text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 868/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 1489/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Οκτωβρίου 2009 και 29 Οκτωβρίου 2009, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1556/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 403/16.12.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., τις υπ' αριθ. 200/27-10-2009 και 201/29-10-2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ1, κατοίκου ... και Χ2, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 1489/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα :
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το υπ' αριθ. 1/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους αναιρεσείοντες, για να δικασθούν, ο μεν πρώτος εξ αυτών για τις αξιόποινες πράξεις : α) της απάτης με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της πλαστογραφίας με σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 73.000 ευρώ, ο δε δεύτερος για τις αξιόποινες πράξεις : α) της ηθικής αυτουργίας σε απάτη με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από απάτη με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 73.000 ευρώ και β) της χρήσης πλαστού εγγράφου με σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία
άνω των 73.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών άσκησαν οι αναιρεσείοντες τις υπ' αριθ. 4/29-1-2009 και 9/27-1-2009 αντίστοιχες εφέσεις τους επί των οποίων εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1489/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις αυτές και τις απέρριψε κατ' ουσία. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, άσκησαν οι αναιρεσείοντες νομοτύπως και εμπροθέσμως τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες είναι και παραδεκτές, αφού αναφέρονται σε συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της απόλυτης ακυρότητας, της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής, άλλως της εσφαλμένης ερμηνείας της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε (άρθρο 484§1α', β' και δ' Κ.Π.Δ.). Πρέπει λοιπόν να εξετασθούν αυτές περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ. "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται : α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω κι' αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγική αιτία επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου το οποίο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο, αλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη (ΑΠ 675/2000 Π.Χρ. ΝΑ, σελ. 41, ΑΠ 79/2001 Π.Χρ. ΝΑ, σελ. 89, ΑΠ 380/2001 Π.Χρ. ΝΑ, σελ. 1096). Το έγκλημα της απάτης ως υπαλλακτικώς μικτό δύναται να τελεσθεί με τους άνω τρεις τρόπους, από αυτούς δε οι δύο πρώτοι δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η απόκρυψη των αληθινών συνιστούν περίπτωση θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών πραγματώνεται με την εκ προθέσεως παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα των αληθινών γεγονότων, τα οποία έχει υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργεια αυτού (ΑΠ 505/2000 Π.Χρ. Ν, σελ. 975, ΑΠ 587/2006, Π.Χρ. ΝΖ, σελ. 57). Έτσι η σωρευτική αποδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση γι' αυτό πρέπει να εξειδικεύεται τόσο στο βούλευμα όσο και στην απόφαση ο ακριβής τρόπος τελέσεως της απάτης (ΑΠ 1034/2000 Π.Χρ. ΝΑ, σελ. 253, ΑΠ 985/2000 Π.Χρ. ΝΑ, σελ. 232). Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 Π.Κ νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 299/1998 Π.Χρ. ΜΗ, σελ. 907, ΑΠ 691/1997 Π.Χρ. ΜΗ, σελ.176, ΑΠ 2203/2006 Π.Χρ. ΝΖ, σελ. 209, ΑΠ 1636/2006 Π.Χρ. ΝΖ, σελ. 734). Περαιτέρω, ως προς τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο, πρέπει να αιτιολογείται ότι υπάρχει, αφενός μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη και της πλάνης του άλλου και αφετέρου μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς που ενέχει περιουσιακή διάθεση, αφού αν αυτός (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος) ελλείπει σε κάποια από τις ως άνω περιπτώσεις δεν υφίσταται απάτη (ΑΠ 625/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ, σελ. 21). Κατά την παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000,00 ευρώ ή 5.000.000 δρχ. ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000,00 ευρώ ή 25.000.000 δρχ. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 και 2 του Π.Κ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη, δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216 Π.Κ. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ. 3 του αυτού άρθρου, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000,00 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι (ΑΠ 195/2007 Π.Χρ. ΝΖ, σελ. 1006, Α.Π 156/2007 Π.Χρ. ΝΖ, σελ. 1002). Πρόκειται για έγκλημα σωρευτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεως του, που αναφέρονται στο νόμο, ήτοι α) η κατάρτιση πλαστού και β) η νόθευση γνησίου δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξης, σε περίπτωση δε συνδρομής επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και των δύο τρόπων υπόκεινται δύο εγκλήματα που συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά (Α.Π 587/2006 Π.Χρ. ΝΖ, σελ. 57, Α.Π 1884/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ, σελ. 519). Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με την ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνης της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, ότι η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον πλαστογράφο παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας από το οποίο και απορροφάται και ότι αυτοτέλεια υπάρχει όταν είτε αυτή έγινε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο, όταν όμως η πλαστογραφία για οποιονδήποτε λόγο μένει ατιμώρητη. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται αντικειμενικώς χρήση του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, να έχει ο δράστης πλήρη - εντελή γνώση ότι το χρησιμοποιούμενο απ' αυτόν έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο και περαιτέρω να επιδιώκει να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες ενώ για τη θεμελίωση της προβλεπομένης στην παρ. 3 εδ. α του ως άνω άρθρου βαρύτερης μορφής της πράξης που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον. Ως χρήση δε νοείται, η καθ' οιονδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο σκοπό που τείνει στην παραπλάνηση κάποιου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Απαιτείται δηλαδή, να καθίσταται το έγγραφο προσιτό στον άλλο (που μέλλει να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του) και δυνατότητα αυτού να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι αυτός τέτοια γνώση ή να παραπλανηθεί (Α.Π. 1034/2007 Π.Χρ. ΝΖ, σελ. 693, ΑΠ 1984/2004 Π.Χρ. ΝΕ, σελ. 728). Νόθευση εγγράφου υπάρχει και όταν προκειμένου περί τραπεζικής επιταγής, ατελούς κατά την έκδοση ως προς κάποιο τυπικό στοιχείο της αυτή συμπληρώνεται από το λήπτη αντίθετα με τα συμφωνηθέντα με τον εκδότη αυτής (ΑΠ 1491/2006 Π.Χρ. ΝΖ, σελ. 640, ΑΠ 1224/2001 Π.Χρ. ΝΒ, σελ. 426). Από τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του Π.Κ συνάγεται ότι ως "συρροή εγκλημάτων" εννοούμε τις περιπτώσεις τέλεσης πλειόνων αυτοτελών και ανεξαρτήτων αλλήλων εγκλημάτων δια μιας ή πλειόνων πράξεων υπό του αυτού υποκειμένου, είτε συγχρόνως είτε διαδοχικώς. Περαιτέρω, τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης συρρέουν αληθώς, δεδομένου ότι το καθένα στρέφεται κατά διαφόρου εννόμου αγαθού, είναι αυτοτελές και στοιχειοθετείται από διάφορα περιστατικά, αφού η επίτευξη της παραπλάνησης και της συνεπακόλουθης βλάβης, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πλαστογραφίας ή της χρήσης πλαστού (ΑΠ 1753/2003 Π.Χρ. ΝΔ, σελ. 635, 1855/2001 Π.Χρ. ΝΒ, σελ. 647, ΑΠ 1300/1997 Π.Χρ. ΜΗ, σελ. 468, ΑΠ 329/1998 Π.Χρ. ΜΗ, σελ. 975). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α του Π.Κ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και ο ηθικός αυτουργός, εκείνος δηλαδή ο οποίος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση από ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία πρόκληση μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με την υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, με την πειθώ ή με απειλή κ.λπ., β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 2193/2007 Π.Χρ. ΝΗ, σελ. 803). (Από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2§5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627, ΑΠ 1687/2002 Ποιν. Χρ.ΝΓ/638), ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39). Εξάλλου κατά το άρθρο 484§1β' του Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Κατά δε τη διάταξη του στοιχείου α' της παραγράφου 1 της ιδίας παραπάνω διατάξεως (άρθρου 484 Κ.Π.Δ.), απόλυτη ακυρότητα υπάρχει (άρθρο 171§1) : "Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α).... .β)...γ)... δ).... την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος".
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις και παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμά του πρόταση της παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ότι από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας που συγκεντρώθηκε από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε και την κυρία ανάκριση που επακολούθησε και περατώθηκε νόμιμα και ειδικότερα από το περιεχόμενο της μηνύσεως, τις καταθέσεις του εγκαλούντος και των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας (συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων εφέσεων, της από ... έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου ..., της από 16-3-2008 έκθεσης γραφολογικών παρατηρήσεων - κριτικής και αξιολόγησης του Ειδικού Δικαστικού Γραφολόγου ..., τεχνικού συμβούλου του κατηγορουμένου Χ2 επί της εκθέσεως της άνω γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης) σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά τους και εν γένει υπομνήματα, που υπέβαλαν, προέκυψαν, κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου, επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων. Δέχθηκε δε ειδικότερα το Συμβούλιο με καθολική αναφορά στην πρόταση της παρ' αυτώ εισαγγελέως, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ζ ησχολείτο επαγγελματικά με την εμπορία καφέ, ζαχαρωδών και παγωτών, διατηρώντας προς τούτο πρατήριο πωλήσεως των πιο πάνω εμπορευμάτων στη .... Τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2001, η εταιρία με την επωνυμία ... ΕΠΕ", που μεταξύ άλλων είχε ως αντικείμενο εργασίας και την εμπορία ειδών σοκολατοποιΐας, ζαχαροπλαστικής, πρώτων υλών και εποχιακών ειδών αυτών και στην οποία αργαζόταν ως υπεύθυνος για την διαφήμιση και την διάθεση των προϊόντων και υποπροϊόντων καφέ που θα παρήγαγε η ως άνω εταιρία, ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1, αμειβόμενος με μηνιαία αποζημίωση και ποσοστά επί των κερδών της διακίνησης και εμπορίας των προϊόντων καφέ, απέκτησε την πλειοψηφία .των μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ", της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος διατηρούσε την θέση του αυτή και μετά αυτή την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της προαναφερομένης εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ" (βλ. σχετ. Φ.Ε.Κ.). Ο εγκαλών, λόγω της συνάφειας της επιχειρήσεως του με το αντικείμενο εργασιών της ανωτέρω εταιρίας συνεργάσθηκε για πρώτη φορά μαζί της τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001. Ο εκκαλών- κατηγορούμενος Χ2 πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εν λόγω εταιρίας και ως άτομο που διαχειριζόταν τα οικονομικά, που καθόριζε τις επιχειρηματικές της κινήσεις και είχε εν γένει τον έλεγχο αυτής (εταιρίας), εκμεταλλευόμενος την συνεργασία του με την επιχείρηση του εγκαλούντος και με σκοπό η εταιρία του να αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας συγχρόνως την περιουσία αυτού (εγκαλούντος), με υποδείξεις, συμβουλές, πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον συγκατηγορούμενό του Χ1, τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002, να επισκεφθεί τον εγκαλούντα και προβάλλοντας του ως πρόφαση το δήθεν ενδιαφέρον της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ" να συνεργαστεί στενότερα μαζί του προκειμένου να προωθήσει τα προϊόντα της στην περιοχή της ..., να του παραστήσει ψευδώς ότι η παραπάνω εταιρία, προκειμένου να τον βοηθήσει να αυξήσει τις πωλήσεις του και κατ' επέκταση και τις πωλήσεις και των δικών της προϊόντων, επροτίθετο να συστήσει μαζί του μία εταιρία με εταίρους αυτόν (εγκαλούντα) και την εταιρία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ" με ποσοστά συμμετοχής ο μεν πρώτος (εγκαλών) 49% επί του εταιρικού κεφαλαίου η δε δεύτερη (εταιρία) 51% έναντι αυτού. Σύμφωνα δε με τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου Χ1, η εν λόγω εταιρία θα είχε έδρα τη ..., εταιρικό κεφάλαιο 370.000,00 ευρώ και σκοπό την εμπορία και τη διανομή των εμπορευμάτων της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε." (καφέδες, ζάχαρη, τσάι). Ο ανωτέρω κατηγορούμενος, συνεχίζοντας την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών προς τον εγκαλούντα, δήλωσε προς αυτόν ότι με την σύσταση της νέας εταιρίας επρόκειτο να τον προμηθεύσει με δύο φορτηγά καθώς και οδηγούς - πωλητές, οι οποίοι επρόκειτο να προωθήσουν τα εμπορεύματα της στην αγορά της ... και της ..., η δε κυρία μέτοχος της υπό ίδρυση εταιρίας με την επωνυμία "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε." επρόκειτο να καταβάλει αφενός μεν το απαιτούμενο κεφάλαιο για την αγορά των φορτηγών και αφετέρου δε να πλήρωνε τους πωλητές που επρόκειτο να χρειασθεί η υπό ίδρυση εταιρία για την ... και τη ..., ενώ ο εγκαλών επρόκειτο να προσφέρει μόνο στην εταιρία την εμπορική πελατεία που είχε αποκτήσει στην ... και στη .... Προκειμένου δε να πεισθεί ο εγκαλών για την δήθεν συνεργασία τους, του παρέστησε ψευδώς, ότι η εταιρία τους "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε.", ήταν δήθεν μία ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση, με μεγάλο κύκλο εργασιών και κέρδη εκατομμυρίων ευρώ, δηλώνοντας του ότι οι ίδιοι ήταν ιδιαίτερα φερέγγυα άτομα, με κύρος και ιδιαίτερα ευκατάστατοι. Επιπλέον, του δήλωσε ότι ενόψει του καλοκαιριού έπρεπε να οργανωθούν άμεσα για την σύσταση της δήθεν "εταιρίας τους" δηλώνοντας του, ότι μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 2002 έπρεπε έστω και "ανεπίσημα" να λειτουργήσουν στην ... την "εταιρία διανομών" και να έχει άμεσα στη διάθεση του δύο φορτηγά αυτοκίνητα και δύο οδηγούς - πωλητές της εταιρίας τους "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε.", οι οποίοι επρόκειτο να πληρωθούν από αυτή. Και αυτό, διότι, όπως του δήλωσε, η σύσταση της εταιρίας τους επρόκειτο να αργήσει λίγο αφού για να συμμετάσχει η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΝTΙΠAN A.E." σε άλλη εταιρία με ομοειδή σκοπό έπρεπε να έχει τη σύμφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της. Όμως, για να άρχιζε όλη αυτή η διαδικασία ήτοι να έρχονταν τα φορτηγά της νέας εταιρίας, να προσλαμβάνονταν οι καινούργιοι υπάλληλοι και να γέμιζαν τις αποθήκες τους με εμπορεύματα, τα οποία θα διακινούσαν αρχικά στο όνομα του εγκαλούντος και εν συνεχεία στο όνομα της δήθεν συσταθείσας εταιρίας τους, έπρεπε οι κατηγορούμενοι να "κατοχυρώνονταν" για την πιστή τήρηση των υποχρεώσεων του απέναντι της εταιρίας τους, αφού αυτοί θα έβαζαν τα κεφάλαια για τη λειτουργία της μεταξύ τους εταιρίας. Η κατοχύρωση λοιπόν της εταιρίας και των κατηγορουμένων θα γινόταν με την παράδοση επιταγών, ως εγγύηση, εκδόσεως του εγκαλούντος, συνολικής αξίας 180.500,00 ευρώ, για τις οποίες ο κατηγορούμενος Χ1, κατόπιν συμβουλών και υποδείξεων του συγκατηγορουμένου του Χ2, του παρέστησε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας ότι δεν επρόκειτο να τις κυκλοφορήσουν και ότι δήθεν δίνονταν μόνο προς "διασφάλιση" αυτών και της εταιρίας τους "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε.", για την μεταξύ τους συνεργασία μέχρι τη σύσταση της εταιρίας τους, και στη συνέχεια επρόκειτο να τις επιστρέψουν σ' αυτόν στην κατάσταση που τις είχε παραδώσει. Εν όψει της ανωτέρω συμφωνίας τους, η οποία επικυρώθηκε με τη σύναψη του μεταξύ τους από 5-2-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού και πεισθείς από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, ο εγκαλών εξέδωσε σε διαταγή της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε." στον προαναφερόμενο κατηγορούμενο είκοσι (20) επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, πληρωτέες από τον με αριθμό ... λογαριασμό του στην εν λόγω τράπεζα, και συγκεκριμένα τις κάτωθι επιταγές : 1) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 20-4-2002, ποσού 12.590,00 ευρώ, 2) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 24-4-2002, ποσού 3.521,64 ευρώ, 3) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 24-4-2002, ποσού 3.521,64 ευρώ, 4) την υπ' αριθμ. ...με ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2002, ποσού 3.522,00 ευρώ, 5) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 25-5-2002, ποσού 2.010,00 ευρώ, 6) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 20-5-2002, ποσού 20.200,00 ευρώ, 7) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης 20-6-2002, ποσού 10.100,00 ευρώ, 8) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 20-7-2002, ποσού 10.100,00 ευρώ, 9) την υπ' αριθμ. 10217300-1 με ημερομηνία έκδοσης την 20-7-2002, ποσού 24.650,00 ευρώ, 10) την υπ' αριθμ. ...με ημερομηνία έκδοσης την 15-8-2002, ποσού 13.685,00 ευρώ, 11) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 15-8-2002, ποσού 14.171,00 ευρώ, 12) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 10-10-2002, ποσού 20.200,00 ευρώ, 13) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 30-9-2002, ποσού 10.100,00 ευρώ, 14) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 10-9-2002, ποσού 15.080,00 ευρώ, 15) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 30-10-2002, ποσού 24.650,00 ευρώ, 16) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 26-5-2002, ποσού 2.500,00 ευρώ, 17) τις υπ' αριθμ...., αγνώστων λοιπών "αριθμητικών στοιχείων λευκές επιταγές που παραδόθηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, μόνο με την υπογραφή και τη σφραγίδα του εγκαλούντος και 18) την υπ' αριθμ. ..., λευκή επιταγή, που παραδόθηκε στον ανωτέρω κατηγορούμενο, μόνο με την υπογραφή και τη σφραγίδα του εγκαλούντος. Όταν παρελήφθησαν οι παραπάνω επιταγές από τον κατηγορούμενο Χ1, ο εγκαλών έλαβε από μέρους του την ψευδή διαβεβαίωση ότι επρόκειτο να ξεκινήσει άμεσα έστω και ατύπως η συνεργασία τους, αποστέλλοντας του αμέσως μετά το Πάσχα του έτους 2002 δύο φορτηγά αυτοκίνητα που επρόκειτο να κάνουν τη διανομή των εμπορευμάτων τους καθώς και δύο οδηγούς- πωλητές, οι οποίοι επρόκειτο να προωθήσουν τα εμπορεύματα της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε." στην αγορά της ... και της ... στους πελάτες που ούτος (εγκαλών) θα τους υπεδείκνυε. Όμως, η συνεργασία αυτή δεν ξεκίνησε ποτέ και η εταιρία αυτή δεν συστάθηκε ποτέ, ενώ τις πιο πάνω επιταγές που παρέλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος από τον εγκαλούντα ως εγγύηση, τις παρέδωσε στον συγκατηγορούμενό του Χ2, ο οποίος παρά τα μεταξύ του εγκαλούντος και πρώτου κατηγορουμένου ως άνω συμφωνηθέντα, τις κυκλοφόρησε σε τρίτους, καλύπτοντας με αυτές άλλες οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρίας με την επωνυμία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ". Επιπλέον, η ανωτέρω υπ' αριθμ. ... λευκή επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία ... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικού γραφολόγου ..., συμπληρώθηκε καθ' όλα τα λοιπά στοιχεία της από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, χωρίς ο εγκαλών να έχει γνώση για την συμπλήρωση των στοιχείων αυτής ούτε καν του ποσού και χωρίς καμία προηγουμένη συμφωνία. Ειδικότερα, ανέγραψε σ' αυτήν ημερομηνία έκδοσης 30-12-2002, ποσό 128.456,00-ευρώ, σε διαταγή "DIPAN ΑΕΒΕ" και την παρέδωσε και αυτή στον συγκατηγορούμενό του Χ2, ο οποίος γνωρίζοντας ότι είχε συμπληρωθεί από τον παραπάνω κατηγορούμενο, χωρίς προηγουμένως να ερωτηθεί ή να συναινέσει προς τούτο ο εγκαλών, διά οπισθογραφήσεως την μεταβίβασε στην ALPHA δορυφορική, τηλεόραση Α.Ε., ως αμοιβή για τις διαφημίσεις που έκανε η εταιρία ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε.Β.Ε. στο πιο πάνω τηλεοπτικό δορυφορικό κανάλι, η οποία όμως δεν την αποδέχθηκε, θέλοντας προφανώς επιταγή εκδόσεως της ως άνω εταιρίας, με αποτέλεσμα η επιταγή αυτή να επιστραφεί στον εγκαλούντα από τον κατηγορούμενο Χ1. Όπως αποδείχθηκε λοιπόν, όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα ήταν ψευδή, εν γνώσει δε της αναληθείας τους τα παρέστησε ο πρώτος κατηγορούμενος στον εγκαλούντα, μετά από προτροπές, παραινέσεις, υποδείξεις, πειθώ και φορτικότητα του δευτέρου κατηγορουμένου, καθώς ούτε οικονομικά ευκατάστατοι και φερέγγυοι ήταν, ούτε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "NTlΠAN A.E.", ήταν φερέγγυα και ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση με μεγάλο κύκλο εργασιών και κέρδη εκατομμυρίων ευρώ, δοθέντος μάλιστα ότι η παραπάνω εταιρία την21-12-2002 έπαυσε τις πληρωμές της και κατόπιν κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμ. 872/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ούτε η ως άνω εταιρία ενδιαφερόταν να συστήσει με τον εγκαλούντα άλλη εταιρία, με αντικείμενο εργασιών την εμπορία και τη διανομή των εμπορευμάτων της "NTlΠAN A.E.", με έδρα τη ... και εταιρικό κεφάλαιο 370.000,00 ευρώ, στην οποία εταιρία το 49% του εταιρικού κεφαλαίου θα κατείχε ο εγκαλών και το 51% η εταιρία "NTlΠAN A.E.", καταβάλλοντος το απαιτούμενο κεφάλαιο της προς ίδρυση εταιρίας η προαναφερομένη εταιρία, ενώ ο εγκαλών δεν επρόκειτο να καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό, αλλά να εισφέρει μόνο την εργασία του και την εμπορική του πελατεία στην ... και τη ... ενόψει της θερινής περιόδου του έτους 2002 και εκ του λόγου ότι έπρεπε να αρχίσει άμεσα η σύσταση και η οργάνωση της υπό ίδρυση εταιρίας και μάλιστα μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2002, η εταιρία "NTlΠAN A.E." επρόκειτο να διαθέσει άμεσα στον εγκαλούντα με δικά της έξοδα, δύο φορτηγά αυτοκίνητα, δύο οδηγούς-πωλητές και εμπορεύματα, προκειμένου να αρχίσει η εμπορική δραστηριότητα της υπό ίδρυση εταιρίας στο .... Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, εκ των οποίων όσες ανάγονταν στο μέλλον συνοδεύονταν από ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις αναφερομένων στο παρελθόν και παρόν γεγονότων (περί της ιδιαίτερα κερδοφόρας επιχείρησης με μεγάλο κύκλο εργασιών και κέρδη εκατομμυρίων ευρώ), ενώ και η ψευδής διαβεβαίωση περί του μελλοντικού γεγονότος της συστάσεως μεταξύ του εγκαλούντος και της εταιρίας που εκπροσωπούσαν οι κατηγορούμενοι νέας εταιρίας στην οποία αποκλειστικά η εταιρία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ" θα κάλυπτε το κεφάλαιο και θα προσέφερε όλη την απαιτούμενη υλικοτεχνική υποδομή, όπως εκτίθεται πιο πάνω, θα πρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση να θεωρείται, εξετάζεται και αξιολογείται σε συνάρτηση με το αντικειμενικό γεγονός της ύπαρξης της οικονομικής δυνατότητας της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ" να καταβάλει το απαιτούμενο κεφάλαιο καθώς και της κατάλληλης προετοιμασίας και υποδομής εντός αυτής προκειμένου να αναλάβει τις υπεσχημένες από τον πρώτο κατηγορούμενο προς τον εγκαλούντα υποχρεώσεις, παρέπεισε ο εν λόγω κατηγορούμενος τον εγκαλούντα, ο οποίος του κατέβαλε τις παραπάνω επιταγές, που ενσωμάτωναν τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, αποκομίζοντας έτσι η εταιρία "ΝΤΙΠΑΝ AEBE" παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο εξαρχής αποσκοπούσαν, με αντίστοιχη ζημία αυτού, η οποία προκλήθηκε κατά άμεσο τρόπο στην περιουσία του και ανέρχεται συνολικά στο χρηματικό ποσό των 190.601,28 ευρώ, ενώ αν ούτος γνώριζε την αληθή των πραγμάτων κατάσταση δεν θα προέβαινε στην καταβολή των ανωτέρω ποσών. Εξ όλων των προαναφερομένων συνάγεται, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, εκτελώντας ένα καλά οργανωμένο σχέδιο από τον συγκατηγορούμενό του Χ2 και κατόπιν των υποδείξεων, συμβουλών, προτροπών και παραινέσεων αυτού, ήταν αυτός που μόνος, με ψευδείς παραστάσεις έπεισε τον εγκαλούντα να του καταβάλει τις πιο πάνω επιταγές που ενσωμάτωναν τα παραπάνω ποσά και τα οποία καρπώθηκε η εταιρία "NTlΠAN AEBE", αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος, ως εξαρχής σκόπευαν. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υφίσταται συναυτουργική δράση του δευτέρου κατηγορούμενου στην εγκληματική δραστηριότητα του πρώτου εξ αυτών, καθόσον ούτος δεν προέβη ο ίδιος σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών προς τον εγκαλούντα, όπως έπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος, καθώς επίσης από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ήρθε σε επικοινωνία με τον εγκαλούντα. Ειδικότερα, αυτό προκύπτει τόσο από την με ημερομηνία 5-2-2008 ένορκη κατάθεση του εγκαλούντος ενώπιον του 2ου Ανακριτή Χαλκίδας, που δήλωσε ότι τον κατηγορούμενο Χ2 τον είδε για πρώτη φορά πριν ενάμιση μήνα, ήτοι αρχές του έτους 2008 στα Δικαστήρια των Αθηνών, όσο και από την έγκληση του, στην οποία αναφέρει ότι τις ψευδείς παραστάσεις τις δέχτηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο στον οποίο αναφέρει ότι παρέδωσε και τις επιταγές που εξέδωσε, ενώ στο σημείο που χρησιμοποιεί τρίτο πληθυντικό αναφερόμενος και στους δύο κατηγορούμενους είναι προφανές ότι αναφέρεται στον κοινό τους δόλο και στο σκοπό τους να αποκτήσει η εταιρία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ" παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία του, στοιχείο όμως που δεν αρκεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω για την ύπαρξη συναυτουργικής δράσης. Ενισχυτική προς τούτο, είναι και η από 22-6-2008 ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Φ ενώπιον του 2ου Ανακριτή Χαλκίδας, η οποία καταθέτει ότι όλες οι παραπάνω ψευδείς παραστάσεις, μερικές εκ των οποίων πραγματοποιήθηκαν και ενώπιον της, έγιναν από τον κατηγορούμενο Χ1 προς τον εγκαλούντα (βλ. σχετ. κατάθεση). Όμως, είναι εναργής και ο ρόλος του δεύτερου κατηγορουμένου Χ2 ως του ατόμου που είχε σχεδιάσει το προαναφερόμενο εγκληματικό σχέδιο και στο οποίο ενέπλεξε και τον πρώτο κατηγορούμενο, καθώς ούτος ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν τα οικονομικά θέματα της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ", ενέκρινε όλες τις συναλλαγές αυτής και καθόριζε την οικονομική της πορεία, και στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν και το άτομο, στο οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε τις επιταγές που έλαβε από τον εγκαλούντα και αυτός ο οποίος έθεσε την υπογραφή του για την περαιτέρω κυκλοφορία των επιταγών αυτών. Επίσης, ήταν αυτός που υπέγραψε και το από 20-6-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό εκ μέρους της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ" και το οποίο αφορούσε στην επιστροφή μέρους των ανωτέρω επιταγών στον εγκαλούντα από την εταιρία αυτή και στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι οι επιταγές αυτές είχαν δοθεί από τον εγκαλούντα στην ως άνω εταιρία ως εγγύηση για τη σύσταση της μεταξύ τους εταιρίας. Εξάλλου, και ο πρώτος κατηγορούμενος στο από 14-2-2008 απολογητικό του υπόμνημα στον ανωτέρω Ανακριτή Χαλκίδας αναφέρει "... και αφού διαβάστηκε στον Χ2 αυτός το υπέγραψε και στη συνέχεια μου ζήτησε να συναντηθώ με τον μηνυτή και να το υπογράψει και αυτός. Πράγματι αυτή η συνάντηση έγινε και ο μηνυτής υπέγραψε. Κθ' υπόδειξη μάλιστα του Χ2στην συνάντηση αυτή συμπλήρωσα το χειρόγραφο κείμενο το οποίο μου είχε υποδείξει ο Χ2, όπως ακριβώς μου το είχε υποδείξει. Λίγους μήνες αργότερα ο Χ2 λακωνικά μου ανέφερε ότι η ιστορία με τον Ζ κατηγορούμενος Χ2 ήταν το πρόσωπο εκείνο που είχε τον πρώτο λόγο στις υποθέσεις της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ" και διαχειριζόταν τα οικονομικά αυτής, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος ακολουθούσε τις εντολές και υποδείξεις του και ενεργούσε σύμφωνα πάντα με αυτές. Οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι ενώπιον του ανωτέρω Ανακριτή Χαλκίδας αρνήθηκαν γενικά τις σε βάρος τους κατηγορίες και ισχυρίσθηκαν ότι ουδεμία αξιόποινη πράξη διέπραξαν. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 ισχυρίσθηκε αφενός μεν ότι δεν είχε την καταστατική εκπροσώπηση και διαχείριση των εταιριών "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ" και "ΝΤΟΛΤΣΕ ΕΠΕ" και ως εκ του γεγονότος αυτού δεν είχε και τη δυνατότητα να έρχεται σε διαπραγματεύσεις με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για επιχειρηματικές- εταιρικές συμφωνίες, αφετέρου δε ότι οι επιταγές που εκδόθηκαν από τον εγκαλούντα προς την εταιρία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ", αφορούσαν σε εμπορεύματα που είχε προμηθευθεί πράγματι απ' αυτή και σε καμία περίπτωση δεν δόθηκαν ως εγγύηση για μελλοντική τους συνεργασία. Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, καθώς το γεγονός ότι ο πρώτος ο κατηγορούμενος δεν είχε την καταστατική εκπροσώπηση και διαχείριση των ανωτέρω εταιριών, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται άνευ ετέρου, όπως και εν προκειμένω συνέβη, η πιθανότητα να εμφανίζεται ενώπιον κάποιου προσώπου και να του παρουσιάζει ψευδή γεγονότα ως αληθινά με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ούτε φυσικά αποκλείει τη δυνατότητα αυτού να νοθεύσει κάποιο έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες και να αποκτήσει ο ίδιος ή άλλος περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ενώ και ο ισχυρισμός περί πραγματικής οφειλής του εγκαλούντος και ανυπαρξίας συμφωνίας περί παραδόσεως των ανωτέρω επιταγών ως εγγύηση, δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο ικανό να αντικρούσει και ανατρέψει τα πιο πάνω αναφερθέντα. Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίσθηκε ότι και αυτός εξαπατήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος είχε, κατά τους ισχυρισμούς του πάντα, την αποκλειστική διαχείριση και εκπροσώπηση των παραπάνω εταιριών και έκλεινε όλες τις συμφωνίες αυτών των εταιριών με άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα, χωρίς ο ίδιος να έχει την παραμικρή ανάμιξη και χωρίς φυσικά να γνωρίζει την παραβατική αυτή συμπεριφορά του. Όμως, δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο ικανό να αποδείξει την αλήθεια των ισχυρισμών του, ενώ δεν παρέχει και καμία ικανοποιητική εξήγηση που να ανατρέπει τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, καθιστώντας έτσι τους ισχυρισμούς του ανεπαρκείς και αβάσιμους. Επίσης, ο ίδιος ως άνω κατηγορούμενος στην έκθεση εφέσεώς του ισχυρίζεται ότι ο τεχνικός του σύμβουλος-ειδικός δικαστικός γραφολόγος ..., έχει αποκλείσει εντελώς το ενδεχόμενο η υπογραφή στη φερομένη ως πλαστή υπ' αριθμ. ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, να έχει τεθεί από αυτόν (κατηγορούμενο). Όμως, ο παραπάνω τεχνικός σύμβουλος, ο οποίος διορίσθηκε από τον κατηγορούμενο, με την από 16-3-2008 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων- κριτικής και αξιολόγησης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, εκφράζει απλώς την γνώμη του σχετικά με την από 27-2-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου ..., που διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 7/2008 Διάταξη του 2ου Ανακριτή Χαλκίδας, χωρίς φυσικά να επικαλείται κάποιο ικανοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο που να μπορεί να ανατρέψει όσα η ως άνω γραφολόγος επικαλείται στην πιο πάνω γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι διορισμός ετέρου πραγματογνώμονος δεν είναι αναγκαίος, καθόσον η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της παραπάνω δικαστικής γραφολόγου κρίνεται επαρκής και αιτιολογημένη, χωρίς να αφήνει κενά που να χρειάζονται συμπληρώσεως. Επιπλέον, ο ίδιος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας συνήλθε για να αποφανθεί σχετικά με το εκκαλούμενο βούλευμα παρουσία του Αντεισαγγελέα Κων/νου Σπυρόπουλου, χωρίς φυσικά να αποχωρήσει, ως όφειλε, με αποτέλεσμα η παραμονή του κατά τη λήψη της απόφασης να συνιστά απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1α του Κ.Π.Δ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται κάποιο περιστατικό ή αποδεικτικό στοιχείο που να προκύπτει ότι ο ανωτέρω Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών δεν αποχώρησε από το Δικαστικό Συμβούλιο κατά τη λήψη της απόφασης ή και σε περίπτωση που είχε παραμείνει για λίγο διάστημα ότι εγένετο λόγος για την εν λόγω υπόθεση, και επομένως ο_ισχυρισμός του είναι έωλος και παντελώς αβάσιμος. Ακόμη, ο πιο πάνω κατηγορούμενος με την έκθεση έφεσης του ζητεί να απαλλαγεί από τις εις βάρος του κατηγορίες και κατ' επέκταση να αρθεί ο σε βάρος του επιβληθείς περιοριστικός όρος της εμφάνισης του άπαξ κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του, πλην όμως, παρέλκει η αναφορά στην άρση του εν λόγω περιοριστικού όρου. καθόσον τούτο αναφέρεται σε συνάρτηση με την απαλλαγή του. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε και την κυρία ανάκριση που ακολούθησε, σχετικά με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες αξιόποινες πράξεις και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο. Ορθώς δε ερμήνευσε και εφάρμοσε ακόμη τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 386§§3β'και 1, 216§ 3α, 2 και 1, 46§1α και 94§1 Π.Κ. που προβλέπουν και τιμωρούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες παραπέμπονται να δικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού αναφέρονται στο βούλευμα οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στις ουσιαστικές αυτές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Ακόμη με την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το Συμβούλιο το αίτημα που υπέβαλε ο αναιρεσείων Χ1 με την υπ' αριθ. 4/2009 έφεσή του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του. Επίσης αιτιολογημένα απέρριψε το Συμβούλιο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Χ2 για απόλυτη ακυρότητα που εχώρησε κατά την ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, συνισταμένη στο γεγονός ότι στο βούλευμα του Συμβουλίου αυτού δεν αναφέρεται ότι απεχώρησε κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου, αμέσως μετά την πρότασή του ο προτείνας εισαγγελέας, δεχθέν ότι ο αναιρεσείων αυτός "δεν επικαλείται κάποιο περιστατικό ή αποδεικτικό στοιχείο που να προκύπτει ότι ο ανωτέρω εισαγγελέας Πρωτοδικών δεν αποχώρησε από το Δικαστικό Συμβούλιο κατά την λήψη της απόφασης ή σε περίπτωση που είχε παραμείνει για λίγο διάστημα ότι εγένετο λόγος για την εν λόγω υπόθεση...". Είναι δε εμφανές εν προκειμένω ότι η μη μνεία στο βούλευμα της αποχώρησης του προτείνοντος εισαγγελέως οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού ουδέν αναφέρεται στο βούλευμα πέραν του περιεχομένου της προτάσεως του Εισαγγελέως αυτού. Ακόμη αβάσιμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων Χ2 ότι η παραπομπή του να δικασθεί για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις στηρίχθηκε μόνο στην απολογία του συγκατηγορουμένου του, αφού στο προσβαλλόμενο βούλευμα μνημονεύονται και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα στα οποία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στήριξε την παραπομπή του. Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων, είναι αβάσιμες στην ουσία τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω : Να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν κατ' ουσία οι υπ' αριθ. 200/27-10-2009 και 201/29-10-2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατά του υπ' αριθ. 1489/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 10-12-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ".
Αφού άκουσε την ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι υπ' αριθ. 200/ 27-10-2009 και 201/ 29-10-2009 αιτήσεις των κατηγορουμένων Χ1, κατοίκου ... και Χ2, κατοίκου ... για αναίρεση του 1489/ 2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν.2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)
ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει αν είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 216 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και ο ηθικός αυτουργός, εκείνος δηλαδή ο οποίος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που αυτός διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία πρόκληση μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με την πειθώ, φορτικότητα, απειλή, υπόσχεση αμοιβής κλπ, β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το 1/ 2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για τα κακουργήματα, ο πρώτος α) της απάτης με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της πλαστογραφίας με σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 73.000 ευρώ, ο δε δεύτερος α) της ηθικής αυτουργίας σε απάτη με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της χρήσης πλαστού εγγράφου με σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 73.000 ευρώ. Μετά από εφέσεις των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1489/ 2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις τους κατ' ουσίαν και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών με δικές τους σκέψεις και επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχθηκε ανελέγκτως ότι "ο εγκαλών Ζ ασχολείτο επαγγελματικά με την εμπορία καφέ, ζαχαρωδών και παγωτών, διατηρώντας προς τούτο πρατήριο πωλήσεως των πιο πάνω εμπορευμάτων στη .... Τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2001, η εταιρία με την επωνυμία ... ΕΠΕ", που μεταξύ άλλων είχε ως αντικείμενο εργασίας και την εμπορία ειδών σοκολατοποιΐας, ζαχαροπλαστικής, πρώτων υλών και εποχιακών ειδών αυτών και στην οποία αργαζόταν ως υπεύθυνος για την διαφήμιση και την διάθεση των προϊόντων και υποπροϊόντων καφέ που θα παρήγαγε η ως άνω εταιρία, ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1, αμειβόμενος με μηνιαία αποζημίωση και ποσοστά επί των κερδών της διακίνησης και εμπορίας των προϊόντων καφέ, απέκτησε την πλειοψηφία .των μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ", της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος διατηρούσε την θέση του αυτή και μετά αυτή την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της προαναφερομένης εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ" (βλ. σχετ. Φ.Ε.Κ.). Ο εγκαλών, λόγω της συνάφειας της επιχειρήσεως του με το αντικείμενο εργασιών της ανωτέρω εταιρίας συνεργάσθηκε για πρώτη φορά μαζί της τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001. Ο εκκαλών- κατηγορούμενος Χ2 πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εν λόγω εταιρίας και ως άτομο που διαχειριζόταν τα οικονομικά, που καθόριζε τις επιχειρηματικές της κινήσεις και είχε εν γένει τον έλεγχο αυτής (εταιρίας), εκμεταλλευόμενος την συνεργασία του με την επιχείρηση του εγκαλούντος και με σκοπό η εταιρία του να αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας συγχρόνως την περιουσία αυτού (εγκαλούντος), με υποδείξεις, συμβουλές, πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον συγκατηγορούμενό του Χ1, τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002, να επισκεφθεί τον εγκαλούντα και προβάλλοντας του ως πρόφαση το δήθεν ενδιαφέρον της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ" να συνεργαστεί στενότερα μαζί του προκειμένου να προωθήσει τα προϊόντα της στην περιοχή της ..., να του παραστήσει ψευδώς ότι η παραπάνω εταιρία, προκειμένου να τον βοηθήσει να αυξήσει τις πωλήσεις του και κατ' επέκταση και τις πωλήσεις και των δικών της προϊόντων, επροτίθετο να συστήσει μαζί του μία εταιρία με εταίρους αυτόν (εγκαλούντα) και την εταιρία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ" με ποσοστά συμμετοχής ο μεν πρώτος (εγκαλών) 49% επί του εταιρικού κεφαλαίου η δε δεύτερη (εταιρία) 51% έναντι αυτού. Σύμφωνα δε με τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου Χ1, η εν λόγω εταιρία θα είχε έδρα τη ..., εταιρικό κεφάλαιο 370.000,00 ευρώ και σκοπό την εμπορία και τη διανομή των εμπορευμάτων της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε." (καφέδες, ζάχαρη, τσάι). Ο ανωτέρω κατηγορούμενος, συνεχίζοντας την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών προς τον εγκαλούντα, δήλωσε προς αυτόν ότι με την σύσταση της νέας εταιρίας επρόκειτο να τον προμηθεύσει με δύο φορτηγά καθώς και οδηγούς - πωλητές, οι οποίοι επρόκειτο να προωθήσουν τα εμπορεύματα της στην αγορά της ... και της ..., η δε κυρία μέτοχος της υπό ίδρυση εταιρίας με την επωνυμία "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε." επρόκειτο να καταβάλει αφενός μεν το απαιτούμενο κεφάλαιο για την αγορά των φορτηγών και αφετέρου δε να πλήρωνε τους πωλητές που επρόκειτο να χρειασθεί η υπό ίδρυση εταιρία για την... και τη ..., ενώ ο εγκαλών επρόκειτο να προσφέρει μόνο στην εταιρία την εμπορική πελατεία που είχε αποκτήσει στην ... και στη .... Προκειμένου δε να πεισθεί ο εγκαλών για την δήθεν συνεργασία τους, του παρέστησε ψευδώς, ότι η εταιρία τους "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε.", ήταν δήθεν μία ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση, με μεγάλο κύκλο εργασιών και κέρδη εκατομμυρίων ευρώ, δηλώνοντας του ότι οι ίδιοι ήταν ιδιαίτερα φερέγγυα άτομα, με κύρος και ιδιαίτερα ευκατάστατοι. Επιπλέον, του δήλωσε ότι ενόψει του καλοκαιριού έπρεπε να οργανωθούν άμεσα για την σύσταση της δήθεν "εταιρίας τους" δηλώνοντας του, ότι μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 2002 έπρεπε έστω και "ανεπίσημα" να λειτουργήσουν στην ... την "εταιρία διανομών" και να έχει άμεσα στη διάθεση του δύο φορτηγά αυτοκίνητα και δύο οδηγούς - πωλητές της εταιρίας τους "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε.", οι οποίοι επρόκειτο να πληρωθούν από αυτή. Και αυτό, διότι, όπως του δήλωσε, η σύσταση της εταιρίας τους επρόκειτο να αργήσει λίγο αφού για να συμμετάσχει η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΝTΙΠAN A.E." σε άλλη εταιρία με ομοειδή σκοπό έπρεπε να έχει τη σύμφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της. Όμως, για να άρχιζε όλη αυτή η διαδικασία ήτοι να έρχονταν τα φορτηγά της νέας εταιρίας, να προσλαμβάνονταν οι καινούργιοι υπάλληλοι και να γέμιζαν τις αποθήκες τους με εμπορεύματα, τα οποία θα διακινούσαν αρχικά στο όνομα του εγκαλούντος και εν συνεχεία στο όνομα της δήθεν συσταθείσας εταιρίας τους, έπρεπε οι κατηγορούμενοι να "κατοχυρώνονταν" για την πιστή τήρηση των υποχρεώσεων του απέναντι της εταιρίας τους, αφού αυτοί θα έβαζαν τα κεφάλαια για τη λειτουργία της μεταξύ τους εταιρίας. Η κατοχύρωση λοιπόν της εταιρίας και των κατηγορουμένων θα γινόταν με την παράδοση επιταγών, ως εγγύηση, εκδόσεως του εγκαλούντος, συνολικής αξίας 180.500,00 ευρώ, για τις οποίες ο κατηγορούμενος Χ1, κατόπιν συμβουλών και υποδείξεων του συγκατηγορουμένου του Χ2, του παρέστησε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας ότι δεν επρόκειτο να τις κυκλοφορήσουν και ότι δήθεν δίνονταν μόνο προς "διασφάλιση" αυτών και της εταιρίας τους "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε.", για την μεταξύ τους συνεργασία μέχρι τη σύσταση της εταιρίας τους, και στη συνέχεια επρόκειτο να τις επιστρέψουν σ' αυτόν στην κατάσταση που τις είχε παραδώσει. Εν όψει της ανωτέρω συμφωνίας τους, η οποία επικυρώθηκε με τη σύναψη του μεταξύ τους από 5-2-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού και πεισθείς από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, ο εγκαλών εξέδωσε σε διαταγή της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε." στον προαναφερόμενο κατηγορούμενο είκοσι (20) επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, πληρωτέες από τον με αριθμό ... λογαριασμό του στην εν λόγω τράπεζα, και συγκεκριμένα τις κάτωθι επιταγές : 1) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 20-4-2002, ποσού 12.590,00 ευρώ, 2) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 24-4-2002, ποσού 3.521,64 ευρώ, 3) την υπ' αριθμ. .... με ημερομηνία έκδοσης την 24-4-2002, ποσού 3.521,64 ευρώ, 4) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2002, ποσού 3.522,00 ευρώ, 5) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 25-5-2002, ποσού 2.010,00 ευρώ, 6) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 20-5-2002, ποσού 20.200,00 ευρώ, 7) την υπ' αριθμ.... με ημερομηνία έκδοσης 20-6-2002, ποσού 10.100,00 ευρώ, 8) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 20-7-2002, ποσού 10.100,00 ευρώ, 9) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 20-7-2002, ποσού 24.650,00 ευρώ, 10) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 15-8-2002, ποσού 13.685,00 ευρώ, 11) την υπ' αριθμ. ...με ημερομηνία έκδοσης την 15-8-2002, ποσού 14.171,00 ευρώ, 12) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 10-10-2002, ποσού 20.200,00 ευρώ, 13) την υπ' αριθμ.... με ημερομηνία έκδοσης την 30-9-2002, ποσού 10.100,00 ευρώ, 14) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 10-9-2002, ποσού 15.080,00 ευρώ, 15) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 30-10-2002, ποσού 24.650,00 ευρώ, 16) την υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης την 26-5-2002, ποσού 2.500,00 ευρώ, 17) τις υπ' αριθμ. ..., αγνώστων λοιπών "αριθμητικών στοιχείων λευκές επιταγές που παραδόθηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, μόνο με την υπογραφή και τη σφραγίδα του εγκαλούντος και 18) την υπ' αριθμ. ..., λευκή επιταγή, που παραδόθηκε στον ανωτέρω κατηγορούμενο, μόνο με την υπογραφή και τη σφραγίδα του εγκαλούντος. Όταν παρελήφθησαν οι παραπάνω επιταγές από τον κατηγορούμενο Χ1, ο εγκαλών έλαβε από μέρους του την ψευδή διαβεβαίωση ότι επρόκειτο να ξεκινήσει άμεσα έστω και ατύπως η συνεργασία τους, αποστέλλοντας του αμέσως μετά το Πάσχα του έτους 2002 δύο φορτηγά αυτοκίνητα που επρόκειτο να κάνουν τη διανομή των εμπορευμάτων τους καθώς και δύο οδηγούς - πωλητές, οι οποίοι επρόκειτο να προωθήσουν τα εμπορεύματα της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε." στην αγορά της ... στους πελάτες που ούτος (εγκαλών) θα τους υπεδείκνυε. Όμως, η συνεργασία αυτή δεν ξεκίνησε ποτέ και η εταιρία αυτή δεν συστάθηκε ποτέ, ενώ τις πιο πάνω επιταγές που παρέλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος από τον εγκαλούντα ως εγγύηση, τις παρέδωσε στον συγκατηγορούμενό του Χ2, ο οποίος παρά τα μεταξύ του εγκαλούντος και πρώτου κατηγορουμένου ως άνω συμφωνηθέντα, τις κυκλοφόρησε σε τρίτους, καλύπτοντας με αυτές άλλες οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρίας με την επωνυμία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ". Επιπλέον, η ανωτέρω υπ' αριθμ. ... λευκή επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία ... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικού γραφολόγου ..., συμπληρώθηκε καθ' όλα τα λοιπά στοιχεία της από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, χωρίς ο εγκαλών να έχει γνώση για την συμπλήρωση των στοιχείων αυτής ούτε καν του ποσού και χωρίς καμία προηγουμένη συμφωνία. Ειδικότερα, ανέγραψε σ' αυτήν ημερομηνία έκδοσης 30-12-2002, ποσό 128.456,00-ευρώ, σε διαταγή "DIPAN ΑΕΒΕ" και την παρέδωσε και αυτή στον συγκατηγορούμενό του Χ2, ο οποίος γνωρίζοντας ότι είχε συμπληρωθεί από τον παραπάνω κατηγορούμενο, χωρίς προηγουμένως να ερωτηθεί ή να συναινέσει προς τούτο ο εγκαλών, διά οπισθογραφήσεως την μεταβίβασε στην ALPHA δορυφορική, τηλεόραση Α.Ε., ως αμοιβή για τις διαφημίσεις που έκανε η εταιρία ΝΤΙΠΑΝ Α.Ε.Β.Ε. στο πιο πάνω τηλεοπτικό δορυφορικό κανάλι, η οποία όμως δεν την αποδέχθηκε, θέλοντας προφανώς επιταγή εκδόσεως της ως άνω εταιρίας, με αποτέλεσμα η επιταγή αυτή να επιστραφεί στον εγκαλούντα από τον κατηγορούμενο Χ1.
Όπως αποδείχθηκε λοιπόν, όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα ήταν ψευδή, εν γνώσει δε της αναληθείας τους τα παρέστησε ο πρώτος κατηγορούμενος στον εγκαλούντα, μετά από προτροπές, παραινέσεις, υποδείξεις, πειθώ και φορτικότητα του δευτέρου κατηγορουμένου, καθώς ούτε οικονομικά ευκατάστατοι και φερέγγυοι ήταν, ούτε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "NTlΠAN A.E.", ήταν φερέγγυα και ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση με μεγάλο κύκλο εργασιών και κέρδη εκατομμυρίων ευρώ, δοθέντος μάλιστα ότι η παραπάνω εταιρία την21-12-2002 έπαυσε τις πληρωμές της και κατόπιν κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμ. 872/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ούτε η ως άνω εταιρία ενδιαφερόταν να συστήσει με τον εγκαλούντα άλλη εταιρία, με αντικείμενο εργασιών την εμπορία και τη διανομή των εμπορευμάτων της "NTlΠAN A.E.", με έδρα τη ... και εταιρικό κεφάλαιο 370.000,00 ευρώ, στην οποία εταιρία το 49% του εταιρικού κεφαλαίου θα κατείχε ο εγκαλών και το 51% η εταιρία "NTlΠAN A.E.", καταβάλλοντος το απαιτούμενο κεφάλαιο της προς ίδρυση εταιρίας η προαναφερομένη εταιρία, ενώ ο εγκαλών δεν επρόκειτο να καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό, αλλά να εισφέρει μόνο την εργασία του και την εμπορική του πελατεία στην ... και τη ..., ούτε ενόψει της θερινής περιόδου του έτους 2002 και εκ του λόγου ότι έπρεπε να αρχίσει άμεσα η σύσταση και η οργάνωση της υπό ίδρυση εταιρίας και μάλιστα μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2002, η εταιρία "NTlΠAN A.E." επρόκειτο να διαθέσει άμεσα στον εγκαλούντα με δικά της έξοδα, δύο φορτηγά αυτοκίνητα, δύο οδηγούς-πωλητές και εμπορεύματα, προκειμένου να αρχίσει η εμπορική δραστηριότητα της υπό ίδρυση εταιρίας στο .... Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, εκ των οποίων όσες ανάγονταν στο μέλλον συνοδεύονταν από ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις αναφερομένων στο παρελθόν και παρόν γεγονότων (περί της ιδιαίτερα κερδοφόρας επιχείρησης με μεγάλο κύκλο εργασιών και κέρδη εκατομμυρίων ευρώ), ενώ και η ψευδής διαβεβαίωση περί του μελλοντικού γεγονότος της συστάσεως μεταξύ του εγκαλούντος και της εταιρίας που εκπροσωπούσαν οι κατηγορούμενοι νέας εταιρίας στην οποία αποκλειστικά η εταιρία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ" θα κάλυπτε το κεφάλαιο και θα προσέφερε όλη την απαιτούμενη υλικοτεχνική υποδομή, όπως εκτίθεται πιο πάνω, θα πρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση να θεωρείται, εξετάζεται και αξιολογείται σε συνάρτηση με το αντικειμενικό γεγονός της ύπαρξης της οικονομικής δυνατότητας της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ" να καταβάλει το απαιτούμενο κεφάλαιο καθώς και της κατάλληλης προετοιμασίας και υποδομής εντός αυτής προκειμένου να αναλάβει τις υπεσχημένες από τον πρώτο κατηγορούμενο προς τον εγκαλούντα υποχρεώσεις, παρέπεισε ο εν λόγω κατηγορούμενος τον εγκαλούντα, ο οποίος του κατέβαλε τις παραπάνω επιταγές, που ενσωμάτωναν τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, αποκομίζοντας έτσι η εταιρία "ΝΤΙΠΑΝ AEBE" παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο εξαρχής αποσκοπούσαν, με αντίστοιχη ζημία αυτού, η οποία προκλήθηκε κατά άμεσο τρόπο στην περιουσία του και ανέρχεται συνολικά στο χρηματικό ποσό των 190.601,28 ευρώ, ενώ αν ούτος γνώριζε την αληθή των πραγμάτων κατάσταση δεν θα προέβαινε στην καταβολή των ανωτέρω ποσών.
Εξ όλων των προαναφερομένων συνάγεται, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, εκτελώντας ένα καλά οργανωμένο σχέδιο από τον συγκατηγορούμενό του Χ2 και κατόπιν των υποδείξεων, συμβουλών, προτροπών και παραινέσεων αυτού, ήταν αυτός που μόνος, με ψευδείς παραστάσεις έπεισε τον εγκαλούντα να του καταβάλει τις πιο πάνω επιταγές που ενσωμάτωναν τα παραπάνω ποσά και τα οποία καρπώθηκε η εταιρία "NTlΠAN AEBE", αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος, ως εξαρχής σκόπευαν. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υφίσταται συναυτουργική δράση του δευτέρου κατηγορούμενου στην εγκληματική δραστηριότητα του πρώτου εξ αυτών, καθόσον ούτος δεν προέβη ο ίδιος σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών προς τον εγκαλούντα, όπως έπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος, καθώς επίσης από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ήρθε σε επικοινωνία με τον εγκαλούντα. Ειδικότερα, αυτό προκύπτει τόσο από την με ημερομηνία 5-2-2008 ένορκη κατάθεση του εγκαλούντος ενώπιον του 2ου Ανακριτή Χαλκίδας, που δήλωσε ότι τον κατηγορούμενο Χ2 τον είδε για πρώτη φορά πριν ενάμιση μήνα, ήτοι αρχές του έτους 2008 στα Δικαστήρια των Αθηνών, όσο και από την έγκληση του, στην οποία αναφέρει ότι τις ψευδείς παραστάσεις τις δέχτηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο στον οποίο αναφέρει ότι παρέδωσε και τις επιταγές που εξέδωσε, ενώ στο σημείο που χρησιμοποιεί τρίτο πληθυντικό αναφερόμενος και στους δύο κατηγορούμενους είναι προφανές ότι αναφέρεται στον κοινό τους δόλο και στο σκοπό τους να αποκτήσει η εταιρία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ" παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία του, στοιχείο όμως που δεν αρκεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω για την ύπαρξη συναυτουργικής δράσης. Ενισχυτική προς τούτο, είναι και η από 22-6-2008 ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Φ ενώπιον του 2ου Ανακριτή Χαλκίδας, η οποία καταθέτει ότι όλες οι παραπάνω ψευδείς παραστάσεις, μερικές εκ των οποίων πραγματοποιήθηκαν και ενώπιον της, έγιναν από τον κατηγορούμενο Χ1 προς τον εγκαλούντα (βλ. σχετ. κατάθεση). Όμως, είναι εναργής και ο ρόλος του δεύτερου κατηγορουμένου Χ2 ως του ατόμου που είχε σχεδιάσει το προαναφερόμενο εγκληματικό σχέδιο και στο οποίο ενέπλεξε και τον πρώτο κατηγορούμενο, καθώς ούτος ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν τα οικονομικά θέματα της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ", ενέκρινε όλες τις συναλλαγές αυτής και καθόριζε την οικονομική της πορεία, και στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν και το άτομο, στο οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε τις επιταγές που έλαβε από τον εγκαλούντα και αυτός ο οποίος έθεσε την υπογραφή του για την περαιτέρω κυκλοφορία των επιταγών αυτών. Επίσης, ήταν αυτός που υπέγραψε και το από 20-6-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό εκ μέρους της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ" και το οποίο αφορούσε στην επιστροφή μέρους των ανωτέρω επιταγών στον εγκαλούντα από την εταιρία αυτή και στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι οι επιταγές αυτές είχαν δοθεί από τον εγκαλούντα στην ως άνω εταιρία ως εγγύηση για τη σύσταση της μεταξύ τους εταιρίας. Εξάλλου, και ο πρώτος κατηγορούμενος στο από 14-2-2008 απολογητικό του υπόμνημα στον ανωτέρω Ανακριτή Χαλκίδας αναφέρει "... και αφού διαβάστηκε στον Χ2 αυτός το υπέγραψε και στη συνέχεια μου ζήτησε να συναντηθώ με τον μηνυτή και να το υπογράψει και αυτός. Πράγματι αυτή η συνάντηση έγινε και ο μηνυτής υπέγραψε. Καθ' υπόδειξη μάλιστα του Χ2 στην συνάντηση αυτή συμπλήρωσα το χειρόγραφο κείμενο το οποίο μου είχε υποδείξει ο Χ2, όπως ακριβώς μου το είχε υποδείξει. Λίγους μήνες αργότερα ο Χ2 λακωνικά μου ανέφερε ότι η ιστορία με τον Ζ έληξε. Πήρε πίσω όλες τις επιταγές". Από τις παραδοχές αυτές του πρώτου κατηγορουμένου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ2 ήταν το πρόσωπο εκείνο που είχε τον πρώτο λόγο στις υποθέσεις της εταιρίας "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕ" και διαχειριζόταν τα οικονομικά αυτής, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος ακολουθούσε τις εντολές και υποδείξεις του και ενεργούσε σύμφωνα πάντα με αυτές.
Οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι ενώπιον του ανωτέρω Ανακριτή Χαλκίδας αρνήθηκαν γενικά τις σε βάρος τους κατηγορίες και ισχυρίσθηκαν ότι ουδεμία αξιόποινη πράξη διέπραξαν. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 ισχυρίσθηκε αφενός μεν ότι δεν είχε την καταστατική εκπροσώπηση και διαχείριση των εταιριών "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ" και "ΝΤΟΛΤΣΕ ΕΠΕ" και ως εκ του γεγονότος αυτού δεν είχε και τη δυνατότητα να έρχεται σε διαπραγματεύσεις με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για επιχειρηματικές- εταιρικές συμφωνίες, αφετέρου δε ότι οι επιταγές που εκδόθηκαν από τον εγκαλούντα προς την εταιρία "ΝΤΙΠΑΝ ΑΕΒΕ", αφορούσαν σε εμπορεύματα που είχε προμηθευθεί πράγματι απ' αυτή και σε καμία περίπτωση δεν δόθηκαν ως εγγύηση για μελλοντική τους συνεργασία. Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, καθώς το γεγονός ότι ο πρώτος ο κατηγορούμενος δεν είχε την καταστατική εκπροσώπηση και διαχείριση των ανωτέρω εταιριών, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται άνευ ετέρου, όπως και εν προκειμένω συνέβη, η πιθανότητα να εμφανίζεται ενώπιον κάποιου προσώπου και να του παρουσιάζει ψευδή γεγονότα ως αληθινά με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ούτε φυσικά αποκλείει τη δυνατότητα αυτού να νοθεύσει κάποιο έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες και να αποκτήσει ο ίδιος ή άλλος περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ενώ και ο ισχυρισμός περί πραγματικής οφειλής του εγκαλούντος και ανυπαρξίας συμφωνίας περί παραδόσεως των ανωτέρω επιταγών ως εγγύηση, δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο ικανό να αντικρούσει και ανατρέψει τα πιο πάνω αναφερθέντα. Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίσθηκε ότι και αυτός εξαπατήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος είχε, κατά τους ισχυρισμούς του πάντα, την αποκλειστική διαχείριση και εκπροσώπηση των παραπάνω εταιριών και έκλεινε όλες τις συμφωνίες αυτών των εταιριών με άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα, χωρίς ο ίδιος να έχει την παραμικρή ανάμιξη και χωρίς φυσικά να γνωρίζει την παραβατική αυτή συμπεριφορά του. Όμως, δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο ικανό να αποδείξει την αλήθεια των ισχυρισμών του, ενώ δεν παρέχει και καμία ικανοποιητική εξήγηση που να ανατρέπει τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, καθιστώντας έτσι τους ισχυρισμούς του ανεπαρκείς και αβάσιμους. Επίσης, ο ίδιος ως άνω κατηγορούμενος στην έκθεση εφέσεώς του ισχυρίζεται ότι ο τεχνικός του σύμβουλος-ειδικός δικαστικός γραφολόγος ..., έχει αποκλείσει εντελώς το ενδεχόμενο η υπογραφή στη φερομένη ως πλαστή υπ' αριθμ.... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, να έχει τεθεί από αυτόν (κατηγορούμενο). Όμως, ο παραπάνω τεχνικός σύμβουλος, ο οποίος διορίσθηκε από τον κατηγορούμενο, με την από 16-3-2008 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων- κριτικής και αξιολόγησης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, εκφράζει απλώς την γνώμη του σχετικά με την από 27-2-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου ..., που διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 7/2008 Διάταξη του 2ου Ανακριτή Χαλκίδας, χωρίς φυσικά να επικαλείται κάποιο ικανοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο που να μπορεί να ανατρέψει όσα η ως άνω γραφολόγος επικαλείται στην πιο πάνω γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι διορισμός ετέρου πραγματογνώμονος δεν είναι αναγκαίος, καθόσον η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της παραπάνω δικαστικής γραφολόγου κρίνεται επαρκής και αιτιολογημένη, χωρίς να αφήνει κενά που να χρειάζονται συμπληρώσεως. Επιπλέον, ο ίδιος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας συνήλθε για να αποφανθεί σχετικά με το εκκαλούμενο βούλευμα παρουσία του Αντεισαγγελέα Κων/νου Σπυρόπουλου, χωρίς φυσικά να αποχωρήσει, ως όφειλε, με αποτέλεσμα η παραμονή του κατά τη λήψη της απόφασης να συνιστά απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1α του Κ.Π.Δ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται κάποιο περιστατικό ή αποδεικτικό στοιχείο που να προκύπτει ότι ο ανωτέρω Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών δεν αποχώρησε από το Δικαστικό Συμβούλιο κατά τη λήψη της απόφασης ή και σε περίπτωση που είχε παραμείνει για λίγο διάστημα ότι εγένετο λόγος για την εν λόγω υπόθεση, και επομένως ο ισχυρισμός του είναι έωλος και παντελώς αβάσιμος. Ακόμη, ο πιο πάνω κατηγορούμενος με την έκθεση έφεσης του ζητεί να απαλλαγεί από τις εις βάρος του κατηγορίες και κατ' επέκταση να αρθεί ο σε βάρος του επιβληθείς περιοριστικός όρος της εμφάνισης του άπαξ κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του, πλην όμως, παρέλκει η αναφορά στην άρση του εν λόγω περιοριστικού όρου. καθόσον τούτο αναφέρεται σε συνάρτηση με την απαλλαγή του. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άνω άρθρων που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως παρά των αναιρεσειόντων των εγκλημάτων που δι' αυτού τους αποδίδονται διαλαμβάνοντας τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αμφοτέρων των εγκλημάτων τούτων υπό την άνω κακουργηματική τους μορφή κατά επαρκή αιτιολογία. Περαιτέρω, υπό τα άνω γεγονότα εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής ενέργειας του πρώτου αναιρεσείοντος και της πλάνης του παθόντος εγκαλούντος ως και η μεταξύ της πλάνης του εγκαλούντος και της συμπεριφοράς του δια της μεταβιβάσεως των άνω επιταγών η οποία επέφερε σε αυτόν την αναφερόμενη περιουσιακή βλάβη ελεγχόμενης έτσι της περί τούτου αιτιάσεως του πρώτου αναιρεσείοντος ως αβασίμου. Περαιτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα με επαρκή αιτιολογία απέρριψε το αίτημα που υπέβαλε ο πρώτος ανατρεσείων με την έφεση του προς αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, διαλαμβάνοντας ότι "εφόσον οι ισχυρισμοί του με σαφήνεια εκτέθηκαν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και αναλυτικά αναπτύσσονται στην έφεση και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων αφού δεν υπάρχουν ασάφειες ως προς το νομικό και πραγματικό μέρος της βαρύνουσας αυτόν κατηγορίας". Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών αιτιολογημένα απέρριψε τον ισχυρισμό του δευτέρου αναιρεσείοντος περί απόλυτης ακυρότητας κατά την ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, διαδικασία συνισταμένη στο ότι στο πρωτόδικο βούλευμα δεν αναφέρεται ότι κατά τη συνεδρίαση του αμέσως μετά την πρόταση του απεχώρησε ο Εισαγγελέας που έκανε την πρόταση αφού δέχτηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο αναιρεσείων αυτός "δεν επικαλείται κάποιο περιστατικό ή αποδεικτικό στοιχείο που να προκύπτει ότι ο ανωτέρω Εισαγγελέας Πρωτοδικών δεν αποχώρησε από το δικαστικό Συμβούλιο κατά τη λήψη της απόφασης ή σε περίπτωση που είχε παραμείνει για λίγο διάστημα ότι εγένετο λόγος για την εν λόγω υπόθεση ... Είναι δε εμφανές εν προκειμένω ότι η μη αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα της αποχώρησης του προτείναντος Εισαγγελέως οφείλεται σε προφανή παραδρομή αφού μάλιστα ουδέν αναφέρεται στο βούλευμα πέραν του περιεχομένου της προτάσεως του Εισαγγελέως τούτου. Τέλος, ο ισχυρισμός του δευτέρου αναιρεσείοντος ότι η παραπομπή του για να δικαστεί για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις στηρίχτηκε μόνο στην απολογία του συγκατηγορουμένου του πρώτου αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος καθόσον από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα στα οποία το Συμβούλιο Εφετών στήριξε την παραπομπή τούτου. Όθεν οι λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων περί απόλυτης ακυρότητας, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής άλλως εσφαλμένης ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων (άρθρο 484 παρ. 1 α, β, δ ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι.
Συνεπώς, αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και επιβληθούν εις έκαστο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 200/27-10-2009 και 201/ 29-10-2009 αιτήσεις των Χ1, και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του 1489/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη - έννοια. Η περιουσιακή βλάβη θα πρέπει ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προηγήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία θα πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Έννοια ηθικής αυτουργίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία.
| 2
|
Αριθμός 867/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Πoινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Eισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούτρα, περί αναιρέσεως της 4963/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1543/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, η οποία πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται: α).....
γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 5 10 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της 4963/ 2009 προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανέλεγκτος, ότι "Ο κατηγορούμενος ήταν καθηγητής στο ΙΕΚ ... στο μάθημα "Οργάνωση - Λειτουργία Αποθήκης - Αρχές Κοστολόγησης", το οποίο δίδασκε επί τρίωρο εβδομαδιαίως στο Β' εξάμηνο του τμήματος "Βοηθός Μαγειρικής Τέχνης" . Ήδη δεν διδάσκει πλέον, εργάζεται ως πλήρωμα ασθενοφόρου νοσοκομείου και παραλλήλως σπουδάζει στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου. Σε περίοδο εξετάσεων ο κατηγορούμενος είχε τηλεφωνικές επαφές με φοιτητές που υστερούσαν στο μάθημα του και δεν είχαν γράψει καλά στις εξετάσεις, στους οποίους ανέφερε, με σκοπό να προσπορισθεί οικονομικό όφελος, ότι θα τους προβίβαζε εάν του κατέβαλαν σε λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα 50 ΕΥΡΩ για κάθε βαθμό που απαιτείτο για να περάσουν το μάθημα. Ο φοιτητής Β ενέδωσε και κατέθεσε στο λογαριασμό του κατηγορουμένου το ποσό των 150 ΕΥΡΩ στις 18-6-2003. Ποσό κατά το οποίο επήλθε αντίστοιχη ζημία στην περιουσία του άνω φοιτητή αφού αυτός οπωσδήποτε δεν το όφειλε στον καθηγητή του. Για τους αναφερόμενους στο κατηγορητήριο λοιπούς φοιτητές, ο κατηγορούμενος έχοντας αποφασίσει να τελέσει το αδίκημα της εκβίασης, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, προέβη με την άνω συμπεριφορά του σε αρχή εκτέλεσης της πράξης της εκβίασης δηλαδή να τους εξαναγκάσει στην άνω ενέργεια που ζημιώνει την περιουσία τους, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε και παρέμεινε ως προς αυτούς στο στάδιο της απόπειρας, όχι από βούληση του κατηγορουμένου, αλλά από εξωτερικά εμπόδια διότι οι φοιτητές αυτοί δεν υπέκυψαν στις απαιτήσεις του και τον κατήγγειλαν στη Διευθύντρια του ΙΕΚ, η οποία κατέθεσε στο ακροατήριο όλα τα όσα άνω περιστατικά που αποδείχθηκαν. Επιπλέον κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος δίδασκε με το καθεστώς του ωρομίσθιου και πληρωνόταν με καθυστέρηση μετά από δυο χρόνια, δηλαδή οικονομικά βρισκόταν σε δυσχέρεια. Ότι μετά την αποκάλυψη της ενέργειας του κατηγορουμένου από τους φοιτητές, αυτός αμέσως το παραδέχθηκε και επέστρεψε τα άνω χρήματα που έλαβε. Κατόπιν αυτών, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται με το ελαφρυντικό ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει και να μειώσει τις συνέπειες αυτών του άρθρου 84 παρ.2δ Π.Κ. ". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως ο της εκβίασης τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση με το ακόλουθο διατακτικό
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, του ότι: στην ... στις 17-6-2003 τέλεσε τις ακόλουθες Α) με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος εξανάγκασε άλλον σε πράξη, από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου και συγκεκριμένα, ως εκπαιδευτής του μαθήματος "Οργάνωση-Λειτουργία Αποθήκης-Αρχές Κοστολόγησης" το οποίο είναι τρίωρο μάθημα εβδομαδιαίως Β Εξαμήνου, στο τμήμα "Βοηθός Μαγειρικής Τέχνης" του Ι.Ε.Κ. ..., ζήτησε από τον καταρτιζόμενο Β, να καταθέσει στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των 150 Ευρώ, για να τον πριμοδοτήσει με προβιβάσιμο βαθμό στο ανωτέρω μάθημα. Έτσι, τον εξανάγκασε να προβεί στις 18-6-2003 στην κατάθεση του ανωτέρω χρηματικού ποσού, πράξη από την οποία επήλθε αντίστοιχη ζημία στην περιουσία του. Β) με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το πλημμέλημα της εκβίασης, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος επιχείρησε πράξη που συνιστά αρχή εκτέλεσης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, δηλαδή να εξαναγκάσει άλλους τους σε πράξη, από την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία τους, πλην όμως δεν την ολοκλήρωσε, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα έχοντας τον παραπάνω σκοπό ως εκπαιδευτής του μαθήματος "Οργάνωση-Λειτουργία Αποθήκης-Αρχές Κοστολόγησης" Β' Εξαμήνου, στο τμήμα "Βοηθός Μαγειρικής Τέχνης" του Ι.Ε.Κ. ..., ζήτησε από τους καταρτιζόμενους ..., να καταθέσουν στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ή στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του στην Εμπορική Τράπεζα, το ποσό των 50 Ευρώ για κάθε βαθμολογική μονάδα που χρειαζόταν για να περάσουν το μάθημά του, και να πριμοδοτήσει με προβιβάσιμο βαθμό. Όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, καθώς οι ανωτέρω καταρτιζόμενοι δεν υπέκυψαν στις απαιτήσεις του και τον κατήγγειλαν στη Διευθύντρια του Ι.Ε.Κ. Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην άνω διάταξη του ΠΚ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα αναφέρεται ο τρόπος τέλεσης των πράξεων αυτών αφού διαλαμβάνονται τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία τελέσεως αυτών, προκύπτει δε σαφώς ότι προς τέλεση τούτων εξανάγκασε τον παθόντα με απειλή στην πράξη της καταβολής του αναφερομένου ποσού και δι' απειλής επιχείρησε να εξαναγκάζει τους λοιπούς παθόντες στην καταβολή των αναφερομένων ποσών, πράξεων εκ των οποίων αντιστοίχως επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκασθέντος φοιτητή και επιχείρησε δι' απειλής σε καταβολή του αναφερομένου ποσού από τους λοιπούς παθόντες. Ο υπονοούμενος αυτοτελής ο ισχυρισμός περί πραγματικής του πλάνης που υποβλήθηκε κατά την απολογία του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έτσι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά την σιωπηρή απόρριψη του. Όθεν οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης πρέπει αν απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2009 αίτησης του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 49637 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκβίαση. Έννοια. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Πότε υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση. Ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης είναι αυτοτελής και πρέπει να υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Απορρίπτει αίτηση.
|
Πλάνη νομική
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εκβίαση, Πλάνη νομική.
| 0
|
Αριθμός 866/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ, συζύγου Ψ και 2)Ψ, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντάλτα, περί αναιρέσεως της 6983/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας ο εκπρόσωπος ... παρέστη στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Ευάγγελο Μάλλιο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Οκτωβρίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1583/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 30-10-2009 αιτήσεις των Χ και Ψ, κατοίκων ... αντίστοιχα για αναίρεση της 6983/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του βλάπτοντας, καταστρέφοντας η καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη μορφή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να τελεστεί με τέσσερις τρόπους ήτοι α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οπουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη. Ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική, δηλαδή αυτή που δεν γίνεται στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ). Οι πιο πάνω τρόποι τελέσεως δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αντιφάσκουν δε μεταξύ τους η απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα ή οποία είναι αληθής δικαιοπραξία και η δημιουργία ψευδών δικαιοπραξιών, όπως είναι η εικονική. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, για τα εγκλήματα που διώκονται κατ' έγκληση, όπως είναι και η καταδολίευση δανειστών, εφ' όσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του πρέπει η καταδικαστική απόφαση να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος εις έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθεται ο χρόνος γνώσεως της πράξεως που τελέστηκε και του προσώπου του δράστη από το πρόσωπο που δικαιούται εις έγκληση δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1304/ 2006). Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 6983/2009 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "H κατηγορούμενη Χ, η οποία ήταν οφειλέτις, με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή της, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, οποιοδήποτε , περιουσιακό της στοιχείο και ειδικότερα η ως άνω κατηγορούμενη έχοντας την ιδιότητα του οφειλέτη της Τράπεζας "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" εκ της αριθμ.... σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε, αφενός με την μηνύτρια εταιρία ως πιστώτρια, και την "Α.Ε Διαδρομή Ανώνυμη Διαφημιστική Εμπορική Τεχνική Εταιρία", ως υπερ ής η πίστωση (οφειλέτης)συνολικού ύψους 100.000.000 δρχ., με πρόσθετες πράξεις αύξησης της πίστωσης αυτής, την δε εκπλήρωση των όρων της ως άνω σύμβασης εγγυήθηκε η κατηγορούμενη, ενώ ο ως άνω λογαριασμός έκλεισε την 18-1-2003 με λογιστικό υπόλοιπο 110.000 ευρώ και με τους τόκους εκ 4.333 ευρώ, έχουσα η μηνύτρια συνολική απαίτηση 114.332,30 ευρώ και πρώτοφειλετις εταιρία αδυνατούσε να εκπληρώσει τις εκ της συμβάσεως νόμιμες υποχρεώσεις της προς την πιστώτρια και μετά ταύτα έγινε η ως άνω κατηγορούμενη, ως εγγυητής, υπόχρεη προς καταβολή των ως άνω ποσών στην μηνύτρια πιστώτρια (δανείστρια) τράπεζα αυτή (κατηγορούμενη), όχι μόνον δεν κατέβαλε το προαναφερόμενο οφειλόμενο ποσόν, αλλά με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της τράπεζας με το αριθμ.... συμβόλαιο γονικών παροχής του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννου Γαλλέα νομίμως μεταγραφέντος μεταβίβασε όλα ανεξαιρέτως τα περιουσιακά της στοιχεία και δη: α)οικία με τα παραρτήματα και παρακολουθημάτα αυτής στο συνοικισμό... β)το 1/2 εξ αδιαιρέτου ποτιστικού αγρού στη θέση ... 1/2 στρέμματος γ)1/2 εξ αδιαιρέτου αγρού στη θέση ... έκτασης 1 στρέμματος δ01/2 εξ αδιαιρέτου ποτιστικού αγρού 1/2 στρέμματος, 1/2 εξ'αδιαιρέτου αγρού 1 στρέμματος 1/2 εξ αδιαιρέτου ελαιοπεριβολού 7 στρεμμάτων, κειμενών απάντων στην θέση ..., ε)την 3/8 εξ'αδιαιρέτου ελαιοπεριβολού στη θέση ... 11,5 στρεμμάτων, στ)ελαιοπεριβολον 3,5 στρεμμάτων στη θέση ... ζ)1/2 εξ' αδιαιρέτου ισόγειας οικίας μετά του οικοπέδου της εκ 250 τ.μ. στη θέση ... εικονικά, χωρίς αντάλλαγμα αξιόχρεο, στα τέκνα της Ξ1 και Ξ2, κατά ποσοστό 1/2 εξ'αδιαιρέτου στο καθένα βλάπτοντας έτσι την δανείστρια τράπεζα κατασκευάζοντας ψεύτικη δικαιοπραξία (ως προς τη μεταβίβαση και το τίμημα) και καθιστώντας αδύνατη την σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση εκ μέρους της δανείστριας τράπεζας καθόσον κανένα περιουσιακό στοιχείο δεν παρέμεινε σ'αυτήν για την ικανοποίηση της εις όρον απαιτήσεως της τελευταίας. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος Ψ με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση των κυρίας πράξης, και συγκεκριμένα ο ως άνω κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του συζύγου της πρώτης κατηγορουμένης και πατέρα των ως άνω ανηλίκων τέκνων Ξ1 και Ξ2 των οποίων ασκούσε τη γονική μέριμνα, αποδέχθηκε υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του τη μεταβίβαση, λόγω γονικής παροχής, την ως άνω μοναδικών περιουσιακών στοιχείων της πρώτης κατηγορουμένης προς τα ανήλικά τέκνα τους, τελώντας εν γνώσει του όλου σχεδίου της (ματαίωση με πρόθεση ολικώς την ικανοποίηση της απαίτησης της δανείστριας της τράπεζας δια της απαλλοτριώσεως χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα όλα τα περιουσιακά της στοιχεία προς βλάβη των συμφερόντων της οφειλέτιδος μηνύτριας τράπεζας. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των αποδιδομένων σ'αυτούς πράξεων της καταδολίευσης δανειστών η πρώτη και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή ο δεύτερος". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, την πρώτη για την πράξη της καταδολίευσης δανειστών και το δεύτερο για άμεση συνέργια στην πράξη της. "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενος ΕΝΟΧΟΥΣ του ότι: Στο ... την 20-5-2003 τέλεσαν τις παρακάτω αξόποινες πράξεις: Α)Η Χ τυγχάνουσα οφειλέτρια με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή της απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό της στοιχείο και συγκεκριμένα οφειλέτρια τυγχάνουσα απέναντι στην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" βάσει της υπ'αριθμ....σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίσθηκε αφενός με την μηνύτρια εταιρεία ως πιστώτρια και την "Α.Σ.Διαδρομή Ανώνυμη Διαφημιστική Εμπορική Τεχνική Εταιρία" ως υπέρ της η πίστωση, συνολικού ύψους 100.000.000 δρχ., με πρόσθετες πράξεις αύξηση της πίστωσης αυτής, την δε εκπλήρωση των όρων της άνω σύμβασης εγγυήθηκε η κατηγορουμένη, ενώ ο άνω αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε την 18-1-2003 με λογιστικό υπόλοιπο 110.000 ευρώ και με τους τόκους εκ 4.333 ευρώ, έχουσα η μηνύτρια συνολικά απαίτηση 114.332,30 ευρώ και η πρωτοφειλέτρια εταιρία αδυνατούσε να εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις της προς την πιστώτρια και έγινε η κατηγορούμενη υπόχρεη προς καταβολή των άνω ποσών στην μηνύτρια τράπεζα, αυτή όχι μόνο δεν κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό, αλλά και ματαίωσε την ικανοποίηση της απαίτησης της τράπεζας αφού με το υπ'αρ.... συμβόλαιο γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα νομίμως μεταγραφέντος μετεβίβασε όλα τα περιουσιακά της στοιχεία και δη :α)οικία, με αυλή, περιοχή και παρακείμενη αχυρώνα με παραρτήματα και παρακολουθήματα αυτής, που βρίσκεται στο συνοικισμό ... έκτασης του υπ' αυτή και μη οικοπέδου 150 τμ., βεβαρυμένης της οικίας με το δικαίωμα ισοβίου συνοικήσεως του Χ και της συζύγου του Χ. β)
του 1/2 εξ αδιαιρέτου ποτιστικού αγρού στη θέση ... έκτασης 1/2 περίπου στρέμματος ή όσης είναι γ)
του 1/2 εξ αδιαιρέτου αγρού στη θέση ... έκτασης 1 περίπου στρέμματος ή όσης είναι, συνορευόμενου ολόγυρα με κληρ. ... και δρόμο. δ)του 1/2 εξ αδιαιρέτου ποτιστικού αγρού στη θέση ... έκτασης 1/2 περίπου στρέμματος ή όσης είναι συνορευόμενου ολόγυρα με αγρό ... και δρόμο. ε)του 1/2 εξ αδιαιρέτου αγρού στη θέση ... έκτασης 1 περίπου στρέμματος ή όσης είναι συνορευόμενου ολόγυρα με κληρον. ... και .... στ) του 1/2 εξ αδιαιρέτου ελαιοπερίβολου στη θέση ..." έκτασης 7 περίπου στρεμμάτων ή όσης είναι και διασχίζεται από δημόσιο δρόμο ... .ζ)των 3/8 εξ αδιαιρέτου ελαιοπερίβολου στη θέση ... έκτασης 11,5 περίπου στρεμμάτων ή όσης είναι συνορευόμενου με ιδιοκτησίες ..., δημόσιο δρόμο και.Χ. η)πλήρους κυριότητας ελαιοπερίβολου στη θέση ...έκτασης 3.5 στρεμμάτων, ή όσης είναι συνορευόμενου ολόγυρα με δρόμο, κληρ. .... θ)του 1/2 εξ αδιαιρέτου ελαιοπερίβολου στη θέση ... έκτασης 3 περίπου στρεμμάτων ή όσης κι αν είναι και ι) του 1/2 εξ αδιαιρέτου ισόγειας οικίας ερειπωμένης στο ... έκτασης του υπ' αυτή και μη οικοπέδου 250 τμ ή όσης είναι που συνορεύει ολόγυρα με δρόμο, ιδιοκτησίες ..., κληρονόμων ..., Κοινότητα ... και Θάλασσα, περιελθόντων όλων των ως άνω ακινήτων στην πρώτη των εγκαλουμένων κατά τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν, δυνάμει του ... συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αργαλαστής Γεωργίου Κωτσόβολου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Αργαλαστής στον τόμο 119 και αριθμό 26 εικονικά, χωρίς αντάλλαγμα αξιόχρεο στα παιδιά της Ξ1 και Ξ2 κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, βλάπτοντας έτσι την δανείστρια τράπεζα κατασκευάζοντας ψεύτικη δικαιοπραξία και καθιστώντας αδύνατη την σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση εκ μέρους της δανείστριας. Β)Ο Ψ με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράση κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του συζύγου της συγκατηγορούμενης του και τον ασκούντος την γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους Ξ1 και Ξ2 αποδέχθηκε την μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής των άνω περιουσιακών στοιχείων της ο κατηγορούμενος προς τα ανήλικα τέκνα τους, εν γνώσει τελών του όλου σχεδίου της προς βλάβη των συμφερόντων της μηνύτριας τράπεζας". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο χρόνος τέλεσης των άνω εγκλημάτων είναι η 20-05-2003, η δε έγκληση της παθούσας ΑLΡΗΑ Τράπεζα ΑΕ υποβλήθηκε την 01-09-2003 όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη έκθεση εγχειρίσεως αυτής, ήτοι υποβλήθηκε μετά το νόμιμο τρίμηνο, δεν εκτίθεται στην απόφαση αυτή ο χρόνος κατά τον οποίο η παθούσα τράπεζα έλαβε γνώση των εγκλημάτων τούτων και των δραστών αυτών. Περαιτέρω, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης υπάρχει αντίφαση περί της ορθής εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα, υπάρχει αντίφαση ως προς τον τρόπο τέλεσης των εγκλημάτων τούτων αφού, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό ενώ δέχεται ότι η πρώτη αναιρεσείουσα με άμεση συνέργια του δεύτερου μεταβίβασε όλα ανεξαιρέτως τα περιουσιακά της στοιχεία με το αναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα τα περιουσιακά της στοιχεία, δηλαδή με αληθινή δικαιοπραξία, συγχρόνως δέχεται ότι κατασκεύασε ψεύτικη δικαιοπραξία με περιεχόμενο τη μεταβίβαση των ακινήτων λόγω γονικής παροχής ήτοι δέχεται ότι η μεταβίβαση αυτή είναι εικονική. Έτσι όμως εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την άνω διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 ΠΚ.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι λόγοι των αιτήσεων αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε') είναι βάσιμοι. Επομένως, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων των αιτήσεων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αμφότερους τους αναιρεσείοντες και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6983/ 2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδολίευση δανειστών. Τελείται με τέσσερις τρόπους: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή δικαιοπραξιών, όπως η εικονική. Επί των κατ' έγκληση διωκομένων εγκλημάτων, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση αυτών, πρέπει η καταδικαστική απόφαση να διαλαμβάνει αιτιολογία ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος έλαβε γνώση για την πράξη από το πρόσωπο που την τέλεσε. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Έγκληση, Καταδολίευση δανειστών.
| 2
|
Αριθμός 864/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Καρακόϊδα, για αναίρεση της 84460/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1620/09.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ΝΔ 1037/1971 " κάθε εργοδότης υπαγόμενος στις διατάξεις του παρόντος νόμου υποχρεούται όπως μία φορά το χρόνο και κατά το χρονικό διάστημα από 15 Σεπτεμβρίου έως 15 Νοεμβρίου καταθέτει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στην αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε - Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης, εις διπλούν , πίνακα με την επωνυμία, το είδος, τον τόπο λειτουργίας και το ΑΦΜ της επιχείρησης, ο οποίος θα περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία ενός εκάστου των απασχολουμένων σε αυτή μισθωτών:
Α)Το ονοματεπώνυμο
Β)
Γ)....". Εξ άλλου κατά το άρθρο 15 του ίδιου ΝΔ " Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή διαχειριστής ή επιτετραμμένος που παραβαίνει από δόλο ή αμέλεια τις διατάξεις του παρόντος και σε εκτέλεση αυτού διοικητικών πράξεων, τιμωρείται με τις κάτωθι ποινές: α) με χρηματική ποινή μέχρι 10.000 δραχμών ή β) με φυλάκιση μέχρι έξι(6) μήνες ,σε ιδιαίτερα επιβαρυντικές περιστάσεις ή σε υποτροπή. Από τις διατάξεις αυτές με σαφήνεια προκύπτει ότι ο εργοδότης ο οποίος παραβαίνει, από δόλο ή από αμέλεια την παραπάνω υποχρέωση του, τιμωρείται με χρηματική ποινή μέχρι 10.000 δραχμές, και μόνο σε ιδιαίτερα επιβαρυντικές περιστάσεις ή εφόσον κριθεί υπότροπος, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι(6) μήνες. Η έννοια του υπότροπου δίνεται από το άρθρο 88παρ. 1 του ΠΚ κατά το οποίο "όποιος είχε καταδικαστεί για κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο σε ποινή στερητική της ελευθερίας που ξεπερνά τους έξι(6) μήνες και μέσα σε πέντε(5) χρόνια από τη δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης , αν είχε καταδικαστεί για πλημμέλημα και δέκα(10) χρόνια, αν είχε καταδικαστεί για κακούργημα, τελεί νέο κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο , για το οποίο ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, βρίσκεται σε υποτροπή. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 84460/2009 απόφαση του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος αναφέρει , κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα , ως υπότροπο, για εκ προθέσεως παράβαση των άρθρων 13 και 15 του ΝΔ 1037/1971 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πενήντα ( 50 ) ημερών , την οποία μετέτρεψε προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του , τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος - εργοδότης, στο κατάστημα της ασφαλιστικής εταιρίας την επωνυμία ΙΝΤΕRAMERICAN, Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής ΑΕ. Που βρίσκεται στη ..., δεν είχε αναρτήσει σε φανερό σημείο του καταστήματος θεωρημένη από την επιθεώρηση εργασίας κατάσταση στην οποία να περιέχονται τα ονοματεπώνυμα, η ηλικία, η ειδικότητα των εργαζομένων στο παραπάνω κατάστημα, καθώς και η διάρκεια και η ώρα που αρχίζει και τελειώνει η εργασία, τα διαλείμματα και οι διακοπές της εργασίας. Την παραπάνω πράξη του τέλεσε από πρόθεση, όντας υπότροπος, προκειμένου να μην μπορεί ο αρμόδιος υπάλληλος της Επιθεώρησης Εργασίας να διαπιστώνει αν τηρούνται οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το επικαλούμενο από τον κατηγορούμενο ότι οι καταστάσεις των εργαζομένων ήταν αναρτημένες σε προσιτό χώρο( βλ. φωτογραφίες), δεν αποδεικνύεται βάσιμο, καθόσον ο αρμόδιος υπάλληλος δεν ανηύρε αυτές, ούτε οδηγήθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους στο χώρο που βρίσκονταν αυτές, ούτως ώστε να μην ασκηθεί η επίδικη δίωξη. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος και να του επιβληθεί η στο διατακτικό ποινή, λόγω της καθ' υποτροπή τέλεσης της πράξεως". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την παραδοχή της υποτροπής. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για μη ανάρτηση σε εμφανές σημείο του καταστήματος πίνακα εργαζομένων, την πράξη δε αυτή τέλεσε από πρόθεση, όντας υπότροπος. Πλην όμως στο αιτιολογικό της δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά με βάση ποία πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στην κρίση του αυτή ότι είναι υπότροπος. Η παραδοχή δε αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης υπήρξε ουσιώδης και καθοριστική για την επιβληθείσα ποινή, αφού μόνον επί υποτροπής (όπως και σε ιδιαίτερα επιβαρυντικές περιστάσεις), σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 του ΝΔ 1037/1971, η πράξη τιμωρείται με ποινή φυλάκισης και μάλιστα από δέκα(10) ημέρες μέχρι έξι(6) μήνες, ενώ χωρίς την συνδρομή της υποτροπής, η πράξη, είτε εκ προθέσεως είτε εξ αμελείας τελεσθείσα, επισύρει μόνον χρηματική ποινή. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δεύτερου και τρίτου λόγου της αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως( άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 84460/ 2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση άρθρ. 13 ΝΔ 1037/1971. Δεκτοί και οι δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Ειδικότερα ο πρώτος λόγος, διότι καταδικάστηκε ως υπότροπος (για μη ανάρτηση σε εμφανές σημείο του καταστήματος πίνακα εργαζομένων), χωρίς στο σκεπτικό να κάνει οποιαδήποτε αναφορά με βάση ποια πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε να είναι υπότροπος, και ο δεύτερος, διότι τον καταδίκασε σε 50 ημέρες φυλάκιση, την οποία μετέτρεψε προς 10 € την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει την ύπαρξη των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεώς της και με ειδική αιτιολογία να αχθεί στην αρνητική του κρίση. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια.
| 2
|
Αριθμός 863/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, το γένος ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βουργίδη, περί αναιρέσεως της 8715/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.12.2009 αίτησή της αναιρέσεως και στο από 11.12.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1697/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και την αυτοπροσώπως παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, να συνάγεται όμως από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη και εκτιμήθηκαν. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης της απόφασης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 8715/2009 απόφασή του, με την οποία καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρα, κατ' εξακολούθηση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης, που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη έχει τελέσει τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδορκίας μάρτυρα, για τις οποίες κατηγορείται. Ειδικότερα, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη την 16/5/2002 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών μήνυση εναντίον της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία βεβαίωσε ενόρκως και της οποίας η εγκαλούσα έλαβε γνώση στις 12/3/2003 όταν για πρώτη φορά κλήθηκε από την 6η Πταισματοδίκη Αθηνών προκειμένου να απολογηθεί, με την οποία ζητούσε να ασκηθεί σε βάρος της ποινική δίωξη για τα αδικήματα της εξύβρισης και συκοφαντικής δυσφήμησης. Στην εν λόγω μήνυση, η κατηγορουμένη αναφέρει, μεταξύ άλλων, και εν γνώσει της αναληθείας τους ότι, η νυν εγκαλούσα, εκπροσωπώντας την εταιρία με την επωνυμία "ΚΑ-ΣΤΕΛ ΕΒΑΕ" στην δικαστική διαμάχη της με την κατηγορουμένη, συνέταξε και κατέθεσε στο Εφετείο Αθηνών τις από 18.2.2002 έγγραφες προτάσεις της εταιρίας, στις οποίες διέλαβε δήθεν ψεύδη για την μηνύτρια εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να πλήξει την τιμή και την υπόληψή της καθώς και την επαγγελματική της επάρκεια και εντιμότητα. Της απέδωσε δηλαδή η κατηγορουμένη δόλο εξύβρισης και συκοφαντικής δυσφήμησης και γνώση της υποτιθέμενης αναληθείας των περιεχομένων στις επίδικες προτάσεις ισχυρισμών, αν και γνώριζε καλά, αφού είχε την ιδιότητα της Διευθύνουσας Συμβούλου της εταιρίας "ΚΑ-ΣΤΕΛ ΕΒΑΕ" έως τις 16-11-2000, ότι ουδεμία σχέση είχε η εγκαλούσα με την ίδια την τότε μηνύτρια και νυν κατηγορουμένη ή με την εταιρία "ΚΑ-ΣΤΕΛ ΕΒΑΕ" έως τον χειρισμό της επίμαχης υπόθεσης, τους δε εν λόγω ισχυρισμούς η πολιτικώς ενάγουσα διέλαβε στις προτάσεις καθ' υπόδειξη και κατ' εντολή της εταιρίας "ΚΑ-ΣΤΕΛ ΕΒΑΕ" σε εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτήν εντολής ως δικηγόρου. Περαιτέρω, καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον της 6ης Πταισματοδίκου Αθηνών στις 13-6-2002 (σε συμπληρωματική κατάθεσή της) η κατηγορουμένη, προς απόδειξη της μήνυσής της εναντίον της εγκαλούσας, κατέθεσε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας ότι "οι δύο δικηγόροι είναι οι δύο δικηγόροι που αποκρούουν όλες τις εργατικές δίκες του προσωπικού της εταιρίας και του νομικού σύμβουλου της εταιρίας", σε άλλο δε σημείο της ίδιας κατάθεσής της δήλωσε ότι "ο κ. Ζς και η κ. Ψ παρίστανται σε όλες τις δίκες του προσωπικού και άλλων χρεωστών της εταιρίας, για τις οποίες μπορώ να προσκομίσω και έγγραφα". Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1681/2004 αμετάκλητο βούλευμά του έκρινε ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια κατηγορία κατά των δύο πληρεξούσιων δικηγόρων, ήτοι του Ζ και της νυν εγκαλούσας Ψ, με το σκεπτικό ότι, κατά το άρθρο 39 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, έργο του Δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και κάθε αρχής, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι' αυτό, κατά δε το άρθρο 48 του ιδίου Κώδικα, υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τις προφορικές και έγγραφες αυτού εκθέσεις. Περαιτέρω δε και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 παρ.1 εδ.γ ΠΚ, αίρεται το άδικο της συκοφαντικής δυσφήμησης όταν γίνεται από δικηγόρο σε κατατεθέντα και υπογραφέντα από αυτόν έγγραφα κατ' εντολή του εντολέα του, όταν αυτός αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων του πελάτη, που κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις έχει καθήκον να προστατεύει, χωρίς να υπερβαίνει την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα κατά τη σύνταξη των δικογράφων και χωρίς να προκύπτει σκοπός εξύβρισης εκ μέρους του (ΑΠ 2127/2002 ΠοινΧρ ΝΓ.753). Με βάση τα παραπάνω και τα αποδεικτικά στοιχεία που του τέθηκαν υπόψη, το Συμβούλιο έκρινε ότι η εγκαλούσα ενήργησε κατ' εντολή των εντολέων της, συγκατηγορουμένων της εκπροσώπων της εταιρίας "ΚΑΣΤΕΛ ΕΒΑΕ" χωρίς, κατά τη σύνταξη των προτάσεων, να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα προεκτεθέντα άρθρα του Κώδικα Δικηγόρων, ενώ δεν διέγνωσε ότι υπήρξε σκοπός εξύβρισης της νυν κατηγορουμένης και γι' αυτό αποφάνθηκε να μη γίνει κατ' αυτής (και κατά του έτερου δικηγόρου Α. Ζ) κατηγορία. Παρέπεμψε όμως στο ακροατήριο τους λοιπούς κατηγορούμενους για συκοφαντική δυσφήμηση, με βάση τα όσα αναφέρονται στις από 18-2-2002 προτάσεις της εταιρίας "ΚΑ-ΣΤΕΛ ΕΒΑΕ" ενώπιον του Εφετείου Αθηνών επί της από 5-12-2001 εφέσεώς της κατά της νυν κατηγορουμένης και κατά της υπ' αριθμ. 2637/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η νυν εγκαλούσα στις 4-12-2001 κλήθηκε από τον συνάδελφό της Ζ προκειμένου να ενημερωθεί για τη διαφορά μεταξύ της εταιρίας "ΚΑ-ΣΤΕΛ ΕΒΑΕ" και της κατηγορουμένης, η οποία υπήρξε διευθύνουσα σύμβουλος αυτής έως την 16-11-2000 και συγκεκριμένα να συντάξει έφεση κατά της υπ' αριθμ. 2637/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η άνω εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην κατηγορουμένη το ποσό των 44.171.166 δραχμών νομιμοτόκως για δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση απόλυσης. Κατά τους ισχυρισμούς δε της άνω εταιρίας, η τότε ενάγουσα και νυν κατηγορουμένη είχε αποκρύψει από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ιδιότητά της ως διευθύνουσας συμβούλου της εταιρίας και λόγω της ερημοδικίας της δεν κατέστη δυνατό να προβάλει τον ισχυρισμό της ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της κατηγορουμένης ήταν ανυπόστατη, με συνέπεια να καταδικασθεί στην καταβολή του συνόλου του αιτουμένου ποσού. Τους ισχυρισμούς αυτούς περιέλαβε η εγκαλούσα κατ' εντολή των εντολέων της, στις προτάσεις της. Η κατηγορουμένη γνώριζε το γεγονός ότι η εγκαλούσα έως τον χειρισμό της υπόθεσης αυτής τον Δεκέμβριο του 2001 ουδέποτε είχε χειριστεί υπόθεση της εταιρίας "ΚΑ-ΣΤΕΛ ΕΒΑΕ", με συνέπεια ο ισχυρισμός της ότι ως πληρεξούσια δικηγόρος απέκρουσε όλες τις δίκες του προσωπικού και άλλων χρεωστών της εταιρίας, να είναι ψευδής. Η εγκαλούσα δεν υπήρξε νομική σύμβουλος της εταιρίας κατά το παρελθόν, δεν παρέστη σε συνεδρίαση του ΔΣ, ούτε γνώριζε κανένα από τα μέλη του ΔΣ της εταιρίας, γεγονός που αποδεικνύεται ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Η κατηγορουμένη δε, ως απελθούσα διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας, γνώριζε ότι η εγκαλούσα δεν είχε καμία σχέση με την εταιρία κατά το παρελθόν και λόγω της θέσεως και της μορφώσεώς της γνώριζε ότι όσα διέλαβε η εγκαλούσα στις προτάσεις της δεν ήταν προϊόν δικών της γνώσεων αλλά κατέγραψε τους ισχυρισμούς των μελών του ΔΣ της εταιρίας που εκπροσωπούσε στη συγκεκριμένη δίκη χωρίς να υπερβεί τα όρια της ευπρέπειας κατά τη διατύπωση αυτών και χωρίς να έχει σκοπό εξύβρισης, όπως δέχθηκε το παραπάνω βούλευμα. Παρά ταύτα, η κατηγορουμένη προσπάθησε να ποινικοποιήσει τον υπό της εγκαλούσης χειρισμό της υπόθεσης και να την κάνει, ανεπίτρεπτα, μέρος της αντιδικίας της με την εταιρία "ΚΑ-ΣΤΕΛ ΕΒΑΕ". Τα όσα διέδωσε δε γι' αυτήν πλήττουν την τιμή και την υπόληψή της, αφού λόγω της θέσεώς της στην επιστημονική κοινότητα και τη συστηματική ενασχόλησή της με το Εργατικό Δίκαιο, λόγω του ότι είναι κάτοχος διπλώματος μεταπτυχιακών σπουδών σ' αυτό (DEA DROIT SOCIAL-PARIS I SORBONNE), μέλος του ΔΣ της Ελληνικής Εταιρίας Δικαίου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και μέλος της Ένωσης Ευρωπαίων Εργατολόγων, είναι γνωστή σε ευρύτατο κύκλο προσώπων, οι δε ισχυρισμοί της κατηγορουμένης για το πρόσωπό της λόγω της έντονης απαξίας, που εμπεριέχουν, θέτουν σε αμφιβολία την επαγγελματική της ακεραιότητα και δημιουργούν υπόνοιες για τον τρόπο που ασκεί το επάγγελμά της. Απολογούμενη δε, η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ότι ο δικηγόρος ... την συμβούλευσε να αμυνθεί κατά των ισχυρισμών των μελών ΔΣ και ότι αυτός συνέταξε την άνω μήνυση κατ' αυτών και των δικηγόρων. Όμως, ανεξάρτητα αν για τα όσα ισχυρίστηκαν τα μέλη του ΔΣ της άνω εταιρίας σε βάρος της κατηγορουμένης καταδικάστηκαν αμετάκλητα για συκοφαντική δυσφήμηση, το γεγονός ότι συμπεριέλαβε και την νυν εγκαλούσα στη διαμάχη της με τα μέλη του ΔΣ, ενώ γνώριζε ότι ως πληρεξούσια δικηγόρος, που για πρώτη φορά ανέλαβε υπόθεση της εταιρίας, δεν ήταν σε θέση και δεν μπορούσε να διατυπώσει ίδιες σκέψεις και ισχυρισμούς σε δικόγραφο, παρά μόνον να διατυπώσει τους ισχυρισμούς των εντολέων της, και ότι προσωποποίησε τους ισχυρισμούς των μελών του ΔΣ και στο πρόσωπό της, αποδεικνύει τον δόλο της κατηγορουμένης αναφορικά με όσα ψευδή και συκοφαντικά και εν γνώσει του ψεύδους τους διέδωσε σε βάρος της εγκαλούσας. Με βάση δε τα παραπάνω, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, όμως πρέπει να της αναγνωριστεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας μετά την τέλεση της πράξης, καθόσον ζήτησε συγγνώμη από την εγκαλούσα.
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο σκεπτικό της εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, βάσει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ.2, 229 παρ.1, 362 και 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αποφάσεως και το διατακτικό της που επιτρεπτά το συμπληρώνει, το δικαστήριο παραθέτει ποια ήταν τα αληθή σε αντίθεση με τα ψευδή που περιέλαβε η αναιρεσείουσα στην από 16/5/2002 έγκλησή της, και αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της και για τις τρεις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες την καταδίκασε. Αιτιολογεί δηλαδή την γνώση αυτής ότι ήταν ψευδής η από 16/5/2002 έγκληση που υπέβαλε κατά της δικηγόρου Ψ, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε εξεταζόμενη ενόρκως την ίδια ημέρα ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, και ότι την υπέβαλε με σκοπό να επιτύχει την ποινική καταδίωξη της ως άνω δικηγόρου, αφού γνώριζε πολύ καλά ότι η δικηγόρος αυτή κατά την σύνταξη των προτάσεων που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την 18/2/2002, εκπροσωπούσα την εταιρία ΚΑ-ΣΤΕΛ ΕΒΑΕ επί της από 5/12/2001 έφεσης της τελευταίας κατά της υπ' αριθμ. 2637/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της ήδη αναιρεσείουσας, ενήργησε εντός των πλαισίων της δοθείσας σ' αυτήν εντολής των μελών του Δ.Σ. της ως άνω εταιρίας και των πλαισίων των άρθρων 39 παρ.1 και 48 του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν υπερέβη δε κατά την σύνταξη αυτών τα όρια που θέτουν οι διατάξεις αυτές, καθώς και εκείνη του άρθρου 367 του ΠΚ, και επομένως δεν είχε τελέσει σε βάρος της αναιρεσείουσας τις άδικες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης, όπως την κατήγγειλε αυτή με την από 16/5/2002 έγκλησή της, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε ενόρκως στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που την εγχείρησε, διαδίδοντας ταυτόχρονα εν γνώσει της ψευδώς ότι η εγκαλούμενη δικηγόρος είχε τελέσει τις άδικες αυτές πράξεις σε βάρος της, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της, εμφανίζοντάς την ως άτομο το οποίο κατά την ενάσκηση του επαγγέλματός της δεν δίσταζε να διαπράττει και άδικες ακόμη πράξεις προκειμένου να υπερασπίσει τα συμφέροντα των εντολέων της, παραθέτει δε η προσβαλλομένη τα περιστατικά που δικαιολογούν την γνώση της αυτή. Κατά συνέπεια, οι προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα λόγοι αναιρέσεως, με το κύριο δικόγραφο και τους προσθέτους λόγους, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 Δ του Π.Κ.) πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αξιολογήσει τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθμ. 321/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ανεστάλη, κατ' άρθρο 59 του ΚΠΔ, άλλη ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί σε βάρος της, με αφορμή άλλη έγκληση παρόμοιου περιεχομένου που είχε υποβάλει κατ' αυτής ο δικηγόρος Ζ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά της προσβαλλομένης (σελίδα 9), το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα προσαχθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, καθώς και το με αύξοντα αριθμό 27 των αναγνωστέων εγγράφων υπ' αριθμ. 321/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, σύμφωνα με τις οποίες αναιτιολόγητα το δικαστήριο την καταδίκασε για το έγκλημα της ψευδορκίας που φερόταν ότι είχε τελέσει κατά την ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών από 13/6/2002 ένορκη εξέταση της, καθόσον η ίδια με τα προσαχθέντα έγγραφα απέδειξε ότι δεν είχε τελέσει την πράξη αυτή, απαραδέκτως προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, απορριπτομένων των λόγων της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/12/2009 αίτηση και τους από 11/12/2009 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8715/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 25 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και για τις τρεις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο παραθέτει ποια ήταν τα αληθή σε αντίθεση με τα ψευδή που περιέλαβε στην έγκληση της και αιτιολογεί με σαφήνεια και τον άμεσο δόλο της. Απορρίπτεται ως αβάσιμος και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, κατά τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το προσκομισθέν βούλευμα, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι το έλαβε υπόψη του. Επίσης ο δεύτερος λόγος των πρόσθετων λόγων, κατά τον οποίο το δικαστήριο κακώς την καταδίκασε για την ψευδορκία, αφού με τα προσαχθέντα έγγραφα απέδειξε ότι δεν τέλεσε την πράξη, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 861/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σακελλαρίου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε με το ν. 3270/2004 (ΦΕΚ 187/Α/11-10-04), άρθρο 2, η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 379/2005 μη οριστική, 2100/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6322/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-8-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και ο τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000,σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ". Σκοπός της εταιρίας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998,ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο-Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2837/2000 ορίστηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (3-8-2000),καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του Ε.Ο.Τ., στις οποίες περιλαμβάνονταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ. β' του αυτού άρθρου, ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση του Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003 η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας του Καζίνο στη "θέση Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ",ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 του ίδιου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή Εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΤΑ ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρίες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρίες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν...". Πριν από την ψήφιση του πιο πάνω νόμου 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως,διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος "Καζίνο-Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε στις 28-3-2003,μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας", "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ",συμφωνία, με την οποία ρυθμιζόταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας. Ειδικότερα συμφωνήθηκαν τα εξής:Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη 3139/2003),αλλά την εθελουσία αποχώρηση τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωση τους προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", υποβαλλομένη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο προτείνει η εταιρία αυτή και διέπεται από τους αναφερόμενους στη συμφωνία όρους. Με τον όρο 3 παράγραφος γ' της ίδιας συμφωνίας τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ακόμη, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως....Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η αναιρεσείουσα απησχολείτο, την 28-3-2003, στην αναιρεσίβλητη, ως υπάλληλος-τεχνικός παιγνίων στο Καζίνο Πάρνηθας (ημερομηνία προσλήψεώς της από τον Ε.Ο.Τ., την 13-9-1980). Με την από 23-5-2003 έγγραφη αίτησή της προς την αναιρεσίβλητη, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι έλαβε γνώση των διατάξεων του άρθρου 4 του ν.3139/2003 καθώς και του όρου 3 της από 28-3-2003 Συμφωνίας και ότι επιθυμεί να συμμετάσχει στο Πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου. Η αίτηση της έγινε δεκτή και από του χρόνου εκείνου, (8-9-2003), λύθηκε η σύµβαση εργασίας της. Η σχετική αποζημίωση υπολογίστηκε στο ποσό των 153.220,43 ευρώ και κατά την αποχώρηση της η αναιρεσίβλητη της κατέβαλε το ποσό των 126.576,35 ευρώ, αφού παρακράτησε, με συντελεστή 20%, το φόρο εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών από 26.644,09 ευρώ. Περατέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού (μάρτυρες και έγγραφα) δεν αποδεικνύεται ότι έχει συμφωνηθεί, μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσίβλητη εξ ιδίων να καταβάλει τον ως άνω φόρο εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών, που αναλογεί και βαρύνει την αναιρεσείουσα. Το Δικαστήριο πείθεται επ' αυτού, ιδία από το "απόσπασμα πρακτικού" της τακτικής Γενικής Συνελεύσεως, της 21-7-2003, των μετόχων της εναγομένης, το οποίο έκτοτε (21-7-2003) γνωρίζει η ενάγουσα (και το προσκομίζει, με επίκληση, ως "σχετικό 12"),όπου αναφέρεται ότι "στις νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε φόρος, που σε κάθε περίπτωση, βαρύνει τους εργαζόμενους",καθώς και από τη μεταγενέστερη της Τακτικής Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης, της 21-7-2003,έγγραφη,από 9-9-2003 "δήλωση" της εναγούσης προς την εναγομένη, όπου δεν αναφέρεται συνομολόγηση τέτοιας οφειλής μεταξύ των διαδίκων. Εξάλλου οι μάρτυρες, ως άνω, σε σχέση με τη "Συμφωνία" της 28-3-2003,καταθέτουν ότι "η δικηγόρος (Νομική Υπηρεσία της εναγομένης)πρότεινε να μη χρησιμοποιηθεί η φράση, δεν θα παρακρατηθεί φόρος στο ποσό της οφειλομένης για τον κάθε εργαζόμενο αποζημιώσεως, μέσα στο έγγραφο της συμφωνίας διότι κάτι τέτοιο απαγορεύεται και δεν θα πέρναγε στη Βουλή και πρότεινε τη διατύπωση "όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Aπ` αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και δοθέντος ότι, για την παραπάνω ενέργεια της αναιρεσίβλητης, διαμαρτύρεται η αναιρεσείουσα, βασιζόμενη στο περιεχόμενο της από 28-3-2003 συμφωνίας της με το Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, της οποίας μέλος είναι και η ίδια, κατά την οποία "ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη λόγω καταγγελίας ... και ότι όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις περιλαμβάνονται στο ποσό της αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής" υποστηρίζοντας ότι ο παρακρατηθείς φόρος περιλαμβάνεται στις εν λόγω επιβαρύνσεις, προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τούτο (Εφετείο) διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή(η οποία δεν φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ), σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994, στο όλο περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως και τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από την εκτίμηση των οποίων διαπίστωσε ότι η αναιρεσίβλητη δεν ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων το φόρο εισοδήματος που αναλογούσε στις αποζημιώσεις των εκουσίως αποχωρούντων από την επιχείρησή της και από το ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) αρνείται ότι είχε αναλάβει τέτοια υποχρέωση. Ενώ, όμως, ενόψει αυτών, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις",δεν προσέφυγε σ` αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Συνεπώς το Εφετείο με τον τρόπο αυτό παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας(άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6322/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο αν και ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", δεν προσέφυγε σ΄ αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών. Συνεπώς παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και είναι βάσιμος ο. από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 860/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριβουρέα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 496/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5886/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 31-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 ν. 3789/1957, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2224/1994, συνάγεται ότι οι όροι του με ισχύ νόμου εφαρμοζόμενου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η σύμβαση εργασίας μισθωτού ο οποίος προσχωρεί σε τέτοιο κανονισμό περιέχει κάθε όρο που προβλέπεται στον τελευταίο (ΟλΑΠ 42/2002). Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εργασίας καλύπτει όλους τους απασχολούμενους στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση για την οποία κάθε φορά πρόκειται. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της " Εθνικής Τράπεζας τη Ελλάδος Α.Ε." , που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ. της 17/26.9.1953, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σ' αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους δια τους Διευθυντάς, Υποδιευθυντάς, Συμπράττοντας Υποδιευθυντάς και Τμηματάρχας, β)... γ)... δ)... . Σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της ως άνω Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5|12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (αρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτηση του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας. Επακολούθησε, όμως, η από 5-6-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της άνω Τράπεζας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε. και κατατέθηκε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας στις 7-6-2002 με αριθμό 12/7-6-2002, με την οποία τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθρο 33 του νέου Κανονισμού, στο οποίο, σχετικά με τη λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της Τράπεζας, ορίζεται πλέον ότι "Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Σε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του.". Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 1876/1990 συνάγεται ότι, οι όροι εργασίας που ρυθμίζονται από ΣΣΕ, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη ΣΣΕ, η οποία ρητά ή σιωπηρά αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Στη περίπτωση αυτή πρόκειται περί διαδοχής ΣΣΕ, όπου η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, καθόσον επί διαδοχής ΣΣΕ ισχύει η αρχή της διαδοχής τάξεων και δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ είναι επικρατέστεροι εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους. Μόνο εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε ειδικά ότι οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ θα αποτελούν όρους της ατομικής αυτής συμβάσεως, ανεξαρτήτως του αν οι όροι αυτοί θα εξακολουθούν να έχουν κανονιστική ισχύ, τότε οι όροι αυτοί, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν από νεότερη ΣΣΕ, η οποία περιέχει κανονιστικούς όρους δυσμενέστερους για το μισθωτό από εκείνους της καταργηθείσας ΣΣΕ (ΑΠ 1437/2006). Συνακόλουθα, οι ρυθμίσεις κανονισμών εργασίας, οι οποίοι ανήκουν στο δυνατό περιεχόμενο επιχειρησιακών ΣΣΕ (άρθρο 2 παρ. 6 ν. 1876/1990), μπορούν να συμπληρώνονται ή να συγκεκριμενοποιούνται με νεότερες ρυθμίσεις προερχόμενες από τις ίδιες ή και διαφορετικές πηγές. Αν πρόκειται για σχέση του κανονισμού με νεότερη ρύθμιση που προέχεται από πηγή που ανήκει στην ίδια ιεραρχική βαθμίδα και ρυθμίζει διαφορετικά τα ίδια θέματα, τότε εφαρμόζεται η αρχή της διαδοχής των τάξεων, οπότε η νεότερη ρύθμιση διαδέχεται την παλαιότερη, ακόμη και αν είναι δυσμενέστερη εκείνης. Τέλος, προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το π.δ. 156/1994, με το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά με τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ως άνω π.δ., η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, τον βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησης του καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία της έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της αδείας με αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησης της, στ) το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζομένου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής του εργαζομένου. Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε', στ', ζ' και η' μπορεί να γίνεται και με παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το παραπάνω π.δ. δεν έχει ως σκοπό να επιβάλλει στον εργοδότη οποιουδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιαδήποτε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά καθιερώνει απλά υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από τον νόμο είτε από την ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού, αφού η ενημέρωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση- του εργοδότη για κατάρτιση συμβάσεως και συνεπακόλουθα δεν νοείται η κατάρτιση οιασδήποτε συμβάσεως με την από τους εργαζόμενους αποδοχή της παραπάνω ενημέρωσης. Με την εκτέλεση, δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του π.δ. 156/1994, γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους , που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και την ατομική σύμβαση, και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 8-10-1965 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και υπηρέτησε σ' αυτήν ως υπάλληλος του Κλάδου Κυρίου Προσωπικού, εξελιχθείς μέχρι του βαθμού του Διευθυντή, αποχώρησε δε από την υπηρεσία του στις 31-12-2005.Οι εργασιακές σχέσεις του ενάγοντος ρυθμίζονταν αρχικά από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της εναγομένης και σύμφωνα με αυτόν ο ενάγων θα αποχωρούσε από την υπηρεσία του την 1-1-2010, γι' αυτό και η σύμβαση του ήταν ορισμένου χρόνου. Ο ενάγων δεν επικαλείται με την αγωγή του ότι με την προσχώρηση του στον Οργανισμό Υπηρεσίας της εναγομένης, ο προαναφερόμενος όρος περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής του σχέσης με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του κατέστη και όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Μάλιστα με την προσθήκη των προτάσεων του που κατέθεσε στο Εφετείο διευκρινίζει ρητά ότι πουθενά στην αγωγή ή στις προτάσεις του δεν υποστήριξε ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Οργανισμού αποτέλεσαν αυτόματα όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Ο παραπάνω Οργανισμός Υπηρεσίας της εναγομένης καταργήθηκε αναδρομικά από 12-3-2001, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος κανονισμός εργασίας και προσωπικού της τράπεζας, το άρθρο 33 του οποίου τροποποιήθηκε με την από 5-6-2002 ΕΣΣΕ και με βάση τη νέα πλέον ρύθμιση η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έληγε αυτοδικαίως την 1-1-2006, αφού τότε θα είχε συμπληρώσει το 58° έτος της ηλικίας του (γεννήθηκε το έτος 1947) και 39 έτη συντάξιμης υπηρεσίας. Ενόψει αυτού ο ενάγων με την από 2-6-2005 αίτηση του προς τη Διοίκηση της εναγομένης ζήτησε να παραταθεί η παραμονή του στην υπηρεσία μέχρι τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του , πλην όμως η εναγομένη απέρριψε το αίτημα του. Ομοίως, η εναγομένη απέρριψε και νέο αίτημα του ενάγοντος, το οποίο αυτός υπέβαλε με την από 3-10-2005 αίτηση του, με την οποία ζήτησε την παράταση της παραμονής του επί δυο έτη, ήτοι μέχρι 31-12-2007. Κατόπιν της νέας αυτής άρνησης της εναγομένης ο ενάγων κατέθεσε κατ' αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε να απαγορευθεί στην εναγομένη, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης του, να το απομακρύνει από την υπηρεσία την 1-1-2006, εκδόθηκε δε από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών σχετική προσωρινή διαταγή, η οποία όμως, ανακλήθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στις 23-1-2006 μετά από αίτηση της εναγομένης. Κατόπιν αυτού, στις 24-1-2006, η εναγομένη τον διέγραψε από τη δύναμη του προσωπικού της τράπεζας, γεγονός το οποίο γνωστοποίησε με έγγραφο της στον ενάγοντα στις 26-1-2006. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία του λόγω λύσης της σύμβασης εργασίας του με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του. Εγκύρως, με την από 5-6-2002 ΕΣΣΕ, αντικαταστάθηκε το άρθρο 33 του (νέου) Κανονισμού εργασίας και προσωπικού της εναγομένης και μειώθηκε το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης από το 62° στο 58° έτος. Ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κανονιστικός όρος του άρθρου 26 του προϊσχύσαντος Οργανισμού της εναγομένης ή του άρθρου 33 του νέου Κανονισμού, οι οποίοι όριζαν ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της τράπεζας το 62° έτος της ηλικίας τους, είχε καταστεί και όρος τη ατομικής συμβάσεως του ενάγοντος. Ουδόλως αποδείχθηκε ότι στην αρχική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος υπήρξε ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης για ενσωμάτωση των κανονιστικών όρων του ως άνω Οργανισμού στην ατομική σύμβαση εργασίας του, ούτε και αργότερα καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων άλλη ατομική, γραπτή ή προφορική, σύμβαση με παρόμοιο περιεχόμενο. Ισχυρίζεται, όμως, ο ενάγων ότι όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής του σχέσης με συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, κατέστη όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του με τη γνωστοποίηση σ' αυτόν από την εναγομένη με τα από 10-3-1996 και 23-1-1998 έγγραφα της των ουσιωδών όρων της ατομικής σύμβασης του, σύμφωνα με το π.δ. 156/1994, και την αποδοχή εκ μέρους του των πιο πάνω όρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η διάρκεια της ορισμένου χρόνου σύμβασης του με τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του παραπάνω προϊσχύσαντος Οργανισμού. Όμως, αν δεν υφίσταται αυτόματη ενσωμάτωση των όρων του Κανονισμού Εργασίας στην ατομική σύμβαση εργασίας (πράγμα το οποίο αρνείται ο ενάγων) ή αν δεν υφίσταται ειδική και ρητή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή σε συγκεκριμένο Κανονισμό Εργασίας ή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης ρυθμίσεις, και η αποδοχή αυτών, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας ή συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού. Εξάλλου, ούτε και ο όρος 33 του νέου Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, που καταρτίστηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, κατέστη όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αφού οι κανονιστικές διατάξεις του καταρτισθέντος με συλλογική σύμβαση κανονισμού δεν ενσωματώνονται εκ του νόμου σ' αυτήν αλλά επενεργούν έξωθεν έχοντας άμεση και αναγκαστική ισχύ επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας, ενώ δεν αποδείχθηκε και η ύπαρξη σχετικής ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Μετά την άνω αντικατάσταση του άρθρου 33 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης έπαυσε η ισχύς του σχετικού κανονιστικού όρου που καθόριζε ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης εργασίας των υπαλλήλων της το 62° έτος της ηλικίας τους και επομένως η ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, εφόσον δεν είχε ειδικά συμφωνηθεί η λύση αυτής με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, κατελήφθη πλέον από τη νέα ρύθμιση της από 5-6-2002 ΕΣΣΕ, με την οποία το ανωτέρω όριο μειώθηκε στο 58° έτος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αφού έκρινε ότι με την άνω αναφερόμενη γνωστοποίηση των ουσιωδών όρων εργασίας του ενάγοντος είχε γίνει ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης και δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου, με το να κρίνει ότι με την ως άνω αναφερόμενη γνωστοποίηση των ουσιωδών όρων εργασίας του ενάγοντος είχε γίνει ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 680 §2 ΑΚ, 7 §2 ν. 1876/1990, 3 §1 π.δ. 156/1994, 3 §1 της οδηγίας 91/533/Ε.Ο.Κ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο. Καμιά αντίφαση δεν υπάρχει στην παραδοχή του Εφετείου ότι δεν καταρτίστηκε ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την ισχύ του άρθρου 26 του Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης στη σύμβαση του ενάγοντος και στην παραδοχή "ο ενάγων, ισχυρίζεται, ότι όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής του σχέσης με συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, κατέστη όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του με τη γνωστοποίηση σ' αυτόν από την εναγομένη με τα από 10-3-1996 και 23-1-1998 έγγραφα της των ουσιωδών όρων της ατομικής σύμβασής του, σύμφωνα με το π.δ. 156/1994, και την αποδοχή εκ μέρους του των πιο πάνω όρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η διάρκεια της ορισμένου χρόνου σύμβασης του με τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του παραπάνω προϊσχύσαντος Οργανισμού", αφού, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση, η άνω ενημέρωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση του εργοδότη για κατάρτιση συμβάσεως και συνεπακόλουθα δεν νοείται η κατάρτιση οιασδήποτε συμβάσεως με την από τους εργαζόμενους αποδοχή της παραπάνω ενημέρωσης. Επομένως, οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης του αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που αφορούν τους κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, μέμφεται αυτός την ως άνω απόφαση για το λόγο ότι, μολονότι δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς την ύπαρξη ερμηνευτικού κενού ή αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο των από 10-3-1996 και 23-1-1998 εγγράφων της εναγομένης σχετικά με το αν ενσωματώνουν στην ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος κανονιστικούς όρους με τη ρητή παραπομπή που περιέχουν σε αυτούς ή αν τα ως άνω έγγραφα αποτέλεσαν ενημερωτικά έγγραφα χωρίς έννομες συνέπειες, προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων και έκρινε αναιτιολόγητα ότι τα ως άνω έγγραφα είχαν απλό ενημερωτικό χαρακτήρα, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Πλην, ο λόγος αυτός και ως προς τα δύο μέρη του, από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε ότι τα ως άνω έγγραφα περιέχουν ειδική συμφωνία των διαδίκων για την ισχύ συγκεκριμένου κανονιστικού όρου, δηλαδή εκείνου του άρθρου 26 του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, με τη ρητή παραπομπή σ' αυτόν αλλά, αντιθέτως, ανέλεγκτα εκτίμησε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων και έκρινε ότι η προαναφερόμενη ενημέρωση του αναιρεσείοντος αφορούσε απλώς τη γνωστοποίηση σ' αυτόν της υπάρχουσας νομικής κατάστασης της συμβάσεως του.
II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του θεωρεί ως σωστή. Γενικά ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω από 10-3-1996 και 23-1-1998 εγγράφων της εναγομένης με την κρίση του ότι αυτά δεν ενσωματώνουν στην ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος κανονιστικούς όρους με τη ρητή παραπομπή που περιέχουν σε αυτούς αλλά αποτέλεσαν ενημερωτικά έγγραφα χωρίς έννομες συνέπειες. Όμως, με το λόγο αυτό αναιρέσεως δεν προβάλλονται περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν αναίρεση με βάση τη διάταξη που προαναφέρθηκε, αλλά πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου κατά την εκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων, αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλματος ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου και όχι σφάλματος ως προς την ανάγνωση του.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
III. Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία έχει έντονο τον χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, τούτο δε διακηρύσσεται και με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται αδιακρίτως σε κάθε δικαίωμα. Περαιτέρω, ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου (ΟλΑΠ 6/2009). Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, κατά την ερμηνεία της διατάξεως αυτής, σύμφωνη και προς το ανωτέρω άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, οι απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες ενοχικές αξιώσεις είναι κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις του εργατικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ισχυρίστηκε σ' αυτή με επικουρική βάση ότι η εναγομένη προέβη στη μείωση του ορίου ηλικίας κατά κατάχρηση της ελευθερίας της για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αφού 1) αυτή μεθόδευσε την πρόωρη λύση της συμβάσεως εργασίας του καταστρατηγώντας τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, 2) η συγκεκριμένη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον με αυτή ελάχιστοι υπάλληλοι της αποχώρησαν από την υπηρεσία τους, ενώ η εναγομένη θα μπορούσε να επιτύχει την απομάκρυνση περισσότερων με εθελούσια έξοδο, 3) ο παράλογος μικροοικονομικός χαρακτήρας του 58ου έτους ως ορίου ηλικίας και οι εγγενείς αδυναμίες της ρύθμισης θα οδηγήσουν σύντομα στην αντικατάσταση της και 4) η ως άνω ρύθμιση προσβάλλει, επίσης, το νόμιμο δικαίωμα προσδοκίας του για τη συνταξιοδότηση του την 1-1-2010. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι η ανωτέρω επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, με αυτό το περιεχόμενο, είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι νόμιμα και έγκυρα αντικαταστάθηκε με την από 5-6-2002 ΕΣΣΕ το άρθρο 33 του (νέου) Κανονισμού εργασίας και προσωπικού της εναγομένης, ο οποίος καταρτίστηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, και μειώθηκε το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης από το 62° στο 58° έτος, αφού οι όροι εργασίας που ρυθμίζει η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη συλλογική σύμβαση του ίδιου επιπέδου, η οποία μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ ακόμη και σε βάρος των εργαζομένων. Το γεγονός ότι με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ ορίστηκε ως όριο για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης το 62° έτος, δεν μπορεί να αποδοθεί σε μεθόδευση της εναγομένης προ καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 1876/90 και ειδικότερα της αρχής της εύνοιας, αφού, σε περίπτωση που πράγματι υπήρχαν ευνοϊκότεροι όροι στις ατομικές συμβάσεις εργασίας αυτών, αυτοί θα υπερίσχυαν των τυχόν δυσμενέστερων όρων τόσο του νέου Κανονισμού όσο και της τροποποιητικής αυτού από 5-6-2002 ΕΣΣΕ. Εξάλλου, ενόψει του ότι η μείωση του ορίου ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης επήλθε με συλλογική σύμβαση εργασίας αλλά και της υπάρχουσας δυνατότητας η νεότερη συλλογική σύμβαση να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ακόμη και σε βάρος των εργαζομένων, με την ένδικη ρύθμιση, η οποία έχει γενικό και απρόσωπο χαρακτήρα, δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, ακόμη και εάν πράγματι ελάχιστα άτομα αποχώρησαν με τη συγκεκριμένη ρύθμιση, δεδομένου ότι η εφαρμογή προγράμματος εθελούσιας εξόδου, που κατά τον ενάγοντα όφειλε να εφαρμόσει η εναγομένη, εναπόκειται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη, αλλά ούτε και αποσβέστηκε περιουσιακό ενοχικό δικαίωμα του ενάγοντος και ειδικότερα περιουσιακού χαρακτήρα απαίτηση αυτού, η οποία να είχε γεννηθεί κατά το ελληνικό δίκαιο και για την οποία να υπήρχε νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθεί δικαστικά, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς. Επομένως, η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν έγινε κατά κατάχρηση της ελευθερίας για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Πρέπει, λοιπόν, και η επικουρική βάση της αγωγής να απορριφθεί. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 3 του Συντάγματος, 281 ΑΚ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του πέμπτου και έβδομου λόγων αναιρέσεως. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, αφού η ίδρυση λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό αυτό προϋποθέτει κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής και δεν ιδρύεται σε περίπτωση απόρριψης αυτής ως μη νόμιμης. Τέλος, ενόψει του ότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου, δεν ιδρύεται, σε περίπτωση παραβιάσεως της αρχής αυτής λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5886/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι όροι με ισχύ νόμου εφαρμοζόμενου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού.- Οι όροι εργασίας που ρυθμίζονται από ΣΣΕ, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη ΣΣΕ.- Στη περίπτωση αυτή πρόκειται περί διαδοχής ΣΣΕ, όπου η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, καθόσον επί διαδοχής ΣΣΕ ισχύει η αρχή της διαδοχής τάξεων και δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της αρχής της ευνοίας υπέρ των μισθωτών.- Μόνο εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε ειδικά ότι οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ θα αποτελούν όρους της ατομικής αυτής συμβάσεως, ανεξαρτήτως του αν οι όροι αυτοί θα εξακολουθούν να έχουν κανονιστική ισχύ, τότε οι όροι αυτοί, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν από νεότερη ΣΣΕ, η οποία περιέχει κανονιστικούς όρους δυσμενέστερους για το μισθωτό από εκείνους της καταργηθείσας ΣΣΕ.- Με το π.δ. 156/1994 επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά με τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης.- Η υποχρέωσηενημέρωσης αφορά την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία.- Η αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου.- Με τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.- Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, οι απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.- Τέτοιες ενοχικές αξιώσεις είναι κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις του εργατικού δικαίου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 859/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπου Παπαηλιού- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κατσάλα, περί αναιρέσεως της ΒΤ2797/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "ALSINCO A.E." που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Αυγούστου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1222/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν ο παθών θέλει να ζητήσει την ποινική δίωξη αξιόποινης πράξεως, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ.2 και 3. Στο άρθρο δε 42 παρ.2 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η μήνυση γίνεται απ'ευθείας στον ειαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους προανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον μηνυτή είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της μηνύσεως, μπορεί δε να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέως πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια δημοτική ή κοινοτική Αρχή ή δικηγόρο. Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ.1 του ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το β.δ.174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "Το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνο είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στην παρ.1 ότι "Το διοικητικόν συμβούλιον είναι αρμόδιον ν'αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις των εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ.3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.4 του ν.2339/1995 "Το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν.2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ.1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας το οποίο (22 παρ.1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ.2 και 22 παρ.3 του άνω ν.2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ.2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπεται στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ.3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως προς άρθρο 18 παρ.2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία τα καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ.3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ.3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (ΟλΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ.3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το διοικητικό συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργείως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέτει σε τρίτο ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ.3 του ν.2190/1920 να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ.1 εδ.γ'ΚΠΔ (Ολ. 6/2006). Στην προκείμενη περίπτωση με την 2797/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, που δίκασε κατ'έφεση κατά της 8196/2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 12 μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για ακάλυπτες επιταγές. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου υπέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής διώξεως, διότι η υποβληθείσα εναντίον του έγκληση από την εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία δεν ήταν νομότυπη, διότι στο πρακτικό του Δ.Σ. που προσαρτήθηκε στην έγκληση ως πληρεξούσιο έγγραφο, δεν βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων, μελών του διοικητικού συμβουλίου, από δικηγόρο ή δημόσια κλπ αρχή. Τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό η προβαλλόμενη απόφαση τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι η ασκούμενη δικηγόρος Αλεξάνδρα Σπηλιωπούλου, που υπέβαλε την έγκληση για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALSINCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΗΣ-ΥΠΟΔΗΣΗ ΚΑΙ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ" και στην οποία συνήψε το σχετικό πρακτικό συνεδριάσεως του Δ.Σ. της εγκαλούσας Α.Ε., ενήργησε ως υποκατάστατη του Δ.Σ. της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.2 του καταστατικού της, που προβλέπει την ανάθεση από το Δ.Σ. σε τρίτο πρόσωπο της εκπροσώπευσης της εταιρείας, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση της ανάθεσης, και, επομένως, δεν απαιτείτο βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. στο προαναφερόμενο πρακτικό από δικηγόρο ή δημόσια κλ.π αρχή. Από την παραδεκτή επισκόπηση του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρείας προκύπτει ότι υπάρχει πράγματι πρόβλεψη για την ανωτέρω υποκατάσταση του Δ.Σ. της εγκαλούσας εταιρείας από τρίτο πρόσωπο. Επομένως, εφόσον με το 129/20-7-2001 πρακτικό συνεδριάσεως του Δ.Σ. της εγκαλούσας εταιρείας, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται, τα μέλη αυτού παρέσχον την εξουσιοδότηση στην ασκούμενη δικηγόρο Αλεξάνδρα Σπηλιωπούλου να υπογράψει και καταθέσει την έγκληση εναντίον του αναιρεσείοντος, δεν απαιτείτο να βεβαιωθεί στο πρακτικό συνεδριάσεως του ΔΣ η γνησιότητα της υπογραφής των μελών του από δικηγόρο κλπ. Κατά συνέπεια ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.δ'και ε'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 79 παρ.1 και 5 του ν.5960/1933, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.1325/1972 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 του ν.2408/1996, με την έννοια ότι υπάρχουν ασάφειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως που απέρριψε τον προβληθέντα ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής διώξεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το δικαστήριο διέλαβε την απαιτούμενη ανωτέρω ειδική αιτιολογία, χωρίς ασάφειες, και δεν παραβιάστηκε εκ πλαγίου η ανωτέρω διάταξη. Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος ότι δεν προκύπτει ποιο πρόσωπο υπέγραψε υπό την εταιρική επωνυμία το ανωτέρω πρακτικό συνεδριάσεως της εγκαλούσας εταιρείας κάτω από το φράση "ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ Δ.Σ.", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται στον προβληθέντα ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, επομένως, δεν είχε αυτό λόγο να απαντήσει. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, θα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-8-2009 αίτηση του ...για αναίρεση της 2797/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έγκληση ανώνυμης εταιρείας από υποκατά-στατο. Δεν απαιτείται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., που υπέγραψαν το σχετικό πρακτικό. Απορρίπτει αίτηση.
|
Έγκληση
|
Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία.
| 1
|
Αριθμός 858/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων :1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.2224/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον Ψ1 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ2 .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Δεκεμβρίου 2009 και 3 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 103/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 69/9.2.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις με αριθμούς ... αιτήσεις αναίρεσης των 1) Χ1 και 2) Χ2, κρατουμένων προσωρινά στις Φυλακές ..., κατά του με αριθμό 2224/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:Ι.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 484 παρ.1, 509 παρ.1, και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρα 476 παρ.1-513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπουμένος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ. ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε με το βούλευμα, πρέπει να γίνεται στην έκθεση για την άσκηση της μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή, η ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα. Επίσης για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος (ΑΠ 1999/02). II. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 2273/2009 βούλευμα του παρέπεμψε τους αιτούντες μαζί με άλλους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις, οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία από το με αριθμό 2224/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ενώπιον του διευθυντή των φυλακών ..., συνταχθεισών των σχετικών εκθέσεων, στις οποίες αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Στο βούλευμα αυτό δεν αντιστοιχούν τα πραγματικά περιστατικά στους ουσιαστικούς κανόνες Ποινικού Δικαίου που εφαρμόζονται, με συνέπεια ο ... να έχει απαλλαγή από κάθε κατηγορία, ενώ εγώ που δεν έχω καμμία σχέση προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική με τον τρίτο που ζημιώθηκε, να διώκομαι με το αναφερθέν βούλευμα και την κατηγορία που προκύπτει απ' αυτό. ΔΓ αυτούς τους λόγους ζητώ την αναίρεση του βουλεύματος αυτού και την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία".Οι λόγοι αυτοί όμως, όπως διατυπώνονται στις εκθέσεις αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού αφ' ενός μεν δεν αναφέρουν κάποιο αναιρετικό λόγο, αφ' ετέρου και αν κατ' εκτίμηση γίνει δεκτό ότι με αυτές προβάλλονται ως αναιρετικοί λόγοι η εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν προσδιορίζουν με το πρώτο σε τι ακριβώς συνίσταται το σφάλμα του Συμβουλίου Εφετών και την ερμηνεία της διάταξης του 386 παρ.1-3 ΠΚ, ενώ επίσης δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τα πληττόμενα κεφάλαια του. Επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης είναι αόριστες και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα ( άρθρα 476 παρ.1 - 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
1) Να απορριφθούν οι με αριθμούς 931/2009 και 938/2009 αιτήσεις αναίρεσης των α) Χ1 και β) Χ2 κατά του με αριθμό 2224/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.Αθήνα 21/1/2010
Ο Αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι με αριθμούς ... αιτήσεις αναίρεσης των 1)Χ1 και 2)Χ2, κρατουμένων προσωρινά στις Φυλακές ..., κατά του με αριθμό 2224/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠο.νΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα), Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής-διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' του ΚΠΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Επίσης για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 2273/2009 βούλευμα του παρέπεμψε τους αιτούντες, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις, οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία από το με αριθμό 2224/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ενώπιον του διευθυντή των φυλακών ..., συνταχθεισών των σχετικών εκθέσεων, στις οποίες αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Στο βούλευμα αυτό δεν αντιστοιχούν τα πραγματικά περιστατικά στους ουσιαστικούς κανόνες Ποινικού Δικαίου που εφαρμόζονται, με συνέπεια ο ... να έχει απαλλαγή από κάθε κατηγορία, ενώ εγώ που δεν έχω καμμία σχέση προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική με τον τρίτο που ζημιώθηκε, να διώκομαι με το αναφερθέν βούλευμα και την κατηγορία που προκύπτει απ' αυτό. Για αυτούς τους λόγους ζητώ την αναίρεση του βουλεύματος αυτού και την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία".
Οι λόγοι αυτοί όμως, όπως διατυπώνονται στις εκθέσεις αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού αφ' ενός μεν δεν αναφέρουν κάποιο αναιρετικό λόγο, αφ' ετέρου και αν κατ' εκτίμηση γίνει δεκτό ότι με αυτές προβάλλονται ως αναιρετικοί λόγοι η εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν προσδιορίζουν με το πρώτο σε τι ακριβώς συνίσταται το σφάλμα του Συμβουλίου Εφετών και την ερμηνεία της διάταξης του 386 παρ.1-3 ΠΚ, ενώ επίσης δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τα πληττόμενα κεφάλαια του.
Επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης είναι αόριστες και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Σημειώνεται ότι για την απόρριψη αυτή ειδοποιήθηκαν κατ'άρθρο 476 παρ.1 εδ.τελ. οι αντίκλητοι δικηγόροι των κατηγορουμένων από τον εισαγγελέα, σύμφωνα με την περί αυτής επισημείωση του γραμματέα, στο φάκελλο της δικογραφίας. Πρέπει δε να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 - 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει τις με αριθμούς 931/2009 και 938/2009 αιτήσεις αναίρεσης των : α)Χ1 και β)Χ2, κατά του με αριθμό 2224/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθέναν από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό Βούλευμα. Αόριστοι οι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει αιτήσεις ως απαράδεκτες. Ειδοποιήθηκαν προς τούτο οι αντίκλητοι δικηγόροι των αναιρεσειόντων.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
Αριθμός 857/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας , περί αναιρέσεως της 6407/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Λαρίσης.
Με κατηγορούμενο τον Χ κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Μονομελές Πλημ/κείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 3/29.7.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Λάρισας Κων/νου Χατζημπύρου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1451/09.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 94 §1 του ΠΚ, 505 §1 και 551 §§ 1, 2 και 3 και ΚΠΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή, δηλαδή τα άρ. 94 επ. αυτού, αν δε μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, αν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Αν όμως η καθορισθείσα συνολική ποινή δεν είναι η βαρύτερη και δεν πρόκειται να αποτελέσει τη βάση της νέας επιμέτρησης, αλλά πρόκειται να συγχωνευθεί με άλλη βαρύτερη, τότε διασπάται και συγχωνεύονται οι επί μέρους ποινές με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να ληφθεί από αυτές μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για το σχηματισμό νέας συνολικής ποινής από αυτό που είχε ληφθεί προηγουμένως. Αν παραβιασθούν οι παραπάνω διατάξεις για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασθέντα και τον Εισαγγελέα για τον από το άρ. 510 §1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο, καθόσον οι διατάξεις αυτές είναι ουσιαστικές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 473 §3, 479 §2, 504 §1 και 505 §1 περ. δ', προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών ασκεί αναίρεση κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου όπου είναι τοποθετημένος και κατά των αποφάσεων των μονομελών πλημμελειοδικείων και των πταισματοδικείων της περιφέρειάς του, καταδικαστικών, αθωωτικών, εκείνων που παύουν τη δίωξη ή την κηρύσσουν απαράδεκτη ή κηρύσσουν αναρμοδιότητα. Κατά των αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να προτείνει μόνο το λόγο αναιρέσεως του άρθρ. 510 §1 Ε, δηλ. για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, σύμφωνα με το άρθρ. 506 στοιχ. β. Στην προκείμενη περίπτωση, με δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 3/29-7-09 έκθεσή του ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας άσκησε αναίρεση κατά της με αριθμό 6407/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, ισχυριζόμενος ότι "η με αριθμ. 6407/20-7-2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, πάσχει νομικώς καθόσον εξεδόθη αφενός μεν κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 97 σε συνδ. με το άρθρο 94 του Ποινικού Κώδικα, αφετέρου δε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του ως άνω Δικαστηρίου, δεδομένου ότι προϋπόθεση σχηματισμού συνολικής ποινής με βάση επιμέρους αποφάσεις είναι, οι ποινές που επέβαλαν αυτές, να συναντώνται κατά την εκτέλεση και δεν νοείται συγχώνευση ποινών στερητικών της ελευθερίας μετά την ολοκληρωτική και διαδοχική εκτέλεσή τους". Η αίτηση είναι νόμιμη, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν, δοθέντος ότι ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του γραμματέα του Κ.Κ. Κορυδαλλού, .... Στην προκειμένη περίπτωση, από τις δικαστικές αποφάσεις και τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος προκειμένου να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου της αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τη με αριθ. 6407/20-7-2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας έγινε δεκτή η από 20-7-2009 αίτηση του Χ περί καθορισμού συνολικής ποινής με βάση τις ακόλουθες αποφάσεις: α) τη με αριθ. 593/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας με την οποία επιβλήθηκε στον ανωτέρω ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών και χρηματική ποινή διακοσίων (200) ευρώ, β) τη με αριθ. 326/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας με την οποία επιβλήθηκε στον ανωτέρω ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών και γ) τη με αριθ. 6805/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας με την οποία επιβλήθηκε στον ανωτέρω ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών, σχηματίσθηκε δε συνολική ποινή φυλάκισης πενήντα (50) ημερών. Όπως όμως προκύπτει από το από ... πιστοποιητικό κράτησης του Καταστήματος Κράτησης ..., που δεν είχε περιληφθεί στη σχετική δικογραφία και δεν είχε ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, καθώς και από το με αριθ. πρωτ. 17575/20-7-2009 έγγραφο του ανωτέρω σωφρονιστικού καταστήματος και το με αριθ. 8960/28-7-2009 έγγραφο του Καταστήματος Κράτησης Άμφισσας, ο Χ είχε ήδη κατά το χρόνο υποβολής της ανωτέρω αίτησης εκτίσει ολοκληρωτικά και μάλιστα διαδοχικά (ΑΠ 81/2004) κάθε μία από τις επιμέρους ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί σε αυτόν με τις ως άνω αποφάσεις που εν συνεχεία συγχωνεύτηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Κατάστημα Κράτησης Λάρισας είχε υπολογίσει στο χρόνο κράτησης του αιτούντος εσφαλμένως επιπλέον τρεις (3) μήνες, καθόσον θεωρούσε ότι με τη με αριθ. 6805/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας είχε επιβληθεί σε αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών και τριάντα (30 ημερών), ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω απόφαση του είχε επιβάλει ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών. Ενόψει των προεκτεθέντων είναι σαφές ότι η με αριθ. 6407/20-7-2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, πάσχει νομικώς καθόσον εξεδόθη αφενός κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 97 σε συνδ. με το άρθρο 94 του Ποινικού Κώδικα, αφετέρου δε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του ως άνω Δικαστηρίου δεδομένου ότι προϋπόθεση σχηματισμού συνολικής ποινής με βάση επιμέρους αποφάσεις είναι οι ποινές που επέβαλαν αυτές να συναντώνται κατά την εκτέλεση και δεν νοείται συγχώνευση ποινών στερητικών της ελευθερίας μετά την ολοκληρωτική και διαδοχική εκτέλεσή τους.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση 6.407/2009 του Μονομελούς Πλημ/κείου Λάρισας, κατά το βάσιμο από το άρθρο 510 §1 περ.Ε' ΚΠΔ σχετικό λόγο της αιτήσεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών Λάρισας. Όμως, δεν θα παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που δίκασε, αλλά κατ' άρθρ. 518 §1 του αυτού Κώδικα, το Δικαστήριο αυτό θα κρατήσει την υπόθεση και, εφαρμόζοντας τη σωστή ποινική διάταξη, θα απορρίψει την από 20-7-2009 αίτηση του κατηγορουμένου, περί καθορισμού συνολικής ποινής, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 6.407/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Κρατεί αυτό την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 20-7-2009 αίτηση του κατηγορουμένου, Χ, για τη συγχώνευση των ποινών που του επιβλήθηκαν με τις παρακάτω αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις:
1.Με την απόφαση 593/2009 του Μονομελούς Πλημ/κείου Λάρισας φυλάκιση τριάντα (30) ημερών x 10 ευρώ και χρηματική ποινή 200 ευρώ.
2.Με την απόφαση 326/2009 του Μονομελούς Πλημ/κείου Λάρισας, φυλάκιση τριάντα (30) ημερών x 10 ευρώ.
3.Με την απόφαση 6805/2007 του Μονομελούς Πλημ/κείου Λάρισας, φυλάκιση τριάντα (30) ημερών x 10 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί. Έφεση του Εισαγγελέα Πλημ/κών κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου, που καθόρισε συνολική ποινή φυλακίσεως στον κατηγορούμενο, ο οποίος με αίτησή του είχε ζητήσει αυτό. Όμως ο αιτών - κατηγορούμενος, κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως, είχε ήδη εκτίσει ολοκληρωτικά και μάλιστα διαδοχικά, κάθε μία από τις επιμέρους ποινές φυλακίσεως που του είχαν επιβληθεί και εν συνεχεία συγχωνεύθηκαν, χωρίς να το γνωρίζει το δικαστήριο, που τις συγχώνευσε. Υστέρα γνώση του γεγονότος αυτού από το Δικαστήριο. Μη ορθή του νόμου εφαρμογή. Δεκτή η αίτηση του Εισαγγελέα. Αναιρεί. Κρατεί το ίδιο την υπόθεση κατά την 518 § 1 ΚΠΔ διάταξη και απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 856/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσείόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Μύρτσο, περί αναιρέσεως της 65/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Μαϊου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 775/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 65/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι. Παραβάσεως αρθρ.106 Π.Δ.1073/81 σε συνδ. Με αρθρ.17 παρ.1 του Ν.2639/1998 και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών στον καθένα, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "οι κατηγορούμενοι, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, με την ιδιότητα τους ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΑΤΕΡ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, που είχε αναλάβει ως εργολάβος την ανέγερση οικοδομής που βρίσκεται στη διασταύρωση ..., ενώ απασχολούσαν εργαζόμενους στο προαναφερόμενο εργοτάξιο δε φρόντισαν να τους παρέχουν κατάλληλα υποδήματα (σκληρόν ή ενισχυμένο ποντίνι δια την προστασία έναντι πτώσεως βαρέων αντικειμένων και σόλα, η οποία να προφυλάσσει από κίνδυνο ολισθήσεως, διατρήσεως από καρφιά κλπ.), κατά παράβαση του νόμου. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως που τους αποδίδεται όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας. " Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες της αξιόποισης πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 106 Π.Δ/τος 1037/1981 σε συνδ.με αρθρ.17 παρ.1 Ν.2639/98, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και ειδικότερα του ότι: "Στη ... στις 23-9-2004, με την ιδιότητα τους ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΑΤΕΡ Α.Ε.", που εδρεύει στη ..., που είχε αναλάβει ως εργολάβος την ανέγερση οικοδομής που βρίσκεται-στη διασταύρωση ..., ενώ απασχολούσαν εργαζόμενους στο προαναφερόμενο εργοτάξιο δε φρόντισαν να τους παρέχουν κατάλληλα υποδήματα (σκληρόν ή ενισχυμένο ποντίνι δια την προστασία έναντι πτώσεως βαρέων αντικειμένων και σόλα, η οποία να προφυλάσσει από κίνδυνο ολισθήσεως, διατρήσεως από καρφιά κλπ.), κατά παράβαση του νόμου.
ΔΕΧΕΤΑΙ το Δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 §2α' Π.Κ.)." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματο για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2α ΠΚ και αρθρ.106 Π.Δ/τος 1073/81, 17 παρ.1 του Ν.2639/1998, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 65/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα-εκπροσωπήθηκαν οι κατηγορούμενοι), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας :1)Ξ1 και 2)Ξ2. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι:1)δεν αναφέρεται ποιο νόμο παραβίασαν οι κατηγορούμενοι, αφού από τα πρακτικά της αποφάσεως προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 Ν.2632/98 και 2) το άρθρο 106 του άνω Π.Δ/τος δεν αναφέρει τον υπεύθυνο για την προμήθεια των καταλλήλων για την εργασία υποδημάτων των εργαζομένων, αφού ρητά αναφέρεται ότι αυτοί, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας, είχαν υποχρέωση να παρέχουν στους εργαζόμενους στην εταιρία τους, τα κατάλληλα για την εργασία τους υποδήματα στους εργαζόμενους. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαϊου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ.27/2009 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσ/νίκης) αίτηση των : 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3 για αναίρεση της με αριθμό 65/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, δεν εφοδίασαν τον εργαζόμενο στην εταιρεία τους με κατάλληλα για την εργασία υποδήματα. Παράβαση άρθρ. 106 Π.Δ. 1073/89 σε συνδ. προς άρθρ. 17 § 1 Ν. 2639/98. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιώδους ποινικής διατάξεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υποδημάτων εφοδιασμός.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 854/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 141-142/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Ζ1, 2) Ζ2 3) Ζ3, 4) Ζ4 και 5) Ζ5. Το Πενταμελές Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/09.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1, 2, 4 περ. δ του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 8 του νόμου 3064/2002 "Όποιος με την χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στην γενετήσια εκμετάλλευση του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) Ευρώ.". Κατά την παράγραφο 2 της ανωτέρω διατάξεως "Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά την συναίνεση προσώπου με την χρήση απατηλών μέσων ή παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του θύματος με υποσχέσεις" και κατά την παράγραφο 4 περ. δ της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) Ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη α).... β)..... γ) .....δ) τελέσθηκε κατ' επάγγελμα,...". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι υπαλλακτικώς μικτό, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά η συνδρομή περισσοτέρων μορφών, εφόσον το παθόν πρόσωπο είναι ένα, στοιχειοθετεί ένα έγκλημα, οι λοιπές δε μορφές λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματεμπορίας πρέπει ο δράστης χρησιμοποιώντας κάποιο από τους ανωτέρω τρόπους, να εξαναγκάζει άτομο, άρρεν ή θήλυ, ενήλικο ή ανήλικο, αν όμως πρόκειται περί ανηλίκου εφαρμόζονται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της παραγ. 4, ή να το παραπείθει να εκπορνευτεί. Το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι τετελεσμένο με την αποτελεσματική χρήση των εξαναγκαστικών και παραπειστικών μέσων χωρίς να είναι αναγκαίο να πραγματωθεί και η επίτευξη του σκοπού της εκπόρνευσης. Προστατευόμενο έννομο αγαθό με το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι το δημόσιο συμφέρον που έγκειται στην καταπολέμηση της εκμετάλλευσης της ακολασίας. Ο δράστης του εγκλήματος αυτού με την χρησιμοποίηση βίας (σωματικής ή ψυχολογικής) ή απειλές κάμπτει την αντίσταση του θύματος και επιτυγχάνει την γενετήσια εκμετάλλευσή του. Σκοπός του δράστη της σωματεμπορίας είναι να οδηγήσει το θύμα θήλυ ή άρρεν στην πορνεία, παρά την αντίθετη θέληση αυτού, η οποία επιβάλλεται (πορνεία) ή δια της χρησιμοποιήσεως βίας και απειλής οποιασδήποτε μορφής, ή με την χρησιμοποίηση ψευδών υποσχέσεων για νόμιμη εργασία στην χώρα ή με την εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσης, που μπορεί να δημιουργηθεί όταν το άτομο αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα ή βρίσκεται σε ξένη χώρα, χωρίς να απολαμβάνει της προστασίας των αρμοδίων αρχών και έτσι επιτυγχάνει να καμφθεί η βούλησή του ή να παραπεισθεί και να φύγει από τη Χώρα του να έλθει στην Ελλάδα, να προωθηθεί στο εσωτερικό της χώρας και να οδηγηθεί τελικά στην πορνεία. Η κοινωνική εξέλιξη επέβαλε την θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 8 του νόμου 3064/2002, με την οποία αντικαταστάθηκε εκείνη του άρθρου 351 του ΠΚ, ως άνω, λόγω της αθρόας εισόδου αλλοδαπών μεταναστών στην χώρα, πρόκειται δηλαδή για διασυνοριακό έγκλημα που τιμωρεί την εκμετάλλευση ανθρώπων, κυρίως γυναικών, επιθυμούντων νόμιμη εργασία προς επιβίωση, που συντελείται με την άσκηση επιρροής με χρήση βίας, απειλών ή ψευδών υποσχέσεων και κάμψη έτσι της βουλήσεως αυτών, λαμβανομένης υπόψη και της κατά την ανωτέρω έννοια ευάλωτης θέσεως αυτών. Η πράξη της σωματεμπορίας αποτελεί μία ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων. Η παράγραφος 4 της ανωτέρω διατάξεως (351 του ΠΚ) αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση του εγκλήματος, μεταξύ των άλλων και όταν ο δράστης προσλαμβάνει, με την έννοια ότι στρατολογεί στην πορνεία, μεταφέρει, που σημαίνει ότι διαμετακομίζει από τόπου σε τόπο, είτε αυτοπροσώπως, είτε δι άλλων προσώπων, εφόσον έχει την οργάνωση και τη διεύθυνση της διακινήσεως, προωθεί παράνομα με την έννοια της διαδοχικής μεταφοράς εντός ή εκτός της χώρας, με τους παραπάνω τρόπους, με σκοπό την εκπόρνευση και με την συντέλεση αυτής προς απόκτηση εισοδημάτων για βιοπορισμό αυτού (του δράστη). Η κατ' επάγγελμα, κατά την ανωτέρω έννοια, τέλεση του εγκλήματος της σωματεμπορίας που αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση αυτής και επισύρει για τον δράστη την ανωτέρω αυξημένη ποινή, θεσπίσθηκε, όπως λέχθηκε, λόγω της αθρόας εισόδου αλλοδαπών γυναικών στην χώρα και της εκμετάλλευσης αυτών με την προώθησή τους στην πορνεία, εξαιτίας των κρατουσών στις χώρες τους δυσμενών οικονομικών συνθηκών.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 349 παρ. 3 εδ. α του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο. 7 του Ν. 3064/2002, όποιος κατ` επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση, με οποιονδήποτε τρόπο, γυναίκας, που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή η ανηλικότητά της. Ο δράστης περαιτέρω απαιτείται να προβαίνει στην ανωτέρω πράξη του σύμφωνα με την δημιουργηθείσα από αυτόν υποδομή προς επανειλημμένη διάπραξη του εγκλήματος αυτού για να ποριστεί εισοδήματα για τον βιοπορισμό του ανεξάρτητα αν αυτά (τα εισοδήματα) καλύπτουν πλήρως ή μερικώς τον βιοπορισμό αυτού και ανεξάρτητα αν αυτά προέρχονται από μία μόνο γυναίκα. Υποκείμενο του εγκλήματος, κατ αντίθεση με την σωματεμπορία, μπορεί να είναι μόνον γυναίκα, που δεν έχει γίνει ακόμη πόρνη, έστω και μη αμέμπτων ηθών και ανήλικη ακόμη. Βασικό στοιχείο του εγκλήματος της μαστροπείας είναι η μη προηγούμενη εκπόρνευση της γυναίκας, πράγμα το οποίο δεν απαιτείται επί σωματεμπορίας. Με κερδοσκοπία ενεργεί ο δράστης όταν έχει ως κίνητρο του την απόκτηση χρημάτων ή άλλων αμοιβών και με τον σκοπό αυτό παρακινεί στην πορνεία γυναίκες. Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος αυτού κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία συγχρόνως, γι' αυτό και δεν δημιουργείται ασάφεια στην καταδικαστική απόφαση από την παραδοχή ότι η συγκεκριμένη πράξη έχει τελεστεί κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Επίσης, δεν απαιτείται η απόδειξη και η αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο, έναντι αμοιβής, παρέσχε τη σαρκική ηδονή. Ο δράστης ενεργεί κατ` επάγγελμα, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ από κερδοσκοπία ενεργεί αυτός, όταν αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος, που αρκεί να προέρχεται και από μία μόνο γυναίκα, ανήλικη ή ενήλικη, έστω και μία φορά. Μεταξύ των εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις ανωτέρω διατάξεις, όπως έχουν μετά την αντικατάστασή τους με τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 3064/2002, από την παράθεση ανωτέρω των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων τους, ως και το ποιο μπορεί να είναι παθητικό υποκείμενο, προκύπτει ότι υφίσταται αληθινή συρροή, λόγω του ότι κανένα από αυτά δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο, ούτε επιβαρυντική περίσταση, ούτε αναγκαίο μέσο τελέσεως του άλλου, οπότε κανένα από αυτά δεν απορροφάται από το άλλο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών, εκ του ότι δε δόθηκε διαφορετική αποδεικτική αξία σε ορισμένα από αυτά, δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε εκτιμήθηκαν τα άλλα. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Aρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της σωματεμπορίας κατ επάγγελμα και μαστρωπείας, κατ εξακολούθηση και κατ επάγγελμα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, μέσω της γνωστής του ... υπηκόου Ξ, ήλθε στις 22-8-2003 σε επικοινωνία με την αλλοδαπή υπήκοο ... Ψ, που διέμενε στην .... Εκμεταλλευόμενος την δεινή οικονομική της κατάσταση, αφού αυτή ήταν άνεργη και συντηρούσε και άλλα μέλη της οικογένειας της (μητέρα, γιαγιά και κόρη) την διαβεβαίωσε ότι έχει τη δυνατότητα να της εξασφαλίσει εργασία στην Ελλάδα και μάλιστα με υψηλές αποδοχές σε διάφορα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως. Παράλληλα προθυμοποιήθηκε να καταβάλει το αντίτιμο του αεροπορικού της εισιτηρίου, αλλά και να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση των εγγράφων που θα νομιμοποιούσαν την παραμονή της στην Ελλάδα. Με τον τρόπο αυτό την έπεισε να έλθει στη .... Έτσι στις 4-9-2003 η ανωτέρω Ψ έφθασε αεροπορικώς από την ... στην .... Στο αεροδρόμιο την παρέλαβε, μετά από συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο δεύτερος κατηγορούμενος Ζ1, που είναι εξάδελφος του, ο οποίος τελούσε εν γνώσει του πιο κάτω εγκληματικού σκοπού του πρώτου κατηγορουμένου. Στη συνέχεια, καθ' υπόδειξη του τελευταίου, την μετέφερε με το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του στην ..., στην οικία φιλικών προσώπων του πρώτου κατηγορουμένου, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν εξακριβώθηκαν. Στην εν λόγω οικία παρέμεινε επί δύο (2) μήνες περίπου, χωρίς να εργάζεται, εωσότου ο πρώτος κατηγορούμενος τακτοποιήσει τα σχετικά με την παραμονή της στην Ελλάδα έγγραφα, Στη συνέχεια, μετά την παρέλευση του διμήνου, η ανωτέρω συναντήθηκε στην
..., με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος της υπενθύμισε ότι του οφείλει χρήματα, τα οποία αντιστοιχούσαν στα έξοδα, τα οποία είχε υποβληθεί για την πραγματοποίηση του ταξιδιού της στην Ελλάδα. Κατόπιν (ο πρώτος κατηγορούμενος) την εγκατέστησε σε διαμέρισμα στα ..., που διατηρούσε ο τέταρτος κατηγορούμενος Ζ3, ιδιοκτήτης του μπαρ "...", που βρίσκεται στη .... Στην συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος αποκαλύπτοντας τις αληθινές εγκληματικές του προθέσεις, δήλωσε στην ανωτέρω αλλοδαπή ότι για να εξοφλήσει το χρέος της προς αυτόν, θα έπρεπε να εργαστεί στο παραπάνω μπαρ, όπου, εκτός των άλλων, θα έπρεπε να εκδίδεται με αμοιβή σε διάφορους άντρες. Αυτή αντέδρασε και δεν ήθελε να πράξει κάτι τέτοιο. Τότε ο άνω κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας απειλές κατά της ζωής της και της ζωής των μελών της οικογενείας της και εκμεταλλευόμενος και την ευάλωτη θέση αυτής, η οποία βρισκόταν στην Ελλάδα μόνη της και σε δεινή οικονομική κατάσταση, την υποχρέωσε να εκδίδεται σε αόριστο αριθμό ανδρών, ερχόμενη σε ερωτικές επαφές μαζί τους, παρά τη θέληση της, τα δε χρηματικά ανταλλάγματα καρπώνονταν αυτός, κατά το μεγαλύτερο μέρος. Ειδικότερα στις αρχές Νοεμβρίου του 2003 την παρέδωσε, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευσή της, στον τέταρτο κατηγορούμενο Ζ3, ιδιοκτήτη, όπως προαναφέρθηκε, του πιο πάνω μπαρ "...", στο οποίο εργαζόταν ως σερβιτόρος ο πέμπτος κατηγορούμενος Ζ4. Στο παραπάνω μπαρ η ανωτέρω αλλοδαπή εργάστηκε, κάνοντας "χορό-στριπτήζ" και "κονσομασιόν" μέχρι τις αρχές Απριλίου 2004. Παράλληλα ο τέταρτος κατηγορούμενος, σε συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο, αφού επικοινωνούσε με διαφόρους άνδρες- πελάτες του καταστήματός του, οι οποίοι επιθυμούσαν ερωτική συνεύρεση με την ως άνω αλλοδαπή, την παρότρυνε, εκμεταλλευόμενος την πιο πάνω ευάλωτη θέση της και την εν γένει ψυχολογική της κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει από τις πιο πάνω απειλές του πρώτου κατηγορουμένου, σε τέτοια συνεύρεση, η οποία επραγματοποιείτο συνήθως στο ξενοδοχείο "...", που βρίσκεται κοντά στο μπαρ ή σε κάποιο χώρο της επιλογής του πελάτη. Έτσι η ανωτέρω, η οποία δεν ήταν προηγουμένως πόρνη, πραγματοποιούσε 3-4 ερωτικές επαφές την ημέρα εξακολουθητικά κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα έναντι αμοιβής 70 ευρώ, από την οποία μικρό μέρος, το ύψος της οποίας δεν εξακριβώθηκε, εισέπραττε αυτή και το υπόλοιπο το διένειμαν μεταξύ τους οι πρώτος και τέταρτος κατηγορούμενοι, εξασφαλίζοντας στον εαυτό τους από την κατ' εξακολούθηση εκμετάλλευση της πιο πάνω γυναίκας, συνεχές και σπουδαίο εισόδημα. Ας σημειωθεί ότι σε βάρος του τετάρτου κατηγορουμένου έχει σχηματιστεί και άλλη δικογραφία για την πράξη της κατ' επάγγελμα μαστροπείας κατά συρροή, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ.1020/408986/17α/28-12-2002 έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης (βλ. το έγγραφο αυτό). Ο πέμπτος κατηγορούμενος Ζ4, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν στο πιο πάνω μπαρ ως σερβιτόρος, φρόντιζε πολλές φορές και, κυρίως, όταν απουσίαζε από το κατάστημα ο τέταρτος κατηγορούμενος, να κανονίζει αυτός τις συναντήσεις της παθούσας με διάφορους άνδρες για σεξουαλική επαφή, εισπράττοντας για λογαριασμό του τελευταίου το ανάλογο μέρος της αμοιβής, παρέχοντας έτσι απλή συνδρομή στην ως άνω αξιόποινη πράξη του τετάρτου κατηγορουμένου σε βάρος της παραπάνω αλλοδαπής. Επίσης από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (αρχές Νοεμβρίου 2003- αρχές Απριλίου 2004) και σε ημερομηνία που δεν διευκρινίστηκε επακριβώς, επειδή ο τέταρτος κατηγορούμενος διέκοψε την λειτουργία του μπαρ "..." για μία (1) εβδομάδα, ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού προηγουμένως συνεννοήθηκε με τον έκτο κατηγορούμενο Ζ5, ιδιοκτήτη του μπαρ με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στο ..., μετέφερε, παρά την θέληση της, εκεί την Ψ, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευση της. Η τελευταία εγκαταστάθηκε για μια εβδομάδα σε ξενοδοχείο στο χωριό ... του νομού ..., κατά τη διάρκεια της οποίας εργάστηκε στο ως άνω μπαρ του έκτου κατηγορουμένου. Η εργασία της περιλάμβανε "χορό-στριπτήζ" και "κονσομασιόν", ενώ παράλληλα ο έκτος κατηγορούμενος, σε συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο, αφού επικοινωνούσε με διαφόρους άνδρες- πελάτες του καταστήματός του, οι οποίοι επιθυμούσαν ερωτική συνεύρεση με την ως άνω αλλοδαπή, την παρότρυνε, εκμεταλλευόμενος την πιο πάνω ευάλωτη θέση της και την εν γένει ψυχολογική της κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει από τις πιο πανω απειλές του πρώτου κατηγορουμένου, σε τέτοια συνεύρεση, η οποία επραγματοποιείτο σε κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους μέσα στο μπαρ. Η παθούσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν πριν πόρνη, πραγματοποιούσε (στο ως άνω μπαρ) 4-5 ερωτικές επαφές ημερησίως αντί αμοιβής που καθόριζε ο έκτος κατηγορούμενος, το ύψος της οποίας δεν προσδιορίστηκε, την οποία και εισέπραττε ο τελευταίος. Ο έκτος κατηγορούμενος από το ποσό που εισέπραττε για κάθε ερωτική επαφή, 20 ευρώ έδινε στην παθούσα, ένα μέρος, το ύψος του οποίου δεν προσδιορίστηκε, το κατέβαλα στον πρώτο κατηγορούμενο και το υπόλοιπο το κρατούσε ο ίδιος για δικό του λογαριασμό, εξασφαλίζοντας έτσι στον εαυτό του από την κατ' εξακολούθηση εκμετάλλευση της πιο πάνω γυναίκας, συνεχές και σπουδαίο εισόδημα. Στις αρχές του Απριλίου του 2004 η Ψ ζήτησε από τον πρώτο κατηγορούμενο να την αφήσει "ελεύθερη". Όμως αυτός αρνήθηκε να το κάνει, ισχυριζόμενος, ότι "δεν του έχει ξεπληρώσει το χρέος της προς αυτόν". Στη συνέχεια στις αρχές Απριλίου 2004 (ο πρώτος κατηγορούμενος) προώθησε την ανωτέρω στην περιοχή της ..., παραδίδοντας την στον δεύτερο κατηγορούμενο, που ανέλαβε να την μεταφέρει εκεί για γενετήσια εκμετάλλευση και για να κάνει χορό στριπτήζ και κονσομασιόν εκεί στο καμπαρέ "..." για διάστημα 2 εβδομάδων περίπου. Ο δεύτερος κατηγορούμενος γνώριζε τον σκοπό για τον οποίο μετέφερε την παθούσα στην .... Ο πρώτος κατηγορούμενος, καθώς αποδείχθηκε, είχε τελέσει και στο παρελθόν την αξιόποινη πράξη της σωματεμπορίας σε βάρος των γυναικών ... και ..., υπηκόων ..., για την οποία και καταδικάστηκε με την 3378/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έχει γίνει αμετάκλητη (βλ. την απόφαση αυτή), ενώ σε βάρος του έχει σχηματιστεί και άλλη δικογραφία για τις πράξεις της σωματεμπορίας και της μαστροπείας σε βάρος της ..., υπηκόου ... (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 1048/4/185/35-ιδ/16-11-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης). Από την επανειλημμένη δε τέλεση των πράξεων αυτών προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό εισοδήματος. Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της κατ' επάγγελμα σωματεμπορίας και -μαστροπείας σε βάρος της Ψ, για τις οποίες κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος. Ας σημειωθεί ότι μετά την ισχύ του Ν. 3064/2002, μεταξύ των αδικημάτων της σωματεμπορίας και της μαστροπείας υφίσταται αληθής πραγματική συρροή, καθένα δε χωριστά υλοποιεί τη νομοτυπική διακεκριμένου αδικήματος. Πρέπει, επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των ανωτέρω πράξεων και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως ένδεκα (11) ετών. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: " Α) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με τη χρήση βίας και απειλής αλλά και άλλου εξαναγκαστικού μέτρου προσέλαβε αλλά και προώθησε στην ελληνική, επικράτεια και επιπλέον παρέδωσε πρόσωπο με αντάλλαγμα σε άλλον, με σκοπό να προβεί ο ίδιος αλλά και άλλοι στη γενετήσια εκμετάλλευση αυτού, επίσης για να πετύχει τον ίδιο σκοπό απέσπασε τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων και το παρέσυρε εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις και δώρα, τέλεσε δε την ως άνω πράξη κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της (και στο παρελθόν) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ειδικότερα στις 22-8-2003 ήλθε σε επαφή, μέσω της ... υπηκόου Ξ, με την υπήκοο ... Ψ και εκμεταλλευόμενος τα οικονομικά της προβλήματα, την διαβεβαίωσε, ότι έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει σ' αυτήν εργασία και μάλιστα με υψηλές αποδοχές σε διάφορα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως, με τον τρόπο αυτό δε έπεισε αυτή να έλθει στη ..., αφού προηγουμένως εξασφάλισε και κατέβαλε σ' αυτήν τα έξοδα του ταξιδιού. Εκεί, χρησιμοποιώντας απειλές κατά της ζωής της και της ζωής των μελών της οικογενείας της και εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση της, η οποία ήταν μόνη και σε δεινή οικονομική κατάσταση, την υποχρέωσε να εκδίδεται σε αόριστο αριθμό ανδρών, ερχόμενη σε ερωτικές επαφές μαζί τους, παρά τη θέληση της, τα δε χρηματικά ανταλλάγματα καρπώνονταν αυτός, κατά το μεγαλύτερο μέρος. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι τις αρχές Απριλίου του 2004 υποχρέωσε την Ψ, να εκδίδεται σε αόριστο αριθμό ανδρών που σύχναζαν στο κέντρο διασκέδασης "...", που βρίσκεται στη ... και εκμεταλλεύονταν ο Ζ3, στον οποίο και την παρέδωσε, και για χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας, που εμπίπτει στο ως άνω χρονικό διάστημα στο κέντρο διασκέδασης "...", που βρίσκεται στο ... και εκμεταλλεύονταν ο Ζ5, στον οποίο και την παρέδωσε. Στη συνέχεια, στις αρχές Απριλίου του 2004 προώθησε την Ψ στην περιοχή της .... Είναι δε ο κατηγορούμενος άτομο που τελεί το έγκλημα της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτού (και κατά το παρελθόν) προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος.
Β) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προήγαγε στην πορνεία γυναίκα κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Συγκεκριμένα, αφού με απατηλές υποσχέσεις εξεύρεσης εργασίας σε νυκτερινά κέντρα και μάλιστα με υψηλές αποδοχές έπεισε την υπήκοο ... Ψ, να έλθει στην ... την υποχρέωσε εν συνεχεία, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση της, αφού ήταν μόνη της και σε δεινή οικονομική κατάσταση, και χρησιμοποιώντας απειλές κατά της ζωής αυτής και των συγγενών της, να έρχεται σε ερωτικές επαφές με αόριστο αριθμό αντρών, έναντι αμοιβής το μεγαλύτερο μέρος της οποίας καρπώνονταν ο ίδιος, ο οποίος έπραττε αυτό με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, όπως προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι τις αρχές Απριλίου του 2004 υποχρέωσε την Ψ, η οποία δεν ήταν προηγουμένως πόρνη, να εκδίδεται σε αόριστο αριθμό ανδρών που σύχναζαν στο κέντρο διασκέδασης "...", που βρίσκεται στη ... και εκμεταλλεύονταν ο Ζ3, στον οποίο και την παρέδωσε, και για χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας, που εμπίπτει στο ως άνω χρονικό διάστημα στο κέντρο διασκέδασης "...", που βρίσκεται στο ... και εκμεταλλεύονταν ο Ζ5, στον οποίο και την παρέδωσε. Το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβή από τις ερωτικές αυτές επαφές, το ύψος του οποίου δεν εξακριβώθηκε, το καρπωνόταν ο ίδιος, εξασφαλίζοντας έτσι στον εαυτό του από την κατ'εξακολούθηση εκμετάλλευση της πιο πάνω γυναίκας, συνεχές και σπουδαίο εισόδημα". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 94, 98, 351 παρ. 1, 2 και 4 στοιχ. δ'και 349 παρ. 3 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, μέσω της αναφερομένης ρωσσίδας υπηκόου, ήλθε σε επικοινωνία με την παθούσα, την οποία και έπεισε, εκμεταλλευόμενος την δεινή οικονομική της κατάσταση, να έλθει να εργασθεί στην Ελλάδα, επιμελήθηκε την άφιξη, την μεταφορά της στην ... και στη συνέχεια στη ... στο μπαρ του Ζ3, ότι την εξανάγκασε να αρχίσει να εκδίδεται με αμοιβή σε διάφορους άνδρες, κάπτοντας τις αντιρρήσεις της με απειλές κατά της ζωής της και των μελών της οικογενείας της στην ... (μητέρα της και τέκνο της), το περιεχόμενο των οποίων και δεν χρειαζόταν να προσδιορίζει, από την παραδοχή δε ότι με αυτές κάμφθηκε η αντίδραση της συνάγεται ότι ήταν πρόσφορες προς τούτο και επιπλέον εκμεταλλεύθηκε την ευάλωτη θέση της, ως εκ του ότι βρισκόταν μόνη της στην Ελλάδα και σε άσχημη οικονομική κατάσταση και έτσι την υποχρέωσε να εκδίδεται, παρά την θέλησή της, σε αόριστο αριθμό ανδρών, τα δε χρηματικά ανταλλάγματα τα καρπώνονταν αυτός, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους και οι συγκατηγορούμενοι του και μη αναιρεσείοντες, τον ρόλο των οποίων στην όλη επιχείρηση και προσδιορίζει. Προκύπτει λοιπόν, από τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του, που ήταν να εκδίδεται η παθούσα αντί αμοιβής, την οποία καρπωνόταν αυτός και οι συγκατηγορούμενοι του, χρησιμοποίησε, για να στεφθεί μα απόλυτη επιτυχία η προσπάθεια του να οδηγήσει την παθούσα στην Ελλάδα και να την πείσει να εκδίδεται και τους δύο ανωτέρω τρόπους τελέσεως της πράξεως της σωματεμπορίας, η συνδρομή και των δύο, όπως λέχθηκε, δεν αποκλείεται και δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι απειλές, που, όπως σαφώς δέχθηκε, κατευθύνονταν κατά της ζωής της παθούσης και των μελών της οικογενείας της. Περαιτέρω η παραδοχή ότι την φιλοξένησε επί δύο μήνες σε σπίτι φιλικών του προσώπων στην ... και στο διάστημα αυτό φρόντισε να την εφοδιάσει με τα κατά νόμο έγγραφα που νομιμοποιούσαν την παραμονή της στην Ελλάδα και την εργασία της στα νυκτερινά κέντρα του αναφέρει των συγκατηγορούμενών του και μη αναιρεσειόντων, δεν αντιφάσκει προς τις λοιπές παραδοχές της αποφάσεως και ιδιαίτερα εκείνη περί εκμεταλλεύσεως της ευάλωτης θέσης της, για την πλήρη αιτιολόγηση της οποίας δεν χρειαζόταν να διαλάβει, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, περισσότερα των ανωτέρω στοιχεία, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αποφάσεως, ο τρόπος αυτός ενέργειας, εντάσσεται στο εγκληματικό σχέδιο του να την εκδίδει, κατά τον προσδιοριζόμενο τρόπο, έναντι αμοιβής που τελικά θα καρπωνόταν αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του, χωρίς την ύπαρξη των προβλημάτων που μπορούσε να προκαλέσει η παράνομη παραμονή της στη Ελλάδα και εκ του λόγου αυτού, ενδεχόμενη σύλληψη και απέλασή της. Περαιτέρω το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ιδιοκτήτες των νυκτερινών κέντρων συγκατηγορούμενοι του, τους οποίους προσδιορίζει, ενεργούσαν, πάντοτε σε συνεννόηση μαζί του και υποχρέωναν την παθούσα, που όπως έγινε δεκτό δεν ήταν πόρνη, να εκδίδεται σε τρίτους πελάτες των επιχειρήσεων τους, οι οποίοι επιθυμούσαν ερωτικές συνευρέσεις μαζί της, που πραγματοποιούταν στα αναφερόμενα ξενοδοχεία, ή και σε κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο του κέντρου διασκέδασης, η δε αμοιβή για κάθε συνεύρεση διαμοιράζονταν μεταξύ του αναιρεσείοντος και των ιδιοκτητών των κέντρων και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, ανάλογα με τον ρόλο του καθενός στην όλη επιχείρηση γενετήσιας εκμετάλλευσης και προωθήσεως στην πορνεία της αλλοδαπής, επιχείρηση την οποία ο αναιρεσείων και οι λοιποί είχαν αναγάγει σε επάγγελμα, αφού από αυτήν ποριζόταν σοβαρό εισόδημα, αν ληφθεί υπόψη ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οι συνευρέσεις ήσαν πολλές και γινόντουσαν κατ επανάληψη. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιοριζόταν ο τρόπος με τον οποίο γινόταν οι συνεννοήσεις μεταξύ των ιδιοκτητών των κέντρων διασκεδάσεως και του αναιρεσείοντος, ο οποίος την προώθησε, κατά την ανωτέρω έννοια, σ αυτούς, με τον σκοπό πάντοτε την γενετήσια εκμετάλλευσή της και την προαγωγή της στην πορνεία και δεν δημιουργείται αντίφαση από το ότι, οι μεν ιδιοκτήτες των κέντρων διασκεδάσεως κηρύχθηκαν ένοχοι της πράξεως της μαστρωπείας (παραγ. 3 άρθρου 349 ΠΚ, η συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων στο πρόσωπό τους της εν λόγω πράξεως και όχι της σωματεμπορίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, συνάγεται από τις ανωτέρω παραδοχές, στο αιτιολογικό της αποφάσεως), αυτός δε και των δύο πράξεων, που, όπως λέχθηκε ανωτέρω, συρρέουν αληθινά, αφού, κατά τις ίδιες παραδοχές, που κατά τούτο περιέχουν τα ανωτέρω στοιχεία της σωματεμπορίας, αυτός ήταν εκείνος, ο οποίος προώθησε την αλλοδαπή σ αυτούς, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευσή της, σκοπός ο οποίος και επιτεύχθηκε με την προαγωγή της στην πορνεία, την οποία υλοποίησαν και οι ιδιοκτήτες των κέντρων διασκεδάσεως και αυτός, αφού, κατά τις αυτές πάντοτε παραδοχές, προηγούταν, απαραιτήτως, συνεννόηση μαζί του, δεδομένου ότι, εφόσον την προώθησε σ αυτούς με τον ανωτέρω σκοπό, έπρεπε να τον ενημερώνουν για τις επί μέρους ενέργειες τους, που κατέτειναν σε επίτευξη του σκοπού αυτού και να λαμβάνουν την έγκρισή του. Περαιτέρω, με τις ίδιες παραδοχές, αιτιολογείται πλήρως η προώθηση της αλλοδαπής, από τον αναιρεσείοντα, μέσω του αδελφού του και συγκατηγορουμένου του, με τον ανωτέρω σκοπό, του οποίου τελούσε και αυτός σε γνώση, στον αναφερόμενο συγκατηγορούμενό του, ιδιοκτήτη κέντρου διασκεδάσεως στην ..., ο διακριτικός τίτλος του οποίου και αναφέρεται, ο οποίος επιτεύχθηκε, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως, κατά τον αυτό ως άνω τρόπο και δεν χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται από ποιόν παραλήφθηκε εκεί η παθούσα, αφού τυγχάνει σαφές ότι αυτός ήταν ο κατονομαζόμενος ιδιοκτήτης του κέντρου, ο οποίος και φρόντισε, με το αζημίωτο βέβαια, να υλοποιήσει τον σκοπό αυτό, όπως και οι άλλοι ιδιοκτήτες παρομοίων κέντρων. Τέλος, με τις παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, αιτιολογείται πλήρως η κατ επάγγελμα τέλεση της πράξεως της σωματεμπορίας, αφού γίνεται δεκτό ότι την εν λόγω πράξη είχε τελέσει και στο παρελθόν και από την επανειλημμένη τέλεσή της προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας και της θεμελιώσεως της εν λόγω κρίσεως, να αναφέρονται και άλλα πραγματικά περιστατικά, πέραν εκείνων που κατά ανωτέρω περιέχονται εκτενώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Κατ ακολουθία τούτων οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙV. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα διότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ούτε εκτίμησε τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δη την 1156/2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου της αδελφής της παθούσης (αναγνωσθέν έγγραφο με αριθμό 29), την από 5-5-2004 υπεύθυνη δήλωση αλλοδαπής υπηκόου (αναγνωσθέν με αριθμό 3), το περιεχόμενο των οποίων παραθέτει και τέλος την απολογία του. Η προσβαλλομένη απόφαση, στην αρχή του σκεπτικού, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, από την εκτίμηση και αξιολόγηση των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα που ακολουθεί, αναφέρει τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, όλα τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και η του αναιρεσείοντος. Από την αναφορά αυτή του Δικαστηρίου των αποδεικτικών μέσων κατ είδος, προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω, όπως και την απολογία του αναιρεσείοντος. Σύμφωνα δε με τα ως άνω υπό στοιχείο
ΙΙ εκτεθέντα, όσον αφορά την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να περιέχει η απόφαση, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, εκ του ότι το Δικαστήριο δεν αναφέρει ιδιαιτέρως τα έγγραφα αυτά στο σκεπτικό, ούτε προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση τους μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ούτε, διότι δίδεται σε ορισμένα από αυτά ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και τέλος διότι το Δικαστήριο, κατά την μη ελεγχόμενη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε στην ανωτέρω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση.
Συνεπώς ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 19-5-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, για αναίρεση της με αριθμ. 141-142/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματεμπορία, μαστροπεία κατ' επάγ-γελμα - έννοια, στοιχεία (ΑΠ 769/2009, ΑΠ 1027/2008, ΑΠ 868/2006, ΑΠ 1470/2006, ΑΠ 526/2002). Δυνατή τέλεση της σωματεμπορίας με περισσότερους από τους προβλεπόμενους τρόπους στην διάταξη του άρθρου 351, που μπορούν να εναλλαχθούν, αφού πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα. Αληθινή συρροή μεταξύ σωματεμπορίας - μαστροπείας (ΑΠ 769/2009, αντίθετη ΑΠ 1984/2006, που εφάρμοσε όμως τις διατάξεις των άρθρων 349 και 351, όπως είχαν πριν την αντικατάσταση τους με τον Ν. 3064/2002). Αιτιολογία - πότε ειδική και εμπεριστατωμένη. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή - πότε (ΑΠ 142/2010, ΑΠ 250/2009, ΑΠ 173/2009) -.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Μαστροπεία, Συρροή εγκλημάτων, Σωματεμπορία.
| 0
|
Αριθμός 852/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη ,Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με εγκαλούντα τον Χ1, κάτοικο ... και εγκαλούμενο τον Ψ1 Αντιεισαγγελεως Εφετών Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 464/09/5.1.10, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 34/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου , με αριθμό 61/8.2.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγοντες, μετά της συνημμένης δικογραφίας, την υπ. αρ. πρωτ. 464/09/5-1-2010 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, για τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως, σύμφωνα με τ' άρθρα 136 περίπτωση ε' και 137 του Κ.Π.Δ, εκθέτομεν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε1 του Κ.Π.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ' άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης (ΑΠ 364/2006 Π.ΧΡ. ΝΣΤ 894). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδος, δια της υπ. αριθμ. 155/2009 Διατάξεως του απέρριψε την από 10-12-2004 έγκληση του Χ1 κατά του Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, Ψ1 για συκοφαντική δυσφήμιση. Κατά της διατάξεως αυτής ο εγκαλών άσκησε κατά το άρθρο 48 του Κ.Π.Δ την υπ. αριθμ. 4/2009 προσφυγή, για την οποία αρμόδιος να αποφανθεί είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. Στην Εισαγγελία, όμως, αυτή υπηρετεί ως Αντεισαγγελεύς Εφετών ο εγκαλούμενος Ψ1 και ως εκ τούτου αυτός δεν έχει εξουσία να επιληφθεί της υποθέσεως.
Συνεπώς, κατ'εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 132, 134, 135 και 136 περίπτ. ε' ΚΠΔ, πρέπει να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητος κατά παραπομπή και να οριστεί ως αρμόδιος να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, καθώς και οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝ Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι α) ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς για να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 4/2009 προσφυγής του Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 155/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδος, και β) οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση. Αθήνα, 3-2-2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Αναστάσιος Κανελλόπουλος.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν εγκαλών ή ζημιωθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ'εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 οτοιχ. γ" του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 8-3-2006 έγκληση του Χ1, κατά του Ψ1, Αντεισαγγελέως Εφετών που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ζητήθηκε η ποινική δίωξη του, για συκοφαντική δυσφήμιση (άρθρα 362, 363 ΠΚ). Την ως άνω έγκληση, μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, απέρριψε ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδος με την υπ" αριθμ. 155/2009 διάταξη του ως νόμω αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά της ως άνω Εισαγγελικής διάταξης ο εγκαλών άσκησε, κατ" άρθρο 48 ΚΠΔ, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών την υπ" αριθμ. 4/2009 προσφυγή του, για την οποία είναι αρμόδιος να αποφανθεί ο προαναφερόμενος Εισαγγελέας Εφετών. Ο τελευταίος με το υπ" αριθμ. 464/5-1-2010 έγγραφο του αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προμνημονευομένη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω του ότι ο εγκαλούμενος είναι Αντεισαγγελέας Εφετών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προαναφερομένης προσφυγής και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμ.πρωτ. 464/5-1-2010 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορά τον εγκαλούμενο Ψ1, Αντεισαγγελέα Εφετών, ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Αιτών ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. Εγκαλούμενος δικαστικός λειτουργός (Αντεισαγγελέας Εφετών) της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. Εκκρεμεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προσφυγή κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ, κατά της απορριπτικής, κατ' άρθρο 47 του ίδιου κώδικα, διατάξεως της εγκλήσεως του Εισαγγελέως Πλημ/κων Χαλκίδας. Παραπέμπεται η υπόθεση στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιά (ΑΠ 1957/2009, ΑΠ 29/2009 και 948/2008) -.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 853/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Αρχιμανδρίτου..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντο Θεοδωρόπουλο, περί αναιρέσεως της 1523/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 200/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν επί την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισυναπτόμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αριθ.1523/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, προκύπτει ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση του αποδεικτικών μέσων (κατάθεσης πολιτικώς ενάγοντος, αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και πρακτικών της πρωτόδικης αποφάσεως) στο αιτιολογικό που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της ίδιας απόφασης, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Ο κατηγορούμενος με την από 13-5-2002 αναφορά του που συνέταξε και απέστειλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης ισχυρίστηκε και διέδωσε ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού προσώπων για τον εγκαλούντα Ψ1 ότι δήθεν αυτός εκφοβίζει τους εγκαταβιούντας στην Μονή ...ιερομονάχους, τους απειλεί και τους συκοφαντεί, ενώ η αλήθεια είναι ότι ο τελευταίος ουδέποτε προέβη σε απειλές και οι καταγγελίες είναι ψευδείς. Τα παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του Ψ1, ο οποίος αναφέρει ότι εκ συστήματος ο κατηγορούμενος στρεφόταν εναντίον της ερανικής επιτροπής και ότι όταν έγινε διαχειριστικός έλεγχος στα βιβλία της Μονής ουδέν αξιόποινο ευρέθη, μη αναιρούμενο από άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως στο διατακτικό". Ακολούθως το ίδιο ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, που νόμιμα εκπροσωπήθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη από το συνηγορό του- δικηγόρο Αθηνών Σαράντο Θεοδωρόπουλο, για συκοφαντική δυσφήμηση του πολιτικώς ενάγοντος και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, όσο αφορά την περί ενοχής και επιβολής της ως άνω ποινής φυλάκισης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς κύρωση της περί ενοχής αυτού κρίσεως του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε τα εν λόγου πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 362 και 363 του ΠΚ και του άρθρου 79 του ιδίου Κώδικα ως προς τον καθορισμό της ως άνω ποινής τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα παρατίθεται στην απόφαση τα γεγονότα τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά και πόσα είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαίωσης τους του κατηγορούμενου για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία είναι γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις και τα οποία διέδωσε ενώπιον τρίτων (Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης Γραμματέα της ίδιας Εισαγγελίας και απροσδιορίστου αριθμού άλλων προσώπων) και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος. Επομένως ο προβαλλόμενος από το άρθρο 500 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρο 470 εδ.α' του Κ.Π.Δ. "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο, εναντίον καταδικαστικής απόφασης, από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται ". Περίπτωση χειροτέρευσης της θέσεως του καταδικασθέντος συνιστά και η μετατροπή, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε χρηματική, κατά το άρθρο 82 του Π.Κ., στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία όμως πρωτοδίκως είχε ανασταλεί, κατά το άρθρο 99 του ιδίου Κώδικα, αφού το μέτρο της αναστολής της ποινής είναι προδήλως ευμενέστερο από εκείνο της μετατροπής της. Έτσι, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο , επιλαμβανόμενο μετά από έφεση του καταδικασθέντος κατηγορούμενου, μετατρέψει έστω και τη επιβληθείσα μικρότερη, από εκείνη που είχε επιβάλλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στερητική της ελευθερίας ποινή, καίτοι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αναστείλει την επιβληθείσα μεγαλύτερη, επίσης στερητική της ελευθερίας ποινή, υπερβαίνει θετικά την εξουσία του και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Θ'(ήδη Η) του Κ.Π.Δ., για υπέρβαση εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, επιληφθέντος κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, κατά της υπ'αριθμό 278/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, με την οποία αυτός είχε κηρυχθεί ένοχος για την προαναφερόμενη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, η οποία ανεστάλη επι τριετία, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε επίσης ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών η οποία όμως μετετράπη σε χρηματική, προς 5 ευρώ την ημέρα. Έτσι όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατέστησε χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλεται με τον πρώτον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Η'του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξη αυτής, για τη μετατροπή της ποινής φυλάκισης τριών μηνών που είχε επιβληθεί στον αναιρεσείοντα και να ανασταλεί από τον Άρειο Πάγο η ποινή αυτή επί τριετία, αφού δεν είναι αναγκαία η παραπομπή και νέα συζήτηση της υπόθεσης. Και ναι μεν η εξουσία αυτή του Αρείου Πάγου δεν προβλέπεται ρητά από τις διατάξεις των άρθρων 516 μέχρι 519 του Κ.Π.Δ. , όμως προκύπτει από ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι οποίες του επιτρέπουν, εκτός από την αναίρεση της απόφασης, να αποφαίνεται και για την κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξεως και την κήρυξη αθώου του κατηγορούμενου, όταν δεν υπάρχει στάδιο για νέα συζήτηση, πράγμα που συμβαίνει και στην προκείμενη περίπτωση, που η ποινή είχε ανασταλεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οπότε, μετά την άσκηση εφέσεως από τον κατηγορούμενο και την νέα καταδίκη του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το τελευταίο όφειλε να αναστείλει και πάλι την ποινή . Τέλος, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ.1523/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της.
Αναστέλλει την ποινή φυλάκισης των τριών (3) μηνών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την πιο πάνω απόφαση επί μία τριετία . Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 26 Ιανουαρίου 2010 αίτηση (δήλωση) του αρχιμανδρίτου ..., εκ τω κόσμο ...., για αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμιση - αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Χειροτέρευση θέσης εκκαλούντος - κατηγορουμένου με τη μη αναστολή της ποινής κατ' άρθρ. 99 ΠΚ, που είχε δοθεί πρωτοδίκως στον κατηγορούμενο, καίτοι του επιβλήθηκε μικρότερη ποινή φυλάκισης. Αίτηση αναίρεσης κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη λόγου για έλλειψη αιτιολογίας και παραδοχή λόγου για υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί εν μέρει απόφαση ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της διάτα-ξης περί ποινής και αναστέλλει την εκτέλεσή της, χωρίς παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη εν μέρει απόφαση. Αναιρεί εν μέρει. Αναστέλλει την ποινή επί τριετία. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 1
|
Αριθμός 853/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 31-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 34/2005). Η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 επ. του ΝΔ 3026/1954 "περί κωδικός των δικηγόρων". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων, που είναι δικηγόρος Ρόδου, κατόπιν προφορικών εντολών της εναγομένης από το έτος 1991 αναλάμβανε υποθέσεις δικαστικές και εξώδικες για διεκπεραίωση τους, χωρίς να γίνει έγγραφη συμφωνία για τον τρόπο της αμοιβής του. Μετά την εκτέλεση και διεκπεραίωση των υποθέσεων ο ενάγων υπέβαλλε πίνακες αμοιβών και εξόδων προς την εναγομένη, η οποία και ενέκρινε τις αμοιβές του, μετά από περικοπή ορισμένων ποσών , το οποίο αποδεχόταν ο ενάγων. Από τους με ημερομηνία 18-6-1993 πίνακες αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ζητούσε αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων και όχι με βάση άλλη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Αλλά και με τους πίνακες με ημερομηνία 9-11-1996 και παρά την ύπαρξη της ... εγκυκλίου της Δ/νσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης, με την οποία κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων από το Ν. 3026/1954 "ότι οι δικηγόροι που συνεργάζονται μαζί της θα λαμβάνουν ως αμοιβή τα ποσά των γραμματίων προείσπραξης προσαυξημένα κατά 20% έως 40% ανάλογα με την απασχόληση και το είδος της υπόθεσης" ο ενάγων ζήτησε μεταξύ των άλλων αμοιβών και για κατάθεση προτάσεων 2% επί του αντικειμένου των δικών γεγονός που αποδεικνύει ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρξε ειδική συμφωνία και παραίτηση του ενάγοντος από τα κατώτατα όρια αμοιβής, τόσο για τις υποθέσεις πριν την έκδοση της εγκυκλίου αλλά και μετά η αμοιβή καθοριζόταν βάσει των υποβληθέντων από τον ενάγοντα πινάκων με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων και τις γενόμενες περικοπές από την εναγομένη , παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγομένη, ότι δηλαδή από την αρχή της συνεργασίας τους ο ενάγων αμειβόταν με βάση την εγκύκλιο, αφού για το πριν του έτους 1994 διάστημα δεν υπήρχε εγκύκλιος και ούτε αποδείχθηκε μεταγενέστερα κάποια άλλη συμφωνία. Στα πλαίσια της ανατεθείσας στον ενάγοντα εντολής ο τελευταίος προέβη στις παρακάτω δικαστικές και εξώδικες ενέργειες: Α. Υπόθεση ... ΜΑΡΚΕΤ ΕΠΕ. Η τελευταία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την 34/1993 ανακοπή της κατά της εκθέσεως κατασχέσεως και κατακυρώσεως ακινήτων κατά της εναγόμενης τράπεζας. Για απόκρουση της ο ενάγων προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης για τις οποίες η εναγομένη του κατέβαλε στις 17-10-1996 100.000 δραχμές, στις 14-5-1997 150.000 δραχμές και στις 17-10-2000 200.000 δραχμές. Β. Υπόθεση ... ΜΑΡΚΕΤ ΕΠΕ. Η τελευταία άσκησε κατά της εναγομένης την 602/1998 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Για την απόκρουση της ο ενάγων προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, για τις οποίες η εναγομένη του κατέβαλε στις 7-6-1999 200.000 δραχμές και στις 10-4-2001 200.000 δραχμές. Το γεγονός ότι ο ενάγων δεν γνωστοποίησε την πρόθεση του στην εναγομένη να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή για τις υποθέσεις που του ανέθεσε , αν και γνώριζε ότι η τελευταία από το έτος 1994 και μετά είχε καθιερώσει βάσει εγκυκλίου κατώτερες των νομίμων αμοιβές για τους συνεργαζόμενους δικηγόρους δεν μπορεί να συναχθεί καταρχήν ότι αποδεχόταν τις αμοιβές αυτές και συμφωνούσε έτσι σιωπηρά να ενταχθεί στο καθιερωμένο από την εναγομένη σύστημα αμοιβών των συνεργαζομένων με αυτήν δικηγόρων, αφού και πριν από το έτος 1994 αλλά και μετά η αμοιβή του ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που προέβλεπε η εγκύκλιος και η εναγομένη προχωρούσε στην πληρωμή αυτή λόγω της μεγάλης εμπειρίας που είχε ο ενάγων και της καλής μεταξύ τους συνεργασίας που η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της. Σε κάθε όμως περίπτωση η παράλειψη του ενάγοντος να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση και αν ακόμη δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι είχε αποδεχθεί τις μη νόμιμες αμοιβές της εγκυκλίου, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του να ζητήσει την νόμιμη αμοιβή του, αφού η ως άνω παράλειψη και οι εκτιθέμενες λοιπές περιστάσεις δεν δικαιολογούν τη δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νόμιμων αξιώσεων του ενάγοντος και η απόκρουση των επιβαλλομένων από την εναγομένη μικρότερων των νόμιμων αμοιβών, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να παρέχει την έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίφαση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Τα όρια των αρχών αυτών εξάλλου δεν υπερβαίνει η παράλειψη αυτή, έστω και αν είχε την επικαλούμενη από την εναγομένη συνέπεια, δηλαδή ότι την απέτρεψε να προσφύγει στις υπηρεσίες άλλου δικηγόρου, που θα αμειβόταν με τις αμοιβές της εγκυκλίου ή σε δικηγόρο που θα απασχολεί με πάγια αμοιβή, αφού η δυνατότητα αυτής να καταβάλει σε άλλο δικηγόρο μικρότερη από την οριζόμενη στο νόμο αμοιβή δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο αποφυγής της αμοιβής αυτής και μάλιστα τρόπο που όφειλε κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να μην αποτρέψει ο ενάγων. Εξάλλου, ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα διάφορα ποσά ως αμοιβή για τις ενέργειες που έκανε και ο τελευταίος εξέδιδε αποδείξεις χωρίς τη μνεία σε αυτές για οριστική εξόφληση καθίσταται σαφής η πρόθεση του να αξιώσει την προβλεπόμενη νόμιμη αμοιβή του. Μάλιστα δε μετά το πέρας της συνεργασίας τους η οποία διακόπηκε με πρωτοβουλία του ενάγοντος το έτος 2004 υπέβαλε στην εναγομένη πίνακα εξόδων και αμοιβών με τον ίδιο τρόπο που έκανε στο παρελθόν για άλλες υποθέσεις και ζήτησε τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Η εναγομένη επέστρεψε τον πίνακα και ζήτησε την επανυποβολή του χωρίς ιδιαίτερη μνεία για τη μη πληρωμή του. Και συνεχίζει το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ως ουσία βάσιμη την προβαλλόμενη από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από τον ενάγοντα έσφαλε ως προς τη σωστή ερμηνεία του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον από τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο δεκτά πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου που προηγήθηκε της ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος του, δεν μπορούσε να δημιουργήσει στην αναιρεσείουσα, που διαθέτει οργανωμένη νομική υπηρεσία με πολλούς έμπειρους δικηγόρους, εύλογη πεποίθηση για μη άσκηση των ανωτέρω αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκηση τους, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
II.- Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως βεβαιώνει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη " ....την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ( δηλ. της...) ... και την ένορκη εξέταση της μάρτυρος της εναγομένης ...ενώπιον του συμ/φου Αθηνών ... η οποία περιέχεται στην ( από προφανή παραδρομή εσφαλμένη αναφερόμενη αντί του ορθού αριθμού 25698) 25.689 78-11-2007 ένορκη βεβαίωση...." . Επομένως έλαβε υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα. Δεν γεννάται, άλλωστε, ένεκα της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής, αμφιβολία περί της εκτιμήσεως από το Εφετείο και των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
III.- Κατά το άρθρο 190 του Κώδικα Δικηγόρων, οι απαιτήσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους παραγράφονται μετά από μία πενταετία, η οποία αρχίζει, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες πράξεις, από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από αυτούς η τελευταία διαδικαστική πράξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, κατά δε το άρθρο 261 ίδιου Κώδικα η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει και πάλι με την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Οι ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται συμπληρωματικά στις ρυθμιζόμενες από το άρθρο 190 του Κώδικα Δικηγόρων περιπτώσεις, αφού ο Κώδικας περί Δικηγόρων δεν έχει σχετικές διατάξεις. Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντολέα του, ο χρόνος δε της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του έτους, στο οποίο εμπίπτει η κατά τα ανωτέρω γένεση της αξιώσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος στην ένδικη από 14-7-2005 αγωγή του εκθέτει, ότι με εντολές της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που του δόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του 1993 έως και τα τέλη Φεβρουαρίου 2003, προέβη, εκτός άλλων, και στις παρακάτω ενέργειες, για τις οποίες δικαιούται τα αντίστοιχα αυτών ποσά, ήτοι: 1) Για τη σύνταξη και υπογραφή της από 11-10-1996 και υπ' αριθμ. καταθ. 404/11-10-96 αίτησης- κλήσης της εναγομένης προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου για τη συζήτηση της υπ' αριθμ. καταθ. 34/93 ανακοπής εκτέλεσης της οφειλέτριας, 9,00 ευρώ. 2)Για τη σύνταξη και υπογραφή της από 24-10-1996 παραγγελίας προς επίδοση της παραπάνω κλήσης 10,20 ευρώ. 3) Για τη σύνταξη και υπογραφή των από 17-2-1997 προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου 10.677 ευρώ και για έξοδα 4,40 ευρώ. 4)Για παράσταση κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου 16,50 ευρώ. 5) Για τη σύνταξη και υπογραφή της από 23-6-1998 παραγγελίας προς επίδοση της υπ' αριθμ. 19/1998 απόφασης 10,20 ευρώ. 6) Για παράσταση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου προς σύνταξη και υπογραφή της υπ' αριθμ. ... εκθέσεως κατάθεσης έφεσης 10 ευρώ. 7)Για σύνταξη και υπογραφή της από 17-7-1998 παραγγελίας προς επίδοση της ... έφεσης 4,10 ευρώ και για έξοδα επίδοσης 14,60 ευρώ. 8) Για τη σύνταξη και υπογραφή των από 3-6-1999 προτάσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου 13.500 ευρώ κα για έξοδα 4,40 ευρώ. 9) Για παράσταση κατά την στις 3-6-1999 συζήτηση της αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου 16,50 ευρώ. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα ως άνω ποσά. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από το άρθρο 190 Κώδικα Δικηγόρων ένσταση παραγραφής που υπέβαλε η εναγομένη για τις παραπάνω αξιώσεις του ενάγοντος, δεχόμενο τα ακόλουθα: Για τις παραπάνω με αριθμούς 1 έως και 7 αξιώσεις, οι οποίες αφορούν την 34/1993 ανακοπή, η τελευταία διαδικαστική πράξη που έλαβε χώρα γι' αυτήν ήταν η κατάθεση των από 11-10-2000 προτάσεων στη δικάσιμο της 13-10-2000 ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου μετά από έφεση της αναγόμενης και ως εκ τούτου, εφόσον η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη 14-11-2005 δεν υπέπεσαν στην επικαλούμενη πενταετή παραγραφή, αφού από το τέλος του έτους που γεννήθηκαν (31-12-2000) δεν παρήλθε χρόνος πέραν της πενταετίας. Ως προς τις με αριθμούς 8 και 9 αξιώσεις που αφορούν ενέργειες για αντίκρουση της 602/1998 διεκδικητικής αγωγής, η τελευταία γι' αυτήν διαδικαστική πράξη έγινε στις 15-4-2001 με την κατάθεση προτάσεων στο Εφετείο Δωδεκανήσου μετά από έφεση της εναγομένης. Επομένως, για τις αξιώσεις αυτές δεν παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας από το τέλος του έτους που γεννήθηκαν (31-12-2001). Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 190 του Κώδικα Δικηγόρων και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-6-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 158/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 επ. του ΝΔ 3026/1954 "περί κώδικος των δικηγόρων".- Παραγραφή αξιώσεων δικηγόρων.- Οι διατάξεις των άρθρων 251 και 261 ΑΚ εφαρμόζονται συμπληρωματικά στις ρυθμιζόμενες από το άρθρο 190 του Κώδικα Δικηγόρων περιπτώσεις, αφού ο Κώδικας περί Δικηγόρων δεν έχει σχετικές διατάξεις.
| null | null | 1
|
Αριθμός 855/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ...., 2)..., 3) ... και 4) .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μανούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν.551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν.551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι'αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς(άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια, της, διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου, πράξεως ή παραλείψεως. Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ.778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου. Εξάλλου, ο ν.1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει: α)στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο και γ)στο άρθρο 7,τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Περαιτέρω, με τα άρθρα 1,78,79 και 111 του π.δ.1073/1981"περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού"ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ.778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών",και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων(αρ.1).Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον: α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των. β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικώς ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.ά. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.ά., ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως. γ)Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα-μηχανήματα, γερανοί, εκσκαφείς κλπ, να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφην έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας. Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού, η κατασκευή ειδικών ξυλίνων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών. δ)οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κλπ)να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου... (αρ.78.Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ.79).Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του π.δ.778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών"εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων...Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (αρ.111). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 778/1980, του ν. 1396/1983 και του π.δ. 1073/1981, συνάγεται ότι 1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι και 2) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο)για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού. Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου, στο οποίο αφορά αυτή, φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως μισθώσεως έργου, η κατάρτιση της οποίας δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο. Τέλος, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού(19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ)ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες οικοπέδου κειμένου στη συμβολή των οδών ...και ...στα .... Προκειμένου να ανεγείρουν σε αυτό διώροφη οικοδομή, ανέθεσαν στην τέταρτη εναγομένη (Αρχιτέκτονα Μηχανικό Θεσσαλονίκης)την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας καθώς και τη γενική επίβλεψη του έργου, στον δε Πολιτικό Μηχανικό Τρικάλων...τη σύνταξη και κατάθεση των απαραίτητων για την πληρότητα του φακέλου της άδειας εγγράφων, δηλαδή την μελέτη του σχεδίου ασφαλείας και υγείας καθώς και την ειδικότερη επίβλεψη του εν λόγω έργου. Στη συνέχεια, επειδή ο ως άνω πολιτικός μηχανικός παραιτήθηκε από το ένδικο έργο πριν από την έναρξή του,οι ως άνω ιδιοκτήτες ανέθεσαν τις παραπάνω εργασίες στον τρίτο εναγόμενο, (αναιρεσείοντα), επίσης Πολιτικό Μηχανικό Τρικάλων. Την ...πραγματοποιούντο στην ως άνω οικοδομή εργασίες σκυροδέτησης της πλάκας οροφής του 2ου ορόφου από συνεργείο σκυροδέτησες με επικεφαλής τον Θ1, γιο των δύο πρώτων και αδελφό των λοιπών εναγόντων. Την ώρα που ο εν λόγω εργολάβος εκτελούσε εργασίες τελικής διαμόρφωσης της επιφάνειας, στο δεξιό μπροστινό μέρος της πλάκας, χρησιμοποιώντας μεταλλικό αλφαδοπήχη μήκους 2,50 μέτρων, έφερε το σώμα του σε όρθια θέση, περίπου ένα μέτρο από το άκρο της οικοδομής και, κρατώντας στα χέρια του τον αλφαδοπήχη, τον περιέστρεψε δεξιόστροφα σε κάθετη θέση ως προς το έδαφος και με μικρή ελαφριά κλίση προς τα δεξιά. Αποτέλεσμα της ενέργειάς του αυτής ήταν να έρθει σε επαφή ο αλφαδοπήχης με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς της Δ.Ε.Η. οι οποίοι διήρχοντο παράλληλα προς την οικοδομή σε μήκος ενός περίπου μέτρου από το άκρο της πλάκας του πρώτου ορόφου και δύο περίπου μέτρα ψηλότερα από την οροφή, κατά παράβαση του ελαχίστου ορίου των 2,50 μέτρων που ορίζεται από το τμήμα 23 αρθ.234 § Γ4 1α του πίνακα 4 της Υπ. Απ. 70261/2874 όπως τροποποιήθηκε από την Υπ. Απ. 2013/87.Τούτο είχε ως συνέπεια να υποστεί ο ως άνω Θ1 ηλεκτροπληξία από την οποία επήλθε ο θάνατος του ,ενώ υπήρξε και πτώση του στο έδαφος από ύψος περίπου οκτώ μέτρων. Συνυπαίτιοι της πρόκλησης του εν λόγω ατυχήματος είναι οι εναγόμενοι κατά ποσοστό 70% και ο ίδιος ο θανών εργολάβος κατά 30%. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα των εναγομένων έγκειται στο ότι αυτοί δεν είχαν λάβει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας όπως υποχρεούνται από τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 1396/1983 που καθορίζει"τις υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" και μάλιστα δεν μερίμνησαν να ειδοποιήσουν εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία της Δ.Ε.Η. για την ύπαρξη κοντά στην οικοδομή ηλεκτροφόρων αγωγών, ώστε από κοινού να εξετασθούν και να ληφθούν μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος, κατά παράβαση και των διατάξεων του άρθρου 79 του Π.Δ. 1073/1981.Μάλιστα η τέταρτη εναγομένη, επιβλέπουσα το έργο μηχανικός, δήλωσε ψευδώς την 3-12-2003 ότι"οι ηλεκτρικές γραμμές της Δ.Ε.Η. περνούν μακριά από την οικοδομή και κανένας κίνδυνος ηλεκτροπληξίας δεν θα υπάρχει για το εργατοτεχνικό προσωπικό",παρότι κατά την επίσκεψή της στην οικοδομή είχε δει τη θέση των καλωδίων σε σχέση με την οικοδομή. Την ύπαρξη των ηλεκτροφόρων αγωγών της Δ.Ε.Η. και τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η θέση τους για τους εργαζόμενους στην οικοδομή γνώριζαν και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ιδιοκτήτες της οικοδομής που εκτελούσαν το έργο.Την ίδια γνώση για την ύπαρξη των ηλεκτροφόρων αγωγών και ευθύνη για την µη έγκαιρη λήψη των μέτρων ασφαλείας φέρει και ο τρίτος εναγόμενος (αναιρεσείων) στον οποίο οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ανέθεσαν, επίσης, την επίβλεψη του έργου επειδή η τέταρτη εναγομένη, αρχιτέκτων μηχανικός, διέµενε στη Θεσσαλονίκη και δεν είχε τη δυνατότητα να έρχεται συχνά στα Τρίκαλα για να εποπτεύει την πρόοδο των εργασιών. Οι δύο εναγόμενοι μηχανικοί συνεργάζονταν για την ολοκλήρωση του έργου,και ο τρίτος εναγόμενος (αναιρεσείων) ερχόταν συχνά στην οικοδομή. Εξάλλου, η ενεργός ανάμειξη του τρίτου εναγομένου στην επίβλεψη της οικοδομής φαίνεται και από το ότι, όπως ομολογείται από την υπάλληλό του Β. ..., στην κατάθεσή της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο γραφείο του συντάχθηκε από την εν λόγω υπάλληλό του, το από Δεκεμβρίου 2003 έγγραφο μελέτης σχεδίου του φακέλου ασφάλειας και υγείας για την ένδικη οικοδομή, προκειμένου να αποσταλεί στην τέταρτη εναγομένη, όπου φέρεται ο ίδιος ως υπεύθυνος μηχανικός κατά τα ειδικότερα εκεί αναφερόμενα. Ο ισχυρισμός του τρίτου εναγομένου (αναιρεσείοντος) ότι το εν λόγω έγγραφο συντάχθηκε από την ως άνω υπάλληλό του εν αγνοία του και εκ παραδρομής, δεν κρίνεται πειστικός ενόψει και των προεκτεθέντων αποδεικτικών στοιχείων που μαρτυρούν τη συμμετοχή του στο ένδικο έργο ως επιβλέποντος μηχανικού. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τον θάνατο του Θ1 που ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος 28 ετών, οι ενάγοντες οι οποίοι ζούσαν στην ίδια οικοδομή με αυτόν, σε διαφορετικά διαμερίσματα, υπέστησαν ψυχική οδύνη προς ικανοποίηση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη της νεαρής ηλικίας του θανόντος, του βαθμού της συγγένειας των εναγόντων µε αυτόν, του βαθμού της αμέλειας των εναγομένων αλλά και του ιδίου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, εύλογο είναι να επιδικασθεί σε καθένα από τους γονείς το ποσό των 40.044,4 ευρώ, και σε καθένα από τα αδέλφια σε 30.044,4 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ.37/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή. Κρίνοντας έτσι Α) Δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν και εκείνες των άρθρων 338,341,342 πδ 14/1999 περί επίβλεψης οικοδομικών εργασιών, με το οποίο κωδικοποιήθηκαν τα άρθρα 55 και 56 του ν.δ.17.7/16-8-1923,914,928,330 εδ.β' ΑΚ και οι, αληθώς, από το άρθρο 559 αριθ.1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, πρώτος, και δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και Β) Διέλαβε στην απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε. Ειδικότερα, όσον αφορά την υποχρέωση του αναιρεσείοντος στη λήψη των, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, επιβαλλόμενων προστατευτικών μέτρων, από την παράλειψη της οποίας τεκμαίρεται η ύπαρξη αμέλειάς του στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, ο αναιρεσείων ήταν επιβλέπων μηχανικός του συγκεκριμένου έργου, διότι σ' αυτόν οι ιδιοκτήτες της οικοδομής είχαν αναθέσει την επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου με τη σχετική σύμβαση και ακόμη ότι, και εν τοις πράγμασι, ασκούσε και την επίβλεψη του έργου, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο τρόπος κατάρτισης της συμβάσεως ανάθεσης της επίβλεψης(έγγραφος ή όχι).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η σχετική αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, ως προς το ζήτημα τούτο, εκτίθεται σαφώς, καθώς και στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 25-6-2009, αίτηση του αναιρεσείοντος ..., για αναίρεση της με αριθμό 207/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο Α) Δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 338, 341, 342 πδ 14/1999 περί επίβλεψης οικοδομικών εργασιών, με το οποίο κωδικοποιήθηκαν τα άρθρα 55 και 56 του ν.δ. 17.7/16-8-1923, 914, 928, 330 εδ. β΄ΑΚ και οι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και Β) Διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά την υποχρέωση του αναιρεσείοντος στη λήψη των, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, επιβαλλόμενων προστατευτικών μέτρων, από την παράλειψη της οποίας τεκμαίρεται η ύπαρξη αμέλειάς του στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, ο αναιρεσείων ήταν επιβλέπων μηχανικός του συγκεκριμένου έργου, διότι σ΄ αυτόν οι ιδιοκτήτες της οικοδομής είχαν αναθέσει την επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου με τη σχετική σύμβαση και ακόμη ότι, και εν τοις πράγμασι, ασκούσε και την επίβλεψη του έργου, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο τρόπος κατάρτισης της συμβάσεως ανάθεσης της επίβλεψης (έγγραφος ή όχι).
| null | null | 0
|
Αριθμός 859/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΣΕ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρτεμισία Κομπάρου.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Βλαστού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2377/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8728/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 31-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 ΑΚ, 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας δε συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της συμβάσεως και, σε περίπτωση αρνήσεως του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του ΟΣΕ, που κυρώθηκε με την 47748/27.9.1972 Α.Υ. Εθν. Οικον.- Μεταφορ. (κατ' εξουσιοδότηση των παρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 12 του ν.δ. 674/970, όπως η παρ. 3 αντικατ. με το άρθρο 5 του ν.δ. 1116/1972), δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 827/11.10.1972, κωδικοποιήθηκε με την 3285/24.6.1980 απόφαση του Δ. Σ. του ΟΣΕ (ΦΕΚ Β' 689/22.7.1980) και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό συνδέεται με τον ΟΣΕ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο (άρθρο 3 παρ. 1), αποχωρεί δε αυτοδικαίως της υπηρεσίας λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας (άρθρο 103 παρ. 1). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 4 παρ. 2 και 8 παρ. 1 του ν. 1648/1986 "περί προστασίας πολεμιστών, αναπήρων και θυμάτωνπολέμου και μειονεκτούντων προσώπων" συνάγεται ότι, μεταξύ του εργοδότη που υπόκειται στην υποχρέωση προσλήψεως και του μισθωτού, που προστατεύεται και τοποθετείται σ' αυτόν, συνάπτεται σύμβαση εργασίαςαναγκαστική για τον εργοδότη, τη δικαιοπρακτική βούληση του οποίου αναπληρώνει η απόφαση της επιτροπής του αρθρ.8 παρ. 1. Η σύμβαση αυτή εργασίας τελειούται με την εμφάνιση του τοποθετούμενου μισθωτού για τηνανάληψη εργασίας του. Ο τοποθετούμενος εξομοιώνεται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα του, με το υπόλοιπο προσωπικό ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 11 για την απόλυση του, προκειμένου δε για επιχείρηση ή εκμετάλλευση, των οποίων το προσωπικό διέπεται απόειδικές διατάξεις ή από κανονισμό νομοθετικής ισχύος που διακρίνουν το προσωπικό σε τακτικό και έκτακτο, για το οποίο (έκτακτο) σε αντίθεση προς τους τακτικούς δεν προβλέπεται βαθμολογική εξέλιξη (όπως ο ΓΕΚΑΠ/ΟΣΕ), ο τοποθετούμενος σε αυτήν εντάσσεται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως αμέσως με την πρόσληψη του στο τακτικό προσωπικό. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 1648/1986 η σχέση εργασίας των προσώπων πουτοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες τουπρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, λύεται αυτοδικαίως, μόλις συμπληρώσουν το όριο ηλικίας που ορίζεται από τον εσωτερικό κανονισμό ή τον οργανισμό της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης που έχει ισχύνόμου, εφόσον συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για πλήρη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος ή αναπηρίας. Όσοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις αυτές, διατηρούνται στην επιχείρηση εωσότου τις αποκτήσουν και πάντως όχι πέρα από το εξηκοστό έβδομο (67°) έτος της ηλικίας τους. Με το άρθρο 15 του ν. 2643/1998 καταργήθηκε ο ν. 1648/1986 και ήδη με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2643/1998 ορίζεται ότι: "Η σχέση εργασίας των προσώπων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, λύεται: α) Αυτοδικαίως μόλις συμπληρώσουν το όριο ηλικίας, που ορίζεται από τον εσωτερικό κανονισμό ή τον οργανισμό της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, που έχει ισχύ νόμου, εφόσον συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για πλήρη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος ή αναπηρίας. Όσοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις αυτές διατηρούνται στην επιχείρηση εωσότου τις αποκτήσουν και πάντως όχι πέρα από το εξηκοστό έβδομο (67ο) έτος της ηλικίας τους". Τέλος, όταν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της, και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' αρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 8 του ν. 1648/1986 κρίθηκε ότι η ενάγουσα πληρούσε τις προϋποθέσεις που όριζε ο άνω νόμος, ώστε να προσληφθεί αναγκαστικώς στις υπηρεσίες του εναγομένου ως θυγατέρα πολεμιστή της Εθνικής Αντίστασης. Σε συμμόρφωση του εναγομένου με την άνω απόφαση εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απόφαση της Διεύθυνσης Προσωπικού του, με την οποία αποφασίστηκε η αναγκαστική πρόσληψη της ενάγουσας στις υπηρεσίες του εναγομένου από 17-7-1995 ως δόκιμης υπαλλήλου Δ' του ειδικότερου κλάδου Διοικητικών- Οικονομικών υπαλλήλων, οπότε και τοποθετήθηκε αρχικά στη Διεύθυνση Οργάνωσης Εκτέλεσης και Προγραμματισμού και στη συνέχεια στην Υπηρεσία Υγιεινής και Ασφαλείας Εργασίας. Η ενάγουσα για πρώτη φορά από την πρόσληψη της στο εναγόμενο ασφαλίστηκε στον αρμόδιο κύριο ασφαλιστικό της φορέα ΤΑΠ/ΟΤΕ. Μετά από ευδόκιμη υπηρεσία δυο ετών από την πρόσληψη της η ενάγουσα με τον υπ' αριθ. ... απόφαση της Δ/νσης Προσωπικού του εναγομένου εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό του και στον ειδικότερο κλάδο Διοικητικών - Οικονομικών Υπαλλήλων αναδρομικά από 17-7-1995. Έκτοτε εξελίχθηκε τόσο βαθμολογικά όσο και μισθολογικά σύμφωνα με τα οριζόμενα από το νέο ΓΕ.ΚΑΠ/ΟΣΕ για τον κλάδο τακτικού προσωπικού στο οποίο εντάχθηκε προσχωρώντας στο νέο Κανονισμό ως τακτικό προσωπικό του εναγομένου από της ισχύος του το Δεκέμβριο του 1998. Στις 31-12-2002 η ενάγουσα, που γεννήθηκε στις 15-10-1942, συμπλήρωνε το όριο ηλικίας που αφορούσε την κατηγορία της ως διοικητικός υπάλληλος, σύμφωνα με τα αντίστοιχα όρια ηλικίας του ισχύοντος τότε ΓΕ.ΚΑΠ/ΟΣΕ (άρθρα 76 εδαφ. ε', 82 παρ. 3 ) και ήταν 60 ετών. Επομένως, η σύμβαση εργασίας της με τον εναγόμενο από 1-1-2003 έπρεπε να θεωρηθεί αυτοδικαίως λυθείσα, οπότε και όφειλε να αποχωρήσει από τη υπηρεσία της και να συνταξιοδοτηθεί από τον πιο πάνω κύριο ασφαλιστικό της φορέα. Όμως, σύμφωνα με το καταστατικό του ασφαλιστικού αυτού φορέα, προκειμένου να αποχωρήσει εργαζόμενος του εναγομένου από την υπηρεσία του, ανεξαρτήτως της υπ' αυτού συμπληρώσεως του προβλεπόμενου εξ αυτού ορίου ηλικίας, θα έπρεπε ταυτοχρόνως να πληρεί τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του που προβλέπονται από το καταστατικό αυτού (ΤΑΠ/ΟΤΕ), ήτοι να έχει συμπληρώσει συνολική συντάξιμη υπηρεσία τουλάχιστον 15 ετών, προϋπόθεση όμως την οποία η ενάγουσα δεν πληρούσε. Ο εναγόμενος εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...απόφαση του, με την οποία ενέκρινε την παραμονή της ενάγουσας στην υπηρεσία μέχρι και τις 30-8-2009 για τη θεμελίωση το συνταξιοδοτικού της δικαιώματος με την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου. Κατ' εφαρμογή της άνω απόφασης η ενάγουσα από 1-1-2003, καίτοι δεν έπαψε ουσιαστικά να κατέχει οργανική θέση και να ασκεί αντίστοιχα καθήκοντα, εντούτοις έπαψε να περιλαμβάνεται στις επετηρίδες του προς προαγωγή σε ανώτερο υπηρεσιακό βαθμό τακτικού προσωπικού, ενώ και οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της αποτελούνται και θα αποτελούνται μέχρι την αποχώρηση της από τον εναγόμενο (30-8-2009) από ένα σταθερό μηνιαίο μισθό, οι οποίες ως βάση έχουν τις μικτές αποδοχές της του μηνός Δεκεμβρίου 2002, αυξανόμενες σε ετήσια βάση μόνο με την ΑΤΑ και τις γενικές αυξήσεις που έκτοτε θα καθορίζονται, ήτοι από ποσό ελάχιστο καθ' ύψος. Η απόφαση αυτή του εναγομένου, με την οποία η ενάγουσα εντάχθηκε αυθαιρέτως στο έκτακτο προσωπικό από 1-1-2003 έως 30-8-2009, αντίκειται ευθέως και αμέσως στις διατάξεις του ν. 2643/1998 και στον Υπηρεσιακό Οργανισμό του εναγομένου και συνιστά βλαπτική-δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας. Η σχέση εργασίας της ενάγουσας και μετά την 1-1-2003 διέπεται από το ίδιο καθεστώς εργασίας υπό το οποίο προσλήφθηκε, εντάχθηκε στον εναγόμενο αναγκαστικώς και προσέφερε από της προσλήψεως της στις 17-7-1995 τις υπηρεσίες της ως τακτική υπάλληλος του κλάδου Διοικητικών- Οικονομικών Υπαλλήλων κατέχοντας σχετική οργανική θέση. Από καμιά διάταξη του ΓΕ.ΚΑΠ/ΟΣΕ δεν προβλέπεται η δυνατότητα του εναγομένου προς μεταβολή της ιδιότητας του εξαρχής προσληφθέντος ως μόνιμου (τακτικού ) προσωπικού, σε έκτακτο με συνεπαγόμενο μάλιστα επακόλουθο τη δυσμενή μεταβολή των εργασιακών του όρων, υπό την έννοια της μειώσεως των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του και του υπηρεσιακού παροπλισμού του, με την απαγόρευση της υπηρεσιακής του ανελίξεως και στην περίπτωση μάλιστα κατά την οποία ο μισθωτός από του χρόνου περιαγωγής του από την κατηγορία του τακτικού προσωπικού στο έκτακτο, συνεχίζει (όπως η ενάγουσα) να ασκεί τα ίδια ακριβώς καθήκοντα με εκείνα που της ανατέθηκαν εξαρχής ως τακτικής υπαλλήλου και τα οποία αντιστοιχούν σε οργανική θέση τακτικού προσωπικού ενταγμένου στον κλάδο Διοικητικό- Οικονομικών Υπαλλήλων. Εφόσον λοιπόν ουδέποτε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου καταρτίστηκε νέα σύμβαση εργασίας, δυνάμει της οποίας η πρώτη προσέφερε τις υπηρεσίες της στο δεύτερο ως έκτακτη υπάλληλος, αυτή συνέχισε να απασχολείται υπό το ίδιο καθεστώς εργασίας ως τακτική δηλαδή υπάλληλος. Κατ' ακολουθίαν, η ... απόφαση του εναγομένου περί εντάξεως της ενάγουσας από 1-1-2003 και εντεύθεν στο έκτακτο προσωπικό είναι άκυρη, η δε συνδέουσα την τελευταία με τον εναγόμενο σχέση είναι η εξαρχής αναγκαστικά καταρτισθείσα σύμβαση, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε, εντάχθηκε και απασχολείται στον εναγόμενο ως τακτική υπάλληλος. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 2377/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχθηκε την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας άκυρη την υπ' αριθμ.... απόφαση της Δ/νσης Προσωπικού του αναιρεσείοντος περί εντάξεως της αναιρεσίβλητης στο έκτακτο προσωπικό από 1-1-2003 έως 30-8-2009. Με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι 560 που από παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας. Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο στηρίζει την κρίση του για την ακυρότητα της υπ' αριθμ. ... απόφασης της αναιρεσείουσας περί εντάξεως της αναιρεσίβλητης από 1-1-2003 και εντεύθεν στο έκτακτο προσωπικό σε δύο επάλληλες και ισοδύναμες αιτιολογίες και ειδικότερα, αφενός στην ακυρότητα της ως άνω απόφασης λόγω δυσμενούς- βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης αφετέρου λόγω παραβίασης από την αναιρεσείουσα του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2643/1998. Η ορθή όμως κατά νόμο πρώτη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης "δυσμενής- βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης" στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης ως προς την παραδοχή της ένδικης αγωγής (με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω απόφασης, τη λόγω της ακυρότητας συνέχιση της εργασίας της αναιρεσίβλητης με την ιδιότητα της τακτικής υπαλλήλου της αναιρεσείουσας και την καταβολή σ' αυτήν μισθών υπερημερίας) ως ουσιαστικά βάσιμης, αιτιολογία η οποία δεν πλήττεται με την αναίρεση. Επομένως, ο πιο πάνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως, που πλήττει μόνο τη δεύτερη παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνεται αλυσιτελής και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Σ.Ε. Α.Ε.) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8728/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας δε συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της.- Δικαιώματα εργαζομένου.- Όταν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της, και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ΄ άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 862/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σακελλαρίου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε με το ν. 3270/2004 (ΦΕΚ 187/Α/11-10-04), άρθρο 2, η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργετίνα Στεφανάτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 258/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6412/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-8-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και ο τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000,σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ". Σκοπός της εταιρίας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998,ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο-Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.2837/2000 ορίστηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού(3-8-2000),καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του Ε.Ο.Τ., στις οποίες περιλαμβάνονταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ. β' του αυτού άρθρου, ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση του Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003 η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν.2206/1994 άδεια λειτουργίας του Καζίνο στη "θέση Μον Παρνές στην Πάρνηθα"χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην"ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 του ίδιου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής:"Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή Εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΤΑ ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρίες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 24 του ν.2919/2001,όλο το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρίες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν...". Πριν από την ψήφιση του πιο πάνω νόμου 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος "Καζίνο-Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας"από την εταιρία"ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε, στις 28-3-2003, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας", "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων"και της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ",συμφωνία, με την οποία ρυθμιζόταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας. Ειδικότερα συμφωνήθηκαν τα εξής:Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη 3139/2003) αλλά την εθελουσία αποχώρηση τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωση τους προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", υποβαλλομένη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο προτείνει η εταιρία αυτή και διέπεται από τους αναφερόμενους στη συμφωνία όρους. Με τον όρο 3 παράγραφος γ' της ίδιας συμφωνίας τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ακόμη, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως....Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η αναιρεσείουσα απησχολείτο, την 28-3-2003, στην αναιρεσίβλητη, ως υπάλληλος-τεχνικός παιγνίων στο Καζίνο Πάρνηθας (ημερομηνία προσλήψεώς της από τον Ε.Ο.Τ., την 19-5-1983).Με την από 27-5-2003 έγγραφη αίτησή της προς την αναιρεσίβλητη, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι έλαβε γνώση των διατάξεων του άρθρου 4 του ν.3139/2003 καθώς και του όρου 3 της από 28-3-2003 Συμφωνίας και ότι επιθυμεί να συμμετάσχει στο Πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου. Η αίτηση της έγινε δεκτή και από του χρόνου εκείνου, (18-9-2003), λύθηκε η σύµβαση εργασίας της. Η σχετική αποζημίωση υπολογίστηκε στο ποσό των 118.946,99 ευρώ και κατά την αποχώρηση της η αναιρεσίβλητη της κατέβαλε το ποσό των 95.343,62 ευρώ, αφού παρακράτησε, με συντελεστή 20%,το φόρο εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών από 23.603,37ευρώ. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού(μάρτυρες και έγγραφα)δεν αποδεικνύεται ότι έχει συμφωνηθεί, μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσίβλητη εξ ιδίων να καταβάλει τον ως άνω φόρο εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών, που αναλογεί και βαρύνει την αναιρεσείουσα. Το Δικαστήριο πείθεται επ' αυτού, ιδία από το "απόσπασμα πρακτικού" της τακτικής Γενικής Συνελεύσεως, της 21-7-2003,των μετόχων της εναγομένης, το οποίο έκτοτε (21-7-2003) γνωρίζει η ενάγουσα(και το προσκομίζει, με επίκληση, ως "σχετικό 20"),όπου αναφέρεται ότι"στις νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε φόρος, που σε κάθε περίπτωση, βαρύνει τους εργαζόμενους",καθώς και από τη μεταγενέστερη της Τακτικής Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης, της 21-7-2003, έγγραφη, από19-9-2003"δήλωση" της εναγούσης προς την εναγομένη, όπου δεν αναφέρεται συνομολόγηση τέτοιας οφειλής μεταξύ των διαδίκων. Εξάλλου οι μάρτυρες, ως άνω, σε σχέση με τη "Συμφωνία" της 28-3-2003,καταθέτουν ότι "η δικηγόρος(Νομική Υπηρεσία της εναγομένης)πρότεινε να μη χρησιμοποιηθεί η φράση, δεν θα παρακρατηθεί φόρος στο ποσό της οφειλομένης για τον κάθε εργαζόμενο αποζημιώσεως, μέσα στο έγγραφο της συμφωνίας διότι κάτι τέτοιο απαγορεύεται και δεν θα πέρναγε στη Βουλή και πρότεινε τη διατύπωση"όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Από τη συμφωνία όμως, που προαναφέρθηκε, δεν προκύπτει ότι"στις νόμιμες επιβαρύνσεις" περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος φόρου. Και αυτό γιατί, το εισόδημα από την εν λόγω αποζημίωση φορολογείται αυτοτελώς σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2238/1994 με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης, μετά την αφαίρεση του ποσού των 20.000 δρχ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η υποχρέωση καταβολής φόρου από την ως άνω αιτία βαρύνει τον δικαιούχο της αποζημίωσης και παρακρατείται κατά την καταβολή της από τον εργοδότη για να αποδοθεί στο Δημόσιο, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση. Ανάληψη υποχρέωσης από την αναιρεσίβλητη για καταβολή εξ ιδίων του εν λόγω φόρου, χωρίς επιβάρυνση της αναιρεσείουσας, δεν προκύπτει από την πιο πάνω συμφωνία και η ίδια αρνείται βάσιμα ότι ανέλαβε τέτοια υποχρέωση. Ενόψει αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς απόδοση στην αναιρεσείουσα του ποσού που παρακρατήθηκε ως φόρος κατά την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και συνακόλουθα η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, απέρριψε αυτήν (αγωγή)ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.Aπ` αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και δοθέντος ότι, για την παραπάνω ενέργεια της αναιρεσίβλητης, διαμαρτύρεται η αναιρεσείουσα, βασιζόμενη στο περιεχόμενο της από 28-3-2003 συμφωνίας της με το Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, της οποίας μέλος είναι και η ίδια κατά την οποία "ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη λόγω καταγγελίας...και ότι όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις περιλαμβάνονται στο ποσό της αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής"υποστηρίζοντας ότι ο παρακρατηθείς φόρος περιλαμβάνεται στις εν λόγω επιβαρύνσεις, προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τούτο (Εφετείο), διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου"νόμιμες επιβαρύνσεις",αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή(η οποία δεν φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ),σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του ν.2238/1994,στο όλο περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως και τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από την εκτίμηση των οποίων διαπίστωσε ότι η αναιρεσίβλητη δεν ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων το φόρο εισοδήματος που αναλογούσε στις αποζημιώσεις των εκουσίως αποχωρούντων από την επιχείρησή της και από το ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) αρνείται ότι είχε αναλάβει τέτοια υποχρέωση. Ενώ, όμως, ενόψει αυτών, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις",δεν προσέφυγε σ` αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Συνεπώς το Εφετείο με τον τρόπο αυτό παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6412/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο αν και ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", δεν προσέφυγε σ΄ αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών. Συνεπώς παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και είναι βάσιμος ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως.
| null | null | 1
|
Αριθμός 869/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ... και 2...., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Μαγγίβα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη (Τάκη) Ανδρονόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Νοεμβρίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 935/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους ως και τους από 27 Ιανουαρίου 2010 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε τη παραδοχή του πρώτου από το αναιρετήριο και το πρόσθετο δικόγραφο, λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν. Το δικαστήριο που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται μεν κατά την κρίση του αυτή σε ακυρωτικό έλεγχο, αλλά αν παραλείψει, παρά τη διαπίστωση αυτή, να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει τους κανόνες αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ. Τέτοια παραβίαση μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, δηλαδή αν οι ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως. Εξάλλου κατά το άρθρο 810 του ΑΚ "με τη σύμβαση του χρησιδανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους (χρήστης) παραχωρεί στον άλλο τη χρήση πράγματος και αυτός (χρησάμενος) έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης". Κατά δε το άρθρο 574 του ΑΚ "με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι τόσο το χρησιδάνειο όσο και η μίσθωση πράγματος έχουν ως αντικείμενο την παραχώρηση της χρήσης πράγματος σε άλλον, διαφοροποιούνται δε μόνον ως προς το ότι στο μεν χρησιδάνειο ο χρησάμενος δεν καταβάλλει αντάλλαγμα στο χρήστη για τη χρήση του πράγματος, στη δε μίσθωση ο μισθωτής καταβάλλει στον εκμισθωτή μίσθωμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 813/1978 (ήδη 5 του π.δ. 34/1995) η σύμβαση της εμπορικής μίσθωσης μπορεί να λυθεί με νεότερη συμφωνία, η οποία πρέπει να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Ο λόγος που επέβαλε τον παραπάνω τρόπο απόδειξης της αντισυμφωνίας για λύση της μίσθωσης έγκειται στην αποφυγή καταστρατήγησης σε βάρος του μισθωτή της διάταξης ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης, με την ταυτόχρονη κατά τη σύναψη της συμβάσεως κατάρτιση μεταχρονολογημένης συμφωνίας για λύση της μίσθωσης. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ειρημένου π.δ/τος, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 14 και 15 του ν. 2741/1999, προκύπτει: α) ότι, σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει να καταβάλει στο μισθωτή, ως αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία του μισθίου, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξεως μίσθωμα είκοσι τεσσάρων μηνών και β) ότι η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, πλην άλλων, και όταν ο μισθωτής αποχωρήσει οικειοθελώς από το μίσθιο, καθώς και όταν, μετά τη λήξη της μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, χωρίς η σχετική περί αποδόσεως του μισθίου αγωγή να έχει ασκηθεί εντός εννέα μηνών από τη λήξη της μισθώσεως, έστω και αν η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών. Στην περίπτωση αυτή η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για μια τετραετία, μετά τη λήξη της οποίας ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου, χωρίς να υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεως για άϋλη εμπορική αξία. Έτσι, αν ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου επί χρόνο μείζονα των δέκα έξι ετών (12+4) δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση για άϋλη εμπορική αξία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει απ την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Μ. Φωτοπούλου, οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσείοντες) κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 6/10 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 2/10 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση < ...> στην ..., το οποίο ήταν μισθωμένο στον εκκαλούντα με το από 20-9-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, προκειμένου να λειτουργεί εκεί επιχείρηση εστιατορίου - ταβέρνας. Κατόπιν της από 24-7-1997 αγωγής της εκμισθώτριας - δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων ..., ο εκκαλών συμφώνησε να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στις 30-9-1999 λαμβάνοντας ως αποζημίωση 12 μηνιαία μισθώματα. Λίγο πριν την παράδοση του μισθίου ο εκκαλών πρότεινε στους εφεσιβλήτους, οι οποίοι υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώσεως, να παραμείνει στο μίσθιο καταβάλλοντας ως αντάλλαγμα το ποσό των 200.000 δραχμών μηνιαίως, προκειμένου να μην απολέσει την πελατεία που είχε αποκτήσει από την επί εικοσαετία άσκηση της παραπάνω εμπορικής δραστηριότητας. Οι εφεσίβλητοι προκειμένου να αποφύγουν τις δεσμεύσεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων, όσον αφορά τη διάρκεια της μισθώσεως, αξίωσαν από τον εκκαλούντα να δηλώσει εγγράφως ότι παραμένει στο μίσθιο με "παρακλητική σχέση" και ότι θα παραδώσει το ακίνητο μέσα σε δέκα ημέρες αφότου ζητήσουν τούτο οι εφεσίβλητοι. Μετά παρέλευση ενός και πλέον έτους οι εφεσίβλητοι με την από 18-12-2000 δήλωσή τους ζήτησαν από τον εκκαλούντα να τους αποδώσει τη χρήση του ακινήτου και μετά την άρνηση του τελευταίου ήγειραν εναντίον του αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής, της οποίας η συζήτηση μετά από δύο αναβολές ματαιώθηκε και τελικά συντάχθηκε η ... πράξη της συμβολαιογράφου Πατρών Αγγελικής Σακελλάρη, όπου τα διάδικα μέρη δηλώνουν ότι παρατείνεται η "παρακλητική σχέση" μέχρι και τις 15-9-2002. Παρελθούσης δε και της παραπάνω ημερομηνίας οι εφεσίβλητοι κοινοποίησαν στον ανακόπτοντα την προσβαλλόμενη με την ανακοπή επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της ... συμβολαιογραφικής πράξης. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η επίδικη σύμβαση έχει το χαρακτήρα της εμπορικής μίσθωσης, οι δε δηλώσεις των συμβαλλομένων περί "παρακλητικής σχέσης", που όπως προελέχθη δεν αναγνωρίζεται από το ισχύον δίκαιο, έγιναν με προφανή σκοπό να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις του ν. 813/1978, καθώς και των τροποποιησασών τον νόμο αυτό διατάξεων σε σχέση με τη διάρκεια της μισθώσεως και το ύψος του μισθώματος. Τούτο συνάγεται και από το γεγονός ότι καμία σχέση φιλαληθείας, αγαθοσύνης ή κοινωνικής ευπρέπειας συνδέει τα διάδικο μέρη και το κυριότερο, ότι συμφωνήθηκε, όπως συνομολογείται από τους εφεσίβλητους, αντάλλαγμα που αποκλείει τη σύναψη συμβάσεως χρησιδανείου, ανεξαρτήτως αν ανήρχετο στο ποσό των διακοσίων ή των τετρακοσίων χιλιάδων δρχ. από το έτος 2001 και εξής, όπως υποστηρίζει ο εφεσίβλητος. Αλλά και η διάρκεια της συμβάσεως, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας, μετά από αλλεπάλληλες παρατάσεις, καθώς και η άσκηση στο ακίνητο εμπορικής επιχείρησης εστιατορίου δεν αφήνουν αμφιβολίες για την ύπαρξη εμπορικής μίσθωσης". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή κατά της από 31-10-2002 επιταγής προς εκτέλεση πρώτου εκτελεστού απογράφου της αρ. ...συμβολαιογραφικής πράξης τελευταίας παρατάσεως στη χρήση του μισθίου, που δόθηκε στον αναιρεσίβλητο από τους αναιρεσείοντες. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), καθ' όσον ως προς την πραγματικώς δηλωθείσα βούληση των διαδίκων προς κατάρτιση νέας συμβάσεως μισθώσεως για το, επί δέκα εννέα έτη χρησιμοποιούμενο από τον αναιρεσίβλητο χωρίς διακοπή, μίσθιο με προστατευόμενη, έγκυρη και υποβαλλόμενη σε αλληλοδιάδοχες εκ του νόμου παρατάσεις, σύμβαση μισθώσεως, διέλαβε κατά την εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες. Ειδικότερα: 1) Ενώ δέχεται ότι καταληκτικός, κατά νόμο και συμφωνημένος με τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, χρόνος της από 30-9-1980 μισθώσεως του καταστήματος ήταν η 30-9-1999, για την οποία ημεροχρονολογία συνήνεσε ο αναιρεσίβλητος να αποχωρήσει από το μίσθιο, λαμβάνοντας από την αρχική εκμισθώτρια και την από 12 μηνιαία μισθώματα νόμιμη αποζημίωσή του για την άϋλη εμπορική αξία του μισθίου, αποδίδει ακολούθως στην παρατεινόμενη, πέραν της καταληκτικής αυτής ημεροχρονολογίας, χρήση του μισθίου από τον αναιρεσίβλητο χαρακτήρα νέας μισθώσεως και όχι συναινετικής παρατάσεως της προηγούμενης με αναπροσαρμογή του μισθώματος, χωρίς να προσδιορίζει από ποιά περιστατικά συνήγαγε τούτο ερμηνεύοντας τις έγγραφες δηλώσεις των διαδίκων για παράταση της χρήσης του μισθίου από τον αναιρεσίβλητο, που περιείχαν ανακρίβεια (κατά τις παραδοχές του Εφετείου) μόνον ως προς τη μη καταβολή μισθώματος. 2) Όσον αφορά τα 12 μηνιαία μισθώματα της συμφωνημένης να δοθεί στον αναιρεσίβλητο άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου, κατά τις 30-9-1999, δεν καθίσταται σαφές αν δόθηκαν σ' αυτόν από τους αναιρεσείοντες (ή τη δικαιοπάροχό τους), για να προκύπτει πώς αξιολογήθηκε η καταβολή ή μη καταβολή τούτων κατά την ερμηνεία των δικαιοπρακτικών δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η πρωτοβουλία για την παραμονή στο μίσθιο του αναιρεσιβλήτου φέρεται ότι ανήκε σ' αυτόν και εκδηλώθηκε πριν από τη λήξη της μισθώσεως (30-9-99), χωρίς να αναφέρεται μάλιστα αν αποτελούσε πρόταση καταρτίσεως νέας συμβάσεως ή παρατάσεως της προηγούμενης. 3) Ενώ η σε ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα των διαδίκων καταχωρημένες δηλώσεις βουλήσεώς τους για "παρακλητική" παράταση της χρήσης του μισθίου από τον αναιρεσίβλητο ήταν αναληθής ως προς το χαρακτηρολογικό πρόθεμα αυτής και το αληθές ήταν "μισθωτική", δεν αιτιολογείται επαρκώς, γιατί κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών πρέπει να εκτιμηθεί ότι αποδίδει αληθινή δήλωση βουλήσεως των διαδίκων για κατάρτιση νέας συμβάσεως μισθώσεως και όχι παράταση της προηγούμενης. Διότι, στην περίπτωση που οι συμφωνίες αυτές αποτελούσαν συνέχεια της υφιστάμενης μισθωτικής σχέσης, ισχύουν διαφορετικές ρυθμίσεις της χρονικής διάρκειας της μίσθωσης κατά το π.δ. 34/1995. Επομένως είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., όπως εκτιμάται, υπό στοιχ. 1, 2, 3, από το κύριο και πρόσθετο δικόγραφο αναιρέσεως, λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.).Μετά την παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποβαίνει αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 935/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση εκ πλαγίου των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173-200 ΑΚ) κατά την ερμηνεία των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών επί συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως, μετά τη λήξη της, για ύπαρξη παρακλητικής σχέσης (ενώ περιείχε αντάλλαγμα η χρήση του μισθίου δηλ. μίσθωμα). Το Εφετείο δέχθηκε ότι καταρτίσθηκε νέα μίσθωση από την αρχή χωρίς να εξετάζει αν υπήρξε παράταση της προηγούμενης μίσθωσης και χωρίς να περιλαμβάνει στις αιτιολογίες ότι δηλώθηκε βούληση νέας μισθώσεως από τους εκμισθωτές.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 849/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κασιμάτη, περί αναιρέσεως της 42554/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1302/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 122 παρ. 1, 126 και 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι από την παράβαση των περί τοπικής αρμοδιότητας κανόνων γεννάται μεν ο περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η περί κατά τόπον αναρμοδιότητας ένσταση προτάθηκε μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Αν η κατά τόπον αναρμοδιότητα του δικαστηρίου δεν προταθεί από κάποιο διάδικο ή τον Εισαγγελέα ή δεν γίνει αντιληπτή από τον Πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, καλύπτεται και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν προβάλλει με λόγο εφέσεως την κατά τόπον αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η αναρμοδιότητα αυτή καλύπτεται και δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, ο ως άνω αναιρεσείων, εισαχθείς σε δίκη μαζί με άλλον συγκατηγορούμενό του ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για παράβαση του άρθρου 71 παρ. 1 ν. 998/1979, όπως η παρ. 1 αντικατεστάθη με το άρθρο 46 παρ. 1 ν. 2145/1993 φερομένη ως τελεσθείσα στη δασική θέση στο ύψος του 60 χιλιομέτρου Παλαιάς Εθνικής Οδού Α...) περιφερείας του Δήμου ..., κηρύχθηκε ερήμην ένοχος με την 53547/2006 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου καταδικασθείς σε φυλάκιση δεκαπέντε μηνών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ ενώ ο συγκατηγορούμενός του ... κηρύχθηκε αθώος. Κατά της άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών άσκησε την από 24.10.2007 έφεση ο ήδη αναιρεσείων στην οποία όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της σχετικής υπ' αριθμό 13170/2007 έκθεσης εφέσεως δεν προέβαλε ως λόγο εφέσεως αναρμοδιότητα κατά τόπον του δικάσαντος πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ισχυρισμό περί κατά τόπο αναρμοδιότητας του εκδόσαντος την εκκαλούμενη απόφαση Μονομελούς Πλημμελειοδικείου προέβαλε ο ήδη αναιρεσείων το πρώτον στη κατ' έφεση δίκη μέσω του συνηγόρου του, τον οποίο διόρισε για να τον υπερασπισθεί, μαζί με άλλους ισχυρισμούς που ανέπτυξε προφορικώς και για τους οποίους παρέδωσε στο δικαστήριο γραπτό σημείωμα που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος περί τοπικής αναρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού έκρινε την έφεσή του τυπικά δεκτή προχώρησε στην κατ' ουσία εκδίκαση της υποθέσεως και μετά την εκτίμηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδείξεων κήρυξε αυτόν ένοχο της αξιοποίνου πράξεως της ανέγερσης κτίσματος και εγκαταστάσεων εντός δασικής εκτάσεως με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου επέβαλε δε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Δεν προβλήθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα αναρμοδιότητα κατά τόπο του δικάσαντος αυτού, ερήμην, πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Συνεπώς δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως για υπέρβαση εξουσίας, πέραν του ότι από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απερρίφθη ως απαράδεκτη η προβληθείσα κατά τη συζήτησης της υποθέσεως κατ' έφεση άνω ένσταση περί αναρμοδιότητος κατά τόπο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ειδικότερα για το λόγο ότι δεν προεβλήθη πρωτοδίκως από τον τότε παρόντα συγκατηγορούμενο του ήδη αναιρεσείοντος ή τον Εισαγγελέα η περί αναρμοδιότητος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τόπο ένσταση και έτσι αυτή καλύφθηκε. Σε κάθε περίπτωση η θέσπιση περιορισμών όσον αφορά την πρόταση ενστάσεως τοπικής αναρμοδιότητας πρωτοδίκως και την έρευνα αυτής για πρώτη φορά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνον αν προβλήθηκε από τον κηρυχθέντα ένοχο ερήμην πρωτοδίκως κατηγορούμενο με ειδικό λόγο εφέσεως δεν αντίκειται στις εγγυήσεις από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και θα αποφασίσει επί των αμφισβητήσεων επί των αστικής φύσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας όσο και από το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα του ΟΗΕ της 16.12.1966 που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και ορίζει ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων, κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικασθεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί με το νόμο και το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, απαγγελθείσα εναντίον του καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα. Έτσι δεν αποκλείεται από τους περιορισμούς αυτούς η κατόπιν ασκήσεως εφέσεως στην οποία θα περιλαμβάνεται ως ειδικός λόγος, να εξετασθεί στην κατ' έφεση δίκη παρ' ότι κατ' αρχήν καλύπτεται αν δεν προβληθεί εώς την έναρξη της επ' ακροατηρίου αποδεικτικής διαδικασίας η κατά τόπο αναρμοδιότητα πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δίκασε ερήμην κατηγορούμενο, ιδίως στην περίπτωση που η ερημοδικία του ήταν παράνομη. Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν ερμηνεύθηκαν ούτε εφαρμόσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ ως κατισχύουσας των εθνικών διατάξεων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, οι προαναφερθείσες διατάξεις του Κ.Ποιν.Δ. για την κατά τόπο αναρμοδιότητα του δικαστηρίου και την νόμιμη πρότασή της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως ιδρύεται και σε περίπτωση ελλείψεως ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του Κ.Ποιν.Δ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1947/1991 και άρθρ. 34 παρ. 2 ν. 2172/1993 στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Ο ήδη αναιρεσείων παραπονείται ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί επί προφορικής υποβληθείσης στο ακροατήριο κατά την κατ' έφεση δίκη ενστάσεως για ακυρότητα της κλητεύσεώς του στην οδό ... από την οποία είχε αποχωρήσει προ 20 και πλέον ετών και ότι η ένστασή του αυτή δεν καταχωρήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 141 παρ. 2, 331, 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να ζητούν λαμβάνοντας το λόγο να προβούν σε δηλωθείς, αιτήσεις ή ενστάσεις και να ζητούν την καταχώρησή των στα πρακτικά προκειμένου δε περί αυτοτελών ισχυρισμών ή ενστάσεων δεν αρκεί η παράδοση γραπτού σημειώματος αλλά απαιτείται και προφορική ανάπτυξη αυτών κατά τα ουσιώδη στοιχεία των για να θεωρείται ότι έχουν προβληθεί παραδεκτώς (ΑΠ ολ. 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων ή ο συνήγορός του προέβαλε προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του κατ' έφεση δικάζοντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ακυρότητα της κλητεύσεώς του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το περιεχόμενο που αναφέρει στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Το δικαστήριο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, επί του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης, προκειμένου να προσκομισθούν φορολογικές δηλώσεις και λογαριασμοί καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ από τον κατηγορούμενο και επί της ενστάσεως κατά τόπο αναρμοδιότητος καθώς και των λοιπών αυτοτελών ισχυρισμών του, δέχεται, όπως προκύπτει από το από 14.4.2006 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του Α Α/Τ Πειραιώς ... ο ήδη αναιρεσείων εκκαλών είχε νομίμως δικασθεί ερήμην στον πρωτόβαθμο εφόσον το κλητήριο θέσπισμα του είχε επιδοθεί με θυροκόλληση στην αναφερόμενη στην από 16.3.2004 μηνυτήρια αναφορά του δασοφύλακα Μεγάρων ... και βεβαιωθείσα από το όργανο της επίδοσης διεύθυνσή του επί της οδού .... Από τα ανωτέρω που δέχθηκε και το Δικαστήριο και αναφέρονται στην προσβαλλόμενη δεν προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων προέβαλε νομίμως ισχυρισμό για ακυρότητα της κλητεύσεώς του στη δίκη στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο. Όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307, επ. 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του Κ.Ποιν.Δ. η κυρία διαδικασία αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας δηλαδή με την επίδοση στο κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος με τα οποία καλείται στο ακροατήριο είτε με την εμφάνιση του κατηγορούμενου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Κατά το άρθρο 174 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η ακυρότητα της κλήσης το ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορούμενου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποιήσεως αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην η ως άνω ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος ως διαδικαστικής πράξεως, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως. Αν δε προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως καλύπτεται με επακόλουθο η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κυρία διαδικασία. Κατ' ακολουθία αυτών και του ότι ο ήδη αναιρεσείων δεν προσέλαβε το κύρος της κλητεύσεώς του, στην πρωτόδικη δίκη, στην οποία δικάσθηκε ερήμην, με λόγο εφέσεως, δεν θεμελιωνόταν έλλειψη ακροάσεως του αναιρεσείοντος συνεπαγομένη ακυρότητα της διαδικασίας, αλλά είχε καλυφθεί οποιαδήποτε σχετική ακυρότητα όσον αφορά την επίδοση της κλήσεως στον ήδη αναιρεσείοντα για να εμφανισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν μπορούσε μετά την έναρξη της συζητήσεως της υποθέσεως κατ' έφεση να προτείνει αυτήν την ακυρότητα της αρχικής κλητεύσεώς του που ήδη είχε καταστεί απρόσβλητη.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. β λόγος αναιρέσεως. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ο επικουρικώς πλην αλυσιτελώς προβαλλόμενος λόγος με τον οποίο πλήττεται η άνω απόφαση ότι δεν διέλαβε ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη της άνω ένστασης που προέβαλε στην κατ' έφεση δίκη ο ήδη αναιρεσείων περί ακυρότητος της κλητεύσεώς του στο πρωτόδικο δικαστήριο, ανεξάρτητα από την αοριστία του καθόσον δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη ή ασάφεια της επιβαλλόμενης αιτιολογίας σε σχέση με το συγκεκριμένο κεφάλαιο της αποφάσεως για να είναι παραδεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/7/2009 αίτηση δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της 42554/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που δικάζοντας κατ' έφεση καταδίκασε τον ερήμην πρωτοδίκως δικασθέντα αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 71 § 1 Ν. 998/1979. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ) διότι δεν προβλήθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως η κατά τόπο αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καλύφθηκε η αναρμοδιότητα αυτού, μη ιδρυομένου λόγου αναιρέσεως και επιπλέον δεν αντίκειται στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ η θέσπιση περιορισμών όσον αφορά την πρόταση ενστάσεως της κατά τόπο αναρμοδιότητας, και την έρευνα αυτής για πρώτη φορά από το Εφετείο, ούτε αντίκειται η μη εξέταση της κατά τόπο αναρμοδιότητας στην κατ' έφεση δίκη, αν δεν προβληθεί έως την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 510 § 1 στροιχ. Β΄ ΚΠΔ) για παράλειψη του κατ' έφεση δικάσαντος δικαστηρίου να αποφανθεί επί προφορικού αιτήματος υποβληθέντος στο ακροατήριό του για ακυρότητα της κλητεύσεώς του σε διεύθυνση από την οποία είχε αποχωρήσει από 20ετίας και η οποία ένσταση δεν καταχωρήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν προβλήθηκε παραδεκτώς τέτοιος ισχυρισμός με 0παράδοση και γραπτού σημειώματος καταχωρημένου στα πρακτικά και δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του υπέβαλαν προφορικώς ή εγγράφως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ακυρότητα κλήτευσής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το περιεχόμενο που αναφέρει στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως και δεν προκύπτει από όσα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιο δικαστηρίου ότι υπεβλήθη νομίμως από τον αναιρεσείοντα τέτοιος ισχυρισμός για ακυρότητα κλητεύσεώς του στην πρωτόδικη δίκη. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ) ως αλυσιτελής και μη παραδεκτώς προβαλλόμενος, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος και της επιδόσεως αυτών στον κατηγορούμενο, καλύπτεται αν δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης ο εμφανισθείς κατ' αυτή κατηγορούμενος ή σε περίπτωση που δικάσθηκε ερήμην πρωτοδίκως αν δεν προταθεί αυτή η ακυρότητα με λόγο εφέσεως και ο ήδη αναιρεσείων δεν προσέβαλε το κύρος της κλήτευσής του στην πρωτόδικη δίκη με την έφεσή του, και δεν υπήρχε έτσι ακυρότητα της διαδικασίας αλλά καλύφθηκε αυτή και δεν μπορούσε μετά την έναρξη της συζητήσεως κατ' έφεση να προτείνει αυτήν την ακυρότητα της αρχικής κλητεύσεώς του.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Δασικά αδικήματα, Αναρμοδιότητα.
| 0
|
Αριθμός 848/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ'Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Παντελή(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων : 1)Χ1, κρατούμενου στις Φυλακές ..., 2)Χ2, κρατούμενου στις Φυλακές ..., που δεν παραστάθηκαν, 3)Χ3, κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Στεφανάδη και 4)Χ4, κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ράλλη, περί αναιρέσεως της 113/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1, κάτοικο ..., 2)Ψ2 και 3)Ψ3, κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Γεωργακόπουλο. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από: 20 Μαϊου 2009 (δύο (2) τον αριθμό), 2 Ιουνίου 2009 και 7 Δεκεμβρίου 2009, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1642/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραστάντων αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων καθώς και των πολιτικώς εναγόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι από 20 Μαϊου 2009 αιτήσεις των δύο πρώτων αναιρεσειόντων καθώς να απορριφθούν και οι αιτήσεις των υπολοίπων δύο αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση υπ'αριθμ.εκθέσεων ..., του κατηγορουμένου Χ1, 12/2009, από 20-5-2009 του κατηγορούμενου Χ2 και 13/2009, από 2-6-2009 του κατηγορουμένου Χ3 αυτοτελείς αιτήσεις και η από 7-12-2009 (δια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση δήλωση του ετέρου κατηγορουμένου Χ4, περί αναιρέσεως της αυτής 113/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου πρέπει να συνεκδικασθούν διότι είναι συναφείς. Επί των αιτήσεων των αναιρεσειόντων α)Χ1και β)Χ2.
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδαφ.α'του ιδίου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει α)από το υπό ημερομηνία 12-1-2010 αποδεικτικό επίδοσης του υπαλλήλου γραμματείας στο Αγροτικό Κατάστημα κράτησης Ενηλίκων ... περί επιδόσεως στον κρατούμενο εκεί αναιρεσείοντα Χ1 της 1642/09 από 11-1-2010 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και β)από το υπό ημερομηνία 12-1-2010 αποδεικτικό επίδοσης του γραμματέα στην Αγροτική Φυλακή ... περί επιδόσεως στον κρατούμενο εκεί αναιρεσείοντα Χ2 της υπ'αριθμ.1642/09 από 11-1-2010 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθένας από τους άνω αναιρεσείοντες, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, παριστάμενος δια συνηγόρου πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν οι άνω αναιρεσείοντες κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια οι υπο κρίση αυτοτελείς αιτήσεις των άνω αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθούν.
Επί της αιτήσεως-δηλώσεως του αναρεσείοντος Χ4.
Κατά το άρθρο 504 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ όταν ο νόμος δεν ορίζει κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη ή κήρυξε απαράδεκτη αυτήν (ΚποινΔ 370). Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 473, 474 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ το ένδικο μέσο γενικά επομένως και η αναίρεση κατ'αποφάσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής της περιφερείας που κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ'εξαίρεση, προκειμένου μόνο για καταδικαστική απόφαση, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δ και με δήλωση, που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Καταδικαστική είναι η απόφαση εκείνη, που κηρύσσει κάποιον ένοχο αξιοποίνου πράξεως και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή είτε στερητική της ελευθερίας είτε χρηματική και η απόφαση η οποία επιβάλλει μόνο ποινή μετ'αναίρεση. Δεν είναι καταδικαστική η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους ή ως εκπρόθεσμη. Επομένως στην περίπτωση αυτή, η αναίρεση πρέπει να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 474 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ προσώπων και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση του κατηγορουμένου επιδιδομένη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κατά το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση του, κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο) απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου απορρίφθηκε (κατά πλειοψηφία) ως απαράδεκτη, καθόσον δεν περιέχει κάποιο λόγο αλλά είναι αόριστη χωρίς καμία συγκεκριμένη αιτίαση, η υπ'αριθμό 100/12-9-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ4 κατά της 317/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, με την οποία καταδικάσθηκε για τις πράξεις της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης για διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων, ληστείας από κοινού, αρπαγής από κοινού, παράνομης οπλοφορίας, παράνομης οπλοκατοχής, απόπειρας εκβίασης κατ'εξακολούθηση, εμπρησμού από πρόθεση, απόπειρας αρπαγής και απλών κλοπών σε συνολική ποινή καθείρξεως τριάντα έξι (36) ετών και εκτιτέα ποινή κάθειρξης 25 ετών. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου δεν είναι καταδικαστική εφόσον δεν αποφάνθηκε περί της ενοχής του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμενου ή περί της επιβολής κυρίας ποινής σ'αυτόν. Επομένως, κατά της αποφάσεως αυτής δεν είναι παραδεκτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως με δήλωση επιδιδομένη κατ'άρθρο 473 παρ.2 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως συνέβη με την ένδικη από 7-12-2009 δήλωση ασκήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ4 που επιδόθηκε στις 8-12-2009 από την δικαστική επιμελήτρια ... στον άνω Εισαγγελέα. Κατόπιν αυτών και αφού παρέστη δια του συνηγόρου του, ο οποίος εξέθεσε τις απόψεις του ο κληθείς ενώπιον του δικαστηρίου τούτου πιο πάνω αναιρεσείων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του αναιρεσείοντος αυτού.
Επί της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ3.
Κατά το άρθρο 474 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ.2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στα λοιπά μνημονευόμενα στη διάταξη αυτή αρμόδια πρόσωπα κατά τα προηγουμένως αναφερθέντα. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (αρθρ.465 παρ.1) και από εκείνον που την δέχεται. Η έκθεση αυτή που ενσωματώνει τη δήλωση για την άσκηση του ένδικου μέσου αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, ο δε λήπτης της δηλώσεως είναι αυτός που την συντάσσει και η έλλειψη της υπογραφής του επάγεται ακυρότητα της εκθέσεως κατά το άρθρο 153 Κ.Ποιν.Δ. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Εξ'άλλου κατά το άρθρο 6 παρ.1 εδαφ.α'της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, υπερνόμοθετική ισχύ, "παν προσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθεί δικαίως δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπο ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επι του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", εκδήλωση του οποίου αποτελεί η δυνατότητα του δικαιούχου για πρόσβαση στο δικαστήριο. Το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, όπως σε σχέση με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενδίκων μέσων. Οι περιορισμοί, όμως, αυτοί πρέπει να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ίδια η ουσία αυτού του δικαιώματος. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητος που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Κατ'ακολουθίαν αυτών, το Κράτος, όταν θεσπίζει ως ένδικο μέσο την έφεση, υποχρεούται να διαμορφώνει τις ρυθμίσεις όσον αφορά τους τύπους και τις προθεσμίες για την άσκηση του κατά τρόπο σύμφωνο με τις απορρέουσες από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ εγγυήσεις.
Κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 148 επ. και 151 Κ.Ποιν.Δ ο αρμόδιος δημόσιος υπάλληλος που εκπληρώνει στην ποινική διαδικασία καθήκοντα βεβαιώσεως πράξεων του ιδίου ή άλλου αρμοδίου δημοσίου υπαλλήλου με τον οποίο συμπράττει ή δηλώσεων τρίτων προσώπων που απευθύνονται σ'αυτούς αναφέρει στην έκθεση που συντάσσεται τον τόπο που γίνεται η πράξη ή η δήλωση που βεβαιώνεται σ'αυτήν, τον χρόνο ενέργειας της συντάξεως, τα ονοματωπώνυμα και την κατοικία των προσώπων που παρευρέθηκαν, την ακριβή περιγραφή των πράξεων που πιστοποιούνται με την έκθεση ή τις δηλώσεις τρίτων που έγιναν προς αυτόν που συντάσσει την έκθεση και αν οι δηλώσεις υπήρξαν αυθόρμητες ή κατόπιν ερωτήσεων του υπαλλήλου. Η έκθεση διαβάζεται ενώπιον όσων κατά το άρθρο 150 Κ.Ποιν.Δ συνεργάστηκαν κατά τη συνταξή της και υπογράφεται από αυτούς καθώς και από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν και από το δημόσιο υπάλληλο που συνέταξε την έκθεση. Από τις άνω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 463, 465, 474 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι ο υπάλληλος ενώπιον του οποίου ασκείται η έφεση πρέπει να σημειώνει στην έκθεση που συντάσσει για τη δήλωση ασκήσεως ενδίκου μέσου τον τόπο και το χρόνο συντάξεως και τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία των διαδίκων που είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου, που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ.2, ασκούν το ένδικο μέσο, να περιγράφει στην συντασσόμενη έκθεση τις δηλώσεις αυτών, να διαβάζει μπροστά σε αυτόν που την άσκησε την έκθεση που συνετάγη για το ασκηθέν ένδικο μέσο και να υπογράφει την έκθεση για την δήλωση ασκήσεως ενδίκου μέσου τόσο από αυτόν που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του όσο και από τον υπάλληλο που την δέχεται ενώ, ακόμη, στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου αυτού αφορούν μόνο τον υπάλληλο και όχι τον ασκούντα το ένδικο μέσο, όπως είναι και ο ασκών έφεση κατηγορούμενος, ο οποίος άλλως υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατ'ακολουθίαν αυτών και της υπεροχής της ΕΣΔΑ, βάσει της επιταγής του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος έναντι των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, πρέπει οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κ.Ποιν.Δ να ερμηνεύονται σύμφωνα με αυτή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Έτσι γίνεται δεκτό ότι εάν η έκθεση για την άσκηση ενδίκου μέσου, μεταξύ των οποίων και εκείνο της εφέσεως, ή το επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο του εκκαλούντος που περιέχει τους λόγους αυτής φέρει μεν την υπογραφή του κατηγορουμένου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αλλά από παραδρομή δεν υπογράφηκε και από τον οικείο γραμματέα, ο εκκαλών δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη του τελευταίου και θεωρείται παρά την ατέλεια αυτή νομίμως συντεταγμένη η έκθεση για το ένδικο μέσο για να μη παρεμβάλλεται δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεώς του στο Εφετείο και να μην υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ.
Από τα παραπάνω συνάγεται όμως και ότι όσον αφορά την ευθύνη για το περιεχόμενο της συντασσόμενης εκθέσεως ασκήσεως ένδικου μέσου και ειδικότερα τη δήλωση του κατηγορουμένου ότι ασκεί έφεση και τους λόγους για τους οποίους ζητεί την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν φέρει ο οικείος αρμόδιος υπάλληλος μεταξύ των οποίων και ο δικαστικός γραμματέας αλλά ο ίδιος ο εκκαλών αποκλειστικά, ο οποίος προβαίνει στην δήλωση ασκήσεως της προς τον άνω δημόσιο υπάλληλο και υπογράφει στην έκθεση στο τέλος αυτής μετά την σημείωση ότι διαβάστηκε η συνταχθείσα έκθεση. Από καμία διάταξη δεν συνάγεται ούτε επιβάλλεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ όπως ο δεχόμενος τη δήλωση ασκήσεως εφέσεως δικαστικός γραμματέας ή άλλος αρμόδιος υπάλληλος να φροντίζει κατά την καταχώρηση στην συντασσόμενη έκθεση της δηλώσεως του εμφανιζομένου ενώπιον του για την άσκηση ένδικου μέσου καταδικασθέντος κατηγορουμένου να προβαίνει σε κάποια υπόδειξη, διόρθωση ή συμπλήρωση της δηλώσεως, στην οποία προέρχεται ο ασκών το ένδικο μέσο κατηγορούμενος, προκειμένου να είναι σύννομο το περιεχόμενο της δηλώσεως του τελευταίου ως εκκαλούντος που καταχωρείται στην έκθεση που συντάσσεται κατ'άρθρο 474 ΚποινΔ. Τέλος υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία την οποία από το νόμο δεν έχει ή χωρίς να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την άσκηση της είτε αρνείται να ασκήσει την δικαιοδοσία που έχει από το νόμο παρά το ότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεώς της.
Τέτοια περίπτωση αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί ενδίκου μέσου, αλλά απορρίπτει αυτό, ως απαράδεκτο, χωρίς να συντρέχει τέτοια περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, στα πλαίσια ερεύνης της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, ο άνω αναιρεσείων Χ3 καταδικάσθηκε παρών μετά συνηγόρου, με την 317/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (Κακουργημάτων) για τις πράξεις της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης για διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων αρπαγής κλπ. κατ'επάγγελμα, της ληστείας από κοινού, της αρπαγής από κοινού, της παράνομης οπλοφορίας κυνηγετικού όπλου από κοινού, της παράνομης οπλοκατοχής από κοινού και την πράξη της απλής κλοπής σε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι δύο (22) ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο καταδικασθείς άνω αναιρεσείων άσκησε αυθημερόν, αμέσως μετά την καταδίκη του, την 99/12-9-2007 έφεσή του ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου ..., ο οποίος συνέταξε τη σχετική έκθεση εφέσεως. Στην έκθεση αυτή, που περιέχει τα αναγκαία τυπικά στοιχεία αναφέρεται ότι ο εμφανισθείς Χ3 ζήτησε τη σύνταξη της δηλώνοντας ότι εκκαλεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου την 317/12-9-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου με την οποία καταδικάσθηκε για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης για διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων κλπ. σε συν.ποινή καθείρξεως 22 ετών ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απαλλαγεί από την κατηγορία για τους λόγους που θα εκθέσει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο διορίζοντας ακόμη, αντίκλητο δικηγόρου τον κατονομαζόμενο δικηγόρο Ναυπλίου. Η έκθεση αυτή αφού διαβάστηκε και επιβεβαιώθηκε υπεγράφη από τον εκκαλούντα και από τον άνω Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου. Επομένως στην άνω έκθεση δεν δηλώθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, που άσκησε το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, κανένας λόγος εφέσεως, όπως θα έπρεπε κατά τα άρθρα 474 παρ.2 και 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ με ευθύνη του ιδίου ως εκκαλούντος κατηγορουμένου, ανεξάρτητα από το ότι δεν είχε καθαρογραφεί ακόμη η δημοσιευθείσα καταδικαστική απόφαση. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, που επιλήφθηκε της εφέσεως αυτής του άνω αναιρεσείοντος, με την προσβαλλομένη απόφαση του, έκρινε κατά πλειοψηφία, ότι είναι απαράδεκτη και η εν λόγω έφεση καθόσον στην συνταχθείσα γι'αυτην έκθεση δεν διατυπώθηκε κανένας λόγος εφέσεως (ούτε έστω ο λόγος της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων) αλλά ως μη περιέχουσα κάποιο λόγο εφέσεως είναι εντελώς αόριστη χωρίς καμία συγκεκριμένη αιτίαση, που να μπορεί να εκτιμηθεί δικαστικά και έτσι ότι πρέπει να απορριφθεί κατά παραδοχή και της σχετικής ενστάσεως που προτάθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα Ψ3 δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της. Έτσι κρίνοντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση του προκειμένου να απορρίψη την άνω έφεση ορθώς δε το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που εγγυάται το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, ούτε το δικαίωμα ακροάσεως και υπερασπίσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως εκκαλούντος και δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Το δικαίωμα αυτό προσφυγής του κατηγορούμενου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται στους προεκτεθέντες περιορισμούς ιδίως όσον αφορά στις προϋποθέσεις για αναφορά στην έκθεση εφέσεως ενός τουλάχιστον λόγου εφέσεως για να είναι παραδεκτό το ασκούμενο ένδικο μέσο. Αυτοί δε οι περιορισμοί που τίθενται από τα άρθρα 474 παρ.2 και 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ είναι σύμφωνοι με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ως δικαιολογούμενοι από την εύλογη σχέση αναλογικότητας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών και δεν περιορίζουν σε βαθμό ανεπίτρεπτο το δικαίωμα προσφυγής του κατηγορουμένου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και υπό την αξιουμένη κατά τα προαναφερθέντα ευθύνη του εκκαλούντος κατηγορουμένου για το περιεχόμενο των δηλώσεών του ως ασκούντος το σχετικό ένδικο μέσο, που καταχωρούνται από τον δικαστικό γραμματέα ή τους λοιπούς αρμόδιους υπαλλήλους που αναφέρονται στο άρθρο 474 στην συντασσόμενη έκθεση εφέσεως, η οποία στο τέλος πριν υπογραφεί διαβάζεται και επιβεβαιώνεται. Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'Ε'και Η' Κ.Ποιν.Δ και για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και 20 παρ.1 και 25 παρ.1 β, δ του Συντάγματος λόγοι της αιτήσεως του άνω αναιρεσείοντος.
Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 501 Κ.Ποιν.Δ αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340 , η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και η απόφαση που απορρίπτει τη έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ιδίου ως άνω άρθρου αν μετά την έναρξη της συζητήσεως της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος αν και κλητεύθηκε νομίμως δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.6 του Κ.Ποιν.Δ , η οποία έχει προστεθεί με το άρθρο 18 παρ.5 του Ν.2721/1999 και ίσχυσε από 3-6-1999 "αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ'εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφασή του για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως, στη μετ'αναβολή συζήτηση αυτής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η παραπάνω δέσμευση του δικαστηρίου, υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονται και συγκεκριμένα όταν το Εφετείο στο οποίο έχει εισαχθεί για συζήτηση έφεση του κατηγορουμένου έχει κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικά δεκτή και έχει αναβάλλει την έκδοση της αποφάσεως του για νέες αποδείξεις ή κατ'εφαρμογή των άρθρων 59 και 61 Κ.Ποιν.Δ . Αν το δικαστήριο, στην μετ'αναβολή συζήτηση ερευνήσει εκ νέου το παραδεκτό της εφέσεως και την απορρίψει ως απαράδεκτη, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' με τη μορφή της υπερβάσεως εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας που γίνεται προς έλεγχο του βασίμου του σχετικού λόγου αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα. Δυνάμει της υπ'αριθμό 221/2008 μη οριστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, στο οποίο είχαν εισαχθεί η έφεση του άνω αναιρεσείοντος καθώς και οι εφέσεις των συγκατηγορουμένων του κατά της 317/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως επ'αυτών κατά το άρθρο 349 του ΚΠοινΔ για τη ρητή δικάσιμο της 7-5-2009, για σημαντικά αίτια στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου Παρασκευά Αυγουστοπούλου των πρωτοδίκως πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι δήλωσαν στο ακροατήριο του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στη συνεδρίαση της 12-12-2008 μετά από διακοπή από την αρχική δικάσιμο της 4-12-2008 και εν συνεχεία μετά από διακοπή από την δικάσιμο της 5-12-2008, ότι επιθυμούν να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες και στην κατ'έφεση δίκη και ότι ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος των είχε κώλυμα να παραστεί συνιστάμενο στην υπό του τελευταίου τήρηση των σχετικών αποφάσεων της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας και του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου, περί αποχής των μελών τους από τα καθήκοντά τους μετά την πρώτη διακοπή της συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου και ότι έπρεπε να αναβληθεί η δίκη λόγω σημαντικών αιτιών. Η αναβολή αυτή από το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου κατά τη δικάσιμο της 12-12-2008 για μεταγενέστερη δικάσιμο δόθηκε πριν από την έναρξη της εξετάσεως της υποθέσεως κατ'ουσία και πριν το δικαστήριο αποφανθεί για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως του άνω αναιρεσείοντος και των εφέσεων των λοιπών κατηγορουμένων και γι'αυτό δεν περιλαμβάνεται στην εν λόγω αναβλητική απόφαση διάταξη για την παραδοχή ή όχι της εφέσεως αυτού και των εφέσεων των άλλων κατηγορουμένων από τυπική άποψη ενώ δεν αναβλήθηκε η δίκη τότε για κρείσσονες αποδείξεις ή για προδικαστικό ζήτημα από άλλη υπόθεση για τη οποία να είχε ασκηθεί ποινική δίωξη από την οποία να εξαρτάται η απόφαση στην συγκεκριμένη ποινική δίκη κατ'άρθρο 59 ΚποινΔ ή λόγω εκκρεμούς πολιτικής δίκης για ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη.
Συνεπώς δεν είχε κριθεί το τύποις παραδεκτό της εφέσεως του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και των εφέσεων των άλλων κατηγορουμένων προηγουμένως από το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου κατά τη συνεδρίαση του κατά την οποία εξέδοθη η 221/2008 αναβλητική απόφαση του και επιτρεπτώς κρίθηκε το παραδεκτό ή μη της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Χ3 και των εφέσεων των λοιπών συγκατηγορουμένων του για πρώτη φορά από το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απερρίφθησαν ως απαράδεκτες οι εφέσεις όλων των κατηγορουμένων με την αναφερόμενη στο σκεπτικό της παραπάνω αιτιολογία δηλαδή ότι δεν περιέχουν κανένα λόγο εφέσεως αλλά είναι εντελώς αόριστες χωρίς καμία συγκεκριμένη αιτίαση που να μπορεί να εκτιμηθεί δικαστικά. Από το ότι ήταν παρών στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η άνω αναβλητική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου στη δικάσιμό της 12-12-2008 και από το ότι κατά τη δίκη εκείνη, πριν αποφανθεί το δικαστήριο επί του αιτήματος αναβολής της που υπεβλήθη εκ μέρους των πρωτοδίκως παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων, είχε αναπτύξει ο Εισαγγελέας τις εφέσεις και εκφωνήθηκαν τα ονόματα των μαρτύρων που είχαν κληθεί προς υποστήριξη της κατηγορίας, δεν συνάγεται ότι είχε αποφανθεί το δικαστήριο και όσον αφορά το τύποις παραδεκτό της εφέσεως του άνω αναιρεσείοντος και των εφέσεων των συγκατηγορουμένων του αλλά ότι αυτοί σε περίπτωση μη εμφανίσεως των αν και κλητεύθηκαν νομίμως κατά τη νέα μετ'αναβολή συζήτηση θα δικάζονταν σαν να ήταν παρόντες.
Συνεπώς με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο και έκρινε το πρώτον, κατά τη δικάσιμο κατά την οποία εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το τύποις παραδεκτό των εν λόγω εφέσεων και απέρριψε ως απαράδεκτη και την έφεση του άνω αναιρεσείοντος δεν ενήργησε κατά παράβαση όσων ορίζονται στα άρθρα 501 παρ.1, 4 και 502 παρ.6 Κ.Ποιν.Δ και δεν υπερέβη την εξουσία του.
Είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αυτού και ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αυτού του αναιρεσείοντος.
Μετά την απόρριψη των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως πρέπει να επιβληθούν σε βάρος καθενός των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ) και να καταδικασθούν ακόμη αυτοί στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ'αριθμό εκθέσεως 11/20-5-2009, 12/20-5-2009, 13/2-6-2009 αιτήσεις των αναιρεσειόντων Χ1, Χ2 και Χ3 καθώς και την από 7-12-2009 δήλωση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ4, για αναίρεση της με αριθμό 113/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα και στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των παραστάτων ως πολιτικώς εναγόντων Ψ1, Ψ2 και Ψ3, που ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση τεσσάρων αυτοτελών αιτήσεων αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου που απέρριψε κατά πλειοψηφία τις εφέσεις που είχαν ασκήσει κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ως απαράδεκτες για το ότι δεν περιείχαν συγκεκριμένο λόγο έφεσης. Απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως των δύο πρώτων αναιρεσειόντων κατ' άρθρο 514α ΚΠΔ διότι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συνεδρίαση του Αρείου Πάγου, αν και κλητεύθηκαν για να εμφανισθούν στην ορισθείσα δικάσιμο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Απόρριψη της αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον τέταρτο αναιρεσείοντα με δήλωση που κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 473 § 2 ΚΠΔ ως απαράδεκτος διότι δεν αφορούσε η κατά τον άνω τρόπο ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης καταδικαστική απόφαση που να κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο ή την επιβολή σ' αυτόν ποινής στερητικής της ελευθερίας ή χρηματικής, αλλά απόφαση που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη και έπρεπε να ασκηθεί στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή στα λοιπά αναφερόμενα στο άρθρο 474 § 1 ΚΠΔ πρόσωπα. Απόρριψη των λόγων αναιρέσεως της αιτήσεως του τρίτου των αναιρεσειόντων για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ ως προς την πρόσβαση του κατηγορουμένου στο δικαστήριο διότι ορθώς έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι από τη μη διατύπωση κανενός λόγου εφέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα στην έφεσή του, ανεξάρτητα από τη μη καθαρογραφή της κατά το χρόνο άσκησης της εφέσεως, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως ζήτησαν και οι πολιτικώς ενάγοντες κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στη δίκη κατ' έφεση και οι περιορισμού που τίθενται από τα άρθρα 474 § 2 και 476 ΚΠΔ δεν αντίκεινται στην ΕΣΔΑ ενόψει της αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Απορρίπτει ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση διότι δεν είχε κρίνει τυπικά παραδεκτή αυτή την έφεση σε προηγούμενη δικάσιμο κατά την οποία είχε αναβάλει την εκδίκαση της υποθέσεως λόγω κωλύματος συνηγόρου των πολιτικώς εναγόντων να παραστούν τότε.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 847/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων :1)Χ1, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Καννελόπουλο, 2)Χ2, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα και 3)Χ3, κατοίκου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 11385/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγων τον Ψ1, κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 218/10.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραστάντων αναιρεσειόντων και τον αυτοπροσώπως παραστάντα ως δικηγόρος πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 27 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Χ3.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 -161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 23 Φεβρουαρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων Χ3 κλητεύθηκε, με επίδοση της κλήσεως στη σύνοικη ενήλικη αδελφή του Χ1, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, ως προς αυτόν, να απορριφθεί. Στα άρθρα 362 και 363 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για συκοφαντική δυσφήμηση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, αλλά περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 11385/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του Ψ1, πράξη που τέλεσαν οι από αυτούς Χ1 και Χ2 με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 2 μηνών τη Χ2 και 3 μηνών τον καθένα από τους Χ1 και Χ3 (ως προς τον οποίο η αίτηση απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, λόγω της ερημοδικίας του), ανασταλείσα. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του Ψ1, την οποία τέλεσαν με όσα, εν γνώσει τους, ψευδή ισχυρίσθηκαν γι' αυτόν στις 11.7.2002, ενώπιον πελατών και συνεργατών του, εντός του γραφείου του. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Η πρώτη κατηγορουμένη, Χ1, είχε αναθέσει στον εγκαλούντα, Ψ1, Δικηγόρο Αθηνών, τον χειρισμό των υποθέσεών της, που αφορούσαν στη διαφορά της με τον εν διαστάσει σύζυγό της Τ και πιο συγκεκριμένα την διεξαγωγή των δικών για την επιδίκαση διατροφής στην ίδια ατομικά και στην ανήλικη θυγατέρα της, την έγερση αγωγής διαζυγίου, αλλά και τον δικαστικό χειρισμό της διαφοράς της με τον εργοδότη της ... για την είσπραξη δεδουλευμένων αποδοχών, υπερωριών, δώρων, επιδομάτων κλπ. Πράγματι ο εγκαλών άσκησε για λογαριασμό της πρώτης κατηγορουμένης την αγωγή διαζυγίου και δύο αγωγές για διατροφή δύο διετιών (1999 έως 2003). Τον Δεκέμβριο του 2001 η πρώτη κατηγορουμένη είχε εξοφλήσει τις μέχρι τότε οφειλές της προς τον εγκαλούντα σχετικά με τον χειρισμό των υποθέσεών της. Μετά τον Δεκέμβριο του 2001 ο εγκαλών εδικαιούτο αμοιβής και εξόδων α) για την κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του ως άνω εργοδότη της και την παράστασή του κατά την εκδίκασή της στις 8.1.2002 το ποσό των 293,40 ευρώ, β) για άσκηση αγωγής κατά του ιδίου προσώπου και παράστασή του κατά την εκδίκαση αυτής στις 14.1.2002 το ποσό των 381,44 ευρώ και γ) για πέντε παραστάσεις του κατά την διεξαγωγή των μαρτυρικών αποδείξεων που βρίσκονταν σε εξέλιξη στη δίκη του διαζυγίου της, οι οποίες άρχισαν τον Μάιο του 2001 και συνεχίστηκαν μέχρι τον Απρίλιο του 2002, για τις οποίες θα πληρωνόταν συνολικά, το ποσό των 367 ευρώ (5 διεξαγωγές επί 73,40 ευρώ εκάστη) και συνολικά εδικαιούτο το ποσό των 1041,84 ευρώ. Για τις εν λόγω δικαστικές ενέργειες η πρώτη κατηγορουμένη δεν είχε καταβάλει στον εγκαλούντα καμία αμοιβή, ισχυριζόμενη ότι δεν είχε χρήματα, αφού είχε λυθεί η σύμβαση εργασίας και βρισκόταν σε δικαστική διαμάχη με τον εργοδότη της. Έτσι, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2001, συμφώνησε με τον εγκαλούντα να προχωρήσει στις ανωτέρω δικαστικές ενέργειες και να λάβει την αμοιβή του από το επί πλέον ποσό της διατροφής, που θα επιδικαζόταν, το οποίο αναμενόταν να είναι μεγαλύτερο από το ήδη καταβαλλόμενο. Επί της πρώτης αγωγής διατροφής εκδόθηκε η 1319/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδίκασε στην πρώτη κατηγορουμένη μηνιαία διατροφή 100.000 δραχμών συνολικά γι' αυτήν ατομικά και για την ανήλικη θυγατέρα της, ενώ επί της δεύτερης αγωγής εκδόθηκε η 587/2002 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία της επιδικάστηκαν για την ίδια ως άνω αιτία, το ποσό των 410,85 ευρώ συνολικά μηνιαίως (ή 140.000 δραχμές ήτοι 50000 δραχμές για την ίδια και 90.000 δραχμές για την ανήλικη θυγατέρα της), δηλαδή 117,39 ευρώ επιπλέον του επιδικασθέντος με την προηγούμενη 11319/2000 απόφαση. Ο εν διαστάσει σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης Τ δεν κατέβαλε τις διαφορές διατροφών που προέκυψαν, οπότε ο εγκαλών έλαβε απόγραφο της αποφάσεως και του κοινοποίησε αντίγραφο εξ απογράφου μετ' επιταγής προς πληρωμή, δυνάμει της οποίας επιτάσσετο να καταβάλει τις οι διαφορές μεταξύ καταβαλλομένης και καταβλητέας διατροφής από 22.7.2001 έως 21.5.2002 ποσού 1.173,90 ευρώ, τόκους περιοδικών παροχών μέχρι την 21.5.2002 (ημερομηνία συντάξεως της επιταγής), λόγω δε αρνήσεως του εν διαστάσει συζύγου της πρώτης κατηγορουμένης να καταβάλει τα ως άνω ποσά, ο εγκαλών επεδίωξε την δι` αναγκαστικής εκτελέσεως είσπραξη του οφειλομένου ποσού. Ενόψει της διενεργείας πλειστηριασμού στις 19.6.2002 σε βάρος του ακινήτου του, εν διαστάσει σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης κατέβαλε στον εγκαλούντα στις 14.6.2002 ολόκληρο το επιτασσόμενο ποσό καθώς και τα έξοδα εκτελέσεως, δηλαδή κατέβαλε συνολικά, το ποσό των 1808,56 ευρώ. Από το ποσό αυτό η πρώτη κατηγορούμενη εδικαιούτο το ποσό των 1548,26 ευρώ, ήτοι 1173,90 ευρώ που αποτελούσε τις διαφορές διατροφών από 22.7.2001 έως 21.5.2002, ποσό 80,66 ευρώ για νομίμους τόκους και 293,70 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα, το εναπομείναν δε υπόλοιπο κάλυπτε το δικαστικό ένσημο και τα έξοδα εκτελέσεως (έξοδα απογράφου, τέλη αυτού, αντίγραφο κλπ). Την επομένη ημέρα της εισπράξεως του εν λόγω ποσού, ήτοι στις 15.6.2002, ο εγκαλών ενημέρωσε τηλεφωνικά την πρώτη κατηγορούμενη για το σύνολο του εισπραχθέντος ποσού, καθώς και για το ποσό που εκείνη εδικαιούτο να λάβει εξ αυτού δυνάμει της συμφωνίας τους, παράλληλα την κάλεσε να παραλάβει το ποσό των 247,22 ευρώ, που, κατά τους υπολογισμούς του, ήταν το ποσό που εδικαιούτο. Μάλιστα στις 15.6.2002 ο εγκαλών, βέβαιος ότι η πρώτη κατηγορουμένη θα τηρούσε τις συμφωνίες τους, εξέδωσε και την 3865/15.6.2002 απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 1301,04 ευρώ που, κατά τους υπολογισμούς του, εδικαιούτο για τις παραπάνω αναφερόμενες δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη. Βέβαια, το ποσό που εδικαιούτο ο εγκαλών, με βάση τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του, ανήρχετο σε 1041,84 ευρώ, και συνακόλουθα το ποσό που όφειλε να καταβάλει στην πρώτη κατηγορουμένη ανήρχετο στο ποσό των 506,42 ευρώ, πλην όμως, από τον λανθασμένο αυτό υπολογισμό δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε αποδείχθηκε πρόθεση του εγκαλούντος να ιδιοποιηθεί παράνομα το υπερβάλλον ποσό. Αργότερα, δυνάμει της από 15.7.2002 εξώδικης δήλωσης, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη κατηγορούμενη στις 19.7.2002, ο εγκαλών εξέθετε το όλο ιστορικό των μεταξύ τους επαγγελματικών σχέσεων και επικαλούμενος την, βάσει της συμφωνίας του, παρακράτηση του ποσού των 1301,04 ευρώ, προσέφερε στην πρώτη κατηγορουμένη το ποσό των 247,22 ευρώ με την εξοφλητική απόδειξη και τους φακέλους με τα έγγραφα των υποθέσεών της. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η πρώτη κατηγορουμένη μετέβη στο γραφείο του εγκαλούντος κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 19.6 έως 11.7.2002 μόνη, αλλά και με τον αδελφό της, τρίτο κατηγορούμενο, ζητώντας την καταβολή ολοκλήρου του ποσού, αρνούμενη τη συμφωνία περί εισπράξεως των αμοιβών του από τη διαφορά των διατροφών, όταν δε αυτός της προσέφερε την εξοφλητική απόδειξη των αμοιβών του και το ποσό των 247,22 ευρώ, εκείνη αρνήθηκε να το παραλάβει, αξιώνοντας την καταβολή ολοκλήρου του ποσού. Στις 11.7.2002 και περί ώραν 19.30' η πρώτη κατηγορουμένη, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον εγκαλούντα και συνοδευόμενη από την δεύτερη κατηγορούμενη Χ2 - αδελφή της και τον τρίτο κατηγορούμενο Χ3 - αδελφό της, τον εξετασθέντα μάρτυρα ..., την θυγατέρα της και δύο ακόμη άτομα αγνώστων στοιχείων, τα οποία παρέμειναν εκτός γραφείου, προκειμένου να αξιώσει την καταβολή ολοκλήρου του εισπραχθέντος ποσού, που αφορούσε τις διατροφές. Κατά την μετάβαση των ως άνω προσώπων στο γραφείο τού εγκαλούντος δημιουργήθηκε έντονο επεισόδιο. Πιο συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι, αφού εισήλθαν στο χώρο αναμονής του γραφείου του εγκαλούντος και εις επήκοον των παρευρισκομένων εκεί πελατών αυτού, ήτοι των κυριών ...μετά της θυγατέρας της, καθώς και των κυρίων ... (μετά της συζύγου του), αλλά και των συνεργατών του ..., απευθυνόμενοι προς αυτόν, άρχισαν να φωνάζουν"είσαι κλέφτης, κρατάς τα λεφτά του, παιδιού και δεν τα δίνεις", αυτός είναι ο κ. Ψ1 που καρπώθηκε τα λεφτά του παιδιού", η δε πρώτη κατηγορούμενη φώναζε λέγοντας για τον εγκαλούντα ότι "με κάλεσε στο γραφείο ένα βράδυ και μου την έπεσε". Οι ισχυρισμοί αυτοί, που οι κατηγορούμενοι απηύθυναν σε βάρος του εγκαλούντος, ήταν ψευδείς, δεδομένου ότι ο εγκαλών ουδέποτε έπραξε τα ανωτέρω, ήταν έντιμος και ηθικός ως άνθρωπος και ως δικηγόρος, οι δε κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας αυτών, περιήλθαν δε σε γνώση τρίτων προσώπων, που παρευρίσκοντο εκεί και προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ως ατόμου και επαγγελματία δικηγόρου. Πιο συγκεκριμένα, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, διέδωσαν όλοι οι κατηγορούμενοι ότι ο εγκαλών είναι κλέφτης, καθόσον παρακρατεί τα χρήματα της διατροφής του ανήλικης θυγατέρας της πρώτης εξ αυτών, χωρίς δικαίωμα, ενώ οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν ψευδείς, διότι ο εγκαλών είχε αφαιρέσει τις απαιτήσεις του, κατά τα άνω, από έξοδα και αμοιβές από τις επιδικασθείσες διαφορές διατροφών, κατόπιν συμφωνίας του με την πρώτη κατηγορούμενη, συμφωνία που σε κάθε περίπτωση ήταν έγκυρη, διότι η απαίτηση της πρώτης κατηγορουμένης δεν είχε έναντι του εγκαλούντος διατροφικό χαρακτήρα, αλλά αντιστοιχούσε στην εκ του άρθρου 719 του ΑΚ απορρέουσα υποχρέωση αυτού, ως πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολοδόχου της πρώτης να αποδώσει στην ίδια (εντολέα) ο,τιδήποτε απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, δηλαδή το ποσό της επιδικασθείσης διατροφής, που έλαβε από τον εν διαστάσει σύζυγο της πρώτης κατηγορουμένης, συμψηφισμός που δεν απαγορεύετο από τις διατάξεις των άρθρων 451 του ΑΚ και 982 παρ. 2γ'του ΚΠολΔικ, οι δε κατηγορούμενοι γνώριζαν περί της συμφωνίας αυτής, η μεν πρώτη διότι η ίδια την είχε προτείνει, οι δε λοιποί λόγω της συγγενείας τους με την τελευταία και της παρουσίας τους στις διάφορες δίκες. Επίσης η πρώτη κατηγορούμενη διέδωσε ψευδές γεγονός σε βάρος του εγκαλούντος και συγκεκριμένα ότι ο εγκαλών την κάλεσε στο γραφείο του ένα βράδυ (για να της αποδώσει δήθεν το επιδικασθέν ποσό) και ότι την παρενόχλησε σεξουαλικά. Με τη διάδοση των παραπάνω ψευδών περιστατικών ενώπιον τρίτων, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν σε βάρος του εγκαλούντος την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως, (άρθρα 363-362 ΠΚ...) εφόσον τα προαναφερθέντα αποτελούν ψευδή περιστατικά του εξωτερικού κόσμου, που ανάγονται στο παρελθόν του εγκαλούντος, υποπίπτουν στις αισθήσεις και αντίκεινται στην ηθική και την ευπρέπεια και όχι αξιολογική κρίση ή χαρακτηρισμό πραγματικών περιστατικών που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος και δη εκφράσεις γνώμης ενέχουσες καταφρόνηση, πρέπει δε να απορριφθεί ο συναφής ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους πράξη είναι η εξύβριση και να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιοποίνου πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την πράξη για την οποία καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα, τα οποία συνίσταντο στο ότι οι κατηγορούμενοι τον απεκάλεσαν κλέφτη και φώναξαν ότι είχε καρπωθεί τα λεφτά που προορίζονταν για τη διατροφή της ανήλικης κόρης της από αυτούς Χ1, η δε ... είπε ότι αυτός την είχε καλέσει στο γραφείο του και την παρενόχλησε σεξουαλικά, τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ότι δηλαδή τα παραπάνω γεγονότα ήταν ψευδή. Περαιτέρω, η γνώση των αναιρεσειόντων ως προς το ψευδές των ισχυρισμών τους περί των ανωτέρω γεγονότων αιτιολογείται πλήρως από την παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προσωπική αντίληψη για τη συμφωνία μεταξύ της από αυτούς Χ1 και του εγκαλούντος για την καταβολή σ` αυτόν της οφειλομένης δικηγορικής αμοιβής, αφού η ίδια την είχε προτείνει, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες τη γνώριζαν λόγω της συγγενείας τους με την τελευταία και της παρουσίας τους στις διάφορες δίκες. Εκτίθεται, ακόμη, ότι τα λεχθέντα αποτελούν γεγονότα, που ανάγονται στο παρελθόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, και όχι αξιολογικές κρίσεις ή χαρακτηρισμό πραγματικών περιστατικών ή εκφράσεις γνώμης ενέχουσες καταφρόνηση, για τον οποίο λόγο και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων ότι η πράξη που τους αποδίδεται είναι η εξύβριση. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 363 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η μερικότερη αιτίαση ότι στο σκεπτικό της αποφάσεως υπάρχει αντίφαση, η οποία συνίσταται στο ότι ενώ έγινε δεκτό ότι ο εγκαλών έπρεπε να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα Χ1 το ποσό των 506,42 ευρώ και όχι των 247,22 ευρώ, εν τούτοις θεωρήθηκε ψευδής και συκοφαντικός ο περί παρανόμου παρακρατήσεως των χρημάτων ισχυρισμός αυτής, είναι αβάσιμη, γιατί, πέραν του ότι το Δικαστήριο της ουσίας θεώρησε ότι ο εσφαλμένος υπολογισμός του ποσού που έπρεπε να δοθεί στην αναιρεσείουσα οφειλόταν σε λάθος και όχι σε συνειδητή δόλια πράξη του εγκαλούντος, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, συνίστατο, κατά τα προαναφερθέντα, στο ότι αυτοί αποκάλεσαν τον εγκαλούντα, εις επήκοον τρίτων, κλέφτη και τον κατηγόρησαν ότι παρακρατούσε και καρπώθηκε τα λεφτά του παιδιού της Χ1, ενώ η τελευταία του απέδωσε ότι προέβη σε σεξουαλική παρενόχληση αυτής. Οι συκοφαντικές, δηλαδή, φράσεις λέχθηκαν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, γιατί η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Χ1 διεκδικούσε ολόκληρο το ποσό που είχε επιδικασθεί για διατροφή της κόρης της, αρνούμενη την ειρημένη συμφωνία της με τον εγκαλούντα, και όχι εξαιτίας του ως άνω εσφαλμένου υπολογισμού, οπότε καμιά ασάφεια δεν δημιουργείται. Τέλος, και η συναφής με τα ανωτέρω αιτίαση ότι το Δικαστήριο, ενόψει των επικαλουμένων σφαλμάτων και πλημμελειών, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρου 6 και 10 της Ε.Σ.Δ.Α. για δίκαιη δίκη και για την ελευθερία της εκφράσεως, αντιστοίχως, είναι προεχόντως απαράδεκτη, γιατί η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ. λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους, όμως, δεν ιδρύουν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προαναφέρθηκαν, αφού, όπως αναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη και το Τριμελές Εφετείο δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια και δεν στέρησε τον αναιρεσείοντα από κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα., ανεξαρτήτως του ότι είναι και αβάσιμη, γιατί το δικαίωμα του προσώπου στην ελευθερία της εκφράσεως δεν φθάνει μέχρι το σημείο να έχει αυτό τη δυνατότητα να απευθύνει εναντίον άλλου συκοφαντικές ή και απλώς εξυβριστικές φράσεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και ως προς τις αναιρεσείουσες Χ1 και Χ2 και να καταδικασθούν (όλοι) οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27 Ιανουαρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 667/2010) αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της υπ` αριθ. 11385/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2010. Η
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση - στοιχεία του εγκλήματος. Έννοια γεγονότος. Όταν ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου, είναι αυτονόητη η γνώση και δεν απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με αυτήν, περιστατικών. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 363 ΠΚ. Αιτίαση για παραβίαση άρθρων 6 και 10 της ΕΣΔΑ είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 846/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 3278/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.11.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1626/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 71 § 3 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως (η παρ. 3) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 § 2 Ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000 δραχμές). Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ιδίου ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων, οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την § 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από την πρώτη από αυτές και που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποιήσεώς του, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιές τους προσδιορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω Ν. 998/1979, και ενέργεια του υπαιτίου επί της εκτάσεως από τις ως άνω αναφερόμενες. Προκύπτει, επίσης, ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικώς το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη κάθε μορφής τη βεβαίωση ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους. Το δικαστήριο, συνεπώς, που επιλαμβάνεται της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως ή της πρόκλησης βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης, οφείλει να ερευνήσει τη συνδρομή των ως άνω όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας, αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος, γιατί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεώς του είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιές τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της εκτάσεως που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής εκτάσεως και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 23§1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 1 του α.ν. 263/1968 "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχήν του Δημοσίου, τιμωρείται, διωκόμενος αυτεπαγγέλτως, διά φυλακίσεως τουλάχιστον εξ (6) μηνών, ης δεν συγχωρείται η μετατροπή, και διά χρηματικής ποινής, τουλάχιστον, εκατόν χιλιάδων (100.000) δραχμών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την πραγμάτωση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται α) αυθαίρετη κατάληψη δημόσιου κτήματος, β) η κατάληψη να έγινε εν γνώσει του δράστη, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου, ότι πρόκειται για τέτοιο κτήμα και γ) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3278/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης και κατάληψης δημοσίου κτήματος, πράξεις που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης και της κατάληψης δημοσίου κτήματος, όπως τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτών, αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό. Ειδικότερα, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο 2003 έως 15.8.2003, στη δασική θέση "...", του δημοτικού διαμερίσματος ...του Δήμου ..., υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία ΠΡΙΒΕ επενδυτική ΑΕ: 1) προέβη στην εκχέρσωση τμημάτων δασικής εκτάσεως, εμβαδού 1036,25 και 303 τετραγωνικών μέτρων (συνολικού εμβαδού 1339,2 τ.μ.), στην οποία έκταση κατασκεύασε τοιχία, πεζούλια, παρτέρια και τσιμεντοδιαδρόμους και εφύτευσε καλλωπιστικά φυτά και γκαζόν, περαιτέρω δε προέβη στην εκχέρσωση τμημάτων αγρών, χαρακτηρισθέντων ούτω δυνάμει της με αριθμό 48276/9-8-1990 απόφασης του Νομάρχου Χαλκιδικής εκτάσεως 771,64 τ.μ. και 56,56 τ.μ. (συνολικής εκτάσεως 828,20 τ.μ.) στην οποία έκταση κατασκεύασε τοιχία, πεζούλια, παρτέρια και τσιμεντοδιαδρόμους και εφύτευσε καλλωπιστικά φυτά και γκαζόν. Η εκχέρσωση πραγματοποιήθηκε με μηχανικά μέσα με αποτέλεσμα να καταστραφεί η δασική βλάστηση από αείφυλλα, πλατύφυλλα, πουρνάρια, ρείκια, καθώς και μερικά πεύκα, ευρισκόμενα στο τμήμα εμβαδού 1339,2 τ.μ., η δε αξία της ανωτέρω εκτάσεως ανέρχεται σε 75.000 ευρώ ανά στρέμμα ιδίως λόγω της θέσεως αυτής, της προξενηθείσης ζημίας ανερχομένης σε 2.400 ευρώ και 2) κατέλαβε τμήμα δασικής έκτασης εμβαδού 1036,25 τ.μ., το οποίο αναμφισβήτητα ευρίσκετο υπό την κατοχή του Δημοσίου, στην οποία κατασκεύασε τοιχία, πεζούλια παρτέρια και τσιμεντοδιαδρόμους και εφύτευσε καλλωπιστικά φυτά και γκαζόν, επεδίωκε δε δια των άνω ενεργειών να αποκτήσει επί της ανωτέρω έκτασης δικαιώματα κατοχής και κυριότητας, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, επιπροσθέτως δε, στην ως άνω έκταση ανήγειρε τμήμα του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, το οποίο διατηρεί στην άνω περιοχή. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αδιαμφισβήτητα από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, ..., σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα, ..., ούτε από την απολογία του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν ως άνω αξιοποίνων πράξεων...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, καθόσον δεν αναφέρει ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αν η υπ` αριθ. 48276/9-8-1990 απόφαση του Νομάρχου Χαλκιδικής, με την οποία χαρακτηρίσθηκαν ως δασική έκταση τμήματα αγρού εκτάσεως 771,64 τ.μ. και 56,56 τ.μ. (συνολικής εκτάσεως 828,20 τ.μ.), δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προϋπόθεση η οποία συνιστά συστατικό στοιχείο της αποφάσεως αυτής, καθώς και δεν προσδιορίζεται αν η απόφαση αυτή συνοδευόταν από σχεδιάγραμμα των εν λόγω αγροτικών εκτάσεων, στο οποίο να καθορίζονται λεπτομερώς τα όρια αυτών, προς αποφυγή συγχύσεως με όμορα ιδιωτικά ακίνητα. Ακόμη, δεν εκθέτει ποια πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν, από τα οποία έκρινε ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι η καταληφθείσα δασική έκταση των 1.036,25 τ.μ. αποτελούσε δημόσιο κτήμα και τελούσε υπό την αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 3278/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί και παραπέμπει. Καταδικαστική απόφαση για παράνομη εκχέρσωση δασική έκτασης και για κατάληψη δημοσίου κτήματος. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί αφενός δεν αναφέρεται στην απόφαση αν η νομαρχιακή απόφαση, με την οποία χαρακτηρίσθηκαν ως δασική έκταση τμήματα αγρού, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προϋπόθεση η οποία συνιστά συστατικό στοιχείο της αποφάσεως αυτής, και δεν προσδιορίζεται αν η απόφαση αυτή συνοδευόταν από σχεδιάγραμμα των εν λόγω αγροτικών εκτάσεων, στο οποίο να καθορίζονται λεπτομερώς τα όρια αυτών και αφετέρου δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η δασική έκταση, την οποία εκχέρσωσε, αποτελούσε δημόσιο κτήμα και τελούσε υπό την αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δασικά αδικήματα.
| 0
|
Αριθμός 845/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Κ, κάτοικο ... και 2) Χ2, κάτοικο ....
Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.11.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1632/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 79/18.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθ. 209/23-11-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθ. 508/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολική ζημία ανώτερη των 15.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 περιπτ. στ'46§1β' και 386§§1β'και 3α' Π.Κ., όπως το τελευταίο αντικατεστάθη με το άρθρο 1§11 Ν. 2408/96 και 14§4 Ν. 2721/99). Κατά του παραπάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμμελειοδικών Αθηνών, άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 128/17-3-2008 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1914/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την πιο πάνω έφεση του αναιρεσείοντος. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 72/11-12-2008 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1128/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), η οποία ανήρεσε το υπ' αριθ. 1914/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Η αναίρεση του βουλεύματος αυτού έγινε για έλλειψη αιτιολογίας και συγκεκριμένα διότι: α) δεν αιτιολογείται με ποιο τρόπο με τη σύνταξη του υπ' αριθ. ... πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Βασιλείου Πετράτου, ο φερόμενος ως φυσικός αυτουργός Ψ1 ωφελήθηκε παράνομα το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73,365 ευρώ με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των παθόντων, β) δεν αιτιολογείται η παραδοχή με βάση ποια περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο ήταν πλαστό και γ) δεν αιτιολογείται γιατί ο Συμβολαιογράφος Βασίλειος Πετράτος δεν θα προέβαινε στη σύνταξη του υπ' αριθ. 28278/98 πληρεξουσίου χωρίς την παρουσία του κατηγορουμένου στο γραφείο του, καθώς επίσης δεν αιτιολογείται με βάση ποια περιστατικά δέχθηκε ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 13 στ' Π.Κ. και συγκεκριμένα τόσο για εκείνη που αφορά την από μέρους του (αναιρεσείοντος κατηγορουμένου) τέλεση της πράξεως κατ' επάγγελμα, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να συνυπάρξει από μόνο το γεγονός ότι μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και του ως άνω συμβολαιογράφου υφίστατο πολύχρoνη γνωριμία, όσο και για την ετέρα (επιβαρυντική περίσταση) της κατά συνήθεια τέλεσης της κακουργηματικής απάτης, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία, περιοριζόμενο μόνο σε απλή αναφορά του όρου τούτου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1493/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την μνημονευόμενη έφεση του αναιρεσείοντος, με αριθμό 128/2008, και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι και παραδεκτή, αφού αναφέρει σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης και δη αυτόν της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484§1δ' Κ.Π.Δ.). Σύμφωνα με το άρθρο 386§1 ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία να έχει παραπλανηθεί κάποιος σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, β) βλάβη ξένης περιουσίας και να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και γ) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς ν' απαιτείται και η πραγμάτωση του. Ως βλάβη νοείται η μείωση ή η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου την οποία δεν αναιρεί ή τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατ' εκείνου που την προκάλεσε (ΑΠ 242/97 Π.Χρ. ΜΗ 39, ΑΠ 472/97 Π.Χρ. ΜΗ-68, ΕΑ 1114/06 αδημ). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου του ίδιου κώδικα, όπως η παρ. αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 11 αρθρ. 1 Ν. 2408/96 επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Ωστόσο ήδη με τη διάταξη του άρθρου 14§4 Ν. 2721/99 με την οποία αντικαταστάθηκε, και πάλι η πιο πάνω παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ στην προβλεπόμενη από την τελευταία αυτή παράγραφο επιβαρυντική περίπτωση της κακουργηματικής απάτης προστέθηκε ως επιπλέον στοιχείο της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της εν λόγω πράξεως: "το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ".
Συνεπώς, είναι προφανές, ότι η παραπάνω συμπληρωματική διάταξη του άρθρου 14§4 Ν. 2721/99 είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού μέχρι να θεσπισθεί η νεώτερη αυτή διάταξη αρκούσε για τη θεμελίωση της ανωτέρω επιβαρυντικής περιπτώσεως η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Εξ ετέρου, σύμφωνα με το αρθρ. 13 περ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή με την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει ροπή του δράστη προς τη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Έτσι, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν ο δράστης ενεργεί και μία φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου και με κατάλληλη υποδομή διαμορφωθείσα ενωρίτερα από αυτόν, ενώ για την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως δεν απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες (ΑΠ 691/97 Π. Χρ. ΜΗ 176, ΑΠ 488/02 Ποιν. Λογ. 2002-600). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 46§1 β' ΠΚ "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α)....β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλ. ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό με τη γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης συνδεόμενη προς αυτήν κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί (ΑΠ 1879/00 Π. Χρ. ΝΑ 818, ΑΠ 1642/00 ΠΧρ. ΝΑ-715). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 49§2 ΠΚ "Οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι αν οι ιδιαίτερες ιδιότητες, σχέσεις κλπ, οι οποίες δεν απαιτούνται κατά νόμο για το αξιόποινο της πράξης, υπάρχουν μόνο στον αυτουργό ένεκα δε αυτών επιτείνεται η ποινή και μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πράξης από πλημμέλημα σε κακούργημα, δεν υπάρχουν όμως στον συμμέτοχο, άμεσο ή απλό συνεργό δεν θα ληφθούν υπόψη ως προς αυτόν, αλλά θα κριθεί αυτός ως συμμέτοχος στο βασικό έγκλημα της απάτης της παρ. 1 του αρθρ. 386 ΠΚ έστω και αν αυτός γνώριζε ότι οι ιδιαίτερες σχέσεις ή ιδιότητες υπήρχαν στον αυτουργό (ΑΠ 857/00 Π. Χρ. ΝΑ - 149, ΑΠ 1475/01 Ποιν. Λογ. 2001-1934, ΑΠ 781/02 Ποιν. Λογ. 2002-959).
Από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2§5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα των υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627, ΑΠ 1687/2002 Ποιν. Χρ.ΝΓ/638) ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι "από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την κυρία Ανάκριση και τη συμπληρωματική αυτής που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και ειδικότερα από τις ανωμοτί καταθέσεις της μηνύτριας και του μηνυτή, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά τους υπομνήματα, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Προκειμένου ο συγκατηγορούμενος του εκκαλούντος Ψ1 να συντάξει το υπ' αρ. ... πληρεξούσιο σύμφωνα με το οποίο η Β καθιστούσε πληρεξουσίους την μηνύτρια Χ2 και το μηνυτή Κ, ώστε αυτοί να μεταβιβάσουν βάσει αυτού το ακίνητο της Β) που βρίσκεται στην ..., σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί το δάνειο που χορηγήθηκε σ' αυτήν από τους τελευταίους με την από 26.6.98 σύμβαση δανείου μέχρι 31.12.98, ο εκκαλών οδήγησε τον Ψ1 στον ... και στο γραφείο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασίλ. Πετράτο, τον οποίο γνώριζε από παλαιά συνεργασία τους. Η χορήγηση του άνω δανείου συνολικού ύψους 26.000.000 δρχ. έγινε από την μηνύτρια Χ2 η συμμετοχή της οποίας σ' αυτό ανερχόταν στο 75% του ποσού αυτού μετά προηγούμενη παρουσίαση από τους . και Ψ1, δικηγόρων, πρότασης, σύμφωνα με την οποία η μηνύτρια επρόκειτο να δανειοδοτήσει γηραιά και πλούσια κυρία ονόματι Β που βρισκόταν σε πρόσκαιρη ανάγκη χρημάτων, η οποία για την εξασφάλιση των χρημάτων τους προτίθετο να τους χορηγήσει εμπράγματη ασφάλεια (υποθήκη) επί ακινήτου της (δανειολήπτριας) μεγάλης αξίας που βρισκόταν στην .... Η εικόνα που δόθηκεστη μηνύτρια ήταν ότι οι κατηγορούμενοι, συμπεριλαμβανομένου και του εκκαλούντος Χ, δικηγόρου, συνεργάτη της συγκατηγορουμένης . στο γραφείο της οποίας συστεγαζόταν από Ιανουάριο 1985 έως Αύγουστο 1991 (όπως ο ίδιος απολογούμενος αναφέρει) και βοηθός του Ψ1, ήταν δικηγόροι της υποτιθέμενης γηραιάς κυρίας οι οποίοι αναζητούσαν δανειοδότη για την πελάτισσα τους (λόγω οικονομικών της προβλημάτων και έτσι αυτή (μηνύτρια) πείσθηκε ότι έχοντας να κάνει με σοβαρούς δικηγόρους από τους οποίους ο εκκαλών εμφανιζόμενος ως συνεργάτης τους φέρεται ως εκείνος που διενήργησε τον έλεγχο των τίτλων του υπό προσημείωση ακινήτου και τους βρήκε εντάξει και εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος των μηνυτών, εκπροσωπώντας αυτούς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της αίτησης τούτων για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της Β, κατά τη συζήτηση της οποίας ο συγκατηγορούμενος του Ψ1 επέδειξε το υπ' αρ. ... πλαστό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουρεμένου (βλ. ιδία από 10.10.01 ένορκη κατάθεση αυτής και από 7.12.98 αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών) δυνάμει του οποίου απέσπασαν την υπ' αρ. 17353/98 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επέτρεψε την εγγραφή προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 27.000.000 δρχ. επί ενός οικοπέδου κυριότητας της Β εκτάσεως 5700 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση " .... Η συνεργασία του αυτή δείχνει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος αποτελούσε και ο ίδιος μέρος του σχεδίου εξαπάτησης στο οποίο ενετάσσετο ολόκληρη η ήδη υπάρχουσα κοινωνική και γνωστική δικηγορική υποδομή των κατηγορουμένων, την οποία οι ίδιοι μετέτρεψαν σε μηχανισμό παροχής εμπιστοσύνης σε τρίτους με σκοπό να τους παραπλανήσουν (βλ. ιδία σχετ. από 10.10.01 ένορκη κατάθεση του Χ σύμφωνα με την οποία στη συνάντηση που έγινε στο γραφείο της .... για τη δόση των χρημάτων του δανείου ήταν και ο εκκαλών παρών, ο οποίος και τους διαβεβαίωσε ότι είχε εκτελέσει την εντολή τους για την εγγραφή της προσημείωσης στο Υποθηκοφυλακείο). Στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής ο κατηγορούμενος Χ οδήγησε στις 26.6.98 στον Πειραιά και στο γραφείο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασίλειου Πετράτου τον συγκατηγορούμενό του Ψ1, όπως προαναφέρθηκε και τούτο προκειμένου να προβούν στη σύνταξη του προαναφερομένου υπ' αρ. ... πληρεξουσίου και για τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου αυτού από τους δανειστές - μηνυτές για την είσπραξη των χρημάτων τους, εφόσον το δάνειο δεν εξοφλείτο έως 31.12.98. Το τελευταίο αυτό πληρεξούσιο συνετάγη χωρίς την παρουσία της εντολέως Β την οποία εφέροντο να εκπροσωπούν ως πληρεξούσιοι οι Ψ1 και . δυνάμει του ανωτέρω υπ' αρ. ... πλαστού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελ Κουρεμένου (βλ. σχετ. από 7.12.98 Αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών). Για τη σύνταξη του ανωτέρω υπ' αρ. ... πληρεξουσίου χρησιμοποιήθηκε η γνωριμία του κατηγορουμένου Χ με το συμβολαιογράφο Βασίλειο Πετράτο στο γραφείο του οποίου και οδηγήθηκε ο κατηγορούμενος Ψ1 από τον εκκαλούντα. Σαφής, εν προκειμένω, η κατάθεση του μάρτυρα ... ο οποίος στις 25.10.01 εξεταζόμενος ενώπιον του Ανακριτή, αναφέρεται και στην από 14.9.98 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς (στην οποία γίνεται αναφορά στην εμφάνιση στο γραφείο του στις 26.6.98 έως 10.7.98 τουΨ1 και Χ για τη σύνταξη πληρεξουσίων υπέρ των ήδη μηνυτών στις 26.6.98 και υπέρ του ... στις 10.7.98) και καταθέτει μεταξύ άλλων και ότι γνώριζε τον Χ με τον οποίο και κατά το παρελθόν είχε συνεργασθεί και ότι αυτός έφερε στο γραφείο του τον Ψ1τον οποίο μέχρι τότε δεν γνώριζε. Είναι βέβαιο εξάλλου, ότι ο συμβολαιογράφος Βασίλειος Πετράτος δεν ερεύνησε τη γνησιότητα του πληρεξουσίου υπ' αρ. 4637/98 γεγονός που οφείλεται μεταξύ άλλων και στη γνωριμία, συνεργασία και εμπιστοσύνη που είχε με τον Χ. Το ότι η πλαστότητα του πληρεξουσίου αυτού (υπ' αρ. 4637/98) ήταν σε γνώση του Χ προκύπτει ακριβώς από την εσκεμμένη αυτή σύμπραξη με τον Ψ1 και την κατάχρηση της γνωριμίας του με το συμβολαιογράφο Πειραιώς Βασίλειο Πετράτο τον οποίο εσκεμμένα χρησιμοποίησε, διότι κατά τη λογική πορεία των πραγμάτων αν αγνοούσε την πλαστότητα θα διερωτάτο κανείς για ποιο λόγο ο Ψ1 δεν είχε συντάξει το δεύτερο πληρεξούσιο σε συμβολαιογράφο Αθηνών, πλησιέστερα στο δικηγορικό του γραφείο χωρίς απώλεια χρόνου, αλλά ζήτησε τη δική του συνδρομή και σύσταση σε ήδη γνώριμο του συμβολαιογράφο. Ενισχυτικό τούτων είναι και όσα ο ίδιος ο συμβολαιογράφος Βασίλειος Πετράτος εξεταζόμενος ως μάρτυρας στις 25.10.01 καταθέτει σχετικά και συγκεκριμένα ότι όταν αντελήφθη τα περιστατικά που αναφέρει στην από 14.9.98 αναφορά του ρώτησε τον Χ για το τι είχε συμβεί και αυτός του απάντησε ότι σε δύο ημέρες αφού έκανε έρευνα θα μπορούσε να του απαντήσει και στη συνέχεια του είπε να κάνει το καθήκον του χωρίς να του δώσει καμία άλλη εξήγηση έκτοτε (βλ. αυτή). Η σύνταξη αυτού του δεύτερου πληρεξουσίου ήταν καθοριστική για την εξαπάτηση των μηνυτών οι οποίοι βασίστηκαν σ' αυτό και θεώρησαν ότι με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται πλήρως η απαίτηση τους από το δάνειο ύψους 26.000.000 δρχ. που επρόκειτο να χορηγήσουν αμφότεροι, το οποίο δεν θα είχαν χορηγήσει αν δεν είχαν αισθανθεί τόσο ασφαλή την επένδυση τους (βλ. ιδία από 10.10.01 ένορκη κατάθεση του Χ) Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ γνώριζε επίσης ότι ο Ψ1 χρησιμοποιεί πλαστά έγγραφα για να επιτύχει την παράδοση σ' αυτόν χρημάτων που δεν είχε δικαίωμα να λάβει καθώς και ότι ισχυρίζεται σε πολίτες ότι μπορεί να κατοχυρώσει νομικά την επιστροφή των χρημάτων των υποτιθέμενων δανειοδοτών (βλ. ιδία από 10.10.01 ανωμοτί κατάθεση της μηνύτριας Χ2 όπου η τελευταία αναφέρει την . και τον Χ να έρχονται σε επαφή μαζί της και χωρίς ν' αμφισβητήσουν την πλαστότητα των πληρεξουσίων απέδωσαν το ζήτημα της πλαστότητας στο ότι το συγκεκριμένο πληρεξούσιο το είχε δώσει ο ανεψιός της ... στον Ψ1). Επομένως, ο εκκαλών γνώριζε ότι γίνεται χρήση των νομικών γvώσεων και της δικηγορικής ιδιότητας όλων των κατηγορουμένων για την παραπλάνηση πολιτών και τη σύνταξη ανύπαρκτων συμφωνιών με τη χρήση απατηλών μέσων από τις οποίες επρόκειτο να επέλθει οικονομικό όφελος τουλάχιστον στον συγκατηγορούμενό του Ψ1, ο οποίος ακόμη και αν δεν βιοποριζόταν αποκλειστικά από απατηλές πράξεις τουλάχιστον συμπλήρωνε το νόμιμο εισόδημα του από αυτές, χρησιμοποιώντας την κοινωνική και γνωστική υποδομή που διέθετε ως δικηγόρος. Εξετέρου, ολόκληρη η μεθόδευση των κατηγορουμένων με την εμφάνιση τους ως ομάδας έμπειρων νομικών που διαθέτουν γνωριμίες και προσφέρουν ευκαιρίες σε τρίτους για ασφαλή επένδυση χρημάτων σε πελάτες τους συγχρόνως δε παρέχουν απόλυτη νομική κάλυψη στους δανειοδότες με την κατασκευή πλαστών πληρεξουσίων και τη χρήση τους σε δικαστήρια και συμβολαιογράφους, δείχνει ότι είχαν δημιουργήσει σοβαρή υποδομή με τη χρήση και των νομικών τους γνώσεων, η οποία ήταν ικανή να παραπλανήσει ακόμη και έμπειρους στις συναλλαγές πολίτες, όπως ήταν ο συμβολαιογράφος που χρησιμοποιήθηκε για τη σύνταξη του μεταπληρεξουσίου για την πώληση του ακινήτου της φερομένης ως δανειολήπτριας ..
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, προέκυψαν κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ κατηγορία για άμεση συνεργεία σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολική ζημία άνω των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 € (αρθρ. 1, 13 περ. στ', 14, 18 περ. α' 26§1α', 27§1, 46§1β', 51, 52, 60, 69, 79, 386§1β-3' ΠΚ όπως το τελευταίο αντικ. με αρθρ. 1 § 11 Ν. 2408/96 και 14§4 Ν. 2721/99). Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που δέχθηκε τα ίδια και στη συνέχεια αποφάσισε την παραπομπή του κατηγορουμένου - εκκαλούντος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την ως άνω πράξη, σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό γι' αυτό και η έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου που υποστηρίζει τ' αντίθετα είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει ν' απορριφθεί, να επικυρωθεί κατόπιν τούτου το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις διατάξεις του που αφορούν τον εκκαλούντα και να επιβληθούν σε βάρος του (εκκαλούντος) τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (αρθρ. 583§ 1 ΚΠΔ όπως αντικατ. με αρθρ. 55§ 1 Ν. 3160/03 σε συνδ. με την υπ' αρ. 58553/06 κοινή απόφαση Υπουργ. Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αναφορικά με την συνδρομή των πραγματικών περιστατικών τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και στηρίζουν την περί παραπομπής του αναιρεσείοντος ως αμέσου συνεργού στο έγκλημα της απάτης κατ' επάγγελμα κρίση του, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46§1β' και 386§§1β' και 3 α' Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με πληρότητα προσδιορίζονται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το έγκλημα της απάτης με φυσικό αυτουργό τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Ψ1 και της άμεσης συνέργειας σ' αυτό του αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω, όμως, αναφορικά με την συνδρομή και στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ως αμέσου συνεργού της επιβαρυντικής περίπτωσης του άρθρου 13 στ' εδάφιο δεύτερο του Π.Κ., της κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης του άμεσου συνεργού (αναιρεσείοντος), για την οποία επίσης παραπέμπεται να δικασθεί αυτός, ουδέν διαλαμβάνει στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του. Επομένως, κατά τούτο, στερείται της κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει κατά το μέρος αυτό και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο (άρθρο 484§2 Κ.Π.Δ.), να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ.), (δείτε και ΑΠ 1656/2007 Π.Χρ. ΝΗ/536).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να γίνει τυπικά δεκτή η υπ' αριθ. 209/23-11-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Αντωνίου Χ κατά του υπ' αριθ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και κατ' ουσία μόνον αναφορικά με το μέρος του βουλεύματος αυτού που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα και για την επιβαρυντική περίπτωση της κατά συνήθεια τέλεσης της άμεσης συνέργειας σε απάτη κατ' επάγγελμα και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η πιο πάνω αίτηση αναίρεσης.
Αθήνα 1-2-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473§2 και 476§1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται όχι μόνο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται, αλλά να είναι αυτοί και παραδεκτοί. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484§1 του Κ.Π.Δ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476§1 ΚΠΔ). Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ` αριθ. 1493/2009 βούλευμά του, απέρριψε κατ` ουσίαν την υπ` αριθ. 128/2008 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του υπ` αριθ. 508/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη. Κατά το διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, η απάτη, την οποία φέρεται ότι τέλεσε ο Ψ1, συνίσταται στο ότι ο τελευταίος "στον Πειραιά την 26.6.98 εμφανίσθηκε στο συμβολαιογράφο Πειραιώς Βασίλειο Πετράτο, όπου τον οδήγησε ο συγκατηγορούμενός του Χ, γνώριμός του από παλαιά συνεργασία (με τον Πετράτο), προκειμένου αυτός να συντάξει το ...πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο η . καθιστούσε πληρεξούσιό της τη μηνύτρια Χ2 και το μηνυτή Κ, ώστε αυτοί να μεταβιβάσουν βάσει αυτού το ακίνητο της ., σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί το χορηγηθέν σε αυτήν δάνειο μέχρι 31.12.98, η δε σύνταξη αυτού έγινε χωρίς την παρουσία της ως άνω εντολέως που εκπροσωπήθηκε από αυτόν δυνάμει του ... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουρεμένου, το οποίο όμως ήταν εξ υπαρχής πλαστό, πλαστογραφηθέν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, παραπεμφθέντα προς τούτο να δικασθεί με το 1082/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αποκρύπτοντας δε έτσι το γεγονός της πλαστότητας. Παραπλανήθηκε ο Πετράτος και δέχθηκε τη σύνταξη του μεταπληρεξουσίου ως εγκύρου, η δε μηνύτρια και ο μηνυτής θεώρησαν ότι εξ αυτού εξασφαλίζεται η απαίτησή τους από το δάνειο ποσού 26.000.000 δρχ. (με συμμετοχή της πρώτης κατά 75% και του δευτέρου κατά ποσοστό 25%), που ουδέποτε επήλθε αλλά τουναντίον προκλήθηκε αντίστοιχη περιουσιακή τους ζημία, η προσωπική δε ωφέλεια του κατηγορουμένου υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. Από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με τον συγκατηγορούμενό του για υποτιθέμενη ασφαλή επένδυση χρημάτων, τη χρήση πλαστών πληρεξουσίων και την ακραιφνή παροχή νομικών υπηρεσιών ως έμπειρος δικηγόρος με πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος". Η δε άμεση συνέργεια στην απάτη, που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός "στον προηγούμενο τόπο και χρόνο, υπό τις εκτιθέμενες ανωτέρω περιστάσεις εμφανίσθηκε με τον Ψ1, ενώπιον του παραπάνω συμβολαιογράφου, εν γνώσει του ότι το 4637/98 πληρεξούσιο ήταν πλαστό, αποκρύπτοντας τούτο από το συμβολαιογράφο, που εάν γνώριζε την αλήθεια δεν θα συνέτασσε το παραπάνω μεταπληρεξούσιό του και αποδέχθηκε να συνταχθεί αυτό, εκμεταλλευόμενος ότι αυτός υπήρξε παλαιός γνώριμός του. Χωρίς δε τη συγκεκριμένη συνδρομή η τέλεση της πράξη του Ψ1 θα καθίστατο ανέφικτος υπό τις περιστάσεις, που τελέσθηκε, γνώριζε δε ότι αυτός διέπραττε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και πλαστογραφίες, λόγω της υποδομής που είχε διαμορφώσει κατά τα προεκτεθέντα προς πορισμό εισοδήματος, ως και ότι επέρχεται περιουσιακή ζημία σε βάρος των μηνυτών καθ' όσον είχε αναλάβει την προστασία των συμφερόντων τους κατά τη διαταχθείσα με την 17353/98 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδ. ασφ. μέτρων) προσημείωση υποθήκης ακινήτου της Κ".
Ο αναιρεσείων, με το μοναδικό, από το άρθρο 484§1 περ. δ ΚΠΔ, λόγο της αιτήσεώς του, πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία συνίσταται, κατά λέξη, στο ότι: "1. Η μηνύτρια αναφέρει στη μήνυσή της ότι για το επίδικο δάνειο την έπεισε η συγκατηγορουμένη δικηγόρος . και ότι τον εκκαλούντα τον γνώρισε στα δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων στην αίτηση προσημείωσης και βέβαια ουδόλως αναφέρει η μηνύτρια ότι εμφανίσθηκε ο εκκαλών ως δικηγόρος της "υποτιθέμενης γηραιάς κυρίας". 2. Ουδόλως φέρεται ο εκκαλών ότι διενήργησε έρευνα τίτλων για το δάνειο της μηνύτριας αφού στην ίδια τη σύμβαση του δανείου αναφέρεται ότι δεν διενενεργήθη έρευνα τίτλων και ότι την ευθύνη για το ότι δεν υπάρχει εμπράγματο βάρος στο ακίνητο την αναλαμβάνει με δήλωσή του στη σύμβαση δανείων ο συγκατηγορούμενος Ψ1 πληρεξούσιος της "υποτιθέμενης γηραιάς κυρίας". 3. Το ότι ο εκκαλών απλά παρέστη εκπροσωπώντας την μηνύτρια στην αίτηση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης που επεδείχθη στον Δικαστή το πλαστό πληρεξούσιο από τον Ψ1 δεν αποδεικνύει ούτε αιτιολογεί ότι ο εκκαλών ήταν στο σχέδιο εξαπάτησης. 4. Ουδέποτε διαβεβαιώθηκε στη μηνύτρια στην δόση των χρημάτων στο γραφείο της συγκατηγορουμένης . ότι είχε εγγραφεί η προσημείωση αφού πάντοτε πρώτα δίνονται τα χρήματα, υπογράφεται η σύμβαση δανείου και οι συν/κές και ακολούθως γίνεται η εγγραφή στο Υποθ/κείο. 5. Ουδεμία γνωριμία δεν εμποδίζει ένα συμβ/φο να ερευνήσει την γνησιότητα ενός πληρεξουσίου όπως ορίζεται στον Κώδικα των Συμβ/φων αλλά και στον νόμο πέραν βεβαίως του ότι ο συμβ/φος Βασίλειος Πετράτος κατέθεσε ότι το πληρεξούσιο ήταν νομίμως συντεταγμένο και χαρτοσημασμένο και ουδόλως θα ηδύνατο να αντιληφθεί την πλαστότητά του. 6. Πόθεν προκύπτει η κατάχρηση της γνωριμίας του εκκαλούντος με τον συμβ/φο Βασίλειο Πετράτο όταν το μόνο το οποίο έγινε ήταν η υπογραφή ενός πληρεξουσίου διαδικασία καθημερινή στην εργασία των συμβ/φων. 7. Η διαδικασία στο επίδικο δάνειο ήταν κατά πρώτον η συζήτηση της αίτησης εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και η λήψις κεκυρωμένου αντιγράφου της σχετικής δικαστικής απόφασης, κατά δεύτερον η υπογραφή του πληρεξουσίου πώλησης στον συμβ/φο Βασίλειο Πετράτο και κατά τρίτον η υπογραφή των συν/κών του δανείου και της σύμβασης του δανείου στο γραφείο της δικηγόρου Ε όπου και έδιδε η δανείστρια τα χρήματα λαμβάνοντας την σύμβαση δανείου, της συν/κής του δανείου, την δικαστική απόφαση εγγραφής προσημείωσης και το μεταπληρεξούσιο πώλησης. Το συμβολαιογραφείο του Βασίλειου Πετράτου ήταν στον Πειραιά δίπλα στο δικηγορικό γραφείο της Ε και δεν υπάρχει λόγος πρακτικά να υπογράφει το μεταπληρεξούσιο πώλησης σε συμβ/φο της Αθήνας δίπλα στο γραφείο του συγκατηγορούμενού δικηγόρου Ψ1. 8. Οι αγγελίες στις εφημερίδες για τα δάνεια αφορούσαν το δικηγορικό γραφείο της Ε Το δικηγορικό γραφείο του εκκαλούντος από το 1991 ήταν στη διεύθυνση ... και όπως με αποκαλεί η μηνύτρια "βοηθό προσημειώσεων" το μόνο το οποίο έκαμα ήταν να μου δίδει η δικηγόρος Ε τα στοιχεία του δανειστή και του δανειζομένου το ύψος του δανείου και τον χρονικό διακανονισμό εξόφλησης του και τους τίτλους του προσημειωμένου ακινήτου για να συντάσσω την αίτηση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και την σύμβαση δανείου και να παρίσταμαι εκπροσωπώντας τον εκάστοτε δανειστή στο Μονομελές Πρωτοδικείου στη συζήτηση της εγγραφής προσημείωσης. Αυτό το γνωρίζει και το δηλώνει και η μηνύτρια η οποία με επιμέλεια δεν αναφέρει στη μήνυση της ότι είχαν προηγηθεί της επίδικης άλλες δύο συμβάσεις δανείων με άλλους δανειζόμενους όπου όλα εξελίχθηκαν κανονικά. Δεν ανήκω λοιπόν σε καμία ομάδα που προσέφερα ευκαιρίες σε τρίτους για ασφαλή επένδυση χρημάτων". Με το ως άνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί όλες αυτές οι αιτιάσεις αφορούν την ουσία της υποθέσεως, η επί της οποίας κρίση του Συμβουλίου είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατά συνέπειαν δε και η αίτηση είναι απαράδεκτη στο σύνολό της, αφού δεν περιέχει άλλο, παραδεκτό, λόγο.
Μετά από αυτά, το Συμβούλιο τούτο αποφαίνεται ότι πρέπει να απόσχει από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απέχει να αποφανθεί επί της υπ' αριθ. 209/23 Νοεμβρίου 2009 αιτήσεως του Χ, για αναίρεση του υπ` αριθ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και εκθέσει τις απόψεις του.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2010
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απέχει να αποφανθεί, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων. Παραπεμπτικό βούλευμα για άμεση συνεργεία σε κακουργηματική απάτη. Ο μοναδικός λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απαράδεκτος, γιατί όλες οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν την ουσία της υποθέσεως, η κρίση επί της οποίας του Συμβουλίου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Απέχει να αποφανθεί, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του.
|
Αποχή αποφάσεως
|
Αποχή αποφάσεως.
| 1
|
Αριθμός 843/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 2332/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγων τον Ψ1, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 15 Νοεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1508/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και ο επ'αυτής πρόσθετος λόγος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473§2, 476§1, 509§1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται όχι μόνο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται, αλλά να είναι αυτοί και παραδεκτοί. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476§1, 513§1 ΚΠΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 509§2 του ΚΠΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση, μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγο με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 476§1 και 513§1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι η άσκηση παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Αν αυτή είναι απαράδεκτη, εκτός άλλων περιπτώσεων και γιατί δεν περιέχει ένα τουλάχιστον παραδεκτό και ορισμένο λόγο, είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι και δεν επιτρέπεται με αυτούς ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των απαραδέκτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Όταν η αίτηση είναι απαράδεκτη, δεν ερευνώνται οι πρόσθετοι λόγοι ακόμη και αν είναι από εκείνους που, κατ` άρθρο 511 ΚΠΔ, λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει αναίρεση. Από τη διάταξη του άρθρου 170§2 του Κ.Π.Δ., κατά την οποία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τούς το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171§ 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2332/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα ανθρωποκτονίας από αμέλεια, πράξη που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, ανασταλείσα. Κατά τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, η αναιρεσείουσα, προέβαλε, δια του συνηγόρου της, τον αρνητικό της κατηγορίας (και όχι αυτοτελή, όπως τον χαρακτηρίζει) ισχυρισμό ότι η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 302§1, 28 και 15 του ΠΚ, δεν ήταν, ως προς αυτή, αξιόποινη. Με τον πρώτο, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγο της αιτήσεως, πλήττει αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό, χωρίς, προηγουμένως, να δώσει το λόγο στην Εισαγγελέα και χωρίς πρόταση αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν δικαιούται να προτείνει η κατηγορουμένη ως λόγο ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474§1, 2 και 509§1 εδ. α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και οι οποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510§1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς αναιρετικοί λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510§1 στοιχ Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιές είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας, ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο (τελευταίο), από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγο της αιτήσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία συνίσταται στο ότι στο σκεπτικό δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Δικαστήριο στην απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, παρότι αυτή, δια του συνηγόρου της, τον ανέπτυξε προφορικώς και γραπτώς. Όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός και ανεξαρτήτως του ότι ο ως άνω ισχυρισμός είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής (οπότε δεν χρήζει η απόρριψή του ειδικής αιτιολογίας), είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, εντεύθεν δε απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν παρατίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να τον θεμελιώνουν.
Εφόσον, λοιπόν, η αίτηση δεν περιέχει κανένα παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, πρέπει αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατ` ακολουθίαν δε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο πρόσθετος λόγος, που έχει ασκηθεί με το από 15.11.2009/4.2.2010 δικόγραφο. Μετά από αυτά, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Δικαστική δαπάνη υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 δεν επιδικάζεται, γιατί αυτός, αν και κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. από ... αποδεικτικό της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...), δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και την εκφώνηση της υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Οκτωβρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 7659/2009) αίτηση της Χ1 μετά του από15.11.2009/4.2.2010 προσθέτου λόγου, για αναίρεση της υπ` αριθ. 2332/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αίτηση γιατί δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος. Την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Τι πρέπει να περιέχει ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ' ΚΠΔ για να είναι ορισμένος. Απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι η άσκηση παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Απόρριψη του προσθέτου λόγου ως απαραδέκτου.
|
Πρόσθετοι λόγοι
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 842/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Διαμαντή, περί αναιρέσεως της 119-121/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κρεμμύδα και 2) Ψ2, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1428/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παρισταμένων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης· επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει αντικειμενικά μεν την αφαίρεση ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή και ακόμη με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενικά δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς: α)πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κ.λπ., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξης αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξης που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξης, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 186§1 ΠΚ, "όποιος προκαλεί ή παροτρύνει με οποιονδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει ορισμένο κακούργημα, καθώς και όποιος προσφέρεται ή αποδέχεται τέτοια πρόκληση ή προσφορά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".Για τη στοιχειοθέτηση του υπό της ανωτέρω διατάξεως προβλεπομένου ιδιωνύμου (έναντι των περί ηθικής αυτουργίας διατάξεων) και υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος απαιτείται η, με οποιονδήποτε τρόπο, πρόκληση ή παρότρυνση κάποιου να διαπράξει ένα κακούργημα. Η πρόκληση αποτελεί δήλωση του δράστη με την οποία επιζητείται να πεισθεί έτερο πρόσωπο για τη διάπραξη ενός κακουργήματος, ενώ παρότρυνση είναι απλώς η προσπάθεια επίδρασης επί της βουλήσεως ετέρου, προκειμένου αυτός να τελέσει ένα κακούργημα. Η πρόκληση δύναται να λάβει τη μορφή συμβουλής, διαταγής, απειλής κ.λπ., ενώ η παρότρυνση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως π.χ. με ενθάρρυνση, υποδείξεις, συστάσεις, συμβουλές κ.λπ. Τετελεσμένο είναι το έγκλημα άμα τη προκλήσει ή τη παροτρύνσει, έστω και αν αυτές έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, δηλ. άμα ο προκαλούμενος λάβει γνώση της προκλήσεως ή παροτρύνσεως προς τέλεση του κακουργήματος. Η πρόκληση ή παρότρυνση τιμωρείται ακόμη και αν ο προσκαλούμενος δεν ανταποκριθεί καν σε αυτή, δηλ. ακόμη και αν την απορρίψει αμέσως. Η διάταξη του άρθρου 186 παρ. 1 ενεργοποιείται τότε μόνον, όταν ο δράστης δεν προχώρησε στην τέλεση της άδικης πράξης ή στην αρχή εκτέλεσης αυτής, καθόσον, εάν έλαβε χώραν το τελευταίο, έχουν εφαρμογή οι περί ηθικής αυτουργίας διατάξεις. Είναι προφανές ότι με την ανωτέρω διάταξη καλύπτονται κατ' ουσίαν οι περιπτώσεις της απόπειρας ηθικής αυτουργίας, οι οποίες δεν τιμωρούνται με τις γενικές περί συμμετοχής διατάξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 119 - 121/2008 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση από κοινού και πρόκληση σε εκτέλεση κακουργήματος και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή ισόβιας καθείρξεως και φυλακίσεως 3 ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν ΜΟΕ, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα του μηνός Απριλίου και το πρώτο δωδεκαήμερο του Μαΐου 2001, επιδιώκοντας τον θάνατο του ΑΑ, ως εκδίκηση για τον θάνατο εξ αμελείας, που αυτός επέφερε, την 3.10.1996 σε τροχαίο ατύχημα στον ηλικίας τότε 16 ετών μοναχογιό του, ΒΒ, αφού ήλθε σε επικοινωνία με ομάδα Αλβανών υπηκόων (ΓΓ, ΔΔ & ΕΕ) δολίως παρότρυνε αυτούς να τελέσουν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, σε βάρος του ως άνω (ΑΑ), ετών 29 τότε, με την υπόσχεση καταβολής στην ομάδα χρηματικού ποσού 21 εκ. δρχ. περίπου, που αναλήφθηκε πράγματι από την Τράπεζα σε δύο δόσεις (10 εκ και 11 εκ δρχ.). Από το ποσό αυτό κατέβαλε στους πιο πάνω Αλβανούς, ως προκαταβολή το ποσό του 1.250.000 δρχ., που εμμέσως πλην σαφώς δέχεται και ο κατηγορούμενος, με την προσθήκη ότι τάχα το ποσό αυτό, για την εμπλοκή του ως άνω προσώπου (ΑΑ) από την ίδια ομάδα σε υπόθεση ναρκωτικών ουσιών, ισχυρισμός αβάσιμος ως προκύπτει και από την ίδια απολογία του κατηγορουμένου και έτσι με την φυλάκιση του ως άνω θύματος να υλοποιηθεί η δική του εκδίκηση προς το πρόσωπό του. Όμως η ομάδα αυτή των Αλβανών μεταπεισθείσα εξ ιδίων, άλλαξε γνώμη και δεν εκτέλεσε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από Μαΐου 2001 μέχρι 3-1-2002 σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε επικοινωνία που είχε με άλλους Αλβανούς, ως ΣΤ, ΔΔ, ΖΖ, ΗΗ και ΘΘ), τους οποίους γνώρισε μέσω κάποιου εξ αυτών (ως ΓΓ) σε τηλεφωνικές επαφές μ` αυτούς, συχνές κατά το χρονικό διάστημα από 5.12.2001 έως 3.1.2002, χωρίς να δίδει πειστική εξήγηση ο κατηγορούμενος, γιατί επικοινωνούσε μαζί τους τόσο συχνά, τηλεφωνικά, πολλές φορές με ιδιαίτερες προφυλάξεις (με τηλεκάρτες) αφού δεν απασχολούσε ούτε στο μηχανουργείο του ούτε στα χωράφια του και δεν υπήρχε δικαιολογητικός άλλος λόγος να έχει τα ονόματα και τα τηλέφωνα τους στην κατοικία του, στο χωριό ..., υποσχόμενος και αυτός το σημαντικό ποσό των 18 εκ δρχ., που αναλήφθηκε με πειθώ και φορτικότητα τους προκάλεσε την απόφαση να τελέσουν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του ΑΑ, για λόγους εκδικήσεως, όπως προεκτέθηκε, για τον θάνατο του γιου του ΒΒ, πράξη που φέρονται ότι εκτέλεσαν, την 3.1.2002 οι ΣΤ, ΚΚ και ΖΖ με την απλή συνεργεία των ΗΗ και ΘΘ. Ο κατηγορούμενος έγινε αντιληπτός στο παρελθόν να παρακολουθεί τόσο την κατοικία του θύματος όσο και την "πιάτσα" των ΤΑΧΙ όπου εργαζόταν, ως οδηγός ταξί, το θύμα. Στις πολιτικές και ποινικές δίκες για την ανθρωποκτονία από αμέλεια του ανηλίκου ΒΒ ο κατηγορούμενος επέδειξε απειλητική συμπεριφορά σε βάρος του ΑΑ, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αναγκασθεί να εγκαταλείψει το ... και εγκατασταθεί στην πόλη της ... ύστερα και από τις συμβουλές συγγενών και φίλων του που ανησυχούσαν για τη ζωή του. Στη ... αρχικά εργάσθηκε ως σερβιτόρος στην ταβέρνα "...", έπειτα άνοιξε μόνος του, κατάστημα χαρτικών και απορρυπαντικών, επί της οδού ... και από τον μήνα Οκτώβριο 2001 εργαζόταν ως οδηγός ταξί. Ο κατηγορούμενος οδήγησε στο παραπάνω κατάστημα τους Αλβανούς της πρώτης ομάδας και αφού έδωσε στον ΓΓ το ποσό των 50.000 δρχ. τους συνέστησε να μπουν στο κατάστημα του θύματος ως πελάτες και να γνωρίσουν τον ΑΑ. Το βράδυ του εγκλήματος, μέχρι τις 23.00 ώρας της 2.1.2002 απουσίαζε ο κατηγορούμενος της κατοικίας του ενώ όταν την 12.7.2002 εντοπίσθηκαν και εξετάσθηκαν στη ... η σύζυγος, η αδελφή και ο γαμπρός του ΗΗ (απλός συνεργός) με τον οποίο ο κατηγορούμενος μιλούσε με τηλεκάρτες, την επομένη η σύζυγος του ΗΗ αναχώρησε βιαστικά για την Αλβανία και δεν επανήλθε στην Ελλάδα. Μετά την πράξη -θάνατο του ΑΑ- πρέπει να σημειωθεί ότι άλλαξε η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος ευπρεπίσθηκε και άρχισε κοινωνικές επαφές ενώ πριν παρέμεινε σιωπηλός, πενθώντας τον χαμό του γιου του, απείχε συνειδητά από οποιαδήποτε κοινωνική εκδήλωση και δεν πήγε, μεταξύ άλλων και στον γάμο της ανεψιάς του. Οι ως άνω δράστες, μεταξύ των ωρών 01.30 και 02.30, αφού παρέσυραν το θύμα, οδηγό του υπ' αριθμ. Τ-... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στην ερημική τοποθεσία της συμβολής των οδών ... - ..., το πυροβόλησαν δυο φορές στο κεφάλι, τον τραυμάτισαν θανάσιμα και έτσι επήλθε ο θάνατος του ΑΑ. Βέβαια ο κατηγορούμενος αρνείται τις πράξεις του στον θάνατο του τελευταίου αλλά τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά οδηγούν την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο ίδιος είναι ο ένοχος. Ενισχυτικά της κρίσεως του Δικαστηρίου πραγματικά γεγονότα που προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων (κατηγορίας, υπερασπίσεως) όλων των εγγράφων και την απολογία του κατηγορουμένου, αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο είναι, μεταξύ άλλων ένα φύλλο επιτραπέζιου ημερολογίου, στο οποίο ήταν γραμμένα τα τηλέφωνα του ΓΓ (...) ... (ΕΕ), ΔΔ, ύστερα δε από νομότυπη άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, στις τηλεκάρτες και τους αριθμούς των κινητών των εμπλεκομένων προσώπων, εκ των οποίων αποδεικνύεται, εκτός πάσης αμφιβολίας η συνομιλία του κατηγορουμένου με τους Αλβανούς της δευτέρας ομάδος. Έτσι ο κατηγορούμενος πρέπει, ομόφωνα να κηρυχθεί ένοχος της προκλήσεως σε εκτέλεση κακουργήματος και της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, από κοινού και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση". Με αυτά που δέχθηκε, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ηθικής αυτουργίας σε από κοινού ανθρωποκτονία με πρόθεση και της πρόκλησης σε εκτέλεση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα: α) Ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ανθρωποκτονία, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η ανθρωποκτονία του ΑΑ από τους ανωτέρω αλβανούς δράστες, καθώς και τα μέσα και ο τρόπος, με τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προέτρεψε αυτούς να τελέσουν το έγκλημα και δη ότι τους προσέφερε χρήματα και τους οδήγησε στο κατάστημα του θύματος, παροτρύνοντάς τους να μπουν μέσα να το γνωρίσουν, ενώ είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον απλό συνεργό ΗΗ. Και β) ως προς την πράξη της προκλήσεως σε εκτέλεση κακουργήματος, εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε παροτρύνει αλβανούς (άλλους από αυτούς που τέλεσαν την ανθρωποκτονία), με την υπόσχεση αμοιβής, έναντι της οποίας τους κατέβαλε και προκαταβολή, να φονεύσουν τον ως άνω ΑΑ, πλην το έγκλημα δεν τελέσθηκε τότε, γιατί οι αλβανοί, τους οποίους προκάλεσε ο κατηγορούμενος, δεν προχώρησαν στη διάπραξη αυτού. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το ότι στο σκεπτικό αναγράφεται ότι ο αναιρεσείων κατέβαλε στους Αλβανούς, ως προκαταβολή, 1.250.000 δρχ., ενώ στο διατακτικό αναγράφεται ότι κατέβαλε 1.765.000 δρχ. δεν δημιουργείται ασάφεια, γιατί το ακριβές ύψος του ποσού που καταβλήθηκε δεν ασκεί καμιά επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ενοχή του κατηγορουμένου ούτε αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος της προκλήσεως στη διάπραξη κακουργήματος. Ακόμη, δεν δημιουργείται ασάφεια από το ότι στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε στους αυτουργούς της ανθρωποκτονίας 18.000.000 δρχ., ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι υποσχέθηκε αυτός σημαντικό οικονομικό αντάλλαγμα, αφού, πέραν του ότι το ακριβές ποσό που είχε συμφωνηθεί δεν είναι στοιχείο της υποστάσεως του εγκλήματος, το σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως, όπως αναφέρθηκε, αλληλοσυμπληρώνονται και ως σημαντικό οικονομικό αντάλλαγμα θεωρείται το άνω ποσό των 18.000.000 δρχ. Κατά συνέπειαν, οι σχετικές ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.
Κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του ΠΚ, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό και να ενεργήσει λογικά, τότε στη μεν πρώτη περίπτωση η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή. Περαιτέρω, ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α', γ' και ε', ήτοι α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, γ) το ότι ο υπαίτιος παρασύρθηκε στην πράξη από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Εξάλλου, η κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στον περί μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό (άρθρο 36 ΠΚ) ή ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα, υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσαν οι συνήγοροί του εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 36 ΠΚ και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2 περ. α', γ' και ε' ΠΚ. Ειδικότερα: α) Ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 36 ΠΚ ισχυρίστηκε ότι, μετά το θάνατο του γιού του ΒΒ, υπέστη έντονο ψυχικό κλονισμό, με αποτέλεσμα να έχει διαταραχθεί η συνείδησή του και να έχει μειωθεί η ικανότητά του προς καταλογισμό. Το ΜΟΕ απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "Εξ όλων των παραπάνω, ήδη αποδειχθέντων και μάλιστα εφόσον ο κατηγορούμενος ενήργησε ψύχραιμα, παρέμεινε ήρεμος και έδρασε με όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις που μαρτυρούν λογικό άνθρωπο χωρίς ο ίδιος (κατηγορούμενος) να βρισκόταν υπό καμία ψυχοπνευματική διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη για την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ενήργησε ψύχραιμα και με ηρεμία, λαμβάνοντας, μάλιστα, όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις, και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο αυτό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. β) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέσθηκε ότι, κατά κοινή παραδοχή όλων των μαρτύρων, υπήρξε πρότυπο κοινωνικού ατόμου, οικογενειάρχη και εντίμου επαγγελματία. Όμως, για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ιδίου και των μελών της οικογενείας του, δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού αυτού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ, ενώ ο αναιρεσείων δεν επικαλείται καθόλου στοιχεία προς θεμελίωσή του. Ο αυτοτελής, λοιπόν, ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος και, κατά συνέπειαν, το ΜΟΕ δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και να αιτιολογήσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την απορριπτική επ` αυτού κρίση του. Παρά ταύτα, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι "κατά την πλειοψηφούσα γνώμη τεσσάρων μελών του Δικαστηρίου ούτε ο ισχυρισμός επί του άρθρου 84 § 2 α ΠΚ στηριζόμενος είναι βάσιμος και έτσι απορριπτέος εφόσον ο κατηγορούμενος επί έτη και για μεγάλο χρονικό διάστημα σχεδίαζε τον θάνατο του ΑΑ". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, ο αναιρεσείων, ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέσθηκε ότι στην πράξη του παρασύρθηκε από οργή και βίαιη θλίψη που του προκάλεσε η πράξη του θανόντος, ορωμένη ιδίως υποκειμενικώς υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες διατάραξης της ισορροπίας του ψυχικού του κόσμου και της συνείδησής του περί του αδίκου, ενώ ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέσθηκε ότι επί μακρό χρονικό διάστημα που παρέμεινε εκτός φυλακής πριν από την προφυλάκισή του (3.1.2002 - 22.3.2004), αλλά και εντός της φυλακής (από 22.3.2004 και εντεύθεν) επέδειξε άψογη συμπεριφορά, όπως δε προκύπτει από την έκθεση κοινωνικής έρευνας της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Πρεβαντορίου Κρατουμένου Άμφισσας, εργαζόταν με ευεργετικό υπολογισμό ημερών εργασίας, αλλά ήταν από τους λίγους κρατουμένους που του επιτρέπονταν οι εργασίες στο εξωτερικό προαύλιο του Καταστήματος "λόγω της συγκρότησης και της σταθερότητας του χαρακτήρος του", ήταν δε "πάντα πρόθυμος στις εντολές της Υπηρεσίας", με την Κοινωνική Υπηρεσία ήταν "πολύ συνεργάσιμος και προσέφερε τη βοήθειά του στην αποθήκη ιματισμού". Όμως, ενώ οι αυτοτελείς ισχυρισμοί για την αναγνώριση των ελαφρυντικών αυτών ήταν ορισμένοι, το ΜΟΕ επί μεν του επί της περ. γ' στηριζόμενου δεν απάντησε τίποτε (δεδομένου και του ότι οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού είναι άσχετες με τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των προϋποθέσεων του άρθρου 36 ΠΚ), επί δε του στηριζόμενου στην περ. ε' απάντησε, ορθά, ότι η επίκληση μόνον της καλής διαγωγής του στην φυλακή δεν αρκεί για την θεμελίωση της συνδρομής του, πλην δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού για το χρονικό διάστημα που διατελούσε ο αναιρεσείων υπό καθεστώς ελευθερίας μετά τις πράξεις του και πριν εγκλεισθεί στις Φυλακές. Έτσι, κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, κατά παραδοχήν, ως προς το σημείο αυτό, του αυτού ως άνω λόγου αναιρέσεως.
Περαιτέρω, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει στην αίτηση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα ή ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παραβιάστηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε στοιχεία που ευρίσκονται σε άλλα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο (τελευταίο), από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, λόγο της αιτήσεώς του, προβάλλει ότι το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 84§2 περ. α, γ και ε ΠΚ και, μάλιστα, παραβίασε αυτές εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, ως εκ τούτου δε απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον δεν προσδιορίζονται οι ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις κ.λπ. που στερούν από την απόφαση τη νόμιμη βάση.
Μετά από αυτά, πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς τις διατάξεις της για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση σ` αυτόν των ελαφρυντικών του άρθρου 84§2 περ. γ και ε ΠΚ, αναγκαίως δε και κατά τις διατάξεις για την επιβολή ποινών για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε αυτός και για την επιβολή συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), να απορριφθεί δε η αίτηση, κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 119 - 121/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας και δη ως προς τις διατάξεις της α) για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση σ` αυτόν των ελαφρυντικών του άρθρου 84§2 περ. γ και ε ΠΚ, β) για την επιβολή ποινών για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε αυτός και γ) για την επιβολή συνολικής ποινής, απορρίπτει δε την από 25 - 9 - 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 7513/2009) αίτηση του Χ, κατά τα λοιπά.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση από κοινού και πρόκληση σε εκτέλεση κακουργήματος. Στοιχεία εγκλημάτων. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αυτοτελείς ισχυρισμοί περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 36 ΠΚ και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 §2 περ. α', γ' και ε' ΠΚ. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τις περ. γ' και ε', αναίρεση κατά τούτο και ως προς τις διατάξεις περί επιβολής ποινής και καθορισμού συνολικής ποινής και απόρριψη της αιτήσεως ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς. Τι πρέπει να διαλαμβάνει ο από το άρθρο 510 §1 περ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος. Απόρριψη λόγου περί εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 84 § 2 ΠΚ ως αορίστου. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναίρεση μερική, Ηθική αυτουργία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 840/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010 και 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου ..., Έλληνα υπήκοου, κατοίκου ...και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που παραστάθηκε στο συμβούλιο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σωτηρίου, κατά της υπ' αριθμ. 22/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 22/2010 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. ... από 8-5-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από τον περιφερειακό Δικαστή της Εισαγγελίας του Oldenburg των Αρχών της Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Αθηνών την με αριθμό και ημερομηνία 18/4.2.2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως αυτού Γεωργίας Αράπου, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 257/2010.
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Γερμανίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, εκτός των οριζομένων στο πρώτο των ως άνω άρθρων περιπτώσεων, και με δήλωσή του στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ......καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφαση δικάσιμο, εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο εκκαλών - εκζητούμενος από τις Γερμανικές Δικαστικές Αρχές ..., που γεννήθηκε στη Ρωσία το ...και κατοικεί στην Ελλάδα ...και ήδη είναι προσωρινά κρατούμενος στις δικαστικές φυλακές ..., και δήλωσε ότι παραιτείται από την υπ' αριθ. έκθεσης 18/4.2.2010 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 22/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (σε τριμελή σύνθεση), με την οποία γνωμοδότησε αυτό ότι πρέπει να εκδοθεί αυτός (εκκαλών) στις Γερμανικές Δικαστικές Αρχές, που ζητούν την έκδοσή του για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, η δήλωσή του δε αυτή καταχωρίσθηκε στα ως άνω πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η ένδικη έφεση είναι απαράδεκτη, λόγω της νομότυπης παραίτησης του εκκαλούντος απ' αυτήν, και έτσι παρέλκει η περαιτέρω έρευνά της. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. έκθεσης 18/4.2.2010 έφεση του ... κατά της υπ` αριθ. 22/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (σε τριμελή σύνθεση).
Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά αποφάσεως Συμβουλίου Εφετών περί εκδόσεως Έλληνα υπηκόου στις Γερμανικές Δικαστικές Αρχές. Απόρριψη ως απαράδεκτης λόγω παραιτήσεως με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 839/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 3035/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1116/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος εισήγαγε αίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ..., με την οποία ζητεί την εφαρμογή του άρθρου 514 περ. β' ΚΠοινΔ και παρά την απουσία του αναιρεσείοντος να εκδοθεί απόφαση εφαρμόζοντας τον επιεικέστερο για τον κατηγορούμενο νόμο, πρότεινε δε να γίνει τυπικά δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να κηρυχθεί αυτός αθώος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/67, "όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10 χιλιάδων δραχμών". Ο νέος νόμος 3346/2005 για την "Επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων", με το άρθρο 33 ορίζει ότι "Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο [εργοδοτικών], καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες [2000] ευρώ". Περαιτέρω, κατά το ίδιο άρθρο 33 του ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 της ΠΝΠ της 16.9.2009 ( ΦΕΚ -Α' 181/16.9.2009), που κυρώθηκε στη συνέχεια με το άρθρο πρώτο του ν. 3814/2010 (Α' 3/12.1.2010)., ορίζεται ότι "Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ".
Από τη διάταξη αυτή, με την οποία προβλέπεται η αποποινικοποίηση των οφειλών μικρών ποσών στα ασφαλιστικά ταμεία ή το Δημόσιο, συνάγεται ότι : α) το όριο των πέντε χιλιάδων ευρώ αναφέρεται στο σύνολο της εργατικής ή εργοδοτικής εισφοράς, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές πράξεις, β) αν η οφειλή είναι μικρότερη, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και γ) είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού δεν αρκεί η μη καταβολή ή η παρακράτηση των άνω εισφορών, αλλά απαιτείται προσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, εφαρμόζεται και στις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 16-9-2009, όταν άρχισε η ισχύς της άνω κυρωθείσας με νόμο ΠΝΠ, και δ) όταν πρόκειται για οφειλές περισσότερες του ενός μηνός, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών, κατά το άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή απαιτείται το συνολικό ποσό των οφειλομένων εισφορών ( εργατικών και εργοδοτικών) και όχι το κατά μήνα οφειλόμενο ποσό, να μην υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που η αξιόποινη πράξη κατέστη ανέγκλητη μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως που προσβάλλεται, το δικαστήριο, εφαρμόζει αυτεπάγγελτα, κατ'άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, τον επιεικέστερο νόμο, παρά την ερημοδικία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αν η αναίρεση είναι παραδεκτή και αφού προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως, τον κηρύσσει αθώο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την 3035/13-2-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, καταδικάστηκε για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών στο ΤΕΒΕ και συγκεκριμένα για το ότι στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2004 έως τον Αύγουστο του 2005, ως ασκών το επάγγελμα του τυπογράφου, διατηρών κατάστημα, δεν κατέβαλε, όπως είχε υποχρέωση, τις βαρύνουσες τον ίδιο μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες ήταν απαιτητές εντός μηνός, ανερχόμενες συνολικά, στο ποσό των 3.650,19 ευρώ. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, εφόσον κατά το χρόνο που δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στις 13-2-2009 ίσχυε ο νόμος 3346/2005, άρθρο 33, που καθιέρωνε το αξιόποινο της πράξεως αυτής για μη καταβολή προς το ΤΕΒΕ καθυστερουμένων εισφορών ποσού υπερβαίνοντος τα 2.000 ευρώ, ενώ ήδη από 16-9-2009 με την προαναφερθείσα ΠΝΠ, που κυρώθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3814/12-1-2010, αυξήθηκε το όριο αξιοποίνου στο ποσό των 5.000 ευρώ, έπεται ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΕΒΕ ποσού 3.650,19 ευρώ, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατέστη λόγω ποσού ανέγκλητη και επομένως, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή ασκηθείσα εμπρόθεσμα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αθώος της πράξεως αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3035/13-2-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κηρύσσει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ... αθώο του ότι: Στην ... το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2004 μέχρι τον Αύγουστο του 2005, ασκών το επάγγελμα του τυπογράφου και διατηρών κατάστημα στο όνομά του στην οδό ..., κατά τα χρονικά διαστήματα από 07-12/2004 και 01-06/2005, κατά τα οποία και είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιο μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (ΤΕΒΕ), δεν κατέβαλε αυτές τις εισφορές, εντός μηνός, από τότε που έγιναν απαιτητές, ανερχόμενες κατά το ρηθέν διάστημα στο ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων πενήντα ευρώ και δεκαεννέα λεπτών. (3.650,19).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εισφορές ΤΕΒΕ (άρθρ. 1 Ν. 86/1967). Ο ερήμην αναιρεσείων κατηγορούμενος, παρά την ερημοδικία του, κατά το άρθρο 511 εδ. τελ. και 514 ΚΠΔ, αφού η αίτηση αναιρέσεως αυτού είναι παραδεκτή, κηρύσσεται αθώος, μετ' αναίρεση της αποφάσεως, διότι κατά το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005, όπως αντικ. με το άρθρο 4 της ΠΝΠ της 16.9.2009 (ΦΕΚ -Α' 181/16.9.2009), που κυρώθηκε στη συνέχεια με το άρθρο πρώτο του ν. 3814/2010 (Α' 3/12.1.2010), ορίζεται ότι "για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (ΦΕΚ Α' 136), απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ" και επομένως η πράξη, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατέστη λόγω ποσού ανέγκλητη. Αναιρεί. Κηρύσσει τον κατηγορούμενο αθώο.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 837/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο, περί αναιρέσεως της 93/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1547/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρ. 372 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από τη κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Αντικείμενο ιδιοποιήσεως μπορεί να είναι και χαρτονομίσματα, τα οποία ενσωματώνουν αξία, εφόσον η αφαίρεση γίνεται με σκοπό ιδιοποιήσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 377 παρ.1 α του ΠΚ, αν η κλοπή έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι ένα πράγμα κρίνεται ως ευτελούς αξίας, από την οικονομική του αξία κατά τις συναλλαγές κατά το χρόνο της κλοπής. Επί κατ' εξακολούθηση κλοπής, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των κλοπιμαίων, στο οποίο και απέβλεπε ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα και την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ,όπως είναι και ο ισχυρισμός, κατ' άρθρον 377 του ΠΚ, ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ευτελούς αξίας και εκείνος, κατ'άρθρο 379 παρ. 1 του ΠΚ, περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της κλοπής, λόγω αποδόσεως του κλαπέντος αντικειμένου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 93/2009 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής:
"Ο ... (ΗΑ/ΗΤ) Ξ υπηρετούσε στο Α/Γ ΡΟΔΟΣ. Εντός του από 25-7-2005 έως 5-8-2005 χρονικού διαστήματος και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, από το μπουφάν του, το οποίο ευρίσκετο στο χώρο των ενδίαιτήσεων, αφαιρέθηκαν χαρτονομίσματα αξίας σαράντα (40) ευρώ. Επίσης σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, κείμενη όμως εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2005, αφαιρέθηκαν ξανά από το μπουφάν ταυ, στο χώρο των ενδιαιτήσεων, χαρτονομίσματα αξίας τριάντα (30) ευρώ. Την 10-1-2006, ο κατηγορούμενος, ο οποίος υπηρετούσε στο Α/Γ ΡΟΔΟΣ από το έτος 2002 μέχρι τον Σετττέμβριο του 2005, ως Ανθυπασπιστής (Τ/ΜΕΚ) και είχε πλέον μετατεθεί στο ΝΣ/ΔΤ, επιβιβάστηκε στο Α/Γ ΡΟΔΟΣ. Ο ...ς όμως τον αντελήφθη και επειδή του είχαν εγερθεί σοβαρές υπόνοιες ότι δράστης των προαναφερθεισών κλοπών εις βάρος του ήταν αυτός (ο κατηγορούμενος) αποφάσισε να σημαδέψει ένα χαρτονόμισμα των δέκα (10) ευρώ με τον αναπτήρα του καίγοντας το λίγο στην άκρη κα) να το τοποθετήσει κατά τρόπο που αυτό να είναι ορατό στο θυλάκιο του παντελονιού του, που είχε τοποθετήσει στο χώρο των ενδιαιτήσεων των Υπαξιωματικών, πλησίον του ερμαρίου του. Ακολούθως κρύφθηκε πίσω από μία πόρτα και ανέμενε την εμφάνιση, στο χώρο των ενδιαιτήσεων, του κατηγορουμένου. Μαζί του είχε προσκαλέσει ως μάρτυρα και τον ... . Και οι δύο ανωτέρω παρακολούθησαν τον κατηγορούμενο να κατευθύνεται περί ώρα 10.20' στο χώρο ενδιαιτήσεων των Υπαξιωματικών του πλοίου) όπου απαγορευόταν η παρουσία μη μελών . του πληρώματος και πλησιάζοντας στο ερμάριο του ..., να αφαιρεί από το θυλάκιο του παντελονιού του το σημαδεμένο χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ που προεξείχε. Στη συνέχεια ο ..., εξήλθε από το σημείο που κρυβόταν πλησιάζοντας τον κατηγορούμενο, του είπε ότι τον είδε να αφαιρεί το ανωτέρω χαρτονόμισμα και ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε αμέσως το γεγονός αυτό. Στην επακολουθήσασα προτροπή του να του αποδώσει και τα χρήματα που του είχε αφαιρέσει στο παρελθόν (σαράντα και τριάντα ευρώ), γιατί πίστευε ότι αυτός ήταν δράστης της κλοπής, ο κατηγορούμενος του έδωσε 100 ευρώ σε δύο χαρτονομίσματα των 50 και του είπε να μην πεί τίποτε σε κανέναν και να θεωρηθεί το θέμα λήξαν. Το περιστατικό ανεφέρθη από τους Ξ και ... στον Ανθυποπλοίαρχο του πλοίου Λαϊάκη ... και στη συνέχεια, τις μεσημβρινές ώρες της 10-01-2006, στον Κυβερνήτη του Α/Γ ΡΟΔΟΣ, Αντιπλοίαρχο ..., ενώπιον του οποίου ο κατηγορούμενος, αρχικώς αρνήθηκε το συμβάν της κλοπής του ποσού των δέκα ευρώ, στη συνεχεία όμως το παραδέχθηκε. Ο Κυβερνήτης από την εξιστόρηση του περιστατικού από τους ... και από τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, συμπέρανε ότι το συμβάν της 10-01-2006 δεν ήταν μεμονωμένο και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να προβεί στην απόδοση των κατά καιρούς απ' αυτόν παρανόμως αφαιρεθέντων χρηματικών ποσών εκ των μελών του πληρώματος, επιπλέον δε, να υπογράψει σχετικά έγγραφα που αποδείκνυαν τις οφειλές του έναντι των συναδέλφων του, πρόταση η οποία και εγένετο αμέσως αποδεκτή από τον κατηγορούμενο (βλ. την από 18-1-2006 κατάθεση του ...). Να σημειωθεί εδώ ότι το εν λόγω χαρτονόμισμα των δέκα (10) ευρώ μαζί με τα δύο χαρτονομίσματα των πενήντα (50) ευρώ, με αριθμούς ... αντιστοίχως, κατασχέθηκαν αρμοδίως (βλ, την από 10-1-2006 έκθεση κατασχέσεως που συντάχθηκε από τον Ανθυποπλοίαρχο ...) .
Ο κατηγορούμενος στην απολογία του, αρνήθηκε τις αποδιδόμενες κατηγορίες και ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε προέβη στην αφαίρεση και παράνομη ιδιοποίηση των ανωτέρω χρηματικών ποσών και ως εκ τούτου δεν έδωσε εκατό ευρώ στον ... ως αποζημίωση και για να εξασφαλίσει την σιωπή του.
Όμως, σύμφωνα με τις μαρτυρικές καταθέσεις, προέβη στην αφαίρεση και την παράνομη ιδιοποίηση του χρηματικού ποσού των δέκα ευρώ. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την αρχική και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα ... παρά την προσπάθεια του σήμερα να εμφανισθεί ότι δεν θυμάται σχεδόν τίποτε. Ειδικότερα στην κατάθεση του στο Ναυτοδικείο, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πρακτικά, κατέθεσε επί λέξει τα εξής:...
Επειδή η πόρτα ήταν μισάνοιχτη είδα τον κατηγορούμενο να παίρνει χρήματα από το παντελόνι. Έφυγα τότε από την πίσω μεριά που οδηγούσε στο χώρο αρμάτων και έφθασα στην είσοδο του καραβιού, όπου έπιασα κουβέντα με τον κατηγορούμενο και τον καθυστέρησα αφού μου έκανε νόημα ο ......". Τα ίδια ακριβώς ανέφερε ο ... και στον Ύπαρχο Ανθυποπλοίαρχο ...., όταν μαζί με τον Ξ προσήλθαν αμέσως μετά το συμβάν για να αναφέρουν την αξιόποινη συμπεριφορά του. Άλλωστε και ενώπιον του Κυβερνήτη ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι η κλοπή των δέκα (10) ευρώ ήταν σφάλμα του. Περαιτέρω δε και αναφορικά με τα χρηματικά ποσά των σαράντα και τριάντα ευρώ, σαφώς συνάγεται ότι η απόδοση εκ μέρους του κατηγορουμένου του χρηματικού ποσού των εκατό ευρώ στο ... με σκοπό την εντελή του ικανοποίηση, καταδεικνύει τη διάθεση του κατηγορουμένου να διευθετήσει αβλαβώς και ακινδύνως γι' αυτόν αξιόποινες συμπεριφορές του παρελθόντος, ενέργεια η οποία πόρρω απέχει από αυτή ενός αμέτοχου σε αξιόποίνη πράξη ανθρώπου. Την ίδια διάθεση επέδειξε και κατά την παρουσία του ενώπιον του Κυβερνήτου ..., προθυμοποιηθείς σε αντάλλαγμα να ικανοποιήσει τις οφειλές του προς τα παθόντα μέλη του πληρώματος. Άλλωστε ο συγκεκριμένος τρόπος ενέργειας του κατηγορουμένου (είσοδος στις ενδιαιτήσείς και αφαίρεση χρημάτων από τα ρούχα του παθόντος),δεν αφήνει αμφιβολίες για το ότι δράστης και των λοιπών κλοπών είναι ο ίδιος. Συνεπώς το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία (ψήφοι τρεις έναντι δύο) κρίνει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όλων των πράξεων [κλοπής πραγμάτων ανηκόντων σε στρατιωτικό κατ' εξακολούθηση (μερικότερες πράξεις τρεις)].
Δύο μέλη του Δικαστηρίου (Αναθεωρητές Γ' Μακρόπουλος Θεοφάνης και Γερασόπουλος Ζήσης) που μειοψήφησαν, είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος, καθόσον δεν προέκυψε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι τέλεσε τις πράξεις που κατηγορείται. Ειδικότερα για μεν τις α' και β' εξακολουθητικές πράξεις της κλοπής δεν αποδείχθηκε πλήρως η τέλεση τους αλλά πιθανολογείται απλώς ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως τα χρηματικά ποσά των σαράντα και τριάντα ευρώ, για δε την γ' πράξη (της από 10-01-2006), δεν προέκυψε ότι τούτος είχε πρόθεση αφαιρέσεως και παρανόμου ιδιοποιήσεως του ποσού των δέκα ευρώ, γενόμενου δεκτού του ισχυρισμού του ότι τυχαία βρήκε το χαρτονόμισμα και το απέδωσε αμέσως στο δικαιούχο του.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών. Ο κατηγορούμενος περαιτέρω δια του συνηγόρου του ζήτησε την εφαρμογή των άρθρων 377-και 379 σε συνδ. με 147 παρ. 6 ΣΠΚ (κλοπή ευτελούς αξίας, έμπρακτος μετάνοια).
Επί των προβληθέντων ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών παρατηρούνται τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 377 παρ.1 ΠΚ, αν η κλοπή ή η υπεξαίρεση έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 379 παρ.1 Π Κ, το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιωμένο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 6 ΣΠΚ , η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις της κλοπής ή υπεξαίρεσης πραγμάτων που ανήκουν στο Κράτος ή σε Στρατιωτικό, η δε διάταξη του άρθρου 377 παρ.1 ΠΚ εφαρμόζεται επίσης, εφόσον η κλοπή ή η υπεξαίρεση αφορά σε πράγματα μικρής στρατιωτικής σημασίας ή ευτελούς αξίας. Ούτε στο κείμενο του νόμου αναγράφεται, αλλά ούτε η νομολογία των Δικαστηρίων έχει καταλήξει σε ασφαλές κριτήριο προσδιορισμού του ορίου της ευτελούς αξίας. Ο χαρακτηρισμός της αξίας του αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής (ευτελούς) αξίας αποτελεί ζήτημα κρινόμενο με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η κρίση περί ευτελούς και ιδιαιτέρως μεγάλης της αξίας αυτής, (βλ. και βουλ. ΑΠ 1685/98, Ποιν. Χρ. ΜΘ/1999 σελ. 941). Επί κλοπής δε κατ' εξακολούθηση η αξία των αντικειμένου της πράξεως λαμβάνεται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του το αποτέλεσμα αυτό. Περαιτέρω βασική προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ είναι μεταξύ των άλλων ότι ο δράστης προέβη στην απόδοση ή στην ικανοποίηση με δική του θέληση "οικεία βουλήσει". Με δική του βούληση πράττει ο δράστης που προβαίνει στην απόδοση ή στην ικανοποίηση "εκουσίως και αυθορμήτως" και όχι από αίτια εξωτερικά, ανεξάρτητα της βουλήσεως του. Το "οικειοθελές" της απόδοσης αποκλείεται όταν αυτή γίνεται προς αποφυγή της βέβαιης δίωξης του και επομένως οφείλεται στο φόβο του ότι θα επακολουθήσει η αποκάλυψη της τέλεσης της πράξης και του δράστη και όχι επειδή εμφιλοχώρησε μεταμέλεια του, που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της έμπρακτης μετάνοιας, (βλ. ΑΠ 916/84, Ποιν. Χρον. ΑΕ', σελ, 122, ΑΠ 1146/81, Ποιν. Χρον. 1982 σελ. 487). Στην υπό κρίση περίπτωση το Δίκαστήριο, παμψηφεί, κρίνει ότι το ποσό των 80 ευρώ, το οποίο συνολικά, εξακολουθητικά αφαίρεσε ο κατηγορούμενος δεν είναι ευτελές αφού υπερβαίνει κατά πολύ το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη και θα πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ως αβάσιμος στην ουσία του. Όσον αφορά δε τον άλλο αυτοτελή ισχυρισμό του για έμπρακτη μετάνοια του λεκτέα τα εξής: Όπως προέκυψε από τη μαρτυρική κατάθεση του Ξ, ο κατηγορούμενος προέβη σε απόδοση του ποσού, αφότου έλαβε χώρα η αποκάλυψη από τον παθόντα ότι αυτός κατέστη αντιληπτός τόσο από τον ίδιο όσο και άλλο πρόσωπο, τον ....
Συνεπώς η ανωτέρω ενέργεια δεν αποτέλεσε προϊόν αυθόρμητης και οικειοθελούς προαιρέσεως του κατηγορουμένου, αλλά προϊόν φόβου και ανησυχίας περί επικείμενης αποκαλύψεως της ταυτότητος και της πράξης του.
Ενδεικτική δε της έκδηλης ανησυχίας του ήταν η προσπάθεια του να διευθετήσει την υπάρχουσα μεταξύ τους "οικονομική εκκρεμότητα" σε επίπεδο ιδιωτικής συναλλαγής και αποσιώπηση τούτης εκ μέρους του παθόντος, ούτως ώστε να μην υποστεί τις συνέπειες της πράξης του, δηλαδή τις πειθαρχικές και ποινικές κυρώσεις μιας ενδεχόμενης καταγγελίας.
Συνεπώς, ομοφώνως, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο προταθείς από τον κατηγορούμενο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός".
Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, κατά πλειοψηφία, για κλοπή χρημάτων που ανήκαν σε στρατιωτικό, κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της κλοπής χαρτονομισμάτων που ανήκαν σε στρατιωτικό, κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πρώην Ανθυπασπιστή του ΠΝ, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 98, 372 παρ. 1 α του ΠΚ και 147 παρ.6 του ΣΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς, ενδοιαστικές ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, λεκτέα τα εξής : α) με ειδική και επαρκή αιτιολογία και κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 377 ΠΚ, απορρίφθηκε ο προβληθείς, αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι το αντικείμενο της κλοπής, που έγινε σε τρεις χρόνους, συνολικού χρηματικού ποσού 80 ευρώ, από τα θυλάκια ενδυμάτων του παθόντος στρατιωτικού, είναι ευτελούς αξίας, δεχθέντος του Δικαστηρίου ότι το άνω χρηματικό ποσό δε συνιστά ποσό ευτελούς αξίας, η δε κρίση αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. β) Κατά τη διάταξη της παρ. 1του άρθρου 379 του ΠΚ, το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως της κλοπής λόγω εμπράκτου μετανοίας, που συνιστά προσωπικό λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση εκείνου που ζημιώθηκε, πριν να εξετασθεί ο υπαίτιος από την αρχή, αλλά απαιτείται η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση του δράστη, ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και να μην οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούληση του αίτια, γιατί στην περίπτωση αυτή το αίτιο που οδήγησε στην ικανοποίηση του ζημιωθέντος δεν είναι η μεταμέλεια που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της εμπράκτου μετανοίας. Δεν πρόκειται περί ελευθέρας θελήσεως αν η απόδοση του πράγματος έγινε, επί κατ' εξακολούθηση κλοπής, έπειτα από επ' αυτοφώρω κατάληψη και ανακάλυψη του δράστη κατά την τελευταία κλοπή και την απειλούμενη καταμήνυση από το θύμα των διαπραχθεισών κλοπών και την άσκηση ποινικής διώξεως κατ' αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προεκτεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι με επαρκή αιτιολογία και κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 379 ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί εμπράκτου μετανοίας και πλήρους ικανοποιήσεως του παθόντος , δεχθέν ότι η απόδοση 100 ευρώ δεν έγινε εκουσίως, αλλά αφότου έλαβε χώρα αποκάλυψη από τον παθόντα ότι αυτός κατέστη αντιληπτός κατά την τελευταία κλοπή, τόσο από τον παθόντα, όσο και από άλλο πρόσωπο. Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων, και της δευτέρας παραγράφου του ιδίου άρθρου 379 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 περ. 3 του Ν. 2721/1999, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτού, αφού, προεχόντως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο επί υπεξαιρέσεως και δεν καταλαμβάνει τις κλοπές. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα .(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Οκτω βρίου 2009 αίτηση - δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της 93/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλοπή (άρθρ. 372 § 1 ΠΚ). Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Β) Ορθά και αιτιολογημένα απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, α) ότι πρόκειται για κλοπή 80 €, ήτοι μεταβολής της κατηγορίας σε κλοπή ευτελούς αξίας και β) περί εμπράκτου μετανοίας, διότι από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 379 ΠΚ, προκύπτει ότι, για την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως της κλοπής λόγω εμπράκτου μετανοίας, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση εκείνου που ζημιώθηκε, πριν να εξετασθεί ο υπαίτιος από την αρχή, αλλά απαιτείται η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση του δράστη, ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και να μην οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούληση του αίτια, γιατί στην περίπτωση αυτή το αίτιο που οδήγησε στην ικανοποίηση του ζημιωθέντος δεν είναι η μεταμέλεια που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της εμπράκτου μετανοίας. Δεν πρόκειται περί ελευθέρας θελήσεως αν η απόδοση του πράγματος έγινε, επί κατ' εξακολούθηση κλοπής, έπειτα από επ' αυτοφώρω κατάληψη και ανακάλυψη του δράστη κατά την τελευταία κλοπή και την απειλούμενη καταμήνυση από το θύμα των διαπραχθεισών κλοπών και την άσκηση ποινικής διώξεως κατ' αυτού.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλοπή.
| 0
|
Αριθμός 835/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)X1 και 2)X2, κατοίκοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 4803/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βάϊα Παπακωνσταντίνου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1073/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ.1 εδαφ.α'του Ν.2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, ενώ κατά το εδαφ.β'του ίδιου άρθρου που προστέθηκε με το άρθρο 40 παρ.1 του Ν.3220/2004, ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται: α)με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ και β)με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Περαιτέρω κατά την παραγρ.4 του ίδιου ως άνω άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι, επίσης, το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιαδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Εξάλλου κατά το άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.γ'και 10 εδαφ.β'του ίδιου ως άνω νόμου, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του νόμου αυτού η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από τα όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) η δε παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Η ως άνω μηνυτήρια αναφορά δεν έχει το χαρακτήρα της προβλεπόμενης στο άρθρο 41 του ΚΠΔ αίτησης δίωξης και έτσι δεν απαιτείται η σύνταξη πράξεως καταθέσεως αυτής, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για το ανωτέρω έγκλημα, ούτε απαιτείται για την άσκηση της εν λόγω δίωξης η πάροδος της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά της φορολογικής εγγραφής ή της τελεσίδικης κρίσης του διοικητικού δικαστηρίου σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής. Περαιτέρω η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ1 αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρόλο που συντρέχουν οι όροι άσκησής της.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθ.4803/2009 αποφάσεώς του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι από το έτος 1994 διατηρούν επιχείρηση γραφικών τεχνών, διαφημιστικών και τυπογραφικών εργασιών και εμπορίας Η/Υ - φωτογραφικών υλικών, υπό τη μορφή ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "X1. - X2. ΟΕ", η οποία εδρεύει στη ... και επί της οδού .... Κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001 οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας υπό την ιδιότητα των ομορρύθμων εταίρων, διαχειριστών και εκπροσώπων της εν λόγω εταιρίας εξέδωσαν και καταχώρησαν στα βιβλία της τελευταίας: α) για τη χρήση 1999, δέκα (10) εικονικά τιμολόγια πωλήσεως-εξαγωγής προς διάφορους λήπτες, συνολικής καθαρής αξίας 2.411.2007,57 ευρώ με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής και δέκα (10) πλαστογραφημένα διεθνή φορτωτικά έγγραφα, β) για τη χρήση 2000, είκοσι εννέα (29) εικονικά τιμολόγια πωλήσεως-εξαγωγής προς διάφορους λήπτες, συνολικής καθαρής αξίας 9.985.664,71 ευρώ με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής και είκοσι εννέα (29) πλαστογραφημένα διεθνή φορτωτικά έγγραφα και γ) για τη χρήση 2001, είκοσι τέσσερα (24) εικονικά τιμολόγια πωλήσεως-εξαγωγής προς διάφορους λήπτες, συνολικής καθαρής αξίας 7.970.435,14 ευρώ και είκοσι τέσσερα (24) πλαστογραφημένα διεθνή φορτωτικά έγγραφα, όπως αυτά λεπτομερώς αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Οι πωλήσεις-εξαγωγές που δήθεν έγιναν με αυτά σε διάφορες βουλγαρικές εταιρίες και επιχειρήσεις, αφορούν μεγάλες ποσότητες φωτογραφικού χαρτιού, τις οποίες η εταιρία των κατηγορουμένων φέρεται να έχει προμηθευτεί από τις Αθηναϊκές επιχειρήσεις "... ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΕΠΕ" και "... ΦΩΤΟΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΑΕΒΕ", των οποίων όμως τα τιμολόγια μετά από σχετικό έλεγχο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) Κεντρικής Μακεδονίας κρίθηκαν εικονικά, ως αφορώντα ανύπαρκτες συναλλαγές. Με τον έλεγχο αυτό, που διεξήχθη μετά από σχετική ενημέρωση εκ μέρους του ΣΔΟΕ Αττικής, που έλεγξε τις προαναφερόμενες αθηναϊκές εταιρίες, αποκαλύφθηκε δράση κυκλώματος επιχειρηματιών, που χρησιμοποιούσαν εικονικά φορολογικά στοιχεία και ψευδή τελωνειακά έγγραφα, προκειμένου να εισπράξουν παράνομα επιστρεφόμενο ΦΠΑ εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών από διάφορες Δ.Ο,Υ., με τη μέθοδο των εικονικών συναλλαγών. Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι, ενώ κύριος προμηθευτής των εταίριών "... ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΕΠΕ" και "... ΦΩΤΟΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΑΕΒΕ" ήταν η εταιρία με την επωνυμία "ΦΩΤΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΠΕ", με φερόμενο αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την εμπορία φωτογραφικών ειδών και με έναρξη εργασιών την 22-4-1998 σε κατάστημα, που βρίσκεται στην οδό ..., εντούτοις η εταιρία αυτή, ουδέποτε άσκησε επιχειρηματική δραστηριότητα, ουδέποτε υπέβαλε δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ και συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων προμηθευτών-πελατών στην αρμόδια ΙΘ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ενώ πουθενά δεν διατηρούσε αποθηκευτικούς χώρους για τα εμπορεύματα, που φέρονται να έχουν πωληθεί στις ως άνω δύο προμηθεύτριες, της εταιρίας των κατηγορουμένων, εταιρίες. Η εταιρία "ΦΩΤΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΠΕ", που εμφανίζεται να διακινεί στο εσωτερικό της χώρας τεράστιες ποσότητες φωτογραφικού υλικού, τις οποίες ουδόλως δικαιολόγησε δια των αντιστοίχων εισαγωγών ή ενδοκοινοτικών αποκτήσεων, συνεστήθη, κατά τα αποδειχθέντα, μόνο και μόνο για τη νομιμοφάνεια των συναλλαγών των επιχειρήσεων, που έλαβαν τα σχετικά φορολογικά στοιχεία, τα οποία αυτή εξέδωσε. Μεταξύ των εταιριών αυτών συγκαταλέγεται και η επιχείρηση "X1. - X2. ΟΕ", η οποία εμφανίζεται να πραγματοποιεί εξαγωγές μεγάλων ποσοτήτων φωτογραφικού χαρτιού προς την ..., για τις οποίες εξαγωγές ζήτησε και πήρε επιστροφή ΦΠΑ. Το δικαίωμα, ωστόσο, επιστροφής του ΦΠΑ, που άσκησε ως δικαιούχος κατά το χρονικό διάστημα από 1999 έως 2001 η επιχείρηση των κατηγορουμένων, βασίζεται σε εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια, δελτία αποστολής, φορτωτικές κλπ), τα οποία απεικονίζουν ψευδείς κατά το είδος, την αξία, το βάρος κλπ συναλλαγές, υπό την έννοια ότι δεν εξήχθησαν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα στις αξίες που αναγράφονται στα εν λόγω φορολογικά στοιχεία, αλλά εξήχθησαν εμπορεύματα διαφορετικά και πολύ μικρότερης αξίας. Απώτερος στόχος των παραπάνω ενεργειών των κατηγορουμένων ήταν, κατά τα προαναφερόμενα, η παράνομη είσπραξη ΦΠΑ, που ανέρχεται για τις χρήσεις 1999, 2000 και 2001 στο ποσό των 3.451.631 ευρώ. Προκειμένου να αποδειχθεί το εικονικό των συγκεκριμένων φορολογικών στοιχείων, οι υπάλληλοι της ΥΠ.Ε.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας ζήτησαν και έλαβαν από τις τελωνειακές βουλγαρικές αρχές, στα πλαίσια αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής, στοιχεία για τους παραλήπτες των εμπορευμάτων, στους οποίους φαίνονται να έχουν πωληθεί αυτά από την εταιρία των κατηγορουμένων. Τα ανωτέρω στοιχεία οι υπάλληλοι της ΥΠ.Ε.Ε., τα διασταύρωσαν με αυτά που είχαν κατατεθεί στις ελληνικές τελωνειακές αρχές και συγκεκριμένα στο Δ' Τελωνείο ...ς, οπότε και προέκυψαν πολλές διαφορές ως προς το είδος, την ποσότητα και την αξία των τελωνισθέντων στη ...εμπορευμάτων. Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι ήταν αδύνατον να έχουν μεταφερθεί με τα μεταφορικά μέσα, που αναγράφονται στα φορολογικά στοιχεία, οι εξαγόμενες στη ... ποσότητες φωτογραφικού χαρτιού, διότι είναι κατά πολύ μεγαλύτερες (υπέρογκες) σε σχέση με τον όγκο και τις διαστάσεις τους. Επιπλέον, ενώ στις διασαφήσεις εξαγωγής, που κατατέθηκαν στο Δ' Τελωνείο, φέρεται να εξάγεται φωτογραφικό χαρτί συγκεκριμένου τύπου και πολύ καλής ποιότητας και διαστάσεων, στα συνοδευτικά αυτού έγγραφα (τιμολόγια, ΕUR 1, ΤΙR, CΜR), αναγράφεται απλώς η λέξη ΧΑΡΤΙ (ΡΑΡΕR), χωρίς τη διάκριση του ως φωτογραφικού, που αναβαθμίζει την ποιότητα και την αξία του. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, ενώ αναγράφεται φωτογραφικό χαρτί (ΡΗΟΤΟ ΡΑΡΕR), δεν είναι το ίδιο με αυτό που παραλαμβάνουν τελικώς οι Βούλγαροι εισαγωγείς, πολλές δε φορτωτικές (CΜR), αν και είχαν κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εμφανίζονται να παραποιούνται μεταγενέστερα από την έκδοση τους δια της προσθήκης της λέξεως ΡΗΟΤΟ δίπλα στη λέξη ΡΑΡΕR. Αν και τα εξαγόμενα από την εταιρία των κατηγορουμένων εμπορεύματα φέρονται να είναι πολύ μεγάλης αξίας, αυτά ουδέποτε ασφαλίζονται, ενώ η αξία των τιμολογίων, που είναι πολύ μεγάλη για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, φέρεται να εξοφλείται από τους Βούλγαρους εισαγωγείς-αγοραστές τοις απολύτου μετρητοίς, κάτι που δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές και δη στις αφορώσες εξαγωγή εμπορευμάτων σε τρίτες χώρες. Οι εξαγωγές αυτές δεν αφορούσαν φωτογραφικό χαρτί, αλλά χαρτί συσκευασίας ή φωτοτυπικό χαρτί που είναι μικρής αξίας, τούτο δε προέκυψε από τον ενδελεχή διασταυρωτικό έλεγχο που διενεργήθη από τους υπαλλήλους της ΥΠ.Ε.Ε. στις λήπτριες επιχειρήσεις της ..., οι οποίες φέρονται να παραλαμβάνουν απλό χαρτί ευτελούς αξίας και κακής ποιότητας και όχι αυτό, που υποτίθεται ότι εξήχθη από το Ελληνικό Τελωνείο για λογαριασμό της εταιρίας των κατηγορουμένων. Άλλωστε, τόσο μεγάλες ποσότητες φωτογραφικού χαρτιού, που είναι ειδικής επεξεργασίας, συσκευασίας, ποιότητας και υψηλής αξίας, είναι αδύνατον να μην υποπέσουν στην προσοχή των τελωνειακών αρχών της Βουλγαρίας,
αφού αυτές προκειμένου να τελωνιστούν, θα πρέπει να καταταγούν στην σωστή δασμολογική κλάση. Όλα τα ανωτέρω με σαφήνεια συνάγονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ... και ..., υπαλλήλων της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας, από τα λοιπά έγγραφα που αναγνώστηκαν, κυρίως δε από την υπ' αριθμ. ... Έκθεση Ελέγχου, που οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι έχουν συντάξει και στην οποία αναλυτικά εκτίθεται η δράση των δύο κατηγορουμένων, αλλά και άλλων προσώπων, που εμπλέκονται στην έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, με σκοπό την παράνομη είσπραξη επιστρεφόμενου ΦΠΑ. Ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται στον παρόν Δικαστήριο, ότι οι συναλλαγές που απεικονίζονται στα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες και ως εκ τούτου αυτά εικονικά, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην ως άνω νομική σκέψη της παρούσας αποφάσεως. Τα εικονικά δε αυτά φορολογικά στοιχεία εξέδωσαν οι κατηγορούμενοι στη ..., υπό την ως άνω ιδιότητα τους και κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό χρόνους, αν και γνώριζαν την εν λόγω εικονικότητα τους.
Συνεπώς, συντρέχουν στο πρόσωπο τους τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορούνται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής : "
Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από το 1999 έως 2001, από κοινού ενεργούντες, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος: Εξέδωσαν προς διάφορους τρίτους εικονικά-πλαστά φορολογικά στοιχεία, ήτοι στοιχεία που είχαν εκδοθεί για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους Ειδικότερα, έχοντες την ιδιότητα των ομόρρυθμων μελών της Ο.Ε. με την επωνυμία "X1. - X22. ΟΕ", που εδρεύει στην ..., με αντικείμενο εργασιών "ατελιέ γραφικών τεχνών - διαφημιστικές - τυπογραφικές εργασίες - εμπόριο Η/Υ - φωτογραφικών υλικών"εξέδωσαν:(Ακολουθεί κατάσταση με τα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία).Επίσης εξέδωσαν και χρησιμοποίησαν πλαστό αντίτυπο Νο 3 των διασαφήσεων εξαγωγής και συγκεκριμένα τα με αριθμ. .... Τα προαναφερθέντα πλαστά αντίτυπα των διασαφήσεων εξαγωγής κατατέθηκαν στις Βουλγαρικές αρχάς κατά την εισαγωγή και παρελήφθησαν από υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομίας, Οικονομικών - Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων- Περιφ. Δ/νση Κεντρικής Μακεδονίας. Τα ανωτέρω αντίτυπα διαφέρουν από αυτά που κατατέθηκαν τόσο στο αρμόδιο Τελωνείο όσο και τα όμοια που κατατέθηκαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., τόσο ως προς την αξία, όσο και ως προς την περιγραφή του είδους και την δασμολογική κατάταξη. Όλα τα προαναφερθέντα φορολογικά στοιχεία εξαγωγής (τιμολόγια, δελτία αποστολής) που εξέδωσαν οι κατηγορούμενοι ήταν εικονικά αφού επρόκειτο για ανύπαρκτες συναλλαγές, καθόσον δεν εξήχθησαν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα στις αξίες που αναγράφονται στα εν λόγω φορολογικά στοιχεία, αλλά εξήχθησαν εμπορεύματα διαφορετικά και πολύ μικρότερης αξίας, με απώτερο στόχο την παράνομη είσπραξη Φ.Π.Α για τις χρήσεις 1999, 2000 και 2001 συνολικού ποσού 3.451.638,21 Ευρώ. Πλαστές ήταν και οι προαναφερόμενες διεθνείς φορτωτικές (ΟΜΚ) διότι παραποιήθηκε ένα από τα δεδομένα στοιχεία της συναλλαγής, αφού έγινε σύγκριση αυτών που κατατέθηκαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αυτών που παρελήφθησαν από την υπηρεσία που διενήργησε τον έλεγχο από τις Βουλγαρικές Αρχές" Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τους κηρυχθέντες ενόχους κατηγορουμένους σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών τον καθ'ένα.
Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού και κατ'εξακολούθηση, για το οποίο καταδίκασε τους κατηγορούμενους τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 του ΠΚ και 10, 19 και 21 του Ν.2523/1957, τις οποίες ορθα'εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει: α)τα εικονικά και πλαστά αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία που εξέδωσαν οι κατηγορούμενοι, τα οποία αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους, β)την από κοινού δράση των κατηγορουμένων υπό την ιδιότητά τους ως ομόρρυθμων μελών της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "X1.-X2. ΟΕ", στο όνομα της οποίας εκδόθηκαν τα ως άνω φορολογικά στοιχεία και γ) τη γνώση των κατηγορουμένων για την εικονικότητα και πλαστότητα, αντίστοιχα, των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων και, εκ περισσού, το σκοπό της έκδοσής τους. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις ακόλουθες αιτιάσεις: α)ότι το Δικαστήριο δέχεται αντιφατικά δύο διαφορετικούς χρόνους τελέσεως των πράξεων και συγκεκριμένα την 22-12-2005 που θεωρήθηκε το πόρισμα του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο και το χρονικό διάστημα από το 1999 έως το 2001, που εκδόθηκαν τα σχετικά φορολογικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, β)ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς την ανυπαρξία των συναλλαγών που αφορούν τα εκδοθέντα φορολογικά στοιχεία, γιατί στο διατακτικό αναφέρεται ότι οι συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες στο σύνολό τους, ενώ από το σκεπτικό προκύπτει ότι αυτές ήταν κατά ένα μέρος ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και γ) ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη τους, ενώ όφειλε να παύσει οριστικά την ποινικά δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως, επειδή η ποινική δίωξη ήταν απαράδεκτη, αφενός γιατί για τη μηνυτήρια αναφορά που έχει το χαρακτήρα αιτήσεως διώξεως, δεν συντάχθηκε έκθεση κατάθεσής της κατά το άρθρο 41 του ΚΠΔ και αφετέρου γιατί η αναφορά υποβλήθηκε από τον Προϊστάμενο του ΣΔΟΕ που δεν είναι νόμιμο ελεγκτικό όργανο και έτσι υπάρχει εν προκειμένω υπέρβαση εξουσίας. Επί των αιτιάσεων αυτών λεκτέα τα εξής: α)το Δικαστήριο δέχθηκε ως χρόνο τελέσεως των πράξεων το χρονικό διάστημα από 1999 έως 2001 που εκδόθηκαν τα εικονικά και τα πλαστά φορολογικά στοιχεία και ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής του εγκλήματος την 22-12-2005 που θεωρήθηκε το πόρισμα του φορολογικού ελέγχου και έτσι δεν υπάρχει αντίφαση, β)από το σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι οι συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες στο σύνολό τους και έτσι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού και γ)όπως ήδη αναφέρθηκε, η μηνυτήρια αναφορά δεν έχει το χαρακτήρα αιτήσεως διώξεως ώστε να απαιτείται η σύνταξη εκθέσεως καταθέσεώς της, ενώ νομίμως υποβλήθηκε η ανωτέρω αναφορά από τον Προϊστάμενο του ΣΔΟΕ και έτσι δεν είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη και ούτε παρεγράφη το αξιόποινο της πράξεως. Επομένως οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμες και είναι επίσης αβάσιμοι και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ, Ε και Η του ΚΠΔ που στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία πρέπει να μειωθούν στο μισό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2009αίτηση των : 1)X1 και 2)X2, για αναίρεση της υπ'αριθ.4803/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 19 του Ν.2523/1997). Στοιχεία του εγκλήματος. Στην ανωτέρω περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του αρμόδιου φορολογικού οργάνου, η οποία αναφορά δεν συνιστά αίτηση διώξεως της Αρχής ώστε να απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 41 του ΚΠΔ. Επαρκής προσδιορισμός της ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, οι οποίοι εξέδωσαν πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 836/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : 1)Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Νεστορίδη, περί αναιρέσεως της 1250/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Ιανουαρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 214/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 26-1-2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 1250/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης, και οι οποίες ως συναφείς πρέπει να συνεκδικασθούν.
Κατ' άρθρον 349 §3 εδ. α' Π.Κ. όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο (παροτρύνσεις, πιέσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων κλπ) παρακίνηση της γυναίκας που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν πλείονες γυναίκες θύματα (εκ της χρήσεως του όρου "γυναίκες", δεν προκύπτει το αντίθετο), ούτε η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών, είναι όμως αναγκαίο να μην είναι ήδη πόρνη και επομένως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της μαστροπείας είναι η προαγωγή στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε πλείονα πρόσωπα άνευ εκλογής δηλ. η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Κατ' επάγγελμα ενεργεί ο δράστης όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, από κερδοσκοπία δε ενεργεί ο δράστης με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ή ενός αθεμίτου κέρδους θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξαρτήτως της επιτεύξεώς του. Η τέλεση της πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία δεν αποκλείεται. Εξ άλλου η απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο ετροποποιήθη με το άρθρο 2 §5 Ν.2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο, αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενκά κατά το είδος των χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θράκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1250/2008 απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας με κοινό δόλο στον τόπο και στον χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό και μετά από κοινή απόφαση τους ο πρώτος τούτων (Χ1) τυγχάνων ιδιοκτήτης καταστήματος με την επωνυμία "..." και ο δεύτερος (Χ2) σερβιτόρος στο ίδιο κατάστημα, προήγαγαν στην πορνεία τις αλλοδαπές υπηκόους Ξ1, Ξ2 και Ξ3, τις οποίες προσέφεραν στους πελάτες του καταστήματος αυτού Π1, Π2 και Π3, απασχολούμενες ως σερβιτόρες στο ίδιο κατάστημα, αντί του χρηματικού ποσού των 150 ευρώ για κάθε γυναίκα, ποσό το οποίο οι ανωτέρω (πελάτες) προκατέβαλαν στο δεύτερο κατηγορούμενο (ήτοι στον Χ2) για λογαριασμό του πρώτου των κατηγορουμένων (ήτοι εμού), με σκοπό να συνευρεθούν οι πιο πάνω με τις παραπάνω αλλοδαπές ερωτικά μέσα στο κατάστημα. Ακολούθως οι αλλοδαπές και οι πελάτες του καταστήματος αυτού, όπως αναφέρονται πιο πάνω, μετέβησαν στη ..., όπου συνευρέθηκαν ερωτικά στο ξενοδοχείο "...". Μετά ταύτα το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για το ότι: "Στην ..., στις 22.09.2003, από κοινού και με κοινό δόλο, κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία προήγαγαν στην πορνεία γυναίκες και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από κοινού και με κοινό δόλο, ο πρώτος εκ των ως άνω δυο κατηγορουμένων Χ1, ως ιδιοκτήτης του κέντρου διασκεδάσεως με την επωνυμία "..." και ο δεύτερος εκ των κατηγορουμένων Χ2, ως σερβιτόρος, από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει αφενός με την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και αφετέρου με πρόθεση πορισμού εσόδων προσέφεραν στους Π1, Π2 και Π3, πελάτες του ανωτέρω κέντρου διασκεδάσεως, τις αλλοδαπές Ξ1, Ξ2 και Ξ3, τις οποίες απασχολούσαν ως σερβιτόρες, ώστε να συνευρεθούν ερωτικά σε διάφορα ξενοδοχεία της περιφέρειας της ...μαζί τους, αντί του χρηματικού ποσού των 450 ευρώ, το οποίο προκατέλαβαν οι πρώτοι προς τον δεύτερο εκ των ως άνω κατηγορουμένων, ο οποίος και θα το απέδιδε στον πρώτο κατηγορούμενο και ιδιοκτήτη της επιχειρήσεως".
Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αν οι αναφερόμενες αλλοδαπές, τις οποίες οι κατηγορούμενοι προήγαγαν στην πορνεία, δεν ήταν προηγουμένως πόρνες, υπό την προαναφερθείσα έννοια, που συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 349 §2 εδ.α' ΠΚ. Επίσης και ως προς τα στοιχεία της κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία τελέσεως της πράξεως, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας καθόσον δεν παρατίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως από τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες ή από την υποδομή που αυτοί είχαν διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ή ότι ενήργησαν με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθέμιτου περιουσιακού οφέλους ή αθέμιτου κέρδους.
Επομένως οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγοι των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου των αιτήσεων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1250/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων. Καταδικαστική απόφαση για μαστροπεία. Παραδοχή λόγων αναιρέσεων για έλλειψη αιτιολογίας, ειδικότερα εκ της μη αναφοράς ότι οι προαχθείσες δεν ήταν προηγουμένως πόρνες, και για τα στοιχεία της εξ επαγγέλματος ή εκ κερδοσκοπίας τέλεσης της πράξεως. Αναιρεί. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Μαστροπεία.
| 0
|
Αριθμός 838/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 502, 503/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.5.2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 971/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 315/30.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την από 25-5-2009 αίτηση επανάληψης του Χ - εκθέτω τα εξής:
Ι) Ο Χ καταδικάστηκε με την υπ'αριθμ. 502, 503/2007 απόφαση του Β Μ.Ο. Εφετείου Αθηνών για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο με αυτουργό τον Φ και συγκεκριμένα διότι "Στις 22-9-2003, ενεργώντας από κοινού (με τον Ρ), παρείχαν με πρόθεση συνδρομή στον Φ, πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της άδικης πράξης της ανθρωποκτονίας που τέλεσε ο τελευταίος σε βάρος του Ξ. Συγκεκριμένα, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, αφού μετέβησαν, μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο, πλησίον των υφισταμένων στην οδό ..., αθλητικών εγκαταστάσεων γηπέδου ποδοσφαίρου 5Χ5, στον ..., με σκοπό την πραγματοποίηση συνάντησης με ομάδα προσώπων Αρμενικής καταγωγής, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ξ, και την διευθέτηση υφισταμένων μεταξύ τους διαφορών, στη συνέχεια, οι ίδιοι κατόπιν προηγηθείσας διαφωνίας τους με την ανωτέρω ομάδα προσώπων, παρείχαν, με την ένοπλη (φέροντες πυροβόλα όπλα) παρουσία τους ψυχική συνδρομή στον Φ (πρώτο κατηγορούμενο), (ο οποίος ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση πυροβόλησε από κοντινή απόσταση, περίπου είκοσι μέτρων με πυροβόλο όπλο εναντίον της άνω ομάδος, με αποτέλεσμα να πλήξει τον ως άνω Ξ....), πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της άδικης πράξης της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Ξ, τελώντας εν γνώσει ότι ο άνω πρώτος κατηγορούμενος θα τελέσει την εν λόγω ανθρωποκτονία -και θέλοντας να συμβάλουν στην τέλεσή της με τον ανωτέρω τρόπο" (βλ. διατακτικό της άνω απόφασης) και του επεβλήθη ποινή κάθειρξης 10 ετών.
Στο άνω δικαστήριο ο παραπάνω (εδώ αιτών) ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρών στον τόπο της ανθρωποκτονίας, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός απορρίφθηκε με την ρηθείσα απόφαση ως αβάσιμος στην ουσία, στηρίχθηκε δε το άνω δικαστήριο στην κατάθεση του μάρτυρα Κ αλλά και σε άλλες μαρτυρικές καταθέσεις (βλ. αιτιολογικό της ρηθείσης απόφασης σελίδες 57 επ.).
Κατά της άνω απόφασης ο συν-καταδικασθείς Ρ άσκησε αναίρεση, ο δε 'Αρειος Πάγος με την υπ'αριθμ. 1796/2008 απόφασή του αναίρεσε αυτή καθό μέρος αφορά την καταδίκη του για την πράξη της απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονία από πρόθεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας - την οποία δεν συνιστά μόνη η παραδοχή των δεκτών γενομένων από την καταδικαστική απόφαση πραγματικών περιστατικών. Στη συνέχεια το αυτό δικαστήριο, ήτοι το Β Μ.Ο. Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 147/2009 - κήρυξε τούτον αθώο της άνω πράξεως (= απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία).
Λαμβανομένου υπόψη ότι η καταδίκη του εδώ αιτούντος κατέστη αμετάκλητη, αφού αυτός δεν άσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της ρηθείσης καταδικαστικής απόφασης (βλ. την υπ'αριθμ. 1224/2009 βεβαίωση του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου από προφανή παραδρομή γίνεται λόγος για "9" μήνα του 2009), η οποία εκδόθηκε κατ'αντιμωλία, και ενόψει της ρηθείσης απόφασης του Β Μ.Ο. Εφετείου Αθηνών, ήτοι της 147/2009, που κήρυξε αθώο τον συγκατηγορούμενό του για την αυτή πράξη που και αυτός καταδικάστηκε, αυτός υπέβαλε στις 26-5-2009 δια του διευθυντού των φυλακών που κρατείται την από 25-5-2009 αίτηση επαναλήψεως της σε βάρος του περατωθείσης με την 502/2007 καταδικαστική απόφαση ποινικής διαδικασίας ισχυριζόμενος ότι "όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του συγκατηγορουμένου του Ρ δεν ήταν παρών την 22-9-2003 στον '..., οπότε καταδικάστηκε άδικα, αφού ήταν αθώος. Ο παραπάνω ισχυρισμός του αποδεικνύεται από την απόφαση υπ'αριθμόν 147/2009 του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών με την οποία ΚΗΡΥΣΣΕΤΑΙ ΑΘΩΟΣ ο Ρ, ο οποίος καταδικάστηκε σε απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από κοινού μαζί με αυτόν, ενώ, όπως αποδείκτηκε μετά από αναίρεση στον 'Αρειο Πάγο ότι ήταν ΑΘΩΟΣ".
Να σημειωθεί εδώ ότι ένορκη κατάθεση του Ρ δεν υπάρχει συνημμένη στην οικεία δικογραφία.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα η κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) .... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε ...".
Η διάταξη αυτή ρυθμίζει την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, η οποία δεν συνιστά ένδικο μέσο - αλλά έκτακτη διαδικασία - και επιδιώκει την διόρθωση των υπό του καταδικάσαντος δικαστηρίου διαπραχθέντων σφαλμάτων περί τα πράγματα σε σχέση με την καταδίκη. Γι'αυτό δεν συνιστούν λόγους επανάληψης οι στρεφόμενοι σε πλημμέλειες της απόφασης περί την νομική και ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1269/2001, ΑΠ 1717/2002, ΑΠ 1214/2003 κ.ά.) ειδικώτερα δε η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αυτής (βλ. ΑΠ 1520/99 ΝοΒ 2000.329) η οποία αρμόζει στην αίτηση αναίρεσης. Η άνω περίπτωση προϋποθέτει ότι ανακαλύφθησαν και υπάρχουν αφενός μεν νέα, ήτοι άγνωστα στους δικαστές που καταδίκασαν, γεγονότα π.χ. καταθέσεις μαρτύρων, δικαστικές αποφάσεις (βλ. ΑΠ 1588/2005, ΑΠ 124/2006, ΑΠ 1277/2008 κ.α) και αφετέρου ότι τα νέα-άγνωστα αυτά γεγονότα-στοιχεία είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα και προσκομισθέντα ήδη, καθιστούν πρόδηλο, φανερό, μη αρκούσης της απλής πιθανότητας, ότι ο αιτών την επανάληψη είναι αθώος (βλ. και ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1240/2006 κ.α), ήτοι σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα (βλ. και ΑΠ 446/2006, ΑΠ 124/2006, ΑΠ 189/2006, ΑΠ 1703/2005 κ.α), δεδομένου ότι εδώ ανατρέπεται το δεδικασμένο, δηλ. μία αμετάκλητη καταδίκη που εκδόθηκε μάλιστα στο ακροατήριο. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ναι μεν τα φερόμενα νέα γεγονότα, ήτοι η αθωωτική απόφαση του Β' Μ.Ο. Εφετείου Αθηνών (= 147/2009) - αλλά εν μέρει και η φερομένη ένορκη κατάθεση του συγκατηγορουμένου του αιτούντος - δεν είχαν τεθεί υπόψη του καταδικάσαντος δικαστηρίου πλην όμως ούτε μόνα τους, ούτε σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες και τεθείσες υπόψη του άνω δικαστηρίου αποδείξεις καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξης για την οποία χώρησε η καταδίκη. Να σημειωθεί εδώ ότι ο αυτός ισχυρισμός είχε προταθεί, όπως ελέχθη, και ενώπιον του καταδικάσαντος δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε αυτόν με ειδική αιτιολογία ως αβάσιμο. Εξ άλλου η απαλλαγή του συγκατηγορουμένου στηρίζεται σε λόγους αποκλειστικά που αφορούν τον ίδιο, χωρίς αυτό να αναιρεί την συμμετοχή του εδώ αιτούντος. 'Αλλο είναι το ζήτημα εάν και ο εδώ αιτών είχε ασκήσει αναίρεση - πρβλ και άρθρο 469 ΚΠοινΔ σε σχέση με την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου.
'Ετσι πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η από 25-5-2009 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθμ. 502, 503/2007 απόφαση του Β' Μ.Ο. Εφετείου Αθηνών, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 29 Ιουλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλεια ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν υπ' αριθ. 502/23-11-2007 απόφαση του Μικτοόυ Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι, από την αναφερόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν απόδειξη (απόφαση) γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι ήταν αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις. Πρέπει, μετά ταύτα, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 502, 503/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν άσκησε αίτηση αναιρέσεως, καταδικάσθηκε ο αιτών αμετακλήτως για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση με αυτουργό τον Φ και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Κηρύχθηκε συγκεκριμένα ένοχος για το ότι από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ρ: " Στις 22/9/2003, ενεργώντας από κοινού, παρείχαν με πρόθεση συνδρομή στον Φ, πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της άδικης πράξης της ανθρωποκτονίας που τέλεσε ο τελευταίος σε βάρος του Κ. Συγκεκριμένα, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, αφού μετέβησαν, μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο, πλησίον των υφισταμένων στη οδό ..., αθλητικών εγκαταστάσεων γηπέδου ποδοσφαίρου 5Χ5, στον..., με σκοπό την πραγματοποίηση συνάντησης με ομάδα προσώπων Αρμενικής καταγωγής, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Κ, και την διευθέτηση υφιστάμενων μεταξύ τους διαφορών, στη συνέχεια, οι ίδιοι, κατόπιν πρηγηθείσας διαφωνίας τους την ανωτέρω ομάδα προσώπων, παρείχαν, με την ένοπλη παρουσία τους ψυχική συνδρομή στον Φ (πρώτο κατηγορούμενο), πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της άδικης πράξης της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Κ, τελώντας εν γνώσει ότι ο ως άνω πρώτος κατηγορούμενος θα τελέσει την εν λόγω ανθρωποκτονία και θέλοντας να συμβάλουν στην τέλεσή της με τον ανωτέρω τρόπο". Κατά της άνω αποφάσεως ο συγκατηγορούμενός του Ρ άσκησε αίτηση αναιρέσεως, ο δε Άρειος Πάγος με την υπ' αριθ. 1796/2008 απόφασή του ανήρεσε την εν λόγω απόφαση καθό μέρος αφορούσε την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την απλή συνέργεια της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Εν συνεχεία το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 147/2009 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Ρ αθώο της άνω πράξεως. Ήδη, ο αιτών, επιδιώκοντας την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία, περατώθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με την ως άνω 502, 503/2007 απόφαση επικαλείται και προσκομίζει το διατακτικό της υπ' αριθ. 147/2009 αποφάσεως και ισχυρίζεται ότι "όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του συγκατηγορουμένου Ρ δεν ήμουν παρών την 22-9-2003, στον ..., οπότε καταδικάστηκα άδικα, αφού ήμουν αθώος. Ο παραπάνω ισχυρισμός μου, αποδεικνύεται από την απόφαση, υπ' αριθμόν 147/2009 του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύσσεται αθώος, ο Ρ, ο οποίος καταδικάστηκε σε απλή συνέργεια, σε ανθρωποκτονία, από κοινού, μαζί με εκείνα, ενώ όπως αποδείχθηκε, μετά από αναίρεση στον Άρειο Πάγο ότι ήταν αθώος". Όμως η εν λόγω απόφαση, η οποία ήταν άγνωστη στους δικαστές που τον κατεδίκασαν, τόσο από μόνη της, όσον και συνεκτιμώμενη με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί και ληφθεί υπόψη από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο που δίκασε την υπόθεση, δεν καθιστά φανερό σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο αιτών είναι αθώος της απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονία εκ προθέσεως για την οποία καταδικάσθηκε, το δε ισχυρισμό αυτό είχε προβάλει και στο δικαστήριο της ουσίας ο οποίος απερρίφθη ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, ο επικαλούμενος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, ότι μετά την καταδίκη του αιτούντος προέκυψε νέα, άγνωστη στους δικαστές που τον κατεδίκασαν, απόδειξη, η οποία καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της άνω πράξεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2009 αίτηση του καταδικασμένου Χ κρατουμένου στις φυλακές ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 502, 503/2007 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα σε διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
Αριθμός 841/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα, περί αναιρέσεως της 11103/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δέσποινα Γάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1377/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 πα. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει εκ του νόμου, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 11103/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε δεύτερο βαθμό, κατά πλειοψηφία, για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, ο συνήγορος τούτου προέβαλε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι οι πράξεις του ως άνω κατ' εξακολούθηση εγκλήματος που φέρονται τελεσθείσες την 21.5.2001 και 19.10.2001 έχουν παραγραφεί, καθόσον από τους εν λόγω χρόνους μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως κατ' έφεση, την 17.6.2009, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών, ήτοι ο χρόνος των πέντε ετών της παραγραφής της και των τριών ετών της αναστολής της παραγραφής αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διέλαβε σχετικώς, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων ομοίων προς τις ανωτέρω εκτεθείσες ως προς το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής του συγκεκριμένου εγκλήματος, τα εξής: "αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής που προέβαλε ο κατηγορούμενος, από τη με αριθμό 222 έκθεση ελέγχου, που έχει συνταχθεί για την κρινόμενη υπόθεση από την Περιφερειακή Διεύθυνση Κεντρικής Μακεδονίας της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, θεωρήθηκε από τον Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Υπηρεσίας αυτής στις 17-2-2006 και συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, έκτοτε αρχίζει η παραγραφή του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο αδικήματος, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα παραγραφής αυτού, ενόψει του χρόνου επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, ο οποίος προέκυψε ότι είναι στις 4-12-2006, από την επίδοση του οποίου ανεστάλη η παραγραφή. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί παραγραφής του αδικήματος που του αποδίδεται πρέπει ν'απορριφθεί".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της χρονολογίας θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, για την οποία δέχθηκε περαιτέρω ότι έλαβε χώρα την 17.2.2006, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προπαρατέθηκαν απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμό, ενώ οι άνω διατάξεις του ν. 2954/2001 δεν αντίκεινται στο άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων και συνεπώς, με το να προχωρήσει το Δικαστήριο στην συζήτηση της υποθέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα για τις δύο ως άνω μερικότερες πράξεις που κατηγορείτο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, ο οποίος, μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 11103/2009 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, σχετικά με την κατηγορία, ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, την 21-5-2001 και 19-10-2001, με πρόθεση παρείχε στο Λ συνδρομή κατά την τέλεση από αυτόν της πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οΛ ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο, που ήταν ασφαλιστικός πράκτορας, μέσω του Ω και τον έπεισε να του επιτρέψει να χρησιμοποιήσει ο ίδιος Λ και ο τελευταίος Ω το όνομα του, προκειμένου να πραγματοποιήσουν φορολογική έναρξη σε ατομική επιχείρηση με την επωνυμία Χ ΑΦΜ ... και με αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας εμπόριο ενδυμάτων, η οποία όμως επιχείρηση δεν είχε πραγματική δραστηριότητα, αλλά έγινε αποκλειστικά και μόνο για την έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφού αυτά αφορούσαν συναλλαγές που ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν, ενέργεια για την οποία ο κατηγορούμενος θα ελάμβανε ως αμοιβή περί τις 500.000 μηνιαίως, χωρίς να ασχολείται με την επιχείρηση αυτή. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος παρείχε στον Ω την πληρεξουσιότητα να ασκεί αυτός τις δραστηριότητες της ως άνω εταιρίας. Έτσι, κατόπιν οδηγιών του Λ, ο Ω συνήψε σύμβαση μίσθωσης με τον ..., δυνάμει της οποίας μίσθωσε ένα κατάστημα στη ... , όπου θα φαινόταν ότι ήταν η έδρα της ως άνω ατομικής επιχείρησης του κατηγορουμένου και εισέπραττε από τις Τράπεζες τις επιστροφές ΦΠΑ που προέκυπταν από τις ενδοκοινοτικές παραδόσεις αγαθών, οι οποίες περιλαμβάνονταν σε φορολογικά στοιχεία και ήταν εικονικές, καθώς ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν, λόγω μη πραγματικής υπόστασης της ως άνω ατομικής επιχείρησης του κατηγορουμένου, στην οποία, άλλωστε, κατά τον έλεγχο από την οικεία ΔΟΥ δεν βρέθηκαν στοιχεία και βιβλία. Στα πλαίσια της ως άνω δραστηριότητας, ο Λ, ο οποίος στην πραγματικότητα ασκούσε τη διαχείριση της επιχείρησης αυτής, ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο, αποδέχθηκε, έλαβε και καταχώρησε στα οικεία βιβλία της ως άνω επιχείρησης φορολογικά στοιχεία από την εταιρία "... και Σία ΕΕ", η οποία είχε προέλθει από μετατροπή της εταιρίας με την επωνυμία "... και Σία ΕΕ" και φερόταν να εδρεύει στην ..., στην οδό ..., όπου δεν υφίστανται κτίσμα και συγκεκριμένα: α) το με αριθμό ... τιμολόγιο πώλησης 600 φορεμάτων από μαλλί 50% αντί 55.600 δραχμών έκαστο και συνολικής αξίας 33.360.000 δραχμών, πλέον ΦΠΑ 6.004.800 δρχ. και συνολικά 39.923.400 δρχ. και β) το με αριθμό ... δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πώλησης 5.740 τεμαχίων "set for woman 100% cotton", αντί 5.910 δραχμών έκαστο και συνολικής αξίας 33.923.400 δραχμών, πλέον ΦΠΑ 6.106.212 δρχ. και συνολικά 40.029.612 δρχ., ενώ γνώριζε τόσο ο Λ όσο και ο παρών κατηγορούμενος ότι τα ως άνω στοιχεία ήταν εικονικά, αφού αφορούσαν ανύπαρκτη συναλλαγή, ενόψει και του ότι η ατομική επιχείρηση του κατηγορουμένου δεν είχε πραγματική υπόσταση και ως εκ τούτου τη δυνατότητα αγοράς και εμπορίας των εμπορευμάτων που αναφέρονται σ'αυτά. Ο δε κατηγορούμενος παρείχε στο Λ άμεση συνεργεία κατά την τέλεση της ως άνω πράξης, ήτοι της αποδοχής και καταχώρησης των ως άνω εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθόσον ενώ γνώριζε το σκοπό για τον οποίο θα λειτουργούσε η ως άνω επιχείρηση, δέχθηκε να γίνει έναρξη αυτής στην αρμόδια ΔΟΥ στο πρόσωπο του και με τον τρόπο αυτό παρείχε την απαιτούμενη άμεση βοήθεια για τη λειτουργία της και μάλιστα με αμοιβή, όπως προαναφέρθηκε. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής" Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 46 παρ. 1 β ΠΚ και 19 και 21 του Ν. 2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού : α) με το να δεχθεί το Δικαστήριο της ουσίας ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων προέβη σε έναρξη ατομικής επιχειρήσεως εμπορίας ενδυμάτων, χωρίς πρόθεση πραγματικής δραστηριότητας, αποκλειστικά και μόνο για έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και δη τιμολογίων, παρέχοντας έτσι, αντί μηνιαίας αμοιβής, άμεση συνδρομή στον υποκρυπτόμενο πραγματικό διαχειριστή της επιχειρήσεώς του Λ και δεν είχε καμία επαγγελματική συνεργασία με την εκδότρια εταιρεία των δύο εικονικών τιμολογίων, που αφορούσαν ανύπαρκτη συναλλαγή και αποδέχθηκε τελικά ο Λ, αιτιολόγησε αρκούντως το στοιχείο της εκ μέρους του κατηγορουμένου γνώσεως της εικονικότητας των εν λόγω φορολογικών στοιχείων και τελέσεως της πράξεως άμεσης συνέργειας σε αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων εκ μέρους του Λ, αδιαφόρου όντος του ότι πράγματι υποκρυπτόμενοι και ουσιαστικοί διαχειριστές της επιχειρήσεώς του και δράστες της φοροδιαφυγής, με κάρπωση επιστρεφομένου ΦΠΑ από ανύπαρκτες συναλλαγές, ήταν ο Λ και άλλα πρόσωπα - μέλη κυκλώματος φοροδιαφυγής, β) η αναγραφή στα πρακτικά ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε να κηρυχθεί ο πελάτης του ένοχος απλής συνέργειας στην πράξη αποδοχής, ενώ τέτοιο αίτημα ουδέποτε υποβλήθηκε, δε συνιστά λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, ούτε άλλωστε προσβάλλονται τα πρακτικά για πλαστότητα, γ) η κατά τον αναιρεσείοντα αντίθεση μεταξύ της καταθέσεως των μαρτύρων ... σχετικά με τους υποκρυπτόμενους πραγματικούς διαχειριστές της επιχειρήσεως του κατηγορουμένου και τη συμμετοχή ή μη αυτού στις συγκεκριμένες παράνομες συναλλαγές και των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί γνώσεως και συμμετοχής του κατηγορουμένου ως άμεσου συνεργού στις εικονικές συναλλαγές εκδόσεως και αποδοχής τιμολογίων από ανύπαρκτες αγοραπωλησίες ενδυμάτων, έναντι μηνιαίας αμοιβής, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της αντιφάσεως και εντεύθεν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 40 παρ.3 του Ν. 3220/2004, που ορίζει ότι η ποινική δίωξη ασκείται αποκλειστικά κατά του πραγματικά υπόχρεου που υποκρύπτεται και όχι κατά του φερόμενου εκδότη ή αποδέκτη συναλλασσόμενου, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Άλλωστε, ως αντίφαση ή ασάφεια, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, η οποία ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, οι αντίθετοι προς τ' ανωτέρω λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα .(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς εναγόντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 40/24-9-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 11103/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρ. 19 παρ. 1 και 4 του Ν.2523/1997). Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως (2ος) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για υπέρβαση εξουσίας (καταδίκασε για πράξη που είχε παραγραφεί). Β) Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κλπ, δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεως τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παρ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Απορρίπτεται ο 1ος λόγος αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 844/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ...και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βουλγαράκη, περί αναιρέσεως της 204/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαβρύτων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23.11.2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1666/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπ' αριθ. εκθέσεως ... αυτοτελείς αιτήσεις των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2, περί αναιρέσεως της 204/12.5.2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων είναι συναφείς και συνεκδικάζονται.
Με τη διάταξη του άρθρου 261 του ν.δ. 86/1969, όπως ετροποποιήθηκε με το άρθρο 11 ν.δ. 996/1971 και το άρθρο 8 του ν. 177/1975, ορίζεται ο χρόνος της θήρας και ειδικότερα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι η κυνηγετική περίοδος κατά την οποία γενικώς επιτρέπεται η θήρα άρχεται: α) του λαγωού, από 15ης Σεπτεμβρίου και λήγει την 10ην Ιανουαρίου..... ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, δύναται δι' αποφάσεώς του, κατόπιν προτάσεως της Δασικής Αρχής ή της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας, να περιορίζει την διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου ή τις εντός αυτής ημέρες θήρας σε όλη την επικράτεια ή περιφέρειες αυτής και περαιτέρω κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου επιτρέπεται η θήρα μόνον κατά τη διάρκεια της ημέρας, ήτοι ημίσεια ώρα προ της ανατολής και μέχρι ημίσεια ώρα μετά τη δύση του ηλίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ιδίου ν.δ. 86/1969, η θήρα επιτρέπεται μόνον στον κάτοχο αδείας θήρας, η οποία εκδίδεται στον τόπο μονίμου κατοικίας του από την αρμόδια δασική αρχή. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 287 παρ. 10 περ. β' του ν.δ. 86/1989 με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τιμωρούνται...... β) όποιος θηρεύει σε χρόνο που δεν εμπίπτει εντός της κυνηγετικής περιόδου...... και κατά τη διάταξη της παραγράφου 11 περ. δ' του ιδίου άρθρου του άνω ν.δ. με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή ή και με αμφότερες τιμωρούνται..... δ) οι θηρεύοντες άνευ αδείας θήρας. Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 288 ν.δ. 86/1969, τα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος κώδικος κατεχόμενα, κατασκευαζόμενα, πωλούμενα ή χρησιμοποιούμενα παντός είδους όργανα κ.λπ. μέσα, που έχουν σκοπό την θήρα, σύλληψη ή θανάτωση εν γένει αγρίων ζώων (θηλαστικών ή πτερωτών), ασχέτως εποχής, κατάσχονται και το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο διατάσσει την δήμευση των κατασχεθέντων και τα μεν απαγορευμένα μέσα καταστρέφονται, τα δε άλλα εκποιούνται από επιτροπή, οριζόμενη από τον Εισαγγελέα.....(παρ. 1).... Εάν δε για οποιονδήποτε λόγο τα όπλα, δίκτυα, παγίδες και λοιπά μέσα παρανόμου θήρας δεν έχουν κατασχεθεί και ο κάτοχος τούτων καταδικάζεται, διατάσσεται υποχρεωτικώς με την καταδικαστική απόφαση η δήμευση τούτων.... Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι παράνομηθήρα τελείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν πραγματοποιείται σε χρόνο που δεν εμπίπτει εντός της κυνηγετικής περιόδου που έχει ορισθεί για τα διάφορα θηράματα στην περιφέρεια του κάθε Δασαρχείου, καθώς και όταν αυτοί που θηρεύουν δεν είναι εφοδιασμένοι με άδεια θήρας εκδιδομένη από την αρμόδια δασική αρχή. Ο δράστης αυτής της εγκληματικής πράξεως πρέπει να έχει την γνώση και θέληση τελέσεως αυτής με την αναζήτηση θηραμάτων με σκοπό θανατώσεώς των και στην ενέργεια αυτή δύναται να προέλθει κατέχοντας κυνηγετική όπλο ή άλλα απαγορευμένα από το νόμο μέσα ή όργανα προς τον σκοπό αυτόν δεν απαιτείται δε για την τέλεση της παράνομης θήρας ούτε να έχει κάνει χρήση του κυνηγετικού όπλου και να έχει πυροβολήσει κατά του θηράματος, ούτε η επίτευξη της συλλήψεως και θανατώσεως του θηράματος. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα να μη στερείται η απόφαση αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό αυτής, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού. Πρέπει όμως να υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με ρητή αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επίσης, για να υπάρχει η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις αιτιολογία, πρέπει κατά την αναφορά των αποδεικτικών μέσων να γίνεται μνεία αυτών, γενικά κατά το είδος των, χωρίς και να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νομού, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαβρύτων, δικάζον σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις) στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και απολογίες των κατηγορουμένων) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 12/9/2006 και περί ώρα 9.00 οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κατελήφθησαν να θηρεύουν λαγούς εκτός της κυνηγετικής περιόδου σε χώρο εκτός ζώνης κυνηγίου καθόσον ως έναρξη της κυνηγετικής περιόδου για τα παραπάνω θηράματα είχε ορισθεί με την υπ' αριθμό 2/1703/16.8.2006 δασική ρυθμιστική διάταξη θήρας του Δασαρχείου ... η 15η Σεπτεμβρίου 2006 και η προαναφερόμενη τοποθεσία ήταν εκτός ζώνης κυνηγίου. Επιπρόσθετα, ο πρώτος κατηγορούμενος κατελήφθη κατά τον άνω τόπο και χρόνο να θηρεύει λαγούς με κυνηγετική καραμπίνα χωρίς να είναι εφοδιασμένος με άδεια θήρας του αρμοδίου Δασαρχείου .... Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Δικαστήριο και κήρυξε ένοχους αμφότερους τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους της πράξεως της παράνομης θήρας λαγών με κυνηγετικά όπλα κατά τόπο και χρόνο μη εμπίπτοντα εντός της κυνηγετικής περιόδου και σε χώρο εκτός ζώνης κυνηγίου στην τοποθεσία ... στις 2/9/2006 περί ώρα 09.00 και τον ήδη αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ1 ένοχο και του ότι στο άνω τόπο και χρόνο κατελήφθη χωρίς άδεια θήρας από το αρμόδιο Δασαρχείο Καλαβρύτων, με κυνηγετική καραμπίνα, να θηρεύει λαγούς, κατεδίκασε δε τον πρώτο κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών για κάθε πράξη, και του επέβαλε μια συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και τον δεύτερο κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε για τρία χρόνια.
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει το Δικαστήριο σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο εκ των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1 και του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων ο κατηγορούμενος Χ2, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 261 παρ. 2, 262 παρ. 1, 287 παρ. 10 περ. β' και 11 παρ. δ, 288 του ν.δ. 86/1969 όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή των με το άρθρο 8 του ν. 177/1975 και το ν.δ. 996/1971, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και αρκούσαν οι διατάξεις αυτές να παρατεθούν ως εφαρμοστέες για την καταδίκη των κατηγορουμένων για τις πράξεις αυτές. Η ύπαρξη του δόλου των κατηγορουμένων δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των άνω αξιόποινων πράξεων και προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την ενοχή των κατηγορουμένων, χωρίς να αξιώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση συνδρομή προσθέτων στοιχείων για την υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων. Οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση το είδος του κυνηγετικού όπλου με το οποίο θήρευε καθένας από αυτούς και αν ήταν μονόκαννο ή δίκαννο με λείο ή ραβδωτό το εσωτερικό της κάνης ή εάν επρόκειτο για επαναληπτική καραμπίνα καθώς και η εταιρεία κατασκευής των όπλων ούτε ο νόμιμος κάτοχος ή ιδιοκτήτης αυτών και ο αριθμός της αδείας κατοχής κυνηγετικού όπλου όπως και αν αυτό ήταν λειτουργικά ικανό να θανατώσει θηράματα. Επίσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την άνω απόφαση δεν διέλαβε σ' αυτήν ποιο ή ποια πρόσωπα κατέλαβαν τους ίδιους να θηρεύουν και αν αυτά ενεργούσαν ως δημόσιοι δασικοί υπάλληλοι ορισμένου δασαρχείου ή ως ιδιωτικοί φύλακες θήρας που να είχαν προσληφθεί από κάποια κυνηγετική ομοσπονδία, ούτε αναφέρει ποιά και πόσα θηράματα (λαγούς) είχαν θηρεύσει οι κατηγορούμενοι και αν αυτά κατασχέθηκαν και ακόμη δεν προσδιορίζει τη διάρκεια των κυνηγετικών περιόδων 2005-2006 και 2006-2007 και με ποια συγκεκριμένη υπουργική απόφαση, δημοσιευμένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως είχαν αυτές ορισθεί όπως και εάν η 2/1703/16.8.2006 δασική ρυθμιστική διάταξη θύρας του Δασαρχείου Καλαβρύτων είχε εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως κατ' εξουσιοδότηση συγκεκριμένης Υπουργικής Αποφάσεως δημοσιευμένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για τη μη παράθεση των άνω στοιχείων στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέες. Δεν είναι απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες να μνημονεύονται στοιχεία με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά των όπλων με τα οποία θήρευαν, αλλά αρκούσε η παραδοχή ότι κυνηγούσαν θηράματα με κυνηγετικά όπλα εκτός της κυνηγετικής περιόδου. Δεν καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι για παραβάσεις της νομοθεσίας περί κατοχής κυνηγετικών όπλων για να έχει σημασία αν είχε εκδοθεί άδεια κατοχής για αυτά στο όνομά τους ως ιδιοκτητών αυτών. Εξ άλλου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι κατηγορούμενοι θήρευαν παρανόμως εκτός κυνηγετικής περιόδου λαγούς κατά παράβαση της αναφερόμενης και αναγνωσθείσης ρυθμιστικής απαγορευτικής διάταξης θήρας του Δασαρχείου Καλαβρύτων. Με αυτή οριζόταν ότι το κυνήγι λαγού επιτρεπόταν από 15/9/2006 μέχρι 10/1/2007, τρεις ημέρες την εβδομάδα, ήτοι κάθε Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή. Από την παραδεκτή επισκόπηση, στα πλαίσια ελέγχου της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως της εν λόγω 2/1703/16.8.2006 ρυθμιστικής απαγορευτικής διάταξης θήρας του άνω Δασαρχείου προκύπτει ότι αυτή είχε εκδοθεί με βάση τις διατάξεις των άρθρων 251 παρ. 2, 257 παρ. 5, 258 παρ. στ, 259 παρ. 2α και 2β, 261 παρ. 4 και 5 του ν.δ. 86/1969, του άρθρου 2 του ν. 996/1971 και των άρθρων 7 και 8 του ν. 177/1975 καθώς και με βάση τις διατάξεις της δημοσιευθείσης στο τεύχος β' της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (αρ. φύλλου 757/18.12.1985) υπ' αριθμό 414985/1985 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας, η οποία είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ. 1ζ' και 3 του ν. 1338/1983.
Η ως άνω όμως κοινή υπουργική απόφαση αφορούσε τα μέτρα διαχείρισης της άγριας πτηνοπανίδας και την θήρα πτηνών και δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις της στην προκείμενη υπόθεση που αφορούσε παράνομη εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων θήρα λαγού. Η άνω ρυθμιστική απαγορευτική διάταξη του Δασαρχείου Καλαβρύτων δεν στηριζόταν σε κανονιστικού χαρακτήρα άλλη υπουργική απόφαση για το κύρος της οποίας να είναι απαραίτητη η δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περί της τελέσεως από τους ήδη αναιρεσείοντες των άνω αξιόποινων πράξεων στηρίζεται στα αναφερόμενα, ότι λήφθηκαν υπόψη, αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης, περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των ενόρκων εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας, που ήταν ο Β1 , ... και ο Β2.... Οι μάρτυρες αυτοί είναι εκείνοι που εξετάσθηκαν και στη δίκη στον πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ευρισκόμενης στη δικογραφία 200/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κλειτορίας, μετά των πρακτικών της, κατά της οποίας είχαν ασκήσει εφέσεις οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι. Σε κλήτευση δε των άνω μαρτύρων ως εκείνων που εξετάσθηκαν στην πρωτόδικη δίκη προήλθε κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία κατά το άρθρο 500 Κ.Ποιν.Δ. ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμούσαν οι εφέσεις των άνω κατηγορουμένων προκειμένου να εξετασθούν και στην κατ' έφεση δίκη. Προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε αναμφισβητήτως υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του και την κατάθεση του μάρτυρα Β2, ανεξάρτητα από το ότι είχε πρωτοδίκως προταθεί και εξετασθεί ως μάρτυρας υπερασπίσεως, ενώ στη δίκη κατ' έφεση λόγω της κλητεύσεώς του κατά τα ανωτέρω από τον Εισαγγελέα αναγράφεται στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως μάρτυρας κατηγορίας. Δεν ήταν περαιτέρω απαραίτητο, για να ληφθεί υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα Β1, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν θηροφύλακας που είχε προσληφθεί από την κυνηγετική ομοσπονδία της περιοχής, να διευκρινισθεί από το Δικαστήριο εάν επρόκειτο για φύλακα θήρας που να είχε προσληφθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αμείβεται από το Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών με μηνιαία αντιμισθία, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η εφαρμογή και τήρηση των διατάξεων περί θήρας του Δασικού Κώδικα (βιβλίο έκτο του ν.δ. 86/1969, άρθρα 251-267) ή εάν επρόκειτο για ιδιωτικό φύλακα θήρας που να είχε διορισθεί κατά το άρθρο 267 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969, πριν ή μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση κατά τα εδάφια δ' έως ζ' με το άρθρο 4 παρ. 13 του ν. 3208/2003 από κυνηγετική οργάνωση ή από ιδιοκτήτη μη δημοσίων εκτάσεως και για την εξομοίωση των οποίων, ως προς τα καθήκοντα τους περιορισμούς και τα προσόντα για την πρόσληψη και τη λειτουργία των ανάλογα με αυτά των φυλάκων θήρας της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, απαιτείται μετά από πρόταση της αρμόδιας δασικής αρχής ή της κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος η αναγνώρισή τους από τον Υπουργό Γεωργίας. Δεν δημιουργεί, τέλος, αντίφαση ή κενό η μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατεσχέθησαν τα θηράματα και τα όπλα που έφεραν οι αναιρεσείοντες κατά την τέλεση των άνω αξιόποινων πράξεων, αφού δεν κατέστη δυνατή η κατάσχεση και δήμευση των όπλων με τα οποία θήρευαν οι κατηγορούμενοι, αλλά αρκούσαν τα περιστατικά εκείνα που δέχθηκε το Δικαστήριο και αναφέρει στο σκεπτικό της άνω αποφάσεως, όπως συμπληρώνεται από το διατακτικό της, στο οποίο γίνεται παραπομπή. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων που αφορούν τα συγκεκριμένα μέσα άσκησης παράνομης θήρας εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων ως προϋπόθεση για την τέλεση της παράνομης θήρας και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όπως επιβαλλόταν από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. αλλά παραθέσεως εντελώς τυπικής αιτιολογίας και άνευ λήψεως υπόψη και της καταθέσεως του εξετασθέντος μάρτυρα Β2 ως μάρτυρα υπεράσπισης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδαφ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 369 παρ. Κ.Ποιν.Δ., όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει το δικαίωμα πάντοτε να μιλήσει τελευταίος. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 373 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι μετά την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου γίνεται συζήτηση για την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί, οπότε δίδεται υποχρεωτικώς ο λόγος στον Εισαγγελέα και τελευταία στον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο στο τέλος και αν δεν ζητήσει αυτός τούτο και η παράβαση των ανωτέρω και ειδικώς όσον αφορά τον κατηγορούμενο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ Κ.Ποιν.Δ., διότι αφορά την υπεράσπισή του και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο και από την παράλειψη δημιουργίας, οίκοθεν από το δικαστήριο, των προϋποθέσεων που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων και χωρίς προηγούμενη αίτηση του κατηγορουμένου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ. Δεν απαιτείται, όμως, να δοθεί εκ νέου ο λόγος σ' αυτούς για την τυχόν επιβολή συνολικής ποινής επί περισσοτέρων ποινών που καταγνώσθηκαν ή παρεπομένης ποινής, αφού μία μόνον περί ποινής απόφαση εκδίδεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η πρόεδρος, μετά την κήρυξη της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να γίνουν δεκτές κατ' ουσία οι εφέσεις των κατηγορουμένων και να κηρυχθούν ένοχοι και στη συνέχεια έλαβε το λόγο ο συνήγορος που υπερασπιζόταν αμφοτέρους τους κατηγορουμένους, ο οποίος ζήτησε την αθώωση αυτών και το ίδιο ζήτησαν και οι κατηγορούμενοι. Ακόμη προκύπτει από τα άνω πρακτικά της κατ' έφεση δίκης, ότι πριν από την κήρυξη του τέλους της συζητήσεως η Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο χωρίς να αναφέρεται το ονοματεπώνυμο του εάν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπιση και αυτός απάντησε αρνητικά και ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής των κατηγορουμένων αποφάσεως του Δικαστηρίου, από τον Εισαγγελέα, που έλαβε τον λόγο, προτάθηκε να επιβληθεί στον πρώτο κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 4 μηνών για κάθε πράξη και στον δεύτερο κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 4 μηνών ενώ οι συνήγορος των κατηγορουμένων ζήτησε να επιβληθεί στους πελάτες του η μικρότερη ποινή που προβλέπεται από το νόμο και το ίδιο ζήτησαν και οι κατηγορούμενοι. Ακόμη μετά την απαγγελία της αποφάσεως του δικαστηρίου περί καταδίκης των κατηγορουμένων στις ποινές φυλακίσεως που αναφέρονται, ο Εισαγγελέας έλαβε το λόγο και πρότεινε να καθορισθεί για τον πρώτο κατηγορούμενο μια συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών αποτελούμενη από την πρώτη των ποινών φυλάκισης των τεσσάρων μηνών επαυξανόμενη κατά δύο μήνες από την έτερη, ίσως διάρκειας, ποινή φυλακίσεως και στη συνέχεια το Δικαστήριο επέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο κατ' εφαρμογή του άρθρου 94 παρ. 1 Π.Κ. συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών κατ' επαύξηση της πρώτης των δύο ίσων ποινών φυλάκισης 4 μηνών κατά 2 μήνες από την άλλη της αυτής διάρκειας ποινή φυλάκισης. Από τα άνω πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος, τόσο επί της ενοχής όσο και επί της επιβλητέας ποινής, από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου στο τέλος στον κοινό συνήγορο υπεράσπισης των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και στους ίδιους και δεν παραβιάσθηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 369 και 371 Κ.Ποιν.Δικ. όσον αφορά την υπεράσπιση των κατηγορουμένων και την άσκηση των δικαιωμάτων τους που ρητά θεσπίζονται από το νόμο και με τις διατυπώσεις που επιβάλλονται από τις οικείς διατάξεις. Εκ περισσού δόθηκε ο λόγος εκ νέου "στον κατηγορούμενο" προκειμένου να προσθέσει όσα ήθελε προς υπεράσπισή του, αφού προκύπτει από τα πρακτικά ότι τελευταίοι είχαν μιλήσει οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι επί της ενοχής των μετά την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισής των και δεν συνέτρεχε περίπτωση δευτερολογίας προς απόκρουση αντίθετων επιχειρημάτων του Εισαγγελέα. Δεν ήταν επίσης αναγκαίο να δοθεί ο λόγος επί της συνολικής ποινής όσον αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1 που καταδικάσθηκε για δύο πράξεις σε στερητικές της ελευθερίας ποινές αφού δεν ζητήθηκε ο λόγος από τον άνω κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του για το ζήτημα αυτό και δεν επρόκειτο για κατάγνωση συνολικής ποινής σύμφωνα με το άρθρο 551 Κ.Ποιν.Δ., ώστε να επιβάλλεται να δοθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ο λόγος επί της συνολικής ποινής στον άνω κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του.
Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από το ότι μετά την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων και την εν συνεχεία εκ μέρους των τελευταίων διατύπωση ομοίων απόψεων περί αθωώσεώς των δεν δόθηκε εκ μέρους της διευθύνουσας τη συζήτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς να το ζητήσουν οι ίδιοι, ο λόγος και στους δύο κατηγορούμενους αλλά σε έναν μόνο από αυτούς και από το ότι δεν δόθηκε μετά την απαγγελία της περί ποινής αποφάσεως αυτεπαγγέλτως από την Πρόεδρο στον κατηγορούμενο σε βάρος του οποίου κατεγνώσθησαν περισσότερες στερητικές της ελευθερίας ποινές ή στον συνήγορο υπεράσπισής του ο λόγος για να τοποθετηθεί επί της συνολικής ποινής και έτσι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν καθ' ολοκληρία οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. εκθέσεως 1/23.11.2009 και 2/23.11.2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως για αναίρεση της 204/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον πρώτο των αναιρεσειόντων για παράνομη θήρα λαγών με κυνηγετικό όπλο εκτός χρόνου κυνηγετικής περιόδου σε χώρο εκτός ζώνης κυνηγίου και για θήρα λαγών άνευ αδείας από το αρμόδιο Δασαρχείο και τον δεύτερο των αναιρεσειόντων για παράνομη θήρα λαγών με κυνηγετικό όπλο εκτός χρόνου κυνηγετικής περιόδου σε χώρο εκτός ζώνης κυνηγιού. Απορρίπτονται οι λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν είναι απαραίτητη η παράθεση στην καταδικαστική απόφαση για τις άνω πράξεις στοιχείων για το είδος του όπλου με το οποίο θήρευαν οι κατηγορούμενοι, την εταιρεία κατασκευής των όπλων, του αριθμού της αδείας κατοχής κυνηγετικού όπλου, του ονόματος του νομίμου κατόχου ή ιδιοκτήτη του κυνηγετικού όπλου και αν το όπλο αυτό ήταν λειτουργικά ικανό για να σκοτώσει θηράματα, ούτε επί όλων απαιτείται η εξειδίκευση της ιδιότητας του καταλάβοντος τους κατηγορουμένους να θηρεύουν ως δημοσίου δασικού υπαλλήλου ορισμένου δασαρχείου ή ως ιδιωτικού φύλακα θήρας προσληφθέντος από κάποια κυνηγετική ομοσπονδία ούτε απαιτείται περαιτέρω να γίνεται μνεία στην απόφαση ποια και πόσα θηράματα είχαν θηρεύσει οι κατηγορούμενοι και ποια ήταν με βάση συγκεκριμένη απόφαση δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η διάρκεια των κυνηγετικών περιόδων, αλλά αρκούσε η αναφορά της δασικής ρυθμιστικής διάταξης θήρας του αρμοδίου Δασαρχείου, η οποία είχε εκδοθεί βάσει των οικείων διατάξεων του δασικού κώδικα και του Ν. 996/1971, δεν στηριζόταν σε κανονιστικού χαρακτήρα άλλη υπουργική απόφαση για το κύρος της οποίας να ήταν απαραίτητη η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δεν υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια στην καταδικαστική απόφαση από τη μη αναφορά ότι κατασχέθηκαν τα κυνηγετικά όπλα και τα θηράματα, αφού έγινε δεκτό ότι δεν κατέστη δυνατή η κατάσχεση των αφού για την τέλεση της παράνομης θήρας δεν απαιτείται η χρήση του κυνηγετικού όπλου με πυροβολισμούς κατά του θηράματος ούτε η επίτευξη συλλήψεως των θηραμάτων αλλά αρκούσαν όσα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση στο σκεπτικό όπως συμπληρώνεται από το διατακτικό, στο οποίο γίνεται παραπομπή και έτσι απορρίφθηκε και ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων που αφορούν τα συγκεκριμένα μέσα άσκησης παράνομης θήρας ως προϋποθέσεως για την τέλεση αυτής της αξιοποίνου πράξεως. Απορρίπτεται ο λόγος ακυρότητας για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ) διότι δόθηκε τελευταία ο λόγος στον κατηγορούμενο παρά το ότι δεν αναφέρεται ονομαστικά πριν αποφασίσει το Δικαστήριο, τόσο επί της ενοχής όσο και επί της ποινής και δεν ήταν αναγκαίο να δοθεί εκ νέου λόγος στον πρώτο αναιρεσείοντα ως προς την επιβλητέα σ' αυτόν συνολική ποινή εν όψει της καταδίκης αυτού για δύο αξιόποινες πράξεις.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Θήρα παράνομη.
| 0
|
Αριθμός 834/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλετρά, περί αναιρέσεως της 2421/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.1.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 137/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721 της 3/3.6.1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 περίπτ. στ του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, η οποία ορίζει ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει στη συγκεκριμένη πράξη και στη θέλησή του να προκαλέσει την απόφαση αυτή. Για να έχει η πράξη της ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική απάτη του άρθρου 386 παρ. 3 περ. α ΠΚ κακουργηματικό χαρακτήρα, πρέπει οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης να συντρέχουν ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικώς προκειμένου περί καταδίκης για ηθική αυτουργία, πρέπει για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται στην απόφαση ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη, δεν είναι, όμως, αναγκαίο να εξειδικεύεται περαιτέρω σε τι συνίστανται οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα που τυχόν χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός. Η ως άνω αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Στους ανωτέρω ισχυρισμούς περιλαμβάνονται και εκείνοι που αφορούν στη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2421/2008 απόφασή του δέχτηκε στο αιτιολογικό αυτής ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος X από το έτος 1982 γνωριζόταν με τον αρχικά συγκατηγορούμενό του Z, ο οποίος εργαζόταν σε αντιπροσωπεία της εταιρείας Fiat στην Ελλάδα. Ο τελευταίος, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, είχε τη δυνατότητα να αγοράζει αντί ευτελούς τιμήματος μεγάλο αριθμό κατεστραμμένων από σύγκρουση αυτοκινήτων, κυρίως μάρκας Fiat, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να επισκευασθούν και μπορούσαν μόνο να τεμαχισθούν και να χρησιμοποιηθούν ως ανταλλακτικά. Κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 1996 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 1999 ο Z και άλλοι συνεργαζόμενοι με αυτόν, από τους οποίους ορισμένοι έχουν αποβιώσει και των λοιπών τα στοιχεία δεν έγιναν γνωστά, προέβαιναν σε κλοπές αυτοκινήτων, κυρίως μάρκας Fiat, τα οποία βρίσκονταν σε πολύ καλή κατάσταση ή ήσαν και σχεδόν καινούργια. Παράλληλα ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν προέκυψε ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στις κλοπές των αυτοκινήτων (και για το λόγο αυτό κηρύχθηκε αθώος αυτών με την εκκαλούμενη απόφαση), πλην όμως είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί τον Z για την αγορά των κατεστραμμένων αυτοκινήτων, υπέδειξε σ' αυτόν και τους άλλους άγνωστους δράστες των κλοπών να μεταφέρουν τα κλεμμένα αυτοκίνητα σε άγνωστο φανοποιείο αυτοκινήτων, προκειμένου να παραποιούνται τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους (αριθμός πλαισίου και αριθμός κινητήρα) με την αντικατάστασή τους από τα τεχνικά χαρακτηριστικά των κατεστραμμένων από σύγκρουση αυτοκινήτων που είχαν στη διάθεσή τους και είχαν αποκτηθεί, κατά τα προεκτεθέντα, αντί ευτελούς τιμήματος από τον Z στο όνομα του ιδίου ή του κατηγορουμένου ή άλλων φίλων τους που κατονομάζονται παρακάτω. Πράγματι οι δράστες των κλοπών προέβησαν στις υποδειχθείσες από τον κατηγορούμενο ενέργειες, γεγονός το οποίο είχε ως συνέπεια να θεωρούνται τα κλεμμένα αυτοκίνητα ότι νόμιμα κυκλοφορούν με πινακίδες που είχαν χορηγηθεί στα κατεστραμμένα αυτοκίνητα. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο του έτους 1997 μέχρι και το μήνα Ιούνιο του έτους 1999 ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, γνώριζε τον Z από ετών και γνώριζε τη ροπή του προς τον παράνομο πλουτισμό, με πειθώ και φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προκάλεσε σ' αυτόν την απόφαση να παραστήσει εν γνώσει του ψευδώς σε τρίτους ανυποψίαστους πολίτες ότι οι ίδιοι (ο Z και ο κατηγορούμενος) ή άλλοι φίλοι τους που κατονομάζονται παρακάτω είναι κύριοι των κλεμμένων αυτοκινήτων των οποίων είχαν παραποιηθεί τα τεχνικά χαρακτηριστικά και να τα πωλήσει σ' αυτούς. Πράγματι ο Z, ενεργώντας σύμφωνα με τις προτροπές και παραινέσεις του κατηγορουμένου, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος αλλά και ο κατηγορούμενος (που ενεργούσε ως ηθικός αυτουργός) παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους τρίτους τα ονόματα των οποίων αναφέρονται πιο κάτω ότι αυτός και ο κατηγορούμενος ή οι κατωτέρω αναφερόμενοι φίλοι τους ήταν κύριοι των κλεμμένων αυτοκινήτων των οποίων είχαν παραποιηθεί τα τεχνικά χαρακτηριστικά και έτσι τους έπεισε να τα αγοράσουν, εισπράττοντας από κάθε αγοραστή το κατωτέρω αναφερόμενο τίμημα το οποίο ανερχόταν σε σημαντικό ποσό. Έτσι έβλαψε την περιουσία των αγοραστών κατά τα ποσά αυτά, αφού οι αγοραστές τίποτα δεν αποκτούσαν, δεδομένου ότι τα πιο πάνω αυτοκίνητα ήταν κλεμμένα και δεν ανήκαν ούτε στους ίδιους (τον Z και τον κατηγορούμενο) ούτε στους φίλους τους που φέρονταν ως κύριοί τους, με αντίστοιχη ωφέλεια των ιδίων (του Z και του κατηγορουμένου) που συνίστατο στη διαφορά μεταξύ του ποσού που εισέπρατταν ως τίμημα από την πώληση κάθε κλεμμένου αυτοκινήτου και του ποσού που κατέβαλαν για την αγορά του αντίστοιχου κατεστραμμένου. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος με πειθώ και φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις, έπεισε τον Z και ο τελευταίος τέλεσε τις εξής επί μέρους πράξεις απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα: (Ακολουθεί η περιγραφή δέκα έξη πράξεων απάτης του Z τετελεσμένες και μία πράξη σε απόπειρα). Εξάλλου ο Z διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση των ανωτέρω πράξεων και την οργάνωση και υποδομή που κατά τ' ανωτέρω είχε διαμορφώσει, προκύπτει το μεν πρόθεσή του για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προς πορισμό εισοδήματος, το δε σταθερή ροπή του για διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του, ενώ το συνολικό όφελος από την παραπάνω πράξη υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Ο δε κατηγορούμενος γνώριζε τα πιο πάνω κατά την πρόκληση στον άνω αυτουργό της αποφάσεως για την τέλεση της προαναφερθείσης αξιόποινης πράξεως. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, τετελεσμένη και σε απόπειρα, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, η οποία του αποδίδεται, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό. Το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως δεν αποδείχτηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πιο πάνω πράξη του. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι αυτός φυγοδίκησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, με συνέπεια να δικαστεί για τα κακουργήματα χωριστά από τον αρχικά συγκατηγορούμενό του Z (βλ. την αναγνωσθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με τον αριθμό 1971/2001) και με περαιτέρω συνέπεια, λόγω της παρόδου μακρού χρόνου χωρίς να εκδικαστεί η υπόθεσή του, να υποπέσει σε παραγραφή, σύμφωνα με τα αμέσως κατωτέρω εκτιθέμενα η αρχικά (με την ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη) χαρακτηρισθείσα ως κακούργημα και στη συνέχεια (με την εκκαλούμενη απόφαση) χαρακτηρισθείσα ως πλημμέλημα αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, η οποία επίσης του αποδίδεται". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στην Αθήνα κατά τις ημερομηνίες και τα χρονικά διαστήματα, που αναφέρονται παρακάτω, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση, προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις που διέπραξε, οι οποίες τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Στην Αθήνα, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση, του ιδίου εγκλήματος τέλεσε το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε απάτη, δηλαδή προκάλεσε στον αρχικώς συγκατηγορούμενό του Z την απόφαση, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ενώ έχοντας αποφασίσει να τελέσει το έγκλημα της απάτης, να επιχειρήσει για την πραγμάτωση του σκοπού αυτού πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του ως άνω εγκλήματος, χωρίς όμως να πετύχει του σκοπού του από αίτια εξωτερικά και λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του. Διαπράττει δε αυτός Z απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος που επιδίωξε με την ανωτέρω πράξη του υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, κάτι που γνώριζε και επιδίωκε και ο κατηγορούμενος κατά την πρόκληση στον άνω αυτουργό της απόφασης για την τέλεση της εν λόγω πράξεως. Ειδικότερα ο Z με την πρόκληση σ' αυτόν της απόφασης από τον κατηγορούμενο X: (Ακολουθεί η περιγραφή δέκα έξη πράξεων απάτης του Z τετελεσμένες και μία πράξη σε απόπειρα). Από την επανειλημμένη τέλεση των ανωτέρω πράξεων και την οργάνωση και υποδομή που κατά τα ανωτέρω είχε διαμορφώσει προκύπτει το μεν πρόθεσή του για επανειλημμένη τέλεση της πράξης προς πορισμό εισοδήματος, το δε σταθερή ροπή του για διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ενώ το συνολικό όφελος από την παραπάνω πράξη υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε κάθειρξη έξη (6) ετών. Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α και 386 παρ. 1 και 3 περίπτ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο κατηγορούμενος προκάλεσε στον Z την απόφαση για την τέλεση της κακουργηματικής απάτης, τα οποία ήταν οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, χωρίς να είναι απαραίτητη, όπως προαναφέρθηκε, η περαιτέρω εξειδίκευση αυτών. Επίσης από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως και ιδίως από την παραδοχή ότι την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως επιδίωκε και ο κατηγορούμενος κατά την πρόκληση στον ανωτέρω αυτουργό της απόφασης για τέλεση της κακουργηματικής απάτης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε τη συνδρομή και στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως δέχεται η απόφαση, ήταν κοινή με τον Z η επιδίωξη του οφέλους. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την εξειδίκευση των χρησιμοποιηθέντων από τον κατηγορούμενο μέσων για την πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης για τέλεση της πράξεως και ως προς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της ηθικής αυτουργίας, είναι αβάσιμος. Τέλος, το Δικαστήριο με όσα ανωτέρω δέχθηκε σχετικώς, διέλαβε την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ. Επομένως η αιτίαση του κατηγορουμένου ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον ανωτέρω ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε σιωπηρώς, είναι αβάσιμη και επίσης είναι αβάσιμος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ περί ελλείψεως ακροάσεως (άρθ. 170 παρ. 2 του ΚΠΔ), ο οποίος στηρίζεται στην αιτίαση αυτή. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-1-2009 αίτηση του X, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2421/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απάτη - στοιχεία αυτής. Για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, πρέπει οι επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις να συντρέχουν ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδίκης για ηθική αυτουργία πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός για να προκαλέσει την απόφαση στον φυσικό αυτουργό, χωρίς όμως να απαιτείται η περαιτέρω εξειδίκευση αυτών. Αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, ο οποίος, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έπεισε άλλον να εξαπατήσει τρίτους και να τους πουλήσει κλεμμένα αυτοκίνητα, των οποίων είχε παραποιήσει τα στοιχεία κυκλοφορίας. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμού για συνδρομή ελαφρυντικής περιστάσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ηθική αυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 833/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Κοσματοπούλου-Δημήτραινα, περί αναιρέσεως της 18895/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δέσποινα Γάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1438/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδαφ. α' του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, ενώ κατά το εδαφ. β' του ίδιου άρθρου που προστέθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει εις τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Περαιτέρω κατά την παραγ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόσο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι, επίσης, το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Εξάλλου κατά το άρθρο 21 παρ.2 εδαφ. γ' και 10 εδαφ. β' του ίδιου ως άνω νόμου, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του νόμου αυτού η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, η δε παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Η ως άνω μηνυτήρια αναφορά δεν έχει τον χαρακτήρα της προβλεπόμενης στο άρθρο 41 του ΚΠΔ αίτησης δίωξης και έτσι δεν απαιτείται η σύνταξη πράξεως καταθέσεως αυτής, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για το ανωτέρω έγκλημα, ούτε απαιτείται για την άσκηση της εν λόγω ποινικής δίωξης η πάροδος της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά της φορολογικής εγγραφής ή της τελεσίδικης κρίσης του διοικητικού δικαστηρίου σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής. Περαιτέρω η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση. αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά. τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους. χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 18895/2008 αποφάσεώς του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα εξής: "Μετά από έλεγχο που διενήργησαν αρμόδιοι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας και για την οποία συντάχθηκε αρχικά η υπ' αριθμ.... Έκθεση Ελέγχου και εν συνεχεία η υπ' αριθμ. ... Έκθεση Επανελέγχου, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού - φύλαξης κτιρίων με έδρα στην οδό..., αποδέχτηκε και καταχώρησε στα βιβλία της επιχείρησής του: 1) Κατά τη χρήση 2002: α) τρία (3) δελτία αποστολής -τιμολόγια, αξίας εκάστου άνω των 880 ευρώ, εκδόσεως της ατομικής επιχείρησης "Θ", συνολικής καθαρής αξίας 14,760 ευρώ και β) είκοσι ένα (21) δελτία αποστολής και δέκα επτά (17) τιμολόγια πώλησης με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής συνολικής καθαρής αξίας 481.018,55 Ευρώ πλέον Φ.ΠΑ, εκδόσεως της ατομικής επιχείρησης "Ζ" και 2) Κατά τη χρήση του 2003 τριάντα εννέα (39) δελτία αποστολής-τιμολόγια, αξίας εκάστου άνω των 880 ευρώ, συνολικής αξίας 495.251,70 Ευρώ πλέον Φ.Π.Α., εκδόσεως της ιδίας ως άνω επιχείρησης "Ζ", όπως αναλυτικά αναγράφονται αυτά στο διατακτικό της παρούσας. Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία έκδοσης των προαναφερθέντων επιχειρήσεων, με τα οποία φέρονται να έγιναν από τον κατηγορούμενο αγορές χαρτικών, απορρυπαντικών και άλλων ειδών καθαρισμού, αποδείχθηκε ότι ήταν εικονικά, καθώς αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η φερόμενη ως εκδότρια των- τριών πρώτων δελτίων αποστολής- τιμολογίων πωλήσεως Θ, η οποία διατηρεί επιχείρηση εμπορίας χαρτικών-πλαστικών και απορρυπαντικών στη Λάρισα, ουδέποτε είχε εμπορικές συναλλαγές με τον κατηγορούμενο, τον οποίο ούτε κατ' όνομα γνώριζε, ποτέ δεν είχε εισπράξει η ίδια την αναγραφόμενη σ' αυτά αξία των πωληθέντων αγαθών, ενώ οι αγορές της επιχείρησης της εκείνης της χρονικής περιόδου (2002) δεν δικαιολογούν πωλήσεις προς τον κατηγορούμενο του μεγέθους που αναφέρονται στα εκδοθέντα δελτία αποστολής. Επίσης, ενώ οι μεταφορές των εμπορευμάτων φέρονται να γίνονται με το φορτηγό αυτοκίνητο της Θ με αριθμό κυκλοφορίας ..., τούτο δηλώνεται σε "ακινησία" από αυτήν από την 1-10-1999, γεγονός που υποδηλώνει ότι τούτο δεν κυκλοφορούσε κατά το έτος 2002, κατά το οποίο φέρονται να έχουν μεταφερθεί τα πωληθέντα εμπορεύματα. Επιπλέον, το κόστος των ρολών χαρτιών υγείας, που φέρεται να αγοράζει η επιχείρηση του κατηγορουμένου από αυτήν, υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος των ιδίων ειδών, που προμηθεύεται από άλλες προμηθεύτριες εταιρίες, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με κάθε επιχειρηματική λογική και επιβεβαιώνει, ως ένα ακόμη στοιχείο, την εικονικότητα των άνω φορολογικών στοιχείων. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τα υπόλοιπα φορολογικά στοιχεία, που αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας εκτίθενται και συγκεκριμένα αυτά που φέρονται να έχουν εκδοθεί κατά τις χρήσεις των ετών 2002 και 2003 από τον Ζ η, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας χαρτικών-πλαστικών και διαφημιστικών ειδών αρχικά στην ... και ακολούθως στη ..., ήταν εικονικά στο σύνολο τους και οι εμφανιζόμενες συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες, καθώς η εκδότρια ανωτέρω επιχείρηση δεν είχε αγορές, που να δικαιολογούν τις αναφερόμενες στα συγκεκριμένα φορολογικά στοιχεία πωλήσεις προς την λήπτρια επιχείρηση του κατηγορουμένου. Σε τουλάχιστον 38 από αυτά του έτους 2002 και σε 7 του έτους 2003 ως τόπος αποστολής φέρεται η έδρα της εκδότριας επιχείρησης, δηλαδή η οδός ..., όπου όμως ποτέ δεν υπήρξε επαγγελματική εγκατάσταση ή χώρος στον οποίο θα μπορούσαν να αποθηκευτούν και να διακινούνται τόσο μεγάλες ποσότητες υλικών καθαρισμού. Περαιτέρω, το φερόμενο ως μεταφορικό μέσο των εμπορευμάτων ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του ανωτέρω εκδότη, δεν είχε τη δυνατότητα μεταφοράς του όγκου και του βάρους των υλικών καθαριότητας που φέρονται να έχουν πωληθεί στον κατηγορούμενο, το δε κόστος των ρολών χαρτιών υγείας που φέρεται αυτός να αγοράζει από τον Ζ υπερβαίνει κατά 460% το κόστος αγοράς από άλλους προμηθευτές, γεγονός που υπερβαίνει κάθε όριο επιχειρηματικής λογικής. Επιπλέον, η επιχείρηση του προμηθευτή Ζ δηλώνει αγορές για τις χρήσεις 2002 και 2003 κατά πολύ μεγαλύτερες των όσων δηλώνονται αντίστοιχα ως πωλήσεις από τις αντισυμβαλλόμενες επιχειρήσεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις διακινούνται μεταξύ Ζ και κατηγορουμένου φορολογικά στοιχεία διακίνησης-πώλησης, ήτοι τιμολόγια-δελτία αποστολής, πριν καν αυτά εμφανιστούν και θεωρηθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ολα τα ανωτέρω πλήρως αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των ελεγκτών της ΥΠ.Ε.Ε. Κεντρικής ..., που συνέταξαν την υπ' αριθμ. ... Έκθεση Ελέγχου, καθώς και από όσα αναλυτικά αναφέρονται στην υπ' αριθμ. ... Έκθεση. Επανελέγχου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του ιδίου του κατηγορουμένου, ενώ ένα επιπλέον στοιχείο που επιβεβαιώνει την εικονικότητα των συγκεκριμένων φορολογικών στοιχείων αποτελεί και το ότι στην επιχείρηση "Ζ" έχουν καταλογιστεί παραβάσεις για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, που αναφέρονται στα ίδια είδη, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για τις χρήσεις των ετών 1998, 1999 και 2000, γεγονός που και ο ίδιος ομολόγησε εξεταζόμενος ενώπιον του ακροατηρίου ως μάρτυρας υπερασπίσεως του κατηγορουμένου. Ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι αγνοούσε την εικονικότητα των συγκεκριμένων φορολογικών στοιχείων και ότι ουδεμία ανάγκη εξοικονόμησης χρημάτων είχε, αφού επί σειρά ετών ασχολείται με τον καθαρισμό μεγάλων Οργανισμών, όπως είναι το Α.Π.Θ., το αεροδρόμιο "..." και ο Οργανισμός Λιμένος ..., δραστηριότητες που του έχουν αποφέρει μεγάλα κέρδη, κρίνεται μη πειστικός και κατά συνέπεια απορριπτέος, διότι, ενόψει του ότι τα έσοδα τούτου προέρχονταν από "παροχή υπηρεσιών" και υπογραφή συγκεκριμένων συμβάσεων με τους εν λόγω Οργανισμούς, που δεν του επέτρεπαν τη δυνατότητα απόκρυψης εσόδων, η αναζήτηση άλλων τρόπων μείωσης του προς απόδοση Φ.Π.Α και κατ' επέκταση του φορολογητέου εισοδήματος και δη δια της διογκώσεως των δαπανών από αναλώσιμα υλικά, όπως εν προκειμένω, κρίνεται και λογική και πλήρως αποδεδειγμένη. Ο κατηγορούμενος, τελούσε σε πλήρη γνώση της εικονικότητας των ενδίκων φορολογικών στοιχείων, αποδέχθηκε δε αυτά, προκειμένου να αλλοιώσει τα καθαρά κέρδη της επιχείρησής του, γεγονός που επέτυχε.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που συνιστούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι στη ... και στους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος αποδέχτηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Ειδικότερα, μετά από έλεγχο που διενήργησαν αρμόδιοι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας, διαπιστώθηκε ότι διατηρώντας ατομική επιχείρηση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού - φύλαξης κτιρίων με έδρα στην οδό ..., κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-2002 έως 17-11-2003 αποδέχτηκε και καταχώρησε στα βιβλία της επιχείρησης του τα ακόλουθα φορολογικά στοιχεία: α)Τρία δελτία αποστολής -τιμολόγια με αριθμούς ..., αξίας 5.245 Ευρώ πλέον ΦΠΑ, 944,10 Ευρώ, ... αξίας 4.760 Ευρώ πλέον Φ.Π.Α 856,80 Ευρώ και ... αξίας 4.755 Ευρώ πλέον ΦΠΑ 855,90 Ευρώ, εκδόσεως της επιχείρησης "Θ", χαρτικά-πλαστικά και απορρυπαντικά τα οποία ήταν εικονικά, καθώς αφορούσαν συναλλαγή ανύπαρκτη σύνολό της, διότι η φερόμενη ως "δότρια ουδέποτε είχε εμπορικές συναλλαγές με τον κατηγορούμενο το οποίο δεν γνώριζε ενώ οι αγορές της επιχείρησής της δεν δικαιολογούν πωλήσεις προς τον κατηγορούμενο του μεγέθους που αναφέρονται στα εκδοθέντα δελτία αποστολής εξεδόθησαν δε και τα αποδέχτηκε ο κατηγορούμενος προκειμένου να αλλοιώσει τα καθαρά κέρδη της επιχείρησής του, β) Κατά τη χρήση του 2002 αποδέχτηκε τα ακολούθα 21 δελτία αποστολής και 17 τιμολόγια πώλησης με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής συνολικής καθαρής αξίας 481.018,55 Ευρω πλέον Φ.Π.Α., ενώ κατά τη χρήση του 2003 αποδέχτηκε και έλαβε στην κατοχή του τα ακόλουθα 39 δελτία αποστολής συνολικής αξίας 495.251,70 πλέον Φ.Π.Α., εκδόσεως της επιχείρησης "Ζ": (Ακολουθεί κατάσταση με τα ως άνω τιμολόγια και δελτία αποστολής). Όλα τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά και οι εμφανιζόμενες συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες, καθώς στα 38 φορολογικά στοιχεία του έτους 2002 και σε 7 του έτους 2003 ως τόπος αποστολής φέρεται η έδρα της εκδότριας επιχείρησης, δηλαδή η οδός ..., όπου ποτέ δεν υπήρξε επαγγελματική εγκατάσταση ή χώρος στον οποίο θα μπορούσαν να αποθηκευτούν και να διακινούνται μεγάλες ποσότητες υλικών καθαρισμού. Περαιτέρω, το φερόμενο ως μεταφορικό μέσο των εμπορευμάτων ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εκδότη, δεν έχει τη δυνατότητα μεταφοράς του όγκου και του βάρους των υλικών καθαριότητας που φέρονται ότι πωλήθηκαν, το δε κόστος των ρολών χαρτιών υγείας που φέρεται ότι αγοράζει ο κατηγορούμενος από τον εκδότη Ζ υπερβαίνει κατά 460% το κόστος αγοράς από άλλους προμηθευτές, ενώ ο άνω εκδότης είχε επανειλημμένα και στο παρελθόν εκδώσει εικονικά φορολογικά στοιχεία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Σκοπός της αποδοχής των ανωτέρω εικονικών φορολογικών στοιχείων ήταν να εκπέσει η ελεγχόμενη επιχείρηση τον αναλογούντα ΦΠΑ, συνολικού ποσού 175.728,65 ευρώ, με αποτέλεσμα την μείωση του φορολογητέου εισοδήματος και τελικά του φόρου εισοδήματος για τα έτη 2002 και 2003". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δεκαοχτώ (18) μηνών. Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 του ΠΚ και 10, 19 και 21 του Ν. 2523/1997, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει: α) τα εικονικά τιμολόγια και δελτία αποστολής που αποδέχτηκε ο κατηγορούμενος, τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και τα οποία αναφέρονται το καθένα με τον αριθμό του, τη χρονολογία εκδόσεως και την αξία του και β) τη γνώση του κατηγορουμένου για την εικονικότητα των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων και, εκ περισσού, το σκοπό της αποδοχής τους. Ο αναιρεσείων προβάλλει τις ακόλουθες αιτιάσεις: α) ότι τα φορολογικά στοιχεία που αποδέχτηκε, αναφέρονται μόνο με τον αριθμό, τη χρονολογία εκδόσεως και την αξία του καθενός και δεν αναφέρεται το προς πώληση είδος, με αποτέλεσμα, αφενός να υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αφετέρου να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα, καθώς δεν προκύπτει η ταυτότητα των αναγνωσθέντων αυτών στοιχείων ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ποια συγκεκριμένα στοιχεία αναγνώσθηκαν και να μπορεί αυτός να ασκήσει το προβλεπόμενο από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμά του, β) ότι υπάρχει αντιφατική αιτιολογία, γιατί το Δικαστήριο ενώ δέχεται στο σκεπτικό ότι αυτός αποδέχθηκε 39 συνολικά δελτία αποστολής για τη χρήση του έτους 2003, τον κηρύσσει ένοχο για 7 δελτία αποστολής της χρήσεως αυτής και γ) ότι ενώ η ασκηθείσα ποινική δίωξη ήταν απαράδεκτη, αφενός γιατί για τη μηνυτήρια αναφορά που έχει το χαρακτήρα αιτήσεως διώξεως, δεν συντάχθηκε έκθεση κατάθεσής της κατά το άρθρο 41 του ΚΠΔ και αφετέρου γιατί η αναφορά υποβλήθηκε πριν περάσει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά της φορολογικής εγγραφής, παρά ταύτα το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και στην καταδίκη του και έτσι υπερέβη την εξουσία του. Επί των αιτιάσεων αυτών λεκτέα τα εξής: α) με την αναφορά του αριθμού, της χρονολογίας εκδόσεως και της αξίας του κάθε τιμολογίου και δελτίου αποστολής, προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του και μπορεί να διαγνωσθεί ποιο συγκεκριμένο φορολογικό στοιχείο αναγνώσθηκε, δεν είναι δε απαραίτητη για τον προσδιορισμό αυτόν και η αναφορά του εμπορεύματος που αφορά η συγκεκριμένη συναλλαγή, β) ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τα 39 δελτία αποστολής που αναφέρονται στο σκεπτικό, απλώς η απόφαση αναφέρει ότι σε 7 από τα δελτία αυτά αναφέρεται ως τόπος αποστολής η ..., όπου δεν υπήρχε σχετική επαγγελματική εγκατάσταση ή χώρος αποθήκευσης τόσο μεγάλων ποσοτήτων ειδών καθαρισμού, δηλαδή η αναφορά αυτή αποτελεί στοιχείο της εικονικότητας και των λοιπών δελτίων αποστολής και γ) όπως ήδη αναφέρθηκε, η μηνυτήρια αναφορά δεν έχει το χαρακτήρα αιτήσεως διώξεως ούτε απαιτείται για την άσκηση της ποινικής δίωξης για το έγκλημα για το οποίο πρόκειται, η πάροδος της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά της φορολογικής εγγραφής και έτσι δεν είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη. Επομένως οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμες και είναι επίσης αβάσιμοι και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Α' και Η' του ΚΠΔ που στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία πρέπει να μειωθούν στο μισό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1257.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-10-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 18895/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 19 του Ν. 2523/1997) - στοιχεία του εγκλήμα-τος. Στην ανωτέρω περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του αρμόδιου φορολογικού οργάνου, η οποία αναφορά δεν συνιστά αίτηση διώξεως της Αρχής ώστε να απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 41 του ΚΠΔ. Επαρκής προσδιορισμός της ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, ο οποίος αποδέχτηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 819/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυττέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Κωνσταντόπουλο, περί αναιρέσεως της 1501/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουτρέτση.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 770/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2 , 474 παρ. 2 , 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι , για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 του ΚΠΔ που προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ΚΠΔ και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος . Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή , και αν υπάρχει μεν αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Αν ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να είναι ορισμένος ο υπόψη αναιρετικός λόγος, καθίσταται δυνατή η περαιτέρω αυτεπάγγελτη έρευνα του Ακυρωτικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 511 του ΚΠΔ. Ανύπαρκτοι, ασαφείς, αόριστοι λόγοι και μη δεκτικοί δικαστικής εκτιμήσεως, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου. Δεν αποτελεί επίσης λόγο αναιρέσεως η επικαλούμενη εσφαλμένη ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, επειδή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 8/5/2009 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 1501/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών , με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά(7) μηνών για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά συρροή. Η αναίρεση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, διαλαμβάνει σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, τα εξής: "ασκώ αναίρεση κατά της με αριθμό 1501/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκα για κατά συρροή πρόκληση σωματικών βλαβών, από αμέλεια ,και ζητώ την απαλλαγή, για τους παρακάτω λόγους :1) Διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη και δεν αναφέρεται ρητά στις διατάξεις του νόμου, και 2) Διότι δεν ήμουν εγώ ο οδηγός του αυτοκινήτου, αλλά ο πατέρας μου ..., ο οποίος δήλωσε στο Εφετείο ότι αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο, ως ιδιοκτήτης του, και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε λάθος πρόσωπο. Με το περιεχόμενο αυτό, χωρίς την παραμικρή αναφορά σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας, ο παραπάνω λόγο αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8/5/2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1501/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα εκ πεντακοσίων(500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για σωματικές βλάβες από αμέλεια, κατά συρροή. Ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτος, και απορριπτέος, ως παντελώς αόριστος κατά δε το μέρος που με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 818/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 979/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ιταλική τράπεζα με την επωνυμία "BANCA INTESA SpA", που εδρεύει στο ...και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.7.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1086/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 411/22.12.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αρ. 144/13-7-2009 (ενώπιον της αρμοδίας Γραμματέως Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., 1ο χλμ. ..., ασκηθείσα (κατόπιν εξουσιοδοτήσεως) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ιωαννίδη, κατά του υπ'αρ. 979/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα:
Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το υπ'αρ. 263/2008 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όπως δικασθεί για α) πλαστογραφία μετά χρήσεως με όφελος άνω των 73.000 ευρώ, β) απάτη από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερέβη τις 73.000 ευρώ (1, 13γ, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1-3, 386 παρ. 1 + 3β Π.Κ.). Έπειτα από έφεση που άσκησε κατά του άνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος εξεδόθη το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσή του και επεκυρώθη το εκκληθέν. Το ίδιο επίσης βούλευμα διόρθωσε τον τόπο τελέσεως της α' πράξεως ορίζοντας ως τόπο τελέσεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας την ... και απέρριψε αιτήματα αυτοπροσώπου εμφανίσεως και διενέργειας περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως.
ΙΙ) Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (αρ. 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 ΚΠΔ) αφού ασκήθηκε διά πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών την 13-7-2009 ημέρα Δευτέρα η δε επίδοση του προσβαλλομένου είχε λάβει χώρα την 2-7-2009 στον κατηγορούμενο και περιέχει συγκεκριμένους λόγους (αρ. 474 παρ. 2 ΚΠΔ): α) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ενόψει αντιφάσεων, ασαφειών και λογικών κενών. Ότι το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών με την ενσωματωμένη σ'αυτό πρότασή του αναφέρεται σε αξιολογήσεις της συμπεριφοράς του κατά χρονικό στάδιο που έπεται της αποδιδομένης σε βάρος του τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας και απάτης και όχι ενόψει αυτών, δηλαδή προ ή κατά την τέλεσή τους, αποκλείοντας τις σε βάρος του κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα καθιστώντας παντελώς αναιτιολόγητα αυτό και ως εκ τούτου αναιρετέο, παραθέτοντας εν συνεχεία ειδικότερες κρίσεις επί των παραδοχών, β) Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως διότι η αποδιδομένη σ'αυτόν απάτη κακουργηματικού χαρακτήρα (λόγω ποσού) συνιστά αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και κατόπιν, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, ήτοι πάροδος πενταετίας από της αποδοχής δηλ. από την 24-4-2003 έως σήμερα ενόψει του ότι το εκκαλούμενο βούλευμα δεν έχει καταστεί αμετάκλητο.
ΙΙΙ) α) Η απαιτούμενη από τα άρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρώσεων) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (ΑΠ 1307/2004, ΑΠ 2090/2005).
Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π. Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π. Δ/σύνη 2006/732).
β) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 9/2001), όταν δηλ. το συμβούλιο υπάγει τα πραγματικά περιστατικά στην έννοια του νόμου, τα οποία όμως υπάγονται σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση ( Α.Π. 727/88, Α.Π. 179/87, Ποιν. Χρ. 1987/5, 07).
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου ( Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2043/85 Π. Χρ. 1986/368, Β. Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του ποινικού νόμου" σελ. 12-13, 42-43, 50).
ΙV) Α) Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ( η παρ. 3 αρ. 216 Π.Κ. ως ετροποποιήθη με αρ. 14 Ν. 2721/99 και ισχύει από 3-6-1999). Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστου ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με αποσόβηση μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για την θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ (Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π. Κ. έκδοση Γ υπ' αρ. 216 σελ. 556 επόμ., Γάφου Ειδ. Ποινικό, Τεύχος Β σελ. 79 επ. Α.Π. 1320/2005 Ποιν. Δ/σύνη 2006 σελ. 120, Α.Π. 1146/2006 Ποιν. Δ/σύνη 2006 σελ. 1466). Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξ αρχής κατάρτιση εγγράφου, από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας ή της αποδεικτικής του ισχύος με μεταβολή του περιεχομένου του με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων αριθμών ή σημείων υποκειμενικά δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει την γνώση και την θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επί πλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπός του δράστη όπως με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος (Α.Π. 224/2001 Π.Χρ. ΝΒ 426).
Επί πλαστογραφίας που τελείται με την μορφή της καταρτίσεως πλαστού εγγράφου, αμέσως παθών είναι ο φερόμενος ως εκδότης του πλαστού εγγράφου καθώς και ο ζημιούμενος από την χρήση του (Α.Π. 1715/2005 Ποιν. Δικ/σύνη 2006 σελ. 394). Εκδότης είναι το πρόσωπο από το οποίο φέρεται ότι προέρχεται το έγγραφο, δηλ. το πρόσωπο που υπογράφει το έγγραφο, αφού δεν είναι νοητό, συνήθως έγγραφο χωρίς υπογραφή, εκτός αν από το περιεχόμενό του καθίσταται εμφανής ο εκδότης (Τούσης-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. αρ. 216 αρ. 8).
Β) Έγγραφο είναι κατά την διάταξη του αρ. 13 εδαφ. γ' Π.Κ. κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός (Γάφου Ειδ. Ποινικό, Τεύχος Β "η έννοια του εγγράφου σελ. 71-78, Α.Π. 725/2000 Π. Χρ. ΝΑ/59, Α.Π. 1389/97 Π.Χρ. ΜΗ/480). Προέχουσα είναι η εγγυητική λειτουργία του εγγράφου, που συνίσταται στον προσδιορισμό του προσώπου που δεσμεύεται από το έγγραφο (Μαργαρίτη Ερμ. Π.Κ. έκδοση Β υπ' αρ. 216 σελ. 523 περ.6). Η πλαστογραφία ή η χρήση πλαστού εγγράφου συρρέει αληθώς με την τετελεσμένη απάτη γιατί κάθε μία πράξη είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά, δεν αποτελεί δε η μία στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση της άλλης, ούτε αναγκαίο μέσο τελέσεώς της (Α.Π. 867/2006 Π.Χρ. ΝΖ/240, Α.Π. 1265/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/228).
Γ) Κατά την διάταξη του άρ. 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη (ΑΠ 430/2000 Π.Δ/σύνη 2000/790, ΑΠ 985/2000 Π.Χρ. ΝΑ/232, ΑΠ 1034/2000 Π.Χρ. ΝΑ/259, Α.Π. 2228/2007 Π.Χρ. ΝΗ/2008). Η βλάβη αποτελεί προϋπόθεση τελέσεως της απάτης (Α.Π. 1924/97 Π. Χρ. ΜΗ/648), ως τέτοια νοείται η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση (κατά την δράση ή τρίτου) προς ανόρθωσή της (Α.Π. 382/2006 Π Χρ. ΝΣΤ/899). Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρ. 386 Π.Κ. νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (Α.Π. σε Συμβ. 2228/2007 Π.Χρ. ΝΗ/809, ΑΠ σε Συμβ. 5/2001 Π.Χρ. ΝΑ/591). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει ουσιαστικά περιστατικά της πράξεως και θέλει να τα παραγάγει. Πρέπει ο δόλος να περιλαμβάνει όχι μόνο όλα τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που προαναφέρθηκαν, αλλά και την μεταξύ τους ουσιώδη σχέση. Η διατύπωση της διατάξεως "εν γνώσει" υποδηλώνει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και δεν επιτρέπει την παραδοχή ενδεχόμενου δόλου ως προς το ψευδές της παραστάσεως, αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως αρκεί και ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 172/2002 Ποιν. Δ/σύνη 2002/844 που αποκλείει τον ενδεχόμενο δόλο, ενώ αντιθέτως Τούσης - Γεωργίου Ερμ. ΠΚ υπ'αρ. 386 παρ. 26 δέχονται ενδεχόμενο δόλο ως προς όλα τα στοιχεία).
Εξ άλλου κατά την παράγραφο 3 εδαφ. β ιδίου αρ. 386 όπως αντικ. με το άρ. 14 παρ. 4 Ν 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
V) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική Πρόταση, η οποία καλύπτει και το στοιχείο μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (Α.Π. 861/2004 Π.ΧΡ. ΝΕ/408) αφού προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν από την κύρια ανάκριση και ειδικότερα τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου αλλά και με όσα εξέθεσε ο εκκαλών στους λόγους εφέσεώς του εδέχθη ότι κατά την κρίση του προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 17 Απριλίου 2003 περί ώρα 10:40 περιήλθε στην ιταλική τράπεζα με την επωνυμία "BANCA INTESA S.p.A." που εδρεύει στο ..., νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον ΑΑ, τραπεζικό υπάλληλο, κάτοικο Αθηνών και στο Υποκατάστημα της Vicenza Ιταλίας, σχετική εντολή, μέσω τηλεομοιοτυπίας, που έφερε ως ενδείξεις προελεύσεως τον αριθμό τηλεομοιοτυπικής συσκευής ... και αποστολέα τον οίκο MARZOTTO S.p.A. TESORERIA, γραμμένη σε επιστολόχαρτο της πελάτιδος VALENTINO S.p.A. που ανήκει στον Όμιλο MARZOTTO S.p.A. Με την εντολή αυτή εδίδοντο οδηγίες στην ανωτέρω τράπεζα όπως προβεί και διενεργήσει έμβασμα ευρώ εννιακοσίων είκοσι έξι χιλιάδων εξακοσίων πέντε και 0,4 (€926.605,04) υπέρ "Χ-M.M. SALES EUROPE". To εν λόγω έμβασμα θα έπρεπε να διενεργηθεί με πίστωση του προαναφερομένου ποσού στο λογαριασμό αριθ. ... του εκκαλούντος κατηγορουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., υποκατάστημα ...-... (ΚΩΔ. SWIFT PIRB GR ΑΑ-ΚΩΔ. GR ...) τον οποίο είχε ανοίξει ο ανωτέρω στις 30-10-2002 με αιτιολογία: Payment Contract (δηλαδή Πληρωμή Συμβολαίου) αριθ. ΑΑ .../03 S.p.A. (βλ. σχετικό 2).
Αμέσως μετά τη λήψη του προαναφερομένου τηλεομοιοτυπικού μηνύματος, δηλαδή ώρα 10.55, το υποκατάστημα της τράπεζας στη Vicenza έλαβε τηλεφώνημα από κάποιον ΒΒ ο οποίος, υποστηρίζοντας ότι τηλεφωνεί για λογαριασμό της Valentino S.p.A., ερώτησε εάν είχε ληφθεί το εν λόγω τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, ζητώντας έτσι την εκτέλεση του. Το υποκατάστημα της τράπεζας στη Vicenza, στη συνέχεια, προχώρησε την ίδια ημέρα (17 Απριλίου 2003) στην εκτέλεση του εμβάσματος που ζητήθηκε υπέρ του "Χ-M.M. Sales Europe", δηλαδή του κατηγορουμένου, μέσω πιστώσεως του προαναφερομένου ποσού των ευρώ 926.605,04 στον λογαριασμό του στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη ..., με τα στοιχεία που αναφέρονται ανωτέρω.
Στη συνέχεια, όμως, και συγκεκριμένα στις 24 Απριλίου 2003, εκπρόσωποι της εταιρείας VALENTINO S.p.A. πληροφόρησαν το υποκατάστημα στη Vicenza Ιταλίας της BANCA INTESA S.p.A. ότι η εντολή για το εν λόγω έμβασμα δεν είχε προέλθει από την εταιρία τους και ότι οι υπογραφές που είχαν τεθεί στο τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, αν και αντιστοιχούσαν σε εκείνες των πληρεξουσίων της εταιρείας VALENTINO S.p.A. (σχετικό 3), στην πραγματικότητα δεν είχαν τεθεί από αυτούς αλλά ήταν αποτέλεσμα συρραφής (κολάζ), από το οποίο προήλθε το πλαστό έγγραφο που καταρτίστηκε από τον κατηγορούμενο στη ... και απεστάλη από τον ίδιο (μέσω) συνεργών του) με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, όπως προαναφέρθηκε, στις 17-4-2003 και ώρα 10:40 στο υποκατάστημα BANCA INTESA S.p.A. στη Vicenza Ιταλίας. Περαιτέρω, την ίδια ημέρα στις 24-4-03 και ώρα 16:40 Ιταλίας και 15:40 Ελλάδας, η BANCA INTESA S.p.A. απέστειλε μήνυμα SWIFT στην τράπεζα Πειραιώς, με το οποίο ζητούσε την ακύρωση του παραπάνω εμβάσματος λόγω πλαστότητας και επιπλέον ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων. Το αίτημα αυτό δεν είχε θετική έκβαση δεδομένου ότι, όπως εν συνεχεία προέκυψε, το ποσό που ήταν το αντικείμενο του εμβάσματος είχε εν τω μεταξύ αναληφθεί από τον ανωτέρω κατηγορούμενο κατά την διάρκεια του συναλλακτικού ωραρίου της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. στις 24-4-2003. Συγκεκριμένα, έκανε ανάληψη αρχικά 80.000 ευρώ και ύστερα από πέντε λεπτά άλλων 20.000 ευρώ από το υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στη ... (οδός ...). Επιπλέον, έλαβε από το παραπάνω υποκατάστημα επιταγή που εκδόθηκε σε διαταγή του, ύψους 828.000 ευρώ, την οποία εξαργύρωσε αργότερα την ίδια μέρα, εντός του ωραρίου συναλλαγών στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. στην ... .
Ο κατηγορούμενος δεν ηδυνήθη να αποσείσει βασίμως την εις βάρος του κατηγορία ισχυριζόμενος ότι είναι επιχειρηματίας, έχει μία επιχείρηση στις ... σε έκταση 7 στρεμμάτων και συγχρόνως ασκεί και το επάγγελμα του σκηνογράφου. Η επιχείρηση είναι πολυχώρος, έχει εστιατόριο, σνακ μπαρ, καφετέρια, πισίνα κτλ. και ότι του δημιουργήθηκαν οικονομικά προβλήματα τα οποία προσπαθούσε να τα αντιμετωπίσει. Κατά καιρούς έψαχνε για συνεταίρους μέσω εφημερίδων και μεσιτικών γραφείων για να πουλήσει την επιχείρηση ή για να κάνει συνεργασία. Ότι το 2003 το Μάρτιο ήρθαν δύο άντρες (ο ένας του συστήθηκε ως ΓΓ και ο άλλος ως ΔΔ) και του είπαν ότι αναζητούν στην περιοχή επιχειρήσεις για να επενδύσουν και η συγκεκριμένη περιοχή τους ενδιέφερε επειδή ήταν πολύ αποδοτική τουριστικά. Ότι μίλησε μαζί τους για τη δυνατότητα ανάπτυξης στην περιοχή ενός πολυχώρου δηλ. ενός θεματικού πάρκου τύπου Ντίσνειλαντ και αυτοί έδειξαν ενδιαφέρον ισχυριζόμενοι ότι εκπροσωπούν μια μεγάλη ιταλική επενδυτική εταιρεία που ασχολείται με τουριστικές επενδύσεις και συγκεκριμένα τη Βαλεντίνο ΣΠΑ. Αφού τους έδωσε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου του είπαν ότι θα επικοινωνήσουν αργότερα μαζί του. Ότι αργότερα του τηλεφώνησαν οι παραπάνω και τον ρώτησαν το ακριβές κόστος της επενδύσεως και αυτός τους απάντησε ότι χρειάζονται 1.800.000 ευρώ για να ολοκληρωθεί όλο το έργο. Αυτοί του απάντησαν ότι θα επικοινωνήσουν με την εταιρεία που εκπροσωπούσαν, δηλαδή τη Βαλεντίνο ΣΠΑ, και θα επικοινωνούσαν πάλι μαζί του για να του απαντήσουν. Ότι το τηλεφώνημα αυτό έγινε στις αρχές Απριλίου 2003 και κανονίστηκε ραντεβού στις 10 Απριλίου προκειμένου να υπογραφεί ένα προσύμφωνο. Πραγματοποιήθηκε η συνάντηση, υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό και συμφώνησαν όπως αυτός (κατηγορούμενος) λάβει δύο πόστα του εστιατορίου και του καφέ και το 50% της επιχείρησης, ενώ η άλλη πλευρά το υπόλοιπο 50% και τα έσοδα από την είσοδο των εισιτηρίων και την εκμετάλλευση του πολυχώρου. Ότι στις 17-4-2003 του τηλεφώνησε ο ΔΔ και του είπε ότι γίνονται οι ενέργειες να σταλούν τα χρήματα στο λογαριασμό του στην τράπεζα Πειραιώς, στις δε 23-4-2003 τον ενημέρωσε τηλεφωνικά η τράπεζα Πειραιώς ... ότι έχουν πιστωθεί στο όνομα του 926.000 ευρώ περίπου. Ότι την παραμονή της αναλήψεως των χρημάτων, δηλαδή στις 23-4-2003 τηλεφώνησε σε αυτόν με απόκρυψη ο ΔΔ και, αφού του ανέφερε ξανά ότι έχουν πιστωθεί τα χρήματα, άρχισε να του κάνει μία συζήτηση που αφορούσε την οριστική συμφωνία για το ποσοστό συμμετοχής στην επιχείρηση-επένδυση που επρόκειτο να γίνει. Συγκεκριμένα ο ΔΔ, σε αντίθεση με όσα προφορικά αρχικά είχαν συμφωνήσει, του ζητούσε να πάρει η Βαλεντίνο Σπα το 85% της επιχείρησης. Αυτός δε αρνήθηκε και του δήλωσε ότι η συνεργασία διαλύεται. Ότι απάντησε έτσι κατόπιν ενδιάμεσων διαβουλεύσεων που είχε με το δικηγόρο του ΕΕ, ο οποίος τον συμβούλεψε να τους επιστρέψει άμεσα τα χρήματα μόλις τα παραλάβει. Την επόμενη μέρα 24-4-03 μετέβη με το ΕΕ στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη ..., έκανε ανάληψη 80.000 ευρώ και 20.000 ευρώ και για τα υπόλοιπα χρήματα εκδόθηκε τραπεζική επιταγή σε διαταγή του, την οποία εξαργύρωσε αυθημερόν στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην ... στο Σύνταγμα, ... αρ.20.
Αφού πήρε όλα τα χρήματα, έδωσε ραντεβού με τον ΔΔ στην επιχείρηση του στις ... και το απόγευμα της 24-4-03 αυτός εμφανίστηκε εκεί με τον ΓΓ και ένα άλλο άτομο αγνώστων λοιπών στοιχείων. Ότι υπήρξε μία διαφωνία για το ποιος ευθύνεται για το σπάσιμο της συμφωνίας και για το θέμα της ποινικής ρήτρας, οπότε αυτός, επειδή είδε ότι τα πράγματα ήταν επικίνδυνα, όχι μόνο λόγω του απειλητικού ύφους του αγνώστου άντρα αλλά και επειδή και οι άλλοι είχαν άγριες διαθέσεις, υπεχώρησε και έδωσε όλα τα χρήματα. Ισχυρίζεται ότι δεν είχε επικοινωνήσει πριν την επιστροφή των χρημάτων με το διευθυντή της Τράπεζας Πειραιώς στη ... ΣΤ, ο οποίος την επόμενη ημέρα της επιστροφής τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να επιστρέψει τα χρήματα, ενώ ο ίδιος του απάντησε ότι η συναλλαγή έχει ολοκληρωθεί και ότι δεν είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει τα χρήματα στην τράπεζα. Τέλος, εκθέτει ότι δεν γνωρίζει κάποιον ΒΒ, δεν έχει πάει ποτέ στην Ιταλία και δεν γνωρίζει ιταλικά, ενώ δεν ξανασυνάντησε ούτε άκουσε τίποτε για τον ΓΓ και τον ΔΔ, αυτοί εξαφανίστηκαν και δεν ξέρει καν αν τα ονόματα που του έδωσαν ήταν αληθινά".
Είναι προφανές ότι πρόκειται για ανεδαφικούς ισχυρισμούς και εξιστόρηση σεναρίων, που ασφαλώς δεν μπορούν να πείσουν οιονδήποτε. Ειδικότερα: Γεννάται κατ' αρχάς, εύλογα, το ερώτημα: πώς ο κατηγορούμενος συνεβλήθη με δύο πρόσωπα που ήλθαν "από το πουθενά" και δεν εγνώριζε ούτε καν τα στοιχεία τους για μια τόσο μεγάλη επιχείρηση με τέτοιο ύψος ποσού επενδύσεως. Αλλά και το κυριότερο, αυτά τα δύο άγνωστα στην ουσία πρόσωπα, πώς ήταν δυνατόν να εμπιστευτούν ένα επίσης άγνωστο σε αυτούς πρόσωπο (τον κατηγορούμενο) και να του στείλουν ένα τόσο μεγάλο ποσό και μάλιστα από την Ιταλία, χωρίς καμία εγγύηση εκ μέρους του προς κατοχύρωση τους. Δηλαδή, κατά τον κατηγορούμενο, του απεστάλη σχεδόν ένα εκατομμύριο ευρώ, ως προκαταβολή για να κατασκευάσει στο μέλλον θεματικό πάρκο στην παραλία ... στην Εύβοια συνυπογράφοντας ένα απλό ιδιωτικό συμφωνητικό, σχεδόν μιας σελίδος, με αντισυμβαλλόμενο κάποιον ΓΓ, ως δήθεν εκπρόσωπο της εταιρίας "VALENTINO S.P.A." και χωρίς καν βεβαιωμένο από κάποια αρχή το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλομένων. Χωρίς βεβαίως να υπάρχει και κάποια εξουσιοδότηση προς τον ως άνω ΓΓ από την ανωτέρω εταιρία που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε και μάλιστα για μια τέτοια μεγάλη επένδυση. Αντιθέτως, προέκυψε ότι ο ανωτέρω ενήργησε επί τη βάσει ενός καλά οργανωμένου σχεδίου προκειμένου ο ίδιος (αλλά και άλλοι συνεργοί του) να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα: 1) Θέλοντας να πείσει τους υπαλλήλους της τράπεζας Πειραιώς (οι οποίοι θεωρούσαν ύποπτη την παραπάνω συναλλαγή-ανάληψη, λόγω και του ύψους της, αλλά και του διεθνούς της χαρακτήρα, αλλά και του προσώπου του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν ήταν γνωστός σ1 αυτούς) φρόντισε να παρουσιαστεί στο υποκατάστημα της άνω τράπεζας στη ... με δικηγόρο τον ήδη αποβιώσαντα ΕΕ, ο οποίος ήταν από τους σημαντικούς πελάτες του άνω καταστήματος της τράπεζας, όπου έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης και ο οποίος εγγυήθηκε προφορικά για το ποιος ήταν ο παραλήπτης του άνω εμβάσματος αίροντας έτσι καταρχήν τους όποιους ενδοιασμούς των τραπεζικών υπαλλήλων.
2) Ανοιξε τον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό (αριθ. ...) στις 30-10-2002, στην Τράπεζα Πειραιώς Α. υποκατάστημα ... (οδός ...), μόλις λίγους μήνες πριν την τέλεση των υπό κρίση αξιοποίνων πράξεων (με ποσό 4.000 €) προς εξυπηρέτηση δήθεν των επιχειρηματικών του συναλλαγών. Αφού έκανε δύο αναλήψεις από χίλια ευρώ εκάστη ακολούθησε (την 24-4-2003) η κρίσιμη συναλλαγή, ενώ μετά από αυτή ουδεμία αξιόλογη κίνηση του λογαριασμού έλαβε χώρα.
3) Ενώ επέδειξε μεγίστη επιμέλεια, παρουσιαζόμενος στον άνω υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς με δικηγόρο προκειμένου να εισπράξει το άνω ποσό (926.000 ευρώ περίπου), δεν έπραξε το ίδιο προκειμένου να εξακριβώσει την πραγματική ταυτότητα των αντρών, οι οποίοι δήθεν, κατά τους ισχυρισμούς, του εκπροσωπούσαν την άνω εταιρεία (VALENTINO S.P.A.), ούτε απευθύνθηκε στην τελευταία για να εξακριβώσει την αλήθεια των ισχυρισμών τους.
4) Έσπευσε να αναλάβει το παραπάνω ποσό αμέσως μόλις αυτό ήταν διαθέσιμο (την 24-4-2003) και μάλιστα ολόκληρο (το ποσό των 100.000 ευρώ από το υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στη ... και το υπόλοιπο από το κεντρικό κατάστημα της ίδιας τράπεζας στην Αθήνα), προτού γίνουν αντιληπτές οι άνω αξιόποινες πράξεις. Ο ισχυρισμός του ότι επιθυμούσε να επιστρέψει τα χρήματα στους αντισυμβαλλόμενους του (ΓΓ και ΔΔ), οι οποίοι δήθεν εκπροσωπούσαν την εταιρεία VALENTINO S.P.A., δεν αντέχει στη κοινή λογική, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο (επιστροφή των χρημάτων) θα μπορούσε να το πράξει με πολύ μικρότερο κίνδυνο γι' αυτόν, δηλαδή λογιστικά μέσω της ίδιας τράπεζας, απ' όπου εισέπραξε τα χρήματα και χωρίς να χρειαστεί να έχει στη κατοχή του τόσο μεγάλο ποσό, το οποίο μάλιστα μετέφερε από την ... τη ... . Κατά πάσα περίπτωση, αφού, όπως ισχυρίζεται, η συμφωνία ναυάγησε πριν καταβληθούν τα χρήματα (καθόσον η άλλη πλευρά ήθελε μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής), τότε γιατί δεν τους διεμήνυσε να μην αποστείλουν το συμφωνηθέν ποσό, αλλά, αντιθέτως, ανέμενε να το παραλάβει πρώτα και μετά δήθεν να το επιστρέψει:
5) Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του συνάντησε δήθεν τους ΓΓ και ΔΔ την ίδια ημέρα (24-4-2003) το απόγευμα στη επιχείρηση του στις ..., όπου παρουσία δήθεν του ήδη αποβιώσαντος ΕΕ, τους επέστρεψε το άνω ποσό. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως αβάσιμος και διατυπώνεται προκειμένου να δικαιολογήσει την μη επιστροφή των χρημάτων, αφού στην τράπεζα Πειραιώς ήδη από το απόγευμα της ίδιας ημέρας (24-4-2003), έχοντες ενημερωθεί σχετικά, είχαν αρχίσει να αναζητούν το άνω ποσό.
6) Τέλος, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η υπόθεση απησχόλησε την Ιταλική Δικαιοσύνη, με τη δε υπ' αρ. 2112/22-2-2007 απόφαση του Τακτικού Δικαστηρίου του Μιλάνου (VIII Ποινικό Τμήμα). δράστες (και) της υπό κρίση υποθέσεως συνελήφθησαν και καταδικάστησαν (βλέπε στην απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που μας διεβιβάσθη κατόπιν αιτήματος δικαστικής συνδρομής).
Συνεπώς, διατείνεται ο κατηγορούμενος, "... υφίσταται καταδικαστική απόφαση σε βάρος των αληθών υπαιτίων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, για την ίδια υπόθεση για την οποία ο ίδιος κατηγορείται, οι δε ασχοληθείσες διωκτικές και δικαστικές αρχές (της Ιταλίας) δεν προσήψαν το παραμικρό σε βάρος του, καίτοι ερεύνησαν ενδελεχώς την αυτήν ακριβώς υπόθεση ..." (βλέπε στους λόγους εφέσεως, σελ. 2).
Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς στην ανωτέρω απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου γίνεται μνεία και για τον κατηγορούμενο, στο όνομα του οποίου κατετέθη το αναφερθέν ποσό, στοιχείο που επιρρωνύει την εμπλοκή του στην εν λόγω υπόθεση (βλ. σελίδα 5 της αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου). Το γεγονός δε ότι η Ιταλική Δικαιοσύνη "δεν επεξέτεινε την ποινική δίωξη και σε βάρος του κατηγορουμένου, ή ότι δε ζήτησε επίσημα τη συνδρομή των ημεδαπών δικαστικών αρχών", όπως διατείνεται ο κατηγορούμενος στους λόγους εφέσεως του, τούτο δεν σημαίνει ότι υφίσταται και "δεδικασμένο" υπέρ της αθωότητος αυτού για την εμπλοκή του στην υπό κρίση υπόθεση. Εξάλλου επελήφθησαν ούτως ή άλλως οι ημεδαπές δικαστικές αρχές ενόψει της υπό κρίση αυτοτελούς μηνύσεως που υπέβαλε η ανωτέρω παθούσα αλλοδαπή τράπεζα, ως εδικαιούτο, ουδόλως δε κωλύεται η έρευνα της υποθέσεως και η άσκηση ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου από τις Ελληνικές Αρχές, αφού δεν συντρέχει κάποιος λόγος που να αποκλείει αυτήν, κατά τα εις το άρθρο 9 Π.Κ. οριζόμενα.
Ενόψει των όσων εξετέθησαν προέκυψαν πλέον ή επαρκείς ενδείξεις περί του ότι ο κατηγορούμενος (μόνος ή κατά συναυτουργία με άλλους) τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες εδιώχθη ως οι έννοιες αυτές ανεπτύχθησαν ανωτέρω. Συγκεκριμένα, στη ..., κατήρτισε περί τα μέσα Απριλίου 2003 το εν λόγω τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, στο οποίο πλαστογράφησε τις υπογραφές των εντεταλμένων για τη διαχείριση του τραπεζικού χρήση του, στις 17 Απριλίου 2003, έπεισε το υποκατάστημα της Τράπεζας με την επωνυμία BANCA INTESA S.P.A. στη Vicenza Ιταλίας, να προβεί στην αποστολή του εμβάσματος στο λογαριασμό του κατηγορουμένου στην ενταύθα Τράπεζα Πειραιώς με αντίστοιχη χρέωση του λογαριασμού της εν λόγω εταιρίας, σκοπεύοντας να προσκομίσει στον εαυτό του (και σε άλλους) περιουσιακό όφελος, ύψους 926.605,04 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη της εν λόγω τράπεζας, η οποία είχε εν τέλει και την ευθύνη, αφού η εταιρεία "VALENTINO S.P.A." την ενημέρωσε ότι ουδέποτε έδωσε τέτοια εντολή. Συγχρόνως υπέπεσε και στο έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, καθόσον απέστειλε (μέσω συνεργών του) το ως άνω πλαστό τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, στο υποκατάστημα της ως άνω τράπεζας ως γνήσιο δήθεν και υπογεγραμμένο από τους εντεταλμένους για τη διαχείριση του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρία VALENTINO S.P.A. παριστώντας έτσι εν γνώσει του ψευδώς στους υπαλλήλους της ανωτέρω τράπεζας ότι αυτό αποτελούσε αληθινή και γνήσια εντολή της εταιρίας αυτής για την πραγματοποίηση εμβάσματος ποσού 926.604,04 ευρώ σε πίστωση του λογαριασμού του στην Ελλάδα, απ' όπου και ανέλαβε το σύνολο του ποσού που εστάλη με το έμβασμα, από τους παραπλανηθέντες ως άνω υπαλλήλους της τράπεζας, προκαλώντας έτσι ισόποση ζημία στην εγκαλούσα αλλοδαπή τράπεζα με αντίστοιχη δική του (και των συνεργών του) ωφέλεια.
Ορθώς, συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών εξετίμησε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, ως αυτά εξετέθησαν ανωτέρω και τα οποία εδέχθη στο σκεπτικό του και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, παραπέμποντας τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου.
Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η κρινόμενη έφεση του. Προσέτι δε δέον όπως διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τον τόπο τελέσεως της πλαστογραφίας, ο οποίος ως προκύπτει από το όλο σκεπτικό του βουλεύματος, είναι η πόλη της ..., εκ παραδρομής δε, προφανώς, δεν ετέθη η πόλη αυτή στο διατακτικό αυτού και εγράφη "σε άγνωστο τόπο".
Συνεπώς, δέον όπως στην αρχή του διατακτικού αμέσως μετά το στοιχείο Α), αντί των λέξεων "Σε άγνωστο κατά την ανάκριση τόπο", τεθεί η λέξη "Στη ...". Τέλος, επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως τούτο διορθώθηκε ως προς όλες τις διατάξεις του και επιβληθούν στον ανωτέρω εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα εκ (220) ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 583 Κ.Π.Δ. ως ισχύει σήμερον.
Συνεισάγω την από 4-2-2009 αίτηση του εκκαλούντος ... περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως του ενώπιον του Συμβουλίου σας κατά άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ και εκθέτω τα εξής: Ήδη ο εκκαλών κατηγορούμενος με το απολογητικό του υπόμνημα, με έγγραφα που προσεκόμισε αλλά και με το επί της εφέσεως υπόμνημα του όπου λεπτομερώς ανέπτυξε τους λόγους εφέσεως του, είναι σαφές ότι έχει εκφράσει πλήρως τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του επί της υποθέσεως, έτσι ώστε να μην υφίσταται λόγος κάποιας περαιτέρω επεξηγήσεως ή διευκρινίσεως επί ορισμένου ζητήματος.
Συνεπώς δεν συντρέχει λόγος αυτοπρόσωπου εμφανίσεως του στο Συμβούλιο σας για περαιτέρω ανάπτυξη των ισχυρισμών του. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του.
VI) Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος (263/2008) του Συμβουλίου Πλημ/κών Χαλκίδας, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εν λόγω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1+3, 386 παρ. 1+3β Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δια την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν ανάγκη να διαληφθούν επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα:
Αναφέρει ότι την 17-4-2003 περιήλθε στην Ιταλική Τράπεζα "BANCA INTESA S.P.A." που εδρεύει στο ... εντολή μέσω τηλεομοιοτυπίας μήνυμα στο οποίο υπήρχαν πλαστογραφημένες υπογραφές με την μέθοδο συρραφής (κολάζ) το οποίο έτσι φαινόταν ότι ήταν γνήσιο και προερχόμενο από την εταιρεία VALENTINO S.P.A. η οποία έδιδε εντολή στην άνω Τράπεζα να εμβάσει το ποσό των 926.604,04 ευρώ σε πίστωση λογαριασμού του κατηγορουμένου στην Ελλάδα και δη στο Υποκατάστημα Τράπεζας Πειραιώς στην Χαλκίδα στον Κωδικό SWIFT PIRB GR AA ΚΩΔ. GR ... τον οποίο είχε ανοίξει ο ίδιος στις 30-10-2002 με αιτιολογία PAYMENT CONTRACT (δηλ. Πληρωμή συμβολαίου) αρ. ΑΑ .../03 S.P.A. Το αληθές είναι ότι οι πληρεξούσιοι της Εταιρείας VALENTINO S.P.A. δεν είχαν υπογράψει ούτε είχαν δώσει εντολή πιστώσεως του λογαριασμού του κατηγορουμένου με το άνω ποσό. Το βούλευμα (ενόψει αντιρρήσεων του κατηγορουμένου) εξηγεί ότι τόπος καταρτίσεως του εγγράφου ήταν η ... και κατά τούτο διόρθωσε το διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος. Οι υπάλληλοι της Ιταλικής Τράπεζας παραπλανήθηκαν από τον κατηγορούμενο, επείσθησαν για την γνησιότητα της εντολής και επίστωσαν το ποσό στον λογαριασμό του και αυτός το πρωί της 24-4-2003 μετέβη στο Υποκατάστημα και προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις του ποσού, ως ειδικώς εκτίθεται στο βούλευμα, σκοπούσε δε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το άνω ποσό με αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας και από τις σκέψεις του εν λόγω βουλεύματος προκύπτει ότι τα άλλα παρανόμως ωφεληθέντα άτομα δεν κατέστη εφικτό να ανακαλυφθούν.
Το βούλευμα με αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση αποκρούει με επάλληλες σκέψεις τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου προς αντίκρουση της κατηγορίας, δέχεται ότι ενήργησε βάσει οργανωμένου σχεδίου εξηγεί πως έπεισε και τους υπαλλήλους της Τράπεζας Πειραιώς οι οποίοι θεωρούσαν ύποπτη την συναλλαγή-ανάληψη (λόγω και του ύψους της, αλλά και του διεθνούς της χαρακτήρα, αλλά και του προσώπου του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν ήταν γνωστός σε αυτούς), ότι έσπευσε να παραλάβει αμέσως όλο το πόσο, αντικρούει τον ισχυρισμό ότι επιθυμούσε να επιστρέψει τα χρήματα στους αντισυμβαλλομένους του (ΓΓ και ΔΔ) οι οποίοι του είχαν ζητήσει (κατ' αυτόν) συνεργασία για επένδυση σε περιοχή της ... (...) και εκτιμά τον ισχυρισμό του ως δικαιολογία για να μην επιστέψει τα χρήματα, δεδομένου ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας (24-4-2003) η Ιταλική Τράπεζα ενημέρωσε την Τράπεζα Πειραιώς να μην προβεί στην απόδοση του ποσού πιστώσεως διότι εν τω μεταξύ πληροφορήθηκαν από την VALENTINO S.P.A. ότι η εταιρεία δεν είχε σχέση (δεν είχε αποστείλει) την τηλεομοιοτυπική εντολή στην BANCA INTESA για την αποστολή του εμβάσματος.
Επίσης αντικρούει αιτιολογημένα τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι για την υπόθεση αυτή υπάρχει καταδικαστική απόφαση Ιταλικού Δικαστηρίου το οποίο δεν προσήψε το παραμικρό σε βάρος του, και επισημαίνει (το προσβαλλόμενο) πως στην απόφαση του Ιταλικού Δικαστηρίου (Ποινικό Τμήμα Μιλάνο) στην σελ. 5 γίνεται μνεία για τον παρόντα κατηγορούμενο, στο όνομα του οποίου κατετέθη το ποσόν, στοιχείο που επιρρωνύει την εμπλοκή του στην εν λόγω υπόθεση και ότι το γεγονός πως η Ιταλική Δικαιοσύνη δεν επεξέτεινε την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου ή ότι δεν ζήτησε επίσημα την συνδρομή των ημεδαπών δικαστικών αρχών (όπως διατείνεται στην έφεσή του) δεν σημαίνει ότι υφίσταται δεδικασμένο υπέρ της αθωότητός του για εμπλοκή στην υπό κρίση υπόθεση γι' αυτό άλλωστε η αλλοδαπή Τράπεζα υπέβαλε σε βάρος του αυτοτελή μήνυση και δεν κωλύεται η άσκηση ποινικής δίωξης στην Ελλάδα σύμφωνα με το αρ. 9 Π.Κ.
Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα.
VII)Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω:
1) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 144/13-7-2009 αίτηση αναιρέσεως (ασκηθείσα ενώπιον της Γραμμ. Εφετείου Αθηνών) του Χ, κατοίκου ..., 1ο χλμ. ..., ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημ. Ιωαννίδη κατά του υπ' αρ. 979/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 30-10-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 216 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) ... ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25 εκατομμυρίων δραχμών (ή 73.000 ευρώ). Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Εξάλλου, περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει αν είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος. Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο πλανηθείς, θα κριθεί κατά το χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όχι μόνον όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το 263/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τα κακουργήματα 1) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με όφελος άνω των 73.000 ευρώ και 2) της απάτης από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 979/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατ' ουσίαν και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του και διόρθωσε τον τόπο τελέσεως της πρώτης πράξεως, ορίζοντας ως τόπο τελέσεως αυτής (κακουργηματικής πλαστογραφίας) την ... . Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Στις 17 Απριλίου 2003 περί ώρα 10:40 περιήλθε στην ιταλική τράπεζα με την επωνυμία "BANCA INTESA S.p.A." που εδρεύει στο ..., νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον ΑΑ, τραπεζικό υπάλληλο, κάτοικο Αθηνών και στο Υποκατάστημα της Vicenza Ιταλίας, σχετική εντολή, μέσω τηλεομοιοτυπίας, που έφερε ως ενδείξεις προελεύσεως τον αριθμό τηλεομοιοτυπικής συσκευής 0445-429556 και αποστολέα τον οίκο MARZOTTO S.p.A. TESORERIA, γραμμένη σε επιστολόχαρτο της πελάτιδος VALENTINO S.p.A. που ανήκει στον Όμιλο MARZOTTO S.p.A. Με την εντολή αυτή εδίδοντο οδηγίες στην ανωτέρω τράπεζα όπως προβεί και διενεργήσει έμβασμα ευρώ εννιακοσίων είκοσι έξι χιλιάδων εξακοσίων πέντε και 0,4 (€926.605,04) υπέρ "Χ-M.M. SALES EUROPE". To εν λόγω έμβασμα θα έπρεπε να διενεργηθεί με πίστωση του προαναφερομένου ποσού στο λογαριασμό αριθ. ... του εκκαλούντος κατηγορουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., υποκατάστημα ...-...(ΚΩΔ. SWIFT PIRB GR ΑΑ-ΚΩΔ. GR ...) τον οποίο είχε ανοίξει ο ανωτέρω στις 30-10-2002 με αιτιολογία: Payment Contract (δηλαδή Πληρωμή Συμβολαίου) αριθ. ΑΑ .../03 S.p.A. (βλ. σχετικό 2). Αμέσως μετά τη λήψη του προαναφερομένου τηλεομοιοτυπικού μηνύματος, δηλαδή ώρα 10.55, το υποκατάστημα της τράπεζας στη Vicenza έλαβε τηλεφώνημα από κάποιον ΒΒ ο οποίος, υποστηρίζοντας ότι τηλεφωνεί για λογαριασμό της Valentino S.p.A., ερώτησε εάν είχε ληφθεί το εν λόγω τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, ζητώντας έτσι την εκτέλεση του. Το υποκατάστημα της τράπεζας στη Vicenza ,στη συνέχεια, προχώρησε την ίδια ημέρα (17 Απριλίου 2003) στην εκτέλεση του εμβάσματος που ζητήθηκε υπέρ του "Χ-M.M. Sales Europe", δηλαδή του κατηγορουμένου, μέσω πιστώσεως του προαναφερομένου ποσού των ευρώ 926.605,04 στον λογαριασμό του στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη ..., με τα στοιχεία που αναφέρονται ανωτέρω. Στη συνέχεια, όμως, και συγκεκριμένα στις 24 Απριλίου 2003, εκπρόσωποι της εταιρείας VALENTINO S.p.A. πληροφόρησαν το υποκατάστημα στη Vicenza Ιταλίας της BANCA INTESA S.p.A. ότι η εντολή για το εν λόγω έμβασμα δεν είχε προέλθει από την εταιρία τους και ότι οι υπογραφές που είχαν τεθεί στο τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, αν και αντιστοιχούσαν σε εκείνες των πληρεξουσίων της εταιρείας VALENTINO S.p.A. (σχετικό 3), στην πραγματικότητα δεν είχαν τεθεί από αυτούς αλλά ήταν αποτέλεσμα συρραφής (κολάζ), από το οποίο προήλθε το πλαστό έγγραφο που καταρτίστηκε από τον κατηγορούμενο στη ... και απεστάλη από τον ίδιο (μέσω) συνεργών του) με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, όπως προαναφέρθηκε, στις 17-4-2003 και ώρα 10:40 στο υποκατάστημα BANCA INTESA S.p.A. στη Vicenza Ιταλίας. Περαιτέρω, την ίδια ημέρα στις 24-4-03 και ώρα 16:40 Ιταλίας και 15:40 Ελλάδας, η BANCA INTESA S.p.A. απέστειλε μήνυμα SWIFT στην τράπεζα Πειραιώς, με το οποίο ζητούσε την ακύρωση του παραπάνω εμβάσματος λόγω πλαστότητας και επιπλέον ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων. Το αίτημα αυτό δεν είχε θετική έκβαση δεδομένου ότι, όπως εν συνεχεία προέκυψε, το ποσό που ήταν το αντικείμενο του εμβάσματος είχε εν τω μεταξύ αναληφθεί από τον ανωτέρω κατηγορούμενο κατά την διάρκεια του συναλλακτικού ωραρίου της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. στις 24-4-2003. Συγκεκριμένα, έκανε ανάληψη αρχικά 80.000 ευρώ και ύστερα από πέντε λεπτά άλλων 20.000 ευρώ από το υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στη ... (οδός ...). Επιπλέον, έλαβε από το παραπάνω υποκατάστημα επιταγή που εκδόθηκε σε διαταγή του, ύψους 828.000 ευρώ, την οποία εξαργύρωσε αργότερα την ίδια μέρα, εντός του ωραρίου συναλλαγών στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. στην ... . Ο κατηγορούμενος δεν ηδυνήθη να αποσείσει βασίμως την εις βάρος του κατηγορία ισχυριζόμενος ότι είναι επιχειρηματίας, έχει μία επιχείρηση στις ... σε έκταση 7 στρεμμάτων και συγχρόνως ασκεί και το επάγγελμα του σκηνογράφου. Η επιχείρηση είναι πολυχώρος, έχει εστιατόριο, σνακ μπαρ, καφετέρια, πισίνα κτλ. και ότι του δημιουργήθηκαν οικονομικά προβλήματα τα οποία προσπαθούσε να τα αντιμετωπίσει. Κατά καιρούς έψαχνε για συνεταίρους μέσω εφημερίδων και μεσιτικών γραφείων για να πουλήσει την επιχείρηση ή για να κάνει συνεργασία. Ότι το 2003 το Μάρτιο ήρθαν δύο άντρες (ο ένας του συστήθηκε ως ΓΓ και ο άλλος ως ΔΔ) και του είπαν ότι αναζητούν στην περιοχή επιχειρήσεις για να επενδύσουν και η συγκεκριμένη περιοχή τους ενδιέφερε επειδή ήταν πολύ αποδοτική τουριστικά. Ότι μίλησε μαζί τους για τη δυνατότητα ανάπτυξης στην περιοχή ενός πολυχώρου δηλ. ενός θεματικού πάρκου τύπου Ντίσνειλαντ και αυτοί έδειξαν ενδιαφέρον ισχυριζόμενοι ότι εκπροσωπούν μια μεγάλη ιταλική επενδυτική εταιρεία που ασχολείται με τουριστικές επενδύσεις και συγκεκριμένα τη Βαλεντίνο ΣΠΑ. Αφού τους έδωσε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου του είπαν ότι θα επικοινωνήσουν αργότερα μαζί του. Ότι αργότερα του τηλεφώνησαν οι παραπάνω και τον ρώτησαν το ακριβές κόστος της επενδύσεως και αυτός τους απάντησε ότι χρειάζονται 1.800.000 ευρώ για να ολοκληρωθεί όλο το έργο. Αυτοί του απάντησαν ότι θα επικοινωνήσουν με την εταιρεία που εκπροσωπούσαν, δηλαδή τη Βαλεντίνο ΣΠΑ, και θα επικοινωνούσαν πάλι μαζί του για να του απαντήσουν. Ότι το τηλεφώνημα αυτό έγινε στις αρχές Απριλίου 2003 και κανονίστηκε ραντεβού στις 10 Απριλίου προκειμένου να υπογραφεί ένα προσύμφωνο. Πραγματοποιήθηκε η συνάντηση, υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό και συμφώνησαν όπως αυτός (κατηγορούμενος) λάβει δύο πόστα του εστιατορίου και του καφέ και το 50% της επιχείρησης, ενώ η άλλη πλευρά το υπόλοιπο 50% και τα έσοδα από την είσοδο των εισιτηρίων και την εκμετάλλευση του πολυχώρου. Ότι στις 17-4-2003 του τηλεφώνησε ο ΔΔ και του είπε ότι γίνονται οι ενέργειες να σταλούν τα χρήματα στο λογαριασμό του στην τράπεζα Πειραιώς, στις δε 23-4-2003 τον ενημέρωσε τηλεφωνικά η τράπεζα Πειραιώς ... ότι έχουν πιστωθεί στο όνομα του 926.000 ευρώ περίπου. Ότι την παραμονή της αναλήψεως των χρημάτων, δηλαδή στις 23-4-2003 τηλεφώνησε σε αυτόν με απόκρυψη ο ΔΔ και, αφού του ανέφερε ξανά ότι έχουν πιστωθεί τα χρήματα, άρχισε να του κάνει μία συζήτηση που αφορούσε την οριστική συμφωνία για το ποσοστό συμμετοχής στην επιχείρηση-επένδυση που επρόκειτο να γίνει. Συγκεκριμένα ο ΔΔ, σε αντίθεση με όσα προφορικά αρχικά είχαν συμφωνήσει, του ζητούσε να πάρει η Βαλεντίνο Σπα το 85% της επιχείρησης. Αυτός δε αρνήθηκε και του δήλωσε ότι η συνεργασία διαλύεται. Ότι απάντησε έτσι κατόπιν ενδιάμεσων διαβουλεύσεων που είχε με το δικηγόρο του ΕΕ, ο οποίος τον συμβούλεψε να τους επιστρέψει άμεσα τα χρήματα μόλις τα παραλάβει. Την επόμενη μέρα 24-4-03 μετέβη με το ΕΕ στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη ..., έκανε ανάληψη 80.000 ευρώ και 20.000 ευρώ και για τα υπόλοιπα χρήματα εκδόθηκε τραπεζική επιταγή σε διαταγή του, την οποία εξαργύρωσε αυθημερόν στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην ... στο Σύνταγμα, ... αρ.20. Αφού πήρε όλα τα χρήματα, έδωσε ραντεβού με τον ΔΔ στην επιχείρηση του στις ... και το απόγευμα της 24-4-03 αυτός εμφανίστηκε εκεί με τον ΓΓ και ένα άλλο άτομο αγνώστων λοιπών στοιχείων. Ότι υπήρξε μία διαφωνία για το ποιος ευθύνεται για το σπάσιμο της συμφωνίας και για το θέμα της ποινικής ρήτρας, οπότε αυτός, επειδή είδε ότι τα πράγματα ήταν επικίνδυνα, όχι μόνο λόγω του απειλητικού ύφους του αγνώστου άντρα αλλά και επειδή και οι άλλοι είχαν άγριες διαθέσεις, υπεχώρησε και έδωσε όλα τα χρήματα. Ισχυρίζεται ότι δεν είχε επικοινωνήσει πριν την επιστροφή των χρημάτων με το διευθυντή της Τράπεζας Πειραιώς στη ... ΣΤ, ο οποίος την επόμενη ημέρα της επιστροφής τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να επιστρέψει τα χρήματα, ενώ ο ίδιος του απάντησε ότι η συναλλαγή έχει ολοκληρωθεί και ότι δεν είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει τα χρήματα στην τράπεζα. Τέλος, εκθέτει ότι δεν γνωρίζει κάποιον ΒΒ, δεν έχει πάει ποτέ στην Ιταλία και δεν γνωρίζει ιταλικά, ενώ δεν ξανασυνάντησε ούτε άκουσε τίποτε για τον ΓΓ και τον ΔΔ, αυτοί εξαφανίστηκαν και δεν ξέρει καν αν τα ονόματα που του έδωσαν ήταν αληθινά". Είναι προφανές ότι πρόκειται για ανεδαφικούς ισχυρισμούς και εξιστόρηση σεναρίων, που ασφαλώς δεν μπορούν να πείσουν οιονδήποτε. Ειδικότερα: Γεννάται κατ' αρχάς, εύλογα, το ερώτημα: πώς ο κατηγορούμενος συνεβλήθη με δύο πρόσωπα που ήλθαν "από το πουθενά" και δεν εγνώριζε ούτε καν τα στοιχεία τους για μια τόσο μεγάλη επιχείρηση με τέτοιο ύψος ποσού επενδύσεως. Αλλά και το κυριότερο, αυτά τα δύο άγνωστα στην ουσία πρόσωπα, πώς ήταν δυνατόν να εμπιστευτούν ένα επίσης άγνωστο σε αυτούς πρόσωπο (τον κατηγορούμενο) και να του στείλουν ένα τόσο μεγάλο ποσό και μάλιστα από την Ιταλία, χωρίς καμία εγγύηση εκ μέρους του προς κατοχύρωση τους. Δηλαδή, κατά τον κατηγορούμενο, του απεστάλη σχεδόν ένα εκατομμύριο ευρώ, ως προκαταβολή για να κατασκευάσει στο μέλλον θεματικό πάρκο στην παραλία ... στην ... συνυπογράφοντας ένα απλό ιδιωτικό συμφωνητικό, σχεδόν μιας σελίδος, με αντισυμβαλλόμενο κάποιον ΓΓ, ως δήθεν εκπρόσωπο της εταιρίας "VALENTINO S.P.A." και χωρίς καν βεβαιωμένο από κάποια αρχή το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλομένων. Χωρίς βεβαίως να υπάρχει και κάποια εξουσιοδότηση προς τον ως άνω ΓΓ από την ανωτέρω εταιρία που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε και μάλιστα για μια τέτοια μεγάλη επένδυση. Αντιθέτως, προέκυψε ότι ο ανωτέρω ενήργησε επί τη βάσει ενός καλά οργανωμένου σχεδίου προκειμένου ο ίδιος (αλλά και άλλοι συνεργοί του) να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα: 1) Θέλοντας να πείσει τους υπαλλήλους της τράπεζας Πειραιώς (οι οποίοι θεωρούσαν ύποπτη την παραπάνω συναλλαγή-ανάληψη, λόγω και του ύψους της, αλλά και του διεθνούς της χαρακτήρα, αλλά και του προσώπου του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν ήταν γνωστός σε αυτούς) φρόντισε να παρουσιαστεί στο υποκατάστημα της άνω τράπεζας στη ... με δικηγόρο τον ήδη αποβιώσαντα ΕΕ, ο οποίος ήταν από τους σημαντικούς πελάτες του άνω καταστήματος της τράπεζας, όπου έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης και ο οποίος εγγυήθηκε προφορικά για το ποιος ήταν ο παραλήπτης του άνω εμβάσματος αίροντας έτσι καταρχήν τους όποιους ενδοιασμούς των τραπεζικών υπαλλήλων. 2) Άνοιξε τον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό (αριθ. ...) στις 30-10-2002, στην Τράπεζα Πειραιώς Α. υποκατάστημα ... (οδός ...), μόλις λίγους μήνες πριν την τέλεση των υπό κρίση αξιοποίνων πράξεων (με ποσό 4.000 €) προς εξυπηρέτηση δήθεν των επιχειρηματικών του συναλλαγών. Αφού έκανε δύο αναλήψεις από χίλια ευρώ εκάστη ακολούθησε (την 24-4-2003) η κρίσιμη συναλλαγή, ενώ μετά από αυτή ουδεμία αξιόλογη κίνηση του λογαριασμού έλαβε χώρα. 3) Ενώ επέδειξε μεγίστη επιμέλεια, παρουσιαζόμενος στον άνω υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς με δικηγόρο προκειμένου να εισπράξει το άνω ποσό (926.000 ευρώ περίπου), δεν έπραξε το ίδιο προκειμένου να εξακριβώσει την πραγματική ταυτότητα των αντρών, οι οποίοι δήθεν, κατά τους ισχυρισμούς, του εκπροσωπούσαν την άνω εταιρεία (VALENTINO S.P.A.), ούτε απευθύνθηκε στην τελευταία για να εξακριβώσει την αλήθεια των ισχυρισμών τους. 4) Έσπευσε να αναλάβει το παραπάνω ποσό αμέσως μόλις αυτό ήταν διαθέσιμο (την 24-4-2003) και μάλιστα ολόκληρο (το ποσό των 100.000 ευρώ από το υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στη ... και το υπόλοιπο από το κεντρικό κατάστημα της ίδιας τράπεζας στην ...), προτού γίνουν αντιληπτές οι άνω αξιόποινες πράξεις. Ο ισχυρισμός του ότι επιθυμούσε να επιστρέψει τα χρήματα στους αντισυμβαλλόμενους του (ΓΓ και ΔΔ), οι οποίοι δήθεν εκπροσωπούσαν την εταιρεία VALENTINO S.P.A., δεν αντέχει στη κοινή λογική, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο (επιστροφή των χρημάτων) θα μπορούσε να το πράξει με πολύ μικρότερο κίνδυνο γι' αυτόν, δηλαδή λογιστικά μέσω της ίδιας τράπεζας, απ' όπου εισέπραξε τα χρήματα και χωρίς να χρειαστεί να έχει στη κατοχή του τόσο μεγάλο ποσό, το οποίο μάλιστα μετέφερε από την ... τη ... . Κατά πάσα περίπτωση, αφού, όπως ισχυρίζεται, η συμφωνία ναυάγησε πριν καταβληθούν τα χρήματα (καθόσον η άλλη πλευρά ήθελε μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής), τότε γιατί δεν τους διεμήνυσε να μην αποστείλουν το συμφωνηθέν ποσό, αλλά, αντιθέτως, ανέμενε να το παραλάβει πρώτα και μετά δήθεν να το επιστρέψει: 5) Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του συνάντησε δήθεν τους ΓΓ και ΔΔ την ίδια ημέρα (24-4-2003) το απόγευμα στη επιχείρηση του στις ..., όπου παρουσία δήθεν του ήδη αποβιώσαντος ΕΕ, τους επέστρεψε το άνω ποσό. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως αβάσιμος και διατυπώνεται προκειμένου να δικαιολογήσει την μη επιστροφή των χρημάτων, αφού στην τράπεζα Πειραιώς ήδη από το απόγευμα της ίδιας ημέρας (24-4-2003), έχοντες ενημερωθεί σχετικά, είχαν αρχίσει να αναζητούν το άνω ποσό. 6) Τέλος, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η υπόθεση απησχόλησε την Ιταλική Δικαιοσύνη, με τη δε υπ' αρ. 2112/22-2-2007 απόφαση του Τακτικού Δικαστηρίου του Μιλάνου (VIII Ποινικό Τμήμα). δράστες (και) της υπό κρίση υποθέσεως συνελήφθησαν και καταδικάστησαν (βλέπε στην απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που μας διεβιβάσθη κατόπιν αιτήματος δικαστικής συνδρομής).
Συνεπώς, διατείνεται ο κατηγορούμενος, "... υφίσταται καταδικαστική απόφαση σε βάρος των αληθών υπαιτίων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, για την ίδια υπόθεση για την οποία ο ίδιος κατηγορείται, οι δε ασχοληθείσες διωκτικές και δικαστικές αρχές (της Ιταλίας) δεν προσήψαν το παραμικρό σε βάρος του, καίτοι ερεύνησαν ενδελεχώς την αυτήν ακριβώς υπόθεση ..." (βλέπε στους λόγους εφέσεως, σελ. 2). Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς στην ανωτέρω απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου γίνεται μνεία και για τον κατηγορούμενο, στο όνομα του οποίου κατετέθη το αναφερθέν ποσό, στοιχείο που επιρρωνύει την εμπλοκή του στην εν λόγω υπόθεση (βλ. σελίδα 5 της αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου). Το γεγονός δε ότι η Ιταλική Δικαιοσύνη "δεν επεξέτεινε την ποινική δίωξη και σε βάρος του κατηγορουμένου, ή ότι δε ζήτησε επίσημα τη συνδρομή των ημεδαπών δικαστικών αρχών", όπως διατείνεται ο κατηγορούμενος στους λόγους εφέσεως του, τούτο δεν σημαίνει ότι υφίσταται και "δεδικασμένο" υπέρ της αθωότητος αυτού για την εμπλοκή του στην υπό κρίση υπόθεση. Εξάλλου επελήφθησαν ούτως ή άλλως οι ημεδαπές δικαστικές αρχές ενόψει της υπό κρίση αυτοτελούς μηνύσεως που υπέβαλε η ανωτέρω παθούσα αλλοδαπή τράπεζα, ως εδικαιούτο, ουδόλως δε κωλύεται η έρευνα της υποθέσεως και η άσκηση ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου από τις Ελληνικές Αρχές, αφού δεν συντρέχει κάποιος λόγος που να αποκλείει αυτήν, κατά τα εις το άρθρο 9 Π.Κ. οριζόμενα. Ενόψει των όσων εξετέθησαν προέκυψαν πλέον ή επαρκείς ενδείξεις περί του ότι ο κατηγορούμενος (μόνος ή κατά συναυτουργία με άλλους) τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες εδιώχθη ως οι έννοιες αυτές ανεπτύχθησαν ανωτέρω. Συγκεκριμένα, στη ..., κατήρτισε περί τα μέσα Απριλίου 2003 το εν λόγω τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, στο οποίο πλαστογράφησε τις υπογραφές των εντεταλμένων για τη διαχείριση του τραπεζικού χρήση του, στις 17 Απριλίου 2003, έπεισε το υποκατάστημα της Τράπεζας με την επωνυμία BANCA INTESA S.P.A. στη Vicenza Ιταλίας, να προβεί στην αποστολή του εμβάσματος στο λογαριασμό του κατηγορουμένου στην ενταύθα Τράπεζα Πειραιώς με αντίστοιχη χρέωση του λογαριασμού της εν λόγω εταιρίας, σκοπεύοντας να προσκομίσει στον εαυτό του (και σε άλλους) περιουσιακό όφελος, ύψους 926.605,04 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη της εν λόγω τράπεζας, η οποία είχε εν τέλει και την ευθύνη, αφού η εταιρεία "VALENTINO S.P.A." την ενημέρωσε ότι ουδέποτε έδωσε τέτοια εντολή. Συγχρόνως υπέπεσε και στο έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, καθόσον απέστειλε (μέσω συνεργών του) το ως άνω πλαστό τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, στο υποκατάστημα της ως άνω τράπεζας ως γνήσιο δήθεν και υπογεγραμμένο από τους εντεταλμένους για τη διαχείριση του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρία VALENTINO S.P.A. παριστώντας έτσι εν γνώσει του ψευδώς στους υπαλλήλους της ανωτέρω τράπεζας ότι αυτό αποτελούσε αληθινή και γνήσια εντολή της εταιρίας αυτής για την πραγματοποίηση εμβάσματος ποσού 926.604,04 ευρώ σε πίστωση του λογαριασμού του στην Ελλάδα, απ' όπου και ανέλαβε το σύνολο του ποσού που εστάλη με το έμβασμα, από τους παραπλανηθέντες ως άνω υπαλλήλους της τράπεζας, προκαλώντας έτσι ισόποση ζημία στην εγκαλούσα αλλοδαπή τράπεζα με αντίστοιχη δική του (και των συνεργών του) ωφέλεια. Ορθώς, συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών εξετίμησε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, ως αυτά εξετέθησαν ανωτέρω και τα οποία εδέχθη στο σκεπτικό του και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, παραπέμποντας τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η κρινόμενη έφεση του. Προσέτι δε δέον όπως διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τον τόπο τελέσεως της πλαστογραφίας, ο οποίος ως προκύπτει από το όλο σκεπτικό του βουλεύματος, είναι η πόλη της ..., εκ παραδρομής δε, προφανώς, δεν ετέθη η πόλη αυτή στο διατακτικό αυτού και εγράφη "σε άγνωστο τόπο".
Συνεπώς, δέον όπως στην αρχή του διατακτικού αμέσως μετά το στοιχείο Α), αντί των λέξεων "Σε άγνωστο κατά την ανάκριση τόπο", τεθεί η λέξη "Στη ...". Τέλος, επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως τούτο διορθώθηκε ως προς όλες τις διατάξεις του. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον σε αυτήν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άνω άρθρων που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως παρά του αναιρεσείοντος των εγκλημάτων που δι' αυτού του αποδίδονται, διαλαμβάνοντας τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αμφοτέρων των εγκλημάτων τούτων υπό την άνω κακουργηματική τους μορφή κατά επαρκή αιτιολογία. Συγκεκριμένα και όσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας, αναφέρεται το έγγραφο εκείνο, ήτοι η σχετική εντολή μέσω τηλεομοιοτυπίας, ο αριθμός της τηλεομοιοτυπικής συσκευής, ο φερόμενος ως αποστολέας, το περιεχόμενο τούτου, ήτοι η οδηγία του δήθεν αποστολέως (οίκου MARZOTTO S.p.A. TISORERIA) προς την εντολοδόχο τράπεζα (BANGA INTESA S.p.A), εντελλομένη να εμβάσει προς τον αναφερόμενο λογαριασμό του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που αυτός είχε στην τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ (υποκατάστημα ...) το αναφερόμενο ποσό των 926.605,04 ευρώ, το οποίο η άνω τράπεζα, δια χρεώσεως του λογαριασμού της δήθεν εντολέως και πιστώσεως του λογαριασμού του κατηγορουμένου, πράγματι ενέβασε την 17-04-2003 και ο τελευταίος ανέλαβε το ποσό τούτο την 24-04-2003. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται ότι η άνω έγγραφη εντολή ήταν καθ' ολοκληρίαν πλαστή, φερομένη ως καταρτισθείσα από τον κατηγορούμενο κατά τον αναφερόμενο τόπο, χρόνο και τρόπο, φέρουσα δήθεν τις υπογραφές των αρμοδίων προς τούτο οργάνων τής άνω δήθεν εντολέως προς την τράπεζα αυτή δια συρραφής τούτων από την οποία προήλθε το πλαστό τούτο έγγραφο, το οποίο, κατά τις παραδοχές περαιτέρω του βουλεύματος, ο κατηγορούμενος μέσω συνεργών του (αγνώστων) το απέστειλε, ήτοι το χρησιμοποίησε προς την άνω τράπεζα ως δήθεν προερχόμενο από την άνω εντολέα, τούτο δε ο κατηγορούμενος έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει και πράγματι παρεπλάνησε την άνω τράπεζα και η τελευταία του ενέβασε το ποσό τούτο στο λογαριασμό του, το οποίο ανέλαβε και έτσι παρανόμως ωφελήθηκε το ποσό αυτό που είναι ανώτερο των 73.000 ευρώ δια βλάβης της ενταλθείσης τράπεζας, δεχθέν ότι αυτήν βαρύνει η ευθύνη η ανύπαρκτη εντολή προς έμβαση του ποσού τούτου λόγω ενημερώσεώς της από την δήθεν εντολέα περί του ανυπάρκτου τέτοιας εντολής της. Περαιτέρω και όσον αφορά την πράξη της απάτης, διαλαμβάνονται τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς και το έγκλημα τούτο, αφού αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ως ανωτέρω με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πράγματι πέτυχε δια της αναλήψεως του άνω ποσού πείθοντας τους υπαλλήλους της άνω τράπεζας ότι η άνω εντολή είναι γνήσια ως προερχομένη από την άνω εντολέα, ενώ γνώριζε ότι αυτή ήταν πλαστή, πλαστογραφηθείσα ως άνω από τον ίδιο, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της τράπεζας αυτής και εμβάσουν το άνω ποσό στον ρηθέντα λογαριασμό του και έτσι να ζημιωθεί η τράπεζα αυτή κατά το ποσό τούτο. Δια του πρώτου λόγου αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλλονται μερικότερες αιτιάσεις και δη ότι η αιτιολογία του βουλεύματος τούτου περιέχει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά ως προς τους νομικούς συλλογισμούς και τις σκέψεις που στηρίζουν την παραπομπή του (αναιρεσείοντος) και ειδικότερα ότι βεβαίως οι άνω συλλογισμοί και σκέψεις αποτελούν τη λογική βάση του παραπεμπτικού συμπεράσματος, πλην καταστρώνονται και αναφέρονται σε χρονικό διάστημα συμπεριφοράς του που έπεται του χρόνου τελέσεως των πράξεων τούτων. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, η αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος χρονικά τοποθετείται στους άνω άχρονους που συνιστούν τους χρόνους τελέσεως των πράξεων αυτών (αρθρ. 17 ΠΚ), ήτοι διαλαμβάνεται ο χρόνος καταρτίσεως του άνω πλαστού εγγράφου και χρήσεως αυτού ως και ο χρόνος παραπλανήσεως των υπαλλήλων της τράπεζας, δοθέντος ότι, όσον αφορά την πράξη της απάτης χρόνος τέλεσης αυτής, είναι, ως ελέχθη, ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά (εν προκειμένω δε η 17-4-2003 και είναι διάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, ως και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια του πλανηθέντος, ήτοι, εν προκειμένω, η μεταγενέστερη χρονικώς πίστωση ή ανάληψη του ποσού τούτου είναι υλική πράξη, νομικώς αδιάφορος. Ειδικότερα, η αιτίαση ότι αναιτιολόγητα παραπέμπεται ο αναιρεσείων, αφού δράστης των πράξεων τούτων είναι ο καταδικασθείς από ιταλικό ποινικό δικαστήριο εγκέφαλος της ιταλικής συμμορίας ΖΖ, ότι περαιτέρω, και αν είχε συμμετοχική δράση, προϋποτίθενται: 1) ότι είχε οργανώσει μεγάλο αριθμό προσώπων που δρούσαν στην Ιταλία που θα του παρείχαν χρήσιμες για την προετοιμασία των εντολών ενδείξεις, 2) η συνεργασία του με ταχυδρόμο που θα έψαχνε την αλληλογραφία της άνω εταιρείας, ώστε να τον προμηθεύσει με πανομοιότυπα έγγραφα για τη διαβίβαση της πλαστής εντολής, ως και η ύπαρξη ιδιαίτερης σχέσης του στο εσωτερικό της εταιρείας, από την οποία θα είχε λάβει γνώση των fax που αυτή χρησιμοποιεί, 3) συνεργασία μεγάλου αριθμού πρόσωπων για να του προμηθεύσουν τηλεφωνικές κάρτες στο όνομα τρίτων προσώπων εντός Ιταλίας, προκειμένου να αποστείλει μέσω κινητού τηλεφώνου την πλαστογραφημένη τηλεομοιοτυπία, 4) ανεύρεση καρτών SIM και WIND, προκειμένου να εκτελεστεί είτε η αποστολή του fax είτε να επιβεβαιωθεί η σχετική εντολή, κατά τρόπον ώστε να μην καθίσταται δυνατή ή ένδειξη των κελιών προέλευσης για τις ανωτέρω κλήσεις και αποστολές, 5) η πλήρης γνώση ανάπτυξης και λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος στην Ιταλία, προκειμένου η αποστολή του τηλεομοιοτυπικού μηνύματος και η επιβεβαίωση της εντολής να μην διακινδυνεύσουν με πρόσθετες ενδοτραπεζικές διαβεβαιώσεις, ως επίσης και η εμπειρία και γνώση διεθνών τραπεζικών συναλλαγών, 6) άριστη γνώση της ιταλικής γλώσσας, προκειμένης της συνεργασίας με τα πρόσωπα του οργανωμένου δικτύου, κυρίως όμως τοπικών ιταλικών διαλέκτων που απαγορεύουν την οποιαδήποτε ένδειξη ότι η εντολή δεν προέρχεται από τους αντίστοιχους ιταλούς εκπροσώπους της VALENTINO S.p.A. (που ανήκει στον όμιλο MARZOTTO S.p.A.), 7) η σε βάθος γνώση και διαχείριση της τηλεματικής με άριστη τεχνολογική υποδομή ραδιοκάλυψης και ραδιοανίχνευσης αλλά και λειτουργίας τερματικών κέντρων κινητής τηλεφωνίας στην Ιταλική επικράτεια, ώστε να καθίσταται αδύνατη η ανεύρεσή του ή η εξιχνίαση του δικτύου, γεγονότα κατ' εκτίμηση αναγκαία που δεν συνέβησαν κατά τους ισχυρισμούς του και συνεπώς περί τούτων δεν υφίσταται αιτιολογία, είναι αβάσιμη, αφού τα διαλαμβανόμενα στο βούλευμα στοιχεία είναι επαρκή και επιβάλλουν τον ακροαματικό έλεγχο της υπόθεσης προς έρευνα και των ισχυρισμών τούτων, ως συνδεομένων με την ουσιαστική βασιμότητα των εγκλημάτων αυτών, αφού, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, το κρίσιμο γεγονός της αναλήψεως του χρηματικού τούτου ποσού έγινε από τον αναιρεσείοντα και παραμένει στην κατοχή του. Εξάλλου, περαιτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα, στηριζόμενο στο αποδεικτικό υλικό, παραδεκτώς προβαίνει και σε σκέψεις, αντικρούοντας τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, διαλαμβάνοντας ανελέγκτως για το πώς ο αναιρεσείων συνεβλήθη με άγνωστα πρόσωπα και δεν γνώριζε καν τα στοιχεία τους και μάλιστα για μια τόσο μεγάλη επιχείρηση, εξάλλου δε, πώς ήταν δυνατόν τα άγνωστα αυτά άτομα να του εμπιστευτούν ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό χωρίς καμία εγγύηση εκ μέρους του, περαιτέρω δε και χωρίς να υπάρχει κάποια εξουσιοδότηση προς αυτούς (ΓΓ- ΔΔ) από την φερόμενη δήθεν ως εντολέα ως άνω εταιρεία. Περαιτέρω και προκειμένου να καταλήξει στην ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων σε βάρος του αναιρεσείοντος, προσδιορίζει το χρόνο που αυτός άνοιξε τον άνω λογαριασμό και την ασήμαντη κίνηση αυτού πριν και μετά την κρίσιμη συναλλαγή της 24-04-2003. Πλέον τούτων και προς ενίσχυση της ύπαρξης επαρκών ενδείξεων, ευλόγως περαιτέρω, στο πλαίσιο των σκέψεων υπαγωγής στους άνω νομικούς κανόνες, διαλαμβάνει προβληματισμό ότι, ενώ επέδειξε μεγάλη επιμέλεια εμφανισθείς με νομικό παραστάτη προς ανάληψη των χρημάτων δεν έπραξε το ίδιο προκειμένου να εξακριβώσει την πραγματική ταυτότητα των ατόμων αυτών, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του, εκπροσωπούσαν την άνω εταιρεία, ούτε απευθύνθηκε σε αυτήν για να εξακριβώσει την αλήθεια των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται ο ισχυρισμός του ότι επιθυμούσε να επιστρέψει τα χρήματα στους ΓΓ και ΔΔ, αφού θα μπορούσε να τα επιστρέψει λογιστικά μέσω της ίδιας τράπεζας, χωρίς μάλιστα να κατέχει στα χέρια του ένα τόσο μεγάλο ποσό με τους αντίστοιχους κίνδυνους, άλλωστε δε, αφού από την προηγούμενη, κατά τον ισχυρισμό του, ημέρα είχε διαλυθεί η συμφωνία, λόγω του ότι του είχαν διαμηνύσει ότι δήθεν η εντολέας απαιτούσε μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής στη μέλλουσα επιχείρηση, αυτός την επομένη (24-4-2003) ανέλαβε το ποσό που αφορούσε διαλυθείσα συμφωνία. Τέλος, η καταδίκη κάποιων από το δικαστήριο του Μιλάνου σχετικά με την μείζονα εγκληματική δραστηριότητα στην οποία εμπλέκεται και η παρούσα υπόθεση, δεν δημιουργεί δεδικασμένο υπέρ της αθωότητας του αναιρεσείοντος, αφού, ως ελέχθη, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, τα χρήματα παραμένουν στην κατοχή του. Όθεν, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, ότι δηλαδή πρόκειται περί αποδοχής προϊόντος εγκλήματος ήδη παραγεγραμμένου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όθεν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 1447 13-07-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 979/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία - έννοια αυτής. Απαιτείται υπερχειλής δόλος. Απάτη - έννοια αυτής. Ως γεγονότα νοούνται πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Η περιουσιακή βλάβη θα πρέπει ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσα αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προηγήθηκε από αυτή, ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τέλεσης της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Χρόνος τέλεσης πράξης
|
Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 817/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Παπαγερμανό, περί αναιρέσεως της 3555/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.11.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1656/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 365 παρ. 1, και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρθρ. 171 παρ 1δ ΚΠΔ) που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις ή να αντιταχθεί στην ανάγνωση του. Στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του έτσι, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι εφόσον στην πραγματικότητα το έγγραφο αναγνώσθηκε παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενο του δηλώσεις και εξηγήσεις αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μονό από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο που αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 3555/2009 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στήριξε την κρίση του για την ενοχή της αναιρεσείουσας και στα εξής έγγραφα: α) έκθεση κατάσχεσης και απόδοσης υπό μεσεγγύηση β) έκθεση κατάσχεσης γ) έκθεση κατάσχεσης και παράδοση υπό μεσεγγύηση δ) φωτοαντίγραφο εκτύπωσης από ηλεκτρονικό υπολογιστή, τα οποία κατά τον πρώτο λόγο λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν ενώ δεν αναγνώσθηκαν ούτε προκύπτει η ταυτότητα τους και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Με την αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους αφού με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στην αναιρεσείουσα οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης εν όψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς τους και επιπλέον του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας των εγγράφων είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στη δίκη αυτή. Επομένως ορθώς έλαβε υπόψη του το Εφετείο τα έγγραφα αυτά. Μετά από αυτά ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας είναι αβάσιμος.
Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει δ' σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της 3555/2009 προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι: "Η κατηγορουμένη ήταν την Άνοιξη του 2003 ιδιοκτήτρια δύο καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος ΚΑΦΕ ΙΝΤΕΡΝΕΤ, ενός με την επωνυμία "..." που βρίσκεται στην ενταύθα οδό ... και ετέρου επί της οδού ... στους .... Στα καταστήματα αυτά, που τα εκμεταλλευόταν η ίδια εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία εντός αυτών δέκα έξη (16) ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο πρώτο και τρεις (3) ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο δεύτερο με τους οποίους μπορούσε να παιχθεί το παιχνίδι φρουτάκια. Την 2.4.2003 αστυνομικοί επισκέφθηκαν το πρώτο κατάστημα και την 25.5.2003 το δεύτερο για να διενεργήσουν σχετικό έλεγχο. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι στους ως άνω ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στα δύο καταστήματα, κατά το χρόνο του ελέγχου, παιζόταν από τους θαμώνες το τυχηρό παίγνιο "φρουτάκια", με οικονομικό αντάλλαγμα. Ειδικότερα ο παίκτης κατέβαλε στον κατηγορούμενο για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας και εκμεταλλεύτριας ένα χρηματικό ποσό και ο τελευταίος του διέθετε αντίστοιχες με τα καταβληθέντα χρήματα μονάδες καταχωρημένες στον υπολογιστή, για να παίξει το παιχνίδι. Ο κάθε παίκτης έπαιζε το παιχνίδι πατώντας ένα κουμπί του υπολογιστή και με κάθε πάτημα εμφανίζονταν στην οθόνη φρουτάκια-ζωάκια ανά τρία. Στόχος του παίκτη ήταν να επιτευχθεί τρίλιζα, δηλαδή να εμφανιστούν στην οθόνη του υπολογιστή τρία όμοια ζωάκια ή φρουτάκια στην ίδια σειρά κάθετα, οριζόντια ή διαγώνια Τότε ο παίκτης κέρδιζε τα συμφωνημένα χρήματα. Αν μετά από κάθε κτύπημα δεν εμφανιζόταν τρίλιζα μειωνόταν ο αριθμός των μονάδων με τις οποίες είχε πιστωθεί ο παίκτης είχε χάσει τα χρήματα που διέθεσε. Το αποτέλεσμα του παιγνίου, το οποίο διεξάγεται στους υπολογιστές που διαθέτουν ανάλογο λογισμικό, όπως οι ως άνω που χρησιμοποιούσαν οι θαμώνες στα καταστήματα της κατηγορουμένης, εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να επιτύχει με τη δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που θα ήθελε. Μόλις έγινε αντιληπτή από τους υπευθύνους των καταστημάτων η παρουσία των αστυνομικών με τον κεντρικό υπολογιστή που διέθετε κάθε κατάστημα και ήταν συνδεδεμένος με τους υπολοίπους υπολογιστές στους οποίους διεξαγόταν από τους θαμώνες το ως άνω τυχηρό παίγνιο, πιστεύοντας οι υπεύθυνοι ότι δεν θα μπορέσουν οι αστυνομικοί να διαπιστώσουν τη διεξαγωγή του απαγορευμένου αυτού παιγνίου. Τούτο όμως οι αστυνομικοί το διαπίστωσαν δεν μπόρεσαν όμως λόγω κλεισίματος από τον κεντρικό υπολογιστή των υπολογιστών στους οποίους παιζόταν το τυχηρό παίγνιο, να διαπιστώσουν το ύψος του οικονομικού ανταλλάγματος που κάθε παίκτης είχε καταβάλει. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, αφού απορριφθεί ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης για αντικοινοτικότητα των σχετικών διατάξεων, να κηρυχθεί ένοχη αυτή". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της παράβασης του ν. 3037/2002 με την ακόλουθη αιτιολογία? ΚΗΡΥΣΣΕΙ την ανωτέρω κατηγορουμένη ένοχη του ότι: 1). Στη ... με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα και συγκεκριμένα στις 2-4-2003 εκμεταλλεύτηκε και διηύθυνε δημόσιο κέντρο υγειονομικού ενδιαφέροντος στο οποίο διενεργούνταν απαγορευμένα παίγνια ηλεκτρονικά διεξαγόμενα, για τη λειτουργία των οποίων εκτός των υποστηρικτών ηλεκτρικών μηχανισμών απαιτείται και η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού προγράμματος και συγκεκριμένα, ως ιδιοκτήτρια του καταστήματος ΚΑΦΕ ΙΝΤΕΡΝΕΤ με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στην ενταύθα οδό ..., αν και γνώριζε ότι τούτο απαγορεύεται, εντός του καταστήματος, με πρόθεση απόδοσης οικονομικού οφέλους (Η/Υ) στους οποίους από 16 θαμώνες του καταστήματος διενεργούνταν απαγορευμένα τυχερά παίγνια μέσω ειδικού προγράμματος των υπολογιστών, καθώς στην οθόνη εμφανίζονταν φρουτάκια, ζωάκια με σκοπό το σχηματισμό τρίλιζας από τους παίκτες και (εμφανίζονταν στην οθόνη) μονάδες πονταρίσματος, ενώ όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ελέγχονταν από κεντρική μονάδα ενός άλλου ηλεκτρονικού υπολογιστή τον οποίο χειρίζονταν οι υπεύθυνοι του καταστήματος για λογαριασμό της κατηγορουμένης-ιδιοκτήτριας, οι οποίοι λίγο μετά την είσοδο των αστυνομικών στο κατάστημα άλλαξαν με το πάτημα ενός κουμπιού της ενδείξεις στις οθόνες των 16 υπολογιστών. Και 2) στους ..., την 25-5-2003 εκμεταλλεύτηκε και διηύθυνε δημόσιο κέντρο υγειονομικού ενδιαφέροντος στο οποίο διενεργούνταν απαγορευμένα παίγνια ηλεκτρονικά διεξαγόμενα, για τη λειτουργία των οποίων εκτός των υποστηρικτών ηλεκτρονικών μηχανισμών απαιτείται και η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού προγράμματος και συγκεκριμένα, ως ιδιοκτήτρια του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΦΕ, που βρίσκεται επί της οδού ... στους ..., αν και γνώριζε ότι τούτο απαγορεύεται, εντός του καταστήματος, με πρόθεση απόδοσης οικονομικού οφέλους σ' αυτή, είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εντός αυτού τρεις (3) ηλεκτρονικούς υπολογιστές με εγκατεστημένο λογισμικό (πρόγραμμα) για διενέργεια τυχερών παιγνίων, διαθέσιμους στους θαμώνες, οι οποίοι διενεργούσαν απαγορευμένα παίγνια επ' αυτών καθώς στην οθόνη εμφανίζονταν φρουτάκια, ζωάκια και έντομα με σκοπό το σχηματισμό τρίλιζας από τους παίκτες και (εμφανίζονταν στην οθόνη) μονάδες πονταρίσματος, ενώ όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ελέγχονταν από ένα κεντρική Η/Υ, τον οποίο χειριζόταν ο υπεύθυνος του καταστήματος για λογαριασμό της κατηγορουμένης-ιδιοκτήτριας και χρέωνε μονάδες στους παίκτες κατόπιν οικονομικής συναλλαγής μ' αυτούς". Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλο-συμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις των άρθρων 1 περ. δ', 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 α, γ του ν.3037/ 2002 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Η αιτίαση ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας είναι αβάσιμη, διότι κατά τις παραδοχές, η αναιρεσείουσα ήταν εκείνη που είχε εγκαταστήσει τα παίγνια αυτά, οι δε υπεύθυνοι αμφοτέρων των καταστημάτων ενεργούσαν για λογαριασμό της, αυτή δε είναι εκείνη η οποία εξεμεταλλεύετο καταστήματα αυτά. Εξάλλου, η ύπαρξη του δόλου της δεν ήταν αναγκαίο να δικαιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος της ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή της, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα. Όθεν ο εκ του άρθρου 510 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 4 παρ.1 εδ. α' του ν.3037/2002, όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστική ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία (αιτίαση) συνίσταται ειδικότερα στο ότι το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για παράβαση του ν.3037/2002, ο οποίος (νόμος) κατά την αιτίαση αυτή αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 28 και 49 της ΕΚ καθώς και στο άρθρο 8 της κοινοτικής οδηγίας 98/34 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22/6/ 1998 όπως έκρινε το ΔΕΚ με την από 26-10-2006 απόφαση του (υπόθεση C 65/2005). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για την, μέσω ηλεκτρονικών μηχανημάτων, διεξαγωγή του απαγορευμένου τυχερού παιγνίου (φρουτάκια) και όχι για την εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών παιγνίων σε Η/Υ για την οποία έκρινε το ΔΕΚ.
Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 76/23.11.2009 αίτηση της ..., για αναίρεση της 3555/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 19 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόλυτη ακυρότητα. Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε. Παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης. Ο δόλος δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Ο Ν. 3037/2002 δεν αντιβαίνει στα άρθρα 28 και 49 της Ε.Κ όταν πρόκειται για την μέσω ηλεκτρονικών μηχανημάτων διεξαγωγή του απαγορευμένου τυχερού παιγνίου φρουτάκια. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Παίγνια τυχερά.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 816/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 3254/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ορέστη Γεωργιάδη. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1635/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Κατά δε το άρθρο 46 παρ. 1 α' του ιδίου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε....Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της 3254/2009 προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι "οι δεύτερος και τρίτη από τους κατηγορούμενους, με την ηθική αυτουργία του πέμπτου και κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα. Συγκεκριμένα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, όπου δικάζονταν για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ο πέμπτος κατηγορούμενος, Χ3 μαζί με τον νυν εγκαλούντα Ψ, κάτοικο ..., κατέθεσαν στο ακροατήριο του παραπάνω δικαστηρίου τα ψευδή πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της παρούσας, με σκοπό να επιρρίψουν την ευθύνη του ατυχήματος από το οποίο προκλήθηκε ο θάνατος του Ζ στον εγκαλούντα, ισχυρισθέντες ότι αυτός ήταν ο προστήσας τον θανόντα στην εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εργασιών, συνδεόμενος με αυτόν με σχέση εργασίας, ενώ το αληθές ήταν ο θανών είχε αναλάβει τις εργασίες με σύμβαση με την εταιρία ..., γεγονός που αυτοί ως εκ της θέσεως τους στην εν λόγω εταιρία ασφαλώς γνώριζαν καθώς επίσης και ότι ο εγκαλών είχε απλώς τοποθετήσει το τηλεφωνικό κέντρο. Στη πράξη τους αυτή δε προέβησαν με τις διαρκείς παραινέσεις και προτροπές του πέμπτου κατηγορουμένου που ήταν συγκατηγορούμενος του εγκαλούντα για ανθρωποκτονία από αμέλεια, ο οποίος επίσης γνώριζε ότι καμιά σχέση δεν συνέδεε τον θανόντα με τον εγκαλούντα αφού ο ίδιος ως εκπρόσωπος της εταιρίας ασφαλώς και γνώριζε ποια ακριβώς εργασία εκτέλεσε ο εγκαλών και ποιες θα εκτελούσε ο θανών. Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο οδηγείται στη κρίση ότι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι δεύτερος, τρίτη και πέμπτος των πράξεων που τους αποδίδονται όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες Ιούλιο Χ1 και Χ2 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και τον αναιρεσείοντα Χ3 για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος κατά συρροή με το ακόλουθο διατακτικό "
Κηρύσσει ΕΝΟΧΟΥΣ τους κατηγορουμένους Χ1 ,Χ2 του ότι: Στο ..., την 7 και 9-10-2003, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα. Συγκεκριμένα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, όπου δικάζονταν για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ο πέμπτος κατηγορούμενος,Χ3 μαζί με τον νυν εγκαλούντα Ψ, κάτοικο ..., κατέθεσαν στο ακροατήριο του παραπάνω δικαστηρίου τα εξής ψευδή πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, κατέθεσε τα εξής: "Είμαι διευθυντής παραγωγής της ... .... Σ' εμάς τη δουλειά την έκανε ο Ψ. Σ' αυτόν δώσαμε την επέκταση του τηλεφωνικού κέντρου. Ξέραμε τον Ζ ως τεχνικό του Ψ. Ο κ. Χ3 έκανε τη συμφωνία με τον κ. Ψ. Δεν γνωρίζω τις λεπτομέρειες. Έχω δει πολλές φορές τον Ψ. Αυτό το τηλεφωνικό κέντρο το πέρασε ο κ. Ψ. Ο Ζ ήθελε να ελέγξει τα καλώδια.... Ο κ. Ψ έκανε τις καλωδιώσεις τις τηλεφωνικές. Τότε ήταν 2000 καλώδια του μέτρο χ50. Δεν ξέρω αν πουλά τέτοια ο Ψ. Δεν ξέρω από πού τα προμηθεύεται. Ο Ζ πάντα ερχόταν με τεχνίτη. Για τις υπηρεσίες αυτές δίναμε τιμολόγια στον Ζ, ως παροχή υπηρεσιών ...και η τρίτη κατηγορούμενη, Χ2, κατέθεσε τα εξής: "Εργάζομαι στην ... 18 χρόνια. Είμαι υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων και διευθύντρια προσωπικού. Απ' το 1999 είχαμε συνεργασία με τον κ. Ψ. Για οποιοδήποτε πρόβλημα είχαμε συνεργασία μ' αυτόν.... Εγώ προσωπικά μίλησα με τον κ. Ψ... Έτυχε να στείλει ξανά τον Ζ ο Ψ. Ήξερα το θύμα ως συνεργάτη του Ψ... Τον είχε στείλει τον Ζ αρκετές φορές. Εκείνη την εβδομάδα δεν χρειαζόταν να ήταν εκεί ο Ψ) .... Δεν πήρα τηλέφωνο τον Ζ, Ήταν ψέμα. Εγώ τηλεφώνησα στον Ψ. Έτυχε φορές που μου έλεγε ο Ψ πως δεν γύρισαν συνεργεία. Έτυχε λοιπόν να μου δώσει τηλέφωνα συνεργατών του ο Ψ όπως και του Ζ. Δεν ειδοποίησα εγώ πρώτη τον Ζ την ημέρα του ατυχήματος. Δεν το πήρα τηλέφωνο εκείνη την ημέρα .... Εγώ για τη δουλειά επικοινώνησα κατευθείαν με τον Ψ. Τον πήρα δύο μέρες πριν τηλέφωνο για να έρθει άτομο να συνδέσει τρία τηλέφωνα. Τον παρακάλεσα να μην στείλει τον κ. Θόδωρο, το θύμα, γιατί αργούσε, ήταν κουρασμένος και λιγομίλητος. Δε θα έστελνε λοιπόν κάποιον άσχετο αλλά αυτόν με τον οποίο συνεργαζόταν. ... Όταν έγινε το ατύχημα τηλεφώνησα στον Ψ. Πάντα λέω την αλήθεια. Έτυχε να βρω και 8.30 το πρωί τον Ψ στο μαγαζί. Τον πήρα τηλέφωνο για να κανονίσουμε τη δουλειά δύο ημέρες πριν το ατύχημα..., πλην όμως όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, κατέθεσαν δε τα παραπάνω προκειμένου να πείσουν τους δικαστές ότι τάχα ο νυν εγκαλών ήταν αυτός που έδωσε εντολή, στον αποβιώσαντα να μεταβεί στις εγκαταστάσεις της παραπάνω εταιρίας και να προβεί σε εργασίες και κατέθεσαν αυτά καθ' υπόδειξη του πέμπτου κατή γορουμένου Χ3.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ τον πέμπτο κατηγορούμενο Χ3 του ότι: ενδιαφερόμενος άμεσα για την υπέρ αυτού έκβαση της πιο πάνω δίκης, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα και μάλιστα με πρόθεση προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του, Χ1 και Χ2, την απόφαση να εκτελέσουν ο καθένας χωριστά την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξαν και συγκεκριμένα με διαρκείς παραινέσεις και προτροπές έπεισε αυτούς να καταθέσουν με όρκο ψευδώς ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου κατά την παραπάνω δίκη τα όσα πραγματικά περιστατικά αναλυτικά εκτέθηκαν, όπως τα κατέθεσαν, παραπάνω, αν γνώριζαν ότι αυτά ήταν εξ ολοκλήρου ψευδή, όπως και ο ίδιος γνώριζε το ψεύδος τους". Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 2 και 46 του ΠΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης προσδιορίζονται όχι μόνο τα ψευδή γεγονότα τα οποία κατέθεσαν ενόρκως ως μάρτυρες ο πρώτος και δεύτερη αναιρεσείουσα αλλά και ποια ήταν τα αληθή. Περαιτέρω διαλαμβάνονται, κατά παραδεκτή αλληλο-συμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο τρίτος αναιρεσείων Χ3 προκάλεσε στους λοιπούς αναιρεσείοντες την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία αυτοί διέπραξαν ως και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο ουσίας συνήγαγε την κρίση ότι αυτός προκάλεσε στους λοιπούς την απόφαση να τελέσουν την πράξη αυτή ως επίσης διαλαμβάνεται ότι όλοι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι εκείνα που κατετέθησαν ενόρκως ήταν ψευδή. Εξάλλου, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτά μεταξύ των οποίων και α) την υπ' αριθ. 3511/ 2005 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης β) την υπ' αριθ. 151/2002 διάταξη του Εισαγγελέα εφετών Θεσσαλονίκης και γ) την υπ' αριθ. πρωτ. ... έκθεση ατυχήματος της επιθεώρησης Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κιλκίς.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες και οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, ήτοι των άνω άρθρων και εκ πλαγίου, είναι αβάσιμοι. Όθεν οι υπό κρίση αναιρέσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 584/9-11-2009 αναιρέσεις των Χ1, κατοίκου ..., Χ2 , κατοίκου ... και Χ3, κατοίκου ... που περιελήφθησαν στο αυτό δικόγραφο, για αναίρεση της 3254/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρος - έννοια. Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Έννοια των λόγων αυτών. Έννοια της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επί ψευδορκίας πρέπει να διαλαμβάνονται και ποια γεγονότα ήσαν αληθή. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 815/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σανιδά, περί αναιρέσεως της 700/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ....
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1335/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου είναι δεκαήμερη από τη δημοσίευση της αποφάσεως και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρείται καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοση της. Αν η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, η προθεσμία είναι εικοσαήμερη και έχει την ίδια αφετηρία ενάρξεως. Περαιτέρω, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην εξαιρετική όμως αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί εκπροθέσμως το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεως του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση τούτου, και συγχρόνως να επικαλεστεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Αν δεν περιληφθούν στην έκθεση τέτοια περιστατικά ή αυτά δεν αποδεικνύονται από τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 700/2009 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ για αγορά, κατοχή ναρκωτικών ουσιών και οπλοκατοχή, όπως από αυτή προκύπτει δημοσιεύτηκε, παρόντος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος στις 6/3/2009, καταχωρήθηκε δε καθαρογραμμένη στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο στις 26/6/2009, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 23/9/2009 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Αθανάσιος Σανιδάς άσκησε την κρινόμενη από 17/9/2009 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 17/9/2009. Έτσι όμως η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, αφού από την επομένη της ημέρας που καταχωρήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο ειδικό βιβλίο, ήτοι την 27/6/2009, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ημερών, που είναι, όπως προεκτέθηκε, η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, με δήλωση του επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο αναιρεσειων προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της ασκήσεως της αιτήσεώς του διαλαμβάνει σ' αυτή ότι την ημερομηνία καταχώρηση της προσβαλλόμενης στο ειδικό βιβλίο δεν την έμαθε ποτέ, παρά τις προσπάθειες του, ως κρατούμενος, και ότι την 9/9/2009 έλαβε γνώση ότι αυτή κατέστη αμετάκλητη. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι χωρίς έννομη επιρροή, προεχόντως μεν γιατί το επικαλούμενο ως άνω περιστατικό δεν μπορεί να συστήσει κατά νόμο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εφόσον ο αναιρεσειων όφειλε να πληροφορηθεί περί της ημερομηνίας καταχώρησης της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο είτε παρά του διορισθέντος συνηγόρου του, είτε και παρά του γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών, πράγμα που υπαιτίως παρέλειψε να πράξει, αλλά και γιατί δεν επικαλείται συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της βασιμότητας αυτού. Περαιτέρω, οι με το υπόμνημα του επικαλούμενοι λόγοι ανώτερης βίας, άλλως ανυπέρβλητου κωλύματος, δικαιολογούντες, κατά την άποψη του, την εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως του, και συνιστάμενοι στο γεγονός ότι ο Πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών δεν του γνωστοποίησε από πότε αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, άλλως ότι αυτός επλανήθη ως προς την προθεσμία της ασκήσεως της, είναι επίσης απορριπτέοι, διότι δεν συνιστούν λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, ανεξαρτήτως του ότι αυτοί (λόγοι) δεν διαλαμβάνονται στην έκθεση ασκήσεως της αιτήσεως του, αλλά το πρώτον προτείνονται με το υπόμνημα του.
Μετά από όλα αυτά, πρέπει, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως της να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/9/2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 700/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε κτλ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αγορά, κατοχή ναρκωτικών και οπλοκατοχή. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως εκπροθέσμως ασκηθείσα (άρθρα 473 παρ. 1,2, 507 παρ. 1 ΚΠΔ). Ο προς δικαιολογία του εκπροθέσμου ασκήσεώς της λόγος, συνιστάμενος στο ότι δεν έλαβε γνώση της καταχωρήσεως της στο ειδικό βιβλίο, απορρίπτεται προεχόντως, διότι δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, αλλά και γιατί δεν επικαλείται συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της βασιμότητας αυτού.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 814/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 1735/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: Ψ1 και 2. Ψ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1673/09.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 εδαφ. α', β'και ζ' του Ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών και άλλες διατάξεις" (όπως κωδικοποιήθηκαν με τον Ν 3459/2006), προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην των άλλων, η εισαγωγή στην επικράτεια, η πώληση, η αγορά και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Το έγκλημα της εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική Επικράτεια πραγματώνεται με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών από το εξωτερικό στη Χώρα , θεωρείται δε τελειωμένο με την είσοδο των ναρκωτικών στο Ελληνικό έδαφος, ενώ συρρέει με το έγκλημα της κατοχής και της μεταφοράς ναρκωτικών. Ως κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών ουσιών, δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: 1) της ποσότητας τούτων, αφού ο νόμος δεν συνδέει, ούτε την τέλεση, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα των ναρκωτικών, 2) του χρόνου τελέσεως των πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, 3) του επιτευχθέντος τιμήματος καθώς και της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Η δε παραδοχή της αποφάσεως " αγορά ή πώληση από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος", λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση των συγκεκριμένων εγκλημάτων. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρίσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1735/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αγοράς, εισαγωγής, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών από κοινού και επιβλήθηκε σ' αυτόν, μετά από απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α'και ε'του ΠΚ , ποινή κάθειρξης δέκα έξι (16) ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Αξιοποιώντας πληροφορίες, αναφορικά με τη διακίνηση απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών από άτομα που διέμεναν σε συγκεκριμένες διευθύνσεις και κινούντο με συγκεκριμένα οχήματα, που είχαν περιέλθει στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών, αστυνομικοί, περί το τέλος Νοεμβρίου του 2003,έθεσαν υπό παρακολούθηση τον δεύτερο κατηγορούμενο Ψ1), αλβανικής υπηκοότητας και διαπίστωσαν ότι μετά την εργασία του συναντούσε διάφορα άτομα, κυρίως ομοεθνείς του, λαμβάνοντας προφυλάξεις. Στις 16/12/2003,ο ανωτέρω κατηγορούμενος (Β') είχε ολιγόλεπτη συνάντηση με δύο άτομα, στην οδό ..., στο ύψος του ..., τα οποία επέβαιναν σε αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES, με στοιχεία ..., χρώματος λευκού, τα οποία, όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε , ήταν οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων (Χ και Ψ2 αντίστοιχα ), οι οποίοι διέμεναν στο ξενοδοχείο .... Στις 21/12/2003 ο πρώτος κατηγορούμενος, οδηγώντας το παραπάνω αυτοκίνητο συναντήθηκε με τον δεύτερο, ο τελευταίος επιβιβάσθηκε στο ως άνω αυτοκίνητο (αφήνοντας τη μοτοσυκλέτα τύπου HONDA με την οποία συνήθως κυκλοφορούσε) μετέβησαν στην οικία του (Β') στην οδό ... και μετά παραμονή δύο περίπου ωρών σ' αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ) αναχώρησε και μετέβη στο ξενοδοχείο .... για να διαμείνει, ενώ σε γειτονικό ξενοδοχείο (το ...) διέμενε ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος είναι υπήκοος .... Κατά τις βραδινές ώρες της 22/12/2003 αστυνομικοί της ως άνω υποδιεύθυνσης ακινητοποίησαν τον δεύτερο κατηγορούμενο και μετά από νόμιμη έρευνα που διενήργησαν στην παραπάνω οικία του, βρήκαν απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα βρήκαν και κατάσχεσαν ποσότητα κοκαΐνης συνολικού βάρους 1300 γραμμαρίων ( 500 γραμμάρια σε νάϋλον σακούλα, 455 σε άλλη ναϋλον σακούλα και 355 γραμμάρια σε κυλινδρικές τυποποιημένες συσκευασίες με μορφή κιμωλίας), την οποία είχε αγοράσει την προηγούμενη ημέρα από τους συγκατηγορουμένους του (πρώτο και τρίτο), οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος και την κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή της ανά πάσα στιγμή διαπίστωσης της ύπαρξης της και της διάθεσης της, με σκοπό την εμπορία. Εκτός από την παραπάνω ποσότητα κοκαΐνης, στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου βρήκαν και κατάσχεσαν, α) την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωίνη σε ποσότητα 271 γραμμαρίων (σε τρεις διαφορετικές συσκευασίες βάρους 225 , 23 και 23 γραμμαρίων αντίστοιχα) την οποία ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε αγοράσει κατά τον τελευταίο μήνα πριν από τη σύλληψή του, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος από άγνωστο άτομο, με σκοπό την εμπορία, β) μία ζυγαριά ακριβείας μάρκας TANITA, γ) πέντε (5) φυσίγγια διαμετρήματος 7,65 mm και δ) το χρηματικό ποσό των 1000 €. Στην συγκατοχή των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων (στο ξενοδοχείο ...) βρέθηκαν και κατασχέθηκαν έξι (6) αυτοσχέδια σακουλάκια που περιείχαν κοκαϊνη συνολικού βάρους 1003 γραμμαρίων. Τη συνολική ως άνω ποσότητα των 2303 γραμμαρίων κοκαϊνης (1003 +1300 γραμμάρια που την προηγούμενη ημέρα (21/12/2003) είχαν πωλήσει στο δεύτερο κατηγορούμενο), οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι την είχαν αγοράσει από κοινού, από άγνωστα άτομα αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος και την είχαν εισαγάγει από κοινού στην ελληνική επικράτεια από το ... της ... στις 14-12-2003, μέσω του αεροδρομίου Ελευθέριος Βενιζέλος στο οποίο αφίχθη ο τρίτος κατηγορούμενος την ως άνω ημερομηνία και ο οποίος διενήργησε τη μεταφορά της ανωτέρω ποσότητας κοκαΐνης για λογαριασμό και του πρώτου. Στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκε το χρηματικό ποσό των 4.250 ευρώ, ενώ στην κατοχή του τρίτου κατηγορουμένου βρέθηκε το χρηματικό ποσό των 4.800 ευρώ. Επιπλέον ο δεύτερος κατηγορούμενος πούλησε σε μη επακριβώς προκύψαντα χρόνο, και πάντως όχι πέραν του μηνός πριν από τη σύλληψή του, σε άγνωστο άτομο 30 γραμμάρια ηρωίνης αντί του χρηματικού ποσού των 500 ευρώ. Την τελευταία πράξη ο δεύτερος κατηγορούμενος την ομολογεί αναφέροντας ότι ένας ομοεθνής του ονόματι ... τον οποίο είχε γνωρίσει ένα μήνα πριν από τη σύλληψή του, του έδωσε 300 περίπου γραμμάρια ηρωίνης και τη ζυγαριά που βρέθηκε στην οικία του και από την ποσότητα αυτή πούλησε 30 γραμμάρια αντί 500 ευρώ σε άγνωστο άτομο. Τα αμέσως παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του αστυνομικού και δεν αντικρούονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Οι κατηγορούμενοι ουδεμία λογική εξήγηση έδωσαν για τις ως άνω ποσότητες που βρέθηκαν στην κατοχή τους αλλά ούτε για τα χρηματικά ποσά που επίσης βρέθηκαν στην κατοχή τους. Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχέσεις των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων αρχίζουν σε άγνωστο χρονικό σημείο στη ..., υπήκοος της οποίας, όπως προαναφέρθηκε είναι ο τρίτος και κάτοικος από δωδεκαετίας όπως αναφέρει ο πρώτος, στα πλαίσια δε της γνωριμίας τους και της συνεργασίας τους αποφασίσθηκε η από κοινού εισαγωγή της ως άνω ποσότητας κοκαΐνης μέσω ... στην Ελλάδα. Όταν έφθασε στην ... ο τρίτος μεταφέροντας την παραπάνω ποσότητα κοκαΐνης ο πρώτος, ο οποίος προσωρινά διέμενε στην Κρήτη, ήλθε στην ..., διέμεναν για λίγες ημέρες στο ίδιο ξενοδοχείο (...), στη συνέχεια κατέλυσαν σε διαφορετικά αλλά γειτνιάζοντα ξενοδοχεία μέχρι να πουλήσουν τις ως άνω ποσότητες κοκαΐνης που κατείχαν από κοινού, είχαν εισαγάγει από κοινού και πούλησαν από κοινού στην δεύτερο κατηγορούμενο την ποσότητα των 1300 γραμμαρίων. Ο πρώτος αρχικά ισχυρίσθηκε ότι τον τρίτο τον είχε γνωρίσει στη ... προ οκταετίας και έκαναν παρέα και όταν του τηλεφώνησε ο τελευταίος ότι θα έλθει στην ... συναντήθηκαν και του έδωσε την ως άνω ποσότητα κοκαΐνης για να την παραδώσει στο δεύτερο και στη συνέχεια του έδωσε προς φύλαξη και την υπόλοιπη ποσότητα και ότι την "εξυπηρέτηση" αυτή την έκανε στο φίλο του γιατί αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Ακολούθως ενώπιον του πρωτοβάθμιου αλλά και παρόντος δικαστηρίου ο τρίτος κατηγορούμενος από "φίλος" έγινε συγγενής, από τη σύζυγο του και "κουνιάδος" του και ότι ο σκοπός της έλευσης του στην Ελλάδα ήταν να του "φέρει ένα χαρτί για ένα οικόπεδο για την κόρη του" και ότι τη συνολική ως άνω ποσότητα κοκαΐνης στον τρίτο κατηγορούμενο την είχε δώσει ένα ζευγάρι, "ένας ...", ο οποίος τον απειλούσε ότι θα σκοτώσει την κόρη του στη ... αν δεν παραδώσει την τσάντα με την κοκαΐνη στον "..." (τον δεύτερο κατηγορούμενο), ότι ο .... τοποθέτησε την τσάντα με τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο του και "πάνω στη θολούρα" πήγε το ένα δέμα στο "..." και το άλλο στο δωμάτιο του. Ο τρίτος κατηγορούμενος αρχικά ισχυρίσθηκε ότι ήρθε από το ... όπου για τρεις μήνες προσπαθούσε να βρει δουλειά και στη συνέχεια ήλθε στην Ελλάδα για τουρισμό, όπου συνάντησε τον ... (ενν. τον πρώτο κατηγορούμενο) που τον είχε γνωρίσει στη ... και έκαναν παρέα, ότι στις 22/12/2003 μόλις μπήκε στο αυτοκίνητο του ... να πάνε για φαγητό τους συνέλαβε η Αστυνομία, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει το λόγο, αφού αυτός δεν έχει σχέση με ναρκωτικά, στη συνέχεια όμως (ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) ο "..." από γνωστός έγινε συγγενής από την "ξαδέλφη" του, ενώ ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου σχετικά με τα ναρκωτικά ισχυρίσθηκε ότι του τηλεφώνησαν κάποιοι συμπατριώτες του από τη ... και του είπαν να παραδώσει ένα πακέτο ναρκωτικά, ο ίδιος αρνήθηκε αλλά τον απείλησε (ένας που λεγόταν ...) ότι θα κάνει κακό στην κόρη του και στην οικογένεια του στη ..., γι' αυτό πήρε το πακέτο με τα ναρκωτικά και παρακάλεσε τον πρώτο κατηγορούμενο να το παραδώσει στο πρόσωπο που του υπέδειξαν. Οι παραπάνω αντιφατικοί ισχυρισμοί των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων, ιδιαίτερα για το γεγονός της περιέλευσης στη συγκακατοχή τους, τουλάχιστον των 2303 γραμμαρίων κοκαΐνης, δείχνουν σχεδιασμό και οργάνωση στη διακίνηση ναρκωτικών (ουσιών, αφού από την ..., όπου διέμενε για τρεις μήνες ο τρίτος οργανώθηκε η από κοινού εισαγωγή κοκαΐνης στην Ελλάδα, με σκοπό την εμπορία. Και οι δύο ως άνω κατηγορούμενοι (πρώτος και τρίτος) οι οποίοι ουδεμία επαγγελματική απασχόληση είχαν (ο πρώτος παραδέχεται ότι είχε οικονομικά προβλήματα και ο τρίτος ότι είχε να εργασθεί τουλάχιστον τρεις μήνες) ουδεμία εξήγηση δίνουν για την κατοχή των ως άνω χρηματικών ποσών (όσα διατείνεται ο πρώτος ότι τα χρήματα που βρέθηκαν στην κατοχή του τα είχε αναλάβει πολύ καιρό πριν δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής, όπως επίσης δεν αντέχουν στη λογική όσα διατείνεται ο τρίτος ότι τα χρήματα προέρχονταν από την εργασία του στη ... από την οποία έφυγε προς .. με 5.000 ευρώ ή ότι του είχαν αποστείλει οι γονείς του). Ενόψει των προεκτεθέντων, πλήρως αποδείχθηκε, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις εις αυτούς αποδιδόμενες πράξεις, γι' αυτό θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, α) οι πρώτος και τρίτος των πράξεων της εισαγωγής και αγοράς 2303 γραμμαρίων κοκαΐνης από κοινού, πώλησης από κοινού στο δεύτερο κατηγορούμενο κοκαΐνης 1300 γραμμαρίων και κατοχής από κοινού κοκαΐνης 1003 γραμμαρίων κοκαΐνης και β)ο δεύτερος, αγοράς 1300 γραμμαρίων κοκαΐνης και 271 γραμμαρίων ηρωίνης, κατοχής των ως άνω ναρκωτικών ουσιών και πώλησης σε προγενέστερο χρόνο, 30 γραμμαρίων αντί 500 ευρώ , καθώς και κατοχής των ως άνω πυρομαχικών Τα αιτήματα που υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι για χορήγηση των ελαφρυντικών α) του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' ο πρώτος, β) του άρθρου 84 παρ. 2α', δ' και ε' ο δεύτερος και γ) του άρθρου 84 παρ. 2α' δ' και ε' ο τρίτος, θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Η όλη εγκληματική δραστηριότητα των κατηγορουμένων, οι πρώτος και τρίτος των οποίων είχαν διεθνείς διασυνδέσεις, αφού είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν στην αλλοδαπή και να εισαγάγουν μέσω ... την ως άνω σημαντική ποσότητα κοκαΐνης στην Ελλάδα, η όλη δράση και των τριών, ο δεύτερος των οποίων αγόραζε σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, δείχνει ότι δεν είχαν ζήσει πριν από την τέλεση των ως άνω πράξεων έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, μόνη δε η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου δεν σημαίνει και έντιμο πρότερο βίο των δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων. Ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου έχει έξι ( 6 ) καταδίκες σε στερητικές της ελευθερίας ποινές σε προγενέστερο χρόνο οι δύο από τις οποίες είναι ποινές φυλάκισης 10 μηνών και 7 μηνών αντίστοιχα, που επιβλήθηκαν με τις 6960/2004 και 3145/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημ/κείου Χανίων που μετατράπηκαν σε χρηματικές. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια για τις πράξεις που τέλεσαν ενώ η καλή συμπεριφορά που επέδειξαν όλοι οι κατηγορούμενοι, αφορά τη διαγωγή χους στις φυλακές καθώς και τη συμμόρφωση τους στους κανονισμούς υπηρεσίας στις φυλακές, όπου κρατούνται από της συλλήψεως τους μέχρι και την έκδοση της απόφασης του παρόντος δικαστηρίου και δεν αφορά τη συμπεριφορά τους στην κοινωνία σε συνθήκες ελεύθερης έκφρασης και δράσης (Α. Π. 1474/2002, Ποιν. Χρον. ΝΓ', 523 , Α.Π. 1549/2000, Ποιν. Δ. 4, 806). Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των προαναφερόμενων εγκλημάτων της αγοράς, εισαγωγής, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, από κοινού με άλλον, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 6, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98 του ΠΚ, αρθρ. 4 παρ. 1 Πιν. Β αριθμ. 3, αρθρ. 5 παράγραφοι 1 στοιχ. α, β, ζ και 2 του Ν. 1729/87, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και άρθρο 1 παρ. 1δ, 7 παρ. 1 και 8α του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου δηλαδή με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ούτε ήταν αναγκαίος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ο προσδιορισμός της ταυτότητας του αγοραστή και του πωλητή, αλλά και ο προσδιορισμός της μεγαλύτερης ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών που αγόρασε, μέρος της οποίας αποτελούσε και η ποσότητα των 1003 γραμμαρίων κοκαΐνης που κατά την παραδοχή της απόφασης βρέθηκε στην κατοχή του αναιρεσειοντα και των 1300 γραμμαρίων κοκαΐνης που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αυτός πώλησε στον, Ψ1, αλλά ούτε και το εισπραχθέν τίμημα από την πώληση αυτή.
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται η ουσιαστικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, η με την πιο πάνω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει στο σκεπτικό της απόφασης και ως προς τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση στο πρόσωπο του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2Ε του ΠΚ. Ειδικότερα, σαφώς εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "η καλή συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος, αφορά την τη διαγωγή του στη φυλακή καθώς και τη συμμόρφωση του στους κανονισμούς υπηρεσίας στη φυλακή, όπου κρατείται από της συλλήψεως του μέχρι και την έκδοση της απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, και δεν αφορά τη συμπεριφορά του στην κοινωνία σε συνθήκες ελεύθερης έκφρασης και δράσης". Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς την απόρριψη του προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ως άνω ισχυρισμού ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 3 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/11/2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1735/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αγορά, κατοχή, πώληση, εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών. Οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων 9 άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ), όσον αφορά την καταδίκη του για τις παραπάνω πράξεις, αλλά και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος εκ του άρθρο 84 παρ. 2 ε του ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών, δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας τούτων, του χρόνου της τελέσεως των πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής, του επιτευχθέντος τιμήματος, καθώς και της ταυτότητας πωλητών ή αγοραστών. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 810/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 16 και 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση
του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, κάτοικου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παρέστη με την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Βραχά, κατά της υπ' αριθ. 31/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 4.12.2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Λάντσχουτ της Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Αθηνών, την με αριθμό και ημερομηνία 25/18.2.2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Αράπου, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 269/2010.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και την πληρεξούσια δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη έφεση και να εκτελεστεί το εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κ.λπ.", προκύπτει ότι, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει, ή συλλαμβάνεται. Από δε την διάταξη του άρθρου 22 του ιδίου νόμου, προκύπτει ότι, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, είναι επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως στον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητουμένου.
Συνεπώς, η υπ' αριθ. 25/18-2-2010 έφεση του εκζητουμένου από τις δικαστικές Αρχές της Γερμανίας Χ κατά της 31/18-2-2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίσθηκε η κατ' αυτού εκτέλεση του αναφερομένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ασκήθηκε νομοτύπως ενώπιον του Γραμματέα του άνω Συμβουλίου (άρθρο 22 παρ. 1 του άνω νόμου) και εμπροθέσμως.
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3251/2004 προκύπτει ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής Κράτους - Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από δε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) την φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστατικών τελέσεώς του, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του Κράτους - Μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Προϋπόθεση της έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του άνω νόμου, είναι οι πράξεις για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν δηλαδή ήδη επιβληθεί, να είναι διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Προϋπόθεση δε της εκτέλεσης του εντάλματος τούτου, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση ποινικής δίωξης, η αξιόποινη πράξη, για την οποία τούτο εκδόθηκε, να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του Κράτους έκδοσής του με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών. Το ένταλμα τούτο εκτελείται υπό την επιφύλαξη, περαιτέρω, των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του νόμου τούτου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 11 του άνω νόμου, η δικαστική αρχή, που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις α) ..... ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία ι) θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέσθηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδος ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο .... η) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλισθεί ότι, μετά την ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. Περαιτέρω, τέλος, ισχύει και η Διεθνής Σύμβασης Σέγκεν, με το άρθρο 63 της οποίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 50 παρ. 1 αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη, στα οποία καταλέγονται η Ελλάδα και η Γερμανία, ανέλαβαν την υποχρέωση να εκδίδουν μεταξύ τους τα πρόσωπα που διώκονται ποινικώς και για τις αξιόποινες πράξεις παραβιάσεως των διατάξεων εν γένει περί φόρων καταναλώσεως, φόρων προστιθέμενης αξίας και τελωνειακών δασμών, δίχως μάλιστα να απαιτείται προς τούτο ειδική συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών (ΑΠ 1187/2001 Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, από την ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, την ενώπιον του ακροατηρίου του παρόντος Δικαστηρίου εξέταση του άνω εκζητουμένου, τα υπομνήματά του, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα γεγονότα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλόμενη 31/2010 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του με στοιχεία 54 παρ. 5 34856/08 από 4-12-2009 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Λάντσχουτ της Γερμανίας βάσει του υπ' αριθ. ... 4160/09 από 9-11-2009 εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου του Λάντσχουτ κατά του εκκαλούντος Χ, Έλληνα υπηκόου, ο οποίος γεννήθηκε στις 23-8-1966 στο ... και διαμένει στην Ελλάδα, προκειμένου να προσαχθεί ενώπιον της άνω Γερμανικής δικαστικής αρχής, για να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για τα εγκλήματα της από κοινού φοροδιαφυγής και αποδοχής προϊόντων φοροδιαφυγής, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 370 εδ. 1, αριθ. 3 εδ. 3 αριθ. 1, αριθ. 5 και 374 του Κώδικα Δημοσίων Εσόδων της Ομοσπονδίας Δημοκρατίας της Γερμανίας και 25 εδ. 2 του Ποινικού Κώδικα του Κράτους αυτού. Το ένταλμα τούτο, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, φέρει ημερομηνία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστικού λειτουργού που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα οριζόμενα στην άνω παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 235/2004 στοιχεία, ήτοι την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, το όνομα, την διεύθυνση και τα λοιπά στοιχεία της δικαστικής (εισαγγελικής) Αρχής που το εξέδωσε, μνεία της απόφασης στην οποία βασίσθηκε η έκδοσή του, την φύση και το νομικό χαρακτηρισμό των εγκλημάτων που του αποδίδονται προς άσκηση ποινικής δίωξης, περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των εγκλημάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος, ο τόπος τέλεσης και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου ως και τις νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις αυτές. Ειδικότερα, με το ένταλμα αυτό αποδίδεται στον εκζητούμενο κατηγορία για τρεις περιπτώσεις της από κοινού φοροδιαφυγής σε μία ιδιαίτερα βαριά περίπτωση και αποδοχή προϊόντων φοροδιαφυγής και συγκεκριμένα ότι: To παρόν ένταλμα συνδέεται συνολικά με 3 αξιόποινες πράξεις. Ο κατηγορούμενος Χ είναι όπως και οι κατηγορούμενοι ..., μέλος μιας οργάνωσης, η οποία αποτελείται κυρίως από Έλληνες υπηκόους, οι οποίοι κατάγονται από τις νότιες περιοχές της άλλοτε ΕΣΣΔ, και η οποία οργάνωση ασχολείται με την μεταφορά μη εκτελωνισμένων και μη φορολογημένων τσιγάρων από την Ελλάδα προς το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ο κατηγορούμενος Χ διατηρεί μια επιχείρηση, η οποία επίσημα έχει ως αντικείμενο την παράδοση αυτοκινήτων οχημάτων, την παροχή υπηρεσιών σχεδιασμού κάθε είδους, λιανικό εμπόριο, εργασίες αποθήκης και εμπόριο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων οχημάτων. Στο όνομα της επιχείρησής του έχει δηλώσει οκτώ φορτηγά οχήματα και επικαθήμενα, τα οποία χρησιμοποιούνται για την μεταφορά μη εκτελωνισμένων και μη φορολογημένων τσιγάρων από την Ελλάδα προς το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και πέραν αυτού προς το Βέλγιο. Στα πλαίσια αυτών των δραστηριοτήτων, δρα ως ο οργανωτής στην Ελλάδα, ο οποίος π.χ. μεριμνά για τα φορτία με τα τσιγάρα, ο οποίος διατηρεί επαφές με τους οδηγούς των φορτηγών αυτοκινήτων οχημάτων, ο οποίος διαχειρίζεται τις εκάστοτε πληρωμές και τα έγγραφα φορτωτικής. Οι κατηγορούμενοι έδρασαν με σκοπό την απόκτηση οικονομικών πλεονεκτημάτων. Ήταν γνωστό στους κατηγορουμένους ότι τα τσιγάρα θα εκποιηθούν από την οργάνωση με σκοπό την επίτευξη κέρδους, παραβιάζοντας τις ισχύουσες τελεωνειακές και φορολογικές διατάξεις, και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο θα διενεργούνταν φοροδιαφυγή σε μεγάλο βαθμό. Αναλυτικά πρόκειται για τις ακόλουθες περιπτώσεις: 1. Στις 11.2.2008 και περί την ώρα 10.30 π.μ., διακομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο ..., μέσω του σημείου συνοριακής διελεύσεως ..., στο γερμανικό φορολογικό έδαφος συνολικά 4.285.000 μη εκτελωνισμένα και μη φορολογημένα τσιγάρα μάρκας ..., δίχως φορολογικό επίσημα, όπου τα τσιγάρα αυτά προηγουμένως είχαν διακομισθεί από ένα άτομο αγνώστων στοιχείων με ένα φορτηγό αυτοκίνητο όχημα στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, όλοι οι συμμετέχοντες στην πράξη εξοικονόμησαν έξοδα υπό μορφήν μη εξοφλημένων φόρων, ύψους € 602.985,20. Ο υπολογισμός των φόρων υπόκειται στη φορολογία καπνού, ύψους 14,072 λεπτών ανά τσιγάρο. 2. Ο άλλος κατηγορούμενος, ονόματι ...), στις 17.02.2009 και περί την ώρα 4 μ.μ., εισήλθε με το φορτηγό αυτοκίνητο όχημα με τον γερμανικό αριθμό κυκλοφορίας E-KS 456 και το επικαθήμενο με αριθμό κυκλοφορίας GT-FK 6604, μέσω του σημείου συνοριακής διελεύσεως ..., στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Κατά τον έλεγχο του φορτηγού αυτοκινήτου οχήματος από το συνεργείο διεξαγωγής ελέγχων .., ανακαλύφθηκαν πίσω από περισσότερες παλέτες με ψωμάκια για χάμπουργκερ 5.607.360 μη φορολογημένα τσιγάρα μάρκας ... και 2.502.400 τσιγάρα μάρκας ..., τα οποία στη συνέχεια κατασχέθησαν. Κατ' αυτόν τον τρόπο, όλοι οι συμμετέχοντες στην πράξη εξοικονόμησαν έξοδα υπό μορφής μη εξοφλημένων φόρων, ύψους € 1.141.205,43. Ο υπολογισμός των φόρων υπόκειται στη φορολογία καπνού, ύψους 14,072 λεπτών ανά τσιγάρο. 3. Εκτός αυτού, ο επίσης κατηγορούμενος, ονόματι ..., στις 14.07.2009 και περί την ώρα 00.15, εισήλθε με το φορτηγό αυτοκίνητο όχημα με τον γερμανικό αριθμό κυκλοφορίας DA-TC 2447 και το επικαθήμενο με αριθμό κυκλοφορίας DA-TC 8974, μέσω μεταφοράς με τραίνο από ..., στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Κατά τον έλεγχο του αυτοκινήτου οχήματος από το συνεργείο διεξαγωγής ελέγχων ..., ανακαλύφθηκαν εντός του φορτίου με πλαστικά κεραμίδια στέγασης κρυμμένα 4.200.000 μη φορολογημένα τσιγάρα μάρκας ...και μάρκας..., τα οποία στη συνέχεια κατασχέθησαν. Κατ' αυτόν τον τρόπο, όλοι οι συμμετέχοντες στην πράξη εξοικονόμησαν έξοδα υπό μορφήν μη εξοφλημένων φόρων, ύψους € 591.024,00. Ο υπολογισμός των φόρων υπόκειται στη φορολογία καπνού, ύψους 14,072 λεπτών ανά τσιγάρο. Οι κατηγορούμενοι έδρασαν με σκοπό την επίτευξη μιας διαρκούς και σημαντικής πηγής εσόδων μέσω λαθρεμπορίας τσιγάρων.
Περαιτέρω, ως προς τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων αυτών, το ένταλμα διαλαμβάνει ότι πρόκειται για τρεις περιπτώσεις της από κοινού φοροδιαφυγής σε μία ιδιαίτερα βαρειά περίπτωση και αποδοχή προϊόντων φοροδιαφυγής, σύμφωνα με τις παραγράφους 370 εδ. 1 αριθμός 2, αριθμός 3 εδάφιο 3, αριθμός 1, αριθμός 5 και 374 του Κώδικα Δημοσίων Εσόδων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και σύμφωνα με την παρ. 25 εδ. 2 του Ποινικού Κώδικα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και τέλος διαλαμβάνει τα κείμενα των διατάξεων αυτών, από τις οποίες προκύπτει ότι οι πράξεις αυτές τιμωρούνται, η πρώτη με στερητική της ελευθερίας ποινή μέχρι 10 έτη και η δεύτερη έως 5 έτη, οι πράξεις δε αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται και από τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και δη από τους νόμους 2331/1995, 2960/2001, 1882/1990 με φυλάκιση, με ανώτατο όριο άνω των δώδεκα μηνών. Μετά ταύτα, δια του εντάλματος αυτού αποδίδονται στον εκκαλούντα οι άνω πράξεις, που περιγράφονται επαρκώς κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί του, ότι δια του εντάλματος αυτού δεν του αποδίδεται καμμία αξιόποινη πράξη, ως και ότι η εκτέλεση του εντάλματος προσκρούει στην αρχή του διττού αξιοποίνου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ως και οι σχετικοί περί τούτων πρώτος και τρίτος λόγοι της εφέσεως. Περαιτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι το ένταλμα αυτό δεν μπορεί να εκτελεστεί, διότι οι πράξεις που του αποδίδονται έχουν τελεσθεί στην Ελλάδα, καθόσον, κατά το ένταλμα αυτό, τις πράξεις αυτές ο εκζητούμενος τις τέλεσε μαζί με άλλους τρεις στην Γερμανία και όχι στο Ελληνικό έδαφος και έτσι η εκτέλεσή του δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 11 περ. ζ' του ν. 3251/2004, δοθέντος, μάλιστα, ότι, και αν τα εμπορεύματα (τσιγάρα) φορτώθηκαν στην Ελλάδα και στην συνέχεια εισήχθησαν στο Γερμανικό έδαφος, οι αξιώσεις του Γερμανικού Κράτους για φορολόγηση των εισαχθέντων στο έδαφός του τσιγάρων είναι αυτοτελείς, όπως και η πράξη της φοροδιαφυγής και αποδοχής προϊόντων φοροδιαφυγής. Τα αδικήματα αυτά, που φέρεται ότι τέλεσε ο εκζητούμενος μαζί με άλλους με την εισαγωγή τους στο εκζητούν Κράτος, αποτελούν αδικήματα τελεσθέντα εν όλω στην Γερμανία και ως εκ τούτου η αξίωση του Γερμανικού Δημοσίου δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη του Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι, και αν τα εμπορεύματα αυτά φορτώθηκαν και διήλθαν από την Ελλάδα, δεν πρόκειται για ένα ενιαίο αδίκημα, αλλά για περισσότερα αδικήματα, που τελέσθηκαν σε βάρος περισσοτέρων Κρατών διέλευσης, το καθένα από τα οποία, εφόσον επλήγησαν τα δικαιώματά του, έχει αυτοτελή και ξεχωριστή αξίωση για ποινική καταστολή και όχι ενιαία (ΑΠ 558/2007 Νόμος). Όθεν, οι δια του ισχυρισμού αυτού προβαλλόμενοι λοιποί λόγοι της εφέσεως (2, 4, 5, 6) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, από την από 8.1.2010 διαβεβαίωση του Αρχιεισαγγελέα του Λάντσχουτ Γερμανίας, προκύπτει ότι, σε περίπτωση επιβολής ποινής κατά του εκζητουμένου - εκκαλούντος για τα αδικήματα αυτά από τις δικαστικές αρχές της Γερμανίας, διασφαλίζεται ότι αυτός θα διαμεταχθεί στην Ελλάδα, προς έκτιση της ποινής του, δοθέντος ότι κατ' αυτού δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα και έτσι η εκτέλεση του εντάλματος είναι επιτρεπτή, κατά το άρθρο 11 περ. η του ν. 2351/2004.
Συνεπώς, συντρέχουν εν προκειμένω όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του άνω εντάλματος και δεν συντρέχει καμμία από τις περιπτώσεις απαγορεύσεως ή δυνατότητας απαγορεύσεως εκτελέσεως τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 11, 12 και 13 του νόμου τούτου. Όθεν, το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς τον νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και αποφάσισε την εκτέλεση του εντάλματος τούτου και οι περί του αντιθέτου ως άνω όλοι οι λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, συνακολούθως και η έφεση στο σύνολό της, και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του εκκαλούντος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει παρόντος του εκκαλούντος.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει αυτήν κατ' ουσίαν. Και Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για το τυπικό κύρος του. Προϋποθέσεις για την εκτέλεσή του. Σύμβαση Σέγκεν. Η Ελλάδα και η Γερμανία έχουν αναλάβει την υποχρέωση να εκδίδουν μεταξύ τους τα πρόσωπα που διώκονται ποινικώς και για τις αξιόποινες πράξεις παραβιάσεως των διατάξεων εν γένει περί φόρων κατανάλωσης, φόρων προστιθέμενης αξίας και τελωνειακών δασμών, δίχως μάλιστα να απαιτείται προς τούτο ειδική συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών. Διέλευση των εμπορευμάτων από την Ελλάδα. Πλήξη δικαιωμάτων περισσοτέρων κρατών. Απορρίπτει αίτηση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 808/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 96/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2014/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς την επιβληθείσα ποινή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 §1 ΠΚ, όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Το έγκλημα αυτό με τη μορφή της βίας κλπ προς εξαναγκασμό είναι τυπικό και συνεπώς είναι τετελεσμένο με την άσκηση της βίας ή την εκφορά της απειλής και δεν απαιτείται να επιτεύχθηκε το σκοπούμενο αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε φυλάκιση 9 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας αντίστασης και της ελαφράς σωματικής βλάβης. Το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις ... ο μηνυτής, δικαστικός επιμελητής, μετά από σχετική εντολή μετέβη στη..., προκειμένου να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση βάσει της υπ' αριθ. 276/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Η εκτέλεση αυτή συνίστατο στο να τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση της επισπεύδουσας Ε1 ένα ισόγειο κατάστημα που βρίσκεται στη θέση "..." της παραλίας ... και την εντός αυτού λειτουργούσα επιχείρηση καφέ - σνακ μπαρ - ψητοπωλείου. Έτσι, θα αφαιρούνταν από τη μεσεγγύηση της κατηγορουμένης και της μητέρας της Μ1 όπου μέχρι τότε βρισκόντουσαν, όπως άλλωστε, διέτασσε η παραπάνω δικαστική απόφαση. Στην εκτέλεση αυτή παραβρέθηκαν οι ανωτέρω μητέρα και θυγατέρα, οι οποίες ήσαν μητέρα και αδελφή του αποθανόντος Θ1, συζύγου της επισπεύδουσας Ε1. Υπήρξε μεγάλη ένταση κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης αυτής, με αποτέλεσμα να παρίστανται και αστυνομικοί υπάλληλοι. Σε κάποια μάλιστα στιγμή εμφανίσθηκε και ο δικηγόρος της κατηγορουμένης στο Πρωτοδικείο Νάξου και δικαστικός πληρεξούσιος, ο οποίος συμβούλευσε το μηνυτή δικαστικό επιμελητή να μην προβεί στην επίμαχη εκτέλεση, διότι, στο συγκεκριμένο ακίνητο υπήρχε αναμφισβήτητο δικαίωμα επικαρπίας που είχε αποκτηθεί πριν ακόμη από το θάνατο του Θ1. Η κατηγορουμένη κλώτσησε τον ως άνω δικαστικό επιμελητή στο αριστερό του πόδι, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει "οίδημα αριστερού γόνατος με αδυναμία βαδίσεως και οξύ άλγος και πιθανή κάκωση έξω πλαγίου συνδέσμου". Τελικά η αναγκαστική εκτέλεση πραγματοποιήθηκε, αλλ' ακυρώθηκε μετά ταύτα. Η κατηγορουμένη με αυτοτελείς ισχυρισμούς ισχυρίζεται α) ότι παρανόμως παραβιάστηκε το οικιακό της άσυλο εντός του καταστήματος, β) ένσταση ελλείψεως καταλογισμού λόγω υπερβάσεως των ορίων καταστάσεων ανάγκης και γ) ένσταση ελλείψεως καταλογισμού ένεκα συγγνωστής πλάνης. Κατ' αρχάς δεν πρόκειται για τον τόπο κατοικίας της κατηγορουμένης ώστε να μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του Συντάγματος 20 και 241 του ΠΚ, αλλά για λειτουργούν κατάστημα. Εν πάση περιπτώσει ο μηνυτής δικαστικός επιμελητής όταν εισήλθε στο εν λόγω κατάστημα ασκούσε ως εκ της υπηρεσίας του νόμιμη πράξη. Επίσης δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπέρβαση κατάστασης ανάγκης της κατηγορουμένης κατ' αρθρ. 25 παρ. 1 και 3 και 23 εδ. Β του ΠΚ, στην οποία περιήλθε από την ενέργεια του εν λόγω δικαστικού επιμελητή να εκτελέσει την υπ' αριθμό 276/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου αφού η πράξη αυτή αποτελεί νόμιμη ενέργεια και όχι αναπότρεπτα κίνδυνο προσβολής εννόμου αγαθού παράνομα. Τέλος κατ' άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός πίστεψε, λόγω πλάνης, ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή να ήταν συγγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι νομική πλάνη υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλ' είτε αγνοεί, ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως, ότι δικαιούται να προβεί σ' αυτή και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου. Προς αποκλεισμό όμως του αξιοποίνου επιβάλλεται η πλάνη να είναι συγγνωστή, με την έννοια, ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο δράστης, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως. Η προβολή της πλάνης που όπως προαναφέρθηκε αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές περιστάσεις και πραγματικά περιστατικά, τα οποία δημιούργησαν την πεπλανημένη εντύπωση στον κατηγορούμενο, ότι είχε το δικαίωμα να τελέσει την πράξη, με ειδική αναφορά, ότι υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες ενήργησε, η πλάνη του ήταν συγγνωστή, γιατί δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη προβάλλει τον ισχυρισμό της νομικής πλάνης. Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν, ο ανωτέρω ισχυρισμός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι με τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά η κατηγορουμένη μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως της αφού επρόκειτο για εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως. Οποιαδήποτε διαφωνία και νομική αμφισβήτηση και αν είχε αυτή δεν επιτρέπεται να στρέφεται κατά της διενεργούμενης κατά το νόμο αναγκαστικής εκτελέσεως, αλλά είχε το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον δικαστήριο και να την ακυρώσει.
Με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεκτέθηκαν, το δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη α) απόπειρας αντιστάσεως και β) ελαφράς σωματικής βλάβης, κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό ωστόσο το δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο της η ελαφρυντική περίσταση του αρθρ. 84 § 2α, ΠοινΚ, δεδομένου, ότι αποδεικνύεται και από το αντίγραφο του ποινικού της μητρώου, το οποίο επισυνάπτεται στη δικογραφία, ότι μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης της απόπειρας αντιστάσεως, για την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Συνεπώς, πρέπει να της επιβληθεί μειωμένη ποινή κατ' άρθρ. 83 Ποιν.Κ.". Περαιτέρω το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διατυπώθηκε ως εξής: "
Κηρύσσει αυτήν ένοχη ότι στη ... την ... Α. Μεταχειρίσθηκε βία και απειλή βίας, για να εξαναγκάσει υπάλληλο να παραλείψει νόμιμη πράξη. Ειδικότερα, για να εξαναγκάσει το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Σύρου, Φ1, να παραλείψει να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση της υπ' αριθ. 276/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που εκδόθηκε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και να θέσει υπό τη δικαστική μεσεγγύηση της Ε1 χήρας Θ1 ένα ισόγειο κατάστημα στη θέση "..." της παραλίας ... και την εντός αυτού λειτουργούσα επιχείρηση καφέ-σνακ μπαρ-ψητοπωλείου, αφαιρώντας τα από τη μεσεγγύηση των (1) Μ1 και 2) Χ1], στην οποία μέχρι τότε ευρίσκοντο, όπως διατάσσετο με την εν λόγω δικαστική απόφαση, όταν αυτός (Φ1) εισήλθε στο προαναφερόμενο κατάστημα για να διενεργήσει τα νόμιμα προς εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως, τον απώθησε βίαια, ενώ προσπαθούσε να την μεταφέρει έξω από το κατάστημα, από το οποίο αρνείτο επιμόνως να εξέλθει, τον απειλούσε, ότι θα γίνει φονικό και επί πλέον τον κλώτσησε στο αριστερό γόνατο και τον απείλησε ότι "πρώτα θα σκοτώσουν αυτόν και μετά την επισπεύδουσα Ε1 χήρα Θ1", εν γνώσει της ότι ο Φ1 επιχειρούσε νόμιμη πράξη, εντός του κύκλου των καθηκόντων του ως δικαστικού επιμελητή.
Β. Στον παραπάνω τόπο και χρόνο με πρόθεση προξένησε σε άλλον απλή σωματική κάκωση και συγκεκριμένα χτύπησε με κλωτσιά στο αριστερό γόνατο τον Φ1, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει οίδημα αριστερού γόνατος με αδυναμία βαδίσεως και οξύ άλγος και πιθανή κάκωση έξω πλαγίου συνδέσμου.
Δέχεται ότι, η κατηγορουμένη έζησε ως το χρόνο που τελέστηκαν οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Τέλος, μεταξύ των ποινικών διατάξεων που επικαλείται η προσβαλλόμενη απόφαση επί των οποίων στηρίχθηκε προκειμένου να κηρύξει ένοχη την κατηγορουμένη είναι και αυτές των άρθρων 42 και 167 §1 ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στο σκεπτικό του αντιφάσεις, αφού, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα μεταχειρίστηκε βία για να εξαναγκάσει τον δικαστικό επιμελητή να παραλείψει να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση και συγκεκριμένα ότι τον κλώτσησε στο αριστερό πόδι, και, επομένως, η πράξη της αντιστάσεως είναι τετελεσμένη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, εν τούτοις, τελικά, δέχθηκε ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχη απόπειρας αντιστάσεως και ελαφράς σωματικής βλάβης. Περαιτέρω, στο διατακτικό της απόφασης, σε αντίθεση με το σκεπτικό, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για τετελεσμένη αντίσταση και μάλιστα όχι μόνον με το πραγματικό περιστατικό του λακτίσματος, αλλά και με άλλα, που δεν αναφέρονται στο σκεπτικό, όπως της βίαιας απώθησης του δικαστικού επιμελητή και της απειλής ότι θα τον σκοτώσουν. Τέλος, ενώ στο διατακτικό γίνεται περιγραφή του εγκλήματος της τετελεσμένης αντίστασης, περαιτέρω, γίνεται επίκληση, ως διατάξεων που εφαρμόστηκαν, των ποινικών ουσιαστικών διατάξεων της απόπειρας αντίστασης. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφετέρου στερείται νόμιμης βάσης, ώστε καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 167 ΠΚ, γι' αυτό και θα πρέπει να γίνουν δεκτοί, κατ' αυτεπάγγελτο έρευνα (άρθρ. 511 ΚΠΔ) οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ.δ' και ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά το αδίκημα της απόπειρας αντιστάσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως που αφορούν το αδίκημα αυτό. Περαιτέρω, σε σχέση με το αδίκημα της σωματικής βλάβης, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ.Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 §1β ΠΚ λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω έλλειψης ακρόασης του Εισαγγελέα στην απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού που πρόβαλε ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να προβάλει την έλλειψη ακρόασης του Εισαγγελέα, ενώ το να μη δώσει το λόγο ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου στον Εισαγγελέα σε προβληθέντα από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό, δεν προκαλεί ουδεμία ακυρότητα, αφού η πρότασή του επί της κατηγορίας εμπεριέχει και την πρότασή του για απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Τέλος, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως ότι με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως προς τη σωματική βλάβη θεμελιώνεται το αδίκημα της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και θα έπρεπε ως εκ τούτου το δικαστήριο να παύσει υφ' όρον την εις βάρος της αναιρεσείουσας ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 31 §1 του Ν.3346/2005, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ορθώς το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο και καταδίκασε την αναιρεσείουσα για την πράξη του άρθρου 308 §1 στοιχ.α' ΚΠΔ, ενώ, περαιτέρω, τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το γεγονός της σωματικής βλάβης, δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως προς το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης. Μετά την εν μέρει αναίρεση, όπως πιο πάνω αναφέρεται, για το αδίκημα της απόπειρας αντιστάσεως, η πράξη αυτή, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε στις 16-9-2000 έχει υποπέσει μέχρι σήμερα στην οκταετή παραγραφή (άρθρ. 111 §3 και 113 §§2 και 3 ΠΚ) και, επομένως, το παρόν δικαστήριο πρέπει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη γι' αυτό (άρθρ. 511 ΚΠΔ). Περαιτέρω θα πρέπει να αναιρεθεί και εξαφανισθεί η περί συγχωνεύσεως των ποινών διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης και παραμείνει η επιβληθείσα ποινή των τεσσάρων (4) μηνών για την απλή σωματική βλάβη, η οποία έχει ανασταλεί επί τριετία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 96/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου μόνον ως προς το αδίκημα της απόπειρας αντιστάσεως και την περί συγχωνεύσεως των ποινών διάταξη της απόφασης αυτής, την οποία και εξαφανίζει.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη για το αδίκημα της απόπειρας αντιστάσεως, το οποίο φέρεται ότι τελέσθηκε από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 στις ... στη .... Και
Απορρίπτει την αναίρεση της παραπάνω αναιρεσείουσας ως προς το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης, ως προς την οποία πράξη παραμένει η επιβληθείσα ποινή των τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας έχει ανασταλεί επί τριετία.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αντίσταση. Έγκλημα τυπικό. Δεν νοείται απόπειρα. Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Αναιρεί εν μέρει και εξαφανίζει την απόφαση. ΠΟΠΔ. Απορρίπτει ως προς το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης και παραμένει η ποινή.
|
Σωματική βλάβη απλή
|
Αντίσταση κατά της αρχής, Αναίρεση μερική, Σωματική βλάβη απλή, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 806/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, περί αναιρέσεως της 243/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1639/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να επεκταθεί και ως προς τον συγκατηγορούμενο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ.8 του ν.1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ.11 του νόμου 1512/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ.13 του ν.2242/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1, 3 του ν.1577/1985, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του ν.2831/2000, "οι ιδιοκτήτες, η εντολείς κατασκευής αυθαίρετων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη και έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, και αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δραχμές, αυθαίρετο δε είναι το έργο, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 22 του ν.1577/1985, που κατασκευάζεται χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβαση της ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως υπάρχει όχι μόνον όταν δεν περιεχόνται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική ώστε να δημιουργείται αμφιβολία, ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.243/2009 αποφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός αδελφός του Ζ (μη διάδικος στην προκειμενη αναιρετική δίκη) κηρύχθηκαν ένοχοι της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ.8 του ν.1337/1983 και για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε γι'αυτούς ως κατηγορουμένους τα ακόλουθα, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύει: "Στις 28-11-2003 στην ... από κοινού με την ιδιότητα των ιδιοκτητών οικοδομής, που βρίσκεται επί της οδού ..., προέβησαν στην ανέγερση καταστήματος και κατοικίας καθ'υπέρβαση της υπάρχουσας με αριθμ.... οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας ... ως προς την κάλυψη και ως προς την δόμηση, ήτοι προέβησαν στην κατασκευή κτίσματος με ισόγειο και τρείς ορόφους, καλύπτοντας αυθαίρετα συνολική επιφάνεια κτίσματος 224,31 τ.μ. όπως προκύπτει και από την αναγνωσθείσα από 28-11-2003 έκθεση αυτοψίας του αρμοδίου υπαλλήλου της Πολεοδομίας ... ..., με το αποτέλεσμα της οποίας συμπλέουν και αμφότεροι οι εξετασθέντες μάρτυρες του κατηγορητηρίου. Περαιτέρω από το ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε, ότι οι ως άνω οικοδομικές υπερβάσεις περατώθηκαν το έτος 2003.
Συνεπώς η προταθείσα ένσταση παραγραφής του πλημμελήματος για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη,....
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της πράξεως για την οποία κατηγορούνται κατά το ειδικότερον εκτιθέμενα στο διατακτικό, άνευ των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου, όσον αφορά τον πρώτο των κατηγορουμένων και της μεταμέλειας και της καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους για αμφοτέρους..." Όμως, ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται αν ο αναιρεσείων και συγκατηγορούμενος του Ζ τέλεσαν από κοινού το πιο πάνω πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια ούτε γίνονται δεκτά πραγματικά περιστατικά, στα οποία ενυπάρχει ύπαρξη δόλου ή αμέλειας του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμενου του. Επίσης, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αυθαίρετη οικοδομή έγινε καθ'υπερβαση της οικοδομικής άδειας, δεν διευκρινίζεται ποια ακριβώς τμήματα της οικοδομής έγιναν καθ'υπέρβαση της οικοδομικής άδειας και δη σε κάθε όροφο, αναφέροντας μόνο γενικά ότι η αυθαίρετη κατασκευή έχει συνολική επιφάνεια 224,31 τ.μ. Η πρώτη των ως άνω ελλείψεων ανάγεται στη συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω από το άρθρο 17 παρ.8 του ν.1337/1983 προβλεπομένου πλημμελήματος, δηλαδή σε ουσιώδες στοιχείο του εγκλήματος αυτού και έτσι, λόγω της ελλείψεως αυτής, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατά τα την απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επίσης η δεύτερη των ως άνω ελλείψεων ανάγεται σε ελλιπή έκθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του ίδιου ως άνω εγκλήματος και η απόφαση στερείται επίσης και ως προς το στοιχείο αυτό της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοι.Δ'ΚΠΔ σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, παρελκούσης μετά ταύτα της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στο συγκατηγορούμενό του Ζ, δεδομένου ότι η αναίρεση θεμελιώθηκε στις ασαφείς της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, η οποία δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος (αρθρ.469 ΚΠΔ). Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ.243/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα και στον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος, που επίσης καταδικάσθηκε με την ως άνω απόφαση, Ζ. Και
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αμφότερους τους κατηγορούμενους , για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράνομο κτίσμα. Έλλειψη αιτιολογίας όταν δεν διευκρινίζεται αν η αυθαίρετη κατασκευή έγινε από δόλο ή αμέλεια του δράστη και αν δεν προσδιορίζεται πόσα η καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας αυθαίρετη κατασκευή, όταν πρόκειται για πολυώροφη οικοδομή. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης. Παραδοχή του λόγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναίρεση απόφασης και επέκταση αποτελέσματος στον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος (άρθρο 469 ΚΠΔ) -.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 805/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της 6513/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 484/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των αρ. 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρ. 171 παρ. 1 εδ. Δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το Δικαστήριο της ουσίας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ., 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το πιο πάνω άρ. 358 του ίδιου κώδικα απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζονται έγγραφα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, και να προκύπτει σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Περίπτωση, τέλος, μη αναγνώσεως εγγράφου που δημιουργεί την πιο πάνω ακυρότητα υπάρχει και όταν το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και δεν βεβαιώνεται στην κατά τη δίκη αυτή εκδοθείσα απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος, ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του, μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6513/2008 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο και τώρα αναιρεσείοντα, ένοχο της αξιόποινης πράξεως της πλημμεληματικής πλαστογραφίας με χρήση, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους. Το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην προμνημονευθείσα περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβεν υπόψη του αμέσως και κυρίως, και όχι ιστορικώς, και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν". Μεταξύ αυτών ήταν, όπως συνάγεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το πιο κάτω έγγραφο, που είχε συνταχθεί στην Αγγλική γλώσσα, ήτοι: "έγγραφο στα αγγλικά με βεβαίωση γνησίου υπογραφής", όπως ακριβώς στα παραπάνω πρακτικά αυτό αναφέρεται. Σε σχέση, όμως με το ανωτέρω συνταγμένο σε ξένη γλώσσα έγγραφο, δεν βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ήταν σε θέση να κατανοήσουν το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Έτσι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, γιατί ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματος να προβεί ο ίδιος, ή ο συνήγορός του, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με όσα αναγράφονται στο παραπάνω έγγραφο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρ. 171 παρ. 1 εδ. Δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως ενώ παρέλκει μετά ταύτα η εξέταση του άλλου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν πρ5οηγουμένως (άρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6513/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των).
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, από εκείνους που δίκασαν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως. Για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεως του Δικαστηρίου, λήφθηκε υπόψη έγγραφο σε ξένη γλώσσα, χωρίς να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σε αυτό. Στέρηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με όσα αναγράφονται στο έγγραφο αυτό. Βάσιμος ο περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας σχετικός λόγος της αιτήσεως. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 804/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 449/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 660/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 382/19.11.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αριθ. 65/6-4-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από το Δικηγόρο Αθηνών Σωκράτη Χαραλάμπους, δυνάμει της από 1-4-2009 εξουσιοδοτήσεως, που στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 449/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθ. 444/2008 έφεση του κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 2330/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ (άρθρα 1,14,16,17,18,26 παρ. 1α, 27,45,51,52,83,386 παρ. 1, 3β Π.Κ.). Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, ενώ η επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος στον αντίκλητο του αναιρεσείοντος, ως προηγηθείσα χρονικώς (24.3.09) εκείνης που έγινε προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο (27.3.09), δεν είναι νόμιμη και συνεπώς δεν άρχισε να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης (που κατατέθηκε στις 6.4.2009), η οποία για τον λόγο αυτόν είναι εμπρόθεσμη και ως εκ τούτου τυπικά παραδεκτή (ΑΠ 2303/2005 Π. Χρ. ΝΣΤ/06, 615).
Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Γ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παράγωγο αιτία να παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, γ) βλάβη ξένης περιουσίας κατά το αστικό δίκαιο, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις.
Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. (Α.Π. 59/2005 Π. Χρ. ΝΕ'887, ΑΠ 5/2001 Π. Χρ. ΝΑ',591). Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 Ευρώ β) αν το περιουσιακό όφελος ή προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 Ευρώ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "αν δύο ή περισσότερα τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (ΑΠ 598/2005 Π. Χρ. ΝΕ, 998, ΑΠ 163/2003 Π. Χρ. ΝΓ.917). Δ) Το παραπεμπτικό Βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ιδίου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού στοιχείου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των. Ε) Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται, ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 2200/2002 Π. Χρ. ΝΓ, 762, ΑΠ 614/2000 Π. Χρ. ΝΑ, 19). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο Βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από την συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψενδιαφερόμενος να αγοράσει την άδεια κυκλοφορίας αλλά και το όχημα (αμάξωμα) ενός δημοσίας χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου (ΤΑΞΙ) προκειμένου να ασκήσει το επάγγελμα του αυτοκινητιστή - οδηγού ΤΑΧΙ, στις 19 Μαΐου 2006 επισκέφθηκε στην ... το επί της οδού ... ευρισκόμενο κατάστημα εμπορίας αυτοκινήτων - ΤΑΧΙ, που αποτελεί ατομική επιχείρηση εμπορίας του κατηγορουμένου Χ, εκθέτοντας αρχικά την επιθυμία του αυτή στον κατηγορούμενο Ζ, ο οποίος τον υποδέχθηκε στο κατάστημα, συστηθείς με το ψευδές ονοματεπώνυμο Σ, δίδοντάς του την εντύπωση ότι η ως άνω επιχείρηση είναι δική του, ακολούθως συνομίλησε με τον αναιρεσείοντα, στη δε συζήτηση συμμετείχαν ενεργώς ο Ζ και ο συγκατηγορούμενός τους Φ, φερόμενοι ως υπάλληλοι της επιχειρήσεως, οι οποίοι με τις παρεμβάσεις τους στη συζήτηση υπερθεμάτιζαν και επιβεβαίωναν τα όσα ανέφερε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, όλοι δε οι κατηγορούμενοι εντέλει τον διαβεβαίωσαν ότι έχουν τη δυνατότητα να του πωλήσουν και να του μεταβιβάσουν τέτοιο όχημα μαζί με την άδεια κυκλοφορίας δημοσίας χρήσεως, την οποία είχαν εξασφαλίσει, αντί του συνολικού ποσού των 195.500 Ευρώ, δηλώνοντάς του ότι πρόκειται για επιχείρηση με σοβαρή οικονομική επιφάνεια και ότι έχουν στην κατοχή τους τόσο την άδεια του ΤΑΧΙ όσο και το όχημα, την οποία θα του μεταβίβαζε όταν ο ως άνω εγκαλών θα του κατέβαλε το ποσό των 195.500 Ευρώ, όπως μαζί θα του μεταβιβάζετο και η κυριότητα του οχήματος - αμαξώματος το οποίο αυτός (αναιρεσείων) ήδη είχε. Κατά τη συζήτηση αυτή αναφέρθηκε ότι το κατάστημα διέθετε προς πώληση κατά βάση μεταχειρισμένα οχήματα, αλλά αφού ο εγκαλών επιθυμούσε την αγορά καινούργιου αυτοκινήτου θα ελάμβανε τώρα παραγγελία τούτου και στη συνέχεια θα γινόταν η μεταβίβαση άμα την καταβολή του ανωτέρω τιμήματος για την αγοραπωλησία της αδείας κυκλοφορίας δημοσίας χρήσεως και του οχήματος τύπου SKODA OCTAVIA S LIMO, 2.0 Tpi 1404p., η μεταβίβαση δε αυτή θα ολοκληρωνόταν με τη σύνταξη σχετικής συμβολαιογραφικής πράξεως, κατόπιν της οποίας θα παραδιδόταν στον εγκαλούντα το αυτοκίνητο μαζί με όλα τα εξαρτήματα (ταξίμετρο, κλπ.), την άδεια κυκλοφορίας, τα σχετικά έγγραφα νομιμότητας της αδείας, τιμολόγιο αγοράς του, φωτοαντίγραφο δηλώσεως φόρου υπεραξίας αυτοκινήτου από το οικείο ταμείο ασφαλίσεως κλπ. Συνεπεία των ως άνω ψευδών παραστάσεων ο εγκαλών επείσθη από τις προφορικές διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως και των λοιπών κατηγορουμένων και στις 22 Μαΐου 2006 κατέβαλε στον αναιρεσείοντα Χ το ποσό των 15.500 Ευρώ έναντι, εκδόθηκαν δε στο όνομα αυτού 2 αθεώρητες αποδείξεις ποσού 1000 και 14.500 Ευρώ αντιστοίχως, ενώ ταυτόχρονα ο εγκαλών δεσμεύτηκε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 180.000 ευρώ με τη σύναψη επαγγελματικού δανείου που θα ελάμβανε από την Εθνική Τράπεζα. Την ίδια ημεροχρονολογία υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του εγκαλούντος και του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ με βάση τα προλεχθέντα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων. Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό αναγραφόταν ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Λ έχει στην κυριότητα, νομή και κατοχή ένα καινούριας ΤΑΧΙ μάρκας SCODA OCTAVIA με ειδικό αριθμό 5892 (ο οποίος όπως συνομολογεί και ο ανωτέρω αντιστοιχεί στην άδεια που επρόκειτο να εξασφαλίσει στον εγκαλούντα), ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας είναι 180.000 Ευρώ (ήτοι το υπολοιπόμενο κατά το ανωτέρω ποσό) και ότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας θα επήρχετο εντός 5 ημερών. Κατά τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος το συμφωνητικό αυτό συνετάγη παρουσία του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Ζ, οι οποίοι του ανέφεραν ότι το συντομότερο δυνατό πρέπει να εξοφληθεί το υπόλοιπο προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Έχοντας πεισθεί πλήρως ο εγκαλών ότι οι παραστάσεις αυτές ήταν αληθείς και ότι επρόκειτο για σοβαρή και φερέγγυα επιχείρηση, την επόμενη ημέρα (23-5-2006) παρέλαβε από το κατάστημα ... την υπ' αριθμ. ...δίγραμμη επιταγή της Ε.Τ.Ε. ποσού 18.000 Ευρώ σε διαταγή του αναιρεσείοντος ως προϊόν του εγκριθέντος επαγγελματικού δανείου ειδικό για την αγορά ΤΑΧΙ και με την υποχρέωσή του εντός μηνός από τη λήψη της επιταγής να προσκομίσει στην Τράπεζα τα αποδεικνύοντα της αγοράς του ΤΑΧΙ παραστατικά, παρέδωσε δε αυτήν αυθημερόν στον αναιρεσείοντα παρουσία του Ζ. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εισέπραξε το ποσό αυθημερόν ενώ εξέδωσε και την από 23-5-2006 αθεώρητη απόδειξη εισπράξεως όπου αναγραφόταν ότι το ποσό των 180.000 Ευρώ αφορούσε την "εξόφληση λογαριασμού". Ακολούθως στις 24-5-2006 ο εγκαλών δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αιμιλίας Σακελλαροπούλου - Παπαχρηστοπούλου παρέσχε πληρεξουσιότητα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την αγορά αυτοκινήτου ως και για να προβεί αυτός σε όλες τις σχετικές διαδικασίες για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης αυτού και των σχετικών με την άδεια κυκλοφορίας. Μετά τη υπογραφή του πληρεξουσίου ο εγκαλών παρέλαβε ένα καινούργιο όχημα μάρκας SCODA OCTAVIA, με το οποίο μετέβη μαζί με το μάρτυρα ..., πατέρα της συζύγου του για την τοποθέτηση στερεοφωνικού συγκροτήματος αυτοκινήτου σε κατάστημα - ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων, παρουσία των κατηγορουμένων Ζ και Φ, ο δε Ζ συμμετείχε ενεργώς στην όλη διαδικασία, αναφέροντας στους υπαλλήλους του ηλεκτρολογείου να τοποθετήσουν ένα καλό ραδιόφωνο γιατί ο εγκαλών ήταν καλός πελάτης, ενώ έδωσε και χρήματα στο βοηθό ηλεκτρολόγο να αγοράσει το κατάλληλο πλαίσιο για το εν λόγω εξάρτημα. Όμως λίγες ώρες μετά την παραλαβή του οχήματος δέχθηκε ο εγκαλών τηλεφωνική κλήση από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος του ανέφερε ότι αυτό το όχημα που του έδωσαν δεν είναι το δικό του, ότι ήταν λανθασμένη εκτέλεση παραγγελίας και του ζήτησε να το επιστρέψει στο κατάστημα, πράγμα το οποίο και έπραξε ο εγκαλών, σε σχετική δε ερώτησή του για το πού ευρίσκεται το προοριζόμενο γι' αυτόν όχημα, έλαβε την απάντηση ότι η αντιπροσωπεία αυτοκινήτων που δεν εκτέλεσε την παραγγελία, ήταν η ετερόρρυθμη εταιρία "Π ΕΠΕ". Ο εγκαλών στις 27-5-2006, ημεροχρονολογία κατά την οποία θα έπρεπε κατά τα συμφωνηθέντα να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες μεταβιβάσεως, επισκέφθηκε εκ νέου το κατάστημα του αναιρεσείοντος, όπου έλαβε τη διαβεβαίωση από αυτόν και τον Ζ, ότι μέχρι το τέλος της ημέρας θα έχει το αυτοκίνητο. Στις 29 Μαΐου 2006 ο εγκαλών συνοδευόμενος από τη σύζυγό του ... επισκέπτεται πάλι το ως άνω κατάστημα όπου σε συνομιλία με τον κατηγορούμενο Φ, αυτός προσπάθησε να τον καθησυχάσει επιδεικνύοντας μάλιστα εκ του μακρόθεν ένα έγγραφο και ισχυριζόμενος ότι αυτό αφορούσε τη συγκεκριμένη μεταβίβαση και με αυτό εδίδετο η εντολή στην επιχείρησή τους να μεταβιβασθεί σ' αυτόν το όχημα από τον δικαιοπάροχο ιδιοκτήτη του, πλην όμως η σύζυγός του αποσπώντας το έγγραφο αυτό από τα χέρια του ως άνω κατηγορουμένου, διαπίστωσε ότι το έγγραφο αυτό αφορούσε άλλο όχημα. Κατόπιν τούτου ο εγκαλών έντονα θορυβημένος επικοινώνησε με τον ιδιοκτήτη της αντιπροσωπείας από την οποία είχε παραγγελθεί το αυτοκίνητο και εκπρόσωπο της εταιρίας "Π ΕΠΕ" από τον οποίο πληροφορήθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε όντως παραγγείλει ένα αυτοκίνητο πλην όμως είχε δώσει ως προκαταβολή μόνο το ποσό των 2000 Ευρώ και για το λόγο αυτό δεν παρεδίδετο το όχημα. Τελικώς και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του εγκαλούτος η συναλλαγή δεν ολοκληρώθηκε, αφού δεν παραδόθηκε και δε μεταβιβάσθηκε ποτέ το συγκεκριμένο αυτοκίνητο με την άδεια κυκλοφορίας του όπως είχε συμφωνηθεί, ούτε βεβαίως επιστράφηκε όλο το ποσό που ο Ψ κατέβαλε. Επίσης το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν στοιχειοθετείται αδίκημα, διότι πρόκειται περί μελλοντικού γεγονότος, καθόσον ο εγκαλών γνώριζε ότι δεν κατείχε άδεια κυκλοφορίας δημοσίας χρήσεως ΤΑΧΙ και καινούργιο όχημα, ότι θα προέβαινε στις ενέργειες για την εξασφάλιση αυτών.
Συνεπώς, η παράσταση ενός εσωτερικού γεγονότος ως αληθινού όπως είναι η πρόθεση του δράστη να μην εκτελέσει συμβατική ή νόμιμη υποχρέωσή του στο μέλλον δεν εμπίπτει στην έννοια του γεγονότος και άρα δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης, αλλά πλέον διατηρείται μόνο συμβατική οφειλή ύψους 195.500 Ευρώ απέναντι στον εγκαλούντα για τη μη έως τώρα εκπλήρωση συμβατικής του υποχρεώσεως απέναντί του, με ιδιαίτερη σκέψη τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχθέν ότι με την ψευδή αυτή παράσταση, ότι δηλαδή η εξασφάλιση της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος αλλά και του αμαξώματος είναι γεγονός βέβαιο, αφού η εταιρία είναι φερέγγυα, αφού μπορεί να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της αυτή, δηλώνεται εν τοις πράγμασι ότι υφίσταται η παρούσα δυνατότητα και φερεγγυότητα να επιτευχθεί η μεταβίβαση. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν οι αναφερόμενες στο μέλλον υποσχέσεις να συνοδεύονται από ψευδείς διαβεβαιώσεις που όμως να αναφέρονται στο παρόν και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς παραστάσεως. Καταφάσκεται δε η στοιχειοθέτηση απάτης και δη της λεγομένης "αστικής απάτης" όταν η πράγματι αναγόμενη στο μέλλον ψευδής υπόσχεση για την οποία υπήρχε απόφαση μη εκπλήρωσής της ή τα ψευδώς βεβαιούμενα μελλοντικά πραγματικά περιστατικά συνδέονται και συνοδεύονται από ταυτόχρονες ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, ώστε να δημιουργείται απατηλή εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη στο παρόν ψευδή κατάσταση εκ μέρους του υπαιτίου του έχοντος προειλημμένη την πρόθεση μη εκπληρώσεως της αναληφθείσης υποχρέωσής του (ΑΠ 5/2001 Π. Χρ. ΝΑ', 59). Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το κακούργημα της απάτης κατά συναυτουργία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και επικύρωσε το υπ' αριθμ. 2330/08 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. ΣΤ) Με όσα κατά τα προεκτεθέντα δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1. στοιχ. β'και δ'είναι αβάσιμες.
Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω :
1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 65/6-4-09 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου..., κατά του υπ' αριθμ. 449/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 25.10.2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η υπ' αριθμ. 65/6-4-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος 449/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθ. 444/2008 έφεσή του (κατηγορουμένου) κατά του υπ' αριθμ. 2330/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ (άρθρα 1,14,16,17,18,26,παρ. 1α, 27,45,51,52,83,386 παρ. 1, 3β' ΠΚ). Από τις διατάξεις του άρθρου 386 §§ 1,3 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη: Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικέ; υποχρεώσει. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσει και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. Για τη στοιχειοθέτηση περαιτέρω της απάτης και για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, το ουσιώδες είναι η πρόκληση της παραπλανήσεως και δεν απαιτείται παραπλανητική ενέργεια του δράστη να είναι η μοναδική αιτία της πλάνης. Γι' αυτό, είναι γενικά αδιάφορο αν ο απατώμενος μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια και προσοχή, να αποφύγει την πλάνη. Εξ άλλου, κατά το άρ. 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς, σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς, κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο καθένας συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του δια-πραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επί μέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικό με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστό από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, υπομνήματα και απολογίες κατηγορουμένων και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από την εισαγγελική πρόταση: "Ο εγκαλών Ψ ενδιαφερόμενος να αγοράσει την άδεια κυκλοφορίας αλλά και το όχημα αμάξωμα ενός δημοσίας χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου (ΤΑΧΙ) προκειμένου να ασκήσει το επάγγελμα του αυτοκινητιστή-οδηγού ΤΑΧΙ, στις 19 Μαΐου 2006 επισκέφθηκε στην ... επί της οδού ... ευρισκόμενο κατάστημα εμπορίας επιβατικών αυτοκινήτων- ΤΑΧΙ, που αποτελεί ατομική επιχείρηση εμπορίας του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ, εκθέτοντας αρχικά την επιθυμία του αυτή στον κατηγορούμενο Ζ, ο οποίος του υποδέχθηκε στο κατάστημα, συστηθείς με το ψευδές ονοματεπώνυμο Σ, δίδοντάς του την εντύπωση ότι η ως άνω επιχείρηση είναι δική του, ακολούθως συνομίλησε με τον εκκαλούντα, στη δε συζήτηση συμμετείχαν ενεργώς ο Ζ και ο συγκατηγορούμενός τους Φ, φερόμενος ως υπάλληλος της επιχειρήσεως, οι οποίοι με τις παρεμβάσεις τους στη συζήτηση υπερθεμάτιζαν και επιβεβαίωναν τα όσα ανέφερε ο εκκαλών κατηγορούμενος, όλοι δε οι κατηγορούμενοι εν τέλει τον διαβεβαίωσαν ότι έχουν την δυνατότητα να του πωλήσουν και να του μεταβιβάσουν τέτοιο όχημα μαζί με την άδεια κυκλοφορίας δημοσίας χρήσεως, την οποία είχαν εξασφαλίσει, αντί του συνολικού ποσού των 195.500 ευρώ, δηλώνοντάς του ότι πρόκειται για επιχείρηση με σοβαρή οικονομική επιφάνεια και ότι έχουν στην κατοχή τους τόσο την άδεια του ταξί όσο και το όχημα, την οποία θα του μεταβίβαζε όταν ο ως άνω εγκαλών θα του κατέβαλε το ποσό των 195.500 ευρώ, όπως μαζί θα του μεταβιβάζετο και η κυριότητα του οχήματος- αμαξώματος το οποίο αυτός (εκκαλών) ήδη είχε. Κατά τη συζήτηση αυτή αναφέρθηκε ότι το κατάστημα διέθετε προς πώληση κατά βάση μεταχειρισμένα οχήματα, αλλά αφού ο εγκαλών επιθυμούσε την αγορά καινούργιου αυτοκινήτου, θα ελάμβανε χώρα παραγγελία τούτου και στη συνέχεια θα γινόταν η καταβολή άμα την καταβολή του ανωτέρω τιμήματος για την αγοραπωλησία της αδείας κυκλοφορίας δημοσίας χρήσεως και του οχήματος τύπου SKODA OCTAVIAS LIMO 2.0 Τpi 1404p, η μεταβίβαση δε αυτή θα ολοκληρωνόταν με την σύνταξη σχετικής συμβολαιογραφικής πράξεως, κατόπιν της οποίας θα παραδιδόταν στον εγκαλούντα το αυτοκίνητο μαζί με όλα τα εξαρτήματα (ταξίμετρο κλπ), την άδεια κυκλοφορίας, τα σχετικά έγγραφα νομιμότητας της άδειας, τιμολόγια αγοράς του, φωτοαντίγραφο δηλώσεως φόρου υπεραξίας αυτοκινήτου, βεβαίωση από το οικείο ταμείο ασφάλισης κλπ. Συνεπεία των ως άνω ψευδών παραστάσεων ο εγκαλών επείσθη από τις προφορικές διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων και στις 22 Μαΐου 2006 κατέβαλε στον εκκαλούντα Χ το ποσό των 15.500 ευρώ έναντι, εκδόθηκαν δε στο όνομα του εκκαλούντος δύο αθεώρητες αποδείξεις ποσού 1.000 και 14.500 ευρώ αντιστοίχως, ενώ ταυτόχρονα ο εγκαλών δεσμεύθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 180.000 ευρώ με την σύναψη επαγγελματικού δανείου που θα ελάμβανε από την Εθνική Τράπεζα. Την ίδια ημεροχρονολογία υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του εγκαλούντος και του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ, με βάση τα προλεχθέντα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων. Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό αναγραφόταν ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ έχει στην κυριότητα, νομή και κατοχή ένα καινουργές ΤΑΧΙ μάρκας SCODA OCTAVIA με ειδικό αριθμό 5892 (ο οποίος όπως συνομολογεί και ο ανωτέρω αντιστοιχεί στην άδεια που επρόκειτο να εξασφαλίσει στον εγκαλούντα), ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας είναι 180.000 ευρώ (ήτοι το υπολοιπόμενο κατά το ανωτέρω ποσό) και ότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας θα ειρήρχετο εντός πέντε ημερών. Κατά τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος το συμφωνητικό αυτό συνετάγη παρουσία του εκκαλούντος και του συγκατηγορουμένου του Ζ, οι οποίοι του ανέφεραν ότι το συντομότερο δυνατό πρέπει να εξοφληθεί το υπόλοιπο προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Έχοντας πεισθεί πλήρως ο εγκαλών ότι οι παραστάσεις αυτές ήταν αληθείς και ότι επρόκειτο για σοβαρή και φερέγγυα επιχείρηση, την επομένη ημέρα (23-05-2006) παρέλαβε από το υποκατάστημα Δάφνης την υπ' αριθ. ... δίγραμμη επιταγή της ΕΤΕ ποσού 180.000 ευρώ σε διαταγή του εκκαλούντος ως προϊόν του εγκριθέντος επαγγελματικού δανείου ειδικά για την αγορά ΤΑΧΙ και με την υποχρέωσή του εντός μηνός από την λήψη της επιταγής να προσκομίσει στην Τράπεζα τα αποδεικνύοντα την αγορά του ταξί παραστατικά, παρέδωσε δε αυτήν αυθημερόν στον εκκαλούντα παρουσία του Ζ. Ο εκκαλών κατηγορούμενος εισέπραξε το ποσό αυθημερόν ενώ εξέδωσε και την από 23-5-2006 αθεώρητη απόδειξη εισπράξεως όπου αναγραφόταν ότι το ποσόν των 180.000 ευρώ αφορούσε την "εξόφληση λογαριασμού". Ακολούθως στις 24 Μαΐου 2006 ο εγκαλών δυνάμει του υπ' αριθ. ... πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αιμιλίας Σακελλαροπούλου-Παπαχριστοπούλου παρέσχε πληρεξουσιότητα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο για την αγορά του αυτοκινήτου ως και για να προβεί αυτός σε όλες τις σχετικές διαδικασίες για την ολοκλήρωση όλων των διαδικασιών για να μεταβιβασθεί τόσον το όχημα όσο και η άδεια κυκλοφορίας σ' αυτόν. Μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου ο εγκαλών παρέλαβε ένα καινούργιο όχημα μάρκας SCODA OCTAVIA, με το οποίο μετέβη μαζί με τον μάρτυρα ..., πατέρα της συζύγου του, για την τοποθέτηση στερεοφωνικού συγκροτήματος αυτοκινήτου σε κατάστημα ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων, παρουσία των κατηγορουμένων Ζ και Φ, ο δε Ζ συμμετείχε ενεργώς στην όλη διαδικασία, αναφέροντας στους υπαλλήλους του ηλεκτρολογείου να τοποθετήσουν ένα καλό ραδιόφωνο γιατί ο εγκαλών ήταν καλός πελάτης" ενώ έδωσε και χρήματα στο βοηθό ηλεκτρολόγο να αγοράσει το κατάλληλο πλαίσιο για το εν λόγω εξάρτημα. Όμως λίγες ώρες μετά την παραλαβή του οχήματος δέχθηκε ο εγκαλών τηλεφωνική κλήση από τον εκκαλούντα, ο οποίος του ανέφερε ότι αυτό το όχημα που του έδωσαν δεν είναι το δικό του ότι ήταν λανθασμένη εκτέλεση παραγγελίας και του ζήτησε να το επιστρέψει στο κατάστημα, πράγμα το οποίο και έπραξε ο εγκαλών, σε σχετική δε ερώτησή του για το πού ευρίσκεται το προοριζόμενο για αυτόν όχημα, έλαβε την απάντηση ότι η αντιπροσωπεία αυτοκινήτων που δεν εκτέλεσε την παραγγελία, ήταν η ετερρόρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Π ΕΠΕ". Ο εγκαλών στις 27-5-2006, ημεροχρονολογία κατά την οποία θα έπρεπε κατά τα συμφωνηθέντα να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες μεταβιβάσεως, επισκέφθηκε εκ νέου το κατάστημα του εκκαλούντος, όπου έλαβε την διαβεβαίωση από τον εκκαλούντα και τον Ζ ότι μέχρι το τέλος της ημέρας θα έχει το αυτοκίνητο. Στις 29 Μαΐου 2006 ο εγκαλών συνοδευόμενος από την σύζυγό του Ν επισκέπτεται πάλι το ως άνω κατάστημα όπου σε συνομιλία με τον κατηγορούμενο Φ, αυτός προσπάθησε να τον καθησυχάσει επιδεικνύοντάς του μάλιστα εκ του μακρόθεν ένα έγγραφο και ισχυριζόμενος ότι αυτό αφορούσε την συγκεκριμένη μεταβίβαση και με αυτό εδίδετο η εντολή στην επιχείρησή τους να μεταβιβασθεί σ' αυτόν το όχημα από τον δικαιοπάροχο ιδιοκτήτη του πλην όμως η σύζυγός του Ν, αποσπώντας το έγγραφο αυτό από τα χέρια του ως άνω κατηγορουμένου, διαπίστωσε ότι το έγγραφο αυτό αφορούσε άλλο όχημα. Κατόπιν τούτου ο εγκαλών έντονα θορυβημένοι επικοινώνησε με τον ιδιοκτήτη της αντιπροσωπείας από την οποία είχε παραγγελθεί το αυτοκίνητο και εκπρόσωπο της εταιρείας "Π ΕΠΕ", από τον οποίο πληροφορήθηκε ότι ο εκκαλών είχε όντως παραγγείλει ένα αυτοκίνητο πλην όμως είχε δώσει ως προκαταβολή μόνο το ποσό των 2.000 ευρώ και για τον λόγο αυτό δεν παρεδίδετο το όχημα. Τελικώς και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του εγκαλούντος, η συναλλαγή δεν ολοκληρώθηκε, αφού δεν παραδόθηκε και δεν μεταβιβάσθηκε ποτέ το συγκεκριμένο αυτοκίνητο με την άδεια κυκλοφορίας του, όπως είχε συμφωνηθεί, ούτε βεβαίως επιστράφηκε όλο το ποσόν που ο Ψ κατέβαλε. Ο εκκαλών απολογούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι δεν στοιχειοθετείται το ως άνω αδίκημα διότι πρόκειται περί μελλοντικού γεγονότος καθόσον ο εγκαλών εγνώριζε ότι δεν κατείχε άδεια κυκλοφορίας δημοσίας χρήσεως ΤΑΧΙ και καινούργιο όχημα αλλά ότι θα προέβαινε στις ενέργειες για την εξασφάλιση αυτών.
Συνεπώς η παράσταση ενός εσωτερικού γεγονότος ως αληθινού, όπως και η πρόθεση του δράστη να μην εκτελέσει συμβατική ή νόμιμη υποχρέωσή του στο μέλλον δεν εμπίπτει στην έννοια γεγονότος και άρα δεν στοιχειοθετείται έγκλημα της απάτης αλλά πλέον διατηρείται μόνον συμβατική οφειλή ύψους 195.500 Ε απέναντι στον εγκαλούντα για την μη έως τώρα εκπλήρωση συμβατικής του υποχρεώσεώς του απέναντί του. Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος είναι αβάσιμος καθόσον με την ψευδή αυτή παράσταση ότι δηλαδή η εξασφάλιση της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος αλλά και του αμαξώματος είναι γεγονός βέβαιο, αφού η εταιρεία είναι φερέγγυα, αφού μπορεί να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της αυτή δηλώνεται εν τοις πράγμασι ότι υφίσταται η παρούσα δυνατότητα και φερεγγυότητα να επιτευχθεί η μεταβίβαση. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν οι αναφερόμενες στο μέλλον υποσχέσεις να συνοδεύονται από ψευδείς διαβεβαιώσεις που όμως αναφέρονται στο παρόν και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς παραστάσεως. Καταφάσκεται δε η στοιχειοθέτηση απάτης και δη της λεγομένης "αστικής απάτης" όταν η πράγματι αναγόμενη στο μέλλον ψευδής υπόσχεση για την οποία προϋπήρχε απόφαση μη εκπλήρωσής της ή τα ψευδώς βεβαιούμενα μελλοντικά πραγματικά περιστατικά συνδέονται και συνοδεύονται από ταυτόχρονες ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, ούτως ώστε να δημιουργείται η απατηλή εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη στο παρόν ψευδή κατάσταση εκ μέρους του υπαιτίου του έχοντος προειλημμένη την πρόθεση μη εκπληρώσεως της αναληφθείσας υποχρεώσεώς του". Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 386 παρ. 1-3 (όπως ισχύει) ΠΚ.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση, του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο το Συμβούλιο Εφετών παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική απάτη, επικυρώνοντας έτσι το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου, άνω διάταξή του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στον εγκαλούντα, παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειές του, όπως παραπάνω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία του εγκαλούντος που ανέρχεται στο ποσό των 195.500 ΕΥΡΩ, δηλαδή, υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ. Έτσι, υπάρχει ειδική αιτιολογία, για κακουργηματική κατά τα άνω τέλεση από τον κατηγορούμενο, σε βάρος του εγκαλούντος, της εν λόγω αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία, αφού αναφέρονται στο βούλευμα με κάθε λεπτομέρεια τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 45 και 386 §§ 1, 3 ΠΚ για τη συγκρότηση των παραπάνω εννοιών, στοιχεία. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι: 1) το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλούμενο βούλευμα σφάλλει κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου διότι, όπως με την αίτησή του εκθέτει, η εξασφάλιση ή η δυνατότητα εξασφάλισης της αδείας ταξί ανάγεται στο μέλλον και δεν μπορεί να αποτελέσει γεγονός κατά την έννοια του 386 ΠΚ πολύ δε περισσότερο συνδεόμενο με την φερεγγυότητα της επιχείρησής του, η οποία δεν τελεί σε συνάρτηση με το γεγονός της εξασφάλισης ή μη της αδείας ταξί. Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτός (αναιρεσείων) δεν θα είχε τελέσει το αδίκημα της απάτης, ακόμα και αν κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης δεν είχε την πρόθεση να φανεί συνεπής με τη συμβατικώς υπεσχημένη υποχρέωσή του να πωλήσει στον εγκαλούντα το αυτοκίνητο (ταξί) με την άδεια κυκλοφορίας του. Όμως, κατά τα δεκτά γενόμενα ως από την ανάκριση προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, έχει απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, αφού δέχθηκε ότι οι αναφερόμενες στο μέλλον υποσχέσεις, συνοδεύονταν από ψευδείς διαβεβαιώσεις, που αναφέρονται στο παρόν και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδούς παράσταση. 2) Ότι η συμπεριφορά του σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεμελιώσει συναυτουργία στο εν λόγω αδίκημα, διότι στα πρόσωπα των συναυτουργών θα πρέπει να συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της τέλεσης του αδικήματος, ήτοι η παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων και, συνεπεία αυτής, η παραπλάνηση του θύματος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Επομένως από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ,δεν προκύπτει η συμμετοχή του στην δημιουργία απατηλής πεποίθησης προς τον εγκαλούντα. Αβάσιμα όμως και στην περίπτωση αυτή, διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έχει δεχθεί ως προκύψαντα από την όλη αποδεικτική διαδικασία τα πραγματικά περιστατικά της υποκειμενικής και αντικειμενικής συμμετοχής του στην παραπάνω αξιόποινη πράξη. Και 3) ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα τυγχάνει αναιρετέο, διότι περιέχει ελλείψεις και αντιφάσεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ειδικά προς το αν αυτός (κατηγορούμένος) παρέστησε ψευδώς "γεγονός", που μπορεί να αποτελέσει στοιχείο της απάτης ή αν πρόκειται για αθέτηση συμβατικής υποχρέωσής του, που δεν συνιστά "γεγονός", κατά τα ανωτέρω, έστω και αν κατά τη σύναψη της συμφωνίας είχε την πρόθεση να μην φανεί συνεπής με τα συμβατικώς υπεσχημένα. Έτσι το προσβαλλόμενο Βούλευμα δεν έχει ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ως προς την αξιολόγησή τους την απαιτούμενη από το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί των ενδείξεων ενοχής εις βάρος του και πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμων των ανωτέρω λόγων αναιρέσεώς του να αναιρεθεί. Αβάσιμη όμως είναι και η αιτίασή του αυτή, για τους παραπάνω εκτιθέμενους λόγους. Εξάλλου, ο Άρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο - συμβούλιο ουσίας έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει την ουσιαστική πλευρά της υπόθεσης, αλλά θεωρεί ως δεδομένα, ότι δηλ. όντως απεδείχθησαν αυτά που δέχεται ότι απεδείχθησαν το συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του. Έτσι δεν συνιστά λόγον αναίρεσης για κακή εκτίμηση των εκ της ανακρίσεως προκυψάντων πραγματικών περιστατικών ή αντικρούων την υπό του βουλεύματος δεκτή γινομένη ύπαρξη αυτών, είναι απαράδεκτος. Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτό η έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Απριλίου 2009 αίτηση του Χγια αναίρεση του υπ' αριθμ. 449/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό για απάτη από την οποία η ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €. Λόγοι αιτήσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Αριθμός 802/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κάτοικο..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργίου, περί αναιρέσεως της 161/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 704/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα. στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 161/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρέσειων κηρύχθηκε ένοχος, καλλιέργειας φυτών ινδικής κάνναβης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι τοξικομανής και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δεκατεσσάρων (14) ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Την 6-8-2005 αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ιωαννίνων, έχοντας πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος καλλιεργεί ινδική κάνναβη, την οποία εμπορεύεται, ενήργησαν νομότυπα έρευνα στην οικία του, που βρίσκεται στην ... και διαπίστωσαν ότι στον περιφραγμένο κήπο αυτής, είχαν φυτευτεί 105 δένδρα ινδικής κάνναβης, τα οποία με τις κατάλληλες περιποιήσεις (πότισμα-λίπανση) είχαν αναπτυχθεί σε ύψος 0,50 cm-3 μ. , 180 δένδρα που είχαν αναπτυχθεί σε ύψος 0,10 cm-0,30 cm και δώδεκα δενδρύλλια φυτεμένα σε γλάστρες, καθώς και 36 αποξηραμένα δένδρα ινδικής κάνναβης που είχαν αναπτυχθεί σε ύψος 0,50 cm-3μ. Ακολούθως έγινε έρευνα σε δύο αποθήκες στην πρώτη των οποίων, που ανήκει στην κυριότητα του κατηγορουμένου βρέθηκε ένας σάκος, που περιείχε 4 κιλά και 795 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και στη δεύτερη, που ανήκει στην κυριότητα του αδελφού του ... βρέθηκαν δύο σάκοι, που περιείχαν ο πρώτος 9 κιλά και 830 γραμμάρια και ο δεύτερος 7 κιλά και 40 γραμμάρια αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, καθώς και μικροποσότητες 5,1- 5,5 και 5,8 γραμμάρια. Ο κατηγορούμενος που δεν ήταν παρών κατά το χρόνο της έρευνας ομολόγησε την πράξη της καλλιέργειας, καθώς και ότι ήταν αυτός ο κάτοχος των ναρκωτικών, με την έννοια της άσκησης της φυσικής τους εξουσίας και τη δυνατότητα της διάθεσης τους, που βρέθηκαν και στις δύο αποθήκες.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της καλλιέργειας και κατοχής ινδικής κάνναβης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τοξικομανίας, τον οποίο προβάλλει για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την έννοια του άρθρου 30 του ΚΝΝ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου ..., που ορίσθηκε ως πραγματογνώμονας με την 4/2005 διάταξη της ανακρίτριας Ιωαννίνων, δεν αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος είναι τοξικομανής. Ειδικότερα στην από 15-9-2005 έκθεση του ο ίδιος πραγματογνώμονας, στηριζόμενος στις αναφορές του κατηγορούμενου ότι είναι "χασισοπότης" για απολαυστικούς σκοπούς, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κλινική εξέταση την οποία πραγματοποίησε δεν μπορεί να αποκαλύψει το γεγονός της χρήσης χασίς, αλλά και αν υπήρχε η δυνατότητα να εξακριβωθεί πάλι δεν θα χαρακτηριζόταν τοξικομανής εξαρτημένος, κατά την έννοια του νόμου, επειδή και η μακρά απλώς χρήση χασίς, συνεπάγεται μικρού βαθμού κυρίως ψυχολογική εξάρτηση, την οποία ο χρήστης μπορεί αυτοδυνάμως να αποβάλει. Το συμπέρασμα αυτό του πραγματογνώμονα δεν αναιρείται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ούτε, από την κατάθεση του παθολόγου γιατρού και διευθυντή του ψυχιατρικού Νοσοκομείου ..., που εξετάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ως μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορουμένου και έχει εκδώσει, με την προαναφερόμενη ιδιότητα του, την από 14-6-2006 ιατρική γνωμάτευση, που αναγνώσθηκε, σύμφωνα με τον οποίο είναι εξαρτημένος ο κατηγορούμενος από τη χρόνια χρήση ινδικής κάνναβης και αλκοόλ. Καθ' όσον οποιαδήποτε αναφορά του στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου σε σχέση με την παραπάνω χρήση και τη δημιουργία εξάρτησης, δεν ανάγονται στον κρίσιμο χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων, αλλά σε χρόνο πολύ προγενέστερο, που προσδιορίζεται από το 1978-1987 και αορίστως μεταγενέστερα. Έτσι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν τοξικομανής κατά την έννοια του νόμου, ότι είχε δηλαδή αποκτήσει την έξη της χρήσης ινδικής κάνναβης και μάλιστα σε βαθμό, που δεν μπορούσε να την αποβάλει με δικές του δυνάμεις. Έκανε χρήση προς ευχαρίστηση του, προφανώς ελεγχόμενη από τον ίδιο και χωρίς να δημιουργήσει εξάρτηση, ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί τοξικομανής. Περαιτέρω πρέπει να απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ελαττωμένου καταλογισμού (36 Π.Κ.) κατά το χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων, που στηρίζεται στην εξάρτηση του από τη χρήση χασίς και αλκοόλ επί σαράντα χρόνια. Καθόσον αποδείχθηκε ότι είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης των αποθηκών, που βρέθηκαν τα ναρκωτικά, αφού μόνον αυτός διέθετε σχετικά κλειδιά και είχε τη δυνατότητα εισόδου, απαγόρευε την είσοδο σε άλλα άτομα της οικογένειας του, είχε δε φροντίσει να υπάρχει πυκνή βλάστηση περιμετρικά του κήπου, όπου καλλιεργούσε την ινδική κάνναβη και ειδικότερα δένδρα μεγάλου ύψους, ώστε τα φυτά αυτής να μην είναι ορατά από τρίτους. Άλλωστε ο ίδιος απολογούμενος στον ανακριτή κατέθεσε ότι "τη μάντρα (του κήπου) τη δένω με ένα σύρμα που δεν μπαίνει κανένας άλλος εκεί εκτός από εμένα" και όπως ήδη αναφέρθηκε απλός χρήστης ινδικής κάνναβης ήταν. Οι ενέργειες αυτές, προσπάθειας απόκρυψης των εγκληματικών του πράξεων, προϋποθέτουν πνευματική διαύγεια και αδιατάρακτη συνείδηση. Εξάλλου ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίπτωσης του άρθρου 84 παρ. 2 ε, Π.Κ., που στηρίζεται στην καλή του συμπεριφορά στη φυλακή, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθ' όσον η καλή διαγωγή του στη φυλακή και η συμμόρφωση προς τους κανόνες αυτής δεν αρκεί για την παραδοχή της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης, αφού η διαγωγή αυτή δεν αναφέρεται στη συμπεριφορά του στην κοινωνία (ΑΠ 1474/02, ΑΠ 234/2000 ΤΝΠ.ΔΣΑ). Τέλος ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ, που στηρίζεται στην ομολογία του και τη συγνώμη που ζήτησε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον δεν θεωρείται ειλικρινής η επικαλούμενη μεταμέλεια του, αφού καλλιεργούσε και κατείχε τα ναρκωτικά στην οικία του και δεν είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει διαφορετικά" Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της καλλιέργειας φυτών, ινδικής κάνναβης και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα, του ότι : " στη θέση ..., στις 6.8.2005, χωρίς να, είναι τοξικομανής, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: 1)
Καλλιέργησε τριακόσια τριάντα τρία (333) φυτά ινδικής κάνναβης, τα οποία, αφού σκάλισε, λίπαινε και γενικά περιποιούνταν, πλείστα εξ αυτών (151) αναπτύχθηκαν μέχρι πλήρους ωριμάνσεως σε ύψος από 50 εκατοστά έως τρία μέτρα, άλλα 180 από 10 έως 50 εκατοστά και δώδεκα φυτώρια. 2)
Κατείχε ναρκωτικές ουσίες με σκοπό διαθέσεως σε τρίτους και ειδικότερα κατείχε σε περιφραγμένο και βοηθητικό της οικίας του χώρο, τριάντα έξι (36) αποξηραμένα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, εκ της ανωτέρω φυτείας, ύψους από 50 εκατοστά έως τρία μέτρα και εντός των αποθηκών της οικίας του, ποσότητα βάρους 4 κιλών και 795 γραμμαρίων αποξηραμένης ινδικής κάνναβης τοποθετημένη σε ταξιδιωτικό σάκο, άλλη ποσότητα βάρους 9 κιλών και 830 γραμμαρίων και 7 κιλών και 40 γραμμαρίων ως και μικροποσότητες 5,1, 5,5 και 5,8 γραμμαρίων σε μικροδέματα τοποθετημένη σε δύο σάκους ταξιδιού. " Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 ΠΚ, 4 ΠΑΡ.1,3 Πιν.Α6, 5 παρ.1 στ'ζ' και 2,19 και 22 Ν.1729/87, όπως τα αρθρ.5,19 και 22 ισχύουν μετά την αντ/σή του με τα αρθρ.10,17 και 19 Ν.2161/93 και το Ν.3459/06 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 161/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας :... και μάρτυρα υπερασπίσεως, .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσειοντος και συγκεκριμένα, ότι:1)το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως πραγματοποίησε τον αναγκαίο λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση των εγγράφων που ανεγνώσθησαν και συγκεκριμένα του από 12-8-2005 δελτίο υγείας του, της από 24-12-1996 έκθεσης εξέτασης αίματος του τμήματος χημείου της Ελληνικής αστυνομίας και της από 20-1-1993 γνωμάτευσης του νευρολόγου ψυχίατρου .... Τα ανωτέρω έγγραφα ήσαν κρίσιμα περί της από μακρού χρόνου χρήσεως και εξαρτήσεως του από της ναρκωτικές ουσίες και μάλιστα από την ινδική κάνναβη, κατεδείκνυαν δε και τον βαθμό της έξης του, ο οποίος του απέκλειε τη δυνατότητα αποβολής της με τις δικές μου δυνάμεις (τοξικομανής). Το Δικαστήριο όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό του διότι από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου ..., που ορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την 4/2005 διάταξη της ανακρίτριας Ιωαννίνων, δεν αποδεικνύεται ότι είναι τοξικομανής, το συμπέρασμα δε αυτό του πραγματογνώμονα δεν αναιρείται από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ούτε από την κατάθεση του παθολόγου ιατρού, μάρτυρα υπερασπίσεως, ...ιστατωμένη αιτιολογία, ο άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας. Πρέπει επίσης να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος και ο άλλος αυτοτελής ισχυρισμός του περί ελαττωμένου καταλογισμού (ΠΚ 36) κατά το χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων, που στηρίζεται στην εξάρτηση από τη χρήση ινδικής κάνναβης (χασίς) επί αρκετά χρόνια, καθόσον αποδείχθηκε ότι είχε λάβει τα ανάλογα μέτρα προφύλαξης των αποθηκών των ουσιών αυτών. Οι ενέργειές του δε αυτές, δηλαδή, προσπάθειες απόκρυψης των εγκληματικών του πράξεων προϋποθέτουν πνευματική διαύγεια και αδιατάρατη συνείδηση, όπως έτσι ορθά, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός αυτός, από το δικάσαν Δικαστήριο. Εξάλλου, η χρήση αλκοόλ, δεν σημαίνει και έλλειψη ή μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό. Κατόπιν αυτών, οι ισχυρισμοί του με την αίτηση, για έλλειψη της απαιτουμένης κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως όσον αφορά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προεβλήθησαν και συγκεκριμένα των ισχυρισμών του περί της κρίσεως του ως τοξικομανούς και ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 36 ΠΚ, η οποία ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Επίσης για τους προαναφερόμενους λόγους, είναι αβάσιμος και ο άλλος ισχυρισμός του για έλλειψη νομίμου βάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 36 παρ. 1 ΠΚ . 2)Ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν συναξιολόγησε τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και για την απόρριψη των παραπάνω ισχυρισμών του. Αβάσιμα όμως, διότι ρητά η απόφαση αναφέρει ότι έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν", χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύει καθένα χωριστά, ούτε δε απαιτείται να αναφέρεται αξιολογικός συσχετισμός των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, αφού αυτό ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Εξάλλου, το γεγονός ότι η πραγματογνωμοσύνη δεν πληροί τα στοιχεία της σχετικής Υπουργικής απόφασης, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή δεν αξιολογείται. Και 3)τέλος, για τους ίδιους λόγους, είναι αβάσιμη η αιτίαση για έλλειψη της άνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.β ΚΠΔ ιδρυόμενο λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ακρόασής του και συγκεκριμένα, για παράλειψη απόφανσης κατά τρόπο ορισμένο επί του προσβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού μου περί τοξικομανίας.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκχως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει από 22 Απριλίου 2009 (υπ'αριθμ. πρωτ. 3419/23-4-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 161/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καλλιέργεια φυτών ινδικής κάνναβης και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για αυτοτελείς ισχυρισμούς περί τοξικομανίας και ελαττωμένου καταλογισμού (ΠΚ 36). Λόγοι αιτήσεως: η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Καταλογισμού μειωμένη ικανότητα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 801/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1730/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1408/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 53/4.2.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αρ. 179/6-10-2009 (ενώπιον της Γραμματέα Τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του Χ1, που ασκήθηκε από την δικηγόρο Αθηνών Ευαγγελία Λιατοπούλου (δυνάμει της από 6-10-09 εξουσιοδοτήσεως) κατά του υπ'αρ. 1730/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Ι) Με το υπ'αρ. 351/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παρεπέμφθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. Περιφέρειας Εφετείου Αθηνών όπως δικασθεί ως υπαίτιος βιασμού κατ'εξακολούθηση. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως με το ήδη προσβαλλόμενο υπ'αρ. 1730/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του αμέσως ανωτέρω βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την 6-10-2009 την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως η οποία όμως είναι απαράδεκτη για τους ακολούθους λόγους:
Κατά την διάταξη του άρ. 482 παρ. 1 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη (όπως στην υπό κρίση περίπτωση) δεν αποφαίνεται οριστικά επί της κατηγορίας και δεν υπάγεται στα βουλεύματα που υπόκεινται σε αναίρεση κατά την προαναφερθείσα διάταξη, και συνεπώς η αναίρεση που άσκησε ο κατηγορούμενος είναι απαράδεκτη (Συμβ. Α.Π. 2126/2006 Π.Δ/σύνη 2007/656), και πρέπει να απορριφθεί (άρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ), να διαταχθεί η εκτέλεση του προσβαλλομένου βουλεύματος και επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα. Εξ άλλου η υπό κρίση αναίρεση είναι και εκπρόθεσμη αφού επίδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος (1730/2009) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών έλαβε χώρα την 7-9-09 στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση (αρ. 155 παρ. 2 ΚΠΔ) στον δε αντίκλητο δικηγόρο του την 8-9-2009 (επίσης με θυροκόλληση) η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 6-10-2009 ήτοι μετά την πάροδο της 10ημέρου προθεσμίας του άρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ και δεν γίνεται επίκληση λόγων ανωτέρας βίας.
ΙΙ)
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω
α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αρ. 179/6-10-2009 (ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών) ασκηθείσα αναίρεση του Χ1(ασκηθείσα διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευαγγελίας Λιατοπούλου, κατά του υπ'αρ. 1730/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
β) Να διαταχθεί η εκτέλεση του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος. γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 5 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3168/2003 ο οποίος ισχύει (κατά το άρθρο 61 αυτού) επί τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 30 Ιουνίου 2003, "κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, επί της ανωτέρω χρονολογίας, αναίρεση επιτρέπεται μόνον εναντίον αποφάσεων, όχι και βουλευμάτων, που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Επομένως, τυχόν ασκηθείσα αναιρετική αίτηση από τον κατηγορούμενο μετά την 30 Ιουνίου 2003, κατά βουλεύματος το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ), αφού στρέφεται κατά βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται αναίρεση από το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 6-10-2009 άσκηση αναιρέσεως του Χ1, με αριθμ. εκθ. 179/2009, στρέφεται κατά τον υπ' αριθμ. 1730/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε την 1-9-2009 και επιδόθηκε σ' αυτόν την 7-9-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 8-9-2009, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίου της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ... και της επιμελήτριας δικαστηρίων της ίδιας Εισαγγελίας ..., με το οποίο (βούλευμα) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η από 17-3-2009 και υπ' αριθμ. εκθέσεως 135/2009 έφεσή τον κατά του υπ' αριθμ. 351/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί αρμοδίως, για να δικασθεί ως υπαίτιος βιασμού κατ' εξακολούθηση. Η αίτηση αυτή, ανεξαρτήτως της εκπρόθεσμης άσκησής της (άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ), σύμφωνα με της προεκτεθείσες σκέψεις, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα, μετά την 30 Ιουνίου 2003, κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται πλέον μετά την εν λόγω χρονολογία αναίρεση και πρέπει, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα), να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1730/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και καταδίκη αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 799/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλου-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1195/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ψ1, και 2) Ψ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενου ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2009 τρεις αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1337/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 370/6-11-09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ τις υπ' αριθμ, 170/18-9-2009, 169/18-9-2009 και 171/18-9-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Χ1, επιχειρηματία, κατοίκου ..., β) Χ2 συζύγου Χ1, κατοίκου ..., και γ) Χ3, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1195/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι οποίες ασκήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Φ κατόπιν των από 14-9-2009 εξουσιοδοτήσεων που είναι συντεταγμένες κατά τους τύπους των άρθρων 42§2 εδαφ. β και γ και 96 παρ. 2 Κ.Π.Δ, εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Εξάλλου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων". Εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που εμποδίζουν τον δικαιούμενο στην εμπρόθεσμη άσκησή του . Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται στην συντασσόμενη κατά το άρθρο 474 σχετική έκθεση, με ταυτόχρονη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τους λόγους αυτούς ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. με το υπ' αριθμ. 3368/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τους: α) Χ1, επιχειρηματία, κάτοικο ..., β) Ψ1 α.λ.σ, κάτοικο ... και ήδη αγνώστου διαμονής, γ) Ψ2, κάτοικο ... και ήδη άγνωστης διαμονής, δ)Χ1 σύζυγο Χ2, κάτοικο ... και ε) Χ3, κάτοικο ..., για να δικαστούν οι μεν τρεις πρώτοι για απάτες από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, τελεσθείσες από υπαίτιους του διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από τις οποίες η ζημία που προξενήθηκε στους παθόντες και το συνολικό όφελος των ιδίων, ήταν ανώτερο των 73.000 ευρώ, οι δε δύο τελευταίοι για απλή συνέργεια σε απάτες από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, τελεσθείσες από υπαίτιους του διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από τις οποίες η ζημία που προξενήθηκε στους παθόντες και το συνολικό όφελος των υπαιτίων, ήταν ανώτερο των 73.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησαν εφέσεις οι 1ος, 4η και 5ος των κατηγορουμένων, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το υπ' αριθμ. 1195/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το εφετειακό αυτό βούλευμα αυτό επιδόθηκε στους κατηγορουμένους που άσκησαν τις εφέσεις και δη ως εξής: αα) στον Χ1 την 2-9-2009 στην ..., τόπο κατοικίας του, το παρέλαβε δε η σύνοικος σύζυγός του Χ2. ββ) στην Χ2 σύζυγο Χ1 την 2-9-2009, στην ..., τόπο κατοικίας της , το παρέλαβε δε η ίδια, και γγ) στον Χ1, την 2-9-2009, στην ..., τόπο κατοικίας του, το παρέλαβε δε η σύνοικος μητέρα του Χ2 (βλ. τα συνημμένα στη δικογραφία από 2-9-2009 σχετικά αποδεικτικά του Αρχιφύλακα Δημητρίου ...του Α. Τ....). Ως εκ περισσού το σχετικό βούλευμα επιδόθηκε την 8-9-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο των κατηγορουμένων Φ, πλην όμως οι επιδόσεις αυτές στερούνται εννόμου επιρροής, αφού οι επιδόσεις που έγιναν την 2-9-2009, ήταν σύννομες κατά το άρθρο 156 παρ. 1 του Κ.Π.Δ και συνεπώς έκτοτε άρχιζε και η δεκαήμερη προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά του παραπάνω βουλεύματος .Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι τις αντίστοιχες υπ' αριθμ. 170, 169 και 171 αιτήσεις αναιρέσεως την 18η Σεπτεμβρίου 2009, χωρίς να εκθέτουν στις εκθέσεις αυτές λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που τους εμπόδισαν να ασκήσουν τις αναιρέσεις τους εντός της νομίμου προθεσμίας των δέκα ημερών (από της νομίμου επιδόσεως του βουλεύματος) που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, η οποία έληγε την 14-9-2009, ημέρα Δευτέρα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως είναι απαράδεκτες, ως ασκηθείσες εκπροθέσμως και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες(εκπρόθεσμες) οι αντίστοιχες υπ' αριθμ. 170/18-9-2009, 169/18-9-2009 και 171/18-9-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Χ1, επιχειρηματία, κατοίκου ... , β) Χ2 συζύγου Χ1, κατοίκου ..., και γ) Χ3, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1195/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και β) Να καταδικασθούν οι ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 5 Νοεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση στο Συμβούλιο αυτό οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των: α)Χ1 κατοίκου ..., β) Χ2 συζύγου Χ1, κατοίκου ..., και γ) Χ3, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1195/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι οποίες ασκήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Φ κατόπιν των από 14-9-2009 εξουσιοδοτήσεων, οι οποίες είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Σύμφωνα με το άρθρο 473 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών ή πρόκειται για βούλευμα, από την επίδοση τούτων στο δικαιούμενο. Όπως δε ορίζεται με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ (όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται η όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 3368/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τους: α) Χ1 , επιχειρηματία, κάτοικο..., β) Ψ1, α.λ.σ, κάτοικο ...και ήδη άγνωστη διαμονής, γ)Ψ2, κάτοικο ... και ήδη άγνωστης διαμονής, δ) Χ2 σύζυγο Χ1, κάτοικο ..., και ε) Χ3, κάτοικο ..., για να δικαστούν οι μεν τρεις πρώτοι για απάτες από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, τελεσθείσες από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από τις οποίες η ζημία που προξενήθηκε στους παθόντες και το συνολικό όφελος των ιδίων, ήταν ανώτερο των 73.000 ευρώ, οι δε δύο τελευταίοι για απλή συνεργεία σε απάτες από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, τελεσθείσες από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από τις οποίες η ζημία που προξενήθηκε στους παθόντες και το συνολικό όφελος των υπαιτίων, ήταν ανώτερο των 73.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησαν εφέσεις οι 1ος , 4η και 5ος των κατηγορουμένων, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το υπ' αριθμ. 1195/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το εφετειακό αυτό βούλευμα
επιδόθηκε στους κατηγορουμένους που άσκησαν τις εφέσεις και δη ως εξής: αα) στον Χ1 την 2-9-2009 στην ..., τόπο κατοικίας του, το παρέλαβε δε η σύνοικος σύζυγος του Χ2 ββ) στην Χ2 σύζυγο Χ1 την 2-9-2009, στην ..., τόπο κατοικίας της, το παρέλαβε δε η ίδια, και γγ) στον Χ1, την 2-9-2009, στην ..., τόπο κατοικίας του , το παρέλαβε δε η σύνοικος μητέρα του Χ2 (βλ. τα συνημμένα στη δικογραφία από 2-9-2009 σχετικά αποδεικτικά του Αρχιφύλακα ... του Α. Τ. ...). Ως εκ περισσού το σχετικό βούλευμα επιδόθηκε την 8-9-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο των κατηγορουμένων Φ, πλην όμως οι επιδόσεις αυτές στερούνται εννόμου επιρροής, αφού οι επιδόσεις που έγιναν την 2-9-2009, ήταν σύννομες κατά το άρθρο 156 παρ. 1 του Κ.Π.Δ και συνεπώς έκτοτε άρχιζε και η δεκαήμερη προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά του παραπάνω βουλεύματος. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι τις αντίστοιχες υπ' αριθμ. 170, 169 και 171 αιτήσεις αναιρέσεως την 18η Σεπτεμβρίου 2009, χωρίς να εκθέτουν στις εκθέσεις αυτές λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που τους εμπόδισαν να ασκήσουν τις αναιρέσεις τους εντός της νομίμου προθεσμίας των δέκα ημερών (από της νομίμου επιδόσεως του βουλεύματος) που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, η οποία έληγε την 14-9-2009, ημέρα Δευτέρα.
Κατά συνέπεια, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμες και πρέπει, το Δικαστήριο αυτό σε Συμβούλιο, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ: α) να απορρίψει τις αναιρέσεις ως απαράδεκτες και να διατάξει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και β) να επιβάλλει σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα. Σημειώνεται δε ότι προς τούτο ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος τους κατ' άρθρο 471 παρ. 1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την επί του φακέλλου της δικογραφίας επισημείωση του Γραμματέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμούς 170, 169 και 171/18-9-2009 των: α) Χ1, β) Χ2 συζ. Χ1 και γ) Χ3, αντίστοιχα, κατά του υπ' αριθ. 1195/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Διατάσσει την εκτέλεση του Βουλεύματος αυτού. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτήσεις αναιρέσεως κατά βουλεύματος. Απόρριψη αιτήσεων ως απαράδεκτων (εκπρόθεσμες). Ασκήθηκαν μετά την παρέλευση του 10ημέρου. Είχε επιδοθεί το βούλευμα πλέον του 10ημέρου. Δεν επικαλούνται λόγο ανώτερης βίας. Ειδοποιήθηκε για την απόρριψη ο αντίκλητός του (τηλεφωνικά από τον αρμόδιο γραμματέα) -.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 1
|
Αριθμός 800/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ράλλη, για ανάκληση της 1736/2009 αποφάσεως του ΣΤ'Αρείου Πάγου. Το ΣΤ'Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Αυγούστου 2009 αίτησή του ανακλήσεως και τους από 16 Δεκεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1498/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 514 εδ.γ'ΚΠΔ δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εκτός ορισμένων περιπτώσεων που ορίζονται στο επόμενο εδάφιο του ιδίου άρθρου και στις οποίες δεν υπάγεται η κρινόμενη υπόθεση, δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης από τον ίδιο διάδικο, εφόσον η πρώτη έχει ήδη κριθεί και ανεξάρτητα αν αυτή (δηλαδή η πρώτη αναίρεση) απορρίφθηκε ως αβάσιμη ή απαράδεκτη. Περαιτέρω, από την πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 370 ΚΠΔ, συνάγεται ότι τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να ανακαλέσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και εκείνη με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε σε περίπτωση που δεν προβλέπεται, όπως είναι η άσκηση δεύτερης αναίρεσης, το Δικαστικό Συμβούλιο και το Δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτο. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 509 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση, μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, πρέπει να είναι το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Εάν είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, όπως είναι, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και η δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης ή εκείνη με την οποία ζητείται η ανάκληση της οριστικής απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η προηγούμενη αίτηση αναίρεσης του ιδίου διαδίκου, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν επιτρέπεται με αυτούς να καταστεί παραδεκτή η κύρια αίτηση αναίρεσης. Επίσης δεν επιτρέπεται να εξετασθούν ούτε αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α, Γ, Δ, ΣΤ και Θ (και ήδη Η) λόγοι αναίρεσης, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα τούτων, που προβλέπεται από το άρθρο 511 του ιδίου Κώδικα, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, με την προηγούμενη υπ'αριθμ.1736/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε (κατ'ουσίαν) η από 15-2-2007 αίτηση αναιρέσεως μετά την από 14-3-2008 προσθέτων αυτής λόγων του και στην παρούσα υπόθεση αναιρεσείοντος Χ1 κατά της υπ'αριθμ.212/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, με την οποία αυτός για απάτη κατ'εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, που μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ κάθε ημέρα φυλάκισης : Ήδη ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη δεύτερη αίτηση αναιρέσεως ζητά, κατ'εκτίμηση του δικόγραφου αυτής, αφενός την ανάκληση της υπ'αριθμ.1736/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου (ρητώς) και την αναίρεση της υπ'αριθμ.212/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης (εμμέσως αλλά σαφώς). Επομένως και σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της αφού είναι δεύτερη κατά της ίδιας αποφάσεως από τον ίδιο διάδικο, ενώ η προηγούμενη υπ'αριθμ.1736/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ως οριστική, δεν υπόκειται σε ανάκληση. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που προβλήθηκαν εμπρόθεσμα με το από 10-12-2009 δικόγραφο του αναιρεσείοντος, το οποίο κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 1η Φεβρουαρίου 2010. Τέλος πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Αυγούστου 2009 αίτηση και από 16 Δεκεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθμ.212/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης και ανάκληση της υπ'αριθμ.1736/2009 οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού (Αρείου Πάγου). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα-αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας καταδικαστικής απόφασης και ως αίτηση ανάκλησης οριστικής απόφασης Αρείου Πάγου που απέρριψε προηγούμενη αίτηση αναίρεσης. Απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι μιας τέτοιας αίτησης αναίρεσης. Απόρριψη αυτής.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 803/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Οικονομόπουλο, περί αναιρέσεως της 17901/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10.4.2009 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 649/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 10 Απριλίου 2009 ομοίου περιεχομένου, αιτήσεις των αναιρεσειόντων: 1)Χ1 και 2) Χ2, κατά της αυτής αποφάσεως 17901/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καθένας καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο (2) μηνών για παράβαση του α.ν. 690/1945 (όπως ισχύει), είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε ή απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 17901/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι παραβάσεως του α.ν. 690/1945 (όπως ισχύει) και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών σε καθέναν, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία, για καθέναν. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την πράξη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, διότι με την ιδιότητα των υπεύθυνων εργοδοτών της επιχείρησης "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ ΑΒΕΕ - ΛΑΤΟΜΕΙΑ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ - ΕΜΠΟΡΙΟ ΜΑΡΜΑΡΩΝ", στις 23.3.2005, αν και απασχόλησαν στην επιχείρηση αυτή τον Ζ, ως ηλεκτρολόγο, από Ιανουάριο 2005 έως 21.3.2005 δεν κατέβαλαν μέχρι και τις 23.3.2005 το χρηματικό ποσό των 4.500 ευρώ, που αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου - Μαρτίου (ήτοι 1500 ευρώ καθαρές αποδοχές Χ 3 μήνες), αν και του τα όφειλαν συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες κήρυξε ενόχους της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών στον απασχοληθέντα μισθωτό (παρ. του α.ν. 690/1945 (όπως ισχύει) και ειδικότερα του ότι: "Στην Αθήνα, στις 23.3.2005, με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις του άρθρου μόνο του Α.Ν. 690/1945 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του ΚΠΔ. Συγκεκριμένα με την ιδιότητα των υπεύθυνων εργοδοτών της επιχείρησης "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ ΑΒΕΕ - ΛΑΤΟΜΕΙΑ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ - ΕΜΠΟΡΙΟ ΜΑΡΜΑΡΩΝ", αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή τον Ζ, ως ηλεκτρολόγο, από Ιανουάριο 2005 μέχρι 21.3.2005, δεν κατέβαλε μέχρι και της 23.3.2005 το χρηματικό ποσό των 4.500 ευρώ, που αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου - Μαρτίου (ήτοι 1500 ευρώ καθαρές αποδοχές Χ 3 μήνες) αν και του τα όφειλαν συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσης κατηγορίας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 ΠΚ και άρθ. μόνο του α.ν. 690/1945, όπως αντικ. με άρθρο 8 παρ. 1 ν. 2336/1995, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 17901/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - οι κατηγορούμενοι εκπροσωπήθηκαν -), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμον, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Ζ.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Στο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείου, δια του εκπροσωπήσαντος αυτούς συνηγόρου τους, υπέβαλαν εγγράφως και ο τελευταίος ανέπτυξε προφορικά τον ισχυρισμό για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, για τους εκτιθέμενους λόγους, ζητώντας να ακυρωθεί αυτό. Το εν λόγω Δικαστήριο, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν, με τα παρακάτω: "Το κλητήριο θέσπισμα δεν πάσχει ακυρότητα, διότι: α) Οι κατηγορούμενοι αναφέρονται ως υπεύθυνοι εργοδότες, ήτοι ως υπόχρεοι εκ του νόμου να καταβάλουν στον εργαζόμενο τις δεδουλευμένες αποδοχές του, β) σε κάθε δε περίπτωση, οι ανωτέρω τυγχάνουν υπαίτιοι ως παραυτουργοί, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα η μεταξύ τους σχέση, ενώ αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα η νομική προσωπικότητα της εταιρείας στην οποία εργαζόταν ο εργαζόμενος, γ) το ύψος των αποδοχών (δεδουλευμένων μισθών) προσδιορίζεται με ακρίβεια στο κλητήριο θέσπισμα και μάλιστα προσδιορίζονται οι καθαρές αποδοχές (1500 ευρώ Χ 3 μήνες), δ) η υπογραφή του Εισαγγελέα στο επιδιδόμενο στους κατηγορουμένους αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος αρκεί που έχει τεθεί με μηχανικό μέσο (ΑΠ 1464/2006, ΠοινΔ 2007, 255, 850/2001, ΠΛογ 2001, 1023), ε) ενώ γίνεται μνεία του άρθρου του νόμου που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή, χωρίς να απαιτείται η αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα των άρθρων του Γενικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η προβαλλόμενη ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος αμφοτέρων των εκκαλούντων". Για ακυρότητα δε του κλητηρίου θεσπίσματος παραπονέθηκαν με την έφεσή τους. Όμως, αβάσιμα για τους προεκτεθέντες λόγους, ο δε με τις κρινόμενες αιτήσεις τους προβαλλόμενος, σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επίσης, δεν απαιτείται να διευκρινίζεται εάν οι καταδικασθέντες ενήργησαν από κοινού, αλλά να γίνεται μνεία ότι οι αποδοχές οφείλονται από σύμβαση. 2) Ότι υπήρξε ακυρότητα κατά την ΚΠΚ 171 παρ. 1 περ. α' λόγω κακής συνθέσεως του δικάσαντος Δικαστηρίου. Όμως, στο άρθρο 17 υπό στοιχείο Β'του ν. 1756/1988, που περιλαμβάνει τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, ορίζονται στην παρ. 1 "σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση" και στην παρ. 3 "ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα ..... στην εισαγγελία εφετών α) .... β) όλων των αντεισαγγελέων από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών εφετείων, ενώ στην παρ. 4 "με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός"..... Τέλος, στην παρ. 10 ορίζεται "Η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως". Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σχετικό λόγο των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ότι οι δικαστές που συμμετείχαν στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που δίκασε τη συγκεκριμένη υπόθεση, έλαβαν μέρος μετά από κλήρωση, που έγινε σύμφωνα με τον Οργανισμό των Δικαστηρίων, ή διορίστηκαν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, με αποτέλεσμα οι παραλείψεις αυτές να δημιουργούν θέμα κακής συνθέσεως του δικάσαντος δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ. Όμως, εκτός από το ότι δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση, ότι η σύνθεση του δικαστηρίου προήλθε από κλήρωση και επομένως δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Τέτοια όμως πρόταση δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ούτε από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικνύεται ότι προβλήθηκε. Επομένως, ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 10ης Απριλίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 3339 και 3338/16.4.2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 17901/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή αποδοχών στον επί σχέσει εργασίας απασχοληθέντα μισθωτό, ως υπεύθυνοι εργοδότες επιχείρησης (ΑΕΒΕ). Αιτίαση για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην οποία αιτιολογημένα απάντησε το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση. Αιτίαση για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου. Δεν αποδεικνύεται από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε τέτοια ένσταση. Λόγος αιτήσεως για έλλειψη απαιτούμενης αιτιολογίας στην απόφαση. Απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κλητήριο θέσπισμα, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 807/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ... και 2. .., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 15355/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1667/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να κηρυχθούν αθώοι οι αναιρεσείοντες.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 4-11-2009 αίτηση των... και... με την οποία ζητούν την αναίρεση εν μέρει της υπ' αριθμ. 15355/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (μόνο ως προς το καταδικαστικό μέρος της) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτό και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης ζητείται η αναίρεση εν μέρει της προαναφερόμενης απόφασης που εξέδωσε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, σε δεύτερο βαθμό, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (άρθρου 26 παρ. 1, 27, 45 και 98 παρ. 1 του ΠΚ, 1 παρ. 1 και 2 του αν. ν. 86/1967 και 33 του 3346/2005) και για έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφασή της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι τυπικά δεκτοί και πρέπει να εξετασθεί αν είναι βάσιμοι και από ουσιαστική άποψη. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του αν. ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως, ή ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατάστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτών εργαζομένων με σκοπό επίδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση (δηλαδή κατά το άρθρο 375 του ΠΚ) με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Ο νόμος 3346/2005 για την "επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων" με το άρθρο 33 ορίζει ότι "Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και την παρακρατουμένην ασφαλιστικήν εισφοράν των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες ευρώ" και ήδη με το άρθρο 4 της επί 16-9-2009 πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Ρύθμιση Θεμάτων ΦΠΑ... αναπροσαρμογή ποσού οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία και αναστολή πλειστηριασμού από πιστωτικά ιδρύματα" που κυρώθηκε με το νόμο 3814/2010, ορίσθηκε οι ως άνω ασφαλιστικές εισφορές να υπερβαίνει συνολικώς τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία προβλέπεται η αποποινικοποίηση των οφειλών μικρών ποσών στα ασφαλιστικά ταμεία ή το Δημόσιο, συνάγεται ότι: α) το όριο των πέντε χιλιάδων ευρώ αναφέρεται στο σύνολο της εργατικής ή εργοδοτικής εισφοράς, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές πράξεις, β) αν η οφειλή είναι μικρότερη, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και γ) είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού δεν αρκεί η μη καταβολή ή η παρακράτηση των άνω εισφορών, αλλά απαιτείται προσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσό των 5000 ευρώ και επομένως, ενόψει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, εφαρμόζεται και στις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την 16-9-2009 (ημερομηνία δημοσίευσης στο ΦΕΚ της ως άνω ΠΝΠ) και δ) όταν πρόκειται για οφειλές περισσότερες του ενός μηνός, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών, κατά το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ (ΑΠ 957/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκαν του ότι στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 ως 1-2-2005, ως εργοδότες της επιχείρησης οικοδομοτεχνικού έργου με την επωνυμία "MODULUS ΕΠΙΠΛΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ Α.Ε." και δη ο ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ο πρώτος αναιρεσείων και ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της εν λόγω ανώνυμης εταιρίας ο δεύτερος αναιρεσείων, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1-5-2002 ως 31-12-2004 στην επιχείρησή τους προσωπικά με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ προς το οποίο έπρεπε να καταβάλουν μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, δεν κατέβαλαν στον ως άνω οργανισμό ασφαλιστικές εισφορές ύψους 3.248,47 ευρώ για τις οποίες συντάχθηκε η ΠΕΕ ..., ...και ...ποσό το οποίο αφορούσε βαρύνουσες τους ίδιους (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) εισφορές, που δεν τις κατέβαλαν μέσα στο μήνα στον οποίο έγιναν απαιτητές, γενόμενοι με τον τρόπο τούτο υπαίτιοι για την υπεξαίρεση του ποσού αυτού. Σε καθένα των αναιρεσειόντων μετά την παραδοχή ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό τους η ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2 Β του ΠΚ, επιβλήθηκε η ποινή φυλάκισης των τριάντα (30) ημερών. Η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 9-9-2009, ενώ η προαναφερόμενη Π.Ν.Π. που περιέχει ευνοϊκότερη ποινική ρύθμιση για τους μικροοφειλέτες ασφαλιστικών εισφορών (αυξάνοντας το ποσό της οφειλής των ασφαλιστικών εισφορών από 2000 σε 5000 ευρώ) δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ στις 16.9.2009, ήτοι μεταγενέστερα από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την εν λόγω δε πράξη νομοθετικού περιεχομένου έπαυσε να είναι πλέον αξιόποινη πράξη αυτή για την οποία καταδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι οφειλόμενες απ' αυτούς προς το ΙΚΑ εργοδοτικές εισφορών ανέρχονται συνολικώς σε 3248, 47 ευρώ. Επομένως πρέπει κατ' εφαρμογή των άρθρων 511 εδ. τελευταίο και 518 παρ. 1 ΚΠΔ το Δικαστήριο αυτό αυτεπαγγέλτως αλλά και κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού λόγου των αναιρεσειόντων περί του ανεγκλήτου πλέον της πράξης για την οποία καταδικάσθησαν, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη εν μέρει απόφαση και να κηρύξει αθώους τους αναιρεσείοντες για την πράξη που είχαν κηρυχθεί ένοχοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 15355/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τη διάταξή της με την οποία κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για την παρακράτηση (υπεξαίρεση) των οφειλομένων στο ΙΚΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2002 έως 31-12-2004 εργοδοτικών εισφορών, ποσού 3248, 47 ευρώ, για τις οποίες συντάχθηκε η ΠΕΕ ..., ...και ....
Κηρύσσει αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες αθώους της παραπάνω πράξης της παρακράτησης των οφειλομένων στο ΙΚΑ και βαρυνουσών τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), όπως η πράξη αυτή ειδικότερα περιγράφεται στην αναιρούμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ. Παράβαση άρθρου 1 του ΑΝ 86/67. Αν το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών (εργατικών και εργοδοτικών) δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000 € η πράξη μετά την 16-9-2009 έχει καταστεί μη αξιόποινη. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης. Αν αυτή είναι παραδεκτή και τυπικά δεκτός κάποιος λόγος αναίρεσης τότε ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως αναιρεί την απόφαση αυτή και κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 809/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 και 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση της εκκαλούσας - εκζητουμένης Χ1, Ουκρανής υπηκόου, κατοίκου ...και ήδη προσωρινώς κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., η οποία παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, κατά της με αριθμό 4/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως της ανωτέρω εκκαλούσας - εκζητουμένης στο Κράτος της Ουκρανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εκζητούμενη και τώρα εκκαλούσα, άσκησε την από 11 Φεβρουαρίου 2010 και με αριθμό "1/2010" έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς Νικολάου Σιτζάνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 253/2010. Π ρ ο κ ε ι μ ε ν η ς σ υ ζ η τ ή σ ε ω ς
Αφού άκουσε, δια του διερμηνέως, την αυτοπροσώπως παραστάσα εκκαλούσα - εκζητούμενη, η οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή της και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση της εκζητουμένης και να εκδοθεί αυτή στο Κράτος της Ουκρανίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον Εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερεις ώρες από την δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Επομένως, η υπό κρίση με αριθμό 1/2010 έφεση κατά της υπ' αριθμ.4/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία αυτό γνωμοδότησε 1) υπέρ της εκδόσεως της εκκαλούσας - εκζητούμενης Χ1 στο Κράτος της Ουκρανίας, που ζήτησε την έκδοση της και της οποίας χώρας είναι υπήκοος, για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις "της παράνομης παραγωγής - διατήρησης και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επανάληψη από οργανωμένη ομάδα, σε προκαταρκτική εγκληματική συνωμοσία", και 2) υπέρ της αναβολής της εκδόσεως της εκζητούμενης, μέχρι περατώσεως των δύο ασκηθεισών σε βάρος της ποινικών διώξεων για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, που αφορούν δύο ξεχωριστές υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της (άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επομένων άρθρων (437-456 του ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξ άλλου η από 13/12/1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα την 6/5/1961 με τον Ν. 4165/1961 και από την Ουκρανία την 9/6/1998, από δε της κυρώσεως της διέπει το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των ως άνω κρατών, στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής ορίζει " ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφάλειας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστο όριο". Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία", ορίζονται τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί δι' απευθείας συνεννοήσεως μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και προς υποστήριξη της να προσαχθούν, α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονται από την νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου διαπράξεως τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα τούτου. Περαιτέρω, η έκδοση απαγορεύεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 περ. γ' του ΚΠΔ, όταν πρόκειται για έγκλημα που από τους Ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό ή του τύπου ή διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση αυτού που αδικήθηκε, ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δηλαδή όταν τεκμηριώνεται ότι με αυτήν επιδιώκεται να κατασταλεί η πολιτική δράση όσων στρέφονται κατά του ισχύοντος καθεστώτος του εκζητούμενου κράτους. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 441 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 19 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την έκδοση, συνάγεται ότι αν εκείνος του οποίου ζητείται η έκδοση καταδιώκεται ή έχει καταδικασθεί στην Ελλάδα για άλλη πράξη, η έκδοση του αναβάλλεται έως την περάτωση της ποινικής δίωξης και, σε περίπτωση καταδίκης, ωσότου εκτιθεί η ποινή ή απολυθεί από τις φυλακές.
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα ευρισκόμενα στη δικογραφία έγγραφα, από τα οποία τα αλλοδαπά προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε η παραστάσα εκζητούμενη δια του συνηγόρου της, προέκυψαν τα εξής: Η ανωτέρω εκζητούμενη, Ουκρανή υπήκοος, διώκεται δυνάμει της από 24/12/2002 απόφασης του Αστικού Δικαστηρίου της πόλης Κωνσταντίνοβκα του Νομού Ντονιέτσκ της Ουκρανίας, προκειμένου για να δικασθεί για τις πράξεις "της παράνομης παραγωγής - διατήρησης και πώλησης ναρκωτικών ουσιών (φαρμάκων) κατ' επανάληψη από οργανωμένη ομάδα, σε προκαταρκτική εγκληματική συνωμοσία", και συγκεκριμένα για το ότι στην ως άνω πόλη : α) κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του Δεκεμβρίου 2001 έως τον Μάρτιο του έτους 2002, από κοινού με τους Σ1 και ..., συγκρότησαν οργανωμένη ομάδα για τη διάπραξη εγκλημάτων σχετικά με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, β) από το Φεβρουάριο 2002 έως 27 Μαρτίου 2002, από κοινού με τους ανωτέρω πώλησε, κατ' επανάληψη, ναρκωτικά φάρμακα - ουσίες (το άχυρο του μήκωνος), και γ) κατά το διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο 2001 έως και 27/3/2002, στην οικία που συζούσε με τον Σ1, κατείχε ανεξακρίβωτη ποσότητα της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας την οποία παρανόμως είχε παράγει. Οι πράξεις αυτές προβλέπονται από τα άρθρα 307-310, 312, 314, 315,317 του Ποινικού Κώδικα της Ουκρανίας και τιμωρούνται με φυλάκιση από οκτώ έως δώδεκα έτη, καθώς και από την Ελληνική νομοθεσία (άρθρα 45,98, 187 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρα 20 παρ. 1 στοιχ. β-ζ του Ν. 3459/2006 περί ναρκωτικών) και τιμωρούνται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Επομένως, για όλες τις ως άνω εγκληματικές πράξεις είναι επιτρεπτή η έκδοση, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 2 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως που κυρώθηκε με το Ν. 4165/1961. Περαιτέρω, για την έκδοση της ανωτέρω υποβλήθηκε νομίμως η με αριθμό 9561-0-32-26/4 αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ουκρανίας, την οποία συνόδευαν τα αναφερόμενα σ' αυτή έγγραφα, μεταφρασμένα επισήμως από την Ουκρανική στην Ελληνική γλώσσα, και συγκεκριμένα: 1) η αίτηση του Αστικού Δικαστηρίου της πόλης Κωνσταντίνοβκα του Νομού Ντονιέτσκ της Ουκρανίας, 2) αντίγραφο της από 24/12/2002 απόφασης του Ανακριτή του τμήματος "ΟΕ του ΑΔ. Δ.Υ.Ε του ίδιου δικαστηρίου, 3) η έκθεση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου διάπραξης αυτών, του κατά νόμο χαρακτηρισμού αυτών και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες έχουν εφαρμογή και αναφέρονται με λεπτομέρεια, και 4) αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν τις πράξεις για τις οποίες αυτή διώκεται. Επιπροσθέτως, από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι η εκκαλούσα είναι το αυτό πρόσωπο με την εκζητούμενη από τις Ουκρανικές Αρχές, γεγονός που δεν αμφισβήτησε και η ίδια πρωτόδικος ή ο συνήγορος της και δεν πιθανολογείται ότι θα καταδιωχθεί από τις Ουκρανικές Αρχές για πράξεις διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες ζητείται η έκδοση, ούτε προκύπτει ότι η έκδοση της εκκαλούσας ζητείται για πολιτικούς λόγους, αφού δεν συνάγεται ότι υποκρύπτεται δίωξη για πολιτικό αδίκημα, αλλ' αντιθέτως συνάγεται σκοπός ποινικού κολασμού της για τις ως άνω πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου, καθώς και ότι η αίτηση αυτή δεν έχει υποβληθεί με σκοπό διώξεως ή τιμωρίας της εκκαλούσας για τα πολιτικά της φρονήματα, ούτε η θέση της διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τα φρονήματα της.
Κατ' ακολουθίαν, και εν όψει του ότι δεν ισχύει στην Ουκρανία η θανατική ποινή, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της εκκαλούσας για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν ως άνω αξιόποινες πράξεις. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως της εκκαλούσας, δεν έσφαλε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η έφεση της στο σύνολο της, καταδικασθεί δε η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 583 παρ. 2 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την με αριθμό 1/11/2/2010 έφεση της Ουκρανής υπηκόου Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 4/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως της ανωτέρω στις Ουκρανικές Δικαστικές Αρχές, για να δικασθεί για τα εγκλήματα "της παράνομης παραγωγής - διατήρησης και πώλησης ναρκωτικών ουσιών (φαρμάκων) κατ' επανάληψη από οργανωμένη ομάδα, σε προκαταρκτική εγκληματική συνωμοσία".
Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Ουκρανικές Αρχές της εκζητούμενης Ουκρανής υπηκόου για να δικασθεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Απορρίπτεται στην ουσία η έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 813/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μηνατσή, περί αναιρέσεως της 1532/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.7.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1277/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικού συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε, αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1532/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αρπαγής και ληστείας, από κοινού, και επιβλήθηκε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 24-3-2006 ο παθών ..., ύστερα από τηλεφώνημα του φίλου του ..., αγνώστων λοιπών στοιχείων, μετέβη με το αυτοκίνητό του έξω από το κατάστημα "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗ" στην περιοχή ..., όπου και ανέμενε τον ερχομό του φίλου του. Τότε, από την βεράντα του πρώτου ορόφου διπλανού σπιτιού εμφανίσθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι και του είπαν ότι θα αργήσει να έλθει ο φίλος του και τον κάλεσαν να ανέβει στο σπίτι τους και να τον αναμένει. Πράγματι, ο παθών δέχθηκε την πρόσκληση και πήγε στο διαμέρισμα των κατηγορουμένων. Μόλις όμως κάθησε, εισήλθαν στο δωμάτιο τρία άτομα, εκ των οποίων τα δύο φορούσαν κουκούλες. Αυτοί μαζί με τους κατηγορουμένους άσκησαν σωματική βία κατά του παθόντος και συγκεκριμένα επιτέθηκαν κατ' αυτού, τον κτύπησαν, τον έριξαν στο δάπεδο και εξουδετέρωσαν την αντίστασή του, του έκλεισαν τα μάτια με μονωτική ταινία και του έδεσαν τα χέρια πίσω από το σώμα με χειροπέδες. Κατόπιν αφήρεσαν από την κατοχή του και ιδιοποιήθηκαν παρανόμως το ποσό των 700 € περίπου, δύο πιστωτικές κάρτες της Τραπέζης ΕURΟΒΑΝΚ, ΜΑSΤΕR ΚΑΙ VISA την πακιστανική ταυτότητα του, το κινητό του τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ και τα κλειδιά του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του και στη συνέχεια και το εν λόγω αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ΡΕUGΕΟΤ. Στη συνέχεια, τον μετέφεραν δια της βίας στην κατάσταση που τον είχαν περιαγάγει και τον έκλεισαν στο πορτ μπαγκάζ ΙΧΕ αυτοκινήτου MERSEDES, με αποτέλεσμα να στερηθεί της ελευθερίας του και της προστασίας της Πολιτείας και να περιέλθει σε κατάσταση ομηρίας. Τελικά, αφού τον περιέφεραν στην κατάσταση αυτή και με τον τρόπο αυτό σε διάφορα μέρη, τον εγκατέλειψαν στην περιοχή ..., φοβηθέντες τόσον αυτοί, όσον και οι άγνωστοι συνεργοί τους, μήπως γίνουν αντιληπτοί και συλληφθούν. Στη συνέχεια, ο παθών πήγε στο ΑΤ της περιοχής Ελληνικού και κατήγγειλε τα συμβάντα και αναγνώρισε τους κατηγορουμένους ως τα δύο άτομα, τα οποία μετά των άλλων τριών αγνώστων τέλεσαν τις σε βάρος του ως άνω πράξεις. Βέβαια στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά και του παρόντος προσπάθησε να τους απαλλάξει της κατηγορίας, πλην όμως τούτο έπραξε, διότι φοβάται για την ζωή του, από τους άλλους που διέφυγαν την σύλληψη, αφού και ο ίδιος κατέθεσε ότι δέχθηκε ανώνυμο απειλητικό τηλεφώνημα, ο δε συνομιλητής του, του είπε ότι "τα παιδιά δεν φταίνε", υποδεικνύοντάς του τι έπρεπε να καταθέσει. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται, την αρπαγή όμως, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, του άρθρου 322 παρ. 1 ΠΚ και όχι της παραγ. 2 β όπως κατηγορούνται και καταδικάσθηκαν πρωτόδικα, διότι, κατά την κοινή λογική και πείρα δεν μπορεί να ήθελαν με τον άνω τρόπο να τον εξαναγκάσουν να τους υποδείξει και άλλα άτομα που είχαν χρήματα για να τα ληστεύσουν, δηλαδή κάτι που ήταν εντελώς αβέβαιο και απίθανο να συμβεί όσα μέσα και αν χρησιμοποιούσαν, αφού την βέβαιη άρνηση του παθόντος δεν θα μπορούσαν να αναστρέψουν. Η κρίση του Δικαστηρίου περί τελέσεως των ως άνω πράξεων, επιστηρίζεται: α) στο γεγονός ότι ο παθών υπέδειξε το σπίτι όπου συνέβησαν τα σε βάρος του γεγονότα στην περιοχή ..., β) στο γεγονός ότι ο παθών αναγνώρισε με απόλυτη βεβαιότητα τους κατηγορουμένους, κατά την σύλληψή τους, ως δράστες των σε βάρος του αξιοποίνων πράξεων και γ) στην απολογία των δύο κατηγορουμένων, οι οποίοι προσπάθησαν να πείσουν το Δικαστήριο ότι και αυτοί υπέστησαν τα ίδια συγχρόνως με τον παθόντα από τους κουκουλοφόρους και άλλους δράστες, οι οποίοι και τους άφησαν τελικά ελεύθερους στην περιοχή της .... Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι αν πράγματι συνέβη κάτι τέτοιο, θα έπρεπε αμέσως να καταγγείλουν τα γεγονότα στην Ασφάλεια, πλησίον της οποίας και κατά τους ισχυρισμούς τους αφέθηκαν ελεύθεροι.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών, κατά το διατακτικό.
Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των προαναφερομένων εγκλημάτων της αρπαγής και της ληστείας, από κοινού, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά ή να αξιολογούνται χωριστά ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά δε το μέρος που με αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Εξ άλλου, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στις πράξεις της αρπαγής και της ληστείας για τις οποίες καταδικάστηκε και ότι και ο ίδιος υπήρξε θύμα των πράξεων αυτών, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά υπερασπιστικό και αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, που απορρίφθηκε εκ του πράγματος από το δικαστήριο με τις ως άνω παραδοχές του, που δέχθηκε, και δεν χρειαζόταν για την απόρριψή του να διαλάβει ειδική αιτιολογία. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντα περί εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 351 παρ. 1 εδ. β του ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) "ο διευθύνων τη συζήτηση φροντίζει με επιμέλεια ώστε, με τη σειρά που θα προσδιοριστεί, να διασαφηνιστούν όσο το δυνατόν πληρέστερα τα σχετικά με την πράξη και όλα όσα αφορούν την κατηγορία ή την υπεράσπιση, να διαλυθεί κάθε σύγχυση και να προκύψει βέβαιη πεποίθηση για τη δικαζόμενη κατηγορία, στηριγμένη σε βάσιμες αποδείξεις", είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, αφού δεν πρόκειται περί ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά δικονομικής, η παραβίαση της οποίας δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/7/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1532/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 19 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αρπαγή και ληστεία, από κοινού, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, απορρίπτεται ως αβάσιμος. Η αιτίαση του αναιρεσείοντα περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρο 351 παρ. 1 εδ. β του ΚΠΔ, είναι απαράδεκτη, αφού δεν πρόκειται περί ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά δικονομικής, η παραβίαση της οποίας δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Συναυτουργία, Αρπαγή, Ληστεία.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 796/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1093/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 13/14-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 30.06.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1, για αναίρεση της 1687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 465 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96, το δε πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση, ενώ κατά το άρθρο 509 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 του ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Κατά δε το επόμενο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής κλπ. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατά αποφάσεως, ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οριζόμενων από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ προσώπων, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει μόνο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική (Ολ.ΑΠ 5/2000). Τέτοια απόφαση δεν είναι εκείνη που απορρίπτει την έφεση κατά πρωτοβάθμιας καταδικαστικής αποφάσεως ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως (ΑΠ 699/2009, ΑΠ 626/2009, ΑΠ 994/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την 2102/2008 έφεση του κατηγορουμένου, και ήδη αναιρεσείοντος, Χ1 κατά της 23300/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Η αναίρεση αυτή ασκήθηκε κατά το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, δηλαδή με δήλωση του έχοντος εντολή και πληρεξουσιότητα, κατά τους όρους του άρθρου 96 του ίδιου Κώδικα, αντιπροσώπου του κατηγορουμένου Κων/νου Γκέκοβιτς, δικηγόρου Αθηνών, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής ανεπίτρεπτα ασκήθηκε με τον προαναφερθέντα και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ τρόπο κι επομένως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες για την άσκησή της διατυπώσεις. Κατ' ακολουθία, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 30.06.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1, για αναίρεση της 1687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 465 παρ. 1 του ΚΠΔ ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που είχε έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο που προσάπτεται στην σχετική έκθεση. Κατά την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάτ6αξη προκύπτει ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλει σ' αυτόν ποινή στεριτική της ελευθερίας ή χρηματική. Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, η αναίρεση αυτή της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Κατά δε το επόμενο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473 το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου κλπ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι εξαιρετική και αφορούν μόνο την αναίρεση που ασκήθηκε από τον καταδικασθέντα κατά απόφασης καταδικαστικής. Τέτοια απόφαση, όπως προαναφέρθηκε δεν είναι εκείνη που απορρίπτει ως απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, είναι έφεση του αναιρεσείοντος κατά πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 1687/2009 απόφασης του Τριμελούς εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκηση την υπ' αριθ. 2102/2008 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ1 κατά της υπ' αριθ. 23300/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο ανωτέρω για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματικό προς 5 ευρώ ημερησίως. Η αναίρεση αυτή ασκήθηκε κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τον αντιπρόσωπο του κατηγορουμένου δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Γκέροβιτς, έχοντος εντολή και πληρεξουσιότητα του αναιρεσείοντος κατά τους όρους του άρθρου 96 του ίδιου Κώδικα. Κατ' ακολουθίαν τούτων εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, ανεπίτρεπτα ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, γι' αυτό πρέπει μετά τη γενόμενη ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος στην επί του φακέλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα, αν απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης) κατά πρωτοβάθμιας καταδικαστικής αποφάσεως. Άσκηση αίτησης (δήλωσης) αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής όχι με κοινοποίηση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 § 2 ΚΠΔ) ως μη καταδικαστικής. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης αυτής ως απαράδεκτης.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 795/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της 1459/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 19 Φεβρουαρίου 2010 πρόσθετους λογους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1551/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς την παθούσα Φ και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου μόνου του αν. ν. 690/1945 όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων κ.λ.π.". από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις (άρθρ. 655 ΑΚ). Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση περιέχονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του αν. ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω, και η ιδιότητα του κατηγορουμένου, καθώς και αν οι οφειλόμενες αποδοχές καθορίζονταν από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από τον νόμο ή έθιμο, καθώς επίσης αν αυτές δεν καταβλήθηκαν εμπροθέσμως, πότε έπρεπε να πληρωθούν με βάση τη συμφωνία, τον νόμο ή το έθιμο κ.λ.π. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημ/κείο Μυτιλήνης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως 2 μηνών και 15 ημερών για παράβαση του άρθρου μόνον του αν. ν. 690/1945, καθώς και σε χρηματική ποινή 850 ευρώ. Το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στο ... με την ιδιότητα του εργοδότη - διαχειριστή ομόρρυθμης εταιρείας, που εκμεταλλευόταν το καφέ - μπαρ με την επώνυμα ... δεν κατέβαλε στους απασχολούμενους στην ανωτέρω επιχείρηση, οι οποίοι αμείβονταν με ημερομίσθιο, τις αποδοχές που οφείλονταν με βάση ενεργό σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Πιο συγκεκριμένα απασχόλησε τους: 1) Ξ με την ειδικότητα του μάγειρα από 11-5-2003 έως 19-7-2003, 2) Κ με την ειδικότητα του εργάτη γενικών καθηκόντων από 1-8-2001 έως 13-9-2001 και από 6-4-2002 έως 29-5-2002, 3) Φ με την ειδικότητα της σερβιτόρας από 11-5-2003 έως 19-7-2003. Αναφορικά με τον πρώτο εργαζόμενο ο εκκαλών - κατηγορούμενος μερίμνησε και εξόφλησε ολοσχερώς τις οφειλόμενες αποδοχές, όπως αναμφισβήτητα προκύπτει από το με ημερομηνία 8-9-2009 προσκομισθέν από το δικηγόρο Μυτιλήνης Δημοσθένη Χατζηγιάννη έγγραφο, τιτλοφορούμενο "ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ". Το εν λόγω έγγραφο αξιολογήθηκε και εκτιμήθηκε ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, κατ' άρθρα 177, 178 ΚΠΔ. Παράλληλα ο ανωτέρω δικηγόρος, κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος εξόφλησε και τις οφειλές του προς την Φ, γεγονός το οποίο γνωρίζει, ως ισχυρίσθηκε, από τη μεσολάβηση του ως δικηγόρος. Τα παραπάνω δεδομένα, όμως είναι εξαιρετικά γενικόλογα και αόριστα, αφού ο μάρτυρας δεν αναφέρει το ύψος των καταβληθέντων, το χρόνο εξόφλησης και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η εξοφλητική καταβολή, εάν δηλαδή κατεβλήθη το οφειλόμενο ποσό στην ίδια την εργαζόμενη, η σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο ενεργούσε στα πλαίσια της εκπροσώπησης αυτής, ενόψει και της επισημείωσης του δικηγόρου - μάρτυρα, ότι ο ίδιος αναμείχθηκε ως μεσολαβητής. Επίσης δεν διευκρινίζει αυτός (μάρτυρας) την αιτία για την οποία δεν υπάρχει εξοφλητική απόδειξη ή αντίστοιχο με την ανωτέρω "ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ" έγγραφο και στη περίπτωση της Φ, γεγονός εύλογο και αναμενόμενο, εάν ο μάρτυρας εκπροσωπούσε την προαναφερθείσα εργαζόμενη στη διεκδίκηση των αστικών της αξιώσεων. Εκ του τελευταίου γεγονότος η κατάθεση του μάρτυρα κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμη. Άλλωστε ο κατηγορούμενος αιτήθηκε δύο φορές αναβολή για να εξασφαλίσει εξοφλητικές αποδείξεις, αίτημα που έγινε δεκτό με τις υπ'αριθμόν 809/2008 και 170/2009 παρεμπίπτουσες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου (κατ' άρθρο 352 παρ. 4 ΚΠΔ). Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα καθώς και την από 16-7-2003 υπεύθυνη δήλωση του Κ, η οποία αναγνώσθηκε με τη ρητή συναίνεση του εκκαλούντος, και εκτιμήθηκε ως νόμιμο έγγραφο αποδεικτικό μέσο, κατ' άρθρα 177,178,365 ΚΠΔ αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε: 1) στον Κ για το χρονικό διάστημα από 1-8-2001 έως 13-9-2001 για 43 ημερομίσθια και από 6-4-2002 έως 29-5-2002 για 39 ημερομίσθια, με συμφωνημένο ημερομίσθιο 30 ευρώ, το ποσό των 1.900 ευρώ, δεδομένου ότι καταβλήθηκε έναντι του συνολικού οφειλομένου ποσού των 2.460 ευρώ το ποσό των 560 ευρώ, 2) στη Φ δεδουλευμένες αποδοχές (4 ημερομ. Χ 25 ευρώ=) 100 ευρώ, αναλογία αδείας (4 ημερομ. Χ 25 ευρώ =) 100 ευρώ, αναλογία επιδόματος αδείας (4 ημερομ. Χ 25 ευρώ =) 100 ευρώ, αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2003 (7 ημερομ. Χ 25 ευρώ =) 475 ευρώ.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων στους εργαζόμενους Κ και Φ, ενώ πρέπει να κηρυχθεί αθώος της ανωτέρω πράξης για τον εργαζόμενο Ξ".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο, σε σχέση με τον εργαζόμενο Κ, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, με την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου μόνον του αν. ν. 690/1945 για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, αναφερόμενα κατ' είδος το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στην παραπάνω διάταξη, την οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η απόφαση προσδιορίζει τα χρονικά διαστήματα με τα αντίστοιχα μη καταβληθέντα ημερομίσθια, το συνολικό ποσό, ενώ με την αναφορά στο σκεπτικό για "συμφωνημένο ημερομίσθιο 30 ευρώ" προκύπτει σαφώς ότι οι αποδοχές είχαν καθορισθεί από την ατομική σύμβαση εργασίας μεταξύ κατηγορουμένου και εργαζομένου και ως εκ τούτου δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας ή εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Όμως, σε σχέση με την εργαζόμενη Φ, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προσδιορίζει αν οι αποδοχές της είχαν καθορισθεί από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας και συνεπώς είναι αναιρετέα, για συγκεκριμένη έλλειψη ειδικής αιτιολογίας μόνο ως προς αυτήν, ενώ κατά τα λοιπά, η απόφαση περιλαμβάνει όλα τα πιο πάνω αναγκαία πραγματικά περιστατικά και δεν υφίσταται εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι επί των αιτιάσεων περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, οι προβαλλόμενοι αυτοί λόγοι αφορούν την κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Τέλος, ως προς τον τρίτο πρόσθετο λόγο περί απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στην απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1, 2 του ν. 1756/1988, σχετικά με την αναπλήρωση του τρίτου μέλους της συνθέσεως από ειρηνοδίκη αναφέρεται "Επειδή κωλύονται οι λοιποί τακτικοί δικαστές σύμφωνα με την 275/2009 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Μυτιλήνης" και ο προσδιορισμός αυτός αρκεί, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω διευκρίνιση, διότι η αναφορά "πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Μυτιλήνης", έχει την έννοια ότι έγινε από το αρμόδιο θεσμικό όργανο του Πρωτοδικείου. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω θα πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μόνο ως προς την παθούσα εργαζομένη Φ και μόνο για την πιο πάνω έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, λόγος που στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 δ ΚΠΔ και που ερευνήθηκε αυτεπαγγέλτως από το παρόν δικαστήριο (άρθρ. 511 ΚΠΔ), απορριπτομένων των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ), το οποίο και θα προβεί σε τυχόν νέα επιμέτρηση της ποινής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1459/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης μόνο ως προς την παθούσα εργαζομένη Φ και για τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους του Χ, κατοίκου ..., κατά της παραπάνω αποφάσεως. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το πιο πάνω μέρος, για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, το οποίο και θα προβεί σε τυχόν νέα επιμέτρηση της ποινής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου μόνο ΑΝ 690/1945 - στοιχεία. Εν μέρει αναίρεση, διότι δεν προσδιορίζεται αν οι αποδοχές του εργαζομένου είχαν καθορισθεί από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας. Αναιρεί εν μέρει ως προς την παθούσα. Παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναίρεση μερική, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 1
|
Αριθμός 794/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, για αναίρεση της 199/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη .
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1315/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, αν το αξιόποινο της πλαστογραφίας εξαλείφθηκε με παραγραφή, η χρήση του πλαστού από τον πλαστογράφο τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα, αν δεν υπέκυψε αυτοτελώς σε παραγραφή, ανεξαρτήτως αν έγινε πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής της πλαστογραφίας ή μετά τη συμπλήρωση του (Ολ.ΑΠ 1284/1992). Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης 2 ετών για χρήση πλαστών εγγράφων. Το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι Στη ... κατά την εκδίκαση της από 21-2-2002 αγωγής του μηνυτή, της συζύγου του ... και της Ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" της οποίας ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής ήταν ο μηνυτής, κατά του κατηγορουμένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία ζητούσαν την καταβολή χρηματικού ποσού λόγω αδικοπραξίας, ισχυρίστηκε με τις από 22-4-2003 έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε στις 22-4-2003 στη γραμματεία του πιο πάνω Δικαστηρίου, ότι εξόφλησε την αιτούμενη οφειλή του προς τους ενάγοντες και προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκόμισε με επίκληση τις πλαστογραφημένες από 27-5-2000 και από 6-6-2000 αποδείξεις πληρωμής στις οποίες έθεσε αυθαίρετα, δηλαδή χωρίς την έγκριση του πολιτικώς ενάγοντος και χωρίς δικαίωμα την προσθήκη "για λογαριασμό του κ. Ψ1" καθώς και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, αν και γνώριζε ότι τα ποσά των αποδείξεων δεν είχαν καταβληθεί και για λογαριασμό του μηνυτή -πολιτικώς ενάγοντος, ούτε είχε εξουσιοδότηση του Ε1 να εισπράξει τα ποσά αυτά για λογαριασμό του, καθώς και το από 22-10-1999 πλαστογραφημένο ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο στη θέση όπου αναγράφεται το επώνυμο και το όνομα του μηνυτή, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του χωρίς να έχει την συναίνεση αυτού ή να έχει από άλλη αιτία σχετικό δικαίωμα, αν και γνώριζε ότι ο Ε1 δεν ήταν εκπρόσωπος του μηνυτή. Η προσκόμιση των ανωτέρω πλαστών εγγράφων έγινε ώστε να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο ως γνήσια και να παραπλανηθεί αυτό. Το γεγονός ότι ο μηνυτής ξυλοκοπήθηκε από τον Ε1 σημαίνει ότι όλα όσα αναφέρονται στο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν συνέβησαν. Επίσης αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ του μηνυτή και του κατηγορουμένου δεν έχουν λογικό έρεισμα οι δίκες που επακολούθησαν. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, με την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στην διάταξη του άρθρου 216 παρ.2 ΠΚ, την οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παραβίασε είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει σε τι συνίστατο η πλαστότητα του ιδιωτικού συμφωνητικού και των αποδείξεων πληρωμής, η οποία είχε λάβει χώρα σε προγενέστερο χρόνο, ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι τα ποσά που αναφέρονται στις αποδείξεις δεν είχαν καταβληθεί, προσδιορίζει, περαιτέρω, τις έννομες συνέπειες, τη γνώση ότι ήταν πλαστές, το σκοπό της παραπλάνησης και ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό και τις αποδείξεις αυτές τα προσκόμισε με επίκληση με τις από 24-3-2003 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου επί αγωγής εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος από αδικοπραξία προς απόδειξη της προβληθείσας από αυτόν ενστάσεως εξοφλήσεως του χρέους του. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τη θεώρηση της πρωτοδίκου αποφάσεως, το πρωτόδικο δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση, για χρήση πλαστών εγγράφων, δηλ. ως αυτοτελές έγκλημα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Τέλος, όπως αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού, το δικαστήριο προς σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης έλαβε υπόψη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων, χωρίς αμφιβολία, και τις 530/2004 και 1947/2006 αποφάσεις του Εφετείου Κρήτης και Αρείου Πάγου αντίστοιχα, χωρίς να απαιτείται να γίνει ειδική αξιολόγηση αυτών. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.δ'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρανόμως παρέστη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ο πολιτικώς ενάγων, διότι πρωτοδίκως δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για το αδίκημα της πλαστογραφίας και όχι για τη χρήση πλαστών εγγράφων, για το οποίο αδίκημα τελικά καταδικάσθηκε και ότι η σχετική ένσταση την οποία πρότεινε το δικαστήριο απορρίφθηκε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατ'αρχάς, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης η παράσταση της πολιτικής αγωγής έγινε για την πράξη της πλαστογραφίας, που σύμφωνα με την κατηγορία περιλάμβανε και τη χρήση για την οποία υπήρξε τελικά καταδίκη και η οποία πράξη δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, σε αντίθεση με την πράξη της πλαστογραφίας. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο αιτιολόγησε την απόρριψη της ενστάσεως αποβολής της πολιτικής αγωγής με την ακόλουθη σκέψη: "Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά, ο Ψ1 παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων νόμιμα για όλες τις πράξεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και αφορούν και τους δύο των κατηγορουμένων. Ας σημειωθεί ότι δεν υποβλήθηκε για την ανωτέρω παράσταση κάποια ένσταση. Ο ισχυρισμός ότι ο ανωτέρω Ψ1 δεν είναι άμεσα παθών από την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων, για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος Χ1, είναι αβάσιμος και πρέπει ν'απορριφθεί, διότι σύμφωνα με το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης, φέρεται ότι τέθηκε αυθαίρετα και κατ'απομίμηση η υπογραφή του στα έγγραφα που αναφέρονται στο διατακτικό, τα οποία φέρονται ως πλαστά και ότι από τη χρήση αυτών (εγγράφων) στο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου) προς απόκρουση της αγωγής του, ο ίδιος ως άνω φέρεται ζημιούμενος, αφού σε περίπτωση που τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα γίνονταν αποδεκτά από το Δικαστήριο, αυτό θα οδηγούσε σε απόρριψη της αγωγής του. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η παράσταση της πολιτικής αγωγής, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου". Κατά συνέπεια, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου υπήρξε νόμιμη παράσταση πολιτικής αγωγής και το Πενταμελές Εφετείο ειδικά αιτιολόγησε την απόρριψη της πιο πάνω ενστάσεως, αφού προσδιόρισε την πράξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που έχει ποινική απαξία, ότι ο πολιτικώς ενάγων είναι άμεσα παθών, και, τέλος, τον αιτιώδη σύνδεσμο. Ως εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' και Δ'ΚΠΔ λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι το δικαστήριο απέρριψε σιγή το αίτημα διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πραγματικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου που τον εκπροσώπησε κατέθεσε έγγραφο "Υπόμνημα-ισχυρισμοί του εκκαλούντος Χ1", το οποίο ενσωματώθηκε στα πρακτικά, και από το οποίο προκύπτει ότι στην παράγραφο 1 διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι η χρήση συμπαραγράφηκε με την πλαστογραφία και επικουρικώς υποβάλλετο αίτημα διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Όμως το αίτημα αυτό ήταν αόριστο, διότι δεν αναφερόταν ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να διενεργηθεί γραφολογική έρευνα, και, επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Περαιτέρω τα όσα αναφέρονται στον ίδιο λόγο αναιρέσεως συνιστούν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β'σε συνδυασμό με το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 15-9-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 199/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση πλαστού εγγράφου. Έγκλημα ανεξάρτητο της πλαστογραφίας. Πλήρης αιτιολογία προσβαλλομένης απόφασης. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 793/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοουσας - κατηγορουμένης Χ κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 59546/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλήμ/κειου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1597/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 19/18-1-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό σας, την από 9-11-2009 δήλωση αναίρεσης της Χ, κατά της υπ' αριθμ. 59546/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση της κατά της με αριθμό 70479/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τα άρθρα 473 παρ. 2 εδ. α' και 474 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνο με δήλωση στον γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική, διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλά αντίθετα διαπιστώνει απλώς το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΑΠ 130/2001).Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την 59546/2009 απόφασή του, απέρριψε, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ως απαράδεκτη, την υπ' αριθμ. 2316/2009 έφεση της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας Χ κατά της υπ' αριθμ. 70479/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα άσκησε αίτηση αναίρεσης, που συντελέσθηκε με δήλωση, επιδοθείσα από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή κατά την 9-11-2009 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως του ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής με δήλωση όχι ενώπιον του γραμματέα που ορίζεται στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, αλλά με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ιδίου Κώδικα απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
1) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 9-11-2009 δήλωση αναίρεσης της Χ, κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 59546/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Και
2) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ποσού 220 Ευρώ. Αθήνα 21-12-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, κατά δε το άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1, δηλ. από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοση της. Η εξαιρετική όμως διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 ΚΠΔ, η οποία επιτρέπει στον κατηγορούμενο να ασκεί αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχει εφαρμογή μόνο κατά των καταδικαστικών αποφάσεων και δεν επεκτείνεται και στις μη καταδικαστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη που απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως που τον καταδίκασε ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την 59546/2009 απόφαση του, απέρριψε, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, ως απαράδεκτη, την υπ' αριθμ. 2316/2009 έφεση της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας Χ κατά της υπ' αριθμ. 70479/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα άσκησε αίτηση αναίρεσης, που συντελέσθηκε με δήλωση, επιδοθείσα από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή κατά την 9-11-2009 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως του ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής με δήλωση όχι ενώτπον του γραμματέα που ορίζεται στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, αλλά με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ιδίου Κώδικα απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 9-11-2009 δήλωση αναίρεσης της Χ, κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 59546/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης (ανυποστήρικτη). Η απόφαση δεν είναι καταδικαστική. Η αναίρεση ασκήθηκε μη νομότυπα (ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου). Απαράδεκτη. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 790/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων- κατηγορουμένων: 1)X1και ήδη κρατούμενος στις Φυλακές ...και 2)X2 και ήδη κρατούμενος στις Φυλακές ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 547/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς .
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείoντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Νοεμβρίου 2009 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1640/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 86/23.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Πειραιά με την υπ' αριθμ. 547/2009 απόφαση του καταδίκασε τους X1 και X2 για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφίας με χρήση και απάτης κατ' επάγγελμα -κατά συνήθεια με ποσό ζημίας - οφειλής άνω των 15.000 Ευρώ κ.λ.π. σε συνολική ποινή καθείρξεως 16 ετών [τον Α] και καθείρξεως 15 ετών και 6 μηνών [τον Β]. Το άνω δικαστήριον εκδίκασε την κατηγορία σε πρώτο βαθμό. Κατά της άνω αποφάσεως οι καταδικασθέντες άσκησαν δια πληρεξουσίου - ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Πειραιά - στις 20-11-2009 τις υπ' αριθμ. 236 και 237 αναιρέσεις - αντίστοιχα - προβάλλοντας τους αναφερόμενους στις οικείες εκθέσεις λόγους αναίρεσης.
II) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 Κ.Π.Δ. όταν το ένδικο μέσο, όπως και η έκθεση αναίρεσης, ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει κηρύσσει τούτο απαράδεκτο. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 504§1 Κ.Π.Δ. "Όταν ο Νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση...". Επομένως σε αναίρεση δεν υπόκειται η απόφαση κατά της οποίας όπως απαγγέλθηκε επιτρέπεται έφεση, αφού ο δικαιούχος πρέπει, κατά πρώτο λόγο να προσφύγει στο ένδικο αυτό μέσο. [βλ. και Α.Π. 1707/2007, Α.Π. 1749/2002 Α.Π. 400/2003 κ.α.].. Έτσι δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά της υποκείμενης σε έφεση απόφασης, η οποία κατέστη τελεσίδικος διά της παρόδου απράκτου της προς έφεση προθεσμίας [βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ Β σελ. 252, Α.Π. 2019/2005, Α.Π. 1194/2006 κ.α.]. Ενόψει των ανωτέρω οι υπό κρίση αναιρέσεις είναι απαράδεκτες αφού στρέφονται κατά αποφάσεως η οποία υπόκειται σε έφεση από τους καταδικασθέντες αναιρεσείοντες - βλ. άρθρα 489§1 εδ. στ, 491 Κ.Π.Δ. και δεν υπάρχει αντίθετη ειδική διάταξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να κηρυχθούν απαράδεκτες οι υπ' αριθμ. 235/2009 και 236/2009 αιτήσεις αναίρεσης των X1 και X2 κατά της υπ' αριθμ. 547/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, να καταδικαστούν οι ανωτέρω στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 15-1-2010
Ο Αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ.Κονταξής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση, υπ'αριθμούς εκθέσεων 236/2009 και 237/2009, αυτοτελείς αιτήσεις των X1και X2 , αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ'αριθμό 547/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν. Σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ., δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως η απόφαση, η οποία κατά το χρόνο της απαγγελίας της μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, ανεξάρτητα από το εάν επιγενομένως κατέστη τελεσίδικη είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως, είτε γιατί απορρίφθηκε η ασκηθείσα έφεση ως ανυποστήρικτη.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 489 παρ.1 περ. του ιδίου Κώδικα, επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου και του Τριμελούς Εφετείου με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας, διαρκείας τουλάχιστον δύο ετών για κακούργημα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως κατά της οποίας δεν προβλέπεται. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη 547/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων) για κλοπές από κοινού κατ'εξακολούθηση , τελεσθείσες από δύο που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, για πλαστογραφία από κοινού με χρήση από υπαιτίους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και για απάτη από κοινού μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό επιδιωχθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και, επι πλέον, για παράνομη κατοχή από κοινού όπλων και φυσιγγίων, ακόμη δε ο X1 και για πλημμεληματική πλαστογραφία και επιβλήθηκε στον εξ αυτών X2 συνολική ποινή καθείρξεως δεκαπέντε ετών και έξι μηνών στον δε X1 συνολική ποινή καθείρξεως δεκαέξι ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής καθένας των αναιρεσειόντων είχε δικαίωμα να ασκήσει έφεση σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ασκήθηκε από καθένα απ'τους καταδικασθέντες άνω κατηγορούμενους έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς η επι των οποίων απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου μόνον επιτρέπεται να προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως. Επομένως οι υπο κρίση αιτήσεις αναιρέσεως στρεφόμενες κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που υπόκειται σε έφεση δεν ασκήθηκαν παραδεκτώς. Από τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου του ειδοποιήθηκε ο αντικλητός δικηγόρος των αναιρεσειόντων να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν δικαστήριο σε συμβούλιο εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από την επισημείωση του γραμματέως στο φάκελο της δικογραφίας. Επομένως πρέπει να απορριφθούν οι υπο κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.)
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει τις υπ'αριθμό εκθέσεως 236/2009 και 237/2009 από 20.11.2009 αυτοτελείς αιτήσεις των X1, και X2,περί αναιρέσεως της 547/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεων εκ μέρους καταδικασθέντων για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφία με χρήση και απάτη κατ' επάγγελμα και συνήθεια., η ζημία από την οποία υπερέβαινε το ποσό των 15.000 €. Πρωτοδίκως από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων καταδικάσθηκαν σε συνολική κάθειρξη 16 ετών ο πρώτος αναιρεσείων και 15 ετών και 6 μηνών ο δεύτερος αναιρεσείων. Απόρριψη ως απαράδεκτων των άνω αιτήσεων αναιρέσεως (άρθρ. 476 § 1, 489 § 1, 504 § 1 ΚΠΔ) εφόσον οι κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως και μόνο κατά της επί τέτοιας εφέσεως των (που έχουν ήδη ασκήσει) εκδοθησομένης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επιτρέπεται να ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 789/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεφάλα περί αναιρέσεως της 5670/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Παύλο Καζαντζίδη του Νικολάου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1612/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, παρά την αίτηση του κατηγορουμένου ή του Εισαγγελέα δεν αναγνώσει στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε στην προδικασία, όταν αυτός για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή αδυνατεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο. Δεν δημιουργείται ακυρότητα όταν το δικαστήριο αναγνώσει τέτοια κατάθεση μάρτυρα είτε κατόπιν αιτήσεως ή και αυτεπαγγέλτως και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του ήταν αδύνατη, εφ' όσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωση αυτή. Αντίθετα, η ανάγνωση και η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ένορκης καταθέσεως μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία, αν έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, παραβιάζει δικαίωμα του τελευταίου να υποβάλλει ο ίδιος ή δια του συνηγόρου υπεράσπισης του ερωτήσεις στο μάρτυρα παρεχόμενο από το άρθρο 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ και επίσης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 στοιχ. δ της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 καθώς και από το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά δικαιώματα που έχει κυρωθεί με το ν. 2462/1997 και αποτελούν εσωτερικό δίκαιο με υπέρτερη του νόμου ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Ποιν.Δ εντεύθεν δε ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5670/2009 απόφαση του κατ' έφεση δικάζοντος Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος πλαστογραφίας με χρήση ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, μετά την παραδοχή ως παραδεκτής της εφέσεως του κατά της ερήμην του 70641/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εξέτασε του παρόντες από τους μάρτυρες κατηγορίας και όταν εν συνεχεία προτάθηκε από τον Εισαγγελέα να αναγνωσθούν τα αναγνωστέα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η κατάθεση της μάρτυρα Β, από τον συνήγορο του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που τον εκπροσωπούσε προβλήθηκε αντίρρηση αναφορικά με την ανάγνωση του αγνώστου διαμονής άνω μάρτυρα. Από το Δικαστήριο δεν έγιναν δεκτές οι πιο πάνω αντιρρήσεις του συνηγόρου που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα αλλά έγινε δεκτό το σχετικό αίτημα του Εισαγγελέα με την αιτιολογία ότι συντρέχει περίπτωση κατά τι άρθρο 365 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ να αναγνωσθεί η μοναδική δοθείσα κατάθεση της μάρτυρα Β που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της υπ' αριθ, 26751/2007 αποφάσεως του τριμελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως είχε αναγνωσθεί και κατά την διαδικασία στον πρώτο βαθμό καθόσον από την από 17-5-2009 βεβαίωση της επιμελήτριας δικαστηρίων ... προκύπτει ότι η εν λόγω μάρτυς τυγχάνει άγνωστη στην υπάρχουσα στη δικογραφία διεύθυνση ... και ως εκ τούτου είναι αδύνατη η εμφάνιση της μάρτυρα αυτής στο ακροατήριο προκειμένου να καταθέσει. Ακολούθως με εντολή της προεδρεύουσας ανεγνώσθησαν τα εξής έγγραφα: Η υπ' αριθ. ... επιταγή, 2) η υπ'αριθ. ... επιταγή, 3)η από 5-3-2003 ένορκη εξέταση ..., 4) Το υπ'αριθ. ... έγγραφο ΕΤΕ, 5) το υπ' αριθ. ... έγγραφο ΕΤΕ, 6) το υπ' αριθ. 1185 έγγραφο ΕΤΕ, 7) αίτηση ανοίγματος λογαριασμού, 8) η από 26-1-2005 ένορκη εξέταση ..., 9) Η από 27-4-2007 ένορκη εξέταση Β, η οποία περιλαμβάνεται στην 26751/07 απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 10) Η υπ' αριθ. 2396/06 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, 11) Η με αριθ. 10-9-1998 μήνυση του ... κατά του Χ, 12) Η από 24-1-2004 γνωμάτευση του ιατρού ..., 13) Το με αρ. πρωτ. 14187 πιστοποιητικό Ψυχιατρικού Νοσοκομείου ..., 14) Αντίγραφο εγγράφου της Υγειονομικής Επιτροπής Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ, 15) Το από 11-11-2002 έγγραφο της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Νομ. Δυτικής Αττικής, 16) Η υπ' αριθ. 70641/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου (εκκκαλουμένη), ενώ στο εισαγωγικό του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο αυτό, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Παρά το ότι αντιτάχθηκε ο συνήγορος του ήδη αναιρεσείοντος ορθώς το Τριμελές Εφετείο, μετά την βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι είναι αδύνατη η εμφάνιση της εν λόγω μάρτυρα στο ακροατήριο του, ως άγνωστης διαμονής, προχώρησε στην ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα Β που περιλαμβανόταν στην 26751/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και η οποία ένορκη κατάθεση περιλαμβανόταν και στα έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί στη δίκη στον πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποίαν εξεδόθη 70641/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Πέραν από το ότι η βεβαίωση στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης συνεπάγεται ότι εκτός από την ανάγνωση αυτών αναγνώσθηκε και το περιεχόμενο των μνημονευομένων στα πρακτικά της δίκης εκείνης εγγράφων, δεν ήταν κατάθεση που να είχε δοθεί στην προδικασία η παρά την εναντίωση του συνηγόρου του κατηγορουμένου αναγνωσθείσα ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Β. Από την παραδεκτή επισκόπηση, στα πλαίσια ερεύνης της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, του περιεχομένου στο φάκελλο της δικογραφίας αντιγράφου της υπ' αριθ. 26751/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών μετά των πρακτικών ότι κατά τη συνεδρίαση του άνω Δικαστηρίου της 27-4-2007 όταν εκδικάζονταν σε πρώτο βαθμό (χωρίς να εκδοθεί οριστική απόφαση τότε αλλά αναβλητική για κρείσσονες αποδείξεις εναντίον του ήδη αναιρεσείοντος που είχε και τότε εκπροσωπηθεί δια του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του, η κατηγορία για την ίδια πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, είχε εξετασθεί ενόρκως μεταξύ άλλων μαρτύρων και η άνω μάρτυρας Β, η κατάθεση της οποίας είναι η επίμαχη που αναγνώσθηκε και κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου από το άρθρο 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε'του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά Δικαιώματα από το ότι η ένορκη κατάθεση της άνω μάρτυρα σε προγενέστερο στάδιο της κύριας διαδικασίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ανεγνώσθη και στη δίκη κατ' έφεση κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού μπορούσε ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσείοντα στη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την οποία εξετάσθηκε η μάρτυρας αυτή να την εξετάσει και να ελέγξει και να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της με σχόλια και παρατηρήσεις επί της καταθέσεως της κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. Ούτε παραβιάσθηκαν οι θεμελιώδεις αρχές της αμεσότητας και της προφορικότητας της διαδικασίας και να εκδικασθεί η υπόθεση του αναιρεσείοντος δημοσίως και κατ' αντιδικία και κατά τρόπο ώστε να έχει αποτελεσματική υπεράσπιση.
Συνεπώς δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα από την ανάγνωση από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση της ενόρκου καταθέσεως της άνω μάρτυρα σε προηγούμενο στάδιο της κύριας διαδικασίας για την οποία δέχθηκε ότι η εμφάνιση της στο ακροατήριο του δεν ήταν δυνατή και η εναντίωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δια του συνηγόρου υπεράσπισης που τον εκπροσωπούσε, στην ανάγνωση τέτοιας καταθέσεως αντιβαίνει στιας διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της ΕΣΔΑ, διότι απολήγει στην παρεμπόδιση διεξαγωγής δίκαιης και ουσιαστικής δίκης που πρέπει να κατατείνει στην εξακρίβωση της αληθείας. Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α'Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως περί της ενοχής του της άνω καταθέσεως της μάρτυρα αυτής είναι αβάσιμος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματις και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά χωρίς να είναι αναγκαία η αναλυτική παράθεση τους και η μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαττωμένης ικανότητος προς καταλογισμό, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητας του έχει ως συνέπεια την επιβολή μειωμένης ποινής, όπως προκύπτει από όσα ορίζονται στο άρθρο 36 παρ. 1 Π.Κ Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, αν εξαιτίας κάποιες από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34 δεν έχει εκλείψει εντελώς αλλά μειώθηκε σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται από το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Για την πληρότητα αυτού του ισχυρισμού δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί μόνο τις σχετικές διατάξεις του Π.Κ αλλά πρέπει να προβάλει κατά τρόπο ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνει τη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργικών ή τις παροδικές ψυχικές διαταραχές, ώστε ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση και τυχόν αποδοχή αυτών να κρίνει αν ο δράστης είναι ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό ως έχων εν μέρει μόνον ικανότητα για διάκριση του αδίκου και δυνατότητα συμμορφώσεώς του σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό μέχρι ενός ορισμένου βαθμού και να οδηγηθεί στην κρίση περί επιβολής μειωμένης ποινής. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσείων προέβαλε δια του συνηγόρου που τον εκπροσώπησε όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εξεδόθη, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι επρόκειτο για άτομο με ελαττωμένο καταλογισμό προκειμένου να του επιβληθεί το ελάχιστο της ποινής. Ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης, δεν ήταν σαφής και ορισμένος, καθόσον δεν έγινε κατά την ανάπτυξη του επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών επί των οποίων να θεμελιωνόταν νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργών του κατηγορουμένου αυτού ή παροδικές ψυχικές διαταραχές ή διατάραξη της συνειδήσεως του ώστε να δύναται να αναγνωρισθεί ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιοποίνου πράξεως είχε μειωθεί η ικανότητα του να αντιληφθεί του άδικο χαρακτήρα της πράξεως και να μπορεί να συμμορφωθεί προς την περί αδίκου αντίληψη και επομένως ότι ήταν ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό. Επομένως το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του άνω αορίστως προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά τις παραδοχές του Εφετείου σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου γίνεται λόγος ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο ήδη αναιρεσείων με πρόθεση κατάρτισε με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες πλαστό έγγραφο του οποίου στη συνέχεια έκανε χρήση με την κατάρτιση εξ υπαρχής εντύπου επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με την μέθοδο σκάνερ, στο οποίο έθεσε τον αριθμό ..., σε χρέωση του λογαριασμού ... και συμπλήρωσε το έντυπο αυτό με την αντιγραφή ως τόπο εκδόσεως ..., ως ημερομηνία 14-12-2002, ως πληρωτέο ποσό ολογράφως και αριθμητικώς αυτό των ευρώ 7.800, ως πρόσωπο λήπτη τις λέξεις σε διαταγή εμού του ιδίου, και στη συνέχεια υπέγραψε στη θέση του εκδότη με την υπογραφή της μηνύτριας Ν κατ' απομίμηση άνευ γνώσεως της και προσθέτοντας το αριθμό ΑΦΜ αυτής και τους αριθμούς σταθερού και κινητού τηλεφώνου σκοπεύοντας με το έγγραφο που παρέδωσε στη συναλλαγείσα μετ' αυτού Β να παραπλανήσει αυτήν και μετέπειτα κομιστές του πλαστού αυτού τίτλου ότι είναι γνήσια η επιταγή και έχει εκδοθεί νομίμως. Εκ περισσού δέχθηκε το Εφετείο στο σκεπτικό περαιτέρω ότι από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που τέλεσε την άνω πράξη δεν είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό αλλά ότι αποδείχθηκε ότι αυτός ενήργησε εν πλήρει συνειδήσει και ότι η ενέργεια του απαιτεί ικανότητα στη σκέψη που υπάρχει όταν υφίσταται καλή ψυχική κατάσταση και δεν προέκυψε οποιαδήποτε διαταραχή αυτής προκειμένου να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό της υπεράσπισης του ως αβάσιμο. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος ότι χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απερρίφθη ο άνω αυτοτελής ισχυρισμός του περί μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και του ότι οι λοιποί του αναιρεσείοντος για την απόδοση σ' αυτόν της άνω αξιοποίνου πράξεως παρά την έλλειψη οποιασδήποτε σχέσεως του με την φερόμενη ως εκδότρια και με την τελευταία κομίστρια της επίμαχης επιταγής, καθώς και την ελλιπή μόρφωση του, δεν είναι παραδεκτοί, καθόσον υπό την επίκληση των άνω λόγων διατυπώνει παράπονα σε σχέση με την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-11-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 5670/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου που σε δεύτερο βαθμό καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για πλαστογραφία με χρήση. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από το ότι ανεγνώσθη στην κατ' έφεση δίκη κατάθεση μάρτυρα που είχε δοθεί κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό σε συνεδρίαση κατά την οποία εκδόθηκε η αναβλητική απόφαση για κρείσσονες αποδείξεις μετά την βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ότι ήταν αδύνατη η εμφάνιση της εν λόγω μάρτυρα στο ακροατήριό του και παρά τη δηλωθείσα από τον συνήγορο που εκπροσωπούσε στην κατ' έφεση δίκη τον ήδη αναιρεσείοντα, αντίρρηση αναφορικά με την ανάγνωση της καταθέσεως αυτής της αγνώστου διαμονής άνω μάρτυρα, καθόσον η ανάγνωση αυτής της καταθέσεως της εν λόγω μάρτυρα είχε αναγνωσθεί και στην δίκη στον πρώτο βαθμό κατά την οποία είχε εκδοθεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία είχε καταδικασθεί ο ήδη αναιρεσείων και δεν παραβιάσθηκαν τα δικαιώματά του διότι μπορούσε ο δικηγόρος που είχε εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο στη δίκη στον πρώτο βαθμό κατά την οποία είχε εξετασθεί η μάρτυρας αυτή, να την εξετάσει και να ελέγξει και αμφισβητήσει την αξιοπιστία της σχολιάζοντας την κατάθεσή της, και έτσι δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου από το άρθρο 333 § 2 ΚΠΔ ή εκείνα από το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ και από το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί ελαττωμένης ικανότητός του προς καταλογισμό (άρθρο 36 § 1 ΠΚ) και επιβολή μειωμένης ποινής καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός όπως προβλήθηκε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά δεν ήταν σαφής και ορισμένος από το ότι δεν εξετέθησαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνεται διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών του κατηγορουμένου ή διατάραξη της συνειδήσεώς του για να είναι δυνατό να αναγνωρισθεί ότι είχε μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του και να μπορεί να συμμορφωθεί προς την περί αδίκου αντίληψη και δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει σε τέτοιο αόριστο ισχυρισμό, εκ περισσού δε διέλαβε σκέψη περί απόρριψής του ως αβασίμου.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία, Καταλογισμού μειωμένη ικανότητα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 787/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα περί αναιρέσεως της 41674/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1405/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ , η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα έξω από την έκθεση αναιρέσεως έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 του Κ.Π.Δ. την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του αϊτό το άρθρο 510 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ. λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολομ.ΑΠ 2/2002) Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 41674/2009 απόφασή του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 27-5-2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 7118/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως οχτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ για μη καταβολή εισφορών ΙΚΑ (αρθρ. 1 του ΑΝ 86/1967).
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η αιτιολογία που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της εφέσεως του ως ανυποστήρικτης, ήτοι ότι "Από τα αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών δικαστηρίων της Εισαγγελίας πρωτοδικών Αθηνών ...και ... με ημερ. Επίδοσης 29-4-2009 και 6-4-2009 βρίσκονται στη δικογραφία προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος και ο αντίκλητος δικηγόρος του κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως για να εμφανιστούν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξουν την έφεση που έχει ασκήσει κατά της 7118/07 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του Κ.Ποιν.Δικ., να απορριφθεί η έφεση του κατ/νου ως ανυποστήρικτη", δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλει το Σύνταγμα. Όμως ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που την καθιστά μη ειδική και εμπεριστατωμένη και έτσι ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος. Επίσης απαράδεκτοι και αόριστοι είναι και οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, που αφορούν σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού και πάλι δεν προσδιορίζονται οι ελλείψεις της αιτιολογίας.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη του ότι δεν παρατίθεται στην απόφαση το άρθρο του νόμου που προβλέπει την απόρριψη της εφέσεώς του ως ανυποστήρικτης. Όμως δεν αναφέρει ο αναιρεσείων το άρθρο που δεν παρατέθηκε στην απόφαση και δεν περιλαμβάνεται στα άρθρα που κατά τα άνω παρατέθηκαν και έτσι και ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος. Επίσης απαράδεκτος ως αόριστος είναι και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που αφορά σε υπέρβαση εξουσάις, γιατί δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη υπέρβαση. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη στο σύνολό της και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-9-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 41674/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέχρονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας των λόγων της.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 786/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μιχαλάκη, περί αναιρέσεως της 4271/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Οδοντιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1332/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να συμπληρωθεί το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να αναιρεθεί εν μέρει, να απαλειφθεί η σχετική για τοκοδοσία διάταξη και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον αυτουργό της πράξεως της πλαστογραφίας συνιστά επιβαρυντική περίπτωση της τελευταίας ενώ η χρήση από τρίτον συνιστά αυτοτελές έγκλημα τιμωρούμενο με την ποινή της πλαστογραφίας. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, αντικειμενικώς να καταστήσει ο δράστης προσιτό το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν μεταφέρει το έγγραφο στον κύκλο της κυριαρχίας του τρίτου και να δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, να έχει ο δράστης πλήρη εντελή γνώση (επίγνωση), ότι το χρησιμοποιούμενο από αυτόν έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο, και περαιτέρω επιδιώκει να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί του δόλου αιτιολογία, στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της (άμεσος δόλος) ή και ορισμένος επί πλέον (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στο έγκλημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στο σκοπό. Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 Π.Κ, όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ιδίου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού συνίσταται στην κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου δημοσίου ή ιδιωτικού, που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να διευκολύνει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος, σχετικά με τις παραπάνω βιοτικές ανάγκες χωρίς όμως να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Η διαφορά μεταξύ της διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ συνίσταται, αφ' ενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' έγγραφα, αλλά μόνον τα εις αυτό αναφερόμενα, αφ' ετέρου δε στον ειδικό σκοπό για τον οποίο το έγκλημα του άρθρου 217 ΠΚ, τελείται. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αντικείμενο της κατά το άρθρο 217 πλαστογραφίας δεν συνιστούν πάντα τα κατ' άρθρ. 13 παρ. 18 έγγραφα, αλλά μόνον πιστοποιητικά ή μαρτυρικά ή και έτερο έγγραφο στοιχείο συναφές, που να δύναται συνήθως να χρησιμοποιηθεί σαν τέτοιο. Ακόμη συνάγεται από τις άνω διατάξεις ότι ο συνδεόμενος με την τέλεση του αδικήματος του άρθρου 217 ΠΚ σκοπός του υπαιτίου πρέπει να αποβλέπει αποκλειστικώς στην άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο του δράστη ή κάποιου άλλου, χωρίς όμως η προσδοκώμενη από την πράξη η ωφέλεια ή η αντίστοιχη ζημία τρίτου να έχουν την σημασία, την οποία έχουν για την θεμελίωση της βασικής διατάξεως του άρθρου 216 Π.Κ. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία από την πλαστογραφία βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες αυτού σχέσεις ή το συμφέρον της δημοσίας υπηρεσίας ή αν, γενικότερα η πλαστογραφία γίνεται για άλλο σκοπό εκτός από τον υπό του άρθρου 217 αναφερόμενο, τότε και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα υπό του ιδίου άρθρου ως πιστοποιητικά ή μαρτυρικά, εφαρμοστέα τυγχάνει η βασική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 και όχι η ειδική διάταξη του άρθρου 217. περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 220 Π.Κ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 Κ.Πολ.Δ, έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή το έγγραφο, από μόνο του ή σε συσχετισμό με άλλο, να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομου σχέσεως δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο, εξαιτίας του οποίου παρεσύρθη ο υπάλληλος έστω και από αμέλεια ή ευπιστία στην παροχή της βεβαίωσης και γ) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη θέλησή του να προκαλέσει την αναληθή βεβαίωση και στην γνώση ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ως προς δε τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε' του Κ.Ποιν.Δ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμό 4271/2008 αποφάσεώς του σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε σε όλα τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος έχοντας στην κατοχή του στις 14.11.2002 και 29.11.2002, τα αναφερόμενα έγγραφα του Πανεπιστημίου Νεάπολής Ιταλίας Φεντερίκο ήτοι το υπ' αριθμ. ... πτυχίο Οδοντιατρικής, κατά το οποίο φερόταν ότι είχε περατώσει τις πτυχιακές εξετάσεις του Οδοντιατρικής και Οδοντικών προσθέσεων και την με αριθμ. πρωτ. ... αναλυτική κατάσταση βαθμολογίας του ιδίου Πανεπιστημίου, στην οποία γινόταν αναλυτική περιγραφή της βαθμολογίας του και βεβαιωνόταν ότι επιτυχώς επεράτωσε στις 16.10.2001 τις παραπάνω εξετάσεις και επί πλέον το υπ' αριθμ. πρωτ. .../15.2.2001 πιστοποιητικό του Κρατικού Γραφείου εξετάσεων του ιδίου Πανεπιστημίου, στο οποίο βεβαιωνόταν ότι αυτός πέρασε κατά τη δεύτερη εξεταστική περίοδο του 2001 στις κρατικές εξετάσεις για την ικανότητα ασκήσεως του επαγγέλματος του Οδοντιάτρου με βαθμολογία 061/070 καθώς και το από 27/3/2002 πιστοποιητικό του Τμήματος Επαγγελμάτων Υγείας Ανθρωπίνων Πόρων και Τεχνολογίας στην Υγεία και Υγειονομική Βοήθεια Αρμοδιότητας του Κράτους, στο οποίο εβεβαιώνετο ότι το δίπλωμα Οδοντιατρικής και Οδοντικών προσθέσεων που έλαβε αυτός και το δίπλωμα ασκήσεως του Επαγγέλματος του Οδοντιάτρου του ίδιου Πανεπιστημίου ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις εκπαίδευσης που προβλέπονται από το άρθρο 2 της οδηγίας 85-432 της ΕΟΚ της 16/9/1985 και ότι αντιστοιχούσαν στους τίτλους που αναφέρονται στο άρθρο 6 της οδηγίας 85-435 της ΕΟΚ της 16/9/1985, τα οποία (τέσσερα έγγραφα) ήταν πλαστά, καθόσον ουδέποτε είχαν εκδοθεί από το παραπάνω Πανεπιστήμιο, οι σφραγίδες και υπογραφές των διοικητικών υπαλλήλων, διευθυντών του άνω Πανεπιστημίου, που υπήρχαν επ' αυτών ουδέποτε είχαν τεθεί από τα αναφερόμενα σ' αυτά πρόσωπα, ο δε κατηγορούμενος δεν υπήρξε ποτέ φοιτητής του εν λόγω Πανεπιστημίου, ούτε συμμετείχε σε εξετάσεις αυτού, ώστε να του χορηγηθούν οι άνω βεβαιώσεις και τίτλοι σπουδών, όπως σαφώς προκύπτει από τα με αριθμ. πρωτ. .../7.11.2005 έγγραφο του άνω Πανεπιστημίου και την συστημένη αυτού επιστολή προς το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στη Νεάπολη Ιταλίας, χρησιμοποίησε (ο κατηγορούμενος) τα πλαστά αυτά έγγραφα, εν γνώσει της πλαστότητάς των, προσκομίζοντας τα μαζί με άλλα δικαιολογητικά στις 14.11.2002 στη διεύθυνση Δημοσίας Υγείας-Τμήμα Υπηρεσιών Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης και στις 29-11-2002 στον Οδοντιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να του χορηγηθεί η άδεια ασκήσεως Επαγγέλματος Οδοντιάτρου και για την εγγραφή του στο μητρώο του παραπάνω Συλλόγου αντίστοιχα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 18-11-2002, στις 26-2-2004 και στις 26-11-2002 επέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθούν αναληθώς σε δημόσια έγγραφα περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες και ειδικότερα υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Δημοσίας Υγείας - Τμήμα Υπηρεσιών Υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης αιτήσεις για τη χορήγηση, αντίστοιχα, αδείας ασκήσεως επαγγέλματος οδοντιάτρου και αδείας λειτουργίας οδοντιατρείου και προς τον Οδοντιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης αίτηση για την εγγραφή του στο μητρώο αυτού, προσκομίζοντας μεταξύ άλλων ως δικαιολογητικά τα αναφερόμενα παραπάνω τέσσερα πλαστά έγγραφα και έτσι με την εξαπάτηση αυτή εκδόθηκαν από τις άνω Υπηρεσίες στις 18/11/2002 η με αριθμό Γ1/... άδεια ασκήσεως οδοντιατρικού επαγγέλματος, στις 26/2/2004 η με αριθμ. πρωτ. ΔΥ/Γ1/.../03 κοινή (με του πατέρα του κατηγορουμένου) άδεια λειτουργίας οδοντιατρείου επί της οδού ... της ... και στις 29/11/2002 να επιτύχει την εγγραφή του στο μητρώο του Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, χωρίς να υπάρχουν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις. Ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, δεν αρνήθηκε τα πραγματικά περιστατικά των πράξεών του, επικαλέσθηκε όμως ότι (αναφορικά με το αδίκημα της χρήσεως πλαστών εγγράφων) σκοπός του ήταν να διευκολύνει την άμεση συντήρηση και την κοινωνική του πρόοδο και ζήτησε τη μεταβολή της άνω κατηγορίας από αυτή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2 Π.Κ σε εκείνη που προβλέπεται από τη διάταξη ου άρθρου 217 Π.Κ. Ωστόσο το Δικαστήριο κρίνει ότι ο άνω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος, γιατί ακόμη και αν η χρήση των επίδικων πλαστών εγγράφων αφορά τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 217 ΠΚ (πιστοποιητικά κλπ) εφαρμογή έχει η γενική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2 Π.Κ. αφού με την έκδοση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος ο κατηγορούμενος δεν αποσκοπούσε απλά στην κοινωνική του πρόοδο, αλλά στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων, βλάπτοντας συγχρόνως τρίτους, δεδομένου ότι μη έχοντας τις προϋποθέσεις και τα νόμιμα προσόντα για άσκηση επαγγέλματος οδοντιάτρου έθετε σε κίνδυνο την παροχή υπηρεσιών υγείας που προσέφερε στο κοινό ... Με βάση τα παραπάνω το Τριμελές Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο ήδη αναιρεσείων και για τις δύο πράξεις που του αποδίδονταν και αφού δέχθηκε τη συνδρομή υπέρ αυτού ελαφρυντικών περιστάσεων, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο τελέσεώς των έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλώς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του, τον κήρυξε ένοχο τόσο της πράξεως της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, όσο και της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα για μία τριετία. Με αυτές τις παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 2 και 220 Π.Κ που εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και στην παράθεση της δεύτερης από τις οποίες που δεν έχει παρατεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση προέρχεται αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος στο σημείο αυτό της παρούσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 514 α Κ.Ποιν.Δ. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 217 του ΠΚ (πλαστογραφία πιστοποιητικού) σε σχέση με την χρήση εκ μέρους του των άνω τεσσάρων πιστοποιητικών και ενόψει της προβλεπόμενης για την πράξη αυτήν ποινής που τιμωρεί και την χρήση τέτοιου εγγράφου εν γνώσει του ότι είναι πλαστό ή νοθευμένο με ποινή μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή και του χρόνου κατά τον οποίο φέρεται ότι έχει τελεσθεί η αποδιδόμενη σ' αυτόν πρώτη από τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε πριν από την 17-6-2005 όπου δημοσιεύθηκε και άρχισε να ισχύει ο ν. 3346/2005, να τύχει εφαρμογή το άρθρο 21 αυτού του νόμου για την εν λόγω αξιόποινη πράξη μη εμπίπτουσα στις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 αυτού και να παύσει υφ' όρο η εναντίον του ποινική δίωξη λόγω του χαρακτήρα της άνω πράξεως ως πλημμελήματος κατά του οποίου απειλείται από το νόμο φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή χρηματική ποινή, είναι απορριπτέες. Κατά τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση τα συγκεκριμένα πιστοποιητικά από το Πανεπιστήμιο Νεάπολης Ιταλίας Φεντερίκο για τους τίτλους σπουδών Οδοντιατρικής στο όνομα του αναιρεσείοντος και τα πιστοποιητικά από το Κρατικό Γραφείο Εξετάσεων του εν λόγω Πανεπιστημίου και από το Τμήμα Επαγγελμάτων Υγείας Ανθρωπίνων Πόρων και Τεχνολογίας στην Υγεία και Υγειονομική Βοήθεια Αρμοδιότητας του Κράτους για την επιτυχία του αναφερόμενου στις κρατικές εξετάσεις για την ικανότητα ασκήσεως του επαγγέλματος του οδοντιάτρου και για το ότι το δίπλωμα οδοντιατρικής και το δίπλωμα ασκήσεως του επαγγέλματος του οδοντιάτρου που φερόταν ότι έλαβε ο αναιρεσείων από το άνω Πανεπιστήμιο ανταποκρίνονταν και αντιστοιχούσαν στις διατάξεις των οδηγιών 85-432 και 85-435 της ΕΟΚ της 16/9/1985 χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων γνωρίζοντας ότι ήταν πλαστά. Με την προσκομιδή δε αυτών των πλαστών άνω εγγράφων στη Διεύθυνση Δημοσίας Υγείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης και στον Οδοντιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης σκόπευε ο αναιρεσείων να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της άνω δημόσιας υπηρεσίας και τα αρμόδια όργανα του Οδοντιατρικού Συλλόγου στη Θεσσαλονίκη και να επιτύχει να του χορηγηθεί άδεια ασκήσεως του Επαγγέλματος του Οδοντιάτρου και άδεια λειτουργίας οδοντιατρείου και στο όνομά του στη ... και, ακόμη, να επιτύχει εγγραφή του στα μητρώα του ανωτέρω συλλόγου ως οδοντιάτρου μέλους αυτού. Ο σκοπός, επομένως, του αναιρεσείοντος, υπό τα άνω γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέτεινε και στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων με την πρόκληση βλάβης σε τρίτους που θα απευθύνονταν για προβλήματα υγείας σ' αυτόν ως οδοντίατρο κατά παραπλάνηση των προφανώς, δεδομένου ότι ως μη έχων τις προϋποθέσεις και τα προσόντα που ορίζονταν από το νόμο για να ασκήσει αυτός το επάγγελμα του οδοντιάτρου έθεσε σε κίνδυνο την παροχή υπηρεσιών υγείας προς το κοινό. Ο σκοπός αυτός του ήδη αναιρεσείοντος έκειτο εκτός των διαγραφομένων από το άρθρο 217 ΠΚ πλαισίων της άμεσης συντηρήσεως, της κινήσεως και την κοινωνικής προόδου αυτού και λόγω της βλάβης που συνεπαγόταν για το κοινό στον τόπο παροχής παρανόμως των υπηρεσιών αυτών του αναιρεσείοντος ως οδοντιάτρου, ορθώς το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2 του ΠΚ και όχι εκείνη του άρθρου 217 του ίδιου Κώδικα όσον αφορά την χρήση των άνω πλαστών τίτλων σπουδών και πιστοποιητικών αφού από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χρήση του πλαστού γίνεται για άλλο σκοπό εκτός του διαλαμβανομένου στο άρθρο 217 ΠΚ τότε και αν ακόμη αφορά έγγραφα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό, εφαρμογή έχει η γενική διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ και όχι η εξαιρετική του άρθρου 217 του ιδίου Κώδικα. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε κατά τον οποίο εσφαλμένα ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ και απερρίφθη ο ισχυρισμός του ότι η αξιόποινη πράξη της χρήσεως των άνω πιστοποιητικών επρόκειτο για πράξη εμπίπτουσα στο άρθρο 217 ΠΚ ως εκ του σκοπού του για άμεση συντήρηση του ιδίου και της οικογένειάς του και ότι αυτή υπέκυψε στην υφ' όρο παραγραφή κατά το άρθρο 31 παρ. 1, 3 Ν. 3346/2005. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει την επιβαλλομένη κατά τα προαναφερθέντα αιτιολογία από το ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε το δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την μη μνημονευόμενη ειδικώς μεταξύ αυτών ανωμοτί στο ακροατήριο κατάθεση του εκπροσώπου του πολιτικώς ενάγοντος Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης για να καταλήξει στην άνω καταδικαστική κρίση του είναι απορριπτέες. Από τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από όσα αναφέρονται στην αρχή του σκεπτικού αυτής προκύπτει ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο δικαστήριό του, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που αναγνώσθηκαν. Από τα ανωτέρω και ιδίως από το περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται σαφώς και κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως μεταξύ των οποίων μαζί με τις καταθέσεις των λοιπών ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και την ενώπιον του ακροατηρίου του ανωμοτί κατάθεση του ..., εκπροσώπου του οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και ο οποίος με αυτήν την ιδιότητα του ως κατ' εξοχήν μάρτυρας κατηγορίας περιλαμβάνεται στους μνημονευομένους στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως μάρτυρες κατηγορίες, οι δε παραδοχές της αποφάσεως είναι σύμφωνες με τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του εξεταζόμενος στο Εφετείο ο άνω εκπρόσωπος του πολιτικώς ενάγοντος Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την παράλειψη αναφοράς ότι λήφθηκε υπόψη η ανωμοτί κατάθεση του εκπροσώπου του πολιτικώς ενάγοντος άνω νομικού προσώπου στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις των άρθρων 329.331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Ποιν.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., καθόσον κατά τον τρόπο αυτόν ο κατηγορούμενος αποστερείται της δυνατότητος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με αυτό το αποδεικτικό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου, τα στοιχεία του οποίου δεν συμπίπτουν πάντοτε με τον πλήρη τίτλο αυτού που ενδεχομένως περιλαμβάνει τον συντάκτη και της χρονολογίας του, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητος, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και δόθηκε συνεπώς στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να εκθέσει κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σε σχέση με το περιεχόμενο αυτού. Αν από τα αναφερόμενα στοιχεία δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου τότε υπάρχει η ίδια άνω απόλυτη ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του ήδη αναιρεσείοντος μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, από τον προεδρεύοντα, (κατά τα αναφερόμενα στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης) δεκαεννέα έγγραφα καθώς και στα προσκομισθέντα από το συνήγορο υπεράσπισης και τον πληρεξούσιο της πολιτικής αγωγής εννέα ακόμη έγγραφα. Τα έγγραφα αυτά όπως αναφέρονται στα άνω πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν: 1) Το υπ' αριθμ. πρωτ. .../8.11.2001 έγγραφο, 2) του υπ' αριθ. Πρωτ. .../15.2.2002 έγγραφο, 3) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../15.2.2002 έγγραφο, 4) πιστοποιητικό (27.3.2002), 5) του υπ' αριθμ. πρωτ. .../2002 έγγραφο, 6) το υπ' αρ. πρωτ. ΔΥ/Π/.../2003 έγγραφο, 7) το υπ' αρ. πρωτ. Οικ .../21.11.2002 έγγραφο, 8) Αίτηση (14.11.2002), 9) Συστημένη Επιστολή, 10) το υπ' αρ. πρωτ. .../2005, έγγραφο, 11) Τηλεγράφημα (9.1.2005, 12), Τηλεγράφημα (22.4.2005), 13) το υπ' αρ. .../13.9.2005 πιστοποιητικό, 14) το υπ' αρ. .../24.5.2005 έγγραφο, 15) Το υπ' αρ. .../3.4.2003 έγγραφο 16) Το υπ' αρ. .../2003/15.7.2003 έγγραφο 17) Αίτηση Χ, 18) Αίτηση ... (21.7.2004), 19) Το υπ' αρ. πρωτ. Υ7α/Γ.Π. ... (2205 έγγραφο), 20) Το υπ' αρ. πρωτ. .../29.9.2008 έγγραφο του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοικήσεως Β' Βαθμού της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας, 21) η από 11.9.2008 Προσφυγή του Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, 22) το υπ' αρ. πρωτ. Γ1/014/.../26.8.2002 έγγραφο της Διευθύνσεως Δημοσίας Υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, 23) Το υπ' αριθμ. πράξης .../23.7.2008 έγγραφο πράξη Προέδρου του διοικητικού Συμβουλίου του ΔΟΑΤΑΠ, 24) το υπ' αρ. Γ1/.../26.8.2008 έγγραφο (απόφαση) της Διεύθυνσης Δημοσίας Υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, 25) το υπ' αρ. πρωτ. .../12.9.2008 πιστοποιητικό του Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, 26) το υπ' αρ. πρωτ. .../6.10.2008 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ..., 27) η βεβαίωση Νομίμου Οδοντιάτρου του Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και 28) το DIPLOMA DELICENTA της ROMANIA (φωτοαντίγραφο). Με την αναφορά αυτή των εγγράφων αυτών, για το περιεχόμενο των έξι πρώτων από τα οποία γίνεται ειδικότερη μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως εφόσον δεν προκύπτει ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα που να έφεραν τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία με τα άνω αναγνωσθέντα αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους και συνεπώς γνώριζε ο κατηγορούμενος δια του εκπροσωπήσαντος αυτού στη δίκη στο δεύτερο βαθμό πληρεξουσίου του δικηγόρου το περιεχόμενό τους και είχε την δυνατότητα να προέλθει σε δηλώσεις εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε προς στήριξη της περί ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος κρίσεώς του έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητος να προβεί σε δηλώσεις εξηγήσεις και παρατηρήσεις όσον αφορά το περιεχόμενό τους είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 145 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ. Όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο το δικαστήριο που αποφαίνεται γι' αυτό, εφ' όσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωση εφόσον από αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση της αποφάσεως μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις και τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της, όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από αυτό που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες περί ενδίκων μέσων σαφώς συνάγεται ότι ως διόρθωση της αποφάσεως εννοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βουλήσεως του δικαστηρίου, με την αποβολή στοιχείων ξένων προς αυτών που παρεισέφρησαν στο κείμενό της ή με την παράθεση σ' αυτό στοιχείων αναγκαίων που παραλείφθησαν από αυτό, από παραδρομή ή από αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. εκτός από τους αναφερομένους στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου λόγους μπορούν να προταθούν σε ό,τι αφορά το πολιτικό μέρος της αποφάσεως και οι λόγοι αναιρέσεως οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία, μεταξύ των οποίων είναι και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε πλέον των αιτηθέντων. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση υπέρ του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης ποσο ευρώ χωρίς να καθορίσει στο διατακτικό της το ύψος του επιδικασθέντος ποσού. Επίσης επιδίκασε επί αυτού του ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως τον νόμιμο τόκο από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι την εξόφληση και σε δραχμές (χωρίς προσδιορισμό ποσού) τα έξοδα παραστάσεως και αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του πολιτικώς ενάγοντος για τη δίκη, πρωτοδίκως και εκείνη κατ' έφεση. Το ποσό των 45 ευρώ είχε επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση στον πολιτικώς ενάγοντα πρωτοδίκως όπως προκύπτει από την επισκόπηση τα πρακτικά της δίκης επι της οποίας εξεδόθη η 858/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το ποσό αυτό των 45 ευρώ ζήτησε να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ο πολιτικώς ενάγων Σύλλογος δια του εκπροσώπου του και στην κατ' έφεση δίκη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης στο σκεπτικό της ίδιας αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αναφορικά με τις απαιτήσεις πολιτικώς ενάγοντος γίνεται λόγος ότι η πολιτική αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή για το ποσό των 45 ευρώ, το οποίο κρίνει το δικαστήριο ότι είναι αναγκαίο προς την ηθική βλάβη που έχει υποστεί ο πολιτικώς ενάγων από τα αδικήματα για τα οποία δικαζόταν ο κατηγορούμενος. Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι το ποσό των 45 ευρώ ήταν εκείνο που επιδικαζόταν και από το Τριμελές Εφετείο ως χρηματική ικανοποίηση υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος και η παράλειψη μνείας του επιδικαζόμενου ποσού ως προς το ύψος του στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως οφειλόταν προφανώς σε παραδρομή. Η παράλειψη δε αυτή στο διατακτικό της αποφάσεως είναι από αυτές για τις οποίες είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση της αποφάσεως ως προς το σημείο αυτό, καθόσον δεν αλλοιώνονται ουσιωδώς τα όσα συνέβησαν στο δικαστήριο ούτε επέρχεται καμία δυσμενής συνέπεια για τον ήδη αναιρεσείοντα, ενώ επιτρέπεται η εκ μέρους του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου από το οποίο δεν απορρίπτεται απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά το άρθρο 145 παρ. 2 συμπλήρωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος σε 45 ευρώ. Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, περαιτέρω, ότι δεν υπεβλήθη από τον πολιτικώς ενάγοντα αίτημα για την επιδίκαση τόκων επί του ποσού που ζητήθηκε για χρηματική ικανοποίηση ούτε ζητήθηκε να επιδικασθούν έξοδα παραστάσεως και αμοιβή του δικηγόρου της πολιτικής αγωγής. Κατ' ακολουθίαν ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αναφέρεται στο ότι το δικαστήριο καθ' υπέρβαση της εξουσίας του με την πληττομένη απόφαση δέχθηκε την αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των ευρώ χωρίς προσδιορισμό του ύψους του επιδικαζομένου ποσού είναι απορριπτέος και πρέπει να διαταχθεί από το παρόν δικαστήριο η συμπλήρωση του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το ποσό της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως στον πολιτικώς ενάγοντα και να ορισθεί σε εκείνο των 45 ευρώ. Ως προς το έτερο σκέλος του ο από τα άρθρα 510 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ και 559 αριθμ. 9 Κ.Ποιν.Δικ. λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο υποχρέωσε τον ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει επί του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως νόμιμο τόκο από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι την εξόφληση και δραχμές άνευ ποσοτικού προσδιορισμού για έξοδα παραστάσεως και αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου για τη δίκη και στους δύο βαθμούς χωρίς να έχουν ζητηθεί είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει κατά τούτο να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να απαλειφθεί η σχετική διάταξή της με την προκειμένη απόφαση αφού δεν συντρέχει περίπτωση να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για νέα συζήτηση (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ) ενώ κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συμπληρώνει το διατακτικό της αποφάσεως 4271/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τη διάταξη με την οποία υποχρεώνει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με την αναγραφή ως ποσού αυτής, εκείνου των σαρανταπέντε (45) ευρώ.
Αναιρεί εν μέρει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την άνω 4271/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απαλείφει τη διάταξη της ιδίας αποφάσεως κατά το μέρος που επιδικάζεται στον άνω πολιτικώς ενάγοντα νόμιμος τόκος επί της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως των 45 ευρώ από σήμερα μέχρι της εξόφληση καθώς και δραχμές, για έξοδα παράστασης και αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια δίκη.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3.9.2009 δήλωση αίτηση του Χ για αναίρεση της άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου που κατεδίκασε σε δεύτερο βαθμό τον αναιρεσείοντα για α) χρήση πλαστών εγγράφων, β) υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Παράθεση από τον Άρειο Πάγο με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της επί της αναιρέσεως αποφάσεώς του της παραληφθείσης να παρατεθεί από το δικαστήριο της ουσίας διατάξεως του άρθρου 220 ΠΚ που εφαρμόσθηκε ως προς τη δεύτερη από τις αξιόποινες πράξεις κατ' άρθρο 514α ΚΠΔ. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ για εσφαλμένη από το δικαστήριο της ουσίας του άρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ, αντί του άρθρου 217 ΠΚ, καθόσον ορθώς το Εφετείο δέχθηκε ότι ήταν αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η εκ μέρους του χρήση των πλαστών εγγράφων συνιστούσε χρήση πιστοποιητικού στα πλαίσια συντήρησης, κίνησης και κοινωνικής ανέλιξής του και ότι ο πραγματικός σκοπός χρήσεως αυτών των πλαστών εγγράφων ήταν να παραπλανήσει τις δημόσιες υπηρεσίες και τον οδοντιατρικό σύλλογο να του χορηγηθεί άδεια ασκήσεως επαγγέλματος οδοντιάτρου και άδεια λειτουργίας οδοντιατρείου και εγγραφή του στα μητρώα οδοντιατρικού συλλόγου και συνεπαγόταν βλάβη για το κοινό στον τόπο παροχής αυτών των υπηρεσιών από τον αναιρεσείοντα που δεν είχε δίπλωμα οδοντιατρικής και δίπλωμα ασκήσεως του επαγγέλματος οδοντιάτρου. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ) της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και τη λήψη υπόψη της καταθέσεως του εκπροσώπου του πολιτικώς ενάγοντος οδοντιατρικού συλλόγου καθόσον από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο και ότι συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και την ανωμοτί κατάθεση στο ακροατήριό του εκπροσώπου του οδοντιατρικού συλλόγου που συμπεριλαμβάνεται στους μνημονευόμενους στα πρακτικά μάρτυρες κατηγορίας και οι παραδοχές της αποφάσεως είναι σύμφωνες με όσα ανέφερε εξεταζόμενος ο άνω εκπρόσωπος του οδοντιατρικού συλλόγου. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα, διότι προσδιορίζονταν επαρκώς η ταυτότητα των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, όπως αναφέρονταν στα πρακτικά, χωρίς να υπάρχουν άλλα έγγραφα στη δικογραφία με τον ίδιο τίτλο, αριθμό ή ημερομηνία, και δεν στερήθηκε ο κατηγορούμενος της δυνατότητός του να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις ή διασαφήσεις ως προς το περιεχόμενό τους. Διορθώνεται η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 145 παρ. 2 ΚΠΔ ως προς τη μη παράθεση στο διατακτικό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης 45 € που αναφερόταν στο σκεπτικό της ότι επιδικάζεται υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος καθόσον σε προφανή παραδρομή οφειλόταν η άνω παράλειψη. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 2 ΚΠΔ και 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ για το ότι χωρίς να έχει ζητηθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκαν οι νόμιμοι τόκοι επί του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως και χωρίς προσδιορισμό ποσού σε δραχμές αμοιβή και έξοδα παραστάσεως του δικηγόρου του πολιτικώς ενάγοντος και απαλείφεται η σχετική διάταξη από την προσβαλλομένη απόφαση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Αποφάσεως διόρθωση, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 785/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, για αναίρεση α)της 221/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και β)για συμπλήρωση των πρακτικών της προαναφερθείσης αποφάσεως .
Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά: α) την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, καθώς και στα από 14 Δεκεμβρίου 2009 και 10 Φεβρουαρίου 2010 δικόγραφα προσθέτων λόγων αναιρέσεως και β)την συμπλήρωση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες (αιτήσεις) καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1696/09.
Αφού άκουσε
Τον αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις μετά των πρόσθετων λόγων .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4733 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., ο οποίος να αφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα έξω από την έκθεση αναιρέσεως έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 του Κ.Π.Δ. την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § Ι στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολομ. ΑΠ 2/2002). Επίσης για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να προσδιορίζεται η παραβιασθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη καθώς και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 7-12-2009 αίτηση αναιρέσεως και τους από 22-12-2009 και 10-2-2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσβάλλει την υπ' αριθ. 221/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών για πλημμεληματική υπεξαίρεση. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κύριου δικογράφου ο αναιρεσείων προσβάλλει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (υπ' αριθ. 191/2008 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου), επικαλούμενος απόλυτη ακυρότητα και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, επειδή έπρεπε, όπως υποστηρίζει, παρά την απουσία του, αν αναβάλει αυτεπαγγέλτως τη δίκη λόγω της τότε αποχής των δικηγόρων, ώστε στην μετ' αναβολή δικάσιμο να ικανοποιήσει αυτός τους παθόντες και να τύχει εφαρμογής η διάταξη του 379 του ΠΚ και όχι να προχωρήσει στην εξέταση της υποθέσεως και στην καταδίκη του. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί με αυτόν βάλλεται η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, η οποία, προσβληθείσα στο σύνολό της με έφεση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος που έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση, καταργήθηκε, η δε απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά της οποίας επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (άρθρα 504 παρ. 1 ΚΠΔ), προσβάλλεται για τις δικές της μόνο παραλείψεις και πλημμέλειες. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης του κύριου δικογράφου, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο ως άνω Δικαστήριο παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 379, γιατί έπρεπε να μην προχωρήσει στην εξέταση της υποθέσεως και στην καταδίκη του, αλλά να αναβάλει αυτεπαγγέλτως τη συζήτηση και να διατάξει την κλήτευση των παθόντων ώστε στην μετ' αναβολή συζήτηση να ικανοποιήσει αυτός τους παθόντες και να εφαρμοστεί η προαναφερθείσα διάταξη. Και αυτός ο λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση, η οποία πλημμέλεια να συνιστά κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως. Επίσης και ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου, με τον οποίο αποδίδεται στο Δικαστήριο κατ' επίφαση έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου αλλά στην πραγματικότητα εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, επειδή πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως η κρινόμενη από 7-12-2009 αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και έτσι καθίστανται απαράδεκτοι και οι προαναφερθέντες πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως.
Συνεπώς πρέπει, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της (κυρίως δικόγραφο και πρόσθετοι λόγοι). Σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 3 του ΚΠΔ, αρμόδιος να διατάξει τη διόρθωση ή συμπλήρωση των πρακτικών συνεδριάσεως του δικαστηρίου είναι όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση και σε περίπτωση άρνησής του, το δικαστήριο που δίκασε, αποτελούμενο από τους ίδιους αν είναι δυνατό δικαστές.
Εν προκειμένω στους προαναφερθέντες από 22-12-2009 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, περιέχεται αίτημα του αναιρεσείοντος για συμπλήρωση των πρακτικών συνεδριάσεως του δευτεροβάθμιου ως άνω Δικαστηρίου, ώστε να περιληφθούν σ' αυτά παραλειφθείσες δηλώσεις και αιτήματα. Το αίτημα αυτό απαραδέκτως υποβάλλεται ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν και γιαυτό πρέπει να απορριφθεί. Τέλος πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-12-2009 αίτηση και τους από 14-12-2009 και 10-2-2010 πρόσθετους λόγους του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 221/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Απορρίπτει το από 14-12-2009 αίτημα του ανωτέρω, για συμπλήρωση των πρακτικών της προαναφερθείσης αποφάσεως. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν στην αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και επίσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και οι τυχόν ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, επειδή προϋποθέτουν παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Για τη διόρθωση ή συμπλήρωση των πρακτικών συνεδριάσεως του δικαστηρίου, αρμόδιος είναι ο διευθύνων τη συνεδρίαση και σε περίπτωση αρνήσεώς του, το δικαστήριο που δίκασε. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, καθώς και το υποβληθέν στον Άρειο Πάγο αίτημα για συμπλήρωση των πρακτικών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
|
Πρόσθετοι λόγοι
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πρόσθετοι λόγοι, Πρακτικά απόφασης.
| 0
|
Αριθμός 784/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα , για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...και προσωρινά ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χριστοδουλόπουλο, για αναίρεση της 1938/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης . Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 917/09
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, όταν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της. Ενόψει, όμως, της γενικής αρχής του δικαίου ότι κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην εξαιρετική, αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο ασκών το ένδικο μέσον οφείλει να αναφέρει στην περί αυτού έκθεση (δήλωση) το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή, τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1, 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε αδικαιολόγητα εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο το απορρίπτει ως απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ανώτερης βίας εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1938/2009 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, την υπ' αριθ. 150/28-12-2006 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.1041/5-12-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, η οποία απαγγέλθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος (εκπροσωπούμενου από συνήγορο) και με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. Για την απόρριψης της εφέσεως ως απαράδεκτης, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1041/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πολυγύρου Χαλκιδικής εκδόθηκε την 5-12-2006 ωσεί παρόντος του κατηγορουμένου, εκπροσωπουμένου από τον νόμιμο διορισμένο κατ' άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ συνήγορό του, δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αναστάσιο Δημητρόπουλο. Η προθεσμία εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, που θεωρείται ότι εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο (ΑΠ 896/2008, 855/2007, 339/2006) είναι δέκα ημερών και αρχίζει από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως δηλαδή της 5.12.2006. Η κρινόμενη όμως έφεση κατ' αυτής ασκήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2006 ήτοι μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας. Ο προβαλλόμενος στην έκθεση εφέσεως ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι συνέτρεξε περίπτωση ανώτερης βίας, ο οποίος δικαιολογεί το εκπρόθεσμο αυτής, συνιστάμενος στο ότι "ενώ έδωσε εγκαίρως στον ως άνω δικηγόρο την εξουσιοδότηση για ν' ασκήσει την έφεση κατά της αποφάσεως αυτής αυτός (δικηγόρος) υπέστη οξεία οσφυαλγία από 10.12.2006 έως 26.12.2006 και παρέμεινε εξ αιτίας αυτής κλινήρης κατά το διάστημα αυτό συνεπεία συστάσεως του θεράποντος γιατρού του, εξαιτίας δε της ασθενείας του αυτής δε μπόρεοε ν' ασκήσεις εμπροθέσμως την έφεση", αποδεικνύεται κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο κατ από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από αυτά που κατέθεσε ο συνήγορος του εκκαλούντος, αποδείχθηκαν τα εξής: Όπως προαναφέρθηκε ο εκκαλών εκπροσωπήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 5.12.2006, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, από το νόμιμα διορισμένο συνήγορο του Αναστάσιο Δημητρόπουλο, δικηγόρο θεσσαλονίκης. Στις 10.12.2006 ο συνήγορος του αυτός εξετάσθηκε από τον χειρούργο ορθοπεδικό γιατρό ... και βρέθηκε ότι πάσχει από οξεία οσφυαλγία με νευρολογικά ευρήματα αριστερά. Ο γιατρός συνέστησε στον ως άνω δικηγόρο του εκκαλούντος δεκαπενθήμερο κλινοστατισμό. Στις 12.12.2006 ο εκκαλών χορήγησε στον ως άνω δικηγόρο εξουσιοδότηση ν' ασκήσει έφεση κατά της εκκαλουμένης. Η εξουσιοδότηση αυτή διαβιβάσθηκε στον δικηγόρο Δημητρόπουλο από την αδελφή του εκκαλούντος, Χ2, Δικηγόρο Αθηνών, μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς, ύστερα από τηλεφωνική συνομιλία μαζί του, όπως η ίδια η αδελφή του εκκαλούντος που εξετάσθηκε ως μάρτυρας επιβεβαιώνει. Δηλαδή ο δικηγόρος του εκκαλούντος, δεν ασθένησε αιφνιδίως μετά τη χορήγηση προς αυτόν της εξουσιοδότησης για άσκηση εφέσεως, αλλά όταν χορηγήθηκε η εξουσιοδότηση ήδη ήταν ασθενής και γνώριζε ότι επί δεκατρείς ακόμη ημέρες σύμφωνα με τη σύσταση του γιατρού θα έπρεπε να παραμείνει κλινήρης, οπότε ήταν αδύνατον να ασκήσει ο ίδιος την έφεση εμπροθέσμως, εφόσον δε είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την αδελφή του εκκαλούντος, δικηγόρο και αυτή, η οποία και του απέστειλε την εξουσιοδότηση, όφειλε και μπορούσε να της γνωστοποιήσει το κώλυμα αυτό, ώστε να ασκήσει την έφεση η ίδια, που μπορούσε , όπως κατέθεσε εξεταζόμενη ως μάρτυρας, ακόμη και στο Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών όπου διέμενε ο εκκαλών, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι απέμεναν μόνο τρεις ημέρες μέχρι τη λήξη της προθεσμίας. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η κρινόμενη έφεση". Η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, γιατί αναφέρει τα στοιχεί που απαιτούνται για την κρίση περί του εκπροθέσμου της εφέσεως και αιτιολογεί την απόρριψη του προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα λόγου ανώτερης βίας εκ του οποίου αυτός επικαλείτο ότι έχασε την προθεσμία. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη από 2-6-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1938/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν στην αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και επίσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και οι τυχόν ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, επειδή προϋποθέτουν παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Για τη διόρθωση ή συμπλήρωση των πρακτικών συνεδριάσεως του δικαστηρίου, αρμόδιος είναι ο διευθύνων τη συνεδρίαση και σε περίπτωση αρνήσεώς του το δικαστήριο που δίκασε. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, καθώς και το υποβληθέν στον Άρειο Πάγο αίτημα για συμπλήρωση των πρακτικών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
|
Πρόσθετοι λόγοι
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πρόσθετοι λόγοι, Πρακτικά απόφασης.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 783/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων! 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρου Κωνσταντίνο Κοσμάτο και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μουζακιάρη περί αναιρέσεως της 550/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Νοεμβρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως και των από 26 Ιανουαρίου 2010 προσθέτων λόγων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1694/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ανωτέρω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση από 16-11-2009 αυτοτελείς δηλώσεις -αιτήσεις των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 για αναίρεση της 550/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν. Από τις διατάξεις των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 17 στοιχ. Β'του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005 και το άρθρο 4 του ν. 2172/1993, προκύπτει ότι προκειμένου και για το Εφετείο Λάρισας όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των 15 Εφετών και Εισαγγελέων, το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την προεδρία του εφέτη που κληρώθηκε και με τη συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα εφετών, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση ότι εκείνοι που μετέσχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου, είναι αυτοί που κληρώθηκαν, ούτε σε σχέση με τον προεδρεύοντα εφέτη, ότι κωλύεται ο πρόεδρος εφετών και οι αρχαιότεροι εφέτες. Επομένως ο από τα άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ. α'και 510 παρ. 1 στοιχ. Α'του Κ.Ποιν.Δ μοναδικός λόγος αναιρέσεως του παραδεκτώς ασκηθέντος από 27-1-2010 δικογράφου προσθέτων λόγων του εκ των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1, κατά τον οποίο η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1δ'και 5 παρ. 1 του ν. 1756/1988 διότι προήδρευσε όχι πρόεδρος εφετών αλλά εφέτης χωρίς να βεβαιώνεται στα πρακτικά της ότι δεν υπήρχαν, ή εκωλύοντο ή απουσίαζαν οι πρόεδροι εφετών και οι αρχαιότεροι της προεδρεύουσας εφέτη Χρυσούλας Χαλιαμούρδα εφέτες είναι νομικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο με το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, στην έννοια δε της κατοχής που εκφράζει εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση με ένα πράγμα περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικώς υποστάσεως της εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου ή αντίστοιχα στο βούλευμα του συμβουλίου και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, εκτός αν πρόκειται για έγκλημα πολύπρακτο ή εν στενή έννοια, οπότε η τοιαύτη αναφορά είναι επιβεβλημένη.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά διαφορετικά αν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της αποφάσεως δεν συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν υπάρχει έλλειψη της κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενης αιτιολογίας της αποφάσεως. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προσβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής, αρκεί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν κατά νόμο έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής των να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών που προβλήθηκαν αορίστως με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ αφού η παραδοχή της οδηγεί κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ'είδος αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι στο ...στις 14-3-2006 και ώρα 02.45, από κοινού ενεργούντες, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα με σκοπό να ιδιοποιηθούν αυτό παρανόμως. Πιο συγκεκριμένα αφού εισήλθαν από ανασφάλιστο παράθυρο εντός του πρατηρίου υγρών καυσίμων που βρίσκεται στο 9ο χιλιόμετρο της Ε.Ο..., όπου ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα ο εγκαλών Ψ1, αφαίρεσαν από συρτάρι του γραφείου το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ, με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα το εν λόγω ποσό που ανήκει στην κυριότητα του ανωτέρω παθόντα ενσωματώνοντάς το στην από κοινού περιουσία των. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ειδικότερα του ..., ο οποίος κατά τον ανωτέρω χρόνον εργαζόταν ως υπάλληλος στο πρατήριο υγρών καυσίμων του παθόντος και κατέθεσε κατηγορηματικά ότι οι κατηγορούμενοι είναι δράστες της κλοπής. Με αυτές τις παραδοχές και αφού ακόμη δέχθηκε ότι προέκυψε πως οι κατηγορούμενοι έως το χρόνο τέλεσης της ανωτέρω πράξεως έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, το δικαστήριο κήρυξε τους ήδη αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους ενόχους για την πράξη της κλοπής από κοινού με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου από το άρθρο 84 παρ. 2 α Π.Κ και τους κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών τον καθένα, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το προαναφερόμενο έγκλημα την από τις παραπάνω διατάξεις επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 45,372 παρ. 1α ΠΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή κατ' άλλον τρόπο. Τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζει τη κρίση του το Τριμελές Εφετείο Λάρισας για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ενόχους και κατεδίκασε τους ήδη αναιρεσείοντες, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, όπως αναφέρει στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αυτής "από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης με τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τη συζήτηση γενικά της υποθέσεως". Από την κατά τον τρόπο αυτό μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως των αποδεικτικών μέσων στα οποία στήριξε την άνω κρίση του το δικαστήριο της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη τα αναφερόμενα στα πρακτικά της δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα και όχι μόνον τα έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί κατά τη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθόσον στη τελευταία περίπτωση θα είχε διατυπωθεί διαφορετικά η σχετική περικοπή του σκεπτικού. Επομένως είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του εκ των αναιρεσειόντων Χ1 ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη προς συνεκτίμηση τα αναφερόμενα στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ως αναγνωσθέντα έντεκα έγγραφα που προσεκόμισαν οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων και ότι εκ του λόγου τούτου στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της επιβαλλόμενης κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο που την εξέδωσε. Συνακόλουθα κρίνονται αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν και οι συναφείς αιτιάσεις του ετέρου των αναιρεσειόντων Χ2 ότι δεν γίνεται μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση για δυο από τα αναφερόμενα στα πρακτικά της δίκης ότι αναγνώσθησαν έγγραφα και συγκεκριμένα α) του από 21-3-2006 εγγράφουμε την εξέταση των ληφθέντων αποτυπωμάτων στο πρατήριο υγρών καυσίμων του Ψ1 στο 9ο χιλιόμετρο της Ε.Ο ... που διαπιστώθηκε δακτυλοτυπικά ότι είναι ανόμοια με τα αποτυπώματα του παθόντα καθώς και των συλληφθέντων από το Α.Τ ... ως δραστών ήδη αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και β) του από 21-3-2006 εγγράφου εργαστηριακής επεξεργασίας του βίντεο κλειστού κυκλώματος με το οποίο καθίστατο γνωστό ότι στην επεξεργασθείσα βιντεοκασέτα για την 14-3-2006 ώρα 02.08 έως 02.37 δεν υπάρχει βιντεοληπτικό υλικό για φωτογράφηση και εν συνεχεία σύγκριση. Απορριπτέος είναι και ο έτερος ισχυρισμός που προβλήθηκε από καθένα από τους αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από το λόγο ότι το στο σκεπτικό της αποφάσεως αντιγράφεται το κατηγορητήριο και επαναλαμβάνεται το διατακτικό της. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό της άνω αποφάσεως δεν καθιστά αυτήν ανεπαρκή όσον αφορά την αιτιολογία της καθόσον περιλαμβάνονται στο συγκεκριμένο διατακτικό εκτός από τα τυπικά στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι ήδη αναιρεσείοντες με σαφήνεια και πληρότητα που καλύπτει την απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά περαιτέρω, την συμμετοχή των ήδη αναιρεσειόντων στην άνω αξιόποινη πράξη ως συναυτουργών αναφέρεται με πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνέπραξαν στην εκτέλεση της κλοπής δηλαδή ότι πραγμάτωσαν αμφότεροι την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συγχρόνως με την αφαίρεση από συρτάρι του γραφείου, μετά την είσοδο τους στο πρατήριο που εκμεταλλευόταν ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων στο 9ο χιλιόμετρο της Ε.Ο ..., του αναφερόμενου χρηματικού ποσού με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα το εν λόγω ποσό που ανήκε στην κυριότητα του ανωτέρω παθόντος και με την ενσωμάτωση αυτού στην κοινή περιουσία των. Από αυτές τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι συνέπραξαν στην εκτέλεση του άνω εγκλήματος με τη θέληση πραγμάτωσης της αντικειμενικής υποστάσεως της κλοπής γνωρίζοντας ο καθένας από αυτούς ότι ο συμμέτοχος συγκατηγορούμενος του έπραττε με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος και δεν απαιτείτο η εξειδίκευση και αναφορά των επιμέρους συγκεκριμένων ενεργειών κάθε δράστη ούτε ως προς την αφαίρεση των χρημάτων από την κατοχή του παθόντος ούτε ως προς την ενσωμάτωση των παραπάνω χρημάτων στην περιουσία καθενός από αυτούς. Επομένως είναι απορριπτέοι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη αιτιολογία αναφορικά με την παραδοχή της από κοινού τέλεσης της κλοπής εκ μέρους αυτών. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. ε'ΠΚ θεωρείται ως ελαφρυντική περίσταση εκτός των λοιπών αναφερόμενων στα προηγούμενα εδάφια αυτής και το ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως από το εδάφιο ε του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαίτιου, διότι τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική στάση του και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εκ του αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1, με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσε ο συνήγορος υπερασπίσεως του εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του εκτός από την ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2 α Π.Κ, που όπως προαναφέρθηκε έγινε δεκτός από το δικάσαν Εφετείο ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο αμφότερων των καταδικασθέντων κατηγορουμένων, και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. ε και σχετικά με το άνω ελαφρυντικό εξέθεσε τα παρακάτω "Από τα αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα που προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν), αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετά την πράξη του δεν τέλεσε νέα αδικήματα, αντίθετα συνεχίζει να εργάζεται και με τα χρήματα που κερδίζει από αυτήν συντηρεί την οικογένειά του. Τα παραπάνω συνηγορούν στο ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει και θα πρέπει να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ότι δηλαδή συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του δεδομένου ότι ο χρόνος τελέσεως είναι ο Μάρτιος του έτους 2006". Όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως υπέρ του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ελαφρυντικού από το άρθρο 84 παρ. 2 ε ΠΚ. το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο τον απέρριψε σιωπηρώς χωρίς να διαλάβει ουδεμία αιτιολογία για την αρνητική ως προς την αναγνώριση αυτού του ελαφρυντικού κρίση του, παρά το ότι κατά την προβολή του από τον συνήγορο του άνω κατηγορουμένου αναφέρθηκαν τα πραγματικά περιστατικά καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνον μετά την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως του ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κρατήθηκε μετά τη σύλληψη του για την άνω πράξη πέραν της μιας ημέρας, που αφαιρέθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση από την ποινή που του επιβλήθηκε. Έτσι στέρησε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αυτή από την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1. Επομένως είναι βάσιμες οι αιτιάσεις και ο λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ1 κατά το μέρος που αποδίδεται η άνω πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του. Σε περίπτωση που συντρέχουν στο πρόσωπο του κηρυχθέντος ενόχου κατηγορούμενου περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 85 ΠΚ η μείωση της ποινής λαμβάνει χώρα μια φορά, το δικαστήριο όμως προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνει υπ' όψη του στα όρια της ελαττωμένης ποινής το γεγονός της συνδρομής τυχόν περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων εφόσον από το δικαστήριο της ουσίας που έχει αναγνωρίσει υπέρ του κατηγορουμένου έτερη ελαφρυντική περίσταση, δεν επιββλήθηκε το ελάχιστο της ποινής κατά το άρθρο 83 ΠΚ.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει μόνο όσον αφορά την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού από το άρθρο 84 παρ. 1 ε ΠΚ του άνω αναιρεσείοντος και αναγκαίως ως προς την περί ποινής διάταξη προκειμένου να κριθεί να συντρέχει στο πρόσωπο του εν λόγω αναιρεσείοντος η από τη διάταξη αυτή ελαφρυντική περίσταση και σε καταφατική περίπτωση να συνεκτιμηθεί και αυτή κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα του επιβληθεί και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1 στο ίδιο άνω δικαστήριο του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δικάσαν προηγουμένως. Κατά τα λοιπά η ίδια αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1 με τον πρόσθετο λόγο αυτής και η αίτηση αναιρέσεως του έτερου των αναιρεσειόντων Χ2 πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν σε βάρος του τελευταίου τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ) και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 550/2009 απόφαση του Τριμελούς εφετείου Λάρισας μόνον κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1, όσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος αυτού για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και ως προς τη διάταξη περί της επιβληθείσης σε αυτόν ποινής.
Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 16-11-2009 αίτηση του Χ1 όπως διαμορφώθηκε με τον από 27-1-2010 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της άνω αποφάσεως και την από 16-11-2009 αίτηση του Χ2 για αναίρεση της ίδιας άνω 550/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Χ2 τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και τη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, που ανέχρεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως από κατηγορούμενους που καταδικάσθηκαν για κλοπή από κοινού με απόφαση κατ' έφεση δικάζοντος Τριμελούς Εφετείου. Απορρίπτονται οι λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ), καθόσον δεν αναγνώσθηκαν μόνον τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ότι αναγνώσθηκαν, αλλά προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο στήριξε την κρίση του και στα αναφερόμενα στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα και στα λοιπά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και έτσι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα που προσεκόμισαν οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων στην κατ' έφεση δίκη μεταξύ των οποίων και το έγγραφο ληφθέντων αποτυπωμάτων όπως και το έγγραφο επεξεργασίας βίντεο κλειστού κυκλώματος του πρατηρίου καυσίμων, στο οποίο έγινε η κλοπή. Δεν είναι ανεπαρκής η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως από το ότι επαναλαμβάνεται στο σκεπτικό το κατηγορητήριο που επαναλαμβάνεται στο διατακτικό διότι περιέχονται στο διατακτικό πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη και δεν χρειαζόταν διαφοροποίηση στην διατύπωση και ως προς τη δράση των αναιρεσειόντων ως συναυτουργών αναφέρεται στην απόφαση ότι συνέπραξαν πραγματώνοντας αμφότεροι την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα το χρηματικό ποσό που ανήκε στον παθόντα και με την ενσωμάτωσή του στην κοινή των περιουσία και έτσι γνώριζαν καθένας των αναιρεσειόντων ότι ο συμμέτοχος συγκατηγορούμενος του έπραττε με τον ίδιο δόλο. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως του πρώτου των αναιρεσειόντων για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού που προέβαλε για την υπέρ αυτού αναγνώριση ελαφρυντικού από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. ε΄ ΠΚ, που ενώ είχε προβληθεί ορισμένως απερρίφθη σιγή από το δικαστήριο της ουσίας και αναγκαίως αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση για τον ίδιο αναιρεσείοντα και ως προς την επιβληθείσα ποινή για να συνεκτιμηθεί σε περίπτωση αναγνωρίσεως και αυτού του ελαφρυντικού κατά την επιμέτρηση της και αυτή η ελαφρυντική περίσταση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Κλοπή, Συναυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 781/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου, περί αναιρέσεως της 33066/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1253/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως και έχει γνωστή διαμονή στην Ελλάδα, η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε η εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ.2 του ΚΠΔ, ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύεται ο επικαλούμενος λόγος. Αν δεν το πράξει ή αν τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αποδεικνύονται ικανά να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, αυτό απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προβαλλόμενης απόφασης στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απούντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα.(Ολομ.ΑΠ 4/1995 και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ανώτερης βίας εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.3306/2009 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, την υπ'αριθ.11134/11-9-2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.136206/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών και χρηματική ποινή εννιακοσίων (900) ευρώ, για μη καταβολή εισφορών ΤΕΒΕ. Στη σχετική δήλωση ασκήσεως της εφέσεως, ο εκκαλών ανέφερε ότι "την έφεση ασκεί εκπροθέσμως διότι δεν είχε λάβει γνώση της απόφασης λόγω απουσίας του εκτός Αθηνών". Για την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, το Δικαστήριο διέλαβε στην ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του την ακόλουθη αιτιολογία : "Στην προκειμένη περίπτωση, η υπ'αριθ.136206/2005 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών εκδόθηκε την 1-11-2005 με απόντα τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν γνωστής διαμονής, και συνεπώς ο τελευταίος έπρεπε να ασκήσει το ένδικο μέσο της εφέσεως μέσα σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της ως άνω απόφασης, η οποία (κοινοποίηση) έλαβε χώρα την 30-6-2007. Όπως προκύπτει από το από 30-6-2007 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα στο Α.Τ. ..., ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην κατοικία του επί της οδού ..., και η εκκαλουμένη ερήμην καταδικαστική απόφαση θυροκολλήθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ.2 του ΚΠΔ. Ο κατηγορούμενος διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση της ως άνω ερήμην καταδικαστικής απόφασης, για το λόγο ότι κατά τον χρόνο της κοινοποίησής της απουσίαζε εκτός Αθηνών, χωρίς, ωστόσο, να επικαλείται και να προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, προς απόδειξη της βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού του. Εξάλλου, όπως προκύπτει και από το από 5-10-2005 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Αθηνών, ..., η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος για να εμφανισθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγινε, επίσης, με θυροκόλληση στην ίδια ως άνω διεύθυνση κατοικίας του. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ένδικη υπόθεση που εκκρεμούσε σε βάρος του, ωστόσο δεν επέδειξε ενδιαφέρον για την έκβασή της. Εφόσον, λοιπόν, η εκκαλούμενη 136206/2005 απόφαση νομίμως επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 30-6-2007, η ασκηθείσα στις 11-9-2007 έφεσή του κατά της εν λόγω απόφασης είναι απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη, γιατί διαλαμβάνει τα στοιχεία που απαιτούνται για την κρίση περί του εκπροθέσμου της εφέσεως εκ περισσού δε αιτιολογεί και την απόρριψη του προβληθέντος λόγου της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, αφού αυτός, όπως ανωτέρω προβλήθηκε δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας. Επίσης αναφέρει ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε από τον Αρχιφύλακα του Α.Τ...., με θυροκόλληση κατά το άρθρο 155 παρ.2 του ΚΠΔ, δεν είναι δε απαραίτητο για την αιτιολογία της απόφασης να αναφέρονται και τα πρόσωπα που διαλαμβάνει το άρθρο 155 παρ.2, ούτε είναι απαραίτητο να αναφέρεται ότι η επίδοση από τον Αρχιφύλακα έγινε επειδή δεν υπήρχαν ποινικοί ή δικαστικοί επιμελητές, αφού στην παραγγέλουσα την επίδοση Αρχή εναπόκειται η επιλογή του οργάνου που θα επιδώσει την απόφαση , καθώς και η κρίση για το αν κατά το χρόνο της παραγγελίας υπάρχει έλλειψη ή κώλυμα ποινικού ή δικαστικού επιμελητή. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμές, ενώ η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί γιατί δεν έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη του την επελθούσα παραγραφή του αξιοποίνου της πράξεως, είναι απαράδεκτη, γιατί προϋπόθεση εφαρμογής των σχετικών διατάξεων των άρθρων 501 παρ.3 και 370 εδαφ.β'του ΚΠΔ, είναι να έχει ασκηθεί η έφεση νομίμως και εμπροθέσμως, προϋπόθεση η οποία δεν συντέχει εν προκειμένω.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ'αριθ.33066/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών .
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει η απόφαση για να είναι αιτιολογημένη. Η συνδρομή λόγου ανώτερης βίας πρέπει να περιέχεται στη δήλωση ασκήσεως της εφέσεως καθώς και τα περιστατικά που τον αποδεικνύουν. Η επιλογή του οργάνου επιδόσεως της αποφάσεως, καθώς και η κρίση για το αν υπάρχει κατά το χρόνο της παραγγελίας έλλειψη ή κώλυμα ποινικού ή δικαστικού επιμελητή, εναπόκειται στην παραγγέλουσα την επίδοση Αρχή. Για την αυτεπάγγελτη εξέταση της παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως και εν απουσία του εκκαλούντος, πρέπει η έφεση να έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 780/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξάκο, περί αναιρέσεως της 39437/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1143/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990/ όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 παρ, 1 του Ν. 2523/1997 και ίσχυε πριν τη νέα αντικατάσταση του με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 "η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως" κατά τις διακρίσεις των εδαφίων α', β' και γ' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου χρέους και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Ειδικά στο εδάφιο γ' προβλέπεται ότι η ανωτέρω παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εφόσον το ποσόν της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4,500.000) δρχ., όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένους αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) Η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαίως με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Αν δεν αναφέρονται στην απόφαση όλα τα παραπάνω στοιχεία, ιδρύεται λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ . Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993, "1. Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ... την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος ... ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση ... και με χρηματική ποινή ...", ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979, "2. ... Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υπόχρεου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων". Εξ άλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/ 1990. "1. Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά...", ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου , "2. Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκατασταθείς στις ανωτέρω εκτάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά κατόπιν αποφάσεως του οικείου νομάρχη από την τεχνική υπηρεσία της νομαρχίας με την συνδρομή της δασικής υπηρεσίας". Κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/ 1993, "3. Η απόφαση περί κατεδαφισεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο (2) τουλάχιστον εργασίμων ημερών, του φερομένου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Κατά της αποφάσεως του νομάρχη περί κατεδαφισεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου, εντός πέντε (5)ημερών από την κοινοποίηση της στον προσφεύγοντα ή από την τοιχοκόλληση της στο κτίσμα ... Η προσφυγή συζητείται υποχρεωτικά εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της και η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση εντός εβδομήντα πέντε (75) ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Η απόφαση κοινοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της στους διαδίκους, στον οικείο δασάρχη και στον Υπουργό Οικονομικών, εφαρμοζομένου αναλόγως και για την κοινοποίηση αυτήν του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Οι επί της ... προσφυγής αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα ...", ενώ, κατά την παρ. 6 του αυτού άρθρου, "6. Οι προηγούμενες παράγραφοι 2 έως και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για περιπτώσεις κατεδάφισης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 998/1979". Τέλος, κατά την αρχικώς μνημονευθείσα παρ. 5 του άρθρου αυτού, όπως ισχύει, "5.Από της κλητεϋσεως και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη, από τα οποία το πρώτο εκδίδεται και κοινοποιείται εφαρμοζόμενης αναλόγως και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στο δασάρχη της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 3. Της υποχρεώσεως αυτής απαλλάσσονται οι παραπάνω, προκειμένου περί οικοδομών, κτισμάτων ή εγκαταστάσεων εντός των δημόσιων δασών ή εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτά παραδοθούν οικειοθελώς στο Δημόσιο προς κατεδάφιση με τη σύνταξη από το δασάρχη πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής. Κατά των πρωτοκόλλων επιβολής αποζημιώσεως, τα οποία εκδίδονται ανά τρίμηνο μέχρι την κατεδάφιση ή την ως άνω οικειοθελή παράδοση, χωρεί προσφυγή εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση τους, ενώπιον του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου. Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι προσφυγής κατά το μέρος που καλύπτονται από την απόφαση επί της προσφυγής κατά της πράξεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως, ως και εκείνοι που δεν αποδεικνύονται αμέσως. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Τα ποσά των αποζημιώσεων που καθίστανται οριστικά, είτε γιατί δεν ασκήθηκε προσφυγή, είτε γιατί η ασκηθείσα απορρίφθηκε εν όλω ή εν μέρει, βεβαιώνονται στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. .εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974) και αποδίδονται ως έσοδο στο Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Το ύψος της αποζημιώσεως ανά τετραγωνικό μέτρο κτίσματος και ανά ημέρα διατηρήσεως αυτού ορίζεται σε διακόσιες (200) δραχμές. ...Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ευθέως ή αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας". Η κατά την τελευταία αυτή διάταξη "ειδική αποζημίωση" αποτελεί, κατ* ουσία, διοικητική κύρωση επιβαλλόμενη για την ανέγερση και διατήρηση αυθαίρετης κατασκευής εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως και όχι αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση αλλότριας δασικής εκτάσεως, αφού μάλιστα μπορεί να επιβάλλεται και σε βάρος του ιδιοκτήτη αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.39437/2009 απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα :" Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τα όσα εξέθεσε ο πληρ.δικηγόρος του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι σε βάρος του κατηγορούμενου βεβαιώθηκαν διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, τα οποία με τις πρόσθετες επιβαρύνσεις τους ανέρχονται σε 188.034,66 ευρώ και τα οποία αναλυτικά προσδιορίζονται κατά ποσό, είδος, χρόνο βεβαίωσης κ.λπ. στον κατωτέρω επισυναπτόμενο πίνακα της ΔΟΥ ...και τα οποία κατέστησαν απαιτητά μετά δίμηνο από τότε που είχε οριστεί η εφάπαξ καταβολή τους και τα οποία ο κατηγορούμενος δεν έχει εξοφλήσει. Ειδικότερα (Ακολουθούν έξη (6) πίνακες χρεών που περιέχουν είκοσι δύο (22) μερικότερα χρέη συνολικού ύψους 188.034,66 ευρώ, τα οποία χρέη βεβαιώθηκαν, το πρώτο την 14-6-2000, το δεύτερο την 21-5-2002 και τα υπόλοιπα την 27-6-2003 και τα οποία έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ, το πρώτο την 31-7-2000, το δεύτερο την 28-6-2002 και τα υπόλοιπα την 31-7-2003)......Προβάλλεται δε ότι τα επίδικα πρωτόκολλα ερείδονται επί νόμου αντικειμένου στο Σύνταγμα. Προβάλλεται ειδικότερα ότι η διάταξη του άρθρου 114 παρ.5 του Ν.1892/1990 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 και 117 παρ.3 του Συντάγματος κατά το μέρος της με το οποίο δεν επιβάλλει αποκλειστικά στην διοίκηση την υποχρέωση να προβεί με δικά της μέσα στην άμεση κατεδάφιση της κριθείσης ως αυθαιρέτως ανεγερθείσης εντός δάσους κατασκευής αλλ' επιρρίπτει το βάρος αυτό στον ίδιο τον ιδιώτη με την απειλή σοβαρών χρηματικών συνεπειών, με συνέπεια, παρά τους ορισμούς του Συντάγματος, να καθυστερεί η κατεδάφιση. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι το Σύνταγμα, θεσπίζοντας την υποχρέωση του Κράτους να προστατεύει τα δάση και τις δασικές εκτάσεις από την αυθαίρετη αλλαγή χρήσεως τους και να απομακρύνει κάθε κατασκευή που αποκλείει ή περιορίζει την κατά προορισμό χρήση τους, ουδόλως αποκλείει την καθιέρωση νομοθετικού συστήματος προστασίας του δάσους που επιβάλλει, παραλλήλως προς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Κράτους, την υποχρέωση αποκαταστάσεως του δάσους στον προκαλέσαντα την βλάβη σ' αυτό ιδιώτη επ' απειλή διοικητικών ή άλλων εις βάρος του κυρώσεων(βλ ΣτΕ 1785/2001,3879/2004 ΝΟΜΟΣ).Εξάλλου, κατά το σύστημα των παρ. 3 και 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, ο αυθαιρέτως εγκαταστήσας κατασκευή εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως δύναται να προβεί στην καθαίρεση της και την αποκατάσταση του δάσους ,και με τον τρόπο αυτό δύναται να αποτρέψει με δικές του ενέργειες την καταβολή της ειδικής αποζημιώσεως .Περαιτέρω απορριπτέος είναι επίσης και ο άλλος ισχυρισμός του κατηγορουμένου ,σύμφωνα με τον οποίο οι πράξεις του Δασάρχη (πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης ) είναι ακυρωτέες και για το λόγο ότι τα σχετικά πρωτόκολλα δεν εκδόθηκαν για κάθε τρίμηνο όπως τούτο ορίζεται κατά το άρθρο 114 του ν.1882/1990 αλλά για μεγαλύτερα διαστήματα. Και τούτο διότι όπως προεκτέθηκε εφόσον πρόκειται για διοικητική διαφορά , ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να προσβάλλε ι. ασκώντας προσφυγή ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων, τα επίδικα πρωτόκολλα και να επιδιώξει την ακύρωση τους και ως εκ τούτου να εξαλειφθεί το χρέος του .Εφόσον αυτό δεν συμβεί το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό η δε μη καταβολή του επάγεται τις κυρώσεις του νόμου (ΑΠ 842/2006 ΠοινΔικ 2006,1228).Περαιτέρω, από την εκτίμηση των ίδιων ως άνω αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι το υπο οτοιχ.1 χρέος,ποσού 12.410,03 ευρω ,το οποίο δεν εξοφλήθηκε μετά διάστημα δύο μηνών ,απο τότε που είχε ορισθεί η καταβολή του ( 31/7/2000)έχει παρέλθει ήδη δετία και ως εκ τούτου έχει παραγραφεί( 111,112,113ΠΚ). Πρέπει συνεπώς ως προς το χρέος αυτό να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο .....διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως το Δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του, αφενός έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για χρέος ύψους 12.410,03 ευρώ και αφετέρου κήρυξε αυτόν ένοχο για χρέη συνολικού ποσού 175.624,83 ευρώ και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκαπέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επι τριετίαν.
Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 του Ν.1882/1990 και 114 του Ν.1892/1990, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει την Αρχή η οποία βεβαίωσε το χρέος, το χρόνο της βεβαίωσης, το ύψος αυτού, τον τρόπο πληρωμής του, το χρόνο καταβολής του και τη μη καταβολή του πέραν των δύο μηνών από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής, αλλά και μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως, σαφώς δε προκύπτει ότι καταδικάστηκε μόνο για το ποσό των 175.624,83 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο βεβαιωθέν ποσό έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη και έτσι δεν υπάρχει ασάφεια ως προς το ποσό για το οποίο καταδικάστηκε. Επίσης αναφέρει ότι το χρέος αυτό προέρχεται από πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης για την ανέγερση και διατήρηση αυθαίρετης κατασκευής εντός δασικής εκτάσεως. Τέλος αιτιολόγησε και την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 114 του Ν.1892/1990 και περί ακυρότητας της βεβαιώσεως των χρεών , επειδή τα πρωτόκολλα εκδόθηκαν για μεγαλύτερα του τριμήνου χρονικά διαστήματα. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Επίσης και η αιτίαση ότι υπάρχει ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, συνιστάμενη στο ότι αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως ενώ τέτοιοι μάρτυρες δεν εξετάσθηκαν, είναι αβάσιμη, γιατί από τα πρακτικά προκύπτει σαφώς ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τέτοιες καταθέσεις, αφού δεν υπήρχαν, απλώς από παραδρομή δεν διαγράφτηκε στο έντυπο μέρος του αιτιολογικού η ένδειξη που αφορούσε σε μάρτυρες υπερασπίσεως.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ.59/2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθ.39437/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (Ν. 1882/1990) - Στοιχεία του εγκλήματος. Τέτοιο χρέος αποτελεί και η επιβαλλόμενη με πρωτόκολλα του αρμόδιου δασάρχη ειδική αποζημίωση του άρθρου 114 του Ν.1892/1990 για ανέγερση και διατήρηση κτίσματος ενός δασικής εκτάσεως. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου και απόρριψη ισχυρισμών του για αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 114 Ν. 1892/1990 και για ακυρότητα της βεβαιώσεως των χρεών. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 791/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαζανά, περί αναιρέσεως της 148/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 377/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του Π.Κ., αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 § 2 του ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 1α του ν. 2168/1993, όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα ή χημικές ουσίες ή ακείνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο, χειροβομβίδα ή νάρκη κάθε τύπου, κατά δε το άρθρο 10 § 3 και 13α του ίδιου νόμου τιμωρείται με την στην άνω διάταξη προβλεπόμενη ποινή, όποιος φέρει όπλο (οπλοφορία) χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 148/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για επικίνδυνη σωματική βλάβη και παράνομη οπλοφορία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Στην ... στις 27-4-2002 η παθούσα Ζ συνοδευόμενη από το φίλο της Κ, μετέβη με το αυτοκίνητό της στην άνω περιοχή, προκειμένου να συναντήσει τον κατηγορούμενο, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του, για να της δώσει χρήματα. Όταν έφθασε εκεί, στάθμευσε το αυτοκίνητο έξω από μια ταβέρνα και περίμενε εντός αυτού τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος έφθασε μετά από λίγο με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας... ΙΧΕ αυτοκίνητο και αφού βγήκε απ' αυτό, πλησίασε την παθούσα, και κρατώντας στο χέρι του όπλο αγνώστων στοιχείων την χτύπησε πολλές φορές με την κάνη με μανία στο κεφάλι, το πρόσωπο και σε διάφορα σημεία του σώματος της προκαλώντας της θλαστικό τραύμα πώγωνα μήκους 1 εκ., θλαστικό τραύμα μετώπου, εκδορές, μώλωπες και οιδήματα στο βλέφαρο του αριστερού οφθαλμού, καθώς και στα άνω άκρα, την κάτω γνάθο και την βρεγματοϊνιακή χώρα. Από τον τρόπο δε που τραυμάτισε την Ζ και κυρίως τη σφοδρότητα των κτυπημάτων και τα ευαίσθητα σημεία που την έπληξε, καθώς και το μέσο που χρησιμοποίησε, υπήρχε κίνδυνος προκλήσεως βαρείας σωματικής κάκωσης. Έφερε δε παράνομα όπλο, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, και δη το ανωτέρω πιστόλι αγνώστων στοιχείων".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή , με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 309 σε συνδυασμό με 308 του ΠΚ και 10 παρ. 3 και 13α του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως η εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πώς προκλήθηκε η σωματική κάκωση στην παθούσα, το μέσο με το οποίο έγινε αυτή (όπλο) και τα σημεία στα οποία επλήγη αυτή (κεφάλι άνω άκρα), περαιτέρω εκτίθεται ότι από τον τρόπο, με το οποίο τελέσθηκε η πρώτη πράξη του αναιρεσείοντος, κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από τα σημεία του σώματος της παθούσης, τα οποία επλήγησαν και τα οποία κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί σ' αυτήν, βαριά σωματική βλάβη. Σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Τέλος ααιτιολογείται πλήρως η παράνομη οπλοφορία του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτά και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, αναφέρονται: 1) Υπ' αριθ. 39615/08 απόφαση, πρακτικά Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. 2) Υπ' αρ. ... ιατροδικαστική έκθεση 3) Υπ' αρ. 3847/05 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών 4) 3 αποδείξεις διοδίων 5) 3 εισιτήρια για ... 6) Υπ' αρ. 33195/05 απόφαση πρακτικά Μον/λούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης 7) οι από 28-4-02, 1-5-02 και 7-11-02 ένορκες εξετάσεις Ζ. 8) η από 5-6-03 εξέταση .... Ενόψει των παραπάνω, ο προσδιορισμός αυτός των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Επομένως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την ειδικότερη αιτίαση ότι είναι αόριστη η περιγραφή των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 329 παρ. 1 ΚΠΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της απόφασης, γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διατάξεων για την δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αποτελεί λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως. Η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, ενόψει και του άρθρου 331 του ΚΠΔ, αποδεικνύεται μόνον από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, "η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου" (σελ 1) και "το Δικαστήριο, αφού συσκέφθηκε μυστικά στην έδρα του με παρόντα τον Γραμματέα, κατήρτισε και ο Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως την απόφαση του Δικαστηρίου" (σελ 8). Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απαγγελία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν έγινε δημόσια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Μαρτίου 2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 148/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελεημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη και οπλοφορία. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα εκ του φερόμενου αορίστου προσδιορισμού της ταυτότητος των εγγράφων και της ελλείψεως δημοσιότητας της απαγγελίας της αποφάσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Οπλοφορία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 778/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 62886/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1274/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19§1 εδ. α του ν. 2523/1997 "διοικητικές - ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία & άλλες διατάξεις", "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου". Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα τελευταία είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια), υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η` του ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 62886/2008 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, ανασταλείσα. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στην ... την 1.6.2003, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η από 23.5.2003 έκθεση ελέγχου τ(ης)ου ΣΔΟΕ ..., διαπιστώθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 9.6.2001 μέχρι 26.10.2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης "INFACT ΑΕ", ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της επιχείρησης αυτής τα αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, γιατί εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, γεγονός το οποίο γνώριζε αυτός και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης". Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία INFACT ΑΕ, που εδρεύει στην ... επί της οδού ..., ...αποδέχθηκε ...τριάντα τέσσερα φορολογικά στοιχεία Τ. Π. Υ. εκδόσεως των επιχειρήσεων ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΛΟΠΣΤΙΚΗ - ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΠΕ, ΟΜΙΚΡΟΝ ΕΠΕ και IN SEARCH ΕΠΕ, τα οποία αναλύονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας ως προς το χρόνο έκδοσης και την αξία καθενός εξ αυτών. Κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ ..., που συνέταξαν την υπ' αρ. 4345/2003 έκθεση ελέγχου, όλες οι συναλλαγές ήσαν ανύπαρκτες και εικονικές. Ειδικότερα, αποδείχθηκε από την προαναφερομένη έκθεση που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ξ και Φ, υπαλλήλων τ(ης)ου ΣΔΟΕ και συντακτών της έκθεσης ελέγχου ότι τα φορολογικά στοιχεία που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος (με την προαναφερθείσα ιδιότητά του) των προαναφερομένων εταιριών δεν αφορούσαν συναλλαγές μεταξύ εκδότριας και λήπτριας εταιρίας, αφού δεν υπήρχε συνεργασία ή σχέση μεταξύ τους, για καμία από αυτές, τα δε στοιχεία αυτά είχαν διατρηθεί λάθρα ή με μηχανήματα όμοια με αυτά που χρησιμοποιούν οι ΔΟΥ και δεν είχαν καταχωρηθεί στα βιβλία της αρμόδιας για κάθε εκδότρια εταιρία ΔΟΥ .... Περαιτέρω, ο διαχειριστής της εταιρίας ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΠΕ που είναι η πραγματική επωνυμία και όχι ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΠΕ, όπως είχαν τα στοιχεία εκδοθεί, ανέφερε εγγράφως στην ελέγχουσα αρχή ότι δεν υπήρχε συναλλαγή μεταξύ αυτής και της INFACT ΑΕ....
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος είναι αποδέκτης των κατωτέρω αναφερομένων φορολογικών στοιχείων τα οποία είναι εικονικά, γιατί αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους (...) και με τον τρόπο αυτό απέκρυψε φορολογητέα ύλη, αφού διαφοροποίησε επί το έλαττον τις φορολογικές της υποχρεώσεις της εταιρίας της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος ...".
Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού δέχεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αποδέχθηκε φορολογικά στοιχεία, τα οποία, όμως, ήταν εικονικά, γιατί εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους. Το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά ήταν και πλαστά, αφού είχαν διατρηθεί λάθρα ή με μηχανήματα όμοια με αυτά που χρησιμοποιούν οι ΔΟΥ, δεν ενέχει καμιά αντίφαση, εφόσον αυτά περιείχαν ανύπαρκτες οικονομικές συναλλαγές και, επομένως, ήταν εικονικά, το γεγονός δε ότι ένα φορολογικό στοιχείο είναι πλαστό δεν αποκλείει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το χαρακτηρισμό του και ως εικονικού, όταν αυτό αφορά συναλλαγή που δεν έλαβε χώραν, με αποτέλεσμα ο δράστης της αποδοχής εικονικού στοιχείου, που συγχρόνως είναι και πλαστό, να υπόκειται στις ποινικές κυρώσεις που προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997. Κατά συνέπειαν, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων το άρθρου 19§§1, 3 και 4 του ν. 2523/1997, συνισταμένη στη αντίφαση μεταξύ σκεπτικού, στο οποίο γίνεται δεκτό ότι τα τιμολόγια ήταν πλαστά, και διατακτικού, στο οποίο αναφέρεται ότι αυτά ήταν εικονικά, ενώ το πλαστό φορολογικό στοιχείο, η αποδοχή του οποίου δεν συνιστά ποινικό αδίκημα, αποκλείεται να χαρακτηρισθεί και εικονικό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, όπως το εδ. γ' αυτού αντικαταστάθηκε με την παρ.3 του άρθρ.12 του ν. 2753/1999, "η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. Η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Κατ` εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α). Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η "μηνυτήρια αναφορά" δεν είναι έγκληση κατά την έννοια των άρθρων 46 και 50 του ΚΠΔ, αλλά συνιστά την από το άρθρο 41 του Κ.Π.Δ. προβλεπόμενη αίτηση δίωξης και μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε, αρκεί να μην έχει παραγραφεί η καταγγελλόμενη πράξη. Η προθεσμία που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας, αλλά αποτελεί υπόδειξη προς τα αρμόδια όργανα, ώστε να μη χρονίζει η εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων με ζημία του Δημοσίου. Η υποχρέωση δε υποβολής της μηνύσεως από τον "προϊστάμενο" της Υπηρεσίας του ΣΔΟΕ που διενήργησε τον έλεγχο έχει την έννοια ότι, όταν διενεργηθεί ο έλεγχος, σχηματίζεται η σχετική δικογραφία, ο προϊστάμενος ελέγχει το πόρισμα που συνέταξαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι και, ακολούθως, το υποβάλλει στη Νομική Υπηρεσία, ο διευθυντής της οποίας και μόνο (και όχι ο ίδιος ο προϊστάμενος του ΣΔΟΕ) είναι αρμόδιος για την υποβολή της μηνύσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου άρχισε με την υποβολή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών της υπ` αριθ. πρωτ. 65125/Υ. 445/03 μηνυτήριας αναφοράς του ΣΔΟΕ (Τμήματος Δικαστικού και Διαδικασιών της Υποδ/νσης Διοικητικής Υποστήριξης της Περιφερειακής Δ/νσης Αττικής), η οποία υπογράφεται από τον Αναπληρωτή Διευθυντή του Τμήματος ... και υποβλήθηκε στις 30.12.2003. Ο αναιρεσείων προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τον ισχυρισμό ότι η ποινική δίωξη εναντίον του έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη γιατί η αναφορά υποβλήθηκε αφενός από αναρμόδιο όργανο, ήτοι από τον Αναπληρωτή Διευθυντή του Τμήματος Δικαστικού και Διαδικασιών και όχι από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο (του ΣΔΟΕ ...), και αφετέρου εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο ενός μηνός από τις 21.9.2003, χρονολογία μέχρι την οποία έπρεπε να υποβληθεί η αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς από την εταιρία INFACT ΑΕ, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν αυτός (αναιρεσείων). Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτά η μηνυτήρια αναφορά υποβλήθηκε, ακόμη και μετά την πάροδο ενός μηνός από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή αιτήσεως για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, από τον Αναπληρωτή Διευθυντή του μόνου αρμοδίου Τμήματος Δικαστικού και Διαδικασιών της Περιφερειακής Διεύθυνσης ... του ΣΔΟΕ που διενήργησε τον έλεγχο στην εταιρία INFACT ΑΕ. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν υπερέβη την εξουσία του με το να απορρίψει τον μη νόμιμο ισχυρισμό αυτό, με την αιτιολογία ότι: "...ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα τ(ης)ου ΣΔΟΕ και υποβλήθηκε από τον αναπληρωτή Διευθυντή της ΣΔΟΕ. Το ανωτέρω όργανο ενήργησε στα πλαίσια των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί σε αυτόν με την ως άνω ιδιότητα του αναπληρωτή διευθυντή και ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος περί υποβολής της μηνυτήριας αναφοράς από αναρμόδιο πρόσωπο είναι απορριπτέος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 2523/97 που προαναφέρθηκε δεν αναφέρεται οποιαδήποτε ποινή για εκπρόθεσμη υποβολή μηνυτήριας αναφοράς, συνεπώς και ο έτερος προβαλλόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω εκπροθέσμου υποβολής μηνυτήριας αναφοράς είναι απορριπτέος". Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Η' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεώς του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα επέρχεται και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Από την άποψη αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, το δε έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε στο σκεπτικό ότι "ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τα κατωτέρω αναφερόμενα στοιχεία τα παρείχε στην INFACT ΑΕ ο λογιστής αυτής Ζ με τον οποίο συνδέεται με συγγενική εξ αγχιστείας σχέση και για το λόγο τούτο είχε σε αυτόν εμπιστοσύνη για τις ενέργειές του και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για την εικονικότητα των στοιχείων καταρρίπτεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει στους υπαλλήλους της ελεγκτικής αρχής ότι κατέβαλε στο λογιστή για τα φορολογικά αυτά στοιχεία το ποσόν που αντιστοιχούσε στο ΦΠΑ, καθώς και ποσόν 10% της αξίας των τιμολογίων αυτών, γεγονός που ανέφερε και ο Ζ ερωτηθείς από τους ελεγκτές, σχετικά δε κατέθεσε και σήμερα ο μάρτυρας Φ". Από την παραδοχή αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στήριξε την κρίση του για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ένορκες ενώπιον του ακροατηρίου μαρτυρικές καταθέσεις των Φ και Ξ, από τις οποίες προκύπτουν τα φερόμενα ως λεχθέντα στους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ από τον κατηγορούμενο και από τον Ζ, και όχι ευθέως στην ένορκη κατάθεση του ίδιου του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ως μάρτυρος, ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, ούτε στη μαρτυρική κατάθεση του Ζ, που δεν αναγνώσθηκε. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως της ένορκης καταθέσεως του αναιρεσείοντος και της μαρτυρικής καταθέσεως του Ζ ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, που δεν αναγνώσθηκαν, έχει αποτραπεί, αφού οι καταθέσεις αυτές δεν έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού και, συνακόλουθα, ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επομένως, ο τρίτος (τελευταίος), από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Ιουλίου 2009 (με αριθ. πρωτ. 6181/2009) αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 62886/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2010. Η
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19 Ν. 2523/1997). Στοιχεία του εγκλήματος. Δεν αποκλείεται τα εικονικά στοιχεία να είναι και πλαστά, οπότε και πάλι ο δράστης της αποδοχής αυτών υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Η μηνυτήρια αναφορά συνιστά όχι έγκληση, αλλά την από το άρθρο 41 ΚΠΔ προβλεπόμενη αίτηση δίωξης και μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε, αρκεί να μη έχει παραγραφεί η καταγγελλόμενη πράξη. Η προθεσμία που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 21 του ως άνω νόμου δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας, αλλά αποτελεί υπόδειξη προς τα αρμόδια όργανα, ώστε να μη χρονίζει η εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων με ζημία του Δημοσίου. Ποιος είναι αρμόδιος να υποβάλει τη μηνυτήρια αναφορά. Κρίση ότι αυτή υποβλήθηκε εμπροθέσμως και από το αρμόδιο όργανο και απόρριψη λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεως του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του, άλλως δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, η οποία επέρχεται και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, το δε έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, γιατί το δικαστήριο στήριξε την κρίση του σε όσα είχε καταθέσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος στους υπαλλήλους που διενήργησαν τον έλεγχο, καθώς και σε μη αναγνωσθείσα κατάθεση μάρτυρα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 777/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αιτούντων: 1) ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, και 2) ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη, περί επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως της υπ' αριθ. 168/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1767/2009 απόφαση του Ζ' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Το Ζ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και τώρα οι αιτούντες ζητούν την επανεξέταση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Νοεμβρίου 2009 και 6 Νοεμβρίου 2009 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1540/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αιτούντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις επανεξέτασης λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 370 και 514 του ΚΠΔ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή που απορρίπτει ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως, δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς λόγο αναιρέσεως, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να είναι αντίθετο με τις παραπάνω διατάξεις, γιατί επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Δεν υπάρχει όμως δυνατότητα επανεξέτασης, όταν ο φερόμενος ως μη εξετασθείς λόγος συνιστά βελτίωση ή διευκρίνιση ή συμπλήρωση λόγου που προτάθηκε και εξετάστηκε. Η εξέταση και απόρριψη λόγου αναιρέσεως, η οποία αποκλείει την επανεξέτασή του, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει από ρητή γι' αυτόν σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι ο Αρειος Πάγος, ο οποίος με την υπ' αριθ. 1767/2009 απόφασή του απέρριψε τις αντίστοιχες από 6-2-2009 και 9-2-2009 αιτήσεις τους και τους αντίστοιχους από 6-4-2009 και 9-4-2009 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 168/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, παρέλειψε να εξετάσει το δεύτερο από τα τρία σκέλη του προταθέντος λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας από μέρους του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο με την προσβληθείσα ως άνω απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτες τις εφέσεις τους κατά της υπ' αριθ. 365/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως κατά το ως άνω (δεύτερο) σκέλος του συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτες τις εφέσεις τους, ενώ ήδη α) Ο Εισαγγελέας είχε λάβει το λόγο από την Πρόεδρο και είχε αναπτύξει τις εκθέσεις των εφέσεων και παραδώσει κατάλογο των μαρτύρων που είχε καλέσει και β) Η Πρόεδρος είχε ζητήσει πληροφορίες από τους κατηγορουμένους για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται, είχε εκφωνήσει τα ονόματα των μαρτύρων της κατηγορίας, είχε κηρύξει την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και είχε καλέσει τον πρώτο μάρτυρα, δηλαδή το Δικαστήριο είχε προβεί σε ενέργειες οι οποίες προϋποθέτουν ότι είχε προηγηθεί η κρίση για το τυπικά δεκτό των εφέσεων και έτσι δεν επιτρεπόταν να επανέλθει το Δικαστήριο επί του παραδεκτού αυτών. Για την απόρριψη του ως άνω λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, ο Αρειος Πάγος, στην προαναφερθείσα υπ' αριθ. 1767/2009 απόφασή του, διέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία: "Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 6 ΚΠοινΔ, η οποία έχει προστεθεί με το άρθρο 18 παρ. 5 του Ν. 2721/1999 και ίσχυσε από 3-6-1999 "αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ' εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφαση του για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως, στη μετ' αναβολή συζήτηση αυτής". Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι η πιο πάνω δέσμευση του δικαστηρίου, υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις που ρητά προβλέποντας και συγκεκριμένα, όταν το Εφετείο στο οποίο έχει εισαχθεί για συζήτηση έφεση του κατηγορουμένου, έχει κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλει την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως, για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ'εφαρμογή των άρθρων 59 και 61 του ΚΠοινΔ. Αν το δικαστήριο, στη μετ' αναβολή συζήτηση, ερευνήσει εκ νέου το παραδεκτό της εφέσεως και την απορρίψει, ως απαράδεκτη, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, με τη μορφή της υπέρβασης εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την έρευνα της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα. Δυνάμει της με αριθ. 241/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, στο οποίο εισήχθησαν οι με αριθ. εκθ. 53/2007 και 54/2007 εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, αναβλήθηκε η συζήτηση των εφέσεων αυτών, κατ'άρθρον 349 του ΚΠοινΔ, για σημαντικά αίτια στο πρόσωπο του αιτήσαντος την αναβολή δευτέρου κατηγορουμένου και για το ενιαίο της κρίσεως και για τον πρώτο κατηγορούμενο, σε ρητή δικάσιμο της 3-4-2008. Δυνάμει της με αριθ. 93/2008 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου αναβλήθηκε η υπόθεση, κατ'άρθρον 349 ΚΠοινΔ, λόγω παρελεύσεως του νομίμου ωραρίου και κωλύματος της γραμματέας της έδρας, σε ρητή δικάσιμο της 15-5-2008. Δυνάμει της με αριθ. 113/2008 αποφάσεως, αναβλήθηκε η συζήτηση των άνω εφέσεων, κατ'άρθρον 349 ΚΠοινΔ, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του δευτέρου κατηγορουμένου και για το ενιαίο της κρίσεως και για τον πρώτο κατηγορούμενο, σε νέα ρητή δικάσιμο της 5-6-2008, ότε και πάλιν με τη με αριθ. 138/6-6-2008 απόφαση αναβλήθηκε η υπόθεση, κατ' άρθρον 349 ΚΠοινΔ, λόγω παρελεύσεως του νομίμου ωραρίου, για νέα ρητή δικάσιμο της 18-9-2008, ότε, λόγω σειράς εκθέματος, την επομένη της συνεδριάσεως εκδικάσθηκε τελικά η υπόθεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, οι αναβολές δόθηκαν πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν το δικαστήριο αποφανθεί για το τυπικά παραδεκτό των δύο εφέσεων των κατηγορουμένων, γι' αυτό και δεν περιέχεται καμία σχετική διάταξη περί τούτου σε καμία από τις άνω αναβλητικές αποφάσεις, ενώ σε ουδεμία περίπτωση η δίκη αναβλήθηκε για κρείσσονες αποδείξεις ή για λόγους του άρθρου 59 ή 61 του ΚΠοινΔ. Επομένως, το τυπικά παραδεκτό των δύο εφέσεων των κατηγορουμένων, δεν είχε κριθεί προηγουμένως, δεν συνέτρεχε περίπτωση του άρθρου 502 παρ.6 του ΚΠοινΔ και κρίθηκε για πρώτη φορά, το παραδεκτό, με την προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε τις δύο εφέσεις ως απαράδεκτες, κατά τα παραπάνω. Έτσι, με αυτή την ειδική αιτιολογία, κρίνοντας το Πενταμελές Εφετείο, κατά πλειοψηφία, επί προβληθέντος σχετικού ισχυρισμού των εκκαλούντων κατηγορουμένων, τον οποίο και απέρριψεν, ότι δηλαδή με τις ως άνω γενόμενες επανειλημμένες αναβολές, κατ'άρθρον 349 ΚΠοινΔ, και όχι για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ'άρθρο 59 ή 61 του ΚΠοινΔ, δεν είχαν γίνει τυπικά δεκτές οι άνω εφέσεις και κρίνοντας αυτές τυπικά το πρώτον κατά την τελευταία δικάσιμο της 19-9-2008, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τις απέρριψεν ως απαράδεκτες, ελλείψει λόγου εφέσεως, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 6 του ΚΠοινΔ ούτε υπερέβη την εξουσία του.
Συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ έτερος λόγος αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, κύριος και πρόσθετος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Από το ως άνω περιεχόμενο του σκεπτικού της αποφάσεώς του, προκύπτει σαφώς ότι ο 'Αρειος Πάγος δέχτηκε ότι το τυπικά παραδεκτό των εφέσεων των κατηγορουμένων δεν είχε κριθεί προηγουμένως και κρίθηκε για πρώτη φορά με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία τις απέρριψε ως απαράδεκτες, ελλείψει λόγου εφέσεως και έτσι δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας. Επομένως ο 'Αρειος Πάγος εξέτασε και το δεύτερο σκέλος του σχετικού λόγου αναιρέσεως, αφού δέχτηκε ότι πριν από την κρίση για το απαράδεκτο των εφέσεων, δεν υπήρχε κρίση για το τυπικά δεκτό αυτών. Άλλωστε ούτε οι ίδιοι οι αιτούντες επικαλούνται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είχε εκφέρει τέτοια κρίση, αλλ' ότι η κρίση αυτή συνάγεται συμπερασματικά ότι υπήρχε.
Συνεπώς οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν στους αιτούντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 6-11-2009 και 20-11-2009 αιτήσεις των: 1) ... και 2) ..., αντίστοιχα, για εξέταση του αναφερόμενου στο σκεπτικό λόγου αναιρέσεως αυτών. Επιβάλλει στους αιτούντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για κάθε αιτούντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση για εξέταση μη εξετασθέντος λόγου αναιρέσεως. Προϋποθέσεις για τέτοια εξέταση. Απορρίπτεται η αίτηση γιατί είχε εξετασθεί ο επικαλούμενος ως μη εξετασθείς λόγος.
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 776/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπακωνσταντόπουλο, περί αναιρέσεως της 384,396, 397,398/2009 αποφάσεως Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κωφό και 2) την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1394/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, ενώ κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με κακή ελαττωμένη. Ως αρχή εκτέλεσης θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελεί τμήμα, εν όλω ή εν μέρει, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που έχει αποφασίσει να τελέσει και που οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε άμεση και αναγκαία σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται τμήμα αυτής, προς την οποία θα κατέληγε αμέσως, αν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιαδήποτε λόγο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υπόστασης, δηλαδή στο θάνατο του άλλου. Έτσι, ως αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού θεωρείται και ο πυροβολισμός από μικρή απόσταση προς το σώμα του άλλου. Κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ, με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και τα αποδέχεται, ενώ κατά το άρθρο 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, τόσο στον ενδεχόμενο δόλο (δεύτερη περίπτωση του άρθρου 27) όσο και στην ευσυνείδητη αμέλεια (δεύτερη περίπτωση του άρθρου 28) είναι κοινό το γνωστικό στοιχείο, δηλαδή γνώση της πιθανότητας (δυνατότητας) επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, διαφέρει όμως το βουλητικό στοιχείο, γιατί στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης αποδέχεται το ενδεχόμενο επέλευσης του αποτελέσματος, ενώ στην ενσυνείδητη αμέλεια πιστεύει ότι αυτό δεν θα επέλθει. Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος, ανάγεται μεν στον εσωτερικό κόσμο του δράστη, πλην όμως διαπιστώνεται από εξωτερικά στοιχεία της συμπεριφοράς του που βεβαιώνουν τέτοια αποδοχή. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του. Μεταξύ των ως άνω ισχυρισμών περιλαμβάνονται και εκείνοι που αφορούν στη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, οι οποίο είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που προβλέπει την αντίστοιχη ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο αυτή είναι γνωστή στη νομική ορολογία. Ειδικά για τη θεμελίωση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ, πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή της στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 384- 396-397-398/2009 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της απόπειρας ληστείας κατά συναυτουργία, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, της παράνομης οπλοφορίας, της οπλοχρησίας και της κατοχής ναρκωτικών για δική του αποκλειστική χρήση και επέβαλε σ' αυτούς τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή ποινές. Για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, στην οποία και μόνο αφορά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Στον τόπο και χρόνο που αναφέρονται στο διατακτικό, ο κατηγορούμενος, με συναυτουργό τον Ζ, επιβαίνοντες σε κλεμμένη μοτοσικλέτα, μετέβησαν σε υποκατάστημα της τράπεζας ALPHA BANK, προκειμένου να διαπράξουν ληστεία. Εκεί, ο μεν Ζ στάθηκε σε δεσπόζουσα θέση και με την απειλή δύο πιστολιών, τα οποία κρατούσε στραμμένα προς τους παρευρισκόμενους, ακινητοποίησε τους υπαλλήλους της τράπεζας και τους πελάτες αυτής, ο δε κατηγορούμενος, οπλισμένος με πιστόλι, εισήλθε στο χώρο των ταμείων και σε πολύ σύντομο χρόνο αφαίρεσε από τα συρτάρια όσα χαρτονομίσματα μπόρεσε να εντοπίσει, τα οποία ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 14.680 ευρώ (όπως προέκυψε από μεταγενέστερη καταμέτρηση) και τα τοποθέτησε σε σακούλα που είχε στα χέρια του. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος παρέδωσε τη σακούλα με τα χαρτονομίσματα στον Ζ και βγήκε πρώτος από το υποκατάστημα, με σκοπό να θέσει σε κίνηση τη μοτοσικλέτα, να παραλάβει με αυτήν το συνεργάτη του και να διαφύγουν. Όταν, όμως, και ο συναυτουργός κινήθηκε προς την έξοδο, δέχθηκε επίθεση από τον παρευρισκόμενο τεχνικό υπάλληλο (υδραυλικό) της τράπεζας Ψ1, ο οποίος προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει. Οι δύο άνδρες συνεπλάκησαν και σε δευτερόλεπτα βρέθηκαν έξω από το υποκατάστημα και έπεσαν στο πεζοδρόμιο,... Αρκετοί παρευρισκόμενοι, βλέποντας τους δυο άνδρες να παλεύουν στο έδαφος, όρμησαν και άρχισαν να κτυπούν τον Ζ, ο οποίος προσπαθούσε, σθεναρώς, να απελευθερωθεί και να διαφύγει. Στο μεταξύ πλησίασε με τη μοτοσικλέτα ο κατηγορούμενος, ο οποίος, βλέποντας τον κίνδυνο σύλληψης, τον οποίο διέτρεχε ο συνεργάτης του, στάθμευσε, κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα και, με άλλο πιστόλι που είχε παράνομα στην κατοχή του, πυροβόλησε μία ή δύο φορές στον αέρα, για να εκφοβίσει όσους προσπαθούσαν να ακινητοποιήσουν τον Ζ και να τους αναγκάσει να τον αφήσουν. Οι περισσότεροι απομακρύνθηκαν, αλλά κάποιοι συνέχισαν την προσπάθεια τους, νομίζοντας ότι τα πυρά είναι άσφαιρα. Ο κατηγορούμενος πυροβόλησε και πάλι, τη φορά αυτή προς την κατεύθυνση των ανδρών που βρίσκονταν στο έδαφος. Τότε κτυπήθηκε κάποιος από τους συμπλεκόμενους (δεν προέκυψε αν το βλήμα αυτό πέτυχε τον Ζ ή τον Ψ1 και σε ποιο μέρος του σώματος), οι παρευρισκόμενοι είδαν αίματα, βεβαιώθηκαν ότι πρόκειται για πραγματικά πυρά και απομακρύνθηκαν όλοι, πλην του Ψ1, ο οποίος επέμενε να συγκρατήσει τον Ζ. Ο τελευταίος φώναξε προς τον κατηγορούμενο την προτροπή "σκότωσε τον". Ο κατηγορούμενος πυροβόλησε τουλάχιστον άλλες τέσσερις φορές, στοχεύοντας τον Ψ1 και θέλοντας να τον πλήξει, προκειμένου να τον εξαναγκάσει να αφήσει τον Ζ. Όταν τελείωσαν τα φυσίγγια, που είχε στο όπλο του, πλησίασε και με τη λαβή του όπλου άρχισε να κτυπάει τον Ψ1 στο κεφάλι, λέγοντας του οργισμένα "άφησε τον". Συγχρόνως, όμως, συνειδητοποίησε ότι στενεύουν τα περιθώρια της προσωπικής του διαφυγής, οπότε επέστρεψε στη μοτοσικλέτα, με σκοπό να φύγει μόνος. Κάποιος κατάφερε να του ρίξει τη μοτοσικλέτα και ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή πεζός. Ύστερα από λίγο συνελήφθη από αστυνομικό που κατέφθασε, με τη βοήθεια και κάποιου πολίτη. Από τα πυρά του κατηγορουμένου τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Ζ. Ο θάνατος του οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος, χωρίς να έχει πρόθεση θανατώσεως του συνεργάτη του, πυροβόλησε κατ' επανάληψη προς την κατεύθυνση, όπου εκείνος πάλευε με τον Ψ1 και, αν και είχε πρόθεση να πλήξει μόνο τον τελευταίο για να τον εξαναγκάσει να ελευθερώσει το συνεργάτη του, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αστόχησε και έπληξε δύο φορές τον Ζ, στο θώρακα και την κοιλιά.... Από τα πυρά του κατηγορουμένου τραυματίσθηκε πολύ σοβαρά και ο Ψ1, ο οποίος επλήγη στο μηρό, στη μέση του και την κοιλιακή χώρα και στο πρόσωπο (το τελευταίο πλήγμα επήλθε από εξοστρακισμό της αντίστοιχης βολίδας). Κάποια από τις βολίδες που τον έπληξαν παραμένει ακόμη στο σώμα του, διότι οι γιατροί εκτίμησαν ότι η χειρουργική αφαίρεση της ενέχει κίνδυνο για τη ζωή του. Στην κατάθεσή του, ο παθών, που είναι ευτραφής, είπε ότι οι θεράποντες είχαν κάνει για την περίπτωση του το σχόλιο πως τον έσωσε το πάχος του, διότι άλλως το τραύμα στη μέση του και την κοιλιακή χώρα μπορούσε να αποβεί θανατηφόρο. Κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης, η πράξη αυτή είχε χαρακτηρισθεί ως απόπειρα ανθρωποκτονίας. Με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου χαρακτηρίσθηκε, κατά πλειοψηφία, ως επικίνδυνη σωματική βλάβη. Με την έφεση και τους ισχυρισμούς του, ο κατηγορούμενος ζητεί να χαρακτηρισθεί ως ανθρωποκτονία από αμέλεια. Με την έφεση του εισαγγελέα επιδιώκεται να χαρακτηρισθεί και πάλι η πράξη ως απόπειρα ανθρωποκτονίας. Από τα όσα προαναφέρθηκαν ως αποδειχθέντα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το ότι ο κατηγορούμενος, μετά τις πρώτες βολές, που όπως προαναφέρθηκε ρίχθηκαν στον αέρα προς εκφοβισμό του πλήθους των συγκεντρωμένων πάνω από τον Ζ, πυροβολούσε στοχεύοντας κατά του Ψ1, με πρόθεση να τον πλήξει και να τον εξαναγκάσει να αφήσει το συνεργάτη του να διαφύγει (βλ. την απολογία του). Ως εκ τούτου, οποιοσδήποτε συλλογισμός περί αμελείας είναι ανεπέρειστος. Περαιτέρω, όμως, όταν ο κατηγορούμενος πυροβολούσε από μικρή απόσταση (περίπου 7 μέτρα) στοχεύοντας στο σώμα του Ψ1, άσχετα προς το αν αυτός επιθυμούσε μόνο να τον τραυματίσει με τρόπο που να τον υποχρεώνει να παραιτηθεί από την προσπάθεια συγκράτησης του Ζ (δηλαδή σοβαρά, διότι ένας επιπόλαιος τραυματισμός δεν θα επέφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα), γνώριζε σαφώς, σύμφωνα όχι μόνο με την κοινή πείρα, αλλά και με τη δική του προηγούμενη εμπειρία στα όπλα (ένας άπειρος δεν κυκλοφορεί οπλισμένος, δεν διαπράττει ένοπλη ληστεία και δεν πυροβολεί κατ' επανάληψη εναντίον προσώπων, υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν), ότι ήταν πολύ πιθανό να υπερβεί την πρόθεση του και αντί του σοβαρού τραυματισμού να επιφέρει την έσχατη των συνεπειών, δηλαδή το θάνατο του πληττόμενου. Αυτό το ενδεχόμενο, ακόμη και αν δεν το επιδίωκε (με την εκδοχή ότι δεν ήθελε να υπακούσει στην προτροπή του συνεργάτη του, που φώναζε "σκότωσε τον"), το αποδεχόταν πλήρως. Διότι σκοπός του ήταν η με κάθε τρόπο, άμεση, αποδέσμευση του Ζ. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν επήλθε το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της θανάτωσης του Ψ1 από λόγους εξωτερικούς, δηλαδή μη συνδεόμενους με τη θέληση του κατηγορουμένου και συνιστάμενους στο ότι αφ' ενός από σύμπτωση και αφ' ετέρου λόγω του πάχους του παθόντος δεν επλήγη κάποιο ζωτικό όργανο του σώματος αυτού. Επομένως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της πράξης αυτής είναι απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος γι' αυτήν, κατά παραδοχή της εφέσεως του Εισαγγελέα, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό". Με αυτά που δέχτηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1β, 42 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Συγκεκριμένα αναφέρει α) ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε επανειλημμένα από μικρή απόσταση (7 περίπου μέτρα) στοχεύοντας προς το σώμα του Ψ1 θέλοντας να τον τραυματίσει σοβαρά για τον αναγκάσει να αφήσει ελεύθερο το συνεργάτη του Ζ, β) ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε λόγω της εμπειρίας του περί τα όπλα, αλλά και από την κοινή πείρα, ότι με τους ανωτέρω πυροβολισμούς ήταν πολύ πιθανό να προκληθεί ο θάνατος του Ψ1, γ) ότι το ενδεχόμενο αυτό του θανάτου το αποδεχόταν πλήρως ο κατηγορούμενος που συνέχιζε να πυροβολεί, γιατί σκοπός του ήταν η με κάθε τρόπο άμεση απελευθέρωση του Ζ και δ) ότι δεν επήλθε το αποτέλεσμα του θανάτου του Ψ1 από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του κατηγορουμένου, οι οποίοι και εκτίθενται στην απόφαση. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς τον χαρακτήρα της πράξεως αυτής ως απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο και όχι σωματικής βλάβης από αμέλεια, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό "Ελαφρυντικά αρ. 84 παρ. 2 ε'του ΠΚ. Διότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του και ειδικότερα: Πλήρως συντριμμένος από την ατυχή εξέλιξη πέραν πάσης θελήσεως του της απόπειρας ληστείας, που είχε ως αποτέλεσμα, χωρίς της θέληση του, το θάνατο του φίλου του και τον τραυματισμό του Ψ1 τα αληθή πραγματικά περιστατικά τα οποία επικυρώθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση. Κατά τη μακρόχρονη παρουσία του στις φυλακές τρία περίπου έτη επιδεικνύει άριστη συμπεριφορά και, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη σχετική βεβαίωση, παρακολουθεί μαθήματα ελληνικής γλώσσα για να τελειοποιήσει τη γραφή του. Το σπουδαιότερο όμως, ενώ σύμφωνα με το νόμο λαμβάνει άδειες από τη φυλακή όπου κρατείται, επιστρέφει πειθαρχώντας και αποδεικνύοντας ότι σέβεται τις δικαστικές αποφάσεις και αποδέχεται την δίκαιη τιμωρία όσων του συνέβησαν". Όπως διατυπώθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός, δεν περιέχει τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του περιστατικά και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται σε καλή συμπεριφορά υπό καθεστώς ελευθερίας του κατηγορουμένου και για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού αυτός μετά την πράξη του κρατείται συνεχώς στη φυλακή και οι άδειες που λαμβάνει και βρίσκεται εκτός φυλακής είναι βραχυχρόνιες. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε, κατά τα προαναφερθέντα, υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτού ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του δεχθέν ορθώς, ότι τα ως άνω επικληθέντα "δεν μπορούν να στηρίξουν παραδοχή για μεταγενέστερη μακροχρόνια καλή συμπεριφορά" και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, περί αναιτιολόγητης απόρριψης του εν λόγω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ και 176, 1783 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 384-396-397-398/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. καθώς και τα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο. Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου ο οποίος πυροβόλησε επανειλημμένως και από μικρή απόσταση κατά του παθόντος γνωρίζοντας και αποδεχόμενος το ενδεχόμενο του θανάτου αυτού, ο οποίος δεν επήλθε από εξωτερικά αίτια. Για τη θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού του άρθρου 84 § 2ε ΠΚ, απαιτείται η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου και όχι όταν κρατείται στη φυλακή. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Δόλος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 775/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Προκόπιο Εξαρχάκο περί αναιρέσεως της 5761/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1351/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτό ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του δι' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιον άλλον ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση του δράστη, με την έννοια της πλήρους βεβαιότητος, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικάσια, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημίσεως, ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στην περίπτωση της ψευδούς καταμηνύσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετικής γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5761/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση σε φυλάκιση πέντε μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή επτά (7) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, εκτίθεται ότι, από την εκτίμηση των μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος την 24-1-2003 στην ... υπέβαλε κατά της Ψ την από 22-1-2003 μήνυση για πλαστογραφία δύο εγγράφων - ιατρικών βεβαιώσεων που εκδόθηκαν από το 251 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αεροπορίας και ειδικότερα η μια εκδόθηκε από το Συνταγματάρχη Υ.Γ ..., Διευθυντή της Οφθαλμολογικής κλινικής (που έχει ημερομηνία 3-11-1998) και η άλλη τον Επιλ/γο ..., Διευθυντή ΕΠ του 251 ΓΝΑ με ημερομηνία 3-11-1998. Τις δύο αυτές βεβαιώσεις η ως άνω μηνύτρια τις επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Δικαστήριο προς απόδειξη μηνύσεως κατά του κατηγορουμένου για σωματικές βλάβες από πρόθεση. Με το υπ' αριθ. 3196/2003, ήδη αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατ' αυτής κατηγορία για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση καθόσον κρίθηκε ότι δύο ως άνω ιατρικές βεβαιώσεις δεν ήταν πλαστές αλλά γνήσιες, όσον αφορά δε την υπογραφή που φέρουν και οι δύο στο άκρο δεξιό μέρος προέρχεται από τον διενεργήσαντα την επικύρωση των φωτοαντιγραφικών, εκ των γνωσίων, Ανθυπαστυνόμου ... Επίσης, όπως προκύπτει από την με αριθμό 3176/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε έφεση του κατηγορουμένου κατά της με αριθμό 5880/2000 αποφάσεως του Μον. Πρωτ. Αθηνών. Δια της ως άνω αποφάσεως υποχρεώθηκε ο ήδη κατηγορούμενος να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη πολιτικώς ενάγουσα, το ποσό των 2.000.000 δραχμών για τη σωματική βλάβη που αυτή υπέστη εκ μέρους του κατηγορουμένου την 24-10-1998. Προς απόδειξη της σωματικής βλάβης η ενάγουσα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε και τα με αριθμούς ... και ... ιατρικά πιστοποιητικά του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 1073/20-11-1998 ιατροδικαστική ..., που πιστοποιούν την σωματική της βλάβη. Κατ' ακολουθίαν η υποβληθείσα εκ μέρους του κατηγορουμένου καταμήνυση έγινε με σκοπό να προκαλέσει την καταδιωξή της καίτοι τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου της. Επίσης με την αναφορά στην μήνυσή του όλων των ως άνω περιστατικών, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στη μήνυση του, που έλαβαν χώρα τόσο ενώπιον του Εισαγγελέα, όσο και του γραμματέα της Εισαγγελίας, που έλαβαν γνώση, τα οποία ήταν ψευδή αλλά και προσφορά να βλάψουν την τιμή και υπόληψη της εγκαλούσας, έβλαψε πράγματι την τιμή και υπόληψη αυτής, όπως και απέβλεπε αυτός..."Ακολούθως το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχο, ως ανωτέρω, τον ήδη αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο.
Με αυτά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως, για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις προαναφερθείσες ποινικές ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 229 και 362, 363 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκαν οι άνω πράξεις, η υποβολή δηλαδή της μηνύσεως καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται στη μήνυση και ήταν ψευδή, αιτιολογείται ο σκοπός του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος να προκληθεί η καταδίωξη της καταμηνυθείσας - εγκαλούσας, ο ενώπιον τρίτων, (Εισαγγελέως, γραμματέας της Εισαγγελίας) ισχυρισμός των ψευδών γεγονότων, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη της εγκαλούσας, όπως και την θέληση αυτού να ισχυρισθεί τα άνω γεγονότα ενώπιον τρίτων. Περαιτέρω, η γνώση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος αιτιολογείται πλήρως, με την παραδοχή ότι αυτός υποχρεώθηκε να καταβάλει, δυνάμει αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων, στην εγκαλούσα, τότε ενάγουσα, το ποσό των 2.000.000 δρχ για την σωματική βλάβη που προκάλεσε σ' αυτήν, σωματική βλάβη που βεβαίωναν οι άνω ιατρικές γνωματεύσεις, οπότε γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι αυτές δεν ήταν πλαστές, με τις παραδοχές δε αυτές, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, σχετικά με την γνώση των περιστατικών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει αν απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφασιν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν, την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται και αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ "Κατ' εξαίρεση, εκείνος που κατά τον αστικό κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλλει την απαίτηση του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία" και κατά το άρθρο 66 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο μπορεί να εισαχθεί στο ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με τη πολιτική διαδικασία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν η πολιτική αγωγή αυτού που ζημιώθηκε από αξιόποινη πράξη εισαχθεί στο πολιτικό δικαστήριο και αυτό εξέδωσε οριστική απόφαση επ' αυτής και στη συνέχεια ο δικαιούχος της αξιώσεως παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για την Ίδια απαίτηση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ αν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί την παράσταση αυτή, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι προεβλήθη αντίρρηση για το λόγο αυτό κατά της παραστάσεως αυτής ή ότι ετέθησαν υπόψη του Δικαστηρίου τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η παράσταση δεν είναι νόμιμη, αφού, άλλως, το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει και να λάβει υπόψη στοιχεία που καθιστούν παράνομη την παράσταση εφ' όσον αυτά δεν προκύπτουν από τη διαδικασία (Ολ. ΑΠ 1282/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κηρύχθηκε, όπως προεκτέθηκε, ένοχος ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως της Ψ. Κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση, η τελευταία δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε να της επιδικασθεί το ποσόν των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, από τις σε βάρος της πράξεις του αναιρεσείοντος, με επιφύλαξη ασκήσεως παντός δικαιώματός της κατ'αυτού ενώπιον των Πολιτικών Δικαστηρίων. Με την υπ' αριθ. 68097/2007 απόφαση του Τριμελούς Ππλημμελειοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή η πολιτική αγωγή, χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις ο αναιρεσείων και επιδικάσθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα το αιτηθέν ποσό των 44 ευρώ. Κατά την ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συζήτηση της υποθέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η παθούσα επανέλαβε την δήλωσή της περί περιστάσεώς της ως πολιτικώς ενάγουσας και ζήτησε να της επιδικασθεί το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ, με επιφύλαξη και πάλι των δικαιωμάτων της. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Αρείο Πάγο, για την έρευνα της βασιμότητος του προβαλλόμενου λόγου, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων δεν αντέλεξε στην παράσταση πολιτικής αγωγής, ούτε ανέφερε ότι η αξίωση της πολιτικώς ενάγουσας είχε κριθεί με απόφαση των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά ούτε ετέθησαν υπόψη στο Δικαστηρίου τέτοια πραγματικά περιστατικά. Κατόπιν, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, επεδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ.
Συνεπώς, δεν παρέστη παρά το νόμο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο η πολιτικώς ενάγουσα, ούτε εκ της παραστάσεως της δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, εκ της παρά το νόμο παράστασης της πολιτικώς ενάγουσας, διότι είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 2015/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο επεδίκασε σε βάρος του αναιρεσείοντος χρηματική ικανοποίηση λόγου ηθικής βλάβης που είχε υποστεί η πολιτικώς ενάγουσα από τις άνω πράξεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 336/25-9-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5761/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα εκ της φερομένης μη νόμιμης παράστασης της πολιτικής αγωγής.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 774/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα,
για να δικάσει τις αιτήσεις: 1) του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και 2) του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γραμματά Κουρτούκα, περί αναιρέσεως της 5697/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γραμματά Κουρτούκα και
με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμέτο και 2)την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτικός Οίκος ... Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Αθανάσιο Ζαχαριάδη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο 1)αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 43 και ημερομηνία 24-9-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και 2) ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1271/09.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνουν δεκτές οι εκθέσεις αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του αρ. 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του αρ. 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του αρ. 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η υπέρβαση εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς κρίση η υπ` αριθ. 37/4.9.2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ και η υπ` αριθ. 43/24.9.2009 τοιαύτη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της, εν μέρει καταδικαστικής και εν μέρει παυσάσης την ποινική δίωξη, υπ` αριθ. 5697/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει συνεκδικασθούν λόγω συναφείας και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Α) Επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου Χ Από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3 και 4 ΚΠΔ προκύπτει ότι, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως στάση, με την έννοια ότι το τελευταίο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αυτό επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση. Έτσι το τελευταίο δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο ν' απαντήσει σε σχετικό ισχυρισμό περί ακυρότητας στην πρωτοβάθμια δίκη και συνακόλουθα δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, για τη νέα συζήτηση στο δικαστήριο, όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση μετά την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, αρκεί η επίδοση προς τον κατηγορούμενο απλής κλήσης, κατ` αναλογία των άρθρων 314, 315§3 και 320 ΚΠΔ, στην οποία θα μνημονεύονται οι αποφάσεις εκείνες που αποτελούν τη βάση της επανεκδικάσεως (η αναιρεθείσα και η αναιρετική), οι οποίες θα πρέπει να βρίσκονται στη δικογραφία, άλλως δικαιολογείται και αναβολή κατά το άρθρο 349 του ίδιου Κώδικα, δεν απαιτείται, όμως, να επιδοθεί στον κατηγορούμενο και η αναιρετική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ασκήθηκαν ποινικές διώξεις για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ` εξακολούθηση. Αρχικά αυτός καταδικάσθηκε με τις υπ` αριθ. 36.364/2005 και 33.366/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες αναιρέθηκαν (η πρώτη εν μέρει και η δεύτερη ολικά) με τις υπ` αριθ. 2188 και 2061/2006 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αντιστοίχως, και παραπέμφθηκαν οι υποθέσεις για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. Οι εν λόγω υποθέσεις συζητήθηκαν στο Δικαστήριο της παραπομπής και εκδόθηκαν οι υπ` αριθ. 16170 και 16172/2007 αποφάσεις του, με τις οποίες, κατά παραδοχήν ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι δεν του κοινοποιήθηκαν οι αναιρετικές αποφάσεις, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση. Στη συνέχεια, οι υποθέσεις αυτές επανήλθαν στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης), το οποίο τις συνεκδίκασε και εξέδωσε την υπ` αριθ. 26828/2007 απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε τον αυτό ως άνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου, χωρίς, μάλιστα, να ανακαλέσει ρητά τις προηγούμενες για το απαράδεκτο της συζητήσεως, κατεδίκασε τον κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονταν, στα πλαίσια των αναιρετικών αποφάσεων. Ο κατηγορούμενος άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση, επαναφέροντας στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και τον αυτό ισχυρισμό περί μη επιδόσεως των αναιρετικών αποφάσεων. Αυτό εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ` αριθ. 5697/2009 απόφασή του, με την οποία απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι: "Η επικαλουμένη από τον εκκαλούντα ακυρότητα δεν προβλέπεται από οποιαδήποτε δικονομική διάταξη. Σε κάθε περίπτωση η εκκαλουμένη εξαφανίζεται εφόσον ασκήθηκε παραδεκτή έφεση κατ` αυτής και η υπόθεση επανεξετάζεται στην ουσία της εξ αρχής. Γι` αυτό και δεν προκαλείται βλάβη στον εκκαλούντα και η ένστασή του πρέπει να απορριφθεί". Κατόπιν, προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για ορισμένες επιταγές (στις οποίες αφορά η συνεκδικαζόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως, ενώ τον καταδίκασε, με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, για την έκδοση των υπολοίπων, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, ανασταλείσα. Ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος πρότεινε, ακόμη, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι η διευθύνουσα τη συζήτηση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν έδωσε το λόγο, μετά τις αγορεύσεις του εισαγγελέα και των συνηγόρων της πολιτικής αγωγής επί της ενοχής, στο συνήγορό του για να αναπτύξει την υπεράσπισή του. Ήδη, ο άνω αναιρεσείων, με τον πρώτο, από το άρθρο 510§1 περ. Η', Δ' και Α' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο α) απέρριψε, χωρίς αιτιολογία, τις ενστάσεις του περί μη επιδόσεως και των αναιρετικών αποφάσεων και προχώρησε, καθ` υπέρβαση εξουσίας, στην εκδίκαση της ουσίας των υποθέσεων, χωρίς, μάλιστα, να ανακαλέσει τις άνω παρεμπίπτουσες υπ` αριθ. 16170 και 16172/2007 αποφάσεις του, β) εξέδωσε την εκκαλουμένη υπ` αριθ. 6828/2007 απόφασή του, χωρίς, πριν από την περί ενοχής κρίση του, να δώσει το λόγο στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, γεγονός που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και γ) χωρίς επαρκή αιτιολογία δεν έλαβε υπόψη τις λοιπές ενστάσεις που είχε προβάλει για αναβολή προκειμένου να προσέλθει ο μηνυτής στην υπ` αριθ. πιν. 3, περί μη νομότυπης υποβολής εγκλήσεως και περί μη επιδόσεως των κλήσεων στη νέα γνωστοποιηθείσα διεύθυνσή του, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί των ανωτέρω ενστάσεων, που αποτελούσαν και λόγους εφέσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά μεν το υπό στοιχ. α σκέλος του, ως μη νόμιμος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, για τη νέα συζήτηση των υποθέσεων στο δικαστήριο της παραπομπής δεν απαιτείτο να επιδοθούν στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα και οι αναιρετικές αποφάσεις, ενώ δεν επικαλείτο αυτός ότι οι αποφάσεις αυτές δεν βρίσκονταν στη δικογραφία, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ως άνω αιτιολογία. Κατά δε τα υπό στοιχ. β και γ σκέλη του, ως απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οποιαδήποτε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύφθηκε με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία και μόνο προσβάλλεται με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως για τις δικές της μόνο παραλείψεις και πλημμέλειες.
Η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Παρά το νόμο παράσταση υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και της παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ ή όταν παραβιάσθηκε η κατά το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα διαδικασία, που προβλέπεται για την άσκηση της πολιτικής αγωγής. Η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μόνον από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ. Δικαιούχος είναι όποιος υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο (φυσικό ή νομικό πρόσωπο).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5697/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ` εξακολούθηση, που τελέσθηκε σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ψ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην "ΑΔΡΑΝΗ ΥΛΙΚΑ ΕΠΕ") (ως προς την υπ` αριθ. ...επιταγή) και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτικός Οίκος ... ΑΕΒΕ" (ως προς τις υπ` αριθ. ... επιταγές). Πλην, όσον αφορά την πρώτη παθούσα και εγκαλούσα, το Δικαστήριο, τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ως παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ ατομικά, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βαρβάρα Κατακαλίδου, επιδικάζοντας υπέρ αυτού την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από 40 ευρώ. Όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίσθηκε στο ακροατήριο η ως άνω δικηγόρος και δήλωσε ότι, σύμφωνα με την από ... εξουσιοδότηση ου Ψ, η οποία αναγνώσθηκε, εκπροσωπεί τον Ψ και δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής για την ηθική βλάβη που υπέστη από το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο αδίκημα και ότι ζητεί να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει, για χρηματική του ικανοποίηση, το συμβολικό ποσό των 40 ευρώ με τη ρητή επιφύλαξη να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά του στα πολιτικά δικαστήρια. Είναι, λοιπόν, φανερό, ενόψει και του ότι δεν προσκομίστηκαν άλλα νομιμοποιητικά έγγραφα (πρακτικό διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρίας που να τον εξουσιοδοτεί να παραστεί για λογαριασμό της εταιρίας κ.λπ.), ότι ο εν λόγω Ψ παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ατομικά και όχι ως εκπρόσωπος της αμέσως ζημιωθείσας από την ένδικη αξιόποινη πράξη και εγκαλούσας εταιρίας Ψ ΑΕ" και, επομένως, ως μη ενεργητικά νομιμοποιούμενος, έπρεπε, κατά παραδοχήν της σχετικής ενστάσεως του κατηγορουμένου, να αποβληθεί. Εφόσον δε δεν έγινε αυτό, επήλθε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ως προς την επιταγή που αφορά η έγκληση της ανωτέρω εταιρίας. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, που συνίσταται στο ότι κακώς δεν αποβλήθηκε από τη διαδικασία ο πολιτικώς ενάγων Ψ, αφού παθούσα και εγκαλούσα ήταν η εταιρία "ΑΔΡΑΝΗ ΥΛΙΚΑ ΕΠΕ", η οποία και μόνο νομιμοποιείτο ενεργητικά να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα, είναι βάσιμος και πρέπει η απόφαση να αναιρεθεί κατά τούτο.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι το Δ. Σ. της ανώνυμης εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ... ΑΕΒΕ", με το υπ` αριθ. 293/15.4.2003 πρακτικό του, η ημερησία διάταξη του οποίου είχε ως θέμα μόνο την "υποβολή εγκλήσεως κατά του Χ, κατοίκου ..., ως διευθύνοντος συμβούλου της "SIGMA Ανώνυμος Βιομηχανική Εμπορική Εταιρία Αγροεφοδίων Λιπαντικών - Χ Α.Β.Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο SIGMA AGRO Α.Β.Ε.Ε. ή SIGMA AGRO S.A.", που εδρεύει στο ...)", ενέκρινε ομοφώνως την υποβολή εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος με το περιεχόμενο που παρατίθεται στο πρακτικό αυτό και εξουσιοδότησε τους δικηγόρους Νεμέτη Δημήτρη και Γεώργιο Χατζόπουλο να υπογράψουν, ο καθένας ξεχωριστά, εξ ονόματος και για λογαριασμό της εταιρίας, την έγκληση και να την υποβάλλουν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, δηλώνοντας, συγχρόνως, παράσταση πολιτικής αγωγής της εταιρίας για χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη από την καταμηνυόμενη πράξη. Και ναι μεν σε κάποιο σημείο του πρακτικού αναφέρεται ότι εγκρίθηκε η υποβολή εγκλήσεως κατά του Ζ, κατοίκου ..., πλην, ενόψει του ότι το θέμα που συζητήθηκε αναφέρεται στην υποβολή εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου Χ (αναιρεσείοντος), το περιεχόμενο της οποίας, στρεφομένης κατά του αυτού, καταχωρείται ολόκληρο στο πρακτικό, η αναγραφή του ασχέτου με την ένδικη υπόθεση ονόματος του Ζ οφείλεται σε φανερή παραδρομή. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, που συνίσταται στο ότι η έγκληση κατά του αναιρεσείοντος δεν είναι νόμιμη, γιατί κατατέθηκε κατά προσώπου εναντίον του οποίου δεν είχε δοθεί τέτοια εντολή, αφού η εντολή που δόθηκε αφορούσε τον Ζ, και, επομένως, η ποινική δίωξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ελλείψει νομότυπης ασκήσεως της εγκλήσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ 1325/1972 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του Ν.2408/1996, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40 - 47 του Ν.5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος προς υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι όχι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από την μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ ΑΠ 29/2007). Από δε τη διάταξη του άρθρου 23 του ν. 5960/1993, σύμφωνα με την οποία "οσάκις η οπισθογράφησις περιέχει την μνείαν "αξία εις κάλυψιν" "προς είσπραξιν", "κατά πληρεξουσιότητα", ή πάσαν άλλην μνείαν ενέχουσαν απλήν εντολήν, ο κομιστής δύναται να ασκήσει πάντα τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα, αλλά δεν δύναται να οπισθογραφήσει αυτήν ειμή λόγω πληρεξουσιότητος", συνάγεται ότι η λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση (όπως είναι η περιέχουσα τη ρήτρα "αξία προς είσπραξη") δεν επάγεται μεταβιβαστικά ή εγγυητικά αποτελέσματα. Ούτε η κυριότητα της επιταγής μεταβιβάζεται ούτε ο οπισθογράφος ευθύνεται. Απλώς ο δυνάμει οπισθογραφήσεως λόγω πληρεξουσιότητας κομιστής μπορεί να ασκήσει τα από την επιταγή απορρέοντα δικαιώματα επ' ονόματι και για λογαριασμό του οπισθογράφου, ο οποίος παραμένει νόμιμος κομιστής της επιταγής και συνεπώς αυτός δικαιούται να υποβάλει την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει, με τον αυτό λόγο αναιρέσεως, και ότι η εγκαλούσα εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ... ΑΕΒΕ" δεν ήταν η αμέσως παθούσα από το έγκλημα της εκδόσεως των ακαλύπτων επιταγών που του αποδίδεται γιατί δεν ήταν η τελευταία κομίστριά τους η ίδια, που τις σφράγισε, αλλά η Τράπεζα ..., στην οποία η εγκαλούσα παρέδωσε την υπ` αριθ. ... επιταγή "αξία σε πίστωση" και η οποία Τράπεζα την εμφάνισε στο Γραφείο Συμψηφισμού Αθηνών, όπου δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αυτού, επισκόπηση των σωμάτων των επιδίκων υπ` αριθ. ... επιταγών, στην πρώτη φέρεται ως κομίστρια η εγκαλούσα, ενώ, όσον αφορά τη δεύτερη, η εγκαλούσα προέβη σε οπισθογράφηση αυτής με τη ρήτρα "αξία σε πίστωση" προς την Τράπεζα Πειραιώς, η οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έχει την έννοια της, κατά πληρεξουσιότητα, μεταβιβάσεως της επιταγής, χωρίς μεταβιβαστικά και εγγυητικά αποτελέσματα και, έτσι, η εγκαλούσα παρέμεινε κυρία και τελευταία κομίστρια των επιταγών, δικαιούμενη σε υποβολή εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου για την ως άνω παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, τιμωρείται με τις σ' αυτό ποινές όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής απαιτείται, αντικειμενικώς, αφενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των υπό του νόμου απαιτουμένων στοιχείων επί του εντύπου και την επ' αυτού θέση της υπογραφής του εκδότη και αφετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής, υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή και θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων, κατ' είδος, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, όσον αφορά την πράξη στην οποία αμέσως ζημιούμενη φέρεται η πολιτικώς ενάγουσα εταιρία "Αγροτικός Οίκος ... ΑΕΒΕ", ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στη ..., ως Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "SIGMA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΓΡΟΕΦΟΔΙΩΝ - ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ - Χ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στο ..., εξέδωσε επιταγές που αν και εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα δεν πληρώθηκαν από τις πληρώτριες τράπεζες, στις οποίες δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως των επιταγών και κατά τον χρόνο της πληρωμής αυτών. Συγκεκριμένα: 5.στις ... εξέδωσε την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.243,63 ευρώ, σε διαταγή "SIGMA AGRO ΑΒΕΕ" προς την Λαϊκή Τράπεζα (υποκατάστημα ...), η οποία εμφανίστηκε προς πληρωμή στις 21-4-2003 και δεν πληρώθηκε, γιατί στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, 6.στις 20-3-2003, εξέδωσε ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SIGMA Ανώνυμος Βιομηχανική Εμπορική Εταιρία Αγροεφοδίων Λιπαντικών - Χ ΑΒΕΕ" την υπ' αριθ. ... επιταγή της Πανελλήνιας Τράπεζας, σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτικός οίκος ... Α.Ε.Β.Ε.", ποσού 30.750,00 ευρώ, σε χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού, που τηρούσε στην τράπεζα αυτή, για την κάλυψη της οποίας δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα κεφάλαια τόσο κατά τον χρόνο εκδόσεως όσο και κατά τον χρόνο πληρωμής της, με αποτέλεσμα αυτή να σφραγιστεί ως ακάλυπτη στις 26-3-2003.
Συνεπώς γι αυτές πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε, όπως αναφέρθηκε, ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ` εξακολούθηση και τον καταδίκασε (μαζί με την έκδοση της ανωτέρω επιταγής με εγκαλούσα την εταιρία ΑΔΡΑΝΗ ΥΛΙΚΑ ΕΠΕ) σε φυλάκιση δώδεκα μηνών, ανασταλείσα. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας παρέθεσε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη από τις προμνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε, καθόσον εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συγκεκριμένα, η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται η απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως δόλου είναι αβάσιμη, γιατί, πέραν του ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι όχι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και το Δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα, δεν υπεχρεούτο να απαντήσει, αιτιολόγησε αυτό πλήρως το δόλο του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος με τις παραδοχές ότι αυτός εξέδωσε τις επιταγές ως Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "SIGMA Ανώνυμος Βιομηχανική Εμπορική Εταιρία Αγροεφοδίων Λιπαντικών - Χ ΑΒΕΕ" και ότι ο επιταγές εκδόθηκαν σε χρέωση των αναφερομένων λογαριασμών του ιδίου του κατηγορουμένου (οπότε αυτός γνώριζε την μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων και ήθελε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού). Η δε αιτίαση, με την οποία προβάλλεται ότι δεν αναφέρεται στο σώμα των επιταγών ότι αυτές εμφανίσθηκαν και δεν πληρώθηκαν είναι αβάσιμη, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, αναφέρεται στις επιταγές και ο χρόνος εκδόσεώς τους και ο χρόνος εμφανίσεως και μη πληρωμής τους. Β) Επί της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κατά το άρθρο 510παρ. 1 περ. Η Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, δηλαδή ή αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσία του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας). Περίπτωση αρνητικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για έγκλημα που διώκεται κατ` έγκληση λόγω μη νομότυπης υποβολής εγκλήσεως, ενώ, στην πραγματικότητα, η έγκληση ήταν νομότυπη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του ανωτέρω κατηγορουμένου για την έκδοση των παρακάτω τραπεζικών επιταγών λόγω μη νομότυπης υποβολής εγκλήσεως, επειδή η εγκαλούσα δεν ήταν η τελευταία κομίστρια των επιταγών. Από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνά της βασιμότητας ή μη του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, ως πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SIGMA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΓΡΟΕΦΟΔΩΝ - ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ Χ ΑΒΕΕ", εξέδωσε στη ... στις ... τις υπ` αριθ. ... αντιστοίχως δίγραμμες τραπεζικές επιταγές, σε διαταγή της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας "... ΑΒΕΕ", που ήταν πληρωτέες από τη Λαϊκή Τράπεζα, ποσού 44.559 € η καθεμιά. Στη συνέχεια, η εγκαλούσα προέβη σε οπισθογράφηση των επιταγών αυτών με τη ρήτρα "αξία προς πίστωση" προς την Τράπεζα Πειραιώς, η οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη επί αντιστοίχου ζητήματος που κρίθηκε σε σχέση με την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, έχει την έννοια των, κατά πληρεξουσιότητα, μεταβιβάσεων των επιταγών, χωρίς μεταβιβαστικά και εγγυητικά αποτελέσματα. Στις 17.4.2003 οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε υπόλοιπο στο λογαριασμό. Με βάση αυτά, η εγκαλούσα παρέμεινε κυρία και τελευταία κομίστρια των επιταγών, δικαιούμενη σε υποβολή εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου για την ως άνω παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933. Επομένως, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε ότι η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρία δεν είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως γιατί δεν ήταν κομίστρια των επιταγών, αλλά κομίστρια αυτών ήταν η Τράπεζα Πειραιώς, και έπαυσε οριστικά την κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως των παραπάνω ακαλύπτων επιταγών υπερέβη της εξουσία του, κατά παραδοχήν του, από το άρθρο 510§1 περ. Η' ΚΠΔ, μοναδικού λόγου αναιρέσεως.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση του κατηγορουμένου και ολικά η αίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις διατάξεις της για την οριστική παύση της ποινικής δίωξης κατά του κατηγορουμένου για την έκδοση των υπ` αριθ. ... επιταγών, όπως αυτές, ειδικότερα, περιγράφονται ανωτέρω και για την κήρυξη του κατηγορουμένου ενόχου για την έκδοση της υπ` αριθ. ... επιταγής, ποσού 9.000 ευρώ, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της που αφορά την ποινή και τη χρηματική ικανοποίηση που επιδικάσθηκε υπέρ του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την υπ` αριθ. 37/4.9.2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ και την υπ` αριθ. 43/24.9.2009 τοιαύτη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθ. 5697/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και δη αναφορικά με α) την οριστική παύση της ασκηθείσας κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ ποινικής δίωξης για την έκδοση των επιταγών που αναφέρονται στο σκεπτικό, β) την καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ για την πράξη της εκδόσεως της υπ` αριθ. ... επιταγής, ποσού 9.000 ευρώ, γ) την επιβολή ποινής και δ) την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την υπ` αριθ. 37/4.9.2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, για αναίρεση της ίδιας (υπ' αριθ. 5697/2009 ) αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση εν μέρει καταδικαστική για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και εν μέρει παύσασα οριστικά την ποινική δίωξη λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως. Συνεκδίκαση αιτήσεων αναιρέσεως του κατηγορουμένου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο ν' απαντήσει σε σχετικό ισχυρισμό περί ακυρότητας στην πρωτοβάθμια δίκη και συνακόλουθα δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως. Για τη νέα συζήτηση στο δικαστήριο, όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση μετά την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, αρκεί η επίδοση προς τον κατηγορούμενο απλής κλήσης και δεν απαιτείται να επιδοθεί σ' αυτόν και η αναιρετική απόφαση, η οποία θα πρέπει να βρίσκεται στη δικογραφία, άλλως δικαιολογείται και αναβολή κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής κρίσεως δεν απαιτείται να αιτιολογείται η ύπαρξη του δόλου. Παρά το νόμο παράσταση, ως πολιτικώς ενάγοντος, φυσικού προσώπου ατομικά, όταν άμεσα ζημιωθείσα και εγκαλούσα είναι ανώνυμη εταιρία. Δικαιούχος προς υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι όχι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής (Ολ.ΑΠ 29/2007). Η λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση (όπως είναι η περιέχουσα τη ρήτρα "αξία προς είσπραξη") δεν επάγεται μεταβιβαστικά ή εγγυητικά αποτελέσματα. Απλώς ο δυνάμει οπισθογραφήσεως λόγω πληρεξουσιότητας κομιστής μπορεί να ασκήσει τα από την επιταγή απορρέοντα δικαιώματα επ' ονόματι και για λογαριασμό του οπισθογράφου, ο οποίος παραμένει νόμιμος κομιστής της επιταγής και συνεπώς αυτός δικαιούται να υποβάλει την έγκληση. Εσφαλμένη οριστική παύση της ποινικής διώξεως για την έκδοση ορισμένων επιταγών, γιατί η εγκαλούσα δεν ήταν η τελευταία κομίστρια. Παραδοχή ολικά της αιτήσεως του Εισαγγελέα και εν μέρει αυτής του κατηγορουμένου (ως προς την επιταγή για την οποία παρέστη ατομικά φυσικό πρόσωπο) και παραπομπή κατά τις διατάξεις για την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, την καταδίκη του κατηγορουμένου για μια επιταγή, την επιβολή ποινής και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος φυσικού προσώπου. Απόρριψη της αιτήσεως του κατηγορουμένου κατά τα λοιπά.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Δόλος.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 773/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 1009-1010/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) ..., 2) ... και 3) .... Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1079/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Μεταξύ των άνω ισχυρισμών περιλαμβάνονται και εκείνοι που αφορούν στη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, οι οποίοι είναι ορισμένοι όταν παρατίθενται όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί η επίκληση μόνον της νομικής διάταξης που προβλέπει την αντίστοιχη ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο αυτή είναι γνωστή στη νομική ορολογία. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε Κ.Ποιν.Δ συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Εξάλλου υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ, 1009-1010/2009 απόφασή του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν σχετικά με τους κατηγορουμένους στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ήδη αναιρεσείων Χ, τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι ετέλεσαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις των ληστειών κατ' εξακολούθηση τετελεσμένων και σε απόπειρα, τις οποίες αυτοί ομολόγησαν αλλά επιπλέον αναγνωρίσθηκαν και από τους παθόντες. Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεών τους αυτών, κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα οριζόμενα". Περαιτέρω ως προς τον αναιρεσείοντα, δέχθηκε τα εξής: "Το Δικαστήριο δέχεται ότι κατά τον χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεων ο πρώτος κατηγορούμενος Χ ήταν μετεφηβικής ηλικίας. Το Δικαστήριο όμως απορρίπτει τους ισχυρισμούς αυτού περί του ότι αυτός κατά τους χρόνους τέλεσης των παραπάνω πράξεων του ήταν ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, λόγω της υπ' αυτού χρήσεως ναρκωτικών ουσιών ως και περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός κατά την τέλεση των ως άνω πράξεών του ευρίσκετο υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, ούτε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά μετά την ως άνω πράξη του αφού αυτός έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και κατά το μετά από αυτό χρονικό διάστημα. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μεταμέλειας αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτός επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των άνω πράξεών του". Μετά από αυτά το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο του ήδη αναιρεσείοντα και τον επέβαλε ποινή καθείρξεως έξη (6) ετών. Από την ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε για ληστεία κατ' εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα και όχι κατά συρροή που είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως και επομένως ορθά το Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτόν μία ποινή. Μάλιστα στο σκεπτικό επιμετρήσεως της ποινής αναφέρεται και το άρθρο 98 του ΠΚ μεταξύ των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη και έτσι η αναφορά στο ίδιο σκεπτικό ότι πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 94 του ΠΚ, οφείλεται προφανώς σε παραδρομή.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι συνίστανται στο ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και καθ' υπέρβαση εξουσίας επέβαλε μία ποινή, ενώ έκρινε ως εφαρμοστέο το άρθρο 94 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά από την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε " να κριθεί με επιείκεια ο πελάτης του για την πράξη της ληστείας και να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά της ειλικρινούς μεταμέλειας και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, τέλος ζήτησε την εφαρμογή του άρθρου 36 ΠΚ περί μειωμένου καταλογισμού". Όπως διατυπώθηκαν οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί - αιτήματα περί αναγνωρίσεως της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων και μειωμένου καταλογισμού (άρθρα 84 παρ. 2 δ και ε και 36 του ΠΚ), ήταν αόριστοι, κατά τα προαναφερθέντα και έτσι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτούς ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψή τους και η ως άνω αιτιολογία που διέλαβε για την απόρριψή τους ήταν εκ περισσού. Σχετικά με το σκεπτικό απόρριψης των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι περιέχεται σ' αυτό αντίφαση περί του αν αυτός έκανε ή όχι χρήση ναρκωτικών κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων, πλην όμως επειδή η αιτίαση αυτή αναφέρεται σε ισχυρισμούς που ήταν αόριστοι, δηλαδή σε σημεία για τα οποία δεν υπήρχε υποχρέωση του Δικαστηρίου να απαντήσει, η οποιαδήποτε αντίφαση δεν έχει έννομη σημασία και δεν επηρεάζει την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας και αντιφατικής αιτιολογίας ως προς τα ανωτέρω σημεία, είναι αβάσιμος. Τέλος, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε αυτός, αλλά και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση, δε των στοιχείων τούτων, χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, χωρίς να είναι αναγκαία, επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και κατά το ανωτέρω σημείο.
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλο λόγο, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1009-1010/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί για να είναι ορισμένοι, πρέπει να συνοδεύονται από τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, αλλιώς δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει επ' αυτών. Δεν είναι αναγκαία η επιπρόσθετη αιτιολογία για τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής κατά το άρθρο 79 του ΠΚ. Εφόσον το δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως ότι η πράξη τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, ορθά επέβαλε στον κατηγορούμενο μία ποινή. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 772/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Ρακόπουλο περί αναιρέσεως της 5-9/2009 αποφάσεως Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 420/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από τον άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γεννετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε επίσης με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η πράξη: α) στρέφεται κατά ανηλίκου ή συνδέεται με την πνευματική αδυναμία ή την κουφότητα του παθόντος....γ) συνδέεται με την παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο του παθόντος από τη χώρα δ)τελείται κατ' επάγγελμα". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του εδαφ. στ' του άρθρου 13 ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 121 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδοχή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να διορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος όπως και στο έγκλημα της σωματεμπορίας του ως άνω άρθρου 351 ΠΚ, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5-9/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για την πράξη της σωματεμπορίας από κοινού στρεφόμενη κατά ανήλικης, συνδεόμενη με την παράνομη παραμονή στην χώρα αλλοδαπής, κατ' εξακολούθησιν και κατ' επάγγελμα, σε κάθειρξη δώδεκα ετών (12) και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής εκτίθεται, κατά το ενδιαφέρον τμήμα αυτής, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 22-3-2004, βραδυνές ώρες, οι ... και ..., α.λ.σ Βούλγαροι υπήκοοι, με το πρόσχημα ότι θα δειπνήσουν σε κοντινή ψαροταβέρνα της Βουλγαρίας, παρέσυραν και οδήγησαν στην παραμεθόριο με τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα τις ομοεθνείς του Θ, ανήλικη, ως γεννηθείσα την 9-5-1988 και την Ξ και εκεί τις υποχρέωσαν διερχόμενες πεζή να εισέλθουν όλοι μαζί στην Ελλάδα λάθρα, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα από αφύλακτη διάβαση των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Κατά την είσοδο τους στην Χώρα τις δύο παθούσες παρέδωσαν σε τρίτους οι οποίοι εν συνέχεια την ανήλικη Θ , τέλη του Απριλίου του 2004, την παρέδωσαν στον κατηγορούμενο X και στη σύζυγό του και δεύτερη κατηγορούμενη στον πρώτο βαθμό Ψ, γνωστή με το όνομα "...", υπηκόους... οι οποίοι έκτοτε από κοινού και κατ' εξακολούθηση επί 5μηνο έως τις 20-9-2004 την προήγαγαν στην πορνεία, με τη χρήση απειλών σπουδαίου και άμεσου κινδύνου της ζωής και της σωματικής της ακεραιότητας και εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση στην οποία βρισκόταν, λόγω της μεγάλης οικονομικής ανάγκης και του γεγονότος ότι διέμενε παράνομα στη Χώρα, εξαναγκάζοντάς την, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευσή της, να έρχεται σε σαρκική επαφή καθημερινώς με διάφορους άνδρες (4-6 ημερησίως) αντί αμοιβής 70-100 Ευρώ, ανά πελάτη, ποσό που κρατούσαν εξ ολοκλήρου αυτοί και με ερωτικά ραντεβού που έκλεινε προηγουμένως με τους πελάτες, τηλεφωνικώς, μέσω του κινητού της τηλεφώνου, η σύζυγος του κατηγορουμένου Ψ. Οι ερωτικές συνευρέσεις γινόταν μέσα στην οικία τους αρχικά στη ... επί τρίμηνο και στη συνέχεια στο υπόγειο άλλης κατοικίας τους στα ..., όπου για λόγους ασφαλείας μετέφεραν την ανήλικη, επί δίμηνο έως τις 20.9.2004 οπότε και αποκαλύφθηκε η πράξη τους, με τη σύλληψη της εν λόγω ανήλικης παθούσας Θ από τον ..., Αστυνομικό της Υποδ/νοης Ασφαλείας Βόλου, στα ίχνη των οποίων (κατηγορουμένου και της συζύγου του Ψ) και έφθασε αυτός ύστερα από ανώνυμες τηλεφωνικές καταγγελίες που περιήλθαν στην υπηρεσία του κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα για το ότι, οι δύο αυτοί υπήκοοι Βουλγαρίας αποκρύπτουν στην τελευταία ως άνω κατοικία τους (...) μία ανήλικη αλλοδαπή και την εκδίδουν από κοινού κατ' επάγγελμα σε πορνεία με σκοπό το κέρδος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανσγνωσθείσα, άνευ αντιρρήσεως από την υπεράσπιση, από 21-9-2004 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ανωτέρω Αστυνομικού, οι πελάτες καλούσαν στο κινητό τηλέφωνο με νούμερο .... και απαντούσε είτε ο κατηγορούμενος X, είτε η σύζυγος του Ψ και λέγοντας το σύνθημα "είμαι από τον ... από τις ... και θέλω το μικρό" κανόνιζαν με αυτούς τον τόπο και χρόνο του ερωτικού ραντεβού με την ανήλικη κοπέλα Θ, για την οποία έπρεπε να καταβάλει το χρηματικό ποσό των εκατό (100) Ευρώ για την κάθε ερωτική συνεύρεση. Ότι, προκειμένου να ερευνηθεί η βασιμότητα των εν λόγω καταγγελιών αποφασίστηκε να προσποιηθεί ο ανωτέρω Αστυνομικός τον "πελάτη" κλείνοντας ραντεβού τηλεφωνικώς στον προαναφερόμενο αριθμό κλήσης του τηλεφώνου της οικίας των κατηγορουμένων X και Ψ. Πράγματι ο εν λόγω αστυνομικός ..., προσποιούμενος τον ενδιαφερόμενο πελάτη τηλεφώνησε στις 20-9-2004 και περί ώρα 12:15 στο προαναφερόμενο νούμερο κινητού και του απάντησε μία γυναίκα και την ρώτησε εάν είναι η "Ψ" και έλαβε θετική απάντηση, της είπε το κωδικό σύνθημα και εκείνη τον ρώτησε ποιος είναι και της είπε ότι "είμαι ο ... από τις ... που έχω πρατήριο βενζίνης και θέλω την κοπέλα για το μεσημέρι για να συνευρεθώ ερωτικά μαζί της". Η σύζυγος του κατηγορουμένου X, Ψ συμφώνησε να του δώσει την ανήλικη αλλοδαπή και την ρώτησε αν ισχύει το χρηματικό ποσό των εκατό (100) Ευρώ και πού έπρεπε να τα καταβάλλει και σε ποιον. Απαντώντας του ανέφερε ότι αυτά ήταν τα χρήματα που έπρεπε να πληρώσει και ότι θα τα παρέδιδε στην κοπέλα που θα συνευρίσκονταν μαζί του, επιπρόσθετα δε ανέφερε ότι, τον τόπο του συγκεκριμένου ερωτικού ραντεβού, θα μπορούσε να καθορίσει εκείνος και ότι η κοπέλα περί ώρα 13:00 της ίδιας ημέρας θα ευρίσκεται επί της οδού ... έμπροσθεν του κτιρίου των ΕΛΤΑ, απ' όπου αυτός θα την οδηγούσε σε ξενοδοχείο της επιλογής του και τον ρώτησε πως θα τον αναγνωρίσει η κοπέλα και της απάντησε ότι θα την περιμένει επιβαίνων σε μηχανή μεγάλου κυβισμού. Πράγματι, περί ώρα 13:00 της προαναφερομένης ημέρας, προσήλθε μπροστά στο κτίριο των ΕΛΤΑ όπου ανέμενε ο αστυνομικός υπάλληλος, μια κοπέλα, η οποία τον πλησίασε και του είπε πως είναι η κοπέλα που περίμενε και επιβιβάστηκε στη μοτοσυκλέτα. Στη συνέχεια την οδήγησε στο ξενοδοχείο "...", το οποίο ευρίσκετο στη διασταύρωση των οδών ... και ... της πόλεως του .., με τον ιδιοκτήτη του οποίου η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Βόλου είχε προηγουμένως περιέλθει σε συμφωνία και είχε προκαθορισθεί να χρησιμοποιήσει το δωμάτιο με αριθμό .... Η ανήλικος κοπέλα του ζήτησε να της δώσει τα εκατό (100) Ευρώ που είχε κανονίσει με την Ψ, προκειμένου να συνευρεθούν ερωτικά και εκείνος της έδωσε τα υπ' αριθμ. α) ... χαρτονόμισμα των πενήντα (50) ευρώ, β) ... και ... χαρτονομίσματα των είκοσι (20) ευρώ και γ) ... και ... χαρτονομίσματα των πέντε (5) ευρώ και τα οποία είχαν προηγουμένως προσημειώσει και μόλις τα παρέλαβε δέχτηκε να συνευρεθεί μαζί του και άρχισε να βγάζει τα ρούχα της και τότε εκείνος της ανακοίνωσε την ιδιότητα του και ενημέρωσε μέσω του κινητού του τηλεφώνου τους συναδέλφους του αστυνομικούς υπαλλήλους, οι οποίοι επενέβησαν και διενήργησαν σωματική έρευνα στην ανήλικη και ανεύραν και κατάσχεσαν τα ανωτέρω προσημειωμένα χαρτονομίσματα και ένα κουτί προφυλακτικών μάρκας DREAM, το οποίο περιείχε ένα (1) αχρησιμοποίητο προφυλακτικό. Άπαντα τα ανωτέρω αποδεικνύονται ιδία και από τις, άνευ αντιρρήσεως από την υπεράσπιση, αναγνωσθείσες ανωμοτί καταθέσεις της ανήλικης παθούσας Θ, από 20-9-2004 ενώπιον του Αστυνόμου Β' ... της Υ.Α. Βόλου και από 9-3-2005 ενώπιον του Ανακριτού του Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Βόλου, στις οποίες κατά τον πλέον κατηγορηματικό και μη αναιρούμενο από αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο τρόπο μεταξύ των άλλων καταθέτει ότι, μετά από ένα μήνα (εννοεί περί τα τέλη Απριλίου 2004) η ... την πούλησε αντί 1.500 Ευρώ σε ένα ζευγάρι, τον αδελφό της Χ (κατηγορούμενο) και την Ψ ότι, αμφότεροι, οι οποίοι στην αρχή την πήγανε σ' ένα σπίτι στην ... και μένανε και οι τρεις μαζί για 3 μήνες, συνέχισαν να την εκδίδουν, με ραντεβού που κανόνιζε η "Ψ", χρησιμοποιώντας το κινητό της με αριθμ. ..., μάρκας SIEMENS, ότι, στα ερωτικά ραντεβού την οδηγούσε η ίδια ("Ψ") με ταξί και η ίδια έπαιρνε τα λεφτά, 70-100 Ευρώ ανά πελάτη, και στη συνέχεια τα έδινε στον κατηγορούμενο, χωρίς αυτή να κερδίζει τίποτα ότι, όσες φορές αρνήθηκε να πάει με άνδρες την χτύπησε ο κατηγορούμενος ότι, στη συνέχεια, για λόγους ασφαλείας, την μετέφεραν στα ... και έμεινε μαζί τους για άλλους 2 μήνες όπου και πάλι την εξανάγκαζαν να δουλεύει ως πόρνη, παρά τη θέληση της, όπως και προηγουμένως έως ότου την ανακάλυψε η Αστυνομία ότι, την είχαν συνέχεια υπό την επίβλεψη τους και στον κόσμο την παρουσίαζαν σαν παιδί τους ότι, πάντα κάποιος από τους δύο ήταν μαζί και την πρόσεχε και ότι, δεν μπορούσε να ξεφύγει από αυτούς, διότι πέραν του ότι, φοβόταν, δεν είχε χρήματα, δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα και δεν είχε που να πάει, βρισκόταν παράνομα στην Ελλάδα και τα χαρτιά της (εννοεί την Βουλγαρική ταυτότητα που έφερε μαζί της) τα κρατούσε ο κατηγορούμενος. Η κατάθεση της ανήλικης παθούσας προσεπιβεβαιώνεται και από τις και πρωτοδίκως αναγνωσθείσες και άνευ αντιρρήσεως από την υπεράσπιση από 20.9.2004 ενώπιον του Ανθ/μου ... της Υ.Α. Βόλου και την από 9-3-2005 ενώπιον του ιδίου ως άνω Ανακριτή δοθείσα μαρτυρική κατάθεση της Ξ. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι, τις ανωτέρω πράξεις τέλεσε ο κατηγορούμενος X, κατ' επάγγελμα ενεργώντας βάσει σχεδίου με οργανωμένη ετοιμότητα και με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της ίδιας πράξης προς πορισμό εισοδήματος".
Με αυτά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματεμπορίας στρεφόμενης κατά ανήλικης, συνδεόμενης με την παράνομη παραμονή στη χώρα αλλοδαπής κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, για το οποίο καταδικάσθηκε, ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 351 παρ. 1, 4 εδ. α, γ, και δ, 13 εδ. στ. ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρεται στην αιτιολογία ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, ήτοι η παραλαβή, χρήση βίας και κατακράτηση της ανήλικης αλλοδαπής γυναικός που βρισκόταν παράνομα στη χώρα. Επίσης αναφέρεται ο επιδιωκόμενος περαιτέρω σκοπός, συνιστάμενος στην γεννετήσια εκμετάλλευση της άνω ανηλίκου γυναικός. Τέλος, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ως προς την συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως, της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, την κρίση του δε αυτή στηρίζει το Μικτό ορκωτό Εφετείο, στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής, που συντρέχει και επί της διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθησιν, όπως εν προκειμένω, και από την οποία προκύπτει ο σκοπός του αναιρεσείοντος για πορισμό εισοδήματος. Επομένως οι αντίθετοι προς τα ανωτέρω, πρώτος και δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και του ΚΠΔ (άρθρο 139) πρέπει αν εκτείνεται και στους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για την θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων, (υπό στοιχ ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για την περίσταση αυτή, πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική στάση του και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και, συνεπώς, η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεπε ο νομοθέτης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων , δια της συνηγόρου του, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του, του ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε ΠΚ ισχυρισμό που εκτέθεσε γραπτώς και ανέπτυξε και προφορικά και ο οποίος έχει ως εξής: "Η συμπεριφορά μου στη φυλακή καθόλο το διάστημα της κράτησής μου από το 2004 μέχρι σήμερα ήταν καλή, δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά και εργάζομαι ως καθαριστής χωρίς να δημιουργήσω πρόβλημα στην υπηρεσία ούτε και έχω εμπλακεί σε πειθαρχικής φύσεως παραπτώματα με συγκρατούμενους μου". Ο ισχυρισμός αυτός δεν θεμελιώνεται στα εν λόγω επικληθέντα απ' τον αναιρεσείοντα περιστατικά, καθόσον η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, όπως προεκτέθηκε. Έτσι, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, στον οποίο εκ περισσού απήντησε. Επομένως ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο ως άνω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2009 αίτηση του X, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5-9/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για σωματεμπορία με επιβαρυντικές περιστάσεις. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως σε σχέση με την απόρριψη του ισχυρισμού για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς. Μόνη η καλή συμπεριφορά στη φυλακή δεν αρκεί.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Σωματεμπορία.
| 1
|
Αριθμός 771/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 128/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.7.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1155/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 376/11.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 20-7-2009 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, κατά του υπ'αριθμ. 128/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη η έφεση της αναιρεσειούσης κατά του υπ'αριθμ. 14/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σύρου και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτή παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, διά να δικασθή δι' απόπειρα αρπαγής ανηλίκου νεωτέρου των δέκα τεσσάρων ετών. Προβάλλει δε αυτή, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Επειδή, εκ των διατάξεων του άρθρου 324 παρ. 1, 2 ΠΚ προκύπτει, ότι το έγκλημα της αρπαγής ανηλίκου διαπράττει όποιος αφαιρεί ανήλικο από τους γονείς, τους επιτρόπους ή από οποιονδήποτε δικαιούται να μεριμνήση για το πρόσωπό του ή όποιος υποστηρίζει την εκουσία διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των ανωτέρω προσώπων. Αν ο ανήλικος δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα χρόνια του, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εκτός αν η πράξη ετελέσθη από ανιόντα, οπότε ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση.
Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ'όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, ΑΠ 685/2004). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Περαιτέρω, η ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους οι οποίοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητος προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής (ΑΠ 1800/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη Χ, στο ... και συγκεκριμένα στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος ..., την 15-6-2003, έχοντας αποφασίσει να αφαιρέσει το μόλις 1 έτους ανήλικο τέκνο του Ρ και της Σ από την γονική μέριμνα και επιμέλεια των γονέων του, πλησίασε το καροτσάκι που βρισκόταν το βρέφος και αφού το πήρε με γρήγορες κινήσεις επιχείρησε να απομακρυνθεί από το σημείο, όπου βρισκόταν η οικογένεια, χωρίς όμως να επιτύχει τον σκοπό της, ο οποίος δεν ολοκληρώθηκε από εξωτερικά και μόνο αίτια που ανάγονται στο γεγονός ότι η μητέρα του τέκνου επενέβη αυθόρμητα, αποσπώντας το τέκνο της από την κατηγορουμένη, ενώ ταυτόχρονα ο πατέρας του φώναζε δυνατά και έντονα προς την κατηγορουμένη αναγκάζοντάς την να αποχωρήσει. Περαιτέρω ο μετ' επιτάσεως προβαλλόμενος ισχυρισμός, ότι η κατηγορουμένη κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος αυτού, είχε κλονισμό της ψυχικής της υγείας και έντονες ψυχικές διαταραχές, τυγχάνει ανυπόστατος, ανακριβής, αναπόδεικτος, διότι μόνο η μάρτυς Π στην κατάθεσή της λέγει ότι θεώρησε ότι η κατηγορουμένη διακατείχετο από έντονες ψυχικές διαταραχές, επειδή έβλεπε την κατηγορουμένη να κάνει βόλτες γύρω από την οικογένεια καταλαμβάνοντας θέσεις στα πέριξ καταστήματα. Ως όμως προκύπτει και συνάγεται σαφώς, η κατηγορουμένη με επίδειξη αποφασιστικότητος, θάρρους, γνωρίζοντας και θέλοντας να τελέσει οπωσδήποτε το έγκλημα αρπαγής ανηλίκου εν αποπείρα, αντιλαμβανόμενη πλήρως το άδικο της πράξης της, και τις κολάσιμες ποινικές συνέπειες που θα είχε τυχόν η τέλεση του εγκλήματος αυτού, με επίδειξη μιας έκδηλης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, έχοντας ανάλογη πνευματική-διανοητική διαύγεια, κινήθηκε κανονικά προς το καροτσάκι όπου ήτο το βρέφος, και αδίστακτα πήρε το βρέφος και κινήθηκε γοργά προς την έξοδο, θέλοντας έτσι να στερήσει πάση θυσία το βρέφος από την γονική μέριμνα-επιμέλειά του και να κλονίσει την οικογενειακή ευταξία και ομόνοια από τους γονείς του, και μάλιστα είχε το θάρρος να χαστουκίσει και την μητέρα του βρέφους Σ, η οποία απελπισμένη έσπευσε να αναλάβει το βρέφος, ενώ δεν ολοκλήρωσε το αδίκημά της, ευτυχώς λόγω των παρατεταμένων κραυγών του πατρός του βρέφους, προς αποτροπή πλήρωσης του εγκλήματός της. Επομένως δεν συντρέχει, ως υποστηρίχτηκε η εφαρμογή των άρθρων 34 και 36 ΠΚ, στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, η δε πράξη είναι καταλογιστέα και άδικη.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής της αναιρεσειούσης κατηγορουμένης, διά την ως άνω αξιόποινη πράξη και, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτής κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, επεκύρωσε τούτο.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, το Συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί δε ο κατ' είδος προσδιορισμός τους και δεν απητείτο ειδική μνεία της επικαλουμένης ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αφού ουδόλως προκύπτει, εκ της επισκοπήσεως των εγγράφων της δικογραφίας, ότι αυτή διετάχθη κατ' άρθρ. 183 ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 2131/2007). Περαιτέρω, ειδικώς αιτιολογείται και η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, περί ελλείψεως ή μειώσεως της προς καταλογισμό ικανότητος της αναιρεσειούσης (άρθρ. 34 και 36 ΠΚ). Εξ άλλου, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, με τις ως άνω παραδοχές του, ορθώς εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 324 και 42 ΠΚ. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, οι εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ οι αιτιάσεις, διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες. Επίσης, απαράδεκτη είναι και η περί εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αιτίαση, αφού προεβλήθη αορίστως, χωρίς να προσδιορίζεται εις τί συνίσταται αυτή (βλ. ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906).
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Εις περίπτωση δε που εκτιμηθή ότι η υπό κρίση αίτηση περιλαμβάνει και αίτημα αυτοπροσώπου εμφανίσεως της αναιρεσειούσης ενώπιόν σας, προς παροχή διευκρινήσεων, τούτο πρέπει να απορριφθή, διότι αυτή επαρκώς αναπτύσσει, διά της εκθέσεως αναιρέσεως, τις σχετικές αναιρετικές αιτιάσεις και δεν συντρέχει λόγος προφορικής αναπτύξεως αυτών.
Για τους λόγους αυτούς
-Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να απορριφθή η από 20-7-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ), κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 128/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου.
Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Να απορριφθή το διά της ανωτέρω αιτήσεως αίτημα αυτής, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς της προς παροχή διευκρινήσεων.
Αθήναι 30 Οκτωβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 324 του ΠΚ, οι οποίες ορίζουν ότι όποιος αφαιρεί ανήλικο από τους γονείς, τους επιτρόπους ή από οποιονδήποτε δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του ή όποιος υποστηρίζει την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των παραπάνω προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση και αν ο ανήλικος δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα χρόνια του, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, συνάγεται ότι η αρπαγή ανηλίκου, που είναι έγκλημα διαρκές και υπαλλακτικώς μικτό, συντελείται και με την εκ μέρους τρίτων αφαίρεση του ανηλίκου ή την υποστήριξη της εκούσιας διαφυγής αυτού από την εξουσία των γονέων, των επιτρόπων ή οποιουδήποτε δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του, είτε και με τους δύο αυτούς τρόπους. Ως αφαίρεση νοείται η απομάκρυνση του ανηλίκου από τον τόπο της διαμονής του σε άλλον, κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτός που δικαιούται ν' ασκεί την επιμέλειά του, σύμφωνα με το νόμο ή με δικαστική απόφαση, να στερείται διαρκώς ή προσκαίρως της δυνατότητας ανατροφής και επιβλέψεώς του. Οποιαδήποτε θετική ενέργεια ή παράλειψη με άμεσο στόχο την παρακώλυση ή το ανέφικτο της ελεύθερης ασκήσεως του δικαιώματος επιμελείας και ανατροφής του ανηλίκου εκ μέρους του κατά νόμον δικαιουμένου, συνιστά τρόπο τελέσεως του αδικήματος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος (και ενδεχόμενος δόλος αρκεί), που συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι ο ανήλικος τελεί υπό γονική μέριμνα, επιμέλεια ή σε σχέση τέτοια που βάσει αυτής άλλο πρόσωπο δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του, και την θέληση του δράστη να τον αφαιρέσει από αυτήν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη. Ως αρχή εκτελέσεως θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελεί τμήμα, εν όλω ή εν μέρει, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που έχει αποφασίσει να τελέσει και που οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτήν σε άμεση και αναγκαία σχέση συναφείας, ώστε, κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται τμήμα αυτής, προς την οποία θα κατέληγε αμέσως, αν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιονδήποτε λόγο. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το έγκλημα της αρπαγής ανηλίκου βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, δηλαδή στην αφαίρεση του ανηλίκου από την εξουσία των προαναφερθέντων προσώπων. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν, τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στην διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 128/2009 βούλευμά του και με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται τα εξής: "Η κατηγορουμένη Χ, υπήκοος ..., ετέλεσε το έγκλημα απόπειρας αρπαγής ανηλίκου, μη συμπληρώσαντος τα 14 έτη, στο ..., την 15.6.2003. Έτσι, στον ως άνω τόπο και χρόνο, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα αρπαγής ανηλίκου κάτω των 14 ετών, ενεργώντας από πρόθεση, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του ως άνω εγκλήματος, πλην όμως η πράξη της αυτή δεν ολοκληρώθηκε από αίτια εξωτερικά και λόγους άσχετους με τη θέλησή της, και συγκεκριμένα στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος ..., έχοντας αποφασίσει να αφαιρέσει το μόλις ενός έτους ανήλικο τέκνο του Ρ και της Σ από την γονική μέριμνα και επιμέλεια των γονέων του, πλησίασε το καροτσάκι που βρισκόταν το βρέφος και, αφού το πήρε με γρήγορες κινήσεις, επιχείρησε να απομακρυνθεί από το σημείο όπου βρισκόταν η οικογένεια, χωρίς όμως να επιτύχει τον σκοπό της, ο οποίος δεν ολοκληρώθηκε από εξωτερικά και μόνον αίτια, που ανάγονται στο γεγονός ότι η μητέρα του τέκνου επενέβη αυθόρμητα, αποσπώντας το τέκνο της από την κατηγορουμένη, ενώ ταυτόχρονα ο πατέρας του φώναζε δυνατά και έντονα προς την κατηγορουμένη, αναγκάζοντάς την να αποχωρήσει. Περαιτέρω, ο μετ' επιτάσεως προβαλλόμενος ισχυρισμός, ότι η κατηγορουμένη κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος αυτού, είχε κλονισμό της ψυχικής της υγείας και έντονες ψυχικές διαταραχές, αξιολογούμενος στα πλαίσια της αρχής της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 ΚΠΔ), τυγχάνει ανυπόστατος, ανακριβής, αναπόδεικτος, διότι μόνον η μάρτυς Π στην κατάθεσή της λέγει ότι θεώρησε ότι η κατηγορουμένη διακατείχετο από έντονες ψυχικές διαταραχές, επειδή έβλεπε την κατηγορουμένη να κάνει βόλτες γύρω από την οικογένεια, καταλαμβάνοντας θέσεις στα πέριξ καταστήματα. Ως όμως προκύπτει και συνάγεται σαφώς, η κατηγορουμένη, με επίδειξη αποφασιστικότητας, θάρρους, γνωρίζοντας και θέλοντας να τελέσει οπωσδήποτε το έγκλημα αρπαγής ανηλίκου εν αποπείρα, αντιλαμβανομένη πλήρως το άδικο της πράξης της και τις κολάσιμες ποινικές συνέπειες που θα είχε τυχόν η τέλεση του εγκλήματος αυτού, με επίδειξη μιας έκδηλης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, έχοντας ανάλογη πνευματική - διανοητική διαύγεια, κινήθηκε κανονικά προς το καροτσάκι, όπου ήτο το βρέφος, και αδίστακτα πήρε το βρέφος και κινήθηκε γοργά προς την έξοδο, θέλοντας έτσι να στερήσει πάση θυσία το βρέφος από τη γονική μέριμνα - επιμέλειά του και να κλονίσει την οικογενειακή ευταξία και ομόνοια από τους γονείς του, και μάλιστα είχε το θάρρος να χαστουκίσει και την μητέρα του βρέφους Σ, η οποία απελπισμένη έσπευσε να αναλάβει το βρέφος, ενώ δεν ολοκλήρωσε το έγκλημά της λόγω των παρατεταμένων κραυγών του πατρός του βρέφους, προς αποτροπή πλήρωσης του εγκλήματός της. Επομένως, δεν συντρέχει, ως υποστηρίχθηκε, η εφαρμογή των άρθρων 34 και 36 ΠΚ, στο πρόσωπο της κατηγορουμένης. Έτσι, κατόπιν τούτου, δύναται να στηριχθεί δημόσια κατηγορία στο ακροατήριο του αρμοδίου ποινικού Δικαστηρίου, σε βάρος της κατηγορουμένης ...". Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά του υπ' αριθ. 14/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σύρου και επικύρωσε αυτό.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής της κατηγορουμένης για το αποδιδόμενο σ' αυτήν έγκλημα της απόπειρας αρπαγής ανηλίκου που δεν είχε συμπληρώσει τα δέκα τέσσερα χρόνια του, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στο βούλευμα: α) η απόφαση της κατηγορουμένης να αφαιρέσει το ανήλικο τέκνο από την εξουσία των γονέων του, β) οι ενέργειες της κατηγορουμένης για την υλοποίηση της απόφασης αυτής, οι οποίες αποτελούν αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος της αρπαγής ανηλίκου και συνίστανται στο ότι πλησίασε το καροτσάκι όπου βρισκόταν το ανήλικο, το πήρε και κατευθύνθηκε γρήγορα προς την έξοδο του καταστήματος, γ) η γνώση της ότι το ανήλικο τελούσε υπό γονική μέριμνα, πράγμα που προκύπτει από την παραδοχή ότι η κατηγορουμένη έκανε προηγουμένως βόλτες γύρω από την οικογένεια, αναμένοντας προφανώς την ευκαιρία να πραγματοποιήσει την αρπαγή, δ) η πρόθεση της κατηγορουμένης να αφαιρέσει το ανήλικο από τους γονείς του και ε) η μη ολοκλήρωση της αρπαγής από εξωτερικά εμπόδια, τα οποία συνίστανται αφενός στο ότι η μητέρα του ανηλίκου έσπευσε και απέσπασε αυτό από την κατηγορουμένη και αφετέρου στο ότι ο πατέρας του φώναζε συνεχώς για την επιχειρούμενη αφαίρεση. Περαιτέρω, προκύπτει α) ότι το Συμβούλιο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων εγγράφων, και τις προσκομισθείσες από την κατηγορουμένη ιατρικές γνωματεύσεις και ιατρικές πραγματογνωμοσύνες και β) ότι το Συμβούλιο εξέτασε και απέρριψε με ειδική αιτιολογία τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης περί συνδρομής στο πρόσωπό της της ελλείψεως καταλογισμού, αλλιώς του μειωμένου καταλογισμού (άρθρα 34 και 36 του ΑΚ) και έτσι είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις της, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις της αφορούν σε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και γι' αυτό είναι απαράδεκτες, αφού δεν ελέγχεται αναιρετικά η ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα, το Συμβούλιο υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 και 324 του ΠΚ. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.7.2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ' αριθ. 128/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρπαγή ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα χρόνια του. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για απόπειρα του εγκλήματος αυτού της κατηγορουμένης, η οποία πήρε το ηλικίας ενός έτους τέκνο των παθόντων από το καροτσάκι του και επιχείρησε να απομακρυνθεί, ώστε να το αφαιρέσει από την εξουσία των γονέων του. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Αρπαγή ανηλίκου.
| 0
|
Αριθμός 770/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Μοίρα, περί αναιρέσεως της 755/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3.9.2009 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1539/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 3.9.2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 755/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βεροίας και οι οποίες, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικασθούν.
Ι.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠοινΔ. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία ... αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ο αναιρεσείων Χ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), μολονότι άσκησε παραδεκτά αναίρεση ο συγκατηγορούμενός του Χ2, τα εκ της οποίας επωφελή αποτελέσματα επεκτείνονται και σ' αυτόν, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 15 του π.δ. 40/77, τα τρόφιμα, αναλόγως των αποτελεσμάτων των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων βάσει της εν γένει υγιεινής και ποιοτικής καταστάσεως στην οποία αυτά ευρίσκονται και των όρων της ισχύουσας νομοθεσίας, χαρακτηρίζονται ως ακολούθως: α) κατάλληλα προς κατανάλωση, β) .........ε) ακατάλληλα προς κατανάλωση, ως μη πληρούντα τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, κατά δε το άρθρο 22 του ιδίου π.δ., οι παραβαίνοντες τις διατάξεις αυτού τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του ν. 248/1914. Επίσης, κατά το άρθρο 23β του άνω νόμου, όπως το εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 2732/1999, οι παραβάτες του παρόντος νόμου και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, τουλάχιστον. Περαιτέρω, κατά την ισχύουσα παρ. 1 του άρθρου 36 (μετά την κατάργηση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου) του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946), για κάθε παράβαση των διατάξεων του διατάγματος αυτού και των "εις εκτέλεση αυτού διατάξεων", που γίνεται στα ξενοδοχεία φαγητού και ύπνου, τα εστιατόρια κάθε είδους και στα εκεί αναφερόμενα λοιπά καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών καταστημάτων, εργοστασίων, εργαστηρίων κλπ". Εξάλλου, κατά το άρθρο 30 παρ. 12 και 15 του ίδιου Κώδικα, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές εκείνοι που παραβαίνουν τις εκδιδόμενες κατά τον Κώδικα αυτόν αγορανομικές και άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα, αν δε η παράβαση αυτή τελέσθηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 του ίδιου Κώδικα. Ενόψει αυτών, για να έχει η καταδικαστική, για παράβαση του ανωτέρω άρθρου 30 παρ. 12 και 15, απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται, εκτός άλλων, να αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, είχε μια από τις τρεις προαναφερθείσες ιδιότητες, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και προσδίδουν σ' αυτόν μία από τις ιδιότητες αυτές, περαιτέρω δε να αναφέρεται το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν, δηλαδή, αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 755/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βεροίας, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων Χ2 κηρύχθηκε ένοχος, όπως και ο συγκατηγορούμενός του Χ1, για παραβάσεις του Αγορανομικού Κώδικα και του π.δ. 40/77, και τους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών και 20 ημερών, ανασταλείσα. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων (όπως και ο συγκατηγορούμενός του) κηρύχθηκε ένοχος, διότι: "στο ..., στις 23-9-2006, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος (Χ2), υπεύθυνος της εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑ ΗΜΑΘΙΑΣ Α.Ε", ο δε δεύτερος κατηγορούμενος (Χ1), υπεύθυνος καντίνας, με έδρα το ...: Α. Έθεσαν στην κατανάλωση τρόφιμο ακατάλληλα, συγκεκριμένα, κατελήφθησαν ο πρώτος να διαθέτει στον ψυκτικό θάλαμο συντήρησης της καντίνας του, προς πώληση, λουκάνικα βάρους (40) κιλών σε διάφορες πλαστικές σακούλες, αγνώστου ιχνηλασιμότητας, τα οποία προμηθεύτηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, με τα υπ' αριθ. ...και ... τιμολόγια, χωρίς να είναι συσκευασμένα και χωρίς να υπάρχει επ' αυτών σήμανση, τα οποία κρίθηκαν ακατάλληλα προς κατανάλωση. Β) Με πρόθεση παρέβησαν την υπ' αριθμ. 14/89 (άρθρο 35) Αγορανομική Διάταξη του Υπουργείου Εμπορίου, που ρυθμίζει αγορανομικά αντικείμενα και δημοσιεύθηκε νόμιμα. Ειδικότερα, έθεσαν προς πώληση προϊόντα, χωρίς να αναγράφονται σε αυτά οι προβλεπόμενες ενδείξεις με ευδιάκριτα και ανεξίτηλα γράμματα στην Ελληνική Γλώσσα, όπως η ονομασία πώλησης του τροφίμου, ο κατάλογος των συστατικών του, η ονομαστική ποσότητα του περιεχομένου, η χρονολογία ελάχιστης διατηρησιμότητας ή η χρονολογία ανάλωσης, το όνομα ή η εμπορική επωνυμία του παρασκευαστή ή του συσκευαστή και ο τόπος παραγωγής ή προέλευσης και συγκεκριμένα κατελήφθησαν να διαθέτουν προς πώληση στην καντίνα του 2ου κατηγορουμένου λουκάνικα βάρους 40 κιλών, χωρίς επί των συσκευασιών τους να αναγράφονται οι σχετικές ενδείξεις, καίτοι τούτο απαγορεύεσαι. Γ. Δεν συμμορφώθηκαν με τις γνωμοδοτήσεις και τις αποφάσεις της αρμόδιας χημικής υπηρεσίας, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι που πρέπει να πληρούν τα προσφερόμενα στην κατανάλωση τρόφιμα και ποτά ως και τα αντικείμενα χρήσεως και οι όροι που πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και συντήρηση αυτών για φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών. Ειδικότερα, έθεσαν στην κατανάλωση την παραπάνω ποσότητα προσυσκευασμένων τροφίμων, λουκάνικων, χωρίς συσκευασία και χωρίς τις επισημάνσεις που ορίζονται από το άρθρο 11 του ΚτΠ". Όμως, ούτε στο διατακτικό, κατά τα ανωτέρω, ούτε στο σκεπτικό που είναι πιστή αντιγραφή του διατακτικού, αναφέρεται αν ο κατηγορούμενος αναιρεσείων Χ2, κατά τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως των υπό στοιχεία Β και Γ πράξεων είχε μία από τις τρεις προαναφερθείσες ιδιότητες, δηλαδή του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντή ή του επόπτη της άνω εταιρείας, ενώ μόνη η αναφερόμενη ιδιότητά του ως υπευθύνου της εταιρείας "ΦΑΡΜΑ ΗΜΑΘΙΑΣ ΑΕ" δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του για τις άνω παραβάσεις της υπ' αριθ. 14/89 Αγορανομικής Διατάξεως του άρθρου 11 του ΚτΠ. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συνακολούθως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ πρώτος λόγος της αιτήσεως του ανωτέρω αναιρεσείοντος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, παρά το ότι η ανωτέρω υπό στοιχείο Γ πράξη τιμωρείται και από αμέλεια, δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αν ο αυτός αναιρεσείων τέλεσε την άνω πράξη από δόλο ή αμέλεια, με συνέπεια να μην έχει και εξ αυτού του λόγου η απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στερούμενη συγχρόνως κατά τούτο και νόμιμης βάσεως, αφού ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, του άρθρου 30 παρ. 12 του ν.δ. 136/46, που εφαρμόσθηκε, δεν είναι εφικτός. Τέλος, στην άνω απόφαση εμφιλοχώρησαν αντιφάσεις και ασάφειες, αφού στην αρχή του διατακτικού και του ταυτόσημου σκεπτικού, ο ανωτέρω αναιρεσείων - κατηγορούμενος φέρεται ως υπεύθυνος της "ΦΑΡΜΑ ΗΜΑΘΙΑΣ ΕΠΕ" (και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 ως υπεύθυνος καντίνας). Περαιτέρω, εξειδικεύοντας την ποινική τους ευθύνη, στην υπό στοιχείο Α πράξη, ο αυτός αναιρεσείων φέρεται τόσον στο σκεπτικό όσον και στο διατακτικό να διέθετε στον ψυκτικό θάλαμο της καντίνας του προς πώληση λουκάνικα .........τα οποία προμηθεύθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο (Χ1). Τούτο δε, έχει ως συνέπεια να δημιουργεί ασάφεια και υπό ποία ιδιότητα τέλεσε τις λοιπές πράξεις, δηλαδή υπό την ιδιότητα του υπευθύνου της "ΦΑΡΜΑ ΗΜΑΘΙΑΣ ΕΠΕ" ή του υπευθύνου της καντίνας. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και εξ αυτού του λόγου, αφού ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων δεν είναι εφικτός. Επομένως, είναι βάσιμοι οι συναφείς, ε, του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τρίτος κατά το ένα σκέλος του και τέταρτος, λόγοι της αιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος. Πρέπει, μετά ταύτα, να αναιρεθεί ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως.
Το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα της αναιρέσεως του Χ2 πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ, και στον συγκατηγορούμενό του, που καταδικάσθηκε για τις ίδιες πράξεις και του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, ως ανυποστήρικτη, δεδομένου ότι ο τέταρτος λόγος περί αντιφάσεως και ασάφειας της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αρμόζει αποκλειστικά στο αναιρεσείοντα και να αναιρεθεί και ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 3.9.2009 αιτήσεις - δηλώσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως της 755/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.
Απορρίπτει την από 3 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 755/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.
Καταδικάζει τον ανωτέρω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 755/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2.
Επεκτείνει το αποτέλεσμα της από 3.9.2009 αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ2 και στον Χ1.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 11 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του Αγορανομικού Κώδικα και ΠΔ 40/77. Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων. Απόρριψη της πρώτης λόγω ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. Αποδοχή λόγων αναιρέσεως της δεύτερης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Αναιρεί και παραπέμπει. Επεκτατικό αποτέλεσμα.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αγορανομικός Κώδικας, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 769/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - METROLIFE - ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2270/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6476/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης στο σύνολό του και ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και 2) να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δεύτερο μέρος του. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3198/1955,η καταγγελία της "άριστου χρόνου εργασιακής συβάσεως(που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920,2 και 5 του ν. 3198/1955 και 669 του ΑΚ) θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Επομένως, είναι άκυρη η καταγγελία αν ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απολύσεως, που σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 2 του ν.2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν.3198/1955 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 656 παρ. 1 του ΑΚ, αν ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, έχει την υποχρέωση να του καταβάλει το μηνιαίο μισθό του καθώς και τις τάσης φύσεως πρόσθετες αποδοχές τις οποίες κατέβαλλε σ' αυτόν σταθερά και μόνιμα κατά μήνα κατά το χρόνο της πραγματικής εργασίας του και τις οποίες ο τελευταίος με πιθανότητα θα ελάμβανε αν ο εργοδότης αποδεχόταν τις υπηρεσίες του. Προϋποτίθεται, ότι οι εν λόγω πρόσθετες αποδοχές έχουν μισθολογικό χαρακτήρα παρέπεται δε, ότι αναγκαίο περιεχόμενο της ιστορικής βάσεως της αγωγής του μισθωτού, με την οποία προβάλλονται αξιώσεις για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αποτελεί, μεταξύ άλλων, και η αναφορά του ύψους του νόμιμου ή συμβατικού μισθού καθώς και των τυχόν λοιπών πρόσθετων παροχών μισθολογικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649,653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2190/1920,5 παρ. 1 του Ν.3198/1955 και 1 της 95/1949 διεθνούς σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου",που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή πάνω από τα ελάχιστα όρια αυτού, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στο μισθωτό κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας του, τακτικά και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης εργασίας του. Με την αποδοχή της πιο πάνω παροχής καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί τακτικής καταβολής της, ως μισθού, οπότε η παροχή αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός επιφύλαξε ρητώς για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως της, ή αν η παροχή είχε χορηγηθεί από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα εργασίας, ή αν χορηγήθηκε προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως, οι οποίες έπαυσαν να υπάρχουν. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για να κριθεί αν συντρέχουν οι όροι της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή αν δεν συντρέχουν, οπότε αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του και τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:Στις ... ο αναιρεσείων συνήψε με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης "Η ΙΟΝΙΚΗ-Α.Ε.Γ.Α" έγγραφη σύμβαση, επιγραφομένη ως σύμβαση έργου, με την οποία προσελήφθη από αυτήν ως Διευθυντής Δικτύου Πωλήσεων κλάδου Ασφαλίσεων Ζωής. Ειδικότερα, στα καθήκοντα του περιλαμβανόταν η εκπαίδευση ασφαλιστικών συνεργατών και η διεύθυνση της υπηρεσίας οργάνωσης ελευθέρων πωλήσεων για τους κλάδους ζωής και κεφαλαιοποιήσεως στην Αθήνα και την επαρχία. Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε οκταετής και η αμοιβή του στο ποσό των 4.800.000 δραχμών ετησίως, καταβλητέο σε δώδεκα μηνιαίες δόσεις. Το Δεκέμβριο του 1996,η εταιρία "Η ΙΟΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α." συγχωνεύθηκε από την ασφαλιστική εταιρία "ΜΕΤROLΙFΕ Α.Ε.Γ.Α" και στις ..., ο αναιρεσείων κατάρτισε με την τελευταία την από ... σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσελήφθη από αυτή για το χρονικό διάστημα από 1.3.1998 μέχρι 31.12.2000,με τη δυνατότητα παράτασης μέχρι 31.12.2003.Με τη σύμβαση αυτή του ανατέθηκαν καθήκοντα διευθυντή πωλήσεων και ειδικότερα ανέλαβε την ευθύνη προωθήσεως των πωλήσεων όλων των κλάδων ασφάλισης. Οι αποδοχές του ορίσθηκαν στο ποσό των 850.000 δραχμών μηνιαίως. Εν συνεχεία, στις ..., ο αναιρεσείων συνήψε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία του ανατέθηκαν τα ίδια καθήκοντα, αντί μηνιαίου μισθού 1.200.000 δραχμών. Επιπλέον του χορηγήθηκε πιστωτική κάρτα της Εμπορικής Τράπεζας για δαπάνες μέχρι 150.000 δρχ. το μήνα,^00.000 δρχ. για έξοδα παραστάσεως και δημοσίων σχέσεων, μηνιαίως, καθώς και πρόσθετη αμοιβή (Βοnus), με βάση το ύψος της νέας πρωτοετούς παραγωγής της εταιρίας, οριζόμενο εκάστοτε από τον Πρόεδρο της εταιρίας. Τον Ιούλιο του 2002,η άνω εταιρία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την ασφαλιστική εταιρία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", από τη συγχώνευση δε αυτή προέκυψε η αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ-ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε".Η τελευταία, ως οιονεί καθολική διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.ΕΛ.Ε.Ζ." υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της άνω εταιρίας, η οποία και αυτή είχε υπεισέλθει στα δικαιώματα και της υποχρεώσεις της εταιρίας "ΙΟΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.".Στις ...,ο αναιρεσείων συνήψε με την αναιρεσίβλητη έγγραφη σύμβαση, επιγραφομένη ως "σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών".Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε διετής, τα καθήκοντα του ήσαν παρεμφερή με αυτά των προηγουμένων συμβάσεων και ως αμοιβή του συμφωνήθηκε το ποσό των 4.400 ευρώ μηνιαίως, επί 14,5 φορές ετησίως. Του χορηγήθηκαν, επίσης, εταιρική κάρτα για δαπάνες μέχρι 730 ευρώ, το μήνα και επί πλέον 760 ευρώ, μηνιαίως, ως έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως, συμφωνήθηκε δε, ότι θα δικαιούται ετήσιο bonus,υπολογιζόμενο ημερολογιακώς, για κάθε χρόνο και ανερχόμενο σε 0,006 επί του συνόλου των εισπραχθέντων ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου Agency και μόνον σε περίπτωση που τα πιο πάνω ασφάλιστρα υπερβαίνουν, κατ' έτος, το ποσό των 5,2 εκατομ. ευρώ. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι 1)η έννομη σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη και τις δικαιοπαρόχους αυτής, ήταν εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου,2)η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε στον αναιρεσείοντα την από 15.11.2004 έγγραφη δήλωση της, με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση από την 30.11.2004,δίχως να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και 3) η καταγγελία αυτή, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είναι άκυρη (άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955) και η αναιρεσίβλητη, που αρνείτο να δεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του αναιρεσειόντος, περιήλθε σε υπερημερία και του οφείλει για το χρονικό διάστημα από 1.12.2004 έως 30.10.2005 μισθούς υπερημερίας. Τέλος δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, κατά τον χρόνο της απόλυσης του, ελάμβανε μηνιαίο μισθό 4.400 ευρώ, πλέον 730 ευρώ για χρήση εταιρικής κάρτας και 760 ευρώ για έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως, και ότι άλλες τακτικές παροχές της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντά που να συνυπολογίζονται στον μηνιαίο μισθό του (bonus) δεν αποδείχθηκαν. Με τις παραδοχές του, όμως, αυτές το Εφετείο, δι έλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ελλείπεις και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το ζήτημα του ύψους των συνολικών τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος, κατά τον τελευταίο μήνα της εργασίας του, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, από το οποίο προσδιορίζεται και το ύψος των οφειλόμενων μισθών υπερημερίας. Ειδικότερα, ενώ υπάρχει η παραδοχή της απόφασης ότι στις 5.5.2003 ο αναιρεσείων συνήψε με την αναιρεσίβλητη έγγραφη σύμβαση, διάρκειας δύο ετών, με την οποία ως αμοιβή του συμφωνήθηκε το ποσό των 4.400 ευρώ μηνιαίως, του χορηγήθηκαν εταιρική κάρτα για δαπάνες μέχρι 730 ευρώ, το μήνα και επί πλέον 760 ευρώ, μηνιαίως, ως έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως και ακόμη συμφωνήθηκε, ότι θα δικαιούται ετήσιο bonus, υπολογιζόμενο ημερολογιακώς, για κάθε χρόνο και ανερχόμενο σε 0,006 επί του συνόλου των εισπραχθέντων ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου Αgency και μόνον σε περίπτωση που τα πιο πάνω ασφάλιστρα υπερβαίνουν, κατ' έτος, το ποσό των 5,2 ευρώ, όμως το εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, κατά τον χρόνο της απόλυσης του, ελάμβανε μηνιαίο μισθό 4.400 ευρώ, πλέον 730 ευρώ για χρήση εταιρικής κάρτας και 760 ευρώ για έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως, συνολικά δε 5.890 ευρώ, μηνιαίως και ότι άλλες τακτικές παροχές της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, που να συνυπολογίζονται στον μηνιαίο μισθό του (bonus) δεν αποδείχθηκαν, δίχως μάλιστα να διαλάβει στην απόφαση του ειδικότερη αιτιολογία δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτή αν κατά το έτος της απόλυσης του, με την παροχή της εργασίας του, εισπράχθηκαν ασφάλιστρα από πρωτοετή ατομικά ασφαλιστήρια ζωής και προσθηκών του δικτύου Αgency και το συνολικό ύψος αυτών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν ο αναίρεσε ίων δικαιούται ή όχι τη συμφωνηθείσα και σαφώς προσδιοριζόμενη στην αγωγή πρόσθετη παροχή του(ετήσιο bonus) και κατ' επέκταση αν πρέπει και κατά ποιο ποσό να συνυπολογισθεί αυτή για τον καθορισμό του ύψους των μισθών υπερημερίας. Να σημειωθεί ότι για τη μη επιδίκαση της παροχής αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, υπέβαλε συγκεκριμένο λόγο εφέσεως. Έτσι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αφού δεν είναι εφικτός ο έλεγχος τη ορθότητας του πορίσματος της από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η σχετική από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπεί να αναιρεθεί, εν μέρει, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το παραπάνω κεφάλαιό της, που αναφέρεται στην επιδίκαση μισθών υπερημερίας, και μάλιστα στο μηνιαίο και συνολικό ύψος αυτών, ως προς το οποίο και μόνο πλήττεται με την αναίρεση, σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου(άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την 6476/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά το άνω κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Κα ι
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το ζήτημα του ύψους των συνολικών τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος, κατά τον τελευταίο μήνα της εργασίας του, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, από τον οποίο προσδιορίζεται και το ύψος των οφειλόμενων μισθών υπερημερίας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν ο αναιρεσείων δικαιούται ή όχι τη συμφωνηθείσα και σαφώς προσδιοριζομένη στην αγωγή πρόσθετη παροχή του (ετήσιο bonus) και κατ΄ επέκταση αν πρέπει και κατά ποιο ποσό να συνυπολογισθεί αυτή για τον καθορισμό του ύψους των μισθών υπερημερίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 768/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Χ χας Ζ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πορφύρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΚΑΝΔΙΝΑΥΙΚΟΝ ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ - ΕΞΑΓΩΓΑΙ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στον ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1668/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, που λογίζεται ως μη γενόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτέ τις προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349,350 και 656 του ΑΚ. Η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη εξ αιτίας συγκεκριμένου γεγονότος, ενώ δεν είναι καταχρηστική όταν αυτή δικαιολογείται από τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του εργοδότη. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Περαιτέρω με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ύπαρχε ι και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη την 1η Ιουλίου 1983,με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει τις υπηρεσίες της ως γραμματέας γενικών καθηκόντων. Έκτοτε απασχολήθηκε με καθήκοντα γραμματειακής υποστηρίξεως και μηχανοργανώσεως του γραφείου του Σ, που διετέλεσε μέχρι 29.9.2006 γενικός διευθυντής της και δεν χρησιμοποιούσε ηλεκτρονικό υπολογιστή, καθώς και του βοηθού του Ν. Ο ως άνω γενικός διευθυντής ήταν αποκλειστικά αρμόδιος για θέματα προμηθειών της αναιρεσίβλητης από τις εμπορικές της συναλλαγές και είχε αναθέσει στην αναιρεσείουσα α)την πλήρη παρακολούθηση και διεκπεραίωση των προμηθειών της αναιρεσίβλητης μέχρι το στάδιο της πληρωμής τους σε συνεργασία με τον ίδιο, καθήκοντα που συνίσταντο στην παραλαβή και παρακολούθηση της σχετικής αλληλογραφίας και της πορείας των αντίστοιχων παραγγελιών και β)τη σύνταξη εξαμηνιαίων καταστάσεων ανά αντιπροσωπευόμενο οίκο, που ανέφεραν την επωνυμία του πελάτη, τον αριθμό του τιμολογίου, τα στοιχεία του προϊόντος, την αξία και το ποσό της εισπρακτέας προμήθειας δυνάμει των οικείων συμβάσεων αντιπροσωπείας. Η αναιρεσείουσα ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της με τη χρήση του εταιρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή, στα αρχεία του οποίου μόνο η ίδια είχε πρόσβαση με ειδικό κωδικό. Επιπρόσθετα, σ' ότι αφορά τη συνεργασία της με τον πωλητή της αναιρεσίβλητης Ν, ο ίδιος συχνά έδινε σ' αυτήν εντολές διεκπεραιώσεως διαφόρων εργασιών. Συνεπεία της παραπάνω απασχολήσεως της η αναιρεσείουσα γνώριζε το πελατολόγιο της αναιρεσίβλητης, είχε δε άμεση επικοινωνία με τους πελάτες της. Ως εκ τούτου ασκούσε τα καθήκοντα της από θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης και αυξημένης ευθύνης. Ο παραπάνω γενικός διευθυντής της αναιρεσίβλητης αποχώρησε από τη θέση του στις 29.9.2006 και λίγους μήνες μετά έγινε πρόεδρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΞΥΛΕΙΑΣ", ως διάδοχο του δε πρότεινε το Ν. Αν και η διοίκηση της αναιρεσίβλητης ανακοίνωσε στις 14.11.2006 στον τελευταίο την πρόθεση της να τον ορίσει εντεταλμένο σύμβουλο και νέο γενικό διευθυντή της, όμως αυτός την αμέσως επόμενη ημέρα υπέβαλε την παραίτηση του και δύο μήνες αργότερα βρέθηκε στη θέση του αντιπροέδρου της παραπάνω εταιρείας εμπορίας ξυλείας με πρόεδρο τον Σ. Ο Ν, όταν κλήθηκε από την αναιρεσίβλητη στις 8.12.2006 να ενημερώσει και να παραδώσει στον επόμενο γενικό διευθυντή της το αρχείο των συμβάσεων πελατών, τη σχετική αλληλογραφία με τους αντιπροσωπευόμενους οίκους και τους πελάτες, τις παραγγελίες και όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως αυτά είχαν μηχανογραφηθεί και τύχει επεξεργασίας σε συνεργασία με την αναιρεσείουσα στον εταιρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αρνήθηκε οποιαδήποτε συνεργασία με την αναιρεσίβλητη, υποστηρίζοντας ότι τα σχετικά αρχεία δεν υπήρχαν πλέον, διότι είχαν διαγραφεί. Η διοίκηση της απευθύνθηκε στην αναιρεσείουσα, η οποία είχε δημιουργήσει και διαμορφώσει το περιεχόμενο των ανωτέρω αρχείων, ως σχεδόν αποκλειστική χειρίστρια του ηλεκτρονικού υπολογιστή και όταν της ζητήθηκε η εκτύπωση και παράδοση των αποθηκευμένων αρχείων με τις συναλλαγές και τη σχετική αλληλογραφία με συνεργαζόμενους εμπορικούς οίκους, επικαλέστηκε αδυναμία εκτυπώσεως, καθόσον αυτά είχαν διαγραφεί, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση και, κυρίως, χωρίς να προηγηθεί κάποια σχετική προηγούμενη ενημέρωση της κεντρικής διοικήσεως της αναιρεσίβλητης, ενέργεια που όφειλε και μπορούσε, ως έμπειρη που ήταν, να αντιληφθεί ότι ήταν αναγκαία εξ αιτίας της αναμφισβήτητης δυσμενούς επιδράσεως της διαγραφής των αρχείων στη συναλλακτική πορεία των υποθέσεων και στο σύνολο της λειτουργίας της. Η ίδια ισχυρίσθηκε, μετέπειτα, ότι τα παραπάνω αρχεία ουδέποτε διεγράφησαν, όμως η αδυναμία της να προσκομίσει εκτυπωμένα τα αρχεία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι αυτά δεν παραδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη, όταν ζητήθηκαν, διότι είχαν αυθαίρετα διαγραφεί. Η έλλειψη ουσιαστικής ανταποκρίσεως και στοιχειώδους διαθέσεως συνεργασίας της αναιρεσείουσας με τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης -στάση μη αναμενόμενη από μια υπάλληλο που κατείχε θέση εμπιστοσύνης επί πολλά έτη στην επιχείρηση της- οδήγησαν την τελευταία στην ανάθεση της ψηφιακής έρευνας των σκληρών δίσκων των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στους διαπιστευμένους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης πραγματογνώμονες για θέματα ηλεκτρονικού εγκλήματος ..., προκειμένου να γίνει αναζήτηση και επαναφορά των διαγραμμένων αρχείων και ταξινόμηση των αποτελεσμάτων στους αντίστοιχους φακέλους. Η πρωτοβουλία της αυτή ήταν απαραίτητη για την εξασφάλιση της συναλλακτικής της πίστεως και της απρόσκοπτης, κατά το δυνατόν, συνέχειας των εμπορικών συνεργασιών και συναλλαγών της, υπό τη νέα διεύθυνση και δεν φανερώνει εμπάθεια ούτε εχθρότητα προς το πρόσωπο της αναιρεσείουσας. Η τελευταία, προς ενίσχυση του ισχυρισμού της ότι η αναιρεσίβλητη κινήθηκε σε βάρος της από εμπάθεια και διάθεση εκδικήσεως, επικαλείται το γεγονός ότι τον Ιανουάριο του έτους 2007 της ανακοινώθηκε από τη διοίκηση της εργοδότριας της η χορήγηση του συνόλου της κανονικής άδειας της για το έτος 2007 εντός του ίδιου μήνα, κατά απαγορευμένη παρέκκλιση από τις οικείες προβλέψεις του Α.Ν. 539/1945 και του Ν. 1346/1983, ανακοίνωση από την οποία η αναιρεσίβλητη φέρεται τελικά να υπαναχώρησε κατόπιν παρεμβάσεως της αρμόδιας Επιθεωρήσεως Εργασίας, στην οποία η ίδια προσέφυγε, χορηγώντας τελικά σ' αυτή τη μ ση κανονική της άδεια έτους 2007 εντός του ανωτέρω μήνα. Όμως, τέτοια πρόθεση των οργάνων της αναιρεσίβλητης δεν προκύπτει με βεβαιότητα από μόνη την ανωτέρω άστοχη ενέργεια τους, αφού, η ενέργεια της απόπειρας αδειοδοτήσεως της ενάγουσας ερμηνεύεται ως ανορθόδοξη) μέθοδος προκειμένου:α)είτε να δοθεί στην αναιρεσείουσα η άδεια της σε περίοδο περιορισμένου έως ανύπαρκτου αντικειμένου απασχολήσεως της, δεδομένης της αφαιρέσεως, για τον προεκτεθέντα λόγο, του ηλεκτρονικού υπολογιστή που της είχε παραχωρηθεί, β)είτε να εξασφαλιστεί η προσφορότητα της ανατεθείσας στους προαναφερόμενους πραγματογνώμονες ψηφιακής επεξεργασίας του ηλεκτρονικού υπολογιστή, που χειριζόταν, η οποία δεν διευκόλυνε με την προηγούμενη συμπεριφορά της την αναζήτηση των αρχείων του. Επομένως, η προσπάθεια απομακρύνσεως της από το χώρο εργασίας της, ενδεχομένως να καταδεικνύει δυσπιστία στο πρόσωπο της, η οποία, όμως, ήταν δικαιολογημένη λόγω της ανεξήγητης, με βάση την εμπειρία και τη θέση ευθύνης που κατείχε, αδυναμίας της να παραδώσει στην εργοδότιδά της τα ιδιαιτέρως σημαντικά ηλεκτρονικά αρχεία, που η ίδια τηρούσε, σε κάθε δε περίπτωση δεν είναι δηλωτική εμπάθειας για το πρόσωπο της. Ούτε μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μειωτική για το πρόσωπο της η πραγματοποιηθείσα από την αναιρεσίβλητη, μετά την αποχώρηση του γενικού διευθυντή της Σ, αφαίρεση των εξυπηρετουσών το γραφείο της τηλεφωνικών συνδέσεων, αφού στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο περί αποκλεισμού της δυνατότητας πραγματοποιήσεως τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, αλλά περί υπαγωγής των εν λόγω τηλεφωνικών συνδέσεων στο τηλεφωνικό κέντρο της, στα πλαίσια γενικότερης αναδιαρθρώσεως του σχετικού δικτύου. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι λίγες ημέρες μετά την επιστροφή της αναιρεσείουσας από την δεκαήμερη άδεία, παραδόθηκε το πόρισμα των πραγματογνωμόνων. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα, στα οποία αυτοί κατ έληξαν:α)εντοπίσθηκαν και ανακτήθηκαν αρχεία, που είχαν διαγραφεί από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους χρησιμοποιούσαν ο Ν και η αναιρεσείουσα, αποκλειστικά από άτομα και υποδομές εντός της αναιρεσίβλητης εταιρίας, β)ανακτήθηκε ηλεκτρονική αλληλογραφία με αλλοδαπές και ημεδαπές εταιρίες, χρησιμοποιηθέντος για την αλληλογραφία με προμηθευτές εξωτερικού e-mail λογαριασμού και εξωτερικού παροχέα internet, από την οποία προέκυψαν "αφανείς" μέχρι τότε για τη διοίκηση και το λογιστήριο της αναιρεσίβλητης εμπορικές και χρηματικές συναλλαγές τόσο με σταθερούς πελάτες, εμπορικούς οίκους της αναιρεσίβλητης στην εγχώρια αγορά και στο εξωτερικό, όσο και με άλλους οίκους του εξωτερικού, συναλλαγές που είχαν καταχωρηθεί σε εξωλογιστικές καταστάσεις, χωρίς να υπάρχει ενημέρωση της, για τις αναλογούσες προμήθειες, ώστε να ακολουθήσει η προβλεπόμενη διαδικασία εισπράξεως τους, τιμολογήσεως και αποδόσεως φόρων και γ)εντοπίστηκε η κατ' εξακολούθηση σε πλήθος e-mail χρήση της επωνυμίας ... με το συσχετιζόμενο domain ... gr, δηλαδή η επωνυμία της ομώνυμης εταιρίας εμπορίας ξυλείας, στην οποία μεταπήδησαν επαγγελματικά, ως (διοικητικά στελέχη, αμέσως μετά την αποχώρηση τους από την αναιρεσίβλητη, οι Σ και Ν. Με βάση το πόρισμα αυτό, δημιουργήθηκε πλέον η πεποίθηση στους διοικούντες την αναιρεσίβλητη, ότι τα εν λόγω πρώην στελέχη της είχα\ ευθεία ανάμιξη στη διάπραξη σοβαρών περιουσιακών αδικημάτων, όπως της απιστίας και της απάτης σε βάρος της, εμπλεκόμενα σε σωρεία ανταγωνιστικών πράξεων σε βάρος των συμφερόντων της, ενώ κατείχαν θέσεις με αποφασιστική αρμοδιότητα σε αυτήν.
Για τους λόγους αυτούς κατατέθηκαν σε βάρος τόσο των ανωτέρω προσώπων όσο και σε βάρος έτερου στελέχους της η από 2.10.2007 έγκληση της τελευταίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, καθώς και οι από 11.5.2007 αγωγές, εξ αδικοπραξίας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Συνακόλουθα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι δικαιολογημένη ήταν η σημαντική ενίσχυση της δυσπιστίας της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης και προς το πρόσωπο της αναιρεσείουσας, άμεσης συνεργάτιδας των προαναφερόμενων προσώπων, λαμβανομένης υπόψη και της αδυναμίας παροχής οποιοσδήποτε συνδρομής από μέρους της στην προσπάθεια ανευρέσεως των κρίσιμων αρχείων. Με αυτά τα δεδομένα, η διοίκηση της αναιρεσίβλητης επιχείρησε να ζητήσει, μετά την περαίωση της πραγματογνωμοσύνης, περισσότερες εξηγήσεις και πληροφορίες από την αναιρεσείουσα σχετικά με τα διαλαμβανόμενα στο πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, χωρίς όμως να εκδηλώσει άμεσα οποιαδήποτε πρόθεση για διακοπή της εργασιακής τους σχέσεως. Τόσο η στάση αυτή όσο και η πρωτοβουλία της να ζητήσει την επανάκτηση των διαγραμμένων ηλεκτρονικών αρχείων των ηλεκτρονικών υπολογιστών της από την προαναφερόμενη ομάδα εμπειρογνωμόνων, υποδηλώνουν με τρόπο σαφή την πρόθεση της να προασπίσει την εύρυθμη λειτουργία της επιχειρήσεως της και όχι να αποδώσει άμεσα ευθύνες στην αναιρεσείουσα, στηριζόμενη σε απλή καχυποψία και λοιπά καθαρά υποκειμενικά και επιλήψιμα κριτήρια, όπως η εμπάθεια και η εχθρότητα ούτε να της αποδώσει, χωρίς πραγματικό έρεισμα, οποιαδήποτε παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά. 'Αλλωστε, η εργασιακή σχέση των διαδίκων, ενέχουσα έντονο το στοιχείο της προσωπικής ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ευθύτητας και εντιμότητας, δεν επηρεάστηκε αποφασιστικά από το προαναφερθέν πόρισμα της ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά τούτο ήλθε απλά να επισφραγίσει τον ήδη επελθόντα προηγουμένως κλονισμό της, συνεπεία της αδικαιολόγητης, ανεξήγητης και μη αναμενόμενης για την εμπειρία και τα συγκεκριμένα καθήκοντα της, αδυναμίας αλλά και απροθυμίας, να παράσχει οποιαδήποτε στοιχειώδη συνδρομή στην εργοδότρια της, σχετικά με το περιεχόμενο των επίμαχων ηλεκτρονικών αρχείων. Η αναιρεσείουσα ερμήνευσε, εσφαλμένα, την προσπάθεια της αναιρεσίβλητης να προασπίσει την επιχειρηματική της λειτουργία, ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της και ως προσπάθεια εξαναγκασμού της σε παραίτηση και, επικαλούμενη αυτόν τον λόγο, προσέφυγε στις 21.6.2007 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, ζητώντας τη διευθέτηση εργασιακής διαφοράς. Με την ενέργεια της αυτή ουσιαστικά επιβεβαίωσε την αμφίπλευρη πλέον δυσπιστία και εμφανή δυσαρμονία, που είχε προκληθεί, από την περιγραφείσα δική της στάση, στην εργασιακή της σχέση. Έτσι, με αυτή τη συνολική συμπεριφορά της παραβίασε τις εργασιακές της υποχρεώσεις, κυρίως την υποχρέωση καλόπιστης συμπεριφοράς απέναντι στην αναιρεσίβλητη και κλόνισε σε σημαντικό βαθμό τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα σ' αυτή και τη διοίκηση της εργοδότριας της, καθιστώντας ιδιαίτερα προβληματική τη συνέχιση της συνεργασίας τους. Η τελευταία δε, αφού ανέχθηκε για αρκετό διάστημα την επιλήψιμη τακτική της αναιρεσείουσας, υπολογίζοντας εύλογα και καλόπιστα σε ενδεχόμενη μεταστροφή και διατήρησή της στη θέση, που επί πολλά έτη με επάρκεια ανταποκρινόταν, αναγκάστηκε τελικά να καταγγείλει, στις 8.8.2007, τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, προσφέροντας τη νόμιμη αποζημίωση, προκειμένου να διαφυλάξει την απειλούμενη ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της επιχειρήσεως της. Ηπιότερο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μέτρο, δεν θα ήταν πρόσφορο να εξομαλύνει τις σοβαρά διαταραγμένες σχέσεις των διαδίκων, λαμβανομένης υπόψη και της προηγηθείσας πολυετούς συνεργασίας των, από την ίδια εργασιακή θέση ευθύνης, δεδομένο που καθιστά ανεπανόρθωτο τον κλονισμό της σχέσεως εμπιστοσύνης ανάμεσα τους, μετά την προαναφερόμενη δυσμενή εξέλιξη της συνεργασίας τους. Γιαυτό το λόγο δεν μπορεί, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αξιωθεί από την εργοδότρια η συνέχιση της παροχής της εργασίας της αναιρεσείουσας, έστω και υπό διαφοροποιημένους, αλλ' εντός της μεταξύ τους υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας, όρους. Εξαιτίας των ανωτέρω η καταγγελία ήταν επιβεβλημένη για την προστασία του καλώς νοούμενου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης και η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και ο οικονομικός του σκοπός και, επομένως, δεν είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική. Κατ' ακολουθίαν, κατέληξε το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 10-8-2007 έως 10-8-2008 ούτε και πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση, καθόσον ελλείπει το στοιχείο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της. Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τους οποίους παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 1668/2008 απόφαση του, των αιτημάτων για αναγνώριση ως άκυρης της ως άνω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ως γενόμενης κατά κατάχρηση δικαιώματος, για καταβολή μισθών υπερημερίας από την απόλυση της και εφεξής και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, λόγω της επικαλούμενης ακυρότητας της απολύσεως της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 του ΑΚ, 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 και 1 και 3 του ν. 2112/1920. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές της απόφασης, η καταγγελία της υφιστάμενης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έπασχε από ακυρότητα, αφού δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδικήσεως της αναιρεσείουσας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπο της, κατά προφανή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ, έτσι, ώστε να μην υφίσταται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή των ζητούμενων μισθών υπερημερίας και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των παραπάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το, από τον αριθμό 19 της παραπάνω διάταξης, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η έλλειψη της απαιτουμένης αιτιολογίας( με την επίκληση ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών),είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι αυτή περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο του πορίσματος της. Τέλος ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που σχετίζονται με τους λόγους που προκάλεσαν την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην ανέλεγκτη, αναιρετικώς, περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 26-6-2009, αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 323/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έπασχε από ακυρότητα, αφού δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδικήσεως της αναιρεσείουσας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό της, και συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, είναι αβάσιμος. Οίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το, από τον αριθμό 19 της παραπάνω διάταξης, μέρος του, είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι αυτή περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Τέλος ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, είναι απαράδεκτος, γιατί οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη, αναιρετικώς, περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
| null | null | 1
|
Αριθμός 772/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ... και 3) ..... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μυταλούλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη Γεωργιάδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 798/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 435/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 2-1-2007 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 252/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 435/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 198/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-5-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, μέρος του και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117,πρέπει να περιέχει α)σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ)ορισμένο αίτημα. Εξάλλου, τα χρονικά όρια της εργασίας των μισθωτών έχουν καθοριστεί με ειδικές διατάξεις δημόσιας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και συνεπώς με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος μπορούν να περιοριστούν όχι όμως και να ξεπεραστούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχολήσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 7 13 του ν. 1566/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν.2517/1997, το εβδομαδιαίο υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας των εκπαιδευτικών(δημόσίων και ιδιωτικών)που υπηρετούν στα δημοτικά σχολεία ορίζεται από 1-9-1997 σε 24 ώρες, προκειμένου για εκπαιδευτικούς που υπηρετούν σε 4θέσια και πάνω δημοτικά σχολεία και έχουν μέχρι 10 έτη υπηρεσίας. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 13 του ν.1566/1985,όλοι οι εκπαιδευτικοί των σχολείων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης παραμένουν υποχρεωτικά στο σχολείο τους στις εργάσιμες ημέρες, πέρα από τις ώρες διδασκαλίας, για την προσφορά και άλλων υπηρεσιών, που συνδέονται με το γενικότερο εκπαιδευτικό έργο, όπως συμμετοχή σε γιορταστικές, αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενημέρωση των γονέων και κηδεμόνων, τήρηση βιβλίων του σχολείου και εκτέλεση διοικητικών εργασιών. Κάθε εκπαιδευτικός παραμένει υποχρεωτικά στο σχολείο στις εργάσιμες μέρες πέρα από τις ώρες διδασκαλίας, για την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου που του έχει ανατεθεί από τα όργανα διοίκησης του σχολείου όχι όμως πέρα από τις έξι (6) ώρες την ημέρα ή τριάντα (30) ώρες την εβδομάδα. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 1566/1985 εκπαιδευτικοί που συνοδεύουν μαθητές σε σχολικές εκδηλώσεις, που συνδέονται με το εκπαιδευτικό έργο(όπως εκδρομές, περίπατοι, αγώνες, πολιτιστικές εκδηλώσεις), θεωρείται ότι εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία. Για την κάλυψη των δαπανών κίνησης εκτός έδρας, όπου προβλέπονται, εγγράφονται σχετικές πιστώσεις στους προϋπολογισμούς του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και των νομαρχιών. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, οι εκπαιδευτικοί των πιο πάνω σχολείων είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν την εβδομάδα 24 ώρες διδακτικής εργασίας, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα διαλείμματα, ή 6 ώρες εργασίας διδακτικής και εξωδιδακτικής την ημέρα ή 30 ώρες διδακτικής και εξωδιδακτικής εργασίας την εβδομάδα. Η υπέρβαση των ωρών αυτών απασχόλησης (δηλαδή των 24 ωρών διδακτικής απασχόλησης την εβδομάδα, των 6 ωρών διδακτικής και εξωδιδακτικής απασχόλησης την ήμερο και των 30 ωρών διδακτικής και εξωδιδακτικής απασχόλησης την εβδομάδα) χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων αποτελεί παράνομη υπερωρία. Στην εξωδιδακτική απασχόληση περιλαμβάνονται εκδρομές, περίπατοι και εφημερίες των εκπαιδευτικών. Περαιτέρω, επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 Α.Κ), το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος(χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου),αφού, κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού. Τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων(αναφορικά με τις αξιώσεις από υπερωριακή απασχόληση)πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρονται στην αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2003 αγωγή τους, εκθέτουν ότι οι δύο πρώτοι εξ αυτών προσλήφθηκαν στις 3-9-1998 και η τρίτη στις 3-9-1999,για να απασχοληθούν, ως εκπαιδευτικοί (δάσκαλοι) στο εκπαιδευτήριο της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που εδρεύει στον ..., με συμφωνηθέντα μισθό εκείνο που προβλέπουν οι εκάστοτε Σ.Σ.Ε. και ο νόμος για τους εκπαιδευτικούς. Ότι ο πρώτος απ' αυτούς δίδασκε στην τρίτη τάξη του δημοτικού, η δεύτερη στην πρώτη τάξη του δημοτικού και η τρίτη εκτελούσε χρέη αναπληρώτριας, αντί των προβλεπόμενων από το νόμο αποδοχών. Ότι, αν και αυτοί θα έπρεπε να απασχολούνται επί 24 ώρες, απασχολούντο επί 35 ώρες εβδομαδιαίως, δίχως να έχει χορηγηθεί η απαιτουμένη άδεια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, πραγματοποιώντας παράνομη υπερωριακή απασχόληση, ενώ εκτελούσαν εφημερίες εργαζόμενοι πλέον των 35 ωρών εβδομαδιαίως, αφού απασχολούντο σε συγκεντρώσεις εκπαιδευτικού προσωπικού, σε συναντήσεις για την ενημέρωση των γονέων και άλλες εκδηλώσεις του εκπαιδευτηρίου, αλλά και σε ημερήσιες εκδρομές, τις οποίες ειδικότερα στην αγωγή τους προσδιορίζουν, χωρίς να αποζημιώνονται για την απασχόληση τους αυτή από την αναιρεσίβλητη. Κατόπιν τούτου, ζητούν, κατά την κύρια βάση της αγωγής, να υποχρεωθεί εκ του νόμου και εκ της σύμβασης και επικουρικά εκ των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, η τελευταία να τους καταβάλει, για τις παραπάνω αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες (ως· αμοιβή για την πέραν των 24 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση τους, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής σε διδακτικό έργο και άλλες συναφείς υπηρεσίες τις οποίες επαρκώς προσδιορίζουν),στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 15.308,45 €,στη δεύτερη το ποσό των 14.215,37 € και στην τρίτη το ποσό των 9.040,44 €, κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος των και το οποίο θα κατέβαλε σε άλλο εκπαιδευτικό, ο οποίος θα παρείχε την ίδια με αυτούς εργασία, με το νόμιμο τόκο από τότε, που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.798/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ως προς την επικαιρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, στη συνέχεια τη δέχθηκε εν μέρει, ως κατ' ουσία βάσιμη(κατά την επικουρική της βάση),υποχρεώνοντας την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στους αναιρεσείοντες τα εν αυτή επιδικαζόμενα ποσά στον καθένα. Έτσι όπως είχε η αγωγή ήταν πράγματι ορισμένη, αφού αναφέρονταν σ' αυτήν με επάρκεια τα γεγονότα(μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της παροχής της ως άνω εργασίας των αναιρεσειόντων, είχε καταστεί πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία κατά την αξία της παρασχεθείσας εργασίας αυτών σε βάρος των για τη θεμελίωση της οποίας απαιτούνταν και το στοιχείο αυτό),κατά την ανωτέρω έννοια, που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκηση της από τους αναιρεσείοντες κατά της αναιρεσίβλητης. Και αυτό, ανεξάρτητα από το πώς χαρακτηρίζονταν στην αγωγή οι υπηρεσίες που παρείχαν υπερωριακά οι αναιρεσείοντες, αφού το Εφετείο θα έπρεπε στη συνέχεια, αφού δεχόταν ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, να υπαγάγει τις προβαλλόμενες αξιώσεις στην ορθή νομική διάταξη, καθορίζοντας συγχρόνως και το σημείο μέχρι το οποίο οι σχετικές αξιώσεις ήταν νόμιμες. Παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι η ένδικη περί αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή είναι αόριστη διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν, επακριβώς, α)πόσες ώρες την εβδομάδα παρείχαν υπερωριακά κάθε συγκεκριμένη εργασία, ήτοι πόσες ώρες ο καθένας τους την εβδομάδα δίδασκε στην τάξη του, δίδασκε το μάθημα της γυμναστικής πέραν των ωρών που δίδασκε στην τάξη του, αφιέρωνε σε διοικητικές εργασίες, επόπτευε τους μαθητές, εκτελούσε διοικητικές εργασίες, εποπτείας μαθητών, διόρθωνε γραπτά και πόσες ώρες συμμετείχε στις εκδρομές των μαθητών και στις ενημερώσεις των γονέων τα όποια απογεύματα, β)δεν προσδιορίζουν την ωφέλεια που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη εργοδότης, άνευ νομίμου αιτίας, ζημιώνοντας τον κάθε μισθωτό αναιρεσείοντα και η οποία ωφέλεια έγκειται στη δαπάνη που ο πρώτος εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, αν για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση άλλον εργαζόμενο που θα είχε τις ίδιες ικανότητες και προσόντα με τον εργαζόμενο που προσέφερε την παράνομη υπερωριακή εργασία και γ) δεν παραθέτουν ποιο είναι το νόμιμο ωρομίσθίο, επί του οποίου υπολογίζεται η βασική αποζημίωση της παράνομης υπερωρίας αλλά περιορίζονται στην αναφορά των καταβαλλόμενων αποδοχών τους, χωρίς να διευκρινίζουν αν αυτές είναι ίσες ή μεγαλύτερες από τις νόμιμες, εάν περιλαμβάνουν ή όχι τα προσωπικά τους επιδόματα και ποια είναι αυτά. Ακολούθως απέρριψε, για το λόγο αυτό, την αγωγή. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, δηλαδή απορρίπτοντας την αγωγή, ως αόριστη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το, από την διάταξη αυτή μέρος του, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων(άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 198/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη, ως αόριστης, αγωγής με την οποία διώκεται η επιδίκαση αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, κατά το από την διάταξη αυτή μέρος του, είναι βάσιμος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 773/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: ..., Αλβανού υπηκόου, κατοίκου Αλβανίας (πρώην κατοίκου ..., πρώην κατοίκου ...), ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νάσο Νικολόπουλο.
Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Παραγωγή και Εμπορία Τακουνιών Μονοπρόσωπη Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία αποτελεί από την 31-3-2003 βάσει του ...συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθυμίας Κων. Σεργάκη, καθολική διάδοχο της ΕΠΕ με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΗΧΑΝΟΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ Ο.Μ ΕΛΛΑΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΠΕ", 2) ..., κατοίκου ..., ως εκπροσώπου και διαχειριστή της "... ΕΠΕ", καθώς και ως εκπροσώπου και διαχειριστή της "ΟΜ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" κατά το χρόνο επέλευσης του ατυχήματος, 3) ..., κατοίκου ..., ως εκπροσώπου και διαχειριστή της "ΟΜ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" κατά το χρόνο επέλευσης του ατυχήματος και 4) ..., κατοίκου ..., ως εκπροσώπου και διαχειριστή της "ΟΜ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" κατά το χρόνο επέλευσης του ατυχήματος. Οι 1η, 2ος και 3ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Ο 4ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1538/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7414/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 27-8-2007 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 354/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 23-6-2009 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-3-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος επισπεύδει τη συζήτηση, αν δε την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., αντίγραφο της από 23-6-2009 κλήσεως προς συζήτηση, στην οποία έχει ενσωματωθεί αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και της πράξης προσδιορισμού δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον τέταρτο αναιρεσεσίβλητο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, που νόμιμα είχε ορισθεί ως δικάσιμος της αναίρεσης. Κατ' αυτήν, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο παραπάνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε. Επομένως, παραδεκτά, διεξήχθη κατά την ίδια δικάσιμο η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.,τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τον οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 7 και 9 του Κ.Πολ.Δ. αληθώς όμως από τον αριθμό 8 του εν λόγω άρθρου, προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε κριθεί ότι το περιγραφόμενο στην ένδικη αγωγή εργατικό ατύχημα, που ο ίδιος υπέστη από υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων, οφείλεται σε αμέλεια και όχι σε ενδεχόμενο δόλο αυτών και επιδίκασε σ'αυτόν το ποσό των 150.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, απορρίπτοντας τα λοιπά κονδύλια της αγωγής με τα οποία ζητούσε αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που είχε υποστεί, κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα χωρίς να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι η επί επτά τουλάχιστον έτη συνειδητή παράλειψη εκπλήρωσης των νομίμων υποχρεώσεων των αναιρεσιβλήτων ως εργοδοτών, διαχειριστών και εκπροσώπων της ΕΠΕ σε όλα τα επίπεδα και εκφάνσεις που αυτή διαπιστώνεται από έγγραφα και καταθέσεις σε συνδυασμό με το πασίδηλο και άμεσα αντιληπτό οικονομικό όφελος των από την εκμετάλλευση της επιχείρησης είναι προφανές και προσιδιάζει στα εννοιολογικά στοιχεία του δόλου και όχι της αμέλειας.... ....Ότι αν οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν προκρίνει το εύκολο κέρδος, αλλά είχαν επιλέξει να προσαρμοστούν προς τις αναφερόμενες προϋποθέσεις του νόμοι σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας την μη ύπαρξη των οποίων δέχτηκε το Εφετείο το εργατικό ατύχημα του δεν θα είχε λάβει χώρα.....
Ότι το παρατεταμένο διάστημα της ανάλγητης συμπεριφοράς και το άμεσα αντιληπτό οικονομικό όφελος των αναιρεσιβλήτων είναι προφανές ότι προσιδιάζει στα εννοιολογικά στοιχεία του ενδεχόμενου δόλου....Ότι, δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί σε αμέλεια η παράλειψη επισκευής του προστατευτικού πλέγματος της μηχανής....Ότι, ακόμη και εάν λόγω αμελείας αρχικά επελέγη ως πρόχειρη λύση η σταθεροποίηση του πλέγματος με σύρματα και σχοινιά δε είναι δυνατόν να μην αποδοθεί σε ενδεχόμενο δόλο η παγιοποίηση της κατάστασης αυτής όταν λαμβάνεται υπόψη η όλη νοοτροπία των ανάιρεσιβλήτων, σχετικά με την άνευ όρων ελαχιστοποίηση του εργασιακού κόστους με σκοπό την αύξηση των κερδώα. Ότι, αποβλέποντας στην αύξηση του επιτυγχανόμενου από την επιχείρηση τους κέρδους μέσω της μείωσης του κόστους, παρανόμως συνειδητά και μελετημένα δεν προέβησαν στη διενέργεια των νομίμων και αναγκαίων συντηρήσεων των μηχανημάτων περιλαμβανομένου και του επιδίκου....Ότι προσελάμβαναν χωρίς ασφάλεια κυρίως αλλοδαπούς οι οποίοι θα εργάζονταν υπό επικίνδυνες συνθήκες....Ότι το σύνολο των εργαζομένων που απασχολούσε η εναγομένη ήταν ανειδίκευτοι οι οποίο εργάζονταν κάτω από την καθοδήγηση των αναιρεσιβλήτων...Ότι δεν απασχολούσαν Τεχνικό ασφάλειας και Ιατρό Εργασίας και δεν φρόντιζαν να πραγματοποιείται συντήρηση του συνόλου του εξοπλισμού της επιχείρησης και δεν τηρούσαν τα σχετικά βιβλία συντήρησης των μηχανημάτων. Οι λόγοι αυτοί, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, αφού όλες οι πιο πάνω προβαλλόμενες αιτιάσεις αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό του περί της υπάρξεως ενδεχομένου δόλου των αναιρεσιβλήτων, στην επέλευση του ενδίκου εργατικού ατυχήματος,(ο οποίος (ισχυρισμός), μάλιστα, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ερευνήθηκε από το Εφετείο και απορρίφθηκε) και ως εκ τούτου δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος των, με το οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των, με την επίκληση της παραπάνω διάταξης, πλήττεται η απόφαση και για το ότι το δικαστήριο, προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που επικαλέστηκε και αναφέρεται στο είδος της σωματικής βλάβης που υπέστη, τις συνέπειες αυτής και την οικονομική του κατάσταση, είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στη σχετική κρίση του, έλαβε υπόψη του και τα στοιχεία αυτά. Τέλος η ειδικότερη αιτίαση, που αναφέρεται στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, είναι απαράδεκτη διότι με αυτήν πλήττεται, απαραδέκτως, η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.(αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 27-8-2007, αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της με αριθμό 7414/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι λόγοι, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, αφού οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό του περί της υπάρξεως ενδεχομένου δόλου των αναιρεσιβλήτων, στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, (ο οποίος, μάλιστα, ερευνήθηκε από το Εφετείο και απορρίφθηκε) και δεν συνιστούν "πράγματα". Κατά το μέρος των, με το οποίο πλήττεται η απόφαση, για το ότι το δικαστήριο, προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό, που αναφέρεται στο είδος της σωματικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσείων, τις συνέπειες αυτής και την οικονομική κατάσταση, είναι αβάσιμοι, διότι, το Δικαστήριο τον έλαβε υπόψη του. Η αιτίαση, που αναφέρεται στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, είναι απαράδεκτη διότι με αυτήν πλήττεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου.
| null | null | 2
|
Αριθμός 774/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.
Εκδόθηκε η 17/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-11-2007 αίτησή της. Με τις από 12-3-2010 προτάσεις της η αναιρεσείουσα ζητεί και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 4-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και τις κάτω από αυτήν βεβαιώσεις του άρθρου 128 § 4 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο έγινε η επίδοση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 18-11-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 6-10-2009, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 § 4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ίδιου Κώδικα). Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η συζήτηση ματαιώθηκε. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και τις κάτω από αυτήν βεβαιώσεις του άρθρου 128 § 4 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο έγινε η επίδοση, ακριβές αντίγραφο της από 22-10-2009 κλήσης για συζήτηση της από παραπάνω αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.
II.-Η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 17/2003 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων στις 13-1-2003, χωρίς να προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας επίδοση της, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου στις 7-11-2007, δηλαδή πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι (6) χρόνια από τις 14-1-2003, επόμενη ημέρα της δημοσίευσης (άρθρα 518 § 2, 564 § 3, 144 § 1 ΚΠολΔ, 241 ΑΚ) αυτής. Επομένως, αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή.
III.- Με την 130558/12.6.1989 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εθνικής Άμυνας, Εσωτερικών, Οικονομικών, Εργασίας και Υγείας - Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Φ.Ε.Κ. 471/16.6.1989), με τον τίτλο "Υγιεινή και Ασφάλεια των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ" και ενόψει της ανάγκης "λήψης πρόσθετων μέτρων για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και του εργασιακού χώρου γενικότερα των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ", όπως αναφέρεται στο προοίμιο της ως άνω ΚΥΑ, ορίστηκε ότι "Χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα αδείας μετ' αποδοχών ανά δίμηνο πέρα της κανονικής ύστερα από αίτηση του εργαζομένου. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να ασκηθεί εντός του συγκεκριμένου διμήνου, άλλως χάνεται...". Έτσι, μεταξύ του ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ - ΟΤΕ καθορίστηκε: α) Με την Ειδική Συλλογική Σύμβαση εργασίας από 7.3.1990 υπό τον όρο 27 ότι: "Χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα αδείας μετ' αποδοχών ανά δίμηνο πέραν της κανονικής, ύστερα από αίτηση του εργαζομένου", β) με την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας από 10.5.1996 με τον όρο 28 ότι: "Η ειδική άδεια που χορηγείται στο προσωπικό που εργάζεται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, σύμφωνα με τον όρο 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, στα Μ/Κ των Δ/νσεων Μηχανογράφησης και καταλόγων επεκτείνεται από 1.9.1996 και στο προσωπικό που εργάζεται συνεχώς και κατά πλήρες ωράριο στα Υπεραστικά Κέντρα και Υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου (151, 161, 131, 132) Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πάτρας. Το ίδιο ισχύει και για το προσωπικό που εργάζεται με τις ίδιες προϋποθέσεις στα βλαβοληπτικά κέντρα, σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που θα καθορίσει η διοίκηση με σχετική εγκύκλιο..." και γ) με την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση εργασίας από 10.6.1999, υπό τον όρο 1 ότι: "Η προβλεπόμενη άδεια με αποδοχές που χορηγήθηκε με τον όρο 28 της από 10.9.1996 ΕΣΣΕ στο προσωπικό που εργάζεται μπροστά σε οθόνες απεικόνισης επεκτείνεται από 1.7.1999 και στο προσωπικό που εργάζεται συνεχώς και κατά πλήρες ωράριο στα Κέντρα Εξυπηρέτησης του Πολίτη (1502, 155 και 158) του Συγκροτήματος Τηλεγραφικών Ανταποκρίσεων και Ναυτιλιακών Επικοινωνιών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αναφορικά και με τις ως άνω ΕΣΣΕ, οι κανονιστικοί όροι των οποίων, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση εκ των άρθρων 22 παρ. 2, 23 παρ. 1 του Συντάγματος και 7 παρ. 1 ν. 1876/1990, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, συνάγεται, ειδικότερα ως προς τον παραπάνω όρο 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, κατά λογική - συσταλτική ερμηνεία των διατάξεων του, περιορίζουσα την έννοια του γράμματος αυτών εις το έλασσον, το οποίο πράγματι σκοπήθηκε, ύστερα και από την αναδρομή στα προκαλέσαντα τη θέσπιση τους αίτια και στην καταγωγή τους από τις αντίστοιχες διατάξεις της ως άνω ΚΥΑ 130558/12.6.1989, ότι την ειδική αυτή άδεια δικαιούνται οι εργαζόμενοι στα Μηχανογραφικά Κέντρα των Δ/νσεων Μηχανογράφησης και Καταλόγων του Ο.Τ.Ε., μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής και όχι γενικώς οι εργαζόμενοι μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, ενώ και με τις ως άνω μεταγενέστερες, διαδοχικές ΕΣΣΕ από 10.5.1996, ερμηνευτική της πρώτης (από 7.3.1990), υπό τον όρο 28 και από 10.6.1999, υπό τον όρο 1 επεκτάθηκε ειδικά η επίμαχη παροχή μόνο στις αναφερόμενες κατηγορίες εργαζομένων της αναιρεσείουσας. Εάν την ως άνω ειδική άδεια που χορηγήθηκε με τον όρο 27 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ δικαιούνταν όλοι ανεξαιρέτως οι μισθωτοί της αναιρεσείουσας που εργάζονται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, ουδείς λόγος υπήρχε να επεκταθεί ρητά η παροχή αυτή με τον όρο 28 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ και 1 της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ στις αναφερόμενες σ' αυτές ειδικά και περιοριστικά κατηγορίες εργαζομένων της (ΟλΑΠ 31/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε , μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη το έτος 1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, υπάγεται στο προσωπικό του Τεχνικού Κλάδου Εγκαταστάσεως Ψηφιακών Κέντρων και εξελίχθηκε κατά τον Οργανισμό της εναγομένης μέχρι το βαθμό Τ/Α. Ο ενάγων εργάσθηκε μπροστά στις οθόνες του Τμήματος Εξυπηρέτησης Πελατών και Υποδιεύθυνσης Εγκαταστάσεων και Συντήρησης, καθ' όλο το ωράριο της ημερήσιας απασχόλησης του. Σύμφωνα με τον όρο 27 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ, που καταρτίστηκε μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ- ΟΤΕ, χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μια ημέρα άδειας μετ' αποδοχών ανά δίμηνο πέραν της κανονικής, ύστερα από αίτηση του εργαζομένου. Σύμφωνα με την 43/332/30-4-1990 ειδική εγκύκλιο του Τομέα Γεν. Εργ. Θεμάτων της εναγομένης την άδεια αυτή δικαιούνται οι μισθωτοί που εργάζονται μπροστά σε οθόνες στις οποίες απεικονίζονται οπτικά δεδομένα ( DΑΤΑ) κάθε καταγραφής, που πρέπει να τύχει περαιτέρω επεξεργασίας με τη μεσολάβηση των υπόψη μισθωτών, εφόσον η απασχόληση τους είναι συνεχής και καλύπτει καθημερινά το μισό τουλάχιστον του ημερήσιου ωραρίου τους. Στους εργαζομένους αυτούς θα χορηγείται μια ημέρα άδεια για κάθε δίμηνο συνεχούς απασχόλησης τους. Μετά από αυτά η εναγομένη χορήγησε την παραπάνω άδεια μόνο στο προσωπικό του μηχανογραφικού της κέντρου, ενώ στη συνέχεια επέκτεινε τη χορήγηση της επίμαχης άδειας στους εργαζομένους στα Υπεραστικά Κέντρα , Βλαβοληπτικά Κέντρα και Κέντρα Εξυπηρέτησης του Πολίτη, τα οποία απέκτησαν μηχανογραφική υποστήριξη το έτος 1996. Ο όρος 27 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ή διευκρίνισης ότι η άδεια πρέπει να δίνεται σε όλους τους εργαζομένους που εργάζονται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής κατά το μισό τουλάχιστον του ωραρίου εργασίας τους. Το γεγονός ότι η επίμαχη άδεια χορηγείται από την εναγομένη μόνο σε μέρος από τους εργαζομένους μπροστά στις οθόνες εισάγει άνιση αυτών μεταχείριση". Με αυτά που δέχτηκε το Ειρηνοδικείο παραβίασε τους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου του όρου 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ και του όρου 28 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ, οι οποίοι δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός δεν περιλαμβάνονται στις κατηγορίες των δικαιούχων της επίδικης αξίωσης, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη. Κατ' ακολουθίαν, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας η αντίστοιχη πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
IV.- Κατά την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που κατέθεσε στις 12-3-2010, δηλ. πριν από την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αυτής (16-3-2010), υπέβαλε παραδεκτά αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σ' αυτόν σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω απόφασης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης και συγκεκριμένα του ποσού των α) 3.817,84 ευρώ που κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο για κεφάλαιο και β) το ποσό των 2.436,75 ευρώ για τόκους. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση εξοφλητική απόδειξη προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα σε εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατέβαλε στον ενάγοντα και αναιρεσίβλητο, για τα ως άνω ποσά και μετ' αφαίρεση κρατήσεων για χαρτόσημο, ΤΑΠ ασθενείας κ.λ.π. ,το ποσό των 3.562,06 το οποίο και εισέπραξε αυτός, τα πράγματι δε καταβληθέντα ως άνω ποσά πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητο να επιστρέψει και όχι τα ζητούμενα υπέρτερα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα ήδη παρακρατηθέντα, από την αναιρεσείουσα και άρα μη καταβληθέντα απ' αυτήν), κατά παραδοχή του αιτήματος επαναφοράς ως εν μέρει βάσιμου κατ' ουσίαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 17|2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Δέχεται εν μέρει το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα δυο ευρώ και 6 λεπτών (3.562,06) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής αυτής απόφασης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Μαϊου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σχετικά με το δικαίωμα της λήψης ανά δίμηνο μίας ημέρας άδειας μετ΄ αποδοχών από τους εργαζόμενους σε οθόνη οπτικής απεικόνισης.- Την ειδική αυτή άδεια δικαιούνται οι εργαζόμενοι στα Μηχανογραφικά Κέντρα των Δ/νσεων Μηχανογράφησης και Καταλόγων του ΟΤΕ, μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής και όχι γενικώς οι εργαζόμενοι μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής.- Επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 779/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : 1) Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βλαμάκη, 2) Χ2, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ασπρογέρακα-Γρίβα και 3) Χ3, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο, περί αναιρέσεως της 372, 373, 374, 375, 380, 387, 388, 389, 390/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται, αντιστοίχως: α) στην από 2 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή αναιρέσεως, καθώς και στο από 25 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, β) στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως και γ) στην 26 Νοεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως καθώς και στο από 19 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1660/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσεόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 2.12.2009 (με αριθ. πρωτ. 9347/2009) του Χ1 μετά των από 25.1.2010 προσθέτων αυτής λόγων, 2) η από 30.11.2009 (με αριθ. πρωτ. 9259/2009) του Χ2 και 3) οι υπ' αριθ. 22/29.10.2009 και από 26.11.2009 (με αριθ. πρωτ. 9185/2009) του Χ3 μετά των από 19.1.2010 προσθέτων αυτών λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 372, 373, 374, 375, 380, 387, 388, 389, 390/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Η δεύτερη αίτηση του αναιρεσείοντος Χ3, ενόψει του ότι δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως του ιδίου, είναι παραδεκτή (άρθρο 514 εδαφ.γ' ΚποινΔ) ως συμπληρωματική της πρώτης, με την οποία συνεξετάζεται. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης· επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Ειδικότερα, επί ενδεχομένου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεώς του και το αποδέχεται. Απαιτείται, δηλαδή, πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή του. Η αποδοχή, ειδικότερα, του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του), η οποία πεποίθηση, ελπίδα ή ευχή, αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας αυτού (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει, δηλαδή, τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Αν ο έχων ανθρωποκτόνο δόλο τέλεσε μόνο σωματική βλάβη (ή αστόχησε τελείως), κρίνεται σύμφωνα με την αποφασισθείσα από αυτόν πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας και όχι από το αποτέλεσμα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α)πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξης αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξης που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξης, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Στη δε διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τετελεσμένη ή σε απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως είναι όποιος, με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση, παρέχει στον αυτουργό, πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία χωρίς να είναι άμεση συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα (ανθρωποκτονία εκ προθέσεως) και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται ως κακούργημα όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδαφίων α' και β', απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής που είναι ικανές να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου, ήτοι ο εξαναγκασμός έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί αυτός σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή μετ' επηρεασμόν και εξουδετερουμένης της ελευθέρας βουλήσεώς του, ουσιαστικώς πειθαναγκαζόμενος να υποκύψει και να αποδεχθεί ακουσίως τις προτάσεις, ενώ η επαπειλουμένη εις βάρος του ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη. Και τούτο διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζομένου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Η απειλή μπορεί να στρέφεται κατά οποιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος, όπως της προσωπικής ελευθερίας, της περιουσίας, της τιμής και υπολήψεως, της πίστεως και φήμης της επιχειρήσεως, για την εφαρμογή δε της περ. β' ή απειλή πρέπει να στρέφεται ειδικώς σε βλάβη της επιχειρήσεως, ως τοιαύτης νοουμένης του συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων, αΰλων αγαθών και καταστάσεων, ως φήμη και πελατεία που οργανώθηκαν σε επιχειρηματική ενότητα για την επίτευξη κερδοσκοπίας. Εξάλλου, ως βλάβη της επιχειρήσεως νοείται, πέρα από την υλική (χρηματική), και η ηθική ζημία (λ.χ. στην καλή της φήμη), η οποία μακροπρόθεσμα δύναται να εξελιχθεί σε περιουσιακή ζημία, αυτό ωστόσο δεν είναι αποτιμητό μέγεθος κατά τον χρόνο της προσβολής. Η βλάβη μπορεί να συνίσταται και στην απορρύθμιση της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως, οπότε έχει την τεχνική έννοια του όρου. Για τη συγκρότηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως, απαιτείται σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νομίμου απαιτήσεως, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Τέλος, η εκβίαση τελείται κατ' εξακολούθηση κατ' άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ, όταν πραγματώνεται με περισσότερες μερικότερες πράξεις του δράστου, εκ των οποίων εκάστη συνιστά το έγκλημα αυτό και για τις οποίες υπάρχει ενότητα δόλου (η κρίση αν οι περισσότερες πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως κατ' εξακολούθηση έγκλημα ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο). Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, απαιτείται, επιπλέον, ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (98), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος. Είναι, πάντως, δυνατή η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως ενός εγκλήματος, όταν αυτό έχει τελεσθεί επανειλημμένα, αλλά ο δράστης έχει συγχρόνως διαμορφώσει και υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης. Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 187§3 ΠΚ, συμμορία είναι η ένωση με άλλον (δηλ. συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων) προς διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζόμενου κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρουμένου με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και κάθε πυροβόλο όπλο (παρ. 1α). Κατά τα άρθρα 10 παρ. 1 και 11, και 13α του ίδιου Ν. 2168/93, απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού. Ειδικά η οπλοφορία περιστρόφων ή πιστολιών, επιτρέπεται, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του πιο πάνω νόμου, μετά από άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αιτούντος. Οι κατά παράβαση των διατάξεων αυτών φέροντες όπλα τιμωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 13α του ίδιου νόμου, "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 200.000 δραχμών". Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 2168/1993, "όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερομένου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της οπλοχρησίας αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου της πράξεως που τελέσθηκε με αυτήν και δεν είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από αυτήν, αλλά παρεπόμενό της, για το λόγο ότι προϋποθέτει καταδικαστική απόφαση για την πράξη και δεν νοείται τέλεσή του χωρίς να υπάρχει και να τιμωρείται η κύρια πράξη. Ως χρήση του όπλου νοείται η χρησιμοποίηση αυτού σύμφωνα με τον ειδικό προορισμό του. Έτσι, οπλοχρησία συνιστά και ο πυροβολισμός κατ' ανθρώπου, εκ του οποίου επέρχεται ο θάνατος ή ο τραυματισμός αυτού.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Όταν, όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες α) τον πρώτο (Χ1) απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή σε βάρος των Ψ και ΑΑ, απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, από κοινού, σε βάρος του ΒΒ, συμμορίας, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας κατά συρροή, β) τον δεύτερο (Χ2) απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή σε βάρος των ανωτέρω, απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, από κοινού, σε βάρος του ΒΒ, συμμορίας και παράνομης οπλοφορίας και γ) τον τρίτο (Χ3) ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή σε βάρος των ανωτέρω, ηθικής αυτουργίας σε απλή συνέργεια σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή σε βάρος των ανωτέρω, απόπειρας πλημμεληματικής εκβιάσεως σε βάρος του Ψ, κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, ηθικής αυτουργίας σε παράνομη οπλοφορία κατά συρροή και ηθικής αυτουργίας σε οπλοχρησία κατά συρροή και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως 21 ετών και 10 μηνών, 17 ετών και 29 ετών και 1 μηνός (με εκτιτέα 25 έτη), αντιστοίχως, και χρηματική 1.000, 1.000 και 1.500 ευρώ, αντιστοίχως. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στις 31-1-2003 και ώρα 00.45' περίπου ο μάρτυρας κατηγορίας ΒΒ, ο οποίος διατηρούσε στην οδό ... αριθ.5, στην ... (περιοχή ...), κατάστημα (μπαρ) με το διακριτικό τίτλο "...", δέχθηκε στο πιο πάνω κατάστημά του την επίσκεψη του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, τον οποίο γνώριζε από διετίας ως εργαζόμενο στην είσοδο του μπαρ "S..." και μάλιστα όχι μόνο κατ' όψιν αλλά και ονομαστικά. Κατά την επίσκεψή του αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος συνοδευόταν από το δεύτερο Χ2, τον οποίο ο ΒΒ δεν γνώριζε μέχρι τότε και οποίος του συστήθηκε ως "..." (αναφέρεται το μικρό όνομα του Χ2) αλλά και από άλλα σωματώδη άτομα (περίπου δέκα), η ταυτότητα των οποίων δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί και με τα οποία είχαν ενωθεί για να διαπράξουν σε βάρος του ΒΒ το αδίκημα της εκβιάσεως. Ειδικότερα και οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι δήλωσαν στον ΒΒότι εφεξής θα αναλάβουν την προστασία της επιχειρήσεώς του για την αποτροπή προκλήσεως βλάβης αυτής από τρίτα πρόσωπα. Του δήλωσαν δε ότι "έχουν γνωστούς στο Εκβιαστών να μην κάνει το λάθος να μιλήσει στην αστυνομία", ενώ η όλη στάση και παρουσία τους και ιδίως το γεγονός ότι συνοδεύονταν από σωματώδη άτομα καθιστούσε σαφές ότι η μη συμμόρφωσή του θα επέφερε βλάβη στην επιχείρησή του και στον ίδιο. Ο ΒΒ αρχικά προσπάθησε να αρνηθεί αλλά στη συνέχεια, φοβούμενος τις συνέπειες, δέχθηκε να τους δώσει τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου, όπως του ζήτησαν. Στο διάστημα που επακολούθησε και μέχρι τις 13-2-2003 ο δεύτερος κατηγορούμενος τηλεφωνούσε επανειλημμένα στον ΒΒ και του ζητούσε να του καταβάλει για την προστασία της επιχειρήσεώς του το ποσό των 200 ευρώ εβδομαδιαίως. Επειδή δε εκείνος αρνούνταν, τηλεφώνησε στη σύζυγό του και της είπε "πες στον άντρα σου να μας δώσει αυτά που θέλουμε, διαφορετικά θα έχει πρόβλημα η οικογένειά του". Στις 13-2-2003 ο δεύτερος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ΒΒ και του ζήτησε να συναντηθούν στη ... . Ο τελευταίος δέχθηκε και, συνοδευόμενος από το γιο του ... , το βράδυ της ίδιας ημέρας συναντήθηκε με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους σε ένα ζαχαροπλαστείο στη ..., όπου αυτοί επανέλαβαν τις προαναφερθείσες εκβιαστικές αξιώσεις τους. Όμως ο ΒΒ δεν υπέκυψε στις αξιώσεις αυτές αλλά αντίθετα στις 18-2-2003 τους κατήγγειλε στην αστυνομία και ειδικότερα τον μεν πρώτο ονομαστικά διότι, όπως προαναφέρθηκε τον γνώριζε από διετίας, τον δε δεύτερο αναγνώρισε από φωτογραφίες προσεσημασμένων προσώπων, οι οποίες του επιδείχθηκαν από τους αστυνομικούς. Εν τούτοις οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι συνέχισαν τις πιέσεις προς αυτόν μέχρι τις 25-5-2003, μάλιστα δε ο δεύτερος του τηλεφώνησε απειλητικά, λέγοντάς του "θα σε γαμήσω όταν σε πετύχω, θα έρθω στο σπίτι σου και θα δεις τι θα πάθεις". Από δε την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της εκβιάσεως, προϋπόθεση που συντρέχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση (...), αλλά και από την υποδομή που οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής, όπως το γεγονός ότι είχαν μεριμνήσει να συνοδεύονται από μεγάλο αριθμό σωματωδών ατόμων, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του εγκλήματος της εκβιάσεως ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Για τα πιο πάνω με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα είχε καταθέσει κατά την προδικασία ο ΒΒ, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κατονόμασε τον πρώτο κατηγορούμενο, αναγνώρισε δε ανεπιφύλακτα το δεύτερο από φωτογραφίες οι οποίες του επιδείχθηκαν από τους αστυνομικούς. Όμως με τις καταθέσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου αναίρεσε πλήρως εκείνες της προδικασίας, όταν δε του υποδείχθηκε τούτο με την ανάγνωση σχετικών περικοπών των προηγούμενων καταθέσεών του, προέβαλε διάφορες ασαφείς και μη πειστικές δικαιολογίες. Η πλήρης μεταστροφή των καταθέσεων του πιο πάνω μάρτυρα, που είναι συνήθης σε θύματα τέτοιου είδους πράξεων, μπορεί να αποδοθεί στο φόβο που αισθάνεται, ενόψει και του γεγονότος ότι συνεχίζει την επαγγελματική του δραστηριότητα σε νυκτερινά κέντρα, σε συνδυασμό με το ότι κατηγορούμενοι έδρασαν από κοινού με άλλα άτομα, τα οποία παραμένουν άγνωστα και ακόμα ελεύθερα. Η κρίση του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η μεν μάρτυρας υπερασπίσεως ΔΔ, μητέρα του πρώτου κατηγορουμένου, δεν καταθέτει ο,τιδήποτε σχετικά με την πιο πάνω κατηγορία, οι ίδιοι δε οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους δεν έδωσαν εύλογες και πειστικές εξηγήσεις για τις πιο πάνω πράξεις τους, επωφελούμενοι της μεταστροφής της καταθέσεως του ΒΒ. Περαιτέρω ... αποδείχτηκαν ... τα εξής πραγματικά περιστατικά: Το καλοκαίρι του έτους 2001 ο μάρτυρας κατηγορίας και πρωτοδίκως παραστάς ως πολιτικώς ενάγων Ψ, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας χρωμάτων, ξυλείας και επίπλων στην οδό ... αριθ. 2 και ... στην ... (περιοχή ...), ανέλαβε εργολαβικά την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών και εργασιών διακοσμήσεως στο γυμναστήριο που διατηρούσε στη Λεωφόρο ... αριθ. 106, στα ..., ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3, υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ευ Πλάθειν Ανώνυμη Εταιρεία Εκμετάλλευσης Αθλητικών Κέντρων Α.Ε.". Τα συνεργεία του Χ3 συνέχισαν να εργάζονται στο πιο πάνω γυμναστήριο του τρίτου κατηγορουμένου και το επόμενο καλοκαίρι του έτους 2002 ενώ ήδη λειτουργούσε το γυμναστήριο, διότι ο τρίτος κατηγορούμενος του ανέθεσε και πρόσθετες εργασίες. Παράλληλα ο τρίτος κατηγορούμενος είχε αναθέσει στο ΓΓ, εργολάβο οικοδομών, την εκτέλεση διάφορων οικοδομικών εργασιών στον ίδιο χώρο. Η συμφωνημένη αμοιβή για τις εργασίες που εκτέλεσε ο Χ3 ανήλθε στο ποσό των 156.000 ευρώ και για εκείνες που εκτέλεσε ο ΓΓ στο ποσό των 45.000 ευρώ περίπου. Εν τω μεταξύ ο τρίτος κατηγορούμενος, για να πραγματοποιήσει τα επιχειρηματικά του σχέδια, είχε προσφύγει σε δανεισμό από Τράπεζες, όμως δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του. Για το λόγο αυτό, επωφελούμενος της συνεργασίας του με τον Χ3, ζήτησε από τον τελευταίο να ανταλλάσσουν επιταγές ευκολίας προκειμένου, καταθέτοντας αυτές που του έδινε ο τελευταίος στις Τράπεζες με τις οποίες είχε συναλλαγή, να εξασφαλίζει τη συνέχιση του δανεισμού του. Η οφειλή του από την αιτία αυτή, ενόψει του ότι όσες επιταγές δόθηκαν από αυτόν στον Χ3 δεν καλύφθηκαν και κάθε φορά τις αντικαθιστούσε με νέες, ανήλθε στο ποσό των 70.000 ευρώ. Εξάλλου, για να καλύψει την οφειλή του προς το ΓΓ, ο τρίτος κατηγορούμενος παρέδωσε και σ' αυτόν μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες στη συνέχεια δεν μπορούσε να καλύψει. Στην προσπάθειά του να μην εμφανιστούν αυτές στην πληρώτρια Τράπεζα, πρότεινε στο ΓΓ και αυτός το δέχθηκε, να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο τελευταίος στην Τράπεζα "ALPHA ΒΑΝΚ" το ποσό των 5.000 ευρώ. Όμως, χωρίς να ενημερώσει σχετικά το ΓΓ, κατέθεσε σε μετρητά μόνο 1.000 ευρώ, έναντι δε των υπολοίπων 4.000 ευρώ κατέθεσε στο λογαριασμό του ΓΓ με τον αριθμό ... μία ισόποση επιταγή της Τράπεζας "EUROBANK" με τον αριθμό ... που φερόταν ότι είχε εκδοθεί στην Αθήνα στις 14-2-2003 σε διαταγή του ΓΓ και έφερε μία δυσανάγνωστη υπογραφή στη θέση του εκδότη, ως προερχόμενη από αυτόν (τον τρίτο κατηγορούμενο). Τα στοιχεία αυτής της επιταγής τέθηκαν από τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος μάλιστα στη συνέχεια, αφού την οπισθογράφησε, θέτοντας απομίμηση της υπογραφής του φερόμενου ως λήπτη ΓΓ στη θέση της πρώτης οπισθογραφήσεως, εμφάνισε αυτήν στην πιο πάνω Τράπεζα και παραπλανώντας τους υπαλλήλους ως προς τη γνησιότητά της, πέτυχε να κατατεθεί το προϊόν της στον πιο πάνω λογαριασμό του, επ' ονόματι του. Η επιταγή αυτή, όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκε τηλεφωνικά ο ΓΓ από το ΣΤ, δικαιούχο του λογαριασμού όπου συρόταν η επιταγή, είχε κλαπεί λευκή από την κατοχή του και ήταν πλαστή ως προς όλα τα στοιχεία της, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχαν τεθεί από τον τρίτο κατηγορούμενο. Στη συνέχεια ο τρίτος κατηγορούμενος, προκειμένου να κατασιγάσει τις εύλογες ανησυχίες του ΓΓ (τόσο για την εξόφληση της προς αυτόν οφειλής όσο και για την τυχόν δικαστική εμπλοκή του, δεδομένου ότι φαινόταν να έχει καταθέσει στο λογαριασμό του κλεμμένη και πλαστογραφημένη επιταγή), αφού ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τίποτα για την προέλευση της επιταγής, του έδωσε έναντι της οφειλής του άλλες δύο επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας, ήτοι μία με τον αριθμό ..., στην οποία είχε συμπληρώσει αριθμητικά το ποσό των 7.000 ευρώ και είχε θέσει την υπογραφή του εκδότη και μία με τον αριθμό ..., την οποία του παρέδωσε μόνο με την υπογραφή του εκδότη, αφήνοντας ασυμπλήρωτο το ποσό για να δείξει στο ΓΓ ότι τον εμπιστεύεται και ότι πρέπει και αυτός να τον εμπιστευθεί και να δεχθεί τις νέες επιταγές. Πράγματι ο ΓΓ, μη έχοντας και άλλη επιλογή για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του, πήρε τις επιταγές. Όμως, επειδή η εμπιστοσύνη του προς τον τρίτο κατηγορούμενο είχε πλέον κλονισθεί, φρόντισε να ελέγξει ποιος ήταν ο δικαιούχος των λογαριασμών στους οποίους σύρονταν. Έτσι διαπίστωσε ότι η μεν πρώτη επιταγή προερχόταν από στέλεχος επιταγών που είχε αφαιρεθεί με ληστεία στις 20-12-2002 από τον κατασκευαστή πολυκατοικιών ΣΤ μαζί με τις σφραγίδες των επιχειρήσεων με τις επωνυμίες "Αφοί ... Ο.Ε." και "... και Αφοί ... Ο.Ε.", των οποίων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, η δε δεύτερη επιταγή προερχόταν από στέλεχος επιταγών που ανήκε στον επιχειρηματία ΗΗ, από τον οποίο είχε κλαπεί κατά το διάστημα από 30-11-2002 έως 1-12-2002. Τις επιταγές αυτές ο ΓΓ τις φωτοτύπησε και τις επέστρεψε στον τρίτο κατηγορούμενο στις 5-3-2003, αφού προηγουμένως ζήτησε από τον τελευταίο να δηλώσει ενυπόγραφα πάνω στη φωτοτυπία ότι παρέλαβε τα σώματα των εν λόγω επιταγών που τα είχε δώσει στις 25-2-2003 έναντι λογαριασμού για τις εργασίες που είχαν γίνει στην επιχείρηση του, γιατί ύστερα από έλεγχο που έκανε ο ΓΓ "ευρέθησαν μη νόμιμες". Περαιτέρω για την κάλυψη της οφειλής του προς τον Ψ ο τρίτος κατηγορούμενος είχε μεταβιβάσει σ' αυτόν πολλές επιταγές του που δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Μεταξύ αυτών έδωσε στον Ψ τις προαναφερθείσες επιταγές με τους αριθμούς ... και ... τις οποίες του είχε επιστρέψει ο ΓΓ, αλλά τώρα είχε προσθέσει και πάλι αυθαίρετα στη μεν πρώτη ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ως ημερομηνία εκδόσεως την 15-3-2003, το ποσό των 7.000 ευρώ που υπήρχε αριθμητικώς τώρα και ολογράφως και ως λήπτη τον Ψ, στη δε δεύτερη που ήταν λευκή ως προς όλα τα στοιχεία της πλην της φερόμενης ως υπογραφής του εκδότη, πρόσθεσε ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ως ημερομηνία εκδόσεως την 30-4-2003, ως ποσό αριθμητικώς και ολογράφως αυτό των 13.000 ευρώ και ως λήπτη τον Ψ. Ακόμα του έδωσε και τις επιταγές με τους αριθμούς ... και ... επίσης της Εμπορικής Τράπεζας, που είχαν αφαιρεθεί και αυτές η πρώτη από τον ΖΖ και η δεύτερη από το ΗΗ. Ειδικότερα στην επιταγή με τον αριθμό ... έθεσε ως τόπο εκδόσεως την ... ως ημερομηνία εκδόσεως την 10-3-2003, το ποσό των 13.500 ευρώ αριθμητικώς και ολογράφως, στην ένδειξη "πληρώστε με την επιταγή αυτή σε διαταγή" τη φράση "εμού του ιδίου" και τέλος στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου δυσανάγνωστη υπογραφή, ως προερχόμενη από το δικαιούχο του λογαριασμού όπου συρόταν η εν λόγω επιταγή, δηλαδή το ΖΖ, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση αυτού, αφού όπως προαναφέρθηκε ήταν προϊόν ληστείας. Εξάλλου στην επιταγή με τον αριθμό ... έθεσε ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ως ημερομηνία εκδόσεως την 30-3-2003, ως ποσό, αριθμητικώς και ολογράφως, αυτό των 14.637 ευρώ, στην ένδειξη "πληρώστε με την επιταγή αυτή σε διαταγή" τη φράση "εμού του ιδίου" και στη θέση του εκδότη αλλά και του πρώτου οπισθογράφου την υπογραφή του ΖΖ κάτω από τη σφραγίδα της εταιρείας "... - Αφοι ... Ο.Ε." ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, εν αγνοία του βέβαια και χωρίς τη συναίνεσή του και στη συνέχεια έθεσε απομιμήσεις των υπογραφών των νομίμων εκπροσώπων των εταιρειών με τις επωνυμίες "Θεσσαλία Α.Ε.." και "Προφίλ Α.Ε." ως διαδοχικών οπισθογράφων, χωρίς αυτοί να το γνωρίζουν και χωρίς τη συναίνεσή τους. Εξάλλου τον Ιανουάριο του έτους 2003 ο τρίτος κατηγορούμενος παρέδωσε στον παλαιό του γνώριμο ΘΘ την επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας με τον αριθμό ..., για να την προεξοφλήσει μέσω των συναλλαγών του με τη δική του Τράπεζα. Και η επιταγή αυτή ήταν από εκείνες που είχαν αφαιρεθεί με ληστεία από το ΖΖ, σ' αυτήν δε ο τρίτος κατηγορούμενος συμπλήρωσε παράνομα ως τύπο εκδόσεως την Αθήνα, ως ημερομηνία εκδόσεως την 30-5-2003, ως ποσό αυτό των 6.875 ευρώ αριθμητικώς και στη θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του ΖΖως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Αφοι ... Ο.Ε.". Εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με το ΘΘ για την πώληση σ' αυτόν της επιχειρήσεως του γυμναστηρίου και για το λόγο αυτό το Φεβρουάριο του έτους 2003 ο τελευταίος του κατέβαλε το ποσό των 150.000 ευρώ. Στη συνέχεια όμως ο κατηγορούμενος δεν προχώρησε στη μεταβίβαση του γυμναστηρίου προς το ΘΘ και δεν του απέδωσε το προαναφερθέν ποσό των 150.000 ευρώ. Το Μάρτιο του έτους 2003 ο ΘΘ προσπάθησε να εισπράξει το ποσό της επιταγής με τον αριθμό ... για την εν μέρει απόσβεση της απαιτήσεως του προς απόδοση του ποσού των 150.000 ευρώ. Τότε όμως διαπίστωσε και αυτός ότι η επιταγή είχε εκφύγει από την κατοχή του ΖΖ με ληστεία και είχε πλαστογραφηθεί από τον τρίτο κατηγορούμενο. Στις πιο πάνω πράξεις του προέβη ο τρίτος κατηγορούμενος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 59.048 ευρώ, όσο και το ποσό των επιταγών, βλάπτοντας αντίστοιχα τους κομιστές των επιταγών. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως της πλαστογραφίας, προϋπόθεση που συντρέχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω ο Ψ περί τις 17-3-2003 μετέβη στην πληρώτρια Τράπεζα με μία από τις προαναφερθείσες επιταγές που του είχε μεταβιβάσει ο τρίτος κατηγορούμενος προκειμένου να την εμφανίσει προς πληρωμή, εκεί όμως πληροφορήθηκε την παράνομη προέλευσή της. Αφού προέβη σε σχετικό έλεγχο και για τις άλλες επιταγές και διαπίστωσε ότι όλες ήταν προϊόντα κλοπής ή ληστείας και πλαστογραφημένες, επικοινώνησε με τη δικηγόρο του προκειμένου να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξή τους. Την ίδια ημέρα (17-3-2003) τηλεφώνησε στον τρίτο κατηγορούμενο, στον οποίο διαμαρτυρήθηκε έντονα, ανακοινώνοντάς του την πρόθεσή του να προσφύγει στο δικαστήριο για την ικανοποίηση των αξιώσεών του. Τότε ο τρίτος κατηγορούμενος, επιχειρώντας να τον εξαναγκάσει να μην προχωρήσει στη σφράγιση των επιταγών, του απηύθυνε την απειλητική φράση "αν τολμήσεις να μου σφραγίσεις μια επιταγή, θα φύγεις από τη ζωή. Πάρε την οικογένειά σου και φύγε με το πρώτο αεροπλάνο μακριά από την Ελλάδα". Όμως η πράξη του αυτή (της απλής εκβιάσεως) δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του και συγκεκριμένα διότι ο Ψ δεν παραιτήθηκε από τη δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεώς του. Στις 18:00' περίπου της επομένης (18-3-2003) ο Ψ βρισκόταν στο πιο πάνω κατάστημα του στην οδό ... αριθ. 2 και ... και συγκεκριμένα καθόταν σε ένα γραφείο που υπήρχε πίσω από τον πάγκο του καταστήματος, μπροστά δε από το γραφείο, με γυρισμένη την πλάτη του προς τον πάγκο αλλά και προς την είσοδο του καταστήματος, καθόταν ο ΑΑ, πωλητής χρωμάτων, με τον οποίο εκείνη την ώρα συνεργαζόταν. Την ίδια ώρα ερχόταν προς το κατάστημα ο μάρτυρας κατηγορίας ΚΚ, αδελφός και συνεργάτης του Ψ, ο οποίος, όταν στάθμευσε το αυτοκίνητό του, διαπίστωσε ότι στο πεζοδρόμιο έξω από το κατάστημα στέκονταν δύο άγνωστα άτομα καθώς και οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, τους οποίους αναγνώρισε διότι τους έβλεπε στο γυμναστήριο του τρίτου κατηγορουμένου, όπου είχε εργασθεί και ο ίδιος ως συνεργάτης του αδελφού του. Επειδή γνώριζε τη διένεξη του αδελφού του με τον τρίτο κατηγορούμενο και επειδή, όπως ήδη έχει εκτεθεί, αναγνώρισε τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, μπήκε γρήγορα στο κατάστημα φωνάζοντας στον αδελφό του "ο Χ3 σου έστειλε μπράβους". Ο Ψ στράφηκε προς την πόρτα, απ' όπου είδε να μπαίνουν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, κρατώντας ο καθένας από ένα πιστόλι, το οποίο έφεραν μαζί τους παράνομα, δηλαδή χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, ενώ τα δύο άγνωστα άτομα έμειναν στην είσοδο του καταστήματος. Ο δεύτερος κατηγορούμενος στάθηκε στο μέσο του πάγκου του καταστήματος με το πιστόλι στο χέρι, χωρίς να κάνει χρήση του και χωρίς να μιλήσει καθόλου, ενθαρρύνοντας έτσι με την παρουσία του τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος, προβλέποντας ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της κατωτέρω πράξεως του την πρόκληση του θανάτου του Ψ και του ΑΑ, αποτέλεσμα το οποίο επιδοκίμαζε, κινήθηκε προς το άκρο του πάγκου κρατώντας το πιστόλι και μόλις έφθασε εκεί, αφού απηύθυνε στο μηνυτή τη φράση "έλα βγες έξω μαλάκα, θα ξαναπάς στην Τράπεζα;", ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που επέτρεπε την πλήρη σκέψη, έστρεψε το πιστόλι του κατά του Ψ και, σκοπεύοντας, πυροβόλησε κατ' αυτού τη στιγμή που ο τελευταίος πεταγόταν από την καρέκλα του φωνάζοντας "όπλα". Έτσι ο πρώτος κατηγορούμενος αστόχησε και η βολίδα κτύπησε κάποιους υαλοπίνακες που ήταν ακουμπισμένοι στον τοίχο πίσω από το γραφείο. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος, σκοπεύοντας και πάλι από μικρή απόσταση, πυροβόλησε για δεύτερη φορά τον Ψ, τον οποίο αυτή τη φορά τραυμάτισε. Εν τω μεταξύ ο μεν ΚΚ είχε πέσει στο έδαφος για να καλυφθεί, ο δε ΑΑ, ο οποίος δεν είχε δει από την αρχή τους δύο πρώτους κατηγορουμένους και δεν είχε αντιληφθεί μέχρι τότε τι συνέβαινε, πετάχτηκε όρθιος και στράφηκε προς αυτούς, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια του. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και σκοπεύοντας ακόμα μία φορά από κοντινή απόσταση κατά του ΑΑ, τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε. Όμως το πιο πάνω αποτέλεσμα, το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος προέβλεψε ως ενδεχόμενο και το οποίο αυτός επιδοκίμαζε, δηλαδή η θανάτωση των πιο πάνω παθόντων, δεν επήλθε για λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του και συγκεκριμένα επειδή οι παθόντες τραυματίστηκαν αλλά δεν επλήγησαν σε καίρια σημεία του σώματος τους. Ειδικότερα ο μεν Ψ τραυματίστηκε στο μηρό του δεξιού του ποδιού και του προκλήθηκε διαμπερές τραύμα, ήτοι κυκλικό τραύμα διαμέτρου 1,4 εκατοστών στην έσω επιφάνεια του δεξιού μηρού (κάτω τριτημόριο) με την είσοδο της βολίδας του όπλου και τραύμα διαμέτρου 2 εκατοστών στην έξω επιφάνεια του δεξιού μηρού (κάτω τριτημόριο), όπου η πύλη εξόδου της βολίδας του όπλου, ο δε ΑΑ τραυματίστηκε στους γλουτούς και του προκλήθηκε τυφλό τραύμα με πύλη εισόδου της βολίδα του πυροβόλου όπλου τον αριστερό γλουτό και σημείο ενσφηνώσεως τον δεξιό γλουτό και ειδικότερα κυκλικό τραύμα διαμέτρου εκατοστού περίπου κατά το έξω τριτημόριο του αριστερού γλουτού, όπου η πύλη εισόδου της βολίδας του όπλου και τραύμα κατά το έξω τεταρτημόριο του δεξιού γλουτού απ' όπου αφαιρέθηκε χειρουργικά η βολίδα του όπλου. Το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβλεψε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα των πυροβολισμών κατά των παθόντων το θάνατο τους, καθώς και το ότι επιδοκίμαζε το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει ιδίως από το ότι: α) πυροβόλησε κατά του Ψ ενώ ο τελευταίος βρισκόταν εν κινήσει (σηκωνόταν από την καρέκλα του), τούτο δε σημαίνει ότι η βολίδα μπορούσε να τον πλήξει οπουδήποτε και να επιφέρει το θάνατό του, β) πυροβόλησε και δεύτερη φορά κατ' αυτού μετά την πρώτη άστοχη βολή και γ) πυροβόλησε στο κέντρο του σώματος του ΑΑ, τον οποίο, λόγω του ότι και αυτός κινούνταν (σηκωνόταν από την καρέκλα του και στρεφόταν προς το μέρος του), η βολίδα μπορούσε να είχε πλήξει στην κοιλιακή χώρα. Εξάλλου από το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος πήγε μαζί με τον πρώτο στο κατάστημα του Ψ και από το ότι στεκόταν δίπλα του εποπτεύοντας το χώρο και κρατώντας εμφανώς το όπλο που έφερε μαζί του ενώ ο πρώτος σκόπευε και πυροβολούσε τους παθόντες, προκύπτει σαφώς ότι ο δεύτερος παρείχε τη βοήθεια αυτή υποστηρίζοντας τουλάχιστον ψυχικά τον πρώτο στην τέλεση της αξιόποινης πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με ενδεχόμενο δόλο. Τέλος την απόφαση στους δύο πρώτους κατηγορουμένους να τελέσουν τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συρροή (ο πρώτος), της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή (ο δεύτερος), της παράνομης οπλοφορίας (και οι δύο) και της οπλοχρησίας κατά συρροή (ο πρώτος), προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα και με την υπόσχεση αμοιβής, ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3, ο οποίος: α) γνώριζε τους δύο πρώτους κατηγορουμένους πριν από την τέλεση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεών τους, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι ο ΚΚ τους είχε δει στο γυμναστήριό του, β) είχε έλθει σε ρήξη με τον Ψ εξαιτίας της δηλωμένης προθέσεως του τελευταίου να εμφανίσει στις πληρώτριες Τράπεζες τις πλαστές επιταγές που του είχε μεταβιβάσει, γ) την προηγουμένη είχε απευθύνει τηλεφωνικά στον Ψ την απειλητική φράση "αν τολμήσεις να μου σφραγίσεις μια επιταγή, θα φύγεις από τη ζωή. Πάρε την οικογένειά σου και φύγε με το πρώτο αεροπλάνο μακριά από την Ελλάδα", έτσι δε δικαιολογείται και η φράση του πρώτου κατηγορουμένου "θα ξαναπάς στην Τράπεζα;". Ειδικότερα ο τρίτος κατηγορούμενος προέτρεψε τους δύο πρώτους να μεταβούν φέροντας παράνομα όπλα στο κατάστημα του Ψ, δίνοντάς τους και τις αναγκαίες πληροφορίες, εφόσον αυτοί δεν είχαν προηγουμένως σχέση με αυτόν, επί πλέον δε προέτρεψε τον πρώτο να πυροβολήσει κατά του Ψ, αποδεχόμενος τη σοβαρή πιθανότητα να θανατωθεί αυτός αλλά και κάποιος άλλος από τους ευρισκόμενους τυχαία στο κατάστημα, όπως ήταν ο ΑΑ, αποτέλεσμα το οποίο επιδοκίμαζε, ανεξάρτητα από το ότι τελικά ο πρώτος δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει την πράξη της ανθρωποκτονίας και ο δεύτερος εκείνη της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από λόγους που δεν ανάγονται στην πραγματική τους βούληση κατά τ' ανωτέρω. Για όλα τα πιο πάνω σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων κατηγορίας Ψ και ΚΚ, οι οποίες ενισχύονται από: α) τις αναγνωσθείσες ιατροδικαστικές εκθέσεις, β) την αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας και τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες του χώρου του συμβάντος, γ) την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ΖΖ, ο οποίος κατέθεσε ότι άγνωστοι αλλοδαποί με ένοπλη ληστεία του αφαίρεσαν μεταξύ άλλων ένα μπλοκ επιταγών της Εμπορικής Τράπεζας και τις σφραγίδες των εταιρειών των οποίων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, ότι μετά τη ληστεία την οποία κατήγγειλε νόμιμα ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα ότι ο Ψ εμφανίστηκε ως κομιστής μιας από τις επιταγές, σε επικοινωνία του δε με τον τελευταίο, αυτός του είπε ότι την επιταγή του είχε μεταβιβάσει κάποιος ... (αναφέρεται το επώνυμο του Χ3) από τα ..., δ) την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ΛΛ, πεθερού του προηγουμένου μάρτυρα, ο οποίος κατέθεσε ότι στις 18-3-2003 κατά τις απογευματινές ώρες πήγε στο κατάστημα του Ψ προκειμένου να ζητήσει εξηγήσεις από αυτόν για τον τρόπο που περιήλθε στην κατοχή του η επιταγή του γαμβρού του και πριν εισέλθει στο κατάστημα είδε τους δράστες της επιθέσεως σε βάρος του και άκουσε τους πυροβολισμούς. Και ναι μεν και ο μάρτυρας αυτός στην προανακριτική του κατάθεση είχε καταθέσει ότι οι δράστες της επιθέσεως, τους οποίους τότε είχε χαρακτηρίσει ως "μπράβους", ήταν τέσσερις και ότι οι δύο έμειναν εκτός του καταστήματος και οι δύο, τους οποίους περιέγραψε, μπήκαν μέσα, ήδη δε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατέθεσε ότι οι δράστες ήταν δύο και ότι δεν τους είδε καλά. Όμως αυτή η μεταστροφή της καταθέσεως του μάρτυρα μπορεί να αποδοθεί στους λόγους που προαναφέρθηκαν για τον ΒΒ, ενόψει του ότι και ο ίδιος παραδέχεται ότι από μετά τα πιο πάνω συμβάντα ο ίδιος και η οικογένειά του τελούν υπό καθεστώς φόβου. Τα πιο πάνω δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι η μεν μάρτυρας υπερασπίσεως ΔΔ δεν έχει ιδία αντίληψη για το συμβάν και η κατάθεσή της στηρίζεται αποκλειστικά σε διηγήσεις του γιου της πρώτου κατηγορουμένου, οι δε πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους δεν έδωσαν εύλογες και πειστικές εξηγήσεις για το συμβάν αυτό. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είχε μεταβεί με ένα φίλο του (και όχι τον συγκατηγορούμενό του) στο κατάστημα του Ψ διότι είχε πληροφορίες ότι αυτός πωλούσε ναρκωτικά στην ήδη αποβιώσασα αδελφή του ΕΕ, ότι ο Ψ φώναξε "βγάλτε τα όπλα" και ο ΑΑ κινήθηκε απειλητικά κατ' αυτού, με αποτέλεσμα να φοβηθεί και να πυροβολήσει, όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Ούτε άλλωστε αντέχει στη βάσανο της λογικής να φοβάται ο αιφνιδιάζων και ένοπλος τους αιφνιδιαζόμενους και άοπλους. Εξάλλου ο δεύτερος κατηγορούμενος τηρεί αρνητική στάση, ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν παρών στο συμβάν, επωφελούμενος του γεγονότος ότι ο μάρτυρας ΚΚ, όταν αρχικά τον αναγνώρισε με την επίδειξη φωτογραφιών, είχε εκφράσει "μικρή επιφύλαξη". Όμως ο μάρτυρας αυτός, όταν στη συνέχεια είδε τον ανωτέρω κατηγορούμενο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου, τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα. Τέλος ο τρίτος κατηγορούμενος, εκπροσωπηθείς δια πληρεξουσίου συνηγόρου και μη εμφανισθείς αυτοπροσώπως στο παρόν δικαστήριο, όπως άλλωστε έπραξε και πρωτοδίκως, δεν εξέθεσε ο ίδιος τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου, για να εκτιμηθεί.η ειλικρίνεια και η βασιμότητά τους. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς αξιόποινων πράξεων, ... απορριπτομένου ... του αυτοτελούς ισχυρισμού του τρίτου κατηγορουμένου ότι η τελεσθείσα από τον πρώτο κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη έπρεπε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να χαρακτηρισθεί ως σκοπούμενη σωματική βλάβη και του αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου ότι η πράξη αυτή έπρεπε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να χαρακτηρισθεί ως επικίνδυνη σωματική βλάβη".
Με αυτά που δέχθηκε, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή, της απλής συνέργειας και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή, της απόπειρας της κακουργηματικής και της πλημμεληματικής εκβιάσεως, της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, της συμμορίας, της παράνομης οπλοφορίας, της οπλοχρησίας κατά συρροή και της ηθικής αυτουργίας στην οπλοφορία και την οπλοχρησία, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: α) Ως προς τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας και της συμμετοχής σ' αυτές, καθώς και της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας εκτίθεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πυροβόλησε δύο φορές τον Ψ, στρέφοντας το όπλο του κατ' αυτού και σκοπεύοντας, προέβλεπε δε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα την πρόκληση του θανάτου του, γεγονός που επιδοκίμαζε. Στη συνέχεια, σκόπευσε μια φορά κατά του ΑΑ και πυροβόλησε, προβλέποντας και ως προς αυτόν το ενδεχόμενο του θανάσιμου τραυματισμού του και επιδοκιμάζοντάς το. Εκτίθενται δε και περιστατικά που αποδεικνύουν τον ενδεχόμενο δόλο. Αιτιολογείται, ακόμη, ότι η πράξη παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας, γιατί οι παθόντες τραυματίστηκαν μεν, αλλά δεν επλήγησαν σε καίρια σημεία του σώματός τους. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, κατά τις οποίες, οι συγκεκριμένες ενέργειες του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Χ1 συνιστούσαν αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της κατά συρροή απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, με ενδεχόμενο δόλο, το Δικαστήριο εκ των πραγμάτων απέρριψε τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι οι πράξεις που τέλεσε ο ανωτέρω στοιχειοθετούσαν το αδίκημα των σωματικών βλαβών των άρθρων 309, 308 και 310 του ΠΚ, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν, καθώς και ο δόλος του αυτουργού κατηγορουμένου, καθιστούν αβασίμους τους ισχυρισμούς αυτούς. Εκτίθενται, ακόμη, τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση αφενός της απλής συνέργειας του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος ενθάρρυνε με την παρουσία του τον πρώτο να τελέσει τις εγκληματικές του πράξεις, υποστηρίζοντάς τον ψυχικά και ευρισκόμενος και αυτός σε ενδεχόμενο δόλο, και αφετέρου της ηθικής αυτουργίας του τρίτου στις ως άνω πράξεις των συγκατηγορουμένων του, αφού δέχθηκε ότι αυτός προέτρεψε εκείνους να μεταβούν, φέροντας όπλα, στο κατάστημα του Ψ, δίνοντάς τους τις αναγκαίες πληροφορίες, επί πλέον δε προέτρεψε τον πρώτο να πυροβολήσει κατά του Ψ, αποδεχόμενος την πιθανότητα να θανατωθεί αυτός, αλλά και κάποιος άλλος που τυχαία βρισκόταν στο κατάστημα. β) Ως προς τη συμμορία και την απόπειρα κακουργηματικής εκβιάσεως, παρατίθεται στην απόφαση ότι οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι ενώθηκαν για να διαπράξουν σε βάρος του ΒΒ το κακούργημα της εκβιάσεως, το οποίο συνίστατο στο ότι αποπειράθηκαν να εξαναγκάσουν αυτόν σε πράξη από την οποία θα επερχόταν ζημία του (να τους καταβάλει το μη οφειλόμενο ποσό των 200 ευρώ εβδομαδιαίως), εκτίθεται δε ότι ο εξαναγκασμός έγινε με απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του τελευταίου (απειλές για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα αυτού και των μελών της οικογενείας του, απειλή βλάβης της επιχειρήσεώς του, προσφορά παροχής προστασίας για την αποτροπή προκλήσεως βλάβης της επιχειρήσεώς του από τρίτα πρόσωπα), ο σκοπός των κατηγορουμένων να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο παραπάνω ποσό που δεν αποτελούσε νόμιμη απαίτησή τους και ότι η πράξη παρέμεινε στο στάδιο της αποπείρας, γιατί ο παθών αρνήθηκε να τους καταβάλει το ποσό που προαναφέρθηκε, τα πραγματικά δε αυτά περιστατικά, που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, υπάγονται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 385 παρ. 1 στοιχ. β και 42 παρ. 1 ΠΚ που εφαρμόσθηκαν. Αιτιολογείται, ακόμη, και η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως της πράξεως "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια". Συγκεκριμένα, ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση δέχθηκε το Δικαστήριο ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι τέλεσαν το έγκλημα της εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση (όπως, άλλωστε, καταδικάσθηκαν), αλλά είχαν διαμορφώσει και υποδομή για την επανειλημμένη τέλεσή του (είχαν μεριμνήσει να συνοδεύονται από μεγάλο αριθμό σωματωδών ατόμων), χωρίς, όπως αναφέρθηκε, να αποκλείεται η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως, ήτοι τόσο η επανειλημμένη τέλεση, όσο και η υποδομή. Ως προς δε την κατά συνήθεια τέλεση, δέχθηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του εγκλήματος της εκβιάσεως ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. γ) Ως προς την απόπειρα πλημμεληματικής εκβιάσεως, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο τρίτος κατηγορούμενος αποπειράθηκε να εξαναγκάσει τον παθόντα Ψ σε παράλειψη από την οποία θα επερχόταν ζημία του (να μη προβεί σε σφράγιση επιταγών που του είχε ο κατηγορούμενος σε εξόφληση ποσού 226.000 ευρώ που του όφειλε αυτός ως εργολαβικό αντάλλαγμα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα), ότι ο εξαναγκασμός έγινε με απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του τελευταίου (τηλεφωνικές απειλές όσον αφορά τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα τόσο του ιδίου, όσο και των μελών της οικογενείας του), και ο σκοπός του κατηγορουμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην αποφυγή καταβολής του παραπάνω ποσού, τα πραγματικά δε αυτά περιστατικά, που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, υπάγονται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 385 παρ. 1 στοιχ. γ και 42 παρ. 1 ΠΚ που εφαρμόσθηκαν. Και δ) ως προς την κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, ότι ο αναιρεσείων - τρίτος κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστά έγγραφα (συμπλήρωσε τα στοιχεία επιταγών) με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (των κομιστών των επιταγών και των υπαλλήλων των πληρωτριών Τραπεζών), με τη χρήση τους, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, επρόκειτο για γνήσιες επιταγές, των οποίων ο εκδότης και οι οπισθογράφοι είχαν αναλάβει εγκύρως υποχρέωση προς πληρωμή τους), ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση των πλαστών επιταγών και ότι στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 59.048 ευρώ (ήτοι άνω των 15.000 ευρώ), όσο και το συνολικό ποσό των επιταγών, βλάπτοντας αντίστοιχα τους κομιστές των επιταγών. Τέλος, αιτιολογείται και η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως της πράξεως της πλαστογραφίας "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια". Συγκεκριμένα, ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση δέχθηκε το Δικαστήριο ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προϋπόθεση που συντρέχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως εν προκειμένω, προκύπτει σκοπός του κατηγορουμένου για πορισμό εισοδήματος. Ως προς δε την κατά συνήθεια τέλεση, δέχθηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, και συγκεκριμένα α) ο τρίτος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κακουργηματικής εκβιάσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε, και ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως, β) οι υπό στοιχ. Α', Β', Γ', κατά το δεύτερο σκέλος, λόγοι της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ2, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την καταδικαστική κρίση για την απλή συνέργεια στις απόπειρες ανθρωποκτονίας και για το δόλο ανθρωποκτονίας από μέρους του φερομένου ως αυτουργού Χ1, για την παράνομη οπλοφορία, για την απόπειρα κακουργηματικής εκβιάσεως με τις επιβαρυντικές περιστάσεις και για τη συμμορία, γ) ο δεύτερος λόγος της πρώτης αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ3, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι οι φερόμενοι ως δράστες της απόπειρας ανθρωποκτονίας στερούντο ανθρωποκτόνου σκοπού και, επομένως, επρόκειτο για το έγκλημα της σκοπούμενης σωματικής βλάβης, δ) οι υπό στοιχ. Γ', Δ' , Ε', Στ' λόγοι της δεύτερης αιτήσεως του ιδίου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον ανθρωποκτόνο σκοπό του φερομένου ως αυτουργού των αποπειρών ανθρωποκτονίας, ως προς την παράνομη οπλοφορία και ως προς την οπλοχρησία, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 46§1 εδ. α ΠΚ, αφού το Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένο νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως, η οποία έφερε το χαρακτήρα της επικίνδυνης, άλλως μη σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτόν ηθική αυτουργία, για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 385§1 εδ. α ΠΚ, γιατί η απειλητική φράση που φέρεται ότι απηύθυνε στον παθόντα Ψ δεν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε πρόσφορη να του προκαλέσει τρόμο και ανησυχία, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κακουργηματική πλαστογραφία, ε) οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι του ιδίου για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 299§1 ΠΚ ως προς την τέλεση των πράξεων των αποπειρών ανθρωποκτονίας από τον φερόμενο ως αυτουργό με ενδεχόμενο δόλο και μη μεταβολής της κατηγορίας, κατά τα ανωτέρω, και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων αυτών και στ) ο τέταρτος πρόσθετος λόγος του αυτού περί ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την ηθική αυτουργία και περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 42, 46§1 α και 299 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ1, που προτείνεται με τον πρόσθετο λόγο της αιτήσεώς του, ότι δεν εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση του ότι αυτός είχε πρόθεση να φονεύσει τους παθόντες και όχι να τους τραυματίσει, ανεξαρτήτως της αβασιμότητάς του, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, το ΜΟΕ δέχθηκε ότι οι απόπειρες ανθρωποκτονίας τελέσθηκαν με ενδεχόμενο δόλο, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσείων, με τους πυροβολισμούς του εναντίον των παθόντων, γνώριζε ότι ήταν δυνατόν να φονευθούν αυτοί και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό, και όχι με πρόθεση. Ο δε πέμπτος λόγος της αιτήσεως του ιδίου, με τον οποίο βάλλεται, για έλλειψη αιτιολογίας, η καταδικαστική κρίση για τις απόπειρες ανθρωποκτονίας, είναι εντελώς αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο πληττόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λπ. Η δε αιτίαση του ιδίου, που προτείνεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι δεν ερμηνεύθηκε και δεν εφαρμόσθηκε ορθά η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΠΚ, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν σωρευτικά και οι δύο μορφές της κατ' επάγγελμα τελέσεως της απόπειρας της εκβιάσεως, ήτοι και η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και η υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως αυτής, οι οποίες (μορφές) δεν είναι δυνατόν να συντρέχουν για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, είναι αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο μορφών της κατ' επάγγελμα τελέσεως, ήτοι τόσο η επανειλημμένη τέλεση, όσο και η υποδομή που διαμόρφωσε ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως (ασάφεια θα υπήρχε στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεχόταν διαζευκτικά ότι συνέτρεχε η μία ή η άλλη μορφή). Από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι "ο ΑΑ, ο οποίος δεν είχε δει από την αρχή τους δύο πρώτους κατηγορουμένους και δεν είχε αντιληφθεί μέχρι τότε τι συνέβαινε, πετάχτηκε όρθιος και στράφηκε προς αυτούς, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια του? τότε ο πρώτος κατηγορούμενος, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και σκοπεύοντας ακόμα μία φορά από κοντινή απόσταση κατά του ΑΑ, τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε" (σελ. 111 πρακτικών) και "πυροβόλησε στο κέντρο του σώματος του ΑΑ, τον οποίο, λόγω του ότι και αυτός κινούνταν (σηκωνόταν από την καρέκλα του και στρεφόταν προς το μέρος του), η βολίδα μπορούσε να είχε πλήξει στην κοιλιακή χώρα" (σελ. 112 πρακτικών) όχι μόνο δεν δημιουργείται καμιά αντίφαση, αλλά αιτιολογείται πλήρως ο ενδεχόμενος δόλος, ότι, δηλαδή, ο αυτουργός της πράξεως απεδέχετο ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα τη θανάτωση του παθόντος και επιδοκίμαζε αυτό, και η περί του αντιθέτου μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 είναι αβάσιμη. Ακόμη, η αιτίαση του ιδίου ότι η τρώση των παθόντων σε μη καίριο σημείο, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν αποτελεί πρόσφορο λόγο αποτροπής του επιδιωκομένου ανθρωποκτόνου σκοπού και, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί αιτιολογημένο λόγο για τη θεμελίωση της απόπειρας είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμη, καθόσον ο αυτουργός της πράξεως κρίνεται σύμφωνα με την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας που είχε αποφασίσει και όχι από το αποτέλεσμα, ήτοι από τη σωματική βλάβη που προκάλεσε στους παθόντες και, επομένως, το γεγονός ότι οι τελευταίοι απέφυγαν το θάνατο γιατί πλήγηκαν σε μη καίρια σημεία στοιχειοθετεί απόπειρα ανθρωποκτονίας, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο αυτουργός είχε ανθρωποκτόνο σκοπό και δεν επεδίωκε απλώς να τους τραυματίσει. Αιτιολογείται, όπως αναφέρθηκε, και γιατί η κακουργηματική εκβίαση δεν ολοκληρώθηκε, ήτοι ότι ο παθών ΒΒ αρνήθηκε να καταβάλει στους δράστες το ποσό που του ζήτησαν, και η μερικότερη αιτίαση του ιδίου, με την οποία υποστηρίζεται ότι δεν αναφέρονται οι, ανεξάρτητοι της θελήσεως των δραστών, λόγοι, για τους οποίους δεν ολοκληρώθηκε η πράξη της εκβιάσεως, είναι αβάσιμη. Ο πρώτος λόγος της πρώτης αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ3, με τον οποίο προτείνεται ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε η αποδιδομένη σ' αυτόν ηθική αυτουργία σε απόπειρα ανθρωποκτονίας είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση του ίδιου ότι δεν υπέχει ποινική ευθύνη ως ηθικός αυτουργός στα εγκλήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της απλής συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, γιατί η ηθική αυτουργία προϋποθέτει την τέλεση αντικειμενικώς αξιόποινης πράξης από τον αυτουργό και όχι απόπειρας, είναι αβάσιμη, γιατί, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 46§1 εδ. α ΠΚ, ο ηθικός αυτουργός υπέχει ευθύνη όταν ο παρακινηθείς διέπραξε την άδικη πράξη κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία είτε τετελεσμένη είτε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σε απόπειρα. Η μερικότερη αιτίαση του ιδίου ότι δεν αναφέρεται από ποια αποδεικτικά μέσα συνήγαγε το Δικαστήριο την κρίση του ότι αυτός τέλεσε το έγκλημα της πλαστογραφίας, χωρίς, μάλιστα, να διατάξει περί τούτου γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, είναι αβάσιμη, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείτο αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά, εφόσον, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού, στα οποία περιλαμβάνονται, ως αναγνωσθέντα έγγραφα, και τα σώματα των φερομένων ως πλαστών επιταγών, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας έχει την, αναιρετικά ανέλεγκτη, δυνητικότητα να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, υποχρεούμενο μόνο να απαντήσει αιτιολογημένα, σε περίπτωση απορρίψεως σχετικού αιτήματος, το οποίο, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, δεν υποβλήθηκε.
Ο αναιρεσείων Χ2, στο πρώτο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, σκέλος του υπό στοιχ. Γ' λόγου αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διαλαμβάνει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν, και συγκεκριμένα περικοπές των από 18.2.2003 και 31.5.2003 εκθέσεων ένορκης εξετάσεως του μάρτυρα ΒΒ ενώπιον του ανθυπαστυνόμου ..., ότι η μη ανάγνωση αυτών προκύπτει από το ότι δεν περιλαμβάνονται αυτές στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων και ότι έτσι στερήθηκε των κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιωμάτων του. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και από όσα αναφέρονται στο πιο πάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο ανέγνωσε, κατά την εξέταση του ως άνω μάρτυρα, περικοπές των κατά την προδικασία καταθέσεών του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ.357 παρ.4 του ΚΠΔ, τις οποίες και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως ρητώς αναφέρεται (η ανάγνωση και η αξιολόγησή τους) στο αιτιολογικό της απόφασης. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της απόφασης σαφώς αναφέρεται, μεταξύ άλλων, όπως αναφέρθηκε, ότι: "... Για τα πιο πάνω με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα είχε καταθέσει κατά την προδικασία ο ΒΒ, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κατονόμασε τον πρώτο κατηγορούμενο, αναγνώρισε δε ανεπιφύλακτα το δεύτερο από φωτογραφίες οι οποίες του επιδείχθηκαν από τους αστυνομικούς. Όμως με τις καταθέσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου αναίρεσε πλήρως εκείνες της προδικασίας, όταν δε του υποδείχθηκε τούτο με την ανάγνωση σχετικών περικοπών των προηγούμενων καταθέσεών του, προέβαλε διάφορες ασαφείς και μη πειστικές δικαιολογίες. Η πλήρης μεταστροφή των καταθέσεων του πιο πάνω μάρτυρα, που είναι συνήθης σε θύματα τέτοιου είδους πράξεων, μπορεί να αποδοθεί στο φόβο που αισθάνεται, ενόψει και του γεγονότος ότι συνεχίζει την επαγγελματική του δραστηριότητα σε νυκτερινά κέντρα, σε συνδυασμό με το ότι κατηγορούμενοι έδρασαν από κοινού με άλλα άτομα, τα οποία παραμένουν άγνωστα και ακόμα ελεύθερα". Δεν απαιτείτο δε η επιπλέον αναφορά της αναγνώσεως των περικοπών αυτών, κατά την γενόμενη έκθεση στα πρακτικά των εγγράφων που αναγνώστηκαν. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 352 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για να προσέλθει μάρτυρας που κλητεύθηκε νόμιμα, αλλά δεν εμφανίσθηκε, και του οποίου η μαρτυρία κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, εναπόκειται, όμως, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι η προσέλευση του μάρτυρα είναι αναγκαία για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή για να προσέλθει μάρτυρας πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία, αλλά και ο υπό στοιχ. Η' για υπέρβαση εξουσίας, εφόσον το δικαστήριο, παρά την αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αυτού, προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και την έκδοση καταδικαστικής για τον αιτούντα κατηγορούμενο αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την εκφώνηση, των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, την πρώτη ημέρα συνεδριάσεως (15-6-2009) βρέθηκε απών ο παθών ΑΑ. Μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ3, Δημήτριος Μπαλέρμπας, που τον εκπροσωπούσε, υπέβαλε το αίτημα της προσαγωγής του μάρτυρα αυτού είτε με διακοπή της δίκης είτε με αναβολή, γιατί ήταν ένας από τους μάρτυρες που είχαν πυροβοληθεί και ήταν αναγκαία η μαρτυρία του. Το ΜΟΕ, με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 375/2009 απόφασή του, διέκοψε τη δίκη για την επομένη (16.6.2009) και διέταξε τη βίαιη προσαγωγή του ως άνω μάρτυρα (και του ΒΒ, ο οποίος, τελικά, προσήλθε και κατέθεσε). Όμως, και πάλι δεν προσήλθε ο εν λόγω μάρτυρας γιατί έπασχε από κάταγμα έξω σφυρού δεξιάς ποδοκνημικής. Ο πληρεξούσιος του αυτού αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου υπέβαλε και πάλι αίτημα αναβολής, με σκοπό να προσέλθει όταν αναρρώσει ο μάρτυρας, του οποίου η παρουσία ήταν αναγκαία για την εκδίκαση της υποθέσεως. Το Δικαστήριο, με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 380/2009 απόφασή του, απέρριψε, κατά πλειοψηφία, το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: "Από τα έγγραφα τα οποία ανεγνώσθησαν, τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ότι δεν συντρέχει, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, λόγος αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο απολιπόμενος μάρτυρας ΑΑ, ο οποίος έχει κληθεί νόμιμα όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη (...) απόφαση αυτού του δικαστηρίου και του οποίου δεν κατέστη εφικτή η βιαία προσαγωγή λόγω ασθενείας του και συγκεκριμένα διότι πάσχει από κάταγμα έξω σφυρού δεξιάς ποδοκνημικής (βλ. το αναγνωσθέν από 15-6-2009 έγγραφο του Ι.Κ.Α. ...). Τούτο διότι η τυχόν ανάγκη αναβολής για το λόγο αυτό μπορεί να προκύψει μόνο μετά την έρευνα όλων των υπαρχόντων στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων και τη διαπίστωση ότι αυτά δεν είναι επαρκή για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως.
Συνεπώς το αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και να προσέλθει ο ανωτέρω μάρτυρας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο στο παρόν στάδιο της δίκης". Στην επόμενη συνεδρίαση της 17.6.2009, μετά το πέρας της εξετάσεως των μαρτύρων κατηγορίας, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ζήτησαν να διακοπεί, άλλως να αναβληθεί, η δίκη για να προσέλθει ο ως άνω απολιπόμενος και αναγκαίος κατ'αυτούς, για τη διαλεύκανση της υποθέσεως μάρτυρας. Το ΜΟΕ, με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 387/2009 απόφασή του, απέρριψε τα αιτήματα των κατηγορουμένων με την αιτιολογία ότι: "Για τους λόγους που αναφέρονται για τη θεμελίωση της γνώμης της πλειοψηφίας στο σκεπτικό της προηγούμενης αποφάσεως αυτού του δικαστηρίου με τον αριθμό 380/2009, στους οποίους το δικαστήριο αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων (και συνοπτικά διότι η τυχόν ανάγκη αναβολής μπορεί να προκύψει μόνο μετά την έρευνα όλων των υπαρχόντων στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων και τη διαπίστωση ότι αυτά δεν είναι επαρκή για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως) δεν συντρέχει, και στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, νόμιμος λόγος αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο απολιπόμενος μάρτυρας ΑΑ, ο οποίος έχει κληθεί νόμιμα και του οποίου δεν κατέστη εφικτή η βιαία προσαγωγή λόγω ασθενείας του.
Συνεπώς το αίτημα των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο ανωτέρω μάρτυρας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Επίσης δε απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο είναι το αίτημα των κατηγορουμένων για διακοπή της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο ανωτέρω μάρτυρας, εφόσον ήδη έχει διακοπεί η δίκη για το λόγο αυτό και δεν κατέστη εφικτή η βιαία προσαγωγή του, όπως ήδη έχει εκτεθεί". Μετά το πέρας της απολογίας των κατηγορουμένων, οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Χ1 και Χ3 υπέβαλαν και πάλι το αυτό ως άνω αίτημα, το οποίο, με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 388/2009 απόφαση του ΜΟΕ, απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι: "Κατά την κρίση του δικαστηρίου τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ερευνήθηκαν μέχρι τώρα και συγκεκριμένα οι καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα τα οποία ανεγνώσθησαν και επίσης αναφέρονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της εκκαλούμενης αποφάσεως τα οποία ανεγνώσθησαν και οι απολογίες των αυτοπροσώπως παρισταμένων κατηγορουμένων, είναι επαρκή για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως.
Συνεπώς δεν συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής ή διακοπής της δίκης προκειμένου να κληθεί και να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου ο μάρτυρας ΑΑ και τα σχετικά αιτήματα των πρώτου και τρίτου κατηγορουμένων, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα". Τέλος, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ3, στο στάδιο της αγορεύσεώς του, επανέφερε το αίτημα αναβολής της δίκης με σκοπό να προσέλθει ο μάρτυρας ΑΑ. Το αίτημα αυτό, με την επί της ουσίας προσβαλλόμενη απόφαση (που έλαβε επί μέρους αριθμό 389/2009), απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι: "Κατά την κρίση του δικαστηρίου υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, τα αναφερόμενα σε επόμενη σκέψη αυτής της αποφάσεως, για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως και συνακόλουθα δεν συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί και να εμφανισθεί ενώπιόν του ο μάρτυρας ΑΑ.
Συνεπώς το αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί ο μάρτυρας αυτός, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο".
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των ως άνω αιτημάτων, αφού εκτίθεται γιατί δεν κρίθηκε αναγκαία η προσέλευση του εν λόγω μάρτυρα και δη ότι τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 84, 85, 86, 87, 88, 89, 100, 109, 128, 129, 130/2007 αποφάσεως του ΜΟΔ Αθηνών, τα οποία αναγνώσθηκαν και περιλαμβάνουν και την κατάθεση του τότε εξετασθέντος και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου απολιπομένου μάρτυρα ΑΑ) είναι επαρκή για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως επί της υποθέσεως. Το Δικαστήριο της ουσίας δε, με το να απορρίψει τα ως άνω αιτήματα και να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους κρίση δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Η' του ΚΠΔ, λόγοι των αιτήσεων (πρώτος της αιτήσεως του Χ1, πρώτος της κυρίας αιτήσεως του Χ3 και πρώτος πρόσθετος αυτής), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ3 ότι το ΜΟΕ διέλαβε στο σκεπτικό του αντιφατικές αιτιολογίες, αφού ενώ, κατά την πρώτη συνεδρίαση, έκρινε ότι η μαρτυρία του ως άνω μάρτυρα ήταν απολύτως αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, στη συνέχεια έκρινε, αντιθέτως, ότι θα μορφώσει τη δικανική του πεποίθηση από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμη. Γιατί από τις ως άνω παραδοχές δεν γεννάται καμιά αντίφαση, αφού, κατά την αρχική συνεδρίαση, δεν ήταν γνωστό στο Δικαστήριο το κώλυμα του εν λόγω μάρτυρα να εμφανισθεί και ορθά τότε αυτό διέκοψε τη δίκη και διέταξε τη βιαία προσαγωγή του, από την έρευνα, όμως, μετά τη γνωστοποίηση του κωλύματος, των λοιπών αποδεικτικών μέσων έκρινε ότι πλέον δεν απαιτείτο οπωσδήποτε η προσέλευσή του για τη διαλεύκανση της υποθέσεως. Η αιτίαση του ιδίου, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του (υπό στοιχ. 3), ότι το ΜΟΕ, με την υπ' αριθ. 389/2009 οριστική απόφασή του, απάντησε μόνο στο αίτημα αναβολής, το οποίο και απέρριψε, και όχι και στο αυτοτελές αίτημα της διακοπής της δίκης για την άμεση κλήση και εμφάνιση του μάρτυρος ΑΑ, με συνέπεια να υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 περ. Β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του, πριν από την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, επανέφερε το αίτημα αναβολής και δεν υπέβαλε, ούτε επικουρικά, αυτοτελές αίτημα διακοπής της δίκης, ώστε το Δικαστήριο να απαντήσει και σ' αυτό, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, απάντησε σε προηγούμενο αίτημα διακοπής, που είχε, όμως, υποβληθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Εξάλλου, η από το Σύνταγμα και το νόμο επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2 προέβαλε την ένσταση του δεδικασμένου, επικαλούμενος ότι: "Η εις βάρος του κατηγορία για το αδίκημα της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως έχει ήδη κριθεί και έχει απαλλαγεί αυτός με την υπ' αριθ. 361, 420, 456, 472/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων) και θα πρέπει ως προς αυτή την κατηγορία να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου η ποινική δίωξη. Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων) κηρύχθηκε αθώος του ότι από πρόθεση στον ..., στην ... και σε άλλες περιοχές της ..., κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1994-2004, εντάχθηκε ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα τουλάχιστον δέκα ατόμων, επιδιώκοντας τη διάπραξη κακουργημάτων, μεταξύ των οποίων εκβιάσεις σε βάρος καταστηματαρχών του ..., της ... και άλλων περιοχών της ... με το πρόσχημα της παροχής "προστασίας". Κηρύχθηκε επίσης αθώος του ότι από πρόθεση στον ..., στην ... και σε άλλες περιοχές της ..., κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1994-2004, εξακολουθητικά και ως μέλος εγκληματικής ομάδος, με σκοπό πορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους, εξανάγκασε τους παρακάτω ιδιοκτήτες επιχειρήσεως (καταστηματάρχες), με σωματική βία και απειλές βλάβης των επιχειρήσεών τους, να του καταβάλλουν χρηματικά ποσά με το πρόσχημα της παροχής "προστασίας", γνωρίζοντας ότι τα ποσά αυτά δεν αποτελούσαν αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεώς του, διατυπώνοντας την απειλή ότι σε περίπτωση αρνήσεώς τους, θα προκαλούσε αυτός βλάβη στην επιχείρησή τους "...", οι περιστάσεις δε, υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι άνω πράξεις εκβιάσεως, μαρτυρούν ότι είναι άτομο, που διαπράττει εκβιάσεις κατ' επάγγελμα ... και κατά συνήθεια ... Οι πράξεις της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και της εκβίασης για τις οποίες αθωώθηκε δυνάμει της ανωτέρω αποφάσεως σαφώς περιλαμβάνουν και την πράξη της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως, για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως..., αφού αναφέρονται σε χρονικό διάστημα που καλύπτεται από την με ισχύ δεδικασμένου αμετάκλητη κρίση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, όπως αποτυπώθηκε στην ανωτέρω απόφαση και έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, συνιστώντας την ίδια και την αυτή πράξη, αποτελώντας απλώς τμήμα αυτής κατά τον χρονικό και μόνο διαχωρισμό της χωρίς καμία άλλη διαφοροποίηση. Άλλως ειπωμένως, οι κρινόμενες σήμερα ... πράξεις δεν αποτελούν παρά τμήμα των ήδη κριθέντων και περιβληθέντων με ισχύ δεδικασμένου πράξεων για τις οποίες αμετακλήτως αθωώθηκε από το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς. Η ύπαρξη δεδικασμένου συνάγεται και περαιτέρω επικυρώνεται και από τον κίνδυνο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων τον οποίο ο νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει με τη θέσπιση του θεσμού του δεδικασμένου. Είναι φανερό πως μόνο έτσι αποφεύγεται ο κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων η μία εκ των οποίων αμετακλήτως θα δέχεται ότι κατά τα έτη 1994-2004 δεν είχε ενταχθεί ως μέλος σε δομημένη και σε διαρκή δράση ομάδα εκβιαστών καταστημάτων ενώ η έτερη ότι αποτελούσε το ίδιο χρονικό διάστημα μέλος τέτοιας όμοιας ομάδας. Η αντίφαση είναι φανερή και το Δικαστήριο οφείλει να δεχθεί πως δεν έχει εξουσία να κρίνει εκ νέου τις ανωτέρω πράξεις, που φέρεται να έχει τελέσει, και να κηρύξει ως προς αυτές απαράδεκτη την εις βάρος του ποινική δίωξη". Το ΜΟΕ Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως και απέρριψε τον παραδεκτώς προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίζεται ότι η εις βάρος του ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης (εννοεί "εκβίασης") είναι απαράδεκτη λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από την αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς με τους αριθμούς 361, 420, 456, 472/2006. Όπως όμως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση, η οποία ανεγνώσθη, η σχετική διάταξή της, την οποία επικαλείται ο κατηγορούμενος, έχει κατά λέξη ως εξής: "Κηρύσσει αθώους τους κατηγορουμένους ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και Χ2 του ότι από πρόθεση στον ..., στην ... και σε άλλες περιοχές της ..., κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1994-2004, εξακολουθητικά και από κοινού, κατόπιν συναποφάσεως, με σκοπό πορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους, εξανάγκασαν τους παρακάτω ιδιοκτήτες επιχειρήσεων (καταστηματάρχες), με σωματική βία και απειλές βλάβης των επιχειρήσεών τους, να τους καταβάλλουν χρηματικά ποσά με το πρόσχημα της παροχής "προστασίας", γνωρίζοντας ότι τα ποσά αυτά δεν αποτελούσαν αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεώς τους, διατυπώνοντας την απειλή ότι, σε περίπτωση αρνήσεώς τους, θα προκαλούσαν βλάβη στην επιχείρησή τους. Με αυτό τον τρόπο παρείχαν "προστασία" στα καταστήματα, μεταξύ άλλων, με την ονομασία "..." (ιδιοκτησίας ... και ...), από τους οποίους λάμβαναν ποσό 400 ευρώ μηνιαίως, "Μ...", "G...", "A...", "T...", "Z...", "Δ...", "Ν...", "Α...", "T...", "Α...", "Ι...", "S..." και "B...", αποκομίζοντας χρηματικά ποσά που δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθούν επακριβώς, οι περιστάσεις δε υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι άνω πράξεις εκβιάσεως μαρτυρούν ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι είναι άτομα που διαπράττουν εκβιάσεις από κοινού, κατ' επάγγελμα, δηλαδή με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος ως κύριας πηγής οικονομικής συντηρήσεως τους και κατά συνήθεια, έχοντας δηλαδή αποκτήσει μόνιμη ροπή και έξη τελέσεως τέτοιων αξιόποινων πράξεων". Από την παραβολή της πιο πάνω πράξεως της οποίας κηρύχθηκε αθώος ο δεύτερος κατηγορούμενος προς εκείνη της οποίας κηρύχθηκε αυτός ένοχος με την εκκαλούμενη απόφαση και η οποία ήδη του αποδίδεται (...), προκύπτει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως, εφόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος: α) με την πρώτη απόφαση κηρύχθηκε αθώος τετελεσμένης πράξεως εκβιάσεως ενώ με τη δεύτερη ένοχος απόπειρας εκβιάσεως, β) με την πρώτη απόφαση κηρύχθηκε αθώος πράξεως που τελέσθηκε από κοινού με τους ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., ενώ με τη δεύτερη ένοχος πράξεως που τελέσθηκε από κοινού με τον Χ1 και άλλα άγνωστα πρόσωπα, γ) με την πρώτη απόφαση κηρύχθηκε αθώος πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος των ιδιοκτητών των καταστημάτων, μεταξύ άλλων, με την ονομασία "Πλώρη" (ιδιοκτησίας ... και ...), "Μ...", "Δ...", "Ν...", "Α...", "G...", "A...", "T...", "Z...", "T...", "Α...", "Ι...", "S..." και "B...", ενώ με τη δεύτερη κηρύχθηκε ένοχος πράξεως σε βάρος του ΒΒ, ιδιοκτήτη του καταστήματος με την ονομασία "S...".
Συνεπώς ο ανωτέρω ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Με τις παραδοχές αυτές, το ΜΟΕ ορθώς έκρινε ότι οι πράξεις, για τις οποίες αθωώθηκε ο αναιρεσείων Χ2 με την παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιά, δεν περιλαμβάνουν και την πράξη της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως σε βάρος του ΒΒ, για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, αφού η αθωωτική αυτή απόφαση δεν αφορά και την επιχείρηση του ειρημένου παθόντος και, επομένως, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και ο υπό στοιχ. Γ', κατά το τρίτο σκέλος, από το άρθρο 510§1 περ. ΣΤ' ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεώς του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 221 περ. δ' ΚΠΔ, χωρίς όρκο εξετάζονται στην ανάκριση και στην κύρια διαδικασία όσοι επιδιώκουν ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο απαιτήσεις για αποζημίωση. Η ένορκη, όμως, εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού η διάταξη του άρθρου αυτού δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την παραβίασή της. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, υπό στοιχ. Ε' της αιτήσεως του Χ2 και υπό στοιχ. Β', κατά το δεύτερο σκέλος του, της δεύτερης αιτήσεως του Χ3, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω της κατά παράβαση του νόμου όρκισης του Ψ, ο οποίος είχε δηλώσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου παράσταση πολιτικής αγωγής και, εντούτοις, αξιοποιήσεως της καταθέσεως αυτής, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1, 220 παρ. 1 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη όρκιση μάρτυρα κατηγορίας, που, κατά το θρήσκευμα, είναι μουσουλμάνος, στο Κοράνι χωρίς να αναγράφεται στα πρακτικά το θρήσκευμά του και η διάταξη η οποία προβλέπει την όρκιση αυτή, δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και δεν δημιουργεί τον από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 1 και 173 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα προς εκείνη του άρθρου 174 παρ. 1 του ΚΠΔ, στην οποίαν ορίζεται ότι "ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται", προκύπτει ότι από τη μη όρκιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δημιουργείται σχετική ακυρότητα που μπορεί να προταθεί μέχρι να εκδοθεί απόφαση σε τελευταίο βαθμό, άλλως καλύπτεται και η όψιμη πρότασή της είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώπιον του ακροατηρίου του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου εξετάσθηκαν ως μάρτυρες οι Ψ και ΚΚ, μουσουλμάνοι, οι οποίοι ορκίσθηκαν όχι στο Κοράνι, όπως έπρεπε, αλλά επικαλούμενοι την τιμή και τη συνείδησή τους, χωρίς η σχετική αυτή ακυρότητα να προταθεί μέχρι την έκδοση της αποφάσεως. Επομένως, έχει καλυφθεί αυτή και ο υπό στοιχ. Β', κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως του Χ3, με τον οποίο προτείνεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η ακυρότητα αυτή, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η δήλωση ότι παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων "για χρηματική ικανοποίηση" αρκεί και είναι ορισμένη, καθόσον υπονοεί την παράσταση για ηθική βλάβη. Για το νομότυπο δε της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 502§1 εδ. τελ. του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", συνάγεται ότι η ιδιότητα του παραστάντος, νομότυπα, πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν χάνεται από το ότι αυτός εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να δηλώσει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να δηλώσει παραίτηση από αυτή, και αυτός εξετάζεται ως μάρτυρας χωρίς να ορκισθεί (άρθρο 221 περ. δ ΚΠΔ). Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 84, 85, 86, 87, 88, 89, 100, 109, 128, 129, 130/2007 απόφαση του ΜΟΔ Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο Ψ και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων καθ' όλων των κατηγορουμένων (στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αναιρεσείων Χ2), πλην του (τότε) τετάρτου κατηγορουμένου Χ4, για χρηματική ικανοποίηση 40 € με επιφύλαξη και ότι διορίζει πληρεξούσιό του τον παρόντα δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Τζοβάρα, ο οποίος αποδέχθηκε το διορισμό. Κατά της παραστάσεως αυτής, η οποία ήταν νομότυπη και αρκούντως ορισμένη, χωρίς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η ηθική βλάβη για την οποία ζητείτο η χρηματική ικανοποίηση, ενώ δεν απαιτείτο να εξειδικεύεται και η αξιόποινη πράξη, στην οποία αφορούσε η παράσταση, αφού η πράξη, για την οποία εδικαιούτο αυτός (Ψ) να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση, ήταν μόνο μία, ήτοι η απλή συνέργεια στην απόπειρα ανθρωποκτονίας εναντίον του, ο αναιρεσείων Χ2 είχε προβάλει αντιρρήσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής δεν επαναλήφθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλην ο πολιτικώς ενάγων δεν παραιτήθηκε από αυτήν, ήτοι από την απαίτησή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν στον ανωτέρω αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, και, για το λόγο αυτό, εξετάσθηκε στο ακροατήριο ενόρκως (χωρίς, από την όρκισή του, να προκαλείται, όπως αναφέρθηκε, οποιαδήποτε ακυρότητα) και του επιδικάσθηκε η χρηματική ικανοποίηση που, νομότυπα, είχε ζητηθεί πρωτοδίκως, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος (και των λοιπών αναιρεσειόντων - συγκατηγορουμένων του). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς κρίθηκε, σιωπηρά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, νομότυπη η παράσταση του Ψ ως πολιτικώς ενάγοντος και του επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση και ο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' και Η' περ. γ' ΚΠΔ, υπό στοιχ. Δ' λόγος της αιτήσεως του Χ2, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι, καίτοι ο ανωτέρω δεν υπέβαλε δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αυτό του προσέδωσε την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ και η παράσταση πολιτικής αγωγής που δηλώθηκε πρωτοδίκως δεν περιείχε συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, ούτε τις πράξεις για τις οποίες ζητείτο η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε η τέλεση αξιόποινων πράξεων μικρής βαρύτητας και απαξίας μέχρι να διαπράξει ο δράστης τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες αστυνομικές και δικαστικές Αρχές. Δεν αρκεί, επίσης, για τη θεμελίωση του πρότερου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ιδίου και των μελών της οικογενείας του, δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού από το εδάφιο α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ. Κατά την έννοια δε της διατάξεως της περ. ε', για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσαν οι συνήγοροί τους εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησαν να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2 περ. α' και ε' ΠΚ. Ειδικότερα: Α) Ο αναιρεσείων Χ1, ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέσθηκε ότι μέχρι την τέλεση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε, η ζωή του ήταν έντιμη, δεν είχε διαπράξει καμιά αξιόποινη πράξη ούτε είχε σχέση με συμμορίες και εκβιασμούς. Αντιθέτως, εργαζόταν, ως γραφίστας, σε ιδιωτική εταιρία και στηρίζει οικονομικά και ψυχικά την οικογένειά του (σύζυγο και ανήλικη, ηλικίας 4 1/2 ετών, κόρη) και τους ηλικιωμένους γονείς του, που έχουν τόσο προβλήματα υγείας, όσο και ψυχολογικά, τα οποία παρουσιάσθηκαν μετά το θάνατο της αδελφής του ΜΜ, που ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Ως προς δε τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε', επικαλέσθηκε ότι, σύμφωνα με το από 30.2.2009 σημείωμα της κοινωνικής λειτουργού των Φυλακών ..., είναι έντιμος για ομαλή κοινωνική επανένταξη, η διαγωγή και η συμπεριφορά του στο Κατάστημα είναι η δέουσα, δεν έχει δημιουργήσει κανένα πρόβλημα και δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά, είναι συνεργάσιμος με την Κοινωνική Υπηρεσία, ενώ εργάζεται, με ευεργετικό υπολογισμό ημερών εργασίας, ως βοηθός μάγειρα, επιδεικνύοντας εργατικότητα, συνέπεια και υπευθυνότητα στα καθήκοντα που του ανατίθενται. Β) Ο αναιρεσείων Χ2, ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέσθηκε ότι, μέχρι την τέλεση των πράξεων που του αποδίδονται, διήγε έντιμο βίο, πράγμα που αποδεικνύεται από το λευκό ποινικό του μητρώο, ενώ δεν είχε επιδείξει καμιά αντικοινωνική συμπεριφορά ούτε έχει κατηγορηθεί για ο,τιδήποτε, τις μοναδικές δε φορές που παραπέμφθηκε στη Δικαιοσύνη αθωώθηκε με τις υπ' αριθ. 472/2006 και 1177, 1359/2008 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Ως προς δε τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε', επικαλέσθηκε ότι, πέραν των ανωτέρω, διατηρεί σταθερούς επαγγελματικούς και προσωπικούς δεσμούς, βοηθεί οικονομικά την οικογένειά του με την εργασία του και ουδέποτε δημιούργησε δυσμενή σχόλια για τον κοινωνικό, επαγγελματικό, οικογενειακό και προσωπικό του βίο. Γ) Ο αναιρεσείων Χ3, ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέσθηκε ότι μέχρι την τέλεση της πράξεως έζησε έντιμο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες και προκύπτει και από το ποινικό του μητρώο. Ως προς δε τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε', επικαλέσθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο μετά την πράξη χρονικό διάστημα.
Οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν αόριστοι, καθόσον, ως προς μεν τον στηριζόμενο στο εδ. α' της §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 δεν επικαλούνται επαρκή, ο δε Χ3 δεν επικαλείται καθόλου στοιχεία προς θεμελίωσή του, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αρκεί για τη θεμελίωση του προτέρου βίου ούτε η συνήθης συμπεριφορά του καταδικασθέντος προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ίδιου και της οικογενείας του ούτε το ενδιαφέρον του να βοηθεί ορισμένα από τα μέλη της οικογενείας του, όπως, κατά τα ανωτέρω, επικαλέσθηκε ο Χ1, ούτε η ανυπαρξία άλλης καταδίκης, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη. Ως προς δε τον στηριζόμενο στο εδ. ε' της §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, οι μεν Χ2 και Χ3 δεν επικαλούνται στοιχεία που να τον θεμελιώνουν, ο δε Χ1 επικαλείται μόνο τη συμπεριφορά του στη Φυλακή, πράγμα το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αρκεί. Η δε εργασία του στη Φυλακή κατά το διάστημα εκτίσεως της ποινής του, την οποία επικαλέσθηκε, συνεκτιμάται προκειμένου να χορηγηθεί από το αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου εκτίσεως της ποινής απόλυση υπό όρο, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 105 επ. ΠΚ.
Συνεπώς, το ΜΟΕ δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να αιτιολογήσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την απορριπτική επ' αυτών κρίση του. Παρά ταύτα, απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία, κατά λέξη, έχει ως εξής: "Από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη (ταυτάριθμη) απόφαση αυτού του δικαστηρίου δεν αποδείχτηκε (κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο όσον αφορά τους δύο πρώτους κατηγορουμένους) η συνδρομή στο πρόσωπο των κατηγορουμένων των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α και εδ. ε Π.Κ., τις οποίες αυτοί επικαλούνται. Ειδικότερα όσον αφορά το πρώτο ελαφρυντικό (του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α Π.Κ.): α) Από το αναγνωσθέν ποινικό μητρώο του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 προκύπτει ότι αυτός με την 113992/22-10-2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε σε φυλάκιση 20 ημερών για παράβαση του άρθρου 96 ν.2094/1992, με την 28461/6-3-2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο μηνών και δέκα ημερών και σε χρηματικές ποινές 300 ECU και 200.000 δραχμών για παράβαση των άρθρων 17 ν.2170/1993 και 94 ν.2094/1992, με την 28171/6-3-2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός μηνός και χρηματική ποινή 10.000 δραχμών για παράβαση του άρθρου 94 ν.2094/1992 και με την 48948/18-6-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και δεκαέξι μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή 320.000 δραχμών για εξύβριση, απειλή και σωματική βλάβη. Με βάση τ' ανωτέρω αυτός δεν έζησε έντιμη ζωή κατά την έννοια του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α Π.Κ. Η κρίση των πλειοψηφούντων μελών του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως του πρώτου κατηγορουμένου ΔΔ, η οποία δεν φαίνεται ανεπηρέαστη από τη συγγενική της σχέση με αυτόν. β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, αν και έχει λευκό ποινικό μητρώο και με την αναγνωσθείσα αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς με τους αριθμούς 361, 420, 456, 472/2006 έχει απαλλαγεί της αποδοθείσης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, εν τούτοις από την τελευταία αυτή απόφαση φαίνεται ότι και πριν από την τέλεση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων των οποίων ήδη κηρύχθηκε ένοχος, κινούνταν στο χώρο των ατόμων που παρέχουν προστασία σε διάφορα κέντρα, έχοντας τουλάχιστον σχέσεις με τέτοια άτομα και συνακόλουθα δεν έζησε έντιμη ζωή κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α Π.Κ. γ) Ο τρίτος κατηγορούμενος με τις 62452/19-10-2005 και 6206/8-12-2006 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έχει καταδικασθεί σε ποινές φυλακίσεως τριών και επτά μηνών αντίστοιχα για υφαρπαγή ηλεκτρικής ενέργειας και μη έγκαιρη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών Ι.Κ.Α. αντίστοιχα (βλ. το αναγνωσθέν αντίγραφο του ποινικού του μητρώου), επί πλέον δε, όπως έχει εκτεθεί στην προηγούμενη (ταυτάριθμη) απόφαση αυτού του δικαστηρίου, πριν από την τέλεση των αξιόποινων πράξεών του σε βάρος του Ψ ήταν ασυνεπής στις συναλλαγές του με αυτόν αλλά και με τους ΓΓ και ΘΘ. Με βάση τ' ανωτέρω ούτε αυτός έζησε έντιμη ζωή κατά την έννοια της προδιαληφθείσης διατάξεως. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι άνθρωποι καθ' όλα έντιμοι, όπως ισχυρίζονται ότι ήταν οι κατηγορούμενοι, θα μπορούσαν εντελώς ξαφνικά να εμπλακούν σε τόσο βαριές αξιόποινες πράξεις. Όσον αφορά το δεύτερο ελαφρυντικό, από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως δεν αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πιο πάνω πράξεις τους. Αντίθετα αρχικά φυγοδίκησαν και συνελήφθησαν πολύ αργότερα (στις 29-11-2006 ο πρώτος, στις 12-8-2005 ο δεύτερος και στις 21-9-2003 ο τρίτος), επί πλέον δε ο τρίτος, έχοντας παραστεί δια πληρεξουσίου συνηγόρου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και μη έχοντας υποβάλει τον εαυτό του στην εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ήδη είναι φυγόποινος. Τέλος μόνη η αναγκαστική συμμόρφωση των δύο πρώτων κατηγορουμένων στους κανονισμούς των φυλακών όπου κρατούνται μετά τη σύλληψή τους δεν συνιστά καλή συμπεριφορά κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε Π.Κ. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει (κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο όσον αφορά τους δύο πρώτους κατηγορουμένους) να απορριφθούν τα αιτήματα όλων των κατηγορουμένων για αναγνώριση των ανωτέρω ελαφρυντικών ως κατ' ουσίαν αβάσιμα". Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγοι των αιτήσεων (τέταρτος αυτής του Χ1, υπό στοιχ. Στ' αυτής του Χ2, τελευταίος της πρώτης, κατά το σημείο που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την απορριπτική της κρίση για την αναγνώριση των ελαφρυντικών των εδ. α' και ε' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ, και υπό στοιχ. Ζ' της δεύτερης του Χ3), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο τελευταίος λόγος της πρώτης αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ3, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε αναιτιολογήτως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του για την αναγνώριση και των ελαφρυντικών των εδ. β' και δ' της §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν ζήτησε να του αναγνωρισθούν και τα ελαφρυντικά αυτά.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις μετά των προσθέτων σ' αυτές λόγων των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ3 και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Δικαστική δαπάνη υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος Ψ δεν επιδικάζεται, γιατί αυτός, αν και κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. από 23.12.2009 αποδεικτικό του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...), δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και την εκφώνηση της υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ 1) την από 2.12.2009 (με αριθ. πρωτ. 9347/2009) αίτηση του Χ1 μετά των από 25.1.2010 προσθέτων αυτής λόγων, 2) την από 30.11.2009 (με αριθ. πρωτ. 9259/2009) αίτηση του Χ2 και 3) τις υπ' αριθ. 22/29.10.2009 και από 26.11.2009 (με αριθ. πρωτ. 9185/2009) αιτήσεις του Χ3 μετά των από 19.1.2010 προσθέτων αυτών λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 372, 373, 374, 375, 380, 387, 388, 389, 390/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση αιτήσεων αναιρέσεως και δικογράφων προσθέτων λόγων. Καταδικαστική απόφαση για απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή, απλή συνεργεία στην παραπάνω πράξη, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία κατά συρροή, ηθική αυτουργία στα ανωτέρω εγκλήματα, απόπειρα κακουργηματικής εκβιάσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από κοινού, απόπειρα πλημμεληματικής εκβιάσεως, κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και συμμορία. Στοιχεία των εγκλημά-των. Έννοια των επιβαρυντικών περιπτώσεων "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια". Δυνατή η ταυτόχρονη συνδρομή και των δύο περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως ενός εγκλήματος, όταν αυτό έχει τελεσθεί επανειλημμένα, αλλά ο δράστης έχει συγχρόνως διαμορφώσει και υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης. Ο αυτουργός της πράξεως κρίνεται σύμφωνα με την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας που είχε αποφασίσει και όχι από το αποτέλεσμα, ήτοι από τη σωματική βλάβη που προκάλεσε στους παθόντες. Απόρριψη ισχυρισμών για μεταβολή της κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη ή βαριά σωματική βλάβη. Ο ηθικός αυτουργός υπέχει ευθύνη όταν ο παρακινηθείς διέπραξε την άδικη πράξη κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία είτε τετελεσμένη είτε σε απόπειρα. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ανάγνωση, κατά την εξέταση μάρτυρα, περικοπών από προανακριτικές καταθέσεις του και λήψη αυτών υπόψη. Απόρριψη λόγου για απόλυτη ακυρότητα. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτημάτων για αναβολή ή διακοπή της δίκης για να προσέλθει ο απολιπόμενος παθών. Απόρριψη λόγου από το άρθρο 510 § 1 περ. ΣΤ' ΚΠΔ, αφού οι πράξεις, για τις οποίες αθωώθηκε, με άλλη αμετάκλητη απόφαση, ο αναιρεσείων που τον προτείνει, δεν περιλαμβάνουν και την πράξη της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως και, επομένως, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως. Η όρκιση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί ακυρότητα. Η μη όρκιση στο Κοράνι Μουσουλμάνου μάρτυρα δημιουργεί σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν δεν προταθεί μέχρι να εκδοθεί απόφαση στον τελευταίο βαθμό. Τι πρέπει να περιέχει η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Η ιδιότητα του παραστάντος, νομότυπα, πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν χάνεται από το ότι αυτός εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να δηλώσει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να δηλώσει παραίτηση από αυτή, και αυτός εξετάζεται ως μάρτυρας χωρίς να ορκισθεί. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών του αρθρ. 84 § 2 περ. α και ε ΠΚ, παρά το ότι αυτοί είχαν προβληθεί αορίστως. Στοιχειοθέτηση των ελαφρυντικών αυτών. Απόρριψη των αιτήσεων μετά των προσθέτων αυτών λόγων στο σύνολό τους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Απόπειρα, Ηθική αυτουργία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία, Συνέργεια, Εκβίαση, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Αναβολής αίτημα, Δόλος, Πρόσθετοι λόγοι, Συρροή εγκλημάτων.
| 2
|
Αριθμός 760/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί αναιρέσεως της 2705/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενο τον ... κρατούμενου στο κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 104/11.11.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών Βασιλικής Κονδύλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1665/09.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1 του ΠΚ, 505 παρ. 1 και 551 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή, δηλαδή τα άρθρα 94 επ. αυτού, αν δε, μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων, υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, αν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Αν όμως η καθορισθείσα συνολική ποινή δεν είναι η βαρύτερη και δεν πρόκειται να αποτελέσει τη βάση της νέας επιμέτρησης, αλλά πρόκειται να συγχωνευθεί με άλλη βαρύτερη, τότε διασπάται και συγχωνεύονται οι επί μέρους ποινές με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να ληφθεί από αυτές μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για το σχηματισμό νέας συνολικής ποινής από αυτό που είχε ληφθεί προηγουμένως. Αν παραβιασθούν οι παραπάνω διατάξεις για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασθέντα και τον Εισαγγελέα για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ λόγο, καθόσον οι διατάξεις αυτές είναι ουσιαστικές. Εξάλλου, μεταξύ της ποινής προσκαίρου καθείρξεως και εκείνης της φυλακίσεως, βαρύτερη τυγχάνει η πρώτη, ανεξάρτητα αν είναι μικρότερης διάρκειας, με αποτέλεσμα, κατά τον καθορισμό της συνολικής ποινής, σ αυτή, που λαμβάνεται ως ποινή βάσης, προσμετράται η ποινή φυλάκισης, αν δε η τελευταία έχει καθορισθεί κατά συγχώνευση, διασπάται και οι επί μέρους ποινές φυλακίσεως προσμετρώνται στην ποινή της κάθειρξης, για τον καθορισμό συνολικής ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις δικαστικές αποφάσεις και τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητα του λόγου της αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο κατάδικος... καταδικάσθηκε με την 633/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Με την 1851, 1851α/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο ίδιος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και στη συνέχεια στην ποινή αυτή συγχωνεύθηκαν οι ποινές φυλακίσεως των τεσσάρων (4) και τριών (3) ετών, που του είχαν επιβληθεί με την αμέσως προηγουμένη 1850/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και καθορίσθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως (5+1+1) επτά (7) ετών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, κατόπιν αναφοράς του Διευθυντού Φυλακών ..., όπου ο κατάδικος εξέτιε τις ανωτέρω ποινές, ο οποίος ζήτησε τη συγχώνευση των συναντώμενων κατά την εκτέλεση ανωτέρων στερητικών της ελευθερίας ποινών, καθορίσθηκε συνολική ποινή, ληφθείσης ως ποινής βάσης εκείνης της συνολικής ποινής φυλάκισης των επτά (7) ετών, στην οποία προσμετρήθηκε η ποινή κάθειρξης των πέντε (5) ετών και καθορίσθηκε συνολική ποινή φυλάκισης (7+2) εννέα (9) ετών, ενώ έπρεπε το Δικαστήριο, κατ ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, να προβεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σε διάσπαση της συνολικής αυτής ποινής και στην εκ νέου συγχώνευση όλων των επί μέρους ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν με τις ανωτέρω αποφάσεις με την ποινή βάσης των πέντε (5) ετών κάθειρξης. Κρίνοντας αντιθέτως το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 97 του Π.Κ. και 551 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ .
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, κατά της 2705/2009 συγχωνευτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, παραδεκτώς ασκήθηκε, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 551 παρ.3 εδαφ. τελευταίο του ΚΠΔ, και για την εκδίκαση της οποίας κλητεύθηκε νόμιμα και εκπρόθεσμα, κατ' άρθ. 551 παρ. 3 ΚΠΔ ο καταδικασθείς (βλ. από 28-12-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του ... γραμματέα του Κ.Α.Τ Κ.Ε.Θ), για να παραστεί και δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ σχετικό λόγο της αιτήσεως του Εισαγγελέως Εφετών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από δικαστές άλλους, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2705/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθορισμός συνολικής ποινής. Βαρυτέρα ποινή τυγχάνει η κάθειρξη έναντι της φυλάκισης ανεξαρτήτως του μεγέθους των. Όταν πρόκειται να καθορισθεί συνολική ποινή μεταξύ ποινής φυλάκισης και κάθειρξης ως ποινή βάσης λαμβάνεται η της κάθειρξης έστω και αν η πρώτη είναι μεγαλύτερης διάρκειας. Αν έχει καθορισθεί κατόπιν συγχώνευσης επί μέρους ποινών, διασπάται και στην ποινή κάθειρξης προσμετρώνται αυτές (ΑΠ 2688/2008, ΑΠ 959/2007, ΑΠ 977/2006). Αναιρείται η απόφαση που έλαβε ως ποινή βάσης την φυλάκιση που είχε καθορισθεί κατά συγχώνευση και ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της κάθειρξης (7 έναντι 5 έτη). Παραπέμπει.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 755/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πεπελάση, περί αναιρέσεως της 223/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 75/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 178 §2 του Ν.2287/1995 (Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας), όταν ο κατηγορούμενος φέρει το βαθμό του Αντιστρατήγου, πρόεδρος του στρατοδικείου μπορεί να είναι μόνο ο Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και μέλη ως στρατοδίκες τουλάχιστον αντιστράτηγοι αρχαιότεροι του κατηγορουμένου, ενώ, σύμφωνα με την §9 του ίδιου άρθρου, για τα άλλα σώματα των ενόπλων δυνάμεων λαμβάνονται υπόψη οι αντίστοιχοι βαθμοί του ναυτικού και της αεροπορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του ΣΠΚ, στην έννοια του στρατιωτικού υπάγονται και όσοι ανήκουν στο Λιμενικό Σώμα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 180 §1 του ΣΠΚ, όταν κατηγορείται απόστρατος στρατιωτικός για πράξη του τελέστηκε πριν αποστρατευτεί, για τη σύνθεση του δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός που είχε πριν από την αποστράτευσή του. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 187 §2, 188 §1, 189 και 191 §1 του ίδιου Κώδικα, για την εκδίκαση των ενδίκων μέσων της αναθεώρησης και έφεσης κατά αποφάσεως στρατοδικείου, στη σύνθεση του οποίου είχε προεδρεύσει ο Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ή Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ή Αρεοπαγίτης, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο προεδρεύεται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή το νόμιμο αναπληρωτή του.... Στο Αναθεωρητικό Δικαστήριο τοποθετούνται ένας αναθεωρητής Α' ως πρόεδρος, δύο αναθεωρητές Β' ως αντιπρόεδροι και τουλάχιστον έξι αναθεωρητές Γ' ως μέλη... Τον Πρόεδρο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, όταν απουσιάζει, κωλύεται ή δεν υπάρχει, αναπληρώνουν κατά σειρά αρχαιότητας, οι αντιπρόεδροι και αν κωλύονται ή δεν υπάρχουν, το κατά βαθμό ή αρχαιότητα επόμενο μέλος του Δικαστηρίου... Τα μέλη του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, όταν απουσιάζουν, κωλύονται ή δεν υπάρχουν, αναπληρώνουν μέχρι δύο το πολύ στρατιωτικοί δικαστές Α' ή Β'. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο 178. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι όταν ο κατηγορούμενος φέρει το βαθμό του αντιστρατήγου, αντιναυάρχου ή αντιπτεράρχου ή έφερε το βαθμό αυτό πριν από την αποστράτευσή του για πράξη που τελέστηκε πριν αποστρατευθεί, τότε στη σύνθεση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, συμμετέχει ως Πρόεδρος αυτού υποχρεωτικά ο Πρόεδρος του Αναθεωρητικού, ο οποίος όταν κωλύεται, διότι είχε προεδρεύσει του στρατοδικείου ή υπάρχει οποιοδήποτε άλλο πραγματικό κώλυμα (ως λ.χ. λόγος αποκλεισμού λόγω συγγένειας με τον κατηγορούμενο), αλλά και όταν απουσιάζει ή δεν υπάρχει, του δευτεροβάθμιου αυτού δικαστηρίου προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ή νόμιμος αναπληρωτής του, και όχι αντιπρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με βαθμό αναθεωρητής Β', που αντιστοιχεί σε υποστράτηγο κλπ, δηλ. με βαθμό κατώτερο εκείνου του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 223/2008 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που δίκασε κατ' έφεση ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά της 9/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή 4 μηνών α) για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση από υπάλληλο κατά συρροή, οι οποίες πράξεις τελέστηκαν στην ... στις ... και ... και β) εξύβριση κατωτέρου όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση με αυτή κατά συρροή, πράξεις που τελέστηκαν στην... στις ...και .... Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων φέρεται ως αντιναύαρχος του Λιμενικού Σώματος ε.α., οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε φέρονται ότι τελέστηκαν σε χρόνους κατά τους οποίους αυτός ήταν εν ενεργεία αξιωματικός, ενώ, περαιτέρω, από το ...αντίγραφο φύλλου μητρώου του αναιρεσείοντος, που υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι πριν αυτός αποστρατευθεί στις 18-4-2006 έφερε το βαθμό του αντιναυάρχου Λ.Σ., ενώ κατά το χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως στο πρώτο βαθμό ενώπιον του στρατοδικείου έφερε το βαθμό του υποναυάρχου Λ.Σ. Επομένως, Πρόεδρος της συνθέσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου έπρεπε να είναι υποχρεωτικά ο Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και σε περίπτωση οποιουδήποτε πραγματικού κωλύματος στο πρόσωπό του, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του και όχι αντιπρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με βαθμό Αναθεωρητής Β', που αντιστοιχεί σε υποναύαρχο, όπως στην προκείμενη περίπτωση ήταν ο Πρόεδρος της συνθέσεως που προήδρευσε του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Ιωάννης Μποζίνης. Κατ' ακολουθία, ο πρώτος από τα άρθρα 510 §1 στοιχ.α', 171 §1 στοιχ. α' και 211 περ.β' ΣΠΚ λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, είναι βάσιμος, γι' αυτό και πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ), σύμφωνα με τα όσα ορίζονται παραπάνω.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 223/2008 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο σκεπτικό.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύνθεση Αναθεωρητικού Δικαστηρίου όταν ο κατηγορούμενος είναι αντιστράτηγος, αντιπτέραρχος ή αντιναύαρχος. Υποχρεωτική συμμετοχή του Προέδρου του Αρείου Πάγου ή του νόμιμου αναπληρωτή του. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Δικαστηρίου σύνθεση
|
Δικαστηρίου σύνθεση, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
| 0
|
Αριθμός 752/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσενέ, περί αναιρέσεως της 346/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1446/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3...... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Από τις αυτές διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με τους ανωτέρω τρόπους (έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποδοχή εικονικών ή νόθευση), η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Διάταξη, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις ανωτέρω πράξεις της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1 του ν. 2523/1997, μέχρις ότου να αποφανθούν αμετακλήτως τα Διοικητικά Δικαστήρια επί σχετικής προσφυγής του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά η άποψη αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη διάταξη του εδ. γ' άρθρου 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997. Για τον αυτό λόγο και δεν είναι υποχρεωτική η αναβολή της ποινικής δίκης για τα εν λόγω αδικήματα μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσης προσφυγής από το οικείο διοικητικό δικαστήριο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της εκδόσεως πλαστών και εικονικών και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων: "Ο κατηγορούμενος στη ... κατά τα έτη 1998 και 1999: Α) Εξέδωσε, έλαβε και αποδέχθηκε ο ίδιος στο όνομα τρίτων αμέτοχων αγροτών και στο δικό του εικονικές ατομικές εκκαθαρίσεις, δηλαδή στοιχεία που αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές ή εμφάνισε ως υπαρκτές ανύπαρκτες συναλλαγές με τη χρήση αντιτύπων που προορίζονταν για άλλο σκοπό (αντίτυπα ροζ για το λογιστήριο), στη συνέχεια δε προσάρτησε τις εκκαθαρίσεις αυτές σε αιτήσεις-δηλώσεις για επιστροφή Φ.Π.Α. και Ε.Φ.Κ, πετρελαίου κίνησης και τις συνυπέβαλε με τις αιτήσεις, μέσω Αγροτικών Συνεταιρισμών, αρμόδια, επιδιώκων και επιτυγχάνων με τον τρόπο αυτό να εμφανίσει τις παραδόσεις αγροτικών προϊόντων αμέτοχων αγροτών αυξημένες κατά το ποσό των εκκαθαρίσεων αυτών, με περαιτέρω συνέπεια να λάβει ως επιστροφή Φ.Π.Α. και Ε.Φ.Κ. πετρελαίου κίνησης ποσά που δεν εδικαιούτο, με τη χρήση εξουσιοδοτήσεων των αμέτοχων αγροτών, που του είχαν δοθεί για άλλες πραγματικές τους συναλλαγές. Τα ανωτέρω ενήργησε εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του Α.Σ. ..., που είχε κατά το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα εξέδωσε, έλαβε και αποδέχθηκε τις παρακάτω εικονικές εκκαθαρίσεις του Α.Σ. ...: Ι) Στη χρήση 1998: 1) υπ' αριθμ. 419/30-12-98 για δρχ. 8.026.550 (σχετ. αιτ. 95/99 Α.Σ. ...), 2) υπ' αριθμ. 409/30-12-98 για δρχ. 5.330.300 (σχετ. αιτ. 76/99 Α.Σ. ...), 3) υπ' αριθμ. 411/30-12-98 για δρχ. 5.588.872 (σχετ. αιτ. 90/99 Α.Σ. ...), 4) υπ' αριθμ. 410/30-12-98 για δρχ. 5.228.252 (σχετ. αιτ. 77/99 Α.Σ. ...), 5) υπ' αριθμ. 414/30-12-98 για δρχ. 7.434.680 (σχετ. αιτ. 17/99 Α.Σ. ...), 6) υπ' αριθμ. 394/30-12-98 για δρχ. 5.794.550 (σχετ. αιτ. 389/99 Α.Σ. ...), 7) υπ' αριθμ. 394/30-12-98 για δρχ. 7.377.829 (σχετ. αιτ. 3048/99 Ε.Α.Σ. ...), 8) υπ' αριθμ. 389/30-12-98 για δρχ. 5.577.387 (σχετ. αιτ. 3047/99 Ε.Α.Σ. ...), 9) υπ' αριθμ. 417/30-12-98 για δρχ. 5.347.530 (σχετ. αιτ. 1/99 Α.Σ. ...), 10)υπ' αριθμ. 420/30-12-98 για δρχ. 6.085.800 (σχετ. αιτ. 37/99 Α.Σ. ...), 11) υπ' αριθμ. 412/30-12-98 για δρχ. 6.622.120 (σχετ. αιτ. 63/99 Α.Σ. ..., 12) υπ' αριθμ. 391/30-12-98 για δρχ. 7.862.560 (σχετ. αιτ. 3135/99 Ε.Α.Σ. ...), 13) υπ' αριθμ. 424/30-12-98 για δρχ. 5.293.900 (σχετ. αιτ. 97/99 ΑΣ. ...), 14) υπ' αριθμ. 415/30-12-98 για δρχ. 6.869.100 (σχετ. αιτ. 16/99 Α.Σ. ...), 15) υπ' αριθμ. 388/30-12-98 για δρχ. 4 058.668 (σχετ. αιτ. 92/99 Α.Σ. ...), 16) υπ' αριθμ. 413/30-12-98 για δρχ. 5.894.750 (σχετ. αιτ. 18/99 Α.Σ. ...), 17) υπ' αριθμ. 396/30-12-98 για δρχ. 5.590.963 (σχετ. αιτ. 3049/99 Ε.Α.Σ. ...), 18) υπ' αριθμ. 397/30-12-98 για δρχ. 4.726.637 (σχετ. αιτ. 99/99 ΑΣ. ...), 19) υπ' αριθμ. 418/30-12-98 για δρχ. 5.252.340(σχετ. αιτ. 9/99 ΑΣ. ...), 20) υπ' αριθμ. 406/30-12-98 για δρχ. 3.296.374 (σχετ. αιτ. 388/99 ΑΣ. ...), 21) υπ' αριθμ. 416/30-12-98 για δρχ. 4.941.900 (σχετ. αιτ. 79/99 ΑΣ. ...), 22) υπ' αριθμ. 422/30-12-98 για δρχ. 5.889.640 (σχετ. αιτ. 96/99 Α.Σ. ...), 23) υπ' αριθμ. 421/30-12-98 για δρχ. 7.384412 (σχετ. αιτ. 22/99 Α.Σ. ...), 24) υπ' αριθμ. 423/30-12-98 για δρχ. 5.543.870 (σχετ. αιτ. 98/99 ΑΣ. ...), 25) υπ' αριθμ. 420/30-12-98 για δρχ. 5.986.150 (σχετ. αιτ. 101/99 ΑΣ. ...), 26) υπ' αριθμ. 419/30-12-98 για δρχ. 7.630.130 (σχετ. αιτ. 59/99 Α.Σ. ...), ήτοι σύνολο 154.635.264 δραχμών. Με βάση δε, τις ανωτέρω εικονικές ατομικές εκκαθαρίσεις ο ίδιος, επικαλούμενος την ιδιότητα του αντιπροέδρου του ΑΣ. ..., εισέπραξε, για λογαριασμό του, χωρίς να το δικαιούται, τα κατωτέρω ποσά: α) Από τη ΔΟΥ Λεχαινών, μέσω Α.Σ. ... (σχετ. οι υπ' αριθμ. 95, 76, 90, 77, 17, 1, 37, 63, 97, 16, 92, 18, 99, 9, 79. 96, 22, 98, 101 και 59/99 αιτήσεις-δηλώσεις και οι υπ' αριθμ. 419, 409, 411, 410, 414, 417, 420, 412, 424, 415, 388, 413, 397, 418, 416, 422, 421, 423, 420 και 419/98 εκκαθαρίσεις Α.Σ. ...) για Φ.Π.Α. δραχ. 119.135.601 Χ 3, 5% = δρχ. 4.169.747 και για Ε.Φ.Κ. δραχ. 119.135.601 Χ 1, 59% = δρχ. 1.894.257. β)Από τη ΔΟΥ Γαστούνης, μέσω Α.Σ. ... (σχετ. οι αιτήσεις-δηλώσεις 389 και 388/1999 και οι ίδιες εκκαθαρίσεις 394 και 406/98) για Φ.Π.Α. δραχ. 9.090.924 Χ 3,5% = δραχ. 313.183 και για Ε.Φ.Κ. 0.090.924 Χ 1,59% = δραχ. 144.546. γ)Από Τη ΔΟΥ Β' Πατρών μέσω Ε. ΑΣ. ... (σχετ. οι αιτήσεις-δηλώσεις 3048, 3047, 3135 και 3049/99 και οι ίδιες εκκαθαρίσεις αρ. 394, 389, 391 και 396/98) για Φ.Π.Α. δραχ. 26.408.739 Χ 3,5% = δραχ. 924.306 και για Ε.Φ.Κ. 26.408.739 Χ 1,59% = δραχ. 419.899. Δηλαδή συνολικά εισέπραξε σύμφωνα με τα ανωτέρω: Για Φ.Π.Α. δραχ. 5.412.235 και για Ε.Φ.Κ. δραχ. 2.458.701.
ΙΙ) Στη χρήση 1999: 1) υπ' αριθμ. 408/31-12-99 για δρχ. 5.390.232 (σχετ. αιτ. 53/00 ΑΣ. ...), 2) υπ' αριθμ. 437/31-12-99 για δρχ. 5.469.865 (σχετ. αιτ. 23/00 ΑΣ. ...), 3) υπ' αριθμ. 438/31-12-99 για δρχ. 5.599.680 (σχετ. αιτ. 6/00 ΑΣ. ...), 4) υπ' αριθμ. 411/31-12-99 για δρχ. 5.156.672 (σχετ. αιτ. 86/00 ΑΣ. ...), 5) υπ' αριθμ. 450/31-12-99 για δρχ. 6.115.600 (σχετ. αιτ. 217/00 ΑΣ.. ...), 6) υπ' αριθμ. 450/31-12-99 για δρχ. 5.855.600 (σχετ. αιτ. 4168/00 ΕΑΣ. ...), 7) υπ' αριθμ. 423/31-12-99 για δρχ. 5.270.480 (σχετ. αιτ. 4169/00 Ε.Α.Σ. ...), 8) υπ' αριθμ. 453/31-12-99 για δρχ. 5.504.483 (σχετ. αιτ. 220/00 ΑΣ. ...), 9) υπ' αριθμ. 451/31-12-99 για δρχ. 5.979.330 (σχετ. αιτ. 226/00 ΑΣ. ...), 10) υπ' αριθμ. 442/31-12-99 για δρχ. 5.189.105 (σχετ. αιτ. 231/00 ΑΣ. ...), 11) υπ' αριθμ. 453/31-12-99 για δρχ. 6.407.650 (σχετ. αιτ. 216/00 ΑΣ. ...), 12) υπ' αριθμ. 444/31-12-99 για δρχ. 4.973.360 (σχετ. αιτ. 194/00 ΑΣ. ...), 13) υπ' αριθμ. 454/31-12-99 για δρχ. 4.850.620 (σχετ. αιτ. 218/00 Α.Σ. ...), ήτοι σύνολο δραχ. 71.762.680. Με βάση δε, τις ανωτέρω εικονικές ατομικές εκκαθαρίσεις ο ίδιος, επικαλούμενος την ιδιότητα αντιπροέδρου του Α.Σ. ..., εισέπραξε, για λογαριασμό του, χωρίς να το δικαιούται, τα κατωτέρω ποσά: Από τη ΔΟΥ Γαστούνης, μέσω Α.Σ. ... (σχετ. αιτήσεις-δηλώσεις αριθμ. 53, 23, 6, 86, 217, 220, 226, 231, 216, 194 και 218/00 και εκκαθαρίσεις αριθμ. 408, 437, 438, 411, 450, 453, 451, 442, 452, 444 και 454/99): Για Φ.Π.Α δραχ. 60.636.597 Χ 5% = δραχ. 3.031.830, για Ε.Φ.Κ δραχ. 60.636.597 Χ 1,59% = δραχ. 964.122. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος επεδίωξε να εισπράξει από τη Β' ΔΟΥ Πατρών μέσω Ε.Α.Σ. ..., αλλά δεν μπόρεσε τελικά, λόγω του ελέγχου που διενεργούνταν, να εισπράξει (σχετ. οι υπ' αριθμ. 4168 και 4169/00 αιτήσεις-δηλώσεις και οι εκκαθαρίσεις 450 και 423/99): Για Φ.Π.Α. δραχ. 11.126.083 Χ 5% = δραχ. 556.305 και για Ε.Φ.Κ. δραχ. 11.126.083 Χ1,59% = δραχ 1706.905.
Β) Εξάλλου, συμμετείχε ενεργά στην έκδοση πλαστών τιμολογίων αγοράς αγροτικών προϊόντων, τα οποία ήταν και εικονικά, φερόμενου εκδότη ..., στα ονόματα αμέτοχων αγροτών, που ως αντιπρόεδρος του Α.Σ. Λ... γνώριζε ή στο δικό του όνομα, επιδιώκοντας με τη χρήση των στοιχείων αυτών και με την χρησιμοποίηση εξουσιοδοτήσεων που του είχαν δοθεί για άλλα κανονικά στοιχεία από τους αμέτοχους αγρότες, να εμφανίσει τις παραδόσεις αγροτικών τους προϊόντων αυξημένες κατά την αξία των πλαστών και εικονικών αυτών στοιχείων, προκειμένου να λάβει ο ίδιος ως επιστροφή ΦΠΑ και ΕΦΚ πετρελαίου κίνησης ποσά που δεν δικαιούνταν. Ειδικότερα συμμετείχε ενεργά στην έκδοση των παρακάτω πλαστών και εικονικών τιμολογίων αγοράς με φερόμενο εκδότη τον ...: Στη χρήση 1998: 1) υπ' αριθμ. 804/31-12-98 για δρχ. 10.812.500 (σχετ. αιτ. 148/99 Α.Σ. ...), 2) υπ' αριθμ. 805/98 για δρχ. 9.437.500 (σχετ. αιτ. 147/99 Α.Σ. ...), 3) υπ' αριθμ. 809/98 για δρχ. 8.700.000 (σχετ. αιτ. 55/99 ΑΣ. ...), 4) υπ' αριθμ. 810/98 για δρχ. 9.493.000 (σχετ. αιτ. 158/99 Α.Σ. ...), 5) υπ' αριθμ. 811/98 για δρχ. 9.075.000 (σχετ. αιτ. 1/99 Α.Σ. ...), 6) υπ' αριθμ. 812/98 για δρχ. 5.964.000 (σχετ. αιτ. 155/99 ΑΣ. ...), 7) υπ' αριθμ. 813/98 για δρχ. 9.740.500 (σχετ. αιτ. 72/99 Α.Σ. ...), 8) υπ' αριθμ. 814/98 για δρχ. 3.666.600 (σχετ. αιτ. 155/99 Α.Σ. ...), 9) υπ' αριθμ. 816/98 για δρχ. 9.464.500 (σχετ. αιτ. 154/99 Α.Σ. ...), 10) υπ' αριθμ. 817/98 για δρχ. 5.523.000 (σχετ. αιτ. 150/99 Α.Σ. ...), 11) υπ' αριθμ. 818/98 για δρχ. 7.900.500 (σχετ. αιτ. 152/99 Α.Σ. ...), 12) υπ' αριθμ. 825/98 για 7.531.300 δρχ. (σχετ. αιτ. 154/99 ΑΣ. ...), 13) υπ' αριθμ. 832/98 για δρχ. 6.668.750 (σχετ. αιτ. 147/99 Α.Σ. ...), 14) υπ' αριθμ. 834/98 για δρχ. 4.326.400 (σχετ. αιτ. 152/99 Α.Σ. ...) και 15) υπ' αριθμ. 844/98 για δρχ. 6.108.500 (σχετ. αιτ. 147/99 ΑΣ. ...), ήτοι σύνολο αξίας δραχ. 114.412.050, στο οποίο αντιστοιχούσε ΦΠΑ δραχ. 114.412.050 Χ 3,5% = δραχμ. 4.004.422 και ΕΦΚ δραχ. 114.412.050 Χ 1,59% = δραχ. 1.819.152. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν ιδίως από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και διενήργησαν τον σχετικό έλεγχο και την από 5-6-2002 έκθεση ελέγχου, ενώ δεν αντικρούσθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. 'Αλλωστε, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε αυτοβούλως στο ΣΔΘΕ Δυτικής Ελλάδος που διενεργούσε τον έλεγχο στις 28-3-2001 και ανακάλεσε την από 6-10-2000 προηγούμενη ένορκη κατάθεσή του με την οποία είχε αναγνωρίσει ως κανονικά τα υπό έλεγχο φορολογικά στοιχεία και δέχθηκε ότι είναι εικονικά και πλαστά και είχαν εκδοθεί-συμπληρωθεί από αυτόν. Επομένως, για την παραπάνω πράξη της έκδοσης πλαστών και εικονικών και την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 27 ΠΚ και 19 Ν. 2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα αναφέρει το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με την ιδιότητα του αντιπροέδρου του Α.Σ. ..., την οποία και εκμεταλλεύθηκε προκειμένου να εισπράξει, με το καθοριζόμενο τρόπο, για λογαριασμό του, από τις αναφερόμενες λεπτομερώς Δ.Ο.Υ. τα προσδιοριζόμενα λεπτομερώς ποσά από επιστροφή ΦΠΑ και Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) πετρελαίου κίνησης. Περαιτέρω διαχωρίζει το Δικαστήριο τις περιπτώσεις των εικονικών εκκαθαρίσεων, αφού αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές, τις οποίες εξειδικεύει κατ α/α ποσό και αίτηση του Α.Σ., στην οποία τις επισύναψε ο κατηγορούμενος και τις εικονικές εκκαθαρίσεις, αυξάνοντας έτσι τα ποσά των πραγματικών παραδόσεων αγροτικών προϊόντων και αντίστοιχα τα ποσά του επιστρεφόμενου ΦΠΑ και ΕΦΚ, τα οποία και προσδιορίζονται κατά εκκαθάριση και τα οποία εισέπραξε με την ανωτέρω ιδιότητά του, χρησιμοποιώντας τις προς τούτο εξουσιοδοτήσεις των αγροτών, που αγνοούσαν την όλη μεθόδευση, πλέον εκείνων που πράγματι έπρεπε να καταβληθούν για τις πραγματικές παραδόσεις προϊόντων και παρακράτησε τα αντίστοιχα ποσά, συμποσούμενα σε πολλά εκατομμύρια δραχμών. Στη συνέχεια το Δικαστήριο αναφέρει λεπτομερώς και τις περιπτώσεις των πλαστών και εικονικών τιμολογίων αγοράς αγροτικών προϊόντων στην έκδοση των οποίων συμμετείχε ο αναιρεσείων ενεργά, που φερόταν να έχει εκδώσει ο κατονομαζόμενος έμπορος αγροτικών προϊόντων, χωρίς να επιδρά στην στοιχειοθέτηση της πράξεως το ότι αυτός ήταν υπαρκτό πρόσωπο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, στα ονόματα γνωστών σ αυτόν, ως εκ της ανωτέρω ιδιότητάς του, αγροτών, ή και στο όνομα του ιδίου, αφού και αυτός πέραν της ανωτέρω ιδιότητας, έφερε και εκείνη του αγρότη, τα οποία και συνυπέβαλε με άλλα γνήσια που είχαν επισυναφθεί σε αιτήσεις Α.Σ. που προσδιορίζονται στο σκεπτικό, επαυξάνοντας με τον τρόπο αυτό την αξία των πράγματι πωληθέντων, από τους αμέτοχους στην όλη μεθόδευση αγρότες, προϊόντων, με σκοπό να εισπράξει, κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο, τα προσδιοριζόμενα, επιπλέον των πραγματικών, ποσά επιστρεφόμενου ΦΠΑ και ΕΦΚ. Ως βασικό αποδεικτικό μέσο αναφέρει η απόφαση την από 5-6-2002 έκθεση ελέγχου, που αναγνώσθηκε, η οποία καταρτίσθηκε κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις από το Σ.Δ.Ο.Ε. Δυτικής Ελλάδος, όπως επίσης και την παραδοχή της πράξεως από τον κατηγορούμενο στην ανωτέρω Υπηρεσία. Όλες οι αιτιάσεις με αριθμούς 1-11 του υπό στοιχείο Β' λόγου αναιρέσεως, με τις οποίες ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, λόγω του ότι τυγχάνει αγρότης, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του Π.Δ. 186/1992, οι οποίες, εκ του περιεχόμενου τους προκύπτει, ότι αποτελούν τους λόγους της ασκηθείσης προσφυγής κατά των πράξεων επιβολής προστίμων, η οποία εκκρεμεί στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αντικείμενο της παρούσης δίκης δεν αποτελεί το αν συννόμως επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα τα ποσά προστίμου που αναφέρει, αλλά η, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στοιχειοθέτηση των πράξεων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω και τυγχάνουν εφαρμογής και όταν ο δράστης είναι ο μη υποχρεούμενος σε τήρηση φορολογικών βιβλίων και στοιχείων αγρότης, ο οποίος συμμετείχε ενεργά στην έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων αγοράς αγροτικών προϊόντων, ή κατάρτισε ή δέχθηκε εικονικές εκκαθαρίσεις αγροτικών προϊόντων, όπως εν προκειμένω, αφού αυτό δεν αποκλείεται από τις ανωτέρω διατάξεις.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε υπό στοιχεία Β και Ε λόγοι αναιρέσεως, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών και των υπό στοιχεία Δ και ΣΤ λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω ειδική κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται, όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως άν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου ή του πολιτικώς ενάγοντος παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσκομιστούν κρίσιμα για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται ή να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες, που προέκυψαν από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό και εν γένει προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση, εφόσον όμως η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτά. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην παρούσα περίπτωση, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπέβαλε αίτημα αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως για περισσότερες αποδείξεις, προκειμένου να προσκομισθεί η απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου Πατρών επί της προσφυγής που άσκησε κατά της πράξεως επιβολής προστίμου. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την ακόλουθη αιτιολογία: "Εξάλλου, ως προς την αξιόποινη πράξη του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, δεν επιβάλλεται από οποιαδήποτε διάταξη νόμου η αναστολή της ποινικής διαδικασίας μέχρι την τελεσιδικία της αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου επί προσφυγής κατά της πράξεως και κατά συνέπεια, το αίτημα - ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναστολής της ποινικής διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο". Όπως προκύπτει από την ανωτέρω αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συνεπώς απάντησε σ αυτό, δεν μπορούσε δε να επανέλθει επί του αιτήματος που είχε απορριφθεί, εφόσον δεν είχε επιφυλαχθεί να αποφανθεί αργότερα, αφού αυτό δεν επαναφέρθηκε από τον κατηγορούμενο σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, ούτε το Δικαστήριο έκρινε, αυτεπαγγέλτως, ότι η ορθή έρευνα της υποθέσεως επέβαλε την αναβολή, για να περιληφθεί στα αποδεικτικά μέσα και η απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου επί της προσφυγής, πράγμα το οποίο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό, όπως δεν είναι υποχρεωτική και η αναστολή της ποινικής δίωξης, όπως ζήτησε προηγουμένως ο αναιρεσείων και το αίτημά του απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, που προχώρησε στην έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως, εκτιμώντας όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρει.
Συνεπώς δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ούτε υπήρξε περίπτωση ελλείψεως ακροάσεως, πολύ δε περισσότερο υπερβάσεως εξουσίας και δεν ιδρύθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ.1 Α σε συνδυασμό με 170 παρ. 2, Δ και Η ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
Συνεπώς ο υπό στοιχείο Γ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 30-9-2009 αίτηση (δήλωση) του ... για αναίρεση της με αριθμ. 346/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Έννοια. Στοιχεία κατ' άρθρο 19 Ν. 2523/1997. Δεν απαιτείται προηγουμένη έκδοση αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου, αλλά αρκεί το πόρισμα του διοικητικού ελέγχου (ΑΠ 763/2009, ΑΠ 2515/2008). Δεν συντρέχει λόγος αναστολής της διαδικασίας ή αναβολής της εκδικάσεως μέχρι εκδόσεως αποφάσεως από το Διοικητικό Δικαστήριο επί της ασκηθείσης προσφυγής κατά της πράξεως επιβολής προστίμου (ΑΠ 406/2009). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη - πότε υπάρχει. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, εκ πλαγίου παράβαση - πότε υπάρχει (ΑΠ 358/2010, ΑΠ 191/2010, 114/2010, ΑΠ 250/2009). Η πλήρης αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται σε όλες τις αποφάσεις και στις παρεμπίπτουσες που απορρίπτουν αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις (ΑΠ 434/2009, ΑΠ 760/2007) -.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 753/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κοκκίνη, περί αναιρέσεως της 7261/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.11.2009 αίτησή τους και στο από 22.1.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1571/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από το από 22-12-2009 αποδεικτικό επιδόσεως της ..., Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, η πολιτικώς ενάγουσα Ψ κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την συζήτηση των από 9-11-2009 αιτήσεων αναιρέσεως που είχε ορισθεί για τις 9-2-2010 (513 παρ. 1 ΚΠΔ). Εφόσον δεν παρέστη κατά την ανωτέρω δικάσιμο η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (515 παρ. 2 ΚΠΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδάφ. ε' του ΚΠοινΔ, κατά την οποία σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις εξετάζεται από το εφετείο και εάν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο, κρίνεται δε η πολιτική αγωγή στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέτοια πλημμέλεια είναι και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου τούτου απόσβεση της σχετικής αξίωσης λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Τούτο δε διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενεργείας, αλλά ενεργεί κατ' ένσταση του υποχρέου. Εφόσον όμως, η ένσταση της παραγραφής, διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ' αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής και, συνακόλουθα, τη μη δυνατότητα αυτής να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο, προς ικανοποίηση αξιώσεών της (ΑΠ 832/2008, ΑΠ 232/2008). Η ένσταση αυτή, εφόσον κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο έχει υποκύψει σε παραγραφή η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά το αστικό δίκαιο (937 ΑΚ), πρέπει να προβάλλεται, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή, στο ακροατήριο, το πρώτον, κατά τη συζήτηση στο εφετείο της υποθέσεως, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που ασκήθηκε, από τον κατηγορούμενο, εφόσον δεν προβλήθηκε με λόγο της εφέσεως αυτού, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ.2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως (ΑΠ 832/2008, ΑΠ 1240/2007, η οποία έκρινε επί ενστάσεως παραγραφής της αξιώσεως του πολιτικώς ενάγοντος, που προβλήθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, απορρίφθηκε και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως). Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως των αναιρεσειόντων προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι παρά το νόμο παρέστη η πολιτικώς ενάγουσα, αφού, όπως εκθέτουν στην δήλωση παραστάσεως για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 €, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημίσεως και ηθικής αυτουργίας, που υπέβαλε με την από 9-8-2002 έγκλησή της (83 ΚΠΔ), δεν διευκρίνισε για ποιο από τα δύο αδικήματα δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, ούτε επισύναψε στην έγκληση το οικείο παράβολο πολιτικής αγωγής, και τέλος, από τον χρόνο που φέρονται τελεσθείσες οι ανωτέρω πράξεις και της γνώσεως αυτού από την πολιτικώς ενάγουσα (21-5-2002), μέχρι την σχετική δήλωσή της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (10-11-2008) είχε παρέλθει ο χρόνος της 5ετούς παραγραφής της αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, με αποτέλεσμα να υποκύψει σε παραγραφή και να μη νομιμοποιείται ενεργητικώς η πολιτικώς ενάγουσα να παραστεί στην ποινική διαδικασία. Για τα δύο πρώτα τμήματα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων πρέπει να λεχθεί ότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της εγκλήσεως, καθίσταται βέβαιο ότι η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής αφορά και τα δύο αδικήματα της αυτουργού και του ηθικού αυτουργού, για τα οποία υποβλήθηκε η έγκληση, τούτο άλλωστε επιβεβαιώθηκε και από την επανάληψη της σχετικής δηλώσεως κατ άρθρο 68 ΚΠΔ, στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου (Τριμελές Πλημ/κειο Αθηνών). Περαιτέρω, εφόσον η δήλωση παραστάσεως της πολιτικής αγωγής έγινε με την έγκληση που υποβλήθηκε στις 9-8-2002, δεν υποχρεούταν η πολιτικώς ενάγουσα να καταθέσει και το οικείο παράβολο, διότι η υποχρέωση αυτή, με ποινή απαραδέκτου της πολιτικής αγωγής, επιβλήθηκε το πρώτο με το άρθρο 69 παρ. 2 Ν. 3659/2008 (ΦΕΚ Α'77/7-5-2008), με το οποίο αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 63 ΚΠΔ, όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 34 παρ. 3 Ν. 3346/2005. Για τον ίδιο λόγο δεν καταβλήθηκε παράβολο και κατά την δήλωση της πολιτικώς ενάγουσας στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, αφού η πολιτική αγωγή είχε ασκηθεί κατά την προδικασία και η δήλωση στο ακροατήριο δεν αποτελούσε άσκηση αυτής εκ νέου, αλλά έγινε για να παρασχεθεί το δικαίωμα στην πολιτικώς ενάγουσα παραστάσεως κατά την εκδίκαση της υποθέσεως με την εν λόγω ιδιότητα, που είχε ήδη αποκτήσει και την υποστήριξη των σε βάρος των κατηγορουμένων κατηγοριών, δεδομένου ότι, κατά της δήλωσης παραστάσεως στην προδικασία, δεν προβλήθηκε αντίρρηση από τους κατηγορουμένους (85 ΚΠΔ), ούτε είχε αποβληθεί της ποινικής διαδικασίας αρμοδίως (86, 87 ΚΠΔ), για να υπάρξει ανάγκη ασκήσεως εκ νέου της πολιτικής αγωγής στο δικαστήριο που επρόκειτο να δικάσει τις κατηγορίες (88 παρ. 1 ΚΠΔ). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως, ούτε ένσταση παραγραφής της αξιώσεως αυτής για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγου παρόδου 5ετίας από της φερομένης ημερομηνίας τελέσεως των πράξεων υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι, ούτε ζήτησαν, εκ του λόγου αυτού, την αποβολή της πολιτικώς ενάγουσας από την ποινική διαδικασία. Ο ισχυρισμός περί αποβολής της πολιτικώς ενάγουσας, για τους ανωτέρω τρεις λόγους, ο οποίος παρατίθεται αυτούσιος στον ανωτέρω λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, προβλήθηκε το πρώτο στο Εφετείο, χωρίς να αποτελεί λόγο της εφέσεως που άσκησαν κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως. Επί του τρίτου τμήματος του ισχυρισμού αυτού πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η πολιτική αγωγή ασκήθηκε, παραδεκτώς και νομίμως, κατά τα προλεχθέντα, εντός τριμήνου από της φερομένης ημερομηνίας τελέσεως των πράξεων των αναιρεσειόντων, δηλαδή σε χρόνο που η αξίωση δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή και όχι όταν έγινε, για τον προαναφερθέντα λόγο, η δήλωση στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οπότε είχε παρέλθει 5ετία από τον χρόνο που φέρονται τελεσθείσες και η αξίωση είχε υποκύψει σε παραγραφή. Σε κάθε όμως περίπτωση οι αναιρεσείοντες, όπως λέχθηκε, δεν υπέβαλαν στο πρωτόδικο δικαστήριο ένσταση παραγραφής της αξιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας, ούτε ζήτησαν την αποβολή της από την ποινική διαδικασία, ούτε τέλος περιέλαβαν έναν τέτοιο ισχυρισμό στην έκθεση εφέσεως ως λόγο αυτής, πράγμα το οποίο άλλωστε ουδόλως ισχυρίζονται, με αποτέλεσμα, κατά τα ανωτέρω, απαραδέκτως, να έχει υποβληθεί ο σχετικός ισχυρισμός το πρώτο κατά την συζήτηση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Συνεπώς, ορθώς, με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε στο σύνολό του ο περί αποβολής της πολιτικής αγωγής σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων. Κατ ακολουθία ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 2 ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Τα κατατιθέμενα γεγονότα πρέπει να σχετίζονται με την υπόθεση ανεξάρτητα αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, αρκεί να μπορούν να επηρεάσουν έστω και σε επουσιώδες σημείο τον δικαστή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Ειδικότερα στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και στην ανωτέρω, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως τον άμεσο δόλο. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του αυτουργού, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου και του ηθικού αυτουργού, ή πράξη ή παράλειψη του τελευταίου, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση τους, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 2044/2007). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, κατά πλειοψηφία, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως (πρώτη) και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές (δεύτερος): "Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους μόνον όμως όσον αφορά τις παρακάτω περικοπές του κατηγορητηρίου που αποδίδονται στην πρώτη κατηγορουμένη ότι κατέθεσε ψευδή γεγονότα ενόρκως, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη κάποιου προσώπου, γνωρίζοντας ότι αυτά ήταν ψευδή και ότι στις πράξεις της αυτές προέβη με την ηθική αυτουργία του δευτέρου κατηγορουμένου. Ειδικότερα αποδείχθηκε, κατά την πλειοψηφία των μελών της σύνθεσης του Δικαστηρίου τούτου: Α) ότι η πρώτη κατηγορουμένη (Χ2) α) κατά την ένορκη εξέτασή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση της από 15.3.2002 αιτήσεως του Χ1, αδελφού της (δευτέρου κατηγορουμένου), κατά της εν διαστάσει συζύγου του Ψ (μηνύτριας) περί ανακλήσεως της υπ' αριθ. 9464/2001 αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία είχεν ανατεθεί προσωρινά στην τελευταία η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους και της είχεν επιδικασθεί προσωρινή διατροφή συνολικού ύψους 250.000 δρχ. μηνιαίως για την ίδια και για τα ανήλικα τέκνα τους (δύο) κατέθεσε στις 21.5.2002 τα ακόλουθα ψευδή γεγονότα, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας των: "...... Ο αδελφός μου έδωσε εντολή για αναβολή της δίκης στον δικηγόρο....... Έκανε πρακτικό συμβιβασμού η γυναίκα του με πλαστογραφία της υπογραφής του αδελφού μου....... Τον ανάγκασε να πουλήσει το σπίτι για να ζήσει........ Πήγε ο πατέρας της συζύγου του αδελφού μου στον Σταθαρά πολλές φοράς......τον πήραν με το μέρος τους. Έγιναν συμφωνίες πίσω από την πλάτη του αδελφού μου......", β) Με την προαναφερόμενη ένορκη κατάθεσή της ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου του Γραμματέα αυτού και των λοιπών παραγόντων της δίκης (πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων) τα πιο πάνω υπό το στοιχείο Α εκτιθέμενα ψευδή γεγονότα τελώντας εν γνώσει της ότι αυτά ήσαν αναληθή και έτσι έβλαψε την τιμή και την υπόληψη της Ψ. Και Β) Ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος με φορτικές παραινέσεις και προτροπές προς την πρώτη κατηγορουμένη αδελφή του έπεισε αυτήν να διαπράξει τις ως άνω υπό στοιχεία Αα και Αβ αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Στην πιο πάνω κρίση κατέληξε η πλειοψηφία των μελών της σύνθεσης του Δικαστηρίου τούτου, στηριζόμενη στην κατάθεση της πολιτικώς εναγούσης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως είναι διατυπωμένη στα πρακτικά της εκκαλουμένης που αναγνώσθηκαν στο αναγνωσθέν υπ' αριθ. 12313/6.9.2001 πληρεξούσιο του δευτέρου κατηγορουμένου προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο τον Γεώργιο Σταθαρά, το οποίο συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ελευσίνας από την ανάγνωση του οποίου δεν προκύπτει ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος έδωσε εντολή αναβολής της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9464/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, όπως αντιθέτως κατέθεσεν η πρώτη κατηγορουμένη κατά τα ανωτέρω. Σημειώνεται ότι με το ως άνω πληρεξούσιο ο δεύτερος κατηγορούμενος δήλωση ότι για όλες του τις υποθέσεις, δίκες και διαφορές, τωρινές και μελλοντικές οποιουδήποτε αντικειμένου, διορίζει γενικό και ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητό του τον Δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Σταθαρά, στον οποίο έδωσε την εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα, εκτός άλλων, να παρίσταται και αντιπροσωπεύει αυτόν σε όλα γενικώς τα Ελληνικά Δικαστήρια και, εκτός άλλων, να κοινοποιεί, υπογράφει και καταθέτει κάθε είδους δικόγραφα και έγγραφα και εισαγωγικά της δίκης έγγραφα και να κάνει κάθε είδους δηλώσεις και αιτήσεις. Περαιτέρω, στηρίχθηκε στο υπ' αριθ. 5218/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητο, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 4881/15.11.2007 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, καθόσον με το εν λόγω βούλευμα αποφασίστηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Γεωργίου Σταθαρά και της Ψ, συζύγου του δευτέρου κατηγορουμένου, για απιστία του πρώτου και πλαστογραφία μετά χρήσεως και κατά των δύο για απάτη στο Δικαστήριο από κοινού, πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν στην Αθήνα, στις 6.9.2001 η πρώτη και η δεύτερη και στις 17.9.2001 η τρίτη, καθόσον το πρακτικό συμβιβασμού, που κατατέθηκε στη δίκη της 17.9.2001 επί της οποίας εκδόθηκε η 9464/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν το έκανε η εγκαλούσα με πλαστογράφηση της υπογραφής του συζύγου της, όπως ψευδώς κατέθεσε κατά τα ανωτέρω η πρώτη κατηγορουμένη, αλλά ο δικηγόρος Γεώργιος Σταθαράς στα πλαίσια της πληρεξουσιότητας που είχε, δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου, γεγονός που δέχεται και το παραπάνω αμετάκλητο βούλευμα. Σημειώνεται ακόμη, ότι με την 5350/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η αίτηση του δευτέρου κατηγορουμένου για ανάκληση της 9464/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακόμη, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η σύζυγος του δευτέρου κατηγορουμένου ανάγκασε αυτόν να πουλήσει το σπίτι του για να ζήσει, όπως κατά τα παραπάνω ψευδώς κατέθεσεν η πρώτη κατηγορουμένη, καθόσον ο κατηγορούμενος το 2001 και 2002 είχεν υψηλές αποδοχές ως εργαζόμενος στην ... και επιπλέον η μεταβίβαση του σπιτιού του στην ..., που έλαβε χώρα μετά τον χωρισμό του με την σύζυγό του, έγινε προς την φίλη του ... από την οποία και το αγόρασε αργότερα και πάλι, όπως ο ίδιος κατέθεσεν απολογούμενος, χωρίς να προκύπτει κάποια ανάγκη πώλησης της οικίας του. "Τέλος, από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας δεν προέκυψε ότι η σύζυγος του δευτέρου κατηγορουμένου και ο πατέρας της πήραν με το μέρος τους τον δικηγόρο του αδελφού της Σταθαρά Γεώργιο και ότι έγιναν συμφωνίες πίσω από την πλάτη του αδελφού της, όπως κατέθεσε ψευδώς, κατά τα ανωτέρω, η πρώτη κατηγορουμένη. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί ελλείψεως δόλου της πρώτης κατηγορουμένης για την τέλεση των παραπάνω πράξεων που αποδείχθηκε ότι τέλεσε και περί μη θεμελιώσεως και της ηθικής αυτουργίας σε αυτές όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο και να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για τις ως άνω πράξεις κατά την γνώμη της πλειοψηφίας των μελών της συνθέσεως κατά ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους των ανωτέρω πράξεων και τους επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 2 και 362, 363 και 27 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχους του αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα τμήματα της ένορκης καταθέσεως της αναιρεσείουσας για τα οποία, εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα, που επίσης αναφέρει, κατέληξε, κατά πλειοψηφία, σε καταδικαστική κρίση, τυγχάνουν ψευδή και μάλιστα παραθέτει τα συγκεκριμένα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται το ψευδές, είναι δε αδιάφορο, για την στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς των πράξεων, ότι ορισμένα από αυτά, όπως το αμετάκλητο 5218/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο πλήρως αναλύεται και συνδέεται με τις κατηγορίες που βάρυναν τους κατηγορουμένους στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, είναι μεταγενέστερο της καταθέσεως της αναιρεσείουσας, διότι η αναφορά σ αυτό γίνεται προς αιτιολόγηση αντικειμενικώς των πράξεων αυτών, όπως τα αντικειμενικά τους στοιχεία αναλύονται ανωτέρω και δεν έχει σχέση με την αιτιολόγηση του υποκειμενικού στοιχείου της γνώσεως του ψευδούς της αναιρεσείουσας, η συνδρομή του οποίου θα ερευνηθεί κατά τον χρόνο της καταθέσεως. Επίσης αιτιολογείται πλήρως το ψευδές της καταθέσεως και αντίστοιχα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η πολιτικώς ενάγουσα τον ανάγκασε να πουλήσει το σπίτι του για να ζήσει. Περαιτέρω με το αναφερόμενο στο σκεπτικό και αναγνωσθέν 12313/2001 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, το ουσιώδες περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται, το Εφετείο αιτιολογεί την κρίση του ψευδούς της καταθέσεως και αντίστοιχα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η εντολή που δόθηκε από τον αδελφό της αναιρεσείοντα προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Σταθαρά, κατηγορούμενο για απιστία, πλαστογραφία μετά χρήσεως και απάτη στο δικαστήριο, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε το ανωτέρω αμετάκλητο βούλευμα, με το οποίο αποφάνθηκε το Δικαστικό Συμβούλιο να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του, αλλά και σε βάρος της συγκατηγορουμένης του πολιτικώς ενάγουσας, ελλείψει σοβαρών ενδείξεων ενοχής, ήταν μόνο για αναβολή της δίκης. Με το ίδιο πληρεξούσιο, του ουσιώδους περιεχομένου του οποίου, ως προς τις δοθείσες δι αυτού παρατιθέμενες στο σκεπτικό εντολές προς τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του από τον συγκατηγορούμενό αδελφό της, σαφώς προκύπτει, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ότι τελούσε σε γνώση η αναιρεσείουσα, λόγω του αναφερόμενου στενού συγγενικού δεσμού τους, αιτιολογείται πλήρως η γνώση της τελευταίας περί του ψευδούς της καταθέσεως και αντίστοιχα του ισχυρισμού της ως προς το τμήμα αυτό, μετά του οποίου συνδέονται άρρηκτα και τα υπόλοιπα τμήματα και δη της πλαστογραφήσεως της υπογραφής του αδελφού της, του προσεταιρισμού από την πολιτικώς ενάγουσα και τον πατέρα της του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταθαρά και της καταρτίσεως συμφωνιών πίσω από την πλάτη του αδελφού της. Αιτιολογείται συνεπώς πλήρως και το υποκειμενικό στοιχείο της γνώσεως της αναιρεσείουσας περί του ψευδούς των εν λόγω τμημάτων της καταθέσεως της και αντίστοιχα των ισχυρισμών της, των οποίων, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, έλαβαν γνώση τα αναφερόμενα πρόσωπα και οι οποίοι ήσαν ικανοί να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, σε τρόπο ώστε να περιέχει η προσβαλλομένη πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της κρίσης της περί στοιχειοθετήσεως υποκειμενικά και αντικειμενικά των πράξεων που της αποδόθηκαν και κηρύχθηκε ένοχη. Περαιτέρω, ως προς τον αναιρεσείοντα ηθικό αυτουργό, η απόφαση περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρεται η στενή συγγενική σχέση που τον συνέδεε με την αυτουργό, εξαιτίας της οποίας και με τον τρόπο που αναφέρεται την έπεισε να προβεί στην με το ανωτέρω περιεχόμενο ψευδή κατάθεσή της, με την οποία προβλήθηκαν ταυτόχρονα οι αντίστοιχοι ψευδείς ισχυρισμοί, που μπορούσαν να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, των οποίων και έλαβαν γνώση τα αναφερόμενα πρόσωπα. Όσον αφορά την αιτιολόγηση του υποκειμενικού στοιχείου δεν χρειαζόταν, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, να αναφέρονται πέραν των προαναφερθέντων και άλλα πραγματικά περιστατικά, αφού αυτός ήταν εκείνος που με το ανωτέρω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο παρέσχε την με το προαναφερθέν περιεχόμενο εντολή προς τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, οπότε η γνώση του ψεύδους, κατά το σημείο αυτό της καταθέσεως της αδελφής του, αλλά και των συνδεομένων με αυτό λοιπών ως άνω τμημάτων της, είναι αυταπόδεικτη και δεν χρειαζόταν, κατά τα προλεχθέντα, περαιτέρω αιτιολόγηση.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου και οι από την ίδια διάταξη του άρθρου 510 αλλά και εκείνη της παραγ. 1 Ε αυτού υπό στοιχεία
ΙΙΙ,
ΙΙ
ΙΙ και V λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, τυγχάνουν αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Τέλος αβάσιμοι είναι και οι υπό στοιχεία Ι και
ΙΙ από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ και Η, ως και Δ ΚΠΔ λόγοι του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη, διότι, το μεν μετέβαλε τους μάρτυρες υπερασπίσεως σε κατηγορίας και έτσι τους αποστέρησε της ασκήσεως του υπερασπιστικού δικαιώματός τους, το δε δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως τους. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης, αλλά και της 72534/2008 αποφάσεως του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πρωτοδίκως εξετάσθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας, η πολιτικώς ενάγουσα και ο πατέρας της και μετά την ανάγνωση των εγγράφων, δύο μάρτυρες. Τους δύο αυτούς τελευταίους μάρτυρες κλήτευσε ο Εισαγγελέας στο Εφετείο, όπως βέβαια και την πολιτικώς ενάγουσα και τον πατέρα της, οι οποίοι και ήσαν απόντες, μάλιστα η πρώτη υπέβαλε αίτημα αναβολής κατ άρθρο 349 ΚΠΔ και μετά την απόρριψή του εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της. Στο ακροατήριο του Εφετείου εξετάσθηκαν οι δύο μάρτυρες που ήσαν παρόντες και οι οποίοι χαρακτηρίσθηκαν ''ως κατηγορίας'' και ευλόγως, αφού τους είχε κλητεύσει ο Εισαγγελέας και αναφέρονταν στο κατάλογο, που, μετά την ανάπτυξη των εκθέσεων εφέσεως και την πρότασή του να γίνουν τυπικά δεκτές, παρέδωσε στο δικαστήριο, είχαν δε κλητευθεί για να υποστηρίξουν την κατηγορία (βλ. σελ. 9 προσβαλλομένης). Αβάσιμα δε υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο μετέβαλε τους μάρτυρες υπερασπίσεως τους σε μάρτυρες κατηγορίας. Περαιτέρω ορθώς το Δικαστήριο, στην αρχή του σκεπτικού, όπου παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, αναφέρει και τις ένορκες στο ακροατήριο καταθέσεις των εν λόγω εξετασθέντων μαρτύρων, ως ''μαρτύρων κατηγορίας'' και όχι υπερασπίσεως, αφού ως τέτοιοι εξετάσθηκαν, ενόρκως, κατά την αποδεικτική διαδικασία και τις καταθέσεις τους έλαβε υπόψη και εκτίμησε, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία περί τούτου, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, είναι δε αδιάφορο αν αυτοί τελικά κατέθεσαν υπέρ των τελευταίων, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τις καταθέσεις τους, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει και έτσι δεν αποστερήθηκαν οι αναιρεσείοντες του αποδεικτικού αυτού μέσου, ούτε της ασκήσεως του δικαιώματος υπερασπίσεως τους.
Συνεπώς οι ανωτέρω λόγοι του δικογράφου των προσθέτων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση, κατά το κύριο δικόγραφο και εκείνο των προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την 429/9-11-2009 αίτηση και τους από 22-1-2010 πρόσθετους λόγους αυτής των 1. Χ2 και 2. Χ1, για αναίρεση της με αριθμ. 7261/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρος. Συκοφαντική δυσφήμηση - έννοια, στοιχεία στοιχειοθέτησης υποκειμενικώς και αντικειμενικώς (ΑΠ 191/2010, ΑΠ 114/2010, ΑΠ 2005/2009, ΑΠ 173/2009). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη - πότε υπάρχει στην απόφαση. Τι πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι πλήρης ως προς ηθικό αυτουργό (ΑΠ 202/2008). Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εκ πλαγίου παράβαση - πότε υπάρχει. (ΑΠ 358/2010, ΑΠ 191/2010, 114/2010, ΑΠ 250/2009). Πολιτική αγωγή - πότε υπάρχει παρά τον νόμο παράσταση που παράγει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατ' άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ. Κατάθεση μάρτυρος σε δίκη ασφαλιστικών μεταξύ του συγκατηγορουμένου αδελφού της και της σε διάσταση τότε συζύγου του - πολιτικώς ενάγουσας. Ψευδή τα περιστατικά που κατέθεσε, όπως προσδιορίζονται στην απόφαση, τα οποία έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας. Αιτιολόγηση της αναληθείας των κατατεθέντων και του αμέσου δόλου ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφημίσεως της μάρτυρος, ως και της ηθικής αυτουργίας. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως και προσθέτων λόγων για παρά τον νόμο παράσταση πολ. ενάγουσας, έλλειψη αιτιολογίας υπέρβαση εξουσίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Πολιτική αγωγή, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 750/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 118/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1) ... 2) ... 3) ....
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1370/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 17/18.1.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, κατά τα άρθρα 485 παρ. 1, 513 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 24/24-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 , κατά του υπ' αριθ. 118/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, και εκθέτω τα κάτωθι:
Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με το 118/2009 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης τους : 1) ... 2) ..., 3) ... και 4) Χ1, για να δικαστούν άπαντες για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης (άρθρα 45 και 187 παρ.1 Π.Κ), επιπροσθέτως δε οι 1ος, 2ος και 3ος για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, από περισσότερους των δύο δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και ο 4ος για απλή συνέργεια σε διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, από περισσότερους των δύο δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 42παρ.1, 47, 98, 372παρ. 1 και 374 εδάφια δ και ε Π.Κ).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού το οποίο επιδόθηκε στον παραπεμφθέντα κατηγορούμενο Χ1 την 23-7-2009 με θυροκόλληση και την αντίκλητο δικηγόρο του την 24-7-2009 (βλ. σχετ. αποδεικτικά), άσκησε για λογαριασμό του αναίρεση η δικηγόρος Άννα- Μαρία Νταϊλάκη την 24-9-2009 με δήλωσή της ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θράκης, δυνάμει της από 22-9-2009 εξουσιοδότησης που είναι συντεταγμένη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 εδάφια β και γ και 96 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, την οποία και προσκόμισε κατά την άσκησή της (άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Περί της δηλώσεως αυτής συντάχθηκε η σχετική με αριθμό 24/24-9-2009 έκθεση στην οποία εκτίθενται οι λόγοι αναιρέσεως, όχι όμως και λόγοι που δικαιολογούν το εκπρόθεσμο της άσκησης της (βλ. σχετ. έκθεση).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 7 του Ν 2928/2001 όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν 3251/2004 " η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του Π.Κ, κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης". Από την διάταξη αυτή, σαφώς συνάγεται ότι, αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα των άρθρων 187 και 187Α του Π.Κ, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης γίνεται πάντοτε και μάλιστα αμετάκλητα από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνο όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187 Α του Π.Κ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 313 Κ.Π.Δ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη, για τη οποία διενεργήθηκε κυρία ανάκριση, είτε διότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι καθόλου σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο , είτε διότι υπάρχουν άλλοι λόγοι που αποκλείουν το άδικο ή τον καταλογισμό καθώς επίσης και όταν συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1β του Κ.Π.Δ (Α.Π 1966/2006 σε συμβ. Ποιν. Χρον. ΝΖ 818). Εξάλλου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων περί των οποίων δεν πρόκειται, εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο (βλ. ΑΠ 1040/2005).
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 118/2009 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, εκδόθηκε μετά την άσκηση σε βάρος του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του, ποινικής διώξεως για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης(άρθρα 45 και187παρ.1 Π.Κ), επιπροσθέτως δε για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, από περισσότερους των δύο δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατά των συγκατηγορουμένων του, για απλή δε συνέργεια σε διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, από περισσότερους των δύο δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά του αναιρεσείοντος (άρθρα 42παρ.1, 47, 98, 372παρ. 1 και 374 εδάφια δ και ε Π.Κ) , μετά δε την περάτωση της κύριας ανάκρισης που ενεργήθηκε επί της υποθέσεως, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, προκειμένου να δικαστούν για τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη. Επομένως το εκδοθέν και προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, είναι αμετάκλητο. Κατά συνέπεια η κατ' αυτού ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ως στρεφόμενη κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, παρέλκει δε οποιαδήποτε ενασχόληση με το εμπρόθεσμο η μη της εν λόγω αιτήσεως(αυτή είναι πράγματι εκπρόθεσμη), καθόσον η έρευνα αυτή προϋποθέτει άσκηση ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως ή βουλεύματος που υπόκειται σ' αυτό. Επειδή, κατ' ακολουθία τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1, 513 παρ. 1 εδαφ. α' και 476 παρ. 1, 2 Κ.Π.Δ, όπως τα άρθρα αυτά αντικ. με άρθρα 43, 50 παρ. 6 και 38 Ν. 3160/2003, αντιστοίχως, και να επιβληθούν, κατ' άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ, στον ανωτέρω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθ.24/24-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθ.118/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 15 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 7 του ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιό του τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 § 5 του ν. 325/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία, αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, διαβιβάζεται από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση στο συμβούλιο εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως. Από την πιο πάνω διάταξη, ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, που έγκειται στην ταχεία εισαγωγή στο ακροατήριο των υποθέσεων, τις οποίες προβλέπουν και τιμωρούν σε βαθμό κακουργήματος, τα άρθρα 187 και 187Α του ΠΚ, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο αναίρεση κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του συμβουλίου εφετών για πράξεις χαρακτηριζόμενες ως κακουργήματα, που περιλαμβάνονται στα παραπάνω άρθρα 187 και 187 Α του ΠΚ, καθώς και για συναφή προς εκείνες εγκλήματα, ανεξαρτήτως βαρύτητας, είτε αυτά έχουν διαπραχθεί από τον κατηγορούμενο είτε από άλλον. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο 118/2009 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, εκδόθηκε μετά την άσκηση σε βάρος του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του, ποινικής διώξεως για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης (άρθ. 45 και 187 § 1 ΠΚ.), ως και για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, από περισσότερους των δύο δραστών που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε βάρος των συγκατηγορουμένων του αναιρεσείοντος, και για απλή συνέργεια σε διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, από περισσότερους των δύο δραστών, που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 42 § 1, 47, 98, 372 § 1 και 374 εδαφ. δ' και ε' ΠΚ), μετά δε την περάτωση της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε επί της υποθέσεως, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών Θράκης στο Συμβούλιο Εφετών Θράκης, το οποίο και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, προκειμένου να δικασθούν για τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη. Επομένως το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, είναι αμετάκλητο. Κατά συνέπεια η κατ' αυτού ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως εφόσον ειδοποιήθηκε η αντίκλητος του αναιρεσείοντος δικηγόρος Αθηνών Αΐντα-Κολοβού Τζαβέλα να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις της, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως στρεφομένη κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την 24/24-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του 118/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει για κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α ΠΚ.
|
Οργάνωση εγκληματική
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Οργάνωση εγκληματική.
| 0
|
Αριθμός 744/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Παπαδαμάκη, για αναίρεση της με αριθμό 74/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητα: α) την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2009 αίτησή του και β) τη διόρθωση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εσφαλμένη καταχώριση στο αιτιολογικό και διατακτικό της του χρόνου τελέσεως της πράξεως, οι οποίες (αιτήσεις) καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1281/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να διορθωθεί η προαναφερόμενη απόφαση μετά το με αριθμό 5979/09/24.8.2009 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, στρατιωτικός που εξυβρίζει ανώτερο ή κατώτερό του με λόγια, έργα ή απειλές ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν η πράξη τελέσθηκε κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση με αυτή, β) με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, σε κάθε άλλη περίπτωση. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρεται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, το οποίο δίκασε κατ' έφεση ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα με την 74/2009 απόφασή του, σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών για εξύβριση ανωτέρου με έργο, πράξη η οποία φέρεται ότι τέλεσε αυτός σε χρόνο κατά τον οποίο υπηρετούσε στην αεροπορία ως σμηνίτης. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, που υπηρετούσε ως Σμηνίτης (ΣΥΕΓ) στη ΜΑΚ, την.... και περί ώρα 15:00', ευρισκόμενος στο χώρο του στρατοπέδου της μονάδας του, ακολούθησε την κατά βαθμό ανώτερη του μηνύτρια Σμηνία (ΤΣΕ) Μ1, την ώρα που αυτή κατευθυνόταν προς τις τουαλέτες του κτιρίου των οργάνων υπηρεσίας του στρατοπέδου και όταν αυτή εισήλθε στον ως άνω χώρο, εισήλθε και αυτός επίσης στην διπλανή, από αυτήν που ευρίσκετο η μηνύτρια, τουαλέτα, οι οποίες να σημειωθεί ότι χωρίζονται με διαχωριστικό τοιχίο, του οποίου το επάνω μέρος δεν φτάνει μέχρι την οροφή αλλά αφήνει ένα κενό και πατώντας στη λεκάνη αναρριχήθηκε στο τοιχίο αυτό, ώστε να έχει οπτική επαφή με τον χώρο όπου ευρίσκετο η μηνύτρια και την ώρα που αυτή ετοιμάσθηκε για τη σωματική της ανάγκη, (ο κατηγορούμενος) τοποθέτησε, κρατώντας το κινητό του τηλέφωνο, που διέθετε λειτουργία λήψης φωτογραφιών, στο ψηλότερο σημείο αυτού (του τοιχίου) και εστιάζοντας προς το μέρος της μηνύτριας, επιχείρησε να τη φωτογραφίσει με αυτό, παραβιάζοντας τον προσωπικό της χώρο κατά τη διάρκεια αυστηρώς ιδιωτικής της στιγμής, εκδηλώσας εν γνώσει του δια της ως άνω συμπεριφοράς του περιφρόνηση και αμφισβήτηση της ηθικής αξίας της κατά βαθμό ανώτερης του εν λόγω Υπαξιωματικού.
Η μηνύτρια, η οποία είδε το κινητό-μαύρου χρώματος- και μόνο το επάνω μέρος των μαλλιών του κατηγορουμένου αντέδρασε ενστικτωδώς, άρχισε να φωνάζει και αμέσως εξήλθε από την τουαλέτα, όπου είδε τον κατηγορούμενο να εξέρχεται τρέχοντας από τη διπλανή τουαλέτα, στην οποία είχε εισέλθει και άρχισε να τον φωνάζει με το όνομα του να σταματήσει. Αυτός όμως δεν σταμάτησε αλλά συνέχισε να τρέχει ακολουθούμενος από τη μηνύτρια μέχρι τον χώρο της Λέσχης. Ακολούθως μετέβη στον Αξιωματικό Κέντρου Ελέγχου Φρουράς (ΑΚΕΦ), Ανθυπασπιστή (ΗΛ) Κ1, ο οποίος είδε τον κατηγορούμενο να απομακρύνεται προς τη Λέσχη Σμηνιτών και όταν τον κάλεσε ενώπιον του αυτός αρνήθηκε κάθε ανάμειξη του στο περιστατικό, περί του οποίου είχε ενημέρωση προηγουμένως από τη μηνύτρια, ενώ η τελευταία σε έξαλλη κατάσταση του απηύθυνε τις φράσεις "δεν ντρέπεσαι;", "εσύ ήσουν, σε είδα", "φύγε από μπροστά μου", όταν δε ο Κ1 του ζήτησε να του επιδείξει το κινητό του τηλέφωνο, αυτός απάντησε ότι δεν το είχε μαζί του αλλά το φόρτιζε στον θάλαμο του.
Ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του αρνήθηκε την πράξη του ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε εισήλθε στη διπλανή με τη μηνύτρια τουαλέτα αλλά ανέφερε ότι την ίδια ώρα (15:00') ευρίσκετο στους νιπτήρες των τουαλετών προκειμένου όμως να πιει νερό για την κατάποση χαπιού για το στομάχι του, ενώ κατά την παραμονή του στον ανώτερο τόπο δεν έφερε μαζί του το κινητό του τηλέφωνο. Αρνήθηκε επίσης ότι η μηνύτρια τρέχοντας πίσω του τον καλούσε να σταματήσει.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν καθόσον, όπως και ο ίδιος ομολόγησε, ευρίσκετο κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξης στο ίδιο χώρο (των τουαλετών) και όχι σε κάποιο άλλο σημείο του στρατοπέδου. Όταν έγινε αντιληπτός, καταδιώχθηκε από την μηνύτρια και όταν κλήθηκε να σταματήσει δεν το έπραξε, παρόλο δε που στη συνέχεια του ζητήθηκε να προσκομίσει το κινητό του στον ΑΚΕΦ Κ1, στον οποίο η μηνύτρια είχε ήδη αναφέρει το περιστατικό, για να αποδείξει ότι αυτό ήταν μαύρου χρώματος, όπως το είδε η μηνύτρια και δεν περιείχε φωτογραφία της, εν τούτοις δεν το έπραξε, ως θα αναμενόταν εάν δεν είχε την παραμικρή εμπλοκή στο συμβάν, ισχυριζόμενος ότι το είχε στον θάλαμο του για φόρτιση της μπαταρίας του. Προέκυψε επίσης ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η μηνύτρια δεν ήταν και οι δύο επιφορτισμένοι κατά τη στιγμή που έλαβε χώρα η προπεριγραφείσα συμπεριφορά του κατηγορουμένου με την εκτέλεση συγκεκριμένης στρατιωτικής υπηρεσίας και ότι ευρίσκοντο σε ελεύθερο χρόνο από πλευράς εκτέλεσης υπηρεσίας, η δε πράξη της εξύβρισης ανωτέρου δεν έλαβε επίσης χώρα με αφορμή την εκτέλεση προηγηθείσης και για τους δύο υπηρεσίας.
Σε σχέση τώρα με τη δήλωση του συνηγόρου υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, πρέπει να επισημανθεί ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την αθωωτική (λόγω αμφιβολιών) για τον κατηγορούμενο κρίση του για απόπειρα αθέμιτης μαγνητοσκόπησης μη δημοσίων πράξεων τρίτου (άρθρο 370 Α παρ.2 εδ.α' ΠΚ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε τότε μετά την αντικατάσταση του δι' άρθρου 6 παρ.8 Ν.3090/2002 δέχθηκε ότι δεν προέκυψε ότι το κινητό τηλέφωνο του είχε τη δυνατότητα με λήψη εικόνας να τη μαγνητοσκοπήσει (να κάνει εγγραφή σε μαγνητική ταινία, σημάτων που αντιπροσωπεύουν κινούμενες εικόνες μαζί με τους σχετικούς ήχους) και όχι ότι εστερείτο και τη δυνατότητα φωτογράφησης, αφού είναι γνωστό ότι τα σύγχρονα κινητά τηλέφωνα διαθέτουν αυτές τις λειτουργίες (φωτογράφησης-μαγνητοσκόπησης) είτε και τις δυο μαζί είτε μιας απ' αυτές. Άλλωστε, δεν θα είχε νόημα, εάν το τηλέφωνο εστερείτο της λειτουργίας φωτογράφησης, η τοποθέτηση του από τον κατηγορούμενο στην επίμαχη θέση επί του ενδιαμέσου των δύο τουαλετών τοιχίου ,σε σημείο που έγινε αντιληπτό από τη μηνύτρια. Εξάλλου, ουδέποτε προβλήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ισχυρισμός ότι το συγκεκριμένο κινητό εστερείτο και των δύο παραπάνω λειτουργιών καθόσον ο ίδιος ενέμεινε στην υπερασπιστική γραμμή του ότι δεν ήταν αυτός που εισήλθε στην τουαλέτα δίπλα στην μηνύτρια.
Τέλος, η παραδοχή ότι το κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος δεν είχε, όπως καταδικάστηκε πρωτοδίκως, δυνατότητα βιντεοσκόπησης της παθούσης, αλλά μόνο δυνατότητα φωτογράφησης της, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της πραγματικής βάσης, όπως διατείνεται κατά τα ανωτέρω η υπεράσπιση, καθόσον αυτή δεν σχετίζεται με ουσιώδη αλλαγή της κι επιπλέον δεν μεταβάλλεται ο εξυβριστικός χαρακτήρας της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Θα πρέπει κατά συνέπεια να θεωρηθεί ότι η διαφοροποίηση, ενός και μόνο πραγματικού περιστατικού του κατηγορητηρίου συνιστά καθόλα νόμιμη κι επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας.
Πρέπει συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά την κρατήσασα άποψη της πλειοψηφίας, κατ' επιτρεπτή βελτίωση των πραγματικών περιστατικών του κατηγορητηρίου, να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω κινητό του κατηγορουμένου είχε τη δυνατότητα λήψης φωτογραφίας της μηνύτριας και όχι δυνατότητα βιντεοσκόπησης της, όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, και να κηρυχθεί ως εκ τούτου ένοχος εξύβρισης ανωτέρου όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση μ' αυτή". Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1β' ΣΠΚ, την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην περιγραφή της πράξεως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αρκείται στην απόπειρα φωτογράφησης της εγκαλούσας από τον αναιρεσείοντα αλλά περιγράφει όλη τη συμπεριφορά του και τις ενέργειές του να έχει οπτική επαφή με την παθούσα, τη στιγμή που αυτή βρισκόταν εντός της τουαλέτας, η οποία ασφαλώς ενέχει καταφρόνηση προς το πρόσωπο της και στοιχειοθετεί το παραπάνω έγκλημα της εξύβρισης. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και λογική ακολουθία περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στην παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Επομένως οι από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. ε' και δ' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση κατά τη διάρκεια της απολογίας του αναιρεσείοντος κάλεσε για εξέταση κατ' αντιπαράσταση την μάρτυρα Μ1 και δεν έδωσε το λόγο, μετά την εξέτασή της, στο συνήγορό του να υποβάλει ερωτήσεις. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κάλεσε την εγκαλούσα Μ1, κατά τη διάρκεια της απολογίας του κατηγορουμένου και υπέβαλε σ' αυτήν μία διευκρινιστική ερώτηση. Μετά την απάντηση έδωσε το λόγο στον κατηγορούμενο να συνεχίσει την απολογία του, ο οποίος και αντέκρουσε τα όσα διευκρινιστικά κατέθεσε η μάρτυρας. Επομένως δεν επήλθε κάποια ακυρότητα και μόνο σε περίπτωση που είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα από το συνήγορο του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στη μάρτυρα μετά την απάντησή της στη διευκρινιστική ερώτηση του Προέδρου και το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ή το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί, τότε θα προκαλείται ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Κατ' ακολουθίαν ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Τέλος, θα πρέπει, κατ' άρθρο 145 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, να διορθωθεί η εαφαλμένη καταχώριση στο αιτιολογικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του χρόνου τελέσεως της πράξεως από 22 Ιουλίου 2007 στο ορθό 22 Σεπτεμβρίου 2007.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 19.6.2009 αίτηση (δήλωση) του ..., για αναίρεση της 74/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Διορθώνει την εσφαλμένη καταχώριση στο αιτιολογικό και διατακτικό της παραπάνω αποφάσεως του χρόνου τελέσεως της πράξεως από 22 Ιουλίου 2007 στο ορθό 22 Σεπτεμβρίου 2007. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στρατιωτικά αδικήματα. Εξύβριση ανωτέρου με έργο (βιντεοσκόπηση χωρίς τη θέληση της παθούσας). Απορρίπτει αίτηση. Διορθώνει εσφαλμένη καταχώρηση.
|
Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας
|
Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Εξύβριση.
| 0
|
Αριθμός 754/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1725/1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2005/08.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 67/17.2.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατ' άρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ την από 16/12/2008 εγχειρισθείσα αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., με την οποία ζητάει να επαναληφθεί προς το συμφέρον του η ποινική διαδικασία επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 1725/96 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε (εκτός των άλλων) και για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (αρ. 79 του Ν. 5960/33 ως ισχύει) κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και να παύσει η ποινική δίωξη για το αδίκημα αυτό λόγω αθωωτικού δεδικασμένου που προκύπτει από την υπ'αριθμ. 126964/1993 αμετάκλητη αθωωτική (για τη πράξη αυτή) απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (βλ. αίτηση επανάληψης διαδικασίας Χ1). Κατά το άρθρο 525 §1 περ. δ του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι η μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκάλυψη αθωωτικού δεδικασμένου, αδιαφόρως αν αυτό συντελέσθηκε πριν από την αμετάκλητη καταδίκη ή μετά απ'αυτή αρκεί, αν συντελέσθηκε πριν η καταδίκη καταστεί αμετάκλητη, ότι αυτό (αθωωτικό δεδικασμένο) ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, ώστε να μην μπορεί να ληφθεί απ' αυτό υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μην μπορεί να προβληθεί, γιατί αν ήταν γνωστό αυτό έπρεπε να έχει προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως, ή ότι ο καταδικασθείς δεν έλαβε γνώση της δίκης στην οποία συντελέσθηκε η αμετάκλητη καταδίκη ώστε να μπορεί να το προβάλλει. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για να λάβει χώρα επανάληψη διαδικασίας σε περίπτωση αθωώσεως του καταδικασθέντος πρέπει (α) το αθωωτικό δεδικασμένο να ήταν άγνωστο στους δικάσαντες και τον καταδικασθέντα και (β) να συντρέχουν οι κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα (ΑΠ 1175/88 ΠΧ ΛΘ/103, ΑΠ 1984/02 ΝοΒ 50/1924, ΑΠ 782/02 ΝοΒ 50/1763, ΑΠ 1819/02 ΝοΒ 51/297, ΑΠ 1192/93 ΠΧρ ΜΓ/880.
Εν προκειμένω με την με αριθμό 1725/1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακ/τα) καταδικάσθηκε ο αιτών Χ1 σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών για τα αδικήματα της απάτης τελεσθείσης κατ' επάγγελμα και συνήθεια για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως επτά ετών και για το αδίκημα της έκδοσης ακαλύπτου επιταγής για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και κατόπιν συνεπιμετρήσεως των ανωτέρω ποινών του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών. Το αδίκημα της έκδοσης ακαλύπτου επιταγής για το οποίο του επιβλήθηκε η ανωτέρω ποινή αφορά την με αριθμό ... επιταγή με πληρώτρια την Αγροτική τράπεζα συρόμενη στον με αριθμό ... λογαριασμό του στην ανωτέρω τράπεζα, ποσού αυτής 813.754 δραχμών και με ημερομηνία εκδόσεως την 6/4/1992 (βλ. την 1725/96 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών). Με την με αριθμό 303/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο επιλήφθηκε μετ'αναίρεση της υπ' αριθμ. 670/1999 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, κατόπιν εκδόσεως της με αριθμό 1122/2000 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η έφεση του αιτούντος κατά της πρωτοδίκου με αριθμό 1725/1996 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (για κακ/τα) απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη. Με την με αριθμό 229/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η αίτηση του ιδίου για αναίρεση της ανωτέρω δευτεροβάθμιας απόφασης απορρίφθηκε. Επομένως η με αριθμό 1725/1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακ/τα) έχει καταστεί αμετάκλητη. Με την με αριθμό 126964/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αιτών για τινές επιταγές (που αναφέρονται στην απόφαση αυτή) και κηρύχθηκε αθώος για την έκδοση της με αριθμό ... επιταγής, με χρόνο εκδόσεως την 30.6.1992, ποσού 813.754 δραχμών πληρωτέα στην Αγροτική τράπεζα διότι αυτή ήταν άκυρη αφού δεν έφερε τόπον εκδόσεως (βλ. ως άνω απόφαση). Στη συνέχεια με την με αριθμό 51374/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η έφεση του ανωτέρω κατά της ως άνω αποφάσεως απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη. Σύμφωνα με την από 26.11.2008 υπηρεσιακή βεβαίωση του γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως δεν έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως. Ωσαύτως σύμφωνα με το με αριθμό ... πιστοποιητικό του γραμματέα του Αρείου Πάγου επιβεβαιώνεται ότι δεν έχει ασκηθεί αναίρεση κατά της ιδίας αποφάσεως. Επομένως η με αριθμό 51374/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει καταστεί και αυτή αμετάκλητη. Κατ'ακολουθία τούτων προκύπτει ότι ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας κατ'αρ. 525 παρ. 1 περιπτ. 4 ΚΠΔ, εγνώριζε την ύπαρξη της αθωωτικής δι'αυτόν αποφάσεως (126964/93) του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού άσκησε έφεση κατ'αυτής και απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ'αρ. 51374/99 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και δεν προέβαλε στη δεύτερη δίκη, που εκδόθηκε παρόντος αυτού η καταδικαστική σε βάρος του απόφαση 1785/96 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (βλ. ως άνω απόφαση), το από τη πρώτη απόφαση αθωωτικό γι'αυτόν δεδικασμένο και δεν διευκρινίζεται επαρκώς (ενόψει της υπαρχούσης διαφοράς ως προς τον χρόνον εκδόσεως 30/6/92 ή 6/4/92 της επιδίκου επιταγής) ότι η αθωωτική απόφαση αποτελούσε αθωωτικό δεδικασμένο με την έννοια του αρθρ. 57 ΚΠΔ, που είχε γι' αυτόν έννομες συνέπειες. Είναι δε ουσιώδεις οι παραλείψεις αυτές, αφού προϋπόθεση κατά τα ανωτέρω για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από το αρθρ. 525 παρ. 1 περ. 4 ΚΠΔ λόγου επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας είναι η εκ μέρους του αιτούντος και των δικασάντων δικαστών, γνώση της αθωωτικής απόφασης και του εξ'αυτής αθωωτικού δεδικασμένου και όχι απλώς η γνώση της υπάρξεως της (ΑΠ 782/02 ΝοΒ 50, σελ. 1763, ΑΠ 1819/02 ΝοΒ 51/297, ΑΠ 1192/93 Π.Χρ. ΜΓ/880, ΑΠ 7/03 και ΑΠ 1612/02 κ.ά.).-Κατόπιν των ανωτέρω ο επικαλούμενος ως άνω μοναδικός λόγος της κρινομένης αίτησης επανάληψης διαδικασίας είναι αβάσιμος και πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα νόμιμα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ ως ισχύει).
Για τους λόγους αυτούς
-Προτείνω (Α) Να απορριφθεί η από 16/12/2008 εγχειρισθείσα αίτηση του Χ1 για επανάληψη υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 1725/96 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα σε βάρος του ως άνω αιτούντος. Αθήνα 26 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης.
Αφού άκουσε
τον ως άνω Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 528 παρ.1 εδ.1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, κλητεύεται υποχρεωτικά κατά τη συζήτηση αυτής στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και ότι εφόσον αυτός έχει κλητευθεί και δεν εμφανισθεί για να εκθέσει τις απόψεις του, το συμβούλιο προχωρεί στην εκδίκαση και αποφασίζει επί της αιτήσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με χρονολογία ...και ... αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, ... και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... αντίστοιχα, ο αιτών και ο αντίκλητος αυτού δικηγόρος Αθηνών Φώτιος Μήτσης, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανισθεί ο πρώτος στο Συμβούλιο, κατά τη συζήτηση της αιτήσεώς του περί επαναλήψεως της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και δεν εμφανίσθηκε. Επομένως το Συμβούλιο, πρέπει να προχωρήσει στην εκδίκαση της αιτήσεως και χωρίς την παρουσία του. Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι η μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκάλυψη αθωωτικού δεδικασμένου, αδιαφόρως αν αυτό συντελέσθηκε πριν από την αμετάκλητη καταδίκη ή μετά απ'αυτή, αρκεί αν συντελέσθηκε πριν η καταδίκη καταστεί αμετάκλητη, ότι αυτό (αθωωτικό δεδικασμένο) ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, ώστε να μην μπορεί να ληφθεί από αυτό υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μην μπορεί να προβληθεί, γιατί αν ήταν γνωστό αυτό έπρεπε να έχει προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως ή ότι ο καταδικασθείς δεν έλαβε γνώση της δίκης στην οποία συντελέσθηκε η αμετάκλητα καταδίκη ώστε να μπορεί να το προβάλλει. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στην αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, σε σχέση με την προαναφερόμενη περίπτωση, πρέπει ο αιτών να αναφέρει όλα εκείνα τα στοιχεία από τα οποία θα προκύπτει ότι το αθωωτικό δεδικασμένο ήταν άγνωστο σ'αυτόν, ώστε να μην ήταν δυνατόν να προβληθεί από αυτόν ενώπιον των δικαστηρίων που τον καταδίκασαν για την ίδια πράξη, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Στην κρινόμενη αίτηση εκτίθεται ότι με την 1725/1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα ο αιτών Χ1 καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών για τα αδικήματα της απάτης τελεσθείσας κατ'επάγγελμα και συνήθεια, για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως επτά ετών και για το αδίκημα της έκδοσης ακαλύπτου επιταγής για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο ετών. Ότι το αδίκημα της έκδοσης ακαλύπτου επιταγής για το οποίο του επιβλήθηκε η παραπάνω ποινή αφορά την με αριθμό ...επιταγή με πληρώτρια την Αγροτική Τράπεζα, συρόμενη στον με αριθμό ... λογαριασμό του στην πιο πάνω Τράπεζα, ποσού αυτής 813.754 δραχμών και με ημερομηνία έκδοσης την 6-4-1992. Ότι με την 303/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο επιλήφθηκε μετ'αναίρεση της 670/1999 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, κατόπιν εκδόσεως της 1122/2000 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η έφεση του αιτούντος κατά της πρωτοδίκου 1725/1996 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη. Ότι με την 229/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η αίτηση του ιδίου για αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε και, κατά συνέπεια, η 1725/1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα έχει καταστεί αμετάκλητη. Ότι με την 126964/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε για ορισμένες επιταγές, που αναφέρονται στην απόφαση αυτή, και κηρύχθηκε αθώος για την έκδοση της ...επιταγής, με χρόνο εκδόσεως την 30-6-1992, ποσού 813.754 δραχμών, πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα, διότι αυτή ήταν άκυρη, αφού δεν έφερε τόπο εκδόσεως. Ότι στη συνέχεια με την 51374/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η έφεση του αιτούντος κατά της εν μέρει καταδικαστικής πιο πάνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, και, επομένως, σύμφωνα και με τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις των αρμοδίων δικαστικών γραμματέων ότι δεν ασκήθηκε κατ'αυτής αναίρεση, η ρηθείσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη. Ζητείται δε να επαναληφθεί η ποινική διαδικασία, επί της οποίας εκδόθηκε η 175/1996 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα για το αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής και να παύσει η ποινική δίωξη για το αδίκημα αυτό λόγω αθωωτικού δεδικασμένου. Με αυτό το περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται σ'αυτή πότε ο αιτών πληροφορήθηκε την εν μέρει αθωωτική 126964/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ώστε να κριθεί ότι αυτός δεν γνώριζε το από την απόφαση αυτή αθωωτικό δεδικασμένο, σε σχέση με την επίδικη τραπεζική επιταγή, προκειμένου περαιτέρω να κριθεί αν ήταν ή όχι δυνατόν να το προτείνει στη μεταγενέστερη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η 1725/1996 καταδικαστική για το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα, ως και στις μεταγενέστερες κατ'έφεση δίκες ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (αρθ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 743/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντό-πουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτ. Μακεδόνιας. Με κατηγορούμενο τον Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτ. Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 13/10.3.09 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 376/2009.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς τον σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Ειδικά δε, προκειμένου περί αθωωτικής απόφασης, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ/γμα 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον, κατ άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει, από τα αποδεικτικά μέσα που αξιολόγησε και εκτίθενται στα πρακτικά, στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2/2009 απόφαση του Μ.Ο.Ε Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, παράνομη οπλοφορίας και οπλοχρησίας, κατά πλειοψηφία (4-3). Για να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση η πλειοψηφίσασα γνώμη του δικαστηρίου της ουσίας, δέχθηκε, από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ είδος αναφέρει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση της, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ είναι ο μικρότερος από τους αδελφούς του Ψ (μεγαλύτερο) και Ζ (μεσαίο), ο οποίος ήταν απόφοιτος της Κτηνιατρικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Μέχρι το έτος 1995 όλοι οι αδελφοί διέμεναν με τη μητέρα τους Θ στην οικία τους στο .... Το έτος 1995 Ζ αναχώρησε για τη ... για εργασία. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων του στην Ελλάδα ο Ζ φερόταν βίαια στη μητέρα του και τους αδελφούς του, πολλές φορές δημιουργούσε επεισόδια και προξενούσε σ' αυτούς σωματικές βλάβες. Το Νοέμβριο του έτους 2004 επέστρεψε οριστικά από τη ... στην Ελλάδα και οι ήδη τεταμένες σχέσεις του με τα άλλα μέλη της οικογένειας επιδεινώθηκαν, λόγω των κτηματικών διαφορών που υπήρχαν μεταξύ τους. Ο Ζ κατηγορούσε τον μεγαλύτερο αδελφό του Ψ για πλαστογραφία και εκκρεμούσε εις βάρος του τελευταίου ποινική υπόθεση. Συνεχώς ήταν πρόξενος επεισοδίων, τα οποία η μητέρα του Θ και ο αδελφός του Ψ κατήγγελλαν στον αρμόδιο εισαγγελέα και τις αστυνομικές αρχές και προσέφευγαν σ' αυτούς για προστασία. Πολλές φορές χτυπούσε τη μητέρα του και απειλούσε τον αδελφό του Ψ. Μάλιστα τους εκδίωξε από την οικία τους στο ... και επέστρεψαν σ' αυτήν μετά παρέμβαση της αστυνομικής αρχής. Τελικά το Δεκέμβριο του έτους 2004 μίσθωσε διαμέρισμα σε πολυκατοικία επί της οδού ..., στο οποίο έκτοτε διέμενε, παράλληλα όμως διατηρούσε επαφή με τον κατηγορούμενο. Βραδινές ώρες της 31ης Μαρτίου 2005 ο Ζ τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο αδελφό του και ζήτησε να του φέρει από την οικία τους στο ... την προσωπική του ατζέντα στην .... Ο κατηγορούμενος μετέβη με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του αδελφού του Ψ στην ... και περί ώρα 22.00 συνάντησε τον Ζ στο γυμναστήριο του ..., ο οποίος ήταν φίλος του τελευταίου (Ζ). Ακολούθως ο Ζ επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και κατευθύνθηκαν προς την .... Κατά τη διάρκεια της διαδρομής μιλούσαν για ένα δάνειο που είχε λάβει ο Ζ και κατηγορούσε τον αδελφό του Ψ για πλαστογραφία. Στη συζήτηση ο Ζ κάπνισε ινδική κάνναβη (χασίς) και ζητούσε από τον κατηγορούμενο να μη φύγει σε μοναστήρι, όπως του είχε δηλώσει, αλλά να παραμείνει και να καταθέσει ως μάρτυρας στην ποινική υπόθεση που θα εκδικαζόταν στις 13-4-2005 μεταξύ αυτού ως μηνυτή και του αδελφού τους Ψ ως κατηγορούμενου. Στη συνέχεια, πρώτες πρωινές ώρες της 1ης Απριλίου 2005 επέστρεψαν στο ... και ο Ζ οδήγησε το αυτοκίνητο στον στάβλο-αποθήκη τους, που ήταν στην άκρη του χωριού. Εντός της αποθήκης και συγκεκριμένα στο παχνί ήταν δύο μαχαίρια και ένα μονόκαννο κυνηγετικό όπλο, εργοστασίου κατασκευής BAICAL Ρωσίας, με αριθμό ..., διαμετρήματος 12 CAL, νόμιμος κάτοχος του οποίου ήταν ο αδελφός Ψ. Το όπλο ήταν γεμισμένο με φυσίγγια και έτοιμο για χρήση. Όταν έφθασαν στον στάβλο-αποθήκη, ο Ζ είπε να μπουν μέσα, για να παραλάβει ινδική κάνναβη (χασίς) και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να φωτίσει το στάβλο με το φακό. Ακολούθως εισήλθε στο στάβλο-αποθήκη πρώτος ο κατηγορούμενος με το φακό και ακολούθησε ο Ζ. Μόλις εισήλθαν στο στάβλο-αποθήκη, άρχισαν να μαλώνουν και ο κατηγορούμενος είδε τον αδελφό του Ζ να κρατά μαχαίρι. Αμέσως ο κατηγορούμενος παρέλαβε από το παχνί το οπλισμένο κυνηγετικό όπλο, σκόπευσε με αυτό προς τον αδελφό του Ζ και τον πυροβόλησε μία φορά στην κοιλιακή χώρα από απόσταση 1-2 μέτρων. Ακολούθως, για να διασφαλίσει το θανατηφόρο αποτέλεσμα, με τα δύο μαχαίρια επέφερε αλλεπάλληλα (τριάντα επτά) πλήγματα στο λαιμό, την κοιλιακή χώρα και τη ράχη του αδελφού του. Από τα πλήγματα αυτά, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας -νεκροτομής, 8 ήταν στο λαιμό, 16 στην κοιλιακή χώρα και 14 στη ράχη.
Εξαιτίας των πολλαπλών πληγμάτων στην κοιλιακή χώρα και στα άλλα μέρη του σώματος ο παθών υπέστη οξεία αιμορραγική καταπληξία (σοκ), από την οποία επήλθε ο θάνατος του. Το πρωί της 1-4-2005 ο κατηγορούμενος έπλυνε τα ρούχα του στο πλυντήριο και, όταν διαπίστωσε ότι δεν είχαν εξαλειφθεί οι κηλίδες αίματος, τα πέταξε στο ρέμα - αρδευτικό κανάλι - που ευρίσκεται σε απόσταση πενήντα (50) περίπου μέτρων από τον στάβλο-αποθήκη. Επίσης μετέβη στο στάβλο-αποθήκη και παρέλαβε από την τσέπη του θανόντος το κινητό και το πορτοφόλι του, καθώς και τα μαχαίρια, τα οποία έριξε εντός του βόθρου της τουαλέτας της οικίας του στο .... Περαιτέρω, έκρυψε το ανωτέρω κυνηγετικό όπλο σε στάβλο, ιδιοκτησίας κληρονόμων ..., ο οποίος απέχει τριακόσια (300) μέτρα περίπου από την ως άνω αποθήκη - στάβλο. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, προκειμένου να αποκρύψει τα ίχνη της πράξεως του, τύλιξε το πτώμα το αδελφού του με μία κουβέρτα, έσυρε αυτό σε απόσταση 56,80 μέτρων και το απέθεσε στο δεξιό άκρο, σε σχέση με τη ροή του ύδατος, της κοίτης του ποταμού - αρδευτικού καναλιού, που ευρίσκεται σε απόσταση 50 μέτρων από την είσοδο της περίφραξης του στάβλου-αποθήκης. Την 5-4-2005 ο ... αναζήτησε το θανόντα στην προαναφερθείσα μισθωμένη οικία στην ..., στην οποία μετέβη με αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας ..., πλην όμως αυτός δεν ανευρέθη. Επίσης την ίδια ημέρα αναζητήθηκε και από το μεγαλύτερο αδελφό του Ψ. Τις απογευματινές ώρες της 6-4-2005 ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον Φ, στον οποίο είπε ότι σκότωσε τον αδελφό του Ζ. Ο Φ παρότρυνε τον κατηγορούμενο να αναφέρει το γεγονός αυτό στην αστυνομία. Κατόπιν αυτού περί ώρα 20.00 της ίδιας ημέρας μετέβησαν μαζί στην αστυνομία, όπου ο κατηγορούμενος ανέφερε τον θάνατο του αδελφού του Ζ και διηγήθηκε τις συνθήκες και τον τρόπο με τον οποίο φόνευσε τον αδελφό του. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ο κατηγορούμενος, αυθόρμητα και χωρίς κανένας να γνωρίζει, ανέφερε στον Φ και τα επανέλαβε στους αστυνομικούς, στους οποίους μετέβησαν μετά παρότρυνση του, λέγοντας ότι πυροβόλησε και έπληξε με μαχαίρι τον αδελφό του Ζ, όταν ο θανών του επιτέθηκε με μαχαίρι στην αποθήκη. Επίσης, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δήλωσε στους αστυνομικούς ότι έσυρε το πτώμα στο αρδευτικό κανάλι, τους οδήγησε στο κανάλι και τους υπέδειξε το σημείο που το είχε εναποθέσει. Παράλληλα υπέδειξε στους αστυνομικούς το σημείο στο οποίο μετά την πράξη του είχε κρύψει το κυνηγετικό όπλο, με το οποίο πυροβόλησε τον αδελφό του και το οποίο κατασχέθηκε.
Κατά την απολογία του ενώπιον του ανακριτή ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του και ισχυρίστηκε ότι πυροβόλησε τον αδελφό του ευρισκόμενος σε νόμιμη άμυνα, διότι του επιτέθηκε πρώτος με ένα καδρόνι με καρφιά. Κατά την απολογία του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι η ομολογία του στον ανακριτή ήταν προϊόν φόβου λόγω απειλής της ζωής του από Αλβανούς εμπόρους ναρκωτικών, οι οποίοι είχαν σκοτώσει τον αδελφό του. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την έναρξη της διαδικασίας δήλωσε "τον σκότωσα, δεν το ήθελα, ήμουν στο ψυχιατρείο". Στη συνέχεια, κατά την απολογία του ισχυρίσθηκε ότι την ανθρωποκτονία διέπραξε ο αδελφός του Ψ λόγω των διαφορών του με τον Ζ και ότι αυτός ομολόγησε ότι τον σκότωσε, για να καλύψει τον αδελφό του Ψ, μπορεί όμως να τον σκότωσαν και δύο Αλβανοί. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι "...Ο Ψ άμα κάτι έκανε δεν ξέρω, αν το έκανε, το έκανε ο Ψ... Εγώ δεν την έκανα την πράξη... Κάλυψα τον αδελφό μου τον Ψ και είπα ότι εγώ σκότωσα το Ζ και τον πέταξα στο ρέμα. Εγώ πήγα εκεί και είδα το πτώμα. Εγώ με το Ζ ήμασταν αγαπημένοι. Στο χωριό μας ήταν δυο Αλβανοί με τους οποίους δεν τα πήγαινε καλά ο Ζ, μπορεί να το έκαναν οι Αλβανοί, μπορεί ο αδελφός μου ο Ψ, δεν ξέρω. Ο αδελφός μου ο Ψ γιατί δεν λέει ότι χτύπησε το Ζ, ήταν μαλωμένοι, τον είχε μανία το Ζ...Δεν τον σκότωσα εγώ, ο Ψ τον είχε μανία. Μ' απείλησαν και οι Αλβανοί, ο Ζ είχε σχέσεις με Αλβανούς, μπορεί και να τον απείλησαν για ναρκωτικά...".
Από όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, τέσσερα μέλη του Δικαστηρίου, οι ένορκοι, έκριναν ότι δεν υπάρχουν πλήρεις αποδείξεις ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που κατηγορείται και τα στοιχεία αυτά δεν είναι επαρκή για την κήρυξη του ως ενόχου. Κατόπιν αυτών οι ένορκοι έκριναν ότι πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος των πράξεων που του αποδίδονται.
Με τις παραδοχές αυτές η πλειοψηφία της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά την ανωτέρω έννοια, διότι δεν εκθέτει τους λόγους από τους οποίους, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν μπόρεσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ως και των λοιπών ως άνω πράξεων, για τις οποίες είχε κηρυχθεί ένοχος με την 2 α-ε/2008 απόφαση του ΜΟΔ Γρεβενών. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της πλειοψηφίας, του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος ομολόγησε, αυθορμήτως, την πράξη του, όλες δε οι συνθήκες τελέσεως αυτής που περιγράφονται λεπτομερώς στην απόφαση προέρχονται από τα όσα ο ίδιος ανέφερε μετά λίγες μέρες, αρχικά στο μάρτυρα Φ και στη συνέχεια στα αστυνομικά όργανα, στα οποία, κατόπιν προτροπής του τελευταίου απευθύνθηκε, και με βάση τις διηγήσεις του αυτές και τις πληροφορίες που έδωσε μπόρεσαν να βρουν το πτώμα του θύματος, εκεί που το είχε σύρει μετά την θανάτωσή του, με τον τρόπο που λεπτομερώς περιγράφεται στην απόφαση, τα ίχνη σύρσεως του οποίου και ανευρέθησαν από τους αστυνομικούς μετά την διενέργεια της αυτοψίας, το όπλο του εγκλήματος και τα ρούχα του ιδίου, στα σημεία που τα είχε κρύψει, τα γεγονότα δε αυτά μόνο ο ίδιος τα γνώριζε, αφού δεν ήταν κάποιος άλλος μπροστά όταν, κατά τον αναφερόμενο στο σκεπτικό τρόπο, σκότωσε τον αδελφό του και την πράξη του ομολόγησε και στον ανακριτή, προσθέτοντας μόνον ότι την τέλεσε σε κατάσταση αμύνης. Παρά την ομολογία αυτή του κατηγορουμένου, την οποία, πάντοτε κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ανακάλεσε στη συνέχεια, παλινωδώντας κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο σκεπτικό της πλειοψηφίας, που ευλόγως προκαλούσε προβληματισμό για την ακρίβεια των νεωτέρων αυτών εκδοχών του για τον δράστη ή τους δράστες του εγκλήματος, πράγμα το οποίο και καθιστούσε επιβεβλημένη την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της κρίσης αν ο κατηγορούμενος ήταν ή όχι ο δράστης της ανθρωποκτονίας, η πλειοψηφούσα γνώμη, χωρίς την παράθεση τέτοιας αιτιολογίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν αληθινή και σύμφωνη με αυτό που πράγματι συνέβη στον χρόνο και τον χώρο του εγκλήματος. Η ομολογία όμως όλων αυτών των πραγματικών περιστατικών, στο αρχικό εκείνο στάδιο της ποινικής δίκης και στην προδικασία, που αποτελούσαν και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η πράξη της ανθρωποκτονίας, όπως και οι λοιπές πράξεις, που του αποδόθηκαν και για τις οποίες είχε κηρυχθεί ένοχος πρωτόδικα, η οποία συνοδεύθηκε από παροχή λεπτομερειών, που μόνον ο ίδιος γνώριζε, λεπτομέρειες οι οποίες και επιβεβαιώθηκαν στην συνέχεια από αντικειμενικά ευρήματα, γεγονός που καταδείκνυε την αλήθεια και ακρίβεια των λεπτομερών περιγραφών του τρόπου τελέσεως της ανθρωποκτονίας, και αυτομάτως δημιουργούσαν τον προβληματισμό από πού τα γνώριζε όλα αυτά ο κατηγορούμενος, χωρίς να είναι ο δράστης, καθιστούσε επιβεβλημένη την αιτιολογία της, παρά ταύτα, κρίσεως ότι δεν αποδείχθηκε η τέλεση των πράξεων που ομολόγησε και αποτελούσαν περιεχόμενο των κατηγοριών που του αποδόθηκαν και συνακόλουθα της αθωώσεως του. Τέτοια όμως αιτιολογία δεν διέλαβε η πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθία τούτων, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέως, ν' αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 2/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως του ΜΟΕ για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πότε επί αθωωτικής αποφάσεως (ΑΠ 2040/2009). Ανθρωποκτονία από πρόθεση παράνομη οπλοφορία οπλοχρησία. Αθώος κατά πλειοψηφία (4 -3). Έλλειψη αιτιολογίας. Δεκτή αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 741/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλεξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γώγο, για αναίρεση της 576/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 539/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 576/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, παραβάσεως άρθρου 54 παρ. 6 του Ν. 2.910/2001 από κοινού και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής:Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 30-9-2003 έως 20-10-2003 ο κατηγορούμενος, ενεργώντας από κοινού με τον Σ1, παρέλαβαν από την αλλοδαπή Φ1 το πρωτότυπο ρωσικό διαβατήριο της, πιστοποιητικό γεννήσεως, γάμου και φωτογραφίες της και κατήρτισαν εξ υπαρχής το υπ' αριθ. ...πλαστό ρωσικό διαβατήριο, συμπληρώνοντας τις ενδείξεις ενός εντύπου παρόμοιου με τα γνήσια ρωσικά διαβατήρια, το οποίο κατά ανεξακρίβωτο τρόπο βρέθηκε στην κατοχή τους, με τα στοιχεία της ως άνω αλλοδαπής βάζοντας στη θέση του αριθμού διαβατηρίου τον αριθμό "...", στη θέση του επωνύμου και των λοιπών στοιχείων ταυτότητας του κατόχου τα στοιχεία της εν λόγω αλλοδαπής, στη θέση της ημερομηνίας εκδόσεως 18-3-1993 και λήξεως 18-3-1998, στη θέση της εκδούσας αρχής την ένδειξη "..." και πλαστή στρογγυλή σφραγίδα την ΕΣΣΔ, με τον ίδιο δε τρόπο κατάρτισαν το υπ' αριθ.... πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως της ίδιας αλλοδαπής Φ1 και τα παρέδωσαν, επίσημα μεταφρασμένα από τον Δικηγόρο Θεσσαλονίκης ..., του οποίου η γνησιότητα υπογραφής στη βεβαίωση ακριβούς μεταφράσεως των δύο εγγράφων θεωρήθηκε από τον Πρόεδρο του Δ.Σ Θεσσαλονίκης, στην ως άνω αλλοδαπή, Φ1, η οποία παρέμενε παράνομα στο ελληνικό έδαφος, καθώς είχε εισέλθει στη χώρα με τουριστική βίζα διαρκείας 30 ημερών, από 8-6-2003 έως 8-7-2003, και μετά τη λήξη της βίζας δεν αναχώρησε, και με αυτόν τον τρόπο, την κατοχή δηλαδή των δύο πλαστών εγγράφων που να εμφάνιζε η αλλοδαπή ως γνήσια, διευκόλυναν την παράνομη παραμονή της στη χώρα. Περί του ότι ο κατηγορούμενος από κοινού με τον Σ1 διευκόλυναν κατά τον ανωτέρω τρόπο την παράνομη παραμονή της ως άνω αλλοδαπής στη χώρα, σαφής και πειστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα ..., αστυνομικού, που διενήργησε σχετική έρευνα και έχει προσωπική αντίληψη των πραγμάτων, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, όπως αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά της αναγνωσθείσας 1448/2003 αποφάσεως του δικαστηρίου εκείνου, η πειστικότητα της οποίας δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσον. Με την ως άνω 1448/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος για διευκόλυνση παράνομης παραμονής της ίδιας αλλοδαπής στη χώρα, πράξη που κατά το διατακτικό της αποφάσεως εκείνης έλαβε χώρα στις 21-10-2003, με την μετακίνηση της από τη ... στη ... με ΙΧΕ αυτοκίνητο, δηλαδή για πράξη που δεν ταυτίζεται ούτε ως προς το χρόνο ούτε ως προς τον τρόπο τελέσεως με την παρούσα.
Συνεπώς δεν δημιουργείται εκκρεμοδικία από την ως άνω απόφαση, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από τον κατηγορούμενο πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ν' απορριφθεί δε ως αόριστος ο ισχυρισμός του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ και να επιφυλαχθεί το δικαστήριο ν' αποφανθεί επί του ισχυρισμού για αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου εντίμου βίου μετά την αποσφράγιση του φακέλου που περιέχει το ποινικό του μητρώο". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 54 παρ. 6 του Ν. 2190/01 από κοινού με άλλο άτομο και ειδικότερα, του ότι: "στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 30-9-2003 έως 20-10-2003, ενεργώντας από κοινού με τον Σ1, διευκόλυναν την παράνομη παραμονή αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος και ειδικότερα, αφού κατήρτισαν από κοινού, κατά τα ανωτέρω στην υπό στοιχείο 1 πράξη αναφερόμενα, τα υπ' αριθ. ...σειρά ... πλαστό ρωσικό διαβατήριο και το υπ' αριθ. ... πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως της αλλοδαπής Φ1, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφασή τους, τα παρέδωσαν, επίσημα μεταφρασμένα από τον Δικηγόρο Θεσσαλονίκης ..., του οποίου η γνησιότητα υπογραφής στη βεβαίωση ακριβούς μεταφράσεως των δύο εγγράφων θεωρήθηκε από τον Πρόεδρο του Δ.Σ Θεσσαλονίκης, στην ως άνω αλλοδαπή, Φ1, η οποία περέμενε παράνομαστο ελληνικό έδαφος, καθώς είχε εισέλθει στη χώρα με τουριστική βίζα διαρκείας 30 ημερών, από 8-6-2003 έως 8-7-2003, και μετά τη λήξη της βίζας δεν αναχώρησε, και με αυτόν τον τρόπο διευκόλυναν την παράνομη παραμονή της στη χώρα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τ' άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ. 2α'ΠΚ και 1 εδ. α',54 παρ. β Ν. 2910/01, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 576/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - ωσεί παρών ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι με κατά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο δεν προκύπτει η απαιτούμενη από τις μνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου αδικήματος άρθρου 54 παρ. 6 Ν. 2910/2001, αφού η κατοχή, αυτή καθ' εαυτή από την αλλοδαπή των δύο πλαστών εγγράφων δεν της εξασφάλιζε άνευ άλλου τινός παραμονή στη χώρα, δεδομένου ότι δεν περιείχε χορήγηση βίζας ή παράταση αυτής η χορήγηση άδειας παραμονής, καθόσον, δεν αποδείχθηκε η τέλεση του αδικήματος του άρθρου 271 παρ. 1 ΠΚ, ήτοι η κατάρτιση των δύο (2) πλαστών εγγράφων, όπως προκύπτει από την 3.282/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης. Αν και με την απόφαση αυτή το άνω Δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και δεν αποφάνθηκε για το ότι δεν τελέστηκαν οι άνω πράξεις, γίνεται δεκτό με αυτή ότι είχε λήξει η βίζα της αλλοδαπής από τις 8-7-2003 και δεν αναχώρησε και ότι από 30-9-2003 έως 20-10-2003 ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη και συγκατηγορούμενό του (πρωτόδικα), Σ1, διευκόλυναν την παράνομη παραμονή της άνω αλλοδαπής, όχι δε ότι κατά το χρονικό διάστημα κατάρτισαν τα παραπάνω πλαστά έγγραφα, τα οποία όμως είχαν ήδη καταρτίσει προηγουμένως, όπως αυτό με σαφήνεια προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι διευκόλυναν την παράνομη παραμονή της άνω αλλοδαπής, στο ελληνικό έδαφος, όπως άλλωστε ήταν η κατηγορία και όχι η κατάρτιση πλαστού εγγράφων. Σημειωτέον ότι με το Ν. 2910/2001 "Είσοδος και παραμονή αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια", στο άρθρο 54, που φέρει τον τίτλο "Υποχρεώσεις υπαλλήλων και λοιπών ιδιωτών - κυφώσεις", στην παράγραφο σ' αυτού, ορίζεται: "Όποιος διευκολύνει την παράνομη παραμονή αλλοδαπού ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για τον εντοπισμό, σύλληψη και απέλασή του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών. Με την εισηγητική έκθεση του άνω άρθρου αναφέρεται ότι "το άρθρο 54 προβλέπει την υποχρέωση των συμβολαιογράφων να διαπιστώνουν κατά την κατάργηση των συμβολαιογραφικών πράξεων που αφορούν αλλοδαπούς...ότι αυτοί έχουν θεώρηση εισόδου ή άδεια παραμονής στη χώρα και να κάνουν μνεία στη σχετική πράξη τους..." Κατά το άρθρο 1 περ. α' του νόμου αυτού, ορίζεται ότι για την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αυτού, "αλλοδαπός είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια ή που δεν έχει ιθαγένεια". Εξάλλου, με το άρθρο 217 ΠΚ, που φέρει τον τίτλο "πλαστογραφία πιστοποιητικών", στην παράγραφο 1 (του άρθρου) αυτού ορίζεται ότι: "Όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Προστατευόμενο με το άρθρο από έννομο αγαθό είναι η ακεραιότητα της απόδειξης, ενώ υλικό αντικείμενο είναι το έγγραφο, που πρέπει να συγκεντρώνει τα στοιχεία του άρθρου 13 γ'ΠΚ. 2) Υπάρχει επίσης εσφαλμένη εφαρμογή και συγχρόνως, παραβίαση εκ πλαγίου της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, διότι δεν προκύπτει ο χρόνος και ο τρόπος της παράνομης της αλλοδαπής στη χώρα, σύμφωνα με το αδίκημα του άρθρου 54 παρ. 6 Ν. 2910/01, αφού δεν προκύπτει ποιο χρονικό διάστημα διευκολύνθηκε αυτή στην παράνομη παραμονή της στη χώρα, με τη χρήση των δύο (2) πλαστών εγγράφων, τη στιγμή που και μόνο η κατοχή των εγγράφων αυτών, δεν της έδιδε το δικαίωμα παραμονής. Αβάσιμα όμως διότι, εκτός του ότι αυτό δεν συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή, αφού δεν ορίζεται ποια εσφαλμένη ερμηνεία δέχθηκε το δικαστήριο, ρητά δέχθηκε αυτό (το δικαστήριο) και το χρόνο (30-9- έως 30-10-2003)και τον τρόπο (με την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων), δεν δέχθηκε δε αυτά που ο αναιρεσείων αναφέρει, ήτοι ότι ο άνω χρόνος αναφέρεται στην κατάρτιση των πλαστών εγγράφων. Και 3) ότι το δικάσαν Εφετείο έπρεπε να δεχθεί ως βασίμου κατ' ουσίαν το σχετικό ισχυρισμό του περί δεδικασμένου, αφού η ίδια πράξη της διευκολύνσεως παράνομης παραμονής της άνω αλλοδαπής, είχε κριθεί με ισχύ δεδικασμένου με την απαλλακτική απόφαση 3282/08 του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσ/νίκης και την προηγούμενη καταδικαστική απόφαση 1448/03 του Τριμελούς Πλημ/κείου Δράμας. Αβάσιμα όμως, διότι εκτός της αοριστίας του λόγου αυτού, αφού δεν εξηγείται κατά ποίον τρόπο η άνω προηγούμενη απόφαση που αφορά την ίδια αξιόποινη πράξη του αυτού προσώπου, κατέστη αμετάκλητη (ΑΠ 2093/03), η κατηγορία εδώ δεν είναι η κατάρτιση, αλλά η διευκόλυνση παράνομης παραμονής της άνω αλλοδαπής στη χώρα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε και ΣΤ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως καθώς και της παραβιάσεως δεδικασμένου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περισταιτκών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 17/30-3-09) που άσκησε ο ίδιος ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσ/κης, αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμό 576/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διευκόλυνση παράνομης παραμονής αλλοδαπού στην Ελληνική Επικράτεια (άρθρ. 54 § 6 Ν. 2190/01). Αλλοδαπός είναι κάθε πρόσωπο που δεν έχει Ελληνική ιθαγένεια και αυτός που δεν έχει ιθαγένεια. Αιτίαση ότι δεν υπάρχει αιτιολογία στην υποκειμενική και την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Διαφορά από το έγκλημα της διατάξεως του αρ. 217 ΠΚ της πλαστογραφίας πιστοποιητικών. Προστατευόμενο με τη διάταξη έννομο αγαθό, η ακεραιότητα της απόδειξης, ενώ υλικό αντικείμενο είναι το έγγραφο. Ισχυρισμός παραβίασης δεδικασμένου. Πρέπει να είναι ορισμένος. Λόγοι αιτήσεως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, παραβίαση δεδικασμένου. Απορρίπτει λόγους και αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δεδικασμένο, Λαθρομεταναστών διευκόλυνση παραμονής.
| 0
|
Αριθμός 740/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καλαμπαλίκη, περί αναιρέσεως της 8454/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα των Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 488/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια, Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ,' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Επίσης, για την ύπαρξη της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικούστοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, ηεπιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 8454/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε , κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : " Ο κατηγορούμενος, στην ..., στις 28-1-2004 και στις 4-5-2004, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίστηκε για άλλον ενώπιον τρίτων εν γνώσει του ψευδή γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο ο κατηγορούμενος κατέθεσε στην αρμόδια υπηρεσία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών στις 28-1-2004 έγγραφη καταγγελία εναντίον του εγκαλούντος Δικηγόρου Αθηνών Ψ, της οποίας έλαβαν γνώση υπάλληλοι του Δικηγορικού Συλλόγου κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους και η οποία έχει επί Λέξει ως εξής: "Προς τον ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΑΘΗΝΩΝ Αθήνα, 28-01-2004 ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ Την 16-12-2003 ανέθεσα στον δικηγόρο Ψ, να μου συντάξει ένα εξώδικο και να το επιδώσει με Δικαστικό Επιμελητή, αφού το υπέγραψα, συμφωνήσαμε ότι το πολύ σε 10 ημέρες θα το είχε επιδώσει. Αρχική συμφωνία αμοιβής ήταν 145 € για σύνταξη εξωδίκου και αμοιβή Δικαστικού Επιμελητή. Τελική συμφωνία 125 €. Του πλήρωσα 60 € στις 16-12-2003 δίχως να μου κόψει απόδειξη παροχής υπηρεσιών, τα υπόλοιπα 65 € το πρώτο ΙΟήμερο του ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2004 θα μου έδινε ταυτόχρονα το αντίγραφο επιδόσεως και εγώ θα τον εξοφλούσα, έτσι ήταν η συμφωνία μας. Του τηλεφωνώ τον ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ 2004 για να μάθω αν τελείωσε την δουλειά που είχαμε συμφωνήσει, μου απήντησε ότι "δεν ξέρω τι έχει κάνει ο επιμελητής, δεν τον βρίσκω". Χθες 27-01-2004 συναντηθήκαμε στο γραφείο του το μεσημέρι και δεν είχε κάνει τίποτα από όσα είχαμε συμφωνήσει, Ζήτησα τα στοιχεία του Δικαστικού Επιμελητή και δεν μου τα έδωσε, είναι απόρρητα ( μου είπε, ΓΕΝΙΚΑ ΜΕ ΚΟΡΟΙΔΕΨΕ - ΜΕ ΕΚΛΕΨΕ. Του ζήτησα να μου επιστρέψει το εξώδικο που είχα υπογράψει ή να μου επιστρέψει τα 60 €, από αυτά δεν έκανε τίποτα, κάλεσε την ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ώρα 14:30 για να δοθούν αμοιβαίες εξηγήσεις. Τα αστυνομικά όργανα μου είπαν να του καταθέσω μήνυση. Ο ΚΑΤΑΓΤΕΛΩΝ Χ". Στη συνέχεια, στις 4-5-2004, ο κατηγορούμενος ανέπτυξε και προφορικά το περιεχόμενο της ως άνω έγγραφης καταγγελίας του ενώπιον των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου που επιλήφθηκε της υπόθεσης. Έτσι, κατά τις ως άνω ημερομηνίες, με την έγγραφη καταγγελία του και με την προφορική ανάπτυξη της, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον των υπαλλήλων του Δ.Σ.Α. που χειρίστηκαν την καταγγελία του και ενώπιον των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α. ψευδή γεγονότα που γνώριζε ότι είναι αναληθή και που ήταν πρόσφορα και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη του εγκαλούντος δικηγόρου Αθηνών Ψ και συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειάς τους ότι στις 16-12-2003 αυτός ανέθεσε στον εγκαλούντα δικηγόρο τη σύνταξη εξωδίκου και ότι τον Ιανουάριο του 2004 ο εγκαλών σε τηλεφωνική συνομιλία που είχαν του απάντησε πώς δε γνώριζε τι είχε κάνει με την επίδοση του εξωδίκου ο δικαστικός επιμελητής και πως δεν τον βρίσκει και ότι ο εγκαλών δικηγόρος τον κορόιδεψε και τον έκλεψε, διότι του είχε καταβάλει 60 ευρώ και δεν είχε συντάξει το εξώδικο δικόγραφο, ενώ τα αληθή γεγονότα ήταν πως η συμφωνία για τη σύνταξη του εξώδικου δικογράφου είχε γίνει περί τα τέλη Ιουλίου 2003, ότι το δικόγραφο είχε συνταχθεί τον Ιανουάριο του έτους 2004, ότι ο εγκαλών ποτέ δεν ανέφερε κάτι σχετικό για τον δικαστικό επιμελητή και ότι δεν παρέδωσε το εξώδικο στον κατηγορούμενο όταν του το ζήτησε, διότι δεν είχε εξοφληθεί το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής του ανερχόμενο σε 40 ευρώ. Τα ως άνω δε ψευδή γεγονότα που εν γνώσει της αναλήθειάς τους ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον των ως άνω υπαλλήλων του Δ.Σ.Α. μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ως δικηγόρου και ως ανθρώπου, αφού τον παρουσίαζαν ως μη τηρούντα τις συμφωνίες του και ως απατεώνα και κλέπτη. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της κατ' εξακολούθηση συκοφαντικής δυσφημήσεως του εγκαλούντος που κατηγορείται και γιαυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, σύμφωνα με το διατακτικό." Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα , του ότι : "Στην ... στις 28-1-2004 και στις 4-5-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για άλλον γεγονότα εν γνώσει του ψευδή που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο ο κατηγορούμενος κατέθεσε στην αρμόδια υπηρεσία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών στις 28-1-2004 καταγγελία εναντίον του Δικηγόρου Αθηνών Ψ, της οποίας έλαβαν γνώση υπάλληλοι του Δικηγορικού Συλλόγου κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ακολούθως δε στις 4-5-2004 ανέπτυξε προφορικά το περιεχόμενο της καταγγελίας του ενώπιον των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου που επελήφθη της υπόθεσης. Κατά τις παραπάνω ημερομηνίες ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε γεγονότα που γνώριζε ότι. είναι αναληθή και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη του εγκαλούντα Ψ και ειδικότερα ότι στις 16-12-2003 του ανέθεσε τη σύνταξη εξωδίκου και ότι τον Ιανουάριο του 2004 ο εγκαλών σε τηλεφωνική συνομιλία με τον κατηγορούμενο του απάντησε πώς δε γνώριζε τι είχε κάνει με την επίδοση του εξωδίκου ο δικαστικός επιμελητής και πως δεν τον βρίσκει, τον κατήγγειλε δε ότι τον κορόιδεψε και τον έκλεψε, διότι του είχε καταβάλει 60 ευρώ και δεν είχε συντάξει το εξώδικο δικόγραφο, ενώ το αληθές είναι πως η συμφωνία για τη σύνταξη του εξώδικου δικογράφου είχε γίνει περί τα τέλη Ιουλίου 2003, ότι το δικόγραφο είχε συνταχθεί τον Ιανουάριο του έτους 2004, ότι ο εγκαλών ποτέ δεν ανέφερε κάτι σχετικό για τον δικαστικό επιμελητή και ότι δεν παρέδωσε το εξώδικο στον κατηγορούμενο όταν του το ζήτησε, διότι δεν είχε εξοφληθεί το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής του ανερχόμενο σε 40 ευρώ. Η ψευδής κατά περιεχόμενο καταγγελία έχει ως ακολούθως: "την 16-12-2003 ανέθεσα στον δικηγόρο Ψ, να μου συντάξει ένα εξώδικο και να το επιδώσει με Δικαστικό Επιμελητή, αφού το υπέγραψα, συμφωνήσαμε ότι το πολύ σε δέκα ημέρες θα το είχε επιδώσει. Αρχική συμφωνία αμοιβής ήτανε για τη σύνταξη εξωδίκου και αμοιβή Δικαστικού Επιμελητή. Τελική συμφωνία 125 ευρώ. Του πλήρωσα 60 ευρώ στις 16-12-2003 δίχως να μου κόψει απόδειξη παροχής υπηρεσιών, τα υπόλοιπα 65 ευρώ το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 2004 θα μου έδινε ταυτόχρονα το αντίγραφο επιδόσεως και εγώ θα τον εξοφλούσα, έτσι ήταν η συμφωνία μας. Του τηλεφωνώ τον Ιανουάριο 2004 για να μάθω αν τελείωσε τη δουλειά που είχαμε συμφωνήσει, μου απάντησε ότι δεν ξέρω τι έχει κάνει ο επιμελητής, δεν τον βρίσκω. Χθες 27-1-2004 συναντηθήκαμε στο γραφείο του το μεσημέρι και δεν είχε κάνει τίποτα από όσα είχαμε συμφωνήσει. Ζήτησα τα στοιχεία του Δικαστικού Επιμελητή και δεν μου τα έδωσε, είναι απόρρητα μου είπε, γενικά με κορόιδεψε-με έκλεψε. Του ζήτησα να μου επιστρέψει το εξώδικο που είχα υπογράψει ή να μου επιστρέψει τα 60 ευρώ απ'αυτά δεν έκανε τίποτα...." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 363-362 ΠΚ,τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 8454/2008 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία, κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1)... και 2)..., την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως, ..., καθώς και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκε χωρίς να ορκιστεί στο ίδιο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)το δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του αποδείχτηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία" Όμως από την περικοπή αυτή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε προς σχηματισμό της κρίσης του και την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ, ούτε δε από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε η κατάθεση αυτή.Και ότι έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από το άρθρο 93 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ. Αβάσιμα όμως, διότι η χωρίς όρκο κατάθεση του Πολιτικώς ενάγοντος, δεν είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ώστε να μνημονεύεται ρητά αλλά και διότι ο πολιτικώς ενάγων είναι ο κατ'εξοχήν μάρτυρας κατηγορίας και συνεπώς, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη, στην προκείμενη δε περίπτωση, η απόφαση αναφέρει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν η δε μνεία "που εξετάσθηκαν ενόρκως" οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού με την απόφαση έγιναν δεκτές οι απόψεις του (πολ.ενάγοντος). 2)ότι υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας, σε σχέση με το δόλο του κατηγορουμένου που, στην παρούσα περίπτωση, απαιτείται να είναι άμεσος αφού πρόκειται για συμπεριφορά του ιδίου του αναιρεσείοντος και δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγηση, αλλά προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα στο σκεπτικό της αποφάσεως. Και 3) ότι το δίκασαν δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως ότι οι χαρακτηρισμοί που φέρεται ότι απηύθυνε προς τον εγκαλούντα συνιστούσαν την αντικειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμισης καίτοι αυτοί δεν αποτελούν "γεγονός" αλλά έκφραση γνώμης και αξιολογικής κρίσης οι οποίοι και αποτελούν εξύβριση, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής. Αβάσιμα όμως, αφού πρόκειται για συγκεκριμένη συμπεριφορά αλλά και για κρίση, που συνάπτεται με συγκεκριμένη συμπεριφορά του εγκαλούντος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Μαρτίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.112/2009 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 8454/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Λόγοι της αιτήσεως η έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας διότι στο σκεπτικό δεν αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος. Αιτίαση για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 363 ΠΚ, διότι δεν πρόκειται για γεγονός. Αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το δόλο του αναιρεσείοντος. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Δόλος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 739/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φαίδωνα Δημόπουλο, περί αναιρέσεως της 1192/2008 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 481/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. γ'του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α'του ίδιου Κώδικα ιδρύει λόγο αναίρεση της απόφασης, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως στις περιπτώσεις εκείνες που υποχρεωτικά την επιτάσσει ο νόμος, Τέτοια περίπτωση προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 και 3 του ν,δ. 136/1946 "περί Αγορανομικού Κωδικός" κατά την οποία "ο κύριος του δείγματος ή ο εξ ου ηγόρασε τρίτος τούτο, δύναται να υποβάλη έφεση κατά του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως επιδιδόμενη εντός 48 ωρών από της εις εκάτερον των ενδιαφερομένων επιδόσεως αυτού κατ1 άρθρον 27 παρ. 2 εδ. α' και δ' . Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησης ταύτης αναστέλλει την διαδικασία· της ποινικής διώξεως". Περαιτέρω κατά το άρθρο 27 παρ, 1 του πιο πάνω ν.δ. 136/1946 "κατά τη διενέργεια δειγματοληψίας λαμβάνονται δύο δείγματα κατά τα κεκανονισμένα υπό του Γενικού Χημείου του Κράτους ή άλλης αρμοδίας Κρατικής Υπηρεσίας, τα οποία αποστέλλονται τάχιστα μετά του σχετικού πρωτοκόλλου προς την αρμόδια Χημική Υπηρεσία κλπ.", ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "περί της γενομένης εξετάσεως συντάσσεται έκθεση, η οποία αποστέλλεται εις την ερωτώσα αρχή, η οποία ανακοινεί το αποτέλεσμα της εξετάσεως δι' επιδόσεως εις τον κύριον του εξετασθέντος δείγματος". Αντίστοιχη προς τις ανωτέρω διατάξεις είναι και αυτή του άρθρου 19, με θέμα "κατ' έφεση εξετάσεις δειγμάτων" της ΥΑ 1100/1987 "Κώδικας Τροφίμων και Ποτών", στην οποία ορίζονται, στη μεν παραγραφ. 1 "ο κύριος του είδους από τον οποίο λήφθηκε το δείγμα, μπορεί να υποβάλει έφεση κατά του αποτελέσματος της πρώτης εξέτασης μέσα σε 48 ώρες από την επίδοση της έκθεσης στον ενδιαφερόμενο, όταν δε περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η έκθεση του χημικού που έκανε την πρώτη εξέταση γίνεται οριστική", στη δε παρ. 4 ότι "η προθεσμία της έφεσης και η άσκησή της, αναστέλλει τη διαδικασία της ποινικής δίωξης". Τέλος, κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠΔ, η επίδοση ή η κοινοποίηση (κάποιου εγγράφου της ποινικής διαδικασίας) είναι άκυρες, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 155-157, 159 και 165 (του αυτού Κώδικα). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 98 του ΠΚ και του άρθρου 30 παρ. 12 του ΝΔ 136/1946, σε συνδ. με παράβαση του ΚΤ (ΥΑ 1100/87), συνιστάμενη στο ότι "στον ... στις 6 Ιουλίου 2004, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, οποιαδήποτε παρέβη σύμφωνα με το Ν.Δ 136/1946 αγορανομική διάταξη που εκδόθηκε και δημοσιεύτηκε νόμιμα και η οποία ρυθμίζει αγορανομικά αντικείμενα. Συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στην ... εταιρείας με την επωνυμία: "ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΑΒΕΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", δε συμμορφώθηκε με τις οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις της αρμοδίας Χημικής Υπηρεσίας, δια των οποίων καθορίζονται οι όροι, τους οποίους πρέπει να πληρούν τα εις την κατανάλωση προσφερόμενα αντικείμενα χρήσεως εδωδίμων και ποτών και οι όροι οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και τη συντήρηση αυτών προς φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω χρόνο ελήφθησαν από τη Δ/νση Ανάπτυξης (Τμήμα Εμπορίου) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., στα πλαίσια διενεργουμένου αγορανομικού ελέγχου, από το εργοστάσιο της ανωτέρου εταιρείας στον ... τα ακόλουθα δείγματα προϊόντων αυτής, ήτοι: α ) το υπ' αριθ. 88/2004 δείγμα " ημιδιάφανο πλαστικό ποτήρι " σε κλειστή συσκευασία των 50 τεμαχίων, β ) το υπ' αριθ. 89/2004 δείγμα "πλαστικό ποτήρι " σε κλειστή συσκευασία των 48 τεμαχίων και γ ) το υπ' αριθ. 90/2004 δείγμα "πλαστικό ποτήρι" σε κλειστή συσκευασία των 50 τεμαχίων, δείγματα προϊόντων τα οποία σταλέντα στη Χημική Υπηρεσία ... προς χημική εξέταση ευρέθησαν "ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΟΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ" διότι: α) έχουν παρασκευασθεί από ανακυκλωμένα απορρίμματα πλαστικών, β) παρουσιάζουν γραμμώσεις, αυλακώσεις και στίγματα σκούρου χρώματος, που σημαίνει ότι δεν έχουν κατασκευαστεί με μέσα άμεμπτης καθαριότητας και σύμφωνα με τις ορθές πρακτικές κατασκευής, στοιχείο που είναι δυνατόν να προκαλέσει αλλοίωση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών των περιεχομένων σε αυτά τροφίμων, μη τηρώντας κατ' αυτόν τον τρόπο ο εν λόγω κατηγορούμενος με την ως άνω ιδιότητα του, τους όρους κατεργασίας των αντικειμένων χρήσείος τροφίμων και ποτών προς φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών".
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενόμενη στις 6-7-2004 στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της άνω εταιρείας στον ... από το Τμήμα Εμπορίου της Διεύθυνσης Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... στα πλαίσια διενεργούμενου αγορανομικού ελέγχου, δειγματοληψίας, από δείγματα προϊόντων της εταιρίας και συγκεκριμένα, από τα άνω αναφερόμενα, τα οποία στάλησαν στη Χημική Υπηρεσία ... προς χημική εξέταση, βρέθηκαν αυτά ως "μη κανονικά και αποκλειόμενα από την κατανάλωση", διότι περιείχαν τις πιο πάνω ατέλειες. Γι' αυτές συντάχθηκε η από 31-8-04 έκθεση εξέτασης του Γ.Χ.Υ Αθηνών, με γνωμάτευση του Χημικού, .... Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι περί αυτών συντάχθηκε το με αριθ. πρωτ. 5262/10-9-04 έγγραφο της άνω Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, το οποίο, μαζί με τα σχετικώς συνταγέντα με αριθμούς 5228, 5229 και 5260/10-9-04 έγγραφα της, όπως προκύπτει από το, 16-9-04 αποδεικτικό του υπαλλήλου της άνω Υπηρεσίας, επιδόθηκε για την προαναφερόμενη ΑΒΕΕ στον ..., χωρίς όμως να αναφέρονται στο άνω αποδεικτικό τα στοιχεία ταυτότητας του υπεύθυνου της επιχείρησης. Όμως, υπεύθυνος της επιχείρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1401/83, εφόσον αυτή ήταν η ανώνυμη εταιρεία, κατά το άρθρο 18 του Κ.Ν 2190/20, είναι το Διοικητικό Συμβούλιο ή ο εκπρόσωπος που ορίστηκε από αυτό και αναφέρεται στο καταστατικό της ΑΕ. Όπως δε προκύπτει από το ΕΜ/19584/19-12-2003 έγγραφο της Νομαρχίας Αθηνών, που υπάρχει στη δικογραφία και αναγνώστηκε, εκπρόσωπος της εταιρίας, με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, είχε οριστεί ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, Χ (κατηγορούμενος - αναιρεσείων), στον οποίο είχαν εκχωρηθεί όλες οι εξουσίες και αρμοδιότητες για την εκπροσώπηση της εταιρίας και τη δέσμευσή της, μέχρι τις 30-6-2005, δηλαδή, και για τον επίδικο χρόνο. Όμως, παρόλα αυτά, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, δεν προκύπτει ότι για το αποτέλεσμα αυτό της εξέτασης ειδοποιήθηκε ο υπεύθυνος της επιχείρησης αναιρεσείων, ώστε να υποβάλει, όπως είχε δικαίωμα, έφεση και να ζητήσει την εξέταση του δείγματος. Η επίδοση της πιο πάνω εξέτασης στο άνω πρόσωπο, το οποίο δεν προκύπτει ότι εκπροσωπούσε την ΑΕ, ούτε είχε σχέση με τη διοίκηση αυτής, είναι άκυρη και η ακυρότητα προκύπτει από το παραπάνω αποδεικτικό. Η ακυρότητα αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και, ως μη επίδοση των αποτελεσμάτων της εκθέσεως χημικής εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, νοείται και αυτή που έγινε άκυρα. Ενόψει αυτών, εφόσον δεν προκύπτει ότι έγινε επίδοση της ως άνω έκθεσης στον αναιρεσείοντα κύριο του δείγματος κατά την προαναφερόμενη έννοια, ώστε να τρέξει η προθεσμία υποβολής εφέσεως, το Δικαστήριο έπρεπε να διατάξει την αναστολή της ποινικής δίωξης του κατηγορουμένου. Επομένως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών που έκρινε αντιθέτως και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη του όρθρου 30 παρ. 12 του Αγορανομικού Κώδικα, παραβίασε την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ και εντεύθεν αναιρετέα κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ και τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως. Μετά από αυτά, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (αρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1192/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορανομική παράβαση άρθρ. 30 § 12 ΝΔ 136/45. Μη επίδοση αποτελεσμάτων εξετάσεως δείγματος στον υπεύθυνο επιχειρήσεως ο οποίος, προκειμένου για ανώνυμη εταιρία είναι το Διοικητικό της Συμβούλιο ή το πρόσωπο που αυτό έχει εκχωρήσει τα δικαιώματα εκπροσωπήσεως της εταιρίας. Δεκτός λόγος της αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Αγορανομικός Κώδικας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 737/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1295/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1643/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 51/4.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 476 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αρ. 93/2009 (ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος Εφετείου Πειραιώς) αίτηση αναιρέσεως του ..., η οποία ασκήθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαριάννας Παπαδάκη (δυνάμει της από 20-11-2009 εξουσιοδοτήσεως) κατά της υπ'αρ. 1295/22-9-09 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και εκθέτω τ'ακόλουθα: II) Σύμφωνα με το άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του αρ. 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του, προσαρτάται στην σχετική έκθεση...... Από τις διατάξεις αυτές καθώς και αυτές των άρθρων 42 παρ. 2 και 96 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο σχετικό πληρεξούσιο πρέπει να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά την γενική, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο ορολογία της, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου (Α.Π. 886/2006, Α.Π. 205/2007). Με την ειδική εντολή, σκοπείται όπως ο ίδιος ο διάδικος κρίνει αν πρέπει ή όχι ασκήσει το ένδικο μέσο, ενόψει και των επιζήμιων γΓαυτόν αποτελεσμάτων από την άσκηση του, εξ άλλου έτσι προστατεύεται ο διάδικος από τυχόν υπερβάσεις του πληρεξουσίου του (Α.Π. 1419/84). Σε περίπτωση που ασκηθεί ένα ένδικο μέσο με πληρεξούσιο πρώτα ερευνάται η νομότυπη άσκηση αυτού, δηλ. αν ο πληρεξούσιος που το άσκησε είχε την σχετική δυνατότητα να το ασκήσει, και σε περίπτωση που αυτό συμβαίνει τότε ερευνάται αν αυτό ασκήθηκε εμπρόθεσμα. Τέλος, με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ αν το ένδικο μέσο (και η αναίρεση) ασκήθηκε, εκτός των άλλων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στον νόμο για την άσκηση του, αυτό κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο σε συμβούλιο απαράδεκτο. III) Η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από την δικηγόρο Μαριάννα Παπαδάκη ενώπιον του Γραμματέα Ποινικού Τμήματος Εφετείου Πειραιώς, που συνέταξε την 93/2009 έκθεση του, σύμφωνα με την από 20-11-2009 εξουσιοδότηση τομ κατηγορουμένου προς αυτήν, το οποίο προσεκόμισε και επισυνάφθηκε. Στο πληρεξούσιο όμως αυτό δεν προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της, ούτε μνημονεύεται η απόφαση κατά της οποίας ο κατηγορούμενος ητείτο την αναίρεση αφού αναφέρεται: "όπως καταθέσει αίτηση αναιρέσεως στον Άρειο Πάγο ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς και παραστεί κατά την συζήτηση αυτής".Έτσι όμως η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και πρέπει το Δικαστήριο Σας σε Συμβούλιο σύμφωνα με το αρ. 476 ΚΠΔ: α) να απορρίψει αυτή ως απαράδεκτη β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και γ) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ ως αντικ. από αρ. 55 παρ. 1 Ν. 3160/2003 και αρ. 3 Ν. 663/77, όπως αντ. από το άρ. 18 Ν. 969/79 και τις 134423/92 και 58553/2006 Α.Υ. Οικ/κών και Δικ/σύνης) τα σχετικά δικαστικά έξοδα εκ 220 Ευρώ.
Για τους λόγους αυτούς α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αρ. 93/2009 αναιρέσεως του ... κατά της 1295/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. γ) Να επιβληθούν τα εκ 220 Ευρώ δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 19 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμάνουήλ Παπαδάκης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠΔ " ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση...... Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 42 παρ. 2 και 96 παρ.2 του ίδιου κώδικα, προκύπτει με σαφήνεια ότι , στο πληρεξούσιο έγγραφο που επισυνάπτεται υποχρεωτικά στην έκθεση για το ένδικο μέσο, όταν αυτό ασκείται δια πληρεξουσίου, πρέπει να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω και κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά τη γενική, σύμφωνα με το ποινικό νόμο ορολογία της, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα και να αναφέρεται η απόφαση , κατά της οποίας παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι , αν το ένδικο μέσο ( και η αναίρεση) ασκήθηκε( μεταξύ άλλων περιπτώσεων) χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση του, κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο σε συμβούλιο απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ... κατά της υπ' αριθμ. 1295/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς , με την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριάντα (30) μηνών για σωματική βλάβη από αμέλεια, ασκήθηκε δια της φερομένης πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθηνών Μαριάννας Παπαδάκη, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη στην αίτηση η από 20/11/2009 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου προς αυτήν. Στην εξουσιοδότηση όμως αυτή δεν αναφέρεται , ούτε η αξιόποινη πράξη την οποία αφορά, έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της, αλλά ούτε και η απόφαση κατά της οποίας παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση αναίρεσης. Ετσι όμως η αναίρεση ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο και είναι εκ τούτου απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/11/2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' 1295/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη από αμέλεια. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε από δικηγόρο, που δεν παρέστη στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, με ελλιπές πληρεξούσιο (δεν αναγράφει ούτε την απόφαση που προσβάλλεται, ούτε την πράξη) -.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
Αριθμός 736/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιος Αδαμόπουλος, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας Δικαστηρίου. Με εγκαλούμενους τους Χ1, Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, Χ2, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά και Χ3, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά και εγκαλούντα τον Ψ1.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 28.9.2009 και με αριθ.πρωτ.1540, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1369/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 60/5.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ την υπ'αρ. 1540/28-9-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τ'ακόλουθα:Κατά την διάταξη του άρθρου 136 εδ ε' Κ.ΠΔ στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελέα και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 του Κ.ΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 γ' του ίδιου Κ.ΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
Στην προκειμένη περίπτωση με αφορμή των από 12-11-2007 αναφορά καταγγελία του τότε κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ... Ψ1 όπως το περιεχόμενο αυτής διευκρινίστηκε με την από 21-11-2008 ένορκη κατάθεση του ιδίου, η οποία στρέφεται κατά εισαγγελικών λειτουργών που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς κατά των: α) Χ1 Αντεισαγγελέως Εφετών (και ήδη Εισαγγελέως Εφετών), β) Χ2, Εισαγγελέα Πρωτοδικών και γ) Χ3 Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, φερομένων ως συμμετόχων στις καταγγελόμενες πράξεις (παράβαση καθήκοντος κλπ).Με αυτά τα δεδομένα συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή της υπό κρίση υποθέσεως από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς στις αντίστοιχες αρχές Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Αθηνών.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να διατάξει το δικαστήριό σας την παραπομπή της υποθέσεως επί της οποίας σχηματίσθηκε η υπ'αρ. ΑΒΜ Γ07/9523 δικογραφία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς αναφορικά με τους καταγγελόμενους: 1) Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς (ήδη Εισαγγελέως Εφετών), 2) Χ2 Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, 3) Χ3 Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, από τις Εισαγγελικές αρχές περιφέρειας Εφετείου Πειραιώς στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και στις αντίστοιχες δικαστικές αρχές Εφετείου Αθηνών αν ήθελε, περαιτέρω, συντρέξει νόμιμη περίπτωση.Αθήνα 19-1-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο...". Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξ άλλου όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. Ιγ'του ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Ψ1, κρατούμενος στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς την από 12/11/2007 αναφορά- καταγγελία, την οποία διευκρίνισε με την από 21/11/2008 ένορκη κατάθεση του, στρεφόμενη κατά των εισαγγελικών λειτουργών που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς, και συγκεκριμένα κατά των: 1) Χ1, Αντεισαγγελέως Εφετών( και ήδη Εισαγγελέως Εφετών) Πειραιώς 2) Χ2, Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, και 3) Χ3, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, (για συμμετοχή στις καταγγελόμενες πράξεις( παράβαση καθήκοντος κτλ.) Εν όψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση επί της οποίας σχηματίσθηκε η υπ' αριθμ. ΑΒΜ Γ07/ 9523 δικογραφία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, αναφορικά με τους καταγγελόμενους: 1) Χ1, Αντεισαγγελέως Εφετών Πειραιώς( ήδη Εισαγγελέα Εφετών), 2) Χ2, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, και 3) Χ3, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στις αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 735/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπου-λο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της 1222/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιορδάνη Προυσανίδη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1421/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστι-κή της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ, να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Κατά την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας, διαλαμβάνοντας στην έφεση του ειδικό λόγο περί τούτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης και αν δεν πράξει τούτο και δεν αποφανθεί, όπως έχει υποχρέωση, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επί του εκκληθέντος αυτού κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 περίπτωση Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι ο ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτόδικο δικαστήριο, διότι σε αντίθετη περίπτωση τούτο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, για τον ίδιο λόγο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και το εφετείο στον σχετικό λόγο της εφέσεως, διότι αυτός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 120 παρ. 2 ΚΠΔ, το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Σ`αυτή την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, όταν το Δικαστήριο κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο και παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, η απόφασή του αυτή επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο κοινοποιείται στον κατηγορούμενο, για την άσκηση ενδίκων μέσων, μόνο όταν είναι απών και αν αυτό υπόκειται σε ένδικο μέσο, αν δε δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο, όπως όταν η παραπομπή αφορά πλημ/μα (άρθρο 478 ΚΠΔ), ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο του αρμοδίου κριθέντος δικαστηρίου, στο οποίο και παραπέμφθηκε, με κλήση, η οποία παραπέμπει, ως προς την αξιόποινη πράξη ή πράξεις, στην επέχουσα θέση βουλεύματος κηρύξασα την αναρμοδιότητα παραπεμπτική απόφαση, το διατακτικό της οποίας και αποτελεί πλέον το κατηγορητήριο, που πρέπει να περιέχει, ως προς τον ακριβή καθορισμό της πράξης, η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο, όλα τα στοιχεία που αναφέρει το άρθρο 321 παρ. 1 δ του ίδιου κώδικα, τα υπόλοιπα δε υπό στοιχεία α, β, γ, και ε πρέπει να περιέχονται στην κλήση (320 παρ. 1 εδαφ. α και 321 παρ. 2 σε συνδυασμό με παρ. 1 ΚΠΔ). Αν δε η κλήση δεν περιέχει τα εν λόγω στοιχεία τυγχάνει άκυρη, όπως και το κλητήριο θέσπισμα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Εκ τούτων παρέπεται ότι, στην ανωτέρω περίπτωση, δεν υφίσταται έδαφος προσβολής για ακυρότητα, κατά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού αυτό πλέον δεν υφίσταται, αλλά μόνον της κλήσης, με την οποία καλείται ο κατηγορούμενος στο αρμόδιο δικαστήριο, η οποία και αποτελεί πλέον το εισαγωγικό της ποινικής δίκης έγγραφο. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το 41609/2006 κλητήριο θέσπισμα ενώπιον του τριμελούς πλημ/κειου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπεξαγωγής εγγράφων, παραβίασης απορρήτου επιστολών και συκοφαντικής δυσφήμησης. (άρθρα 216 παρ. 1, 222, 370 και 362, 363 ΠΚ). Το ανωτέρω δικαστήριο, με την 14980/2-3-2007 απόφαση, επειδή ο παριστάμενος κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος της Κοινότητος ..., υπαγόταν στην εξαιρετική αρμοδιότητα του τριμελούς εφετείου (111 παρ. 7 ΚΠΔ), κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και τον παρέπεμψε ενώπιον του αρμοδίου ως άνω δικαστηρίου για να δικασθεί ως υπαίτιος των ανωτέρω πράξεων, όπως τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτών αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό, στο οποίο μεταφέρθηκε το περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος. Επειδή η απόφαση, όπως συμπληρώθηκε με την 47205/2007 του ιδίου δικαστηρίου, επείχε θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο δεν υπέκειτο σε ένδικο μέσο και έτσι η παραπομπή ήταν αμετάκλητη, ο Εισαγγελέας Εφετών με την 385/27-9-2007 κλήση, στην οποία αναφέρονται οι δύο ανωτέρω αποφάσεις, στις οποίες γίνεται παραπομπή για την περιγραφή των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνταν, κάλεσε τον αναιρεσείοντα για να δικασθεί, ως υπαίτιος αυτών, στο ακροατήριο του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών για την δικάσιμο της 9-1-2009. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο ο αναιρεσείων υπέβαλε, με έγγραφο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ένσταση ακυρότητας του 41609/2006 κλητηρίου θεσπίσματος, για όλους τους λόγους που εκτενώς αναφέρει, την οποία και ανέπτυξε προφορικά. Το δικαστήριο με την 88/2008 απόφαση απέρριψε την ένσταση ως αβάσιμη και στη συνέχεια ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης για περισσότερες αποδείξεις και δη για να κλητευθεί ο αναφερόμενος σ αυτή μάρτυρας. Τελικά η υπόθεση εκδικάσθηκε στις 2-7-2008 και με την 5146-5292/2008 απόφαση το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο των πράξεων της πλαστογραφίας, υπεξαγωγής εγγράφων και συκοφαντικής δυσφημίσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό εκθέσεως 246/10-7-2008 έφεση, στην οποία περιέλαβε και εκτενή λόγο με τον οποίο, αφού παρέθεσε αυτούσιο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, που, όπως λέχθηκε είχε καταχωρηθεί στα πρακτικά, παραπονέθηκε για τους λόγους που αναφέρει, που συνιστούν επανάληψη των λόγων ακυρότητας, που αποτελούσαν περιεχόμενο του αυτοτελούς ισχυρισμού (ενστάσεως ακυρότητας), διότι το πρωτόδικο δικαστήριο, παρά τον νόμο, απέρριψε την ένστασή του περί ακυρότητας του 41609/19-6-2006 κλητηρίου θεσπίσματος. Το 5μελές εφετείο, που δίκασε κατ έφεση και εξέδωσε την αναιρεσειβαλλομένη απόφαση, κήρυξε και πάλι ένοχο τον κατηγορούμενο, χωρίς να εξετάσει τον ανωτέρω λόγο της εφέσεως, που δεν αναπτύχθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος και δεν επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό (ένσταση) στο, κατά τα ανωτέρω, προσήκον διαδικαστικό σημείο, ούτε συμπλήρωσε ή διευκρίνισε το περιεχόμενο του σχετικού λόγου της εφέσεως, που, όπως λέχθηκε, αποτελούσε και το περιεχόμενο του αυτοτελούς ισχυρισμού. Σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω ο αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση) του αναιρεσείοντος τύγχανε απαράδεκτος, διότι με αυτόν ζητήθηκε, στο διαδικαστικό εκείνο στάδιο της υποθέσεως, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, δηλαδή διαδικαστικού εγγράφου που δεν υφίστατο πλέον, ενώ έπρεπε, όπως λέχθηκε, η ένσταση αυτή να στραφεί κατ εντελώς διαφορετικού διαδικαστικού εγγράφου, το οποίο και αποτελούσε πλέον το εισαγωγικό της ποινικής δίκης έγγραφο και δη κατά της ανωτέρω κλήσεως, της οποίας την ακύρωση θα έπρεπε να ζητήσει, για τους λόγους που θα επικαλούνταν, οι οποίοι και θα διαφοροποιούνταν κατά την διατύπωση και το περιεχόμενο. Το πρωτόδικο δικαστήριο, εκ του λόγου αυτού, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, ούτε να διαλάβει αιτιολογία επ αυτού, ως εκ περισσού δε διέλαβε την αναφερόμενη στα πρακτικά αιτιολογία της απορριπτικής αποφάσεως. Ούτε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, είχε υποχρέωση να εξετάσει τον ως άνω λόγο εφέσεως, αφού αυτός αποτελούσε επανάληψη του απαράδεκτου αυτοτελούς ισχυρισμού και εκ του λόγου αυτού τύγχανε απαράδεκτος, προϋπόθεση δε της υποχρεώσεως του δικαστηρίου για έρευνα του λόγου εφέσεως, αποτελεί να μη είναι απαράδεκτος.
Συνεπώς, μη ερευνώντας τον, δεν υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δεν ιδρύθηκε ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ, όπως υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ` του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι απλώς διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 362 ΠΚ όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να εγνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών, εκ του ότι δε δόθηκε διαφορετική αποδεικτική αξία σε ορισμένα από αυτά, δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε εκτιμήθηκαν τα άλλα. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στην ανωτέρω περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημίσεως, όπως και της υπεξαγωγής εγγράφου (σκοπός βλάβης), οπότε, όπως λέχθηκε, απαιτείται αιτιολόγησή του. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, σχετικά με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου, ή πράξη ή παράλειψή του, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 2044/2007). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως και υπεξαγωγής εγγράφων: O κατηγορούμενος Χ το έτος 2002 ήταν Πρόεδρος της Κοινότητας ..., ενώ η εγκαλούσα ήταν κοινοτική σύμβουλος αντιπολίτευσης ενώ τώρα είναι Πρόεδρος στην παραπάνω κοινότητα. Ο κατηγορούμενος, έχοντας πολιτική αντιπαλότητα με την εγκαλούσα, με ενέργειες της οποίας διατάχθηκε από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας η διενέργεια διοικητικού και οικονομικού ελέγχου στην Κοινότητα ..., για τον οποίο συντάχθηκε το με αριθμ. πρωτ. ... πόρισμα, στο οποίο περιλαμβάνονται και δυσμενείς επισημάνσεις που αφορούν τόσο τη θητεία του κατηγορουμένου όσο και του προηγούμενου Προέδρου της ως άνω Κοινότητας, στράφηκε κατ' αυτής (εγκαλούσας Ψ) και στο ...: Α) Στις 27/5/2002, με πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού. Συγκεκριμένα, σε λευκό φύλλο χαρτιού, έθεσε στο επάνω αριστερό μέρος τα στοιχεία της εγκαλούσας Ψ, δεξιά ημερομηνία 27/5/2002 και ακολούθως έγραψε το ακόλουθο κείμενο: "Κύριοι.
Υπηρετώντας τον θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης εδώ και αρκετό καιρό θεωρώ ότι πρέπει όλοι μας να είμαστε παράδειγμα νομιμότητας και ευπρέπειας έναντι της πολιτείας και των συγχωριανών μας, να μη προκαλούμε με παρανομίες και απάτες. Δυστυχώς ο Πρόεδρος της Κοινότητας ... Χ με την παρακάτω πράξη του προσβάλλει κάθε έννοια νομιμότητας και γίνεται μάλιστα προκλητικά σε γνώση των κατοίκων του χωριού μας. Πριν ένα χρόνο περίπου ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στην Εθνική οδό ... (στο ύψος των διοδίων ...) οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... επιβατικό αυτοκίνητο μάρκας ... και το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο παραπάνω κ. Χ με προκλητικό τρόπο αντικατέστησε τις πινακίδες κυκλοφορίας σε άλλο αυτοκίνητο του ιδίου τύπου το οποίο έχει εισαχθεί στη χώρα μας σε δύο κομμάτια για ανταλλακτικά. Παρακαλώ για τις άμεσες ενέργειες σας προς αποκατάσταση της νομιμότητας", στο τέλος δε έγραψε ολογράφως το ονοματεπώνυμο της εγκαλούσας και το απέστειλε προς: 1) το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης - Γραφείο Υπουργού. 2) το Υπουργείο Μεταφορών - Γραφείο Υπουργού, 3) τον Γ. Γραμματέα ..., 4) τον Διοικητή Τροχαίας ... και 5) τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με σκοπό να παραπλανήσει τους εν λόγω αποδέκτες αλλά και τους δημότες ... ότι το έγγραφο αυτό είχε συνταχθεί και αποσταλεί από την εγκαλούσα Ψ. Β) Στις 22/6/2002, ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλο γεγονός ψευδές που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του αν και γνώριζε την αναλήθεια αυτού και συγκεκριμένα την παραπάνω ημερομηνία ισχυρίσθηκε σε ανοικτή συγκέντρωση των δημοτών ..., στην οποία μεταξύ άλλων παρευρίσκονταν και ο συνεργάτης της εγκαλούσας ..., για την εγκαλούσα ότι "λάδωσε δημοσίους υπαλλήλους και δη τους Επιθεωρητές του Σώματος Δημόσιας Διοίκησης ...", αν και γνώριζε ότι τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Η μνεία περί "λαδώματος" των δημοσίων υπαλλήλων δεν έγινε γενικώς και αορίστως από τον κατηγορούμενο αλλά για την εγκαλούσα, με ενέργειες τις οποίες διενεργήθηκε ο παραπάνω έλεγχος από τους ως άνω δημοσίους υπαλλήλους (Επιθεωρητές του Σώματος Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης) και Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα Ιουνίου 2002 έως τον Αύγουστο του 2002, σε μη επακριβώς προσδιορισμένη ημερομηνία, με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφο του οποίου δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα παρακράτησε χωρίς κανένα δικαίωμα το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών το οποίο απευθυνόταν προς την εγκαλούσα και ουδέποτε της το παρέδωσε, όπως ήταν υποχρεωμένος, προκειμένου να το δώσει προς καταχώρηση στον τοπικό τύπο και να την εμφανίσει (την εγκαλούσα) ως άτομο δικομανή, που προβαίνει σε συνεχείς καταγγελίες σε βάρος του κατηγορουμένου. Τα αμέσως παραπάνω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δεν αντικρούονται βάσιμα από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα ο μάρτυρας ..., ο οποίος ήταν παρών στις 22/6/2002, στη συγκέντρωση για τον απολογισμό των πεπραγμένων του κατηγορουμένου, ως Προέδρου της Κοινότητας ..., καταθέτει μετά λόγου γνώσης ότι όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος δεν ήταν απολογισμός αλλά υβρεολόγιο κατά της εγκαλούσας και στη συγκέντρωση αυτή επέσειε το αναφερόμενο στην υπό στοιχ. Α' πράξη έγγραφο, το οποίο δήθεν προέρχονταν από την εγκαλούσα. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι συνέταξε αυτός το πλαστό ως άνω έγγραφο και διατείνεται ότι δεν είχε συμφέρον να καταρτίσει εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο και να αποδώσει την κατάρτιση του στην εγκαλούσα, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον ο κατηγορούμενος είχε στα χέρια του το έγγραφο αυτό, αυτός το χρησιμοποίησε, επιδεικνύοντας το στους συμπολίτες του, ως δήθεν προερχόμενο από την εγκαλούσα, αντίπαλο του στις επερχόμενες εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, αυτόν θα ωφελούσε η χρήση του και θα ζημίωνε την εγκαλούσα και σε χρόνο προγενέστερο της αναγραφόμενης σ' αυτό ημερομηνίας (27/5/2002) διέδιδε στο ..., ότι θα την "κάψει με κάποιο χαρτί". Το "χαρτί" δε αυτό ο κατηγορούμενος το χρησιμοποίησε σε συγκέντρωση δημοτών, προκειμένου να πλήξει πολιτικά την εγκαλούσα, η οποία δήθεν στρεφόταν κατ' αυτού με ψευδείς καταγγελίες και συκοφαντίες αναφορικά με το πιο πάνω αυτοκίνητο. Αν ο κατηγορούμενος δεν είχε σχέση με την κατάρτιση του εγγράφου αυτού δεν θα το χρησιμοποιούσε σε συγκέντρωση συμπολιτών του, προτού εξακριβώσει αν πράγματι προέρχεται από την εγκαλούσα. Η τελευταία αν πράγματι ήθελε να καταγγείλει παράνομες ενέργειες του κατηγορουμένου, αναφορικά με το ως άνω αυτοκίνητο, θα το έγραφε και θα το υπέγραφε και δεν θα ανέγραφε μόνο τα στοιχεία της, ούτε θα του το απέστελνε με φαξ από άγνωστο βιβλιοπωλείο, ώστε να μην μπορεί να διακριβωθεί ποιος το απέστειλε. Πρέπει να σημειωθεί ότι μετά την κατάρτιση του πλαστού ως άνω εγγράφου, το οποίο έχει γραφεί σε κομπιούτερ και δεν φέρει υπογραφή, μεθοδεύτηκε η "αποστολή" του με φαξ προς τον ίδιο τον κατηγορούμενο, από φαξ βιβλιοπωλείου, που βρίσκεται στην οδό ..., το οποίο ανήκει στην ..., η οποία παρέχει και υπηρεσίες σύνταξης εγγράφων με κομπιούτερ καθώς και υπηρεσίες φαξ, προκειμένου να αποσυνδεθεί η κατάρτιση του από το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Ενόψει όλων των ανωτέρω, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις παραπάνω πράξεις. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των ανωτέρω πράξεων και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι:
Στο ... τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις.
Α) Την 27-5-2002, με πρόθεση κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, έκανε δε χρήση του εγγράφου αυτού. Και συγκεκριμένα σε λευκό φύλλο χάρτου έθεσε επάνω αριστερά τα στοιχεία της εγκαλούσας Ψ, δεξιά ημερομηνία 27-5-2002 και ακολούθως έγραψε το ακόλουθο κείμενο:
"Κύριοι.
Υπηρετώντας τον θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης εδώ και αρκετό καιρό θεωρώ ότι πρέπει όλοι μας να είμαστε παράδειγμα νομιμότητας και ευπρέπειας έναντι της πολιτείας και των συγχωριανών μας, να μη προκαλούμε με παρανομίες και απάτες. Δυστυχώς ο Πρόεδρος της κοινότητας ... κ. Χ με την παρακάτω πράξη του προσβάλει κάθε έννοια νομιμότητας και γίνεται μάλιστα προκλητικά σε γνώση των κατοίκων του χωριού μας. Πριν ένα χρόνο περίπου ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στην Εθνική οδό ... (στο ύψος των διοδίων ...) οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... επιβατικό αυτοκίνητο μάρκας ... και το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο παραπάνω κ. Χμε προκλητικό τρόπο αντικατέστησε τις πινακίδες κυκλοφορίας σε άλλο αυτοκίνητο του ιδίου τύπου το οποίο έχει εισαχθεί στη χώρα μας σε δύο κομμάτια για ανταλλακτικά. Παρακαλώ για τις άμεσες ενέργειές σας προς αποκατάσταση της νομιμότητας", στο τέλος δε έγραψε ολογράφως το ονοματεπώνυμο της εγκαλούσας και το απέστειλε προς: 1. Υπουργείο Δημόσιας Τάξης - Γραφείο Υπουργού, 2. Υπουργείο Μεταφορών - Γραφείο Υπουργού, 3. Γ. Γραμματέα ..., 4. Διοικητή Τροχαίας ... και 5. Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, με σκοπό να παραπλανήσει τους αποδέκτες αλλά και τους δημότες ... ότι το έγγραφο αυτό είχε συνταχθεί και αποσταλεί από την ως άνω εγκαλούσα.
Β) Την 22-6-2002, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον γεγονός ψευδές που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του αν και εγνώριζε την αναλήθεια αυτού και συγκεκριμένα σε ανοικτή συγκέντρωση των δημοτών του ... στην οποία μεταξύ άλλων παρευρίσκοντο και ο συνεργάτης της εγκαλούσας ..., ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα ότι λάδωσε δημοσίους υπαλλήλους και δη τους επιθεωρητές του Σώματος Δημόσιας Διοίκησης αν και εγνώριζε ότι πάντα ταύτα ήσαν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας η οποία δεν είχε προβεί σε τέτοιου είδους ενέργιες.
Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Ιουνίου 2002 έως και Αύγουστο 2002 και σε μη επακριβώς προσδιορισμένη ημερομηνία, με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφο της οποίας δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα παρεκράτησε χωρίς κανένα δικαίωμα το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών που απευθυνόταν προς τη μηνύτρια και δεν το παρέδωσε ποτέ στα χέρια της ως όφειλε, προκειμένου να το δώσει προς καταχώρηση στον τοπικό τύπο και να εμφανίσει την εγκαλούσα ως άτομο δικομανή που προβαίνει σε συνεχείς και ανυπόστατες καταγγελίες σε βάρος του. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 362, 363, 222 και 27 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι την αναφερόμενη στο σκεπτικό πλαστή επιστολή την συνέταξε ο αναιρεσείων και την εμφάνισε ως καταρτισθείσα από την πολιτικώς ενάγουσα, αναφέρεται δε στην προσβαλλομένη ότι τούτο το έκανε με σκοπό να τη χρησιμοποιήσει, κατά την πολιτική συγκέντρωση που μνημονεύεται στο σκεπτικό, κατά την οποία και διαρκώς την επιδείκνυε στους συγκεντρωμένους πολίτες, στους οποίους σε προγενέστερο χρόνο είχε προαναγγείλει την ύπαρξη κάποιου εγγράφου με το οποίο, όπως χαρακτηριστικά ισχυριζόταν, ''θα την έκαιγε'', για να εμφανίσει την εγκαλούσα, πολιτική του αντίπαλο στην τοπική αυτοδιοίκηση, στις Αρχές που απευθυνόταν το έγγραφο, αλλά και στους δημότες και ψηφοφόρους της, ως καταγγέλουσα αυτόν, ψευδώς, για το σοβαρό και συνιστών αξιόποινη πράξη ως άνω γεγονός, που μπορούσε να έχει ως έννομη συνέπεια, κατά την ανωτέρω έννοια, να χαρακτηρισθεί αυτή ως συκοφάντης, με όλες τις εκ του λόγου αυτού αστικές και ποινικές συνέπειες, μία εκ των οποίων θα ήταν και να πληγεί πολιτικά, όπως δέχεται η απόφαση. Άλλωστε ο ίδιος παραδέχεται στο έβδομο λόγο της αναιρέσεως ότι την καταμήνυσε για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση και μετά την διενέργεια προανακρίσεως εκδόθηκε το 4532/2003 βούλευμα του συμβουλίου πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει σε βάρος της κατηγορία για τις πράξεις αυτές. Η προσβαλλομένη απόφαση περαιτέρω παραθέτει σειρά επιχειρημάτων προς στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος ότι συντάκτης του εγγράφου ήταν ο αναιρεσείων, απαντώντας, αιτιολογημένα και στους αρνητικούς ακόμη επί του ζητήματος αυτού ισχυρισμούς του. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας επ' αυτού, να σχολιάσει ειδικώς και να προβεί σε συγκριτική αξιολόγηση αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και το ως άνω απαλλακτικό, για την εγκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα, βούλευμα, που αναγνώσθηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, διότι στο βούλευμα περιέχεται, πλεοναστικώς, αφού δεν ήταν απαραίτητη προς στήριξη της απαλλακτικής κρίσεως στη δίκη, που είχε ως αντικείμενο έρευνας, αν η κατηγορουμένη είχε όντως συντάξει ή όχι το επίμαχο έγγραφο με το οποίο καταμήνυσε ψευδώς και συκοφάντησε τον εγκαλούντα και σκέψη, ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει πιστευτό ότι αυτός ήταν συντάκτης του επίμαχου εγγράφου, διότι έτσι θα υπέβαλε ο ίδιος τον εαυτό του στις συνέπειες μιας τέτοιας καταγγελίας, ούτε εκ του ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην ανωτέρω διαφορετική κρίση, μπορεί να συναχθεί, όπως λέχθηκε ανωτέρω, ότι δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε και το αναγνωσθέν εν λόγω βούλευμα. Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογεί πλήρως την κρίση ότι ο συκοφαντικός ισχυρισμός: "λάδωσε δημοσίους υπαλλήλους και δη τους Επιθεωρητές του Σώματος Δημόσιας Διοίκησης", τον οποίο πρόβαλε στην αυτή ως άνω συγκέντρωση πολιτών, αφορούσε προσωπικώς την εγκαλούσα και απέρριψε αιτιολογημένα τον αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι εκστόμισε την φράση αυτή γενικώς χωρίς συγκεκριμένη σύνδεσή της με το πρόσωπό της, αφού δέχθηκε ότι σε όλη την ομιλία του καταφερόταν σε βάρος της εν λόγω πολιτικής αντιπάλου του, επισείοντας την ανωτέρω πλαστή επιστολή και εμφανίζοντας την εγκαλούσα ως δήθεν συντάκτη αυτής. Περαιτέρω η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι, κατόπιν ενεργειών της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας, διατάχθηκε η διενέργεια διοικητικού και οικονομικού ελέγχου στην Κοινότητα ..., κατόπιν του οποίου εκδόθηκε το αναφερόμενο ανωτέρω πόρισμα των ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, στο οποίο περιέχονταν και δυσμενείς επισημάνσεις που αφορούσαν και την δική του θητεία ως Προέδρου αυτής και ότι, κατόπιν του πορίσματος αυτού, οργάνωσε την ανωτέρω πολιτική συγκέντρωση, κατά την διάρκεια της οποίας, μεταξύ των άλλων, πρόβαλε και τον ανωτέρω ψευδή ισχυρισμό περί "λαδώματος" των Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης, το ψευδές του οποίου γνώριζε, αιτιολογεί πλήρως την γνώση του ψευδούς του ισχυρισμού αυτού από τον αναιρεσείοντα και δεν χρειαζόταν, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως, για το οποίο τον κήρυξε ένοχο, να αναφέρει και άλλα πραγματικά περιστατικά, αφού, κατά τις ανωτέρω παραδοχές, ο αναιρεσείων γνώριζε ότι το δυσμενές και γι' αυτόν πόρισμα των Επιθεωρητών αποτελούσε συνέπεια των ενεργειών της εγκαλούσας και με τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο πρόβαλε, κατά κατηγορηματικό τρόπο, σκοπούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την ακεραιότητα και αντικειμενικότητα των Επιθεωρητών που διενήργησαν τον έλεγχο και να μειώσει την αξιοπιστία και ορθότητα του δυσμενούς γι αυτόν πορίσματος, με αποτέλεσμα η γνώση του ψευδούς του ισχυρισμού του αυτού, τον οποίο ο ίδιος πρόβαλε και δεν διέδωσε περαιτέρω, ως προερχόμενο από τρίτο πρόσωπο, να θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη του ίδιου, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω αιτιολόγηση. Ούτε περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 363 σε συνδυασμό με 362 ΠΚ, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, με την οποία προστατεύεται η ελευθερία της έκφρασης (βλ. "Η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Ευρώπη", Έκδοση Δ.Σ.Α. με επιμέλεια ... σελ 140 επομ., όπου και παράθεση σχετικής νομολογίας, σχετική και η διάταξη του άρθρου 14 του Συντάγματος), καθόσον το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως είναι και η ανωτέρω και κατά την άσκησή του δεν είναι ανεκτή η διάπραξη αξιόποινης πράξης, ως η προαναφερθείσα, η οποία αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 367 ΠΚ, τις διατάξεις του οποίου επιχειρεί ο αναιρεσείων να περιγράψει με επίκληση του άρθρου 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον το ΕΔΔΑ δέχθηκε, ενόψει και των επιτρεπτών περιορισμών της παραγ. 2 της εν λόγω διατάξεως, κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, ότι, κατ επίκληση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, μπορεί κάποιος να απευθύνει κατά δημοσίων προσώπων σκληρές και υπερβολικά δυσμενείς αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμούς και όχι να προβάλλει πραγματικά περιστατικά δεκτικά εμπειρικής αποδείξεως, τα οποία θεμελιώνουν ισχυρισμούς, που συνιστούν αξιόποινες πράξεις, όπως εν προκειμένω η της δωροδοκίας από την εγκαλούσα των Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης. Τέλος και για το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφων, τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του οποίου αναλύονται ανωτέρω, το δικαστήριο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν αποτελεί αυτή επανάληψη του διατακτικού, όπως λέχθηκε ανωτέρω, ανεξάρτητα του ότι στο διατακτικό, πέραν των τυπικών στοιχείων του εγκλήματος αυτού περιλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά με τα οποία στοιχειοθετείται αντικειμενικά η πράξη αυτή, από το συνδυασμό δε σκεπτικού και διατακτικού αιτιολογείται και το υποκειμενικό στοιχείο της εν λόγω πράξεως, αφού αναφέρεται ότι τούτο το έκανε ο αναιρεσείων με σκοπό βλάβης της εγκαλούσας και δη προκειμένου να την εμφανίσει ως άτομο δικομανή, που προβαίνει σε συνεχείς καταγγελίες σε βάρος του. Δεν χρειαζόταν δε να αναφέρεται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ούτε η έλλειψη αυτή δημιουργεί ασάφειες και λογικά κενά που στερούν την απόφαση νομίμου βάσεως, ο τρόπος κατά τον οποίο περιήλθε το έγγραφο στην κατοχή του, αρκεί η παραδοχή ότι υπεξήγαγε το προσδιοριζόμενο έγγραφο, του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, που απευθυνόταν προς την εγκαλούσα, με τον προαναφερθέντα σκοπό. Κατ' ακολουθία τούτων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω ειδική κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται, όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως άν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσκομιστούν κρίσιμα για την ενοχή ή την αθωότητά του έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται ή να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες, που προέκυψαν από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμο για την ενοχή του περιστατικό και εν γένει προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση, εφόσον όμως η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτά. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην κρινόμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπέβαλε αίτημα αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως για περισσότερες αποδείξεις, προκειμένου να κλητευθούν οι μάρτυρες που κατονομάζει και να προσκομισθεί η μαγνητοταινία που προσδιορίζει. Το αίτημα αυτό, για το οποίο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει το Δικαστήριο, απορρίφθηκε τελικά, αμέσως με την απόφαση επί της ενοχής με την ακόλουθη αιτιολογία: Το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσκομισθεί η κασέτα στην οποία καταγράφηκε η ομιλία του κατηγορουμένου στις 22/6/2002 στο ...ι ή το απομαγνητοφωνημένο κείμενο αυτής για να καταδειχθεί το ακριβές περιεχόμενο της ομιλίας του και να κληθούν ως μάρτυρες 1) η ..., η οποία ηχογράφησε την παραπάνω ομιλία του κατηγορουμένου και την παρέδωσε στην εγκαλούσα, 2) ο δημοσιογράφος ... για να κατονομάσει το πρόσωπο που του παρέδωσε την από 27/5/2002 καταγγελία κατά του κατηγορουμένου και το ... έγγραφο του Υπουργείου Μεταφορών προς την εγκαλούσα και 3) η ..., η οποία είναι ουσιώδης μάρτυρας υπεράσπισης, η προσέλευση της οποίας ήταν αδύνατη κατά τη σημερινή δικάσιμο, για το λόγο ότι έχει υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο αλλά θα είναι εφικτή η προσέλευση της μετά από δύο περίπου μήνες, θα πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία το παρόν δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση και δεν κρίνει αναγκαία τόσο την προσκομιδή της ηχογραφημένης ομιλίας του κατηγορουμένου κατά την 22/6/2002 ή το απομαγνητοφωνημένο κείμενο αυτής, ούτε την προσέλευση των προαναφερθέντων μαρτύρων.
Όπως προκύπτει από την ανωτέρω αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εξηγεί τον λόγο για τον οποίο έκρινε ότι, από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε κατέστη δυνατή η κατ ουσία έρευνα της υποθέσεως και ο σχηματισμός πλήρους δικανικής πεποιθήσεως περί των ερευνωμένων κατηγοριών και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία, για την ανεύρεση της αληθείας, η κλήτευση των μαρτύρων, ούτε θα συνέβαλε σε τούτο η προσκόμιση της μαγνητοταινίας όπως ζήτησε ο αναιρεσείων. Κατ ακολουθία δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης η οποία παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 5-10-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1222/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος, ελλείψει των στοιχείων που απαιτούνται. Πότε και πως προβάλλεται παραδεκτώς. Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία, εφαρμογή, εκ πλαγίου παράβαση. Πλαστογραφία με χρήση, συκοφαντική δυσφήμιση και υπεξαγωγή εγγράφων - έννοια, στοιχεία. Άρθρο 10 ΕΣΔΑ που καθιερώνει ελευθερία έκφρασης - έννοια, περιεχόμενο. Αίτημα αναβολής για περισσότερες αποδείξεις. Η απόφαση που το απορρίπτει πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Αβάσιμοι λόγοι αναιρέσεως από άρθρο 510 §1 Δ και Ε, αλλά και 510 § 1 Η ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτησης αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Υπεξαγωγή εγγράφων, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 733/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μικροπανδρεμένο, για αναίρεση της 1074-1075/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1681/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ , αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις , κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε εως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή( περίπτωση α'). Εξ άλλου το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και το πιο πάνω αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 α'του ΠΚ , που προτείνεται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα( θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α'της παραγράφου 2 του άρθρου 84 του ΠΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, η οποία κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της απάτης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έξι(6) ετών, ζήτησε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου " να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου", χωρίς να επικαλεσθεί προς θεμελίωση αυτού πραγματικά περιστατικά.
Συνεπώς, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ,που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε, χωρίς αιτιολογία, τον ισχυρισμό αυτό, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόφαση του αυτή, αφού ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν υποβλήθηκε σαφώς και ορισμένως με επίκληση των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 364 παρ.2β του ΚΠΔ διαβάζονται επίσης τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση , αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Η διάταξη αυτή όμως δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα για την παραβίαση της, ούτε και επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 του ΚΠΔ. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1Α δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης έγγραφα από άλλη ποινική και πολιτική δίκη, χωρίς να βεβαιωθεί ότι είχαν εκδοθεί επ' αυτών αμετάκλητες αποφάσεις, και συγκεκριμένα η από 20/9/2001 μήνυση της ... κατά της κατηγορουμένης, το υπ' αριθμ. 765/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και η υπ' αριθμ. 31880/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης( τακτική διαδικασία), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/11/2009 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1074-1075/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κατ' εξακολούθηση απάτη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Απορρίπτεται ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, καθόσον του δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν υποβλήθηκε σαφώς και ορισμένως με την επίκληση των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών. Απορρίπτεται και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, ως απαράδεκτος, καθόσον από την ανάγνωση εγγράφων από άλλη δίκη, επί της οποίας δεν εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, δεν επέρχεται ακυρότητα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις.
| 0
|
Αριθμός 730/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κοτζιά-Σοφατζή, περί αναιρέσεως της 8850/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1723/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και συνακόλουθα ως προς τη συνολική ποινή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α του ΠΚ " όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", και κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου κώδικα, " αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη( άρθρο 310 παρ. 2 του ΠΚ), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Εν όψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης των διατάξεων αυτών , είναι απαραίτητο στη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις δύο ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση , δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στη πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ' άρθρο 79 του ΠΚ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 του ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως , διότι ο Αρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας, εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 381 παρ. 1 του ΠΚ, " όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο ( ολικά ή εν μέρει) πράγμα..., τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο(2) ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει , ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται η καταστροφή αλλότριου, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, πράγματος, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση του δράστη ότι το πράγμα ήταν ξένο και στη βούληση ή αποδοχή της καταστροφής του, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8850/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και δέκα( 10) ημερών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Ειδικότερα, το παραπάνω δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζει κατ' είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του , τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ξ κατοικεί στην περιοχή Κάτω ... στον 4° όροφο πολυκατοικίας επί της ...87, στο ισόγειο της οποίας η μητέρα του κατηγορουμένου Χ διατηρεί κατάστημα πωλήσεως ( κάβα ) ποτών και ξηρών καρπών. Το τέκνο του ως άνω εγκαλούντος Ν, ο οποίος είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών και εξαρτημένος απ' αυτές, δημιουργούσε προβλήματα στην οικογένεια του κατηγορουμένου. Τέτοιο πρόβλημα δημιούργησε ο ως άνω Ν την 16-8-2003, κατά το οποίο έφτυσε το αυτοκίνητο των τελευταίων. Ο κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε έντονα για το γεγονός αυτό και δημιουργήθηκε επεισόδιο στο ως άνω διαμέρισμα του εγκαλούντος. Το επεισόδιο αυτό έλαβε έκταση και μάλιστα κλήθηκε από το Ν και η Αστυνομία. Την επόμενη ημέρα 17-8-2003 και περί ώρα 09.50' ο κατηγορούμενος, πιστεύοντας εσφαλμένα ότι είχε υποβληθεί μήνυση εναντίον του για τα συμβάντα της προηγούμενης ημέρας, επιτέθηκε χωρίς να προκληθεί από τον εγκαλούντα Ξ εναντίον του στην είσοδο της πιο πάνω πολυκατοικίας, καταφέροντάς του επανειλημμένα γρονθοκοπήματα στο πρόσωπο και το κεφάλι. Αποτέλεσμα των πιο πάνω βίαιων κτυπημάτων του κατηγορουμένου ήταν να προκληθούν στον εν λόγω παθόντα κάταγμα ζυγωματικού ( ΔΕ ) και κάταγμα ρινικών οστών. Ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η ως άνω πράξη σε βάρος του παθόντος, λόγω της έντασης των κτυπημάτων και των σημείων του σώματος στα οποία επλήγη, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη. Επίσης, ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά τα παραπάνω κτυπήματα, ανέβηκε στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας και, ευρισκόμενος σε έξαλλη κατάσταση, κατέστρεψε ολοσχερώς την πόρτα εισόδου της οικίας του πιο πάνω εγκαλούντος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν δημιούργησε κανένα απολύτως επεισόδιο σε βέρος του εγκαλούντος, ενόψει μάλιστα και του ότι τη συγκεκριμένη ημέρα (17-8-2003 ) απουσίαζε στο εξοχικό των γονέων του στη ..., δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος. Οι επικαλούμενες για τη θεμελίωση αυτού μαρτυρικές καταθέσεις και λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν κρίνονται πειστικά. Αντίθετα, θεωρούνται πειστικές οι καταθέσεις των μαρτύρων Ξ και ..., οι οποίοι με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα καταθέτουν για τα παραπάνω. Εξάλλου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού και με βάση τα ως άνω υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν συντρέχει λόγος αναβολής της συζητήσεως της υπόθεσης προκειμένου να κληθεί η μάρτυρας ... και συνεπώς το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, όπως αυτές ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ενόψει και των λοιπών περιστάσεων και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, η ύπαρξη θετικής κοινωνικής και γενικότερης δραστηριότητας του κατηγορουμένου. Επομένως, το αίτημα αυτού για την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την τέλεση των πράξεων ( άρθρου 84 παρ. 2ε' του ΠΚ ), πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο. Επίσης, αποδεικνύεται ότι αυτός, ενόψει των ως άνω ιδιαιτέρων συνθηκών της συγκεκριμένης εγκληματικής του δραστηριότητας, έζησε μέχρι την τέλεση της έντιμο βίο ως εκ τούτου το αίτημα του για την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο τους της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης ( άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ )5 πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο. Περαιτέρω, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι " ο κατηγορούμενος στην ... στις 17/8/2003 , με πρόθεση προξένησε από κοινού σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας αυτού με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντα ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, και πιο συγκεκριμένα από κοινού επιτέθηκε κατά του εγκαλούντος.....Η πράξη του δε αυτή τελέστηκε κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα, λόγω της έντασης των χτυπημάτων και των σημείων του σώματος στα οποία επλήγη, κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη". Ετσι όμως που έκρινε το Εφετείο, για το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης , λόγω αναφοράς στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης , διαζευκτικώς των εννόμων αγαθών του παθόντος, των οποίων επήλθε η διακινδύνευση, δημιούργησε ασάφεια, ως προς το είδος της διακινδύνευσης, που δέχθηκε, δηλαδή παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 του ΠΚ και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στιοιχ. Ε του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως νομίμου βάσεως ,είναι ουσιαστικά βάσιμος.
Εξ άλλου, στην απόφαση εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από. τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το διαμέρισμα, την πόρτα του οποίου κατέστρεψε ολοσχερώς ευρισκόμενος σε έξαλλη κατάσταση, ανήκε στην κυριότητα του παθόντος, και ήθελε την καταστροφή αυτής, η μνεία δε τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό, ότι ο κατηγορούμενος " κατέστρεψε ολοσχερώς την πόρτα εισόδου της οικίας του εγκαλούντος", αποσαφηνίζει ότι κύριος του διαμερίσματος και εντεύθεν της καταστραφείσας πόρτας αυτού, ήταν ο εγκαλών, ο οποίος ήθελε την καταστροφή της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως προς την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, και κατά τα δύο σκέλη αυτού, ήτοι της μη παραθέσεως περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει 1) ότι ο εγκαλών ήταν κύριος της οικίας ,και 2) ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι αυτή ανήκε στον εγκαλούντα και ήθελε ή αποδεχόταν την καταστροφή της, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση , ως προς την καταδικαστική διάταξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και συνακόλουθα η διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής, και παραπεμφθεί μόνο ως προς αυτά τα κεφάλαια η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως( άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 8850/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ως προς την καταδικαστική διάταξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και συνακόλουθα τη διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο ως προς αυτά τα κεφάλαια ,για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη και για φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη, ως προς την καταδικαστική της διάταξη περί επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως περί ελλείψεως νομίμου βάσεως, λόγω αναφοράς στο σκεπτικό και στο διατακτικό, διαζευκτικώς των εννόμων αγαθών του παθόντος, των οποίων επήλθε διακινδύνευση (κίνδυνος για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη), και συνακόλουθα και για τη διάταξη της περί συνολικής ποινής, και παραπέμπεται ως προς τα κεφάλαια αυτά, ενώ απορρίπτεται ο άλλος λόγος της αιτήσεως για έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Αναίρεση μερική, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.