλληλο που ήταν αρμόδιος για τον προσδιορισμό του φόρου που οφειλόταν από κάθε υπόχρεο. Δεν είναι όμως η ζημία αυτή ιδιαίτερα μεγάλη κατά την έννοια του νόμου 1608/1950 όπως ισχύει μετά το άρθρο 24 παρ. 3 του νόμου 2298/1995, καθόσον η σχετική ρήτρα της ιδιαιτέρα μεγάλης ζημίας στον άνω νόμο περιορίζεται στις εξαιρετικές και ακραίες περιπτώσεις καταχρήσεως της δημόσιας περιουσίας με αντικείμενο πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Εξ άλλου δεν συμπίπτει εννοιολογικά η κατά το άρθρο 98 Π.Κ. κατ' εξακολούθηση τέλεση του άνω εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία με την έτερη διακεκρινόμενη μορφή τέλεσης της, υπό τις συνεπαγόμενες την εφαρμογή του ν.1608/1950 εξακολούθηση του εγκλήματος. Στο εξακολουθούν έγκλημα οι μερικότερες πράξεις μπορούν να τελεσθούν σε βραχύ σχετικά χρονικό διάστημα. Στην επί μακρόν χρόνον εξακολούθηση της πράξεως επί του εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία που υπάγεται στον νόμο 1608/1950 μόνον να στρέφεται κατά του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων που προκάλεσαν ελάττωση της δημοσίας περιουσίας ιδιαίτερα μεγάλη ανώτερη των 5.000.000 δρχ. υπάγονται εν όψει της απειλής βαρύτατων ποινών κατά του δράστη και της κατ' άρθρο 56 παρ. 2 ν.δ. 2756/1953 αθροίσεως των αντικειμένων των μερικότερων πράξεων μόνον εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις πολυετούς και οπωσδήποτε δεκαετούς εγκληματικής δραστηριότητας που δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε στην συγκεκριμένη περίπτωση όσον αφορά τον κατηγορούμενο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί για τις αναφερόμενες στο διατακτικό περιπτώσεις ένοχος του στρεφομένου κατά του Ελληνικού Δημοσίου κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία από δημόσιο υπάλληλο στον οποίο είχε ανατεθεί η διαχείριση της δημόσια περιουσίας κατά τον προσδιορισμό φορών και την οποία εν γνώσει του ελάττωσε κατά το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό που υπερέβαινε τα 5.000.000 δραχμές για να ωφεληθούν τρίτοι μεταχειριζόμενος ιδιαίτερα τεχνάσματα και με πρόκληση από τις άνω επί μέρους πράξεις του στο Ελληνικό Δημόσιο ζημίας (προξενηθείσης ή απειληθείσης) που υπερέβαινε το ποσό των 50.000.000 δραχμών χωρίς τις άνω ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950.... Ιδιαίτερα τεχνάσματα υπό την άνω έννοια αποτελούν και η μη λήψη υπόψη
από τον κατηγορούμενο στις άνω περιπτώσεις όλων των προσφορών συγκριτικών στοιχείων από τα τηρούμενα στη ΔΟΥ ... για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων που επρόκειτο να μεταβιβασθούν ή περιλαμβάνοντο στην κληρονομιά που περιερχόταν στους υπόχρεους και έπρεπε να εκτιμηθεί η αξία των για τη υπολογισθεί ο φόρος καθώς και των ακριβών στοιχείων θέσεως, προσανατολισμού αποστάσεως από θάλασσα και λοιπών ειδικών χαρακτηρισμών των υπό μεταβίβαση ή των κληρονομιαίων ακινήτων αλλά εσφαλμένων με συνέπεια να μη προσδιορίζεται η πραγματική αγοραία αξία των αλλά μικρότερη στην οποία με τη θέληση του προσδιόρισε ο κατηγορούμενος την αξία αυτών των ακινήτων με συνέπεια και ο φόρος μεταβίβασης καθώς και ο φόρος κληρονομιάς να είναι μικρότερος εκείνου που αναλογούσε στην πραγματική αγοραία αξία των κατά τον κρίσιμο χρόνο εκτίμησης και να οφελούνται οι υπόχρεοι κατά το ποσό της διαφοράς μεταξύ του φόρου που έπρεπε να πληρώσουν και εκείνου που βεβαιώθηκε με βάση τις άνω δόλιες ενέργειες του κατηγορουμένου (σχ. ΑΠ 523/1984 π.χ. ΛΔ' 933 επ.)".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τόσον ως προς την τέλεση εκ μέρους του αναιρεσείοντος της ως άνω πράξεως της απιστίας στην υπηρεσία, όσον και για την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων υπό τις οποίες αυτή τελέσθηκε, της τελέσεως κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με ζημία σε βάρος της περιουσίας του πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου, ανώτερη των 50.000.000 δραχμών και δη συνολικού ποσού 113.852.100 ευρώ, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες αφού: 1) προκύπτει ότι το Δικαστήριο προέβη με το παραπάνω σαφές αιτιολογικό του σε συγκριτική στάθμιση και ότι συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά επιλεκτικά, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός η αναφορά των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε από ποία εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή και δε δημιουργείται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και η απολογία του κατηγορουμένου, 2) το αιτιολογικό δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, αλλά περιέχει και ίδιες σκέψεις και αναφορά πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, για όλες τις επί μέρους περιπτώσεις φορολογικών υποθέσεων, αιτιολογείται δε επαρκώς και ο απαιτούμενος άμεσος δόλος με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος εφοριακός υπάλληλος, αρμόδιος για την εκτίμηση της αξίας ακινήτων και τον προσδιορισμό του αναλογούντος σε κάθε περίπτωση φόρου, ως οικονομικός έφορος ΔΟΥ ..., ελλείψει αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας στις συγκεκριμένες περιοχές, υποτιμούσε την αξία των μεταβιβαζομένων και κληρονομιαίων αντίστοιχα ακινήτων και προσδιόρισε μικρότερα ποσά φόρου από εκείνα που αναλογούσαν, με παράβλεψη των προσφόρων συγκριτικών στοιχείων που τηρούσε η εφορία ... σε ειδικό βιβλίο, με σκοπό να ωφελήσει τους υπόχρεους προς καταβολή φόρου φορολογουμένους, οι οποίοι τελικά και κατέβαλαν στο Δημόσιο μικρότερα ποσά φόρου, ωφεληθέντες σε βάρος της περιουσίας του Δημοσίου, κατά συνολικό ποσό φόρου 113.852.100 δραχμών, που θα 'πρεπε να καταλογισθεί επί πλέον εκείνου που καταλογίστηκε από τον κατηγορούμενο και αποστερήθηκε έτσι το Δημόσιο, 3) επαρκώς αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως της ανωτέρω πράξεως της απιστίας, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, από την παραδοχή της αποφάσεως (σελ.158) ότι ο κατηγορούμενος, "ως αρμόδιος υπάλληλος και δη προϊστάμενος και ελεγκτής της ΔΟΥ ..., κατά τον προσδιορισμό της αξίας των υπό εκτίμηση μεταβιβαζομένων και κληρονομιαίων ακινήτων των φορολογουμένων, δεν λάμβανε υπόψη στις άνω περιπτώσεις για τις οποίες καταδικάστηκε, όλα τα πρόσφορα κατά θέση, προσανατολισμό, απόσταση από τη θάλασσα και λοιπά ειδικά χαρακτηριστικά, συγκριτικά στοιχεία, από τα τηρούμενα στη ΔΟΥ ... στοιχεία, αλλά λάμβανε υπόψη άλλα συγκριτικά στοιχεία, με τη θέλησή του, με συνέπεια να προσδιορίζει την πραγματική αγοραία αξία τους σε μικρότερα ποσά και συνακόλουθα και το φόρο μεταβιβάσεως και κληρονομίας αντίστοιχα σε μικρότερα ποσά εκείνων που αναλογούσαν και θα 'πρεπε να καταλογισθούν στους φορολογούμενους", οι ενέργειες δε αυτές υποτιμήσεως της πραγματικής αξίας των υπό φορολόγηση ακινήτων και βεβαιώσεως μικρότερου φόρου στους υπόχρεους φορολογούμενους, συνιστούν κατά το νόμο ιδιαίτερα τεχνάσματα, διότι κατά την κοινή πείρα καθιστούσαν δυσχερή τον έλεγχο, τείνουν σε εξαπάτηση της αρχής και των ελεγκτικών οργάνων αυτής σε περίπτωση επανελέγχου και είναι επιτήδειες να συγκαλύψουν την παράνομη ενέργεια του κατηγορουμένου υπαλλήλου, που προσδιόρισε τους αναλογούντες φόρους σε πολύ μικρότερα ποσά εκείνων που έπρεπε, 4) προσδιορίζει τη συνολική ζημία του Δημοσίου σε ποσό 113.852.100 δραχμές, που είναι η διαφορά των ποσών των φόρων που θα 'πρεπε να καταλογισθεί και του μικρότερου φόρου που καθορίστηκε από τον κατηγορούμενο και κατέβαλαν στο Δημόσιο οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι, ποσόν που δέχθηκε ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, 5) δε δημιουργείται ασάφεια, ούτε αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού, σχετικά με τη λήψη υπόψη των συγκριτικών στοιχείων προσδιορισμού της αξίας ακινήτων και του αναλογούντος φόρου για τις περιπτώσεις που ο αναιρεσείων καταδικάστηκε κατ' εξακολούθηση (υποθέσεις με αριθμό 84,85,86) και των ιδίων στοιχείων, για τις περιπτώσεις (81,87,88,90/1992), για τις οποίες αθωώθηκε, καθόσον αφορούν διαφορετικά φορολογητέα ακίνητα (αγροτεμάχια) και κάθε ακίνητο έχει τη δική του θέση, ταυτότητα και φορολογική αξία, 6) δε δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού ότι το όφελος των υποχρέων φορολογουμένων και η αντίστοιχη ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου ανερχόταν σε 113.832.100 δραχμές, που συνιστούσε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ελάττωση της περιουσίας κατά την έννοια του άρθρου 256 περ. γ εδ. αα του ΠΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 2721/1999 και από την αντίστοιχη παραδοχή του ιδίου αιτιολογικού, ότι η ανωτέρω ζημία του Δημοσίου δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη κατά την έννοια του ν. 1608/1950, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 παρ.3 του ν. 2298/1995, όπως ειδικότερα επεξηγείται στη σελίδα 156 του αιτιολογικού, σε τούτο δε προέβη το Δικαστήριο απλώς για να αιτιολογήσει τη μη συνδρομή της ιδιαζόντως επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, της ελαττώσεως της περιουσίας του Δημοσίου κατά ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αναφερομένης σε εξαιρετικές και ακραίες περιπτώσεις με αντικείμενο πολλών άνω των 50.000.000 δραχμών, που δεν συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότε και επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη, 7) το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόρριψη του υποβληθέντος από τον κατηγορούμενο αιτήματος, που έχει κατά λέξη (σελ. 12 πρακτικών) " να κληθεί και να προσέλθει στο δικαστήριο ο Πολίτης", για το οποίο αρχικά επιφυλάχθηκε το Δικαστήριο και δεν απάντησε, διότι προβλήθηκε αορίστως, χωρίς να προσδιορίζονται τα στοιχεία ταυτότητας και η διεύθυνση κατοικίας του εν λόγω μάρτυρα και επί ποίου θέματος θα κατέθετε, ώστε να κριθεί η δυνατότητα , αλλά και η αναγκαιότητα κλητεύσεως και εξετάσεως του μάρτυρος αυτού, 8) το αίτημα του κατηγορουμένου που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, ( σελ. 80 πρακτικών), μετά την ανάγνωση του προσκομισθέντος από τον εξεταζόμενο μάρτυρα - μέλος του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών ..., από 21-12-2001 πρακτικού συνεδριάσεως του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών, να μη ληφθούν υπόψη οι πειθαρχικές αποφάσεις διότι δεν εκδόθηκαν αμετάκλητες αποφάσεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας, μετά από απορριπτική εισαγγελική πρόταση και μετά ακρόαση του κατηγορουμένου, μετά την αρχική επιφύλαξη του Δικαστηρίου, απαντήθηκε τελικά ( σελ.88 πρακτικών), με επαρκή αιτιολογία, ότι το άνω πρακτικό του Β Υπηρεσιακού Συμβουλίου, δεν περιέχει δυσμενή για τον κατηγορούμενο σε σχέση με την ερευνούμενη απιστία στοιχεία και δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 364 παρ.2 του ΚΠοινΔ, στα έγγραφα άλλης ποινικής ή πολιτικής δίκης, για την ανάγνωση των οποίων απαιτείται να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση και το Δικαστήριο να κρίνει χρήσιμη την ανάγνωσή τους, 9) με επαρκή αιτιολογία απαντήθηκε από το Δικαστήριο υποβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου και απορρίφθηκαν ( σελ. 31-33 πρακτικών) αντιρρήσεις του, μετά από ακρόαση αυτού, να μην εξετασθεί ως μάρτυρας η επιθεωρήτρια του Υπουργείου Οικονομικών, ως ασκήσασα προανακριτικά και πειθαρχικά καθήκοντα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφ. α ΚΠοινΔ, δεχθέν το Δικαστήριο ορθά ότι οι οικονομικοί επιθεωρητές που άσκησαν προανακριτικά και πειθαρχικά καθήκοντα (ΕΔΕ), δεν κωλύονται εκ του λόγου τούτου να εξετασθούν ως μάρτυρες και συνακόλουθα το Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε με το να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 4/2008), ενώ από τα πρακτικά προκύπτει (σελ. 28) ότι η παραπάνω απόφαση, λήφθηκε μετά από σχετική πρόταση του εισαγγελέα της έδρας να εξετασθεί η ανωτέρω μάρτυρας. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν.
Επομένως, οι προβαλλόμενοι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Β, Δ και Ε του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη νόμιμης βάσεως, έλλειψη ακροάσεως του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα, απόλυτης ακυρότητας που επήλθε από την παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ζητήσει την εξέταση του άνω μάρτυρος Πολίτη, κατ'άρθρο 6 ΕΣΔΑ και 14 ΔΣΑΠΔ, και λόγω σιωπηράς απορρίψεως των αιτημάτων του κατηγορουμένου για κλήτευση του άνω μάρτυρος, για μη εξέταση της μάρτυρος Ξ και για μη λήψη υπόψη των αποφάσεων του Υπηρεσιακού Συμβουλίου που κατέθεσε ο μάρτυρας υπερασπίσεως ..., πρέπει να απορριφθούν.
Από το συνδυασμό των άρθρων 177,178 και 179 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι στην ποινική δίκη επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε είναι από αυτά που αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμα και άκυρα, αρκεί η χρησιμοποίησή τους να μην απαγορεύεται από το νόμο, είτε ρητά είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, στο ακροατήριο ζήτησε " να μη ληφθούν υπόψη οι εκθέσεις επανελέγχου διότι είναι ανυπόστατα έγγραφα, επειδή είναι ανυπόγραφες από τον οικονομικό έφορο και είναι υπογεγραμμένες μόνο από τις ελέγκτριες". Το Δικαστήριο, μετά απορριπτική πρόταση του εισαγγελέα της έδρας και ακρόαση των συνηγόρων του κατηγορουμένου, (σελ. 73-76), απέρριψε το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου, με το εξής αιτιολογικό: "Η διάταξη του άρθρου 177 Κ.Ποιν.Δ., ορίζει ότι οι δικαστές δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων όσον αφορά την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων. Η μη ανακάλυψη της αληθείας συνεπάγεται εσφαλμένη κρίση επί της ενδικαζόμενης από το Ποινικό Δικαστήριο υποθέσεως. Συνεπής προς την άνω διάταξη είναι και αυτή του άρθρου 178 Κ.Ποιν.Δ. με την οποία ενδεικτικά ορίζονται τα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία μεταξύ των οποίων είναι και τα έγγραφα καθώς και η διάταξη του άρθρου 179 ιδίου Κώδικα για το ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικών μέσων με εξαίρεση ως προς το παραδεκτό της μαρτυρικής απόδειξης όταν βάση του εγκλήματος είναι κάποια ιδιωτική υποχρέωση οπότε κρίνεται κατά τις διατάξεις του αστικού νόμου η απόδειξη αυτής της υποχρέωσης, ενώ η απόδειξη της ίδιας της αξιόποινης πράξης επιτρέπεται με κάθε αποδεικτικό μέσο. Από την ανάγνωση του εγγράφου στην ποινική δίκη θα είναι δυνατό να ελεγχθεί το περιεχόμενό του και αν είναι σύννομο ή αν είναι επιτρεπόμενο και μετά την ανάγνωση του εγγράφου κρίνεται αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι κατά το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως επί της ουσίας, μεταξύ των εγγράφων της προκείμενης ποινικής υποθέσεως που σχηματίσθηκε κατά την προηγουμένως διενεργηθείσα προανάκριση και κύρια ανάκριση περιλαμβάνονται και οι με εκτέλεση διαταγής της Γενικής Διεύθυνσης Επιθεωρήσεων και Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών των αρμοδίων υπαλλήλων που είναι συνημμένες στην πορισματική αναφορά που υπέβαλε η επιθεωρήτρια ΔΟΥ Ξ. Για την τέλεση ή όχι από τον κατηγορούμενο των πράξεων που αποδίδονται σ' αυτόν σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, επιτρέπονται κάθε είδους αποδεικτικά μέσα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178 ΚΠΔ είτε και άλλα ακόμη και άκυρα, αρκεί η χρησιμοποίησή τους να μην απαγορεύεται ρητώς, είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει. Επομένως, οι εκθέσεις φορολογικού υπαλλήλου που συντάσσονται από αυτόν και τα πορίσματά του για τον επανέλεγχο φορολογικής υποθέσεως που έγινε ύστερα από εντολή ή διαταγή του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να ληφθούν υπόψη στην ποινική δίκη γιατί η χρησιμοποίησή τους δεν απαγορεύεται ρητώς από καμία διάταξη και δεν αντίκειται σε θεμελιώδεις διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο τέτοιων εκθέσεων επανελέγχου, όπως η παραπάνω και πορισματικές εκθέσεις που συντάχθηκε βάσει αυτών, δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας ούτε συνιστά υπέρβαση της εξουσίας του. Η μη συνυπογραφή αυτών των εκθέσεων από τον Οικονομικό Έφορο της περιφέρειας όπου ήταν τα ακίνητα που αποτέλεσαν αντικείμενο μεταβιβάσεως εν ζωή ή ανήκουν στην φορολογικά κληρονομιαία περιουσία αλλά μόνον από τους υπαλλήλους στους οποίους ανατέθηκε η σύνταξη αυτών των εκθέσεων επανελέγχου και εκ των υστέρων μετά την συμπερίληψη αυτών των εκθέσεων επανελέγχου στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία από την υπογραφή των πρωτοτύπων των εκθέσεων αυτών από την Επιθεωρήτρια που διενήργησε την διοικητική και προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση και υπέβαλε τα πορίσματά της στις αρμόδιες υπερκείμενες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών δεν συνεπάγεται ότι οι εν λόγω εκθέσεις επανελέγχου ήταν μη έννομα ή μη επιτρεπόμενα να ληφθούν υπόψη κατά την ποινική δίκη έγγραφα αλλά μη κατ' άρθρο 25 του Ν.820/1978 υπογραφή των από τον Οικονομικό Έφορο ... ως αρμόδιο έχει επιρροή μόνον όσον αφορά την αναζήτηση περαιτέρω από το Ελληνικό Δημόσιο μέσω της αρμόδιας ΔΟΥ τυχόν διάφορων επί πλέον φόρων που οφείλονται από τους υπόχρεους φορολογούμενους με βάση τις άνω εκθέσεις επανελέγχου. Δεν τίθεται κατόπιν αυτών ζήτημα ακυρότητας της ποινικής διαδικασίας από τη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο αυτών των εκθέσεων επανελέγχου ως αποδεικτικών μέσων συνεκτιμητέων με τις λοιπές αποδείξεις, ούτε ανακύπτει θέμα υπέρβασης εξουσίας από τη λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών χωρίς να έχουν υπογραφεί και από τον Οικονομικό Έφορο .... Πρέπει κατόπιν αυτών να απορριφθεί το αίτημα της υπεράσπισης του κατηγορουμένου να μη ληφθούν υπόψη οι εκθέσεις επανελέγχου των ακινήτωνω που αφορά η προκείμενη υπόθεση ως ανυποστάτων εγγράφων χωρίς υπογραφή των από τον άνω Οικονομικό Έφορο ως αρμόδιο αλλά μόνον από τις υπαλλήλους που προήλθαν στον επανέλεγχο καθώς επίσης θα ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και θα συνεκτιμηθεί και η πορισματική έκθεση της επιθεωρήτριας του Υπουργείου Οικονομικών Ξ από 16-2-1998 που έγινε ύστερα από διαταγή της Γενικής Διεύθυνσης Επιθεώρησης και Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών μη απαγορευομένης ρητώς της χρησιμοποίησής της ως αποδεικτικού μέσου από καμμία διάταξη και μη αντιτιθέμενη της εκθέσεως αυτής για τα πορίσματα της επιθεωρήτριας σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος". Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η παραπάνω αιτιολογία του Δικαστηρίου είναι ειδική, επαρκής και σύμφωνη με το νόμο, ορθά το Δικαστήριο, μετά από ακρόαση των συνηγόρων του κατηγορουμένου, αποφάνθηκε για λήψη υπόψη των άνω εκθέσεων επανελέγχου των φορολογικών υποθέσεων που αφορούν στην προκείμενη κατηγορία, που διενεργήθηκε από αρμόδιους φορολογικούς ελεγκτές, κατόπιν διαταγής του Υπουργείου Οικονομικών, ανεξάρτητα του ότι δεν συνυπογράφονται από τον οικονομικό έφορο ..., αφού η χρησιμοποίηση των εκθέσεων αυτών των ελεγκτικών οργάνων στην ποινική δίκη δεν απαγορεύεται από καμία διάταξη νόμου. Όταν δε οι συνήγοροι υπερασπίσεως του κατηγορουμένου επανυπέβαλαν, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας(σελ. 106) το ίδιο ακριβώς αίτημα που είχαν υποβάλει νωρίτερα (σελ.73), "να μη ληφθούν υπόψη οι εκθέσεις επανελέγχου, σύμφωνα με το έγγραφο του κ. Σανιδά", χωρίς επίκληση κάποιου άλλου συγκεκριμένου λόγου που δεν θα 'πρεπε να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω εκθέσεις επανελέγχου, το Δικαστήριο, που ήδη με το ως άνω αιτιολογικό του είχε απορρίψει το αίτημα αυτό, δεν ήταν υποχρεωμένο να επανέλθει και να επαναλάβει την απόρριψη του ίδιου αιτήματος αυτού. Επομένως, ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ακροάσεως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από τη μη απάντηση στο άνω αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 204 παρ.1,3 του ΚΠοινΔ, όταν γίνεται ανάκριση για κακούργημα, εκείνος που ενεργεί την ανάκριση και διορίζει πραγματογνώμονες γνωστοποιεί συγχρόνως το διορισμό στον κατηγορούμενο, στον πολιτικώς ενάγοντα .... Αυτοί, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από εκείνον που ενεργεί την ανάκριση , μπορούν να διορίσουν με δικές τους δαπάνες τεχνικό σύμβουλο.. (παρ.1). Όσα προβλέπονται στην παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν η πραγματογνωμοσύνη πρόκειται να διεξαχθεί στο ακροατήριο.. (παρ.2). Κατά την επομένη διάταξη του άρθρου 205 του ΚποινΔ, κατηγορούμενοι περισσότεροι από έναν δε μπορούν να διορίσουν συνολικά περισσότερους από δύο τεχνικούς συμβούλους.. Το ίδιο ισχύει και όταν οι πολιτικώς ενάγοντες ή οι αστικώς υπεύθυνοι είναι περισσότεροι από ένας. Εκείνος που ενεργεί την ανάκριση με διάταξή του ή το δικαστήριο με απόφασή του μπορούν να ρυθμίζουν αμετακλήτως για κάθε περίπτωση τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 362 του ΚΠοινΔ, αφού εξετασθούν οι μάρτυρες, διαβάζονται οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων. Αν κληθούν στο ακροατήριο από τον εισαγγελέα εκείνοι που έκαναν την πραγματογνωμοσύνη για να την αναπτύξουν προφορικά, η ανάπτυξη αυτή γίνεται ύστερα από την ανάγνωση της γνωμοδότησης και οι πραγματογνώμονες περιορίζονται, όπως και οι κατά την προδικασία τεχνικοί σύμβουλοι, που κλητεύονται ταυτόχρονα από τον εισαγγελέα, στο να απαντούν στις ερωτήσεις που τους απευθύνονται. Αν κλήθηκαν αυτοί για πρώτη φορά στο ακροατήριο και εμφανίστηκαν, μπορούν να κληθούν από το διάδικο σύμφωνα με τα άρθρα 204-207 τεχνικοί σύμβουλοι, όχι περισσότεροι από τους πραγματογνώμονες, οι οποίοι περιορίζονται επίσης στην έκθεση των συμπερασμάτων τους και στους ουσιώδεις λόγους που τα στηρίζουν, καθώς και στην απάντηση των ερωτήσεων που τους υποβάλλονται (άρθρο 208). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, (σελ. 57-58), ο κατηγορούμενος αντέλεξε στην ανάγνωση και τη λήψη υπόψη των εκθέσεων των διορισμένων από το πολιτικώς ενάγον Δημόσιο δύο τεχνικών συμβούλων ... και ...., επί της πραγματογνωμοσύνης των δύο πραγματογνωμόνων και της συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, που διέταξε το Πενταμελές Εφετείο, με δύο παρεμπίπτουσες αποφάσεις του, για το λόγο ότι διορίστηκαν δύο τεχνικοί σύμβουλοι αντί ενός. Το Δικαστήριο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό και αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, με το εξής αιτιολογικό: "Τεχνικό συμβούλιο μπορούν να διορίσουν ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων και ο αστικός υπεύθυνος όταν σε κακούργημα διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη και διορίζονται πραγματογνώμονες στο ακροατήριο κατά την κύρια διαδικασία με απόφαση του δικαστηρίου (Κ.Ποιν.Δ. 204 §§1,3). Με την 422/24.2.2006 παρεμπίπτουσα απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου διατάχθηκαν νέες αποδείξεις και ειδικότερα η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τους πραγματογνώμονες Θ πολιτικό μηχανικό και Ζ οικονομολόγο-φοροτεχνικό, προκειμένου να αποφανθούν περί της πραγματικής αξίας των αναφερόμενων στο διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ακινήτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος με την εν λόγω απόφαση 3420/2003 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο κατηγορούμενος για απιστία στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα σε βάρος του Δημοσίου κατ' εξακολούθηση λόγω προσδιορισμού εκ μέρους του ως προϊσταμένου της ΔΟΥ ... σε μικρότερο ποσό του φόρου που αναλογούσε σε κάθε υπόχρεο και προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων αυτών που μεταβιβάσθηκαν και περιλαμβάνονταν σε περιουσία που κληρονομήθηκε σε ποσά μικρότερα από την πραγματική. Στη συνέχεια, μετά την κατάθεση από τους άνω πραγματογνώμονες της από 4-12-2006 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεση στις 11-12-2006 στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών από την πληρεξουσία του Ελληνικού Δημοσίου της εκθέσεως των διορισθέντων από το Ελληνικό Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγων με δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και προς τον ανακριτή του 11ου τακτικού τμήματος Αθηνών, που είχε ορισθεί ως ανακριτικός υπάλληλος προς όρκιση των πραγματογνωμόνων και για να εγχειρισθεί σ' αυτόν η έκθεση των τεχνικών συμβούλων του ... και της ..., από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά προηγούμενη στις 16-5-2008 και στη συνέχεια στις 30-5-2008 συνεδρίαση του προς εκδίκαση της προκειμένης ποινικής υποθέσεως κατά την οποία εξετάσθηκαν ως μάρτυρες οι άνω πραγματογνώμονες, λόγω ατελειών της αρχικής πραγματογνωμοσύνης από το ότι δεν είχε διαταχθεί να προσδιορίσουν οι πραγματογνώμονες τον φόρο που αναλογούσε σε κάθε μία ξεχωριστή υπόθεση μεταβιβάσεως και κληρονομίας των άνω ακινήτων, ανεβλήθη εκ νέου για κρείσσονες αποδείξεις η εκδίκασή της και διετάχθη η διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης από τον πραγματογνώμονα Ζ, οικονομολόγο-φοροτεχνικό που είχε διορισθεί με την προηγούμενη 422/2006 απόφασή του προκειμένου να αποφανθεί με έγγραφη έκθεσή του επί του ζητήματος ποιος ήταν ο φόρος που αναλογεί σε κάθε μία ξεχωριστή υπόθεση μεταβίβασης ακινήτων, γονικών παροχών και κληρονομιών με βάση την πραγματική αξία αυτών των ακινήτων όπως προσδιορίσθηκε στην από μηνός Δεκεμβρίου 2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης καταθέτοντας την σχετική έκθεση στον γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών καταχωρίζοντας χωριστά σε στήλες την πραγματική αιτία αυτών των ακινήτων με βάση τις εκτιμήσεις του κατηγορουμένου, της Επιθεωρήτριας του Υπουργείου Οικονομικών και του ίδιου του πραγματογνώμονα και χωριστά σε στήλες τον φόρο που αναλογούσε για καθένα από τα ακίνητα με βάση τους ίδιους κατά τα ανωτέρω υπολογισμούς. Από τον πραγματογνώμονα Ζ κατετέθη η συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης στον Εισαγγελέα Εφετών στις 22-10-2008 και επί της άνω συμπληρωματικής εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης από την Τεχνική Σύμβουλο του Ελληνικού Δημοσίου ..., έγιναν σε έκθεσή της οι παρατηρήσεις της επί των όσων αναφέρει ο πραγματογνώμων Ζ. Στο άρθρο 362 Κ.Ποιν.Δ. που ρυθμίζει τα σχετικά με την ανάγνωση των εκθέσεων εκείνων που έκαναν την πραγματογνωμοσύνη και των εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων που είχαν ορισθεί στην προδικασία και για την ανάπτυξη αυτών των εκθέσεων και την απάντηση των στις ερωτήσεις που τους απευθύνονται ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 αυτού ότι αν κλήθηκαν οι πραγματογνώμονες για πρώτη φορά στο ακροατήριο μπορούν να κληθούν από τον διάδικο σύμφωνα με τα άρθρα 204-207 Κ.Ποιν.Δ. τεχνικοί σύμβουλοι όχι περισσότεροι από τους πραγματογνώμονες οι οποίοι περιορίζονται επίσης στην έκθεση των συμπερασμάτων τους και στους ουσιώδεις λόγους που τα στηρίζουν καθώς και στην απάντηση των ερωτήσεων που τους υποβάλλονται. Αν διαταχθεί νέα ή συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, σε περίπτωση κλητεύσεως και εμφανίσεως των πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο μπορούν με τους ίδιους όρους να κλητευθούν από το διάδικο τεχνικοί σύμβουλοι όχι περισσότεροι από τους πραγματογνώμονες και τόσο αυτοί (πραγματογνώμονες) όσο και οι τεχνικοί σύμβουλοι περιορίζονται επίσης στην έκθεση των συμπερασμάτων τους και τους λόγους που τα στηρίζουν και σε απαντήσεις στις υποβαλλόμενες ερωτήσεις χωρίς να επέρχεται ακυρότητα από την εξέταση των ως άνω μαρτύρων. Σε περίπτωση υπάρξεως αντιθέσεων ή αντιφατικών εκδοχών μεταξύ της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και αυτής του τεχνικού συμβούλου, το δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση με βάση τα ειδικά χαρακτηριστικά του αντικειμένου της υπόθεσης. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να διορίσει ένα τεχνικό σύμβουλο αλλά δεν αποκλείεται η ανάγνωση των εκθέσεων που υπογράφονται από περισσότερους από έναν από τους τεχνικούς συμβούλους που διορίσθηκαν από έναν από τους διαδίκους όταν την ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης διέταξε κατά την κύρια διαδικασία στο ακροατήριο και είτε διεξάγεται αυτή αμέσως στο δικαστήριο είτε αν αυτό δεν είναι εφικτό και αυτή πρέπει να διεξαχθεί εκτός ακροατηρίου εκδίδεται παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία διορίζεται είτε ως εισηγητής μέλος του δικαστηρίου είτε ανακριτικός υπάλληλος για να διεξαχθεί η πραγματογνωμοσύνη ενώπιόν του. Οι τεχνικοί σύμβουλοι σε τέτοια διαταχθείσα κατά τη διάρκεια της κυρίας δίκης πραγματογνωμοσύνη είναι δυνατό και αν δεν συνέτασσαν και κατέθεταν την προβλεπόμενη από το άρθρο 208 Κ.Ποιν.Δ. έκθεση με τις παρατηρήσεις του για την γενομένη πραγματογνωμοσύνη να κληθούν στο ακροατήριο από το διάδικο σε αριθμό όχι μεγαλύτερο από εκείνον των διορισθέντων πραγματογνωμόνων και να εκθέσουν τις απόψεις των και τα συμπεράσματά τους για τα ζητήματα για τα οποία διατάχθηκε η πραγματογνωμοσύνη. Δεν κωλύεται κατόπιν αυτών να λάβει υπόψη του το παρόν Δικαστήριο τις γραπτές παρατηρήσεις των τεχνικών συμβούλων του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου ... ΠΕ Μηχανικού και ... υπαλλήλου με βαθμό Α' του κλάδου ΠΕ Εφοριακών, επί της εκθέσεως των πραγματογνωμόνων που είχαν διορισθεί με την 422/2006 αναβλητική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου των που κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών για να εξετασθούν στην προκείμενη ποινική υπόθεση ως μάρτυρες όπως κλητεύθηκαν από τον ίδιο Εισαγγελέα και οι πραγματογνώμονες Θ και Ζ και κρίνεται ότι θα υποβοηθήσει το Δικαστήριο στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως από την εξέταση των. Επίσης λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, ενόψει των προαναφερθέντων, το έγγραφο με τις παρατηρήσεις της τεχνικής συμβούλου ..., πραγματογνωμοσύνης που ανετέθη στον εκ των διορισμένων πραγματογνωμόνων Ζ και διενεργήθηκε από αυτόν περιλαμβανομένη στην κατατεθείσα στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στην έκθεσή του. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί και αντιρρήσεις της υπεράσπισης του κατηγορουμένου να μη ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις των δύο τεχνικών αυτών συμβούλων του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στην Εισαγγελία Εφετών την 11-12-2006 και την 1-2-2007 και να μην εξετασθούν οι ανωτέρω ως μάρτυρες είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν". Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ, αφού δε διορίστηκαν οι τεχνικοί σύμβουλοι του πολιτικώς ενάγοντος κατά την προδικασία, όπως σαφώς ορίζεται ότι διορίζεται μόνο ένας τεχνικός σύμβουλος, αλλά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την κύρια διαδικασία, με δύο παρεμπίπτουσες αποφάσεις του, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και διόρισε προς τούτο δύο πραγματογνώμονες την πρώτη φορά, τους Θ και Ζ και τη δεύτερη φορά για συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, διόρισε τον από αυτούς Ζ, αυτοί δε κατέθεσαν τις δύο εκθέσεις τους και κλήθηκαν και εξετάσθηκαν στο ακροατήριο ως μάρτυρες, σύννομα διορίστηκαν και κλήθηκαν από το πολιτικώς ενάγον Δημόσιο και εξετάσθηκαν στο ακροατήριο δύο τεχνικοί σύμβουλοι, όσοι και οι πραγματογνώμονες, και συνεκτιμήθηκαν οι υπ' αυτών κατατεθείσες και αναγνωσθείσες εκθέσεις επί της διεξαχθείσας κύριας και συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, κατ' άρθρο 362 παρ.1 εδ.β ΚΠοινΔ, μη δημιουργουμένης ουδεμίας ακυρότητας της διαδικασίας και ο σχετικός, από τα άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ.δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων, προβαλλόμενος τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως (β' σκέλος) του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠοινΔ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, υπάρχει αβεβαιότητα για το αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την πραγματογνωμοσύνη, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εξάλλου, η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ). Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από το προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 608/2009 αποφάσεως προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του, διέλαβε ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν " από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και από τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων που αναφέρονται παραπάνω και αναγνώσθηκαν, καθώς και από τις εκθέσεις με τις παρατηρήσεις των τεχνικών συμβούλων του Δημοσίου και του τεχνικού συμβούλου του κατηγορουμένου". Από την άνω ειδική περικοπή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξάρτητα του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν αναφέρονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, βεβαιώνεται ότι αναγνώσθηκαν όλες οι παραπάνω εκθέσεις των πραγματογνωμόνων και των διορισθέντων τεχνικών συμβούλων, επομένως ότι αναγνώσθηκαν, πλην άλλων, και οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Θ και Ζ και η έκθεση της συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης του Ζ, που διατάχθηκαν με τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις 422/2006 και 1486/2008 του ιδίου Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι εκθέσεις και το συμπέρασμα αυτών, με αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, αναφέρονται ρητά στο αιτιολογικό για κάθε επί μέρους εκτιμηθέν από τον κατηγορούμενο ακίνητο, συσχετιζόμενο με τα πορίσματα του διενεργηθέντος επανελέγχου, ήτοι σαφώς συνάγεται ότι συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο όλες οι παραπάνω εκθέσεις, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδική αναφορά, αποδοχή εξ ολοκλήρου των πορισμάτων αυτών και συσχέτιση αυτών με τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις εκθέσεις και τα πορίσματα των τεχνικών συμβούλων Δημοσίου και κατηγορουμένου, που συνιστούν έγγραφα και σαφώς προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο, όπως και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, με την αναφορά της αιτιολογίας και στα έγγραφα αυτά. Επίσης, το περιεχόμενο των εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων του πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου και του κατηγορουμένου, των οποίων δεν προκύπτει η ανάγνωση από τα πρακτικά, προκύπτει από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο δύο διορισθέντων από το Δικαστήριο πραγματογνωμόνων και από τις καταθέσεις των τεχνικών συμβούλων ... και ..., οι οποίοι αναφέρθηκαν στις εκθέσεις τους. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως (δ' σκέλος), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ' του ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από τον νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358, 369 ή άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, τον λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως, ( σελ. 106 και 107), που δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, κατά το άρθρο 141 παρ.3 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, πριν κηρύξει το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ρώτησε όλους τους παράγοντες της δίκης αν χρειάζονται κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απάντησαν αρνητικά, μετά δε την αγόρευση και την πρόταση του εισαγγελέα της έδρας και των συνηγόρων της πολιτικής αγωγής επί της κατηγορίας, έδωσε το λόγο τελευταία στους συνηγόρους του κατηγορουμένου, οι οποίοι ανέπτυξαν την κατηγορία και ζήτησαν την απαλλαγή αυτού. Επομένως, δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, δεν συντρέχει έλλειψη ακροάσεως και δεν επήλθε καμία απόλυτη ακυρότητα και ο σχετικός τρίτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'και Β ΚΠοινΔ, λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως (γ' σκέλος), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθησαν κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υποθέσεως, παραβιάζονται οι αρχές της δημοσιότητας και της προφορικότητας της διαδικασίας και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο εκάστου εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα με τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του τελευταίου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται ακυρότητα της διαδικασίας, παραβίαση των αρχών της προφορικότητας και δημοσιότητας της διαδικασίας και δη ισχυρίζεται, 1) ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση ευθέως και στα παρακάτω έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν: α) στις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων του Δημοσίου, β) στην 75/2001 απόφαση του Β Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών και γ) στο 3/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) ότι στα αναγνωσθέντα έγγραφα περιλαμβάνονται έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους και στερήθηκε του δικαιώματός του να αντικρούσει αυτά, και δη αναγνώσθηκαν τα παρακάτω υπό αύξοντα αριθμό: ι) έγγραφα της οικονομικής επιθεώρησης, ιι) έξι πρόχειρα σημειώματα σε φωτοτυπίες, ιιι) το από 9-10-95 πρακτικό περί καταλληλότητας οικοπέδων, ιν) πίνακες συγκριτικών στοιχείων. Επί των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, λεκτέα τα εξής: 1) Όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα παραπάνω τρία έγγραφα πράγματι δεν περιλαμβάνονται στα αναγνωστέα έγγραφα, αλλά, α)το περιεχόμενο των εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων του Δημοσίου συνάγεται από τις μαρτυρικές καταθέσεις των ιδίων των εξετασθέντων στο ακροατήριο δύο αυτών τεχνικών συμβούλων, β) η 75/2001 απόφαση του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών, συνάγεται από το αναγνωσθέν (σελ. 80 πρακτικών) από 21-12-2001 πρακτικό του Συμβουλίου αυτού και από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος υπερασπίσεως ..., ο οποίος ήταν μέλος του άνω Πειθαρχικού Συμβουλίου και κατέθεσε στο Δικαστήριο το παραπάνω πρακτικό του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, γ) το μνημονευόμενο στο αιτιολογικό με αριθ. 3/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών( σελ. 110), με την περικοπή "Αναφέρθηκε η μάρτυρας ..., εξ αφορμής της καταγγελίας της οποίας ελέγχθηκαν οι υποθέσεις φορολογίας . . . που οδήγησαν . . στην άσκηση ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου και στην παραπομπή του . . με το 3/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών . .", συνάγεται ότι το Δικαστήριο αναφέρεται στο παραπάνω παραπεμπτικό βούλευμα αφηγηματικά και μόνο, στηριζόμενο στην κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος, το δε ως άνω παραπεμπτικό του κατηγορουμένου βούλευμα είναι απλώς διαδικαστικό έγγραφο και όχι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας. 2) Η κατά τον παραπάνω τρόπο αυτό καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω τριών υπηρεσιακών εγγράφων, δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, άλλο έγγραφο με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκε, με την πραγματική δε ανάγνωση αυτών στο ακροατήριο, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα εφοριακό υπάλληλο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών και να προβεί αυτός ή ο συνήγορός του , κατ' άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα αναγνωσθέντα έγγραφα αυτά και το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά.
Συνεπώς, ο από τα άρθρα 171 αρ. 1 στοιχ. δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ σχετικός προβαλλόμενος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου( άρθρα 176, 183 ΚΠολ. Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, όπως διαμορφώθηκε με τους από 10 Ιανουαρίου 2010 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 608/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου, που ανέρχεται σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απιστία σχετική με την Υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου με ιδιαίτερη τεχνική με ζημία που υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ κατ' εξακολούθηση. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι όλοι οι προβαλλόμενοι από τον κατηγορούμενο, κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, έλλειψη ακροάσεως.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ακροάσεως έλλειψη, Απιστία περί την υπηρεσία.
| 0
|
Αριθμός 923/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πολυχρονόπουλο, περί αναιρέσεως της 781/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαϊου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 780/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ. όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 ΚΠΔ στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από συνήγορο που διόρισε με έγγραφη δήλωσή του ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Επίσης, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το Δικαστήριο κηρύσσει αυτό απαράδεκτο. Περαιτέρω, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου όταν ο δικαιούμενος δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτό εμπροθέσμως από λόγους ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην περίπτωση αυτήν, εκείνος που ασκεί εκπροθέσμως το ένδικο μέσο οφείλει, κατά την έννοια του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, να διαλάβει στη σχετική έκθεση τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπροθέσμως το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Αν δεν περιληφθούν στην έκθεση τέτοια περιστατικά, ή αυτά δεν αποδεικνύονται από τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και, συνεπώς, απαράδεκτο (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Τέλος, ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 781/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο την έφεση της κατά της 3548/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγών", από δράστη που ενεργεί κατά συνήθεια, απέρριψε την έφεσή της ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως αυτής, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "η κατηγορουμένη, η οποία στην πρωτόδικη δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Καρδίτσας Στέφανο Καραμήτρο δυνάμει της από 21-11-2006 έγγραφης εξουσιοδότησής της η οποία θεωρήθηκε για το γνήσιο της υπογραφής της την ίδια ημέρα από το δικηγόρο Καρδίτσας Ηλία Καμαρέτσο, άσκησε, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου της Στέφανου Καραμήτρου, την από 11-1-2008 εκπρόθεσμη, κατά 13 και πλέον μήνες, έφεσή της κατά της με αριθμό 3548/24-11-2008 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας και στην έκθεση αυτής η εκκαλούσα για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο επικαλείται, αορίστως, ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, χωρίς παράλληλα να προσδιορίζει το είδος αυτής, να επισυνάπτει καμία απολύτως ιατρική γνωμάτευση, ούτε να γίνεται επίκληση κάποιου αποδεικτικού της ασθένειας στοιχείου. Επομένως ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί συνδρομής ανώτερης βίας, λόγω ασθενείας του πληρεξουσίου δικηγόρου της είναι απορριπτέος, ως αόριστος, λόγω μη προσδιορισμού του είδους της επικαλούμενης ασθένειας (ΑΠ 1484/2005 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα υγείας του συνηγόρου της κατηγορουμένης, αρτηριακή πίεση, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα, και αληθές υποτιθέμενο, δεν συνιστά πραγματικό κώλυμα το οποίο παρεμπόδισε την άσκηση της έφεσης, ή έστω την έγκαιρη ενημέρωση της κατηγορουμένης προκειμένου να απευθυνθεί σε άλλο συνήγορο, ολόκληρο το χρονικό διάστημα των 13 μηνών δεδομένου ότι ο ασθενής στις περιπτώσεις αυτές παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και τελεί υπό φαρμακευτική και διαιτητική θεραπεία". Επίσης, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την έφεση 3548/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας, προκύπτει ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 24-11-2006 με απούσα την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, που εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Καρδίτσας, Στέφανο Καραμήτρο, με βάση πληρεξούσιο και έτσι κατά την 340 παρ. 2 ΚΠΔ, θεωρείται ότι ήταν παρούσα. Όπως δε προκύπτει από τη με αριθμό 20/2008 έφεσή της, που άσκησε κατά της άνω αποφάσεως ενώπιον του Γραμματέα του Πλημ/κείου Καρδίτσας στις 11 Ιανουαρίου 2008, δηλαδή μετά από 13 περίπου μήνες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο αυτής, αναφέρει κατά λέξη τα ακόλουθα: "ασκεί την παρούσα εκπρόθεσμα, διότι ο συνήγορός της, Στέφανος Καραμήτρος, μολονότι τον εξουσιοδότησε να την ασκήσει, λόγω προσωπικών προβλημάτων υγείας, παραλείποντας έτσι να την ενημερώσει περί τούτο". Όμως ήταν υπόχρεη από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ να διαλάβει στην άνω έκθεση τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπροθέσμως το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεστεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Αν δεν περιληφθούν στην έκθεση τέτοια περιστατικά ή αυτά δεν αποδεικνύονται από τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς, απαράδεκτο (ΚΠΔ 476 παρ.1). Στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου εξετάσθηκε κατά πρότασή της ως μάρτυρας, ο σύζυγός της, ..., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ότι η κατηγορουμένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε εξουσιοδοτήσει τον άνω δικηγόρο να την εκπροσωπήσει και στη συνέχεια να ασκήσει έφεση για λογαριασμό της. "Αυτός όμως, λόγω προβλημάτων υγείας, έχει πίεση, άργησε να την ασκήσει και δεν ενημέρωσε γι' αυτό τη σύζυγό του", όπως ακριβώς κατέθεσε. Αλλά, η αρτηριακή πίεση του συνηγόρου της κατηγορουμένης, δεν μπορούσε και μάλιστα επί 13 μήνες, να παρεμποδίσει αυτή προς άσκηση εφέσεως. Κατά συνέπεια, του άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του που απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της και την έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας ως προς το θέμα αυτό, αλλά και της υπερβάσεως εξουσίας, του αυτού άρθρου και παρ. περ. Η' του ΚΠΔ, στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, χωρίς έτσι να καταστήσει χείρουσα τη θέση της και να την αποκλείσει από δίκαιη κρίση, όπως αβάσιμα αυτή διατείνεται. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει και αυτή (αίτηση) να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Μαίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 68/2009 ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αίτηση της ..., για αναίρεση της με αριθμό 781/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαϊου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης - εκπρόθεσμης. Ασκήθηκε μετά την παρέλευση 10ημέρου από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, παρά το ότι η κατηγορουμένη θεωρείται ως παρούσα. Επικαλείται αόριστα και αβάσιμα λόγο ανώτερης βίας. Αιτιολογημένη η προσβαλλομένη από-φαση. Απορρίπτει σχετικό λόγο για έλλειψη αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 922/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, για αναίρεση της 68/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Βέροιας . Το Τριμελές Πλημ/κείο Βέροιας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 829/09
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α,ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν, 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενος σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νομό ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Περαιτέρω κατά το άρθρο 14 παρ.2 του Ν.2810/2000 περί "Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" (ΦΕΚ Α' 61/9.3.2000), "το ΔΣ εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως. Την εκπροσώπησή του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή στον κατά την παρ.9 του άρθρου αυτού γενικό διευθυντή (μάνατζερ). Το ΔΣ μπορεί επίσης να αναθέτει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλος αυτού ή στέλεχος ή υπάλληλο του συνεταιρισμού". Ορίζεται δε, με την παρ.4 του ίδιου άρθρου ότι "το ΔΣ είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση του συνεταιρισμού, στη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και στην επιδίωξη του σκοπού του. Οι αρμοδιότητες του ΔΣ καθορίζονται στο καταστατικό". Έτσι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο νόμος για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης, ως προς τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, απαιτεί την ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ), ως συλλογικού (ενδοσυνεταιριστικού) οργάνου, είτε την ευθύνη του Προέδρου ή μέλους αυτού ή και τρίτου, εφόσον έχει ληφθεί σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του συνεταιρισμού ή έχει υπογραφεί σχετική σύμβαση.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 68/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας,που δίκασε ως Εφετείο, ο αναιρέσειων καταδικάστηκε, για παράβαση του πιο πάνω α.ν.690/1945 κατ'εξακολούθηση, καθώς και για παράβαση του ΑΝ 539/45 σε φυλάκιση τριών (3) μηνών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια, και σε χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, δέχθηκε, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα, τα εξής, τα οποία περιέχονται στο σκεπτικό της, που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της: "στη ..., στους παρακάτω χρόνους, ενώ ήταν εργοδότης-Πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού "ΝΕΑ ΑΛΦΑ" που βρίσκεται στο Σ.Σ...., με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα Α)Κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2006 έως 12-1-2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον αντί μισθού ή ημερομισθίου απασχοληθέντα στην επιχείρησή του οφειλόμενες αποδοχές και πάσης φύσεως χορηγίες που καθορίζονται είτε από σύμβαση εργασίας ή από υπαλληλική σύμβαση είτε από συλλογική σύμβαση εργασίας, είτε από διοικητικές πράξεις είτε από το Νόμο ή έθιμο, ειδικότερα δεν κατέβαλε στον εργασθέντα ως Τεχνολόγο Γεωπόνο στην παραπάνω επιχείρησή του Ξ για το παραπάνω χρονικό διάστημα τα παρακάτω ποσά α)για δεδουλευμένους μισθούς 8.700 ευρώ και β)για δώρο Πάσχα και Χριστουγέννων 2006, 1700 ευρώ. Β)Στις 12-1-2007, ενώ ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στην μισθωτή της επιχείρησής του αποδοχές αναλογούσες στην κανονική ετήσια άδεια καθώς και το επίδομα αδείας, αυτός ως εργοδότης του παραπάνω Ξ που απασχολούνταν ως Τεχνολόγος Γεωπόνος στην επιχείρησή του, δεν κατέβαλε σ'αυτόν αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας για τα έτη 2006 και 2007, ποσού 3.240 ευρώ. Η απαίτηση του εργαζομένου Ξ προέρχεται από δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-5-2006 έως 31-12-2006, επιδόματα εορτών και αποδοχές αδείας 2006, ήτοι τακτικές αποδοχές που ο κατηγορούμενος εργοδότης δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα σ'αυτόν, όπως ο ίδιος ο ως άνω εργαζόμενος καταθέτει και όπως ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ομολογεί. Επίσης ο κατηγορούμενος όφειλε να καταβάλει στον ως άνω εργαζόμενο αποδοχές αναλογούσες στην κανονική ετήσια άδεια καθώς και το επίδομα αδείας για τα έτη 2006 και 2007, αποδοχές που απορρέουν από τη σχέση εργασίας.
Συνεπώς, απορριπτομένου τα αυτοτελούς ισχυρισμού που προέβαλε ο κατηγορούμενος, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για τις αποδιδόμενες σ'αυτόν πράξεις".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο του κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της μη καταβολής αποδοχών στον επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου στην επιχείρησή του απασχοληθέντα, καθώς και των επιδομάτων δώρων και ειδικότερα, του ότι : "Στη ..., στους παρακάτω χρόνους,ενώ ήταν εργοδότης- Πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού "ΝΕΑ ΑΛΦΑ" που βρίσκεται στο Σ.Σ ...ς, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα,και συγκεκριμένα: Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2006 έως 12-1-2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον αντί μισθού ή ημερομισθίου απασχοληθέντα στην επιχείρηση του οφειλόμενες αποδοχές και πάσης φύσεως χορηγίες που καθορίζονται είτε από σύμβαση εργασίας ή από υπαλληλική σύμβαση είτε από συλλογική σύμβαση εργασίας, είτε από διοικητικές πράξεις είτε από το Νόμο ή έθιμο, ειδικότερα δεν κατέβαλε στον εργασθέντα ως Τεχνολόγο Γεωπόνο στην παραπάνω επιχείρηση του Ξ για το παραπάνω χρονικό διάστημα τα παρακάτω ποσά α) για δεδουλευμένους μισθούς 8,700 ΕΥΡΩ και β) για δώρο Πάσχα και Χριστουγέννων 2006, 1.700 ΕΥΡΩ. Β) Στις 12-1-2007, ενώ ως εργοδότης ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στην μισθωτή της επιχείρησης του αποδοχές αναλογούσες στην κανονική ετήσια άδεια καθώς και το επίδομα άδειας, αυτός ως εργοδότης του παραπάνω Ξ που απασχολούνταν ως Τεχνολόγος Γεωπόνος στην επιχείρηση του, δεν κατέβαλε σ'αυτόν αποδοχές άδειας και επιδόματος άδειας για το έτος 2006 και 2007, ποσό 3.240 ΕΥΡΩ". Όμως, πουθενά με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζεται στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό, αν είτε από το Νόμο, είτε από απόφαση του ΔΣ του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΝΕΑ ΑΛΦΑ", είτε από υπογραφή σχετικής σύμβασης, ο κατηγορούμενος με την πιο πάνω ιδιότητά του, είχε αυτή τη δυνατότητα, δηλαδή τη δυνατότητα να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που ανάγεται στη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του συνεταιρισμού, καθώς και να εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ σχετικού λόγου της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κατόπιν αυτών, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 68/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας . Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαϊου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για τον Πρόεδρο αγροτικού συνεταιρισμού, ο οποίος ως εργοδότης κατά την απόφαση δεν κατέβαλε με αυτή την ιδιότητα του αποδοχές στον απασχοληθέντα με σχέση εργασίας εργαζόμενο στο συνεταιρισμό, χωρίς να προκύπτει από την απόφαση ότι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού είχε ανατεθεί σε αυτόν η αρμοδιότητα για την εκπροσώπησή του. Δεκτός ο σχετικός λόγος της αιτήσεως για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 921/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της ποινής που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 930/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της ποινής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 308/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 98/23.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 του Κ.Π.Δ., την από 23-2-2009 αίτηση του Χ, με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθ. 930/2003 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ο Χ καταδικάστηκε με την υπ'αριθμ. 930/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 ετών για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. α, β, γ ν. 1882/90, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 ν. 2523/97, κατ'εξακολουθηση που τέλεσε στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-1996 μέχρι 1-3-2000 αφενός μεν και 1-12-98, 1-5-99, 1-5-99, 1-5-99, 1-3-2000, 1-3-2000 και 1-3-2000, αφετέρου και δη διότι παρεβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το δημόσιο: α) προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής συνολικού ποσού 61.939.839 δραχμών β) προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις καθυστέρησε την καταβολή τριών συνεχών δόσεων συνολικού ποσού 2.586.755.482 δραχμών. Η ανωτέρω απόφαση της καταδίκης κατέστη αμετάκλητη, διότι η κατ'αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ. 873/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου (= Ποινικός Λόγος 2004 σελ.1124). Ήδη ο ανωτέρω (του οποίου η άνω ποινή μετετράπηκε με την 3117/2005 απόφαση του καταδικάσαντος δικαστηρίου σε μεταγενέστερη δικάσιμο) υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την από 23-2-2009 αίτηση επαναλήψεως της κατ'αυτού διαδικασίας αναφερών ότι από τα ".........................παρακάτω αναλυτικά και συγκεκριμένα κατά περίπτωση τα οποία επιβεβαιώνουν γεγονότα και αποδείξεις της από 28-6-2006 της προηγούμενης αιτήσεώς μου όπως: Α' περίπτωση (βεβαιωμένο ποσό 33.255.874 δραχ με α/α 12 σε πιν χρεών 45/2000) Αναφερόμενος στην 215/2003 Οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του Ε' Τριμελούς Τμήματος (αντίγραφο της βρίσκεται ως συνημμένο στον υποφάκελο Ν1 της από 28/06/2006 προηγούμενης αιτήσεως μου α) Έχει καταστεί ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ β) Δεν ασκήθηκε μέχρι 29/12/2008 ένδικο μέσο συνημμένη σχετική Βεβαίωση με αρ πρωτ 28943/29-12-2008 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του τμήματος Ενδίκων Μέσων γ) Η απόφαση αυτή μου επιδόθηκε την 18/04/2003 και δεν ήταν σε γνώση μου κατά την ημέρα της δίκης 11-03-2003 όπως επικαλείσθε στην 1976/2008 απόφαση σας συνημμένη σχετική Βεβαίωση με αρ πρωτ 28944/30-12-2008 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του Ε' Τριμελούς Τμήματος. Τα συνημμένα έγγραφα με την σειρά που αναφέρονται στον υποφάκελο No 1 Β' περίπτωση (βεβαιωμένο ποσό 41.230.132 δραχ με α/α 13 σε πιν χρεών 45/2000) Αναφερόμενος στην 2161/2001 Οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του Ε' Τριμελούς Τμήματος (αντίγραφο της βρίσκεται ως συνημμένο στον υποφάκελο Ν 2 της από 28/06/2006 προηγούμενης αιτήσεως μου) α) Έχει καταστεί ΤΕΛΕΣIΔΙΚΗ β) Δεν ασκήθηκε μέχρι 29/12/2008 ένδικο μέσο ούτε και κατά της 1521/2003 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης του ΣΤ' Τριμελούς Τμήματος που αφορά ασκηθείσα έφεση μου και η οποία μου επιδόθηκε την 24/10/2003 συνημμένη σχετική Βεβαίωση με αρ πρωτ 9721 Α /29-12-2008 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και αντίγραφο της 1521/2003 αποφάσεως. Τα συνημμένα έγγραφα με την σειρά που αναφέρονται στον υποφάκελο No 2 Γ' περίπτωση (βεβαιωμένο ποσό 37.572.462 δρα/ με α/α 14 σε πιν xρεών 45/2000) Αναφερόμενος στην 2162/2001 Οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του Ε' Τριμελούς Τμήματος (αντίγραφο της βρίσκεται ως συνημμένο στον υποφάκελο Ν 3 της από 28/06/2006 προηγούμενης αιτήσεως μου) α) Έχει καταστεί ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ β) Δεν ασκήθηκε μέχρι 29/12/2008 ένδικο μέσο ούτε και κατά της 1522/2003 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης του ΣΤ' Τριμελούς Τμήματος που αφορά ασκηθείσα έφεση μου και η οποία μου επιδόθηκε την 24/10/2003 συνημμένη σχετική Βεβαίωση με αρ πρωτ 9721 Β/29-12-2008 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και αντίγραφο της 1522/2003 αποφάσεως Τα συνημμένα έγγραφα με την σειρά που αναφέρονται στον υποφάκελο No 3 Δ' περίπτωση ( βεβαιωμένο ποσό 1.092.617.130 δραχ με α/α 30 σε πιν χρεών 45/2000) Αναφερόμενος στην 2959/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Η οποία ακυρώθηκε με την 189/2006 απόφαση σας (Α.Π )και την 518/2006 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (αντίγραφα των αναφερομένων αποφάσεων βρίσκονται στον υποφάκελο Ν 4 της από 28/06/2006 προηγούμενης αιτήσεως μου) α) Έχει ΔΙΑΓΡΑΦΕΙ η χρηματική ποινή και τα δικαστικά έξοδα ποσού 1092617130 δραχμών πού με είχαν επιβληθεί σύμφωνα με υπ αριθ 10769/19-11-2008 Α.Φ.Ε.Κ (ατομικό φύλλο έκπτωσης) του Εφετείου Θεσσαλονίκης τμήμα εκκαθάρισης γεγονός που βεβαιώνει Η'ΔΟΥ Θεσσαλονίκης με την αρ πρωτ 20566/16.12.2008 βεβαίωση (συνημμένη η με αρ πρωτ 20566/16-12-2008 βεβαίωση της η ΔΟΥ Θεσσαλονίκης). Το συνημμένο έγγραφο που αναφέρεται στον υποφάκελο No 4 Ε' περίπτωση (βεβαιωμένο ποσό 12.032.368 δραχ με α/α 40 σε πιν χρεών 45/2000) Αναφερόμενος στην 592/2005 Οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του Ε' Τριμελούς Τμήματος ( αντίγραφο της βρίσκεται ως συνημμένο στον υποφάκελο Ν 5 της από 28/06/2006 προηγούμενης αιτήσεως μου ) α) Έχει καταστεί ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ β) Έχει ασκηθεί αναίρεση από το Ελληνικό Δημόσιο κατά της 837/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης του Γ' Τριμελούς Τμήματος που αφορά ασκηθείσα έφεση του Ελληνικού Δημοσίου συνημμένη σχετική Βεβαίωση με αρ πρωτ 9722/30-12-2008 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και αντίγραφο της 837/2008 αποφάσεως. Τα συνημμένα έγγραφα με την σειρά που αναφέρονται στον υποφάκελο No 5 ΣΤ' περίπτωση (βεβαιωμένο ποσό 4.858.115 δραχ με α/α 41 σε πιν χρεών 45/2000) Αναφερόμενος στην 593/2005 Οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του Ε' Τριμελούς Τμήματος (αντίγραφο της βρίσκεται ως συνημμένο στον υποφάκελο Ν 6 της από 28/06/2006 προηγούμενης αιτήσεως μου ) α) Έχει καταστεί ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ β) Έχει ασκηθεί αναίρεση από το Ελληνικό Δημόσιο κατά της 2041/2007 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης του Δ' Τριμελούς Τμήματος που αφορά ασκηθείσα έφεση του Ελληνικού Δημοσίου συνημμένη σχετική Βεβαίωση με αρ πρωτ 9723 A /30-12-2008 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και αντίγραφο της 2041/2007 αποφάσεως. Τα συνημμένα έγγραφα με την σειρά που αναφέρονται στον υποφάκελο No 6 Ζ' περίπτωση (βεβαιωμένο ποσό 5.130.121 δραχ με α/α 42 σε πιν χρεών 45/2000) Αναφερόμενος στην 594/2005 Οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του Ε' Τριμελούς Τμήματος (αντίγραφο της βρίσκεται ως συνημμένο στον υποφάκελο Ν 7 της από 28/06/2006 προηγούμενης αιτήσεως μου) α) Έχει καταστεί ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ β) Έχει ασκηθεί αναίρεση από το Ελληνικό Δημόσιο κατά της 2042/2007 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης του Δ' Τριμελούς Τμήματος που αφορά ασκηθείσα έφεση του Ελληνικού Δημοσίου συνημμένη σχετική Βεβαίωση με αρ πρωτ 9723 Β /30-12-2008 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και αντίγραφο της 2042/2007 αποφάσεως. Τα συνημμένα έγγραφα με την σειρά που αναφέρονται στον υποφάκελο No 7. Από τα παραπάνω έγγραφα προκύπτει ότι ακυρώθησαν οφειλές αυτού συνολικού ποσού 1.226.696.202 δραχμών και συνεπώς το οφειλόμενο ποσό ήταν 332.477.472 δραχμές (ενώ καταδικάστηκε για ποσό 1.559.173.674 χωρίς προσαυξήσεις) και έτσι καταδικάστηκε άδικα. II) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. -Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής ως νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις κλπ με την προϋπόθεση ότι αυτές, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό (βλ. ΑΠ 189/2006, ΑΠ 1703/2005, ΑΠ 785/2000, ΑΠ 1546/84 κ.ά.), ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επίσης ότι τα νέα γεγονότα ή οι νέες αποδείξεις απαιτείται να ήσαν και άγνωστες στους δικάσαντες, πράγμα που το αρμόδιο για την αίτηση επανάληψης συμβούλιο ερευνά την οικεία δικογραφία, διό αν ευρίσκοντο στη δικογραφία εξάγεται ότι είχον τεθεί υπόψη του δικάσαντος δικαστηρίου (Μπουρόπουλος Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β 308 κειμ. και σημ. 17, ΑΠ 1494/81). Για την έννοια του αθώου βλ. μόνο ΑΠ 403/76 Π Χρ ΚΣΤ 819. Εξ'άλλου βαρύτερο είναι το έγκλημα όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξης και όχι όταν παρέχεται απλώς η δυνατότητα για πιο ευνοϊκή μεταχείριση του υπαιτίου της (βλ. ΑΠ 288/89, ΑΠ 509/93, ΑΠ 1224/94, ΑΠ 528/2004, ΑΠ 1630/2003, ΑΠ 1701/2002, ΑΠ 246/2005 κ.ά πρ βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. β σελ. 311, Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τομ. γ (1977) σελ. 380). Η βαρύτητα δηλ. του εγκλήματος νοείται από άποψη νομικού χαρακτηρισμού (βλ. ΑΠ 403/76) - βλ περιπτωσιολογία σε Κ.Π.Δ. Α. Κονταξή (2006) σελ. 3359-3360. Ill) Ενόψει των ανωτέρω και ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές αποφάσεις με τις οποίες ο αιτών αναφέρει ότι ακυρώθησαν οφειλές αυτού για τις οποίες καταδικάστηκε, δεν αποδεικνύεται ότι είναι αμετάκλητες, και αληθή υποτιθέμενα τα νέα αυτά γεγονότα, δεν καθιστούν τον αιτούντα αθώο, ούτε ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από αυτό που καταδικάστηκε, αφού, όπως και ο ίδιος δέχεται παραμένει υπόλοιπο οφειλής 332.477.472 δραχμές. Η αφαίρεση με άλλες λέξεις του ποσού στο οποίο αντιστοιχούν οι διαγραφές που αναφέρει δεν καθιστούν, σε σχέση με το υπόλοιπο που παραμένει, την πράξη ελαφρότερη κατ'είδος από αυτήν που καταδικάστηκε. Απλά είναι ζήτημα επιμέτρησης ποινής, που όμως δεν συνιστά λόγον επανάληψης (πρ.βλ ΑΠ 513/75, ΑΠ 403/76, ΑΠ 430/76 ΠΧρΚΕ 843, KΣT 819, 828 αντίστοιχα και ΑΠ 1976/2008). Εξάλλου, στην περίπτωση απόρριψης αίτησης επανάληψης διαδικασίας, επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης, στηριζομένης σε άλλο λόγο ή και στον ίδιο, αρκεί προς υποστήριξή της να προσκομίζονται νέα αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 1097/1995 Π.Χρ. ΜΣΤ/1247). Περαιτέρω κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 1 Κ.Π.Δ., που είναι επιτρεπτή εφόσον πρόκειται για δικονομική και όχι ουσιαστική ποινική διάταξη, δεν επιτρέπεται επάνοδος στο ζήτημα που κρίθηκε, δηλαδή νέα αίτηση επανάληψης εναντίον της ίδιας καταδικαστικής απόφασης για τον ίδιο λόγο με τα αυτά αποδεικτικά μέσα, διότι τούτο είναι αντίθετο στην αρχή ne bis in idem που είναι ευρύτερη υπό την έννοια του δεδικασμένου όπως ορίζεται στο άρθρο 57 Κ.Π.Δ., και φανερώνει την ανάλωση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να κρίνει δύο φορές την ίδια πράξη με τις ίδιες προϋποθέσεις και συνιστά κατ'ουσία αρνητική εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης (δείτε Α. Κονταξής Κ.Π.Δ., τόμος δεύτερος, σελ. 3375 και τις σ'αυτή παραπομπές). Ενόψει των ανωτέρω, και δεδομένου ότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της κρινόμενης από 23-2-2009, αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, που υπέβαλε ο αιτών διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθηνών, Κωνσταντίνου Ι. Δημόπουλου, ζητεί αυτός την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 930/2003 καταδικαστική απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναφερόμενος προς υποστήριξη της αιτήσεώς του αυτής σε γεγονότα και αποδείξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη από 28-6-2006 αίτησή του επαναλήψεως της διαδικασίας της ιδίας παραπάνω αποφάσεως, (δείτε σελ. 3, στο μέσο αυτής), επί της οποίας εκδόθηκε ήδη η υπ'αριθ. 1976/2008 απόφαση του Δικαστηρίου σας, η οποία έλαβε υπόψη της και εξετίμησε τα πιο πάνω γεγονότα και αποδείξεις στα οποία με την κρινόμενη αίτησή του αναφέρεται και τώρα ο αιτών, και απέρριψε την προγενέστερη αυτή αίτηση, πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριό σας, κατ'ανάλογη εν προκειμένω εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας, ως απαράδεκτης, αφού τα επικαλούμενα από τον αιτούντα γεγονότα και αποδείξεις προς υποστήριξη της αιτήσεώς του αυτής, εκρίθησαν ήδη με την μνημονευόμενη υπ'αριθ. 1976/2008 απόφαση του Δικαστηρίου σας, το οποίο απέρριψε όπως προδιαλαμβάνεται την από 28-6-2006 προγενέστερη αίτηση του αιτούντος στηριζόμενη στα αυτά γεγονότα και αποδείξεις. Να απορριφθεί δε το αίτημά του για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την υπ'αριθ. 930/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 23-2-2009 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του Χ, κατά της υπ'αριθ. 930/2003 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Β) Να απορριφθεί το αίτημά του για αναστολή εκτελέσεως της υπ' αριθ. 930/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Γ) να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 27-4-2009 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ..., ο αιτών, ο οποίος επιδιώκει με επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την καταδικαστική γι' αυτόν για πλημμέλημα υπ' αριθ. 930/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, με επίδοση κλήσεως στη σύνοικο σύζυγό του (άρθ. 528 παρ. 1 εδ. α' και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Εφόσον, επομένως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην ανωτέρω δικάσιμο, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί και χωρίς αυτός να ακουστεί.
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Βαρύτερο δε έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αιτών, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υφίσταται, όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ίδιας πράξεως, όπως με την ενδεχόμενη επιβολή ελαττωμένης ποινής. Στην περίπτωση που ο αιτών έχει καταδικαστεί για έγκλημα τελεσθέν κατ' εξακολούθηση και επικαλείται ότι για κάποιες μερικότερες πράξεις είναι αθώος, και ότι έτσι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, δικαιολογείται η υποβολή αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας όταν η καταδίκη αφορούσε σε κακουργηματική πράξη κατ' εξακολούθηση, για το χαρακτηρισμό της οποίας ως κακουργήματος λήφθηκε υπόψη το σύνολο των μερικότερων πράξεων και μετά την αθώωση του καταδικασμένου για κάποιες από τις πράξεις αυτές δημιουργείται πλέον αμφιβολία για το χαρακτηρισμό του εγκλήματος ως κακουργήματος. Σε κάθε άλλη, όμως, περίπτωση δεν πρόκειται για καταδίκη αυτού για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, αφού η αθώωσή του για κάποιες μερικότερες πράξεις, δεν καθιστά το κατ' εξακολούθηση έγκλημα ελαφρότερο κατ' είδος από αυτό για το οποίο καταδικάστηκε, αφού in abstracto η ποινή είναι η ίδια, απλώς στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο θα επέβαλε στον καταδικασμένο μικρότερη in concreto ποινή, πράγμα όμως που δεν συνιστά όπως προαναφέρθηκε, λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών επικαλείται ότι με την υπ' αριθ. 930/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε ετών μετατραπείσα σε χρηματική με την μεταγενέστερη υπ' αριθ. 3117/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (παράβαση άρθρου 25 του Ν. 1882/1990) κατ' εξακολούθηση, τα οποία χρέη ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 1.559.173.674 δραχμών χωρίς τις προσαυξήσεις. Ότι για τις μερικότερες πράξεις που αφορούν σε τμήμα του ανωτέρω χρέους ύψους 1,226.696.202 δραχμών εκδόθηκαν οι αναφερόμενες στην αίτηση τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που ακύρωσαν το τμήμα αυτό του χρέους και έτσι γίνεται φανερό ότι για τις μερικότερες αυτές πράξεις ήταν αθώος και καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Ότι τα ανωτέρω στοιχεία που ακυρώνουν μέρος του χρέους ήταν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, τα οποία στοιχεία αν γνώριζαν, θα τον καταδίκαζαν μόνο για τις μερικότερες πράξεις που αφορούν σε τμήμα του χρέους ύψους 332.477.472 δραχμών. Κατόπιν τούτου ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του της ανωτέρω ποινικής διαδικασίας, καθώς και την αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης ως άνω ποινής. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αίτηση δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, γιατί, εφόσον το κατ' εξακολούθηση έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε είναι πλημμέλημα, δεν καθίσταται το έγκλημα αυτό ελαφρότερο κατ' είδος, με την επίκληση ότι ο καταδικασθείς ήταν αθώος για τις αναφερόμενες στην αίτηση μερικότερες πράξεις. Τούτο γιατί και χωρίς το συνυπολογισμό των ανωτέρω μερικότερων πράξεων το έγκλημα παραμένει πλημμέλημα και με το ίδιο προβλεπόμενο πλαίσιο ποινής. Επομένως, δεν καταδικάστηκε για έγκλημα για τις επί μέρους πράξεις του οποίου ήταν αθώος (αφού ετέλεσε το εν λόγω έγκλημα), ούτε καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, ώστε να δικαιολογείται επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας.
Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και επίσης να απορριφθεί και το αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης ποινής, αφού μετά την απόρριψη της αιτήσεως, καθίσταται πλέον χωρίς αντικείμενο. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αιτών στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-1-2009 αίτηση του Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που έχει περατωθεί με την υπ' αριθ. 930/2003 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και το αίτημα αυτού για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ίδια απόφαση.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επαναληπτική διαδικασία (άρθρ. 525 ΚΠΔ). Έννοια νέων αποδείξεων. Βαρύτερο έκλημα υφίσταται όταν μεταβάλεται το είδος της αξιόποινης πράξης και όχι όταν παρέχεται δυνατότητα επιεικέστερες μεταχείρισης του υπαιτίου. Σε περίπτωση που ο αιτών την επανάληψη έχει καταδικαστεί για έγκλημα τελεσθέν κατ' εξακολούθηση και επικαλείται ότι για κάποιες μερικότερες πράξεις είναι αθώος, δικαιολογείται αίτηση επαναλήψεως μόνο όταν μετά την αθώωση για τις μερικότερες αυτές πράξεις, μεταβάλλεται το είδος του εγκλήματος (από κακούργημα γίνεται πλημμέλημα). Αίτηση επαναλήψεως με την επίκληση ότι ο αιτών είναι αθώος για κάποιες μερικότερες πράξεις πλημμελήματος τελεσθέντων κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτεται η αίτηση γιατί και μετά την αθώωση το έγκλημα παραμένει πλημμέλημα.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
Αριθμός 920/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 3795/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1754/09.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο νόμος 3037/2002 "Απαγόρευση παιγνίων" προβλέπει στο άρθρο 1 την διάκριση των παιγνίων σε κατηγορίες και ορίζει ειδικότερα τα εξής: "Κατά την έννοια του παρόντος νόμου: α) Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δυνάμεως του παίκτη, β)Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών, γ) Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δυνάμεως του παίκτη, δ) Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος), ε) Ψυχαγωγικό ή τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971". Στο άρθρο 2 του ίδιου ν. 3037/2002 ορίζονται τα ακόλουθα: " 1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δε του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσεως, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιαδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3037/2002, "Δεν εμπίπτει στην απαγόρευση που ορίζεται στο άρθρο 2 η εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών σε καταστήματα που λειτουργούν ως επιχειρήσεις προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου. Η διενέργεια, όμως, παιγνίου με τους υπολογιστές αυτούς, ανεξάρτητα από τον τρόπο διενέργειάς του, απαγορεύεται. Για τη λειτουργία επιχείρησης προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου απαιτείται ειδική άδεια του δήμου ή της κοινότητας στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το κατάστημα και αν λειτουργεί σε πλοίο της Λιμενικής Αρχής του αφετηρίου λιμένα....". Στο άρθρο 4 του νόμου αυτού 3037/2002 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις σε βάρος όσων εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγούμενων τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ ενώ από το δικαστήριο διατάσσεται και η δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων (παρ. 1), εφαρμόζονται δε αναλόγως οι διατάξεις της περιπτώσεως γ' της παρ. 1, της παραγράφου 3 και της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου Β.Δ. 29/1971 (παρ.2). Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 και 7 παρ. 1 του Β.Δ. 29/1971 "Τα τυχερά παίγνια απαγορεύονται καθ' άπασαν την Ελληνική Επικράτεια" "Οι δε εκμεταλλευόμενοι ή διευθύνοντες κέντρα, επιτρέποντες των διενεργειών εν αυτοίς τυχερών παιγνίων, τιμωρούνται δια χρηματικής ποινής και φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και εν υποτροπή δια χρηματικής ποινής και φυλακίσεως μέχρι πέντε ετών ως και στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι πέντε ετών....Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Πολ.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλομένης 3795/2009 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των νομίμως προσκομιζομένων εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο αποδείχθηκαν ειδικότερα τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στη ...την ... ως ιδιοκτήτης καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος "ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ" με την επωνυμία "..." που βρίσκεται στην οδό ..., εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία εντός αυτού δεκατρία (13) ηλεκτρονικά παιγνιομηχανήματα τύπου "REEL MAGIC" και επτά (7) ηλεκτρονικά παιγνιομηχανήματα τύπου "SAANGAI" στις οθόνες των οποίων εμφανίζονταν φρουτάκια-αυτοκινητάκια που σχημάτιζαν τρίλιζα, τα οποία ήταν διαθέσιμα στο κοινό για τη διενέργεια παιγνίων με αυτά, σε δύο δε από αυτά ισάριθμοι θαμώνες διενεργούσαν παίγνια, ενώ αυτό απαγορεύεται. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το αποδιδόμενο σ' αυτόν αδίκημα σύμφωνα με το κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας". Με τις σκέψεις αυτές και αφού αναγνώρισε υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. δ' Π.Κ. το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αυτόν επαναλαμβάνοντας στο διατακτικό της αποφάσεως του τα ίδια, άνω αναφερόμενα, περιστατικά για την πράξη που, όπως έκρινε, προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1 περ. β', 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1α του ν. 3037/2002 και τον καταδίκασε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Με το περιεχόμενο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Πολ.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθόσον η παρατιθέμενη είναι ελλιπής και τυπική περιοριζόμενη στην αναφορά στο σκεπτικό των ιδίων πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στο διατακτικό της, από όσα δε περιέχονται στο διατακτικό δεν μπορούν να αναπληρωθούν οι ελλείψεις ως προς ουσιώδη στοιχεία της αξιοποίνου πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο ήδη αναιρεσείων ως ιδιοκτήτης του καταστήματος εγκατέστησε στην επί της οδού ... καφετέρια και έθεσε σε λειτουργία τα αναφερόμενα ηλεκτρονικά μηχανήματα τύπου REEL MAGIC και τύπου SAANGAI δεν περιλαμβάνει παράθεση αναλυτικά στοιχείων για τη διάπραξη από τον άνω κατηγορούμενο της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, ούτε αρκεί μόνον το ότι εμφανίζονταν στις οθόνες αυτών των ηλεκτρονικών παιγνιομηχανημάτων φρουτάκια-αυτοκινητάκια που σχημάτιζαν τρίλιζα, τα οποία ήταν διαθέσιμα στο κοινό για τη διενέργεια παιχνιδιών με αυτά και ότι σε δύο από αυτά ισάριθμοι θαμώνες διενεργούσαν παίγνια ενώ αυτό απαγορεύεται χωρίς να αναφέρεται εάν τα συγκεκριμένα ηλεκτρονικά παίγνια, από τον τρόπο διεξαγωγής των, ήταν τυχερά και όχι ψυχαγωγικά. Δεν παρατίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά για το ότι σε καθένα από αυτά τα παιγνιομηχανήματα είχε τοποθετήσει ο αναιρεσείων λογισμικό πρόγραμμα, που απαιτείται να υπάρχει και να εκτελείται πέραν των υποστηρικτών ηλεκτρικών και άλλων μηχανισμών για τα ηλεκτρονικά διεξαγόμενα παίγνια, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 1 περ. δ' του ν. 3037/2002. Επίσης δεν γίνεται μνεία στην άνω απόφαση εάν η εμφάνιση στις οθόνες των άνω ηλεκτρονικών παιγνιομηχανημάτων σε σειρά των ιδίων σχηματισμών ήταν αποτέλεσμα εξαρτώμενο αποκλειστικά από την τύχη άνευ δυνατότητος του κάθε παίκτη να πετύχει με δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που ήθελε. Επί πλέον δεν παρατίθενται στην απόφαση περιστατικά σε σχέση με τις συνέπειες που θα είχε η εμφάνιση στις οθόνες των άνω παιγνιομηχανημάτων σε σειρά των ιδίων από τα απεικονιζόμενα σχήματα (τρίλιζα) ούτε αν αυτός που έπαιζε θα κέρδιζε κάποιο χρηματικό ποσό ανάλογα με το πόσοι τέτοιοι σχηματισμοί τρίλιζας θα εμφανίζονταν κατά τη διεξαγωγή του παιγνίου ή εάν σε περίπτωση αποτυχίας τέτοιου αποτελέσματος θα έχανε μέρος ή το σύνολο του χρηματικού ποσού που θα είχε διαθέσει πριν από την έναρξη του παιγνίου για εξαγορά μονάδων ή αν το ποσό που δινόταν αποτελούσε απλώς το αντίτιμο για τη χρήση του ηλεκτρονικού παιγνιομηχανήματος ανάλογα με τη διάρκεια χρήσεως του προκειμένου να ψυχαγωγηθεί οπότε ελλείψει κέρδους ή ζημίας των παικτών δεν στοιχειοθετείται αξιόποινη πράξη προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από τις μνημονευόμενες στην απόφαση ως εφαρμοσθείσες διατάξεις του ν. 3037/2002. Δεν αναπληρώνεται η μη παράθεση των αναγκαίων για τη θεμελίωση της πλημμεληματικής πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, από την αναφορά στην απόφαση του τύπου των εγκατασταθέντων στο άνω κατάστημα ηλεκτρονικών παιγνιομηχανημάτων δεδομένου ότι με την υπ' αριθμό 3006/5/4η/24.1.1993 απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως (ΦΕΚ τ.β'α.φ. 23) είχε καταταχθεί το ηλεκτρονικό παίγνιο "REEL MAGIC" στην κατηγορία των τεχνικών παιγνίων γιατί το αποτέλεσμα από τη διενέργεια του παιγνίου αυτού εξαρτάται μόνο από την τεχνική δεινότητα του παίκτη και όχι από την τύχη.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. (αρθ. 519 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3795/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση των άρθρων 1 περ. β΄, 2 § 1, 3, 4 § 1α Ν. 3037/2002 διεξαγωγή απαγορευμένων παιγνίων με ηλεκτρονικά παιγνιομηχανήματα. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν παρατίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά για την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως, ήτοι αν είχε τοποθετήσει ο αναιρεσείων σε αυτά τα παιγνιομηχανήματα λογισμικό πρόγραμμα, που απαιτείται για τα ηλεκτρονικά διαλεγόμενα παίγνια, ούτε εάν η εμφάνιση στις οθόνες των παιγνιομηχανημάτων των ίδιων σχηματισμών ήταν αποτέλεσμα μόνον της τύχης άνευ δυνατότητας του παίκτη να το επιτύχει με τη δική του ικανότητα, ούτε ποιες ήταν οι συνέπειες από την εμφάνιση των απεικονιζομένων σχημάτων ή αν αυτός που έπαιζε θα κέρδιζε κάποιο ποσό ανάλογα με τον αριθμό των σχηματισμών των ίδιων σχημάτων στις οθόνες ή εάν σε περίπτωση αποτυχίας θα έχανε μέρος ή το σύνολο του διατεθέντος πριν από την έναρξη του παιγνίου ποσού για εξαγορά μονάδων ή αν το ποσό αυτό ήταν το αντίτιμο χρήσεως του παιγνιομηχανήματος για να ψυχαγωγηθεί και δεν υπήρχε κέρδος ή ζημία για τον παίκτη.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παίγνια τυχερά.
| 0
|
Αριθμός 919/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λαμτζίδη, περί αναιρέσεως της 3268/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1527/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του αρθ. 362 (Π.Κ) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπάιτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη ενώπιον τρίοτυ γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να είχε δόλο, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητος ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφ' ετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Δεν αρκεί απλός ή ενδεχόμενος δόλος αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια προσάπτεται δε σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και της υπόληψης. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσεως ή και χαρακτηρισμός όταν διαπιστώνεται άμεση σύνδεση και εμφανής σχέση με το γεγονός το οποίο συνιστά αυτό το κρίσιμο στοιχείο του εγκλήματος έτσι ώστε να βεβαιώνεται η έκταση της προσβολής της προσωπικότητας του θιγομένου με την υποτίμηση της εκτίμησής του από τους άλλους και τη δημιουργία σε βάρος των επικριτικών και δυσμενών σχολίων. "Τιμή" είναι το αγαθό, όνομα ή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει, συνεπεία εκπληρώσεως από αυτό ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό, όνομα ή εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλαμτός του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος απαιτείαι ο δράστης να εκδηλώνει αμφισβήτηση για την ηθική ή κοινωνική αξία κάποιου προσώπου ή καταφρόνηση. Η εκδήλωση αυτή του δράστη μπορεί να συντελεθεί είτε προφορικά είτε εγγράφως, είτε με έργο, αρκεί να κατατείνει στην μείωση της τιμής ή της υπολήψεως του παθόντος. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει και να θέλει με την ενέργειά του να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του παθόντος. Απλές κρίσεις και γνώμες ή χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος η εκδήλωση καταφρονήσεως ή ονειδισμού αυτού είναι δυνατόν να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης, όχι όμως εκείνο της δυσφημήσεως (απλής ή συκοφαντικής). Σε περίπτωση καταδίκης για συκοφαντική δυσφήμηση επιβάλλεται το δικαστήριο να αναφέρει στην απόφασή του ειδικά και συγκεκριμένα, ως προσαπτόμενα σε ορισμένο πρόσωπο, γεγονότα, με τις τυχόν συναφείς κρίσεις, εκτιμήσεις ή χαρακτηρισμούς, έτσι ώστε να κριθεί αντικειμενικά αν τα γεγονότα αυτά προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή του ή οι χαρακτηρισμοί και οι κρίσεις συνάπτονται με γεγονότα ή αν διατυπώθηκαν κατά τρόπο που να μη συνάπτονται με γεγονότα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατιικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικόετρης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα, από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Όταν για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, όπως επί της συκοφαντικής δυσφημήσεως εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά το νόμο την έννοια αυτής, ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτής, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν καθώς και σε περίπτωση παραβιάσεως της σχετικής διατάξεως εκ πλαγίου που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία του εγκλήματος και την ταυτότητά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος αν εφαρμόστηκε ορθώς συγκεκριμένη ουσιατική ποινική διάταξη οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δικάζοντας κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατ' είδος αναφέρει, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως που του αποδίδονται, όπως αυτές κατά τα συνιστώντα την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση πραγματικά περιστατικά αναφέρονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Δέχθηκε το Δικαστήριο ειδικότερα ότι αποδείχθηκε ότι την 10/4/2003, στη ..., ο κατηγορούμενος, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων ότι ο Κ είχε ερωτικές σχέσεις με τη σύζυγο του εγκαλούντος Ψ1, απευθύνοντας σ' αυτόν τις φράσεις που αναφέρονται στο διατακτικό, ενώ ήταν παρών στο επεισόδιο ο Κ και η κόρη του εγκαλούντος. Τα ανωτέρω περιστατικά ήταν ψευδή και έτσι με τον τρόπο αυτό έβλαψε την τιμή και την υπόληψή του, ο δε κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα λεχθέντα ήταν ψευδή. Επίσης κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, έξω από το οικόπεδο του εγκαλούντος τον εξύβρισε με τη φράση "έχεις μαζί και τον γαμιά σου". Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα των πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως κατά την κατηγορία που του είχε αποδοθεί ήτοι α) του ότι στις 10/4/2003 στη ... ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για άλλον γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή την υπόληψη αυτού ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή και ειδικότερα στον άνω τόπο και χρόνο εξωθεν του οικοπέδου που διατηρεί ο εγκαλών Ψ1 στον παραπάνω συνοικισμό ... στη ... με έντονο τόνο φωνής απευθύνθηκε προς αυτόν με τις φράσεις "μέχρι τώρα γαμούσε την γυναίκα σου, τώρα ήρθε η σειρά σου να σε γαμάει" αναφερόμενος στον Κ, φίλο του εγκαλούντα με τον οποίο αυτός είχε μεταβεί στο παραπάνω ακίνητο, τις δε φράσεις αυτές άκουσε ο παραπάνω Κς, οικογενειακός φίλος του εγκαλούντα ο οποίος ήταν παρών και με τον τρόπο αυτό έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα ως εντίμου ατόμου και ηθικού, ενώ γνώριζε ότι τα ανωτέρω ήταν καθ' ολοκληρία ψευδή, β) στον ίδιο τόπο και χρόνο εξωθεν του οικοπέδου που διατηρεί ο εγκαλών στον παραπάνω συνοικισμό ... στη ... και με έντονο τόνο φωνής απευθύνθηκε προς αυτόν με τη φράση "έχεις μαζί και τον γαμιά σου" αναφερόμενος στον οικογενειακό φίλο του εγκαλούντα Κ, που ήταν παρών στο επεισόδιο και έτσι έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση για τις άνω πράξεις για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών για την πρώτη πράξη και σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών για την δεύτερη πράξη, καθόρισε δε ως συνολική στερητική της ελευθερίας του σε βάρος του ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών κατ' επαύξηση της βαρύτερης για την πρώτη πράξη κατά ένα από την ποινή για τη δεύτερη πράξη, ανέστειλε δε αυτήν επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο όσον αφορά το έγκλημα της εξυβρίσεως από αυτά για τα οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος διέλαβε στην απόφασή του την κατά την άνω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ που δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες όσον αφορά την πράξη της εξυβρίσεως καθόσον κατατείνουν, υπό την επίκληση ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και μη αξιολογικής συσχετίσεως των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων σε διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων που πλήττει απαραδέκτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου για το ότι με τη φράση που έγινε δεκτό από το Εφετείο κατά τα προαναφερθέντα στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεως ότι είπε ο αναιρεσείων στον εγκαλούντα και η οποία περιείχε κατά την κοινή αντίληψη αμφισβήτηση της ηθικής αξίας και της εντιμότητος του προσώπου του παθόντος έβλαψε την τιμή του εγκαλούντος με τη γνώση και τη θέληση να επιφέρει στον τελευταίο τέτοια προσβολή. Όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δεν διέλαβε το Δικαστήριο, με βάση τις άνω παραδοχές, την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο γνώση της αναληθείας των γεγονότων που ισχυρίσθηκε ενώπιον του άνω τρίτου προσώπου, οικογενειακού φίλου του εγκαλούντος. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως από το δράστη ότι ήταν ψευδές το γεγονός που ισχυρίσθηκε και μπορούσε να βλάψει την υπόληψη του άλλου η προσβαλλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει απλώς στο σκεπτικό ότι τα περιστατικά αυτά, που περιέχονταν στις φράσεις που ανέφερε ο κατηγορούμενος για το ότι ο Κ είχε ερωτικές σχέσεις με τη σύζυγο του εγκαλούντος Ψ1, ήταν ψευδή και έτσι έβλαψε με τις φράσεις αυτές που αναφέρονται στο διατακτικό την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα ενώ εγνώριζε ο κατηγορούμενος ότι τα λεχθέντα ήταν ψευδή. Δεν προκύπτει, ούτε από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως αυτές και ειδικότερα από την παραδοχή στο διατακτικό ότι αυτά που είπε ο αναιρεσείων ήταν καθ' ολοκληρία ψευδή ούτε από τις επιμέρους παραδοχές αυτής, η γνώση του κατηγορουμένου ότι ήταν ψευδή αυτά που ισχυρίσθηκε ούτε αναφέρονται άλλα περιστατικά που να δικαιολογούν τη γνώση του κατηγορουμένου για το αναληθές όσων ισχυρίσθηκε κατά το επισυμβάν στις 10/4/2003 επεισόδιο μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος και από πού έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος του ψευδούς γεγονότος πέραν του ότι δεν συνδέονταν αυτά που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος τότε αναπόσπαστα με το πρόσωπο του ίδιου για να δύναται να συναχθεί ότι είχε αυτός γνώση του ψευδούς. Επίσης το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα υπήγαγε στα γεγονότα που κατά τις παραδοχές του θεμελίωναν την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και τη φράση που ο ήδη αναιρεσείων απηύθυνε προς τον παθόντα παρουσία του άνω οικογενειακού φίλου του τελευταίου "τώρα ήρθε η σειρά σου να σε γαμάει" εννοώντας τον Κ. Δεν αποτελούσε η έκφραση αυτή γεγονός υπό την έννοια του άρθρου 363 ΠΚ., δηλαδή συμβάν του εξωτερικού κόσμου που να συνάπτπεται άμεσα με κάτι που έχει συμβεί η συμπεριφορά που να αφορά στο παρελθόν ή το παρόν. Στην έννοια του γεγονότος που είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου υπάγονται και κρίσεις ή εκτιμήσεις και χαρακτηρισμοί υπό τον όρο όμως ότι συνδέονται αμέσως και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν γεγονός και εμπεριέχουν προσβολή της προσωπικότητας του θιγόμενου έτσι ώστε να υπάρχει ουσιαστικός σύνδεσμος και από την εσωτερική αυτή σχέση να προσδιορίζεται ποσοτικώς και ποιοτικώς το σύνολο των περιστατικών που διαμορφώνουν την προσβολή και το διαπραττόμενο αδίκημα της δυσφημήσεως. Αξιολογικές κρίσεις και ισχυρισμοί του δράστη με τους οποίους αποδίδεται στον εγκαλούντα ανήθικη ιδιότητα χωρίς να συνδέουν τον χαρακτηρισμό αυτό με άλλα γεγονότα ή καταστάσεις στο παρελθόν και το παρόν είναι ενδεχόμενο να συνιστούν εξύβριση. Επομένως, έσφαλε το δικαστήριο της ουσίας κατά το μέρος που δέχθηκε ότι το περιεχόμενο της άνω φράσεως που απηύθυνε ο ήδη αναιρεσείων προς τον εγκαλούντα διατυπώθηκε κατά τρόπο συναπτόμενο με γεγονότα υπό την έννοια που απαιτεί η εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ. Κατ' ακολουθίαν είναι βάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το Νόμο αιτιολογίας όσον αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη αυτή και για έκφραση που διατύπωσε και δεν συναπτόταν άμεσα με γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος. Με τα δεδομένα αυτά είναι βάσιμος κατά ένα μέρος τόσο ο από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως όσο και ο έτερος λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κατεδικάσθη ο ήδη αναιρεσείων για συκοφαντική δυσφήμηση καθώς και ως προς την επιβληθείσα συνολική στερητική της ελευθερίας ποινή και να παραπεμφθεί κατά το μέρος που αναιρείται η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές. (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3268/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που κατεδικάσθη με αυτήν ο αναιρεσείων για συκοφαντική δυσφήμηση και για την επιβληθείσα σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που δικάζοντας κατ' έφεση κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος που αφορά την καταδίκη του αναιρεσείοντος για εξύβριση, διότι εκτίθενται πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την άνω αξιόποινη πράξη και υπό την επίκληση έλλειψη αιτιολογίας και μη αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ & Ε΄ ΚΠΔ). Όσον αφορά το περί καταδίκης του αναιρεσείοντος κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως διότι δεν εδικαιολογείτο η γνώση από τον αναιρεσείοντα της αναληθείας όσων γεγονότων ισχυρίσθηκε ενώπιον του οικογενειακού φίλου του εγκαλούντος ούτε υπάγονταν τα όσα απηύθυνε ο αναιρεσείων προς τον εγκαλούντα κατά το δεύτερο σκέλος της φράσεως σε γεγονότα υπό την έννοια του άρθρου 363 ΠΚ αναγόμενα σε συμπεριφορά που να έχει συμβεί στο παρελθόν ή το παρόν και να εμπεριέχουν προσβολή της προσωπικότητας του θιγόμενου αλλά έπρεπε να ελεγχθεί αν αυτές οι κρίσεις και οι ισχυρισμοί του δράστη χωρίς σύνδεση με άλλα γεγονότα ή καταστάσεις στο παρελθόν και το παρόν ενδεχομένως συνιστούσαν εξύβριση με περαιτέρω συνέπεια της παραδοχής του άνω λόγου αναίρεσης να αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τη συνολική ποινή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Αναίρεση μερική, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εξύβριση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 918/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Καραγιάννη περί αναιρέσεως της 5686/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, κάτοικο Ιταλίας, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Οκτωβρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1502/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 13.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7979 και 7978/2009) αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ αριθ. 5686/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 ν. 2408/1996, όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, η αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. β' και δ του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 β', δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ, δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής, πράγμα που συμβαίνει, αντίθετα, όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων που τηρείται και καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατά το άρθρο 232 παρ. 2 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 5686/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία αμφότεροι και για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας η από αυτούς Χ2 (πράξεις που τέλεσαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου) σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών ο πρώτος και σε συνολική ποινή φυλακίσεως 7 μηνών η δεύτερη, ανασταλείσα και για τους δύο, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως και μετά την εκφώνηση των ονομάτων των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, η Πρόεδρος διαπίστωσε ότι ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, αλλά ομιλεί την ιταλική, και το Δικαστήριο διόρισε διερμηνέα της ιταλικής γλώσσας τον ..., ο οποίος προσήλθε αυθορμήτως στο ακροατήριο. Ο διορισμός του διερμηνέα αυτού έγινε κατά το άρθρο 233 του ΚΠΔ, όπως ρητά ορίζεται στην απόφαση, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα ότι έγινε από τον οικείο πίνακα, συνάγεται, όμως, σαφώς ότι έγινε από τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο (24.6.2009) οικείο πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, χωρίς να ασκεί καμιά έννομη επιρροή το γεγονός της αυθόρμητης προσελεύσεως του. Επομένως, αφού ο διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα διερμηνέων και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς η Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρουν τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις τους, οι κατηγορούμενοι, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι η διευθύνουσα τη συζήτηση δεν ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογήσει ειδικά το διορισμό αυτό από το σχετικό πίνακα διερμηνέων, ούτε να δώσει το λόγο προηγουμένως στους διαδίκους, πράγμα που έπρεπε να κάνει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μόνο στην περίπτωση διορισμού διερμηνέα εκτός πίνακα. Επομένως, οι μοναδικοί, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι των αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με το διορισμό διερμηνέα και συγκεκριμένα γιατί ο διορισμός του διερμηνέα έγινε εκτός του πίνακα των διερμηνέων, χωρίς να προτείνει η Εισαγγελέας και χωρίς να δοθεί ο λόγος στους κατηγορούμενους, ενώ δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε αιτιολογία για το διορισμό του διερμηνέα εκτός του πίνακα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Δικαστική δαπάνη υπέρ του, κατοίκου Ιταλίας, πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 δεν επιδικάζεται, γιατί αυτός, αν και κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επίδοση της κλήσης στην αντίκλητο δικηγόρο του Φωτεινή Βερνέζη (βλ. από ...αποδεικτικό της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...), δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και την εκφώνηση της υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 13 Οκτωβρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 7979/2009 και 7978/2009) αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5686/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και απάτη. Όταν ο διερμηνέας διορίζεται από τον οικείο πίνακα και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει το λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ακόμη, στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτείται αιτιολογία της διατάξεως του διευθύνοντος τη συζήτηση, Απόρριψη αιτήσεων αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.
| 2
|
Αριθμός 917/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Δαμάκη, περί αναιρέσεως της 968/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενους τους : 1)Ψ1, 2)Ψ2, 3)Ψ3, 4)Ψ4, 5)Ψ5, 6)Ψ6 , 7)Ψ7 και 8)Ψ8. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1471/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2 Π.Κ.) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης (άρθρ. 308) απαιτείται πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβη της υγείας άλλου και δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή αυτών των αποτελεσμάτων, ενώ η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντα ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, όπως αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του Π.Κ. και όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του ιδίου εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στην γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και στη θέληση του υπαίτιου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας στον παθόντα, αρκεί δε να προκύπτει ο δόλος αυτός από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά.
Περαιτέρω ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 Π.Κ., ότι όποιος, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 46 παρ. 1 στ.β παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τετελεσμένη απλή ή επικίνδυνη σωματική βλάβη είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στην γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνίστα έγκλημα (επικίνδυνη σωματική βλάβη ή απλή σωματική βλάβη) και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει λάβει για την τέλεση της πράξεως καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενης αιτιολογίας, με συνέπεια να δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κατεδίκασε ανεκκλήτως (άρθρ. 489 παρ. 1 εδάφ. στ', όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 45 του ν. 3160/2003) με την προσβαλλόμενη απόφασή του η οποία υπόκειται σε αναίρεση (άρθρ. 504 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών για απλή συνέργεια σε επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος του Ψ2 και σε απλή σωματική σε βάρος του Ψ3 που τελέσθηκαν από τον συγκατηγορούμενό του Ψ8. Όπως δε προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις άνω πράξεις, πέραν εκείνων που αποδίδονταν στους λοιπούς κατηγορουμένους: "Στη Θεσσαλονίκη στις 22/3/2008 και περί ώρα 22.35 ύστερα από προηγηθείσα φιλονικία μεταξύ του Ψ2 και του Ψ8 νοδευόταν από τους συγκατηγορούμενούς του Ψ4, Ψ5, Ψ6 και Χ (αναιρεσείοντα), σε κατάστημα ευρισκόμενο στη διασταύρωση των οδών ..-., δημιουργήθηκε μεταξύ τους επεισόδιο κατά τη διάρκεια του οποίου αιφνιδιαστικά και πριν προλάβει να αντιδράσει ο Ψ2 αλλά ούτε και ο Ψ3 με τον οποίο ήταν αυτός παρέα, κατά τη στιγμή που αυτοί αποχωρούσαν, ο προαναφερθείς Ψ8, με τη χρήση ενός κλόμπ και ενός μεταλλικού ροπάλου που έφερε μαζί του παράνομα, επιτέθηκε κατ' αμφοτέρων και τους κτύπησε σε διάφορα σημεία του σώματός τους, προξενώντας στον μεν Ψ2 κάταγμα ρινικού οστού, στον δε Ψ3 κακώσεις στον θώρακα και στα κάτω άκρα. Κατά τη στιγμή της επίθεσης και των κτυπημάτων που έλαβαν χώραν σε βάρος των προδιαληφθέντων, ήταν παρόντες όπως προέκυψε και οι λοιποί πιο πάνω κατηγορούμενοι οι οποίοι συνόδευαν τον δράστη Ψ8, οι οποίοι όχι μόνον δεν προσπάθησαν να τον αποτρέψουν αλλά με την παρουσία τους παρείχαν σ' αυτόν ψυχική συνδρομή στην τέλεση των παραπάνω πράξεων. Στη συνέχεια αμφότεροι οι τραυματισθέντες ανήμποροί να αντιδράσουν εν όψει και της παρουσίας όλων των προαναφερθέντων, έσπευσαν να εξαφανισθούν. Ο Ψ2 κατευθύνθηκε στην οδό ...στο ύψος της ... όπου υπήρχε πιάτσα ταξί και μπήκε μέσα σε ένα από αυτά που ήταν σταθμευμένο. Πριν όμως προλάβει ο οδηγός του να το θέσει σε λειτουργία, εμφανίσθηκε από τη πλευρά του συνοδηγού (δηλαδή από τη θέση όπου μόλις είχε καθίσει ο Ψ2) ο κατηγορούμενος Ψ8, ο οποίος προφανώς τον κατεδίωξε μετά την αποχώρησή του από τον τόπο του επεισοδίου κρατώντας πλέον στα χέρια του όχι το κλόμπ και το ρόπαλο με τα οποία τον είχε προηγουμένως κτυπήσει, αλλά ένα πιστόλι. Αμέσως σημάδεψε τον Ψ2 και έκανε χρήση αυτού πυροβολώντας τον στον αριστερό του μηρό 4 φορές με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει βάρεια, στη συνέχεια δε έσπευσε να εξαφανισθεί. Εν όψει των άνω αποδειχθέντων περιστατικών, περιστατικών, το Δικαστήριο οδηγείται στην ακόλουθη κρίση 1) ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά η αξιόποινη πράξη της συμπλοκής που αποδίδεται στους κατηγορούμενους καθόσον δεν υπήρξαν εκατέρωθεν τραυματισμοί μεταξύ των φερόμενων ως συμμετεχόντων σ' αυτήν, αλλά μόνον δύο προσώπων οι οποίοι δέχθηκαν αιφνίδια επίθεση, χωρίς να προλάβουν να αντιδράσουν, 2) ότι ο προαναφερθείς Χ όταν πυροβόλησε τον Ψ2, δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση..... αλλά να του προκαλέσει βαρειά σωματική βλάβη που μπορούσε να του προξενήσει κίνδυνο ζωής, αφού τον πυροβόλησε μόνο στον αριστερό του μηρό... Επομένως, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται για επικίνδυνη σωματική βλάβη και όχι για απόπειρα ανθρωποκτονίας, η οποία (επικίνδυνη σωματική βλάβη), πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει τελεσθεί από αυτόν κατ' εξακολούθηση ενόψει του ότι αποτελεί συνέχεια της προηγηθείσας επίθεσης εκ μέρους κατά του ιδίου προσώπου, με κλομπ και μεταλλικό ρόπαλο με τα οποία τον τραυμάτισε στη μύτη, όπως πιο πάνω έχει αναφερθεί, 3) ότι η συμμετοχή των λοιπών κατηγορουμένων, συνοδών του ανωτέρω δράστη, εξαντλείται στην παροχή μόνον απλής ψυχικής συνδρομής στην πρώτη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι και αυτοί κτύπησαν τον παθόντα με το κλομπ και το μεταλλικό ρόπαλο ή με γροθιές ή κλωτσιές, καθόσον αν πράγματι κάτι τέτοιο είχε συμβεί τότε ασφαλώς οι ανωτέρω παθόντες θα είχαν υποστεί περισσότερες και σοβαρότερες σωματικές βλάβες και όχι μόνον κάταγμα ρινικού οστού Ψ2 και κάκωση θώρακος και κάτω άκρων Ψ3 ότι η προξενηθείσα στον Ψ3 σωματική βλάβη δεν έχει τον χαρακτήρα της επικίνδυνης αλλά της απλής, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, αφού δεν μπορούσε να του προξενήσει ούτε βαριά σωματική βλάβη ούτε κίνδυνο ζωής....". Με βάση τις σκέψεις αυτές ο μεν συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Ψ8 κηρύχθηκε ένοχος, εκτός των λοιπών πράξεων που αφορούσαν παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών (ν. 3459/2006) και του νόμου περί όπλων (ν. 2168/1999) και του ότι α) στην Θεσσαλονίκη, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον βαρειά σωματική βλάβη με τρόπο που μπορούσε να του προκαλέσει κίνδυνο ζωής και ειδικότερα στον άνω τρόπο στις 22/3/2008 κατά τη διάρκεια επεισοδίου που έλαβε χώρα αρχικά επί της συμβολής των οδών ... και εν συνεχεία επί της οδού ... στο ύψος της Πλατείας ...με την απλή συνδρομή των Ψ4, Ψ5, Ψ6, Χ στην πρώτη φάση αυτού με τη χρήση κλομπ και μεταλλικού ροπάλου που έφερε μαζί του, κτύπησε στο πρόσωπο του Ψ2 και του προκάλεσε κάταγμα ρινικού οστού, στη συνέχεια δε όταν αυτός έσπευσε να απομακρυνθεί από το τόπο του επεισοδίου τον καταδίωξε και αφού έβγαλε από θύλακα των ενδυμάτων του ένα πιστόλι, αγνώστου τύπου, κατασκευής και σειριακού αριθμού τον σκόπευσε από κοντινή απόσταση και τον πυροβόλησε τέσσερις φορές στον αριστερό μηρό με αποτέλεσμα να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη και β) στη ... την 22.3.2008 με την απλή συνδρομή των συγκατηγορούμενων του Ψ4, Ψ5, Ψ6 και Χ, προξένησε με πρόθεση σε άλλον απλή σωματική βλάβη και ειδικότερα στον άνω τόπο και χρόνο, με την απλή συνδρομή των άνω συγκατηγορουμένων του κατά τη διάρκεια επεισοδίου με πρόθεση κτύπησε επανειλημμένα στο πρόσωπο τον Ψ3 σε διάφορα σημεία του σώματός τους, προκαλώντας σ' αυτόν κακώσεις θώρακα και κάτω άκρων. Επίσης με τις ίδιες σκέψεις από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κρίθηκε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος ένοχος του ότι στη Θεσσαλονίκη, την 22.3.2008 με πρόθεση με περισσότερες πράξεις μαζί με τους Ψ4, Ψ5 και Ψ6 παρέσχε σε άλλον τη συνδρομή του προκειμένου αυτός να τελέσει τα αδικήματα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της απλής σωματικής βλάβης και ειδικότερα ότι στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση κατά τη διάρκεια επεισοδίου στο οποίο έλαβε μέρος αυτός και οι άνω συγκατηγορούμενοί του καθώς και οι Ψ2 και Ψ3με πρόθεση παρείχε τη συνδρομή του στον Ψ8 προκειμένου αυτός να προκαλέσει α) επικίνδυνη σωματική βλάβη στον Ψ2 και β) απλή σωματική βλάβη στον Ψ3 με τον τρόπο που περιγράφεται παραπάνω και του επέβαλε την προαναφερθείσα συνολική ποινή φυλακίσεως η οποία αποτελείται από μία εκ των δύο ισόβαρων ποινών φυλακίσεως των τριών (3) μηνών που του επιβλήθηκε για κάθε μία από τις δύο πράξεις της απλής συνέργειας στις άνω αξιόποινες κατά τα άρθρα 308 παρ. 1α και 309 Π.Κ., πράξεις η οποία επαυξάνετο κατά ένα μήνα από την άλλη ισόβαρη ποινή φυλάκισης. Ενώ, όμως, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του παθόντος Ψ2 και της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος του παθόντος Ψ3 για τις οποίες καταδικάσθηκε ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Ψ8, δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε γνώση α) περί της τελέσεως από τον συγκατηγορούμενό του αυτουργό της σωματικής βλάβης σε βάρος του Ψ2 με γνώση της αφηρημένης δυνατότητας της προκλήσεως βαριάς σωματικής βλάβης σ' αυτόν από τον τρόπο διαπράξεως της και β) περί της τελέσεως από τον ίδιο άνω αυτουργό της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος του ετέρου παθόντος Ψ3 με τη θέληση να προξενήσει σ' αυτόν σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, ούτε περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η βούληση του αναιρεσείοντος να συμβάλει με την συμπεριφορά του στην τέλεση των πράξεων αυτών από τον αυτουργό. Από τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιστατικά δηλαδή ότι προηγήθηκε της τελέσεως των άνω αξιόποινων πράξεων φιλονικία μεταξύ του εκ των παθόντων Ψ2 και του αυτουργού των άνω σωματικών βλαβών Ψ8 ενόσω συνοδευόταν ο αυτουργός από τον ήδη αναιρεσείοντα και τρεις ακόμη συγκατηγορούμενους του και ότι έφερε μαζί του ο άνω αυτουργός ένα κλομπ και ένα μεταλλικό ρόπαλο και χρησιμοποιώντας αυτά επιτέθηκε κατά των δύο παθόντων κατά τη στιγμή που αποχωρούσαν από το χώρο όπου δημιουργήθηκε το μεταξύ τους επεισόδιο και τους κτύπησε, ενόσω κατά τη στιγμή της επιθέσεως και των κτυπημάτων ήταν παρόντες ο αναιρεσείων και οι τρεις άλλοι ποαναφερθέντες συγκατηγορούμενοί του, δεν αιτιολογείται ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε γνώση και ότι αποδεχόταν ότι ο αυτουργός Ψ8 θα επιτίθετο εναντίον των άνω παθόντων προκειμένου να προκαλέσει επικίνδυνη σωματική βλάβη στον πρώτο και απλή σωματική βλάβη στον δεύτερο και όχι ότι ο άνω συγκατηγορούμενος του (φυσικός αυτουργός αυτών των πράξεων) απέβλεπε στο να εκφοβίσει μόνον τους παθόντες. Η ίδια εξ άλλου παραδοχή είναι αντιφατική προς την περαιτέρω παραδοχή της αποφάσεως ότι ο εν λόγω αυτουργός αιφνιδιαστικά και πριν προλάβουν να αντιδράσουν οι άνω παθόντες τη στιγμή που αποχωρούσαν από το χώρο εκείνο επιτέθηκε εναντίον τους και τους κτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματός των με τα αντικείμενα που έφερε παράνομα μαζί του και αποτελούσαν όπλα. Επίσης δεν εκτίθενται στην άνω απόφαση περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η παρουσία του αναιρεσείοντος κατά τη διάπραξη των άνω αξιοποίνων πράξεων, η οποία αναφέρεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της ως πράξη απλής συνδρομής του, ήταν ενεργός, δηλαδή δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει με ποιο τρόπο η παρουσία του αυτή ενθάρρυνε αντικειμενικά τον αυτουργό στην τέλεση τόσο της επικίνδυνης όσο και της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος των άνω παθόντων. Ως προς την αναφερόμενη στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και των τριών άλλων συγκατηγορουμένων του, οι οποίοι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ήταν παρόντες κατά τη στιγμή της επιθέσεως και των κτυπημάτων σε βάρος των άνω παθόντων και συνόδευαν τον δράστη Ψ8 ότι δηλαδή αυτοί οι τέσσερις κατηγορούμενοι όχι μόνο δεν προσπάθησαν να αποτρέψουν τον αυτουργό αλλά με την παρουσία τους παρείχαν σ' αυτόν ψυχική συνδρομή στην τέλεση των παραπάνω πράξεων υπάρχει ασάφεια αν η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος συνιστούσε πράξη ενεργού ψυχικής συνδρομής. Δεν αναφέρονται στην απόφαση περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς αποτροπή των συνεπειών της επιθέσεως του αυτουργού κατά τον τρόπο που έγινε δεκτό ότι εκδηλώθηκε σε βάρος καθενός από παθόντες και ειδικότερα δυνάμει διατάξεως νόμου ή από σύμβαση μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος και του αυτουργού ή από προγενέστερη ενέργειά των προέκυπτε τέτοια υποχρέωση για τον αναιρεσείοντα ως απλό συνεργό προς αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος. Το γεγονός ότι κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας συνόδευαν τον άνω δράστη ο αναιρεσείων και τα τρία άλλα άτομα στο κατάστημα στην περιοχή Πλατείας ... στο επεισόδιο που αναφέρεται ότι διαδραματίσθηκε μεταξύ των, από μόνο του δεν ήταν τέτοιο ώστε να δημιουργεί ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο να επέμβει προς προστασία της σωματικής ακεραιότητος τρίτων, ήτοι των παθόντων Ψ2 και Ψ3, υπό τις συνθήκες και περιστάσεις που έγινε δεκτό με την άνω απόφαση του δικαστηρίου ότι επιτέθηκε ο δράστης και τους προκάλεσε σωματικές κακώσεις και χωρίς να αιτιολογείται η γνώση του αναιρεσείοντος για την τέλεση τέτοιων αξιόποινων πράξεων από τον αυτουργό. Δεν γίνεται παράθεση περιστατικών που να αποδείχθηκαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ως προς το ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε υποσχεθεί στον δράστη προκαταβολικώς ότι θα τον βοηθούσε μετά την τέλεση της κύριας πράξεως για την συγκάλυψη των εγκλημάτων του ή για τη ματαίωση της διώξεώς του ώστε να συντρέχει τέτοια μορφή ψυχικής συνδρομής του αναιρεσείοντος στον συγκατηγορούμενό του αυτουργό των άνω σωματικών βλαβών σε βάρος των παθόντων. Κατ' ακολουθίαν αυτών των ελλείψεων και ασαφειών ως προς τα πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να εκτίθενται για να θεμελιώνεται ευθύνη του αναιρεσείοντος ως απλού συνεργού στην τέλεση των πράξεων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της απλής σωματικής βλάβης από τον συγκατηγορούμενό του αυτουργό σε βάρος των άνω παθόντων η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή είναι βάσιμος και γίνεται δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρείται για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 559 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά ένα μέρος την 968/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' βαθμού, μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα Χ.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαϊου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά ανεκκλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, το οποίο σε πρώτο βαθμό, εκτός από τις άλλες πράξεις που αφορούσαν ετέρους κατηγορουμένους, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμε-νο συνολικά σε φυλάκιση 4 μηνών για απλή συνέργεια σε επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος ενός των παθόντων και για απλή συνέργεια σε απλή σωματική βλάβη σε βάρος ετέρου παθόντος. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον άνω κατηγορούμενο κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως διότι δεν έχει την επιβαλλόμενη αιτιολογία ως προς την έκθεση των περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι γνώριζε για την τέλεση από τον συγκατηγορούμενο αυτουργό των άνω σωματικών βλαβών, με γνώση της δυνατότητος προκλήσεως βαριάς σωματικής βλάβης σε βάρος του πρώτου παθόντος από τον τρόπο διαπράξεως, και περί τελέσεως από τον ίδιο αυτουργό απλής σωματικής βλάβης σε βάρος του ετέρου παθόντος με τη θέληση να του προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του ούτε εκτίθενται περιστατικά για τη βούληση του αναιρεσείοντος να συμβάλει με τη συμπεριφορά του στις πράξεις αυτές του αυτουργού. Ακόμη δεν παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά για υπό-σχεση του αναιρεσείοντος απλού συνεργού βοηθούσε τον αυτουργό μετά την πράξη του για τη συγκάλυψη της κυρίας πράξεως ή για τη ματαίωση της διώξεως.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Συνέργεια, Σωματική βλάβη απλή, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 915/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγος-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση
της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1186/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΤΝΤ ΣΚΑΙΠΑΚ (ΕΛΛΑΣ) ΕΠΕ", που εδρεύει στο Ελληνικό ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1132/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του , με αριθμό 49/4.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την 148/16.07.2009 αίτηση (δήλωση) της κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 1186/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Με το 3119/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έχει παραπεμφθεί η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα κακουργήματα), προκειμένου να δικασθεί για: α) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και β) έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Κατά του βουλεύματος αυτού, και μόνο κατά το μέρος που αφορά την πράξη της πλαστογραφίας, άσκησε την 591/24.11.2008 έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία με το προσβαλλόμενο 1186/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού διορθώθηκε και συμπληρώθηκε το διατακτικό του.
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το παραπάνω εφετειακό βούλευμα, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ασκηθείσα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχει δε με τρόπο ορισμένο ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α και 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, µε σκοπό να παραπλανήσει µε τη χρήση του άλλον σχετικά µε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών µηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήµατος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειµενικώς µεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση, ενώ η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, που προβλέπεται στο εδάφιο β' της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, απαιτείται ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και πρόσθετος σκοπός αυτού για συνολικό όφελος ή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νοθεύσεως να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 805/209, ΑΠ 573/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεωςς τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξάλλου, κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητάς του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 845/2009, ΑΠ 212/2009, ΑΠ 1615/2008). Τέλος, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδές πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως (ΑΠ 1473/2009, ΑΠ 930/2009).
ΙV. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005, Ολ.ΑΠ 9/2001, ΑΠ 932/2009). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως (άμεσος δόλος) ή το σκοπό επελεύσεως ορισμένου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (ΑΠ 705/2009, ΑΠ 54/2008). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1554/2009, ΑΠ 1409/2009). Η επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, όταν η αιτιολογία της είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την οποία συντάσσεται το Συμβούλιο. (Ολ.ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 881/2009, ΑΠ 573/2009). Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.1/2005, Ολ.ΑΠ 9/2001, Ολ.ΑΠ 1778/1993, ΑΠ 1749/2009, ΑΠ 1160/2009). V. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 1186/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών με την οποία συντάχθηκε και με δικές του περαιτέρω σκέψεις, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία παραθέτει γενικά κατά το είδος τους και συγκεκριμένα, από το σύνολο του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες της κατηγορουμένης κατά την κυρία ανάκριση, προέκυψαν τα εξής, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1999, η κατηγορουμένη Χ προσελήφθη ως βοηθός λογιστού, στην εγκαλούσα εταιρία "ΤΝΤ ΣΚΑΪΠΑΚ (ΕΛΛΑΣ) Ε.Π.Ε.", η οποία δραστηριοποείται στην έναντι αμοιβής ταχυμεταφορά εγγράφων και μικροδεμάτων εντός και εκτός Ελλάδος. Στα καθήκοντα της κατηγορουμένης συμπεριλαμβάνοντο, μεταξύ άλλων, η καταχώρηση, τήρηση και επεξεργασία των στοιχείων της εταιρίας στο μηχανογραφικό πρόγραμμά της, η παραλαβή, καταμέτρηση και καταχώρηση των μετρητών χρημάτων και των επιταγών που ελάμβανε η εταιρία, η αποστολή και κατάθεση, μέσω των εισπρακτόρων της εταιρίας, των μετρητών και των επιταγών στις τράπεζες με σκοπό την κατάθεσή τους στους τηρούμενους λογαριασμούς, η επαλήθευση των τραπεζικών καταθέσεων της εγκαλούσας εταιρίας, ο έλεγχος των εταιρικών εισπράξεων, καθώς και η καταχώρηση όλων των παραπάνω στοιχείων στο μηχανογραφικό σύστημα της εταιρίας. Έχοντας στην κατοχή της, λόγω της ανωτέρω ιδιότητός της, μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών της εργοδότριάς της εταιρίας, η κατηγορουμένη, από το τέλος του έτους 2002, αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα, προέβη στην νόθευσή τους με τον ακόλουθο τρόπο. Στην οπισθία όψη των επιταγών αυτών και στην θέση της πρώτης οπισθογραφήσεως έθετε χωρίς δικαίωμα ή εξουσιοδότηση την σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας, σε διαταγή της οποίας είχαν εκδοθεί, καθώς και μία υπογραφή, που διέφερε εμφανώς από την δική της, έτσι ώστε να φαίνεται ότι οι επιταγές αυτές είχαν οπισθογραφηθεί νομίμως από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας και παραδοθεί σ' αυτήν. Ακολούθως, ενεφανίζετο στην πληρώτρια τράπεζα ως τελευταία νόμιμη πλέον κομίστρια των επιταγών αυτών, έθετε και την δική της υπογραφή στην θέση της δεύτερης οπισθογραφήσεως, τις κατέθετε και εισέπραττε, ιδιοποιούμενη παράνομα, τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Για να καλύπτει μάλιστα την παράνομη αυτή δραστηριότητά της, καταχωρούσε στο μηχανογραφικό σύστημα της εγκαλούσας εταιρίας μεταγενέστερες ημερομηνίες πληρωμής για κάθε μία από τις επιταγές αυτές, έτσι ώστε, ενώ ήδη αυτή είχε εισπράξει τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, να μη γίνεται αντιληπτό αυτό κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα. Με τον τρόπο αυτό, η κατηγορουμένη ενόθευσε, εμφάνισε προς πληρωμή και εισέπραξε, χωρίς ακολούθως να καταθέσει στους λογαριασμούς της εγκαλούσας εταιρίας, τις ακόλουθες δέκα (10) επιταγές, που συνολικά ενσωμάτωναν το ποσό των 15.393,90 ευρώ: 1) την υπ'αριθμ.... επιταγή της Τράπεζας ALPHA BANK, ποσού 3.254,33 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Helma AE", στην Αθήνα, στις 8-1-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας, 2) την υπ'αριθμ. ...επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 52,75 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Hellas Can", στην Αθήνα, στις 16-12-2002, σε διαταγή της εγκαλούσας, 3) την υπ'αριθμ.... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 2.984,51 ευρώ, εκδόσεως της "Imperial Tobacco Hellas A.E.", στην Αθήνα, στις 8-1-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 4) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 331,18 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας ..., στην Αθήνα, στις 7.1.2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 5) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 535,22 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Φορτούνα ΕΠΕ", στην Αθήνα, στις 8-1-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 6) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 1.057,72 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Kodak Near East", στην Αθήνα, στις 12-2-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 7) την υπ'αριθμ....επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 94,40 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας... Α.Ε.", στην Αθήνα, στις 18-2-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 8) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 315,14 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας ...Α.Ε.", στην Αθήνα, στις 18-2-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 9) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 2.268,65 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "'Εναρξις-Δυναμικά Μέσα ΕΠΕ", στην Αθήνα, στις 14-2-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας και 10) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 4.500 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Union Optic ABEE", στην Αθήνα, στις 30-1-2004, σε διαταγή της εγκαλούσας. Βέβαια, κατά την διάρκεια της ανάκρισης η κατηγορουμένη υποστήριξε ότι ναι μεν υπεξήρεσε τα ως άνω χρηματικά ποσά, δεν διέπραξε όμως το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως που της αποδίδεται, καθόσον από την εγκαλούσα εταιρία της είχε παρασχεθεί η άτυπη εξουσιοδότηση να θέτει την εταιρική σφραγίδα και την υπογραφή της στην θέση της πρώτης οπισθογραφήσεως, προκειμένου να εισπράττονται οι επιταγές από αυτήν και να κατατίθεται το αντίκρυσμα στους εταιρικούς λογαριασμούς. Ακόμη όμως και αν αληθεύει ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος ούτως ή άλλως δεν απεδείχθη, είναι σαφές ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση θα τελούσε υπό τον αυτονόητο όρο της εν συνεχεία καταθέσεως του αντικρύσματος των ως άνω επιταγών στους τραπεζικούς λογαριασμούς της δικαιούχου εγκαλούσας εταιρίας. Και τούτο διότι θα ήταν παράλογο να δεχθεί κανείς ότι η εγκαλούσα εταιρία θα εξουσιοδοτούσε την κατηγορουμένη και θα την διευκόλυνε με τον τρόπο αυτό να υπεξαιρέσει περιουσιακά της στοιχεία. Τέλος, με την υπό κρίση έφεση η κατηγορουμένη προέβαλε και ένα νέο ισχυρισμό, ότι δηλαδή, ούτως ή άλλως, τα χρήματα που εισέπραττε από την κατάθεση των ως άνω δέκα επιταγών δεν τα υπεξαιρούσε, αλλά τα κατέθετε αυθημερόν στον υπ'αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που διατηρούσε η εργοδότριά της εταιρία στην ALPHA BANK (κατ/μα ...), ζητεί δε από το Συμβούλιό σας, αν αυτό δεν πείθεται για την αλήθεια του ως άνω ισχυρισμού της, να διατάξει την διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, προκειμένου να προσκομισθούν από την εγκαλούσα εταιρία και την ως άνω τράπεζα οι αναλυτικές καταστάσεις κίνησης του συγκεκριμένου λογαριασμού, καθώς και αντίγραφα των σχετικών αποδεικτικών κατάθεσης των χρημάτων στον ανωτέρω λογαριασμό. Και ο τελευταίος όμως αυτός ισχυρισμός, υποβληθείς το πρώτον με την υπό κρίση έφεση και ερχόμενος σε αντίθεση με τα προγενεστέρως υποστηριζόμενα από την ίδια την εκκαλούσα, ως αντιφατικός και οψιγενής, στερείται ουσιαστικής βασιμότητος. Το αίτημα άλλωστε για συμπλήρωση της κυρίας ανάκρισης αποσκοπεί, κατά τη γνώμη μας, στην παρέλκυση της διαδικασίας και στην παραγραφή της πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, η οποία επίσης αποδίδεται στην κατηγορουμένη με το προσβαλλόμενο, αλλά μη εκκληθέν ως προς την πλημμεληματική αυτή πράξη, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία φέρεται τελεσθείσα την 3-8-2004. Σημειώνεται ότι τόσο στις από 16.3.06 και από 23-11-07 απολογίες της, όσο και με τα από 4-5-06 και 10-12-07 απολογητικά της υπομνήματα, ουδέποτε η κατηγορουμένη υπέβαλε παρόμοιο ισχυρισμό, ο οποίος, αν βέβαια ήτο αληθής, ως καταλυτικός της κατηγορίας, θα είχε αμέσως υποβληθεί στην Ανακρίτρια. Ούτε βεβαίως από το με ημερομηνία 30-1-2004 αποδεικτικό καταθέσεως μετρητών, που η κατηγορουμένη προσεκόμισε, προκύπτει ότι αυτό αφορά την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ALPHA BAK, αφού ουδεμία σχετική αναφορά γίνεται στο σώμα του εν λόγω αποδεικτικού. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, είναι προφανές ότι το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, που αποφάνθηκε ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και την παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτια αυτής, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Και τούτο, εκτός των άλλων, διότι από την επανειλημμένη (κατ' εξακολούθηση) τέλεση του ως άνω εγκλήματος, καθώς και από την προπεριγραφείσα υποδομή και το σχέδιο, βάσει του οποίου η εκκαλούσα ενήργησε, προκύπτει, αφενός μεν σκοπός της για πορισμό εισοδήματος εξ αυτού, αφετέρου δε σταθερή ροπή της προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Συνακόλουθα και η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να επικυρωθεί κατά το κεφάλαιο αυτό το εκκαλούμενο βούλευμα και να...διορθωθεί και συμπληρωθεί επιτρεπτώς το διατακτικό του....[και συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών με δικές του σκέψεις] Συμπληρωματικά, πρέπει να σημειωθεί ότι η κατηγορουμένη εκκαλούσα με το από 10.12.2007 συμπληρωματικό απολογητικό υπόμνημα ρητά ομολογεί την υπεξαίρεση του ποσού των 15.393,90 ευρώ, που εισέπραξε από τις ένδικες δέκα επιταγές και την επιστροφή του στη συνέχεια στην εγκαλούσα (βλ. σελ. δεύτερη στίχους 3-14), γεγονός που είναι αντιφατικό με το νέο ισχυρισμό της ότι τα χρήματα που εισέπραξε από τις άνω επιταγές δεν τα υπεξαίρεσε αλλά τα κατέθεσε στο λογαριασμό της εγκαλούσας και συνεπώς η τελευταία δεν έχει υποστεί ζημία. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος, αφού από την από 30.1.2004 απόδειξη της Αlpha Bank περί κατάθεσης ποσού 4.500 ευρώ στις 30.1.2004 στο λογαριασμό της εγκαλούσας, που η κατηγορουμένη προσκομίζει προς απόδειξη μέρους του ισχυρισμού της, δεν προκύπτει ότι το ποσό αυτό κατατέθηκε από την κατηγορουμένη και αφορά το ποσό που εισέπραξε από την πληρωμή της υπ' αριθμό 10 επιταγής. Αν ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ήταν αληθινός, κρίνεται ότι η τελευταία θα είχε λάβει (και θα είχε προσκομίσει) από την πληρώτρια Τράπεζα τις σχετικές αναλυτικές βεβαιώσεις, τις οποίες αν υπήρχαν η πληρώτρια Τράπεζα δεν θα είχε αρνηθεί να τις χορηγήσει, αφού είναι προφανές το έννομο συμφέρον της, ενόψει της παραπομπής της για την παραπάνω κακουργηματική πράξη...."
V. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού προηγουμένως διόρθωσε και συμπλήρωσε το διατακτικό του, διέλαβε σ' αυτό, την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο παραπέμφθηκε η κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα κακουργήματα) για να δικασθεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ' και στ', 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1-2, 98 και 216 παρ. 1 και 3β του ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε το βούλευμα από νόμιμη βάση. Προκύπτει δε ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την παραπεμπτική για την κατηγορουμένη κρίση του, το γεγονός δε ότι δόθηκε διαφορετική αποδεικτική αξία σε ορισμένα από αυτά δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα αγνοήθηκαν. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα επιμέρους αιτιάσεις: α) αναφέρεται στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος ο τρόπος με τον οποίο αυτή τέλεσε το έγκλημα της πλαστογραφίας - νοθεύσεως εγγράφου μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και προσδιορίζεται η ταυτότητα των νοθευμένων με τον τρόπο αυτό εγγράφων, ήτοι των μεταχρονολογημένων επιταγών, β) γίνεται ιδιαίτερη μνεία για το δόλο της κατηγορουμένης, καθώς και για το σκοπό αυτής να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, γ) εξειδικεύεται η περαιτέρω χρήση της νοθευμένων εγγράφων (επιταγών) με την παραδοχή ότι τις εμφάνισε στις πληρώτριες Τράπεζες και εισέπραξε τα ποσά που αυτές ενσωμάτωναν, δ) εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά που θεμελιώνουν την παραδοχή ότι από την επανειλημμένη (κατ' εξακολούθηση) τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας, την περιγραφόμενη υποδομή που είχε διαμορφώσει και το σχέδιο βάσει του οποίου ενήργησε, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή αυτής προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς της και ε) απάντησε αιτιολογημένα στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς της εκκαλούσας κατηγορουμένης και παρέθεσε επ' αυτών συγκριμένα πραγματικά περιστατικά και σκέψεις. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημά της για διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως είναι προεχόντως απαράδεκτη, ως αόριστη, αφού δεν παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά που να τη στηρίζουν, δηλαδή για ποιο θέμα έπρεπε να διεξαχθεί περαιτέρω ανάκριση. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, είναι κατ' ουσία αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση, με τις οποίες, υπό την επίκληση των παραπάνω λόγων, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, διατυπώνεται αίτημα της αναιρεσείουσας, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του συμβουλίου τούτου, για την παροχή διευκρινίσεων. Το αίτημα αυτό είναι νόμιμο, κατ' άρθρο 309 παρ. 2 και 485 του ΚΠΔ, πλην, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα, με τα πολυσέλιδα δικόγραφα της εφέσεως και της αναιρέσεως, καθώς και τα συνημμένα υπομνήματά της, έχει αναπτύξει διεξοδικά προς υπεράσπισή της τις απόψεις της για την υπόθεση, ώστε η παρουσία της στο συμβούλιο να παρέλκει για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. Να απορριφθεί η 148/16.07.2009 αίτηση (δήλωση) της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 1186/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 10 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, απαιτείται επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξάλλου, κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. "Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού η σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. β)Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 1186/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ'αυτό Εισαγγελική Πρόταση, και με συμπληρωματικές δικές του σκέψεις, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στο άνω βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην Εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα: "Το έτος 1999, η κατηγορουμένη Χ προσελήφθη ως βοηθός λογιστού, στην εγκαλούσα εταιρία "ΤΝΤ ΣΚΑΪΠΑΚ (ΕΛΛΑΣ) Ε.ΓΚΕ.", η οποία δραστηριοποείται στην έναντι αμοιβής ταχυμεταφορά εγγράφων και μικροδεμάτων εντός και εκτός Ελλάδος. Στα καθήκοντα της κατηγορουμένης συμπεριλαμβάνοντο, μεταξύ άλλων, η καταχώρηση, τήρηση και επεξεργασία των στοιχείων της εταιρίας στο μηχανογραφικό πρόγραμμα της, η παραλαβή, καταμέτρηση και καταχώρηση των μετρητών χρημάτων και των επιταγών που ελάμβανε η εταιρία, η αποστολή και κατάθεση, μέσω των εισπρακτόρων της εταιρίας, των μετρητών και των επιταγών στις τράπεζες με σκοπό την κατάθεση τους στους τηρούμενους λογαριασμούς, η επαλήθευση των τραπεζικών καταθέσεων της εγκαλούσας εταιρίας, ο έλεγχος των εταιρικών εισπράξεων, καθώς και η καταχώρηση όλων των παραπάνω στοιχείων στο μηχανογραφικό σύστημα της εταιρίας. Έχοντας στην κατοχή της, λόγω της ανωτέρω ιδιότητος της, μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών της εργοδότριας της εταιρίας, η κατηγορουμένη, από το τέλος του έτους 2002, αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα, προέβη στην νόθευση τους με τον ακόλουθο τρόπο. Στην οπίσθια όψη των επιταγών αυτών και στην θέση της πρώτης οπισθογραφήσεως έθετε χωρίς δικαίωμα ή εξουσιοδότηση την σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας, σε διαταγή της οποίας είχαν εκδοθεί, καθώς και μία υπογραφή, που διέφερε εμφανώς από την δική της, έτσι ώστε να φαίνεται ότι οι επιταγές αυτές είχαν οπισθογραφηθεί νομίμως από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας και παραδοθεί σ' αυτήν. Ακολούθως, ενεφανίζετο στην πληρώτρια τράπεζα ως τελευταία νόμιμη πλέον κομίστρια των επιταγών αυτών, έθετε και την δική της υπογραφή στην θέση της δεύτερης οπισθογραφήσεως, τις κατέθετε και εισέπραττε, ιδιοποιούμενη παράνομα, τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Για να καλύπτει μάλιστα την παράνομη αυτή δραστηριότητα της, καταχωρούσε στο μηχανογραφικό σύστημα της εγκαλούσας εταιρίας μεταγενέστερες ημερομηνίες πληρωμής για κάθε μία από τις επιταγές αυτές, έτσι ώστε, ενώ ήδη αυτή είχε εισπράξει τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, να μη γίνεται αντιληπτό αυτό κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα. Με τον τρόπο αυτό, η κατηγορουμένη ενόθευσε, εμφάνισε προς πληρωμή και εισέπραξε, χωρίς ακολούθως να καταθέσει στους λογαριασμούς της εγκαλούσας εταιρίας, τις ακόλουθες δέκα (10) επιταγές, που συνολικά ενσωμάτωναν το ποσό των 15.393,90 ευρώ: 1) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 3.254,33 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Helma ΑΕ", στην Αθήνα, στις 8-1-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας, 2) την υπ'αριθμ. ...επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 52,75 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Hellas Can", στην Αθήνα, στις 16-12-2002, σε διαταγή της εγκαλούσας, 3) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 2.984,51 ευρώ, εκδόσεως της " Imperial Tobacco Hellas Α.Ε.", στην Αθήνα, στις 8-1-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 4) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 331,18 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας ..., στην Αθήνα, στις 7.1.2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 5) την υπ'αριθμ. ...ης ιδίας τράπεζας, ποσού 535,22 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας ... ΕΠΕ", στην Αθήνα, στις 8-1-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 6) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 1.057,72 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Kodak Near East", στην Αθήνα, στις 12-2-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 7) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 94,40 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας ... Α.Ε.", στην Αθήνα, στις 18-2-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 8) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 315,14 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας... Α.Ε.", στην Αθήνα, στις 18-2-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας, 9) την υπ'αριθμ. ...επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 2.268,65 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Έναρξις-Δυναμικά Μέσα ΕΠΕ", στην Αθήνα, στις 14-2-2003, σε διαταγή της εγκαλούσας και 10) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ιδίας τράπεζας, ποσού 4.500 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Union Optic ΑΒΕΕ", στην Αθήνα, στις 30-1-2004, σε διαταγή της εγκαλούσας. Βέβαια, κατά την διάρκεια της ανάκρισης η κατηγορουμένη υποστήριξε ότι ναι μεν υπεξήρεσε τα ως άνω χρηματικά ποσά, δεν διέπραξε όμως το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως που της αποδίδεται, καθόσον από την εγκαλούσα εταιρία της είχε παρασχεθεί η άτυπη εξουσιοδότηση να θέτει την εταιρική σφραγίδα και την υπογραφή της στην θέση της πρώτης οπισθογραφήσεως, προκειμένου να εισπράττονται οι επιταγές από αυτήν και να κατατίθεται το αντίκρυσμα στους εταιρικούς λογαριασμούς. Ακόμη όμως και αν αληθεύει ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος ούτως ή άλλως δεν απεδείχθη, είναι σαφές ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση θα τελούσε υπό τον αυτονόητο όρο της εν συνεχεία καταθέσεως του αντικρύσματος των ως άνω επιταγών στους τραπεζικούς λογαριασμούς της δικαιούχου εγκαλούσας εταιρίας. Και τούτο διότι θα ήταν παράλογο να δεχθεί κανείς ότι η εγκαλούσα εταιρία θα εξουσιοδοτούσε την κατηγορουμένη και θα την διευκόλυνε με τον τρόπο αυτό να υπεξαιρέσει περιουσιακά της στοιχεία. Τέλος, με την υπό κρίση έφεση η κατηγορουμένη προέβαλε και ένα νέο ισχυρισμό, ότι δηλαδή, ούτως ή άλλως, τα χρήματα που εισέπραττε από την κατάθεση των ως άνω δέκα επιταγών δεν τα υπεξαιρούσε, αλλά τα κατέθετε αυθημερόν στον υπ'αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που διατηρούσε η εργοδότρια της εταιρία στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ (κατ/μα ...), ζητεί δε από το Συμβούλιό σας, αν αυτό δεν πείθεται για την αλήθεια του ως άνω ισχυρισμού της, να διατάξει την διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, προκειμένου να προσκομισθούν από την εγκαλούσα εταιρία και την ως άνω τράπεζα οι αναλυτικές καταστάσεις κίνησης του συγκεκριμένου λογαριασμού, καθώς και αντίγραφα των σχετικών αποδεικτικών κατάθεσης των χρημάτων στον ανωτέρω λογαριασμό. Και ο τελευταίος όμως αυτός ισχυρισμός, υποβληθείς το πρώτον με την υπό κρίση έφεση και ερχόμενος σε αντίθεση με τα προγενεστέρως υποστηριζόμενα από την ίδια την εκκαλούσα, ως αντιφατικός και οψιγενής, στερείται ουσιαστικής βασιμότητος. Το αίτημα άλλωστε για συμπλήρωση της κυρίας ανάκρισης αποσκοπεί, κατά τη γνώμη μας, στην παρέλκυση της διαδικασίας και στην παραγραφή της πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, η οποία επίσης αποδίδεται στην κατηγορουμένη με το προσβαλλόμενο, αλλά μη εκκληθέν ως προς την πλημμεληματική αυτή πράξη, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία φέρεται τελεσθείσα την 3-8-2004. Σημειώνεται ότι τόσο στις από 16.3.06 και από 23-11-07 απολογίες της, όσο και με τα από 4-5-06 και 10-12-07 απολογητικά της υπομνήματα, ουδέποτε η κατηγορουμένη υπέβαλε παρόμοιο ισχυρισμό, ο οποίος, αν βέβαια ήτο αληθής, ως καταλυτικός της κατηγορίας, θα είχε αμέσως υποβληθεί στην Ανακρίτρια. Ούτε βεβαίως από το με ημερομηνία 30-1-2004 αποδεικτικό καταθέσεως μετρητών, που η κατηγορουμένη προσεκόμισε, προκύπτει ότι αυτό αφορά την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΚ, αφού ουδεμία σχετική αναφορά γίνεται στο σώμα του εν λόγω αποδεικτικού. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, είναι προφανές ότι το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, που αποφάνθηκε ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και την παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτια αυτής, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Και τούτο, εκτός των άλλων, διότι από την επανειλημμένη (κατ' εξακολούθηση) τέλεση του ως άνω εγκλήματος, καθώς και από την προπεριγραφείσα υποδομή και το σχέδιο, βάσει του οποίου η εκκαλούσα ενήργησε, προκύπτει, αφενός μεν σκοπός της για πορισμό εισοδήματος εξ αυτού, αφετέρου δε σταθερή ροπή της προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας της" Περαιτέρω το Συμβούλιο συμπληρωματικώς εξέθετε και τα εξής: "πρέπει να σημειωθεί ότι η κατηγορουμένη" εκκαλούσα με το από 10.12.2007 συμπληρωματικό απολογητικό υπόμνημα ρητά ομολογεί την υπεξαίρεση του ποσού των 15.393,90 ευρώ, που εισέπραξε από τις ένδικες δέκα επιταγές και την επιστροφή του στη συνέχεια στην εγκαλούσα (βλ. σελ. δεύτερη στίχους 3-14), γεγονός που είναι αντιφατικό με το νέο ισχυρισμό της ότι τα χρήματα που εισέπραξε από τις άνω επιταγές δεν τα υπεξαίρεσε5αλλά τα κατέθεσε στο λογαριασμό της εγκαλούσας και συνεπώς η τελευταία δεν έχει υποστεί ζημία. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος, αφού από την από 30.1.2004 απόδειξη της Alpha Bank περί κατάθεσης ποσού 4.500 ευρώ στις 30.1.2004 στο λογαριασμό της εγκαλούσας, που η κατηγορουμένη προσκομίζει προς απόδειξη μέρους του ισχυρισμού της, δεν προκύπτει ότι το ποσό αυτό κατατέθηκε από την κατηγορουμένη και αφορά το ποσό που εισέπραξε από την πληρωμή της υπ' αριθμό 10 επιταγής. Αν ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ήταν αληθινός, κρίνεται ότι η τελευταία θα είχε λάβει (και θα είχε προσκομίσει) από την πληρώτρια Τράπεζα τις σχετικές αναλυτικές βεβαιώσεις, τις οποίες αν υπήρχαν η πληρώτρια Τράπεζα δεν θα είχε αρνηθεί να τις χορηγήσει, αφού είναι προφανές το έννομο συμφέρον της, ενόψει της παραπομπής της για την παραπάνω κακουργηματική πράξη...." Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απορρίπτοντας την, από την κατηγορουμένη ασκηθείσα, κατά του υπ'αριθ.3119/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έφεσή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, αφού συμπλήρωσε και διόρθωσε παραδεκτά το διατακτικό του, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βουλευμά του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα προανάκριση και κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 3β και 13 στοιχ.γ' και στ'του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς έτσι να στερήσει το βούλευμα από νόμιμη βάση, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένης), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την πιο πάνω κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο. Αναφέρονται λεπτομερώς οι επι μέρους πράξεις της αναιρεσείουσας που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, με αναφορά στις κατά νόμο περιστάσεις υπό τη μορφή που προεκτέθηκαν και συγκεκριμένα γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως του εγκλήματος που της αποδίδεται με τη θέση, στην οπίσθια όψη κάθε επιταγής, χωρίς δικαίωμα ή εξουσιοδότηση, της σφραγίδος της εγκαλούσας εταιρίας, σε διαταγή της οποίας είχαν εκδοθεί οι επιταγές, καθώς και μιας δυσανάγνωστης υπογραφής, ώστε να φαίνεται ως πρώτη οπισθογράφος η άνω εγκαλούσα εταιρία και την χρήση των νοθευμένων επιταγών με την παραδοχή ότι εμφάνιζε αυτές, ως τελευταία οπισθογράφος-κομιστής στις Τράπεζες και εισέπραττε τα ποσά αυτών. Επίσης αιτιολογείται ο δόλος και ο σκοπός της κατηγορούμενης να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος αιτιολογείται η κατ'επάγγελμα και συνήθεια τέλεση της πράξεως, με τις παραδοχές ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πλαστογραφίας, που συνιστά και η κατ'εξακολούθησιν διάπραξη του εγκλήματος, την περιγραφόμενη υποδομή που είχε δημιουργήσει και το σχέδιο βάσει του οποίου ενήργησε προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή αυτής προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητος της. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ότι το Συμβούλιο Εφετών αναιτιολογήτως απέρριψε το αίτημά της για διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως, είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν παραθέτει επί τίνος θέματος θα έπρεπε να διαταχθεί περαιτέρω ανάκριση. Οι λοιπές αιτιάσεις, στον διαλαμβανόμενο δεύτερο λόγο της ένδικης αιτήσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι'αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β'και δ'του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν από το Συμβούλιο και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 485 παρ.1 και 3 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 του Ν.3160/2003, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά βουλεύματος κατηγορούμενος, μπορεί να ζητήσει να εμφανισθεί προσωπικά και να ακουσθεί από το συνεδριάζον, με τριμελή σύνθεση, ως Συμβουλίου, αρμόδιο ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου. Το εν λόγω Συμβούλιο ύστερα από πρόταση του οικείου Εισαγγελέα αποφαίνεται επί του αιτήματος αυτού.
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτησή της, ζητεί να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων, Το αίτημα αυτό παραδεκτά εισάγεται κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις και είναι νόμιμο κατ'άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ, όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα έχει με πληρότητα αναπτύξει και εξηγήσει με την απολογία της, τα υπομνηματά της, την έφεση και την αίτηση αναιρέσεως τις απόψεις της, ώστε η εμφάνισή της δεν κρίνεται αναγκαία.
Κατ'ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ.148/16 Ιουλίου 2009 αίτηση της Χ, περί αναιρέσεως του υπ'αριθ.1186/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαϊου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για πλαστογραφία με χρήση σε βαθμό κακουργήματος. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού ποινικού νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 914/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 1725,1726/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 48/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Επίσης, από το συνδυασμό των αυτών διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν δηλαδή ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος, υποκειμενικώς δε, δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ο ενδεχόμενος δόλος ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει κατά τον αυτόν τρόπο, όπως και ο πλαστογράφος. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα όχι μόνον όταν γίνεται από τρίτο, αλλά και από αυτόν τον ίδιο τον πλαστογράφο, αλλά μόνον όταν αυτός για οποιαδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την πλαστογραφία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1725,1726/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για πλαστογραφία μετά χρήσεως και για συκοφαντική δυσφήμηση, το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων, κατ' είδος, αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών, ανέλαβε το έτος 2001 την ανέγερση οικοδομής του ζεύγους Θ1 και Θ2, στο ..., έναντι δε της αμοιβής του έλαβε απ' αυτούς τις ακόλουθες επιταγές: α) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 5.800 €, με τόπο έκδοσης την ... και ημερομηνία έκδοσης την 30-7-2002 με εκδότρια την εταιρεία "... ΑΕ" η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της σε διαταγή της Θ2, την οποία η τελευταία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον κατηγορούμενο, β) την υπ' αριθμ.... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 4.110 €, με τόπο έκδοσης τον ... και ημερομηνία έκδοσης την 26-4-2002, εκδότη τον Θ1 σε διαταγή του ιδίου με χρέωση του υπ' αριθμ. .... λογαριασμού του, την οποία αυτός μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον κατηγορούμενο, γ) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 12.912 €, με τόπο έκδοσης την ... και ημερομηνία έκδοσης την 30-5-2002, εκδότρια την Θ2 με χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της σε διαταγή του Θ1, την οποία αυτός μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον κατηγορούμενο και δ) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 15.268 €, ημερομηνία εκδόσεως την 30-5-2002, εκδότρια την Θ2 με χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της, σε διαταγή του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, στις αρχές του έτους 2002, επειδή είχε ανάγκη μετρητών απευθύνθηκε στον Μ (που εξετάστηκε ως μάρτυρας), ο οποίος ήταν συνάδελφος του και γνωστός του και του ζήτησε να του δανείσει χρήματα. Αυτός Μ όμως, επειδή την εποχή εκείνη δεν διέθετε μετρητά, προκειμένου να εξυπηρετήσει τον συνάδελφο του (κατηγορούμενο) απευθύνθηκε στον γνωστό του Ψ (εγκαλούντα) και αφού τον διαβεβαίωσε περί της φερεγγυότητας του προσώπου του κατηγορουμένου και ότι για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, ο κατηγορούμενος προσφέρεται να του μεταβιβάσει επιταγές τρίτων πελατών του, ο εγκαλών δέχθηκε και τον Μάρτιο 2002 δάνεισε στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 38.090 €. Ο μάρτυρας Μ επιβεβαιώνει την σύναξη του δανείου και ότι ο ίδιος παρέλαβε από τον κατηγορούμενο τις ως άνω τέσσερις επιταγές τις οποίες ο κατηγορούμενος οπισθογράφησε ενώπιον του και στην συνέχεια ο ίδιος τις παρέλαβε και τις παρέδωσε στον εγκαλούντα προς εξασφάλιση του για την επιστροφή του δανείου του. Οι ως άνω επιταγές ήσαν μεταχρονολογημένες και τον Απρίλιο 2002, όταν θα έληγε η πρώτη επιταγή και θα έπρεπε να πληρωθεί, επειδή στους λογαριασμούς των ως άνω εκδοτών των επιταγών δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ζήτησε να αλλάξουν τις ημερομηνίες εκδόσεως των τριών ως άνω επιταγών εκδόσεως του ζεύγους Θ1 και Θ2. Έτσι συμφώνησαν να συναντηθούν στο σπίτι του κοινού γνωστού και διαμεσολαβητή στη σύναψη του δανείου Μ, στην .... Εκεί συναντήθηκαν στις 5 Απριλίου 2002, ο Μ, ο κατηγορούμενος, ο εγκαλών, ο Θ1 και κάποια γυναίκα που συστήθηκε στον εγκαλούντα ως Θ2, χωρίς να είναι πράγματι όπως διαπίστωσε αργότερα ο εγκαλών, όταν γνώρισε την Θ2 σε άλλο Δικαστήριο που είχαν. Μετά από συζήτηση συμφωνήσαν να αλλάξουν τις ημερομηνίες εκδόσεως των τριών επιταγών σε 30-9-2002, υπογράφοντας την αλλαγή αυτή όλοι οι υπογράφοντες και εμπλεκόμενοι σε κάθε επιταγή. Ο κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της παραπάνω συναλλαγής και ενώ είχε λάβει στα χέρια του την τέταρτη ως άνω επιταγή με αριθμ. ... της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 15.628 € που είχε εκδώσει στην ... η Θ2 σε διαταγή του ιδίου του κατηγορουμένου, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς, εκτός από την αλλαγή της ημερομηνίας εκδόσεως της επιταγής, για την οποία είχε τη συναίνεση και είχε εξασφαλίσει και την υπογραφή των υπολοίπων υπογραφέων της επιταγής, προέβη αυθαίρετα σε αλλοίωση του κειμένου της επιταγής, νοθεύοντας αυτήν και μεταβάλλοντας το επώνυμο του προσώπου σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί η επιταγή και συγκεκριμένα ενώ στο κείμενο της επιταγής αναγραφόταν με μαύρα κεφαλαία γράμματα το επώνυμο του (κατηγορουμένου Χ) ότι είχε εκδοθεί σε διαταγή του η επιταγή, αυτός αλλοίωσε το όνομα αυτό και με μπλε στυλό στην αρχή του επωνύμου Χ πρόσθεσε το γράμμα Α και μετέτρεψε το πρώτο γράμμα Υ σε Ν και στο τέλος πρόσθεσε την κατάληξη ΚΗΣ, αλλοιώνοντας έτσι το επώνυμο απόΧ σε Π. Στην πράξη του δε αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό όπως με τη χρήση του ως άνω αλλοιωμένου-πλαστογραφημένου εγγράφου να παραπλανήσει οποιονδήποτε καλόπιστο τρίτο ότι ο ίδιος δεν ήταν υπόχρεος από την επιταγή αυτή ως πρώτος οπισθογράφος της αλλά άλλο πρόσωπο ονόματι Π. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος έκανε χρήση της επιταγής αυτής, την οποία επέστρεψε στον εγκαλούντα. Ο τελευταίος, παρέλαβε την επιταγή χωρίς να αντιληφθεί αμέσως την αλλοίωση του ονόματος, πράγμα που αντιλήφθηκε λίγο αργότερα όταν εξέτασε την επιταγή επιστρέφοντας στην οικία του. Αμέσως μετά την διαπίστωση αυτή και επειδή ο εγκαλών ανησύχησε σοβαρά, απευθύνθηκε διαμαρτυρόμενος στον κοινό γνωστό τους και διαμεσολαβητή τους Μ, ο οποίος ευθύς αμέσως επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο και του ζήτησε εξηγήσεις για τον λόγο της αλλαγής του επωνύμου. Ο κατηγορούμενος χωρίς να αρνηθεί ότι ο ίδιος αλλοίωσε την επιταγή προσπάθησε να τον καθησυχάσει με την αόριστη φράση "δεν τρέχει τίποτα". Στην συνέχεια όμως, όπως ο ίδιος μάρτυρας Μ πληροφορήθηκε, ο κατηγορούμενος διέδιδε ενώπιον του κοινού γνωστού τους ... ότι δεν μπορούν να του κάνουν τίποτα γιατί την επιταγή την υπογράφει ο Π. Επομένως, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πρώτη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, ήτοι αυτήν της πλαστογραφίας με χρήση της ανωτέρω επιταγής. Τελικά, οι ως άνω επιταγές δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς από τους οποίους εσύρονταν και ο εγκαλών με την από 4-12-2002 αίτηση του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου πέτυχε την έκδοση κατά του κατηγορουμένου, οπισθογράφου προς αυτόν των ως άνω επιταγών, της υπ' αριθμ. 50/2002 διαταγής πληρωμής για το ποσό των 38.090 €. Ο κατηγορούμενος με την από 9-1-2003 ανακοπή του κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου αμφισβήτησε τις υπογραφές του στις παραπάνω τέσσερις επιταγές, ως οπισθογράφου αυτών, και κατονόμασε ως πλαστογράφο τον εγκαλούντα Ψ, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση είχε με τις επιταγές αυτές και τους εκδότες τους. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος υπέγραψε τις τέσσερις επιταγές ως οπισθογράφος, έθεσε την υπογραφή του κατά τρόπο και μορφή προφανώς διαφοροποιημένο από τον τρόπο που συνήθως υπογράφει στις συναλλαγές του, έτσι ώστε σε περίπτωση μη πληρωμής τους να μπορεί να ισχυριστεί ότι οι επιταγές αυτές ήταν πλαστογραφημένες ως προς την υπογραφή του ιδίου ως οπισθογράφου. Ο κατηγορούμενος προέβαλε τον ίδιο ισχυρισμό (περί πλαστογραφίας της υπογραφής του ως οπισθογράφου των τεσσάρων επιταγών από τον εγκαλούντα) και κατά την εκδίκαση της από 11-3-2003 αιτήσεως του περί αναστολής εκτέλεσης της ως άνω διαταγής πληρωμής, κατόπιν δε διαβιβάσεως των πρακτικών της πολιτικής δίκης στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αιγίου, ασκήθηκε κατά του εγκαλούντος ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στο Δικαστήριο. Η εν λόγω ποινική διαδικασία περατώθηκε με την έκδοση του υπ' αριθμ. 8/2005 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αιγίου με το οποίο ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων στην παρούσα δίκη απηλλάγη από την κατηγορία της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών διέπραξε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας για την οποία ο κατηγορούμενος τον είχε δυσφημήσει με την ανακοπή του, αλλά αντιθέτως κρίθηκε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος υπόγραψε ως οπισθογράφος και μεταβίβασε τις ένδικες επιταγές στον εγκαλούντα. Επομένως, ενόψει των παραπάνω, δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που ζητεί ο κατηγορούμενος, αφού ο ισχυρισμός του περί πλαστότητας της υπογραφής του στη θέση του οπισθογράφου των ενδίκων επιταγών κρίθηκε με τα ήδη αμετάκλητα ως άνω υπ' αριθμ.8/2005 αλλά και 37/2006 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αιγίου τα οποία δέχθηκαν ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος υπόγραψε ως οπισθογράφος και μεταβίβασε τις ένδικες επιταγές στον εγκαλούντα και γι' αυτό "το σχετικό αίτημα του απορρίπτεται. Κατόπιν αυτών με δεδομένο ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος με την άσκηση της από 9-1-2003 ανακοπής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου (Δικαστή και Γραμματέα αυτού) ότι δηλαδή οι υπογραφές του έχουν πλαστογραφηθεί στη θέση του οπισθογράφου των επιταγών από τον εγκαλούντα, αποτελεί την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας για την οποία ασκήθηκε κατά του εγκαλούντος ποινική δίωξη και αυτός απηλλάγη αμετακλήτως κατά τα ανωτέρω με το προαναφερόμενο σκεπτικό, θεωρείται αποδεδειγμένη η αναλήθεια όσων ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος με την ανακοπή του (αρθρ. 366 παρ. 2 ΠΚ), προσέτι δε το γεγονός τούτο είναι δυσφημιστικό καθόσον μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. Εξάλλου η αναλήθεια όσων ανωτέρω δυσφημιστικών ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος με την ανακοπή του επιβεβαιώνεται και από τα ανωτέρω που αποδείχθηκαν, αφού προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος νόμιμος κομιστής των επιταγών αυτών μεταβίβασε αυτές προς τον εγκαλούντα με οπισθογράφηση προς εξασφάλιση του δανείου που του είχε χορηγήσει ο τελευταίος. Επίσης το γεγονός αυτό που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ο κατηγορούμενος το ισχυρίσθηκε ενώπιον του πολιτικού Δικαστηρίου ενώ γνώριζε την αναλήθειά του. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε και την δεύτερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του εγκαλούντος που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις παραπάνω πράξεις που αποδείχθηκε ότι τέλεσε, ήτοι της πλαστογραφίας με χρήση και της συκοφαντικής δυσφήμησης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 γ, 26 παρ.1 α, 27, 94, 216 παρ. 1 και 362, 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της, χωρίς αυτό να αποτελεί απλή τυπική επανάληψη του τελευταίου, παρατίθενται τα αναγκαία κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των δύο εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και ο τρόπος τελέσεως αυτών, β) από το άνω αιτιολογικό προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την καταδικαστική κρίση του, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα από αυτά και ιδιαίτερα συνεκτίμησε και τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο τρεις εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδοτήσεως των γραφολόγων ..., που συνιστούν, ως ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες, απλά έγγραφα και δεν ήταν απαραίτητο να προβεί σε συγκριτική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε να παραθέσει τι προκύπτει από καθένα από αυτά και από τις άνω ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες χωριστά, γ) αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο δόλος του αναιρεσείοντος, ως προς το πρώτο έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και ιδιαίτερα ο σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση τεσσάρων νοθευμένων επιταγών οιονδήποτε καλόπιστο τρίτο ότι ο ίδιος δεν ήταν υπόχρεος από τις επιταγές αυτές, ως πρώτος οπισθογράφος, στην τετάρτη μάλιστα από αυτές ότι δεν ήταν καν ο οπισθογράφος, νοθεύοντας το αναγραφόμενο επώνυμό του από Χ σε Π, δ) αιτιολογείται με πληρότητα, ως προς το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτού ότι ο ισχυρισμός του ενώπιον των τρίτων ότι ο εγκαλών τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας ήταν ψευδής και ότι αυτός μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ε) με την παραδοχή του Δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ειδικότερα με την παραδοχή στο αιτιολογικό "ενόψει των παραπάνω, δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που ζητεί ο κατηγορούμενος, αφού ο ισχυρισμός του περί πλαστότητας της υπογραφής του στη θέση του οπισθογράφου των ενδίκων επιταγών, κρίθηκε αμετάκλητα από τα 8/2005 και 37/2006 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αιγίου, που έκριναν ότι αυτός υπέγραψε τις τέσσερις επιταγές ως οπισθογράφος και μεταβίβασε αυτές στον εγκαλούντα και γιαυτό το σχετικό αίτημά του απορρίπτεται . . . Εξάλλου η αναλήθεια όσων ανωτέρω δυσφημιστικών ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος με την ανακοπή του επιβεβαιώνεται και από τα ανωτέρω που αποδείχθηκαν, αφού προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος νόμιμος κομιστής των επιταγών αυτών μεταβίβασε αυτές προς τον εγκαλούντα με οπισθογράφηση προς εξασφάλιση δανείου του", έπεται ότι το Δικαστήριο επαρκώς αιτιολογημένα απέρριψε και στήριξε της απορριπτική του αιτήματος αναβολής για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης κρίση του στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραθέτει και όχι αποκλειστικά και μόνο στα άνω δύο βουλεύματα, που αποφαίνονται μόνο ότι δεν είναι πλαστογράφος ο εγκαλών, όχι δε και ότι πλαστογράφος είναι ο κατηγορούμενος, στ) με την παραδοχή ότι ο εγκαλών απηλλάγη αμετάκλητα για την πράξη της πλαστογραφίας των επιταγών μετά χρήσεως με το 8/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αιγίου και επομένως δεν τίθεται θέμα ουσιαστικής διερευνήσεως του αντίθετου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ο οποίος είναι ψευδής, δε συνάγεται ότι το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του αυτή αποκλειστικά στο από το άρθρο 366 παρ.2 ΠΚ συναγόμενο αμάχητη τεκμήριο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, αφού για την κατάφαση της ενοχής για την πράξη αυτή το Δικαστήριο, δεν αρκέστηκε μόνο στην αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία θετικώς έκρινε το Δικαστικό Συμβούλιο με το παραπάνω βούλευμά του, αλλά ερεύνησε, όπως όφειλε και το στοιχείο του αμέσου δόλου του αναιρεσείοντος και στηρίχθηκε και στα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών. Άλλωστε, η εφαρμογή του από το άνω άρθρο 366 παρ.2 ΠΚ τεκμηρίου, που έχει θεσμοθετηθεί για την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων και παρελκύσεως των δικών, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και 14 του ΔΣΑΠΔ, αφού με την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του ΠΚ, δεν τίθενται αποδεικτικοί περιορισμοί αναφορικά με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ούτε, με οποιονδήποτε τρόπο, παραβλάπτονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα αυτού. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, αμφισβητούν τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμ. εκθ. 49/28 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 1725, 1726/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως, Συκοφαντική δυσφήμηση. Α) Αβάσιμοι όλοι οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Β) Η εφαρμογή του από το άνω άρθρο 366 § 2 ΠΚ τεκμηρίου, που έχει θεσμοθετηθεί για την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων και παρελκύσεως δικών, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 20 § 1 του Συντάγματος, ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 6 § 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και 14 του ΔΣΑΠΔ, αφού με την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του ΚΠΔ, δεν τίθεται αποδεικτικού περιορισμοί αναφορικά με την αθωότητα του κατηγορουμένου και ούτε με οιονδήποτε τρόπο παραβλάπτονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα αυτού (ΑΠ 441/2008, 813/2008) -.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α., Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 2
|
Αριθμός 913/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο, περί αναιρέσεως της ΒΤ5993/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.10.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1598/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί από 11.9.1997 με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και ίσχυε πριν τη νέα αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004 "η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις, που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των εδαφίων α', β' και γ' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσόν της ληξιπροθέσμου οφειλής. Ειδικά στο εδάφιο γ' προβλέπεται ότι η ανωτέρω παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εφόσον το ποσόν της ληξιπρόθεσμης προς καταβολής οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) δρχ, όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό είναι καταβλητέο 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ο χρόνος καταβολής δεν συμπίπτει πάντοτε με τον χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υποχρέου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί. Ήδη με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004 αντικαταστάθηκε εκ νέου η ως άνω παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1190 και το υπ' αυτής προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ. Επίσης με τη νέα αυτή αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με τη διάταξη του άρθρου 34 του ν. 3220/2004 στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, οι ποινές δε καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) ακόμη δε αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν πρόκειται για χρέος καταβλητέο σε δόσεις για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Εξ άλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά χωριστά. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περίπτ. ε' του Κ.Ποιν.Δ. συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 5993/2009 αποφάσεώς του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι κατά του κατηγορούμενου βεβαιώθηκαν στη Δ' ΔΟΥ ...., τα ποσά που περιλαμβάνονται στον πίνακα χρεών, συνολικού ύψους 162539,25 ευρώ. Από τα ποσά αυτά διεγράφησαν εκ των υστέρων μετά την έκδοση σχετικών αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου, τα ποσά που εκτίθενται στους αριθμούς 17-27 του εν λόγω πίνακα. Για τα ποσά που εκτίθενται στον ίδιο πίνακα με ημερομηνία εκ την 27/5/2003 της εν λόγω Δ' Πειραιώς, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι οφείλονται, και για τις ίδιες πράξεις οι ασκηθείσες προσφυγές του απερρίφθησαν από το Διοικητικό Πρωτοδικείο. Έτσι αποδεικνύεται ότι οφείλονται: 1) 800.33 ευρώ από ποινές, βεβαιωθέντα την 11.2.2002, καταβλητέα εφάπαξ των 30/5/2002, 2) 773,42 ευρώ από ποινές, βεβαιωθέντα των 26/3/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/7/2002, 3) 2650,62 ευρώ από πρόστιμο ΚΒΣ, βεβαιωθέντα την 4/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1-1-2003, 4) 2650,62 ευρώ βεβαιωθέντα την 4.9.2002, καταβλητέα εφάπαξ των 1.1.2003, 5) 1325,31 ευρώ από πρόστιμο ΚΒΣ βεβαιωθέντα την 4-9-2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1.1.2003, 6) 828,33 ευρώ, βεβαιωθέντα την 4/9/2002, καταβλητέα την 1.1.2003, 7) 1822,31 ευρώ από πρόστιμο Κ.Β.Σ., βεβαιωθέντα την 4/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 8) 1822,31 ευρώ από πρόστιμο Κ.Β.Σ., βεβαιωθέντα την 4/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 9) 1325,31 ευρώ από πρόστιμο Κ.Β.Σ. βεβαιωθέντα την 4/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 10) 5.691,92 ευρώ, από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 11) 18998,18 ευρώ, από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 12) 22496,39 ευρώ από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 13) 4874,40 ευρώ από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 14) 3021,03 ευρώ από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 15) 11661,53 ευρώ από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, 16) 2037,29 ευρώ, από φόρο εισοδήματος, βεβαιωθέντα την 5/9/2002, καταβλητέα εφάπαξ την 1/1/2003, δηλαδή συνολικά για 83090 ευρώ, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, καθυστερώντας την καταβολή τους μέχρι σήμερα". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεως μετά την αθώωση του ιδίου για τις υπ' αριθμ. 17 έως 27 περιπτώσεις του πίνακα χρεών, Κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις υπ' αριθμ. 1 έως 16 περιπτώσεις του πίνακα χρεών για το ποσό των 83090 ευρώ και ειδικότερα του ότι στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 30/5/2002 μέχρι 1/1/ με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του ήταν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/1990, με πρόθεση παρεβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες η παραβίαση αναφέρεται σε ....... καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπροθέσμου για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει ....... προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά ..... γ) τα 13500 ευρώ όπως αναπροσαρμόσθηκε βάση του ν. 2943/2001 ..... δ) τα 4.500.000 δρχ σε 13.500 €. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη ΔΟΥ Δ' ... αναλυτικώς αναφερόμενα στο συνημμένο πίνακα χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 28/5/2003 μήνυση του προϊστάμενου της Δ' ΔΟΥ ηθελημένα δεν κατέβαλε ..... β) ποσό 83090,50 που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικώς δηλαδή .... Καθυστέρησε την καταβολή πέραν των 2 μηνών από τη λήξη της καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ.
Η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από τη διαδικασία στο ακροατήριο πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζεται στην απόφαση (Δ' ΔΥΟ ...), το είδος αυτών ως υπαγόμενων στην κατηγορία των λοιπών φόρων (πρόστιμα ΚΒΣ και φόροι εισοδήματος, ο τρόπος πληρωμής των εφάπαξ) και ο ακριβής χρόνος καταβολής των ήτοι η 30.5.2002 για το πρώτο, η 1/7/2002 για το δεύτερο και η 1/1/2003 για τα λοιπά, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως των, μπορούσαν και έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω το ύψος των επί μέρους χρεών και το άθροισμα των κατά το μέρος που δεν καταβλήθηκε μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής του καθώς και οι προϋποθέσεις του αξιοποίνου της μη καταβολής των εν λόγω χρεών. Από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στις 25/9/2009 τα χρέη δεν είχαν καταβληθεί. Στην παραδοχή αυτήν εμπεριέχεται λογικώς ότι καθυστέρησε η καταβολή των άνω χρεών πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής των, ήτοι πέραν της 30/5/2002, της 1/7/2002 και της 1/1/2003 έτσι ώστε να συνάγεται ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε την ως άνω επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 34 του ν. 3220/2004. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως περί του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές κρίσεις με όσα δέχθηκε στο σκεπτικό και στο διατακτικό της και ότι η αιτιολογία της είναι ελλιπής ως προς τις πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο για τις οποίες κατά τα υπ' αυτού υποστηριζόμενα καταδικάσθηκε χωρίς επαρκή αποδεικτικά μέσα από τα οποία να δύναται να ελεγχθεί αν πράγματι όφειλε τα ποσά που βεβαιώθηκαν στην άνω φορολογική Αρχή. Επαρκώς αιτιολόγησε το Δικαστήριο χωρίς αντιφάσεις την κρίση του για την ενοχή του κατηγορούμενου, στηριζόμενο στην κατάθεση του μάρτυρα υπαλλήλου της ΔΟΥ Πειραιώς που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο και στα αναγνωσθέντα κατά την αποδεικτική διαδικασία έγγραφα, για τα οφειλόμενα προς το Δημόσιο από τον κατηγορούμενο χρέη, ενώ για διαφορετικά από αυτά χρέη δέχθηκε ότι είχαν διαγραφεί, κατόπιν σχετικών αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπό την προαναφερθείσα έννοια, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον για την απόφαση με την οποία κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται ο κατηγορούμενος ή για αυτήν με την οποία απαλλάσσεται από την κατηγορία από το Δικαστήριο, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 61 Κ.Πολ.Δ., λόγω εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο ή κατ' αναλογία στο διοικητικό δικαστήριο, που έχει σχέση με την ποινική δίκη πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιου αιτήματος έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Προϋποτίθεται όμως, ότι το αίτημα αυτό αναβολής είναι παραδεκτό και ειδικότερα ότι υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο ήτοι με προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η πολιτική ή αναλόγως η διοικητική δίκη, του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης αυτής, των διαδίκων που μετέχουν σ' αυτήν, του ζητήματος το οποίο εκκρεμεί και πρόκειται να κριθεί εκεί και της σχέσεως του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία που πρόκειται να κριθεί και εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο. Αν το ανωτέρω αίτημα αναβολής δεν υποβάλλεται κατά ορισμένο τρόπο η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σ' αυτό είτε η μη αιτιολογημένη απόρριψή του δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσκομισθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος που πρέπει να υποβληθεί ορισμένως για να είναι παραδεκτό απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του γιατί άλλως ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για την άνευ της απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας απόρριψή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο ήδη αναιρεσείων δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του, που τον εκπροσώπησε, με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης αναφέροντας, κατά λέξη, "γιατί εκκρεμούν εφέσεως στο διοικητικό Πρωτοδικείο και γιατί έχουν γίνει εν μέρει δεκτές οι εφέσεις". Το άνω αίτημα αναβολής δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν καθόσον δεν αναφέρθηκε επί ποίων υποθέσεων ήταν εκκρεμείς οι κατ' έφεση δίκες στο διοικητικό Δικαστήριο ούτε ποια σχέση είχαν με την κρινόμενη ποινική υπόθεση ούτε γινόταν μνεία συγκεκριμένων αποφάσεων από τις οποίες να προέκυπτε αν είχαν γίνει δεκτές από διοικητικό δικαστήριο που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κατά ένα μέρος σχετικές με την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο, εφέσεις που να είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος ώστε να διαταχθεί από το ποινικό Δικαστήριο να προσκομισθούν ως νέες αποδείξεις οι επί των εφέσεων αυτών αποφάσεις που να είχαν εκδοθεί από το επιληφθέν Διοικητικό Δικαστήριο. Επομένως το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απορριπτική κρίση του και πλεοναστικώς προέβη με παρεμπίπτουσα και συμπροσβαλλόμενη κατ' άρθρο 504 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δικ. απόφασή του σε αιτιολόγηση της απορρίψεως του πιο πάνω αιτήματος για αναβολή της δίκης. Κατ' ακολουθία αυτών ο σχετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι η αιτιολογία απορρίψεως του άνω αιτήματος αναβολής είναι ελλιπής από το ότι δεν γίνεται μνεία περιστατικών που να δικαιολογούν αυτήν την απορριπτική κρίση και λόγω μη αναφοράς των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, είναι απορριπτέος. Συνακόλουθα δε με τα παραπάνω κρίνεται απορριπτέος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. έτερος λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο με το να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως ενώ δεν είχε αιτιολογημένα απορρίψει το ως άνω αίτημα αναβολής της δίκης, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Όπως προκύπτει περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι προβλέπεται και τιμωρείται, από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 Π.Κ. και 25 παρ. 1, 2, 3 ν. 1882/1990, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 3 παρ. 1, 2 ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, 5 ν. 2943/2001, ενώ από παραδρομή αναφέρεται και ο νόμος 2721/1999, κατεδίκασε αυτόν, αφού έλαβε υπόψη τα από το άρθρο 79 ΠΚ οριζόμενα κριτήρια, δηλαδή την βαρύτητα του τελεσθέντος εγκλήματος, και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους μετατραπείσα σε χρηματική προς πέντε ευρώ ημερησίως. Η στερητική της ελευθερίας ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, εφ' όσον η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος τελέσεως της κατ' εξακολούθηση αφορούσε καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το δημόσιο και ειδικότερα λοιπούς φόρους και χρέη εφάπαξ πληρωτέους το ποσό των οποίων μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερέβαινε τα 4.500.000 δρχ (ευρώ 13.500) και ανερχόταν συνολικά σε 83090 ευρώ, ήταν εντός των ορίων της ποινής φυλακίσεως που προβλεπόταν από το εδάφιο γ' της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικατεστάθη από το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/2009 κατά το οποίο όπως προαναφέρθηκε η ανωτέρω παραβίαση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Επομένως, ορθώς εφαρμόσθηκαν από το δικαστήριο οι διατάξεις που αναφέρονται στην απόφαση ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στον ήδη αναιρεσείοντα. Οι αιτιάσεις του τελευταίου ότι το δικαστήριο ενώ τον κατεδίκασε για χρέη κατώτερα των 120.000 ευρώ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως που αντιστοιχεί σε μη καταβληθέντα χρέη συνολικού ποσού μεγαλύτερου των 120000 ευρώ κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 1 δ του ν. 1882/1990, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 23 ν. 2523/1997 και το ν. 2943/2001 είναι αβάσιμες. Η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδαφ. δ του ν. 1882/1990 που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι εφαρμόσθηκε από το Δικαστήριο είναι ανύπαρκτη και περαιτέρω το όριο των 120.000 ευρώ που πρέπει να υπερβαίνει το ποσό της οφειλής της οποίας η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους προβλέπεται από το άρθρο 25 παρ. 1 γ του ν. 1882/1990 μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 34 παρ. 1γ του ν. 3220/2004. Αυτή η διάταξη του μεταγενεστέρου άνω νόμου δεν εφαρμόσθηκε στην προκείμενη περίπτωση από το δικαστήριο. Επομένως είναι αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεών του επέβαλε ποινή που αντιστοιχεί σε μη καταβληθέντα χρέη το συνολικό ποσό των οποίων υπερέβαινε το ποσό των 120.000 ευρώ αντί να εφαρμόσει επιεικέστερη διάταξη ανάλογα με το ποσό των 83090 ευρώ που έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οφείλετο. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος αλλού λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/10/2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της ΒΤ5993/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που αν έρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για μη καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς το δημόσιο κατά της διατάξεως του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 Ν. 3220/2004. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλομένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αιτήματος του αναιρεσείοντος για αναβολή κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ λόγω εκκρεμούς δίκης στο διοικητικό δικαστήριο σχετιζόμενης με την ποινική δίκη, διότι το άνω αίτημα αναβολής δεν υπεβλήθη κατά τρόπο ορισμένο με αναφορά των υποθέσεων που ήταν εκκρεμείς κατ' έφεση στο διοικητικό δικαστήριο και ποια σχέση είχαν με την κρινόμενη ποινική υπόθεση ούτε γινόταν αναφορά συγκεκριμένων αποφάσεων από τις οποίες να προέκυπτε ότι είχαν γίνει δεκτές από το Διοικητικό Δικαστήριο εφέσεις σχετικές με την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος ώστε να διαταχθεί από το κατ' έφεση δικάζον ποινικό δικαστήριο η προσκόμιση των αποφάσεων αυτών ως νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται κατ' ακολουθίαν και ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι καθ' υπέρβαση της εξουσίας του προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το άνω αίτημα αναβολής. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου επέβαλε στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ποινή φυλακίσεως που αντιστοιχεί σε μη καταβληθέντα χρέη συνολικού ποσού μεγαλύτερου των 120.000 € αντί να εφαρμόσει την επιεικέστερη διάταξη ανάλογα με το ποσό των 83090 € των χρεών που έγινε δεκτό ότι οφείλοντο καθόσον δεν υπάρχει η διάταξη του άρθρου 25 §1 εδ. δ΄ που επικαλείται ο αναιρεσείων και το όριο των 120.000 € που πρέπει να υπερβαίνει το ποσό της οφειλής, της οποίας η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους προβλέπεται από το άρθρο 34 §1γ του Ν. 3220/2004, που δεν εφαρμόσθηκε στην προκειμένη περίπτωση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 912/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρακώστα, περί αναιρέσεως της 4512/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Θεόδωρο Παναγόπουλο και Ευάγγελο Γαλετζά. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1616/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 59 του ΚΠοινΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη, κατά δε την παράγραφο 2 αυτού "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν για το γεγονός, για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδ. β'), αναβάλλει με πράξη την κάθε περαιτέρω ενέργεια ως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών". Από τη νέα αυτή διάταξη με την οποία επιχειρήθηκε να εξαλειφθεί το φαινόμενο του ανοίγματος σειράς δικών, με αφορμή την αρχική δίκη, με αλλεπάλληλες αναβολές μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως επί της κύριας δίκης με την εντεύθεν ταλαιπωρία των διαδίκων αλλά και την επιβάρυνση των Ποινικών Δικαστηρίων (βλ. Αιτιολογική έκθεση, άρθρο 6), προκύπτει, ότι για να αναβληθεί η ποινική δίκη λόγω υπάρξεως ποινικού προδικαστικού ζητήματος, πρέπει, στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το γεγονός για το οποίο δόθηκε ο όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή το οποίο ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος. Κατά το άρθρο δε 366 παρ.2 του ΠΚ, αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362,363,364 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη, για τη δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής διώξεως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση προβλέπεται υποχρεωτική αναστολή της ποινικής διαδικασίας, αλλά προϋποθέτει επίσης προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως για το γεγονός για το οποίο έχει γίνει ισχυρισμός ή διάδοση. Η αναστολή ή αναβολή κατά τα παραπάνω της δίκης συνεπάγεται, κατά το άρθρο 113 παρ.1 του ΠΚ, και αναστολή της παραγραφής μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως επί της προδικαστικής δίκης κατ'εκείνου που δυσφημίστηκε, χωρίς μάλιστα να ισχύει ο χρονικός περιορισμός που ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 113 του ΠΚ, ενώ η επ'αυτής κρίση δεσμεύει το δικαστήριο που δικάζει τη δυσφήμηση υπό την έννοια ότι από την αμετάκλητη απαλλακτική κρίση παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο περί της αναλήθειας των γεγονότων που συνιστούν περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφημίσεως, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι τίθενται αποδεικτικοί περιορισμοί αναφορικά με την αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι παραβλάπτονται υπερασπιστικά δικαιώματα αυτού, μη παραβιαζομένου του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των ταυταρίθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και από τα έγγραφα τα οποία έλαβε υπόψη του το δίκασαν Δικαστήριο για να μορφώσει τη γνώμη του, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο αναβολή της δίκης, κατ'άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠοινΔ για τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος και αναστολή της δίκης, κατ'άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ, για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, μέχρι να εκδικασθεί η από 2-11-2001 εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος μύνησή του, για το λόγο ότι τα γεγονότα τα οποία, κατά την κατηγορία, συνιστούν το περιεχόμενο της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας και τα οποία (συκοφαντικά) ισχυρίστηκε και διέδωσε ο ίδιος, περιλαμβάνονται, ως προκριματικά ζητήματα, στην ως άνω μήνυση αυτού (αναιρεσείοντος), ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, εναντίον του νυν πολιτικώς ενάγοντος πρώην Δημάρχου και ήδη βουλευτή, για εκβίαση, παράβαση καθήκοντος και δωροδοκία, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση και λόγω της τελευταίας ιδιότητας του μηνυομένου, ζητήθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων η άρση της Βουλευτικής του ασυλίας και η άδεια για άσκηση της ποινικής διώξεως, η οποία ,όμως, δεν δόθηκε, γι' αυτό μετά από προσφυγή του καταδικάστηκε το Ελληνικό Δημόσιο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, πλην και πάλιν δεν δόθηκε η σχετική άδεια για δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος Βουλευτή από την Ολομέλεια της Βουλής. Επομένως, το δίκασαν Δικαστήριο, απέρριψε τα άνω αιτήματα, με πλήρη και ορθή αιτιολογία και δη διότι δε δόθηκε η άδεια ασκήσεως διώξεως κατά του μηνυομένου πολιτικώς ενάγοντος Βουλευτή και δεν είχε ασκηθεί σχετικά ποινική δίωξη κατ'αυτού, πράγμα που είναι προαπαιτούμενο για την αναβολή και την αναστολή της εναντίον του αιτούντος κατηγορουμένου ποινικής διαδικασίας Ήτοι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο, που δίκασε την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση και απέρριψε το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου, με την αιτιολογία ότι δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του νυν πολιτικώς ενάγοντος πρώην Δημάρχου και ήδη Βουλευτή, δίχως να αναβάλει και να αναστείλει τη "διαδικασία μέχρι πέρατος της προηγουμένως κινηθείσης εναντίον του διαδικασίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας ή αρνητική υπέρβαση εξουσίας επήλθε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Β, Ε'και Η του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, προκύπτει ότι υπαίτιος των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι" αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 369 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Εξάλλου. η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερη έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Πα την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4512/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση, το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων, κατά κατηγορίες, αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι εργολάβος οικοδομών ασχολούμενος από ετών στην περιφέρεια της ... με την ανέγερση κτιρίων και εμπορικών κέντρων, ενώ τα τελευταία χρόνια επικεντρώθηκε η δραστηριότητά του κατά κύριο λόγο στην περιοχή των βορείων προαστίων .... Το έτος 1995" μετά τη σύνταξη του υπ' αριθ. ... προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό τού συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ε. Παπαδόπουλου, ο κατηγορούμενος προήλθε σε συμφωνία με τη ... χήρα Ξ και ανέλαβε με τη σχέση τής αντιπαροχής την ανέγερση κτηρίου στέγασης γραφείων και καταστημάτων με τη μορφή εμπορικού κέντρου σε οικόπεδο. Πρόκειται, ειδικότερα, για ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή τού Δήμου ... και συγκεκριμένα στο υπ' αριθ. 510 οικοδομικό τετράγωνο τού εγκεκριμένου σχεδίου τού Δήμου ... (οδός ....). Ενόψει τούτου και μετά την από 22.2.1996 σχετική αίτηση, εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια τού Πολεοδομικού Γραφείου τού Δήμου ..., τής οποίας διευθυντής τότε ήταν ο Β (ήδη μάρτυρας υπερασπίσεως). Η άδεια αυτή εκδόθηκε δύο ημέρες μετά τη σύνταξη συμπληρωματικής αποδοχής κληρονομιάς, ενώ κατά το χρονικό αυτό διάστημα, που διέρρευσε μέχρι την έκδοση τής εν λόγω αδείας, υπήρξαν έντονες διαμάχες, διότι το θέμα, που είχε στο μεταξύ ανακύψει, ήταν αρκετά σοβαρό. Η άδεια, όμως, αυτή, στη συνέχεια, ανακλήθηκε από το μετέπειτα διευθυντή τού Πολεοδομικού Γραφείου Γ (ήδη μάρτυρα κατηγορίας) με το υπ' αριθ. πρωτ. 552/3·3·1997 σχετικό έγγραφό του, δεδομένου, ότι προέκυπτε σοβαρό θέμα στους επικαλούμενους τίτλους ιδιοκτησίας, γεγονότα, τα οποία, όπως αποδεικνύεται αγνοούσε πλήρως ο μηνυτής. Σημειώνεται, ότι το θέμα είχε ήδη απασχολήσει κατά το παρελθόν και συγκεκριμένα από το έτος 1984 την Τεχνική Υπηρεσία τού Δήμου ..., λόγω τής υπάρχουσας στην περιοχή αυτή Πλατείας τού ομώνυμου Δήμου. Η εδαφική διαφορά, η οποία προέκυψε μετά ταύτα είναι μεγάλη και, όπως εκτίθεται, δεν δικαιολογείται από εσφαλμένη, ενδεχομένως, εμβαδομέτρηση τού επίδικου ακινήτου. Έτσι, όπως σημειώνεται, αρχικά το ακίνητο είχε τέσσερες πλευρές, ενώ τώρα εμφανίζεται με πέντε. Ενόψει τής ανώμαλης αυτής εξέλιξης ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον ανωτέρω διευθυντή τού Πολεοδομικού Γραφείου στο κτήριο τού Δήμου, συνοδευόμενος από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Π, που ήταν και αδελφός τής ιδιοκτήτριας. Ο εν λόγω μάρτυρας τους είπε να ανεβούν στο γραφείο του τότε Δημάρχου και ήδη μηνυτή Ψ, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από επίσκεψη του στις Η.Π.Α., λέγοντας χαρακτηριστικά "ανεβείτε στο Δήμαρχο και θα έλθουμε κι' εμείς να εξηγήσουμε". Όπως αποδεικνύεται, ο Δήμαρχος αγνοούσε αντελώς το θέμα του κατηγορουμένου, τού οποίου γνώστες ήσαν ο αρμόδιος Αντιδήμαρχος και ο διευθυντής τού Πολεοδομικού Γραφείου. Πράγματι, ο κατηγορούμενος εργολάβος συνοδευόμενος από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του εισήλθαν στο γραφείο του Δημάρχου, το οποίο, σημειωτέον, ήταν ανοικτό σε όλους και εντός αυτού βρίσκονταν συγχρόνως ο πιο πάνω διευθυντής τού Πολεοδομικού Γραφείου ..., καθώς και άλλα πρόσωπα, τα οποία συνεργάζονταν με το μηνυτή, λόγω των πολλών και ποικίλων θεμάτων, που είχαν, στο μεταξύ, συγκεντρωθεί, λόγω τού μεγάλου χρόνου απουσίας του. Εκεί εκτέθηκε το ζήτημα ανοικτά και ενώπιον όλων των παρευρισκομένων προσώπων και, ως εκ τούτου, δεν έλαβε χώρα κατ' ιδίαν συνάντηση, χωρίς, βεβαίως, να υπάρξει οποιαδήποτε εξέλιξη, αφού ο Δήμαρχος αγνοούσε το θέμα, αλλά και χωρίς να επακολουθήσει πλέον άλλη συνάντηση μεταξύ κατηγορουμένου και μηνυτή. Πρέπει να επισημανθεί, ότι αρχικά ο μηνυτής είχε την αίσθηση, ότι ο κατηγορούμενος είχε δίκιο και, όπως σημειώνει, πάντα ήταν υπέρ των απόψεων τού διαμαρτυρόμενου πολίτη. Αργότερα, όμως, με την ενημέρωση, την οποία είχε αρμοδίως και διερευνώντας την υπόθεση κατέληξε, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δίκιο. Όμως, το θέμα έλαβε διαστάσεις και εισήχθη ενώπιον του δημοτικού συμβουλίου, στο οποίο, μάλιστα παραστάθηκε και ο προαναφερόμενος πληρεξούσιος δικηγόρος Π, ο οποίος εξέφρασε τις απόψεις του και έγινε λόγος και για προσκύρωση τού επιπλέον εδαφικού τμήματος. Η προσκύρωση αυτή συζητήθηκε ως μία μεσοπρόθεσμη λύση, αλλά το δημοτικό συμβούλιο ομόφωνα τάχθηκε υπέρ τής προστασίας των κοινοχρήστων χώρων τού Δήμου και ήταν αντίθετο με τις απόψεις τού κατηγορουμένου. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι ουδέποτε τέθηκε από τον τελευταίο θέμα εκβιαστικών ενεργειών τού μηνυτή Δημάρχου, τις δε απόψεις τού μηνυτή αποδέχθηκε πλήρως η τότε αντιπολίτευση, ακολουθώντας και μετά ταύτα την ίδια επί τού θέματος τακτική. Σημειώνεται, ότι ο μηνυτής Δήμαρχος με το υπ' αριθ. πρωτ. 760/26.3.1997 έγγραφο του συντάχθηκε με την παραπάνω ενέργεια τού διευθυντή τής Πολεοδομίας τού Δήμου ... και ανακάλεσε την προαναφερομένη εκδοθείσα, υπ' αριθ. ..., οικοδομική άδεια με την αιτιολογία, ότι δεν είχε γίνει ορθή εφαρμογή τού εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου. Η υπόθεση ήχθη ενώπιον τόσο τού Συμβουλίου τής Επικρατείας, όσο και των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επελήφθησαν προσφυγών και τακτικής αγωγής του Δήμου, αντίστοιχα, για την επικαλούμενη κατάληψη τού κοινόχρηστου χώρου. Η εν λόγω δικαστική διαμάχη είχε ως αποτέλεσμα να ακυρωθούν διοικητικώς οι ενέργειες τού Δήμου για τυπικούς λόγους και να γίνει δεκτή η αγωγή του Δήμου, ενώ με απόφαση τού Αρείου Πάγου αναιρέθηκε. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, ο κατηγορούμενος στις 2 Νοεμβρίου 2001 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών μήνυση, με ΑΒΜ Α2001/3593" με την οποία εν γνώσει του κατ-εμήνυσε τον ήδη μηνυτή, Ψ, διαλαμβάνοντας τα ακόλουθα: "1) Είμαι εργολάβος οικοδομών και ασχολούμαι στην ... με την ανέγερση κτηρίων και εμπορικών κέντρων, εδώ και πολλές δεκαετίες. Την δραστηριότητα του μου αυτή στον τομέα των κατασκευών ανέπτυξα σχεδόν σε όλη την ..., ωστόσο τις δύο τελευταίες δεκαετίες επικέντρωσα το ενδιαφέρον μου κατά κύριο λόγο στην περιοχή των βορείων προαστίων ...., λόγω τού μεγάλου όγκου εργολαβιών που μου ανατέθηκαν. Το 1995 κατόπιν προσυμφώνου μεταβίβασης και σχετικού εργολαβικού, αφού συμφώνησα με τη ... χήρα Ξ, ανέλαβα με τη σχέση τής αντιπαροχής την ανέγερση κτηρίου γραφείων και καταστημάτων σε οικόπεδο τού Δήμου .... (εμπορικό κέντρο). Το έργο αυτό επρόκειτο να αποπερατωθεί γρήγορα και να αποφέρει έσοδα σε εμάς ποσού εξακοσίων ενενήντα εκατομμύρια ογδόντα πέντε δρχ. (696.085.000), αλλά σε καμία απολύτως περίπτωση δεν μπορούσα να διανοηθώ την απίστευτη περιπέτεια, στην οποία με οδήγησε προσωπικώς ο τότε δήμαρχος ... και σημερινός βουλευτής ... Ψ. Ο δήμαρχος Ψ και "απόλυτος τότε άρχοντας" τής ..., όπως ο ίδιος ισχυριζόταν (σχετ. 1) θεωρώντας, ότι το εύρος τής συγκεκριμένης εργολαβίας, άρα και το ποσοστό τού κέρδους μου ήταν πολύ μεγάλο, πίστεψε, ότι θα μπορούσε αξιοποιώντας την εξουσιαστική του δύναμη, εκβιάζοντας με, ανακαλώντας την οικοδομική άδεια, την οποία σύννομα και νομότυπα είχα αποκτήσει (σχετ. 2), σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, να καταστήσει εαυτόν συμμέτοχο στα κέρδη μου. Για το λόγο αυτό εκβιαστικά απαίτησε το ποσό των εβδομήντα εκατομμυρίων δραχμών (70.000.000 δρχ.), προκειμένου να άρει τα εμπόδια, τα οποία ο ίδιος μου δημιούργησε, ανακαλώντας παράνομα την οικοδομική άδεια, προκειμένου να ικανοποιήσει τις παράνομες και αχαρακτήριστες προθέσεις του, αφού πρώτα αδικαιολόγητα μου κοινοποίησε η Πολεοδομία ... το σχετικό σήμα για την παύση των οικοδομικών εργασιών (σχετ. 3). Η δεδομένη άρνηση μου στην εκβιαστική συμπεριφορά τού ανωτέρω πρώην δημάρχου και νυν βουλευτή ... Ψ, την οποία και θα περιγράψω κατωτέρω με κάθε λεπτομέρεια, με ενέπλεξε σε έναν άνευ προηγουμένου δικαστικό αγώνα, ο οποίος έχει ήδη στεφθεί με επιτυχία, αφού μέχρι στιγμής όλες οι αποφάσεις με δικαιώνουν, αλλά και σε μία ατελείωτη εμπλοκή με τις υπηρεσίες τού ΥΠΕΧΩΔΕ, οι οποίες, όπως προκύπτει από όλες τις αποφάσεις τους, συντάσσονται απόλυτα με τις θέσεις μου, χωρίς, όμως, να είναι ικανές να ανατρέψουν την εις βάρος μου δραματική κατάσταση, την οποία και διαμόρφωσε ο μη-νυόμενος Ψ με σωρεία εκβιαστικών και παράνομων πράξεων. 2) Ειδικότερα, με το υπ' αριθμόν ... προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό τού συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ε. Παπαδόπουλου (σχετ. 4), το οποίο υπεγράφη μεταξύ της ... χήρας Ξ, ως κυρίας του οικοπέδου και ημών, αναλάβαμε με τη σχέση της αντιπαροχής- την ανέγερση κτηρίου γραφείων και καταστημάτων σε οικόπεδο που κείται στο Ο.Τ. 510 τού εγκεκριμένου σχεδίου τού Δήμου ... (οδός ....). Ύστερα από την υποβολή σχετικής αιτήσεως, μάς επετράπη να ανεγείρουμε κτήριο γραφείων και καταστημάτων με την υπ' αριθμόν ... οικοδομική άδεια τού Πολεοδομικού Γραφείου τού Δήμου ... (σχετ. 5). Στη συνέχεια, όμως, και πιο συγκεκριμένα με τα υπ' αριθ. πρωτ. οικ. ... έγγραφα τους (σχετ. 2 - 3), ο διευθυντής Πολεοδομίας τού Δήμου ... και ο Δήμαρχος ... αντίστοιχα διέταξαν την διακοπή των οικοδομικών εργασιών και την ανάκληση τής παραπάνω υπ' αριθμ. ... οικοδομικής αδείας με το -παντελώς αβάσιμο, όπως θα αναπτυχθεί στη συνέχεια- επιχείρημα και, όπως ήδη έγινε γνωστό κατά τον πλέον επίσημο και πανηγυρικό τρόπο από το Συμβούλιο τής Επικρατείας, ότι δήθεν το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο δεν έχει εφαρμοστεί σωστά στο έδαφος. Οι πράξεις, όμως, αυτές, τόσο τής Πολεοδομίας ... όσο και ιδίως τού μηνυομένου τότε δημάρχου, αρχικά ακυρώθηκαν (κατόπιν αιτήσεως μας) από το Συμβούλιο τής Επικρατείας, η μεν πράξη διακοπής οικοδομικών εργασιών λόγω αόριστης αιτιολογίας (ΣτΕ 3929/1997), η δε ανάκληση τής υπ' αριθμόν ... οικοδομικής αδείας, επειδή εκδόθηκε κατά πρωτοφανή και ανεξήγητο τρόπο από το Δήμαρχο ..., από αναρμόδιο όργανο (ΣτΕ 3928/ 1997) (σχετ. 6 - 7). Ωστόσο, με την υπ' αριθμόν ... πράξη του (σχετ. 8) και με την ίδια ως άνω αιτιολογία, ο διευθυντής Πολεοδομίας τού Δήμου ... με εντολή τού τότε Δημάρχου προέβη εκ νέου στην ανάκλήση τής υπ' αριθμόν ...ομικής αδείας. Στη συνέχεια, ο διευθυντής τής Διεύθυνσης Τοπογραφικών Εφαρμογών τής Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του ΥΠΕΧΩΔΕ (έγγραφο με αριθμό πρωτ. ΔΤΕ/α/5997/452/ 3.4.1998) έκρινε -με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία-, ότι "το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο έχει εφαρμοσθεί σωστά στο έδαφος στην περιοχή τών Ο.Τ. 510, 519", μη υφιστάμενου λόγου ανάκλησης τής υπ' αριθμ. ... οικοδομικής αδείας (σχετ. 9). Ωστόσο η Διεύθυνση Πολεοδομίας τού Δήμου ... επέμεινε κακοβούλως και ανεξηγήτως στην άποψη της και αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς τα γενόμενα δεκτά από το ως άνω έγγραφο τής Διεύθυνσης Τοπογραφικών Εφαρμογών τού ΥΠΕΧΩΔΕ. Κατόπιν τούτου και ύστερα από την υπ' αριθμ. πρωί. 89/21.5.1998 απόφαση τού Κεντρικού ΣΧΟΠ (σχετ. 10) ο Γενικός Γραμματέας τού ΥΠΕΧΩΔΕ αποφάνθηκε, ότι "δεν υφίσταται ασυμφωνία στην εφαρμογή στο έδαφος των Ρ.Γ. - Ο.Γ. τής οδού ... παρά τα Ο.Τ. 510. 519 τού Δήμου ... και το εγκεκριμένο σχέδιο έχει εφαρμοστεί ορθά στο έδαφος με τις ΤΕ 610/1949, 167/1950 και τα ΔΕ 105/19897, 1/1992". Σημειωτέον, ότι η ως άνω απόφαση τού Γενικού Γραμματέα τού ΥΠΕΧΩΔΕ εκδόθηκε επί τη βάσει τής διάταξης τού άρθρου 27 παρ. 2 τού ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), η οποία ορίζει, ότι για "κάθε αμφισβήτηση που ανακύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων τού νόμου αυτού ή των τυχόν ειδικών πολεοδομικών σχεδίων και κανονισμών αποφασίζει οριστικά ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος". Ωστόσο, ο Διευθυντής Πολεοδομίας τού Δήμου ..., με το υπ' αριθμόν ... έγγραφο του (σχετ. 11), ενεργώντας πάντοτε ύστερα από εντολή τού τότε Δημάρχου και ήδη μηνυομένου, αγνόησε την ως άνω απόφαση τού Γενικού Γραμματέα τού ΥΠΕΧΩΔΕ (η οποία, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη τού άρθρου 27 παρ. 2 τού ν. 1577/1985, είναι οριστική) και αρνήθηκε να επαναφέρει σε ισχύ την προαναφερθείσα υπ' αριθμόν ... οικοδομική άδεια "εφ' όσον δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα εκτελεστή πράξη ή απόφαση, που να δεσμεύει (την Υπηρεσία μας) για την ανάκληση τού εγγράφου ανάκλησης τής οικοδομικής αδείας". Σε απάντηση τού ως άνω εγγράφου τού διευθυντή Πολεοδομίας τού Δήμου ..., ο διευθυντής Τοπογραφικών Εφαρμογών τού ΥΠΕΧΩΔΕ επεσήμανε (με το υπ' αριθμόν πρωτ. ΔΤΕ/α/17377?1671/6.7.1998 έγγραφο του) (σχετ. 12) προς το Δήμο ..., ότι "αποκλειστική αιτιολογία για την ανάκληση τής από την υπηρεσία σας τής ... οικοδομικής αδείας ... ήταν η θεώρηση από την ίδια την υπηρεσία σας, ασυμφωνίας τού εγκεκριμένου σχεδίου και πραγματικότητος", ότι με βάση την προαναφερθείσα απόφαση τού Γενικού Γραμματέα τού ΥΠΕΧΩΔΕ "που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 27 τού ΓΟΚ/85 μετά την 89/98 γνωμοδότηση τού Κεντρικού Συμβουλίου ΧΟΠ, αποσαφηνίζεται οριστικά, ότι δεν υφίσταται ασυμφωνία του εγκεκριμένου σχεδίου στην υπόψη θέση" και ότι, τέλος, "δεν δικαιολογείται.... η άρνηση της υπηρεσίας σας να επαναχορηγήσει την οικοδομική άδεια, εφόσον εξέλιπε με την παραπάνω απόφαση η αιτιολογία της ανάκλησης της". Παρόλα ταύτα, η Διεύθυνση Πολεοδομίας τού Δήμου ... -με το υπ' αριθμόν ... έγγραφο της- αρνήθηκε για μία ακόμη φορά την επαναχορήγηση τής υπ' αριθμόν ... οικοδομικής αδείας και αγνόησε την προαναφερθείσα απόφαση τού Γενικού Γραμματέα τού ΥΠΕΧΩΔΕ (σχετ. 13). Η παρανομία τής άρνησης αυτής τού Δήμου ... να συμμορφωθεί, όπως είχε υποχρέωση προς την εν λόγω οριστική απόφαση τού Γενικού Γραμματέα τού ΥΠΕΧΩΔΕ, επισημάνθηκε για μία ακόμη φορά τόσο με το υπ' αριθμ. πρωτ. .... ιευθύντριας Ο.Κ.Κ. της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας τού ΥΠΕΧΩΔΕ (σχετ. 14), όσο και με το υπ' αριθμ. πρωτ. οικ. 55900/21.8.1998 έγγραφο τής Διεύθυνσης Επιθεώρησης τού ιδίου ως άνω Υπουργείου (σχετ. 15). Στη συνέχεια και κατόπιν τής από 23.7.1998 προσφυγής μας (η οποία ασκήθηκε επί τη βάσει των διατάξεων τού άρθρου 8 τού ν. 3200/1955), ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ ακύρωσε την άρνηση τού Δήμου ... να άρει την ανάκληση τής υπ' αριθμόν ...οικοδομικής αδείας με το ακόλουθο σκεπτικό: "μετά την υπ' αριθμόν ΔΤΕ/α/14124/1414/1.6.1998 απόφαση υπογραφής τού Γενικού Γραμματέα δεν υφίσταται έρεισμα εκ μέρους τού Δήμου ... να διεκδικεί ως κοινόχρηστο χώρο εδαφική έκταση μέσα στο οικοδομήσιμο τμήμα τού Ο.Τ., η οποία, σημειωτέον, όχι μόνο δεν εντοπίζεται ως συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα στο οικόπεδο, που αφορά την ανακληθείσα υπ' αριθμόν ... οικοδομική άδεια, αλλά έχει προσαρτηθεί στην υπόλοιπη έκταση των προσφευγόντων με την υπ' αριθμόν ... αποδοχή κληρονομιάς τού συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Παπαδόπουλου" (σχετ. 16). Εξάλλου, και ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας ..., με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...απόφαση του (σχετ. 17), έδωσε ρητή εντολή στο Δήμο ... να επαναφέρει σε ισχύ την υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια. Παρόλα αυτά, ο Δήμος ... και ιδίως ο ήδη μηνυόμενος τότε Δήμαρχος ... και ήδη βουλευτής ..., συνέχισε να παρανομεί και να αρνείται την επαναχορήγηση τής εν λόγω αδείας ακριβέστερα την ανάκληση τής ανακλητικής της πράξης) παρά τις παραπάνω επανειλημμένες πράξεις τής Διοίκησης, οι οποίες έκριναν οριστικά το αβάσιμο των ισχυρισμών τού Δήμου ... και ιδίως τού τότε Δημάρχου. 3) Ειδικότερα, η συνεχής και αδιάκοπη άρνηση τού Ψ τότε Δημάρχου ... και σημερινού βουλευτή ... να αποκαταστήσει την ανωμαλία, την οποία ο ίδιος παντελώς αδίκως δημιούργησε ανακαλώντας παράνομα και αναρμόδια την οικοδομική άδεια, αλλά και η μοναδική του υπομονή και πείσμα, προκειμένου να μην εφαρμοσθούν οι αποφάσεις τού ΣτΕ, αλλά και τού Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ, που συνεχώς με δικαιώνουν, ερείδονται στην άρνηση μου να ενδώσω στην εκβιαστική του απαίτηση για την καταβολή σε αυτόν, όπως θρασύτατα μου ζήτησε, ενός "δώρου" αξίας εβδομήντα εκατομμυρίων δραχμών (70.000.000 δρχ.). Συγκεκριμένα, για το ειδικότερο αυτό περιστατικό τής εκβίασης μου αναφέρω, ότι, πριν την απροσδόκητη ανάκληση τής υπ' αριθμόν ... οικοδομικής αδείας, δηλαδή, και αμέσως μετά την επίδοση σε μένα τού σχετικού σήματος τής Πολεοδομίας ... για την ανεξήγητη διακοπή των οικοδομικών εργασιών τις 3.3.1997, έσπευσα στις 4.3. 1997, στο γραφείο τού Δημάρχου, να ζητήσω εξηγήσεις για τη διακοπή των εργασιών, αφού ο Διευθυντής τής Πολεοδομίας με παρέπεμψε στον τότε Δήμαρχο Ψ, αφού, όπως μου είπε η Πολεοδομία με εντολή Δημάρχου διέκοψε τις οικοδομικές εργασίες. Στην κατ' ιδίαν επαφή μας στο γραφείο του, ο μηνυόμενος, πρώην Δήμαρχος ... Ψ, με ψύχραιμο και ψυχρό τρόπο και χωρίς περιστροφές αντιμετώπισε το θέμα, που αφορούσε την ανάκληση τής εν λόγω αδείας λέγοντας επί λέξει τα εξής: "Δώσε μου εβδομήντα εκατομμύρια δραχμές (70.000.000 δρχ.) και δεν πρόκειται να αντιμετωπίσεις κανένα απολύτως πρόβλημα με την οικοδομική σου άδεια, την οποία και θα επαναφέρουμε σε ισχύ, για να συνεχίσεις ανενόχλητος την δουλειά σου αμέσως. Σε διαφορετική περίπτωση ξέχνα την άδεια αυτή". Έμεινα κυριολεκτικά εμβρόντητος, αφού για πρώτη φορά στη ζωή μου ερχόμουν αντιμέτωπος με τέτοιου είδους στυγνό εκβιασμό. Μη μπορώντας δε να συνειδητοποιήσω, όσα είχα ακούσει, και προσπαθώντας να επαναφέρω τον τότε Δήμαρχο και νυν βουλευτή ... στην πραγματικότητα, λέγοντας του, ότι θα προσφύγω στην Δικαιοσύνη και στα αρμόδια όργανα τού ΥΠΕΧΩΔΕ, ακόμη και στον ίδιο τον Υπουργό, αυτός, με χαρακτηριστικά ήρεμη και ειρωνική διάθεση μου απάντησε, ότι δεν επρόκειτο να δικαιωθώ, όσο αυτός μένει ανικανοποίητος σχετικά με την απαίτηση καταβολής σε αυτόν τού ποσού των εβδομήντα εκατομμυρίων δραχμών (70.000.000 δρχ.) "ως δώρο", για να προβεί στη χορήγηση σε μένα και πάλι τής αδείας, που τόσο είχα ανάγκη, όχι μόνο, για να συνεχίσω την εργασία μου, αλλά και να αποφύγω την οικονομική μου κατάρρευση. 4) Τα χρήματα αυτά που απαράδεκτος, παρανόμως και κατά τρόπο εκβιαστικό μου ζητήθηκαν από τον μηνυόμενο, δεν ενέδωσα να τα καταβάλω, αφ' ενός μεν διότι έβλεπα, ότι επρόκειτο για μια πολύ μεγάλη και πρωτοφανή παράνομη πράξη, αφ' ετέρου δε, διότι δεν είχα και την δυνατότητα να καταβάλω το ποσό αυτό, αφού, λόγω τής ενάρξεως των οικοδομικών εργασιών τής συγκεκριμένης οικοδομής, είχα διαθέσει όλα μου τα χρήματα, ενώ είχα πάρει και δάνεια. Κατόπιν αυτής τής εξέλιξης, δηλαδή, τής παραπάνω άρνησης μου βρέθηκα αντιμέτωπος με σωρεία παρανόμων πράξεων, που αποδείχθηκαν εξαιρετικά ζημιογόνες για μένα, πράξεις, που ουσιαστικά αποτέλεσαν μετουσίωση και επιβεβαίωση τών απειλών και των προειδοποιήσεων τού τότε Δημάρχου και νυν βουλευτή ... Ψ. Επισυνάπτω, ειδικότερα, και τα ως άνω αναφερθέντα έγγραφα: α) την με αριθμό πρωτ. οικ. ... πράξη διακοπής οικοδομικών εργασιών τού Διευθυντή Πολεοδομίας τού Δήμου ..., που έπασχε από έλλειψη νόμιμης πλήρους και επαρκούς αιτιολογίας, όπως προκύπτει και από την ΣτΕ 3929/1997, απόφαση (σχετ. 3), η οποία ακύρωσε την πράξη αυτή, λόγω αοριστίας. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εν λόγω Διευθυντής τής Πολεοδομίας, ήταν άνθρωπος τού τότε Δημάρχου, αφού αυτός τον τοποθέτησε στην θέση αυτή, δια τής αντικαταστάσεως τού προηγουμένου, Β. β) Την αρχική, με αριθμό πρωτ. 760/26.3.1997 πράξη ανάκλησης τής υπ' αριθμ.... οικοδομικής αδείας τού ιδίου τού τότε Δημάρχου ... (σχετ. 2). Η απόφαση αυτή τού Δημάρχου έπασχε από αναρμοδιότητα, όπως προκύπτει και από τη ΣτΕ 3928/1998, η οποία ακύρωσε την πράξη αυτή ώς εκ τού λόγου τούτου, γ) Τις προαναφερθείσες πράξεις τού Διευθυντή της Πολεοδομίας τού Δήμου ..., όσο και τού τότε Δημάρχου και νυν βουλευτή ... Ψ, αντίστοιχα, όσο και τη δεύτερη χρονικά, με αριθμό πρωτ. ... πράξη ανάκλησης τής υπ' αριθμ. ... οικοδομικής αδείας του Διευθυντή τής Πολεοδομίας του Δήμου ..., οι οποίες πάσχουν από πρόδηλη παρανομία. Και τούτο, διότι ο ισχυρισμός, με τον οποίο επιχειρήθηκε να δικαιολογηθούν οι πράξεις αυτές (ότι δήθεν το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο δεν έχει εφαρμοσθεί σωστά στο έδαφος) είναι παντελώς αβάσιμος. Προς απόδειξη τής παρανομίας των εν λόγω πράξεων επικαλούμαι ενδεικτικώς τα ακόλουθα: α) το με αριθ. πρωτ. ΔΤΕ/α/5997/452/3.4.1998 έγγραφο τού Διευθυντή τής αρμόδιας υπηρεσίας τού ΥΠΕΧΩΔΕ (σχετ. 9), όπου με αναλυτικό και τεκμηριωμένο τρόπο αποδεικνύεται, ότι το "εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο έχει εφαρμοσθεί σωστά σε έδαφος στην περιοχή των Ο.Τ. 510, 519". β)- Τη με αριθ. πρωτ. ΔΤΕ/α/14124/1414/1.6.Ι998 απόφαση τού Γενικού Γραμματέα τού ΥΠΕΧΩΔΕ (σχετ. 18), με την οποία αυτός απεφάνθη (επί τη βάσει τής διάταξης τού άρθρου 27 παρ. 2 τού ν. 1577/1985, ότι "δεν υφίσταται ασυμφωνία στην εφαρμογή στο έδαφος των Ρ.Γ - Ο.Γ. τής οδού ... παρά τα Ο.Τ. 510, 519 τού Δήμου ... και το εγκεκριμένο σχέδιο έχει εφαρμοσθεί ορθά στο έδαφος με τις ΤΕ 610/1949, 167/1950 και τα ΔΕ 105/1987, 1/1992". γ)- Την υπ' αριθμόν ... γνωμοδότηση τού Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (σχετ. 10), στην οποία και στηρίχθηκε η ως άνω απόφαση τού Γενικού Γραμματέα τού ΥΠΕΧΩΔΕ. δ)- Την υπ' αριθμ. πρωτ. ...απόφαση τού Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ (σχετ. 16) κατ' εφαρμογή τού νόμου 3200/1955, με την οποία ακυρώθηκε η παράνομη άρνηση τού Δήμου ... να άρει την ανάκληση τής υπ' αριθ. ... οικοδομικής αδείας, ε)- Την με αριθμ. πρωτ. ... απόφαση τού Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής (σχετ. 17), με την οποία στα πλαίσια τού ελέγχου νομιμότητας των πράξεων των οργάνων τής Τοπικής Αυτοδιοίκησης δόθηκε εντολή προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας τού Δήμου ... να επαναφέρει σε ισχύ την υπ' αριθμόν ... οικοδομική άδεια, την οποία ο τότε Δήμαρχος ...ς και σημερινός βουλευτής ... μου ανακάλεσε παρανόμως, στ)- Την υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια (σχετ. 19), η οποία εκδόθηκε από το Πολεοδομικό Γραφείο τού Δήμου ... για το ίδιο οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ 510) και με τα ίδια τοπογραφικά σχέδια, χωρίς ποτέ μέχρι τώρα να ανακληθεί ή να έχει τεθεί μέχρι σήμερα ζήτημα ανάκλησης της, λόγω μη σωστής εφαρμογής του εγκεκριμένου σχεδίου στο έδαφος, κάτι που δυστυχώς εφηύρε στην παρόμοια περίπτωση μου ο μηνυόμενος τότε Δήμαρχος ... και σημερινός βουλευτής ... Ψ. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός, ότι και η υπ' αριθμόν ... άδεια οικοδομής τού ιδίου οικοδομικού τετραγώνου και των ιδίων γραμμών επί τής οδού ... αναθεωρήθηκε την 6.11.1997, ενώ το ίδιο χρονικό διάστημα ανακάλεσαν τη δική μου νόμιμη οικοδομική άδεια, που αφορούσε οικοδομή επί του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου και απολύτως όμοιων πολεοδομικών χαρακτηριστικών (σχετ. Ι9α')· ζ)- Το με αριθ. πρωτ. 13770/1999 έγγραφο, με το οποίο ο Διευθυντής Πολεοδομίας τού Δήμου ... συναινεί στην χορήγηση άδειας καταστήματος στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ. 510), χωρίς να θέτει το ζήτημα τής μη σωστής εφαρμογής τού εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου στο έδαφος. 5) Παρά λοιπόν τον γιγαντιαίο αυτό αγώνα, τον οποίο έδωσα, ο πρώην Δήμαρχος ... και νυν βουλευτής Ψ παρέμεινε ακλόνητος στις θέσεις του και αξιοποιώντας τον απόλυτο έλεγχο που ασκούσε στις υπηρεσίες τής Πολεοδομίας τού Δήμου ..., επέμενε εκβιαστικά στην καταβολή των ανωτέρω 70.000.000 δρχ., για να προβεί σε αποκατάσταση τής αδικίας. Αγνόησε τις αποφάσεις τού Γενικού Γραμματέα τού Υπουργείου, των Υπηρεσιακών Συμβουλίων, τού Υπουργείου, τού Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, τού ίδιου τού Υπουργού, αλλά ακόμη και τις προαναφερθείσες αποφάσεις τού ΣτΕ, θεωρώντας, ότι έπρεπε πάνω από όλα να τού καταβάλλω εβδομήντα εκατομμύρια δραχμές (70.000.000 δρχ.) αρνήθηκε πεισματικά να συνταχθεί με την νομιμότητα, έτσι, όπως αυτή ορίζεται από το Σύνταγμα και τους νόμους τού Κράτους, οδηγώντας έναν συνάνθρωπο του, δηλαδή, εμένα, στην επαγγελματική καχεξία και την οικονομική καταστροφή. 6) "Όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατόπιν των ανωτέρω εις βάρος μου παρανομιών και εκβιασμών, κατέφυγα μέσω τού δικηγορικού γραφείου τού καθηγητή Πανεπιστημίου ... (δια τού συνεργάτη του ...) προς το Συμβούλιο τής Επικρατείας και ήδη εκδόθηκε η προσαγόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθμόν 3372/2001 (σχετ. 20) απόφαση του, η οποία δημοσιεύτηκε στην 2.10.2001. Με την απόφαση αυτή δικαιώνομαι πλήρως και επιβεβαιώνονται πλήρως οι παρανομίες τού τότε Δημάρχου ... Ψ, αφού ακυρώνονται ως παράνομες όλες οι προαναφερθείσες εις βάρος μου πράξεις τού Δήμου ...". Έτσι, λοιπόν, εν γνώσει του ο κατηγορούμενος κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον τής αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτή. Κατά την υποβολή δε τής ως άνω μηνύσεως του εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα επιβεβαιώνοντας ενώπιον τού αρμόδιου εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών το περιεχόμενο αυτής, μολονότι γνώριζε την αναλήθειά του. Το ίδιο έπραξε, επίσης, έπραξε εξεταζόμενος στις 21.12.2001 ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον τής Πταισματοδίκου Αμαρουσίου, η οποία ενεργούσε προανάκριση κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας επί τής αναφερόμενης παραπάνω μηνύσεως του, επιβεβαιώνοντας ενόρκως το περιεχόμενο αυτής, αν και τελούσε εν γνώσει τής αναληθείας του. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι στις 4 Απριλίου 2004 συμμετείχε στην εκπομπή ... και κατά τη συνέντευξη του σε συνεργάτη τού σταθμού ..., που δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να προβληθεί στην εκπομπή τής 4·4-2004, ισχυρίσθηκε ενώπιον τού τηλεοπτικού κοινού για τον εγκαλούντα Ψ, ότι δήθεν τέλεσε σε βάρος του τα αδικήματα τής εκβίασης, τής παράβασης καθήκοντος και τα ειδικότερα εκτιθέμενα κατωτέρω. Ειδικότερα, το περιεχόμενο τής ανωτέρω εκπομπής, κατά το επίμαχο σημείο του έχει ως εξής: "ΕΚΠΟΜΠΗ ... Δημοσιογράφος: Ν, Κυριακή 4.4.2004. Ν:... Ο επιχειρηματίας κ. Χ που είναι εδώ, εργολάβος, έκανε μία σοβαρότατη καταγγελία για εσάς. (Σημ. Συντ. μηνυτή), ότι τού ζητήσατε για ένα εμπορικό κέντρο, που έχτιζε στην ... 70 εκατομμύρια δραχμές, όταν ήσασταν Δήμαρχος ..., όχι κατά τη διάρκεια τής βουλευτικής σας θητείας... Δημοσιογράφος (ρεπορτάζ): Αυτή την οκταετή του ταλαιπωρία ο Χ την αποδίδει σύμφωνα με τα καταγγελόμενα, σε δόλιες και τελικά παράνομες ενέργειες από πλευράς Δήμου και Πολεοδομίας ... που άρχισαν όπως ο ίδιος υποστηρίζει από τον εκβιασμό που υπέστη το 1997 από τον τότε Δήμαρχο ... και νυν βουλευτή τής Ν.Δ. Ψ ...: Τότε χωρίς πολλά λόγια και χωρίς να συζητήσει το θέμα για ποιο λόγο έγινε η διακοπή μου ζήτησε εσένα 70 εκατομμύρια για το οικόπεδο που είχα πάρει, σαν αντιπαροχή και να συνεχιστούν οι εργασίες στο οικόπεδο, δια φορετικά να ξεχάσω την άδεια για αρκετά χρόνια και την ταλαιπωρία που θα υποστώ σε όλη την διαδρομή, εάν δεν υποκύψω στον εκβιασμό 70 εκατομμυρίων που μού ζήτησε ο Ψ.Χ: Αποφάσισα να βγώ στην εκπομπή σας Ν, γιατί πιστεύω, ότι η αδικία, που με ταλαιπωρεί επί επτά ολόκληρα χρόνια, το να δικαιώνομαι από όλα τα δικαστήρια και να μην εφαρμόζονται, να προσπαθώ με κάθε τρόπο νόμιμο, μέχρι σήμερα με όλα τα στοιχεία που έχω μέσα στον φάκελο αυτόν εδώ, με όλες τις αποφάσεις τού Συμβουλίου Επικρατείας, που έχω φτάσει και έχω πάρει να μην πω τον αριθμό πάνω από 7 αποφάσεις τού Συμβουλίου Επικρατείας, πάνω από 3 4 αποφάσεις τού Διοικητικού Εφετείου, οι οποίες μιλάνε, ότι παρανόμως έχει ανακληθεί, η άδεια.... Ν: Σας παρακαλώ κ. Χ επιμένετε, ότι σάς ζήτησε ο άνθρωπος αυτός 70 εκατομμύρια εκβιαστικά; Κάτω από το τραπέζι; Χ: Ναι επιμένω, επιμένω. Στο ερώτημα σας. Φυσικά κάτω από το τραπέζι. Χ: Στην συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν διαμαρτυρήθηκε η παρανομία χωρίς να υπάρχει από τον κ.Ψ... Ν: Εντέχνως δηλαδή; Χ: Βεβαίως εντέχνως... Χ: ....Λέει, εσάς εντάξει, λέει, είναι το οικόπεδο σας. Ο Χ είναι επιχειρηματίας, πήτε ένα καλύτερο οικόπεδο και γι' αυτό θα κερδίσει πάρα πολλά και να μην τα πολυλογούμε θα μου δώσει 70 εκατομμύρια εμένα και από εκεί και πέρα θα λήξουν όλα. Ούτε σήμα διακοπής, και θα προχωρήσει κανονικά η άδεια, να τελειώσει εκείνος τη δουλειά του και εμείς να κάνουμε τη δουλειά μας. Δημοσιογράφος: Ειδάλλως... Χ:... Ειδάλλως, λέει, ξεχάστε την άδεια αυτή, εγώ λέει, προσωπικά θα σας ταλαιπωρήσω για μια δεκαετία. Διαλέξτε και πάρτε Χ ή πληρώνεις τα 70 εκατομμύρια και ξεμπερδεύουμε αύριο και τελειώνουμε ή διαφορετικά ξέχασε την άδεια. Και εκεί. ξαφνικά είδα τον Π εγώ που κρατιόταν στο γραφείο που επήγε και τον βλέπω ξαφνικά να χάνει τις αισθήσεις του και να πέφτει στην καρέκλα επάνω και τρομάζω, γιατί είχε και ένα πρόβλημα υγείας ο Π με την καρδιά του και προσπάθησα και τον συνέφερα ας πούμε και μετά από λίγο που συνήλθε ο Π, ενώ ο Ψ ήταν τελείως ήρεμος, σαν να μην συνέβαινε τίποτε ένα βλέμμα ψυχρό που αν το προσέξει κανείς και τον δει από κοντά και στα μάτια και κάνει μια συζήτηση θα καταλάβει ότι έχει μια ηρεμία και μια ψυχρότητα ό,τι. και να κάνει Όταν συνήλθε ο Π από τη στεναχώρια του τη μεγάλη ψιθύρισε έτσι με μια τρεμάμενη φωνή και λέει ότι κ. Δήμαρχε είμαι 50 χρόνια δικηγόρος, 55, πρώτη φορά στη ζωή μου βλέπω τέτοιο ωμό εκβιασμό... Χ: Για να φθάσει κανείς να κάνει μία τόσο σοβαρή όπως τη λέτε καταγγελία και μήνυση πρέπει να έχει, στοιχεία που να είναι καταχωρημένος, δηλαδή δεν μπορώ να βγω εγώ ξαφνικά με τον κ. Ψ αν και τον γνώριζα ούτε είχα ποτέ μαζί του τίποτα και με κανέναν και μέχρι σήμερα με κανέναν πολίτη και δεν μπορώ να διανοηθώ να κάνω μήνυση σε άνθρωπο για οτιδήποτε παράπτωμα και αν μου κάνει αλλά η συνεχιζόμενη, δηλαδή από τον Ψ, άρνηση να εφαρμόσει τις αποφάσεις που βγαίνανε και η συνεχόμενη, δηλαδή όλη η υπηρεσία που υπήρχε μέσα, το κλίμα ήτανε δεν πλήρωσες, θα ταλαιπωρηθείς, θα πάθεις μεγαλύτερη ζημιά και είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που δεν πλήρωσες αυτό το πακέτο, έτσι, έφτασε κάπου... ...: υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις τέτοιες δηλαδή; Χ: Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις, έχουν ακουστεί και άλλες... Ν: Είστε ο μοναδικός που δεν πληρώσατε το χαράτσι εννοούσατε των 70 εκατομμυρίων; Χ: Ναι. ναι ο μακαρίτης ο Π. Ο Π λιποθύμησε όχι τόσο για το ποσό, γιατί δεν τον αφορούσε αυτόν. Λιποθύμησε στην ταλαιπωρία που θα πέρναγε, λόγω, ότι γνώριζε σαν δικηγόρος, γνώριζε, τι σήμαινε αυτό να σου κάνουν μία ανάκληση μίας άδειας παράνομης και γνώριζε την πορεία των δικαστηρίων. Χ: Είμαστε μέσα στο γραφείο οι τρεις μας και γι' αυτό λέει ο θα κερδίσει πάρα πολλά και να μην τα πολυλογούμε θα μου δώσει 70 εκατομμύρια εμένα και από κει. και πέρα θα λήξουν όλα. Χ: Δεν κάναμε αυτό κάναμε το άλλο με τον Π. Την ίδια στιγμή κατεβήκαμε κάτω στο καφενείο που ήταν και ο μηχανικός μας εκεί ο Ψ έστειλε αυτό εδώ το σήμα διακοπής εργασιών, γιατί το έστειλε ρωτάω εγώ, γιατί το έστειλε ένα σήμα, που είναι τελείως παράνομο. Χ: Πηγαίνουμε στον διευθυντή της πολεοδομίας τον Γ. Εγώ, ο Π και ο μηχανικός μας ο .... Και, όταν ζητάμε εξηγήσεις εμείς από τον Γ, τι συμβαίνει, τι είναι αυτό το σήμα, γιατί ήρθε αυτό το σήμα διακοπής λέει εγώ αυτή τη στιγμή ενεργώ με εντολή του κ. Δημάρχου. Λέω ο δήμαρχος τι δουλειά έχει να ενεργεί, η πολεοδομία είναι... Χ: Στην δικαιοσύνη αρχίζει μετά από το σήμα αυτό και μετά τον εκβιασμό που δέχομαι προσφεύγω, για να ακυρώσω το σήμα στο Συμβούλιο Επικρατείας. Παράλληλα, την ίδια στιγμή, όχι την ίδια στιγμή, μετά από 20 μέρες περίπου 25 ο Ψ, ο οποίος την στιγμή τού εκβιασμού μου δηλώνει, ότι θα σου κάνω εγώ προσωπικά ανάκληση τής αδείας και λέω εσείς, γιατί θα μου κάνετε Ψ ανάκληση τής αδείας...". Με τον τρόπο δε αυτό ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου και διέδωσε για κάποιον άλλον γεγονότα ψευδή, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη τού τελευταίου τελώντας εν γνώσει τής αναλήθειας τους, αφού ουδέποτε ο μηνυτής προέβη στις καταγγελλόμενες ενέργειες. Το ψεύδος δε των γεγονότων ήταν ασύστολο με γενόμενη καταγγελία μετά παρέλευση ετών και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχαν στο γραφείο και άλλα άτομα και ο παριστάμενος πληρεξούσιος Δικηγόρος του και θεωρείται αδιανόητο να γίνει ένας τέτοιος εκβιασμός ενώπιον τόσων ατόμων, γεγονός, που δεν κατατίθεται από κανέναν και μάλιστα δεν έγινε άμεση επίκληση ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος το επινόησε μετά παρέλευση ετών. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας ... στην από 27.9.2004 προανακριτική του κατάθεση, η οποία αναγνώσθηκε, ο ήδη αποθανών Π ουδέποτε του ανέφερε μέχρι τον επισυμβάντα θάνατο του, ότι ο μηνυτής ζήτησε χρήματα. Ακόμη ψευδές είναι και το επικαλούμενο γεγονός, ότι ο παριστάμενος Δικηγόρος Π δήθεν λιποθύμησε με το άκουσμα της ανάκλησης δεδομένου, ότι η λιποθυμία τούτου έλαβε χώρα σε άλλον τόπο και σε άλλο χρόνο και δεν είχε απολύτως καμία σχέση με το επικαλούμενο από τον κατηγορούμενο ανύπαρκτο ως άνω γεγονός. Υπήρξε δε τέτοια η μανία τού κατηγορουμένου εναντίον του μηνυτή Ψ, ώστε μετέβη και στην εκλογική του περιφέρεια στα ..., όπου τον δυσφήμησε αναφέροντας τα ίδια ως άνω ψευδή πραγματικά περιστατικά. Με τον τρόπο δε αυτό εμφανίστηκε ο μηνυτής, ότι "κινώντας τα νήματα", όπως τού αποδίδεται, να εκβίασε, προκειμένου να άρει τις δυσκολίες εν γένει, οι οποίες είχαν αναφανεί κατά την εκτέλεση τού ανωτέρω έργου και την ανάκληση τής οικοδομικής αδείας. Ουδέποτε αυτός είχε οποιαδήποτε σχέση με τον κατηγορούμενο, τον οποίο δεν γνώριζε, η δε έρευνα από την Πολεοδομία τού Δήμου και η ανάκληση τής οικοδομικής άδειας από τον τότε διευθυντή έγινε κατά το χρόνο απουσίας τού μηνυτή σε προγραμματισμένη επίσκεψη του στην ..., ο οποίος αγνοούσε πλήρως την υπόθεση. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος άσκησε εναντίον τού μηνυτή αγωγή αποζημιώσεως, στο δικόγραφο τής οποίας δεν γινόταν καμία αναφορά στο προαναφερόμενο περιστατικό τής δήθεν εκβιάσεως, αλλ' αυτή στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην αδικοπραξία. Επίσης, θα πρέπει να τονισθεί η εκ μέρους τής αντιπολίτευσης τοποθέτηση υπέρ τού μηνυτή, τον οποίο θεωρεί έναν έντιμο άνθρωπο και άξιο πολιτευτή, ανεξάρτητα τής ιδεολογικής τοποθέτησης και τής ασκούμενης κατά καιρούς έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, που δεν συνδέεται βεβαίως με την ποιότητα τού χαρακτήρα. Η μήνυση υποβλήθηκε εναντίον τού Ψ, όταν πλέον αυτός είχε εκλεγεί βουλευτής με το κόμμα τής Νέας Δημοκρατίας στην εκλογική περιφέρεια των ... και μετέπειτα υπήρξε Υφυπουργός Εθνικής Αμύνης. Τα ψευδή δε αυτά γεγονότα, των οποίων την αναλήθεια γνώριζε ο κατηγορούμενος, αποδεικνύεται, ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τού εγκαλούντος. Δεν συντρέχει δε περίπτωση διαπράξεως εκ μέρους τού κατηγορουμένου απλής δυσφημήσεως, αφού τα γεγονότα ήταν παντελώς ψευδή, αυτός τελούσε εν γνώσει τής αναληθείας τους, χωρίς καμία αμφιβολία γι' αυτά, πρόθεση του ήταν να δυσφημήσει το μηνυτή και να τον πλήξει, για να αναδείξει το δικό του γεγονός το χρόνο, κατά τον οποίο ο πρώτος ήδη είχε εκλεγεί βουλευτής και η ψευδής καταγγελία ελάμβανε πλέον μία διαφορετική δυναμική. Ούτε, όμως, είχε και πρόθεση εξυβρίσεώς του, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αρχή τής παρούσας.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δίκασαν Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 , 94, 98, 224 παρ. 1, 2- 227 παρ.1, 229 παρ. 1 και 362, 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου εργολάβου οικοδομών, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτού, με την έννοια της βεβαιότητας, για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία ενόρκως βεβαίωσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και ενώπιον της Πταισματοδίκου Αμαρουσίου και για τα οποία ψευδώς καταμήνυσε με την από 2-11-2001 μήνυση τον εγκαλούντα, πρώην Δήμαρχο ... και ήδη, κατά την υποβολή της μηνύσεως, Βουλευτή ..., για δήθεν γενόμενο κατά το έτος 1997 εκβιασμό αυτού και απαίτηση υπ' αυτού 70.000.000 δραχμών όταν ήταν Δήμαρχος ..., με αφορμή ανάκληση οικοδομικής άδειας (του κατηγορουμένου) από το Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου ..., για διευθέτηση του ανακύψαντος ζητήματος της άδειας και ότι την εν λόγω μήνυση υπέβαλε με σκοπό να επιτύχει την ποινική δίωξη του ανωτέρω Δημάρχου για εκβίαση και για παράβαση καθήκοντος και έτσι να θίξει την τιμή και την υπόληψη του, με όσα αναληθή διέδωσε για αυτόν ενώπιον των προσώπων που από υπηρεσιακό καθήκον ανέγνωσαν και έλαβαν γνώση της μηνύσεως αυτής, β) αιτιολογείται επαρκώς η γνώση του κατηγορουμένου ότι ήταν εντελώς ψευδή όσα διέδωσε για τον πολιτικώς ενάγοντα Δήμαρχο στις 4-4-2004 κατά τη συνέντευξη του σε εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτή. Περαιτέρω, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτηση - δήλωση του Χ, περί αναιρέσεως της 4512/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παρασταντος πολιτικώς ενάγοντος, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Α) Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Ε και Η ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου, για αναστολή ή αναβολή της διαδικασίας κατά τα άρθρα 59 § 2 ΚΠΔ και 366 § 2 ΠΚ (ΑΠ 2235/2008). Δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του νυν εγκαλούντος. Β) Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 911/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 33788/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλήμμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1267/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 33788/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό εκθέσεως ... έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, κατά της 118304/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή 700.000 δραχμών, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από τη σχετική ...εως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο. για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ... επί της οδού ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, προέβαλε με αυτήν τα εξής: "ουδέποτε έλαβα γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι και της 27-5-2008, οπότε και συνελήφθην προς εκτέλεσή της καθώς είχα αναζητηθεί στις ..., στην οδό ..., όπου ήταν η έδρα της εταιρείας στην οποία συμμετείχα, που είχε πτωχεύσει το 1998 και μου επιδόθηκε η προσβαλλόμενη ως αγνώστου διαμονής, ενώ εγώ είχα γνωστή διαμονή στην οδό ..., γεγονός, που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα, που μου είχε επιδώσει το ίδιο χρονικό διάστημα και συνεπώς η παραπάνω επίδοση είναι άκυρη. Επίσης η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη, καθώς από το αποδεικτικό επίδοσης του αρμοδίου υπαλλήλου φέρεται ότι αυτή παραδόθηκε στο Δήμαρχο ..., αυτός όμως δεν υπογράφει ότι την παρέλαβε, αντίθετα υπογράφει η υπάλληλος Μ". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή του, αν την φερόμενη αυτή, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, (πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως). Επικαλέστηκε ειδικότερα ακυρότητα της επιδόσεως, διότι η παραπάνω στην οδό ... διεύθυνση της κατοικίας του από το 1998, ήταν γνωστή κατά το χρόνο επιδόσεως στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και περαιτέρω επικαλέστηκε ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και για το λόγο ότι στο αποδεικτικό επιδόσεως αναγράφεται ότι επιδόθηκε στο Δήμαρχο ..., χωρίς αυτός να υπογράφει το αποδεικτικό επιδόσεως, αλλά υπογράφει ως παραλαβούσα η υπάλληλος του Δήμου Μ.
Στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, τα εξής: "Ο εκκαλών-κατηγορούμενος ο οποίος κατά τη σημερινή δικάσιμο θεωρείται παρών ως εκπροσωπούμενος από τον παραπάνω συνήγορό του, καταδικάστηκε ερήμην με την υπ' αριθμ. 118304/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή 700.000 δραχμών, η οποία του κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής την 27-11-2002 στην οδό .... 3 στις ..., όπως προκύπτει από το από ...αναγνωσθέν αποδεικτικό επίδοσης του..., Αρχυφύλακα που υπηρετούσε στο Α.Τ. .... Επί της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε εκπρόθεσμα την υπ' αριθμ. 8659/5-6-2008 έφεσή του, στην οποία δηλώνει ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ... στην ...και επιπλέον ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθόσον αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν αγνώστου διαμονής, καθόσον η εταιρεία, που έδρευε στην οδό ..., στην οποία συμμετείχε, είχε ήδη πτωχεύσει ήδη από το έτος 1998. Επιπρόσθετα δε ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... στα... και επομένως η εν λόγω επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν άκυρη. Επιπλέον δήλωσε ότι η παραπάνω διεύθυνσή του ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, που του επέδιδε κλήσεις, καθώς επίσης και στις λοιπές Αρχές. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών δεν γνώριζε την παραπάνω διεύθυνση του, αφού δεν προσκοσκομίζονται εκ μέρους του σχετικές κλήσεις στην εν λόγω διεύθυνση κατά τον επίδικο χρόνο. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρότι είχε λάβει γνώση της προκειμένης υποθέσεως, αυτός δεν προέβη, όπως είχε υποχρέωση, στην γνωστοποίηση της νέας του διεύθυνσης στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Εξάλλου η εκ μέρους του επικαλούμενη γνωστοποίηση της παραπάνω διεύθυνσής του (οδός ... στην Πταισματοδίκη Πειραιά στις 30-11-2001 δεν καλύπτει την παραπάνω παράλειψη. Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο από 27-11-2002 αποδεικτικό επίδοσης προκύπτει ότι αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως επιδόθηκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι στην Μ, Προϊσταμένη του Τμήματος Διοίκησης του Δήμου ...και ως εκ τούτου μπορεί να διαγνωσθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 161 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. Κατά συνέπεια η παραπάνω επίδοση ήταν έγκυρη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα η μη απόδειξη διαμονής του κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως στη παραπάνω διεύθυνση, γνωστής στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν θεμελιώνει λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος σχετικά με την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του. Τούτο ενισχύθηκε και από την κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος στο ακροατήριο, η οποία κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος (πατέρας της) διέμενε στην οδό ... πριν το 2000 και από τις αρχές του 2000 διέμενε στην οδό ... στ, που ήταν γνωστή στις Αρχές (Κ' Δ.Ο.Υ. ...). Κατά συνέπεια το δικαστήριο σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις πρέπει να απορρίψει την κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της".
Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή α) η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα (27-11-2002), β) το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως από το οποίο, επισκοπούμενο, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση παραδόθηκε στην υπάλληλο του Δήμου ... Μ, που είχε οριστεί από το Δήμαρχο για την παραλαβή της και υπογράφει ως παραλαβούσα και τοιχοκολλήθηκε στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του Δήμου από τον υπάλληλο του ίδιου Δήμου ..., το ότι δε στο έντυπο μέρος του αποδεικτικού, όπου αναφέρεται διαζευκτικά "παρέδωσα, την απόφαση αυτή στο Δήμαρχο .... ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο", δεν διαγράφηκε από προφανή παραδρομή, το πρώτο μέρος της διάζευξης (στο Δήμαρχο ...), δεν δημιουργείται αμφιβολία για το πρόσωπο του παραλάβοντος και γ) η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (5-6-2008), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον, επομένως, ο εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ...., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση ...), ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτός διέμενε ή όχι στην οδό ... που δήλωσε στην έφεση, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν έγκυρη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Τέλος η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, η οποία παραβίαση συνίσταται, κατ' αυτόν, στο, ότι οι αρμόδιες Αρχές τον αναζήτησαν σε διεύθυνση που δεν διέμενε, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσουν για να ανεύρουν την πραγματική του κατοικία, δεν θεμελιώνει καθ' εαυτήν ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως πέρα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2009 αίτηση του ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 33788/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση που απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου, ο οποίος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι αιτιολογημένη. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής, Στοιχεία που πρέπει να επικαλεσθεί ο εκκαλών στην ανωτέρω περίπτωση. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως, για υπέρβαση εξουσίας και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 910/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 33786/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλήμμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1266/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 33786/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως απ'αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η με αριθμό εκθέσεως ... έφεση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, κατά της 120709/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών και χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμών, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από τη σχετική ... έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, προέβαλε με αυτήν τα εξής : "ουδέποτε έλαβα γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι και της 27-5-2008, οπότε και συνελήφθην προς εκτέλεση της καθώς είχα αναζητηθεί στις ... , όπου ήταν η έδρα της εταιρείας στην οποία συμμετείχα, που είχε πτωχεύσει το 1998 και μου επιδόθηκε η προσβαλλόμενη ως αγνώστου διαμονής, ενώ εγώ είχα γνωστή διαμονή στην οδό Κ..., γεγονός, που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα, που μου είχε επιδώσει το ίδιο χρονικό διάστημα και συνεπώς η παραπάνω επίδοση είναι άκυρη. Επίσης η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη, καθώς από το αποδεικτικό επίδοσης του αρμοδίου υπαλλήλου φέρεται ότι αυτή παραδόθηκε στο Δήμαρχο ..., αυτός όμως δεν υπογράφει ότι την παρέλαβε, αντίθετα υπογράφει η υπάλληλος Φ". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεση του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην έφεση του, αν την φερόμενη αυτή, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως,(πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως). Επικαλέστηκε ειδικότερα ακυρότητα της επιδόσεως, διότι η παραπάνω στην οδό ... διεύθυνση της κατοικίας του από το 1998, ήταν γνωστή κατά το χρόνο επιδόσεως στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και περαιτέρω επικαλέστηκε ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και για το λόγο ότι στο αποδεικτικό επιδόσεως αναγράφεται ότι επιδόθηκε στο Δήμαρχο ..., χωρίς αυτός να υπογράφει το αποδεικτικό επιδόσεως, αλλά υπογράφει ως παραλαβούσα η υπάλληλος του Δήμου ... Φ.
Στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, τα εξής: "Ο εκκαλών-κατηγορούμενος ο οποίος κατά τη σημερινή δικάσιμο θεωρείται παρών ως εκπροσωπούμενος από τον παραπάνω συνήγορο του, καταδικάστηκε ερήμην με την υπ'αριθμ, 120709/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμών, η οποία του κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής την 21-3-2000 στην οδό ..., όπως προκύπτει από το από 27-11-2002 αναγνωσθέν αποδεικτικό επίδοσης του ..., Αρχυφύλακα που υπηρετούσε στο Α.Τ. .... Επί της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε εκπρόθεσμα την υπ'αριθμ. 8664/5-6-2008 έφεση του, στην οποία δηλώνει ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ... και επιπλέον ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθόσον αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν αγνώστου διαμονής, καθόσον η εταιρεία, που έδρευε στην οδό ... στις ..., στην οποία συμμετείχε, είχε ήδη πτωχεύσει ήδη από το έτος 1998. Επιπρόσθετα δε ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... και επομένως η εν λόγω επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν άκυρη. Επιπλέον δήλωσε ότι η παραπάνω διεύθυνση του ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, που του επέδιδε κλήσεις και κλητήρια θεσπίσματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών δεν προέκυψε ότι γνώριζε την παραπάνω διεύθυνση του, αφού δεν προσκοσκομίζονται εκ μέρους του σχετικές κλήσεις στην εν λόγω διεύθυνση κατά τον επίδικο χρόνο. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρότι είχε λάβει γνώση της προκειμένης υποθέσεως, αυτός δεν προέβη, όπως είχε υποχρέωση, στην γνωστοποίηση της νέας του διεύθυνσης στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο από 21-3-2000 αποδεικτικό επίδοσης προκύπτει ότι αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως επιδόθηκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι στη Φ, Προϊσταμένη του Τμήματος Δημοτ. Κατάστασης του Δήμου ... και ως εκ τούτου μπορεί να διαγνωσθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 161 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. . Κατά συνέπεια η παραπάνω επίδοση ήταν έγκυρη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα η μη απόδειξη από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία διαμονής του κατηγορουμένου κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως στη παραπάνω διεύθυνση, γνωστής στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών, δεν θεμελιώνει λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος σχετικά με την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του. Κατά συνέπεια το δικαστήριο σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις πρέπει να απορρίψει την κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως της". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή α)η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα (21-3-2000), β)το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως από το οποίο, επισκοπούμενο, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση παραδόθηκε στην υπάλληλο του Δήμου ... Φ που είχε οριστεί από το Δήμαρχο για την παραλαβή της και υπογράφει ως παραλαβούσα, το ότι δε στο έντυπο μέρος του αποδεικτικού, όπου αναφέρεται διαζευκτικά "παρέδωσα την απόφαση αυτή στο Δήμαρχο ... ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο", δεν διαγράφτηκε, από προφανή παραδρομή, το πρώτο μέρος της διάζευξης (στο Δήμαρχο ...), δεν δημιουργείται αμφιβολία για το πρόσωπο του παραλαβόντος και γ)η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (5-6-2008), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον επομένως ο εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που παράγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση ..., ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτός διέμενε ή όχι στον οδό ... που δήλωσε στην έφεση, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν έγκυρη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Τέλος η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, η οποία παραβίαση συνίσταται κατ'αυτόν στο ότι οι αρμόδιες Αρχές τον αναζήτησαν σε διεύθυνση που δεν διέμενε, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσουν για να ανεύρουν την πραγματική του κατοικία, δεν θεμελιώνει καθ'εαυτήν ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως πέρα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ λόγους. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ'αριθ.33786/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση που απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου, ο οποίος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι αιτιολογημένη, Προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να επικαλεσθεί ο εκκαλών στην ανωτέρω περίπτωση. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως, για υπέρβαση εξουσίας και για παραβίαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 909/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο των Φυλακών ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα, περί αναιρέσεως της 660,661,662,687/2008, 22,23/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους:1)Ψ1, 2)Ψ2, κατοίκων ... και 3)Ψ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σαλώμη Δερμάτη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1208/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της τταρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας καθείρξεως . Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή, τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, α) για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, β) για συνδρομή στο πρόσωπο του, κατ'άρθρο 36 ΠΚ μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό και γ) για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ή και άλλης ελαφρυντικής περιστάσεως εκτός των αναφερομένων ενδεικτικά στο παραπάνω άρθρο, αφού η παραδοχή της ελαφρυντικής περιστάσεως αυτής οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, για ανθρωποκτονία κατά συρροή, για οπλοχρησία κατά συρροή, για παράνομη κατοχή όπλου και για ληστεία κατά συναυτουργία, σε ποινή δις ισόβιας καθείρξεως και σε συνολική ποινή , καθείρξεως 8 ετών και 6 μηνών, αυτός με "αυτοτελείς ισχυρισμούς" που κατέθεσε ο ένας από τους συνηγόρους του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο πρόβαλε ότι οι πράξεις των δύο ανθρωποκτονιών τελέσθηκαν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, ότι ήταν μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό των πράξεων, λόγω νοσηράς διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών συνεπεία ψυχικών παθήσεων και τοξικομανίας (36 ΠΚ) και ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, γ, δ και ε του ΠΚ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως στο αιτιολογικό της, τα εξής: "Την 12.30'ώρα νυκτερινή της 17-12-2004, ο κατηγορούμενος Χ μετέβη στην οικία του Ζ επί της οδού ..., που του πορμήθευε από το 2001 κοκαϊνη και αγόρασε από αυτόν 1gr αντί του ποσού των 70 ευρώ. Στη συνέχεια επέστρεψε στην οικία του στο ..., όπου μαζί με τη σύζυγό του ... έκαναν χρήση της προαναφερόμενης ποσότητας. Ο εν λόγω κατηγορούμενος θεωρούσε ότι κατά το τελευταίο διάστημα ο Ζ του προμήθευε νοθευμένη κοκαϊνη και δεν επέφερε τα αποτελέσματα που επεδίωκε και επιθυμούσε, ήτοι να τον ανεβάζει ψυχολογικά γιατί ένοιωθε "πεσμένος" από την εποχή που σταμάτησε να ασχολείται επαγγελματικά με την άρση βαρών, με συνέπεια να έχει διαπληκτισθεί κατ'επανάληψη μαζί του. Για το λόγο αυτό το προαναφερόμενο βράδυ αμέσως μετά τη χρήση της κοκαϊνης που και πάλι τη θεώρησε νοθευμένη, αποφάσισε να τον σκοτώσει. Για το σκοπό αυτό τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας, την 7η πρωϊνή περίπου, αφού πήρε από το σπίτι του, μαζί του ένα μαχαίρι μετέβη στην οικία του Ζ οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του και συνοδευόμενος από τη σύζυγό του. Πριν αναρριχηθεί στο κυκλήδωμα ύψους δύο (2) μέτρων με απόληξη σε λόγχες που προστάτευε το σπίτι του Ζ, άφησε το μαχαίρι που έφερε μαζί του από την κατοικία του. Αφού αναρριχήθηκε, πέρασε το μπαλκόνι του 1ου ορόφου όπου ο Ζ διέμενε, στο ισόγειο δε της ίδιας οικοδομής κατοικεί η μητέρα του, διέρρηξε τη μπαλκονόπορτα της κουζίνας και εισήλθε στο διαμέρισμα. Στη συνέχεια πήγε στο υπνοδωμάτιο όπου γνώριζε ότι κοιμόταν ο Ζ με την Λ, ξύπνησε τον πρώτο και άνοιξε την εξωτερική πόρτα όπου κατά τις οδηγίες του ανέμενε να εισέλθει η σύζυγός του. Όμως αυτός αφού λογομάχησε με το Ζ για λίγο στο σαλόνι ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παρουσία της παραπάνω αναφερόμενης συζύγου του, πήρε ένα ξιφίδιο με λάμα 29 εκατοστών που βρισκόταν με άλλα παρόμοια σε έπιπλο του σαλονιού, και επιτέθηκε με σφοδρότητα κατά του Ζ, καταφέροντάς του αλλεπάλληλα πλήγματα σε ζωτικά σημεία του σωματός του, στη θωρακική και κοιλιακή χώρα, τα οποία απετέλεσαν τη μόνη ενεργό αιτία που επέφερε το θάνατό του. Στη συνέχεια πήγε αυτός (κατηγορούμενος) στο υπνοδωμάτιο όπου βρισκόταν η Λ, με την οποία γνώριζε ότι ο Ζ συζούσε και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση της κατάφερε πολλαπλά δυνατά πλήγματα κυρίως στην κοιλιακή χώρα και το θώρακα με το ίδιο ξιφίδιο, η οποία είχε ήδη ξυπνήσει και καλούσε σε βοήθεια, ώστε η λάμα του να παραμείνει στην κοιλιά της. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος πήρε τη συζυγό του και για να αποφύγει τη σύλληψή του και τράπηκε σε φυγή. Όταν δε έφθασαν στην κατοικία τους φρόντισαν να εξαφανίσουν τα ίχνη του εγκλήματος καθαρίζοντας επιμελώς τα ρούχα και τα παπούτσια του από το αίμα των θυμάτων του. Η Λ αν και βαρύτατα τραυματισμένη κατόρθωσε να φθάσει στο ισόγειο όπου κατοικεί η μητέρα του Ζ, που μερίμνησε για τη διακομιδή της στο νοσοκομείο .... Εκεί υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση, πλην όμως απεβίωσε την 18-12-2004 γιατί είχαν τρωθεί ζωτικά όργανα του σώματός της, από τα πλήγματα που ο πρώτος κατηγορούμενος της επέφερε στην κοιλιά και το θώρακα. Οι ενεργήσαντες την προανάκριση αστυνομικοί ανακάλυψαν τον κατηγορούμενο με την ανεύρεση του δακτυλικού του αποτυπώματος σε κομμάτι σπασμένου τζαμιού της μπαλκονόπορτας της κουζίνας που είχε διαρρήξει για να εισέλθει στην οικία του Ζ το οποίο ταυτιζόταν με το αποτύπωμα του δεξιού του δείκτη. Περαιτέρω προέκυψε ότι σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα την 20-10-2004 ώρα 4.35'περίπου ο εν λόγω κατηγορούμενος από κοινού με άγνωστο άτομο, εισήλθαν στο ΜΙΝΙ ΜΑRKET, ιδιοκτησίας ... που βρίσκεται στην ..., όπου ο πρώτος κατηγορούμενος γρονθοκόπησε τον παραπάνω ιδιοκτήτη κάμπτοντας την αντίστασή του, ενώ ο συνεργός του αφαίρεσε από το ταμείο του 500 ευρώ τα οποία ακολούθως παράνομα ιδιοποιήθηκαν. Κατά την αστυνομική έρευνα που διενεργήθηκε την 23-12-2004 στην κατοικία του πρώτου κατηγορούμενου στην οδό ... ο τελευταίος κατελήφθη να κατέχει παράνομα ένα πτυσσόμενο στιλέτο με μήκος λάμας 11 εκατοστών και συνολικό μήκος 24 εκατοστών. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε τις πράξεις του. Ωστόσο προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι είναι μειωμένου καταλογισμού γιατί πάσχει από ψυχωτική συνδρομή και είναι τοξικομανής, λόγος για τον οποίο διατάχθηκε στα πλαίσια της κυρίας ανάκρισης η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης (βλ.την από 20-1-2005 έκθεση του διορισθέντος πραγματογνώμονος Ξ που υπάρχει στη δικογραφία και αναγνώσθηκε). Επίσης προέβαλε τον ισχυρισμό ότι βρισκόταν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής. Πλην όμως ουδείς των ισχυρισμών του αποδείχθηκε, ούτε και εκείνος του μειωμένου καταλογισμού λόγω της τοξικομανίας. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του προκύπτει άμεσα από το μέσο που χρησιμοποίησε (ξιφίδιο) το οποίο ήταν πρόσφορο για τη θανάτωση των θυμάτων του και από τα καίρια σημεία των σωμάτων τους που επέλεξε να τους πλήξει, τον μεν πρώτο για να τον τιμωρήσει, επειδή κατά την άποψή του τον προμήθευε νοθευμένη κοκαϊνη και τη δεύτερη ώστε να μην υπάρχει μάρτυρας της δολοφονίας εκ μέρους του Ζ. Άλλωστε ο εν λόγω κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά τους χώρους του σπιτιιού του Ζ τη συλλογή μαχαιριών-ξιφιδίων που αυτός διέθετε αλλά και το γεγονός ότι η Λ ήταν η σύντροφός του που συγκατοικούσε μ'αυτόν, αφού στην κατοικία τους προσερχόταν κάθε φορά επί τετραετία (4ετία) περίπου προκειμένου να προμηθευτεί τη δόση της κοκαϊνης. Συγκεκριμένα σε σχέση με τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι τέλεσε τις πράξεις των ανθρωποκτονιών σε βρασμό ψυχικής ορμής και ότι είχε μειωμένη ικανότητα προς καταγισμό δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε σ'αυτόν αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση συναισθήματος που απέκλειε τη σκέψη του, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτιών που τον ώθησαν στη τέλεσή τους, τόσο κατά το χρόνο που οι αποφάσεις για τις παραπάνω πράξεις λήφθηκαν, όσο και κατά το χρόνο που εκτελέστηκαν. Τα περί φόβου για τη ζωή του γιατί κατά τη σύντομη λογομαχία τους ο Ζ τον απειλούσε για τη ζωή του ότι θα καλέσει τους "μπράβους" του δεν αποδείχθηκαν. Άλλωστε προέκυψε ότι ο Ζ κατελήφθη αιφνιδίως στην ώρα του ύπνου από τον κατηγορούμενο, ο οποίος εισήλθε με τον προαναφερόμενο τρόπο στην οικία του, βρέθηκε ανυπεράσπιστος, άοπλος, μη έχοντας το χρόνο και τον τρόπο να προστατευθεί άμεσα, υπό τον πλήρη έλεγχο του τελευταίου που υπερτερούσε σωματικά λόγω της προηγούμενης ενασχόλησης με την άρση βαρών και της εργασίας του ως φρουρού ασφαλείας σε νυκτερινό κέντρο και ήταν οπλισμένος με το ξιφίδιο που έλαβε από την άμεσα προσβάσιμη σ'αυτόν συλλογή του Ζ στο χώρο που πολύ καλά γνώριζε. Από πουθενά δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη διάπραξη των παραπάνω πράξεων είχε μειωθεί σημαντικά στον κατηγορούμενο η ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του. Συγκεκριμένα να διακρίνει το δίκαιο και το άδικο και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του, για το άδικο, γιατί οι πνευματικές του λειτουργίες και η συνείδησή του είχαν διαταραχθεί λόγω ψυχωσικής συνδρομής που κατά τους ισχυρισμούς του επιβάρυνε με τη χρήση αλκοόλ και χαπιών κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από συγκεκριμένη ψυχική νόσο με παραληρητικές ιδέες παρανοϊκού περιεχομένου, ψευδαισθήσεις ή άλλες ψυχικές καταστάσεις που ανάγονται στη σφαίρα της ψυχιατρικής που να μειώνουν το επίπεδο της συνείδησης και εντεύθεν την ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο. Ο κατηγορούμενος φαίνεται να λάμβανε κατά καιρούς τα αντικαταθλιπτικά ... πλην όμως η κατάθλιψη δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου μείωση του επιπέδου συνείδησης. Αποδείχθηκε ότι είναι εξαρτημένος από την κοκαϊνη χωρίς η εξάρτησή του αυτή να επιφέρει διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών και της συνείδησης, ώστε να μην μπορεί να αντιληφθεί το άδικη της πράξεώς του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του ως προς αυτό. Ο κατηγορούμενος λάμβανε την κοκαϊνη προκειμένου να νοιώθει ευφορία και να απωθεί τα αισθήματα μειονεξίας που τον κατέλαβαν όταν έπαυσε λόγω τραυματισμού να ασχολείται επαγγελματικά με την άρση βαρών και εγκαταλήφθηκε από την πρώτη του γυναίκα. Από πουθενά δεν αποδείχθηκε ότι έκανε χρήση παραισθησιογόνων (L.S.D., ηρωϊνης) που θα μπορούσαν να του δημιουργήσουν παραισθήσεις και ενδεχομένως να διαταράξουν το επίπεδο συνείδησης. Πρέπει να επισημανθεί ότι η συγκροτημένη εμφάνιση και απολογία του εν λόγω κατηγορουμένου στο ακροατήριο επιβεβαιώνει το εμπεριστατωμένο πόρισμα ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Ξ και ανατρέπει την αντιφατική κατάθεση του μάρτυρα ιατρού Φ που εκθέτει απόψεις αλληλοσυγκρουόμενες για την αυτή περίπτωση. Επίσης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ότι μετά την χρήση της κοκαϊνης έκανε χρήση χαπιών και αλκοόλ. Άλλωστε ο συνδυασμός αυτός θα ήταν παράγων ανασταλτικός της μετάβασής του στο Ζ γιατί θα επέφερε μέθη-καταστολή των δυναμεών του και ύπνο όπως άλλωστε έγινε μετά το έγκλημα και ο ίδιος παραδέχθηκε. Εξάλλου το διάστημα που μεσολάβησε από τη χρήση της κοκαϊνης μέχρι τη μετάβαση του στο σπίτι των θυμάτων του είναι ιδαίτερα μεγάλος εξίμισυ ώρες περίπου, και είχε ήδη παρέλθει ο χρόνος της επιδρασής της. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε τις προαναφερόμενες πράξεις ευρισκόμενος σε πλήρη πνευματική διαύγεια και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Το σύνολο των ενεργειών του αποδεικνύει λεπτομερή σχεδιασμό που απαιτεί τη χρήση του λογικού, οργανωμένη σκέψη, κρίση και βούληση για την επίτευξη του σκοπού του. Αποφασίζοντας να σκοτώσει για τους προαναφερόμενους λόγους το Ζ μετά τη χρήση της κοκαϊνης στις 12.30'αφήνει να παρέλθει ο χρόνος των έξι (6) ωρών περίπου, ώστε με ασφάλεια και χωρίς να γίνει αντιληπτός να εισωρήσει στην κατοικία του και να τον αιφνιδιάσει κατά τη στιγμή του ύπνου. Λαμβάνει μαζί του μαχαίρι από το σπίτι του, ζητά από τη σύζυγό του να τον συνοδεύει, οδηγεί τη μοτοσυκλέτα του από τη δική του κατοικία στο ... σ'εκείνη του Ζ στον ..., χωρίς να του συμβεί οποιοδήποτε ατύχημα π.χ.πτώση, σύγκρουση, αποφεύγει να κτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας του Ζ για να έχει ως πλεονέκτημα το στοιχείο του αιφνιδιασμού του. Αναρριχάται σε πολύ υψηλό κιγκλίδωμα αφήνοντας το μαχαίρι που είχε πάρει μαζί του και μπορούσε να προδώσει την ταυτότητά του η χρησιμοποίηση του. Από τις επισκέψεις του στο σπίτι του Ζ γνωρίζει πως ο τελευταίος διέθετε συλλογή μαχαιριών και ξιφιδίων στο σαλόνι του σε συγκεκριμένο σημείο. Από το κιγκλίδωμα περνά στο μπαλκόνι, παραβιάζει την πόρτα της κουζίνας σπάζοντας το τζάμι της και αιφνιδιάζει το Ζ που κοιμόταν με τη σύντροφό του Λ, γεγονός που επίσης γνώριζε από τις προηγούμενες επισκέψεις του. Χρησιμοποιεί όπλο που ανήκει στο θύμα του και τον κτυπά σε καίρια σημεία του σώματός του, ώστε να επέλθει ο θάνατός του. Μεταβαίνει με ψυχραιμία στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόταν η Λ, κτυπά και αυτή με το ίδιο όπλο σε καίρια σημεία του σώματός της, ώστε να εξασφαλίσει το ακαταδίωκτό του με την εξάλιψη της μοναδικής μάρτυρος. Τρέπεται σε φυγή οδηγώντας και πάλι τη μηχανή του παίρνοντας μαζί τη σύζυγό του πηγαίνουν στο σπίτι τους όπου επιμελώς καθαρίζουν ρούχα και παπούτσια και κρύβεται μέχρι τη σύλληψή του. Ενόψει των παραπάνω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του. Σχετικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης της τοξικομανίας και της ψυχικής ασθένειας πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι προηγήθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος που τον ώθησε στη συγκεκριμένη πράξη. Το γεγονός της ανθρωποκτονίας της συντρόφου του Ζ, Λ και μόνον αν ληφθεί υπόψιν καταρρίπτει τον ισχυρισμόν του αυτόν. Περαιτέρω δεν πρέπει να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο ως λόγοι μειώσεως της ποινής του οι επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α', δ' και ε'ΠΚ. Ειδικότερα: α)του προτέρου εντίμου βίου δηλαδή ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή β)της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, αφού η επιδειχθείσα καλή διαγωγή μετά την σύλληψή του και κατά την διάρκεια της προσωρινής κράτησής του και γ)το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Τέλος στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή είναι αναγκαία για κάθε αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου που ασκεί επιρροή στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, είτε επιδρά στην ικανότητα προς καταλογισμό, είτε επιφέρει εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης, είτε τέλος τη μείωση της ποινής λόγω της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων (ΑΠ 2292/2003 ΠΛ 2003, 2466 επομ.).Στη προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων του είχε ζήσει έντιμη ατομική και κοινωνική ζωή, δεδομένου ότι δεν εργαζόταν ώστε να μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του και τη σύζυγό του, αλλά τον συντηρούσε οικονομικά ο πατέρας του, έκανε συστηματική χρήση κοκαϊνης, ενώ περιστασιακά προσέφερε υπηρεσίες προστασίας σε νυκτερινό κέντρο. Η επιδειχθείσα δε καλή διαγωγή μετά τη σύλληψή του και κατά τη διάρκεια της προσωρινής κράτησής του, ανεξάρτητα του ότι ήταν οπωσδήποτε αποτέλεσμα της υποχρεωτικής συμμόρφωσης στους κανονισμούς λειτουργίας της φυλακής, και έλαβε χώρα στις φυλακές υπό καθεστώς όχι ελεύθερης διαβίωσής του στην κοινωνία δεν προέρχεται από αγαθή προαίρεση, αλλά είναι υποκριτική, οφειλόμενη στην ελπίδα του να επιτύχει την αναγνώριση του πιο πάνω ελαφρυντικού (ΑΠ 301/2005 Ποιν.Δικ. 2005, 778 ΑΠ 2320/2004 Πλόγος 2004, 2816 επ., ΑΠ 182/2004, 237). Δεν πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμέλειας, δεδομένης της πλήρους αδιαφορίας του για την τύχη των θυμάτων του, της μη παράδοσής του στην αστυνομία μετά την πράξη του, της φροντίδας του να εξαφανίσει επιμελώς τα στοιχεία καθαρίζοντας ρούχα και παπούτσια και να κρυφτεί στο σπίτι του. Το γεγονός ότι παραδέχθηκε την τέλεση των αδικημάτων οφείλεται στη μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης ταυτοποίηση των αποτυπωμάτων (χεριού και παπουτσιών στον τόπο του εγκλήματος), ενώ μόνη η δήλωση συγνώμης στο ακροατήριο συνιστά προσπάθεια να τύχει επιεικούς μεταχείρησης δεν αρκεί για να αποδείξει τη μεταμέλειά του. Κατ'ακολουθίαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, και να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί :1)περί μειωμένου καταλογισμού (εφαρμογής του άρθρου 36 ΠΚ) και 2)το αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α', δ'και ε'". Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις της ανθρωποκτονίας κατά συρροή από πρόθεση, της οπλοχρησίας κατά συρροή, της οπλοκατοχής και της ληστείας κατά συναυτουργία με άγνωστο συναυτουργό, απορρίπτοντας όλους τους προβληθέντες ως παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ως αβάσιμους. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος : α) εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχεται το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων ενήργησε τις δύο ανθρωποκτονίες, με ξιφίδιο, με ψυχική ηρεμία τόσο κατά τη λήψη της αποφάσεως όσο και κατά την εκτέλεση των πράξεων, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι βρισκόταν σε βρασμό ψυχικής ορμής, λόγω φόβου και απειλών κατά της ζωής του, β) με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό, λόγω χρήσεως παραισθησιογόνων ουσιών, ναρκωτικών και αλκοόλ ή λόγω του ότι έπασχε από κάποια ψυχική ασθένεια ή τοξικομανία λόγω εξαρτήσεως από κοκαΐνη ή ότι βρισκόταν, κατά την τέλεση των πράξεων, σε κατάσταση παραληρητικών ιδεών παρανοϊκού περιεχομένου, ψευδαισθήσεων ή σε κάποια άλλη ψυχική κατάσταση, συνεπεία της οποίας είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του, γ) με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες το Δικαστήριο, αφού εκθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική αυτή κρίση του, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε και δε συνέτρεχε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου καμία από τις προταθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, γ, δ και ε του ΠΚ, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου, του ότι ωθήθηκε στις πράξεις από ανάρμοστη συμπεριφορά των παθόντων παρασυρθείς από οργή και βίαιη θλίψη που του προκάλεσε η άδικη εναντίον του συμπεριφορά του πρώτου παθόντος, του ότι έδειξε μετά τις πράξεις του ειλικρινή μετάνοια, του ότι για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε σχετικά καλά, δ) με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες το Δικαστήριο απέρριψε, ως αβάσιμους επίσης, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του ότι τις πράξεις του αυτές τέλεσε ο κατηγορούμενος υπό την επίδραση της τοξικομανίας και της ψυχικής νόσου της σχιζοφρένειας από την οποία έπασχε, καταστάσεις τις οποίες επικαλέσθηκε, για ύπαρξη μειωμένου καταλογισμού, αλλά και ως ιδιαίτερες ελαφρυντικές περιστάσεις και για τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, αφενός ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έπασχε από συγκεκριμένη ψυχική νόσο με παραλητικές ιδέες παρανοϊκού περιεχομένου, ψευδαισθήσεις ή άλλες ψυχικές καταστάσεις που ανάγονται στη σφαίρα της ψυχιατρικής που να μειώνουν το επίπεδο της συνείδησης και εντεύθεν την ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο", αφετέρου ότι "αποδείχθηκε μεν ότι είναι εξαρτημένος από την κοκαΐνη, αλλά η εξάρτηση-του αυτή δεν επέφερε διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών και της συνείδησης του, ώστε να μη μπορεί να αντιληφθεί το άδικο της πράξεως του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του ως προς αυτό". Όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση του εδ. γ της παρ.2 του άνω άρθρου 84 ΠΚ, περί του ότι ωθήθηκε στις πράξεις του ο κατηγορούμενος από προηγηθείσα ανάρμοστη συμπεριφορά του πρώτου παθόντος και την επίκληση της τοξικομανίας και της σχιζοφρένειας, ως αυτοτελών ελαφρυντικών περιστάσεων, το Δικαστήριο, ανεξάρτητα του ότι στο διατακτικό του (σελ. 151) αναφέρει ότι απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ, συνάγεται ότι από παραδρομή δεν αναφέρει ότι απορρίπτει και τις λοιπές ως άνω αιτηθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, τις οποίες και απορρίπτει κατ'ουσίαν, αφού το αιτιολογικό με το διατακτικό αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, στο δε αιτιολογικό, από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει σαφώς απόρριψη και των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων και ειδικότερα εκτίθεται στη σελίδα 146 του αιτιολογικού, καταληκτικά ως συμπέρασμα του συνόλου των προηγούμενων παραδοχών και ιδία περί μη συνδρομής βρασμού ψυχικής ορμής, ότι "σχετικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης της τοξικομανίας και της ψυχικής ασθένειας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι προηγήθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος που ώθησε τον κατηγορούμενο στη συγκεκριμένη πράξη". Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της ένδικης αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες . Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, αναφέρει στο προοίμιο του αιτιολογικού του( σελ. 141), πλην άλλων και τη φράση " από το σύνολο των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία και αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά τη διαδικασία και ακόμη από τα έγγραφα εκείνα των οποίων δε γίνεται ειδική μνεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα . .". Από την άνω περικοπή δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την καταδικαστική κρίση του, συνεκτίμησε και μη αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, από δε την ειδική αναφορά " ακόμη και από τα έγγραφα περί των οποίων δε γίνεται ειδική μνεία", συνάγεται ότι το Δικαστήριο θέλησε να διευκρινίσει απλώς ότι τα εν συνεχεία δεκτά γενόμενα στο αιτιολογικό του προκύπτουν και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ορισμένα εκ των οποίων δε μνημονεύονται ειδικώς στην ίδια αιτιολογία του.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω συνεκτιμήσεως εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των δια κοινού πληρεξουσίου δικηγόρου παραστάντων πολιτικώς εναγόντων( άρθρα 176,183 ΚΠολ. Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 660,661, 662, 687/2008, 22,23/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, εκ πεντακοσίων ( 500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαϊου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, οπλοκατοχή, οπλοχρησία κατά συρροή και ληστεία κατά συναυτουργία. Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως (2-8), για αναιτιολόγητη απόρριψη των προβληθέντων από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αυτοτελών ισχυρισμών, κατ' άρθρο 299 § 2 ΠΚ βρασμού ψυχικής ορμής, μειωμένου κατ' άρθρο 36 ΠΚ καταλογισμού και ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 ΠΚ. Β) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω συνεκτιμήσεως εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Οπλοκατοχή, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία, Ληστεία, Οπλοχρησία, Συρροή εγκλημάτων, Καταλογισμού μειωμένη ικανότητα, Βρασμός ψυχικής ορμής.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 908/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φράγγο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο βαλάση περί αναιρέσεως της 4198/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1197/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει στο χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994, 4/1995). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου δεν άσκησε εμπρόθεσμα του ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή και τούτο ήταν γνωστό στην αρμόδια για την επίδοση Εισαγγελική αρχή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλώ παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητας της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 156 το ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς των, εξ αίματος ή αγχιστείας έως και του τρίτου βαθμού. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως, αυτή γίνεται στο Δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο, που ορίζει ο Δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να αποστείλει βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠΔ την ακυρότητα της επιδόσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 161 ΚΠΔ για την επίδοση οφείλει ο επιδίδων να συντάσσει επί τόπου αποδεικτικό, στο οποίο, με ποινή ακυρότητος της επιδόσεως, σημειώνεται και το ονοματεπώνυμο εκείνου στον οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, ο οποίος υπογράφει το αποδεικτικό. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 462 και 489 ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση της απορρίψεως ως εκπρόθεσμης της εφέσεως του κατηγορουμένου-εκκαλούντος κατά πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, που απαγγέλθηκε απόντος τούτου, είναι η έγκυρη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως σ' αυτόν και στην περίπτωση που η επίδοση έγινε κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 2 ΚΠΔ, απαιτείται να αναφέρεται στο αποδεικτικό επιδόσεως και το ονοματεπώνυμο του Δημάρχου ή του απ' αυτόν διορισθέντος προς τούτο δημοτικού υπαλλήλου, στον οποίο παραδόθηκε η απόφαση. Διαφορετικά, αν τούτο παραλείπεται ή από το αποδεικτικό επιδόσεως προκύπτει αμφιβολία ως προς το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε η απόφαση, η επίδοση είναι άκυρη και δεν αφετηριάζεται η προθεσμία της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άνω άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1α του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στην μήνυση, την αναφορά ή την έκκληση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4198/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθ. 4896/5-6-2008 έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθ. 49190/99 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για πλαστογραφία με χρήση. Από τη σχετική υπ' αριθ. 4896/5-6-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του βασίμου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, προέβαλε ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι της 27-5-2008, οπότε και συνελήφθη προς εκτέλεσή καθώς είχε αναζητηθεί στον οδό ..., (όπου ήταν η έδρα της εταιρίας στην οποία συμμετείχε που είχε πτωχεύσει το 1998) και του επιδόθηκε η προσβαλλόμενη ως αγνώστου διαμονής, ενώ είχε γνωστή διαμονή στον οδό ... γεγονός που γνώριζε η Εισ. Πλημ/κών Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα, που του είχε επιδώσει στο ίδιο χρονικό διάστημα. Επίσης, η επίδοση της προσβαλλόμενης είναι άκυρη, καθώς από το αποδεικτικό επίδοσης δεν προκύπτει με σαφήνεια σε ποιον επιδόθηκε αυτή και αν αυτό έγινε νόμιμα και έγκυρα. Συγκεκριμένα στο αποδεικτικό επίδοσης αναφέρεται ότι αφού δεν βρέθηκε στη διεύθυνση που αναζητήθηκε (στην οδό ...) η προσβαλλόμενη απόφασή του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής στον Δήμαρχο ..., ενώ στο ίδιο επιδοτήριο, την απόφαση φέρεται να έχει παραλάβει η υπάλληλος ... η οποία και υπογράφει και για την οποία δεν προκύπτει ότι ήταν αρμόδια για την παραλαβή". Είχε, δηλαδή, προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "αγνώστου διαμονής" και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, κατά τα παραπάνω, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτο μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, όπως και ακυρότητα επιδόσεως στον Δήμαρχο .... Όμως στην έφεσή του δεν αναφέρει, αν την φερόμενη ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το, από 3-12-1999 αποδεικτικό επίδοσης σε άγνωστη διαμονή του ... του Α.Τ. ... η εκκαλουμένη με αριθμό 49190/99 απόφαση του Τριμ. Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στον κατ/νο Χ, στη οδό ... ως τελευταία γνωστή κατοικία του στις Εισαγγελικές αρχές του τόπου της επίδοσης, σύμφωνα και με την από 3-12-1999 σχετική βεβαίωση του ίδιου Αρχιφύλακα. Στη διεύθυνση αυτή βρισκόταν η επιχείρηση με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΒΕΕ" της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος με τον συγκατηγορούμενό του πρωτοδίκως, ...καν με την εκκαλουμένη απόφαση για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία. Από τις συναλλαγματικές δε που φέρονται ως πλαστές και προσκομίσθηκαν από τον παθόντα - ανακόπτοντα ..., αυτή η διεύθυνση προκύπτει και αυτή δήλωσε και ο ανακόπτων ως διεύθυνση του κατηγορουμένου με την ανακοπή του, με την οποία κατήγγειλε την πλαστογραφία. Αυτή δε η διεύθυνση του κατηγορουμένου ήταν γνωστή στην Εισαγγελία του τόπου της επίδοσης, κατά το χρόνο της επίδοσης, ως τελευταία γνωστή κατοικία του. Το ότι ο κατηγορούμενος άλλαξε όπως κατέθεσε και ή μάρτυράς του, διάφορες διευθύνσεις χωρίς και να γνωστοποιεί τούτο στις Εισαγγελικές αρχές, αν και γνώριζε την εμπλοκή του και εξαιτίας της πτώχευσης της επιχείρησής του, δεν αναιρεί τα παραπάνω. Από κανένα δε από τα προσαγόμενα έγγραφα δεν προέκυψε άλλη γνωστή ως κατοικία του κατηγορουμένου στην εν λόγω Εισαγγελική αρχή κατά το χρόνο της επίδοσης. Επίσης, από το παραπάνω αποδεικτικό επιδόσεως προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στο Δήμο ..., στην προϊσταμένη τμήματος Διοίκησης .... (βαθμός Α') που ήταν αρμόδια για την παραλαβή του εγγράφου. Κατόπιν αυτών η έφεση του κατηγορουμένου που ασκήθηκε στις 5.6.2008, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας όπως ορίζεται στο άρθρο 473 Κ.Ποιν.Δικ., από την επίδοση της απόφασης (3-12-1999), είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Ποιν.Δικ.". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση του ότι δηλαδή νομίμως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής, μετά τη σχετική βεβαίωση του Αρχιφύλακα ..., ότι ο αναιρεσείων είναι άγνωστης διαμονής στην επί της οδού ..., τελευταία γνωστή διαμονή του στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση, η οποία (τελευταία γνωστή διαμονή) προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, (ανακοπή παθόντος), όπως και ότι νομίμως έγινε η επίδοση στην προϊσταμένη του τμήματος Διοίκησης του Δήμου .... Ειδικότερα, παραθέτει το χρόνο επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, που απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, το αποδεικτικό επιδόσεως και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή των Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο κατέστησε γνωστή την επί της οδού ... διεύθυνση της κατοικίας του, ούτε αποδείχθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τη διεύθυνση αυτή γνώριζε τον κρίσιμο χρόνο ή άνω Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση, όπως ισχυρίσθηκε, με την έφεσή του, ο εκκαλών, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη μόνη γνωστή, στην Εισαγγελική Αρχή ..., ως τελευταία γνωστή, κατοικία του, δεν υποχρεούτο δε η άνω Αρχή να αναζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες της χώρας. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού του περί ακυρότητος της επιδόσεως στον Δήμαρχο ..., διότι στο αποδεικτικό επιδόσεως αναγράφεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραδόθηκε στο Δήμαρχο ..., χωρίς να αναφέρεται το όνομά του, ενώ την παραλαβή υπογράφει η υπάλληλος του Δήμου ..., χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτή ήταν η αρμόδια για την παραλαβή των εγγράφων υπάλληλος, είναι αβάσιμη, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά τα παραπάνω, αιτιολογία ότι δηλαδή η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έλαβε χώρα εγκύρως κατ' άρθρα 156 παρ. 2 και 161 ΚΠΔ, από δεν την επισκόπηση του από 3-12-1999 αποδεικτικού επιδόσεως προκύπτει ότι η άνω επίδοση υπογράφεται από την ορισθείσα, από τον Δήμαρχο ..., άνω υπάλληλο, η οποία επίσης βεβαιώνει ότι "τοιχοκόλλησε την απόφαση στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου ..." δεν απαιτείτο δε να αναφέρεται και το όνομα του Δημάρχου, ενώ το πρόσωπο της εξουσιοδοτούμενης προς τούτο υπαλλήλου κατονομάζεται. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ λόγοι της ένδικης αιτήσεως με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι το Τριμελές Εφετείο καθ' υπέρβαση της εξουσίας του απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, και τα υποστηριζόμενα με τον συναφή τρίτο και τελευταίο λόγο της ένδικης αιτήσεως, περί παραβιάσεως του κανόνος των άρθρων 6 παρ. 1 της "ΕΣΔΑ" με την αιτίαση ότι ο αναιρεσείων είχε γνωστή στις φορολογικές Αρχές και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά διαμονή στην οδό ... όπου έπρεπε να αναζητηθεί από την παραγγέλουσα την επίδοση Εισαγγελική Αρχή των Αθηνών και να του επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα και η εκκαλούμενη απόφαση, στηρίζονται στην ίδια πιο πάνω, αβάσιμη, κατά τα παραπάνω, προϋπόθεση "της γνωστής" με την εκτεθείσα έννοια της κατοικίας του, γι' αυτό είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρου 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 291/30-7-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 4198/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγνώστου διαμονής. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, παραβίαση του άρθρου 6 §1 της ΕΣΔΑ και υπέρβασης εξουσίας. Λόγοι ακυρότητος της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 906/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.490/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 299/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 14/14.1.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο δικαστήριο σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υττ' αριθμ. 8/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υττ' αριθμ. 490/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υττ' αριθμ. 188/2009 Βούλευμα του, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης τον πιο πάνω αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο προκειμένου να δικασθεί α) για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, β) της απάτης κατ' εξακολούθηση και γ) της απιστίας δικηγόρου κατ' εξακολούθηση. Στη συνέχεια μετά από έφεση που άσκησε ο παραπάνω αναιρεσείων κατηγορούμενος εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 490/2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση αυτού και επικυρώθηκε το πρωτόδικο Βούλευμα. Κατά του ως άνω Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα, παραδεκτά και εμπρόθεσμα. Περιέχει δε λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. 2) Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του Βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό Βούλευμα είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο Βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, καθώς συμπληρωματικά και στο πρωτόδικο Βούλευμα (ΑΠ 2253/2002 ΠΧρ ΝΓ', 795, ΑΠ 1608/2001 ΠΧρ ΝΒ, 623). Περαιτέρω όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 περ. β' ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει την εφαρμοσθείσα διάταξη, υπάγει εσφαλμένως σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει όταν στο Βούλευμα εμφιλοχωρούν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το Βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 2275/02 ΠΧρ. ΝΓ, 808). 3) Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο Βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον παραπάνω αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, της απάτης κατ' εξακολούθηση και της απιστίας δικηγόρου κατ' εξακολούθηση. Δέχθηκε, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών, με αναφορά καθ' ολοκληρίαν στην ενσωματωμένη στο Βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά τη διενέργεια της κυρίας ανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ο οποίος είναι δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, από το έτος 2003 ήταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εγκαλούντος Ψ και χειριζόταν υποθέσεις του σε επίπεδο ποινικού και διοικητικού δικαίου σχετικά με ζητήματα που ανέκυψαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στη θέση του προϊσταμένου της ΔΟΥ .... Ειδικότερα, ανέλαβε την εκτέλεση ορισμένων πράξεων, όπως σύνταξη προσφυγών ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου για λογαριασμό του εγκαλούντος προς αποτροπή πειθαρχικών κυρώσεων σε βάρος του από τα όργανα της Οικονομικής Επιθεώρησης, σύνταξη απολογητικών υπομνημάτων ενώπιον των ανακριτικών αρχών προς αντίκρουση των κατηγοριών της απιστίας σε βάρος του δημοσίου με ζημία άνω των 146.735 ευρώ, παροχή νομικών συμβουλών για την ανάπτυξη των ισχυρισμών του ενώπιον των ανακριτικών αρχών σχετικά με τις κατηγορίες αυτές. Ως εκ τούτου με την ιδιότητα του δικηγόρου του εγκαλούντος έλαβε απ' αυτόν α) Την 8.4.2005 το ποσό των 8.262 ευρώ προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για λογαριασμό του ως δαπάνη για την κατάθεση παραβόλων λόγω άσκησης προσφυγών ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου από τον εγκαλούντα κατά τεσσάρων αποφάσεων της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης, με τις οποίες καταλογίζονταν διάφορα χρηματικά ποσά σε βάρος του μετά την διαπίστωση πειθαρχικών ευθυνών στην εκτέλεση των καθηκόντων του από τη θέση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ..., β) στις 27-6-2005 έλαβε από τον εγκαλούντα το ποσό των 12000 ευρώ προκειμένου να το καταθέσει για λογαριασμό του στο ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την καταβολή του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας αντίστοιχου ποσού, που είχε επιβληθεί σε βάρος του εγκαλούντος με την υπ' αριθμ. 24/27.6.2005 διάταξη της Ανακρίτριας του Α' Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης μετά την απολογία του ενώπιον της για την κακουργηματική πράξη της απιστίας με ζημία σε βάρος του Δημοσίου μεγαλύτερη του ποσού των 146.735 ευρώ. Τα ως άνω χρηματικά ποσά των 8.262 ευρώ και 12000 ευρώ ανήκαν αποκλειστικά στην κυριότητα του εγκαλούντος, τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν προέβη στη διάθεση αυτών σύμφωνα με τις εντολές του αλλά αντίθετα φρόντισε να τα ενσωματώσει χωρίς σχετικό δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος στην περιουσία του, το συνολικό δε ως άνω ποσό των 20.262 ευρώ είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Εξάλλου ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εκδήλωσε δόλια προαίρεση ιδιοποιήσεως των παραπάνω χρηματικών ποσών. Και τούτο διότι ενώ είχε λάβει εντολές από τον εγκαλούντα να χρησιμοποιήσει το μεν ποσό των 8.262 ευρώ στις 8-4-2005 για τις ανάγκες της κατάθεσης παραβόλων λόγω άσκησης προσφυγών ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το δε ποσό των 12.262 ευρώ για την κατάθεση του στις 27-6-05 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ως εγγυοδοσία με βάση την υπ' αριθμ. 24/2005 διάταξη της Ανακρίτριας του Α' Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ο ίδιος τα κατακράτησε αυθαίρετα και τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, αρνούμενος να εκτελέσει τις αντίστοιχες εντολές του εγκαλούντος, με αποτέλεσμα να επιφέρει με πρόθεση βλάβη στα συμφέροντα αυτού. Η βλάβη αυτή προκλήθηκε κατά την εκτέλεση του επαγγέλματος του δικηγόρου από την πλευρά του κατηγορουμένου, αφού είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εκτελέσει τις πιο πάνω πράξεις στις 8.4.2005 και 27.6.2005 από τη σύμβαση εντολής που τον συνέδεε με τον εγκαλούντα. Η βλάβη του εγκαλούντος ήταν οικονομική αναφορικά με το ποσό των 8.262 ευρώ, αφού ο ίδιος έπρεπε να δαπανήσει ξανά το ποσό αυτό για την κατάθεση των παραβόλων στα πλαίσια των προσφυγών του ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ ως προς το ποσό των 12000 ευρώ η βλάβη του ήταν τόσο οικονομική όσο και διαδικαστική. Τούτο διότι από τη μη κατάθεση του ποσού των 12000 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η Ανακρίτρια του Α' Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 43/2005 Διάταξη της αντικατέστησε τον περιοριστικό όρο της εγγυοδοσίας με προσωρινή κράτηση, η οποία εξετελεσθη την 2-12-2006. Ακόμη, σε ότι αφορά το ποσό των 12000 ευρώ, η βλάβη των συμφερόντων του εγκαλούντος ήταν και οικονομική, αφού ο ίδιος έδωσε το εν λόγω ποσό στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο χωρίς όμως αυτός να εκτελέσει σχετική εντολή για την οποία το παρέλαβε και επομένως επήλθε ισόποση μείωση στην αξία του ενεργητικού της περιουσίας του. Η πρόκληση βλάβης των συμφερόντων του εγκαλούντος έγινε με πρόθεση από την πλευρά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου καθόσον ο ίδιος ως δικηγόρος γνώριζε ότι η μη κατάθεση των παραβόλων στην άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου συνεπάγεται την πρόσκληση του πολίτη από το ανωτέρω δικαιοδοτικό όργανο για την τακτοποίηση της κατάθεσης τους μέσω της καταβολής του αντίστοιχου ποσού στο δημόσιο, ενώ επίσης γνώριζε ότι η μη καταβολή της εγγυοδοσίας που επιβάλλει ο Ανακριτής με διάταξη του είναι πολύ πιθανό να επιφέρει την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση, όπως επίσης ότι η άρνηση της διάθεσης του ποσού που παραλαμβάνει ο δικηγόρος από τον πελάτη του για εκτέλεση συγκεκριμένης πράξης συνεπάγεται ισόποση ελάττωση της περιουσίας του πελάτη του. Με βάση τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος γνώριζε ποιες είναι οι συνέπειες για τον εγκαλούντα σε περίπτωση μη εκτελέσεως των πιο πάνω εντολών, που ανέλαβε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του και παρά ταύτα έμεινε σταθερός στην απόφαση του να μην εκτελέσει τις εν λόγω εντολές και να κατακρατήσει αυθαίρετα τα ως άνω ποσά των 8262 και 12000 ευρώ. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2005 ανακοίνωσε ψευδώς στον εγκαλούντα ότι έπρεπε να του παραδώσει το ποσό των 3000 ευρώ προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για λογαριασμό του για την καταβολή ισόποσης εγγύησης που του επέβαλε η Ανακρίτρια του Α' ειδικού τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Επιπλέον ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στις 20-8-2005 ανακοίνωσε ψευδώς στον εγκαλούντα ότι έπρεπε να του παραδώσει το ποσό των 12000 ευρώ προκειμένου να το καταβάλει στο δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης λόγω του σε βάρος του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας από την ανωτέρω Ανακρίτρια. Ο εγκαλών πεισθείς στις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου του έδωσε κατά μήνα Ιούλιο του 2005 και στις 20.8.05 τα ποσά των 3000 ευρώ και 12000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ ο ίδιος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας τούτων και το έπραξε με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος αντίστοιχο περιουσιακό όφελος, χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα. 4) Επειδή, από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο Βούλευμα του, ως αβάσιμη στην ουσία την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος,
κατά
πρωτόδικου Βουλεύματος, το οποίο είχε παραπέμψει αυτόν στο ακροατήριο για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε από εντολοδόχο, της απάτης κατ' εξακολούθηση και της απιστίας δικηγόρου κατ' εξακολούθηση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο Βούλευμα του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 98 παρ.1, 375 παρ.1,2, 386 παρ.1 εδ α' και 233 εδ α' Π.Κ., τις οποίες έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου περί συνδρομής της έμπρακτης μετάνοιας του άρθρου 379 Π.Κ. είναι απορριπτέος, αφού η επίκληση της καταβολής των υπεξαιρεθέντων χρηματικών ποσών και αποκτηθέντων μετά τις ψευδείς ανακοινώσεις και ισχυρισμούς έχουν συντελεσθεί μετά την υποβολή της από 1-3-2005 εγκλήσεως του εγκαλούντα Ψ σε βάρος του και κάτω από το φόβο των συνεπειών των σε βάρος του διωκομένων πράξεων. Εκτός τούτου οι διατάξεις περί έμπρακτης μετάνοιας δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις διώξεως σε βαθμό κακουργήματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Ο πρώτος δε προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης με τον οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Συμβουλίου, περιέχει ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης στα πράγματα κρίσης του Συμβουλίου και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω ο δεύτερος προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος με το οποίο το προσβαλλόμενο Βούλευμα απέρριψε το αίτημα του για αλλαγή των επιβληθέντων σε βάρος του περιοριστικών όρων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται περί παρεμπίπτοντος ζητήματος το οποίο δεν προσβάλλεται με αναίρεση, αλλά και εντελώς επικουρικά το Συμβούλιο με επαρκή αιτιολογία απέρριψε το σχετικό αίτημα, αφού κατά τις παραδοχές του "εξακολουθούν να συντρέχουν οι κατά το άρθρο 282 ΚΠΔ προϋποθέσεις επιβολής των περιοριστικών όρων και δεν συντρέχει περίπτωση ανακλήσεως ή άρσεως τους". Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 585 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 8/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ' αριθμ. 490/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 18.12.2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, επίτροπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στ) να συντρέχει επιπλέον στο πρόσωπο του υπαίτιου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 719 και 721 ΑΚ, ο μεν εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, ο δε εντολοδόχος, α) ν' αποδώσει στον εντολέα του ό,τι έλαβε κατά την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεση της ή και β) να καταβάλει σε τρίτους, οφειλέτες του εντολέα του, ό,τι του παρέδωσε ο τελευταίος. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του και όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του, να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο ή και να προβαίνει σε καταβολές σε τρίτους με χρήματα του εντολέα του. Γι'αυτό και σε περίπτωση ιδιοποιήσεως των χρημάτων που έλαβε ο εντολοδόχος δικηγόρος πελάτη του για να τα καταβάλει σε οφειλέτες του εντολέα του, για την εξόφληση οφειλής του τελευταίου, τελείται έγκλημα υπεξαιρέσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 379 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε, χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου, το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος (παρ. 1). Ο υπαίτιος της πράξεως της υπεξαιρέσεως εφόσον η πράξη αυτή δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέληση του, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του (παρ. 2).
Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 490/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του 188/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής του, παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων δικηγόρος στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως εντολοδόχος, κατ'εξακολούθηση, απάτης κατ' εξακολούθηση και απιστίας δικηγόρου. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού και δη των αναφερομένων σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην εισαγγελική αυτή πρόταση: "Τον Μάιο του έτους 2003 ο εγκαλών Ψ εφοριακός υπάλληλος διόρισε μετά από συμφωνία τον κατηγορούμενο Χ ως δικηγόρο του για την υπεράσπιση του σε ποινικές και διοικητικές υποθέσεις σχετικές με το έγκλημα της απιστίας σε βάρος του δημοσίου το ύψος της βλάβης του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 146.735 ευρώ και αφορούσε την επιστροφή ενδοκοινοτικών παραδόσεων ΦΠΑ σε πρόσωπα μη δικαιούμενα. Μετά την παρέλευση λίγων ημερών από την κατάρτιση της σύμβασης εντολής μεταξύ εγκαλούντα και κατηγορουμένου καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σύμβαση δανείου ύψους 10.000 ευρώ με τον όρο της εντός μίας εβδομάδος επιστροφής του δανείου. Ο όρος αυτός όμως δεν εκπληρώθηκε εκ μέρους του εντολοδόχου (κατηγορουμένου). Ο εγκαλών κατέβαλε στον κατηγορούμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του διάφορα χρηματικά ποσά προς εκπλήρωση διαφόρων διαδικαστικών πράξεων προς εκπλήρωση των όρων της εντολής (υπεράσπισης των εκκρεμουσών σε βάρος του εγκαλούντα ποινικών και διοικητικών υποθέσεων). Η Οικονομική Επιθεώρηση Κεντρικής Μακεδονίας στα πλαίσια ελέγχου διαφόρων υποθέσεων επέβαλε πρόστιμα μεγάλης αξίας στον εγκαλούντα Ψ έχοντα την ιδιότητα του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. .... Για τον λόγο αυτό στις 8/4/2005 κατέβαλε στον κατηγορούμενο έχοντα την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του το χρηματικό ποσό των 8.262 ευρώ με την ρητή εντολή να αγοραστούν δι' αυτών τέσσερα παράβολα παράστασης στο Ελεγκτικό Συνέδριο για την άσκηση τεσσάρων προσφυγών κατά των πράξεων επιβολής προστίμων της Οικονομικής Επιθεώρησης. Ο κατηγορούμενος όμως αντί να εκπληρώσει την ανωτέρω συμβατική του υποχρέωση κατακράτησε το ανωτέρω χρηματικό ποσό ιδιοποιούμενος αυτό χωρίς την ύπαρξη δικαιολογημένης αιτίας. Ο εγκαλών έτσι υποχρεώθηκε να ξανακαταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό μετά από πρόσκληση του για το νόμιμο της παραστάσεως του και εξετάσεως των προσφυγών του. 0 κατηγορούμενος με την ανωτέρω ενέργεια του έβλαψε τα οικονομικά συμφέροντα του πελάτη του (εντολέα) Γιατί συνέπεια της μη καταβολής των παραβόλων θα ήταν η απόρριψη των ασκηθεισών προσφυγών του εγκαλούντα, ο οποίος υποχρεώθηκε να ξανακαταβάλει το ποσό της αξίας των τεσσάρων παραβόλων. Στις 27/6/2005 εκδόθηκε σε βάρος του εγκαλούντα η με αρίθμ. 24/2005 διάταξη από την Ανακρίτρια του Β τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επιβάλλοντας σ αυτόν (εγκαλούντα)μεταξύ άλλων και τον περιοριστικό όρο της εγγυοδοσίας ποσού 12.000 ευρώ με ομόφωνη πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης μετά την απολογία αυτού (εγκαλούντα) για το έγκλημα της απιστίας σε βάρος του δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλου χρηματικού ποσού, που υπερβαίνει το ποσό των 146.735 ευρώ και αφορά επιστροφές ενδοκοινοτικών παραδόσεων σε μη δικαιούμενα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος αντί να καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Θεσσαλονίκης κατακράτησε το ανωτέρω χρηματικό ποσό ιδιοποιούμενος και πάλι τούτο παράνομα. Επειδή δεν εκπληρώθηκε ο ανωτέρω περιοριστικός όρος (της εγγυοδοσίας) η ιδία ανωτέρω Ανακρίτρια με ομόφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την αρίθμ. 43/1/6/2005 διάταξη της ανακάλεσε την προαναφερόμενη διάταξη της διατάσσοντας την σύλληψη και προσωρινή κράτηση του εγκαλούντα ως κατηγορουμένου και η οποία εκτελέστηκε στις 2/12/2006. Ο κατηγορούμενος τον Ιούλιο του ιδίου έτους (2005) ανακοίνωσε στον εγκαλούντα πως έπρεπε να καταβάλει το χρηματικό ποσό των 3000 ευρώ ως συμπληρωματική εγγύηση της τεθείσας με την αρίθμ 24/2005 διάταξης της ιδίας ανωτέρω Ανακρίτριας. Ο εγκαλών πείστηκε στον ανωτέρω ισχυρισμό του κατηγορουμένου και κατέβαλε προς αυτόν το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 3000 ευρώ, το οποίο κατακρατήθηκε και ιδιοποιήθηκε από αυτόν. Ο κατηγορούμενος έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του εγκαλούντα παρέστησε ψευδώς προς αυτόν σχετικά με την επιβολή της συμπληρωματικής εγγυήσεως του παραπάνω χρηματικού ποσού. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος συνεχίζοντας την εγκληματική του δραστηριότητα και έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του εγκαλούντα έπεισε αυτόν με την ψευδή ανακοίνωση και πέτυχε να εισπράξει παράνομα χρήματα με αντίστοιχη βλάβη του καταβάλλοντα (εγκαλούντα) Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε προς αυτόν πως έπρεπε να καταβάλει το χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ως εγγύηση για την συζήτηση του τεθέντος περιοριστικού όρου από την παραπάνω Ανακρίτρια. Διαδικασία που δεν προβλέπεται από τον νόμο. Ο εγκαλών πείστηκε στους ισχυρισμούς και ανακοινώσεις του κατηγορουμένου και κατέβαλε προς αυτόν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 15.000 ευρώ (3000+12.000=15.000 ευρώ). Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου στο εφετήριο του περί συνδρομής της έμπρακτης μετάνοιας του άρθρου 379 του ΠΚ είναι απορριπτέοι, αφού η επίκληση της καταβολής των υπεξαιρεθεντων χρηματικών ποσών και αποκτηθέντων μετά τις ψευδείς ανακοινώσεις και ισχυρισμούς έχουν συντελεστεί μετά την υποβολή στις 1/3/2005 εγκλήσεως του Ψ (εγκαλούντα) σε βάρος του και κάτω από τον φόβο των συνεπειών των σε βάρος του διωκομένων πράξεων. Εκτός τούτου οι διατάξεις περί έμπρακτης μετάνοιας δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις διώξεως σε βαθμό κακουργήματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ικανοποίηση ολικά ή εν μέρει του παθόντα δεν συντελέστηκε αυθόρμητα και αυτόβουλα αλλά κάτω από την πίεση της αποκάλυψεως των διωκομένων πράξεων μετά την υποβολή της σε βάρος του εγκλήσεως (ΑΠ 135/97 Υπέρ. 1998 σελ 537, ΆΠ 412/2002, ΑΠ 1199/2003, ΑΠ 716/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ) . Εκ των ανωτέρω συνάγεται πως έχουν συντελεστεί τα διωκόμενα σε βάρος του εκκαλούντα εγκλήματα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ εξακολούθηση, που συντελέστηκε με κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης από εντολοδόχο, της απάτης κατ ' εξακολούθηση και της απιστίας δικηγόρου κατ εξακολούθηση (άρθρα 98 παρ. 1, 375 παρ. 1, 2, 386 παρ. 1 α, 233 παρ. 1 περ. α του ΠΚ)" Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω σε βαθμό κακουργήματος, εγκλήματος της υπεξαιρέσεως ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (20.262 ευρώ) κατ' εξακολούθηση, έγκλημα για το οποίο και μόνο πλήττεται το βούλευμα με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, τελεσθέν υπό του κατηγορουμένου δικηγόρου ως εντολοδόχου του εγκαλούντος, για τα οποίο, μεταξύ άλλων ( απάτης και απιστίας δικηγόρου), παραπέμπεται και που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27 παρ.1, 98, 375 παρ. 1,2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά και το προσβαλλόμενο βούλευμα δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του κατηγορουμένου, υπό τα παραπάνω δεκτά . γενόμενα πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών, που δέχεται τέλεση υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, αφού δέχεται εκ μέρους^ου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δικηγόρου, τελούντος σε γνώση τούτων, ως εντολοδόχου, ιδιοποίηση, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, των χρημάτων του εγκαλούντος εντολέως πελάτη του, συνολικού ποσού 20.262 ευρώ, που δέχεται ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και που του είχε αυτός παραδώσει, όχι ως δάνειο, αλλά για να καταθέσει, ποσό 8.262 ευρώ για παράβολο απαιτούμενο στο πλαίσιο προσφυγών του που είχε ασκήσει στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ποσό 12.000 ευρώ για κάλυψη εγγυοδοσίας που του είχε επιβάλει η Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, υπεξαίρεση που έλαβε χώρα με την ενσωμάτωση υπ'αυτού των ξένων χρημάτων μαζί με άλλα δικά του χρήματα, προς βλάβη των συμφερόντων του πελάτη του εγκαλούντος, υπήγαγε σωστά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε ήτοι ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1,2 του ΠΚ. Επίσης, με την παραδοχή, ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου τμηματική και μερική απόδοση των υπεξαιρεθέντων χρημάτων στον εγκαλούντα, ( 9.000 ευρώ), δεν έλαβε χώρα οικειοθελώς, πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές, χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων, αλλά μετά την υποβολή στις 1-3-2007 της κατ'αυτού εγκλήσεως και την άσκηση της ποινικής διώξεως προς αποφυγή των συνεπειών του νόμου και δε συνέτρεχαν επομένως οι όροι εφαρμογής του άρθρου 379 παρ. 1 του ΠΚ, περί εμπράκτου μετανοίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δικηγόρου ότι δεν αποδείχθηκε ο δόλος και δη η πρόθεση αυτού για ιδιοποίηση των χρημάτων της πολιτικώς ενάγουσας εγκαλούσας εταιρείας, ότι δεν είχε σκοπό προκλήσεως βλάβης στα συμφέροντα του εγκαλούντος πελάτη του, καθόσον αυτός απέδωσε τμηματικά και ολοσχερώς τόσο το ποσό του δανείου όσο και τα άλλα ποσά που έλαβε, καθώς και ότι προέβη σε τμηματική καταβολή όχι από φόβο, λόγω της σε βάρος του υποβληθείσας εγκλήσεως, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, γιαυτό και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και δη των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 462, 463 και 482 παρ.1 ΚΠοινΔ, οι οποίες προβλέπουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 285, 286, 291 και 287 παρ.2 και 5 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν για την παράταση της προσωρινής κρατήσεως και για την αντικατάσταση των τεθέντων περιοριστικών όρων και πως επιλύεται κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση ως προς την παράταση ή τη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κρατήσεως ή την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων, προκύπτει ότι το βούλευμα που αποφαίνεται επί αιτήσεως του κατηγορουμένου για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως με περιοριστικούς όρους ή την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με άλλους, δεν υπόκειται σε αναίρεση, αφού για τις περιπτώσεις αυτές δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφορικά με την απόρριψη από αυτό του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αντικαταστάσεως των τεθέντων σε αυτόν περιοριστικών όρων, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 8/22-6-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του 490/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαϊου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβαλλόμενο βούλευμα για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση, απάτη κατ' εξακολούθηση και απιστία δικηγόρου κατ' εξακολούθηση. Α) Ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β ΚΠΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ορθά εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ, περί εμπράκτου μετανοίας και απορρίφθηκε ο προβληθείς ισχυρισμός του κατηγορουμένου, υπό τις παραδοχές, ότι έλαβε χώρα απόδοση των χρημάτων και ικανοποίηση του παθόντος, όχι πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές δηλαδή οικειοθελώς χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων, αλλά υπό την πίεση του παθόντος και μετά την υποβολή εναντίον του στις 1-3-2005 της σχετικής εγκλήσεως και υπό τον φόβο των συνεπειών των σε βάρος του καταγγελθεισών αξιοποίνων πράξεων (ΑΠ 259/2009, 2074, 2455/2008). Β) Ο δεύτερος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφορικά με την απόρριψη από αυτό του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αντικαταστάσεως των τεθέντων σε αυτόν περιοριστικών όρων, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, που απέρριψε υποβληθέν υπ' αυτού σχετικό αίτημα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος (ΑΠ 610, 1943/2003, ΑΠ 925/2001) -.
|
Υπεξαίρεση
|
Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Απιστία Δικηγόρου, Περιοριστικοί όροι.
| 0
|
Αριθμός 907/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 4197/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1196/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογίας της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ. 6 και 7/1994, 4/1995). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 §2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Μεταξύ των λόγων ακυρότητος της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή και τούτο ήταν γνωστό στην αρμόδια για την επίδοση Εισαγγελική αρχή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του, εξ αίματος ή αγχιστείας έως και του τρίτου βαθμού. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως, αυτή γίνεται στο Δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο, που ορίζει ο Δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να αποστείλει βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 Κ.Π.Δ. την ακυρότητα της επιδόσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 161 Κ.Π.Δ. για την επίδοση οφείλει ο επιδίδων να συντάσσει επί τόπου αποδεικτικό, στο οποίο, με ποινή ακυρότητος της επιδόσεως, σημειώνεται ακριβώς, εκτός των άλλων στοιχείων, και το ονοματεπώνυμο εκείνου στον οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, ο οποίος υπογράφει το αποδεικτικό. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 462 και 489 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση της απορρίψεως ως εκπρόθεσμης της εφέσεως του κατηγορουμένου-εκκαλούντος κατά πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, που απαγγέλθηκε απόντως τούτου, είναι η έγκυρης επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως σ'αυτόν και στην περίπτωση που η επίδοση έγινε κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 2 Κ.Π.Δ., απαιτείται να αναφέρεται στο αποδεικτικό επιδόσεως και το ονοματεπώνυμο του Δημάρχου ή του απ' αυτόν διορισθέντος προς τούτο δημοτικού υπαλλήλου, στον οποίο παραδόθηκε η απόφαση. Διαφορετικά, αν τούτο παραλείπεται ή από το αποδεικτικό επιδόσεως προκύπτει αμφιβολία ως προς το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε η απόφαση, η επίδοση είναι άκυρη και δεν αφετηριάζεται η προθεσμία της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άνω άρθρου 156 παρ. 1 και 1 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και να αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 α του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στην μήνυση, την αναφορά ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4197/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθ. 4897/5-6-2008 έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθ. 3139/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών για πλαστογραφία με χρήση. Από τη σχετική υπ' αριθ. 4897/5-6-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του βασίμου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, προέβαλε ότι "Ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της απόφασης μέχρι και της 27-5-2008, οπότε και συνελήφθη, προς εκτέλεσή της καθώς είχε αναζητηθεί στην οδό ... ( όπου ήταν η έδρα της επιχείρησής του που είχε πτωχεύσει το 1998) και του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, ενώ είχε γνωστή διαμονή στην οδό ...γεγονός που γνώριζε η Εισ. Πλημ/κων Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα, που είχε επιδώσει στο ίδιο χρονικό διάστημα. Επίσης, η επίδοση της προσβαλλόμενης είναι άκυρη, καθώς από το αποδεικτικό επίδοσης δεν προκύπτει με σαφήνεια σε ποιον επιδόθηκε αυτή και αν αυτό έγινε νόμιμα και έγκυρα. Συγκεκριμένα στο επιδοτήριο αναφέρεται ότι αφού δεν βρέθηκε στη διεύθυνση που αναζητήθηκε (στην οδό...) η προσβαλλόμενη απόφαση του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής στον Δήμαρχο ..., ενώ την απόφαση φέρεται να έχει παραλάβει η υπάλληλος Υ1 η οποία και υπογράφει και για την οποία δεν προκύπτει ότι ήταν αρμόδια για την παραλαβή". Είχε, δηλαδή, προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "αγνώστου διαμονής" και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, κατά τα παραπάνω, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, όπως και ακυρότητα επιδόσεως στον Δήμαρχο Αχαρνών. Όμως στην έφεσή του δεν αναφέρει, αν την φερόμενη ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, τα εξής: "(...)Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνέται από το, από 11.7.2001 αποδεικτικό επίδοσης σε άγνωστη διαμονή του Αρχ. Μ1 του Α.Τ. ...η εκκαλουμένη με αριθμό 3139/2000 απόφαση του Τριμ. Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στον κατ/νο Χ1, στην οδό ...., ως τελευταία γνωστή κατοικία του στις Εισαγγελικές αρχές του τόπου της επίδοσης (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών), σύμφωνα και με σχετική βεβαίωση του ίδιου Αρχιφύλακα. Στη διεύθυνση αυτή βρισκόταν η επιχείρηση με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΒΕΕ" της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος με τον συγκατηγορούμενό του πρωτοδίκως, ..., οι οποίοι καταδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία. Από τις συναλλαγματικές δε που φέρονται ως πλαστές και προσκομίσθηκαν από τον παθόντα - ανακόπτοντα ... αυτή η διεύθυνση προκύπτει και αυτή δήλωσε και ο ανακόπτων ως διεύθυνση του κατηγορουμένου με την ανακοπή του, με την οποία κατήγγειλε την πλαστογραφία. Αυτή δε η διεύθυνση του κατηγορουμένου ήταν γνωστή στην Εισαγγελία του τόπου της επίδοσης, κατά το χρόνο της επίδοσης, ως τελευταία γνωστή κατοικία του. Το ότι ο κατηγορούμενος άλλαξε όπως κατέθεσε και η μαρτυράς του, διάφορες Διευθύνσεις, χωρίς και να γνωστοποιεί τούτο στις Εισαγγελικές αρχές αν και γνώριζε την εμπλοκή του και εξαιτίας της πτώχευσης της επιχείρησης του δεν αναιρεί τα παραπάνω. Από κανένα δε από τα προσαγόμενα έγγραφα δεν προέκυψε άλλη γνωστή ως κατοικία του κατηγορουμένου στην εν λόγω Εισαγγελική αρχή. Επίσης από το παραπάνω αποδεικτικό επιδόσεως προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στο Δήμο ..., στην προϊσταμένη του τμήματος κατάστασης Υ1 (βαθμός Α') που ήταν αρμόδια για την παραλαβή του εγγράφου. Κατόπιν αυτών η έφεση του κατηγορουμένου που ασκήθηκε στις 5.6.2008, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας όπως ορίζεται στο άρθρο 473 Κ. Ποιν. Δικ., από την επίδοση της απόφασης (11.7.2001), είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ. Ποιν. Δικ.". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση του ότι δηλαδή νομίμως έγινε η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής, μετά τη σχετική βεβαίωση του Αρχιφύλακα Μ1, ότι ο αναιρεσείων είναι άγνωστης διαμονής στην επί της οδού ..., τελευταία γνωστή διαμονή του στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση, η οποία (τελευταία γνωστή διαμονή) προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, (ανακοπή παθόντος), όπως και ότι νομίμως έγινε η επίδοση στην Προϊσταμένη του τμήματος Δημοτικής κατάστασης του Δήμου ...Υ1. Ειδικότερα, παραθέτει το χρόνο επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, που απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, το αποδεικτικό επιδόσεως και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή των Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο κατέστησε γνωστή την επί της οδού...διεύθυνση της κατοικίας του, ούτε αποδείχθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τη διεύθυνση αυτή γνώριζε τον κρίσιμο χρόνο η άνω Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση, όπως ισχυρίσθηκε, με την έφεσή του, ο εκκαλών, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη μόνη γνωστή, στην Εισαγγελική Αρχή διεύθυνση (...), ως τελευταία γνωστή, κατοικία του, δεν υποχρεούτο δε η άνω Αρχή να αναζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες της χώρας. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού του περί ακυρότητος της επιδόσεως στον Δήμαρχο ..., χωρίς να αναφέρεται το όνομά του, ενώ την παραλαβή υπογράφει η υπάλληλος του Δήμου Υ1 χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτή ήταν η αρμόδια για την παραλαβή των εγγράφων υπάλληλος, είναι αβάσιμης, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά τα παραπάνω αιτιολογία ότι δηλαδή η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έλαβε χώρα εγκύρως κατ' άρθρα 156§2 και 161 Κ.Π.Δ., από δε την επισκόπηση του από 11-7-2001 αποδεικτικού επιδόσεως προκύπτει ότι η άνω επίδοση υπογράφεται από την ορισθείσα, από τον Δήμαρχο ..., άνω υπάλληλο, η οποία επίσης βεβαιώνει ότι "τοιχοκόλλησε την απόφαση στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου ..." δεν απαιτείτο δε να αναφέρεται και το όνομα του Δημάρχου, ενώ το πρόσωπο της εξουσιοδοτούμενης προς τούτο υπαλλήλου κατονομάζεται. Επομένως, οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' και Η του Κ.Π.Δ. λόγοι της ένδικης αιτήσεως με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι το Τριμελές Εφετείο καθ' υπέρβαση της εξουσίας του απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, και τα υποστηριζόμενα με τον συναφή τρίτο και τελευταίο λόγο της ένδικη αιτήσεως, περί παραβιάσεως του κανόνος του άρθρου 6§1 της "ΕΣΔΑ" με την αιτίαση ότι ο αναιρεσείων είχε γνωστή στις φορολογικές Αρχές και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά διαμονή στην οδό ... όπου έπρεπε να αναζητηθεί από την παραγγέλουσα την επίδοση Εισαγγελική Αρχή των Αθηνών και να του επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα και η εκκαλούμενη απόφαση, στηρίζονται στην ίδια πιο πάνω, αβάσιμη, κατά τα παραπάνω, προϋπόθεση "της γνωστής" με την εκτεθείσα έννοια της κατοικίας του, γιαυτό είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 292/30-7-2009 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 4197/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγνώστου διαμονής. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και υπέρβασης εξουσίας. Λόγοι ακυρότητος της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 916/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο περί αναιρέσεως της 2399/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ζ1 και 2) Ζ2.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1306/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της κατά νόμο αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι' αυτήν. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου, στην έννοια δε της βίας περιλαμβάνεται τόσον η σωματική όσον και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που να μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης.
Συνεπώς, εμπίπτει στην έννοια αυτή της βίας και η βίαιη απώθηση του υπαλλήλου, η οποία είναι τρόπος ασκήσεως σωματικής βίας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 361 Π.Κ., όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 Π.Κ.), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που, κατά κοινή αντίληψη, περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή στην εξύβριση, ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση το άτομο να μη τυγχάνει από κάποιον άλλο αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας που να δηλώνει έλλειψη εκτίμησης του δράστη προς τον παθόντα σχετικά με τη συνολική αξία του, δηλαδή και την ηθική και την κοινωνική. Είναι νοητή και η συλλογική εξύβριση, αν με ομαδικό χαρακτηρισμό προσβάλλονται τα κατ` ιδίαν μέλη ολότητας και ο κύκλος των προσώπων, κατά τις περιστάσεις, οριοθετείται σαφώς και η ένταξή τους είναι αναμφίβολη, πράγμα που συμβαίνει, π.χ., όταν μπορεί να αναγνωρισθεί ότι η εξύβριση κατά αστυνομικών αναφέρεται μόνο στους μετέχοντες σε ορισμένη αστυνομική επιχείρηση.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.2399/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα αντιστάσεως και εξυβρίσεως κατά συρροή κατά των αστυνομικών Ρ, Κ και Δ, πράξεις που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και 10 ημερών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: οι κατηγορούμενοι (εννοεί τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του Ζ1 και Ζ2) παρακολουθούσαν ως φίλαθλοι τον αγώνα ποδοσφαίρου μεταξύ των ομάδων "ΠΑΕ ..." - "ΠΑΕ ..." που διεξαγόταν στη ... στις 20.2.2006. Κατά τη διάρκεια του αγώνα δημιουργήθηκαν επεισόδια και όταν επενέβησαν οι αστυνομικοί προς αντιμετώπιση της καταστάσεως, οι κατηγορούμενοι, μαζί με άλλους φιλάθλους, εξύβριζαν αυτούς (μεταξύ των οποίων και τους κατωτέρω αναφερομένους) "κωλόμπατσοι, μπάτσοι, γουρούνια - δολοφόνοι, της μάνας σας το μουνί, γαμώ τη μάνα σας, γαμώ το παιδί σας", προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή τους. Όταν, μετά το τέλος του αγώνα αυτοί είχαν εξέλθει του γηπέδου και βάδιζαν πεζοί, εντοπίστηκαν από τους αστυνομικούς Ρ, Κ και Δ, οι οποίοι αναγνωρίσαντες ότι αυτοί (κατηγορούμενοι) ήσαν μεταξύ των ως άνω υβριζόντων, επιχείρησαν - αφού δήλωσαν την ιδιότητά τους - να τους συλλάβουν για την παραπάνω αξιόποινη συμπεριφορά τους. Τότε οι κατηγορούμενοι, προκειμένου να τους εξαναγκάσουν σε παράλειψη της ως άνω νόμιμης ενέργειάς τους, μεταχειρίσθηκαν βία, απωθώντας τους βιαίως και κτυπώντας τους με λακτίσματα στα πόδια και τα χέρια, προκειμένου να διαφύγουν αποφεύγοντας τη σύλληψή τους. Επομένως αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων της εξύβρισης και της αντίστασης κατά της αρχής...".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αντιστάσεως και της εξυβρίσεως κατά συρροή, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: α) Ως προς την αντίσταση, παρατίθεται στην απόφαση η αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, για την οποία οι αστυνομικοί προέβησαν στη νόμιμη ενέργεια της συλλήψεώς του, καθώς και ο τρόπος, με τον οποίο άσκησε αυτός κατ` αυτών βία, για να τους εξαναγκάσει να παραλείψουν τη νόμιμη αυτή ενέργειά τους. Και β) ως προς την εξύβριση, παρατίθενται οι εξυβριστικές φράσεις, καθώς και ότι αυτές απευθύνονταν κατά των ειρημένων και άλλων αστυνομικών που εκτελούσαν στο γήπεδο διατεταγμένη υπηρεσία. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς αμφότερα τα εγκλήματα και για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την πράξη της εξυβρίσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα: Η αιτίαση ότι δεν αναφέρεται αν η σύλληψη έγινε εντός των χρονικών ορίων του αυτοφώρου ή μετά την παρέλευσή του (αφού, στην τελευταία περίπτωση, η ενέργεια των αστυνομικών θα ήταν παράνομη και δεν θα στοιχειοθετείτο η πράξη της αντιστάσεως) είναι αβάσιμη, γιατί στην παραδοχή ότι η σύλληψη έγινε μετά το τέλος του αγώνα, όταν οι κατηγορούμενοι είχαν εξέλθει από το γήπεδο, περιλαμβάνεται η παραδοχή ότι αυτή έγινε μέσα στα χρονικά όρια του αυτοφώρου, όπως αυτά ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 242§1 του ΚΠΔ. Από την παραδοχή στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η σύλληψη επιχειρήθηκε "για την παραπάνω αξιόποινη συμπεριφορά" και την αναφορά στο διατακτικό ότι αυτή επιχειρήθηκε "για τα επεισόδια που δημιούργησαν κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα" δεν δημιουργείται καμιά αντίφαση ως προς τη θεμελίωση του στοιχείου της νομιμότητας της συλλήψεως, αφού και στο σκεπτικό γίνεται αναφορά στα επεισόδια που έγιναν κατά τη διάρκεια του αγώνα, στα οποία, βεβαίως, περιλαμβάνονται και οι φραστικές επιθέσεις κατά των αστυνομικών, και η αιτίαση περί του αντιθέτου είναι αβάσιμη. Η αιτίαση ότι δεν εκτίθεται το είδος της συμμετοχής κάθε καταδικασθέντος στην εξύβριση και ποιες φράσεις απηύθυνε ο αναιρεσείων και εναντίον ποίου συγκεκριμένως προσώπου είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε τους κατηγορουμένους όχι ως συμμετόχους (ότι, δηλαδή, τέλεσαν την πράξη της εξυβρίσεως "από κοινού"), αλλά γιατί και οι τρεις απηύθυναν, αυτοτελώς, τις ίδιες φράσεις κατά όλων των αστυνομικών και, επομένως, δεν νοείται περαιτέρω εξειδίκευση. Τέλος, η αιτίαση ότι οι εξυβριστικές φράσεις αναφέρονταν σε ομαδικό χαρακτηρισμό αστυνομικών και όχι σε συγκεκριμένα άτομα, οπότε δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 361 ΠΚ και η πράξη των κατηγορουμένων δεν ήταν αξιόποινη, είναι αβάσιμη, γιατί, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οι ανωτέρω εξυβριστικές φράσεις κατά των αστυνομικών αναφέρονταν μόνο στους έχοντες διατεταγμένη υπηρεσία μέτρων τάξης στον συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό αγώνα και όχι γενικά σε ολόκληρη την Αστυνομία και, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθά εφαρμόσθηκε η ως άνω διάταξη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 53/11.9.2009 αίτηση Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 2399/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αντίσταση και εξύβριση κατά συρροή. Στοιχεία των εγκλημάτων. Είναι νοητή και συλλογική εξύβριση, αν με ομαδικό χαρακτηρισμό προσβάλλονται τα κατ' ιδίαν μέλη ολότητας και ο κύκλος των προσώπων, κατά τις περιστάσεις, οριοθετείται σαφώς και η ένταξή τους είναι αναμφίβολη. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αντίσταση κατά της αρχής, Εξύβριση.
| 0
|
Αριθμός 905/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 2830/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.7.2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 1.2.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1158/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, ως αδικήματα που τελούνται δια του τύπου νοούνται τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα ή από τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωσή τους. Επί συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, όταν πρόκειται για εφημερίδα ή περιοδικό, μεταξύ άλλων τιμωρείται ο συγγραφέας του δημοσιεύματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 366§1 εδ. α ΠΚ, "αν το γεγονός του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει ατιμώρητη". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που αφορά τη δυσφήμηση δεν αποκλείει την τιμωρία για εξύβριση, αν από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης". Τέλος, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή σε ανάλογες περιπτώσεις, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, αν πρόκειται περί κρίσεων ή εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων ή άσκηση νόμιμης εξουσίας ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, όπως είναι και εκείνο της συνταγματικής ελευθερίας και κοινωνικής αποστολής του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ), εκτός αν πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφημήσεως ή αν, εκ του συνόλου των περιστάσεων, προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός κατευθυνόμενος ειδικώς στην προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής ή επαγγελματικής αξίας του προσώπου του ή με την περιφρόνηση αυτού. Ο ειδικός αυτός σκοπός εξυβρίσεως υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της εξυβριστικής συμπεριφοράς, όταν δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος ο τρόπος αυτός για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και που, ενώ αυτός (ο δράστης) το γνώριζε, ωστόσο τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Για το λόγο αυτό το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής συμπεριφοράς προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξύβρισης, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης και γενικότερα για να προστατεύσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ανωτέρω από τη διάταξη του άρθρου 367 του ΠΚ, αφού η αποδοχή του άγει στην κατάλυση της κατηγορίας και την αθώωση του κατηγορουμένου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη που εφαρμόσθηκε παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2830/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εξυβρίσεως δια του τύπου, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 366§3 ΠΚ και κατ` επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου, σε βάρος της Ψ1, πράξη που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, ανασταλείσα, απέρριψε δε τον από το άρθρο 367§1 περ. γ αυτοτελή ισχυρισμό του. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των, νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων, εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, από την απολογία του κατηγορουμένου και από το σύνολο της διαδικασίας, αποδείχθηκαν τα εξής περιστατικά: Ο κατηγορούμενος που έχει ως μόνιμη βιοποριστική απασχόληση την εκμετάλλευση ΤΑΧΙ και η εγκαλούσα, της οποίας ο σύζυγος είναι δικαστικός επιμελητής και η ίδια Πρόεδρος του τοπικού Συμβουλίου του Δ. Δ. ..., είναι ιδιοκτήτες κατοικιών στον οικισμό ...του εν λόγω δημοτικού διαμερίσματος. Από το καλοκαίρι του έτους 2007 και εντεύθεν δημιουργήθηκαν μεταξύ τους έριδες και προστριβές εξ αιτίας του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος στάθμευε το ΤΑΞΙ του έξω από τον αύλειο χώρο της εγκαλούσας και κάτω ακριβώς από την κρεβατοκάμαρα αυτής, επιλέγοντας το σημείο αυτό για την αλλαγή της βάρδιας των τριών οδηγών που απασχολούσε με την μηχανή του οχήματος αναμμένη, ενέργεια που είχε σαν αποτέλεσμα όπως ήταν φυσικό να ενοχλεί την εγκαλούσα και τον σύζυγό της ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα νεφρικής ανεπάρκειας και υπέρτασης, αφού γινόταν σε περιβάλλον απόλυτης ησυχίας και ώρες ακατάλληλες. Ο κατηγορούμενος όμως αδιαφόρησε στις συνεχείς παρατηρήσεις της εγκαλούσας και στις προτροπές της για την προσωρινή στάθμευση σε άλλο σημείο, θεωρώντας δε περαιτέρω τις προτροπές αυτές άκρως απαράδεκτες και προσβλητικές για την προσωπικότητά του, προσήλθε στις 24-10-2007 στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., στο οποίο συμμετείχε και η εγκαλούσα, λόγω της παραπάνω ιδιότητας αυτής, όπου και ανέφερε, με αφορμή την κατασκευή εκ μέρους της εγκαλούσας πεζοδρομίου έμπροσθεν του οικοπέδου της, μεταξύ άλλων τα εξής: "Ήθελα να θέσω στην κρίση σας, παρακαλώ, ένα πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουμε πολλές φορές και μάλιστα αν κάποιος εκλεγμένος και μέλος ενός Συμβουλίου, είτε Τοπικού είτε Δημοτικού, έχει τη δυνατότητα να φέρεται με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να προσβάλλει τους συμπολίτες του και μάλιστα να προσπαθεί να οικειοποιηθεί χώρους, οι οποίοι είναι δημόσιοι και μπορούν όλοι οι πολίτες, οι γείτονες, οι συνδημότες να το χρησιμοποιούν με βάση το νόμο και το Σύνταγμα,... εάν μπορεί οπουδήποτε καθένας από εμάς ή από τα μέλη αυτά τα εκλεγμένα εξαιτίας του ότι έχουν και μια εκτελεστική εξουσία, είναι τοποθετημένοι επικεφαλής εκτελεστικού οργάνου, αν έχουν το δικαίωμα να δενδροφυτεύσουν αυθαίρετα και να εμποδίζουν πάλι τους συμπολίτες τους και τους γειτόνους τους και τους συνδημότες τους να παρκάρουν ... γιατί εκεί θέλει να πιει τον καφέ του ελεύθερα...αυτό λοιπόν συμβαίνει στην περιοχή του ...από την Πρόεδρο του Τοπικού Συμβουλίου και το σύζυγό της, οι οποίοι προπηλακίζουν εμένα προσωπικά εδώ και δύο μήνες, με απειλούν με μηνύσεις, ήθελα σας παρακαλώ να σας ρωτήσω αν ο Δήμος έχει δώσει τέτοια εξουσία ούτως ώστε κάποιος να μπορεί και να δεντροφυτεύει και να καλύπτει τις αυθαίρετες κατασκευές του, γιατί εκεί θέλει να πιει τον καφέ του ελεύθερα και να μην τον εμποδίζουν οι άλλοι και να μην έρχεται να παρκάρει και να μπορεί αν είναι δυνατόν, να κάνει και πεζοδρόμιο και να κλείσει ακόμα περισσότερο αυτόν τον δρόμο και να μην έχουν οι άλλοι γείτονες διαφυγή όταν θα χιονίσει ...". Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, μη ικανοποιηθείς από τις προφορικές εξηγήσεις της εγκαλούσας αναφορικά με την κατασκευή του ως άνω πεζοδρομίου, ότι δηλαδή αυτό κατασκευάσθηκε τον Φεβρουάριο του έτους 2007 κατόπιν της με αριθμό ... αδείας του Δήμου ... στον οποίο ανήκει το Δ. Δ. ..., κατά μήνα Δεκέμβριο του ίδιου έτους και ενώ συνεχιζόταν με την ίδια ένταση η μεταξύ τους αντιδικία, συνέταξε και δημοσίευσε ενυπόγραφο άρθρο στην τοπική εφημερίδα με τον διακριτικό τίτλο "...", στο με αριθμό φύλλο ...και τεύχος ..., η οποία έχει τοπική κυκλοφορία, με την επικεφαλίδα "Η ΦΑΙΔΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ". Στο άρθρο αυτό αναγράφονταν μεταξύ άλλων τα εξής: "Είναι γνωστό σε όλους μας, λίγο ως πολύ, το πως συμπεριφέρεται μια μερίδα ανθρώπων, συμπολιτών ή γειτόνων μας, κυρίως οι τελευταίοι, όταν με κάποιο τρόπο νομίζουν ότι θίγονται τα "από καταβολής κόσμου" κάθε είδους συμφέροντά τους...όταν αυτοί οι ίδιοι αναλαμβάνουν και κάποια θεσούλα σε κάποιο θώκο που αφορά τα κοινά, ερήμην άλλων ενδιαφερομένων και πολλές φορές περισσότερο ικανοτέρων. Διότι αυτοί πολύ ευκολότερα θα εξυπηρετήσουν μικροπολιτικές αλλά κυρίως προσωπικές τους θέσεις με σκοπό να επιβληθούν ευκολότερα από τους υπόλοιπους των οποίων την ψήφο απέσπασαν υποσχόμενοι πολλά.....Αυτοί λοιπόν είναι οι καθ' όλα [αν]άξιοι, ατσαλάκωτοι και αξιοπρεπώς ενδεδυμένοι κάθε Κυριακή ...αυτοί μάλιστα όταν τοποθετούνται επί μισθό επικεφαλής τοπικών εκτελεστικών οργάνων εξουσίας και ειδικότερα στο Τ. Δ. ..., είναι οι ίδιοι που θεωρούν ότι το οικόπεδό τους ξαφνικά, μεγάλωσε και διεκδικούν και λίγο από τον κοινόχρηστο χώρο μεταξύ του δρόμου και του οικοπέδου τους. Χώρο τον οποίο θεωρώντας τον δικό τους ως αύλειο, φυτεύουν δένδρα σαν να τους έπεσε αίφνης μανία για σωτηρία του περιβάλλοντος.... βγαίνουν και λίγο παραέξω με τις κατασκευές τους [στην περίπτωσή μας κιόσκι με κεραμοσκεπή] από τα όρια των οικοπέδων τους, λέγοντας όλο θράσος ότι δεν ευθύνονται οι ίδιοι γι' αυτό αλλά "ο κακός Αλβανός" στον οποίο το ανέθεσαν. Έτσι λοιπόν για να αποτρέψουν τυχόν "απερίσκεπτους" γείτονες ή άλλους επισκέπτες οι οποίοι είχαν το θράσος να παρκάρουν μεταξύ των ορίων του οικοπέδου τους και του δρόμου, δηλαδή στον κοινόχρηστο χώρο που απομένει τοποθετούν δένδρα-εμπόδια. Διότι ενδιαφέρονται και τυχόν ατυχήματα τα οποία μπορεί να προκληθούν όχι βέβαια γιατί κάποιος επέλεξε να περπατήσει ή να παρκάρει εκεί αλλά διότι από λάθος όπως ισχυρίζονται στην κατασκευή που προεξέχει του οικοπέδου τους καταλήγει σε τέτοιο ύψος που ο οποιοσδήποτε ανυποψίαστος κινδυνεύει να τραυματισθεί στο κεφάλι την ώρα που βγαίνει από το αυτοκίνητό του... Επίσης με κατασκοπικό τρόπο ανακαλύπτουνε από τις πινακίδες των αυτοκινήτων διότι είναι και δικαστικοί κλητήρες τα στοιχεία ανθρώπων οι οποίοι έρχονται στην περιοχή ... για να αναλάβουν εργασία και βρίσκονται αντιμέτωποι με μηνύσεις διότι τολμούν να σταθμεύουν εκεί που σταθμεύουν και όλοι οι άλλοι.". Ενόψει του παραπάνω περιεχομένου του δημοσιεύματος και της υπάρχουσας τότε σε εξέλιξη αντιδικίας των διαδίκων, ιδιαίτερα δε από την προσωπική τους αντιπαράθεση στο Δημοτικό Συμβούλιο, είναι κατ' αρχήν φανερό και έξω από κάθε αμφισβήτηση, ότι όσα αναφέρονται σ' αυτό [περιστατικά και χαρακτηρισμοί] αφορούν αποκλειστικά και μόνον το πρόσωπο της εγκαλούσας. Περαιτέρω από το επίμαχο δημοσίευμα προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτό τα εξής γεγονότα: ότι η εγκαλούσα 1] είχε κατασκευάσει κεραμοσκεπές κιόσκι εντός του οικοπέδου της ένα σημείο της στέγης του οποίου προεξείχε στον δρόμο, 2] είχε κατασκευάσει πεζοδρόμιο και προέβη σε δενδροφύτευση σε κοινόχρηστο χώρο, 3] απειλούσε με μηνύσεις άτομα [που όπως προέκυψε ήταν οι οδηγοί του κατηγορούμενου] που τολμούσαν να σταθμεύουν σε χώρο όπου και άλλοι κάτοικοι στάθμευαν. Προκύπτει επίσης ότι τα γεγονότα αυτά συνοδεύονται από δυσμενείς κρίσεις σε βάρος της και ότι συνδέονται με την ιδιότητά της ως Προέδρου του τοπικού συμβουλίου, ότι δηλαδή οι παραπάνω ενέργειες της έγιναν αυθαίρετα και κατά κατάχρηση της θέσεως που είχε στον Δήμο .... Όπως αποδείχθηκε τα παραπάνω γεγονότα που ο κατηγορούμενος διέδωσε σε τρίτους δια του τοπικού τύπου, ήταν αληθή όπως και η ίδια η εγκαλούσα παραδέχθηκε. Θα πρέπει επίσης να τονισθεί ότι και η άδεια κατασκευής πεζοδρομίου με την οποία αυτή είχε εφοδιασθεί, στην συνέχεια μετά την παραπάνω επιστολή, ανακλήθηκε και εκδόθηκε νέα. Επίσης θα πρέπει να λεχθεί ότι όπως επαρκώς διευκρινίσθηκε από τις αποδείξεις, αποτελεί σχήμα λόγου αυτό που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος ότι ... είναι οι ίδιοι που θεωρούν ότι το οικόπεδό τους ξαφνικά, μεγάλωσε και διεκδικούν και λίγο από τον κοινόχρηστο χώρο μεταξύ του δρόμου και του οικοπέδου τους.. .δεδομένου ότι με τη φράση αυτή ο προδιαληφθείς απλώς θέλησε να καταδείξει ότι ήταν αυθαίρετη η ενέργεια της να κατασκευάσει πεζοδρόμιο, χωρίς προηγουμένως να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος [μελέτη κατασκευής, άδεια κλπ.] και όχι ότι η εγκαλούσα πράγματι κατέλαβε κοινόχρηστο χώρο επεκτείνοντας τα όρια του οικοπέδου της. Αποδείχθηκε επίσης α] ότι τα παραπάνω γεγονότα που διέδωσε ο κατηγορούμενος με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, μπορούσαν να βλάψουν κατ' αντικειμενική κρίση, την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, ενόψει και της προαναφερθείσας ιδιότητας αυτής σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η διάδοση έγινε μέσω του τοπικού τύπου και περιήλθε σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων, β] ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση τα διαδιδόμενα γεγονότα, ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη της εγκαλούσας και γ] θέληση του κατηγορούμενου να προβεί σε τέτοια βλαπτική της τιμής ή της υπόληψης διάδοση. Επομένως ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε στοιχειοθετείται στην συγκεκριμένη περίπτωση αντικειμενικά και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης [άρθρο 362 ΠΚ], η οποία όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 366 παρ.1 εδ. α ΠΚ είναι ατιμώρητη. Δεδομένου όμως του τρόπου με τον οποίο εκδηλώθηκε η εν λόγω δυσφήμηση και από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέσθηκε, όπως πιο πάνω αναλυτικά έχουν εκτεθεί, το δικαστήριο οδηγείται στη κρίση ότι προκύπτει σκοπός εξύβρισης και για το λόγο αυτό πρέπει ο κατηγορούμενος να τιμωρηθεί για τη πράξη αυτή. Τη κρίση του αυτή στηρίζει ιδιαίτερα το δικαστήριο στο γεγονός ότι η παράθεση εκ μέρους του κατηγορούμενου των προδιαληφθέντων αληθινών γεγονότων, συνοδεύτηκε από ανεπίτρεπτες κρίσεις και. αναφορές σχετικά με τη δημόσια θέση που κατείχε η εγκαλούσα, [όπως ...Διότι αυτοί πολύ ευκολότερα θα εξυπηρετήσουν μικροπολιτικές αλλά κυρίως προσωπικές τους θέσεις με σκοπό να επιβληθούν ευκολότερα από τους υπόλοιπους των οποίων την ψήφο απέσπασαν υποσχόμενοι πολλά...], και από ανοίκειους χαρακτηρισμούς [όπως ...Αυτοί λοιπόν είναι οι καθ' όλα [αν]άξιοι, ατσαλάκωτοι και αξιοπρεπώς ενδεδυμένοι κάθε Κυριακή.. ή .... με κατασκοπικό τρόπο ανακαλύπτουν ε από τις πινακίδες των αυτοκινήτων διότι είναι και δικαστικοί κλητήρες τα στοιχεία ανθρώπων....]. Τέλος ο αυτοτελής ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ότι δηλαδή προέβη στην πράξη αυτή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού όπως ήδη προαναφέρθηκε έχει προκύψει κατά την κρίση του δικαστηρίου σκοπός εξύβρισης της εγκαλούσας".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απορριπτική του κρίση ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ότι προέβη στην πράξη που του αποδίδεται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν ορθά εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 367§§1 περ. γ και 2 περ. β ΠΚ, αφού ναι μεν δέχεται ότι από τις παραπάνω φράσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στο άρθρο "Η ΦΑΙΔΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ" που συνέταξε και δημοσίευσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος στην εφημερίδα "...", προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως της εγκαλούσας, πλην δεν αναφέρει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ούτε ότι οι φράσεις αυτές δεν ήταν αναγκαίες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να εκφράσει το περιεχόμενο της βουλήσεώς του προς προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που επικαλέσθηκε, ούτε ποιες εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτός, αντί γι` αυτές που χρησιμοποίησε, για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 1.2.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ), είναι δε παραδεκτός ενόψει του ότι το κυρίως δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως περιέχει ορισμένους λόγους αναιρέσεως (της ελλείψεως αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά και δη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχήν του προσθέτου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων του δικογράφου της κυρίας αιτήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 2830/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για εξύβριση δια του τύπου, κατά μετατροπή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου και κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 366 § 3 ΠΚ. Δεκτός ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού από το άρθρο 367 § 1 περ. γ ΠΚ, γιατί δεν αναφέρεται ούτε ότι οι φράσεις που δημοσίευσε ο αναιρεσείων δεν ήταν αναγκαίες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να εκφράσει το περιεχόμενο της βουλήσεως του προς προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που επικαλέσθηκε, ούτε ποιες εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτός, αντί γι' αυτές που χρησιμοποίησε, για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του. Παραπομπή της υποθέσεως.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κατηγορίας μεταβολή, Εξύβριση, Τύπος.
| 2
|
Αριθμός 904/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, περί αναιρέσεως της 2351/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1144/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παράγραφος 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με τις σ' αυτό ποινές.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται. αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής, για την ανυπαρξία διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίηση της από το άρθρο 1 του ν. δ. 1325/1972.. Επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, τιμωρείται ο υπογράφας την επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτού. εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει των εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2351/09 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών ανασταλείσα και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ. Ειδικότερα, κηρύχθηκε ένοχος διότι "Στον άνω τόπο ... στις 31-10-2002 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο εξέδωσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "UNDER-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ-ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΠΕ" την εξής επιταγή: τη με αριθμό ... της ALPHA BANK, συρόμενη από τον υπ' αριθ. 013-1540023-20004434 λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, ποσού 29.347 ευρώ, σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" με τόπο εκδόσεως την ...., και ημερομηνία εκδόσεως την 31-10-2002 και αφού παρουσιάσθηκε η εν λόγω επιταγή στις 31-10-2002 προς πληρωμή, νομίμως και εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Στην ... ο πρώτος κατηγορούμενος Χ (αναιρεσείων) με πρόθεση εξέδωσε στις 31-10-2002, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "UNDER-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ-ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΠΕ" την υπ' αριθ. ... επιταγή της ALPHA BANK, στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας που είχε με την μηνύτρια εταιρία, ποσού 29.347 ευρώ, συρόμενη στο λογαριασμό... της εκδότριας εταιρίας, σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία 31-10-2002. Η εν λόγω επιταγή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στις 31-10-2002 προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα από τον νομικό εκπρόσωπο της εταιρίας ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ (μηνύτρια) Ζ, νόμιμο κομιστή αυτής, και δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια". Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, αφενός παρέθεσε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη από τις προμνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε καθόσον εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ο υπογράψας την επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "UNDER-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ-ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΕΠΕ" β) δεν απαιτείτο ειδικότερα αναφορά στη "γνώση" του αναιρεσείοντος, μετά την παραδοχή ότι ενήργησε "εκ προθέσεως". Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις του άρθρου 118§1-2 ΠΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα της εγκλήσεως ανήκει στον αμέσως παθόντα από την αξιόποινη πράξη, δηλαδή στο φορέα του προσβαλλόμενου έννομου αγαθού. Εξάλλου, με την προσθήκη της παρ. 5 στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, με το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α' του Ν. 2408/1996, και την αντικατάστασή του από το άρθρο 15§3 του Ν. 3472/2006, ορίσθηκε ότι για το προβλεπόμενο από την παρ. 1 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή τον εξ αναγωγής υπόχρεο, ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρου 19 εδ. α' του ίδιου Νόμου 5960/1933, νόμιμος κομιστής οπισθογραφήσιμης επιταγής είναι εκείνος ο οποίςο κατέχει τον τίτλο και στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρουσιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίστατι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε: "Η εν λόγω επιταγή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στις 31-10-2002 προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα υπό τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ (μηνύτρια)Ζ, νόμιμο κομιστή αυτής, και δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια". Με την άνω αιτιολογία το Δικαστήριο, σαφώς δέχθηκε, ότι τελευταίος κομιστής της επιταγής ήταν η ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ (μηνύτρια) ο δε Ζ ως νόμιμος εκπρόσωπός της (διαχειριστής) την εμφάνισε προς πληρωμή. Με την φράση Ζ νόμιμο κομιστή αυτής" δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαστη ως προς τον νόμιμο κομιστή της επιταγής που είναι η μηνύτρια εταιρία "ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ" όπως αυτό συνάγεται από το σύνολο της άνω περικοπής του αιτιολογικού. Έτσι, ορθώς εφήρμοσε το δικαστήριο της ουσίας τις άνω διατάξεις των άρθρων 79 ν. 3960/1933 και 118 ΠΚ, οι δε περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠΔ, με τους οποίους αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι εκ των αντιφάσεων του αιτιολογικού και διατακτικού, δημιουργείται ασάφεια ως προς τον τελευταίο κομιστή της επιταγής και συνακόλουθα τον δικαιούχο της εγκλήσεως, και υπέρβαση εξουσίας, διότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τελευταίος κομιστής τυγχάνει ο Ζ, ενώ την έγκληση (μήνυση) κατέθεσε η ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ, εξ αυτής δε της παραδοχής θα έπρεπε το δικαστήριο να παύσει οριστικά την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την άνω πράξη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτός της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠΔ), μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ. ΑΠ 1244/1986).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της υποβληθείσης εγκλήσεως, με την αιτίαση ότι δεν ταυτίζεται το πρόσωπο Ζ που κατέθεσε την έγκληση ως διαχειριστής της ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ με το πρόσωπο που ορίζει, ως διαχειριστή, το καταστατικό της άνω ΕΠΕ. Το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την άνω ένσταση, δεχθέν ότι οΖ νόμιμα υπέβαλε την έγκληση ως διαχειριστής της ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ και ότι η αναγραφή των στοιχείων της ταυτότητας του είχαν αποτυπωθεί λανθασμένα στο σχετικό ΦΕΚ ίδρυσης της ΕΠΕ. Ο αναιρεσείων προβάλλει με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης και την επίκληση του άρθρου 510§1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 138§3 ΚΠΔ, διότι, πριν την έκδοση της άνω παρεμπίπτουσας αποφάσεως, δεν εδόθη ο λόγος στην συνήγορο του συγκατηγορουμένου του που τον εκπροσωπούσε στη δίκη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού με την από κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν προσδιόρισε αυτός ότι υπέστη συγκεκριμένη βλάβη από την μη ακρόαση της πληρεξουσίας δικηγόρου του συγκατηγορούμενου του. Με τη διάταξη του άρθρου 4§1 εδ. α' του Ν. 2408/96 προστέθηκε στο άρθρο 79 του Ν. 5960/33 παρ. 5 κατά την οποία η ποινική δίωξη (τον εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή επιταγής που δεν πληρώθηκε ή και του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της κατ' άρθρο 15§3 του Ν. 3472/2006. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρου 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Ν. 3190/1955 "περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης" η διαχείρηση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρίας ανήκει, εάν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, σε όλους του εταίρους που δρούν συλλογικά. Κατά την παρ. 1 του επομένου (17ου) άρθρου, με το καταστατικό ή με απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων μπορεί η διαχείρηση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρίας να ανατεθεί σε ένα ή περισσότερους εταίρους ή μη εταίρους για ορισμένο χρόνο ή όχι. Εξάλλου, κατά το άρθρο 18§1 του ίδιου Νόμου, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ΠΔ 419/1986, οι διαχειριστές εκπροσωπούν την εταιρία και ενεργούν στο όνομά της κάθε πράξη που καλύπτεται από το σκοπό της εταιρίας. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, όταν το καταστατικό της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης προβλέπει διαχειριστή, κατ' απόκλιση από τον κανόνα της συλλογικής δράσεως των εταίρων, στον διαχειριστή αυτόν ανήκει τα δικαίωμα της οργανικής εκπροσώπησης της ΕΠΕ και της διαχειρίσεως της περιουσίας της, το οποίο αντλεί από το νόμο και το καταστατικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, κατόπιν της από 27-1-2003 μηνύσεως (εγκλήσεως) που κατέθεσε ο Ζ ως διαχειριστής της εδρεύουσας στον ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Εμπορία νημάτων - υφασμάτων και παραγωγή υφασμάτων-ΒΙΟΠΛΕΞ ΕΠΕ", ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Χ ποινική δίωξη, πλήν άλλων και για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 31-10-2002. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας κατ' έφεσιν, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την άνω πράξη και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για την έρευνα της βασιμότητας αναιρετικού λόγου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας ο άνω Ζ ήταν, κατά το χρόνο της καταθέσεως της εγκλήσεως, διαχειριστής της εγκαλούσας ΕΠΕ με την, ενδεικτικώς αναφερομένη και όχι περιοριστικώς στο άρθρο 20 του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρίας, το οποίο προσκομίσθηκε κατά την υποβολή της εγκλήσεως και υπάρχει στην δικογραφία, εξουσία να εκπροσωπεί αυτήν (ΕΠΕ) ενώπιον των δικαστηρίων παντός βαθμού, να εγείρει αγωγές κ.τ.λ.
Συνεπώς, ο άνω Ζ, ως καταστατικό όργανο είχε την προς τούτο εξουσία να καταθέσει την άνω έγκληση, χωρίς να απαιτείται απόφαση της Συνελεύσεως των εταίρων της ΕΠΕ. Κατόπιν αυτών, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠΔ πέμπτος και τελευταίος λόγος της ένδικης αιτήσεως, με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του κήρυξε ένοχο αυτόν και τον κατεδίκασε, για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την κατ' αυτού ποινική δίωξη, λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως, διότι ο Ζδεν είχε την προς τούτο εξουσία από το καταστατικό, ούτε για την υποβολή της εγκλήσεως είχε αποφασίσει η Συνέλευση των εταίρων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-7-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2351/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του κατηγορουμένου για προβολή λόγου αναιρέσεως εκ της μη ακροάσεως του συνηγόρου του συγκατηγορουμένου του.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή.
| 2
|
Αριθμός 903/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.90/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Αυγούστου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1241/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του , με αριθμό 11/14.1.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
" Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 7/20-8-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, 44 ετών, δημοτικού υπαλλήλου, κατοίκου ..., ..., κατά του υπ' αριθμ. 90/8-7-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 1/6-4-2009 έφεση του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) κατά του υπ' αριθμ. 16/19-2-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (ΜΟΔ) της Περιφερείας του Εφετείου Δωδεκανήσου που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις : α) του βιασμού, β) της αποπλάνησης ανηλίκου νεώτερου των δέκα (10) ετών, και γ) της ασέλγειας παρά φύση μεταξύ αρρένων (άρθρα 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 α, 94 παρ.2, 336 παρ. 1, 339 παρ. 1 α, και, 347 παρ. 1 α του Π.Κ., όπως το άρθρο 339 παρ. 1 α τροποποιήθηκε από το άρθρο 56 παρ. 2 του Ν. 3160/30-6-2003). Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο αντικ. με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/30-6-2003, με δήλωση στη Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου Σταματία Ζανετούλη, για την οποία συνετάγη η προαναφερόμενη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 27-7-2009. Ως εκ τούτου είναι τυπικά δεκτή. Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει τρεις (3) λόγους αναιρέσεως οι οποίοι και οι τρεις (3) αφορούν παραβιάσεις διατάξεων που συμβάλλουν με οποιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου, με συνέπεια να καθίσταται το προσβαλλόμενο βούλευμα αναιρετέο για απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση (δ) σε συνδυασμό με το άρθρο 484 παρ. 1 α Κ.Π.Δ. Ο όρος "υπεράσπιση" του κατηγορουμένου έχει ιδιαίτερα μεγάλη έκταση αφού σε αυτόν περικλείονται όλες οι διατάξεις, οι οποίες συμβάλλουν με οποιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπισή του. Ειδική μνεία εν προκειμένω πρέπει να γίνει σχετικά με το δικαίωμα της "δίκαιης διεξαγωγής της δίκης" που κατοχυρώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 εδάφιο (α) σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραγράφους αυτού της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσο αποτελεί αναμφισβήτητα θεμελιώδες δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Επομένως στο εν λόγω δικαίωμα (δίκαιης δίκης) υπάγονται μεταξύ άλλων και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες χρησιμοποιούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα, εφόσον με τον τρόπο αυτό επιβαρύνεται η θέση του κατηγορουμένου (A.Π. 591/1999 Ποιν. Χρον. Ν. 221, Α.Π. 1159/2001 Ποιν. Χρον. ΛΑ 1437, Αθανασίου Κονταξή, ερμηνεία άρθρου 171 ΚΠΔ, Τόμος Α έκδοση 2006, σελίδα 1168 επόμενα). Συγκεκριμένα, ως πρώτος (1ος ) λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα σχετικά με την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου προβάλλεται ότι : η παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε στις 16-11-2007 καθώς επίσης και στις 20-11-2007 από την Επ. Διευθύντρια του Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου του Δημοτικού Οργανισμού Προνοίας Δήμου Ρόδου Παιδοψυχίατρο ..., μετά από προφορική παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου Γεωργίου Οικονόμου μέσα στα πλαίσια ενεργούμενης προκαταρκτικής εξετάσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 2 ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 το Ν. 3346/2005, κατόπιν της οποία συνετάγη η υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου .../23-11-2007 παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη (πόρισμα), είναι άκυρη. Καθόσο κατά τον αναιρεσείοντα κατά τον διορισμό της εν λόγω παιδοψυχιάτρου ... ως πραγματογνώμονος, αφενός δεν ελήφθη υπόψη το ότι τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν τον διορισμό της είχε εξετάσει ως ιδιώτης ιατρός (παιδοψυχίατρος) το φερόμενο ως θύμα βιασμού, αποπλανήσεως και παρά φύση ασελγείας οκταετή τότε ανήλικο θύμα Ψ, γεννημένου στις 15-9-1999 στην ..., και είχε ως εκ τούτου σχηματισμένη ήδη γνώμη, πράγμα το οποίο δεν συγχωρείται σύμφωνα με την περίπτωση (δ) του άρθρου 188 Κ.Π.Δ. διότι καθιστά την πραγματογνωμοσύνη άκυρη, και αφετέρου διότι δεν γνωστοποίησε ο διενεργών την προκαταρκτική εξέταση Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου Γεώργιος Οικονόμου τον διορισμό της εν λόγω Παιδοψυχιάτρου ... ως πραγματογνώμονος στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ, προκειμένου ο τελευταίος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 191, 192, 193 και 204 του Κ.Π.Δ. να υποβάλει αίτηση εξαιρέσεως όπως άλλωστε είχε δικαίωμα σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και επί πλέον να προβεί στον διορισμό τεχνικού συμβούλου ή συμβούλων για να αντικρούσει τα συμπεράσματα της πραγματογνωμοσύνης. Πράγμα όμως το οποίο δεν έγινε και έτσι η υπ' αριθμ. 49/23-11-2007 παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη κατέστη άκυρη, ακυρότητα την οποία δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου μη λαμβάνοντάς την υπόψη στο υπ' αριθμ. 90/8-7-2009 προσβαλλόμενο βούλευμα, που εκδόθηκε μετά από την από 1/6-4-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου καθώς και σχετικού λόγου εφέσεως κατά του υπ' αριθμ. 16/19-2-2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου. Εντούτοις όμως αν και δέχθηκε την ακυρότητα της υπ' αριθμ. πρωτ. .../23-11-2007 παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου στο υπ' αριθμ. 90/8-7-2009 προσβαλλόμενο βούλευμα, λαμβάνει υπόψει του για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση περί υπάρξεως ικανών στοιχείων για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για τις πράξεις που κατηγορείται, και το ιδιόγραφο σημείωμα που συνέταξε το εν λόγω ανήλικο θύμα στις 20-11-2007, ο οκταετής Ψ, μετά από προτροπή - συμβουλή της παιδοψυχιάτρου ..., επειδή αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα στο να περιγράψει τις συνθήκες του βιασμού του κ.λ.π., και το οποίο ιδιόγραφο σημείωμα είναι προσαρτημένο στην προαναφερομένη έκθεση παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης ως ενσωματωμένο αναπόσπαστο τμήμα αυτής. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 193 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. "Οι πράξεις πραγματογνωμοσύνης στις οποίες πήρε μέρος εκείνος που εξαιρέθηκε είναι αυτοδικαίως άκυρες", και ως άκυρο αποδεικτικό μέσο το ως άνω ιδιόγραφο σημείωμα δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Εφόσον όμως ελήφθη υπόψη όπως τούτο προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλομένου υπ' αριθμ. 90/8-7-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, προκαλείται κατά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο προσβολή της υπερασπίσεώς του σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1(δ) σε συνδυασμό με το άρθρο 484 παρ. 1 α του Κ.Π.Δ.α, σε συνδυασμό επίσης με το άρθρο 6 παράγραφος 1 εδάφιο (α) της Ε.Σ.Δ.Α, και επέρχεται εκ του λόγου τούτου απόλυτη ακυρότητα διότι επιβαρύνεται η θέση του ως κατηγορουμένου. Ως δεύτερος (2ος ) λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα σχετικά με την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου προβάλλεται ότι: Ναι μεν με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../30-6-2008 έγγραφο του Ανακριτή Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου του γνωστοποιήθηκε κατ' άρθρο 204 παρ. 1 ότι με την υπ' αριθμ. 10/27-6-2008 Διάταξη του ιδίου ως άνω Ανακριτή, η οποία διάταξη εκδόθηκε εις εκτέλεση του υπ' αριθμ. 72/10-4-2008 προδικαστικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου που διέταξε την διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως προκειμένου να διενεργηθεί παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη στο ανήλικο θύμα Ψ σχετικά με την καταγγελία για βιασμό, αποπλάνηση ανηλίκου νεώτερου των δέκα (10) ετών και παρά φύση ασέλγεια από τον φερόμενο ως δράστη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, διορίσθηκε ως πραγματογνώμων ο ..., παιδοψυχίατρος, κάτοικος ..., οδός ..., που περιλαμβάνεται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Πειραιά, προκειμένου να ασκήσει ενδεχομένως το δικαίωμά του να διορίσει από έναν έως δύο κατ' ανώτατο όριο τεχνικούς συμβούλους σύμφωνα με το άρθρο 205 Κ.Π.Δ. ώστε να παραστεί ή να παραστούν (οι τεχνικοί σύμβουλοι) κατά τις εργασίες της διεξαχθησομένης πραγματογνωμοσύνης, να λάβουν γνώση όσων εγγράφων μπορεί να λάβει υπόψη του ο πραγματογνώμων σύμφωνα με το άρθρο 207 Κ.Π.Δ. ή να ζητήσουν πληροφορίες στις περιπτώσεις που δικαιούται και ο πραγματογνώμων κατ' άρθρο 196 Κ.Π.Δ., καθώς και να παραδώσουν οι τεχνικού σύμβουλοι γραπτές τις παρατηρήσεις τους για την πραγματογνωμοσύνη που έγινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 208 Κ.Π.Δ., τάσσοντας με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../30-6-2008 έγγραφο ο εν λόγω Ανακριτής προθεσμία για διορισμό τυχόν τεχνικού συμβούλου πέντε (5) ημερών από της επιδόσεως του ανωτέρω εγγράφου με την υποχρέωση να του γνωστοποιήσει γραπτώς τούτο (διορισμό τεχνικού συμβούλου ή συμβούλων). Το ως άνω έγγραφο του Ανακριτή Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου επιδόθηκε στον δικηγόρο Εμμανουήλ Κουτσούκο, αντίκλητο του αναιρεσείοντος στις 30-6-2008 σύμφωνα με το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, και την επομένη ακριβώς ημέρα 1η Ιουλίου 2008 ο αναιρεσείων μέσω του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και αντικλήτου του Εμμανουήλ Κουτσούκου δήλωσε εγγράφως προς τον Ανακριτή του Α' Τμήματος Ρόδου ότι διορίζει ως τεχνικούς του συμβούλους τους εξής : α) την επίκουρο καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Ψυχολόγο - Κοινωνιολόγο ..., κάτοικο ..., οδός ... αριθμός 41, και, β) τον Ψυχίατρο ..., κάτοικο ..., οδός ... αριθμός 52, με την παράκληση να ειδοποιηθούν, εννοείται εγκαίρως, ώστε να παραστούν κατά τις εργασίες της διενεργηθησομένης πραγματογνωμοσύνης (βλέπετε σχετικώς). Πλην όμως κατά τον αναιρεσείοντα ουδέποτε ειδοποιήθηκαν οι προαναφερόμενοι τεχνικοί σύμβουλοι προκειμένου να παραστούν κατά τις εργασίες διεξαγωγής της διαταχθείσης ως άνω πραγματογνωμοσύνης, μετά το πέρας των οποίων (εργασιών) συνετάγη από τον διορισθέντα ως άνω παιδοψυχίατρο πραγματογνώμονα ... η από 26-8-2008 ιατρική πραγματογνωμοσύνη, χωρίς όμως να δοθεί κατ' αυτόν τον τρόπο η δυνατότητα στους διορισμένους από τον αναιρεσείοντα τεχνικούς συμβούλους να διατυπώσουν εγγράφως τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 207-208 Κ.Π.Δ. σχετικά με τις εργασίες της πραγματογνωμοσύνης που έγινε και στις οποίες δεν κλήθηκαν να συμμετάσχουν. Και ναι μεν κατά τον εν λόγω αναιρεσείοντα δεν προβλέπεται στο άρθρο 204 Κ.Π.Δ. σχετική ακυρότητα εκ της μη γνωστοποιήσεως στους τεχνικούς συμβούλους να παραστούν κατά τις εργασίες της διεξαχθείσης πραγματογνωμοσύνης, εν τούτοις κατέστη άκυρη η ιατρική έκθεση πραγματογνωμοσύνης με ημερομηνία συντάξεως 26-8-2008 του παιδοψυχιάτρου ... επειδή έτσι προσεβλήθη το δικαίωμα υπερασπίσεως που έχει ως κατηγορούμενος, διότι στον όρο "υπεράσπιση" που έχει ιδιαιτέρως μεγάλη έκταση περιλαμβάνονται όλες οι διατάξεις οι οποίες συμβάλλουν με οποιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου (Α.Π. 591/1999 Ποιν. Χρον. Ν 221). Ως εκ τούτου κατά τον αναιρεσείοντα επήλθε απόλυτη ακυρότητα διότι παραβιάσθηκε το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφιο (δ) σε συνδυασμό με το άρθρο 484 παρ. 1 εδαφ. (α) του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό επίσης με το άρθρο 6 εδάφιο (α) σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραγράφους του αυτού άρθρου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσο επιβαρύνθηκε η θέση του ως κατηγορουμένου και παραβιάσθηκε το δικαίωμά του για δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Ως τρίτος (3ος ) λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα σχετικά με την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου προβάλλεται ότι : αν και η αυτοψία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178, 180, 181, 182 Κ.Π.Δ., δεν είναι μόνο αποδεικτικό μέσο αλλά πρωτίστως ανακριτική πράξη η οποία αποσκοπεί στη συλλογή αποδεικτικού υλικού (Μπουρόπουλος, Βαβαρέτος ερμηνεία άρθρου 180 Κ.Π.Δ., Α.Π. 153/1957), εντούτοις ο Ανακριτής του Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου Πέτρος Καραγκουνίδης που στις 5 Δεκεμβρίου 2007 ενήργησε αυτοψία στο χώρο εκείνο που σύμφωνα με σχετική καταγγελία του ανηλίκου θύματος Ψ, νεώτερου των δέκα (10) ετών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διέπραξε σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις του βιασμού, αποπλανήσεως ανηλίκου νεώτερου των δέκα ετών και παρά φύση ασέλγειας, προκειμένου να ελέγξει την ακρίβεια ή μη της περιγραφής του χώρου αυτού από το εν λόγω ανήλικο θύμα και να συντάξει εν συνεχεία την σχετική έκθεση αυτοψίας που έγινε και με την παρουσία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου Γεωργίου Οικονόμου, παρέλειψε να προσκαλέσει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο να παραστεί κατ' αυτήν ο ίδιος ή να εκπροσωπηθεί από τον συνήγορό του ώστε να απευθύνει ερωτήσεις στο ανήλικο θύμα που εξετάσθηκε κατ' αυτήν (αυτοψία) ως πολιτικώς ενάγων και να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 97, 98 και 99 του Κ.Π.Δ. Με αποτέλεσμα κατά τον εν λόγω αναιρεσείοντα να καθίσταται απολύτως άκυρη η από 5-12-2007 έκθεση αυτοψίας του Ανακριτή του Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου ... σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1δ σε συνδυασμό με το άρθρο 484 παρ. 1 α του Κ.Π.Δ. διότι προσεβλήθη το δικαίωμα υπερασπίσεώς του ως κατηγορουμένου αφενός, και αφετέρου διότι παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 εδαφ. (α) σχετικά με της Ε.Σ.Δ.Α. σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραγράφους του αυτού άρθρου το δικαίωμα του κατηγορουμένου για "δίκαιη διεξαγωγή της δίκης" (Μπουρόπουλος α' 144, Ζησιάδης β 172, Καρράς β 1990, Αθανάσιος Κονταξής α 854). Οι ανωτέρω προτεινόμενοι τρεις (3) λόγοι αναιρέσεως από τον εν λόγω αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ είναι με βάση τις ανωτέρω εκτεθείσες λεπτομερώς σκέψεις βάσιμοι άπαντες. Και συγκεκριμένα : ο πρώτος (1ος) λόγος αναιρέσεως διότι το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου αν και δέχθηκε ότι είναι άκυρη η υπ' αριθμ. πρωτ. .../23-11-2007 παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη της παιδοψυχιάτρου ... σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εντούτοις έλαβε υπόψη του όπως τούτο προκύπτει από το σκεπτικό του υπ' αριθμ. 90/8-7-2009 προσβαλλομένου βουλεύματος το ιδιόγραφο σημείωμα του ανηλίκου, νεώτερου των δέκα (10) ετών, θύματος Ψ, που είναι ενσωματωμένο στην ως άνω άκυρη πραγματογνωμοσύνη και αποτελεί αναπόσπαστο βασικό αποδεικτικό στοιχείο αυτής, και είναι εκ του λόγου τούτου αυτοδικαίως άκυρο ως αποδεικτικό μέσο σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 193 Κ.Π.Δ.που εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλόγως (Α.Π. 73/1984 Ποιν. Χρον. Λ.Δ. 707), με συνέπεια να επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1δ του Κ.Π.Δ. και να δημιουργείται έτσι ο λόγος αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1α Κ.Π.Δ. σε βάρος του προσβαλλομένου εν προκειμένω βουλεύματος (Α.Π. 835/2005 Ποιν. Δ. 2005.1240, Α.Π. 1439/1999 Ποιν. Χρ. Ν. 698, Α.Π. 625/1996 Ποιν. Χρ. ΜΖ 262). Ο δεύτερος (2ος ) λόγος αναιρέσεως είναι ομοίως βάσιμος διότι το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου εσφαλμένα έκρινε όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλομένου υπ' αριθμ. 90/8-7-2009 βουλεύματος ότι ο Ανακριτής Ρόδου (Α Τμήματος) δεν ήταν υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στους τεχνικούς συμβούλους, που διόρισε και γνωστοποίησε εμπροθέσμως τα ονόματά τους ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος αν και υπέβαλε σχετικό γραπτό αίτημα προς τούτο, τον τόπο και τον χρόνο διενεργείας της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε ο παιδοψυχίατρος ... επικαλούμενο την υπ' αριθμ. 310/1980 απόφαση Αρείου Πάγου (Ποιν. Χρον. Λ 55), με την οποία δεν συμφωνούμε διότι δεν συνάδει με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί του δικαιώματος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου (άρθρο 171 παρ. 1δ Κ.Π.Δ.) και έρχεται επίσης σε αντίθεση και με το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. περί "δίκαιης διεξαγωγής της δίκης", δεδομένου ότι ο Ανακριτής είναι υποχρεωμένος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 97,98 και 99 του Κ.Π.Δ. να γνωστοποιήσει τον τόπο και τον χρόνο ενεργείας της πραγματογνωμοσύνης στους διαδίκους και τους τεχνικούς συμβούλους. Όταν όμως η προαναφερομένη παράλειψη γνωστοποιήσεως του τόπου και του χρόνου ενεργείας της πραγματογνωμοσύνης αφορά τον κατηγορούμενο, όπως εν προκειμένω συμβαίνει, τότε επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1δ Κ.Π.Δ. διότι συνδέεται αναπόσπαστα με τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για εκπροσώπηση και υπεράσπιση αυτού (Καρράς β 1990 σελ. 195 Αθανάσιος Κονταξής ερμηνεία άρθρου 207 Κ.Π.Δ., τόμος α εκ. 2006, σελίδα 1395, και, Α.Π. 60/1966). Κατά συνέπεια αναιρετέο κατέστη το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 90/2009 βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 484 παρ. 1α Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό και με το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. περί "δίκαιης διεξαγωγής της δίκης". Ο τρίτος (3ος) λόγος αναιρέσεως είναι ομοίως βάσιμος διότι ο Ανακριτής του Α' Τμήματος Πρωτοδικών Ρόδου, πριν ενεργήσει την από 5 Δεκεμβρίου 2007 αυτοψία και συντάξει την σχετική περί αυτής έκθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180, 181,182 του Κ.Π.Δ., δεν προσκάλεσε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο να παραστεί κατ' αυτήν είτε ο ίδιος είτε ο πληρεξούσιος συνήγορός του προκειμένου να απευθύνουν ερωτήσεις και να υποβάλλουν σχετικές παρατηρήσεις ώστε να καταχωρηθούν στην έκθεση αυτοψίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 97,98 και 99 του Κ.Π.Δ., δοθέντος ότι η αυτοψία δεν είναι αποκλειστικά αποδεικτικό μέσο αλλά και ανακριτική πράξη κατά την οποία δικαιούνται να παρίστανται οι διάδικοι. Όταν όμως όπως εν προκειμένω συνέβη δεν προσκληθεί ο κατηγορούμενος προκειμένου να παραστεί κατ' αυτήν είτε ο ίδιος είτε ο πληρεξούσιος συνήγορός του για να ασκήσει τα προαναφερόμενα δικαιώματα (άρθρα 97-98-99 Κ.Π.Δ.), τότε επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της εν λόγω πράξεως σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό και με το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. διότι παραβιάζεται το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου αφενός και το δικαίωμα για δίκαιη διεξαγωγή της δίκης αφετέρου. Ως εκ τούτου και για τον λόγο αυτό κατέστη αναιρετέο το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 90/2009 βούλευμα σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 α του Κ.Π.Δ. (Μπουρόπουλος α 144, Ζησιάδης β 172, Καρράς β 1990, Α.Π. 153/1957, Α.Π. 1610/2000 Ποιν. Χρον. ΝΑ 704).
Εν προκειμένω το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου λαμβάνοντας υπόψη του τα προαναφερόμενα άκυρα αποδεικτικά μέσα καθώς επίσης την κατάθεση που έχει δώσει στον Ανακριτή Ρόδου ο ανήλικος Ψ, στις 30-11-2007, ηλικίας τότε 8 ετών (γεννημένος την 15-9-1999), όπως επίσης και εκείνη που έδωσε στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου στις 16-11-2007, την κατάθεση της μητέρας του ανηλίκου θύματος ΑΑ, που έχει δώσει στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου στις 16-11-2007, την κατάθεση που έχει δώσει η ανωτέρω στον Ανακριτή Ρόδου στις 28-11-2007, την κατάθεση του πατέρα του ανηλίκου θύματος ΒΒ, που έχει δώσει στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου στις 16-11-2007, και στις 19-11-2007, την κατάθεση που έχει δώσει ο ανωτέρω στον Ανακριτή Ρόδου στις 28-11-2007, την κατάθεση που έχει δώσει η γιαγιά του ανηλίκου θύματος από την πατρική γραμμή ΓΓ στον Ανακριτή Ρόδου στις 28-11-2007, την κατάθεση που έχει δώσει η ανωτέρω στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου στις 25-11-2007, την κατάθεση του παιδοψυχίατρου ... που έδωσε στον Ανακριτή Ρόδου στις 28-11-2007, που βεβαιώνει ότι δύο μήνες πριν όταν εξέτασε το ανήλικο θύμα μετά από σχετικό αίτημα του πατέρα του δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ιχνών κακοποιήσεως διότι είχε διαρεύσει μεγάλο χρονικό διάστημα από το συμβάν που τοποθετείται μεταξύ Οκτωβρίου - Νοεμβρίου 2006, διαπίστωσε μόνο ότι το ανήλικο θύμα ήταν φοβισμένο και ότι αισθανόταν ντροπή να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με κακοποίησή του από γενετήσια άποψη, την κατάθεση της ΔΔ, θείας του ανηλίκου θύματος, που έχει δώσει στον Ανακριτή Βόλου στις 28-11-2007, την κατάθεση της ΕΕ, δασκάλα του ανηλίκου θύματος, που έχει δώσει στον Ανακριτή Ρόδου στις 10-12-2007, στην οποία βεβαιώνει ότι τα Χριστούγεννα του έτους 2006 διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά του ανηλίκου θύματος άλλαξε αιφνιδίως και από ήπια που ήταν μέχρι τότε μεταβλήθηκε σε επιθετική, την κατάθεση του ΣΤ, Δημάρχου Ιαλυσού, που έχει δώσει στον Ανακριτή Ρόδου την 1η -12-2007, κατάθεση του ΖΖ, δημοσίου υπαλλήλου, προπονητή μπάσκετ, βόλεϊ, χάντμπολ, που έχει δώσει στον Ανακριτή Ρόδου στις 10-12-2007, την κατάθεση του ΗΗ, τραπεζικού υπαλλήλου, προπονητή μπάσκετ, που έχει δώσει στον Ανακριτή Ρόδου στις 13-12-2007, στην οποία δίνει μια διαφορετική περιγραφή του χώρου στον οποίο φέρεται να έλαβε χώρα το συμβάν του βιασμού κ.λ.π. σε βάρος του ανηλίκου θύματος από εκείνη που περιγράφει το θύμα, λαμβάνοντας επίσης υπόψη του το αυτό ως άνω Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου και την υπ' αριθμ. πρωτ. .../19-11-2007 ιατρική βεβαίωση του παιδοχειρουργού ..., στην οποία βεβαιώνει ο ανωτέρω ότι δεν διαπίστωσε ίχνη κακοποιήσεως του ανηλίκου θύματος αναγόμενα στη γενετήσια σφαίρα λόγω παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από του χρόνου του φερομένου συμβάντος, κατέληξε το εν λόγω Συμβούλιο ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο νυν αναιρεσείων κατηγορούμενος που τελούσε σε υπηρεσιακή σχέση με τον Δήμο ..., τον οποίο ο εν λόγω Δήμος είχε προσλάβει για να ασκεί χρέη προπονητή στο μπάσκετ στο κλειστό γυμναστήριο του προαναφερόμενου Δήμου, και συγκεκριμένα σε ομάδες αγοριών ηλικίας 6,7,8 ετών, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των μηνών Οκτωβρίου - Νοεμβρίου 2006, αφού παρέσυρε το ανήλικο θύμα Ψ, ηλικίας τότε επτά (7) ετών, στο γραφείο του που ήταν στον χώρο των αποδυτηρίων του γυμναστηρίου προκειμένου δήθεν να πάρουν τις μπάλες του μπάσκετ που ευρίσκοντο εκεί εκμεταλλευόμενος την σχέση εξαρτήσεως που υφίστατο μεταξύ αυτού ως εκπαιδευτή του μπάσκετ και του εν λόγω ανηλίκου αθλουμένου στο εν λόγω άθλημα και εκπαιδευομένου από τον ίδιο και της επιβολής που εξασκούσε επ' αυτού λόγω της ιδιότητός του αυτής αιφνιδίως αφαίρεσε την περισκελίδα και το εσώρουχο του εν λόγω ανηλίκου θύματος και κάνοντας χρήση των υπερτέρων σωματικών του δυνάμεων το ακινητοποίηση και κλείνοντάς του με το χέρι του το στόμα για να μη φωνάξει, ενώ το απειλούσε συγχρόνως ότι θα σκοτώσει την μητέρα του και τον μικρότερο αδελφό του αν πει οτιδήποτε για εκείνο που επρόκειτο να του συμβεί, εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του ανηλίκου θύματος ικανοποιώντας έτσι την γενετήσια ορμή και επιθυμία του, διαπράττοντας σε βάρος του ανηλίκου ταυτοχρόνως βιασμό, αποπλάνηση ανηλίκου νεωτέρου των δέκα (10) ετών και παραφύση ασέλγεια μεταξύ αρρένων, πράξεις που συρρέουν μεταξύ τους αληθινά. Τα ανωτέρω δέχθηκε ως προκύψαντα από την διαδικασία πραγματικά περιστατικά το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με ειδικές σκέψεις που διέλαβε στο υπ' αριθμ. 90/8-7-2009 προσβαλλόμενο βούλευμά του, από το σκεπτικό του οποίου προκύπτει ότι την κρίση του για απόρριψη των λόγων εφέσεως που περιέχονται στην από 1/6-4-2009 έκθεση εφέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 16/19-2-2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου και επικύρωση αυτού (πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος), επηρέασαν κυρίως: α) το από 20-11-2007 ιδιόγραφο σημείωμα του ανηλίκου θύματος Ψ, β) η από 26-8-2008 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του παιδοψυχίατρου ..., και, γ) η από 5-12-2007 έκθεση αυτοψίας, τα οποία όπως προαναφέρθηκε ήδη και για τους λόγους που έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σχετικά είναι άκυρα ως αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί εν προκειμένω ότι εφόσον παραδεκτώς ασκήθηκε η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, μπορεί κατ' άρθρο 511 Κ.Π.Δ. να ληφθεί υπόψη και λόγος αναιρέσεως που αν και δεν προτάθηκε εντούτοις εξετάζεται αυτεπαγγέλτως όταν αναφέρεται στα στοιχεία Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Η της παραγράφου 1 του άρθρου 510 σε συνδυασμό και με το άρθρο 484 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ. Τέτοιος λόγος αναιρέσεως είναι η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως όπως είναι εν προκειμένω η απορρόφηση της παρά φύση ασέλγειας μεταξύ των αρρένων που τελέσθηκε με κατάχρηση μιας σχέσεως εξαρτήσεως που προβλέπεται από το άρθρο 347 α Π.Κ., και η οποία απορροφάται από τον βιασμό του άρθρου 336 Π.Κ. ως εμπεριέχουσα τα στοιχεία της εν λόγω πράξεως, όχι όμως και από την αποπλάνηση ανηλίκου νεώτερου των δέκα (10) ετών αφού δεν στηρίζεται στην αποπλάνηση αλλά στην κατάχρηση μιας σχέσεως εξαρτήσεως (Α.Π. 272/2002 Ποιν. Δικ. 2002.789). Περαιτέρω δε έρεισμα περί επικουρικότητος του άρθρου 347 σε σχέση με τα άρθρα 336 και 339 Π.Κ. συνάγεται και από το άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 3064/2002, όπου ορίζεται ότι είναι επικουρική η διάταξη εκείνη από τις ως άνω που τιμωρεί ελαφρύτερα την πράξη από εκείνη που τιμωρεί βαρύτερα. Πρέπει επίσης να λεχθεί εν προκειμένω ότι δεν απορροφάται η αποπλάνηση ανηλίκου νεώτερου των δέκα (10) ετών από τον βιασμό (Α.Π. 660/1998 Ποιν. Χρον. ΜΘ 230), αν και υπάρχει μεταξύ των συγγραφέων και αντίθετη άποψη. Φρονούμε ότι ορθότερη είναι η άποψη που δέχεται ότι τα δύο αδικήματα του βιασμού και της αποπλανήσεως συρρέουν αληθινά, διότι στην μεν περίπτωση του βιασμού προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η ελευθερία του προσώπου περί την επιλογή του ερωτικού συντρόφου, στην δε περίπτωση της αποπλανήσεως προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η αγνότητα της παιδικής ηλικίας η οποία προσβάλλεται βάναυσα με τον βιασμό (Μιχαήλ Μαργαρίτη ερμηνεία των άρθρων 336, 339 και 347 Π.Κ., Α.Π. 660/1998 Ποιν. Χρον. ΜΘ 230, Α.Π. 15/1990 Ποιν. Χρον. Μ 986, Τούσης Γεωργίου άρθρο 347 αριθ. 3). Με τα δεδομένα αυτά εφόσον κρίνεται ότι παραδεκτώς ασκήθηκε η εξεταζομένη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα όσον αφορά την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ για τις πράξεις του βιασμού και της αποπλανήσεως ανηλίκου νεωτέρου των δέκα (10) ετών, της πράξεως της παρά φύση ασέλγειας μεταξύ αρρένων απορροφωμένης κατά τα προεκτεθέντα από την πράξη του βιασμού, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 Κ.Π.Δ. ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω : Α) Να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. 7/20-8-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, 44 ετών, δημοτικού υπαλλήλου, κατοίκου ..., ..., κατά του υπ' αριθμ. 90/8-7-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Β) Να αναιρεθεί στο σύνολό του το ανωτέρω υπ' αριθμ. 90/8-7-2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές· εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Αθήνα 23-11-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 α της ΕΣΔΑ, περί διεξαγωγής δίκαιης δίκης, δημιουργείται ο από το άρθρο 484 παρ.1 α του ιδίου Κώδικα λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα, από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, δεδομένου ότι ο πιο πάνω όρος "υπεράσπιση" έχει ιδιαίτερα μεγάλη έκταση και περικλείονται σ' αυτόν όλες οι διατάξεις που με οποιονδήποτε τρόπο συμβάλλουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Απόλυτη ακυρότητα συντρέχει επομένως και όταν χρησιμοποιούνται σε βάρος του κατηγορουμένου παράνομα αποδεικτικά μέσα, καθόσον έτσι επιβαρύνεται η θέση αυτού. Κατά το άρθρο 192 του ΚΠοινΔ, εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμα τους και στους διαδίκους, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο, (όπως όταν είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει στην αλλοδαπή, χωρίς να έχει διορίσει αντίκλητο του) ή αν συντρέχει η περίπτωση που επιβάλλεται η άμεση ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και στην περίπτωση του άρθρου 187 του ιδίου Κώδικα, (που αναφέρεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, όταν δεν είναι δυνατό να διοριστεί τακτικός πραγματογνώμονας). Τούτο απαιτείται για να μπορέσει ο διάδικος, κατά τους ορισμούς των άρθρων 191 και 192 του ΚΠοινΔ, να ασκήσει το δικαίωμα εξαιρέσεως του πραγματογνώμονα και επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 204 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, να προβεί στο διορισμό τεχνικού συμβούλου. Η παράλειψη της γνωστοποιήσεως αυτής στον κατηγορούμενο, αναγόμενη στην υπεράσπιση του και στην άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων, που του παρέχονται από το νόμο, δημιουργεί, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το πληττόμενο 90/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, απορρίφτηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του 16/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του ΜΟΔ για να δικαστεί για βιασμό, αποπλάνηση ανηλίκου ηλικίας κάτω των 10 ετών και για παρά φύση ασέλγεια μεταξύ αρρένων. Όπως προκύπτει από το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών, κατά παραδοχή σχετικού ειδικού λόγου εφέσεως του κατηγορουμένου, έκρινε άκυρη και δεν συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων, όπως είχε πράξει το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, την 49/23-11-2007 έκθεση παιδοψυχιατρικής προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου ..., που διατάχθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου πριν ασκηθεί ποινική δίωξη, κατά το στάδιο της προκαταρτικής εξετάσεως, λόγω απόλυτης ακυρότητας και παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για το λόγο ότι δεν γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο, στον οποίο αποδιδόταν τότε η τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, ο διορισμός και το όνομα της εν λόγω πραγματογνώμονος, προκειμένου να ασκήσει αυτός τα από τα άρθρα 191,192 και 204 του ΚΠοινΔ δικαιώματά του, όπως εκείνο για υποβολή αιτήσεως εξαιρέσεως και για διορισμό τεχνικού συμβούλου, ενώ δεν εκτίθεντο οι λόγοι που επέβαλαν την άμεση ενέργειά της ή ότι συνέτρεχε εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 187 του ίδιου Κώδικα. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ιδίας αυτής εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, ενώπιον της άνω παιδοψυχιάτρου, μετά από προτροπή - συμβουλή της, ο υπ'αυτής εξετασθείς οκταετής τότε ανήλικος, συνέταξε το από 20-11-2007 ιδιόγραφο χωρίς υπογραφή σημείωμα, το οποίο αναφέρεται και προσαρτήθηκε στην κατατεθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης και για τους λόγους που είναι ως ανωτέρω άκυρη η πραγματοποιηθείσα και συνταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, ήτοι λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι άκυρο και το έγγραφο σημείωμα αυτό, καθόσον συντάχθηκε ως άνω κατά της διαδικασία της ως άνω άκυρης πραγματογνωμοσύνης και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών, που συνεκτίμησε για την συναγωγή της ανωτέρω παραπεμπτικής για τον κατηγορούμενο κρίσεώς του και το άνω ιδιόχειρο σημείωμα του παθόντος ανηλίκου, που συνιστά άκυρο αποδεικτικό μέσο, παραβίασε το κατ' άρθρο 171 παρ.1 δ του ΚΠοινΔ δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α' του ΚΠοινΔ και πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμά του να αναιρεθεί κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 180 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, για την αυτοψία συντάσσεται έκθεση (άρθρο 148 επόμ.), η οποία κατά το άρθρο 153 ΚΠοινΔ είναι άκυρη εκτός των άλλων περιπτώσεων και αν δεν φέρει την υπογραφή των προσώπων που συνέπραξαν, σύμφωνα με το άρθρο 150, ή την υπογραφή των προσώπων που εξετάσθηκαν. Κατά το άρθρο 97 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα οι διάδικοι, επομένως και ο κατηγορούμενος, δικαιούνται να παρίστανται με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη, με εξαίρεση την εξέταση των μαρτύρων και των συγκατηγορουμένων και γι'αυτό πρέπει να προσκαλείται έγκαιρα να παρευρεθεί σ' αυτή ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή να εκπροσωπηθεί από το συνήγορό του. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 153, 170 παρ. 1, 173 παρ. 1, 174 παρ. 1, 175 εδ. α, 180 και 182 του Κ.Π.Δ. σαφώς προκύπτει ότι η ακυρότητα της εκθέσεως αυτοψίας που διενεργήθηκε στην προδικασία, αν προταθεί έως το τέλος αυτής, συνεπιφέρει και την ακυρότητα του βουλεύματος που επακολούθησε, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το δικαστικό συμβούλιο που το εξέδωσε έλαβε υπόψη του και στηρίχθηκε στην εν λόγω άκυρη έκθεση αυτοψίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου 90/2009 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου που το εξέδωσε, έλαβε υπόψη του και στήριξε την παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο κρίση του και στην από 5/12/2007 έκθεση αυτοψίας, που διενήργησε στην προδικασία ο Ανακριτής Πλημμελειοδικών Ρόδου. Από την επισκόπηση της άνω εκθέσεως αυτοψίας, προκύπτει ότι παρέστησαν κατά τη διεξαγωγή της στο χώρο Γυμναστηρίου Δήμου ..., όπου φέρονται τελεσθείσες οι αξιόποινες πράξεις, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου και ο πολιτικώς ενάγων, ενώ δεν παρέστη κατά τη διεξαγωγή αυτής ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ούτε από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας και την ίδια την έκθεση αυτοψίας προκύπτει κλήση του κατηγορουμένου, κατ'άρθρο 97 παρ.1 του ΚποινΔ, να παραστεί κατά τη διεξαγωγή της αυτοψίας αυτής, ώστε να ασκήσει τα από τα άρθρα 97, 98, και 99 του ΚΠοινΔ υπερασπιστικά του δικαιώματα ή αναφορά ότι για κάποιο λόγο, κατ'άρθρο 98 ΚΠοινΔ, η παρουσία αυτού δεν ήταν δυνατή ή ότι δεν κλήθηκε ο κατηγορούμενος λόγω ειδικών συνθηκών και κινδύνου από την καθυστέρηση να εξαλειφθούν ίχνη του εγκλήματος. Άρα είναι άκυρη η άνω έκθεση αυτοψίας του Ανακριτή, ως ανακριτική πράξη και αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αιτιολογικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος, λήφθηκε υπόψη από το Δικαστικό Συμβούλιο, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και είναι βάσιμος ο από τα άρθρα 171 παρ. 1 δ και 484 παρ. 1 α του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατ'εκτίμηση, για παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου.
Κατ' ακολουθία, παρέλκουσας της έρευνας του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. (άρθρα 485 παρ.1 και 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το με αριθ. 90/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαϊου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα για κακουργηματική πράξη βιασμού και αποπλάνησης ανηλίκου νεώτερου των 10 ετών (άρθρα 336 παρ.1, 339 παρ.1 α, 347 παρ.1α ΠΚ). Βάσιμοι οι από το άρθρο 171 παρ.1, 484 παρ. 1 στοιχ. α του ΚΠΔ και 6 παρ. 1 α ΕΣΔΑ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα: α) λόγω παραβίασης υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, συνεπεία μη κλητεύσεώς του από τον ανακριτή, κατ' άρθρο 97 παρ.1 ΚΠΔ, να παραβρεθεί κατά τη διενεργηθείσα υπ' αυτού αυτοψία χώρου και β) λόγω συνεκτίμησης παράνομου αποδεικτικού μέσου και δη ιδιόχειρου σημειώματος του παθόντος ανηλίκου, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ακύρως διενεργηθείσας κατά την προκαταρκτική εξέταση παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ακυρότητα την οποία δέχθηκε και το Δικαστικό Συμβούλιο, για το λόγο ότι δεν είχε γνωστοποιηθεί στον κατηγορούμενο ο διορισμός και το ονοματεπώνυμο του πραγματογνώμονα, ώστε να δυνηθεί ο κατηγορούμενος, κατά τα άρθρα 191, 192, 193 και 204 του ΚΠΔ να ασκήσει τα δικαιώματα του για υποβολή αιτήσεως εξαιρέσεως και για διορισμό τεχνικού συμβούλου (ΑΠ 2176/2007, ΑΠ 835/2005, ΑΠ 1159/2001). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Βιασμός, Αποπλάνηση ανηλίκου.
| 0
|
Αριθμός 902/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαχαραλάμπους, περί αναιρέσεως της 5197/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους:1)Ψ1, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Χριστοδουλοπούλου, 2)Ψ2, 3)Ψ3 χήρα Ζ, κάτοικοι ..., που παραστάθηκαν με την ιδία ως άνω δικηγόρο και 4)Ψ4 που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1189/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε το άρθρο 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε, με την έννοια ότι η ενέργεια ή παράλειψη του δράστη είναι χαρακτηριστέα ως αιτία του αποτελέσματος, έστω και αν συγχρόνως ή μεταγενεστέρως συνέτρεξε προς παραγωγή του και άλλη ανθρώπινη ενέργεια ή παράλειψη, χωρίς την οποία δεν θα επήρχετο τούτο. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη.
Περαιτέρω, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5197/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια, παρά υπόχρεου, κατά συρροή, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 2 ετών και 8 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος που είναι ερασιτέχνης χειριστής αεροσκαφών, κάτοχος πτυχίου χειριστή ιδιωτικών αεροπλάνων τις ΥΠΑ, προγραμμάτισε για τις 30-11-2002, πτήση από το αεροδρόμιο της ..., με δικινητήριο αεροσκάφος τύπου Cessna 320E, με στοιχεία νηολόγησης SX-ABR, το οποίο ανήκε στην εταιρεία "Χ Α.Ε.". Ο σκοπός της πτήσης ήταν να γίνει δοκιμή της λειτουργίας της μηχανής λήψης αεροφωτογραφιών (φωτομηχανής) που έφερε το αεροσκάφος (όπως και φιλμ) και εάν οι συνθήκες το επέτρεπαν αεροφωτογράφηση της περιοχής κοντά στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος". Στο Σχέδιο Πτήσης και Γενικό Δηλωτικό, που υπέβαλε την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος στο αρμόδιο γραφείο της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.), ανέγραψε, ότι στην πτήση θα μετείχαν τρία άτομα, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του, ως κυβερνήτης του αεροσκάφους. Τελικώς όμως στο άνω αεροσκάφος επιβιβάστηκαν τέσσερα άτομα, ήτοι πλην του κυβερνήτη-κατηγορουμένου, επιβιβάστηκαν και οι Ζ, Φ και Ψ4. Μετά την απογείωση, ακολούθησε άνοδος στα 2.000 πόδια και δεξιά στροφή, με κατεύθυνση ανατολικά προς τα ... ..., με σκοπό την είσοδο στην ΤΜΑ Αθηνών. Όταν έφθασε στο ..., ο κατηγορούμενος διαπίστωσε, ότι οι βάσεις νεφών ήταν χαμηλά και απεφάσισε να επιστρέψει για προσγείωση. Αφού πήρε σχετική άδεια από τον Πύργο Ελέγχου του Αεροδρομίου ..., κατευθύνθηκε στον ... στα 2.000 πόδια και κατόπιν στον αεροδιάδρομο, με σκοπό να τον προσεγγίσει από την αρχή του. Πέντε ναυτικά μίλια πριν την προσέγγιση του διαδρόμου προσγείωσης, ο κατηγορούμενος διαπίστωσε την ύπαρξη ηλεκτρικού προβλήματος στο αεροσκάφος. Συγκεκριμένα αντιλήφθηκε αρχικά ότι έσβησαν οι ενδείξεις από τις οθόνες των δύο συσκευών ναυτιλίας GPS, ότι δεν λειτουργούσε ο VHF ασύρματος του αεροσκάφους καθώς και οι ενδείξεις των ραδιοβοηθημάτων και ενδοσυνεννόησης που βρίσκονται στην κεντρική κονσόλα. Το πρόβλημα αυτό το ανέφερε στον Πύργο Ελέγχου του Αεροδρομίου ..., μέσω φορητού VHF ασυρμάτου, που έφερε μαζί του ο κατηγορούμενος. Μετά από συνεννόηση εξάλλου του τελευταίου με τον ίδιο Πύργο Ελέγχου, εκτέλεσε μία χαμηλή διέλευση κατά μήκος του εν χρήσει διαδρόμου 28 και πέρασε μπροστά από τον Πύργο Ελέγχου, προκειμένου ο ελεγκτής να ελέγξει οπτικά, εάν το σύστημα προσγείωσης του αεροσκάφους ήταν σε θέση κάτω, κάτι που ο ελεγκτής πράγματι επιβεβαίωσε. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος άρχισε τη διαδικασία προσγείωσης, προκειμένου να τροχοδρομήσει, μετά από σχετική συνεννόηση με τον Πύργου Ελέγχου του άνω αεροδρομίου (στον οποίο σημειωτέον ουδέν άλλο, πλην του ηλεκτρικού, πρόβλημα, είχε αναφέρει) στον διάδρομο 28. Κατά τη διαδικασία αυτή όμως της προσγείωσης, ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη σε κάθε μέσο συνετό κυβερνήτη του άνω τύπου αεροσκάφους προσοχή και επιμέλεια, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, ώστε να επιτύχει την ασφαλή προσγείωση του εν λόγω αεροσκάφους. Αντιθέτως, από αμέλειά του, καίτοι γνώριζε ότι τα πτερύγια καμπυλότητας αυτού (Flaps) δεν λειτουργούσαν, λόγω τέλειας ηλεκτρικής απώλειας, αλλά και το ότι το αεροσκάφος βρισκόταν εκτός ορίων μεγίστου επιτρεπόμενου βάρους και κέντα βάρους (balance), λόγω του ότι ο ίδιος επέτρεψε να επιβιβαστούν σ' αυτό τρία επιπλέον άτομα, αντί των δύο όπως έπρεπε, λόγω της εγκατάστασης της φωτογραφικής μηχανής, κατά τα προαναφερόμενα, κατά παράβαση των κανόνων αεροπλοΐας και ακολουθώντας λανθασμένη τεχνική πτήσης: 1) πραγματοποίησε πολύ κλειστή αριστερή στροφή, προκειμένου να εισέλθει στο υπήνεμο, σε ύψος χαμηλότερο του κανονικού (500-700 πόδια αντί των 1.500 ποδιών) και με μικρή σχετικώς ταχύτητα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να βγει το αεροσκάφος εξωτερικά του κανονικού ίχνους και της προέκτασης του διαδρόμου, να περιέλθει δηλαδή σε κατάσταση over shoot και 2) για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής (την επαναφορά δηλαδή του αεροσκάφους σε κανονική θέση για προσγείωση), εκτέλεσε απότομη στροφή, δίνοντας σ' αυτό μεγάλη κλίση, ενώ και η προσπάθειά του να αυξήσει την ισχύ των κινητήρων, απέβη άκαρπος, λόγω δυσλειτουργίας τους, οφειλόμενης στο 'λοτι, από αμέλειά του, δεν είχε αλλάξει τη θέση των διακοπτών των δεξαμενών καυσίμου από "AUX" στη θέση "MAIN", όπως προβλέπεται από τον κατασκευαστή του αεροσκάφους, ότι έπρεπε να πράξει πριν τη προσγείωση. Αποτέλεσμα της προπεριγραφόμενης και οφειλόμενης στην από αμέλεια του κατηγορούμενου λανθασμένη τεχνική πτήσης που ακολουθήθηκε, ήταν να επέλθει απώλεια στήριξης του αεροσκάφους, συνεπεία της οποίας, αυτό κατέπεσε σε ένα ελαιώνα, αφού πρώτα προσέκρουσε με την δεξιά πτέρυγα σε ένα ελαιόδενδρο και στη συνέχεια περιστράφηκε περίπου 180 μοίρες γύρω από τον κατακόρυφο άξονα και σταμάτησε με ανατολική πορεία, έχοντας συρθεί συνολικά επί 48 μέτρα στο έδαφος μέχρι την ακινητοποίησή του. Λόγω της άνω βίαιης πρόσκρουσης του αεροσκάφους στο έδαφος, ο εκ των επιβατών αυτού Ζ, τραυματίστηκε θανάσιμα, οι εκ των επιβατών δε, Φ και Ψ4, υπέστησαν σωματικές βλάβες και συγκεκριμένα, κάταγμα κοτύλης δεξιά, έξω σφύρου δεξιά και 1ου, 2ου και 3ου μετακαρπίου, ο πρώτος και κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κακώσεις αυχενικής μοίρας και αγκώνος, ο δεύτερος, αποτελέσματα που ο κατηγορούμενος δεν πρόβλεψε, λόγω της άνω επιδειχθείσας μη συνείδητης αμέλειάς του. Το υποστηριζόμενο εξάλλου από τον κατηγορούμενο, ότι δεν επήλθε απώλεια στήριξης του αεροσκάφους αλλά η πτώση του οφείλεται στο ότι υπέστησαν βλάβη κατά τη διάρκεια της πτήσης και οι δύο κινητήρες του, που έπαυσαν να λειτουργούν λόγω κακής ποιότητας καυσίμου και για το λόγο αυτό πραγματοποίησε αναγκαστική προσγείωση αυτού, που είναι εντελώς αβάσιμο. Αντιθέτως, πλήρως αποδείχθηκε ότι οι κινητήρες δεν υπέστησαν βλάβη, απλώς δυσλειτούργησαν ("μπούκωσαν") όταν προσπάθησε να αυξήσει την ισχύ τους για να διορθώσει την κατάσταση overshoot, από δική του πάλι υπαιτιότητα, κατά τα προεκτεθέντα. Και βεβαίως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι πραγματοποίησε αναγκαστική προσγείωση του αεροσκάφους (ουδέν περί τέτοιας προσγείωσης ανέφερε στον Πύργο Ελέγχου, ούτε και στους συνεπιβάτες του, ούτε και οι τελευταίοι αντελήφθησαν έστω ότι ο κατηγορούμενος προτίθετο να προβεί σε τέτοια ενέργεια). Εξάλλου, ο τρόπος που κατέπεσε το αεροπλάνο, και το γεγονός ότι σύρθηκε στο έδαφος σε πολύ μικρή απόσταση (48 μέτρα), όχι μόνο δεν αποκλείει την απώλεια στήριξης, αλλά συνάδει απολύτως με αυτή. Περαιτέρω, σύμφωνα και με τους νόμους της φυσικής αλλά και τη θεωρία της μηχανικής της πτήσης, όταν το αεροσκάφος μπαίνει σε φάση απώλειας στήριξης είναι δύσκολο να ελεγχθεί και αυτό δεν σημαίνει ότι κατ' ανάγκη θα υφίσταται με απόλυτη βεβαιότητα μία σπειροειδής βύθιση, ακόμη δε και σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορεί να εκτιμηθεί η απόσταση που θα κατέπεφτε. Στην προκειμένη δε περίπτωση, πλήρως αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος, από αμέλειά του, οδήγησε το άνω αεροσκάφος που κυβερνούσε σε μη ελεγχόμενη κατάσταση, εξαιτίας της οποίας επήλθε απώλεια στήριξης αυτού, κάτι που προκάλεσε τη βίαιη πτώση του στο έδαφος, κατά τα εκτενώς προπεριγραφέντα. Για να καταλήξει στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι: Α) τις ένορκες (και μη, όσον αφορά τους πολιτικώς ενάγοντες) καταθέσεις των μαρτύρων, ..., αξιωματικού της Πολιτικής Αεροπορίας, που εκτελούσε υπηρεσία στον Πύργο Ελέγχου κατά τη στιγμή του ατυχήματος, Ψ4, επιβάτης του αεροσκάφους, αξιωματικού του Οικονομικού σώματος, Φ, μηχανικού αεροκινητήρων ελικοφόρων, επίσης επιβάτης του αεροσκάφους, ..., χειριστή αεροσκαφών, εκπαιδευτή σε μονοκινητήρια αεροπλάνα, ..., χειριστή στην "AEGEAN" εκπαιδευτή μονοκινητήριου αεροσκάφους, Ψ3 και Ψ2, συζύγου και κόρης του θανάσιμα τραυματισθέντος Ζ, ..., τέως Κυβερνήτη της Ολυμπιακής και της Πολεμικής Αεροπορίας, από τους συντάξαντες το 12/2003 Πόρισμα Διερεύνησης του επίδικου ατυχήματος, ..., μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου ΕΜΠ, εργασθέντος και στην κατασκευή αεροπλάνων στη Δ. Γερμανία, επίσης από τους συντάξαντες το ίδιο ως άνω πόρισμα, ..., απόστρατου της Πολεμικής Αεροπορίας, ιπτάμενου επί τρία έτη, επίσης από τους συντάξαντες το ίδιο πόρισμα, ..., μηχανικού κινητήρων αεροσκαφών, ..., μηχανικού αεροκινητήρων στην ΕΑΒ επί 38 έτη, Παρ. Αναστασιάδη, μηχανικού, αεροναυπηγού στην ΕΑΒ, Ξ, αεροναυπηγού μηχανικού στην ασφάλεια πτήσεων επί 35 έτη, διερευνητή αεροπορικών ατυχημάτων και Ξ1, μηχανικού Αεροσκαφών της ΕΑΒ και της Ολυμπιακής Αεροπορίας, Β) όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στις σελίδες 38 και 39α των πρακτικών και τα οποία αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και 1) το 12/2003 Πόρισμα Ατυχήματος Αεροσκάφους SX-ABR στο ... 30-11-2002, α) το Σχέδιο του άνω Πορίσματος, 3) Η επιστημονική Τεκμηρίωση του άνω πορίσματος του ..., Αεροναυπηγού Μηχανικού, 4) οι Παρατηρήσεις επί του Πορίσματος του Ατυχήματος του ..., Διδάκτορος Αεροναυπηγού Μηχανικού του Πανεπιστημίου Στουτγκάρδης, ομότιμου Καθηγητού Αεροναυπηγικής της Σχολής Ικάρων, 5) Έκθεση Διερεύνησης ατυχήματος του..., πρώην Μηχανικού αεροσκαφών της Ολυμπιακής, 6) πραγματογνωμοσύνη τεχνικών παρατηρήσεων-παραλείψεων επί του άνω 12/03 πορίσματος του Ξ1 (που εξετάστηκε ως μάρτυρας), 7) πραγματογνωμοσύνης επιστημονικής τεκμηρίωσης επί του ίδιου ως άνω πορίσματος του Ξ(που εξετάστηκε ως μάρτυρας), 8) η 4104/17-5-2006 ένορκη κατάθεση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μανούσου Μπολιώτη, του ..., Κυβερνήτη αεροσκαφών, εκπαιδευτή χειριστών πολυκινητηρίων αεροσκαφών, 9) οι φωτογραφίες και το σκαρίφημα, που επισκοπήθηκαν, 10) σχεδιαγράμματα και όλα τα έγγραφα που παραδόθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορούμενου Γ) την απολογία αυτού και Δ) την όλη διαδικασία. Να επαναληφθεί, ότι έστω και αν δεν αναφέρονται ειδικώς στην πιο πάνω ενδεικτική απαρίθμηση, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν εξίσου, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ως άνω. Κατά τη κρίση εξάλλου αυτού, τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία είναι αρκετά, για τη διερεύνηση της υπόθεσης και την εύρεση της αλήθειας και δεν απαιτείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από ένα αεροναυπηγό και ένα μηχανικό αεροπλάνων, προκειμένου να γνωμοδοτήσουν για τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες της απώλειας στήριξης και για το άνω επίδικο αεροπορικό δυστύχημα οφείλεται σε απώλεια στήριξης ή σε άλλο λόγο, όπως ζήτησε ο κατηγορούμενος κι αυτό γιατί τα άνω θέματα έχουν ήδη επαρκώς αντιμετωπισθεί από το ήδη υπάρχον αποδεικτικό υλικό, στο οποίο πρέπει να σημειωθεί, ότι περιλαμβάνονται και οι απόψεις αεροναυπηγών και μηχανικών αεροπλάνων.
Συνεπώς, πρέπει, αφού απορριφθεί το πιο πάνω αίτημα του κατηγορούμενου για αναβολή της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, παρά υπόχρεου, κατά συρροή, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι οποίες πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 26 παρ. 1 εδ. β, 28, 94, 302 παρ. 1, 314 παρ. 1 εδ. α, 315 παρ.1 του ΠΚ. Αναφέρει, επίσης τις αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες, έτσι, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ούτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Ειδικότερα, από τις άνω παραδοχές, προκύπτει σαφώς το είδος της αμέλειας που δέχθηκε ως επιδειχθείσα από την πλευρά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ήτοι της μη συνειδητής αμέλειας, για όλα τα παραπάνω πλημμελήματα που τέλεσε, καθόσον αυτός, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου, ως πιλότος, κατά την οδήγηση αεροσκάφους, κατά παράβαση των κανόνων της αεροπλοΐας και ακολουθώντας λανθασμένη τεχνική πτήσης κατά την επιχειρηθείσα προσγείωσή του, πραγματοποίησε απότομη αριστερή και πολύ κλειστή στροφή, σε ύψος χαμηλότερο του κανονικού και με μικρή σχετικά ταχύτητα και δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που επήλθε και που ήταν απώλεια στήριξης, πτώση και συντριβή του αεροσκάφους σε δέντρο και στο έδαφος εκτός διαδρόμου προσγειώσεως, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό ενός επιβάτη και τη σωματική βλάβη ετέρων δύο επιβατών. Ιδιαίτερα, όσον αφορά τις επελθούσες σωματικές βλάβες των τραυματισθέντων κατά την ανώμαλη προσγείωση δύο επιβατών του αεροσκάφους, εκτίθεται και αιτιολογείται επαρκώς, ότι ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν υπόχρεος, λόγω του επαγγέλματος του ως πιλότου, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματικές κακώσεις στους δύο αυτούς επιβαίνοντες του αεροσκάφους, αποτέλεσμα το οποίο δεν προέβλεψε. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχθέν, ότι η πτώση του αεροσκάφους οφείλεται, σε απώλεια στήριξης, συνεπεία των εκτιθεμένων στο αιτιολογικό παραλείψεων και εσφαλμένων χειρισμών του κατηγορουμένου πιλότου κατά την επιχειρηθείσα υπ' αυτού προσγείωση με υπαρκτό ηλεκτρικό πρόβλημα των συσκευών ναυτιλίας GPS και ασυρμάτου VHF και όχι σε αναγκαστική προσγείωση, συνεπεία βλάβης και διακοπής λειτουργίας και των δύο κινητήρων του αεροσκάφους, όπως αυτός ισχυρίστηκε, υπήγαγε σωστά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε ήτοι ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 28 ΠΚ περί αμελείας και τα άρθρα 314 και 315 παρ.1 του ΠΚ, για τις πράξεις της σωματικής βλάβης παρά υπόχρεου, λόγω του επαγγέλματος του κατηγορουμένου, ως πιλότου, αδιάφορα αν το βιοποριστικό επάγγελμα του ήταν άλλο, εκείνο του πολιτικού μηχανικού-Μελετητή Δημοσίων έργων. Τούτο διότι ως επάγγελμα, κατά την έννοια του άρθρου 315 ΠΚ, εισάγοντος δύο εξαιρέσεις από τον κανόνα της κατ' έγκληση διώξεως και μόνο, δε νοείται μόνο εκείνο που αποφέρει εισόδημα προς βιοπορισμό, αλλά και κάθε ενασχόληση κοινωνική, όπως του ερασιτέχνη πιλότου αεροσκάφους, που λόγω της φύσεως του εμφανίζει μείζονα κίνδυνο και απαιτεί ορισμένες ιδιαίτερες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, για να μην τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια της πτήσεως και η ζωή και η σωματική ακεραιότητα των επιβαινόντων και τρίτων. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η πρόσκρουση του αεροπλάνου σε δένδρο κατά τους νόμους της φυσικής και της λογικής, δεν οφείλεται σε απώλεια στήριξης ως αποτέλεσμα αμέλειάς του, αλλά σε αναγκαστική προσγείωση που επιχείρησε συνεπεία βλάβης και των δύο κινητήρων του αεροσκάφους, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, γι' αυτό και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη των τριών παραστάντων μετά κοινού πληρεξουσίου δικηγόρου πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 288/22-7-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 5197/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των τριών παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αεροπορικό Ατύχημα. Ανθρωποκτονία και σωματικές βλάβες από αμέλεια κυβερνήτη (άρθρ. 28, 314, 315 παρ.1 ΠΚ). Έννοια αμέλειας και επαγγέλματος υπόχρεου. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 283/2008). Ορθά ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε το άρθρο 314 και 315 παρ.1 ΠΚ για τις πράξεις της σωματικής βλάβης παρά υπόχρεου, λόγω του επαγγέλματος του κατηγορουμένου ως πιλότου, αδιάφορα αν το βιοποριστικό επάγγελμα του ήταν άλλο, εκείνο του πολιτικού μηχανικού, διότι ως επάγγελμα, κατά την έννοια του άρθρου 315 ΠΚ, εισάγοντος δύο εξαιρέσεις από τον κανόνα της κατ' έγκληση διώξεως και μόνο, δε νοείται μόνο εκείνο που αποφέρει εισόδημα προς βιοπορισμό, αλλά και κάθε ενασχόληση κοινωνική, όπως του ερασιτέχνη πιλότου αεροσκάφους, που λόγω της φύσεως του εμφανίζει μείζονα κίνδυνο και απαιτεί ορισμένες ιδιαίτερες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, για να μην τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια της πτήσεως και η ζωή και η σωματική ακεραιότητα των επιβαινόντων και τρίτων.
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Αεροπορικό ατύχημα.
| 0
|
Αριθμός 901/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.12.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1676/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 4/7.1.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2699/2007 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των Χ, β) ..., γ) για διατάραξη της ασφάλειας αεροσκαφών από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος ... που φέρεται ότι τέλεσε από το 1992 έως την 14-9-1999 στο Παρίσι και στην Αθήνα - 291 παρ. 1 εδ. β, γ ΠΚ.
Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησε έφεση η πολιτικώς ενάγουσα Ψ και το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1044/2008 βούλευμά του - έκρινε αυτή και τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος διατάραξης ασφαλείας των αεροσκαφών από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος -291 παρ. 1 εδ. β, γ ΠΚ, ήτοι διότι με πρόθεση διατάραξε την ασφάλεια της αεροπλοΐας έτσι ώστε να είναι δυνατόν να προκληθεί άρση της ασφάλειας αυτής και να προκύψει κίνδυνος σε ξένα πράγματα και για άνθρωπο κίνδυνος ζωής ή υγείας, όπως και πράγματι συνέπεια της συμπεριφοράς του αυτής επήλθε θάνατος και τραυματισμός ανθρώπων, ενδεχόμενα τα οποία προέβλεψε ότι μπορούν να προέλθουν από τη συμπεριφορά του και τα αποδέχθηκε - 291 παρ. 1 εδ. β,γ ΠΚ- Κατά του βουλεύματος αυτού ο άνω κατηγορούμενος άσκησε την υπ'αριθμ. 1447/2008 αναίρεση και ο 'Αρειος Πάγος με το υπ'αριθμ. 775/2009 βούλευμά του έκρινε αυτή και τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη και αναίρεσε τούτο και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση στο αυτό συμβούλιο (= Εφετών Αθηνών), συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το τελευταίο, με άλλη πλέον σύνθεση, εξέδωσε το υπ'αριθμ. 2129/2009 βούλευμα με το οποίο έγινε και πάλιν (τυπικά και) ουσιαστικά δεκτή η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας και παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τον κατηγορούμενο για να δικαστεί για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη.
Κατά του βουλεύματος αυτού (= 2129/2009) του συμβουλίου Εφετών Αθηνών - το οποίο επιδόθηκε στις 25-11-2009, ο κατηγορούμενος άσκησε στις 4-12-2009, ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών δια πληρεξουσίου την υπ'αριθμ. 212/2009 αναίρεση προβάλλων ως λόγους α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με τον ενδεχόμενο δόλο (γνωστικό και βουλητικό στοιχείο). Επίσης σε σχέση με την ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του τη συνδρομή της αιτιώδους συναφείας, και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων β) εσφαλμένη εφαρμογή - ερμηνεία των άρθρων 27 παρ. 1, 291 παρ. 1 περ. β, γ ΠΚ.
Ι) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 291 του Π.Κ. 1. 'Οποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της σιδηροδρομικής ή της υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για άνθρωπο γ) με κάθειρξη, ισόβια ή πρόσκαιρη, τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχείου β' επήλθε θάνατος. 2. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση. 3. Κάθε παράβαση των διαταγμάτων ή των διοικητικών κανονισμών που αφορούν την αστυνόμευση, την ασφάλεια και γενικά τη διοίκηση και τη χρήση των σιδηροδρόμων, της υδάτινης συγκοινωνίας και της αεροπλοΐας, που δεν προβλέπεται από τις παρ. 1 και 2, τιμωρείται με χρηματική ποινή. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 291 § 1 ΠΚ, συνίσταται στη διατάραξη της σιδηροδρομικής ή της υδάτινης ή της αεροπλοΐας καθ1 οιονδήποτε τρόπο. Η διατάραξη δηλαδή δύναται να γίνει π.χ. δια βλάβης κλπ. αλλά και δια παραλείψεως οφειλομένης ενεργείας προς αποτροπή ή καταστολή του κινδύνου. Ουσιώδες συστατικό στοιχείο της πράξεως είναι το δυνατόν της εκ ταύτης προκλήσεως κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου ανθρώπου, ζωής ή υγείας. Τετελεσμένο είναι το έγκλημα άμα ως επήλθε διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας. Εξ υποκειμένου δε απαιτείται πρόθεση δηλαδή δόλος συνιστάμενος στη γνώση και στη θέληση της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιακών μέσων, εν συνειδήσει ότι εκ της πράξεως δύναται να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος ανθρώπου.
Το έγκλημα της § 1 περίπτωση α, β του άρθρου 291 ΠΚ τελείται με πρόθεση (δόλο) που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση της διαταράξεως της ασφαλείας της συγκοινωνίας, με συνείδηση ότι εντεύθεν είναι δυνατόν να προκύψει ο άνω κίνδυνος - βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ. β σελ 447 Νο5, Γάφο Ειδ. Ποιν. τεύχος γ 151. Η πρόθεση όμως του δράστη πρέπει να καλύπτει (όχι ως προς τον θάνατο ή τη σωματική βλάβη ή τη δημιουργία του κινδύνου για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα των επιβαινόντων του συγκοινωνιακού μέσου) τη διατάραξη της ασφαλείας της συγκοινωνίας και τη δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου από αυτή - ΑΠ 1055/2005. Η συνείδηση της δυνατότητας προκλήσεως του άνω κινδύνου δεν αρκεί. Αρκεί όμως και ενδεχόμενος δόλος, αφού ο νόμος (291 § 1 εδ. α, β Π.Κ.) δεν απαιτεί ρητά άμεσο τοιούτον βλ. ΑΠ 775/2009.
Σε σχέση με το εδάφιο γ, ήτοι όταν επέλθη θάνατος από τη διατάραξη, ευρισκόμεθα προ εγκλήματος εκ του αποτελέσματος χαρακτηριζόμενου (άρθρο 29 Π.Κ.) και συνεπώς πρέπει για να καταλογιστεί στον υπαίτιο τούτο, να διαπιστωθεί αμέλεια αυτού (υπαιτίου) γι'αυτό (βλ. Μπουρόπουλο ο.π. σελ. 448 Νο7, Δέδε οπ σελ. 207, Γάφο ο.π. σελ. 151) και δη μόνο αμέλεια και κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ, πράγμα που πρέπει να αναφέρεται στο οικείο βούλευμα (Πρ βλ. ΑΠ 1692/2004, ΑΠ 1269/2006 κ.α.).
Σε σχέση με τον ενδεχόμενο δόλο ο Ποινικός Κώδικας δίνει, με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 εδ. β1, το νομοθετικό ορισμό του ενδεχόμενου δόλου. Ειδικώτερα: κατά το άρ. 27 παρ. 1 Π.Κ. "εκ δόλου (εκ προθέσεως) πράττει ο θέλων την παραγωγήν των κατά νόμον απαρτιζόντων την έννοιαν αξιοποίνου τινός πράξεως περιστατικών ή ο γνωρίζων ως ενδεχομένην την εκ της πράξεως του παραγωγήν τούτων και αποδεχόμενος αυτήν". (Έτσι το κείμενο της καθαρεύουσας που επικρατεί - άρθρο 36 παρ. 3 ν. 1406/83). Εκ της διατάξεως αυτής συνάγεται, ότι διακρίνονται δύο μορφαί δόλου, ήτοι ο άμεσος και ο ενδεχόμενος. Με άμεσον δόλον ενεργεί εκείνος, που θέλει (= Επιδιώκει ΑΠ 1269/2006) την παραγωγήν του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεως του και δεν αφίσταται αυτής. Εξ άλλου με ενδεχόμενον δόλον πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατόν το εγκληματικόν αποτέλεσμα και το αποδέχεται (βλ. ΑΠ 2138/2007, ΑΠ 1335/2007, ΑΠ 1101/2006 κ.α.) και δη σαφή αποδοχή (ΑΠ 1101/2006).
Κατά τον προσδιορισμόν της μορφής αυτής υπαιτιότητος, ο Ποινικός Κώδιξ ακολούθησεν την θεωρίαν της εγκληματικής επιδοκιμασίας, (βλ. μόνο Χωραφά - 1978) - σελ. 255-6) συμφώνως με την οποίαν προς ύπαρξιν ενδεχομένου δόλου πρέπει να διακριβωθή, το μεν ότι ο δράστης προέβλεψεν ως δυνατόν (ενδεχόμενο ΑΠ 1269/2006, ΑΠ1999/2006) το εγκληματικόν αποτέλεσμα, συνεπεία της ενεργείας του ή της παραλείψεως του, το δε ότι το απεδέχθη. Ενδεχόμενος δόλος υπάρχει εκεί όπου ο δράστης αποδέχεται (= θέλει) την επέλευση αποτελέσματος (βλ. ΑΠ 1661/2004, ΑΠ 1880/2005, Συμεωνίδου-Καστανίδου ΠοινΔ 2004 σελ. 1222, Χωραφά (1978) 255, 256, Χαραλαμπάκη ΠΧρ ΜΕ 1195, Κωστάρα ΓενΜ σελ. 481 No 1544, Βασιλάκη υπό 27 No 30 επ., Τσιρίδη ΠΧρ ΝΒ 963-), δηλ. την παραγωγή των περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης - βλ. το άρθρο 27 παρ. 1 εδ. β ΠΚ και δη το αρχικό κείμενο (ανωτέρω) και ΑΠ 1269/2006. Η συνδρομή όμως του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα αποδείξεως και δεν προκαθορίζεται από τον βαθμό της πιθανότητος με την οποίαν προεβλέφθη το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από την διαπίστωσιν ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατόν, επροχώρησεν εις την πράξιν του, δίχως να λάβη υπ'όψιν του μίαν τοιαύτην προειδοποίησιν, (βλ. και ΑΠ 921/2009, ΑΠ 680/2009, ΑΠ 408/2009 κ.α.), δεδομένου ότι η έννοια του δόλου, είτε αμέσου, είτε ενδεχομένου, συντίθεται από το γνωστικόν και το βουλητικόν στοιχείον του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος. Τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι στενώς συνδεδεμένα και ισότιμα μεταξύ των και δεν αρκεί μόνον η γνώσις του υψηλού κινδύνου επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος (το οποίο όμως, κατ'αρχήν, σημαίνει αποδοχή του αποτελέσματος πρβλ. και ΑΠ 1530/2008) από τυχόν παραλείψεις του δράστου ή ελλείψεις ενός πράγματος δια να μεταβάλη εις ενδεχόμενον δόλον μία βαρείαν ή ελαφράν παράβασιν του οικείου καθήκοντος επιμελείας. Προαπαιτείται επίσης και η διαπίστωσις, ότι ο υπαίτιος, κατά την κρίσιμον χρονικήν στιγμήν, δεν απώθησεν από την συνείδησίν του την παράστασιν του εγκληματικού αποτελέσματος, που προέβλεψε και εντεύθεν επιδοκίμασεν (βλ. ΑΠ 775/2009, ΑΠ 680/2009, ΑΠ 1335/2007, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 65/2007 ΠοινΔ 2007 σελ. 1120 = αναιρεί, ΑΠ 2032/2004 κ.α). Επομένως εάν απώθησε από τη συνείδηση του την παράσταση του αποτελέσματος υπάρχει αμέλεια, αφού δεν συνάγεται από την άνω συμπεριφορά αποδοχή του. Επί τη βάσει των προδιαληφθέντων, δεν συντρέχει περίπτωσις ενδεχομένου δόλου όταν δεν δύναται, κατ'αντικειμενικήν κρίσιν, να καταφαθή και το βουλητικόν στοιχείον προθέσεως, όπως συμβαίνει όταν δεν προκύπτη οιονδήποτε λογικόν κίνητρον του υπαιτίου προς διάπραξιν ενός εκ δόλου εγκλήματος (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΠοινΔ 2006 σελ. 829 με παρατηρήσεις, 2032/2004, ΠΧρ ΝΕ 734, 1661/2004, ΠοινΔικ. 2004 σελ. 1220, ΠοινΧρ. ΝΕ/734 = ΠραξΛογ. Π.Δ. 2004 σελ. 379, πρβλ ΑΠ 1999/2006 ΠΧρ 2007 σελ. 402 ΑΠ 1664/2004 ΠΧρ ΝΕ 328 Κ.Βαθιώτη, ΑΠ 1055/2005 Ποιν Χρ. ΝΕ/363 επ. ΑΠ 1055/2005), δηλ. επιδίωξη κάποιου σημαντικού σκοπού για χάρη του οποίου ο δράστης συμβιβάζεται με την πραγμάτωση του κινδύνου, όταν μάλιστα ο τελευταίος είναι σημαντικός, όταν δηλ. το έγκλημα είναι σοβαρό. Όμως το ποσοστό επικινδυνότητας της ενέργειας και η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που επιδιώκει ο δράστης με την πράξη του δεν παρέχουν τεκμήριο αποδοχής (πρβλ. ΑΠ 1101/2006). Η αποδοχή αυτή, στην οποία αποτυπώνεται ο ψυχικός σύνδεσμος του δράστη με το παράνομο αποτέλεσμα, πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται και δεν τεκμαίρεται από το βαθμό πιθανότητας με την οποία τούτο προβλέφθηκε. Ο βαθμός αυτός όταν μάλιστα αξιολογείται ως ιδιαίτερα υψηλός, παρέχει μεν ισχυρή ένδειξη για την ψυχική στάση του δράστη και συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο τελευταίος αποδέχθηκε το αποτέλεσμα, ουδέποτε όμως υποκαθιστά το βουλητικό στοιχείο του δόλου", χωρίς όμως να αρκεί αυτό βλ. ΑΠ 8-10/2005 ολ. Κατά την 1959/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ποιν.Χρ ΝΖ' 201) "Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Η ίδια αιτιολογία επιβάλλεται και επί παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή επί καταδίκης αυτού για αξιόποινη πράξη την οποία τέλεσε με ενδεχόμενο δόλο, οπότε νια την πληρότητα της απαιτείται η αναφορά στο Βούλευμα ή την απόφαση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται η εγκληματική του αποδοχή, ώστε να αποκλείεται η ενσυνείδητη αμέλεια, εν όψει του ότι, τόσον ο ενδεχόμενος δόλος, όσον και η ενσυνείδητη αμέλεια, κοινόν χαρακτηριστικό γνώρισμα έχουν, ότι και στις δύο περιπτώσεις ο δράστης προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως ενδεχόμενη συνέπεια της πράξεως του, διαφέρουν δε μεταξύ τους, ως προς το ότι, στη μεν περίπτωση του ενδεχόμενου δόλου ο δράστης αποδέχεται το προβλεφθέν εγκληματικό αποτέλεσμα, πράττει δηλαδή, έστω και αν αυτό επέλθει, ενώ στην περίπτωση της ενσυνείδητης αμέλειας αποκρούει αυτό, πράττει δηλαδή διότι πιστεύει ότι θα το αποφύγει. Στην περίπτωση, δηλαδή, του ενδεχόμενου δόλου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, λογικό κίνητρο του υπαιτίου προς διάπραξη του εγκλήματος και δεν αρκεί η αναφορά της πιθανότητας με την οποία ο δράστης προέβλεψε το εγκληματικό αποτέλεσμα ως ενδεχόμενη συνέπεια της πράξεως του, ούτε η αναφορά ότι ο δράστης, παρά την ανωτέρω πρόβλεψη του, προχώρησε στην τέλεση της πράξεως (ενέργεια ή παράλειψη), χωρίς να λάβει υπόψη του την ανωτέρω πρόβλεψη." πρβλ. ΑΠ 921/2009, ΑΠ 680/2009, ΑΠ 408/2009 κ.α.). Γλωσσικά επιδοκιμάζω σημαίνει εγκρίνω, επικροτώ, αποδέχομαι (βλ. Σταματάκου -Λεξικό της Νέας Ελληνικής σελ. 1279). Και ναι μεν όταν επιδοκιμάζω ένα αποτέλεσμα αυτό σημαίνει και αποδοχή, αλλά αυτό κατ'αρχήν. Όμως άλλο επιδοκιμασία και άλλο αποδοχή. Αυτό που εδώ έχει σημασία είναι η βούληση, δηλ. η αποδοχή. Ο δράστης πρέπει να αποδέχεται το αποτέλεσμα. Μπορεί κάποιος να αποδέχεται κάτι χωρίς να το επιδοκιμάζει (βλ. και Μυλωνόπουλο ΓενΜ (2007) σελ. 257 με παραπομπές). Αποδοχή σημαίνει μια εχθρική προς το έννομο αγαθό στάση του δράστη. Αποδοχή δεν σημαίνει μόνον αποδοκιμασία αλλά και σοβαρός υπολογισμός και συγκατάθεση και τελική συμφωνία προς την επέλευση του αποτελέσματος Γάφος ΓενΜ σελ. 306. Έτσι η αποδοχή είναι θέμα απόδειξης -όπως ελέχθη, και δεν αρκεί μόνη η επιδοκιμασία. Εξ άλλου αδιαφορία δεν σημαίνει αναγκαίως και αποδοχή πρβλ. ΑΠ 216/65 ΠΧρ ΙΕ 487, ΑΠ 1657/2003 ΠΧρ ΝΔ 610.
Ο ψυχικός λοιπόν συμβιβασμός του δράστου με την ενδεχόμενη επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, όταν από την συμπεριφορά του, η οποία τελείται προκειμένου να επιτύχει κάποιον άλλο σκοπό και είναι αντικειμενικά επικίνδυνη για το έννομο αγαθό και επέρχεται όντως το αποτέλεσμα, ναι μεν λογικά και αντικειμενικά σημαίνει κατ'αρχήν αποδοχή αυτού - αφού η συμπεριφορά αυτή προσλαμβάνει το κοινωνικό νόημα εχθρικής προς το έννομο αγαθό στάσης-πλην όμως δεν αρκεί μόνο αυτό για την αποδοχή που αναγράφει το άρθρο 27 παρ. εδ. β ΠΚ, αφού δεν έχουμε και την in concreto διαπίστωση αποδοχής αυτού π.χ. όταν η συμπεριφορά μπορεί να ερμηνευτεί μόνον ως αποδοχή του αποτελέσματος. 'Ετσι η άνω αποδοχή είναι αποτέλεσμα πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Επομένως ο συμβιβασμός αυτός (δηλ. η αποδοχή) με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος πρέπει να αναφέρεται και να τεκμηριώνεται με τη βοήθεια κάθε αποδεικτικά προσιτού ενδείκτη π.χ. ο συγκεκριμένος τρόπος επίθεσης, τα κίνητρα, η μετά την πράξη συμπεριφορά, η μη νοητή διακινδύνευση του ιδίου ή οικείων του κλπ βλ. μόνο Βαθιώτη ΠΧρ ΝΕ 364 - ίδιος ΓενΜ (2007) σελ. 118 επ, Μυλωνόπουλο Ποινικός Λόγος 2003.461-πρέπει δηλ. να θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά (τα οποία να στηρίζονται σε αποδεικτικά μέσα πρβλ. ΑΠ 1269/2006 και ΓενΜ (2007) 259, τα οποία όμως κρίνονται με αντικειμενικά κριτήρια. Ο όρος αποδοχή νοείται εδώ υπό νομική ή αντικειμενική έννοια, βλ. ΑΠ 1661/2004. Έτσι το ότι υπάρχει μόνο μία με υψηλό ποσοστό επικινδυνότητας εσφαλμένη συμπεριφορά, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε με ασφάλεια να διαγνώσουμε ενδεχόμενο δόλο του δράστη.
Εξ άλλου η βούληση-θέληση του εγκληματικού αποτελέσματος προϋποθέτει λογικά τη γνώση αυτού (βλ. Κοτσαλή ΓενΜ Ι σελ. 510 σημ. 430, 434, σελ. 511, Κατσαντώνη ΓενΜ σελ. 286 σημ. 1) δηλ. την πρόβλεψη του, χωρίς όμως η γνώση να σημαίνει αναγκαίως και αποδοχή (πρβλ ΑΠ 1519/1987 ΠΧρ ΛΗ 211), είναι όμως (η γνώση) απαραίτητη προϋπόθεση της αποδοχής (πρβλ. ΑΠ 1519/87 ΠΧρ ΛΗ 211).
Η αποδοχή είναι αυτοτελές στοιχείο, το οποίο πρέπει να τεκμηριώνεται αυτοτελώς από την συνολική εξέταση όλων των περιστάσεων τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος βλ. και Βαθιώτη ΓενΜ σελ. 245.
-Σε περίπτωση αμφιβολίας υπάρχει ενσυνείδητη αμέλεια. Πρέπει να παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο δράστης είχε εναργή στη συνείδηση του την παράσταση των εγκληματικών αποτελεσμάτων δηλαδή την πρόβλεψη αυτών και εντεύθεν τα - επιδοκίμασε (= απεδέχθη) - πρόκειται για το διαγνωστικό στοιχείο-αφενός μεν και (- εφόσον υπάρχουν αυτά -) αφετέρου για το βουλητικό στοιχείο πρέπει να προκύπτει ότι συνεκτιμήθησαν και στοιχεία που ήταν σε βάρος του από τα αποτελέσματα που επήλθαν από την συμπεριφορά του (=αντενδείκτες, αντίρροποι παράγοντες) βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 1335/2007, ΑΠ 65/2007, ΑΠ 2032/2004 πρβλ. ΑΠ 1999/2006, ΑΠ 1101/2006.
Να σημειωθεί ότι ελλείπει το γνωστικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου όταν έχουμε μία επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια, η οποία έχει -μέχρι τότε - αίσιο τέλος, διότι μέχρι τότε έχει δημιουργηθεί μια "συνήθεια στον κίνδυνο" βλ. Μυλωνόπουλο (2007) 263 με παραπομπές. Επίσης ελλείπει το βουλητικό στοιχείο όταν δεν λαμβάνεται υπόψη η διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων του δράστη -βλ. Βαθιώτη - Δόλος σελ. 116 επ., 123, AΠ 1269/2006, ΑΠ 1661/2004 - ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται για σοβαρό έγκλημα και οι συνέπειες του θα είναι πολύ βαρύτερες σε σχέση με το τυχόν όφελος που επεδίωκε.
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα περιέχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις νομικές σκέψεις με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου (βλ. ΑΠ 1698/2007, 1668/2007, ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 1307/2004, ΑΠ 1090/2005 κ.α). Για το ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα αρκεί ότι αναφέρει αυτά κατά το είδος τους (=έγγραφα, μάρτυρες κλπ) -βλ. ΑΠ 48/2007, ΑΠ 65/2007, ΑΠ 1959/2006 κ.α. - πράγμα που αρκεί όταν αυτά αναφέρονται στην οικεία εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται το βούλευμα (βλ. και ΑΠ 855/2006, ΑΠ 670/2001, ΑΠ 859/2004 κ.α.) Εξ άλλου εσφαλμένη εφαρμογή-ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν αυτή γίνεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν δεν εκτίθενται στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ώστε να μην μπορεί να διαπιστωθεί με ποιούς συλλογισμούς κατέληξε το συμβούλιο στην κρίση του και έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί από τον 'Αρειο Πάγο η κρίση αυτή - βλ. ΑΠ 324/90, ΑΠ 1363/89, ΑΠ 1608/2001, ΑΠ 582/2001, ΑΠ 67/2006 κ.α.
ΙΙΙ) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα παρέπεμψε τον κατηγορούμενο για την πράξη του άρθρου 291 παρ. 1 εδ. β, γ ΠΚ και ειδικότερα (όπως ακριβώς και το αναιρεθέν υπ'αριθμ. 1044/2008 βούλευμά του) ότι "στη Γαλλία και στην Αθήνα ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του ως τεχνικού διευθυντή της εδρεύουσας στο Παρίσι ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DASSAULT AVIATIONS S.A.", κατασκευάστριας του αεροσκάφους "Mystere Falcon 900" και έχοντας την ευθύνη της διοικήσεως και τεχνικής διευθύνσεως αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 1992, οπότε μεταβιβάστηκε το παραπάνω αεροσκάφος στο Ελληνικό Δημόσιο, μέχρι και την 14-9-1999, οπότε και συνέβη το πιο κάτω αεροπορικό ατύχημα, γνώριζε ότι σ' αυτό (αεροσκάφος) υπήρχαν κατασκευαστικές πλημμέλειες, ενώ στις οδηγίες για πτητική του εκμετάλλευση προς τους χειριστές τούτου, που είχε εκδώσει η ως άνω κατασκευάστρια εταιρεία, υπήρχαν ελλείψεις, από τις οποίες ήταν ενδεχόμενο να προκύψει κίνδυνος για την ασφάλεια της αεροπλοΐας και κίνδυνος για άνθρωπο. Συγκεκριμένα υπήρχε βλάβη στη λειτουργία του συστήματος ARTHUR, η οποία είναι ουσιώδης διότι λόγω του προστατευτικού και ελεγκτικού ρόλου του συστήματος ARTHUR αυτό όταν δεν λειτουργεί κανονικά, τότε δεν λειτουργεί ορθώς και η μονάδα τεχνητής αίσθησης ARTIFICIAL FEEL UNIT-AFU).
Συνεπώς, ο χειριστής του αεροσκάφους δεν έχει σωστή αντίληψη των δυνάμεων του αεροσκάφους και δεν είναι σε θέση να προβεί και στους σωστούς χειρισμούς του πηδαλίου του χειριστηρίου. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί οι εντολές - κινήσεις του πιλότου επί των χειριστηρίων μεταφέρονται με συνδεσμολογίες τροχαλιών και μοχλών στις κινητές επιφάνειες ελέγχου πτήσης του αεροπλάνου (πηδάλια) έμμεσα, δηλαδή οι εντολές του πιλότου μεταφέρονται σε υδραυλικές μονάδες, οι οποίες αναλαμβάνουν να κινήσουν τις επιφάνειες ελέγχου πτήσεις, σύμφωνα με τις κινήσεις που κάνει ο πιλότος επί των χειριστηρίων. Έτσι όμως επειδή όλο το έργο της μετακίνησης των επιφανειών ελέγχου το αναλαμβάνουν οι υδραυλικές μονάδες και όχι ο πιλότος, αυτός δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια μετακίνησης των επιφανειών ελέγχου και έτσι δεν θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται καμία δύναμη αντίδρασης στα χειριστήρια. Αυτή την αίσθηση της αντίδρασης αναλαμβάνει να του δώσει η μονάδα ARTHUR η οποία με ειδικά ελατήρια (artificial feel units) αντιστέκεται στις μετατοπίσεις των χειριστηρίων από τον πιλότο. Επειδή όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα του αεροπλάνου, η μετατόπιση των επιφανειών ελέγχου κατά κάποια δεδομένη γωνία προκαλεί γρηγορότερη στροφή του αεροπλάνου (με συνέπεια μεγαλύτερες επιταχύνσεις στο θάλαμο επιβατών) το σύστημα ARTHUR αυτορυθμίζεται ανάλογα με την ταχύτητα του αεροπλάνου. Συνέπεια της βλάβης στη λειτουργία του συστήματος ARTHUR είναι ο πιλότος να εφαρμόζει σε υψηλές ταχύτητες πτήσης μεγάλες αποκλίσεις στα πηδάλια του αεροσκάφους, χωρίς να έχει τη σωστή αίσθηση των συνεπειών που θα έχει η εφαρμογή των μεγάλων αποκλίσεων στις επιταχύνσεις του αεροσκάφους. Όπως αναφέρεται στην έκθεση προανάκρισης αεροπορικού ατυχήματος ΥΠΑ, οι περισσότεροι χειριστές του ως άνω αεροσκάφους ανέφεραν πως η βλάβη αφής του PITCH FEEL, εμφανιζόταν συχνά στο αεροσκάφος. Ειδικά ο AA ανέφερε ότι "με δεδομένο ότι το PITCH FEEL έσβηνε πριν την προσγείωση, οι τεχνικοί μας είχα διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε ουσιαστικό πρόβλημα". Επίσης από το LOGBOOK του αεροσκάφους ή τις αναφορές των χειριστών δεν προκύπτει αν υπήρχε αφή ή όχι του ενδεικτικού φωτός PITCH FEEL μετά την προσγείωση του αεροσκάφους. Η σποραδική εγγραφή της αφής του ενδεικτικού φωτός PITCH FEEL, οκτώ (8) φορές εκτός τριετίας, δεν απεικόνιζε την πραγματικότητα με αποτέλεσμα, αν και ήταν ουσιαστικά συχνό φαινόμενο, να μην χαρακτηρίζεται και τυπικά ως επαναλαμβανόμενη παρατήρηση και ουδέποτε εντοπίστηκε η αιτία, ώστε να αποκατασταθεί οριστικά η βλάβη. Η κατασκευάστρια εταιρεία δεν είχε διευκρινίσει επαρκώς τον τρόπο διερεύνησης και εντοπισμού της βλάβης, δεν ανέφερε περιορισμό της ταχύτητας, όπως έπραξε μετά το ατύχημα ούτε επεσήμανε τις επιπτώσεις που μπορεί να προκαλέσει η συγκεκριμένη βλάβη. Ο τρόπος που το πλήρωμα διερεύνησε τη βλάβη δεν προβλέπεται από θεσμοθετημένη διαδικασία (εταιρική ή του κατασκευαστή) και αποδείχθηκε μη αποτελεσματικός, αφού τελικά δεν διαπιστώθηκε η βλάβη. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι τόσο οι χειριστές όσο και οι τεχνικοί δεν είχαν πλήρη γνώση της βλάβης για την οποία τους προειδοποιούσε η αφή PITCH FEEL, ερμήνευαν λάθος το σβήσιμο του φωτός κάτω από τα 210 Κnotς (ναυτικά μίλια) και εκλάμβαναν ότι η βλάβη είχε αποκατασταθεί από μόνη της και ως εκ τούτου δεν απαιτούσε διερεύνηση και θεραπεία. Αυτή η κατάσταση επειδή επαναλαμβανόταν, δημιούργησε εφησυχασμό σε χειριστές και τεχνικούς. Οι χειριστές έγραφαν την παρατήρηση, με αποτέλεσμα να μη διαφαίνεται η συχνότητα της βλάβης και να θεωρούν την αφή PITCH FEEL ως ενδεικτική, εξαντλώντας τη λήψη προληπτικών μέτρων μόνο κατά την κρίσιμη φάση της προσγείωσης. Έχοντας αυτά τα δεδομένα, στις 14.9.1999 οι χειριστές του ως άνω αεροσκάφους αποφάσισαν τη συνέχιση της πτήσης προς το Βουκουρέστι, με το φως PITCH FEEL αναμμένο, θεωρώντας ότι δεν υπήρχε πρόβλημα στο αεροσκάφος. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αισθητήρες (ποτενσιόμετρα), που ρυθμίζουν και επηρεάζουν την καλή λειτουργία του συστήματος ARTHUR, ήταν από την κατασκευή τους ελαττωματικοί και ο καινούργιος αισθητήρας που τοποθετήθηκε μετά από προμήθεια από την κατασκευάστρια εταιρεία Dassault, ήταν του ίδιου αριθμού σειράς που βρέθηκε ελαττωματικός. Έτσι η βλάβη του συστήματος ARTHUR δεν ήταν δυνατόν να αποκατασταθεί σε καμία περίπτωση, δεδομένου ότι τα παραπάνω εξαρτήματα ήταν ελαττωματικά, γεγονός που γνώριζε η κατασκευάστρια εταιρεία και μόνο εάν αντικαθίστατο με αξιόπιστα θα υπήρχε η δυνατότητα αποκατάστασης της βλάβης. Επίσης η παραπάνω βλάβη του συστήματος ARTHUR είναι σοβαρότατη με άκρως επικίνδυνες συνέπειες για την πτητική ασφάλεια του αεροσκάφους, εν όψει μάλιστα και του ότι η σημασία αυτή της βλάβης αρχίζει να αναδεικνύεται με την ανάπτυξη ταχύτητας από 260 Knots και πάνω, ταχύτητας όμως που είναι πολύ σύνηθες να αναπτυχθεί σε αεροπλάνο, ενώ κατά την πτήση είναι ενδεχόμενο να συμβεί και απότομος ελιγμός του αεροπλάνου από τον πιλότο, οπότε το σύστημα ARTHUR δεν προστατεύει το αεροπλάνο και τους επιβαίνοντες από την ανάπτυξη επιταχύνσεων που σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή λειτουργεί το σύστημα ARTHUR, παρέχει αυτήν την προστασία. 'Οπως προαναφέρθηκε, η βλάβη του συστήματος ARTHUR δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί στο έδαφος από τους τεχνικούς, αφού η λυχνία του PITCH FEEL θα έπρεπε να ανάβει και στο έδαφος μετά την προσγείωση, ενόψει του ότι πιέζονταν τα σκέλη προσγείωσης, σύμφωνα με τα τεχνικά εγχειρίδια, πράγμα όμως που δεν συνέβαινε, παραπλανώντας έτσι τους τεχνικούς στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για πραγματική βλάβη αλλά για λανθασμένες ενδείξεις της λυχνίας του PITCH FEEL. Επίσης, όπως αναφέρεται στο πόρισμα της ΥΠΑ, υπήρχε αδυναμία της βιβλιογραφίας του αεροσκάφους FALCON 900 σε ότι αφορά την αντιμετώπιση μιας βλάβης του ARTHUR SYSTEM, ήτοι ενώ στο εγχειρίδιο MMEL (Master Minimum Equipment List) για την περίπτωση που το φως PITCH FEEL ανάψει στο έδαφος παρέχεται η δυνατότητα στο πλήρωμα να αποδεχθεί το αεροσκάφος για πτήση τηρώντας τα αναφερόμενα όρια ταχύτητας, αντίθετα στο AFM-εγχειρίδιο πτήσης του αεροσκάφους (Air Flight Manual), δεν αναφέρεται περιορισμός ταχύτητας, παρά μόνο για τα αεροσκάφη νηολογίου Καναδά, Μεγάλης Βρετανίας και Βραζιλίας (με πρωτοβουλία των εθνικών αρχών πολιτικής αεροπορίας των χωρών αυτών). Ακόμη λόγω της ιδιαιτερότητας στη σχεδίαση χειρισμού του αυτόματου πιλότου, που μπορούσε να οδηγήσει τα αεροσκάφη FALCON σε επικίνδυνες καταστάσεις, ο κατηγορούμενος δεν μερίμνησε για την έκδοση δελτίου σύστασης, το οποίο να υπενθυμίζει στους κυβερνήτες αεροσκαφών FALCON ότι κατά την πτήση με ενεργοποιημένο τον αυτόματο πιλότο δεν πρέπει να εφαρμόζουν χειρωνακτικώς δυνάμεις επί του χειριστηρίου. Άλλωστε από καταθέσεις της αεροσυνοδού και μίας επιβάτιδος προκύπτει ότι το αεροσκάφος στην αρχή εισήλθε σε ελαφρά άνοδο και κατόπιν σε απότομη ρύθμιση. Η απενεργοποίηση του αυτόματου πιλότου έγινε μετά τη βύθιση του αεροσκάφους επειδή ο κυβερνήτης τράβηξε με δύναμη και ταχύτητα το χειριστήριο για να ανυψώσει το αεροσκάφος. Σε παρόμοιο ατύχημα που συνέβη στις 9.10.1999 στο Grand Rapids του Michigan USA συνέβησαν παρόμοια περιστατικά. Ειδικότερα στην περίπτωση αυτή στο πλήρωμα δόθηκε εντολή να κατέβει στα 11.000 πόδια και το αεροσκάφος κατέβαινε με τον αυτόματο πιλότο σε λειτουργία Vertical Speed Mode. Τότε ο κυβερνήτης προσπάθησε χειροκίνητα χωρίς να απεμπλέξει τον αυτόματο πιλότο να σταματήσει την κάθοδο του αεροσκάφους στα 11.000 πόδια και τράβηξε το πηδάλιο προς τα πίσω. Όταν ελάττωσε την επενέργεια του επί των χειριστηρίων, το αεροπλάνο βούτηξε προς τα κάτω βιαίως και επακολούθησαν τρεις ή τέσσερις βίαιες ταλαντώσεις με μέγιστες επιταχύνσεις +3, 3g κα-1,2 g. Αποτέλεσμα ήταν η αεροσυνοδός που δεν ήταν δεμένη με ζώνη ασφαλείας να σπάσει τον ώμο της και να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Μετά και το δεύτερο αυτό ατύχημα η DASSAULT στις 18.10.1999 και η D.G.A.C. Γαλλίας στις 21.10.1999 εξέδωσαν δελτίο σύστασης με το οποίο υπενθύμισαν στους κυβερνήτες FALCON ότι κατά την πτήση με ενεργοποιημένο τον αυτόματο πιλότο δεν πρέπει να εφαρμόζουν χειρωνακτικώς δυνάμεις επί του χειριστηρίου, προσπαθώντας να ελέγξουν το αεροσκάφος και αν χειροκίνητος έλεγχος του αεροσκάφους ήταν απαραίτητος ή επιθυμητός, τότε έπρεπε να πιάνουν το χειριστήριο και να απενεργοποιούν τον αυτόματο πιλότο με οποιοδήποτε κουμπί είναι διαθέσιμο για την απενεργοποίηση, να χειρίζονται χειροκίνητα το αεροσκάφος όπως απαιτείται και αφού ελέγξουν το αεροσκάφος να επανεργοποιούν τον αυτόματο πιλότο. Επίσης η DGAG Γαλλίας στις 17.11.1999 εξέδωσε την υποχρεωτική σε εφαρμογή οδηγία AD No 1999-464-029 (B) η οποία επέβαλε μείωση της ταχύτητας σε 260 Knots ή 0.76 mach σε περίπτωση που η λυχνία του συστήματος Pitch Feel ήταν αναμμένη. Επομένως η έκδοση της ανωτέρω οδηγίας απέδειξε ότι η Dassault αναγνώρισε έμμεσα εκ των υστέρων ότι η ιδιαιτερότητα στη σχεδίαση χειρισμού του αυτόματου πιλότου μπορούσε να οδηγήσει τα αεροσκάφη FALCON σε επικίνδυνες καταστάσεις και τέτοιοι χειρισμοί δεν ήταν καθόλου απίθανοι να γίνουν από πιλότους που είχαν εκπαιδευτεί και σε άλλους τύπους αεροσκαφών, με διαφορετικό σχεδιασμό αυτόματου πιλότου, αλλά η DASSAULT, αν και γνώριζε τους κινδύνους αυτούς δεν ενημέρωσε τους πιλότους πριν να συμβούν τα ατυχήματα. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η βλάβη του συστήματος ARTHUR λόγω της ελαττωματικότητας των ποτενσιόμετρων και της οποίας βλάβης δεν υπήρχε δυνατότητα ανίχνευσης επί του εδάφους από τους τεχνικούς που είχαν την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν υπήρχε πραγματική βλάβη, δημιουργούσε σε υψηλές ταχύτητες επικίνδυνη κατάσταση για την ασφαλή πτήση του FALCON και την ασφάλεια της αεροπλοΐας και των επιβαινόντων. Έτσι καθένας από τους παραπάνω παράγοντες δηλαδή της σχεδίασης του χειρισμού του αυτόματου πιλότου, της διαρκούς βλάβης του συστήματος ARTHUR λόγω της ελαττωματικότητας των ποτενσιόμετρων, της μη δυνατότητας ανίχνευσης της βλάβης του συστήματος ARTHUR επί του εδάφος από τους τεχνικούς που δημιουργούσε την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν υπήρχε πραγματική βλάβη, δημιουργούσαν επικίνδυνη κατάσταση για την ασφαλή πτήση του αεροσκάφους, των επιβαινόντων και την ασφάλεια της αεροπλοΐας.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες μαζί συνδυαζόμενοι με την ανάπτυξη ταχύτητας άνω των 260 Knots αποτελούσαν μία εν δυνάμει επικίνδυνη κατάσταση για την ασφαλή πτήση του αεροσκάφους και τη ζωή των επιβαινόντων. Την παραπάνω επικίνδυνη κατάσταση και τους κινδύνους για το αεροσκάφος, τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των επιβαινόντων γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος Χ, ως τεχνικός διευθυντής της κατασκευάστριας εταιρείας "DASSAULT AVIATIONS S.Α.". Ειδικότερα δε αυτός προέβλεψε ως δυνατή την επέλευση του κινδύνου να διαταραχθεί η ασφάλεια της αεροπλοΐας, η ασφαλής πτήση του αεροσκάφους και ο τραυματισμός και ακόμη ο θάνατος των επιβαινόντων, αποδέχτηκε όμως όποιο αποτέλεσμα ήθελε προκύψει από τα ελαττώματα του αεροσκάφους δηλαδή και τον τραυματισμό και το θάνατο των επιβαινόντων ακόμη δε και τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων της εταιρείας από την ανάληψη της υποχρεώσεως αποζημιώσεως και τη δυσφήμηση της, για να επιτύχει το σκοπό του, που ήταν η εμπορικότητα του αεροσκάφους, αφού η αναγραφή στο AFM-εγχειρίδιο πτήσης του αεροσκάφους (Air Flight Manual) του υποχρεωτικού εριορισμού ορίου ταχύτητας σε 260 Knots ή 0.7 mach σε περίπτωση αφής της λυχνίας Pitch Feel για όλα τα αεροσκάφη τύπου FALCON θα τα καθιστούσε μη ανταγωνιστικά και θα κατέρριπτε την προβολή τους ως ασφαλών και ταχύτατων. Αν λοιπόν η κατασκευάστρια εταιρεία επέβαλε περιορισμό της ταχύτητας σε όλα τα FALCON ανεξαρτήτως νηολογίου, το εν λόγω προϊόν της θα έχανε το βασικότερο πλεονέκτημα που το καθιστά εξαιρετικά προσφιλές στους αγοραστές του με συνέπεια την αναπότρεπτη μείωση των πωλήσεων και των εντεύθεν κερδών της. Όμως επέλεξε συνειδητά να αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο τη συγκεκριμένη ιδιαίτερα σοβαρή για την ασφάλεια των πτήσεων βλάβη που παρουσιάζεται στον ίδιο τύπο αεροσκάφους (FALCON 900) κατά τη διάρκεια της πτήσης. Η παράλειψη αυτή ενώ είχε αναγνωριστεί από την κατασκευάστρια, αφού είχε προβεί πριν το επίδικο ατύχημα σε διορθωτικές συμπληρώσεις του AFM για τα αεροσκάφη που είχαν διατεθεί στη Βραζιλία, Καναδά και Μεγάλη Βρετανία. Παρά ταύτα εξακολούθησε την ίδια εγκληματική αδιαφορία και δεν προέβη σε διόρθωση του ορίου ταχύτητας στα 260 Knots και σε αεροσκάφη που είχαν διατεθεί σε άλλα κράτη. Εξ αυτού συνάγεται ότι γνώριζε το πρόβλημα για μείωση της ταχύτητας στα 260 Knots σε περίπτωση βλάβης του ARTHUR και όμως δεν προέβη σε έκδοση διορθωτικής οδηγίας παρά μόνο μετά το επίδικο ατύχημα (14.9.1999) και το παρόμοιο ατύχημα που συνέβη στις 9.10.1999 στο Grand Rapids του Michigan USA, ούτε έκανε συστάσεις και εισηγήσεις προς τους υπόλοιπους χρήστες του FALCON για θέσπιση αντίστοιχου περιορισμού αλλά ούτε προέβη σε συγκεκριμένη εισήγηση προς τη Γαλλική Γενική Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας (εποπτεύουσα αρχή της κατασκευάστριας εταιρείας) να προκαλέσει απόφαση της τελευταίας για την έκδοση της προαναφερόμενης οδηγίας. Επίσης γνώριζε την ιδιαιτερότητα στη σχεδίαση χειρισμού του αυτόματου πιλότου (βλ. ανωτέρω οδηγία) που μπορούσε να οδηγήσει τα αεροσκάφη FALCON σε επικίνδυνες καταστάσεις και τέτοιοι χειρισμοί δεν ήταν καθόλου απίθανοι να γίνουν από πιλότους που είχαν εκπαιδευτεί και σε άλλους τύπους αεροσκαφών, με διαφορετικό σχεδιασμό αυτόματου πιλότου. Παρ' όλα αυτά αν και γνώριζε τους κινδύνους αυτούς δεν ενημέρωσε τους πιλότους πριν συμβούν τα ατυχήματα. Έτσι ο κατηγορούμενος ο οποίος, λόγω της ιδιότητας του ως τεχνικού διευθυντή της κατασκευάστριας εταιρείας, γνώριζε όλα τ' ανωτέρω, δεν απώθησε από τη συνείδηση του το εγκληματικό αυτό αποτέλεσμα, αλλά το επιδοκίμασε και προχώρησε στην πράξη του, έστω κι αν επερχόταν το εν λόγω αποτέλεσμα δίνοντας προτεραιότητα έτσι στον ιδιοτελή σκοπό της μεγιστοποίησης του επιχειρηματικού κέρδους. Ο πιο πάνω κίνδυνος πράγματι επήλθε στην προκειμένη περίπτωση και επιβεβαιώθηκε η σοβαρότητα των ανωτέρω ελλείψεων στον τομέα ασφάλειας της αεροπλοΐας, καθόσον, όταν το αεροσκάφος διερχόταν από το επίπεδο των 15.000 ποδών, παρουσίασε επί είκοσι τέσσερα (24) δευτερόλεπτα μία σειρά από περίπου δέκα ανεξέλεγκτες βίαιες ταλαντώσεις ως προς τον άξονα ανόδου-καθόδου (δελφινισμούς - oscillations) κατά τη διάρκεια των οποίων αναπτύχθηκαν υπέρμετρες κατακόρυφες επιταχύνσεις προς τα κάτω και προς τα πάνω (θετικές και αρνητικές). Συνεπεία δε των ανωτέρω ισχυρών επιταχύνσεων ήταν όσοι από τους επιβαίνοντες δεν ήσαν προσδεδεμένοι με ζώνη ασφαλείας να χτυπούν με σφοδρότητα στην οροφή και κατόπιν στο δάπεδο του θαλάμου επιβατών, με αποτέλεσμα να προκληθούν σ' αυτούς βαρύτατοι τραυματισμοί. Μετά δε την προσγείωση του αεροσκάφους στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου διαπιστώθηκε ο θάνατος των επιβαινόντων ..., ..., ..., ..., ... και ... . Επίσης, οι ... και ... τραυματίστηκαν σοβαρά και ο τελευταίος απεβίωσε στις 19-9-1999, ενώ οι ... και ..., που φορούσαν ζώνες ασφαλείας στα καθίσματα τους, υπέστησαν ελαφρούς τραυματισμούς.
Εξάλλου, η παραπάνω ευθύνη του κατηγορουμένου με την προαναφερόμενη ιδιότητα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η κατασκευάστρια εταιρεία "DASSAULT AVIATIONS S.A.", είχε αποστείλει στην "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε." το υπ' αριθμ. .../28.4.1992 τεχνικό δελτίο, το από Ιανουαρίου 1995 τεχνικό δελτίο και την ηλεκτρική βιβλιοθήκη του FALCON (cd-rom με τίτλο C.A.T.S), που αναφέρονται στη συγκεκριμένη βλάβη. Αυτό δε διότι τα ανωτέρω δελτία και ηλεκτρονική βιβλιοθήκη είχαν γενικό περιεχόμενο σε σχέση με τη συγκεκριμένη βλάβη, όφειλε δε η κατασκευάστρια εταιρεία σύμφωνα με τα ως άνω πορίσματα έρευνας του ατυχήματος, να είχε συμπεριλάβει κατά τρόπο εξειδικευμένο στο "εγχειρίδιο πτήσεως" του αεροσκάφους συγκεκριμένη οδηγία με βάση την οποία, όταν ανάψει η λυχνία του PITCH FEEL, ο κυβερνήτης οφείλει να μειώσει την ταχύτητα του αεροσκάφους κάτω από τους 260 κόμβους. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι οι αποδοθείσες στον κυβερνήτη του εν λόγω αεροσκάφους AA πράξεις και παραλείψεις, οι οποίες θεμελιώνουν συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) αυτού στο ως άνω αποτέλεσμα και για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος με την υπ' αριθμ. 4252/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και σωματική βλάβη από αμέλεια και υπό υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά συρροή), δεν αποκλείουν την αποδιδόμενη ως άνω υπαιτιότητα του κατηγορουμένου Χ στο ίδιο αξιόποινο αποτέλεσμα. Αυτό δε διότι η συμπεριφορά του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο και άμεση αιτιότητα ως προς το ως άνω επελθόν αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, κατά την κρατούσα στο ποινικό δίκαιο θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, το ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αυτού υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ' αυτό και άλλοι όροι, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμέλεια του πιο πάνω κυβερνήτη του αεροσκάφους. Εξάλλου, στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει διακοπή της αιτιώδους αυτής συνάφειας, αφού η παρεμβαλλόμενη ως άνω συμπεριφορά του ως άνω τρίτου (κυβερνήτη) δεν καθιστά ανενεργή τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου (βλ. σχ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 831/2006, ΑΠ 1441/2002 Δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητας του, γνώριζε τη σοβαρότητα των πιο πάνω πράξεων και παραλείψεων του και την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του να μην παραλείψει τις σχετικές ενέργειες, καθώς και ότι από την παράλειψη του αυτή ήταν ενδεχόμενο να προκύψει άρση της ασφάλειας της αεροπλοΐας και να δημιουργηθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και για άνθρωπο κίνδυνος ζωής ή υγείας, όπως και πράγματι, συνεπεία της συμπεριφοράς του αυτής επήλθε θάνατος και τραυματισμός ανθρώπων".
Για να καταλήξει στο άνω συμπέρασμα δέχθηκε με (επιτρεπτή) καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ..., ..., ΒΒ, AA, ..., ...και ..., όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα , σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος, ... στις 14-9-1999 μετέβαινε με το αεροσκάφος FALCON στο Βουκουρέστι προκειμένου να συμμετάσχει ως εκπρόσωπος της χώρας στην Διαβαλκανική Διάσκεψη του Βουκουρεστίου. Στο παραπάνω αεροσκάφος επίσης επέβαιναν ο γιος του ..., ο ..., ο ..., η ..., ο ..., ο ..., ο ..., ο ..., η ... και η .... Το αεροσκάφος απογειώθηκε από την Αθήνα στις 20:17 τοπική ώρα με προορισμό το αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου. Κυβερνήτης ήταν ο AA και συγκυβερνήτης ο ΒΒ. Λίγο μετά την απογείωση, στον πίνακα οργάνων του αεροπλάνου άναψε η ενδεικτική λυχνία PITCH FEEL (η συγκεκριμένη λυχνία ανάβει όταν υπάρχει δυσλειτουργία του συστήματος ARTHUR το οποίο παρέχει στον κυβερνήτη "τεχνητή αίσθηση" των πηδαλίων του αεροσκάφους). Ο κυβερνήτης του αεροσκάφους απέμπλεξε με τον ειδικό διακόπτη τον αυτόματο πιλότο, για να ελέγξει ο ίδιος το σύστημα αίσθησης των πηδαλίων, ότε και διαπίστωσε ότι, παρά την αφή της λυχνίας "PITCH FEEL", δεν είχε καμία αίσθηση δυσλειτουργίας των πηδαλίων ύψους-βάθους στα χειριστήρια. Δηλαδή, κατά την ανάληψη εκ μέρους του της διακυβέρνησης του αεροσκάφους, δεν αντιλήφθηκε στα χειριστήρια διαφορετική αίσθηση αντίδρασης, από αυτή που θα έπρεπε να υπάρχει στα πηδάλια ύψους-βάθους, και όποιες εντολές έδινε στα χειριστήρια αντιλαμβανόταν ότι αυτές εκτελούσε και το αεροσκάφος, Αφού ο κυβερνήτης ενέπλεξε και πάλι τον αυτόματο πιλότο, η πτήση συνεχίσθηκε φτάνοντας στο ύψος των 40.000 ποδών. Μετά από 47 λεπτά από την απογείωση από την Αθήνα οι υπηρεσίες εναέριας κυκλοφορίας της Ρουμανίας εξουσιοδότησαν την κάθοδο του αεροσκάφους στο επίπεδο των 15.000 ποδών. Η κάθοδος γινόταν με την χρήση του αυτόματου πιλότου, στον οποίο είχε επιλεγεί τρόπος καθόδου, σταθερής ταχύτητας καθόδου 2.500 ποδών ανά λεπτό. Η ταχύτητα του αεροσκάφους, ενδεικνυόμενη στα όργανα του πιλοτηρίου, ήταν 325 - 332 κόμβοι (κόμβοι ή knots - ναυτικά μίλια ανά ώρα).Όταν το αεροσκάφος διήρχετο από το επίπεδο των 15.000 ποδών παρουσίασε επί 24 δευτερόλεπτα μια σειρά από δέκα περίπου ανεξέλεγκτες βίαιες ταλαντώσεις (δελφινισμούς ή oscillations) δηλαδή τοξοειδείς κινήσεις και ελιγμούς, όμοιους με πηδήματα δελφινιών πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας αλλά και μέσα σ'αυτήν, ως προς τον άξονα ανόδου καθόδου, κατά την διάρκεια των οποίων αναπτύχθηκαν υπέρμετρες κατακόρυφες, προς τα κάτω και προς τα επάνω (θετικές και αρνητικές) επιταχύνσεις. Συνέπεια των ανωτέρω ισχυρών επιταχύνσεων ήταν ότι όσοι επιβαίνοντες δεν ήσαν προσδεδεμένοι με ζώνη ασφαλείας να χτυπούν με σφοδρότητα στην οροφή και κατόπιν στο δάπεδο του θαλάμου επιβατών, με αποτέλεσμα να προκληθούν βαρύτατοι τραυματισμοί σ' όσους επιβαίνοντες δεν ήταν προσδεδεμένοι. Οι ταλαντώσεις του αεροσκάφους, σταμάτησαν στο ύψος των 13.000 ποδών περίπου και το αεροσκάφος ανέκτησε την κανονική του πορεία. Τότε οι χειριστές του αεροσκάφους δήλωσαν μέσω ασυρμάτου στις Υπηρεσίες Εναέριας Κυκλοφορίας της Ρουμανίας "κατάσταση ανάγκης" και ζήτησαν την ύπαρξη ασθενοφόρων στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου, όπου τελικά το αεροσκάφος προσγειώθηκε στις 21:31 τοπική ώρα. Μετά την προσγείωση διαπιστώθηκε ο θάνατος των επιβαινόντων ..., ..., ..., ..., ... και ... . Οι ... και ... τραυματίσθηκαν βαριά, ο δεύτερος όμως απεβίωσε την 19/9/1999. Οι ... και ..., που φορούσαν τις ζώνες ασφαλείας στα καθίσματα τους, υπέστησαν ελαφρούς τραυματισμούς. Τα αίτια του παραπάνω ατυχήματος διερευνήθηκαν από: α) την Υ.Π.Α. (Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας) από την οποία συντάχθηκε έκθεση προανάκρισης αεροπορικού ατυχήματος, βάσει της οποίας συντάχθηκε το πόρισμα αεροπορικού ατυχήματος από το Ανακριτικό Συμβούλιο Αεροπορικών Ατυχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, β) τους πραγματογνώμονες ΓΓ και ΔΔ οι οποίοι συνέταξαν έκθεση πραγματογνωμοσύνης και γ) την Επιθεώρηση Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Μεταφορών της Ρουμανίας από την οποία συντάχθηκε έκθεση του ατυχήματος. Από τις παραπάνω πραγματογνωμοσύνες προέκυψε ότι : Υπήρχε βλάβη στην λειτουργία του συστήματος ARTHUR του αεροσκάφους. To σύστημα ARTHUR, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, είναι ένα σύστημα το οποίο παρέχει στον κυβερνήτη "τεχνητή αίσθηση" των πηδαλίων του αεροσκάφους. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί οι εντολές-κινήσεις του πιλότου επί των χειριστηρίων μεταφέρονται με συνδεσμολογίες τροχαλιών και μοχλών στις κινητές επιφάνειες ελέγχου πτήσεως του αεροπλάνου (πηδάλια), όχι άμεσα επ' αυτών (όπως γινόταν στα πρώτα χρόνια της αεροπλοΐας και που δίνει την αίσθηση της αεροδυναμικής αντίστασης), αλλά έμμεσα, δηλαδή οι εντολές του πιλότου μεταφέρονται σε υδραυλικές μονάδες, οι οποίες αναλαμβάνουν να κινήσουν τις επιφάνειες ελέγχου πτήσης, σύμφωνα με τις κινήσεις που κάνει ο πιλότος επί των χειριστηρίων. Έτσι όμως, επειδή όλο το έργο της μετακίνησης των επιφανειών ελέγχου το αναλαμβάνουν οι υδραυλικές μονάδες και όχι ο πιλότος, αυτός δεν καταβάλλει καμμία προσπάθεια μετακίνησης των επιφανειών ελέγχου και έτσι δεν θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται καμμία δύναμη αντίδρασης στα χειριστήρια. Αυτήν την αίσθηση της αντίδρασης αναλαμβάνει να του δώσει τι μονάδα ARTHUR η οποία με ειδικά ελατήρια (artificial feel units) αντιστέκεται στις μετατοπίσεις των χειριστηρίων από τον πιλότο. Επειδή όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα του αεροπλάνου, η μετατόπιση των επιφανειών ελέγχου κατά κάποια δεδομένη γωνία προκαλεί γρηγορότερη στροφή του αεροπλάνου, με συνέπεια μεγαλύτερες επιταχύνσεις στον θάλαμο επιβατών, το σύστημα ARTHUR αυτορυθμίζεται ανάλογα με την ταχύτητα του αεροπλάνου, δηλαδή σε υψηλότερες ταχύτητες η αίσθηση που δίνει στον πιλότο είναι περισσότερο "σκληρή",σε αντιστοιχία με τις υψηλότερες επιταχύνσεις που θα δημιουργηθούν από την μετακίνηση του χειριστηρίου εκ μέρους του πιλότου, και σε χαμηλότερες ταχύτητες η αίσθηση που δίνει είναι πιο "μαλακή". Στο προαναφερθέν αεροπλάνο, το σύστημα ARTHUR είχε δύο επίπεδα σκληρότητος λειτουργίας, ένα επίπεδο με "μαλακή" αίσθηση (LOW ARTHUR) για χαμηλές ταχύτητες και ένα με "σκληρή" αίσθηση (HIGH ARTHUR) για υψηλές ταχύτητες. Συνέπεια της βλάβης στην λειτουργία του συστήματος ARTHUR είναι ο πιλότος να εφαρμόζει σε υψηλές ταχύτητες πτήσεις μεγάλες αποκλίσεις στα πηδάλια του αεροσκάφους, χωρίς να έχει την σωστή αίσθηση των συνεπειών, που θα έχει η εφαρμογή των μεγάλων αποκλίσεων στις επιταχύνσεις του αεροσκάφους. Όπως αναφέρεται στην έκθεση προανάκρισης αεροπορικού ατυχήματος Υ.Π.Α. (σελ. 111), οι περισσότεροι χειριστές του FALCON, ανέφεραν πως η βλάβη αφής του PITCH FEEL, εμφανιζόταν συχνά στο αεροσκάφος. Ειδικά ο AA, ανέφερε ότι "με δεδομένο ότι το PITCH FEEL έσβηνε πριν την προσγείωση, οι τεχνικοί τους είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε ουσιαστικό πρόβλημα". Επίσης από το LOGBOOK του αεροσκάφους ή τις αναφορές των χειριστών δεν προκύπτει αν υπήρχε αφή η όχι, του ενδεικτικού φωτός PITCH FEEL μετά την προσγείωση του αεροσκάφους. Η σποραδική εγγραφή της αφής του ενδεικτικού φωτός PITCH FEEL, οκτώ (8) φορές εντός τριετίας, δεν απεικόνιζε τη πραγματικότητα, με αποτέλεσμα αν και ήταν ουσιαστικά συχνό φαινόμενο να μην χαρακτηρίζεται, και τυπικά, ως επαναλαμβανόμενη παρατήρηση και ουδέποτε εντοπίσθηκε η αιτία, ώστε να αποκατασταθεί οριστικά η βλάβη. Η κατασκευάστρια εταιρία δεν είχε διευκρινίσει επαρκώς τον τρόπο διερεύνησης και εντοπισμού της βλάβης και δεν ανέφερε περιορισμό της ταχύτητας, όπως έπραξε μετά το ατύχημα, ούτε επεσήμανε τις επιπτώσεις που μπορεί να προκαλέσει η συγκεκριμένη βλάβη. Ο τρόπος που το πλήρωμα διερεύνησε την βλάβη δεν προβλέπεται από θεσμοθετημένη διαδικασία (εταιρική ή του κατασκευαστού) και αποδείχθηκε μη αποτελεσματικός, αφού τελικά δεν διαπιστώθηκε η πραγματική βλάβη. Παρά το γεγονός, ότι αυτή η βλάβη απασχολούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα τα πληρώματα, εν τούτοις φαίνεται, ότι δεν αντιμετωπίσθηκε με την ανάλογη σοβαρότητα από τους χειριστές και τους επιβλέποντες, ώστε να αντιμετωπισθεί αναλόγως με τους τεχνικούς και την κατασκευάστρια εταιρία για την εξάλειψη του προβλήματος, (πόρισμα αεροπορικού ατυχήματος από το Ανακριτικό Συμβούλιο Αεροπορικών Ατυχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών σελ. 71). Από καταθέσεις χειριστών του FALCON προκύπτει, ότι το φως PITCH FEEL άναβε πολλές φορές κατά τη διάρκεια των πτήσεων αλλά οι τεχνικοί τους διαβεβαίωναν, ότι δεν υπήρχε ουσιαστικό πρόβλημα, διότι το φως έσβηνε πριν την προσγείωση, όταν κατέβαινε το σύστημα προσγείωσης. Το ίδιο αναφέρουν οι περισσότεροι χειριστές, που πετούσαν με το αεροσκάφος FALCON. Η εξήγηση αυτή βέβαια είναι λανθασμένη, διότι αυτή είναι φυσιολογική λειτουργία του συστήματος, όταν εκτείνονται τα SLATS (επιφάνειες ελέγχου καμπυλότητας της πτέρυγας στο εμπρός τμήμα της) και η ταχύτητα είναι κάτω από 210: knots θεωρείται ως κανονική θέση του ARTHUR Q UNIT και το φως σβήνει. Μετά την προσγείωση όμως όταν ένας διακόπτης στα σκέλη προσγείωσης του αεροσκάφους πιεστεί στο έδαφος, τότε το φως ανάβει και πάλι, για να επιβεβαιώσει την ανάγκη αποκατάστασης της βλάβης. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι τόσο οι χειριστές όσο και οι τεχνικοί δεν είχαν πλήρη γνώση της βλάβης για την οποία τους προειδοποιούσε η αφή PITCH FEEL, ερμήνευαν λάθος το σβήσιμο του φωτός κάτω από τα 210 knots το εκλάμβαναν, ότι η βλάβη είχε αποκατασταθεί από μόνη της και ως εκ τούτου δεν απαιτούσε διερεύνηση και θεραπεία. Αυτή η κατάσταση επειδή επαναλαμβανόταν, δημιούργησε εφησυχασμό σε χειριστές και τεχνικούς. Οι χειριστές δεν έγραφαν την παρατήρηση, με αποτέλεσμα να μην διαφαίνεται η συχνότητα της βλάβης και να θεωρούν την αφή PITCH FEEL ως ενδεικτική, εξαντλώντας τη λήψη προληπτικών μέτρων μόνο κατά την κρίσιμη φάση της προσγείωσης. Έχοντας αυτά τα δεδομένα, οι χειριστές στις 14/9/1999, αποφάσισαν τη συνέχιση της πτήσης προς Βουκουρέστι, με το φως PITCH FEEL αναμμένο, θεωρώντας, ότι δεν υπήρχε πρόβλημα στο αεροσκάφος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί η αδυναμία της βιβλιογραφίας του αεροσκάφους FALCON 900 σε ότι αφορά την αντιμετώπιση μιας βλάβης του ARTHUR SYSTEM, όπου ενώ στο MMEL για την περίπτωση που το φως PITCH FEEL ανάψει στο έδαφος, παρέχει τη δυνατότητα στο πλήρωμα να αποδεχθεί το αεροσκάφος για πτήση τηρώντας τα αναφερόμενα όρια ταχύτητας, σε αντίθεση με το AFM, όπου δεν αναφέρεται περιορισμός ταχύτητας, παρά μόνο για τα αεροσκάφη νηολογίου Καναδά, Μεγάλης Βρετανίας και Βραζιλίας. Η ανωτέρω διαφοροποίηση ως προς την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης βλάβης, για την οποία η εταιρεία DASSAULT απλά κοινοποίησε τις τροποποιήσεις των ανωτέρω Χωρών, χωρίς να κάνει πρόταση εφαρμογής του περιορισμού στο αεροσκάφος FALCON της Ολυμπιακής Αεροπορίας, άφησε περιθώρια διαφόρων ερμηνειών. Χαρακτηριστικό είναι ότι επανειλημμένα αναφέρθηκε από χειριστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας ότι το MMEL είναι μόνο για το έδαφος και ο περιορισμός των 260 KNOTS δεν ισχύει στην περίπτωση που η βλάβη εμφανισθεί στην πτήση. Γενικώς από όλα τα ανωτέρω φαίνεται, ότι η αντιμετώπιση βλάβης στο ARTHUR SYSTEM δεν διευκρινίζεται από την υφιστάμενη βιβλιογραφία. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η DASSAULT δεν εφήρμοσε την ίδια πολιτική αντιμετώπισης βλάβης για ένα τόσο σοβαρό θέμα που έχει σχέση με την Ασφάλεια Πτήσεων και επίσης ότι δεν ενεργοποιήθηκαν οι αρμόδιες Υπηρεσίες της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της ΥΠΑ για αποσαφήνιση της κατάστασης, (πόρισμα αεροπορικού ατυχήματος από το Ανακριτικό Συμβούλιο Αεροπορικών Ατυχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών σελ. 72-73). Η έλλειψη αναφοράς στο AIRPLANE FLIGHT MANUAL (AFM) σχετικά με τη μη αφή του ενδεικτικού φωτός PITCH FEEL κάτω από τα 210 knots, όπου η λειτουργία του ARTHUR ACTUATOR είναι ανενεργός, όταν τα SLATS είναι εκτεταμένα (φυσιολογική λειτουργία), κατά τη διαδικασία προσέγγισης του αεροσκάφους για προσγείωση, δημιούργησε την εσφαλμένη εντύπωση και αντίστοιχο εφησυχασμό, ότι η βλάβη δεν ήταν πραγματική. Για το λόγο αυτό και δεδομένου, ότι δεν είχε καταγραφεί ποτέ στο LOGBOOK του αεροσκάφους κατά τη διάρκεια του AUTO SELF TEST αφή του PITCH FEEL στο έδαφος, η αφή κατά τη διάρκεια της πτήσης δεν είχε θεωρηθεί ως πραγματική βλάβη και ως τέτοια αντιμετωπιζόταν από χειριστές και τεχνικούς. Από τους εργαστηριακούς ελέγχους προέκυψε, ότι η αφή του ενδεικτικού φωτός PITCH FEEL στην παραπάνω πτήση στις 14/9/1999 προειδοποιούσε για πραγματική βλάβη του ARTHUR SYSTEM, αφού τα συγκροτήματα HORIZONTAL STABILIZER POSITION SENSOR 4CF και ELEVATOR ARTHUR ACTUATOR 43CW ήταν εκτός ορίου κατασκευαστή. Η βλάβη των ποτενσιόμετρων των ανωτέρω δύο μονάδων προϋπήρχε για αρκετό χρονικό διάστημα (πόρισμα αεροπορικού ατυχήματος από το Ανακριτικό Συμβούλιο Αεροπορικών Ατυχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών σελ. 97). Όσον αφορά την περίπτωση του ARTHUR UNIT INOPERATIVE που συνοδεύεται με αφή του ενδεικτικού φωτός PITCH FEEL, προκύπτει ότι υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση της κατάστασης από χρήστες αεροσκαφών νηολογίου διαφορετικών χωρών, αλλά υπάρχει και ανακολουθία στα αναγραφόμενα σε διάφορα εγχειρίδια του αεροσκάφους. Συγκεκριμένα: α) Στο MASTER MINIMUM EQUIPMENT LIST (MMEL) αναγράφεται ότι με την ανωτέρω βλάβη στο έδαφος, δύναται να εκτελεσθεί η πτήση με την προϋπόθεση να τηρηθεί ταχύτητα κάτω από 260 knots ή 0.76 MACH (η μονάδα ταχύτητος MACH αναφέρεται στην ταχύτητα του αεροσκάφους σχετικά με την ταχύτητα του ήχου δηλ. ταχύτητα 1 MACH σημαίνει ταχύτητα του αεροσκάφους ίση με την ταχύτητα του ήχου). Ο περιορισμός αφορά όλα τα αεροσκάφη FALCON-β) Η κατασκευάστρια εταιρεία DASSAULT AVIATION είχε προβεί σε προσθήκη διόρθωσης στο εγχειρίδιο AFM για αεροσκάφη FALCON νηολογίου Βραζιλίας, Καναδά και Μεγάλης Βρετανίας, μετά από αίτηση των αντιστοίχων ΥΠΑ, περιορισμού ταχύτητας 260 KNOTS για περιπτώσεις αφής PITCH FEEL εν πτήση, αλλά δεν έκανε συστάσεις και εισητήσεκ προς τους υπόλοιπους χρήστες του FALCON, για θέσπιση αντιστοίχου περιορισμού. γ) Σε κανένα εγχειρίδιο δεν περιγράφεται ο τρόπος αναγνώρισης της βλάβης ούτε αναγράφεται ο περιορισμός ταχύτητας. Περιορισμός ταχύτητας εκδόθηκε από την κατασκευάστρια εταιρεία μετά το ατύχημα (πόρισμα αεροπορικού ατυχήματος από το Ανακριτικό Συμβούλιο Αεροπορικών Ατυχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών σελ. 101). Στα πρακτικά σεμιναρίου που έγινε τον Νοέμβριο του 1990 μεταξύ των εκμεταλλευομένων ομοιότυπα αεροσκάφη FALCON 900 διατυπώθηκαν τα όσα ελέχθησαν για το θέμα των περιπτώσεων της αφής του PITCH FEEL και στο έδαφος και στον αέρα. Οι συζητήσεις επί του θέματος κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τις περισσότερες φορές η αφή του PITCH FEEL οφείλεται στην ελαττωμένη αξιοπιστία των ποτενσιόμετρων και στο σύστημα κίνησης τους. Από πλευράς κατασκευαστού DASSAULT ελέχθη ότι ήταν υπό εξέταση το θέμα σχετικά με τροποποίηση της θέσης του μεταδότη εφοδιασμένου με νέα ποτενσιόμετρα άλλου όμως κατασκευαστή. Τα εν λόγω πρακτικά μέσα στα πλαίσια της καθιερωμένης υποχρεωτικής ενημέρωσης των ιδιοκτητών και εκμεταλλευομένων αεροσκαφών FALCON 900, από την κατασκευάστρια εταιρεία, περιλήφθηκαν στην υπ1 αριθ. 016 ενημερωτική επιστολή της DASSAULT προς όλους τους κατόχους του FALCON. Η παραπάνω υπ' αριθ. 016 ενημερωτική επιστολή της DASSAULT δεν απεστάλη στην ΟΑ για τον λόγο ότι το FALCON 900, ενετάγη στην ΟΑ μετά την πραγματοποίηση του ανωτέρω σεμιναρίου και συγκεκριμένα την 16/12/1992. Πριν την ένταξη του FALCON στην Ολυμπιακή Αεροπορία, στις 28/4/1992 η DASSAULT εξέδωσε το τεχνικό δελτίο υπ' αριθ. ... (SERVICE BULLETIN) που αφορούσε συνιστώμενη εκτέλεση εργασίας αντιστροφής των καλωδιώσεων στις επαφές των ποτενσιόμετρων. Του δελτίου αυτού η Ο.Α. ήταν και είναι κάτοχος από ημερομηνία όμως μη εξακριβωμένη. Τον Ιανουάριο του 1995 επανέρχεται η DASSAULT για το ίδιο θέμα επανεκδίδοντας το 0.105 Τεχνικό Δελτίο και συνιστά πάλι τις ανωτέρω εργασίες, με προσθήκη την αντικατάσταση ενός ελατηρίου κίνησης του μηχανισμού. Το γεγονός της ανωτέρω επανέκδοσης της συνιστώμενης οδηγίας δηλώνει, ότι υπήρχαν πληροφορίες στον κατασκευαστή αφής του PITCH FEEL, από διαφόρους εκμεταλλευόμενους τον τύπο του αεροσκάφους αυτού. Η ΟΑ ήταν κανονικός αποδέκτης του τεχνικού αυτού δελτίου. Από τον έλεγχο του αεροσκάφους μετά το ατύχημα στο Βουκουρέστι προέκυψε, ότι δεν είχε εκτελεσθεί η εφαρμογή του ανωτέρω δελτίου, (πραγματογνωμοσύνη Ακριβού Τσολάκη και Αλέξανδρου Φίσερ σελ. 35). Το 1995 είχε αναφερθεί βλάβη του αισθητήρα του οριζόντιου σταθεροποιητή (Η Ssensor) ως εξής : "No. 1 και No. 2 ποτενσιόμετρα πηδαλίου ύψους-βάθους αυτόματου πιλότου λανθασμένες ενδείξεις. Κατά τη διάρκεια της πτήσης ο σταθεροποιητής κινείται πάνω - κάτω με αμφότερους τους αυτόματους πιλότους αναίτια". Η βλάβη διορθώθηκε με την αντικατάσταση του αισθητήρα του οριζόντιου σταθεροποιητή. Ο αισθητήρας που τοποθετήθηκε, προμηθευμένος από τη Dassault, ήταν καινούργιος. Είναι ο ίδιος αριθμός σειράς που βρέθηκε ελαττωματικός κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος του 1999. Αυτός ο νέος αισθητήρας ήταν σε λειτουργία για χρονική περίοδο περίπου 4 ετών. (Τελική έκθεση της Επιθεώρησης Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Μεταφορών της Ρουμανίας σελ. 22). Σχετικά με την βιβλιογραφία του αεροσκάφους επισημαίνονται τα εξής: Όπως αναφέρεται στο πόρισμα της ΥΠΑ σχετικά με την βιβλιογραφία του αεροσκάφους, σύμφωνα με το οργανόγραμμα της ΟΑ, το τμήμα τεχνικής βιβλιοθήκης του τομέα μελετών της γενικής διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών, είναι υπεύθυνο για την τήρηση, ενημέρωση και αναθεώρηση της βιβλιογραφίας των αεροσκαφών που εκμεταλλεύεται η εταιρεία. Το παραπάνω τμήμα μετά την παραλαβή κάθε βιβλιογραφίας, την αποστέλλει στις υπηρεσίες της ΟΑ που είναι αποδέκτες σύμφωνα με τις λίστες διανομών. Επισημαίνεται, ότι η βιβλιοθήκη κάθε αεροσκάφους περιγράφεται στο Εγχειρίδιο Πτητικής Εκμετάλλευσης της εταιρείας και όταν εισάγεται στο στόλο ένα αεροσκάφος, η ΥΠΑ πρέπει να ελέγχει την βιβλιογραφία του συγκεκριμένου αεροσκάφους και να την εγκρίνει για χρήση. Όπως προκύπτει από έγγραφο της ΥΠΑ/Δ2 το AFM (AIRPLANE, FLIGHT MANUAL) ήταν το μόνο εγκεκριμένο εγχειρίδιο του αεροσκάφους FALCON 900. To AFM είναι το εγχειρίδιο πτήσης που καταρτίζεται από τον κατασκευαστή του αεροσκάφους, δηλαδή εν προκειμένω την Dassault. To AFM περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες προκειμένου να διασφαλιστεί η πλοϊμότητα του αεροσκάφους. To AFM πιστοποιείται μαζί με το αεροσκάφος και ένα αντίτυπο του κατατίθεται στην Αρχή Πιστοποίησης της χώρας κατασκευής (στην Γαλλία η εν λόγω αρχή είναι η D.G.A.C.). Κάθε μελλοντική τροποποίηση του AFM υποβάλλεται εκ νέου προς έγκριση στην ανωτέρω Εθνική Αρχή στην οποία και κατατίθεται. Ο κατασκευαστής, υποχρεούται επίσης να τηρεί το Γενικό Εγχειρίδιο Πτήσης (Master AFM) στο οποίο ενσωματώνει όλες τις τροποποιήσεις ή προσθήκες στο AFM, τις οποίες ζητά οιοδήποτε κράτος. Το Γενικό Εγχειρίδιο Πτήσης (Master AFM), μπορεί να προμηθευθεί οιοσδήποτε φορέας εκμεταλλεύσεως αεροσκάφους του τύπου αυτού, κατόπιν σχετικής παραγγελίας .Στη βιβλιοθήκη του Α/Φ FALCON δεν προβλέπεται CHECKLIST, το οποίο να εκδίδει η DASSAULT για τη χρήση επί του Α/Φ. Στο ανωτέρω αεροσκάφος χρησιμοποιείτο το CHECKLIST το οποίο εκδόθηκε από το εκπαιδευτικό κέντρο της FLIGHT SAFETY της Γαλλίας. Το εν λόγω CHECKLIST το οποίο φέρει την ένδειξη "Για εκπαιδευτικούς σκοπούς μόνο", σύμφωνα με μαρτυρίες χειριστών του FALCON ήταν το επίσημο CHECK LIST για το αεροσκάφος FALCON της Ο.Α. To CHECK LIST αυτό είναι εκδόσεως 1992 και δεν έχουν ενσωματωθεί σ' αυτό ανανεώσεις οι οποίες έχουν γίνει στο AFM και στο AIRCRAFT OPERATING MANUAL. Σε ειδική σημείωση του CHECK LIST αναφέρεται ότι αυτό περιέχει εκπαιδευτικές διαδικασίες και σε καμμία περίπωση δεν υποκαθιστά διαδικασίες που περιέχονται στο AIRPLANE FLIGHT MANUAL (AFM) καθώς επίσης αναθεωρήσεις σ' αυτό. Σε περίπτωση διαφορών προτεραιότητα έχει το AFM. H βιβλιοθήκη συνοδεύονταν και από αντίστοιχη ηλεκτρονική βιβλιοθήκη (CD-ROM) της εταιρείας DASSAULT για την συντήρηση και τον εντοπισμό των βλαβών του Α/Φ. Η ηλεκτρονική βιβλιοθήκη αποτελούνταν από δύο CD-ROM της εταιρείας DASSAULT εκ των οποίων το ένα αφορούσε την βιβλιογραφία AIRCRAFT MAINTENANCE MANUAL (εγχειρίδιο συντήρησης αεροσκάφους) και το δεύτερο αφορούσε TROUBLESHOOTING ASSISTANCE (βοήθημα εύρεσης βλαβών) με τον τίτλο CATS (COMPUTER ASSISTED TROUBLESHOOTING SYSTEM) βιβλιογραφία των αεροσκαφών υπάρχει το MINIMUM EQUIPMENT LIST (MEL) δηλαδή λίστα ελάχιστου εξοπλισμού, το οποίο χρησιμοποιείται ενόσω το αεροσκάφος παραμένει στο έδαφος και μέχρι την έναρξη της πτήσεως. Έναρξη δε της πτήσεως κατά την Διεθνή Νομοθεσία θεωρείται "η χρονική στιγμή που το αεροσκάφος κινείται πλέον δι' ιδίων δυνάμεων", όπως διευκρινίζεται στο από 5/6/2002 έγγραφο της ΥΠΑ. Ο σκοπός του MEL είναι ο καθορισμός προϋποθέσεων για την αποδοχή του Α/Φ για εκτέλεση πτήσης, με παρατηρήσεις αυτού επί του εδάφους που δεν επηρεάζουν την ασφάλεια του Α/Φ κατά την πτήση. Στη βιβλιογραφία του ανωτέρω αεροσκάφους εκδοχή του MEL και το οποίο εκδίδεται από τον κατασκευαστή του Α/Φ. Οι αερομεταφορείς μπορούν να εκπονούν τα δικά τους Minimum Equipment List (MEL) με την προσθήκη περισσότερων προϋποθέσεων τις οποίες επιθυμούν και οι οποίες προϋποθέσεις δεν μπορεί να είναι ελαστικότερες από αυτές που ορίζονται στο MMEL του κατασκευαστή. Η Ο Α δεν προέβη στην έκδοση δικού της εταιρικού MEL αλλά χρησιμοποιούσε το Master MEL (MMEL). Σύμφωνα με το εγχειρίδιο MASTER MINIMUM EQUIPMENT LIST (MMEL) του ανωτέρω Α/Φ FALCON υπάρχει περιορισμός που ορίζει ότι, σε περίπτωση αφής της λυχνίας βλάβης του ARTHUR UNIT στο έδαφος είναι δυνατή η πτήση του Α/Φ με τον όρο ότι η ταχύτητα δεν θα υπερβεί κατά την πτήση τα 260 knots (προφανώς για μεταφορά του Α/Φ με σκοπό την συντήρηση).Η ανωτέρω ρητή διατύπωση που υπάρχει στο MMEL, για τον περιορισμό της ταχύτητας για τα αεροσκάφη FALCON σε περίπτωση αφής της λυχνίας PITCH FEEL στο έδαφος, δεν υπάρχει στο AFM για την περίπτωση της εν λόγω αφής κατά την πτήση κατά την διάρκεια της οποίας υπερισχύει το AFM του MMEL. Από τα παραπάνω αναφερόμενα, προκύπτει ότι οι συνθήκες και τα αίτια του εν λόγω ατυχήματος είναι τα ακόλουθα : Το Α/Φ FALCON στις 14/9/1999 απογειώνεται από την Αθήνα στις 20:17 τοπική ώρα με προορισμό το αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου με κυβερνήτη τον AA και συγκυβερνήτη τον ΒΒ. Μετά από ένα λεπτό και τριάντα δευτερόλεπτα πτήσης ενεργοποιείται ο αυτόματος πιλότος. Λίγο μετά, κατά την διάρκεια της ανόδου και μετά την ανάσυρση των πτερυγίων υπεράντωσης (flaps and slats) στον πίνακα οργάνων του αεροπλάνου άναψε η ενδεικτική λυχνία "PITCH FEEL". Ο κυβερνήτης του αεροσκάφους, απενεργοποίησε με τον ειδικό διακόπτη τον αυτόματο πιλότο, για να ελέγξει ο ίδιος το σύστημα αίσθησης των πηδαλίων. Κατά τον έλεγχο διαπίστωσε ότι, παρά την αφή της λυχνίας "PITCH FEEL", δεν είχε καμία αίσθηση δυσλειτουργίας των πηδαλίων ύψους-βάθους στα χειριστήρια και σχημάτισε την λανθασμένη εντύπωση ότι η αφή της λυχνίας "PITCH FEEL" δεν ανταποκρίνονταν σε πραγματική βλάβη του αεροσκάφους. Αφού ο κυβερνήτης επανενεργοποίησε τον αυτόματο πιλότο, η πτήση συνεχίσθηκε φτάνοντας στο ύψος των 40.000 ποδών. Η λυχνία "PITCH FEEL" έμεινε συνεχώς αναμμένη καθ' όλη την διάρκεια της πτήσης και κατά την διάρκεια της καθόδου μέχρις ότου έγινε η έκταση των slats. Mετά από 47 λεπτά πτήσης άρχισε η κάθοδος του αεροπλάνου στο επίπεδο των 15000 ποδών (FL 150) με τον αυτόματο πιλότο ενεργοποιημένο σε τρόπο λειτουργίας σταθερής ταχύτητας καθόδου (Vertical Speed MODE) 2.500 ποδών ανά λεπτό. Κατά την διάρκεια της καθόδου η ταχύτητα του αεροσκάφους αυξήθηκε από 240 knots σε 332 knots. Στα 12 λεπτά από την κορυφή της καθόδου (TOD) προσεγγίζοντας στο FL 150 (15000 πόδια) ο συγκυβερνήτης ζήτησε και άλλη κάθοδο και λίγο πριν το FL 150 (15000 πόδια) ο έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας της Ρουμανίας, ενέκρινε να συνεχίσει την κάθοδο στο FL 50 (5000 πόδια),, χωρίς όμως ο συγκυβερνήτης να επιβεβαιώσει την ληφθείσα έγκριση. Επομένως ο κυβερνήτης, θεωρώντας ότι ισχύει η έγκριση των 15000 ποδών, προσπάθησε να ευθυγραμμίσει το αεροσκάφος στα 15000 πόδια με χειροκίνητες παρεμβάσεις (λόγω του ότι οι πτητικές ικανότητες του πιλότου αποκτήθηκαν σε αεροσκάφη τύπου Boeing 737), στο πηδάλιο ύψους-βάθους παρακάμπτοντας τον αυτόματο πιλότο, ο οποίος ακόμη δεν είχε απενεργοποιηθεί. Αυτό προκύπτει από την μονάδα καταγραφής, η οποία κατέγραψε κινήσεις στο πηδάλιο ανόδου-καθόδου και από τις καταθέσεις των επιζώντων επιβατών, ότι αρχικώς η επιτάχυνση που αισθάνθηκαν ήταν ελαφρώς θετική. Ταυτόχρονα ο αυτόματος πιλότος ο οποίος δεν είχε ακόμη απενεργοποιηθεί εκλαμβάνει αυτήν την οριζοντίωση του αεροσκάφους ως ατμοσφαιρική ανατάραξη και επειδή είχε ρυθμιστεί για σταθερή ταχύτητα καθόδου, άρχισε να αντισταθμίζει το οριζόντιο σταθερό (horizontal stabilizer) σε θέση βύθισης του αεροσκάφους. Όταν ο πιλότος έπαψε την χειροκίνητη επενέργεια επί του χειριστηρίου και το άφησε ελεύθερο, το οριζόντιο σταθερό (horizontal stabilizer) είχε ήδη ρυθμιστεί σε θέση βύθισης (καθοδικής πορείας) του αεροσκάφους. Αυτήν την τάση προς βύθιση του αεροπλάνου ενίσχυσε το γεγονός ότι, όταν αφέθηκε ελεύθερο το χειριστήριο, το elevator ευθυγραμμίσθηκε με το οριζόντιο σταθερό (horizontal stabilizer) το οποίο είχε ήδη ρυθμιστεί από τον αυτόματο πιλότο σε γωνία καθόδου. Έτσι το αεροσκάφος άρχισε την απότομη βύθιση που περιγράφει ο πιλότος και τότε αυτός καταλαμβανόμενος από πανικό, άρπαξε το χειριστήριο και το τράβηξε απότομα για να ανυψωθεί το αεροσκάφος. Αποτέλεσμα της απότομης κίνησης επί του χειριστηρίου ήταν να απενεργοποιηθεί ο αυτόματος πιλότος και βέβαια επειδή το σύστημα ARTHUR είχε βλάβη και ήταν μονίμως σε "χαμηλή" θέση λειτουργίας και ο πιλότος εξ αυτού του λόγου δεν είχε καλή αντίληψη των δυνάμεων που έπρεπε να εξασκήσει επί του πηδαλίου, σε συνδυασμό με την υψηλή ταχύτητα του αεροσκάφους, εισήγαγε το αεροπλάνο σε κατάσταση ταλαντώσεων (δελφινισμών - oscillations), τις οποίες ο ίδιος ο πιλότος τις συντήρησε με επόμενες κινήσεις του πάνω-κάτω, επειδή δεν μπορούσε να ελέγξει καλά τις εφαρμοζόμενες δυνάμεις του επί του χειριστηρίου, λόγω αστοχίας του συστήματος Arthur. Η ένταση των ταλαντώσεων των εισαγομένων λόγω ενεργειών του πιλότου (pilot induced oscillations), θα είχε μειωθεί αν η μονάδα Arthur ήταν σε λειτουργία. Επομένως τα αίτια του ατυχήματος είναι: Η λανθασμένη ενέργεια του πιλότου να οριζοντιώσει το αεροπλάνο κρατώντας το σε ύψος 15000 ποδιών, αφού προηγουμένως απενεργοποιήσει τον αυτόματο (αφού δεν είχε αντιληφθεί την εντολή του ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας για περαιτέρω κάθοδο στα 5000 πόδια). Ο αυτόματος πιλότος ήταν ενεργοποιημένος σε κατάσταση λειτουργίας σταθερού ρυθμού καθόδου (Vertical Speed MODE). Η λάθος αντίδραση του συστήματος του αυτόματου πιλότου, ο οποίος άρχισε να αντισταθμίζει το οριζόντιο σταθερό σε θέση βύθισης αγνοώντας τις χειροκίνητες εντολές του ανθρώπου-πιλότου για οριζοντίωση της πτήσης, δρώντας ανταγωνιστικά προς αυτόν. Αυτή η αντίδραση του ηλεκτρονικού συστήματος του αυτόματου πιλότου προκάλεσε την απότομη βύθιση του αεροσκάφους, όταν ο πιλότος άφησε το χειριστήριο αφού είχε οριζοντιώσει την πτήση. Ο εσφαλμένος χειρισμός του αεροσκάφους από τον κυβερνήτη κατά την προσπάθειά του να το επαναφέρει στην επιθυμητή γωνία καθόδου, τραβώντας το με μεγάλη δύναμη και μεγάλη ταχύτητα φοβούμενος πρόσκρουση επί του εδάφους. Η βλάβη του συστήματος Arthur, το οποίο δεν αντιστάθηκε με τα ελατήριά του όσο θα έπρεπε στην απότομη δύναμη που εφάρμοσε ο πιλότος και δεν μείωσε την μεγίστη επιτρεπτή γωνία επενέργειας του πιλότου επί των πηδαλίων, έτσι ώστε να μετριαστούν οι δυνάμεις επιτάχυνσης επί του αεροσκάφους. Ο εσφαλμένος χειρισμός του αεροσκάφους από τον κυβερνήτη, ο οποίος συνέχισε να προσπαθεί να ισορροπήσει το αεροσκάφος κινώντας το χειριστήριο πάνω - κάτω, ενώ θα έπρεπε μετά την πρώτη απότομη κίνηση και την άνοδο του αεροσκάφους να αφήσει το χειριστήριο ελεύθερο και το αεροπλάνο ως ευσταθές σύστημα θα ισορροπούσε από μόνο του. Αυτές οι κινήσεις επί του χειριστηρίου σε συνδυασμό με την βλάβη του συστήματος Arthur προκάλεσαν υπέρμετρες επιταχύνσεις, οι οποίες θα είχαν μετριασθεί αν λειτουργούσε σωστά το σύστημα Arthur. Η μη εφαρμογή από το πλήρωμα της, προβλεπόμενης από το AFM του αεροσκάφους, διαδικασίας πρόσδεσης των επιβατών με την έναρξη της καθόδου του αεροσκάφους για προσγείωση. Επίσης το ατύxημα οφείλεται και στις παρακάτω ειδικώτερα ενέργειες και παραλείψεις της κατασκευάστριας εταιρείας DASSAULT AVIATION: Στη μη αναγραφή από την εταιρεία DASSAULT AVIATION, στο AFM του αεροσκάφους περιορισμού της ταχύτητας σε 260 knots ή 0.76 Mach τε περίπτωση αφής της λυχνίας PITCH FEEL για όλα τα αεροσκάφη τύπου FALCON, ο οποίος είχε καθιερωθεί για τα αντίστοιχα αεροσκάφη νηολογίων Καναδά, Μεγάλης Βρετανίας και Βραζιλίας (με πρωτοβουλία των εθνικών αρχών πολιτικής αεροπορίας των χωρών αυτών), όπως αναφέρεται και στην έκθεση προανάκρισης και στο πόρισμα της ΥΠΑ. Η J.G.A.C. Γαλλίας (Εθνική Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας), εξέδωσε στις 17/11/1999 την υποχρεωτική σε εφαρμογή οδηγία A.D. No. 1999-464-029 (B) για ενσωμάτωση παραγράφου σε όλα τα εγχειρίδια πτήσεως (AFM) των αεροσκαφών τύπου FALCON, που περιόριζε την ταχύτητα τους σε 260 knots ή 0.76 Mach σε περίπτωση αστοχίας της μονάδας Arthur. Η οδηγία αυτή είχε υποχρεωτικώς παγκόσμια εφαρμογή διότι η D.G.A.C. Γαλλίας είναι η εποπτεύουσα αρχή της κατασκευάστριας εταιρείας DASSAULT AVIATION. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αναγραφή στο MMEL (Master Minimum Equipment List) ότι στην περίπτωση αφής του Pitch Feel στο έδαφος πριν την πτήση, δύναται να εκτελεσθεί η πτήση με την προϋπόθεση να τηρηθεί ταχύτητα κάτω από 260 knots (0.76 Mach) ισχύει μόνο στην περίπτωση αφής του Pitch Feel στο έδαφος πριν την πτήση και όχι στην περίπτωση αφής του Pitch Feel κατά την πτήση, οπότε υπερισχύει το AFM, όπως επιβεβαιώνεται και από το 5/6/2002 έγγραφο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι τα MEL χρησιμοποιούνται ενόσω τα αεροσκάφη παραμένουν στο έδαφος και μέχρι την έναρξη της πτήσεως. Αφή όμως του Pitch Feel στο έδαφος δεν συνέβαινε, όπως αναφέρουν οι πιλότοι και οι τεχνικοί της Ολυμπιακής, και αυτό είναι ακόμη μία αστοχία του αεροσκάφους η οποία, εάν δεν υπήρχε, θα επέτρεπε τον εντοπισμό της βλάβης από τους τεχνικούς στο έδαφος (τεχνικοί και πιλότοι επειδή δεν άναβε το φως του Pitch Feel στο έδαφος για επιβεβαίωση της βλάβης, θεωρούσαν την βλάβη του συστήματος Arthur ως μη πραγματική).
Επομένως, εσφαλμένα το υπ' αριθ. 2699/2007 εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών δέχθηκε, ότι επειδή στο MMEL του αεροσκάφους αναγράφεται ο περιορισμός της ταχύτητας στους 260 knots σε περίπτωση αφής της λυχνίας PITCH FEEL επί του εδάφους πριν την πτήση, προκύπτει και υποχρέωση του πιλότου για τήρηση του ανωτέρω περιορισμού ταχύτητας κατά την διάρκεια της πτήσης, όπου υπερισχύει το AFM, δεχόμενο το αναφερόμενο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης Τσολάκη-Φίσερ, ως αίτιο του ατυχήματος την κάθοδο του αεροσκάφους με ταχύτητα 330 κόμβων αντί 260 κόμβων, θεωρώντας εσφαλμένα σύμφωνα με τα παραπάνω αναμφισβήτητα αποδεκτά ότι η προβλεπόμενη ταχύτητα στο MMEL των 260 knots ήταν υποχρεωτικής τήρησης από τους πιλότους κατά την πτήση, στην διάρκεια της οποίας όμως ισχύει το AFM, στο οποίο δεν ισχύει καμμία δέσμευση περιορισμού ταχύτητας κατά την πτήση .
Ακόμη οι περιορισμοί ταχύτητας που είχαν επιβάλλει στα δικά τους AFM οι χώρες Βραζιλία Καναδάς και Ηνωμένο Βασίλειο, αφορούσαν μόνο τα αεροσκάφη δικού τους νηολογίου και δεν αποτελούσαν δέσμευση για τα αεροσκάφη νηολογίου άλλων χωρών. Οι τροποποιήσεις των AFM των χωρών αυτών και όλες οι άλλες τροποποιήσεις οποιονδήποτε χωρών, καταγράφονται στο Master AFM το οποίο παρήγγειλε και παρέλαβε η Ο.Α. από την DASAULT ένα έτος περίπου πριν το ατύχημα. Η οδηγία αυτή αν και περιήλθε σε γνώση των πιλότων της Ολυμπιακής Αεροπορίας και όλων γενικώς των πιλότων παγκοσμίως δεν ήταν υποχρεωτική στην τήρηση της από ελληνικά αεροσκάφη και πληρώματα ενόσω μάλιστα δεν υπήρχε τέτοια οδηγία από την κατασκευάστρια εταιρεία και την αρχή της Γαλλίας ως εποπτεύουσας της DASSAULT, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η σοβαρότητα του θέματος και η αναγκαιότητα τήρησης της ενόσω μάλιστα οι τροποποιήσεις όπως ο περιορισμός της ταχύτητας που κάνει κάθε χώρα εκφράζουν δική της αεροπορική πρακτική. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός της μεταγενεστέρως του ατυχήματος έκδοσης από την ΥΠΑ Γαλλίας (που ήταν δεσμευτική παγκοσμίως), περιορισμού της ταχύτητας στους 260 knots και ενσωμάτωσης αυτής της οδηγίας στο AFM του αεροσκάφους. Αυτή την οδηγία η ΥΠΑ Γαλλίας δεν θα θεωρούσε αναγκαία να την εκδώσει αν η υποχρέωση περιορισμού της ταχύτητας που προβλεπόταν από το Master MEL ή από το MEL ήταν δεσμευτική. Επομένως εσφαλμένα και σ' αυτό το σημείο το υπ' αριθ. 2699/2007 εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δέχεται ότι από το Master AFM που παραλήφθηκε από την Ο.Α. ένα χρόνο περίπου πριν το ατύχημα, είχε περιέλθει σε γνώση ο περιορισμός ταχύτητας για τα αεροσκάφη νηολογίου Βραζιλίας, Καναδά και Μεγάλης Βρετανίας, και προέκυπτε υποχρέωση τήρησης αυτού του περιορισμού ταχύτητας ή ακόμη και ενσωμάτωσης του περιορισμού ταχύτητας στο AFM που ίσχυε για αεροσκάφη ελληνικού νηολογίου. Επίσης εσφαλμένα το εκκαλούμενο βούλευμα αναφέρει ότι η ΥΠΑ Γαλλίας για την περίπτωση αφής του PITCH FEEL είχε συμπεριλάβει στα εγχειρίδια πτήσεως (AFM) για τα πανομοιότυπα αεροσκάφη που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγια του Καναδά, της Βραζιλίας και της Μεγάλης Βρετανίας περιορισμό της ταχύτητας στους 260 κόμβους, αφού το ορθό είναι ότι ο περιορισμός αυτός μετά από απόφαση των αρμοδίων αρχών των χωρών αυτών ενσωματώθηκε στα AFM των χωρών αυτών και ίσχυε μόνο για αεροσκάφη νηολογίου των χωρών αυτών. Η Γαλλική ΥΠΑ (D.G.A.C ) εξέτασε τον ανωτέρω περιορισμό και απέρριψε να τον ενσωματώσει στο AFM για αεροσκάφη νηολογίου Γαλλίας. Έτι περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο πόρισμα της ΥΠΑ υπήρχε αδυναμία της βιβλιογραφίας του αεροσκάφους FALCON 900 σε ότι αφορά την αντιμετώπιση μιας βλάβης του ARTHUR SYSTEM, όπου ενώ στο MMEL για την περίπτωση που το φως PITCH FEEL ανάψει στο έδαφος παρέχει τη δυνατότητα στο πλήρωμα να αποδεχθεί το αεροσκάφος για πτήση τηρώντας τα αναφερόμενα όρια ταχύτητας, σε αντίθεση με το AFM όπου δεν αναφέρεται περιορισμός ταχύτητας παρά μόνο για τα αεροσκάφη νηολογίου Καναδά, Μεγάλης Βρετανίας και Βραζιλίας. Την ανωτέρω διαφοροποίηση ως προς την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης βλάβης, η εταιρεία DASSAULT απλά κοινοποίησε τις τροποποιήσεις των ανωτέρω χωρών, χωρίς να κάνει πρόταση εφαρμογής τον περιορισμού στο αεροσκάφος FALCON της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Την αντίθεση της ρητής διατύπωσης του περιορισμού ταχύτητας στο MMEL σε περίπτωση βλάβης του συστήματος ARTHUR στο έδαφος με την μη εφαρμογή του περιορισμού ταχύτητας στην περίπτωση της βλάβης κατά την πτήση, εκπρόσωπος της DASSAULT αιτιολόγησε ότι ο περιορισμός ταχύτητας που αναγραφόταν στο MMEL ήταν προϊόν αίτησης των υπηρεσιών πολιτικής αεροπορίας των χωρών Βραζιλίας, Καναδά και Μεγάλης Βρετανίας, χωρίς να υπάρχει σχετική απαίτηση εφαρμογής τέτοιου περιορισμού από τα τεχνικά και αεροδυναμικά χαρακτηριστικά του αεροσκάφους. Παράλληλα αιτιολόγησε την εφαρμογή του περιορισμού στο MMEL ως συνιστώμενη και όχι ως υποχρεωτική διαδικασία. Επίσης σε σεμινάριο που έγινε από την DASSAULT τον Νοέμβριο του 1990 μεταξύ των εκμεταλλευομένων ομοιότυπα αεροσκάφη FALCON 900 διατυπώθηκαν ερωτήσεις σχετικά με τα όσα ελέχθησαν για το θεμάτων περιπτώσεων της αφής του PITCH FEEL και στο έδαφος και στον αέρα. Οι απαντήσεις της DASSAULT επί του θέματος κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τις περισσότερες φορές η αφή της λυχνίας του PTCH FEEL οφείλεται στην ελαττωμένη αξιοπιστία των ποτενσιόμετρων και στο σύστημα κίνησης τους και ότι μία τροποποίηση του μεταδότη θέσεως εξοπλισμένου με νέα ποτενσιόμετρα (διαφορετικού κατασκευαστή) ήταν υπό αξιολόγηση. Τα εν λόγω πρακτικά του σεμιναρίου, μέσα στα πλαίσια της καθιερωμένης υποχρεωτικής ενημέρωσης από την DASSAULT των ιδιοκτητών και εκμεταλλευομένων αεροσκαφών FALCON, περιλήφθηκαν στην αριθ. 016 ενημερωτική επιστολή της DASSAULT προς όλους τους κατόχους - εκμεταλλευόμενους FALCON.To 1995 είχε αναφερθεί βλάβη του αισθητήρα του οριζόντιου σταθεροποιητή (HS sensor) ως εξής: "No. 1 και No. 2 ποτενσιόμετρα πηδαλίου ύψους - βάθους αυτόματου πιλότου λανθασμένες ενδείξεις. Κατά τη διάρκεια της πτήσης ο σταθεροποιητής κινείται πάνω - κάτω με αμφότερους τους αυτόματους πιλότους αναίτια". Η βλάβη διορθώθηκε με την αντικατάσταση του αισθητήρα του οριζόντιου σταθεροποιητή. Ο αισθητήρας που τοποθετήθηκε, προμηθευμένος από τη Dassault, ήταν καινούργιος. Είναι ο ίδιος αριθμός σειράς που βρέθηκε ελαττωματικός κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος του 1999. Αυτός ο νέος αισθητήρας ήταν σε λειτουργία για χρονική περίοδο περίπου 4 ετών. (Τελική έκθεση της Επιθεώρησης Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Μεταφορών της Ρουμανίας σελ. 22). Επίσης από τους εργαστηριακούς ελέγχους προέκυψε ότι αφή του ενδεικτικού φωτός PITCH FEEL στην πτήση της 14 Σεπ 99 προειδοποιούσε για πραγματική βλάβη του ARTHUR SYSTEM αφού τα συγκροτήματα HORIZONTAL STABILIZER POSITION SENSOR 4CF και ELEVATOR ARTHUR ACTUATOR 43CW ήταν εκτός ορίου κατασκευαστή. Η βλάβη των ποτενσιόμετρων των ανωτέρω δύο μονάδων προϋπήρχε για αρκετό χρονικό διάστημα αφού η ταυτόχρονη παρουσία βλάβης στην συγκεκριμένη πτήση και στις δύο μονάδες θεωρείται απίθανη. Επομένως, από τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι τα ποτενσιόμετρα, τα οποία ρυθμίζουν και επηρεάζουν την καλή λειτουργία του συστήματος ARTHUR, ήταν εκ κατασκευής τους ελαττωματικά και, όπως αναφέρεται στην έκθεση της Πολιτικής Αεροπορίας της Ρουμανίας, ο καινούργιος αισθητήρας, που τοποθετήθηκε προμηθευμένος από την Dassault, ήταν του ίδιου αριθμού σειράς που βρέθηκε ελαττωματικός. Έτσι η βλάβη του συστήματος ARTHUR δεν ήταν δυνατόν να αποκατασταθεί σε καμμία περίπτωση, εφόσον τα παραπάνω εξαρτήματα ήταν ελαττωματικά, γεγονός που γνώριζε η κατασκευάστρια εταιρεία, και μόνον εάν αντικαθίσταντο με αξιόπιστα θα υπήρχε δυνατότητα αποκατάστασης της βλάβης. Περαιτέρω, η βλάβη του συστήματος ARTHUR δεν μπορούσε να διαπιστωθεί στο έδαφος από τους τεχνικούς και τούτο διότι η λυχνία PITCH FEELFEEL θα έπρεπε να ανάβει και στο έδαφος μετά την προσγείωση αφού πιέζονταν τα σκέλη προσγείωσης σύμφωνα με τα τεχνικά εγχειρίδια, κάτι που όμως δεν συνέβαινε, παραπλανώντας τους τεχνικούς στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για πραγματική βλάβη αλλά για λάθος ενδείξεις της λυχνίας του PITCH FEEL. Όσον αφορά την λειτουργία του αυτόματου πιλότου από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι λειτούργησε εκτός των προδιαγραφών του, αν και όπως αναφέρεται στην έκθεση προανάκρισης της ΥΠΑ στοιχεία των υπολογιστών ελέγχου πτήσης FGC του FALCON για την λειτουργία του αυτόματου πιλότου και οι οποίοι μεταφέρθηκαν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας HONEYWELL στο ΡΗΟΕΝΙΧ, της Αριζόνα USA για αποκωδικοποίηση, κατά τη διάρκεια επεξεργασίας των από προσωπικό της HONEYWELL πρέπει να επισημανθεί ότι καταστράφηκαν όλως περιέργως. Όμως από τα εναπομείναντα στοιχεία που καταγράφηκαν στην μονάδα DFDR φαίνεται ότι ενώ αρχικά ο κυβερνήτης επενεργεί επί των χειριστηρίων με ενεργοποιημένο τον αυτόματο πιλότο τότε ο οριζόντιος σταθεροποιητής (Horizontal Stabilizer) αρχίζει να κινείται με σκοπό να βυθίσει το αεροσκάφος. Αυτή η κίνηση του οριζόντιου σταθεροποιητή δεν μπορεί να προέρχεται από ενέργειες του κυβερνήτη διότι αν γινόταν αυτό τότε ο αυτόματος πιλότος θα απεμπλέκετο αμέσως αυτομάτως, άρα η κίνηση αυτή προέρχεται από την επενέργεια του αυτόματου πιλότου επί του οριζόντιου σταθεροποιητή. Άλλωστε από καταθέσεις της αεροσυνοδού και μίας επιβάτιδος προκύπτει ότι το αεροσκάφος στην αρχή εισήλθε σε ελαφρά άνοδο και κατόπιν σε απότομη βύθιση. Η απενεργοποίηση του αυτόματου πιλότου έγινε μετά την βύθιση του αεροσκάφους, επειδή ο κυβερνήτης τράβηξε με δύναμη και ταχύτητα το χειριστήριο για να ανυψώσει το αεροσκάφος. Σε παρόμοιο ατύχημα, που συνέβη στις 9/10/1999 στο Grand Rapids του Michigan USA, συνέβησαν παρόμοια περιστατικά. Στο πλήρωμα δόθηκε εντολή να κατέβει στα 11.000 πόδια και το αεροσκάφος κατέβαινε με τον αυτόματο πιλότο σε λειτουργία Vertical Speed MODE. Τότε ο κυβερνήτης προσπάθησε χειροκίνητα χωρίς να απεμπλέξει τον αυτόματο πιλότο να σταματήσει την κάθοδο του αεροσκάφους στα 11.000 πόδια και τράβηξε το πηδάλιο προς τα πίσω. Όταν ελάττωσε την επενέργειά του επί των χειριστηρίων, το αεροπλάνο βούτηξε προς τα κάτω βιαίως και επακολούθησαν τρεις ή τέσσερις βίαιες ταλαντώσεις με μέγιστες επιταχύνσεις +3,3 g και -1,2 g. Αποτέλεσμα ήταν η αεροσυνοδός που δεν ήταν δεμένη με ζώνη ασφαλείας να σπάσει τον ώμο της και να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Μετά και το δεύτερο αυτό ατύχημα η DASSAULT στις 18/10/1999 και η D.G.A.C. Γαλλίας στις 21/10/1999 εξέδωσαν δελτίο σύστασης, με το οποίο υπενθύμιζαν στους κυβερνήτες FALCON ότι κατά την πτήση με ενεργοποιημένο τον αυτόματο πιλότο δεν πρέπει να εφαρμόζουν χειρωνακτικώς δυνάμεις επί του χειριστηρίου, προσπαθώντας να ελέγξουν το αεροσκάφος και, αν χειροκίνητος έλεγχος του αεροσκάφους ήταν απαραίτητος ή επιθυμητός, τότε έπρεπε να πιάνουν το χειριστήριο και να απενεργοποιούν τον αυτόματο πιλότο με οποιοδήποτε κουμπί είναι διαθέσιμο για την απενεργοποίηση, να χειρίζονται χειροκίνητα το αεροσκάφος, όπως απαιτείται, και, αφού ελέγξουν το αεροσκάφος, να επανενεργοποιούν τον αυτόματο πιλότο. Επίσης η D.G.A.C. Γαλλίας στις 17/11/1999 εξέδωσε την A.D. (airworthiness directive) No. 1999-464-. 029(B), που αφορούσε τα αεροσκάφη τύπου Mystere-Falcon 50, Mystere-Falcon 900, and Falcon 900EX και την A.D. (airworthiness directive) No. 1999-467-026(B) που αφορούσε τα αεροσκάφη τύπου Fan Jet Falcon, Mystere-Falcon 20, και Mystere-Falcon 200 οι οποίες επέβαλαν μείωση της ταχύτητας σε 260 knots ή 0.76 mach σε περίπτωση που η λυχνία του συστήματος pitch feel ήταν αναμμένη. Επομένως, η έκδοση της ανωτέρω οδηγίας απέδειξε ότι η DASSAULT ανεγνώρισε έμμεσα εκ των υστέρων ότι η ιδιαιτερότητα στην σχεδίαση χειρισμού του αυτόματου πιλότου μπορούσε να οδηγήσει τα αεροσκάφη FALCON σε επικίνδυνες καταστάσεις και τέτοιοι χειρισμοί δεν ήταν καθόλου απίθανοι να γίνουν από πιλότους που είχαν εκπαιδευτεί και σε άλλους τύπους αεροσκαφών, με διαφορετικό σχεδιασμό αυτόματου πιλότου, αλλά η DASSAULT αν και γνώριζε τους κινδύνους αυτούς δεν ενημέρωσε τους πιλότους πριν να συμβούν τα ατυχήματα-Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η βλάβη του συστήματος Arthur λόγω της ελαττωματικότητας των ποτενσιόμετρων (εξ αιτίας της οποίας δεν σκλήραινε το χειριστήριο ούτε μειώνονταν η διαδρομή του πηδαλίου ύψους - βάθους σε υψηλές ταχύτητες) και της οποίας βλάβης δεν υπήρχε δυνατότητα ανίχνευσης επί του εδάφους από τους τεχνικούς που είχαν την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν υπήρχε πραγματική βλάβη, δημιουργούσε σε υψηλές ταχύτητες επικίνδυνη κατάσταση για την ασφαλή πτήση του FALCON και την ασφάλεια της αεροπλοΐας και των επιβαινόντων. Έτσι, καθένας από τους παραπάνω παράγοντες, δηλαδή της σχεδίασης του χειρισμού του αυτόματου πιλότου, της διαρκούς βλάβης του συστήματος Arthur λόγω της ελαττωματικότητας των ποτενσιόμετρων, της μη δυνατότητας ανίχνευσης της βλάβης του συστήματος Arthur επί του εδάφους από τους τεχνικούς που δημιουργούσε την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν υπήρχε πραγματική βλάβη, δημιουργούσαν επικίνδυνη κατάσταση για την ασφαλή πτήση του FALCON των επιβαινόντων και την ασφάλεια της αεροπλοΐας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες μαζί συνδυαζόμενοι με την ανάπτυξη ταχύτητας άνω των 260 knots αποτελούσαν μία εν δυνάμει επικίνδυνη κατάσταση για την ασφαλή πτήση του αεροσκάφους και την ζωή των επιβαινόντων. Ειδικότερα η συνύπαρξη όλων αυτών των παραγόντων γεγονός που ήταν ενδεχόμενο και πιθανό να συμβεί αφού κατά την πτήση με δεδομένη την βλάβη του συστήματος ARTHUR και την ανάπτυξη ταχύτητας άνω των 260 knots που ήταν πολύ συνηθισμένο να συμβεί, που ακριβώς στην περίπτωση ανάπτυξης της ταχύτητας αυτής αναδεικνυόταν η κατάλυση του συστήματος Arthur και η μη παροχή πλέον ασφάλειας στον πιλότο για τον έλεγχο της άσκησης δυνάμεων επί του χειριστηρίου του αεροπλάνου και της αποτροπής μεγάλων αποκλίσεων των επιφανειών ελέγχου (elevator) και κατά συνέπεια απότομων ελιγμών του αεροπλάνου. Έτσι δημιουργούνταν μία σοβαρή επικίνδυνη και ανασφαλής πτήση, σε συνδυασμό με την παραπάνω ιδιαιτερότητα του αυτόματου πιλότου. Η πιο πάνω βλάβη του συστήματος Arthur είναι πολύ σοβαρή βλάβη με άκρως επικίνδυνες συνέπειες για την πτητική ασφάλεια του αεροσκάφους, ενόψει μάλιστα του ότι η βλάβη αυτή αρχίζει να αναδεικνύεται με την ανάπτυξη ταχύτητας από 260 knots και πάνω που είναι πολύ συνήθης να αναπτυχθεί σε αεροπλάνο κατά την πτήση του, είναι ενδεχόμενο να συμβεί και απότομος ελιγμός του αεροπλάνου από τον πιλότο κατά την πτήση και τότε, το σύστημα Arthur δεν προστατεύει το αεροπλάνο και τους επιβαίνοντες από την ανάπτυξη επιταχύνσεων, κάτι που συμβαίνει όταν το σύστημα αυτό λειτουργεί. Την παραπάνω επικίνδυνη κατάσταση και τους κινδύνους για το αεροσκάφος, την ζωή και την σωματική ακεραιότητα των επιβαινόντων και την διατάραξη της αεροπλοΐας γνώριζε, πολύ καλά, ο κατηγορούμενος Χ, ως τεχνικός διευθυντής της κατασκευάστριας εταιρείας DASSAULT AVIATION S.A. διέβλεπε ως δυνατή την επέλευση του κινδύνου να διαταραχθεί η ασφάλεια της αεροπλοΐας, η ασφαλής πτήση του αεροσκάφους και οι τραυματισμοί και ακόμη ο θάνατος των επιβαινόντων, συμβιβάστηκε όμως με την επέλευση αυτών των κινδύνων διακινδυνεύοντας την επέλευση τους χάριν του επιδιωκόμενου σκοπού του, που ήταν η εμπορικότητα του αεροσκάφους, αφού η επιβολή ορίου ταχύτητας παγκοσμίως για όλα τα FALCON θα τα καθιστούσε μη ανταγωνιστικά και θα κατέρριπτε την προβολή τους ως ασφαλή και ταχύτατα. Δεν έπραξε τίποτα για την άρση αυτής της επικινδύνου δημιουργούμενης καταστάσεως ως είχε υποχρέωση με την ιδιότητα του ως τεχνικός διευθυντής της κατασκευάστριας εταιρείας, για την αποκατάσταση της βλάβης τον συστήματος Arthur με την αντικατάσταση των ελαττωματικών ποτενσιόμετρων και μέχρι να αποκατασταθεί η βλάβη δεν φρόντισε για την έκδοση οδηγίας για την αναγκαιότητα περιορισμού ταχύτητας στα 260 knots και οδηγίας για τον χειρισμό του αυτόματου πιλότου. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται όσον αφορά την ελαττωματικότητα των ποτενσιόμετρων ότι σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε ένας νέος αισθητήρας ο οποίος ήταν εφοδιασμένος με νέα ποτενσιόμετρα βελτιωμένης αξιοπιστίας και εγκαταστάθηκε στο παραπάνω αεροσκάφος της Ολυμπιακής αεροπορίας το 1995 και αποτελούσε μέρος του εξοπλισμού του αεροσκάφους την ημέρα του ατυχήματος. Τούτο όμως δεν ευσταθεί αφού σύμφωνα με τα παραπάνω ο αισθητήρας που τοποθετήθηκε, προμηθευμένος από τη Dassault, ήταν καινούργιος, είναι ο ίδιος αριθμός σειράς που βρέθηκε ελαττωματικός κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος του 1999. Επίσης υποστηρίζει ότι τα ποτεσνιόμετρα δεν μπορούν να προκαλέσουν το παραμικρό ατύχημα ούτε καν τον κίνδυνο ατυχήματος αλλά τούτο δεν ευσταθεί αφού η ελαττωματικότητα των ποτενσιομέτρων ήταν καθοριστική για την βλάβη στο σύστημα Arthur. Η οδηγία, που περιλαμβάνονταν στο Check List με βάση το AFM για την περίπτωση αφής του Pitch Feel κατά την διάρκεια της πτήσης να αποφεύγονται μεγάλες αποκλίσεις και απότομες, κινήσεις των χειριστηρίων, δεν είναι αρκετές και δεν παρέχουν καμμία προστασία αφού σε μία πτήση ο πιλότος είναι δυνατό να αναγκασθεί να εκτελέσει απότομες κινήσεις επί των χειριστηρίων. Ισχυρίζεται ότι η βλάβη του Pitch Feel δεν είναι ουσιώδης όμως αυτό δεν ευσταθεί διότι δεν πρόκειται περί βλάβης του Pitch Feel αλλά βλάβης του συστήματος Arthur. Επίσης οι ισχυρισμοί του ότι ο περιορισμός ταχύτητας, αναφερόταν στο MMEL και στο Master AFM και η Ολυμπιακή Αεροπορία είχε λάβει γνώση και θα έπρεπε να τηρήσει τους περιορισμό ταχύτητας δεν ευσταθούν γιατί σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν παραπάνω το MMEL ισχύει πριν την έναρξη της τροχιοδρόμησης και το MasteT AFM δεν είναι δεσμευτικό αλλά μία συγκεντρωτική αναφορά για όλα τα AFM σε όλες τις χώρες που τηρούν δικό τους AFM. Ομοίως και οι θέσεις του κατηγορουμένου, ότι δεν τον βαρύνει οιαδήποτε μορφή υπαιτιότητας διότι η σχεδιάστρια και κατασκευάστρια του αεροσκάφους εταιρεία παρέσχε τις αναγκαίες υλικοτεχνική και βιβλιογραφική υποδομή όποτε αυτές της εζητήθησαν, ότι ο περιορισμός της ταχύτητας του αεροσκάφους δεν ενέπιπτε στη δικαιοδοσία της πιο πάνω εταιρείας και ότι το επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά στην κακή διαχείριση και ελλιπή τεχνική υποστήριξη του αεροσκάφους από πλευράς "Ολυμπιακής Αεροπορίας και στην ελλιπή εκπαίδευση, περιορισμένη πείρα, εσφαλμένη αντίληψη, πρόχειρη ερμηνεία των ενδείξεων και ανεπιτήδεια αντίδραση του κυβερνήτη του αεροσκάφους, δεν ελέγχονται κατά συνέπεια, εν όψει των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και αξιολογήσεων, στο παρόν στάδιο τουλάχιστον, ως βάσιμες, σε βαθμό που να δύνανται να κλονίσουν τις προκύψασες σε βάρος του κατηγορουμένου επαρκείς ενδείξεις, για τη στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο σε βάρος του κατηγορίας για την πιο πάνω πράξη, όπου και θα εκτιμηθεί, μεταξύ των άλλων και ισχυρισμός αυτού ότι δεν τον βαρύνει ενδεχόμενος δόλος, μεταξύ των άλλων και διότι συγγενικά του πρόσωπα είναι μέχρι σήμερα κυβερνήτες αεροσκαφών FALCON, ενδεχόμενος δόλος για την ύπαρξη του οποίου κάνει, όμως, ρητά και κατηγορηματικά, λόγο ο ..., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", κατά τα εκτιθέμενα παρακάτω στο κεφάλαιο της παρούσης, για την αιτιολόγηση της συναγωγής, σε βαθμό επαρκών ενδείξεων, του στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου ...".
Τα αυτά πραγματικά περιστατικά - όπως και η ίδια η εισαγγελική πρόταση αναφέρει (βλ. φύλλο 14 στο τέλος) -είχαν προκύψει και από το αναιρεθέν υπ'αριθμ. 1044/2088 βούλευμα του αυτού συμβουλίου (έτσι ώστε να μπορεί κάποιος βάσιμα να υποστηρίξει ότι απλά επανελήφθησαν, χωρίς καν νέα αξιολόγηση).
Αυτά όμως κρίθησαν με την υπ'αριθμ. 775/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου ότι δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τον ενδεχόμενο δόλο του κατηγορουμένου, διότι "Το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να οδηγηθεί στην απόφαση για τον ενδεχόμενο δόλο του άνω κατηγορουμένου ως προς το αποδιδόμενο σε αυτόν και για το οποίο παραπέμφθηκε έγκλημα, αρκέστηκε στη διακρίβωση του γνωστικού στοιχείου (πρόβλεψη του αποτελέσματος), ενώ σε ότι αφορά του βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου του άνω εγκλήματος, το βούλευμα διαλαμβάνει για τον άνω κατηγορούμενο "..., συμβιβάστηκε με την επέλευση αυτών των κινδύνων και την αποδέχθηκε, διακινδυνεύοντας την έλευση τους χάριν του επιδιωκόμενου σκοπού του, που ήταν η καλύτερη εξυπηρέτηση των επιχειρησιακών συμφερόντων της κατασκευάστριας εταιρίας και ειδικότερα, η εμπορικότητα του αεροσκάφους, αφού η επιβολή ορίου ταχύτητας παγκοσμίως για όλα τα αεροσκάφη FALCON θα τα καθιστούσε μη ανταγωνιστικά και θα κατέρριπτε την προβολή τους ως ασφαλών και ταχύτατων ...". Έτσι όμως δεν συνεκτίμησε, κατά την αιτιολόγησή του, ότι ο κατηγορούμενος (με την ιδιότητα του κατασκευάστριας του αεροσκάφους άνω εταιρίας) με την άνω συμπεριφορά του, αφενός (όπως και η εταιρία του) θα αναλάμβανε την υποχρέωση αποζημιώσεως, αφετέρου η συμπεριφορά του αυτή θα κατέληγε σε δυσφήμηση της εταιρίας και επομένως, σε προφανή διακινδύνευση των οικονομικών τους συμφερόντων. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο άνω βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αρκέσθηκε στη διακρίβωση του γνωστικού στοιχείου (πρόβλεψη του αποτελέσματος) υπολαμβάνοντας ότι το βουλητικό στοιχείο (εγκληματική αποδοχή) τεκμαίρεται από τον υψηλό βαθμό πιθανότητας, με τον οποίο ο δράστης προέβλεψε το αποτέλεσμα ή από την εξ ιδιοτέλειας αδιαφορία του, γι' αυτό χωρίς να παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά που να δηλώνουν ότι αυτός, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή, δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του ανωτέρω εγκληματικού αποτελέσματος και έτσι το επιδοκίμασε σε τρόπο ώστε να δικαιολογείται, ότι το έγκλημα για το οποίο παραπέμφθηκε όχι μόνο το προέβλεψε αλλά και το αποδέχθηκε. Επομένως, το παραπάνω Συμβούλιο ευθέως αλλά και εκ πλαγίου εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 εδ. β' του Π.Κ., γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα".
Για να θεμελιώσει τον ενδεχόμενο δόλο το προσβαλλόμενο βούλευμα πρόσθεσε στα ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά ότι "στη δικογραφία υπάρχουν τα παρακάτω στοιχεία , που οδηγούν σε κρίση για ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για παραπομπή και όχι φυσικά αποδείξεων, σχετικά με την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου, από πλευράς κατηγορούμενο. Το πρώτο είναι φυσικά, το μέρος της κατάθεσης του Ακριβού Τσολάκη, που είχε κάνει πραγματογνωμοσύνη για τα αίτια του ατυχήματος, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όταν δικαζόταν κατ' έφεση η υπόθεση για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή κ.λ.π. με κατηγορούμενο τον πιλότο του αεροσκάφους, AA, όπου μεταξύ των άλλων, εξέθεσε ότι ένα χρόνο πριν το ατύχημα είχε διαβάσει για τη βλάβη του Falkon, ότι πιστεύει πως η κατασκευάστρια εταιρεία Dassault θα έπρεπε να είναι συγκατηγορούμενη εκθέτοντας ότι αν είχε ειδοποιήσει όλους τους χρήστες αυτών των αεροσκαφών, δεν θα είχε συμβεί το ατύχημα . Αλλά το κυριότερο ότι ο μάρτυς προχώρησε και πιο πέρα εκθέτοντας ότι η κατασκευάστρια εταιρεία Dassault φρόντισε να δημιουργήσει ένα προϊόν που αποφέρει κέρδη και ότι ήταν μειονεκτικό να αναφέρει για την ταχύτητα, καθόσον ήταν αντιεμπορικό γιατί το αεροπλάνο πήγαινε γρήγορα. Βέβαια είναι γεγονός ότι ουδέν ανέφερε σχετικό στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που προηγουμένως είχε συντάξει όταν ως πραγματογνώμονας διερευνούσε τα αίτια του ατυχήματος, θέμα για το οποίο και θα πρέπει να δώσει τις σχετικές απαντήσεις - εξηγήσεις στο ακροατήριο. Αλλά, και πέραν αυτού, υπάρχουν και άλλα στοιχεία, που προκύπτουν από τη δικογραφία που οδηγούν, αυτοτελώς, κατά τη γνώμη μας, σε συναγωγή επαρκών ενδείξεων και όχι αποδείξεων φυσικά, για ενδεχόμενο δόλο από πλευράς κατηγορουμένου, έτσι ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί στο ακροατήριο για περαιτέρω έρευνα, και αυτά είναι : Κατ' αρχάς, το γεγονός ότι η Ψ, στην από 1-9-2004 αγωγή της , στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών , η οποία στρέφεται μεταξύ των άλλων και κατά της κατασκευάστριας εταιρείας Dassault, εκθέτει μεταξύ των άλλων και τα εξής : "Η ανωτέρω αμέλεια της Ντασώ λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερη νομική και ηθική απαξία, δεδομένου ότι όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η Ντασώ δεν επιθυμούσε για οικονομικούς αποκλειστικά λόγους να επιβάλει τον εν λόγω περιορισμό της ταχύτητας των Φάλκον, διότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε τα αεροσκάφη αυτά λιγότερο αν όχι καθόλου ελκυστικά στους αγοραστές τους. Συγκεκριμένα, τα Φάλκον αποτελούν αεροσκάφη ιδιωτικής χρήσης και απευθύνονται κυρίως σε πλούσιους επιχειρηματίες διαθέτοντας ως σημαντικό πλεονέκτημα την ταχύτητα τους και το μεγάλο ύψος στο οποίο μπορούν να πετάξουν. Η κατασκευή τους προσομοιάζει με την κατασκευή ενός μαχητικού αεροσκάφους από άποψη επιδόσεων. Είναι λοιπόν προφανές ότι αν η Ντασώ επέβαλε περιορισμό ταχύτητας σε όλα τα Φάλκον ανεξαρτήτως νηολογίου, το εν λόγω προϊόν της θα έχανε το βασικότερο πλεονέκτημα που το καθιστά εξαιρετικά προσφιλές στους αγοραστές του με συνέπεια την αναπότρεπτη, μείωση των πωλήσεων και των εντεύθεν κερδών της. Η Ντασώ δηλαδή θυσίασε την ασφάλεια των επιβατών του Φάλκον προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της από το εν λόγω προϊόν της, γεγονός πού υποδηλώνει βαθύτατη περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Ντασσώ επέλεξε συνειδητά να αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο μία ιδιαίτερα σοβαρή για την ασφάλεια των πτήσεων βλάβη που παρουσιάζεται στον ίδιο τύπο αεροσκάφους (Φάλκον 900) κατά τη διάρκεια της πτήσης . Επίσης το γεγονός ότι ο Διονύσιος Κολοφώνος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." στην από 29-1-2003 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που υπέβαλε στη συνέχεια της από 30-4-2002 προηγούμενης, μηνυτήριας αναφοράς του, εκθέτει μεταξύ των άλλων, σχετικά με τα αίτια του ως άνω ατυχήματος επί λέξει και τα εξής: " Στο εγχειρίδιο AFM του αεροσκάφους δεν αναγραφόταν, οποία εγκληματική παράλειψη!, σύσταση εκ μέρους της κατασκευάστριας, περιορισμού της ταχύτητας του αεροσκάφους στο ανώτατο όριο των 260 Knots, σε περίπτωση βλάβης ή μη λειτουργίας του συστήματος ARTHUR. Η παράλειψη αυτή ήταν καθοριστικά εγκληματική γιατί καθιστούσε το αεροσκάφος επικίνδυνα εκ κατασκευής ελαττωματικό. Επισημαίνεται ότι η παράλειψη αυτή ενώ είχε αναγνωρισθεί από την κατασκευάστρια, αφού είχε προβεί πριν το επίδικο ατύχημα σε διορθωτικές συμπληρώσεις του AFM για τα αεροσκάφη που είχαν διατεθεί στη Βραζιλία, Καναδά και Μεγάλη Βρετανία, παρά ταύτα εξακολούθησε την εγκληματική της αδιαφορία και δεν προέβη σε διόρθωση του ορίου ταχύτητας στα 260 Knots και σε αεροσκάφη που είχαν διατεθεί και σε άλλα κράτη, καίτοι είχε προβεί σε διόρθωση στα πιο πάνω κράτη, που παρέπεται ότι της ήταν γνωστό το πρόβλημα για μείωση της ταχύτητας στα 260 Knots σε περίπτωση βλάβης του ARTHURQ και όμως σε καμία δεν προέβη έκδοση διορθωτικής οδηγίας. ... Η πιο πάνω παράλειψη της Dassault είναι εκ προθέσεως ενέργεια περιέχουσα τουλάχιστον ενδεχόμενο δόλο, γιατί ενώ από την παράλειψη της αυτή επίκειτο άμεσος κίνδυνος ανθρώπινων ζωών, δεν έκανε αυτό που μπορούσε να κάνει για να αποφύγει το αποτέλεσμα ( βλ. σελ. 5 και 6 αυτής ) "Υπό τα δεδομένα αυτά, κατά τη γνώμη μας προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη, υπόθεση η οποία εν όψει των προεκτεθέντων ήθελε απασχολήσει σοβαρώς το δικαστήριο, στο οποίο φυσικά και θα κληθούν να ελεγχθούν και να υποβληθούν υπό τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας, μεταξύ των άλλων, και οι πιο πάνω μάρτυρες Ψ, πολιτικώς ενάγουσα, ...και ΓΓ. Άλλωστε, αυτή είναι και η έννοια των επαρκών ενδείξεων ενοχής για παραπομπή, οι οποίες υπάρχουν όταν η ενώπιον του δικαστηρίου φερομένη κατηγορία, ήθελε προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του δικαστηρίου με αυτήν, κάτι το οποίο συμβαίνει όταν αυτή εμφανίζει ίσες πιθανότητες περί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. Γιώτη, Συμβούλια, Α' σελ. 41 )-"
Από τα παραπάνω καθίσταται φανερόν ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε στην αναιρετική απόφαση αλλά ούτε καν αντελήφθη την ύπαρξή της και το περιεχόμενό της. 'Ετσι υπέπεσε στα αυτά σφάλματα που είχε υποπέσει και το αναιρεθέν βούλευμα. Τα όσα αναφέρει προς θεμελίωση-ύπαρξη του ενδεχόμενου δόλου όχι μόνο δεν έχουν σχέση με το ζήτημα αυτό αλλά έχουν σχέση προς θεμελίωση του αναφερομένου οικονομικού σκοπού και μόνο, ο οποίος όμως θεωρείται δεδομένος κατά το βούλευμα και χωρίς αυτά. Καμία σχέση δεν έχουν με το βουλητικό στοιχείο (εγκληματική αποδοχή) του ενδεχόμενου δόλου - πράγμα που είναι και το ζητούμενο. Τούτο το στηρίζει "χάριν του επιδιωκόμενου σκοπού του, που ήταν η εμπορικότητα του αεροσκάφους, αφού η επιβολή ορίου ταχύτητας παγκοσμίως για όλα τα FALCON θα τα καθιστούσε μη ανταγωνιστικά και θα κατέρριπτε την προβολή τους ως ασφαλή και ταχύτατα". 'Ετσι η αποδοχή του συγκεκριμένου κινδύνου εμφανίζεται να στηρίζεται, τεκμαίρεται μόνο στην συγκεκριμένη συμπεριφορά και δη στον υψηλό βαθμό πιθανότητας με τον οποίο ο αναιρεσείων προέβλεψε το αποτέλεσμα (χωρίς όμως στο σημείο αυτό να εξηγείται ούτε η πρόβλεψη αυτή όταν μάλιστα -όπως γίνεται δεκτόν- πρόκειται για συμπεριφορά που δεν είχε δημιουργήσει μέχρι τότε, αν και είχε μεγάλη διάρκεια -από το 1992 έως το 1999 - κάποιο ζήτημα, ούτε επίσης και το ότι το αναφερόμενο όριο ταχύτητας, δεν ήταν γενικό αλλά στην αφή της λυχνίας για εντοπισμό της βλάβης μετά από ορισμένο όριο ταχύτητας) ή από την εξ ιδιοτελείας αδιαφορία του γι'αυτό, ήτοι μόνο στο γνωστικό στοιχείο, πράγμα που δεν αρκεί για τη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς να παρατίθενται πραγματικά περιστατικά που να δηλώνουν ότι αυτός, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του ανωτέρω εγκληματικού αποτελέσματος και έτσι το επιδοκίμασε σε τρόπον ώστε να δικαιολογείται ότι το έγκλημα για το οποίο παραπέμφθηκε όχι μόνο το προέβλεψε αλλά και το αποδέχθηκε, ήτοι δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν το βουλητικό στοιχείο (πρβλ. ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 1335/2007, ΑΠ 65/2007, ΑΠ 2032/2004 κ.α.) για το οποίο δεν αρκεί για τη συγκεκριμένη περίπτωση μόνη η αναφερόμενη γνώση των αναφερομένων στοιχείων γνώσεως των ελλείψεων, ως εκ των δυναμένων να επέλθουν αποτελεσμάτων, η αποδοχή των οποίων θα ήταν εκτός λογικής, ούτε συνεκτίμησε προς τούτο και το γεγονός ότι με την άνω συμπεριφορά του ο αναιρεσείων (και η εταιρία του) θα αναλάμβανε την υποχρέωση αποζημιώσεως αφετέρου ότι αυτή (συμπεριφορά του) θα κατέληγε, ως εκ της φύσεώς της, σε δυσφήμηση της εταιρείας και επομένως σε προφανή διακινδύνευση των οικονομικών τους συμφερόντων -πρβλ. ΑΠ 408/2009, ΑΠ 378/2008, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 65/2007, ΑΠ 1661/2004, ΑΠ 1335/2007, ΑΠ 1959/2006 και ιδίως την ΑΠ 775/2009 όλες παρόμοιες αναιρετικές, πρβλ. Συμεωνίδου - ΠοινΔ 2002.1124, Χαραλαμπάκη ΠχρΝΔ 688, βλ. και ΑΠ 380/2008 τμ Α ΧρΙΔ 2008 σελ. 881.
Προς τεκμηρίωση του βουλητικού στοιχείου της αποδοχής λαμβάνεται υπόψη η συνολική εξέταση όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών περιστάσεων τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος, το οποίο δεν είναι και απλό ή σύνηθες για να δεχθεί κάποιος την αποδοχή του. Χρειάζεται πολύ επικίνδυνη εγκληματική προσωπικότητα προς τούτο, η οποία δεν αποδεικνύεται και είναι εκτός λογικής για την υπόθεση.
Τέλος, σε σχέση με τον θάνατο των αναφερομένων προσώπων, δεν καθίσταται, σαφές τι δέχεται: αμέλεια ή ενδεχόμενο δόλο. Και αν μεν δέχεται αμέλεια δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά που να καθορίζουν αυτή, αν δέχεται ενδεχόμενο δόλο αυτός δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 291 παρ. 1 εδ. γ ΠΚ αφού πρόκειται έγκλημα εκ του αποτελέσματος αφέτερου δε, έδει να υπάρχει κατηγορία και γι'αυτούς κατά αληθινή συρροή της βασικής μορφής της παρ. 1 του άρθρου 291 ΠΚ και 299 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 ΠΚ.
'Ετσι είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης.
Οι λοιποί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, οι δε αναφερόμενοι στην εκτίμηση αποδείξεων απαράδεκτοι.
Τέλος, ο αναφερόμενος λόγος περί των αποδεικτικών μέσων και δη των "αεροσυνοδού" και "μιας επιβάτιδος", - όπως επίσης και του μάρτυρος ΓΓ- είναι αβάσιμος αφού δεν πρόκειται περί μαρτύρων της συγκεκριμένης δικογραφίας αλλά περί "εγγράφων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 2129/2009 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο για νέα συζήτηση, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
Αθήνα 16 Δεκεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 291 του Π.Κ., "όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της σιδηροδρομικής ή της υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη, ισόβια ή πρόσκαιρη, τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχείου β' επήλθε θάνατος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού στοιχειοθετείται με τη διατάραξη της σιδηροδρομικής ή της υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας καθ' οιονδήποτε τρόπο. Η διατάραξη, δηλαδή, δύναται να γίνει π.χ. δια βλάβης κ.λπ., αλλά και δια παραλείψεως οφειλομένης ενεργείας προς αποτροπή ή καταστολή του κινδύνου. Ουσιώδες συστατικό στοιχείο της πράξεως είναι το δυνατόν της εκ ταύτης προκλήσεως κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου ανθρώπου, ζωής ή υγείας. Τετελεσμένο είναι το έγκλημα άμα ως επήλθε διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας. Εξ υποκειμένου δε απαιτείται πρόθεση, δηλαδή δόλος συνιστάμενος στη γνώση και στη θέληση της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιακών μέσων, εν συνειδήσει ότι εκ της πράξεως δύναται να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος ανθρώπου. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., "με δόλο (πρόθεση) πράττει, όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει, ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικό και τα αποδέχεται". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι διακρίνονται δύο μορφές δόλου, ήτοι ο άμεσος και ενδεχόμενος. Με άμεσο μεν δόλο ενεργεί εκείνος, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και δεν αφίσταται αυτής, με ενδεχόμενο δε δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής υπαιτιότητας, ο ποινικός κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία προς ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου πρέπει να διακριβωθεί, το μεν ότι ο δράστης προέβλεψε ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα, συνεπεία της ενέργειας ή παραλείψεώς του, το δε ότι το αποδέχθηκε. Η συνδρομή, όμως, του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα αποδείξεως και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό της πιθανότητας, με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του, δίχως να λάβει υπόψη του μία τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι, καθώς προαναφέρθηκε, η έννοια του δόλου, είτε αμέσου είτε ενδεχόμενου, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος και τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι στενά συνδεδεμένα και ισότιμα μεταξύ τους, οπότε και δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, από τυχόν παραλείψεις του δράστη ή ελλείψεις ενός πράγματος, για να μεταβάλλει σε ενδεχόμενο δόλο μία βαριά ή ελαφρά αδιακρίτως παράβαση του οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προαπαιτείται και η διαπίστωση, ότι ο υπαίτιος κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή δεν απώθησε από τη συνείδηση του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, που προέβλεψε και εντεύθεν το επιδοκίμασε. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 29 του Π.Κ, στις περιπτώσεις όπου ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η ποινή αυτή επιβάλλεται μόνο αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη, κατά δε το άρθρο 28 ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Η τελευταία διάταξη, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή της, θεσπίζει, ως μορφή υπαιτιότητας, δυο είδη αμελείας: Ήτοι την ασυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, αν έδινε την οριζόμενη από το νόμο προσοχή, και την ενσυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του δύναται να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί όπως ενεργεί, γιατί πιστεύει ότι δεν θα επέλθει. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 291§1 περ. γ' ΠΚ, προκύπτει, ότι το έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών, εφόσον το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου ανθρώπων δεν οφείλεται σε δόλο του δράστη, είναι έγκλημα ευθύνης ως απορρέον εκ του αποτελέσματος. Έτσι, για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, εκτός από τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της διατάραξης (άρθρο 291§1 περ. β' ΠΚ), να επέλθει και θάνατος ανθρώπου, ο οποίος, όμως, να δύναται να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη κατά το άρθρο 29 του ίδιου Κώδικα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει να παρατίθενται και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια, καθώς και το είδος αυτής. Αν ο θάνατος οφείλεται και αυτός σε δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο) του δράστη της διαταράξεως της ασφαλείας σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή της περ. γ' της §1 του άρθρου 291 ΠΚ, αλλά υπάρχει αληθινή συρροή της κακουργηματικής μορφής της διαταράξεως της περ. β' (πρόκληση κινδύνου για άνθρωπο) και της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93§ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ` αριθ. 2129/2009 βούλευμά του, δέχθηκε, τόσο με δικές του σκέψεις όσο και με συμπληρωματική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, επί λέξει, τα εξής: "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η υπ' αριθμ. 544/4.10.2007 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας κατά του υπ' αριθμ. 2699/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να μεταρρυθμιστεί το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τη διάταξή του που αφορά στον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο Γαλλίας και να παραπεμφθεί αυτός, ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στον παρακάτω τόπο και χρόνο πραγμάτωσε έγκλημα (διατάραξη της ασφαλείας αεροσκαφών από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος - αρθρ. 291§1 εδ. β', γ' του ΠΚ), που τιμωρείται κατά το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή, δηλαδή: Με πράξη και με παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας προς αποτροπή κινδύνου, με πρόθεση διατάραξε την ασφάλεια της αεροπλοΐας, έτσι ώστε να είναι δυνατό να προκληθεί άρση της ασφαλείας αυτής και να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, όπως και πράγματι συνεπεία της συμπεριφοράς του αυτής επήλθε θάνατος, ενδεχόμενα τα οποία προέβλεψε ότι μπορούν να προέλθουν από τη συμπεριφορά του και τα αποδέχθηκε. Ειδικότερα στη Γαλλία και στην Αθήνα ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του ως τεχνικού διευθυντή της εδρεύουσας στο Παρίσι ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DASSAULT AVIATIONS S.A.", κατασκευάστριας του αεροσκάφους "Mystere Falcon 900" και έχοντας την ευθύνη της διοικήσεως και τεχνικής διευθύνσεως αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 1992, οπότε μεταβιβάστηκε το παραπάνω αεροσκάφος στο Ελληνικό Δημόσιο, μέχρι και την 14-9-1999, οπότε και συνέβη το πιο κάτω αεροπορικό ατύχημα, γνώριζε ότι σ' αυτό (αεροσκάφος) υπήρχαν κατασκευαστικές πλημμέλειες, ενώ στις οδηγίες για πτητική του εκμετάλλευση προς τους χειριστές τούτου, που είχε εκδώσει η ως άνω κατασκευάστρια εταιρεία, υπήρχαν ελλείψεις, από τις οποίες ήταν ενδεχόμενο να προκύψει κίνδυνος για την ασφάλεια της αεροπλοΐας και κίνδυνος για άνθρωπο. Συγκεκριμένα υπήρχε βλάβη στη λειτουργία του συστήματος ARTHUR, η οποία είναι ουσιώδης διότι λόγω του προστατευτικού και ελεγκτικού ρόλου του συστήματος ARTHUR αυτό όταν δεν λειτουργεί κανονικά, τότε δεν λειτουργεί ορθώς και η μονάδα τεχνητής αίσθησης ARTIFICIAL FEEL UNIT-AFU).
Συνεπώς, ο χειριστής του αεροσκάφους δεν έχει σωστή αντίληψη των δυνάμεων του αεροσκάφους και δεν είναι σε θέση να προβεί και στους σωστούς χειρισμούς του πηδαλίου του χειριστηρίου. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί... Συνέπεια της βλάβης στη λειτουργία του συστήματος ARTHUR είναι ο πιλότος να εφαρμόζει σε υψηλές ταχύτητες πτήσης μεγάλες αποκλίσεις στα πηδάλια του αεροσκάφους, χωρίς να έχει τη σωστή αίσθηση των συνεπειών που θα έχει η εφαρμογή των μεγάλων αποκλίσεων στις επιταχύνσεις του αεροσκάφους. Όπως αναφέρεται στην έκθεση προανάκρισης αεροπορικού ατυχήματος ΥΠΑ, οι περισσότεροι χειριστές του ως άνω αεροσκάφους ανέφεραν πως η βλάβη αφής του PITCH FEEL, εμφανιζόταν συχνά στο αεροσκάφος. Ειδικά ο AA ανέφερε ότι "με δεδομένο ότι PITCH FEEL το έσβηνε πριν την προσγείωση, οι τεχνικοί μας είχα διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε ουσιαστικό πρόβλημα". Επίσης από το LOGBOOK του αεροσκάφους ή τις αναφορές των χειριστών δεν προκύπτει αν υπήρχε αφή ή όχι του ενδεικτικού φωτός PITCH FEEL μετά την προσγείωση του αεροσκάφους. Η σποραδική εγγραφή της αφής του ενδεικτικού φωτός PITCH FEEL οκτώ (8) φορές εκτός τριετίας, δεν απεικόνιζε την πραγματικότητα με αποτέλεσμα, αν και ήταν ουσιαστικά συχνό φαινόμενο, να μην χαρακτηρίζεται και τυπικά ως επαναλαμβανόμενη παρατήρηση και ουδέποτε εντοπίστηκε η αιτία, ώστε να αποκατασταθεί οριστικά η βλάβη. Η κατασκευάστρια εταιρεία δεν είχε διευκρινίσει επαρκώς τον τρόπο διερεύνησης και εντοπισμού της βλάβης, δεν ανέφερε περιορισμό της ταχύτητας, όπως έπραξε μετά το ατύχημα ούτε επεσήμανε τις επιπτώσεις που μπορεί να προκαλέσει η συγκεκριμένη βλάβη. Ο τρόπος που το πλήρωμα διερεύνησε τη βλάβη δεν προβλέπεται από θεσμοθετημένη διαδικασία (εταιρική ή του κατασκευαστή) και αποδείχθηκε μη αποτελεσματικός, αφού τελικά δεν διαπιστώθηκε η βλάβη. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι τόσο οι χειριστές όσο και οι τεχνικοί δεν είχαν πλήρη γνώση της βλάβης για την οποία τους προειδοποιούσε η αφή PITCH FEEL, ερμήνευαν λάθος το σβήσιμο του φωτός κάτω από τα 210 Knots (ναυτικά μίλια) και εκλάμβαναν ότι η βλάβη είχε αποκατασταθεί από μόνη της και ως εκ τούτου δεν απαιτούσε διερεύνηση και θεραπεία. Αυτή η κατάσταση επειδή επαναλαμβανόταν, δημιούργησε εφησυχασμό σε χειριστές και τεχνικούς. Οι χειριστές έγραφαν την παρατήρηση, με αποτέλεσμα να μη διαφαίνεται η συχνότητα της βλάβης και να θεωρούν την αφή PITCH FEEL ως ενδεικτική, εξαντλώντας τη λήψη προληπτικών μέτρων μόνο κατά την κρίσιμη φάση της προσγείωσης. Έχοντας αυτά τα δεδομένα, στις 14.9.1999 οι χειριστές του ως άνω αεροσκάφους αποφάσισαν τη συνέχιση της πτήσης προς το Βουκουρέστι, με το φως PITCH FEEL αναμμένο, θεωρώντας ότι δεν υπήρχε πρόβλημα στο αεροσκάφος. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αισθητήρες (ποτενσιόμετρα), που ρυθμίζουν και επηρεάζουν την καλή λειτουργία του συστήματος ARTHUR, ήταν από την κατασκευή τους ελαττωματικοί και ο καινούργιος αισθητήρας που τοποθετήθηκε μετά από προμήθεια από την κατασκευάστρια εταιρεία Dassault, ήταν του ίδιου αριθμού σειράς που βρέθηκε ελαττωματικός. Έτσι η βλάβη του συστήματος ARTHUR δεν ήταν δυνατόν να αποκατασταθεί σε καμία περίπτωση, δεδομένου ότι τα παραπάνω εξαρτήματα ήταν ελαττωματικά, γεγονός που γνώριζε η κατασκευάστρια εταιρεία και μόνο εάν αντικαθίστατο με αξιόπιστα θα υπήρχε η δυνατότητα αποκατάστασης της βλάβης. Επίσης η παραπάνω βλάβη του συστήματος ARTHUR είναι σοβαρότατη με άκρως επικίνδυνες συνέπειες για την πτητική ασφάλεια του αεροσκάφους, ενόψει μάλιστα και του ότι η σημασία αυτή της βλάβης αρχίζει να αναδεικνύεται με την ανάπτυξη ταχύτητας από 260 Knots και πάνω, ταχύτητας όμως που είναι πολύ σύνηθες να αναπτυχθεί σε αεροπλάνο, ενώ κατά την πτήση είναι ενδεχόμενο να συμβεί και απότομος ελιγμός του αεροπλάνου από τον πιλότο, οπότε το σύστημα ARTHUR δεν προστατεύει το αεροπλάνο και τους επιβαίνοντες από την ανάπτυξη επιταχύνσεων που σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή λειτουργεί το σύστημα ARTHUR, παρέχει αυτήν την προστασία. Όπως προαναφέρθηκε, η βλάβη του συστήματος ARTHUR δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί στο έδαφος από τους τεχνικούς, αφού η λυχνία του PITCH FEEL θα έπρεπε να ανάβει και στο έδαφος μετά την προσγείωση, ενόψει του ότι πιέζονταν τα σκέλη προσγείωσης, σύμφωνα με τα τεχνικά εγχειρίδια, πράγμα όμως που δεν συνέβαινε, παραπλανώντας έτσι τους τεχνικούς στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για πραγματική βλάβη αλλά για λανθασμένες ενδείξεις της λυχνίας του PITCH FEEL. Επίσης όπως αναφέρεται στο πόρισμα της ΥΠΑ υπήρχε αδυναμία της βιβλιογραφίας του αεροσκάφους FALCON 900 σε ότι αφορά την αντιμετώπιση μιας βλάβης του ARTHUR SYSTEM, ήτοι ενώ στο εγχειρίδιο MMEL (...) για την περίπτωση που το φως PITCH FEEL ανάψει στο έδαφος παρέχεται η δυνατότητα στο πλήρωμα να αποδεχθεί το αεροσκάφος για πτήση τηρώντας τα αναφερόμενα όρια ταχύτητας, αντίθετα στο AFM-εγχειρίδιο πτήσης του αεροσκάφους (...), δεν αναφέρεται περιορισμός ταχύτητας, παρά μόνο για τα αεροσκάφη νηολογίου Καναδά, Μεγάλης Βρετανίας και Βραζιλίας (με πρωτοβουλία των εθνικών αρχών πολιτικής αεροπορίας των χωρών αυτών). Ακόμη λόγω της ιδιαιτερότητας στη σχεδίαση χειρισμού του αυτόματου πιλότου, που μπορούσε να οδηγήσει τα αεροσκάφη FALCON σε επικίνδυνες καταστάσεις, ο κατηγορούμενος δεν μερίμνησε για την έκδοση δελτίου σύστασης, το οποίο να υπενθυμίζει στους κυβερνήτες αεροσκαφών FALCON ότι κατά την πτήση με ενεργοποιημένο τον αυτόματο πιλότο δεν πρέπει να εφαρμόζουν χειρωνακτικώς δυνάμεις επί του χειριστηρίου. Άλλωστε από καταθέσεις της αεροσυνοδού και μίας επιβάτιδος προκύπτει ότι το αεροσκάφος στην αρχή εισήλθε σε ελαφρά άνοδο και κατόπιν σε απότομη ρύθμιση. Η απενεργοποίηση του αυτόματου πιλότου έγινε μετά τη βύθιση του αεροσκάφους επειδή ο κυβερνήτης τράβηξε με δύναμη και ταχύτητα το χειριστήριο για να ανυψώσει το αεροσκάφος. Σε παρόμοιο ατύχημα. ... Μετά και το δεύτερο αυτό ατύχημα η DASSAULT στις 18.10.1999 και η D.G.A.G. Γαλλίας στις 21.10.1999 εξέδωσαν δελτίο σύστασης με το οποίο υπενθύμισαν στους κυβερνήτες FALCON ότι κατά την πτήση με ενεργοποιημένο τον αυτόματο πιλότο δεν πρέπει να εφαρμόζουν χειρωνακτικώς δυνάμεις επί του χειριστηρίου, προσπαθώντας να ελέγξουν το αεροσκάφος και αν χειροκίνητος έλεγχος του αεροσκάφους ήταν απαραίτητος ή επιθυμητός, τότε έπρεπε να πιάνουν το χειριστήριο και να απενεργοποιούν τον αυτόματο πιλότο με οποιοδήποτε κουμπί είναι διαθέσιμο για την απενεργοποίηση, να χειρίζονται χειροκίνητα το αεροσκάφος όπως απαιτείται και αφού ελέγξουν το αεροσκάφος να επανεργοποιούν τον αυτόματο πιλότο. Επίσης η DGAG Γαλλίας στις 17.11.1999 εξέδωσε την υποχρεωτική σε εφαρμογή οδηγία AD No 1999-464-029 (Β) η οποία επέβαλε μείωση της ταχύτητας σε 260 Knots ή 0.76 mach σε περίπτωση που η λυχνία του συστήματος Pitch Feel ήταν αναμμένη. Επομένως η έκδοση της ανωτέρω οδηγίας απέδειξε ότι η Dassault αναγνώρισε έμμεσα εκ των υστέρων ότι η ιδιαιτερότητα στη σχεδίαση χειρισμού του αυτόματου πιλότου μπορούσε να οδηγήσει τα αεροσκάφη FALCON σε επικίνδυνες καταστάσεις και τέτοιοι χειρισμοί δεν ήταν καθόλου απίθανοι να γίνουν από πιλότους που είχαν εκπαιδευτεί και σε άλλους τύπους αεροσκαφών, με διαφορετικό σχεδιασμό αυτόματου πιλότου, αλλά η DASSAULT, αν και γνώριζε τους κινδύνους αυτούς δεν ενημέρωσε τους πιλότους πριν να συμβούν τα ατυχήματα. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η βλάβη του συστήματος ARTHUR λόγω της ελαττωματικότητας των ποτενσιόμετρων και της οποίας βλάβης δεν υπήρχε δυνατότητα ανίχνευσης επί του εδάφους από τους τεχνικούς που είχαν την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν υπήρχε πραγματική βλάβη, δημιουργούσε σε υψηλές ταχύτητες επικίνδυνη κατάσταση για την ασφαλή πτήση του FALCON και την ασφάλεια της αεροπλοΐας και των επιβαινόντων. Έτσι καθένας από τους παραπάνω παράγοντες δηλαδή της σχεδίασης του χειρισμού του αυτόματου πιλότου, της διαρκούς βλάβης του συστήματος ARTHUR λόγω της ελαττωματικότητας των ποτενσιόμετρων, της μη δυνατότητας ανίχνευσης της βλάβης του συστήματος ARTHUR επί του εδάφους από τους τεχνικούς που δημιουργούσε την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν υπήρχε πραγματική βλάβη, δημιουργούσαν επικίνδυνη κατάσταση για την ασφαλή πτήση του αεροσκάφους, των επιβαινόντων και την ασφάλεια της αεροπλοΐας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες μαζί συνδυαζόμενοι με την ανάπτυξη ταχύτητας άνω των 260 Knots αποτελούσαν μία εν δυνάμει επικίνδυνη κατάσταση για την ασφαλή πτήση του αεροσκάφους και τη ζωή των επιβαινόντων. Την παραπάνω επικίνδυνη κατάσταση και τους κινδύνους για το αεροσκάφος, τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των επιβαινόντων γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος Χ, ως τεχνικός διευθυντής της κατασκευάστριας εταιρείας "DASSAULT AVIATIONS S.A.". Ειδικότερα δε αυτός προέβλεψε ως δυνατή την επέλευση του κινδύνου να διαταραχθεί η ασφάλεια της αεροπλοΐας, η ασφαλής πτήση του αεροσκάφους και ο τραυματισμός και ακόμη ο θάνατος των επιβαινόντων, αποδέχτηκε όμως όποιο αποτέλεσμα ήθελε προκύψει από τα ελαττώματα του αεροσκάφους δηλαδή και τον τραυματισμό και το θάνατο των επιβαινόντων ακόμη δε και τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων της εταιρείας από την ανάληψη της υποχρεώσεως αποζημιώσεως και τη δυσφήμησή της, για να επιτύχει το σκοπό του, που ήταν η εμπορικότητα του αεροσκάφους, αφού η αναγραφή στο AFM-εγχειρίδιο πτήσης του αεροσκάφους (...) του υποχρεωτικού περιορισμού ορίου ταχύτητας σε 260 Knots ή 0.7 mach σε περίπτωση αφής της λυχνίας Pitch Feel για όλα τα αεροσκάφη τύπου FALCON θα τα καθιστούσε μη ανταγωνιστικά και θα κατέρριπτε την προβολή τους ως ασφαλών και ταχύτατων. Αν λοιπόν η κατασκευάστρια εταιρεία επέβαλε περιορισμό της ταχύτητας σε όλα τα FALCON ανεξαρτήτως νηολογίου, το εν λόγω προϊόν της θα έχανε το βασικότερο πλεονέκτημα που το καθιστά εξαιρετικά προσφιλές στους αγοραστές του με συνέπεια την αναπότρεπτη μείωση των πωλήσεων και των εντεύθεν κερδών της. Όμως επέλεξε συνειδητά να αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο τη συγκεκριμένη ιδιαίτερα σοβαρή για την ασφάλεια των πτήσεων βλάβη που παρουσιάζεται στον ίδιο τύπο αεροσκάφους (FALCON 900) κατά τη διάρκεια της πτήσης. Η παράλειψη αυτή ενώ είχε αναγνωριστεί από την κατασκευάστρια, αφού είχε προβεί πριν το επίδικο ατύχημα σε διορθωτικές συμπληρώσεις του AFM για τα αεροσκάφη που είχαν διατεθεί στη Βραζιλία, Καναδά και Μεγάλη Βρετανία, παρά ταύτα εξακολούθησε την ίδια εγκληματική αδιαφορία και δεν προέβη σε διόρθωση του ορίου ταχύτητας στα 260 Knots και σε αεροσκάφη που είχαν διατεθεί σε άλλα κράτη. Εξ αυτού συνάγεται ότι γνώριζε το πρόβλημα για μείωση της ταχύτητας στα 260 Knots σε περίπτωση βλάβης του ARTHUR και όμως δεν προέβη σε έκδοση διορθωτικής οδηγίας παρά μόνο μετά το επίδικο ατύχημα (14.9.1999) και το παρόμοιο ατύχημα που συνέβη στις 9.10.1999 στο Grand Rapids του Mishigan USA, ούτε έκανε συστάσεις και εισηγήσεις προς τους υπόλοιπους χρήστες του FALCON για θέσπιση αντίστοιχου περιορισμού αλλά ούτε προέβη σε συγκεκριμένη εισήγηση προς τη Γαλλική Γενική Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας (εποπτεύουσα αρχή της κατασκευάστριας εταιρείας) να προκαλέσει απόφαση της τελευταίας για την έκδοση της προαναφερόμενης οδηγίας. Επίσης γνώριζε την ιδιαιτερότητα στη σχεδίαση χειρισμού του αυτόματου πιλότου (...) που μπορούσε να οδηγήσει τα αεροσκάφη FALCON σε επικίνδυνες καταστάσεις και τέτοιοι χειρισμοί δεν ήταν καθόλου απίθανοι να γίνουν από πιλότους που είχαν εκπαιδευτεί και σε άλλους τύπους αεροσκαφών, με διαφορετικό σχεδιασμό αυτόματου πιλότου. Παρ' όλα αυτά αν και γνώριζε τους κινδύνους αυτούς δεν ενημέρωσε τους πιλότους πριν συμβούν τα ατυχήματα. Έτσι ο κατηγορούμενος ο οποίος, λόγω της ιδιότητάς του ως τεχνικού διευθυντή της κατασκευάστριας εταιρείας, γνώριζε όλα τ' ανωτέρω, δεν απώθησε από τη συνείδησή του το εγκληματικό αυτό αποτέλεσμα, αλλά το επιδοκίμασε και προχώρησε στην πράξη του, έστω κι αν επερχόταν το εν λόγω αποτέλεσμα δίνοντας προτεραιότητα έτσι στον ιδιοτελή σκοπό της μεγιστοποίησης του επιχειρηματικού κέρδους. Ο πιο πάνω κίνδυνος πράγματι επήλθε στην προκειμένη περίπτωση και επιβεβαιώθηκε η σοβαρότητα των ανωτέρω ελλείψεων στον τομέα ασφάλειας της αεροπλοΐας, καθόσον, όταν το αεροσκάφος διερχόταν από το επίπεδο των 15.000 ποδών, παρουσίασε επί είκοσι τέσσερα (24) δευτερόλεπτα μία σειρά από περίπου δέκα ανεξέλεγκτες βίαιες ταλαντώσεις ως προς τον άξονα ανόδου-καθόδου (δελφινισμούς -...) κατά τη διάρκεια των οποίων αναπτύχθηκαν υπέρμετρες κατακόρυφες επιταχύνσεις προς τα κάτω και προς τα πάνω (θετικές και αρνητικές). Συνεπεία δε των ανωτέρω ισχυρών επιταχύνσεων ήταν όσοι από τους επιβαίνοντες δεν ήσαν προσδεδεμένοι με ζώνη ασφαλείας να χτυπούν με σφοδρότητα στην οροφή και κατόπιν στο δάπεδο του θαλάμου επιβατών, με αποτέλεσμα να προκληθούν σ' αυτούς βαρύτατοι τραυματισμοί. Μετά δε την προσγείωση του αεροσκάφους στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου διαπιστώθηκε ο θάνατος των επιβαινόντων ..., ..., ..., ..., ... και ... . Επίσης, οι ... και ... τραυματίστηκαν σοβαρά και ο τελευταίος απεβίωσε στις 19-9-1999, ενώ οι ... και ..., που φορούσαν ζώνες ασφαλείας στα καθίσματά τους, υπέστησαν ελαφρούς τραυματισμούς. Εξάλλου, η παραπάνω ευθύνη του κατηγορουμένου με την προαναφερόμενη ιδιότητα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η κατασκευάστρια εταιρεία "DASSAULT AVIATIONS S.A.", είχε αποστείλει στην "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε." το υπ' αριθμ. .../28.4.1992 τεχνικό δελτίο, το από Ιανουαρίου 1995 τεχνικό δελτίο και την ηλεκτρική βιβλιοθήκη του FALCON (...), που αναφέρονται στη συγκεκριμένη βλάβη. Αυτό δε διότι τα ανωτέρω δελτία και ηλεκτρονική βιβλιοθήκη είχαν γενικό περιεχόμενο σε σχέση με τη συγκεκριμένη βλάβη, όφειλε δε η κατασκευάστρια εταιρεία σύμφωνα με τα ως άνω πορίσματα έρευνας του ατυχήματος, να είχε συμπεριλάβει κατά τρόπο εξειδικευμένο στο "εγχειρίδιο πτήσεως" του αεροσκάφους συγκεκριμένη οδηγία με βάση την οποία, όταν ανάψει η λυχνία του PITCH FEEL, ο κυβερνήτης οφείλει να μειώσει την ταχύτητα του αεροσκάφους κάτω από τους 260 κόμβους. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι οι αποδοθείσες στον κυβερνήτη του εν λόγω αεροσκάφους AA πράξεις και παραλείψεις, οι οποίες θεμελιώνουν συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) αυτού στο ως άνω αποτέλεσμα και για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος με την υπ' αριθμ. 4252/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και σωματική βλάβη από αμέλεια και υπό υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά συρροή), δεν αποκλείουν την αποδιδόμενη ως άνω υπαιτιότητα του κατηγορουμένου Χ στο ίδιο αξιόποινο αποτέλεσμα. Αυτό δε διότι η συμπεριφορά του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο και άμεση αιτιότητα ως προς το ως άνω επελθόν αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, κατά την κρατούσα στο ποινικό δίκαιο θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, το ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αυτού υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ' αυτό και άλλοι όροι, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμέλεια του πιο πάνω κυβερνήτη του αεροσκάφους. Εξάλλου, στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει διακοπή της αιτιώδους αυτής συνάφειας, αφού η παρεμβαλλόμενη ως άνω συμπεριφορά του ως άνω τρίτου(κυβερνήτη) δεν καθιστά ανενεργή τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου (...). Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, γνώριζε τη σοβαρότητα των πιο πάνω πράξεων και παραλείψεών του και την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του να μην παραλείψει τις σχετικές ενέργειες, καθώς και ότι από την παράλειψη του αυτή ήταν ενδεχόμενο να προκύψει άρση της ασφάλειας της αεροπλοΐας και να δημιουργηθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και για άνθρωπο κίνδυνος ζωής ή υγείας, όπως και πράγματι, συνεπεία της συμπεριφοράς του αυτής επήλθε θάνατος και τραυματισμός ανθρώπων". Στην εισαγγελική πρόταση, στις σκέψεις της οποίας, κατά τα ανωτέρω, αναφέρθηκε, συμπληρωματικά, το Συμβούλιο Εφετών, εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ..., ..., ΒΒ, AA, ..., ... και ..., όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... Έχοντες υπόψη την ως άνω νομική προσέγγιση, για την έννοια του ενδεχόμενου δόλου , κατά την άποψή μας, στη δικογραφία υπάρχουν τα παρακάτω στοιχεία, που οδηγούν σε κρίση για ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για παραπομπή και όχι φυσικά αποδείξεων, σχετικά με την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου, από πλευράς κατηγορουμένου. Το πρώτο είναι φυσικά, το μέρος της κατάθεσης του ΓΓ, που είχε κάνει πραγματογνωμοσύνη για τα αίτια του ατυχήματος, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όταν δικαζόταν κατ' έφεση η υπόθεση για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή κ.λπ. με κατηγορούμενο τον πιλότο του αεροσκάφους, AA, όπου μεταξύ των άλλων, εξέθεσε ότι ένα χρόνο πριν το ατύχημα είχε διαβάσει για τη βλάβη του Falcon, ότι πιστεύει πως η κατασκευάστρια εταιρεία Dassault θα έπρεπε να είναι συγκατηγορούμενη εκθέτοντας ότι αν είχε ειδοποιήσει όλους τους χρήστες αυτών των αεροσκαφών, δεν θα είχε συμβεί το ατύχημα. Αλλά το κυριότερο ότι ο μάρτυς προχώρησε και πιο πέρα εκθέτοντας ότι η κατασκευάστρια εταιρεία Dassault φρόντισε να δημιουργήσει ένα προϊόν που αποφέρει κέρδη και ότι ήταν μειονεκτικό να αναφέρει για την ταχύτητα, καθόσον ήταν αντιεμπορικό γιατί το αεροπλάνο πήγαινε γρήγορα. Βέβαια είναι γεγονός ότι ουδέν ανέφερε σχετικό στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που προηγουμένως είχε συντάξει όταν ως πραγματογνώμονας διερευνούσε τα αίτια του ατυχήματος, θέμα για το οποίο και θα πρέπει να δώσει τις σχετικές απαντήσεις - εξηγήσεις στο ακροατήριο. Αλλά, και πέραν αυτού, υπάρχουν και άλλα στοιχεία, που προκύπτουν από τη δικογραφία που οδηγούν, αυτοτελώς, κατά τη γνώμη μας, σε συναγωγή επαρκών ενδείξεων και όχι αποδείξεων φυσικά, για ενδεχόμενο δόλο από πλευράς κατηγορουμένου, έτσι ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί στο ακροατήριο για περαιτέρω έρευνα, και αυτά είναι: Κατ' αρχάς, το γεγονός ότι η Ψ, στην από 1-9-2004 αγωγή της, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία στρέφεται μεταξύ των άλλων και κατά της κατασκευάστριας εταιρείας Dassault, εκθέτει μεταξύ των άλλων και τα εξής: "Η ανωτέρω αμέλεια της Ντασώ λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερη νομική και ηθική απαξία, δεδομένου ότι όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η Ντασώ δεν επιθυμούσε για οικονομικούς αποκλειστικά λόγους να επιβάλει τον εν λόγω περιορισμό της ταχύτητας των Φάλκον, διότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε τα αεροσκάφη αυτά λιγότερο αν όχι καθόλου ελκυστικά στους αγοραστές τους. Συγκεκριμένα, τα Φάλκον αποτελούν αεροσκάφη ιδιωτικής χρήσης και απευθύνονται κυρίως σε πλούσιους επιχειρηματίες, διαθέτοντας ως σημαντικό πλεονέκτημα την ταχύτητά τους και το μεγάλο ύψος στο οποίο μπορούν να πετάξουν. Η κατασκευή τους προσομοιάζει με την κατασκευή ενός μαχητικού αεροσκάφους από άποψη επιδόσεων. Είναι λοιπόν προφανές ότι αν η Ντασώ επέβαλε περιορισμό ταχύτητας σε όλα τα Φάλκον ανεξαρτήτως νηολογίου, το εν λόγω προϊόν της θα έχανε το βασικότερο πλεονέκτημα που το καθιστά εξαιρετικά προσφιλές στους αγοραστές του με συνέπεια την αναπότρεπτη μείωση των πωλήσεων και των εντεύθεν κερδών της. Η Ντασώ δηλαδή θυσίασε την ασφάλεια των επιβατών του Φάλκον, προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της από το εν λόγω προϊόν της, γεγονός πού υποδηλώνει βαθύτατη περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Ντασσώ επέλεξε συνειδητά να αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο μία ιδιαίτερα σοβαρή για την ασφάλεια των πτήσεων βλάβη που παρουσιάζεται στον ίδιο τύπο αεροσκάφους (Φάλκον 900) κατά τη διάρκεια της πτήσης. Επίσης, το γεγονός ότι ο ..., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." στην από 29-1-2003 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που υπέβαλε στη συνέχεια της από 30-4-2002 προηγούμενης μηνυτήριας αναφοράς του, εκθέτει μεταξύ των άλλων, σχετικά με τα αίτια του ως άνω ατυχήματος επί λέξει και τα εξής: "Στο εγχειρίδιο AFM του αεροσκάφους δεν αναγραφόταν, οποία εγκληματική παράλειψη, σύσταση εκ μέρους της κατασκευάστριας περιορισμού της ταχύτητας του αεροσκάφους στο ανώτατο όριο των 260 Knots, σε περίπτωση βλάβης ή μη λειτουργίας του συστήματος ARTHUR. Η παράλειψη αυτή ήταν καθοριστικά εγκληματική, γιατί καθιστούσε το αεροσκάφος επικίνδυνα εκ κατασκευής ελαττωματικό. Επισημαίνεται ότι η παράλειψη αυτή, ενώ είχε αναγνωρισθεί από την κατασκευάστρια, αφού είχε προβεί πριν το επίδικο ατύχημα σε διορθωτικές συμπληρώσεις του AFM για τα αεροσκάφη που είχαν διατεθεί στη Βραζιλία, Καναδά και Μεγάλη Βρετανία, παρά ταύτα εξακολούθησε την εγκληματική της αδιαφορία και δεν προέβη σε διόρθωση του ορίου ταχύτητας στα 260 Knots και σε αεροσκάφη που είχαν διατεθεί και σε άλλα κράτη, καίτοι είχε προβεί σε διόρθωση στα πιο πάνω κράτη, που παρέπεται ότι της ήταν γνωστό το πρόβλημα για μείωση της ταχύτητας στα 260 Knots σε περίπτωση βλάβης του ARTHUR και όμως σε καμία δεν προέβη έκδοση διορθωτικής οδηγίας. Η πιο πάνω παράλειψη της Dassault είναι εκ προθέσεως ενέργεια περιέχουσα τουλάχιστον ενδεχόμενο δόλο, γιατί ενώ από την παράλειψή της αυτή επέκειτο άμεσος κίνδυνος ανθρώπινων ζωών, δεν έκανε αυτό που μπορούσε να κάνει για να αποφύγει το αποτέλεσμα ...". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 291§1 περ. β' και γ' ΠΚ και, για τον λόγο αυτό, δέχθηκε την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ κατά του υπ' αριθμ. 2699/2007 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και τον παρέπεμψε, κατά τα προεκτεθέντα, στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για την ως άνω πράξη".
Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όσον αφορά τον ενδεχόμενο δόλο του κατηγορουμένου για το βασικό έγκλημα της διαταράξεως της ασφαλείας της αεροπλοΐας, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ` αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών εκθέτει λεπτομερώς τις συγκεκριμένες παραλείψεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ως τεχνικού διευθυντή της κατασκευάστριας εταιρίας του επιδίκου αεροσκάφους "DASSAULT AVIATIONS SA", οι οποίες οδήγησαν στο ανωτέρω αεροπορικό ατύχημα, ενώ προβαίνει στη διακρίβωση τόσο του γνωστικού, όσο και του βουλητικού στοιχείου του ενδεχομένου δόλου αυτού, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά, τα οποία δηλώνουν ότι αυτός, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή, δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος (της διαταράξεως της αεροπλοΐας) και, έτσι, το επιδοκίμασε. Ακόμη, αιτιολογεί επαρκώς τόσο την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να μη προβεί στις αναφερόμενες παραλείψεις, όσο και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της εγκληματικής συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος, καθώς και το γεγονός ότι δεν υπάρχει διακοπή της αιτιώδους αυτής συναφείας από την παρεμβαλλόμενη αμελή συμπεριφορά του κυβερνήτη του αεροσκάφους. Επομένως, οι, από το άρθρο 484§1 περ. δ' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη "οι καταθέσεις της αεροσυνοδού και μιας επιβάτιδας", προσώπων που δεν περιλαμβάνονται στους μάρτυρες, οι οποίοι εξετάστηκαν και αναφέρονται στην αρχή της εισαγγελικής προτάσεως, είναι αβάσιμη, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, οι καταθέσεις της αεροσυνοδού και της επιβάτιδας περιλαμβάνονται και έχουν ενσωματωθεί στα πρακτικά της υπ' αριθ. 63428/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οπότε αποτελούν έγγραφο και ως έγγραφο λήφθηκαν υπόψη και ορθά δεν μνημονεύονται μεταξύ των μαρτυρικών καταθέσεων της προδικασίας.
Περαιτέρω, όμως, όσον αφορά το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου των επιβαινόντων στο αεροσκάφος ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., ο οποίος επήλθε συνεπεία του βασικού εγκλήματος της διαταράξεως της ασφαλείας της αεροπλοΐας που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, και ενώ η πράξη, για την οποία παραπέμπεται ο τελευταίος στηρίζεται και στην ουσιαστική ποινική διάταξη της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 291 ΠΚ, δεν διαλαμβάνεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ούτε στην ενσωματωμένη σ` αυτό εισαγγελική πρόταση) αν το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα του θανάτου των ανωτέρω οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος ούτε και προσδιορίζεται, με αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, το είδος της αμέλειας, ούτε αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 29 ΠΚ περί ευθύνης από το αποτέλεσμα. Έτσι, όμως, υπάρχει ασάφεια ως προς το αν το Συμβούλιο δέχθηκε ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια ή και αυτό σε ενδεχόμενο δόλο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στη δεύτερη περίπτωση, (και ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για ανθρωποκτονίες από πρόθεση κατά συρροή) δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η περ. γ' της ως άνω διατάξεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης, κατά παραδοχήν του σχετικού, από το άρθρο 484§1 περ. β' ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί, κατά τούτο, το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρα 485§1 και 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ το υπ' αριθ. 2129/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν αποφανθεί προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για διατάραξη της ασφαλείας αεροπλοΐας με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος. Στοιχεία του εγκλήματος. Έννοια ενδεχομένου δόλου. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον ενδεχόμενο δόλο του αναιρεσείοντος. Έγκλημα εκ του αποτελέσματος (άρθρο 29 ΠΚ). Αναίρεση και παραπομπή για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα των ανθρωποκτονιών, γιατί δεν διαλαμβάνεται αν αυτές οφείλονταν σε αμέλεια του αναιρεσείοντος ούτε προσδιορίζεται το είδος της αμελείας, με αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Διατάραξη ασφάλειας αεροπλοΐας.
| 0
|
Αριθμός 884/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 99/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 460/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 149/19.4.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγοντες κατά τα άρθρα 485 παρ. 1, 513 παρ. 1α και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την από 26-3-2010 αίτηση αναιρέσεως των 1) Χ1, δικηγόρου και 2) Χ2, (ασκηθείσης υπό του πληρεξουσίου τους δικηγόρου), κατά του υπ'αριθμ. 99/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, διά του οποίου απερρίφθη ως απαράδεκτος η υπ'αριθμ. 1/2010 Προσφυγή τους κατά του υπ'αριθμ. 223/2010 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, εκθέτομεν τα εξής:
Η αίτηση είναι απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε κατά βουλεύματος κατά του οποίου, μετά την αντικατάσταση των παραγράφων 2 του άρθρου 476 και 1 του άρθρου 482, από τα άρθρα 38 και 41 παρ. 1, αντιστοίχως, του Ν. 3160/2003, δεν επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως, δοθέντος ότι και η κατά το άρθρο 322 παρ. 3 Κ.Π.Δ. Προσφυγή κατά κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία ασκήθηκε υπό προσώπου απολαμβάνοντος ιδιάζουσα δωσιδικία (άρθρο 111 παρ. 7 Κ.Π.Δ.), αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο. Απορριφθέντος, επομένως, αυτού ως απαραδέκτου, υπό του προσβαλλομένου βουλεύματος, είναι απαράδεκτος και η κατ'αυτού ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως.
ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν Να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτος και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Αθήνα 15 Απριλίου 2010
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Αναστάσιος Κανελλόπουλος.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 παρ. 2 του Ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι, κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Κ.Ποιν.Δ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ., πριν αντικατασταθεί κατά τα ανωτέρω, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Η αυτή ρύθμιση προσήκει και όταν πρόκειται βούλευμα του συμβουλίου εφετών, που απέρριψε ως απαράδεκτη προσφυγή του κατηγορουμένου, που τυγχάνει ιδιάζουσας δωσιδικίας (άρθρο 111 παρ. 7 ΚΠΔ), διότι η προσφυγή αυτή αποτελεί ειδικό ένδικο μέσο, επί του οποίου η αυτή, όπως και επί εφέσεως, προσήκει λύση. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, που τυγχάνουν πρόσωπα ιδιάζουσας δωσιδικίας (111 παρ. 7 ΚΠΔ), ο μεν πρώτος ως δικηγόρος, η δε δεύτερη ως συμβολαιογράφος, με το 223/2010 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Πειραιώς, για να δικασθούν, κατά τη δικάσιμο της 25-5-2010, ως υπαίτιοι των πράξεων ψευδορκίας μάρτυρος, κατ εξακολούθηση, ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ εξακολούθηση και ψευδή ανώμοτη κατάθεση, συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ εξακολούθηση κατά συναυτουργία και μεμονωμένα και παραβιάσεως επαγγελματικής εχεμυθείας κατ εξακολούθηση και μη και κατά συναυτουργία και μεμονωμένα. Κατά του ως άνω θεσπίσματος άσκησαν την 1/26-2-2010 προσφυγή, επί της οποίας εκδόθηκε το 99/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη. Κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι άσκησαν την υπό κρίση με αριθμό εκθέσεως 4/26-3-2010 αίτηση αναιρέσεως. Όμως, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, κατά του βουλεύματος αυτού δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ), ενόψει του ότι κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος δικηγόρος των αναιρεσειόντων (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 4/26-3-2010 αίτηση των Χ1 και Χ2, για αναίρεση του 99/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη. Δεν υπόκειται σε αναίρεση μετά την τροποποίηση του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ με άρθρο 38 παρ. 2 του Ν. 3160/2003 (286/11-2-2010, ΑΠ 1247/2006, ΑΠ 209/2005). Η αυτή ρύθμιση προσήκει και επί βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, που απέρριψε ως απαράδεκτη προσφυγή κατά κλητηρίου θεσπίσματος, που ασκήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 322 παρ. 3 ΚΠΔ, από πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας (111 παρ. 7 ΚΠΔ), διότι η προσφυγή αυτή τυγχάνει ειδικό ένδικο μέσο. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 882/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γερμανικού δικαίου εταιρίας με την επωνυμία "STANDWERK EUGEN REIS GMBH & CO KG" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καρυτινό, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2. Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλοΦ, η οποία προήλθε από μετατροπή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ Ε.Π.Ε " και το διακριτικό τίτλο Φ που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα κατά το καταστατικό της, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Βέρροιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1811/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3335/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να 1. να γίνουν κατά ένα μέρος δεκτοί οι πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί 2) να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την πρώτη κύρια βάση της αγωγής αποζημιώσεως για θετική ζημία της αναιρεσείουσας από ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι ιδιόρρυθμη (άρθρο 361 ΑΚ) διαρκής ενοχική σχέση, επί της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός) υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικώς και για ορισμένη εδαφική περιοχή σε άλλον (διανομέα) τα προϊόντα παραγωγής του, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, διακρινόμενη έτσι από την βοηθητική διαμεσολαβητική λειτουργία της σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας. Στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται για τις σχέσεις αποκλειστικού διανομέα και παραγωγού οι διατάξεις περί έμμεσης αντιπροσωπείας και εντολής σε συνδυασμό με τα π.δ. 219/1991, 243/1993, 88/1994 και 312/1995 που εκδόθηκαν σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Από δε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1γ.3 του π.δ. 219/1991 προκύπτει ότι η καταγγελία συμβάσεως εμπορικής αντιπρο-σωπείας, η οποία ρυθμίζεται συμπληρωματικά από τις διατάξεις του άρθρου 91 του Ε.Ν. και τις περί εντολής διατάξεις του Α.Κ., θεμελιώνει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο - πλην άλλων - δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του Α.Κ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 192 του Α.Κ., η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε η δήλωση περί αποδοχής της πρότασής του. Κατά το άρθρο 195 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της. Κατά το άρθρο 196 του ίδιου Κώδικα, αν τα μέρη συμφωνούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτό. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 189, 191 και 193 του ΑΚ συνάγεται, ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη), εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν. Αντίστοιχα η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε, με αφετηρία το χρόνο της πρότασης, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτή ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς ή αν δεν τάχθηκε προθεσμία έως τη στιγμή που κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε. Η σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση δεν αποτελεί αποδοχή ούτε αποποίηση. Μόνον κατ' εξαίρεση μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί σ' αυτή δικαιοπρακτικός χαρακτήρας με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική. Η αποδοχή με τροποποιήσεις επάγεται την απόσβεση της πρότασης, αλλά ταυτόχρονα ισχύει και ως νέα πρόταση προς σύναψη συμβάσεως, με περιεχόμενο τις προτεινόμενες τροποποιήσεις σε συνδυασμό και με το λοιπό περιεχόμενο της αρχικής πρότασης. Τέλος η ασυμφωνία των μερών ως προς ουσιώδη όρο έχει ως συνέπεια την μη σύναψη της σύμβασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ιστορούνται τα εξής: Η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), δραστηριοποιούμενη στο χώρο των μηχανών γραφείων από το έτος 1928 και έχοντας επί δεκαετίες την αντιπροσώπευση στην ελληνική αγορά των αναφερομένων στην αγωγή παγκόσμιας φήμης αλλοδαπών εταιρειών γραφομηχανών, αριθμομηχανών και μηχανών γραμματοσήμανσης και εκδόσεως επιταγών, αλλά και μηχανημάτων καταμέτρησης χαρτονομισμάτων των Ιαπωνικών οίκων ... από το έτος 1972 μέχρι το έτος 1981,... από το έτος 1981 μέχρι το έτος 1983 και ... από το έτος 1983 μέχρι την έγερση της αγωγής (28-2-2002), όπως και άλλων αλλοδαπών εταιρειών εμπορίας συναφών ειδών (μηχανών γραμματοσήμανσης, ανίχνευσης πλαστών νομισμάτων, καταμέτρησης και διαλογής κερμάτων, περίδεσης δεμάτων, συσκευασίας δεσμίδων, διατρητικών, επιταγογράφων κλπ.), διαθέτοντας τεχνικό προσωπικό και συνεργάτες για επισκευές των μηχανημάτων της σε κομβικά σημεία της Ελληνικής επικράτειας, με πελάτες τράπεζες, μεγάλες επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς, κατά το μήνα Μάρτιο του 1988 άρχισε διαπραγμάτευση με την πρώτη αναιρεσίβλητη (εναγόμενη), γερμανική εταιρεία κατασκευής μηχανών καταμέτρησης κερμάτων και χαρτονομισμάτων με το σήμα REIS, η οποία είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για την πώληση των προϊόντων της στην Ελληνική αγορά, ενόψει εισόδου της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή και Νομισματική Ένωση και εισαγωγής του κοινού νομίσματος αυτής. Μετά από αλλεπάλληλες επικοινωνίες τους, τηλεφωνικώς και τηλεομοιοτυπικώς, η πρώτη αναιρεσίβλητη με την από 1... τηλεομοιοτυπία (FAX) δήλωσε στην αναιρεσείουσα την επιθυμία της "να βρει την άριστη λύση για την επιτυχή προώθηση όλου του φάσματος των προϊόντων στην ελληνική αγορά και βεβαίως ότι είναι ανοικτή να συζητήσει όλες τις δυνατές λύσεις συνεργασίας μαζί της, ενώ ταυτόχρονα της απέστειλε διαφημιστικό φυλλάδιο με τα προϊόντα της και τιμοκατάλογο". Η αναιρεσείουσα με τις αρ. ... τηλεομοιοτυπίες της ζήτησε από την πρώτη αναιρεσίβλητη να δώσει προτεραιότητα στη συνεργασία τους και να της αποστείλει διαφημιστικά φυλλάδια προς επίδειξη στην ενδιαφερόμενη για αγορά μηχανών Τράπεζα Πίστεως, αίτημα στο οποίο ανταποκρίθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη με την από ... τηλεομοιοτυπία που απέστειλε στην αναιρεσείουσα με τα ζητηθέντα διαφημιστικά φυλλάδια και όρισε την 17-1-2000 ως ημερομηνία ενημερωτικής επίσκεψης στη ... των τεχνικών εκπροσώπων της αναιρεσείουσας ... και ..., οι οποίοι έφθασαν στη ... στις 16-1-2000 και ανεχώρησαν στις 18-1-2000. Ακολούθησε ανταλλαγή αμοιβαίων δηλώσεων για συνεργασία με την αναιρεσείουσα να δηλώνει, με τα ... τηλεομοιοτυπικά μηνύματά της πρόθυμη για την αγορά μηχανών ως δειγμάτων προς επίδειξη σε υποψήφιους πελάτες αφού επιτυγχάνονταν συμφωνία για το πλαίσιο συνεργασίας και την πρώτη αναιρεσίβλητη να συμφωνεί στην πώληση προς την αναιρεσείουσα δειγμάτων μηχανών και την ετοιμότητά της, για υπογραφή συμφωνίας με την από 10-3-2000 τηλεομοιοτυπία και με το από 30-3-2000 όμοιο να δηλώνει προς την αναιρεσείουσα: "Μετά από μακρές συσκέψεις είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε την πρότασή σας να αρχίσουμε μια στενή συνεργασία με την εταιρεία σας. Προτείνουμε να συμφωνήσετε σε πρώτη φάση για μια συνεργασία ενός έτους, η οποία θα ανανεώνεται αυτόματα εάν τα μέρη θα έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους. Ιδιαίτερα ενόψει της εισόδου στην οικογένεια του Ευρωπαϊκού νομίσματος αναμένουμε μια σημαντική αύξηση πωλήσεων από διαφόρων τύπων καταμετρητές κερμάτων, διαλογητές και μηχανές. Θεωρούμε δεδομένο ότι σεις θα επιδιώξετε ένα αποδεκτό μερίδιο αγοράς μέσω εντατικής προώθησης των προϊόντων. Αναμένουμε τις παραγγελίες σας για κάποια δείγματα μηχανών και ιδιαίτερα την επιβεβαίωσή σας για την προετοιμασία για το πρώτο disc sorter προσαρμοσμένο στην οικογένεια των Ελληνικών κερμάτων. Ελπίζουμε ότι τα παραπάνω θα γίνουν αποδεκτά από εσάς και ευελπιστούμε σε μία πάρα πολύ επιτυχή συνεργασία προς αμοιβαίο όφελος". Την πρόταση αυτή αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα με το αρ. ... τηλεομοιοτυπικό μήνυμά της προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, αναφέροντας ότι "είμαστε πλήρως ικανοποιημένοι που λάβαμε την από 30-3-2000 απάντησή σας αναφορικά με τη συνεργασία ..." και αμέσως παρήγγειλε δείγμα μηχανής Disc sorter, της οποίας το τίμημα προκατέβαλε και ανέλαβε προσπάθεια προώθησης των προϊόντων της πρώτης αναιρεσίβλητης, με ενημέρωση των πελατών της (τραπεζών και οργανισμών) για την αναγκαιότητα προμήθειας μηχανών καταμέτρησης κερμάτων και αδειάλειπτη ενημέρωση της πρώτης αναιρεσίβλητης. Στο συνεχόμενο χρονικό διάστημα των τεσσάρων (4) περίπου μηνών συνέχισε η αναιρεσείουσα την προσπάθεια προώθησης των προϊόντων της πρώτης αναιρεσίβλητης με ενημέρωση πελατών, αποστολή του τεχνίτη της ... για συμμετοχή σε εκπαίδευση στους υψηλής ταχύτητας διαλογητές, όπως και Ελληνικών κερμάτων "για να γίνουν οι προσαρμογές και οι δοκιμές της μηχανής, ώστε να είναι έτοιμη τον Ιούνιο προς χρήση με επιβεβαίωση της συμφωνίας" από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ότι η αναιρεσείουσα θα αναλάμβανε τη μετάφραση των εγχειριδίων χρήσης των μηχανών με παραγγελία μιας μηχανής, για την οποία έδειξε ενδιαφέρον η Εθνική Τράπεζα και (με την... τηλεομοιοτυπία της 1638 παραγγελίας) μιας μηχανής για την εταιρεία ΗΠΕΙΡΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Α.Ε., με την έγκριση και τις ευχαριστίες της πρώτης αναιρεσίβλητης, που διατυπώθηκαν στο από 31-5-2000 τηλεομοιοτυπικό μήνυμά της προς την αναιρεσείουσα, μέχρι τις 25-7-2000, οπότε η τελευταία πληροφορήθηκε από τους εκπροσώπους της που επισκέφθηκαν την Εθνική Τράπεζα ότι ενώπιον αυτής προσήλθαν εκπρόσωποι της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ελληνικής εταιρείας ..., συνοδευόμενοι από υψηλόβαθμα στελέχη της πρώτης αναιρεσίβλητης και παρουσίασαν προϊόντα της. Αυθημερόν η αναιρεσείουσα ζήτησε με την ...τηλεομοιοτυπία εξηγήσεις από την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία με την από 26-7-2000 τηλεομοιοτυπία απήντησε ως εξής: "Αφότου λήφθηκε η απόφαση ότι η Ελλάδα θα εισέλθει στην Κοινότητα του Ευρώ η Ελληνική αγορά έγινε πάρα πολύ ενδιαφέρουσα από ό,τι πριν. Είναι πολύ σημαντικό για μας να βρούμε τώρα την πλέον αποτελεσματική και αποδοτική στρατηγική διείσδυσης στην αγορά. Γι' αυτό ήταν αναγκαίο να έχουμε μια προσωπική εντύπωση με συζητήσεις άμεσες με δυνητικούς πελάτες. Εκτός από την Εθνική Τράπεζα είχαμε άμεσες επαφές με την Τράπεζα Πίστεως και την Αγροτική Τράπεζα. Η παρουσίαση που έγινε στους πελάτες αφορούσε κυρίως την ανταλλαγή νομισμάτων την 1η Ιανουαρίου 2000 με κύριο αντικείμενο τεχνικές και λογιστικές απαιτήσεις. Μπορείτε να φανταστείτε ότι μάθαμε πάρα πολλά σχετικά με την άποψη της Ελληνικής τραπεζικής βιομηχανίας τις εκτιμήσεις και τις ανάγκες της. Για να εκπληρώσουμε όλες τις απαιτήσεις κατά τον καλύτερο τρόπο ώστε να υπάρχει επιτυχία θα θέλαμε να αναπτύξουμε ένα δίκτυο δραστηριοτήτων. Αισθανόμαστε ότι όλες οι δραστηριότητες πωλήσεων και μάρκετινγκ συμπεριλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων της εξυπηρέτησης και υποστήριξης δεν μπορούν να αναληφθούν από ένα μόνο συνεταίρο. Μετά από προσεκτική θεώρηση των πραγμάτων καταλήξαμε στα εξής: Κεντρικός και αποκλειστικός συνεταίρος στην Ελλάδα θα είναι η εταιρεία Φ Ltd κ.Α. ... ... Τηλ. ... Φαξ ...". Αυτή η εταιρεία θα οργανώνει και θα ελέγχει όλες τις άλλες δραστηριότητες στην Ελλάδα, τις οποίες ελπίζουμε ότι η εταιρεία σας θα συνεχίσει επίσης ως συνεργαζόμενη εταιρεία και σε στενή επαφή με την εταιρεία .... Παρακαλώ να είστε βέβαιοι ότι δεν θα θέλαμε να θέσουμε ένα τέλος στη συνεργασία μας, καθότι εμείς εκτιμήσαμε πάρα πολύ τις προσπάθειές σας. Παρόλα αυτά, όπως και σεις αναφέρατε στο από 24-7 φαξ σας, δεν είναι τόσο εύκολο να πείσετε πελάτες σχετικά με το πώς εμείς σκεπτόμαστε για την εμπορία προϊόντων κερμάτων στο μέλλον. Θα θέλαμε να θέσουμε ένα στοπ στις εξηγήσεις για σήμερα. Είμαστε σίγουροι ότι θα έχουμε πολλά περισσότερα να συζητήσουμε αργότερα. Κατά πρώτο θα θέλαμε να περιμένουμε τα σχόλιά σας στις πολύ νέες αποφάσεις...". Με τις εξηγήσεις, οι οποίες από την πρώτη αναιρεσίβλητη δόθηκαν στη συνέχεια προς την αναιρεσείουσα μετά από αλλεπάλληλα προς εκείνη αιτήματά της για το επιτρεπτό να εμφανίζεται και αυτή διανομέας των μηχανημάτων εκείνης στην ημεδαπή, κατέστη σαφές ότι αυτό είχε αποκλεισθεί από την πρώτη αναιρεσίβλητη και μόνη αποκλειστική αντιπρόσωπός της στην ημεδαπή θα ήταν η δεύτερη αναιρεσίβλητη, αποκλείοντας κάθε αντιπροσωπευτική εξουσία της αναιρεσείουσας, ενώ το εξωδίκως υποβληθέν αίτημα αποκατάστασης της θετικής ζημίας της αναιρεσείουσας εξήρτησε η πρώτη αναιρεσίβλητη από την προηγούμενη παραίτηση της αναιρεσείουσας από κάθε άλλη συναφή αξίωσή της. Ακολούθως η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται ότι η από την πρώτη αναιρεσίβλητη καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της τελευταίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ότι για τη θετική ζημία αυτής (αναιρεσείουσας), ανερχόμενη στο ποσό των 15.823.140 δραχμών, (όπως τα επί μέρους κονδύλια αναλύονται στην αγωγή για δαπάνες μετάβασης τεχνικών της στη ... και απασχόλησής τους, αγορά δειγμάτων μηχανών με προορισμό επίδειξής τους σε υποψήφιους Έλληνες αγοραστές και για απασχόληση του διευθύνοντος συμβούλου της με τη γραμματέα του σε αλληλογραφία και τηλεφωνήματα προς την πρώτη αναιρεσίβλητη) και για την απαιτούμενη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της, λόγω μειώσεως της αξιοπιστίας της και της καλής φήμης της από την καταγγελία, υπόχρεες είναι αμφότερες οι αναιρεσίβλητες "επειδή η παραπάνω ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) εταιρειών, αφού αυτές γνώριζαν ή αλλιώς όφειλαν να γνωρίζουν, αν επιδείκνυαν την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, την παρανομία" ... και επικουρικά όσον αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη είναι υπόχρεες κατά τις διατάξεις των άρθρων 57-59 ΑΚ και επικουρικότερα "ευθύνονται για τις παραπάνω ζημίες κατά τα άρθρα 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, 914, 932 ΑΚ, αφού η ανάθεση της αποκλειστικής αντιπροσώπευσης στη δεύτερη εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) καθώς και οι επιδιωκόμενοι με τις πράξεις αυτές σκοποί (ήτοι εκμετάλλευση όλων των πληροφοριών που έδωσε η ενάγουσα στην πρώτη εναγόμενη και η εκμετάλλευση των πελατών που υπέδειξε η ενάγουσα) είναι αθέμιτες, γιατί έγιναν με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκεινται στα χρηστά ήθη". Γι' αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν εις ολόκληρον οι αναιρεσίβλητες να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 255.823.140 δραχμών νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Υπό τα εκτιθεμένα ως άνω πραγματικά περιστατικά, γίνεται σαφής επίκληση της καταρτίσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης επιτρεπτής, κατ' άρθρο 361 του ΑΚ, συμβάσεως διανομής των προϊόντων της πρώτης αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα όχι ως αποκλειστική δικαιούχο, χρονικής διάρκειας ενός έτους, με αφετηρία την κατά τις 31-3-2000 περιέλευση στην πρώτη αναιρεσίβλητη της αποδοχής της πρότασής της από την αναιρεσείουσα και πρόωρη λύση αυτής της συμβάσεως από την πρώτη αναιρεσίβλητη με άτακτη καταγγελία της, γενόμενη όχι με την ανάθεση καθεαυτή της διανομής των προϊόντων της και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που συνιστούσε δικαίωμα, για το οποίο δεν διατυπώθηκε ρήτρα αποκλεισμού κατά την κατάρτιση της συμβάσεως με την αναιρεσείουσα, αλλά με την κατά τις 26-7-2000 διασάφησή της προς την τελευταία, ότι με "νέες αποφάσεις της ... μετά από προσεκτική θεώρηση των πραγμάτων" κατέληξε ότι "κεντρικός και αποκλειστικός συνεταίρος της στην Ελλάδα θα είναι η εταιρεία ..." (δεύτερη αναιρεσίβλητη), αποκλείοντας ουσιαστικά τη διάθεση των προϊόντων της από την αναιρεσείουσα και επιδιώκοντας να την ενθαρρύνει σε υποστηρικτικές (βοηθητικές) υπηρεσίες προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, κατόπιν ειδικής συμφωνίας τους. Ειδικότερα στην αγωγή γίνεται επίκληση ότι: α) Μετά από τις διερευνητικές των εκατέρωθεν προθέσεων και δυνατοτήτων διεργασίες και την παρότρυνση της πρώτης αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα να αγοράσει με δικές της δαπάνες δείγματα μηχανών καταμέτρησης κερμάτων εκείνης και προς επίδειξη και ενημέρωση των υποψήφιων πελατών της στην Ελλάδα, η αναιρεσείουσα, με την από ... τηλεομοιοτυπία, που απέστειλε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, της γνωστοποίησε ότι μπορούσε να αγοράσει τα δείγματα μηχανών, εφόσον πρώτα θα "επιλυνόταν" το ζήτημα της συνεργασίας, δηλαδή η αναιρεσείουσα εξήρτησε την αγορά των προταθέντων από την πρώτη αναιρεσίβλητη δειγμάτων μηχανών της από τον καθορισμό ενός αμοιβαίως αποδεκτού (συμβατικού) πλαισίου συμφωνίας εμπορικής συνεργασίας τους, αφήνοντας την πρωτοβουλία διαμόρφωσης της σχετικής προτάσεως αυτού του πλαισίου στην πρώτη αναιρεσίβλητη. 2) Η πρώτη αναιρεσίβλητη με το από 30-3-2000 έγγραφό της, του οποίου τηλεομοιοτυπία εστάλη στην αναιρεσείουσα, πρότεινε να συμφωνήσει η τελευταία "σε πρώτη φάση για μια συνεργασία ενός έτους, η οποία θα ανανεώνεται αυτόματα εάν τα μέρη θα έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους", με προαπαιτούμενο ("δεδομένο") την επιδίωξη "ενός αποδεκτού μεριδίου αγοράς, μέσω εντατικής προώθησης των προϊόντων (της)". 3) Την επομένη η αναιρεσείουσα, με το ... έγγραφό της, που απεστάλη σε τηλεομοιοτυπία στην πρώτη αναιρεσίβλητη (η οποία και το παρέλαβε) αποδέχθηκε την πρόταση αυτής χωρίς τροποποιήσεις, δηλώνοντας πλήρη ικανοποίηση για την προτεινόμενη συνεργασία και επιβεβαιώνοντας εμπράκτως τη συμφωνία, με την παραγγελία, με δαπάνες της, στην πρώτη αναιρεσίβλητη του πρώτου δείγματος μηχανής της, του οποίου την αγορά είχε προηγουμένως εξαρτήσει από την επίλυση του συμβατικού πλαισίου συνεργασίας τους. 4) Η πρώτη αναιρεσίβλητη, προκειμένου να εξυπηρετήσει καλύτερα τους δικούς της κερδοσκοπικούς υπολογισμούς προέβη σε άτακτη καταγγελία της με την αναιρεσείουσα συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας πριν ακόμα συμπληρωθεί και η ελάχιστη συμφωνημένη διάρκειά της, του ενός έτους, αναθέτοντας την αποκλειστική εκπροσώπησή της στη δεύτερη αναιρεσίβλητη. 5) Από την αθέτηση αυτή της συμβατικής υποχρεώσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης δημιουργήθηκε υποχρέωσή της (ευθύνη της) προς ανόρθωση της (προβαλλόμενης) θετικής ζημίας της αναιρεσείουσας (άρθρο 330 εδ. α' ΑΚ), την οποία υπέστη από το ότι για την εκτέλεση της δικής της υποχρεώσεως (αντιπαροχής) είχε υποβληθεί, με εντολή της πρώτης αναιρεσίβλητης, σε αγορά εμπορευμάτων της, τα οποία η τελευταία απαγόρευσε να διαθέσει στην αγορά, και απασχόληση προσωπικού προς ενημέρωση και διερεύνηση των συνθηκών της αγοράς για να επιτευχθεί η διάθεση των προϊόντων της πρώτης αναιρεσίβλητης, δηλαδή θεμελιώνεται δικαίωμα αποζημίωσης της αναιρεσείουσας από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.1γ, 3 π.δ. 219/1991, 192, 195, 196, 361, 722-723, 330 εδ. α', 298 Α.Κ. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν συνέπεσαν απολύτως οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στη συμφωνία ετήσιας εμπορικής συνεργασίας τους και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ενδοσυμβατικής ευθύνης της πρώτης αναιρεσίβλητης προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας της αναιρεσείουσας, εσφαλμένως εφήρμοσε τους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και είναι γι' αυτό βάσιμοι κατά ένα μέρος οι σχετικοί πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του) και τρίτος λόγοι αναιρέσεως. Αντιθέτως οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος τους, όπως και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, που αφορούν την απόρριψη από το Εφετείο ως μη νομίμων της σωρευόμενης κυρίως βάσης της αγωγής αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας από αδικοπραξία λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας της πρώτης αναιρεσίβλητης και των επικουρικώς σωρευομένων βάσεων της αγωγής από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, ΑΚ για την προσβολή της προσωπικότητας, λόγω μειώσεως της φήμης και αξιοπιστίας της αναιρεσείουσας και (τις διατάξεις) του άρθρου 1 Ν.146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", είναι αβάσιμοι, διότι από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι: α) Η άσκηση του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης για καταγγελία της συμβάσεως απέβλεπε στην καλύτερη εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων της και δεν είχε σκοπό σφετερισμού των ωφελειών από την πελατεία της αναιρεσείουσας και τους μόχθους της. β) Η σύναψη συμβάσεως μεταξύ των δύο αναιρεσιβλήτων, που καθιστούσε ανενεργό την προηγούμενη σύμβαση της αναιρεσείουσας, δεν συντελέσθηκε με τρόπο αποδοκιμαζόμενο από τις περί ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ούτε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού.
Για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. πρέπει το Δικαστήριο να εξήτασε την ουσία της υποθέσεως. Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο (βλ. ΑΠ 44/1990). Με τον πρώτο κατά το δεύτερο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 281, 297, 298, 330, 361, 722, 723, 288 ΑΚ 9 παρ.1γ πδ. 219/1991, διότι με αντιφατική αιτιολογία εσφαλμένως τις εφήρμοσε το Εφετείο. Κατά συνέπεια, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται αντιφατική αιτιολογία για την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, είναι απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης του αρ.8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην υπόψη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη "ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς που προέβαλε και με λόγο έφεσης η αναιρεσείουσα ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη: 1) Στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο, ανέφερε και όρισε την αναιρεσείουσα ως αποκλειστικό διανομέα και παροχέα υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης των προϊόντων της στην Ελλάδα έως τον Οκτώβρη του 2000, 2) Παρέπεμψε την εταιρεία Μεταλλουργική Βιομηχανία Ηπείρου ΑΕ, που ενδιαφερόταν να αγοράσει μηχανές στην αναιρεσείουσα και 3) Κάλεσε την αναιρεσείουσα να στείλει τεχνικό σε σεμινάριο που έγινε το Μάιο του 2000 αναφορικά με τη λειτουργία των μηχανών αυτών. Επομένως, εφόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν θεμελιώνουν ισχυρισμό με αυτοτελή ύπαρξη, αλλά συνιστούν απλώς επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς ενίσχυση των αγωγικών ισχυρισμών της, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Εξάλλου με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αυτή ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το αγωγικό αίτημα που απορρίφθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως περί χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης, της αναιρεσείουσας από αμφότερες της αναιρεσίβλητες λόγω της αποδιδόμενες σ' αυτές αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ως αντίθετης στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 1 Ν.146/1914. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον το Εφετείο έλαβε υπόψη με την επικαλούμενη απόφασή του τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως μη νόμιμο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την πρώτη κύρια βάση της αγωγής αποζημιώσεως για θετική ζημία της αναιρεσείουσας από ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3335/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το ανωτέρω και μόνον κεφάλαιο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει: α) την πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και β) την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Μαίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταγγελία σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και αξίωσης για θετική ζημία λόγω δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η αντιπρόσωπος για να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της. Εχει δικαίωμα αποζημίωσης με διάταξη ΑΚ (ΑΠ 910/2000) Πρόταση και αποδοχή για κατάρτιση σύμβασης, πως συντελείται, εσφαλμένη εφαρμογή από το Εφετείο των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 361, 192-195-196, 330 εδ. α΄, 298 ΑΚ. Αναιρεί κατά ένα μέρος απόφαση Εφετείου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 879/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ... Α.Ε" που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ροντήρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Γρηγορίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1481/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3540/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της ως και τους από 4 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη , με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 484/1997, 442/1993). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 20-10-1998 ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας - νεκροτομής του επίκουρου Καθηγητή - Ιατροδικαστή του Πανεπιστημίου Αθηνών Π1 , όπως και την από ... έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως της Επιμελήτριας Αρτέμιδος ..., μη δεχόμενο, κατόπιν παραλείψεως κρίσιμων περικοπών τους, ότι ο θάνατος της Θ1 προήλθε από γενετήσια ανωμαλία, ως προς τη διάπλαση του παχέος εντέρου της. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι το Εφετείο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, όχι μόνον από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τις ως άνω εκθέσεις που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκείμενου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δικ.. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν:όλα τα από αυτή κατ' είδος αναφερόμενα, κατά νόμο επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος. Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη Θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό .μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την ύπαρξη ευθύνης της αναιρεσείουσας ως προς το θάνατο της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων Θ1 κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης (των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων) που περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν ενώπιόν του, τις ένορκες βεβαιώσεις των ... και Μ1 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Λεμπέση και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις με επίκληση προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα : 1) 1597/27-3-99 παραγγελία του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για θέση δικογραφίας στο αρχείο και την 539/2003 διάταξη του αυτού Εισαγγελέα ότι δεν διαγνώσθηκε ποινική ευθύνη σε βάρος οποιουδήποτε εκπροσώπου, ιατρού ή υπαλλήλου της κλινικής ...( αναιρεσείουσας) για το θάνατο της Θ1, 2) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας Μ1 και την .../14-9-2007 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίτσας Λεμπέση, αφού μάλιστα στην απόφαση γίνεται ειδική αναφορά και αξιολόγηση της καταθέσεως και της ένορκης βεβαιώσεως του τελευταίου αυτού μάρτυρα και επισημαίνεται το ατεκμηρίωτο ορισμένων συμπερασμάτων του με βάση θεωρητικές εκτιμήσεις του για τη συμπτωματολογία "της εκσεσημασμένης δυσκοιλιότητας, η οποία φέρεται ότι προκάλεσε (στην παθούσα) μεγάκολο", που επαληθευτηκε με "υπόταση και ουρολοίμωξη" αυτής. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δικ. πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του, όπως εκτιμάται και δεύτερος από το αναιρετήριο, πρώτος και τρίτος από το δικόγραφο προσθέτων λόγων, όπως εκτιμώνται, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των ως άνω λόγων αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Εξάλλου κατά το μέρος που με την επίκληση, αφενός μεν της μη λήψης υπόψη των ως άνω αποδεικτικών μέσων, αφετέρου δε της εκτιμήσεως από το Εφετείο της 916/20-10-1998 ιατροδικαστικής εκθέσεως νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Π1 προβάλλεται σωρευτικά με τους πρώτο κατά δεύτερο μέρος του από το αναιρετήριο και πρώτο από το δικόγραφο προσθέτων λόγων και αυτοτελώς με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αντιστοίχως η από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια, είναι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζεται ποίοι είναι οι συνιστώντες "πράγματα" ισχυρισμοί που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τους οποίους το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ούτε αν προτάθηκαν αυτοί παραδεκτώς. Τέλος ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, από το αναιρετήριο, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβιάσεως της κατ' άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) αρχής της δίκαιης δίκης, με επίδειξη "έκδηλης μονομέρειας στην αξιολόγηση των (καταθέσεων) των εξετασθέντων μαρτύρων και αξιοποίηση ορισμένων μόνον πτυχών του αποδεικτικού υλικού...., με αποτέλεσμα να υπάρξει εσφαλμένη κρίση ως προς τις συνθήκες θανάτου της Θ1....", είναι επίσης αόριστος, διότι δεν αρκεί η κατά τις εκτιμήσεις της αναιρεσείουσας αποδεικτική σημασία των επί μέρους αποδεικτικών στοιχείων, αλλά θα έπρεπε να προσδιορίζει ποιά ήταν τα περιστατικά που καταδείκνυαν ότι δεν ήταν "ανεξάρτητο και αμερόληπτο" το Δικαστήριο για την εξασφάλιση "δίκαιης δίκης". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-9-2009 αίτηση της ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ... ΑΕ για αναίρεση της 3540/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά τη νοσηλεία ασθενούς σε ψυχιατρική κλινική, όπου παρουσίασε απόφραξη εντέρου λόγω παρεχομένων ψυχοφαρμάκων χωρίς να διαγνωσθεί εγκαίρως τούτο και να της παρασχεθεί η δέουσα ιατρική μέριμνα σε κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα. Λόγοι αναίρεσης κατ΄ αρθρο 559 ΚΠολΔ. αρ. 20 αβάσιμος, αρ. 11 αβάσιμοι, αρ. 8 αόριστοι, αρ. 1 ( παραβίαση αρχής δίκης ΕΣΔΑ ) αόριστος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 875/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου.
Με εγκαλούμενη την Ζ, Εφέτη Αθηνών και εγκαλούσα την Ξ, κάτοικο....
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 12.10.2009 και με αριθμ.πρωτ.668/09, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1444/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 43/1.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ, το 668/12.10.2009 αίτημα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο των διατάξεων αυτών, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 του ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ (ΑΠ 1628/2009, ΑΠ 1205/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι η Ξ, κάτοικος ..., υπέβαλε κατά της Ζ, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ήδη Εφέτη Αθηνών, την από 8.12.2006 έγκληση και ζήτησε να ασκηθεί εναντίον της ποινική δίωξη για την αναφερόμενη σ' αυτή αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος (αρθρ. 259 του ΠΚ). Με το 1885/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε η υπόθεση, λόγω της ιδιότητας της εγκαλούμενης, στις εισαγγελικές, ανακριτικές και δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών. Την ως άνω έγκληση απέρριψε, ως αβάσιμη νόμω και ουσία (άρθρο 47 παρ. 1 του ΚΠΔ), ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θηβών, με την 38/2009 διάταξη του κατά της οποίας η εγκαλούσα άσκησε, κατ' άρθρο 48 του ΚΠΔ, την 20/3.6.2009 προσφυγή της στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με το 668/12.10.2009 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την παραπάνω προσφυγή της εγκαλούσας, διότι η εγκαλούμενη δικαστική λειτουργός προήχθη στο βαθμό του Εφέτη και υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 9.10.2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του Εφετείου Αθηνών. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ.γ' του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να ορισθεί κατά παραπομπή αρμόδιος να αποφανθεί επί της 20/2009 προσφυγής της Ξ κατά της 38/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, με την οποία απορρίφθηκε η από 8.12.2006 έγκληση της κατά της Ζ, ήδη Εφέτη Αθηνών, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές. Αθήνα, 18 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ.γ'του ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο Ανηλίκων σε άλλο όμοιο, και γ) ο Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο των διατάξεων αυτών, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας , αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 του ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ'του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα , ο Αρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι η Ξ, κάτοικος ..., υπέβαλε κατά της Ζ, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ήδη Εφέτη Αθηνών, την από 8/12/2006 έγκληση και ζήτησε να ασκηθεί εναντίον της ποινική δίωξη για την αναφερόμενη σ' αυτή αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος( άρθρο 259 του ΠΚ). Με το 1885/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε η υπόθεση , λόγω της ιδιότητας της εγκαλούμενης , στις Εισαγγελικές, Ανακριτικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών. Την ως άνω έγκληση απέρριψε, ως αβάσιμη νόμω και ουσία(άρθρο 47 παρ. 1 του ΚΠΔ), ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θηβών, με την 38/2009 διάταξη του, κατά της οποίας η εγκαλούσα άσκησε, κατ' άρθρο 48 του ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 20/3/6/2009 προσφυγή της στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με το 668/12/10/2009 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την παραπάνω προσφυγή της εγκαλούσας, διότι η εγκαλούμενη δικαστική λειτουργός προήχθη στο βαθμό του Εφέτη και υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 9/10/2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του Εφετείου Αθηνών. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή( άρθρα 136 εδ. ε'και 137 παρ. 1 εδ. β περ.γ'του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 20/3/6/2009 προσφυγής της Ξ κατά της υπ' αριθμ. 38/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, με την οποία απορρίφθηκε η από 8/12/2006 έγκληση της κατά της Ζ, ήδη Εφέτη Αθηνών, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και τις δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς. Εγκαλούμενος δικαστικός λειτουργός με τον βαθμό του Εφέτη. Συντρέχει περίπτωση παραπομπής και κατά το στάδιο της προδικασίας και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 874/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουλγαράκη, περί αναιρέσεως της 71561/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Σ1, ως νόμιμη εκπρόσωπο και διαχειρίστρια της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΑΜ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.1.2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 185/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του, αφ' ενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με την συμπλήρωση των υπό του νόμου απαιτούμενων στοιχείων επί του εντύπου και τη θέση της υπογραφής του εκδότη, αφ' ετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής, και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσεως. Το ουσιώδες στοιχείο της ημερομηνίας εμφανίσεως της επιταγής στην πληρώτρια Τράπεζα, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για το εμπρόθεσμο της εμφανίσεώς της προς πληρωμή. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την ισχύ του Ν. 2408/ 4/6/1996, στο άρθρο 4 παρ.1 περ. Α του οποίου ορίζεται ότι προστίθεται στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933 η παρ. 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε", η ποινική της δίωξη χωρεί μετά από έγκληση. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου κώδικα, κατά τις οποίες η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 16, 17 και 18 του Ν. 3190/1955 "Περί εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης", προκύπτει ότι η Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως από τους διαχειριστές, εταίρους, οι οποίοι δρουν συλλογικώς, εφόσον δεν συμφωνήθηκε άλλως, δηλαδή, δύναται με το καταστατικό ή με απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων, η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας, να ανατεθεί σε έναν ή περισσότερους εταίρους ή μη εταίρους.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Εξ άλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Τέτοια δικαιοδοσία ασκεί το δικαστήριο και όταν καταδικάζει για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε νομότυπα η απαιτούμενη έγκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι στην Αθήνα στις ... με πρόθεση εξέδωσε την με αριθμό... επιταγή, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, επί του οποίου εσύρετο η ως άνω επιταγή, κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής αυτής, ποσού 17.415,56 ευρώ, πληρωτέα από την ως άνω τράπεζα σε διαταγή της εταιρείας "ΔΑΜ Ε.Π.Ε."- εγκαλούσας, η οποία (επιταγή) όταν εμφανίσθηκε προς πληρωμή από την νόμιμη κομίστριά της εγκαλούσα εταιρεία στις ...δεν πληρώθηκε από την ανωτέρω πληρώτρια τράπεζα, γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Με τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972 την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγος της αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτός επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου, την μήνυση εναντίον του κατηγορουμένου ..., για την έκδοση της επίμαχης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, την υπέβαλε η εκδότρια και τελευταία κομίστρια αυτής Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΔΑΜ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΕΠΕ", δια της διαχειρίστριάς της και νόμιμης εκπροσώπου της Σ1, η οποία την υπέγραψε και την εγχείρισε αυτοπροσώπως στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης στις 28/6/2002, δυνάμει της από 26/6/2002 εξουσιοδοτήσεως των μελών της εταιρείας προς αυτήν (διαχειρίστρια) για την υποβολή μηνύσεως κατά του κατηγορουμένου για την έκδοση της ως άνω επιταγής και για παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της εταιρείας, περί της οποίας εξουσιοδότησης συνετάγη το υπάρχον στη δικογραφία με αριθμό 11 πρακτικό που φέρει σε πρωτότυπο τις υπογραφές των εταίρων. Επομένως, το δίκασαν δικαστήριο, το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο είχε υποβληθεί νομίμως η απαιτούμενη έγκληση, δεν υπερέβη την εξουσία του και συνεπώς ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκδίκαση της εφέσεως του κατηγορουμένου, παρέστη η ως άνω μηνύτρια εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη από την διαχειρίστρια αυτής Σ1 και δήλωσε παράσταση πολιτικής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσόν των 40 ευρώ, δυνάμει της προαναφερθείσας από 26/6/2002 (πρακτικό με αριθμό 11) εξουσιοδοτήσεως των μελών της εταιρείας προς αυτήν. Το δικαστήριο της ουσίας μετά την καταδίκη του αναιρεσείοντος δέχθηκε κατ' ουσίαν το αίτημα της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας και επεδίκασε σ' αυτήν για την παραπάνω αιτία το αιτηθέν ποσόν των 40 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από το αδίκημα. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στην διαχειρίστρια της εταιρείας προσωπικά Σ1 και όχι στην παραστάσα ως πολιτικώς ενάγουσα, εταιρεία, στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως και είναι απορριπτέα, αφού από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι η επιδίκαση έγινε στην παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, νομίμως εκπροσωπουμένη από την διαχειρίστριά της Σ1, και όχι στην τελευταία ατομικά.
Κατ' ακολουθίαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/1/2010 αίτηση του ...., κατοίκου ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71561/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 16 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι στην ουσία οι λόγοι της αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται επίσης, ως αβάσιμος στην ουσία, και ο λόγος για υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 §1 στ. Η' περ.δ΄ ΚΠΔ), καθόσον είχε υποβληθεί νομίμως η απαιτούμενη έγκληση από την διαχειρίστρια - εταίρο της μηνύτριας ΕΠΕ, που την εκπροσωπούσε νομίμως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 0
|
Αριθμός 871/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1936/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.11.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1724/2009.
Αφού άκουσε
Tον Αντεισαγγελέα, o οποίος, αφού αναφέρθηκε στην από 1.2.2010 με αριθμό 8 έκθεση παραιτήσεως, του ως άνω αναιρεσείοντος από την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου, ασκείται από τον κρατούμενο στη φυλακή με δήλωση που μπορεί να γίνει και στο διευθυντή αυτής, για την οποία συντάσσεται έκθεση, που, εκτός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 151 του ίδιου κώδικα στοιχεία, πρέπει να περιέχει και τους λόγους για τους οποίους ασκείται και να υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει και από εκείνον που την δέχεται. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να γίνει από τον κρατούμενο και η παραίτηση από το ένδικο μέσο που ασκήθηκε. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε με δήλωση που επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 30/11/2009 αίτησή του περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1936/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων και ενώ ήταν κρατούμενος στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., με δήλωσή του που έγινε ενώπιον του ως άνω Διευθυντή της ίδιας Φυλακής, παραιτήθηκε νομοτύπως από την προαναφερόμενη αίτηση αναιρέσεως, για τη δήλωση δε παραιτήσεώς του από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως που είχε ασκήσει, συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 8/1/2010 έκθεση που υπογράφηκε από τον παραπάνω κρατούμενο και από τον Διευθυντή της ως άνω φυλακής. Κατόπιν τούτου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/11/2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1936/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ναρκωτικά. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, λόγω νομότυπης παραίτησης από αυτήν (άρθρα 474 § 1, 475 §1, 476 § 1 και 513 § 1 του ΚΠΔ) -.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 871/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2 θυγ. Χ1, κατοίκων ..., οι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις .
Του αναιρεσιβλήτου : Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαγεωργίου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2289/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2506/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17 Ιουλίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τάσσονται ως αντικειμενικά κριτήρια ασκήσεως των δικαιωμάτων: α) η καλή πίστη, δηλαδή η στον έντιμο και εχέφρονα άνθρωπο υπαγορευόμενη συμπεριφορά, β) ή τα χρηστά ήθη, δηλαδή οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη ηθικού και συνετού, μέσου κοινωνικού ανθρώπου, γ) ή ο εγκείμενος στο δικαίωμα κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του και απαγορεύεται η άσκησή του, όταν υπερβαίνει ολοφάνερα τα τασσόμενα με τα κριτήρια αυτά ακραία όρια, είτε διότι προηγήθηκε μακρά αδράνεια του δικαιούχου που δημιούργησε εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα είχε ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση πλέον συνεπάγεται δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημία για τον δικαιούχο από την ωφέλεια που προσδοκά από την άσκησή του ο υπόχρεος (Ολ. ΑΠ 2101/1984), είτε διότι η προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου καθ' εαυτή και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης (Ολ. ΑΠ 62/1990), είτε για άλλους λόγους, εφόσον τα προβαλλόμενα και αποδεικνυόμενα με αυτοτελή ισχυρισμό πραγματικά περιστατικά μπορούν να υπαχθούν σε μία από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις υπερβάσεως των ανεκτών από το νόμο ορίων ασκήσεως του δικαιώματος (πρβλ. Ολ. ΑΠ 472/1983). Περαιτέρω κατά το άρθρο 482 του ΑΚ. "σε περίπτωση οφειλής, εις ολόκληρον ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή κατά την προτίμησή του από οποιονδήποτε συνοφειλέτη είτε ολικά είτε μερικά. Έως την καταβολή ολόκληρης της παροχής παραμένουν υπόχρεοι όλοι οι οφειλέτες". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 481, 483, 487, 488 και 926 του ΑΚ συνάγεται ότι, επί παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, η οποία προϋποθέτει ενότητα της υποχρέωσης προς παροχή όχι όμως και ταυτότητα του παραγωγικού λόγου των κατ' ιδίαν, ενοχών, καθιερώνεται δικαίωμα του δανειστή, κατά τη νομικώς ανέλεγκτη και απολύτως ελεύθερη (κατ' αρέσκειαν) κρίση του, να στραφεί εναντίον οποιουδήποτε από τους εις ολόκληρον οφειλέτες για μέρος ή το σύνολο της οφειλής, συγχρόνως ή διαδοχικώς, χωρίς να μπορεί να αποκρουσθεί με την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος λόγω διαφοροποιήσεων στην περιουσιακή κατάσταση των συνοφειλετών ή διαφορετικού βαθμού ευθύνης τούτων ως προς την άσκηση του δικαιώματος αναγωγής, αφού ο νόμος απέβλεψε στην ταχεία ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, εκτός αν συντρέχουν εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις υπέρβασης των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος του δανειστή. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 24/92). Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ. ΑΠ 44/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, ότι εσφαλμένως και με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για διάρρηξη της μεταξύ εκείνων συμβάσεως μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου, ως καταδολιευτικής των δικαιωμάτων του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση από αδικοπραξία του πρώτου από τους αναιρεσείοντες, την οποία διέπραξε από κοινού με τη μη διάδικο Ζ, αφού ως προς την τελευταία απέφυγε το αναιρεσίβλητο να στραφεί, ενώ αυτή είχε μεγαλύτερα εισοδήματα από τον πρώτο αναιρεσείοντα για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων διετύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα για την από τον πρώτο αναιρεσείοντα, από κοινού με άλλα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και η Ζ, κακή διαχείριση και τον καταλογισμό γι' αυτό σε βάρος του ως ταμία του αναιρεσιβλήτου ΙΚΑ 172.411 ευρώ, με την 124/1998 πράξη του Β' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως και την προς το σκοπό καταδολιεύσεως των δικαιωμάτων του αναιρεσιβλήτου μεταβίβαση της κυριότητας του αναφερόμενου ακινήτου εκείνου στη δεύτερη αναιρεσείουσα θυγατέρα του, δέχθηκε ως προς την ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος τα ακόλουθα: "Ενόψει δε του ότι η απαλλοτριωτική αυτή πράξη αφορά γονική παροχή του πρώτου εναγομένου προς την δεύτερη, δηλαδή χαριστική δικαιοπραξία, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη της ΑΚ 941, αλλά αυτή της ΑΚ 942, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται γνώση της τελευταίας της καταδολιευτικής πρόθεσης του πρώτου. Η πρόθεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία γα την ικανοποίηση του δανειστή και ως εκ τούτου, εν προκειμένω, το ενάγον δεν ήταν υποχρεωμένο να στραφεί πρώτα κατά της Ζ, αναζητώντας περιουσιακά στοιχεία αυτής προς διασφάλισή του, ως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών - εναγόμενος. Ο τελευταίος, προς στήριξη του ισχυρισμού του περί καταχρηστικής ενάσκησης από το ενάγον του δικαιώματός του να ζητήσει τη διάρρηξη της επίμαχης γονικής παροχής, επικαλείται ότι η Ζ είναι κάτοχος οικοπέδου μετά του επ' αυτού κτίσματος στην πόλη του ..., η αξία του οποίου υπερκαλύπτει το καταλογισθέν ποσό, χωρίς ωστόσο να επικαλείται και προσκομίζει αποδεικτικά προς τούτο στοιχεία, ότι το ενάγον ήδη από το έτος 2004 προβαίνει σε σταδιακή ικανοποίηση της αξίωσής του παρακρατώντας χρήματα από το μισθό του (περί τα 300 ευρώ μηνιαίως) και ότι η όλη του προσπάθεια να διασφαλίσει την απαίτησή του σε βάρος του κρίνεται αλυσιτελής, λόγω του ύψους της οφειλής σε σχέση με την αντίστοιχη πολύ μικρή αξία (περί τα 36.500 ευρώ) του μεταβιβασθέντος ποσοστού του διαμερίσματος. Όμως και αν αληθεύουν τα πιο πάνω περιστατικά, δεν προκαλείται έντονη η εντύπωση της αδικίας προς αυτόν και επομένως δεν συντρέχει περίπτωση προφανούς υπέρβασης των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, ώστε η άσκησή του από το ενάγον να παρίσταται καταχρηστική κατά την ΑΚ 281". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ως μη νόμιμη, δεν προέβη σε εσφαλμένη μη εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, διότι με την επικαλούμενη παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να στραφεί προηγουμένως κατά της διαθέτουσας μεγαλύτερη περιουσία από τον πρώτο αναιρεσείοντα και εις ολόκληρον με αυτόν συνοφειλέτιδας προς εκείνον μη διαδίκου Ζ, δεν παρίσταται η, δυνάμει εκ του νόμου (άρθρο 482 ΑΚ) ευχέρειας, επιλογή του (αναιρεσιβλήτου) να ασκήσει πρώτα την αξίωσή του κατά των αναιρεσειόντων, ως υπερβαίνουσα προδήλως τα όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος ενόψει και του ότι η προβαλλόμενη αορίστως περιουσιακή κατάσταση της συνοφειλέτιδας είναι αποσπασματικά και δεν παρίσταται ως υπέρμετρα δυσανάλογη με εκείνη των αναιρεσειόντων. Επομένως, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο δεν εξήτασε την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεως του πρώτου αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμον αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και αν αυτό συμβαίνει, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση των αναιρεσειόντων προσκομισθέντα έγγραφα (εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας του πρώτου αναιρεσείοντος, αναλυτικούς λογαριασμούς ως ασφαλισμένου του ΙΚΑ, έγγραφο του "Τειρεσία" προς επιβολή κατασχέσεως ύψους 172.402 ευρώ και άλλο έγγραφο του ίδιου φορέα για την Ζ, που εμφανίζεται χωρίς κατασχέσεις ή χρέη). Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-7-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 2506/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
482 ΑΚ. Εις ολόκληρον οφειλή. Το δικαίωμα του δανειστή να επιλέξει κατά ποίου εις ολόκληρον οφειλέτη θα στραφεί πρώτα για την ικανοποίηση μέρους ή του όλου της αξιώσής του δεν υπόκειται κατ΄ αρχήν σε αντίκρουση με ένσταση 28 ΑΚ πλήν εξαιρετικών περιπτώσεων υπέρβασης των ορίων της καλής πίστης κλπ που διαγράφονται από την εν λόγω διάταξη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 870/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λέκκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολόπουλο, περί αναιρέσεως της 55061/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1372/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων , η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε'του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν , κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στη ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 55061/6/8/2009 απόφαση του, με την οποία κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1 και 8 του Ν. 1337/1983 και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3 ) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό προσβαλλόμενης απόφασης, που αλληλοσυμπληρώνονται, ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, και ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη στις 22/8/2001 με πρόθεση προέβη ,ως ιδιοκτήτρια ( βλ. από 23/8/2001 έκθεση προφορικής μήνυσης ..., αστυνομικού) στην κατασκευή α'ορόφου της στο ... και στην οδό ... οικοδομής, διαστάσεων 9X12X2,5 μ. Η κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης Ν, μητέρας της κατηγορουμένης, η οποία διατείνεται ότι η ίδια είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου αυθαιρέτου, δεν είναι πειστική, διότι δεν συνοδεύεται από σχετικά αδιαμφισβήτητα αποδεικτικά μέσα. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται, ότι η χωρίς ημερομηνία δήλωση Ε9 της Ν στοιχείων ακινήτων που υπάρχουν την 1η Ιανουαρίου 2005 δεν είναι κατατεθειμένη στην αρμόδια ΔΟΥ, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει εξ αυτής ότι συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο διαμέρισμα του α'ορόφου, εμβαδού 108 τ.μ.(9X18) στην εν λόγω δήλωση. Ομοίως δεν αποδεικνύεται, ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο με το επίδικο το αναφερόμενο κτήμα, χωρίς οδό και αριθμό, ως ανήκον στην Ν, τόσο στην υπ' αριθμ. 8/30/10/2007 απόφαση Επιτροπής Απαλλοτριώσεων της Νομαρχίας Αθηνών όσο και στα από 30/10/2007 Πρακτικά της 8ης Συνεδρίασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων της Νομαρχίας Αθηνών. Περαιτέρω πρέπει να αναγνωριστούν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, διότι τέλεσε την πράξη της από μη ταπεινά αίτια και συγκεκριμένα προκειμένου να χρησιμοποιήσει το επίδικο αυθαίρετο κτίσμα ως κύρια κατοικία της.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 1 και 8 του Ν.1337/1983 για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται η αναφορά και η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 και 8 του Ν. 1337/1983, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών , ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών. Αναλυτικά δε και με πληρότητα εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα προέβη στην ανέγερση του αυθαίρετου κτίσματος. Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολόγησε ειδικά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της ότι αυτή δεν ήταν ιδιοκτήτρια του οικοπέδου στο οποίο φέρεται να έχει ανεγερθεί το αυθαίρετο κτίσμα, αλλά η μητέρα της Ν, η οποία και εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπεράσπιση της και αποδέχθηκε την πράξη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον ο ισχυρισμός της αυτός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, υπό την νομική έννοια του όρου, ώστε το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόρριψη του ιδιαιτέρως, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, απάντηση στον οποίο διαλαμβάνεται και μάλιστα εκτενώς στην κυρία αιτιολογία της αποφάσεως. Εξ άλλου, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως ως χρόνος τελέσεως της πράξεως από την αναιρεσείουσα φέρεται η 22/8/2001, δηλαδή αυτή καταδικάσθηκε για πράξη η οποία δεν είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο εκδικάσεως της εφέσεως της (6/8/2009). Ως εκ τούτου η αιτίαση της ότι η προσβαλλόμενη υπερέβη την εξουσία της με το να παραβιάσει τις διατάξεις περί παραγραφής, καθόσον κατά την ημέρα της δικασίμου είχε συμπληρωθεί ο χρόνος (της οκταετούς) παραγραφής, είναι απορριπτέα, διότι στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως.
Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ), και περί υπερβάσεως εξουσίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/9/2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 55061/6/8/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανέγερση παράνομου κτίσματος. Απορρίπτονται οι λόγοι της αιτήσεως αναίρεσης εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η μητέρα της ετέλεσε την πράξη δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, η αιτιολογία του οποίου εμπεριέχεται στην περί ενοχής αιτιολογία της αποφάσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
| 0
|
Αριθμός 870/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον υπουργό Οικονομίας - Οικονομικών και στην προκείμενη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ ..., που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Διονύσιο Χειμώνα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ και τον διακριτικό τίτλο ALPHA BANK, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νταφούλη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Οκτωβρίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 272/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε τη μερική παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 932 ΚΠολΔ "τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει". Κατά το άρθρο 975 του ΚΠολΔ "η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού...". Κατά το άρθρο 979 παρ.2 του ΚΠολΔ "Μέσα σε δώδεκα εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παρ.1 (για να λάβουν γνώση του πίνακα κατάταξης ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό, οι αναγγελθέντες δανειστές και ο καθ'ου η εκτέλεση) οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα κατάταξης, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 933 επ. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Η ανακοπή στρέφεται κατά των δανειστών, των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι στα έξοδα εκτελέσεως, που προαφαιρούνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού για να αποδοθούν στον επισπεύδοντα που προκατέβαλε αυτά, περιλαμβάνονται όλες οι αναγκαίες δαπάνες που έγιναν από τον επισπεύδοντα προς το γενικό συμφέρον (όλων) των δανειστών που αναγγέλθηκαν στη διαδικασία του πλειστηριασμού και ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, την κατάσχεση, τη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, τον πλειστηριασμό και την κατάταξη των δανειστών, όχι όμως και τα γενόμενα έξοδα προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών, ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, λόγω ματαίωσης του πλειστηριασμού ή αναβολής του κατόπιν ιδιαίτερης συμφωνίας του επισπεύδοντος και του οφειλέτη, χωρίς να εκδοθεί περί τούτου δικαστική απόφαση. Η εκκαθάριση και προαφαίρεση των εξόδων της εκτελέσεως αποτελεί διανομή πλειστηριάσματος, όπως και η κατάταξη των δανειστών και συνεπώς προσβάλλονται μόνον με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, στην οποία μπορεί να σωρευθεί και αιτίαση για κακή κατάταξη αναγγελθέντος δανειστή σε βάρος του ανακόπτοντος, προς το σκοπό όπως καταταχθεί αυτός, ολικώς ή μερικώς στη θέση εκείνου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της ανώνυμης εταιρίας EFG ΕUROBANK ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ (δεύτερης των καθ'ών πρωτοδίκως και μη διαδίκου ήδη και κατ'έφεση), πλειστηριάσθηκαν με την ... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του Συμβ/φου Ρόδου Δημητρίου Γιώρτσου, τα αναφερόμενα σ' αυτή τρία ακίνητα (δύο διαμερίσματα-μία αποθήκη) ιδιοκτησίας (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου) της οφειλέτιδας ... και κατακυρώθηκαν στο όνομα του ... αντί του συνολικού ποσού των 66.500 ευρώ, το οποίο λόγω εκπροθέσμου καταθέσεως επιβαρύνθηκε με τόκους υπερημερίας και ανήλθε στο ποσό των 67.115 ευρώ, που κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών Ρόδου. Τα εν λόγω ακίνητα που πλειστηριάστηκαν είχαν κατασχεθεί με την ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικ. επιμελητή Ρόδου ..., με επίσπευση της καθ' ης η ανακοπή (ήδη εκκαλούσας) ΑΛΦΑ Τράπεζας, με εντολή της οποίας ο ανωτέρω δικ. επιμελητής εξέδωσε τις με αριθ. ... περιλήψεις κατασχετήριας έκθεσης, πλην όμως ο ορισθείς δια των ανωτέρω περιλήψεων πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε. Συγκεκριμένα ο πλειστηριασμός που ορίστηκε με την ... περίληψη στις 4-10-2000 ανεστάλη λόγω της έναντι καταβολής μέχρι 7-2-2001, ο πλειστηριασμός που ορίστηκε με την ... 1η επαναληπτική περίληψη στις 7-2-2001 ανεστάλη με την 180/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που διόρθωσε την κατασχετήρια έκθεση, ο πλειστηριασμός που ορίστηκε με την ... περίληψη στις 4-4-2001 ανεστάλη λόγω της έναντι καταβολής μέχρι 20-6-2000, ο πλειστηριασμός που ορίστηκε με την 8488/2001 περίληψη στις 20-6-2001 ανεστάλη σύμφωνα με το άρθρο 30 Ν. 2789/2000 (όπως τροποποιήθηκε με το αρ. 42 Ν. 2912/2001), ενώ ο πλειστηριασμός που ορίστηκε με την 8820/2001 περίληψη στις 10-4-2002 δεν ανέδειξε πλειοδότη και κηρύχτηκε άγονος. Περαιτέρω με εντολή της ίδιας επισπεύδουσας (ΑΛΦΑ Τράπεζας) εκδόθηκε η 8952/2002 4η επαναληπτική περίληψη του ίδιου δικ. επιμελητή, με την οποία προσδιορίστηκε πλειστηριασμός για τις 5-6-2002. Την ημερομηνία αυτή (5-6-2002) έγινε ο πλειστηριασμός με επίσπευση της ανωτέρω εταιρίας ΕFG Eurobank Ergasias Χρηματοδοτικές Μισθώσεις ΑΕ. (που υποκατέστησε την εκκαλούσα με δήλωσή της ενώπιον του ως άνω Συμβ/φου). Στο πλειστηρίασμα αυτό αναγγέλθηκαν οι παρακάτω δανειστές: Η ανώνυμη εταιρία ΕΡΟ Eurobank Ergasias Χρηματοδοτικές Μισθώσεις ΑΕ, με την από 14-6-αναγγελία της, για ποσό 50.000.000 δρχ. (πλέον τόκων-εξόδων), η Αγροτική Τράπεζα, με την από 12-6-2002 αναγγελία της, για ποσό 385.550 ευρώ (πλέον τόκων-εξόδων), η Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, με την από 12-6-αναγγελία της, για ποσό 227.683 ευρώ (πλέον τόκων-εξόδων), η Τράπεζα Πειραιώς, με την από 2-10-2000 αναγγελία της, για ποσό 18.628.970 δρχ. (πλέον τόκων-εξόδων), το Ελληνικό Δημόσιο, με την από 7-6-2002 αναγγελία του, για ποσό 66.918 ευρώ (με τις προσαυξήσειςεκπρόθεσμης καταβολής μέχρι τελεσιδικίας του πίνακα) καιτο ΙΚΑ ..., με την από 20-6-2002 αναγγελία του, γιαποσό 39.246 ευρώ (με τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμηςκαταβολής μέχρι τελεσιδικίας του πίνακα). Μετά τιςγενόμενες αναγγελίες ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλοςως άνω συμβ/φος Σ προέβη στη σύνταξη του μεαριθ. 23263/2002 πίνακα κατάταξης δανειστών, αφού τοπλειστηρίασμα δεν αρκούσε για να ικανοποιηθούν οιανωτέρω απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών. Απότο πλειστηρίασμα των 67.115 ευρώ ο παραπάνω συμβ/φοςπροαφαίρεσε τα έξοδα της διαδικασίας της εκτελέσεως(δηλαδή όσα απαιτούνται για τη διενέργεια του πλειστηριασμού) συνολικού ποσού 7.770,40 ευρώ και στο υπόλοιπο ποσό του πλειστηριάσματος, δηλαδή στο ποσό των 59.344,60 ευρώ, κατέταξε οριστικά το Ελληνικό Δημόσιο για ποσό 19.781,53 ευρώ και την ανώνυμη εταιρία EFG Eurobank Ergasias Χρηματοδοτικές Μισθώσεις ΑΕ για ποσό 39.563,07 ευρώ. Στα έξοδα εκτελέσεως που προαφαίρεσε από το πλειστηρίασμα ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος (συμβ/φος Σ) συμπεριέλαβε ποσό 4.504,23 ευρώ, το οποίο αφορούσε τα έξοδα της κατάσχεσης με την ... κατασχετήρια έκθεση και τα έξοδα έκδοσης, κοινοποίησης και δημοσίευσης των προαναφερομένων έξι περιλήψεων κατασχετήριας έκθεσης του δικ. επιμελητή ... (με αριθ. ...), που καταβλήθηκαν από την αρχική επισπεύδουσα ΑΛΦΑ Τράπεζα (όπως προκύπτουν από τον από 22-5-2002 πίνακα εξόδων της), ώστε να αποδοθεί το ποσό αυτό στην τελευταία. Με την κρινόμενη ανακοπή, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, το ανακόπτον Δημόσιο ισχυρίζεται ότι κακώς και παρά το νόμο ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμπεριέλαβε στα έξοδα εκτελέσεως και προαφαίρεσε από το εκπλειστηρίασμα το παραπάνω ποσό (4.504,23 ευρώ), διότι "ο επισπευθείς με τις ανωτέρω περιλήψεις κατασχετήριας έκθεσης πλειστηριασμός εγκαταλείφθηκε μη αχθείς σε πέρας, ολοκληρώθηκε δε η εκτέλεση και πραγματοποιήθηκε ο πλειστηριασμός από την ανώνυμη εταιρία ΕFG Eurobank Ergasias Χρηματοδοτικές Μισθώσεις". Πλην όμως, όπως ανωτέρω εκτίθεται, τα έξοδα κατάσχεσης περιλαμβάνονται οπωσδήποτε στα προαφαιρούμενα έξοδα εκτελέσεως. Επίσης η έκδοση-κοινοποίηση των προαναφερομένων έξι επαναληπτικών περιλήψεων κατασχετηρίων εκθέσεων, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από δύο συναινετικές αναστολές του πλειστηριασμού, μία αναστολή με δικαστική απόφαση, μία αναστολή σύμφωνα με το προαναφερθέν αρ. 30 Ν. 2789/2000 και μία ματαίωση δεν ήταν παράνομη ή αδικαιολόγητη αλλά αναγκαία για να προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριαμού και επομένως τα έξοδα αυτά περιλαμβάνονται στα προαφαιρούμενα έξοδα εκτελέσεως. Εξάλλου, όπως αποδείχτηκε, κανένας από τους ανωτέρω πλειστηριασμούς που επέσπευσε η εκκαλούσα ΑΛΦΑ Τράπεζα ματαιώθηκε από υπαιτιότητα της τελευταίας, η οποία ουδόλως εγκατέλειψε την εκτελεστική διαδικασία ή αδράνησε, ενώ η εταιρία EFG Eurobank Ergasias Χρηματοδοτικές Μισθώσεις, η οποία υποκατέστησε την εκκαλούσα (με δήλωσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού) και ολοκλήρωσε τον πλειστηριασμό στις 5-6-2002, στηρίχτηκε στην ίδια παραπάνω κατάσχεση που είχε επιβάλει η εκκαλούσα". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του πίνακα κατατάξεως, για το ως άνω ποσό των 4.504 ευρώ, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κάνοντας δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένως εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 932 και 975 εδ.α'του ΚΠολΔ, υπολογίζοντας στα προαφαιρούμενα και αποδοτέα από το πλειστηρίασμα έξοδα εκτελέσεως, ποσού 4.504,23 ευρώ, και εκείνα ποσού 1.501,41 (4.504,23 Χ 2/6) ευρώ που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον της αρχικώς επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό, κατόπιν ιδιαίτερης συμφωνίας της με την οφειλέτιδα για αναβολή του πλειστηριασμού (μετά συναινετική ματαίωσή του και έκδοση νέων περιλήψεων κατασχετήριας εκθέσεως) δύο φορές, στις 4-10-2000 και 4-4-2001, επειδή ικανοποιήθηκε ένα μέρος της απαιτήσεως εκείνης. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ότι έπρεπε να συμπεριληφθούν στο προαφαιρούμενα από το πλειστηρίασμα έξοδα (4.504,23 ευρώ) εκτελέσεως ποσό 1.501,41 ευρώ προκειμένου να αναμορφωθεί ο προσβαλλόμενος με την ανακοπή του αναιρεσείοντος πίνακας κατατάξεως, ώστε να καταταγεί για το εν λόγω ποσό των 1.501,41 ευρώ το αναιρεσείον και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 272/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει κατά το ανωτέρω κεφάλαιο και μόνον την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
932 ΚΠολΔικ. Έξοδα εκτελέσεως προαφαιρούμενα από το εκπλειστηρίασμα κατ΄ αρθρ. 975 ΚΠολΔ είναι τα γενόμενα προς το κοινό συμφέρον των δανειστών, όχι για αναστολές λόγω ιδιαιτέρων συμφωνιών δανειστή - οφειλέτη χωρίς δικαστική απόφαση. Αναιρεί μερικώς.
| null | null | 0
|
Αριθμός 869/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κότσιφα, περί αναιρέσεως της 1608-1609/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην ..., το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτης Πανάγος. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1738/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου από τρίτο, απαιτείται η συνδρομή του κατά την παράγραφο 1 σκοπού του δράστη που αποβλέπει στην παραπλάνηση άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες που αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε η παραπλάνηση, καθώς και η γνώση τούτου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1608-1609 απόφαση του, με την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για την πράξη της χρήσεως πλαστού εγγράφου και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε(15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία(3) χρόνια, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Ο κατηγορούμενος Χ, στην ... στις 3-9-2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι εκπρόσωπος και διαχειριστής της Ο.Ε., με την επωνυμία "Τ -Ζ -" ,που είχε συσταθεί το έτος 1997 μεταξύ του Τ , γιου του κατηγορουμένου και του Ζ, αδελφού του κατηγορουμένου με σκοπό την εκμετάλλευση ελαιοτριβείου στην ..., είχε οριστεί δυνάμει του ... ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Πέτρου Π.Τσάγκα ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος είναι υπάλληλος στην ΔΟΥ .... Κατόπιν της 1/2000 εντολής ελέγχου του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ... διενεργήθηκε έλεγχος στην ανωτέρω επιχείρηση από αρμόδιους υπαλλήλους και διαπιστώθηκε,εκτός άλλων, ότι δεν είχε αποδοθεί στο Ελληνικό Δημόσιο η εισφορά δακοκτονίας για τα ακόλουθα ημερολογιακά τρίμηνα: 4° του έτους 1997, 1° του έτους 1998,4° του έτους 1998 και 1° του έτους 1999 για ελαιόλαδο 44.556 κιλών που είχε παραχθεί από ελιές προερχόμενες από περιοχές όπου είχε γίνει ομαδική καταπολέμηση του δάκου με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου , ανερχόμενη (η εισφορά) στο συνολικό ποσό των 526.659 δρχ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του Α.Ν. 112/1967 "περί εισφοράς δακοκτονίας" , "Η κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εισφορά βαρύνει προκειμένου μεν περί ελαιολάδου , εκείνον δια λογαριασμόν του οποίου διενεργείται η έκθλιψη των ελαιών...Ο υπέρ ου ενεργείται η έκθλιψη των ελαιών υποχρεούται να καταβάλει εις τον ελαιοτριβέα την οφειλομένην επί του ελαιολάδου εισφορά , εν αρνήσει, ο ελαιοτριβεύς δικαιούται να παρακρατήσει εκ του παραχθέντος ελαιολάδου ποσότητα της οποίας η αξία , βάσει της τιμής χονδρικής πωλήσεως υπό του παραγωγού κατά τον χρόνον της έκθλιψης και εις τον τόπον τούτον , να είναι ίση προς το ποσόν της οφειλομένης εισφοράς, υποχρεούμενος να καταβάλει ταύτην εις χρήμα εις το Δημόσιον Ταμείον", κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου α.ν. " Υπόχρεως δια την καταβολήν εις το Δημόσιον Ταμείον της κατά το άρθρο 2 του παρόντος εισφοράς, τυγχάνει ... προκειμένου δε περί ελαιολάδου, ο ενεργών την έκθλιψιν των ελαίων..." , ενώ κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του αυτού νόμου " Επί μη καταβολής ή εκπροθέσμου ή ελλιπούς καταβολής της κατά το άρθρο 2 του παρόντος Α.Ν. εισφοράς, καταλογίζονται εις βάρος του εις καταβολήν υπόχρεου πλην της οφειλομένης εισφοράς και προσαυξήσεις...". Ενόψει, δε της παραπάνω διαπιστώσεως της μη καταβολής εισφοράς από την εν λόγω επιχείρηση και με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του α.ν. 112/1967, καταλογίστηκαν στην επιχείρηση με τις υπ' αριθμ. ... και ... προσωρινές -πράξεις καταλογισμού εισφοράς δακοκτονίας , η μη καταβληθείσα εισφορά των 526.569 δρχ. καθώς και προσαυξήσεις επ' αυτής , λόγω μη υποβολής δήλωσης, εξ 769.040 δρχ., ανερχομένου του συνολικού ποσού σε 1.295,699 δρχ. (526.659+769.040=1.295.699). Ο κατηγορούμενος στις 18-7-2002 υπέβαλε για λογαριασμό της Ο,Ε. τις υπ' αριθμ. ... προσφυγές κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά των ως άνω προσωρινών πράξεων , ζητώντας την ακύρωση τους , παράλληλα δε και την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Επειδή όμως δεν επιτεύχθηκε συμβιβασμός στις 29-7-2002 , ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ ..., μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος 13 μηνών, δηλ. στις 2-9-2003 χρέωσε τις ανωτέρω προσφυγές στο Δικαστικό Τμήμα της ΔΟΥ ... . Ο κατηγορούμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του και προς υποστήριξη των προσφυγών κατά των ανωτέρω πράξεων καταλογισμού εισφοράς δακοκτονίας, στις 3-9-2003 προσκόμισε στην ΔΟΥ ... τις παρακάτω από 7-8-2002 Υπεύθυνες Δηλώσεις του ν. 1599/1986, ήτοι των: 1) Α1, κατοίκου ..., 2) Α2, κατοίκου ..., 3) Α3 , κατοίκου ..., 4) Α4, κατοίκου ..., 5) Α5, κατοίκου ..., 6)Α6, κατοίκου ..., 7)Α7, κατοίκου ... και 8) Α8 , κατοίκου .... Άπαντες οι ως άνω φερόμενοι ως δηλούντες, δήλωναν σύμφωνα με το περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών ότι : "το ελαιόλαδο που βγάζω από 1-11-1997 μέχρι σήμερα στο ελαιοτριβείο της Ο.Ε. Τ και Ζ που είναι στην ... ποτέ δεν έχω πληρώσει εισφορά 2% δακοκτονίας επί του παραγομένου ελαιολάδου που βγάζω στο εν λόγω ελαιοτριβείο". Όμως όλες οι ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις ήσαν πλαστές καθόσον είχαν συμπληρωθεί τα στοιχεία της ταυτότητας των ως άνω φερομένων ως υπευθύνως δηλούντων και είχαν τεθεί κατ' απομίμηση οι υπογραφές τους, χωρίς την συναίνεση ή την έγκριση τους, τούτο δε το γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος. Κατ' αρχήν και όσον αφορά την πλαστότητα των ως άνω υπευθύνων δηλώσεων οι εκ των εξετασθέντων τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρες Α1, Α3,Α5 και Α4 ανεπιφύλακτα κατέθεσαν ότι οι δηλώσεις αυτές δεν είναι δικές τους και ουδέποτε τις υπέγραψαν ή παρέδωσαν τέτοιες δηλώσεις είτε στον ίδιο τον κατηγορούμενο ή στον γιό του ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σχετιζόμενο με την επιχείρηση ή συναίνεσαν για την σύνταξη και υπογραφή τους από τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό τους. Εξάλλου, ο ίδιος ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ομολόγησε ότι ο γιος του τον Αύγουστο συνέταξε κάποιες δηλώσεις για τους παραγωγούς Α8, Π και άλλους στις οποίες αναφερόταν ότι έμεναν στην ... αλλά τα κτήματα τους δεν υπάγονται στη δακοκτονία . Στην ομολογία του αυτή προέβη προκειμένου να αποσείσει τις δικές του ευθύνες δεδομένου ότι ήταν κατηγορούμενος (εκτός άλλων πράξεων ) και για πλαστογραφία με χρήση, πράγμα που πέτυχε εν μέρει αφού δημιούργησε αμφιβολίες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο τον απάλλαξε για την πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε για χρήση πλαστού εγγράφου μεταβάλλοντας την κατηγορία. Απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αρνήθηκε εντελώς ότι γνώριζε ότι οι υπεύθυνες δηλώσεις ήταν πλαστές. Όμως ουδόλως κρίνεται πειστικός, αντιθέτως η άρνηση του αυτή σε συνδυασμό με την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου λεπτομερώς εκθέτει πώς απευθύνθηκαν μαζί με τον γιό του στον Θ (συγκατηγορούμενό του στην πρωτοβάθμια δίκη για ψευδή βεβαίωση), προκειμένου να θεωρήσει το γνήσιο της υπογραφής των φερομένων ως υπευθύνως δηλούντων, χωρίς μάλιστα να προσέλθουν οι ίδιοι (οι υπευθύνως δηλούντες) ενώπιον του Θ για να υπογράψουν, αποδεικνύει σαφώς ότι γνώριζε πολύ καλά στις 3-9-2003 ,όταν προσκόμισε τις εν λόγω δηλώσεις στην ΔΟΥ ... προς υποστήριξη των ανωτέρω προσφυγών της Ο.Ε., ότι το περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών και οι υπογραφές δεν προέρχονταν από τους φερομένους ως δηλούντες, αλλά είχαν γραφεί και υπογραφεί από άλλα άτομα και επομένως ότι ήταν πλαστές, είχε δε μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τις αρμόδιες αρχές δηλ. τόσο την αρμόδια φορολογική αρχή ( ΔΟΥ .. ), όσο και το αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πύργου στο οποίο διαβιβάστηκαν προς εκδίκαση οι 6 και 7/ 2002 προσφυγές της Ο. Ε. σχετικά με το γεγονός ότι οι αναφερόμενοι σ' αυτές (δηλώσεις) ελαιοπαραγωγοί ουδέποτε πλήρωσαν εισφορά δακοκτονίας 2% για το ελαιόλαδο που βγάζουν στο ελαιοτριβείο της Ο.Ε. Τ και Ζ από 1-11-1997, το οποίο (γεγονός) μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς την ακύρωση , τουλάχιστον, της επιβολής προσαυξήσεων επί της εισφοράς δακοκτονίας. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν ήταν πρόσφορες να αποδείξουν γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, δηλ. το γεγονός της παρακράτησης ή μη της εισφοράς δακοκτονίας από το ελαιοτριβείο (για το οποίο έγινε ο έλεγχος και ο προσωρινός καταλογισμός της εισφοράς με προσαυξήσεις), διότι το γεγονός της δακοκτονίας και της παρακράτησης ποσοστού υπέρ του Δημοσίου 2% επί της κατώτατης τιμής παρέμβασης από τον παραγωγό περιοχής που έλαβε χώρα η δακοκτονία καθορίζεται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών και εν προκειμένω με τις υπ' αριθμ. 1306/97 και 1261/98 αποφάσεις και επομένως το γεγονός της μη καταβολής εισφοράς από τους ελαιοπαραγωγούς στο ελαιοτριβείο, που αναφέρεται ως περιεχόμενο των υπευθύνων δηλώσεων δεν μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, γιατί αυτή (παρακράτηση εισφοράς για την δακοκτονία) καθορίζεται από τις μνημονευόμενες αποφάσεις και είναι υπόχρεος στην καταβολή του ο ελαιοτριβέας, δηλ. εν προκειμένω η Ο.Ε. Ό ισχυρισμός αυτός είναι εντελώς αβάσιμος και απορρίπτεται , διότι , ναι μεν πράγματι με τις 1306/3-11-1997 και 1261/21-10-1998 αποφάσεις καθορίσθηκαν οι περιοχές στις οποίες διενεργήθηκε με μέριμνα του Δημοσίου ομαδική καταπολέμηση του δάκου της ελιάς κατά τα ελαιοκομικά έτη 1997-1998 και 1998-1999 αντίστοιχα, καθώς και η τιμή του ελαιολάδου με βάση την οποία θα υπολογιζόταν η εισφορά δακοκτονίας, στις περιοχές όμως αυτές περιλαμβάνονται κατά τους συνημμένους πίνακες και το ..., όπου παράγουν ελαιόλαδο, σύμφωνα με το περιεχόμενο των ως άνω δηλώσεων , οι εκ των ως άνω φερομένων ως δηλούντων ότι δεν κατέβαλαν στο ελαιοτριβείο εισφορά δακοκτονίας, Α1, Α2, Α3, Α5 και Α4, οι οποίοι πλην του Α2 ,ο οποίος αποβίωσε, επιβεβαίωσαν τούτο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Για την έκθλιψη των ελαιών των παραπάνω πέντε (5) ελαιοπαραγωγών η Ο.Ε. "Τ - Θ" όφειλε να καταβάλει την νόμιμη εισφορά δακοκτονίας, αφού το ελαιόλαδο παραγόταν από ελιές που βρίσκονταν σε περιοχές όπου είχε γίνει δακοκτονία κατά τους ανωτέρω πίνακες, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, προσκομίζοντας δε ο κατηγορούμενος υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του στην ΔΟΥ ... προς υποστήριξη των προσφυγών της Ο.Ε. κατά των 1 και 2/2002 προσωρινών πράξεων καταλογισμού εισφοράς δακοκτονίας και προσαυξήσεων, τις προαναφερθείσες εν γνώσει του πλαστές Υ.Δ. των παραπάνω πέντε ελαιοπαραγωγών, επεδίωκε να παραπλανήσει με το περιεχόμενο τους τις αρμόδιες αρχές σχετικά με το γεγονός ότι δεν είχε πληρωθεί από τους ανωτέρω ελαιοπαραγωγούς στο ελαιοτριβείο και αντιστοίχως δεν είχε εισπραχθεί από το ελαιοτριβείο εισφορά δακοκτονίας (ώστε να καταβληθεί) , προκειμένου να δικαιολογήσει την μη καταβολή εισφοράς δακοκτονίας για τις ελαιοκομικές περιόδους 1997-1998 και 1998-1999 και να επιτύχει την ακύρωση της επιβολής εισφοράς και προσαυξήσεων με τις 1 και 2/2002 πράξεις προσωρινού καταλογισμού εισφοράς δακοκτονίας, που είχαν προσβληθεί με τις 6 και 7/2002 προσφυγές. Το γεγονός ότι οι πλαστές Υ.Δ. δεν έγιναν δεκτές εν τέλει από την ΔΟΥ ... και δεν ακυρώθηκαν οι ως άνω 1 και 2/2002 προσωρινές πράξεις καταλογισμού, ουδεμία σημασία έχει για να στοιχειοθετηθεί εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, αφού αρκούσε το γεγονός ότι με την προσκομιδή των ως άνω πλαστών Υ.Δ. στην ΔΟΥ ... κατέστησε αυτές προσιτές στους αρμόδιους υπαλλήλους που είχαν επιληφθεί του ζητήματος της μη καταβολής εισφοράς δακοκτονίας από το ελαιοτριβείο και μπορούσαν με το περιεχόμενο τους να παραπλανηθούν τόσον αυτοί, όσο και το αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πύργου στο οποίο διαβιβάστηκαν οι 6 και 7/2002 προσφυγές , περί της μη εισπράξεως εισφοράς δακοκτονίας από το ελαιοτριβείο |και έτσι να μην καταλογίσουν εις βάρος της Ο.Ε., όχι βέβαια την εισφορά δακοκτονίας για 44.556 κιλά ελαιολάδου για τα οικονομικά έτη 1997-1998 και 1998-1999 εκ 526.659 δρχ. διότι από τα άρθρα 3 και 4 του α.ν. 112/1967 προκύπτει σαφώς ότι υπόχρεος για την καταβολή εισφοράς προκειμένου περί ελαιολάδου είναι ο ελαιοτριβέας, τουλάχιστον όμως τις προσαυξήσεις επ' αυτής που ανέρχονταν συνολικά σε 769.040 δρχ. Επομένως με βάση τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, ήτοι για τις παραπάνω πέντε υπεύθυνες δηλώσεις των 1) Α1 , κατοίκου ..., 2) Α2 , κατοίκου ..., 3) Α3 κατοίκου ... , 4) Α4, κατοίκου ... και 5) Α5, κατοίκου ..., των οποίων το παραγόμενο ελαιόλαδο προερχόταν από ελαιοκτήματα που βρίσκονταν σε περιοχές όπου είχε διενεργηθεί δακοκτονία και αθώος για τις υπεύθυνες δηλώσεις των 1) Α6 κατοίκου ..., 2) Α7, κατοίκου ... και 3) Α8, κατοίκου ..., των οποίων τα ελαιοκτήματα δεν βρίσκονταν σε περιοχές που είχε διενεργηθεί δακοκτονία και επομένως το παραχθέν από αυτά ελαιόλαδο δεν υπέκειτο σε εισφορά δακοκτονίας, ουδεμία δε έννομη συνέπεια μπορούσαν να έχουν οι φερόμενες ως προερχόμενες απ' αυτούς υπεύθυνες δηλώσεις καθόσον δεν υποχρεωνόταν το ελαιοτριβείο σε καταβολή εισφοράς δακοκτονίας για το προερχόμενο από τις ιδιοκτησίες τους ελαιόλαδο ούτε και θα καταλογιζόταν εισφορά δακοκτονίας και προσαυξήσεις επ' αυτής από την ΔΟΥ ... γι αυτό το ελαιόλαδο. Ενόψει δε όλων των παραπάνω που πλήρως αποδείχθηκαν από τους ήδη εξετασθέντες μάρτυρες και από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα έγγραφα, πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα περί διακοπής της δίκης προκειμένου να κληθεί για να εξεταστεί ως μάρτυρας ο ..., κάτοικος ..., για να απαντήσει αν για το επίδικο χρονικό διάστημα κατέβαλε 2% για εισφορά δακοκτονίας, δεδομένου ότι η οποιαδήποτε απάντηση του στο θέμα αυτό δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης ενόψει του ότι αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των φερομένων ως υπευθύνως δηλούντων. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εσφαλμένως καταδικάστηκε για χρήση πλαστού εγγράφου, κατ' άρθρο 216 του ΠΚ, διότι εν προκειμένω δεν πρόκειται περί εγγράφων γενικώς, αλλά περί των ειδικών εγγράφων(ΥΔ) του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, επί των οποίων δεν ισχύουν οι γενικές διατάξεις του ΠΚ, αλλά η ειδική διάταξη του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ως άνω νόμου αναφέρεται στην υπεύθυνη δήλωση που προέρχεται από τον ίδιο τον δηλούντα ψευδή γεγονότα κτλ, ενώ στην προκειμένη υπόθεση πρόκειται περί καταρτισθέντων εξ υπαρχής πλαστών δηλώσεων οι οποίες φέρονται ότι προέρχονται και υπογράφονται από συγκεκριμένα πρόσωπα και των οποίων (πλαστών δηλώσεων)εν γνώσει του έκανε χρήση ο κατηγορούμενος. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2 και 1 του ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών, και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθεται με την παράθεση εκτεταμένων πραγματικών περιστατικών, το ιστορικό και η αιτία πλαστογραφήσεως των μνημονευόμενων υπεύθυνων δηλώσεων, η χρήση τούτων από τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, η γνώση του ότι αυτές ήταν πλαστές, αναφέρουσα από ποία πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία, το εκδόν την απόφαση δικαστήριο πείσθηκε περί της γνώσεως του αυτής, και ότι δια της προσκομίσεως τους στην ΔΟΥ ..., ήταν δυνατόν να παραπλανήσει αυτή αλλά και κάθε άλλη Διοικητική ή Δικαστική αρχή, ότι οι διαλαμβανόμενοι παραγωγοί ελαιοκάρπου, των οποίων παραγωγών, τρίτο άτομο, εν αγνοία τους, είχε θέσει την υπογραφή τους επί των εν λόγω δηλώσεων, και κατ' επέκταση και το ελαιοτριβείο που λειτουργούσε στην ..., του οποίου την εκμετάλλευση είχε η Ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " Τ - Ζ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος, δεν είχαν υποχρέωση καταβολής εισφοράς δακοκτονίας, και να επιτύχει την ακύρωση των 1 και 2/2002 πράξεων προσωρινού καταλογισμού εισφοράς δακοκτονίας και προσαυξήσεων, που είχαν προσβληθεί με τις υπ' αριθμ. 6 και 7 /2002 προσφυγές και να απαλλαγεί η προαναφερθείσα επιχείρηση του καταλογισθέντος σε βάρος της ποσού. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι οι επίμαχες υπεύθυνες δηλώσεις, δεν ήταν πρόσφορες, ώστε να οδηγήσουν στην ακύρωση των ως άνω καταλογιστικών πράξεων της ΔΟΥ ..., κρίθηκαν αβάσιμες με την περιεχόμενη στο σκεπτικό πλήρη αιτιολογία της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με την οποία "το γεγονός ότι οι πλαστές υπεύθυνες δηλώσεις δεν έγιναν δεκτές εν τέλει από την ΔΟΥ ... και δεν ακυρώθηκαν οι υπ' αριθμ. 1 και 2/2002 προσωρινές πράξεις καταλογισμού, ουδεμία σημασία έχει για να στοιχειοθετηθεί εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, αφού αρκούσε το γεγονός ότι με την προσκομιδή των ως άνω πλαστών υπευθύνων δηλώσεων στην ΔΟΥ ..., κατάστησε αυτές προσιτές στους αρμόδιους υπαλλήλους που είχαν επιληφθεί του ζητήματος της μη καταβολής εισφοράς δακοκτονίας από το ελαιοτριβείο και μπορούσαν με το περιεχόμενο τους να παραπλανηθούν τόσον αυτοί, όσο και το αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πύργου στο οποίο διαβιβάστηκαν οι 6 και 7/2002 προσφυγές περί της μη εισπράξεως εισφοράς δακοκτονίας από το ελαιοτριβείο".
Επομένως, ο λόγος αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν , με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου , αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/12/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1608-1609/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου εκ διακοσίων ενενήντα(290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για χρήση πλαστών εγγράφων. Απορρίπτεται ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, αφού στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης εκτίθεται με την παράθεση εκτεταμένων πραγματικών περιστατικών, το ιστορικό και η αιτία πλαστογραφίας των εγγράφων, η χρήση τούτων από τον κατηγορούμενο, η γνώση του ότι ήταν πλαστές και ότι δια της προσκομίσεώς τους στην ΔΟΥ, ήταν δυνατόν να παραπλανήσει αυτή για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε η παραπλάνηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.