text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 729/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , περί αναιρέσεως της 27/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου).
Με κατηγορούμενο τον Χ1, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Κουφοπούλου .
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολαϊδη.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 48/18 Νοεμβρίου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1585/09.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει , ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ ( ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι το αντικείμενο αποδείξεως στη ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως, είτε όταν δεν αιτιολογεί καθόλου ή με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Ακόμη έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της αποφάσεως δεν συνάγεται με τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 27/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης ο κατηγορούμενος Χ1 κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως που του είχε αποδοθεί, και συγκεκριμένα του ότι στον ... στις 7/5/2004 εν γνώσει του κατήγγειλε ψευδώς με σχετική έγκληση του ότι ο Σ1 στον ... έθεσε χωρίς κανένα δικαίωμα και εντολή του την υπογραφή του σε τέσσερα(4) ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης ακινήτων και χρησιμοποίησε αυτά ως αποδεικτικά έγγραφα στο Ειρηνοδικείο Λήμνου κατά την εκδίκαση διεκδικητικής αγωγής της ... εναντίον του, καταμηνύοντάς τον με τον τρόπο αυτό για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας , κατ' εξακολούθηση, με χρήση. Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του το Μονομελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην απόφαση του ως σκεπτικό , μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που κατ' είδος μνημονεύει , " από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε το ψευδές του μηνυθέντος γεγονότος, ήτοι ότι ο Χ1 όντως υπέγραψε τα ανωτέρω μισθωτήρια, συνεπώς το δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το γεγονός της υπογραφής των ανωτέρω συμβολαίων από τον Χ1 και κατά συνέπεια για την αλήθεια ή μη του ανωτέρω γεγονότος το οποίο και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την παραπάνω έννοια, αφού δεν εκτίθενται καθόλου στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά , που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ούτε αιτιολογείται η κρίση του γιατί προέκυψαν αμφιβολίες ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν κάνει καμία σκέψη για την γραφολογική εξέταση που αναφέρεται στην αναγνωσθείσα ( με αριθμό αναγνωστέων εγγράφων 3) υπ' αριθμ.67/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μυτιλήνης, σύμφωνα με την οποία οι υπογραφές στα επίδικα μισθωτήρια έχουν τεθεί από τον κατηγορούμενο Χ1 και όχι από τον καταμηνυθέντα από τον τελευταίο ψευδώς Σ1. Είναι, συνεπώς ,βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές( άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 27/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατική έδρα Λήμνου), και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρείται η αθωωτική απόφαση για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 728/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαρκούλη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3434/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1495/09.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 48/4.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
" Ι) Ο Χ παραπέμφθηκε με απ' ευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας για να δικαστεί για παράβαση καθήκοντος - 259 Π.Κ.Κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου στη δικάσιμο της 28-11-2006, τούτο, με την υπ' αριθμ. 1585/2006 απόφαση του, κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην διότι ο άνω κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του Δημάρχου του Δήμου ... και με την άνω ιδιότητα κατηγορείται ότι τέλεσε το άνω έγκλημα, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 1 ν. 3463/2006 οι δήμαρχοι υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 117 παρ. 7 και 112 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Κατά τις άνω αποφάσεις ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 118/2009 έφεση και το Α Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 3434/2009 απόφαση του απέρριψε αυτή ως αβάσιμη - αφού το παραπάνω άρθρο 145 ν 3463/2006 ως δικονομική διάταξη έχει άμεση εφαρμογή και ισχύει και για τις ήδη εισαχθείσες στο τότε αρμόδιο δικαστήριο υποθέσεις. Κατά της απόφασης αυτής που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 30-9-2009, ο κατηγορούμενος άσκησε ο ίδιος στις 12-10-2009 ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αλεξάνδρειας όπου και κατοικεί, την υπ' αριθμ. 1/2009 έκθεση αναίρεσης και προβάλλει ως λόγους αναίρεσης α) Σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος β) απόλυτη ακυρότητα [ = έλλειψη ακρόασης] γ) έλλειψη αιτιολογίας δ) αντισυνταγματικότητα του άρθρου 145 ν 3463/2006 διότι αντίκειται στην αρχή της ισότητας ε) διότι το άνω άρθρο δεν ισχύει για τις ήδη εισαχθείσες υποθέσεις. II) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 2 Κ.Π.Δ. " Αναίρεση επιτρέπεται επίσης κατά της απόφασης που κήρυξε το δικαστήριο υλικά αναρμόδιο και που, όπως απαννέλθηκε, δεν προσ3άλλεται με έφεση", κατά δε την παρ. 1 του αυτού άρθρου [ 504 ΚΠοινΔ]- όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά νια την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 3701..." Από την ως άνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αν με αυτή τούτο απεφήνατο τελειωτικά επί της κατηγορίας, ήτοι όταν απεκδύεται οριστικά της υπόθεσης και δεν είναι δυνατή κατά το νόμο η επανεισαγωγή αυτής στο αυτό δικαστήριο [βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ 253 Νο2, ΑΠ 157/57 ΠΧρ Ζ 314 κ.α.] Και ότι η απόφαση του Εφετείου που απέρριψε ως αβάσιμη την ασκηθείσα έφεση κατά της απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία τούτο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, [βλ. Μπουρόπουλο Ο.Π. σελ. 254 Νο3 ΑΠ 1310/2009, ΑΠ 207/55 κ.α. δοθέντος ότι αυτή υπόκειτο σε έφεση άρθρο 487 ΚΠΔ] Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη - 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. III) Όμως και οι λόγοι αναίρεσης είναι οι μεν ως απαράδεκτοι [ οι 1-5 του αναιρετηρίου] αφού στηρίζονται σε προϋποθέσεις που δεν προκύπτει ότι έγιναν [ βλ. πρακτικά] οι δε ως αβάσιμοι διότι το άρθρο 145 παρ. 1, 3463/2005 είναι δικονομικής φύσεως διάταξη και έχει αναδρομική ισχύ - [αφού δεν προκύπτει κάτι αντίθετο] - βλ. ΑΠ 1334/98, ΑΠ 1001/81, ΑΠ 1813/2005, ΑΠ 10/2005 Ολ., Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ. α σελ. 12, ιδίως ΑΠ 378/92 - ούτε αντίκειται στο άρθρο 4 Συντ. αφού περιλαμβάνει όλους τους δημάρχους αφενός και αφετέρου τα ανώτερα δικαστήρια παρέχουν μείζονες εγγυήσεις - Ταύτα βέβαια στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 1/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ' αριθμ. 3434/2009 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 25-11-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναιρέσεως, σύμφωνα με την από 18 Φεβρουαρίου 2010 ειδική δικαστική πληρεξουσιότητα του αναιρεσείοντος Χ, την οποία και κατέθεσε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 475 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από τα ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1. Μπορεί να γίνει ακόμα και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο( ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η άσκηση του ενδίκου μέσου εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, καθώς και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Η δε παραίτηση από του ενδίκου μέσου , ως λόγος κηρύξεως αυτού απαραδέκτου, δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενον την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της ασκήσεως αυτού εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται. Κατά λογική συνέπεια, αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως ή βουλεύματος που αυτός έχει ασκήσει, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της παραιτήσεως αυτής, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν προβλεπόταν η άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέρροιας με την υπ' αριθμ. 1585/2006 απόφαση του κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην, διότι ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του Δημάρχου του Δήμου ... και με την άνω ιδιότητα κατηγορείτο ότι τέλεσε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δεδομένου ότι , σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 1 του Ν. 3463/2006 οι δήμαρχοι υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 117 παρ. 7 και 112 παρ. 2 του ΚΠΔ. Κατά της ως άνω απόφασης αυτός άσκησε την υπ' αριθμ. 118/2009 έφεση και το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 3434/2009 απόφαση του απέρριψε αυτή ως αβάσιμη, αφού το παραπάνω άρθρο 145 του Ν. 3463/2006, ως δικονομική διάταξη έχει άμεση εφαρμογή και ισχύει και για τις ήδη εισαχθείσες στο τότε αρμόδιο δικαστήριο υποθέσεις. Κατά της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε, ως αβάσιμη την ασκηθείσα έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία τούτο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην, και η οποία δεν υπόκειται σε αναίρεση, ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο την 12/10/2009 η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αλεξάνδρειας , όπου και η κατοικία του. Όμως στη συνέχεια, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε νομότυπα από το πιο πάνω ένδικο μέσο της αναίρεσης, με δήλωση του έχοντος προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρου του Αντωνίου Μαρκούλη ,στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου , πριν αρχίσει η συζήτηση, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, λόγω της παραίτησης αυτής , χωρίς να ερευνάται ο άλλος λόγος του απαραδέκτου αυτής. Υστερα από όλα αυτά και για τον προαναφερόμενο λόγο, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/10/2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3434/2009 απόφασης του Α Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, λόγω νομότυπης παραιτήσεως. Η αίτηση αναιρέσεως ήταν απαράδεκτη για άλλο λόγο, ήτοι διότι ασκήθηκε κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται σε αναίρεση, όμως δεν είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αυτός ο λόγος, καθόσον η παραίτηση δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας, ως προς τον επαγόμενο την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της ασκήσεως της αίτησης αναιρέσεως κατά αποφάσεως μη υποκείμενης σε αναίρεση.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 727/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αικατερίνη Χαρίση, περί αναιρέσεως της 1528/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1365/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 470 ΚΠΔ "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσον εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του είτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται .........", η παραβίαση δε της άνω διατάξεως ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της υπερβάσεως εξουσίας. Χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου - εκκαλούντος επέρχεται και όταν το δικαστήριο, το οποίο κρίνει επί ενδίκου μέσου που ήσκησε ο ίδιος ή ησκήθη υπέρ αυτού, παρά το ότι εκήρυξε αθώο ή έπαυσε την κατηγορία οριστικώς δι' έν από τα κεφάλαιά της ή για μερικότερες πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, διετήρησε την ιδία ποινή. Η εκ της άνω διατάξεως πηγάζουσα αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος δεν παραβιάζεται επί εξακολουθούντος εγκλήματος, όταν η για το τελευταίο αυτό επιβληθείσα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ποινή είναι μικροτέρα εκείνης, η οποία κατεγνώσθη από την πρωτόδικο απόφαση, καίτοι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διατηρεί το ίδιο ύψος για την ποινή μόνο της φυλακίσεως, αλλά μειώνει την χρηματική ποινή. Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητος αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα, είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητος. Η παραβίαση της αρχής αυτής πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής, που έχει επιβληθεί, ή της μικρής ή μεγάλης απαξίας της αξιοποίνου πράξεως, εφόσον και αυτή αποτελεί έν από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου, για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητος (Ολ. ΑΠ 14/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1528/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, δικάσαντος κατ' έφεση, τούτο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ... κατεδίκασε για παράβαση του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, πράξη τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση και, αφού έπαυσε οριστικώς, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατ' αυτού δια μία μερικοτέρα πράξη, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών (ανασταλείσα επί τριετίαν) και χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7000). Ο αναιρεσείων αιτιάται με τους σχετικούς λόγους αναιρέσεώς του, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, με την χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, επήλθε δε, εξ αυτού, κατ' εκτίμηση, και απόλυτη ακυρότης, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητος, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιβάλλει την αυτή ποινή φυλακίσεως των πέντε (5) μηνών δια της υπ' αριθμ. 280/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Όμως, όπως προκύπτει από την επίσης παραδεκτή επισκόπηση της τελευταίας αυτής (πρωτοδίκου) αποφάσεως, αυτή επέβαλε μεν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, χρηματική δε ποινή εννέα χιλιάδων (9000) ευρώ, ήτοι η επιβληθείσα ποινή πρωτοδίκως είναι μεγαλυτέρα της ποινής που επέβαλε η προσβαλλομένη απόφαση, των πέντε (5) μηνών και επτά χιλιάδων (7000) ευρώ, λαμβάνουσα καταφανώς υπ' όψη της κατά την επιμέτρηση της ποινής το γεγονός της οριστικής παύσεως της ποινικής διώξεως για την μία μερικοτέρα πράξη.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, οι λόγοι αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας και απολύτου ακυρότητος, εκ της χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου και της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς εξέταση, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1528/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 12 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 470 ΚΠΔ. Εάν υπάρχει χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, τότε υπάρχει υπέρβαση εξουσίας. Αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδ. β' Συντάγματος). Πότε υπάρχει απόλυτη ακυρότητα από την παραβίασή της. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έπαυσε οριστικά για μια μερικότερη πράξη, επέβαλε την αυτή με το πρωτόδικο ποινή φυλακίσεως, μείωσε όμως τη χρηματική ποινή, δεν χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Κατηγορούμενος, Αναλογικότητας αρχή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 742/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χαραλάμπους, περί αναιρέσεως της 85669/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 894/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 171 §1δ, 329, 331 §1, 333, 364 §1, 369 και 510 §1Α ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκησή του από το άρ. 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει, κατ' ακριβή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ότι "από την αποδεικτική διαδικασία. Και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει τις πράξεις που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη", στα πρακτικά δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως και με τον τίτλο "αναγνωστέα" δηλ. "έγγραφα" αναφέρεται "η παραπάνω απόφαση με τα πρακτικά και τα έγγραφα". Και στην περίπτωση που εννοείται η πρωτοβάθμια (126615/05) απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, και πάλι δεν αναγράφονται σε αυτή έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Έτσι, με τα παραπάνω όμως, το δικάσαν Δικαστήριο στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεώς του αναφέρει μεν κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, ως προς την περί ενοχής της κατηγορουμένης κρίση του, ειδικά δε, ως προς τα έγγραφα αναφέρει κατά λέξη: "...και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο ....". Η διατύπωση αυτή, δεν προσδιορίζει τα έγγραφα αυτά με ακρίβεια ώστε να μην ανακύπτει αμφιβολία περί την ταυτότητά τους, για να μπορεί έτσι να διακριβωθεί αν συγκεκριμένα έγγραφα αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, δηλαδή, δεν καθίσταται σαφές ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, καθώς και ποία ήταν αυτά και ότι δεν υπήρξε αποκλεισμός κάποιων εγγράφων. Επίσης, η ταυτότητα των εγγράφων αυτών, δεν διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ούτε τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κατά τα άνω δικανικής πεποίθησης. Εξάλλου, δεν προκύπτει αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Μάλιστα δε, από τη διατύπωση της φράσης αυτής "... και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο ....", παράγεται απόλυτη βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε ως αποδεικτικό μέσο έγγραφα τα οποία ασφαλώς δεν αναγνώσθηκαν. Επίσης, δεν αναφέρονται τα προσδιοριστικά της ταυτότητάς τους στοιχεία, ούτε προκύπτει το περιεχόμενό τους με κανένα τρόπο, δηλαδή έστω και εμμέσως, από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν παράγεται η βεβαιότητα ότι αυτά αναγνώσθηκαν. Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας μοναδικός, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 85669/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 43 Ν. 2696/99 και φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Για την ενοχή του κατηγορουμένου λήφθηκαν υπόψη έγγραφα, που δεν προκύπτει η ανάγνωσή τους στο ακροατήριο, ούτε η ταυτότητα του περιεχομένου τους από άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεκτός ο σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγος της αιτήσεως. Αναιρεί απόφαση. Παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
| 0
|
Αριθμός 725/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κοκκονό, περί αναιρέσεως της 649/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης.
Με συγκατηγορούμενο τον Ψ.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30.6.2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1385/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2446/1996, το μεταφορικό έργο που πραγματοποιείται κατ' αποκλειστικότητα από τα ειδικά τουριστικά λεωφορεία δημοσίας χρήσης συνίσταται στη διενέργεια εκτάκτων γραμμών και γραμμών κλειστής διαδρομής που εξυπηρετούν μεταφορά προσχηματισμένης ομάδας προσώπων και αποσκευών με κοινό προορισμό, απαγορευομένης της με οποιονδήποτε τρόπο εκτέλεσης συγκοινωνίας ως εξής: α).... ζ) μεταφορά μαθητών για πραγματοποίηση εκδρομών, ενώ κατά τις διατάξεις της παρ. 2β και δ του ιδίου άρθρου στην περίπτωση ζ' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, εκδρομές μαθητών της δημοσίας εκπαίδευσης μπορούν κατ' εξαίρεση να πραγματοποιούνται και από τα ΚΤΕΛ ή ΡΟΔΑ με ολική μίσθωση, όταν εκτελούνται χωρίς διανυκτέρευση των εκδρομέων και με αφετηρία το νομό της έδρας τους. Οι κατά τα ανωτέρω εξαιρέσεις της παρούσας παραγράφου για την ανάθεση του μεταφορικού έργου των περιπτώσεων στ', ζ' και η' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου εφόσον πρόκειται για φορέα του δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε ειδικά τουριστικά λεωφορεία ή σε λεωφορεία του ΚΤΕΛ ή ΡΟΔΑ επιτρέπονται μόνο μετά τη διενέργεια δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι μαθητικές εκδρομές της δημόσιας εκπαίδευσης, όταν εκτελούνται χωρίς διανυκτέρευση, μπορεί να πραγματοποιούνται κατ' εξαίρεση και από τα ΚΤΕΛ. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του ΠΔ 201/1998 και των υπ' αριθ. Γ2/4832/3-12-1990 και Γ2/5959/6-11-2001 αποφάσεων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 11 και 45 παρ. 3 του ν. 15567 1985, αφενός μεν καθορίστηκε η διάρκεια του σχολικού (1/9-31/8) και του διδακτικού έτους (από 1-9-2676) και ορίστηκαν τα εξής: οι μετακινήσεις- επισκέψεις εκτός σχολείου για τους μαθητές της ... εκπαίδευσης διακρίνονται σε ημερήσιες διδακτικές εκδρομές και διδακτικές επισκέψεις. Αυτές δεν μπορούν να υπερβούν τις 9 για κάθε διδακτικό έτος, εντάσσονται δε στην εκπαιδευτική διαδικασία και υπηρετούν διδακτικούς και παιδαγωγικούς σκοπούς του αναλυτικού προγράμματος (άρθρο 13 παρ. 3 του άνω διατάγματος). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι μαθητικές εκδρομές των σχολείων δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης έχουν εκπαιδευτικό χαρακτήρα και υπηρετούν διδακτικούς και παιδαγωγικούς σκοπούς του προγράμματος σπουδών. Οι μαθητικές εκδρομές διενεργούνται κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους και συνεπώς και κατά τη διάρκεια αργιών και Σαββατοκύριακου που εμπίπτουν εντός του διδακτικού έτους και πραγματοποιούνται με την τήρηση των διαγραφομένων από το νόμο προϋποθέσεων. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 649/2009 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Στη ... στις 28-5-2005, με πρόθεση παρέβησαν τις διατάξεις του Ν. 711/1977 "περί Ειδικών Τουριστικών Λεωφορείων", και ειδικότερα: Ο πρώτος κατηγορούμενος Ψ, ως Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ) Νομού ...", με τον διακριτικό τίτλο " Κ.Τ.Ε.Λ. .... Α.Ε", και οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, ως οδηγοί, χρησιμοποίησαν λεωφορεία του ΚΤΕΛ για μεταφορικό έργο που ανήκει αποκλειστικά στα Δημοσίας Χρήσεως Τουριστικά Λεωφορεία και συγκεκριμένα: κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο πρώτος κατηγορούμενος Ψ, με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, δρομολόγησε τα με αριθμούς κυκλοφορίας ..., δημόσιας χρήσης υπεραστικά λεωφορεία του ΚΤΕΛ ..., με οδηγούς τους δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 και τρίτο κατηγορούμενο Χ, αντίστοιχα, για την πραγματοποίηση ημερήσιας εκδρομής του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του Δημοτικού Σχολείου ..., με τη συμμετοχή μαθητών και κηδεμόνων, με προγραμματισμένη αναχώρηση από τις ..., μετάβαση στο .... και επιστροφή στις ... το ίδιο βράδυ. Τούτο δε έπραξαν, παρά το γεγονός ότι η ημέρα διενέργειας της ανωτέρω εκδρομής ήταν Σάββατο και γνωρίζοντας ότι οι εκδρομές, οι οποίες διοργανώνονται από συλλόγους γονέων και κηδεμόνων και πραγματοποιούνται κατά τις ημέρες του Σαββάτου και Κυριακής δεν εντάσσονται κατά νόμο στο πλαίσιο των σχολικών εκδρομών και δεν δύνανται ως εκ τούτου να εκτελούνται από υπεραστικά λεωφορεία του ΚΤΕΛ. Κατά τον τρόπο δε αυτόν, εκτέλεσαν μεταφορικό έργο που κατ' αποκλειστικότητα ανήκει στα Δημοσίας Χρήσεως Τουριστικά Λεωφορεία. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι για τις παραπάνω πράξεις, απορριπτομένου του προβληθέντος από τον συνήγορο υπεράσπισής τους αυτοτελούς ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ως αβασίμου. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ενόχους τους αναιρεσείοντες της αξιόποινης πράξης της παράβασης του ν. 711/1987 με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους κατά πλειοψηφία, του ότι): : Στη ..., στις 28-5-2005, με πρόθεση παρέβησαν τις διατάξεις του Ν. 711/1977 "περί Ειδικών Τουριστικών Λεωφορείων" και ειδικότερα: Ο πρώτος κατηγορούμενος Ψ, ως Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων Κ.Τ.Ε.Λ) Νομού ...", με τον διακριτικό τίτλο " Κ.Τ.Ε.Λ ... Α.Ε", και οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι Χ1και Χ2 αντίστοιχα, ως οδηγοί, χρησιμοποίησαν λεωφορεία του ΚΤΕΛ για μεταφορικό έργο, που ανήκει αποκλειστικά στα Δημοσίας Χρήσεως Τουριστικά Λεωφορεία και συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο πρώτος κατηγορούμενος Ψ, με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, δρομολόγησε τα με αριθμούς κυκλοφορίας ..., δημόσιας χρήσης υπεραστικά λεωφορεία του ΚΤΕΛ ..., με οδηγούς τους δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 και τρίτο κατηγορούμενο Χ2, αντίστοιχα, για την πραγματοποίηση ημερήσιας εκδρομής του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του Δημοτικού Σχολείου Αμυκλών, με την συμμετοχή μαθητών και κηδεμόνων, με προγραμματισμένη αναχώρηση από τις ..., μετάβαση στο ... και επιστροφή στις ... το ίδιο βράδυ. Τούτο δε έπραξαν, παρά το γεγονός ότι η ημέρα διενέργειας της ανωτέρω εκδρομής ήταν Σάββατο και γνωρίζοντας ότι οι εκδρομές, οι οποίες διοργανώνονται από συλλόγους γονέων και κηδεμόνων και πραγματοποιούνται κατά τις ημέρες του Σαββάτου και Κυριακής δεν εντάσσονται κατά νόμο στο πλαίσιο των σχολικών εκδρομών και δεν δύνανται ως εκ τούτου να εκτελούνται από υπεραστικά λεωφορεία του ΚΤΕΛ. Κατά τον τρόπο δε αυτόν, εκτέλεσαν μεταφορικό έργο που κατ' αποκλειστικότητα ανήκει στα Δημοσίας Χρήσεως Τουριστικά Λεωφορεία". Με αυτά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άνω άρθρα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα, το δικαστήριο κατεδίκασε τους αναιρεσείοντες για το ότι ως οδηγοί δρομολόγησαν τα αναφερόμενα δημοσίας χρήσης υπεραστικά λεωφορεία του ΚΤΕΛ ... για την πραγματοποίηση ημερήσιας εκδρομής του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του Δημοτικού Σχολείου ... με τη συμμετοχή μαθητών και κηδεμόνων παρά το γεγονός ότι η μέρα διενέργειας της εκδρομής ήταν Σάββατο και γνωρίζοντας ότι οι εκδρομές οι οποίες διοργανώνονται από Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων και πραγματοποιούνται κατά τις ημέρες του Σαββάτου και Κυριακής δεν εντάσσονται κατά το νόμο στο πλαίσιο των σχολικών εκδρομών και δεν δύναται να εκτελούνται από υπεραστικά λεωφορεία του ΚΤΕΛ. Όμως, στο αιτιολογικό της η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά με βάση ποια πραγματικά γεγονότα και αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στην κρίση ότι οι εκδρομές οι οποίες πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους κατά τις ημέρες του Σαββάτου και Κυριακής δεν εντάσσονται στο πλαίσιο των σχολικών εκδρομών.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ως αλυσιτελούς. Όθεν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6497 2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιοι Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 19 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι μαθητικές εκδρομές της δημόσιας εκπαίδευσης, όταν εκτελούνται χωρίς διανυκτέρευση, μπορεί να πραγματοποιούνται κατ' εξαίρεση και από τα ΚΤΕΛ. Οι εκδρομές αυτές διενεργούνται κατά τη διάρκεια του μαθητικού έτους (διδακτικού έτους) και συνεπώς και κατά τη διάρκεια αργιών και Σαββατοκύριακων. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας για την διενέργεια της μαθητικής εκδρομής κατά το αναφερόμενο Σάββατο. Περιεχόμενό των σχετικών διατάξεων. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Λεωφορεία τουριστικά.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 715/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου,
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1609/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Χ2 και 2) Χ3 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1516/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 404/16.12.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 182/9-10-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ... (...) κατά του 1609/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2980/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών : Α) τον Χ2, κάτοικο ..., για να δικαστεί για: α) εκβίαση σε βαθμό κακουργήματος β) παράνομη βία γ) διατάραξη οικιακής ειρήνης και δ) φθορά ξένης ιδιοκτησίας και Β) τους Χ1 και Χ3 για ηθική αυτουργία από κοινού στις αμέσως παραπάνω πράξεις του πρώτου κατηγορουμένου. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις οι παραπάνω ηθικοί αυτουργοί οι οποίες απορρίφθηκαν ως αβάσιμες στην ουσία τους από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 1016/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών ο Χ1 άσκησε την 129/10-7-08 αίτησή του αναιρέσεως η οποία έγινε δεκτή με την 1376/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο τόσο γι' αυτόν όσο και για τον συγκατηγορούμενό του Χ3. Συγκεκριμένα ο Άρειος πάγος αναίρεσε το βούλευμα αυτό για έλλειψη αιτιολογίας και ειδικότερα για το ότι (ακριβής αντιγραφή ) σ' αυτό: "Δεν παρατίθεται συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό με το οποίο να αποδεικνύεται α)ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του, προκάλεσαν την απόφαση, δηλαδή την με οποιονδήποτε τρόπο δημιουργία βούλησης στο δέκτη φυσικό αυτουργό, β)τα μέσα με τα οποία οι αναφερόμενοι πέτυχαν την κατά τα άνω πρόκληση και γ)τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της δράσης αυτών, ως ηθικών αυτουργών, και των τελεσθεισών αξιοποίνων πράξεων. Τέλος, δεν μνημονεύεται σχετικό περιστατικό που να θεμελιώνει το δόλο του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του, συνιστάμενο στη συνείδηση αυτών ότι παρήγαγαν στον φυσικό αυτουργό Χ2 την απόφαση να εκτελέσει τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, καθώς και στη συνείδηση των αξιοποίνων πράξεων, στις οποίες τον παρακίνησαν. Οι παραλείψεις αυτές καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις κατά τα άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν και για το λόγο αυτό, κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 484 παρ.1 περ. δ' Κ.Π.Δ πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο βασίμως προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αναίρεσης, τόσο για τον αναιρεσείοντα, όσο και για τον συγκατηγορούμενό του Χ3, ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 469 Κ.Π.Δ., καθόσον οι λόγοι αναιρέσεως δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ)." Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών επανήλθε και με το 1609/2009 βούλευμά του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία τους εν μέρει τις εφέσεις του Χ1 και του Χ3 κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος ως αβάσιμες για την πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε κακουργηματική εκβίαση ενώ δέχθηκε αυτές στην ουσία τους και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος τους για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε παράνομη βία, διατάραξη οικιακής ειρήνης και φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 6-10-2009 στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση και στις 22-10-2009 στον αντίκλητο δικηγόρο του Ι. Ηρειώτη, όπως προκύπτει από το σχετικά αποδεικτικά των δικαστικών επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ... και ..., και αυτός στις 9-10-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (αρθ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και ζητά την εξαφάνισή του για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. (α. 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ ). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή (α. 473, 474 και 482 του ΚΠΔ ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το α. 385 παρ.1 εδ. α` του ΠΚ "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 380 παρ.1 και 2 αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου η με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω κακουργηματική μορφή του, απαιτείται αντικειμενικώς α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλές, οι ποίες εκλαμβάνονται ως σοβαρές (πραγματοποιήσιμες) από τον απειλούμενο, είναι δε ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής με την έννοια ότι η πραγματοποίηση του προαγγελθέντος κακού πρόκειται να επακολουθήσει αμέσως, αν ο εξαναγκαζόμενος δεν ήθελε προβεί στην επιζητούμενη επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς (αν δηλαδή ο εξαναγκασμός δεν επιτυγχάνεται με σωματική βία ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής) πρόκειται για εκβίαση, τιμωρούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφ. γ` του ίδιου ως άνω άρθρου, σε βαθμό πλημμελήματος. Για την υποκειμενική υπόσταση του ίδιου εγκλήματος απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα (ΑΠ 1117/2004 Π Λόγος 2004.1384, ΑΠ 1886/2005 ΠΧ' 2006.524 , ΑΠ 829/2006 ΠΧ1 2007.229 ). Σύμφωνα με το α. 45 του ΠΚ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επί μέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος. Υπάρχει δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσής της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου (ΑΠ 871/2007 ΠΧ' 2008.242, ΑΠ 810/2006 ΠΧ' 2007.222, ΑΠ 1585/2005 ΠΧ' 2006.418). Τέλος σύμφωνα με το α. 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς: α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός( ΑΠ 949/2007 ΠΧ' 2008.249 , ΑΠ 1477/2005 ΠΧ' 2006.249, ΑΠ 1585/2005 ΠΧ' 2006.418). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι είναι δυνατή η από κοινού ηθική αυτουργία στην τέλεση ενός εγκλήματος (ΑΠ 7/1977 ΠΧ' 1977.485). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (Ολ. ΑΠ 1/2005 ΠΛογ 2005.49, Ολ. ΑΠ 2/2004 ΠΛογ 2004.1015 , ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2095/2008, ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795, ΑΠ 911/1995 ΠΧ' 1995.1440, ΑΠ 459/1992 ΠΧ' 1992.545).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του με καθολική αναφορά στην στη ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα ότι, μετά από στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας, και ειδικότερα της έγκλησης, των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και του εγκαλούντα, (εκτός των μαρτυρικών καταθέσεων των κατηγορούμενων που δόθηκαν κατά την αστυνομική προανάκριση οι οποίες δεν ελήφθησαν υπόψη), των απολογιών όλων των κατηγορουμένων και των υπομνημάτων τους, των εφέσεων και των υπομνημάτων των εκκαλούντων και όλων των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, προέκυψαν, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος ..., ήταν εμπορικός διευθυντής της εταιρείας με την επωνυμία CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΕΠΕΥ και η σύζυγος του ΑΑ, μέτοχος κατά 70% και πρόεδρος του Δ.Σ. Στην εταιρεία αυτή εργαζόταν ως υπάλληλος και ο ΓΓ, ο οποίος γνώριζε από παλαιότερα τον εκκαλούντα Χ1 και τον έπεισε να αγοράσει μέρος των μετοχών της εταιρείας αυτής η οποία θα εισήρχετο στο Χρηματιστήριο και θα ανέβαινε η αξία τους . Πράγματι το καλοκαίρι του 2000 ο εκκαλών αγόρασε μετοχές της εταιρίας αυτής αξίας 14.000.000 δραχμών. Ο έτερος των εκκαλούντων Χ3, αφού πληροφορήθηκε από τον πρώτο, με τον οποίο είχαν από παλαιότερα γνωριμία και επαγγελματική σχέση, τη συμφέρουσα επένδυση που επρόκειτο να κάνει, ζήτησε από αυτόν να συμμετέχει και εκείνος σε αυτήν και του παρέδωσε το ποσό των 350.000 δραχμών για το σκοπό αυτό. Όμως οι μετοχές της εταιρείας αυτής δεν εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο και η αξία τους μειώθηκε. Μεγάλος αριθμός προσώπων τα οποία είχαν επενδύσει χρήματα σε αξιόγραφα της ίδιας εταιρείας υπέβαλλαν εγκλήσεις κατά του εγκαλούντα και της συζύγου του για απάτη αφού έχασαν τα χρήματα τους . Εν όψει του γεγονότος αυτού, ο εγκαλών Ψ, προκειμένου να αποφύγει την υποβολή εγκλήσεως εκ μέρους του Χ1 για απάτη, εξέδωσε μια επιταγή ποσού 23.700 κυπριακών λιρών με ημερομηνία 29-1-2004, σε διαταγή του εκκαλούντα αυτού, την οποία του παρέδωσε δια χειρός του ΓΓ. Την επιταγή αυτή ο εκκαλών με οπισθογράφηση μεταβίβασε στον ΔΔ, κάτοικο ..., ο οποίος την εμφάνισε για πληρωμή σε τράπεζα στην Κύπρο την 8-4-2004 και την 8-6-2004 αλλά βρέθηκε ακάλυπτη και δεν πληρώθηκε. Ο κομιστής ΔΔ την 7-7-2004 υπέβαλλε έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών για το αδίκημα τη ακάλυπτης επιταγής αλλά αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. Β71/2004 διάταξη του ως άνω Εισαγγελέα, λόγω μη εγκυρότητας του τίτλου και συγκεκριμένα λόγω ελλείψεως τόπου έκδοσης. Οι εκκαλούντες αφού αντιλήφθηκαν ότι με τη νόμιμη οδό δε μπορούσαν να εισπράξουν την επιταγή απευθύνθηκαν στον συγκατηγορούμενό τους Χ2 ο οποίος ήταν γνώστης και άλλων τρόπων είσπραξης αμφισβητούμενων ή και ανύπαρκτων οφειλών και ζήτησαν από αυτόν να προβεί στην είσπραξη του ποσού της επιταγής, με τους τρόπους που αυτός γνώριζε και σε αντάλλαγμα θα του κατέβαλλαν μέρος του ποσού αυτού, το οποίο δε διακριβώθηκε στην ανάκριση, όμως θα ήταν περίπου το 30% του ποσού που θα εισπράττετο. Ο Χ2 πείστηκε από τους εκκαλούντες και ανέλαβε το έργο αυτό αντί της ως άνω αμοιβής την οποία ο ίδιος αποκαλεί χαρτζιλίκι. Για την εκτέλεση του προέβη στις παρακάτω ενέργειες. 1) Το Νοέμβριο του 2006 προσήλθε στα γραφεία της εταιρίας ΣΑΙΝ ΤΖΩΡΤΖ Α.Ε., που βρίσκονται στην ... σε πολυκατοικία επί της οδού ..., βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο παθών Ψ και απαίτησε από την υπάλληλο ΒΒ, τα χρήματα που όπως είπε του οφείλει ο εγκαλών. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του, της επέδειξε μία επιταγή της Κυπριακής τράπεζας HELLENIC BANK, που είχε εκδοθεί από τον Ψ, με ημερομηνία 29-1-2004 εις διαταγή του εκκαλούντος-κατηγορουμένου Χ1, ποσού είκοσι τριών χιλιάδων επτακοσίων (23.700) κυπριακών λιρών. Όταν η υπάλληλος του είπε, ότι δεν έχει τέτοια εντολή, της απάντησε να τον βρει, εννοώντας Ψ και να έχει τα χρήματα σε δύο (2) ημέρες, γιατί αλλιώς "ξέρει τι θα πάθει". Μετά από δύο - τρεις ημέρες ο ανωτέρω ξαναπήγε στην έδρα της προαναφερθείσας εταιρίας και επανέλαβε τις απειλές εναντίον του εγκαλούντος. Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, ερευνώντας για την κατοικία του μηνυτή, πήγε στο σπίτι της μητέρας του, στην οδό ... στο ... και την απείλησε λέγοντας της ότι όπου και να κρύβεται ο γιος της θα τον βρει γιατί του χρωστάει χρήματα. "Την 7-3-2007 το πρωί και ενώ ο εγκαλών βρισκόταν στην κατοικία του στη ..., εμφανίσθηκε ο ανωτέρω κατηγορούμενος, εισέβαλε με την βία στο διαμέρισμα και του επέδειξε την προαναφερόμενη επιταγή, λέγοντας του "χρωστάς στον φίλο μου χρήματα και εγώ ήρθα για να εισπράξω και να πάρω την αμοιβή μου". Ο Ψ απάντησε ότι δεν οφείλει χρήματα στον Χ1 και του ζήτησε να συζητήσουν για το θέμα αυτό μετά από την επιστροφή του από επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα. Το βράδυ της 14-3-07, μετά από απαίτηση του Χ2, συναντήθηκαν σε καφενείο στο ..., όπου ο κατηγορούμενος αυτός του ζήτησε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για αμοιβή του, προκειμένου να λήξει το θέμα της επιταγής. Του υποσχέθηκε μάλιστα προστασία με τη φράση "θα μου δώσεις 15.000 ευρώ και θα κλείσουμε το θέμα με την επιταγή και μάλιστα από δω και πέρα όποιος σε πειράξει θα έχει να κάνει μαζί μου". Όταν ο εγκαλών αρνήθηκε, ο ανωτέρω κατηγορούμενος τον απείλησε με τη φράση "θα μείνεις εδώ όλο το βράδυ, δεν πρόκειται να ξαναδείς το σπίτι σου, εγώ θα πάρω τα 15 χιλιάρικα" και ακολούθως τον επιβίβασε με τη βία στο αυτοκίνητο του, το οποίο δεν έφερε πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας και κινήθηκε στην Λ. Πεντέλης με μεγάλη ταχύτητα και επικίνδυνους ελιγμούς. Ταυτόχρονα με τις απειλές "εδώ πιο πάνω έχω καθαρίσει και άλλον έναν που έκανε το ζόρικο όπως εσύ ... ή θα μου δώσεις τα 15 χιλιάρικα ή θα σε στείλω στο νοσοκομείο για 8 μήνες το ίδιο θα σου κοστίσει, ίσως και περισσότερο γιατί μόλις βγεις θα σε ξαναστείλω... δεν πρόκειται να γλιτώσεις από μας, ξέρουμε το σπίτι σου, ξέρουμε τη γυναίκα σου, μετά θα έρθει η σειρά της ... κατάλαβες τι σου λέω, θα μου δώσεις τα χρήματα γιατί εγώ δεν αστειεύομαι, θα ανοίξω την πόρτα τώρα και θα σε πετάξω έξω ..." και κρατώντας τον με το δεξιό χέρι του από το λαιμό, απαιτούσε το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό. Τότε ο εγκαλών υποσχέθηκε να του καταβάλει το ποσό των 15.000 € και ζήτησε χρόνο για να το συγκεντρώσει. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος τον απείλησε και πάλι με τη φράση "πρόσεξε γιατί εάν δεν έχω τα χρήματα την Τετάρτη εσύ την Πέμπτη δεν θα ζεις ...". Το απόγευμα της 21-03-2007 ο Χ2 πήγε πάλι στην εταιρία "ΣΑΙΝΤ ΤΖΩΡΤΖ Α.Ε." και με απειλητική διάθεση ζήτησε από την ΒΒ να δει τον Ψ. Επειδή αυτός απουσίαζε μίλησε μαζί του στο τηλέφωνο και αφού έφυγε για λίγα λεπτά, επανήλθε. Τότε ο Ψ επικοινώνησε με την υπάλληλο του τηλεφωνικά και της συνέστησε να αποχωρήσει από το γραφείο. Όταν αυτή είπε στον κατηγορούμενο ότι πρέπει να φύγει για επαγγελματικούς λόγους, αυτός εξαγριώθηκε και, αφού της είπε "δεν θα πας πουθενά", την εμπόδιζε να αποχωρήσει. Παρενέβη τότε υπάλληλος της ιδιωτικής ασφάλειας του κτιρίου, ο οποίος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από τον εγκαλούντα και η υπάλληλος βρήκε την ευκαιρία και αποχώρησε. Επιστρέφοντας στο γραφείο, μετά από μία ώρα, διαπίστωσε ότι ήταν κατεστραμμένος ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, ο εκτυπωτής, η ντουλάπα του γραφείου, ένα σερβίτσιο και διάφορα άλλα αντικείμενα. Περί ώρα 14.00, της 30-3-2007, ο Χ2 πήγε εκ νέου στην οικία του εγκαλούντος με απειλητικές διαθέσεις και αυτός φοβούμενος δεν του άνοιξε και κάλεσε την Άμεση Δράση. Τέλος, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν την ίδια ημέρα συμφώνησαν να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ την 4 ή την 5 Απριλίου 2007. Την 3-4-2007 ο εγκαλών υπέβαλε στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής την έγκληση του κατά του Χ2 για την πράξη της εκβίασης και κατά των ΓΓ και Χ1 για ηθική αυτουργία σε εκβίαση. Από το Τμήμα αυτό προσημειώθηκαν τα χαρτονομίσματα και τις απογευματινές ώρες της 4-4-2007 ο Χ2 συνελήφθη στην κατοικία του Ψ, μόλις παρέλαβε το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Απολογούμενος κατά την προανάκριση και κατά την κυρία ανάκριση ο Χ2 αποκάλυψε ότι ανέλαβε την είσπραξη του ποσού της επιταγής κατ' εντολή του κατηγορουμένου Χ3, αρνήθηκε ότι απείλησε τον εγκαλούντα πλην όμως δέχθηκε ότι επισκέφθηκε κατ' επανάληψη το γραφείο του και την κατοικία του, καθώς και την κατοικία της μητέρας του, ομολόγησε ότι προκάλεσε φθορές σε πράγματα (ηλεκτρονικό υπολογιστή κ.τ.λ.) στο γραφείο του και ότι με τη βία τον οδήγησε στη Λ. Πεντέλης και ισχυρίσθηκε, αρχικά ότι τα χρήματα που θα εισέπραττε θα ήταν δικά του και στη συνέχεια ότι αν εισέπραττε ολόκληρο το ποσόν της επιταγής θα ελάμβανε ένα μέρος από αυτό ως "χαρτζιλίκι". Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορούμενου Χ2 δεν αντικρούουν τις κατηγορίες που του αποδίδονται αλλά τις ενισχύουν. Από τα ως άνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι αυτός με απειλές ενωμένες με κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα αλλά και για τη ζωή του εγκαλούντα και των ως άνω συγγενικών και φιλικών του προσώπων, που απεύθυνε προς τους παθόντες Ψ, ΕΕ, ΒΒ και στη μητέρας του εγκαλούντα, απαίτησε από τον εγκαλούντα να του καταβάλει το ποσό των 23.700 κυπριακών λιρών ή 40.862 ευρώ γνωρίζοντας ότι η απαίτηση αυτή ήταν παράνομη. Από τον τρόπο ενέργειας και τις φράσεις που απεύθυνε στους παθόντες προκύπτει ότι το κακό που προανήγγειλε ο κατηγορούμενος επρόκειτο να επακολουθήσει αμέσως αν ο εγκαλών στην ορισθείσα προθεσμία δεν κατέβαλλε το ποσό που αυτός του ζητούσε. Τα γεγονότα αυτά ανάγκασαν τον εγκαλούντα να απευθυνθεί στην αστυνομία να υποβάλλει την έγκληση και να συλληφθεί ο κατηγορούμενος αυτός κατά την παραλαβή του προϊόντος της εκβίασης. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η απαίτηση των εκκαλούντων δεν ήταν νόμιμη και ότι για το λόγο αυτό είχε επιλεγεί αυτός για να την εισπράξει, άλλως οι εκκαλούντες θα είχαν καταφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο. Ο εγκαλών Ψ δεν όφειλε τα χρήματα αυτά στους εκκαλούντες αφού δεν επέστρεψαν τις μετοχές που είχαν αγοράσει και ο εγκαλών δεν αγόρασε από αυτούς κάτι. Η έκδοση της επιταγής έγινε από τον εγκαλούντα όχι επειδή όφειλε χρήματα στους εκκαλούντες αλλά επειδή ήθελε να αποφύγει τυχόν υποβολή έγκλησης από αυτούς σε βάρος του για απάτη λόγω της απαξίωσης των μετοχών που αυτοί είχαν αγοράσει, από την εταιρεία που αυτός ήταν διευθυντής οικονομικού. Η πράξη της εκβίασης έγινε με περισσότερες από μία επιμέρους πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος αυτού, όπως προκύπτει από την ως άνω παράθεση αυτών. Εκτός από την πράξη της εκβίασης κατ' εξακολούθηση που στοιχειοθετείται πλήρως σε βάρος του κατηγορούμενου αυτού στοιχειοθετούνται πλήρως και οι λοιπές πράξεις της παράνομης βίας, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και διατάραξης οικιακής ειρήνης, με τις οποίες κατηγορείται και έχει παραπεμφθεί να δικαστεί με το εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο ως προς αυτόν έχει καταστεί αμετάκλητο. Επίσης πλήρως στοιχειοθετείται σε βάρος των εκκαλούντων η πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού στην εκβίαση κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο Χ2, αφού αυτοί με εντολή που του έδωσαν και με αμοιβή που υποσχέθηκαν να του δώσουν τον έπεισαν να εκβιάσει τον εγκαλούντα και με τον τρόπο αυτό να εισπράξει το ποσό της επιταγής. Οι εκκαλούντες με τις απολογίες τους και την έφεση τους αρνούνται την κατηγορία, και προβάλουν αντίθετους ισχυρισμούς, αποδίδοντας ο ένας στον άλλον την εντολή προς τον Χ2 για την είσπραξη του ποσού της επιταγής. Όμως από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, που αναφέρονται ανωτέρω, οι ισχυρισμοί τους αυτοί διαψεύδονται, από αυτά προκύπτει ότι αυτοί από κοινού, βρήκαν τον Χ2 και τον έπεισαν να τελέσει την πράξη της εκβίασης. Εφόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω, προκύπτουν σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων, ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο την εναντίον τους κατηγορία για την πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε εκβίαση κατ' εξακολούθηση που κατηγορούνται, πρέπει να παραπεμφθούν στο αρμόδιο δικαστήριο να δικαστούν γι αυτή και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών που τους παρέπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών να δικαστούν για την πράξη αυτή καλώς έπραξε, ενώ οι εκκαλούντες, που με τις εφέσεις τους υποστηρίζουν τα αντίθετα, σφάλουν και πρέπει οι εφέσεις αυτές ν' απορριφθούν κατ' ουσία ως προς την πράξη αυτή και να επιβληθούν σ' αυτούς τα δικαστικά έξοδα. Επίσης το ίδιο Συμβούλιο εκτός από αυτά δέχθηκε ακόμα με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις ότι : Συμπληρωματικά δε προς όσα αναφέρονται στην πιο πάνω εισαγγελική πρόταση πρέπει να τονιστεί ότι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι ήσαν εμπνευστές και επινόησαν την τέλεση του αδικήματος της εκβίασης, για να υλοποιήσουν δε τη συγκεκριμένη πράξη, ήτοι την είσπραξη της αναφερόμενης τραπεζικής επιταγής, απευθύνθηκαν στο συγκατηγορούμενό τους Χ2 και άσκησαν αποφασιστική επίδραση και επιρροή στο σχηματισμό της βούλησης αυτού, προκειμένου να τελέσει την πιο πάνω αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι με εντολή που έδωσαν στον πιο πάνω συγκατηγορούμενό τους και με υπόσχεση καταβολής αμοιβής (οικονομικού ανταλλάγματος) σ' αυτόν, του προκάλεσαν την απόφαση να εκτελέσει την ως άνω διαπραχθείσα αξιόποινη πράξη, που συνιστά την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκβίασης (κακουργηματικής). Εξάλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ως άνω τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι για την παρακίνηση του ως άνω συγκατηγορουμένου τους (φυσικού αυτουργού) στην εκτέλεση της πράξης του, παρήγαγαν πραγματικά σ' αυτόν την απόφαση να την εκτελέσει. Τούτο δε διότι ο τελευταίος δεν είχε καμία απολύτως σχέση, γνωριμία ή άλλη εμπλοκή με τον εγκαλούντα Ψ, η δε ανάμειξη του στην υπόθεση οφείλεται στην πρόκληση της σχετικής απόφασης από τους εκκαλούντες-κατηγορουμένους. Επιπλέον, αυτοί είχαν την πρόθεση να επιδράσουν στη βούληση του πιο πάνω φυσικού αυτουργού με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και αποσκοπούσαν στην παρότρυνση τούτου να διαπράξει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής εκβίασης. Ακόμη, η εν λόγω πράξη του φυσικού αυτουργού ταυτίζεται και δεν συνιστά κάτι διαφορετικό σε σχέση με την πράξη που προκάλεσαν οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι ηθικοί αυτουργοί και ως εκ τούτου υφίσταται η απαιτούμενη σχέση εξαρτήσεως της συμμετοχικής πράξης από την αυτουργία. Αντίθετα, ως προς τις αποδιδόμενες στους ίδιους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε παράνομη βία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας και διατάραξη οικιακής ειρήνης, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εν λόγω πράξεις που τελέστηκαν από το φυσικό αυτουργό δεν προκλήθηκαν απ' αυτούς, δηλαδή δεν ήσαν οι πράξεις που αυτοί θέλησαν και συνεπώς δεν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής τους γι' αυτές. Περαιτέρω, η ως άνω κρίση του Συμβουλίου τούτου περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για την παραπάνω αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε εκβίαση (κακουργηματική) κατ' εξακολούθηση προκύπτει από την, κατά την καθιερούμενη με τη διάταξη του άρθρου 177 ΚΠοινΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, των εγγράφων που προσκομίστηκαν και έχουν επισυναφθεί στη δικογραφία, σε συνδυασμό με τις απολογίες των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, το περιεχόμενο της εκθέσεως εφέσεως αυτών, όλων των υπομνημάτων αυτού των διαδίκων, καθώς και την απολογία των λοιπών κατηγορουμένων. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή: α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε εκβίαση από κοινού σε βαθμό κακουργήματος β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των α. 45, 46 και 385 του Π.Κ., γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει ρητά: α) την παράνομη απαίτηση που είχε ο αναιρεσείων από τον εγκαλούντα Ψ, ύψους 23.700 κυπριακών λιρών από επιταγή που ελήφθη υπό καθεστώς εκβίασης ώστε να μην υποβληθεί έγκληση σε βάρος του για απάτη β) την πρόθεσή του να εισπράξει το ποσό αυτό της επιταγής χωρίς προσφυγή στην δικαιοσύνη γ) την ανεύρεση από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ3 τον Χ2, δ) την δημιουργία σ' αυτόν (Χ2) και από τους δύο από κοινού της απόφασης να εξαναγκάσει τον εγκαλούντα με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής να καταβάλει το ποσό αυτό δ) τα μέσα δημιουργίας αυτής της απόφασης (υπόσχεση καταβολής ποσοστού 30% επί του ποσού που αυτός θα εισέπραττε) γ) τις αλλεπάλληλες προσπάθειες του αυτουργού Χ2 να εξαναγκάσει τον εγκαλούντα με τα μέσα που συμφωνήθηκαν (απειλές με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής) να καταβάλει το παραπάνω ποσό δ) την ευόδωση των απειλών αυτών και την καταβολή ποσού 10.000 ευρώ από τον εγκαλούντα προς τον Χ2 με προορισμό τους ηθικούς αυτουργούς ε) τον αιτιώδη σύνδεσμο των απειλών με την καταβολή και την αμέσως μετά από αυτή σύλληψή του Χ2 με το ποσό που είχε αποσπάσει. Ακόμα ο αναιρεσείων παραπονείται επειδή ελήφθη υπόψη για την παραπομπή του, κατά παράβαση του α. 211 Α του ΚΠΔ, η επιβαρυντική γι' αυτόν απολογία του συγκατηγορουμένου Χ3. Οι θέσεις του όμως αυτές είναι νομικά αβάσιμες επειδή: α) η παραπομπή του στηρίχτηκε εκτός από την απολογία του Χ3 και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει αναλυτικά και β) η παραπομπή με μόνη την απολογία συγκατηγορουμένου δεν αντίκειται στο α. 211 Α του ΚΠΔ και δεν δημιουργείται από αυτή λόγος αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος (ΑΠ 2066/2008 , ΑΠ 1450/2006 ΠΔ' 2007.253, ΑΠ 854/2006 ΠΧ' 2007.236, ΑΠ 1302/2004 ΠΧ' 2005.533). Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η εσφαλμένη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, και ειδικότερα των υπέρ αυτού θέσεων του αυτουργού Χ2, ανάγεται στην ανέλεγκτη εκ μέρους του Συμβουλίου κρίση των πραγματικών περιστατικών η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1534/2008, AΠ 567/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 1071/2005 ΠΧ' 2006.134). Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών παρέπεμψε στο ακροατήριο τον Χ2, εκτός των άλλων, και για κακουργηματική εκβίαση και τον αναιρεσείοντα Χ1 και τον Χ3 για ηθική αυτουργία από κοινού στην πράξη αυτή. Το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε τις εφέσεις των ηθικών αυτουργών ως αβάσιμες στην ουσία τους και επικύρωσε το πρωτοβάθμιο βούλευμα. Το Συμβούλιο όμως Εφετών ενώ διατυπώνει την άποψη ότι η συμπεριφορά του Χ2 έχει την μορφή της εξακολουθητικής εκβίασης παρά ταύτα δεν διαφοροποίησε το διατακτικό του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που έχει αποδεχθεί την τέλεση μιας μόνο πράξης εκβίασης και κατ' επέκταση μιας πράξεως ηθικής αυτουργίας από κοινού. Από την θέση αυτή του Συμβουλίου Εφετών δεν δημιουργείται κανένας λόγος αναιρέσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος επειδή και σε περίπτωση που αυτό παρέπεμπε τους κατηγορουμένους για εξακολουθητική εκβίαση δεν υπήρχε πρόβλημα ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας αφού: α) οι μερικότερες πράξεις περιλαμβάνονται στην αρχική πράξη β) δεν διαφοροποιείται ο χρόνος τελέσεώς τους γ) με τον τρόπο αυτό γίνεται διευκρίνιση και ακριβέστερος προσδιορισμός των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 811/2004) και δ) ο χαρακτηρισμός ενός εγκλήματος κατ' εξακολούθηση ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστικού συμβουλίου (ΑΠ 1834/2008). Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1 , όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 , σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί η 182/9-10-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ... (...) κατά του 1609/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 16 Δεκεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη 182/9-10-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, στρεφόμενη κατά του 1609/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν εν μέρει την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου 2980/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και με το οποίο παραπέμπει τελικά αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε κακουργηματική εκβίαση (άρθρ. 45,46 § 1α, 385 § 1 στοιχ. α' σε συνδ. με το άρθρο 380 § 1 ΠΚ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον αυτός παραπέμπεται για κακούργημα (άρθρ. 482 § 1 περ. α' ΚΠΔ), γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Σύμφωνα με το άρθρο 385 § 1 εδ. α' του ΠΚ "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 380 § 1 και 12 (δηλ. με κάθειρξη και περίπτωση θανάτου κλπ με ισόβια κάθειρξη), αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλή ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω κακουργηματική μορφή του, απαιτείται αντικειμενικώς α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλές, οι ποίες εκλαμβάνονται ως σοβαρές (πραγματοποιήσιμες) από τον απειλούμενο, είναι δε ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής με την έννοια ότι η πραγματοποίηση του προαγγελθέντος κακού πρόκειται να επακολουθήσει αμέσως, αν ο εξαναγκαζόμενος δεν ήθελε προβεί στην επιζητούμενη επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς (αν δηλαδή ο εξαναγκασμός δεν επιτυγχάνεται με σωματική βία ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής) πρόκειται για εκβίαση, τιμωρούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφ. γ' του ίδιου ως άνω άρθρου, σε βαθμό πλημμελήματος. Για την υποκειμενική υπόσταση του ίδιου εγκλήματος απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξη τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επί μέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος. Υπάρχει δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεση της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση της και να γνωρίζει ότι ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς: α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι είναι δυνατή η από κοινού ηθική αυτουργία στην τέλεση ενός εγκλήματος. Τέλος, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του με καθολική αναφορά στην στη ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα δέχθηκε ότι, μετά από στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας, και ειδικότερα από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος ..., ήταν εμπορικός διευθυντής της εταιρείας με την επωνυμία CONFΙΝΕ ΕΛΛΑΣ ΑΕΠΕΥ και η σύζυγος του ΑΑ, μέτοχος κατά 70% και πρόεδρος του Δ.Σ. Στην εταιρεία αυτή εργαζόταν ως υπάλληλος και ο ΓΓ, ο οποίος γνώριζε από παλαιότερα τον εκκαλούντα Χ1 και τον έπεισε να αγοράσει μέρος των μετοχών της εταιρείας αυτής η οποία θα εισήρχετο στο Χρηματιστήριο και θα ανέβαινε η αξία τους. Πράγματι το καλοκαίρι του 2000 ο εκκαλών αγόρασε μετοχές της εταιρίας αυτής αξίας 14.000.000 δραχμών. Ο έτερος των εκκαλούντων Χ3, αφού πληροφορήθηκε από τον πρώτο, με τον οποίο είχαν από παλαιότερα γνωριμία και επαγγελματική σχέση, τη συμφέρουσα επένδυση που επρόκειτο να κάνει, ζήτησε από αυτόν να συμμετέχει και εκείνος σε αυτήν και του παρέδωσε το ποσό των 350.000 δραχμών για το σκοπό αυτό. Όμως οι μετοχές της εταιρείας αυτής δεν εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο και η αξία τους μειώθηκε. Μεγάλος αριθμός προσώπων τα οποία είχαν επενδύσει χρήματα σε αξιόγραφα της ίδιας εταιρείας υπέβαλλαν εγκλήσεις κατά του εγκαλούντα και της συζύγου του για απάτη αφού έχασαν τα χρήματα τους. Εν όψει του γεγονότος αυτού, ο εγκαλών Ψ, προκειμένου να αποφύγει την υποβολή εγκλήσεως εκ μέρους του Χ1 για απάτη, εξέδωσε μια επιταγή ποσού 23.700 κυπριακών λιρών με ημερομηνία 29-1-2004, σε διαταγή του εκκαλούντα αυτού, την οποία του παρέδωσε δια χειρός του ΓΓ. Την επιταγή αυτή ο εκκαλών με οπισθογράφηση μεταβίβασε στον ΔΔ, κάτοικο ..., ο οποίος την εμφάνισε για πληρωμή σε τράπεζα στην Κύπρο την 8-4-2004 και την 8-6-2004 αλλά βρέθηκε ακάλυπτη και δεν πληρώθηκε. Ο κομιστής ΔΔ την 7-7-2004 υπέβαλλε έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών για το αδίκημα τη ακάλυπτης επιταγής αλλά αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. Β71/2004 διάταξη του ως άνω Εισαγγελέα, λόγω μη εγκυρότητας του τίτλου και συγκεκριμένα λόγω ελλείψεως τόπου έκδοσης. Οι εκκαλούντες αφού αντιλήφθηκαν ότι με τη νόμιμη οδό δε μπορούσαν να εισπράξουν την επιταγή απευθύνθηκαν στον συγκατηγορούμενό τους Χ2 ο οποίος ήταν γνώστης και άλλων τρόπων είσπραξης αμφισβητούμενων ή και ανύπαρκτων οφειλών και ζήτησαν από αυτόν να προβεί στην είσπραξη του ποσού της επιταγής, με τους τρόπους που αυτός γνώριζε και σε αντάλλαγμα θα του κατέβαλλαν μέρος του ποσού αυτού, το οποίο δε διακριβώθηκε στην ανάκριση, όμως θα ήταν περίπου το 30% του ποσού που θα εισπράττετο. Ο Χ2 πείστηκε από τους εκκαλούντες και ανέλαβε το έργο αυτό αντί της ως άνω αμοιβής την οποία ο ίδιος αποκαλεί χαρτζιλίκι. Για την εκτέλεση του προέβη στις παρακάτω ενέργειες. 1) Το Νοέμβριο του 2006 προσήλθε στα γραφεία της εταιρίας ΣΑΙΝ ΤΖΩΡΤΖ Α.Ε., που βρίσκονται στην ... σε πολυκατοικία επί της οδού ..., βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο παθών Ψ και απαίτησε από την υπάλληλο ΒΒ, τα χρήματα που όπως είπε του οφείλει ο εγκαλών. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του, της επέδειξε μία επιταγή της Κυπριακής τράπεζας HELLENIC ΒΑΝΚ, που είχε εκδοθεί από τον Ψ, με ημερομηνία 29-1-2004 εις διαταγή του εκκαλούντος- κατηγορουμένου Χ1, ποσού είκοσι τριών χιλιάδων επτακοσίων (23.700) κυπριακών λιρών. Όταν η υπάλληλος του είπε, ότι δεν έχει τέτοια εντολή, της απάντησε να τον βρει, εννοώντας Ψ και να έχει τα χρήματα σε δύο (2) ημέρες, γιατί αλλιώς "ξέρει τι θα πάθει". Μετά από δύο - τρεις ημέρες ο ανωτέρω ξαναπήγε στην έδρα της προαναφερθείσας εταιρίας και επανέλαβε τις απειλές εναντίον του εγκαλούντος. Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, ερευνώντας για την κατοικία του μηνυτή, πήγε στο σπίτι της μητέρας του, στην οδό ... στο ... και την απείλησε λέγοντας της ότι όπου και να κρύβεται ο γιος της θα τον βρει γιατί του χρωστάει χρήματα. "Την 7-3-2007 το πρωί και ενώ ο εγκαλών βρισκόταν στην κατοικία του στη ..., εμφανίσθηκε ο ανωτέρω κατηγορούμενος, εισέβαλε με την βία στο διαμέρισμα και του επέδειξε την προαναφερόμενη επιταγή, λέγοντας του "χρωστάς στον φίλο μου χρήματα και εγώ ήρθα για να εισπράξω και να πάρω την αμοιβή μου". Ο Ψ απάντησε ότι δεν οφείλει χρήματα στον Χ1 και του ζήτησε να συζητήσουν για το θέμα αυτό μετά από την επιστροφή του από επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα. Το βράδυ της 14-3-07, μετά από απαίτηση του Χ2, συναντήθηκαν σε καφενείο στο ..., όπου ο κατηγορούμενος αυτός του ζήτησε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για αμοιβή του, προκειμένου να λήξει το θέμα της επιταγής. Του υποσχέθηκε μάλιστα προστασία με τη φράση "θα μου δώσεις 15.000 ευρώ και θα κλείσουμε το θέμα με την επιταγή και μάλιστα από δω και πέρα όποιος σε πειράξει θα έχει να κάνει μαζί μου". Όταν ο εγκαλών αρνήθηκε, ο ανωτέρω κατηγορούμενος τον απείλησε με τη φράση "θα μείνεις εδώ όλο το βράδυ, δεν πρόκειται να ξαναδείς το σπίτι σου, εγώ θα πάρω τα 15 χιλιάρικα" και ακολούθως τον επιβίβασε με τη βία στο αυτοκίνητό του, το οποίο δεν έφερε πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας και κινήθηκε στην Λ. Πεντέλης με μεγάλη ταχύτητα και επικίνδυνους ελιγμούς. Ταυτόχρονα με τις απειλές "εδώ πιο πάνω έχω καθαρίσει και άλλον έναν που έκανε το ζόρικο όπως εσύ ... ή θα μου δώσεις τα 15 χιλιάρικα ή θα σε στείλω στο νοσοκομείο για 8 μήνες το ίδιο θα σου κοστίσει, ίσως και περισσότερο γιατί μόλις βγεις θα σε ξαναστείλω ... δεν πρόκειται να γλιτώσεις από μας, ξέρουμε το σπίτι σου, ξέρουμε τη γυναίκα σου, μετά θα έρθει η σειρά της ... κατάλαβες τι σου λέω, θα μου δώσεις τα χρήματα γιατί εγώ δεν αστειεύομαι, θα ανοίξω την πόρτα τώρα και θα σε πετάξω έξω ..." και κρατώντας τον με το δεξιό χέρι του από το λαιμό, απαιτούσε το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό. Τότε ο εγκαλών υποσχέθηκε να του καταβάλει το ποσό των 15.000 € και ζήτησε χρόνο για να το συγκεντρώσει. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος τον απείλησε και πάλι με τη φράση "πρόσεξε γιατί εάν δεν έχω τα χρήματα την Τετάρτη εσύ την Πέμπτη δεν θα ζεις ...". Το απόγευμα της 21-03-2007 ο Χ2 πήγε πάλι στην εταιρία "ΣΑΙΝΤ ΤΖΩΡΤΖ Α.Ε." και με απειλητική διάθεση ζήτησε από την ΒΒ να δει τον Ψ. Επειδή αυτός απουσίαζε μίλησε μαζί του στο τηλέφωνο και αφού έφυγε για λίγα λεπτά, επανήλθε. Τότε ο Ψ επικοινώνησε με την υπάλληλο του τηλεφωνικά και της συνέστησε να αποχωρήσει από το γραφείο. Όταν αυτή είπε στον κατηγορούμενο ότι πρέπει να φύγει για επαγγελματικούς λόγους, αυτός εξαγριώθηκε και, αφού της είπε "δεν θα πας πουθενά", την εμπόδιζε να αποχωρήσει. Παρενέβη τότε υπάλληλος της ιδιωτικής ασφάλειας του κτιρίου, ο οποίος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από τον εγκαλούντα και η υπάλληλος βρήκε την ευκαιρία και αποχώρησε. Επιστρέφοντας στο γραφείο, μετά από μία ώρα, διαπίστωσε ότι ήταν κατεστραμμένος ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, ο εκτυπωτής, η ντουλάπα του γραφείου, ένα σερβίτσιο και διάφορα άλλα αντικείμενα. Περί ώρα 14.00, της 30-3-2007, ο Χ2 πήγε εκ νέου στην οικία του εγκαλούντος με απειλητικές διαθέσεις και αυτός φοβούμενος δεν του άνοιξε και κάλεσε την Άμεση Δράση. Τέλος, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν την ίδια ημέρα συμφώνησαν να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ την 4 ή την 5 Απριλίου 2007. Την 3-4-2007 ο εγκαλών υπέβαλε στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής την έγκληση του κατά του Χ2 για την πράξη της εκβίασης και κατά των ΓΓ και Χ1 για ηθική αυτουργία σε εκβίαση. Από το Τμήμα αυτό προσημειώθηκαν τα χαρτονομίσματα και τις απογευματινές ώρες της 4-4-2007 ο Χ2 συνελήφθη στην κατοικία του Ψ, μόλις παρέλαβε το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Απολογούμενος κατά την προανάκριση και κατά την κυρία ανάκριση ο Χ2 αποκάλυψε ότι ανέλαβε την είσπραξη του ποσού της επιταγής κατ' εντολή του κατηγορουμένου Χ3, αρνήθηκε ότι απείλησε τον εγκαλούντα πλην όμως δέχθηκε ότι επισκέφθηκε κατ' επανάληψη το γραφείο του και την κατοικία του, καθώς και την κατοικία της μητέρας του, ομολόγησε ότι προκάλεσε φθορές σε πράγματα (ηλεκτρονικό υπολογιστή κ.τ.λ.) στο γραφείο του και ότι με τη βία τον οδήγησε στη Λ. Πεντέλης και ισχυρίσθηκε, αρχικά ότι τα χρήματα που θα εισέπραττε θα ήταν δικά του και στη συνέχεια ότι αν εισέπραττε ολόκληρο το ποσόν της επιταγής θα ελάμβανε ένα μέρος από αυτό ως "χαρτζιλίκι". Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορούμενου Χ2 δεν αντικρούουν τις κατηγορίες που του αποδίδονται αλλά τις ενισχύουν. Από τα ως άνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι αυτός με απειλές ενωμένες με κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα αλλά και για τη ζωή του εγκαλούντα και των ως άνω συγγενικών και φιλικών του προσώπων, που απεύθυνε προς τους παθόντες Ψ, ΕΕ, ΒΒ και στη μητέρας του εγκαλούντα, απαίτησε από τον εγκαλούντα να του καταβάλει το ποσό των 23.700 κυπριακών λιρών ή 40.862 ευρώ γνωρίζοντας ότι η απαίτηση αυτή ήταν παράνομη. Από τον τρόπο ενέργειας και τις φράσεις που απεύθυνε στους παθόντες προκύπτει ότι το κακό που προανήγγειλε ο κατηγορούμενος επρόκειτο να επακολουθήσει αμέσως αν ο εγκαλών στην ορισθείσα προθεσμία δεν κατέβαλλε το ποσό που αυτός του ζητούσε. Τα γεγονότα αυτά ανάγκασαν τον εγκαλούντα να απευθυνθεί στην αστυνομία να υποβάλλει την έγκληση και να συλληφθεί ο κατηγορούμενος αυτός κατά την παραλαβή του προϊόντος της εκβίασης. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η απαίτηση των εκκαλούντων δεν ήταν νόμιμη και ότι για το λόγο αυτό είχε επιλεγεί αυτός για να την εισπράξει, άλλως οι εκκαλούντες θα είχαν καταφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο. Ο εγκαλών Ψ δεν όφειλε τα χρήματα αυτά στους εκκαλούντες αφού δεν επέστρεψαν τις μετοχές που είχαν αγοράσει και ο εγκαλών δεν αγόρασε από αυτούς κάτι. Η έκδοση της επιταγής έγινε από τον εγκαλούντα όχι επειδή όφειλε χρήματα στους εκκαλούντες αλλά επειδή ήθελε να αποφύγει τυχόν υποβολή έγκλησης από αυτούς σε βάρος του για απάτη λόγω της απαξίωσης των μετοχών που αυτοί είχαν αγοράσει, από την εταιρεία που αυτός ήταν διευθυντής οικονομικού. Η πράξη της εκβίασης έγινε με περισσότερες από μία επιμέρους πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος αυτού, όπως προκύπτει από την ως άνω παράθεση αυτών. Εκτός από την πράξη της εκβίασης κατ' εξακολούθηση που στοιχειοθετείται πλήρως σε βάρος του κατηγορούμενου αυτού στοιχειοθετούνται πλήρως και οι λοιπές πράξεις της παράνομης βίας, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και διατάραξης οικιακής ειρήνης, με τις οποίες κατηγορείται και έχει παραπεμφθεί να δικαστεί με το εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο ως προς αυτόν έχει καταστεί αμετάκλητο. Επίσης πλήρως στοιχειοθετείται σε βάρος των εκκαλούντων η πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού στην εκβίαση κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο Χ2, αφού αυτοί με εντολή που του έδωσαν και με αμοιβή που υποσχέθηκαν να του δώσουν τον έπεισαν να εκβιάσει τον εγκαλούντα και με τον τρόπο αυτό να εισπράξει το ποσό της επιταγής. Οι εκκαλούντες με τις απολογίες τους και την έφεση τους αρνούνται την κατηγορία, και προβάλουν αντίθετους ισχυρισμούς, αποδίδοντας ο ένας στον άλλον την εντολή προς τον Χ2 για την είσπραξη του ποσού της επιταγής. Όμως από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, που αναφέρονται ανωτέρω, οι ισχυρισμοί τους αυτοί διαψεύδονται, από αυτά προκύπτει ότι αυτοί από κοινού, βρήκαν τον Χ2 και τον έπεισαν να τελέσει την πράξη της εκβίασης. Εφόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω, προκύπτουν σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων, ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο την εναντίον τους κατηγορία για την πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε εκβίαση κατ' εξακολούθηση που κατηγορούνται, πρέπει να παραπεμφθούν στο αρμόδιο δικαστήριο να δικαστούν γι αυτή και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών που τους παρέπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών να δικαστούν για την πράξη αυτή καλώς έπραξε, ενώ οι εκκαλούντες, που με τις εφέσεις τους υποστηρίζουν τα αντίθετα, σφάλουν και πρέπει οι εφέσεις αυτές ν' απορριφθούν κατ' ουσία ως προς την πράξη αυτή και να επιβληθούν σ' αυτούς τα δικαστικά έξοδα". Επίσης το ίδιο Συμβούλιο εκτός από αυτά δέχθηκε ακόμα με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις ότι : "Συμπληρωματικά δε προς όσα αναφέρονται στην πιο πάνωεισαγγελική πρόταση πρέπει να τονιστεί ότι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι ήσαν εμπνευστές και επινόησαν την τέλεση του αδικήματος της εκβίασης, για να υλοποιήσουν δε τη συγκεκριμένη πράξη, ήτοι την είσπραξη της αναφερόμενης τραπεζικής επιταγής, απευθύνθηκαν στο συγκατηγορούμενό τους Χ2 και άσκησαν αποφασιστική επίδραση και επιρροή στο σχηματισμό της βούλησης αυτού, προκειμένου να τελέσει την πιο πάνω αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι με εντολή που έδωσαν στον πιο πάνω συγκατηγορούμενό τους και με υπόσχεση καταβολής αμοιβής (οικονομικού ανταλλάγματος) σ' αυτόν, του προκάλεσαν την απόφαση να εκτελέσει την ως άνω διαπραχθείσα αξιόποινη πράξη, που συνιστά την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκβίασης (κακουργηματικής). Εξάλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ως άνω τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι για την παρακίνηση του ως άνω συγκατηγορουμένου τους (φυσικού αυτουργού) στην εκτέλεση της πράξης του, παρήγαγαν πραγματικά σ' αυτόν την απόφαση να την εκτελέσει. Τούτο δε διότι ο τελευταίος δεν είχε καμία απολύτως σχέση, γνωριμία ή άλλη εμπλοκή με τον εγκαλούντα Ψ, η δε ανάμειξη του στην υπόθεση οφείλεται στην πρόκληση της σχετικής απόφασης από τους εκκαλούντες-κατηγορουμένους. Επιπλέον, αυτοί είχαν την πρόθεση να επιδράσουν στη βούληση του πιο πάνω φυσικού αυτουργού με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και αποσκοπούσαν στην παρότρυνση τούτου να διαπράξει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής εκβίασης. Ακόμη, η εν λόγω πράξη του φυσικού αυτουργού ταυτίζεται και δεν συνιστά κάτι διαφορετικό σε σχέση με την πράξη που προκάλεσαν οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι ηθικοί αυτουργοί και ως εκ τούτου υφίσταται η απαιτούμενη σχέση εξαρτήσεως της συμμετοχικής πράξης από την αυτουργία. Αντίθετα, ως προς τις αποδιδόμενες στους ίδιους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε παράνομη βία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας και διατάραξη οικιακής ειρήνης, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εν λόγω πράξεις που τελέστηκαν από το φυσικό αυτουργό δεν προκλήθηκαν απ" αυτούς, δηλαδή δεν ήσαν οι πράξεις που αυτοί θέλησαν και συνεπώς δεν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής τους γι' αυτές. Περαιτέρω, η ως άνω κρίση του Συμβουλίου τούτου περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για την παραπάνω αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε εκβίαση (κακουργηματική) κατ' εξακολούθηση προκύπτει από την, κατά την καθιερούμενη με τη διάταξη του άρθρου 177 ΚΠοινΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, των εγγράφων που προσκομίστηκαν και έχουν επισυναφθεί στη δικογραφία, σε συνδυασμό με τις απολογίες των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, το περιεχόμενο της εκθέσεως εφέσεως αυτών, όλων των υπομνημάτων αυτού των διαδίκων, καθώς και την απολογία των λοιπών κατηγορουμένων".
Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή : α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε εκβίαση από κοινού σε βαθμό κακουργήματος β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των α. 45, 46 και 385 του Π.Κ., γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει ρητά : α) την παράνομη απαίτηση που είχε ο αναιρεσείων από τον εγκαλούντα Ψ, ύψους 23.700 κυπριακών λιρών από επιταγή που ελήφθη υπό καθεστώς εκβίασης ώστε να μην υποβληθεί έγκληση σε βάρος του για απάτη β) την πρόθεση του να εισπράξει το ποσό αυτό της επιταγής χωρίς προσφυγή στην δικαιοσύνη γ) την ανεύρεση από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ3 του Χ2 δ) την δημιουργία σ' αυτόν (Χ2) και από τους δύο από κοινού της απόφασης να εξαναγκάσει τον εγκαλούντα με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής να καταβάλει το ποσό αυτό δ) τα μέσα δημιουργίας αυτής της απόφασης (υπόσχεση καταβολής ποσοστού 30% επί του ποσού που αυτός θα εισέπρατε) γ) Το γεγονός ότι ο Χ2 δεν είχε καμία απολύτως σχέση, γνωριμία ή άλλη εμπλοκή ή μέχρι τότε με τον εγκαλούντα Ψ, η δε ανάμειξή του στην υπόθεση οφείλεται στην πρόκληση της σχετικής απόφασης από τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ3, δ) τις αλλεπάλληλες προσπάθειες του αυτουργού Χ2 να εξαναγκάσει τον εγκαλούντα με τα μέσα που συμφωνήθηκαν (απειλές με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής) να καταβάλει το παραπάνω ποσό ε) την ευόδωση των απειλών αυτών και την καταβολή ποσού 10.000 ευρώ από τον εγκαλούντα προς τον Χ2 με προορισμό τους ηθικούς αυτουργούς στ) τον αιτιώδη σύνδεσμο των απειλών με την καταβολή και την αμέσως μετά από αυτή σύλληψη του Χ2 με το ποσό που είχε αποσπάσει. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος από τα άρθρα 484 § 1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω ο αναιρεσείων παραπονείται επειδή ελήφθη υπόψη για την παραπομπή του, κατά παράβαση του άρθρου 211 Α του ΚΠΔ, η επιβαρυντική γι' αυτόν απολογία του συγκατηγορουμένου του Χ3. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι νομικά αβάσιμος επειδή: η παραπομπή με μόνη την απολογία συγκατηγορουμένου δεν αντίκειται στο άρθρο 211 Α του ΚΠΔ και δεν δημιουργείται από αυτή λόγος αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, πράγμα που ισχύει μόνον κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και όταν το δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση. Εξάλλου, η παραπομπή του αναιρεσείοντος στηρίχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκτός από την απολογία του Χ3, και σε άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται αναλυτικά στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Επομένως ο δεύτερος από το άρθρ. 484 § 1δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Θα πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι η εσφαλμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, και ειδικότερα των υπέρ αυτού θέσεων του αυτουργού Χ2, ανάγεται στην ανέλεγκτη εκ μέρους του Συμβουλίου κρίση των πραγματικών περιστατικών η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 182/9-10-2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ... (...), για αναίρεση του 1609/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική εκβίαση. Έννοια συναυτουργίας και ηθικής αυτουργίας. Πλήρης και σαφής αιτιολογία. Έννοια άρθρου 211Α ΚΠΔ. Δεν εφαρμόζεται στην προδικασία. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ηθική αυτουργία, Συναυτουργία, Εκβίαση.
| 1
|
Αριθμός 714/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού- Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου Ρόδου Δωδεκανήσου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.916/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον Λ.
Με πολιτικώς ενάγουσα "ΦΑΡΜΑΚΑΠΟΘΗΚΗ ΣΙΦΑΡΜ ΕΠΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 947/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό ..., στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω: Ι) Το συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2083/2008 βούλευμά του "
Παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους: 1), πρώην κάτοικο ... και ήδη αγνώστου διαμονής και 2) Χ, φαρμακοποιό, κάτοικο ... και ήδη προσωρινά κρατούμενο στη Δικαστική Φυλακή ..., για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι στους παρακάτω τόπους και χρόνους, τέλεσαν τις ακόλουθες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Α) Στην ... από αρχές του θέρους 2003 έως 8-8-2003 από κοινού ενεργώντας ύστερα από συναπόφαση και με κοινό δόλο, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ενώ το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ο Χ είναι φαρμακοποιός και εκμεταλλεύεται επιχείρηση φαρμακείου στη ... με την εταιρική επωνυμία "Χ Ε.Ε. φαρμακευτική εταιρία". Στα πλαίσια άσκησης της παραπάνω δραστηριότητας του συνεργαζόταν από αρκετά έτη με την μηνύτρια εταιρία με την επωνυμία "SIFARM ΕΠΕ" που διατηρεί φαρμακαποθήκη στο ..., προμηθευόμενος απ'αυτήν διάφορες πoσότnτες φαρμάκων. Στις αρχές του θέρους του έτους 2003 ο Χ εμφανίστηκε στα γραφεία της μηνύτριας εταιρίας, στη λεωφόρο ... και τον νόμιμο εκπρόσωπο της Ξ, μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο Γάλλο υπήκοο Λ, τον οποίο συνέστησε ως νόμιμο εκπρόσωπο της γαλλικής εταιρίας φαρμάκων με την επωνυμία "PHARMA LAB SA" με την οποία ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε συνεργαστεί πολλές φορές στο παρελθόν. Οι ως άνω Χ και Λ ενεργώντας από κοινού κατόπιν συναπόφασης παρέστησαν ψευδώς στον Ξ ότι η γαλλική αυτή εταιρία "PHARMA LAB SA" της οποίας ο Λ ήταν δήθεν εκπρόσωπος επιθυμεί να παραγγείλει μια μεγάλη ποσότητα των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων STANOZOLE και OXYBOLONE με σκοπό την εξαγωγή τους στη Γαλλία. . Ο Ξ πείσθηκε από τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων, ενόψει μάλιστα της μακροχρόνιας συνεργασίας που είχε στο παρελθόν με τον Χ να προβεί στη σχετική πώληση προς τη γαλλική εταιρία των φαρμακευτικών αυτών ιδιοσκευασμάτων συνολικής αξίας 204.130 ευρώ. Στη συνέχεια ο Χ εμφανίσθηκε στην έδρα της μηνύτριας εταιρίας στις 28-7-2003, μαζί με άγνωστο συνεργό τους που εμφανίσθηκε ως υπάλληλος της εταιρίας κούριερ με την επωνυμία ACS, ο οποίος παρέλαβε μέρος των εμπορευμάτων, υποτίθεται με σκοπό να παραδοθούν αυτά στην ανωτέρω αγοράστρια γαλλική εταιρία. Συγκεκριμένα παρελήφθησαν 23.600 δισκία του σκευάσματος STANOZOLE bt 30 tabs (σε κουτιά των 30 δισκίων έκαστο), προς 3,32 ευρώ έκαστο, συνολικής αξίας 76.360 ευρώ και 6.700 δισκία του σκευάσματος Oxybolone bt 20 tabs ( σε κουτιά των 20 δισκίων έκαστο) προς 10,70 έκαστο, συνολικής αξίας 71.690 ευρώ. Για τα εμπορεύματα αυτά, αξίας 148.050 ευρώ, που παραδόθηκαν στον Χ και τον άγνωστο συνεργό τους, η μηνύτρια εταιρία εξέδωσε και παρέδωσε το υπ' αριθμ. ...τιμολόγιο και το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής, ενώ ο άγνωστος δράστης, υποτίθεται υπάλληλος της πιο πάνω εταιρίας κούριερ, εξέδωσε και παρέδωσε στον Ξ το υπ' αριθμ. ... πλαστό αποδεικτικό παράδοσης- παραλαβής της εταιρίας κούριερ με την επωνυμία ACS. Ο Χ κατέβαλε εξ ιδίων μέρος της αξίας των παραληφθέντων εμπορευμάτων στο νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας και συγκεκριμένα το ποσό των 50.000 ευρώ σε μετρητά. Ακολούθως, την 8-8-2003 εμφανίσθηκε ο ίδιος ο Λ στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, μαζί με τον Χ και τον υποτιθέμενο υπάλληλο κούριερ της εταιρίας ACS, και παριστάνοντας και πάλι εν γνώσει τους ψευδώς ότι ο Λ είναι νόμιμος εκπρόσωπος της γαλλικής εταιρίας φαρμάκων με την επωνυμία " PHARMA L,AB S.A.", έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας να τους παραδώσει .το υπόλοιπο μέρος των εμπορευμάτων, δηλαδή 4.000 δισκία του σκευάσματος "STANOZOLE bt 30 tabs (σε κουτιά των 30 δισκίων έκαστο) προς 3,32 ευρώ έκαστο, συνολικής αξίας 13.280 ευρώ και 4.000 δισκία του σκευάσματος "Oxybolone" σε κουτιά των 20 δισκίων έκαστο προς 10,70 ευρώ το καθένα, συνολικής αξίας 42.800 ευρώ (αμφότερα τα σκευάσματα είχαν αξία 56.080 ευρώ) υποτίθεται με σκοπό να τα παραδώσει στην ανωτέρω αγοράστρια εταιρία. Η μηνύτρια εταιρία εξέδωσε και τους παρέδωσε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο και το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής και ο άγνωστος συνεργός τους, υποτίθεται υπάλληλος της πιο πάνω εταιρίας κούριερ, εξέδωσε και παρέδωσε στον νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας το υπ' αριθμ. ... πλαστό αποδεικτικό παράδοσης- παραλαβής της εταιρίας κούριερ με την επωνυμία ACS. Την ίδια ημέρα [8.8.2003] ο Χ κατέλαβε και πάλι με δικά του χρήματα μέρος της αξίας των εμπορευμάτων ποσού 50.000 ευρώ στον Ξ ενώ απέμεινε ανεξόφλητο ποσό 104.130 ευρώ. Για το υπόλοιπο μέρος του τιμήματος των φαρμάκων, που ανήλθε συνολικά σε 204.130 ευρώ, ποσού 104.130 ευρώ, ο Χ παρέδωσε στον Ξ ρονολογημένες επιταγές με αριθμούς : α) ..., με αναφερόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-1-2004, ποσού 20.000 ευρώ της Αγροτικής Τράπεζας, έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "Ροίηt Εκδοτική ΑΕ" εις διαταγήν του Χ, β)..., με ημερομηνία έκδοσης 28-2-2004, ποσού 20.000 ευρώ της Αγροτικής Τράπεζας, έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "Ροίηt Εκδοτική ΑΕ" εις διαταγήν του Χ, γ) ..., με ημερομηνία έκδοσης 30-10-2004 ποσού 30.000 ευρώ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "Text Color A.E." εις διαταγήν του Χ και δ) ..., με ημερομηνία έκδοσης 10-11-2004 ποσού 30.000 ευρώ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "Text & Color Α.Ε." εις διαταγήν του Χ, τις οποίες ο τελευταίος μεταβίβασε λόγω οπισθογράφησης στην εταιρία SIFARM ΕΠΕ και παρέδωσε έναντι μέρους του τιμήματος στον εκπρόσωπο της Ξ με τη διαβεβαίωση ότι θα πληρωθούν πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησης τους, μάλιστα οι δύο πρώτες ανακλήθηκαν λόγω κλοπής τους. Όλα όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή καθόσον η γαλλική εταιρία με την επωνυμία "PHARMA LAB S.A'." ουδέποτε προτίθετο να συνάψει σύμβαση αγοραπωλησίας αναβολικών φαρμάκων, με τη μηνύτρια εταιρία, ουδέποτε είχε αποστείλει στην Ελλάδα νόμιμο εκπρόσωπο της για να παραλάβει τα εμπορεύματα αυτά, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν ήταν ο Λ, ουδέποτε παρήγγειλε και παρέλαβε η γαλλική εταιρία τα εμπορεύματα αυτά. Τούτα δε διαπιστώθηκαν με την υπ' αριθμ. ... Έκθεση Ελέγχου και Επεξεργασίας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, καθόσον η μηνύτρια εταιρία κατηγορήθηκε για εικονικές συναλλαγές, ενώ προέκυψε ότι οι αποδείξεις της παραπάνω εταιρίας κούριερ ήταν πλαστές και ο εμφανισθείς ως υπάλληλος της, ουδέποτε εργάσθηκε σ' αυτήν. Μάλιστα στην μηνύτρια εταιρία επιβλήθηκε πρόστιμο για τα δύο παραπάνω εικονικά τιμολόγια για τις ενδοκοινοτικές παραδόσεις που πραγματοποίησε δήθεν προς τη γαλλική εταιρία PHARMA LAB S.A ποσού 408.260 ευρώ. Οι ως άνω κατηγορούμενοι δρούσαν από κοινού και με τον άγνωστο συνεργό τους βάσει οργανωμένου σχεδίου με σκοπό αφού εξαπατήσουν τη μηνύτρια και προμηθευτούν απ'αυτήν τα εν λόγω αναβολικά σκευάσματα να τα διακινήσουν ακολούθως σε διάφορες περιοχές της ελληνικής επικράτειας , με τις ψευδείς δε παραστάσεις τους ότι η παραγγελία και η πώληση των φαρμάκων γίνεται προς τη γαλλική εταιρία PHARMA LAB S.A έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας να τους παραδώσει εμπορεύματα συνολικής αξίας 204.130 ευρώ, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η μηνύτρια εταιρία κατά το ποσό των 104.130 ευρώ, δηλαδή το μέρος του τιμήματος που έμεινε ανεξόφλητο, με αντίστοιχο δικό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Β) Στην Αθήνα στις 28-7-2003 και 8-8-2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, από κοινού ενεργώντας ύστερα από συναπόφαση και με κοινό δόλο, με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις έπεισαν τον άγνωστο συνεργό τους να διαπράξει πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, από την οποία το .προσδοκώμενο συνολικό όφελος και. η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα, έπεισαν τον ανωτέρω άγνωστο συνεργό του να καταρτίσει με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, υποκρινόμενος ότι είναι υπάλληλος της εταιρίας με την επωνυμία "ACS" κούριερ, τις υπ' αριθμ. ... και ... πλαστές αποδείξεις παράδοσης - παραλαβής της εταιρίας αυτής, των φαρμάκων που εκτίθενται στην υπό στοιχείο Α πράξη του παρόντος, έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι δυνάμει αυτών των αποδείξεων, αυτά πράγματι παρελήφθησαν από την εταιρία κούριερ, με σκοπό να αποσταλούν στην γαλλική εταιρία εμπορίας φαρμάκων με την επωνυμία "PHARMA LAB S.A.", της οποίας ήταν δήθεν νόμιμος εκπρόσωπος ο Λ, ενώ τα γεγονότα τούτα ήταν ψευδή, καθώς η γαλλική εταιρία ουδέποτε είχε παραγγείλει ή παρέλαβε τα φάρμακα αυτά, ο άγνωστος συνεργός ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος της εταιρίας κούριερ, της οποίας τα στελέχη των αποδείξεων περιήλθαν σ' αυτόν με άγνωστο τρόπο.. Ακολούθως, έκανε χρήση των πλαστών αυτών αποδείξεων, καθώς παρέδωσε αυτές στο νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας, κατά τις ίδιες ημερομηνίες κατάρτισης τους, με σκοπό να παραπλανήσει αυτόν, όπως και τον παραπλάνησε, σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα σχετικά με το ότι πράγματι τα φάρμακα είχαν πράγματι παραδοθεί στην εταιρία κούριερ, προς περαιτέρω αποστολή στην υποτιθέμενη αγοράστρια γαλλική εταιρία με την επωνυμία "PHARMA LAB SA". Με τις ανωτέρω πράξεις τους προσπόρισαν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, καθώς το τίμημα των φαρμάκων που εξακολουθούσε να οφείλεται και δεν καταβλήθηκε, το οποίο υποτίθεται ότι όφειλε η γαλλική αγοράστρια εταιρία, ανερχόταν στο ποσό των 104.130 ευρώ, το οποίο ενθυλάκωσαν παράνομα στην περιουσία τους και ξεπερνάει αυτό των 73.000 ευρώ. Γ] Στην Αθήνα, την 28-7-2003 και 8-8-2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, από κοινού ενεργώντας με σκοπό να βλάψουν άλλον, απέκρυψαν έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριοι και των οποίων άλλος είχε δικαίωμα να ζητήσει την παράδοση τους. Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνους, κατόπιν συναπόφασης και με τον άγνωστο συνεργό τους, αφού, εξαπάτησαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας και τον παρέπεισαν να τους παραδώσει αναβολικά φάρμακα, συνολικής αξίας 204.130 ευρώ και στη συνέχεια αφού πλαστογραφήθηκαν από τον άγνωστο συνεργό τους με τη δική τους ηθική αυτουργία οι αποδείξεις της εταιρίας ACS κούριερ, με τις οποίες υποτίθεται ότι αποδεικνυόταν η παράδοση των φαρμάκων στην αγοράστρια εταιρία "PHARMA LAB SA.", κατάφεραν να πείσουν το νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτρια εταιρίας να εκδώσει και να τους παραδώσει την 28-7-2003 το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης και το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής, που αφορούσαν 23.600 δισκία του σκευάσματος "STANOZOLE συνολικής αξίας 76.36C ευρώ και 6.700 δισκία του σκευάσματος OXYBOLONE συνολικής αξίας 71.690 εύρο και την 8-8-2003 το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο και το υπ' αριθμ. ...ολής, τα οποία αφορούσαν 4.000 δισκία του σκευάσματος "STANOZOLE, συνολικής αξίας 13.280 ευρώ και 4.000 δισκία του σκευάσματος "OXYBOLONE, συνολικής αξίας 42.800 ευρώ. Στη συνέχεια τα τιμολόγια αυτά και τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, των οποίων δεν ήταν κύριοι και των οποίων άλλος είχε δικαίωμα να-ζητήσει την παράδοση, δηλαδή η αγοράστρια εταιρία, όπως πίστευε ο νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρίας, απέκρυψαν με σκοπό να βλάψουν άλλον, δηλ. τη μηνύτρια εταιρία, ώστε αυτή αφενός να μην μπορέσει να διαθέσει στην αγορά το συγκεκριμένο εμπόρευμα, το οποίο δεν εξοφλήθηκε, αφετέρου να κατηγορηθεί για εικονικές συναλλαγές και να της επιβληθεί δυνάμει της υπ' αριθμ. 124/2004 απόφασης του προϊσταμένου της ΔΟΥ ..., πρόστιμο εκ ποσού 408.260 ευρώ".
Κατά του άνω βουλεύματος άσκησε την υπ'αριθμ. 371/2008 έφεση ο Χ και το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 916/2009 βούλευμά του απέρριψε αυτή ως ουσία αβάσιμη σε σχέση με τις α, β πράξεις και έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη για την γ πράξη. Ειδικώτερα το βούλευμα αυτό του συμβουλίου Εφετών δέχθηκε με επιτρεπτή, καθολοκληρία παραπομπή στην πρότση του Εισαγγελέα Εφετών, τα εξής: "Από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν στην δικογραφία τόσο κατά την κυρία ανάκριση όσο και κατά την προηγηθείσα προανακριτική εξέταση - δηλαδή την έγκληση, τις μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και τις έγγραφες εξηγήσεις του κατά την προκαταρκτική εξέταση - προκύπτουν με σαφήνεια τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος είναι φαρμακοποιός και διατηρεί επιχείρηση φαρμακείου στη ... με την εταιρική μορφή υπό την επωνυμία Χ Ε.Ε. -Φαρμακευτική Εταιρεία". Υπό την εν λόγω ιδιότητα του συνεργαζόταν από το έτος 1999 με την εγκαλούσα εταιρεία, η οποία διατηρεί μεγάλη φαρμακαποθήκη στο ..., προμηθευόμενος από αυτήν διάφορες ποσότητες φαρμάκων. Στις αρχές του θέρους ο εκκαλών κατηγορούμενος εμφανίστηκε στις εγκαταστάσεις της εγκαλούσας εταιρείας και ειδικότερα στο νόμιμο εκπρόσωπο της Ξ, συνοδευόμενος από πρόσωπο που συνέστησε ως Λ, υπήκοο και ως νόμιμο εκπρόσωπο της γαλλικής εταιρείας φαρμάκων με την επωνυμία "PHARMA LAB S.A." που εδρεύει στο .... Περαιτέρω, ο εκκαλών - συνεπικουρούμενος από, τον Λ - παρέστησε στον εκπρόσωπο της εγκαλούσας ότι η γαλλική εταιρεία ενδιαφερόταν να αγοράσει από αυτήν μεγάλες ποσότητες των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων "STANOZOL" και "OXYBOLONE". Τα εν λόγω φαρμακευτικά προϊόντα είναι αναβολικά και απαγορεύεται η διάθεση τους στην ελληνική αγορά. Επιτρέπεται όμως η παραγωγή και η εξαγωγή τους στο εξωτερικό, μέσω φαρμακαποθηκών, όπως αυτή που διατηρεί η εγκαλούσα εταιρεία, η οποία δεν είχε συνεργαστεί ποτέ στο παρελθόν με τη γαλλική εταιρεία. Όμως ο εκκαλών κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον εκπρόσωπο της εγκαλούσας ότι ο ίδιος είχε συνεργαστεί πολλές φορές με αυτήν δια του παριστάμενου - φερόμενου ως εκπροσώπου της - Λ, με επικερδή αποτελέσματα. Έτσι, ο Ξ συμφώνησε στη συγκεκριμένη αγοραπωλησία. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε η πώληση στη γαλλική εταιρεία 27.600 δισκίων STANOZOL και 10.700 δισκίων OXYBOLONE, αντί συνολικού τιμήματος 204.130 ευρώ. Ωστόσο, οι ανωτέρω παραστάσεις του εκκαλούντα κατηγορουμένου και του Λ προς τον εκπρόσωπο της εγκαλούσας Ξ ήταν εν γνώσει τους ψευδείς και απατηλές. Ειδικότερα, η ως άνω γαλλική εταιρεία (υπαρκτή μεν και εδρεύουσα στο ...) ουδόλως είχε ενδιαφερθεί για τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία και είχε πλήρη άγνοια για τη συναλλαγή. Ο δε Λ ουδεμία σχέση (και μάλιστα εκπροσωπήσεως) είχε με την αλλοδαπή εταιρεία. Περαιτέρω, η εγκαλούσα εταιρεία σε εκτέλεση της συμφωνηθείσας συναλλαγής - απότοκης των προεκτεθεισών απατηλών παραστάσεων - στις 28/7/2003 παρέδωσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο α) 23.000 δισκία STANOZOL, σε κουτιά των 30 δισκίων, συνολικής αξίας 76.360 ευρώ και β) 6.700 δισκία OXYBOLONE, σε κουτιά των 20 δισκίων, συνολικής αξίας 71.690 ευρώ. Κατά τη συναλλαγή ο εκκαλών συνοδευόταν από άγνωστο άνδρα, τον οποίο συνέστησε ως εκπρόσωπο της εταιρείας κούριερ "ACS", που θα αναλάμβανε τη μεταφορά των φαρμακευτικών εμπορευμάτων στην έδρα της γαλλικής εταιρείας στο .... Το εν λόγω άγνωστο πρόσωπο μάλιστα εξέδωσε και την υπ' αριθμ. ... απόδειξη παραλαβής για μεταφορά επί εντύπου με το λογότυπο και τα λοιπά στοιχεία της εταιρείας κούριερ "ACS". Σημειώνεται ότι και η εγκαλούσα από την πλευρά της εξέδωσε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης και το αντίστοιχο ... δελτίο αποστολής. Μετά δεκαήμερο, εξάλλου - και για την ολοκλήρωση της όλης συναλλαγής -στις 8-8-2003, ο εκκαλών κατηγορούμενος, συνοδευόμενος από τον φερόμενο ως Λ και τον ως άνω άγνωστο άνδρα, φερόμενο ως υπάλληλο της "ACS", εμφανίστηκε εκ νέου στις εγκαταστάσεις της εγκαλούσας εταιρείας και παρέλαβε 4.000 δισκία STANOZOL (σε κουτιά των 30 δισκίων) αξίας 13.280 ευρώ και 4.000 δισκία OXYBOLONE (σε κουτιά των 20 δισκίων) αξίας 42.800 ευρώ. Και για τη συναλλαγή αυτή η εγκαλούσα εταιρεία εξέδωσε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης και το αντίστοιχο υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής, ο δε φερόμενος ως υπάλληλος της "ACS" εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... απόδειξη παραλαβής για μεταφορά, επίσης με το λογότυπο και τα λοιπά στοιχεία της ταχυμεταφορικής εταιρείας. Για την εξόφληση του ισόποσου της αξίας των παραδοθέντων φαρμακευτικών εμπορευμάτων τιμήματος που ανήλθε συνολικά σε 204.130 ευρώ (= 76.360 + 71.690 + 13.280 + 42.800 ευρώ), ο εκκαλών κατέβαλε ο ίδιος σε μετρητά (για την ακρίβεια με επιταγές εκδόσεώς του που πληρώθηκαν αμέσως) 50.000 ευρώ στις 28-7-2003 και ίδιο ποσό στις 8-8-2003. Για το υπόλοιπο δε του συνολικού τιμήματος ο εκκαλών κατηγορούμενος παρέδωσε και μεταβίβασε (με οπισθογράφηση) στην εγκαλούσα τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, τις οποίες παρέστησε ως έγκυρες και ισχυρές. Ειδικότερα μεταβίβασε στην εγκαλούσα α) τις υπ' αριθμ. ... και ... δύο επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 20.000 ευρώ η καθεμία, εκδόσεως της εταιρείας "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." και β) τις υπ' αριθμ.... και ...δύο επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 30.000 ευρώ η καθεμία, εκδόσεως της εταιρείας "TEXT COLOR A.E.". Το δε υπολειπόμενο ποσό (4.130 ευρώ) συμφωνήθηκε να καταβληθεί όταν ο εκκαλών θα εξοφλείτο από τη γαλλική εταιρεία. Ωστόσο, οι ανωτέρω παραστάσεις του εκκαλούντα κατηγορουμένου αναφορικά με τον ως άνω άγνωστο άνδρα, φερόμενο ως υπάλληλο - εκπρόσωπο της "ACS" και την εγκυρότητα και ισχύ των προαναφερθεισών επιταγών ήταν εν γνώσει του ψευδείς και απατηλές. Ειδικότερα, ο ως άνω άγνωστος άνδρας δεν ήταν υπάλληλος της ταχυμεταφορικής εταιρείας, οι δε αποδείξεις παραλαβής που είχε εκδώσει είναι πλαστές και τα οικεία έντυπα προέρχονταν από μπλοκ της ταχυμεταφορικής εταιρείας που είχε κλαπεί. Στην κατάρτιση και υπογραφή των πλαστών αυτών αποδείξεων ο άγνωστος δράστης προέβη αφού πείστηκε από τον εκκαλούντα και τον Λ, οι οποίοι μετήλθαν πειθώ, επίμονες προτροπές και υποσχέσεις για παροχή χρηματικών ωφελημάτων, με τελικό σκοπό να πειστεί ο εκπρόσωπος της εγκαλούσας να τους παραδώσει τις ανωτέρω ποσότητες των φαρμακευτικών σκευασμάτων και να ωφεληθούν παράνομα την αξία των ποσοτήτων που θα παρέμενε ανεξόφλητη, ανερχόμενη στο ποσό των 104.130 ευρώ, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας. Οι ανωτέρω, εξάλλου, επιταγές είχαν καταστεί ανίσχυρες διότι είχαν ανακληθεί στις πληρώτριες Τράπεζες από τις εκδότριες εταιρείες και μάλιστα οι δύο πρώτες (εκδόσεως "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.") είχαν ανακληθεί λόγω κλοπής. Με τις προεκτεθείσες απατηλές παραστάσεις και τεχνάσματα ο εκκαλών κατηγορούμενος και ο Λ ωφελήθηκαν παράνομα - όπως είχαν προαποφασίσει - την αξία των φαρμακευτικών εμπορευμάτων, που παρέμεινε ανεξόφλητη - ανελθούσα στο ποσό των 104.130 ευρώ - βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας. Από την πλευρά του ο εκκαλών κατήγορου μένος διατείνεται ότι δεν είχε εκ δόλου συμμετοχή στις αξιόποινες πράξεις, διότι, όπως ισχυρίζεται, εξαπατήθηκε και ο ίδιος από τον συγκατηγορούμενό του Λ. Ωστόσο, από την αξιολόγηση των προεκτεθέντων περιστατικών - με βάση τη λογική και την κοινή πείρα - οι ισχυρισμοί του εκκαλούντα προκύπτουν ως προδήλως αβάσιμοι και αντίθετα προκύπτει ότι αυτός είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην τέλεση των εν προκειμένω αξιόποινων πράξεων, δεδομένου ότι: Αυτός έκανε τις διαπραγματεύσεις με την εγκαλούσα εταιρεία, αυτός συνέστησε τον Λ ως δήθεν εκπρόσωπο της γαλλικής εταιρείας (ισχυριζόμενος μάλιστα ότι συνεργαστεί μαζί της πολλές φορές κατά το παρελθόν), αυτός παρουσίασε τον ανωτέρω άγνωστο άνδρα ως δήθεν υπάλληλο της "ACS", αυτός κατέβαλε τα μετρητά χρήματα για την εξόφληση μέρος του τιμήματος και αυτός μεταβίβασε τις (ανίσχυρες) μεταχρονολογημένες επιταγές στην εγκαλούσα εταιρεία. Σημειώνεται ότι ο εκκαλών στις 12-3-2005 κατέβαλε στην εγκαλούσα εταιρεία ποσό 8.000 ευρώ και στις 10-3-2006 ίδιο ποσό χρημάτων για την απόσβεση της ζημίας που αυτή έχει υποστεί. Η εν λόγω όμως επιγενόμενη συμπεριφορά αυτού δεν συνιστά (εν μέρει έστω) έμπρακτη μετάνοια - σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στο νομικό μέρος της παρούσας - αφού δεν υπήρξε προϊόν οικείας ελεύθερης βουλήσεως, δεδομένου ότι εκδηλώθηκε μετά την υποβολή της εγκλήσεως, μετά την παραγγελία για διεξαγωγή προκαταρκτικής εξετάσεως και μάλιστα (η δεύτερη καταβολή) μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως, ούτε προσωπικό λόγο - εν μέρει έστω - απαλλαγής από την ποινή, αφού η πράξη της απάτης φέρει τον χαρακτήρα κακουργήματος". Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 9-6-2009 στα χέρια του και κατ'αυτού άσκησε δια του πληρεξουσίου του ... - με βάση την από 11-6-2009 εξουσιοδότησή του, στην οποία η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του γίνεται από τον διευθυντή του τόπου κρατήσεώς του - στις 18-6-2009 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών την υπ'αριθμ. 134/2009 αναίρεση προβάλλων ως λόγους αναίρεσης: α) εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ διότι (το προσβαλλόμενο βούλευμα) ενώ δέχεται ότι η ζημία της εγκαλούσης εταιρείας ήταν 104.130 ευρώ ευρώ από τα οποία όμως κατέβαλε (ο αναιρεσείων) στις 12-3-2005 ποσό 18.000 ευρώ και στις 10-3-2006 ποσό 18.000 € και συνεπώς η ζημιά ανέρχεται 68.130 Ευρώ σε- εσφαλμένα - τον παρέπεμψε για κακούργημα, ήτοι ότι η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ.
β) Απόλυτη ακυρότητα (171 ΚΠΔ), διότι ενώ έλαβε υπόψη, δηλ. εκτίμησε, τις μαρτυρικές καταθέσεις δεν βεβαιώνει ότι οι μάρτυρες έχουν ορκισθεί κατά τα άρθρα 218, 219 ΚΠΔ.
γ) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την κρίση περί παραπομπής, ούτε εξειδικεύει "το περιεχόμενο της πειθούς, της προτροπής, τον τρόπο ενέργειας και τις συναφείς έμμεσες διεργασίες με στόχο τη δράση του φυσικού αυτουργού υποκειμένου σε επηρεασμόν και άνετη δραστηριότητα"
δ) δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα και δη τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής και αποδείξεις είσπραξης (που αναφέρονται σε συναλλαγές με την εγκαλούσα εταιρεία και μετά την τέλεση των υπό κρίση πράξεων) και τις έγγραφες εξηγήσεις που έδωσε κατά την προκαταρκτική εξέταση.
Επειδή η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος υπάρχει όταν διαλαμβάνονται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο χώρησε η παραπομπή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα άνω πραγματικά περιστατικά, και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κρίθηκε ότι τα ρηθέντα πραγματικά περιστατικά αποτελούν αποχρώσες ενδείξεις για τη στήριξη της κατηγορίας στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεδομένου ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο ουσίας, αρκεί η κατ'είδος αναφορά αυτών (π.χ. μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κλπ) και δεν απαιτείται ιδιαίτερη αναφορά του καθενός αποδεικτικού μέσου και τί συνήχθη από το καθένα (βλ. ΑΠ 2/2003 ολ, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 540/2006 κ.α).
Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν δεν υπήχθησαν ορθά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από αυτή που πραγματικά έχει (βλ. ΑΠ 7/2008 ολ, ΑΠ 1535/2008, ΑΠ 276/2007 κ.α.). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α ΠΚ "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αφού νόμος δεν ορίζει τα μέσα και τον τρόπο προκλήσεως της απόφασης, αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε μέσα, τα οποία και πρέπει να αναφέρονται (βλ. ΑΠ 949/2007, ΑΠ 1057/2008, ΑΠ 471/2006 κ.α)- όπως: πειθώ, παραινέσεις, προτροπές, υπόσχεση αμοιβής κλπ - (βλ. ΑΠ 949/2005, ΑΠ 1477/2005, ΑΠ 740/2004, ΑΠ 1585/2005, ΑΠ 1983/2005, ΑΠ 1910/2001, ΑΠ 1469/2003 κ.α.). 'Ετσι δεν απαιτείται και ανάλυση-εξειδίκευση του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιήθησαν τα μέσα (π.χ. πειθώ, φορτικότητα κλπ). Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίθηκε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε την απόφαση στον αυτουργό με τα μέσα που αναφέρονται? -βλ. και Χωραφά - Ποινικό Δίκαιο (1978) 349, 350 κείμενο και σημ. 1, Μπουρόπουλο Ερμ ΠΚ τομ Α σελ. 141, Ζησιάδη, Ποινικό Δίκαιο ΓενΜ Τομ. β σελ. 73. Ενόψει των ανωτέρω: ο πρώτος λόγος είναι απαράδεκτος αλλά και νόμω αβάσιμος. Απαράδεκτος διότι δεν στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, αφού το συμβούλιο δεν δέχεται ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 379 παρ. 1 - σε συνδυασμό με 393 παρ. 1 εδ. β - ΠΚ, ήτοι περί εμπράκτου μετανοίας, αφού μόνον τότε "η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος". Δεν αρκεί συνεπώς και μόνο η μερική απόδοση ή ικανοποίηση για την εξάλειψη του αντίστοιχου μέρους αλλά απαιτείται όπως αυτή γίνει με "δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές" (άρθρο 379 παρ. 1 εδ α ΠΚ), πράγμα που ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ούτε δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι συνέτρεξε. Εξ άλλου τόσο το άρθρο 379 παρ. 2, όσο και το άρθρο 393 παρ. 2 ΠΚ απαιτούν αφενός μεν πλήρη ικανοποίηση του ζημιωθέντος αφετέρου απάτη σε βαθμό πλημμελήματος, αμφότερα δε δεν συντρέχουν εδώ.
Τέλος, δεν υπάρχει διάταξη νόμου, ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων επικαλείται τέτοια, κατά την οποία η μερική ικανοποίηση το ζημιωθέντος από το έγκλημα της απάτης εξαλείφει από μόνη της το αντίστοιχο μέρος του εγκλήματος αυτού (απάτης). Ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος αφού δεν υπάρχει καμία διάταξη του ΚΠΔ ή άλλου νόμου που να ορίζει ότι απαιτείται να βεβαιούται στο βούλευμα ή την απόφαση ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων που ελήφθησαν υπόψη έχουν ληφθεί ενόρκως. Οι διατάξεις των άρθρων 218, 219 ΚΠΔ ορίζουν απλώς ότι οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως και πως γίνεται ο όρκος. Δεν ορίζουν ότι πρέπει να βεβαιούνται τ'ανωτέρω. 'Αλλωστε ακυρότητα δημιουργείται όταν δεν γίνεται ένορκη εξέταση κάποιου μάρτυρα, ήτοι όταν γίνεται χωρίς όρκο εξέταση κάποιου μάρτυρα χωρίς να συντρέχει κάποια νόμιμη προϋπόθεση της τοιαύτης εξέτασης (πράγμα όμως και το οποίο πρέπει να συγκεκριμενοποιείται), όχι όμως και το αντίθετο, ήτοι ότι αν γίνεται ένορκη εξέταση καίτοι συνέτρεχε νόμιμη προϋπόθεση εξέτασης χωρίς όρκο (βλ. ΑΠ 452/2006, ΑΠ 1089/2007 κ.α.).
Ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος αφού πράγματι περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων για τα οποία χώρησε η παραπομπή του αναιρεσείοντος, όπως επίσης και τα μέσα και ο τρόπος που ο αναιρεσείων προκάλεσε την απόφαση στον -άγνωστο- αυτουργό. Ο τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος αφού πράγματι το προσβαλλόμενο βούλευμα έλαβε υπόψη, εκτίμησε "τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν..... και τις έγγραφες εξηγήσεις" - όπως ρητά γίνεται αναφορά σ'αυτό και συνεπώς και τα αναφερόμενα στον οικείο λόγο αναίρεσης. Εξ άλλου ούτε αυτά που επικαλείται ο αναιρεσείων μπορεί να θεμελιώσουν κάποιον αυτοτελή ισχυρισμό έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι η μη απάντηση σ'αυτόν ή η μη αιτιολογημένη απάντηση συνεπάγεται ακυρότητα τινά ή έλλειψη αιτιολογίας. Η φερόμενη δε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 134/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ'αριθμ. 916/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 15-9-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 379 παρ. 1 ΠΚ, το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με όποιον τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος, κατά δε το άρθρο 393 παρ. 1 ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 379 εφαρμόζονται και για τις πράξεις των άρθρων 386, 387, 389, 390, 391 και 392. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι και στην περίπτωση μερικής μόνο απόδοσης ή ικανοποίησης εξαλείφεται το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος, εφόσον ο υπαίτιος των προαναφερόμενων πράξεων προέβη στη ενέργεια αυτή με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές. Στην προκείμενη περίπτωση με το προσβαλλόμενο 916/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επικυρώθηκε το πρωτόδικο 2083/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα για τις κακουργηματικές πράξεις α) της απάτης από κοινού, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι κατά εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ παραπέμπεται να δικασθεί, σε σχέση με την πράξη της απάτης, σε βαθμό κακουργήματος, ενώ έπρεπε να παραπεμφθεί σε βαθμό πλημμελήματος, διότι μετά την μερική καταβολή στην εγκαλούσα 36.000 ευρώ συνολικά, η ζημία αυτής ανέρχεται πλέον σε 68.130 ευρώ και όχι σε 104.130 ευρώ, που ήταν η αρχική της ζημία. Από το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθ' ολοκληρία παραπομπή στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, προκύπτει, σε σχέση με το παραπάνω ζήτημα, ότι αυτό δέχθηκε τα εξής: "Σημειώνεται ότι ο εκκαλών στις 12-3-2005 κατέβαλε στη εγκαλούσα εταιρεία ποσό 18.000 ευρώ και στις 10-3-2006 ίδιο ποσό χρημάτων για την απόσβεση της ζημίας που αυτή έχει υποστεί. Η εν λόγω όμως επιγενόμενη συμπεριφορά αυτού δεν συνιστά (εν μέρει έστω) έμπρακτη μετάνοια, αφού δεν υπήρξε προϊόν οικείας ελεύθερης βουλήσεως, δεδομένου ότι εκδηλώθηκε μετά την υποβολή της εγκλήσεως, μετά την παραγγελία για διεξαγωγή προκαταρκτικής εξετάσεως και μάλιστα (η δεύτερη καταβολή) μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως, ούτε προσωπικό λόγο, εν μέρει έστω, απαλλαγής από την ποινή, αφού η πράξη της απάτης φέρει τον χαρακτήρα κακουργήματος".Με τις σκέψεις αυτές ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα αξιολόγησε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ικανοποιήσεως εν μέρει της ζημιωθείσας παθούσας ότι προτείνεται με αυτόν έμπρακτη μετάνοια. Στη συνέχεια τον απέρριψε, διότι δεν συνέτρεχαν κατ' ουσίαν οι κατά νόμο προϋποθέσεις, δηλαδή ότι η ικανοποίηση δεν έγινε με τη θέληση του αναιρεσείοντος και πριν ακόμη εξετασθεί αυτός με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές. Η τελευταία αυτή κρίση του Συμβουλίου διαφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα. Εξάλλου δεν υπάρχει διάταξη νόμου, ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων επικαλείται τέτοια, κατά την οποία η μερική ικανοποίηση του ζημιωθέντος από το έγκλημα της απάτης εξαλείφει από μόνη της το αντίστοιχο μέρος του εγκλήματος αυτού. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 484 εδ. 1β ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 ΚΠΔ ο μάρτυρας ορκίζεται τόσο στο ακροατήριο, όσο και στην προδικασία. Αν δεν τηρηθεί η διάταξη αυτή, η διαδικασία είναι άκυρη. Η δόση δε του όρκου πρέπει να βεβαιούται στα πρακτικά συνεδριάσεως ή την έκθεση εξετάσεως του μάρτυρα αν αυτή γίνεται στην προδικασία. Όμως από καμία διάταξη του ΚΠΔ προκύπτει ότι απαιτείται να βεβαιούται στο βούλευμα ή την απόφαση ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων, που γενικά στο προοίμιο του σκεπτικού του το Συμβούλιο ή το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, λήφθηκαν ενόρκως. Μόνον αν συγκεκριμενοποιείται ότι εξέταση μάρτυρα λήφθηκε κατά παράβαση των άρθρων 218 και 219 ΚΠΔ, γεγονός το οποίο πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως ή την έκθεση εξετάσεως μάρτυρα, τίθεται ζήτημα ακυρότητας της διαδικασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προοίμιο του σκεπτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται σ' αυτό ότι "από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν στη δικογραφία τόσο κατά την κυρία ανάκριση, όσο και κατά την προηγηθείσα προανακριτική εξέταση, δηλαδή την έγκληση, τις μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν, τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και τις έγγραφες εξηγήσεις του κατά την προκαταρκτική εξέταση, προκύπτουν με σαφήνεια τα εξής ουσιώδη περιστατικά". Επομένως ο δεύτερος από τα άρθρα 484 παρ. 1 και 171 παρ. 1δ'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα από το ότι αναφέρεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος "τις μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν" και όχι τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει όταν διαλαμβάνονται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο χώρησε η παραπομπή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κρίθηκε ότι τα ρηθέντα πραγματικά περιστατικά αποτελούν αποχρώσες ενδείξεις για τη στήριξη της κατηγορίας στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση για να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Περαιτέρω, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για να έχει το παραπεμπτικό βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία η ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Στην προκείμενη περίπτωση το συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενη βούλευμά του, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, προκέκτψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος είναι φαρμακοποιός και διατηρεί επιχείρηση φαρμακείου στη ... με την εταιρική μορφή υπό την επωνυμία Χ Ε.Ε. -Φαρμακευτική Εταιρεία". Υπό την εν λόγω ιδιότητα του συνεργαζόταν από το έτος 1999 με την εγκαλούσα εταιρεία, η οποία διατηρεί μεγάλη φαρμακαποθήκη στο ..., προμηθευόμενος από αυτήν διάφορες ποσότητες φαρμάκων. Στις αρχές του θέρους ο εκκαλών κατηγορούμενος εμφανίστηκε στις εγκαταστάσεις της εγκαλούσας εταιρείας και ειδικότερα στο νόμιμο εκπρόσωπο της Ξ, συνοδευόμενος από πρόσωπο που συνέστησε ως Λ, Γάλλο υπήκοο και ως νόμιμο εκπρόσωπο της γαλλικής εταιρείας φαρμάκων με την επωνυμία "PHARMA LAB S.A" που εδρεύει στο .... Περαιτέρω, ο εκκαλών - συνεπικουρούμενος από, τον Λ - παρέστησε στον εκπρόσωπο της εγκαλούσας ότι η γαλλική εταιρεία ενδιαφερόταν να αγοράσει από αυτήν μεγάλες ποσότητες των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων "STANOZOL" και "OXYBOLONE". Τα εν λόγω φαρμακευτικά προϊόντα είναι αναβολικά και απαγορεύεται η διάθεση τους στην ελληνική αγορά. Επιτρέπεται όμως η παραγωγή και η εξαγωγή τους στο εξωτερικό, μέσω φαρμακαποθηκών, όπως αυτή που διατηρεί η εγκαλούσα εταιρεία, η οποία δεν είχε συνεργαστεί ποτέ στο παρελθόν με τη γαλλική εταιρεία. Όμως ο εκκαλών κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον εκπρόσωπο της εγκαλούσας ότι ο ίδιος είχε συνεργαστεί πολλές φορές με αυτήν δια του παριστάμενου - φερόμενου ως εκπροσώπου της - Λ, με επικερδή αποτελέσματα. Έτσι, ο Ξ συμφώνησε στη συγκεκριμένη αγοραπωλησία. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε η πώληση στη γαλλική εταιρεία 27.600 δισκίων STANOZOL και 10.700 δισκίων OXYBOLΟΝΕ, αντί συνολικού τιμήματος 204.130 ευρώ.
Ωστόσο, οι ανωτέρω παραστάσεις του εκκαλούντα κατηγορουμένου και του Λ προς τον εκπρόσωπο της εγκαλούσας Ξ ήταν εν γνώσει τους ψευδείς και απατηλές. Ειδικότερα, η ως άνω γαλλική εταιρεία (υπαρκτή μεν και εδρεύουσα στο ...) ουδόλως είχε ενδιαφερθεί για τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία και είχε πλήρη άγνοια για τη συναλλαγή. Ο δε Λ ουδεμία σχέση (και μάλιστα εκπροσωπήσεως) είχε με την αλλοδαπή εταιρεία.
Περαιτέρω, η εγκαλούσα εταιρεία σε εκτέλεση της συμφωνηθείσας συναλλαγής - απότοκης των προεκτεθεισών απατηλών παραστάσεων - στις 28/7/2003 παρέδωσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο α) 23.000 δισκία STANOZOL, σε κουτιά των 30 δισκίων, συνολικής αξίας 76.360 ευρώ και β) 6.700 δισκία OXYBOLONE, σε κουτιά των 20 δισκίων, συνολικής αξίας 71.690 ευρώ. Κατά τη συναλλαγή ο εκκαλών συνοδευόταν από άγνωστο άνδρα, τον οποίο συνέστησε ως εκπρόσωπο της εταιρείας κούριερ "ACS", που θα αναλάμβανε τη μεταφορά των φαρμακευτικών εμπορευμάτων στην έδρα της γαλλικής εταιρείας στο .... Το εν λόγω άγνωστο πρόσωπο μάλιστα εξέδωσε και την υπ' αριθμ. ... απόδειξη παραλαβής για μεταφορά επί εντύπου με το λογότυπο και τα λοιπά στοιχεία της εταιρείας κούριερ "ACS". Σημειώνεται ότι και η εγκαλούσα από την πλευρά της εξέδωσε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης και το αντίστοιχο ... δελτίο αποστολής. Μετά δεκαήμερο, εξάλλου - και για την ολοκλήρωση της όλης συναλλαγής -στις 8-8-2003, ο εκκαλών κατηγορούμενος, συνοδευόμενος από τον φερόμενο ως Λ και τον ως άνω άγνωστο άνδρα, φερόμενο ως υπάλληλο της "ACS", εμφανίστηκε εκ νέου στις εγκαταστάσεις της εγκαλούσας εταιρείας και παρέλαβε 4.000 δισκία STANOZOL (σε κουτιά των 30 δισκίων) αξίας 13.280 ευρώ και 4.000 δισκία OXYBOLONE (σε κουτιά των 20 δισκίων) αξίας 42.800 ευρώ. Και για τη συναλλαγή αυτή η εγκαλούσα εταιρεία εξέδωσε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης και το αντίστοιχο υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής, ο δε φερόμενος ως υπάλληλος της "ACS" εξέδωσε την υπ" αριθμ. ... απόδειξη παραλαβής για μεταφορά, επίσης με το λογότυπο και τα λοιπά στοιχεία της ταχυμεταφορικής εταιρείας. Για την εξόφληση του ισόποσου της αξίας των παραδοθέντων φαρμακευτικών εμπορευμάτων τιμήματος που ανήλθε συνολικά σε 204.130 ευρώ (= 76.360 + 71.690 + 13.280 + 42.800 ευρώ), ο εκκαλών κατέβαλε ο ίδιος σε μετρητά (για την ακρίβεια με επιταγές εκδόσεως του που πληρώθηκαν αμέσως) 50.000 ευρώ στις 28-7-2003 και ίδιο ποσό στις 8-8-2003. Για το υπόλοιπο δε του συνολικού τιμήματος ο εκκαλών κατηγορούμενος παρέδωσε και μεταβίβασε (με οπισθογράφηση) στην εγκαλούσα τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, τις οποίες παρέστη σε ως έγκυρες και ισχυρές. Ειδικότερα μεταβίβασε στην εγκαλούσα α) τις υπ' αριθμ. ... και ... δύο επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 20.000 ευρώ η καθεμία, εκδόσεως της εταιρείας "ΡΟΙΝΤ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." και β) τις υπ' αριθμ. ... και ... δύο επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 30.000 ευρώ η καθεμία, εκδόσεως της εταιρείας "TEXT COLOR ΑΕ". Το δε υπολειπόμενο ποσό (4.130 ευρώ) συμφωνήθηκε να καταβληθεί όταν ο εκκαλών θα εξοφλείτο από τη γαλλική εταιρεία.
Ωστόσο, οι ανωτέρω παραστάσεις του εκκαλούντα κατηγορουμένου αναφορικά με τον ως άνω άγνωστο άνδρα, φερόμενο ως υπάλληλο - εκπρόσωπο της "ACS" και την εγκυρότητα και ισχύ των προαναφερθεισών επιταγών ήταν εν γνώσει του ψευδείς και απατηλές. Ειδικότερα, ο ως άνω άγνωστος άνδρας δεν ήταν υπάλληλος της ταχυμεταφορικης εταιρείας, οι δε αποδείξεις παραλαβής που είχε εκδώσει είναι πλαστές και τα οικεία έντυπα προέρχονταν από μπλοκ της ταχυμεταφορικης εταιρείας που είχε κλαπεί. Στην κατάρτιση και υπογραφή των πλαστών αυτών αποδείξεων ο άγνωστος δράστης προέβη αφού πείστηκε από τον εκκαλούντα και τον Λ, οι οποίοι μετήλθαν πειθώ, επίμονες προτροπές και υποσχέσεις για παροχή χρηματικών ωφελημάτων, με τελικό σκοπό να πειστεί ο εκπρόσωπος της εγκαλούσας να τους παραδώσει τις ανωτέρω ποσότητες των φαρμακευτικών σκευασμάτων και να ωφεληθούν παράνομα την αξία των ποσοτήτων που θα παρέμενε ανεξόφλητη, ανερχόμενη στο ποσό των 104.130 ευρώ, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας. Οι ανωτέρω, εξάλλου, επιταγές είχαν καταστεί ανίσχυρες διότι είχαν ανακληθεί στις πληρώτριες Τράπεζες από τις εκδότριες εταιρείες και μάλιστα οι δύο πρώτες (εκδόσεως "ΡΟΙΝΤ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.") είχαν ανακληθεί λόγω κλοπής.
Με τις προεκτεθείσες απατηλές παραστάσεις και τεχνάσματα ο εκκαλών κατηγορούμενος και ο Λ ωφελήθηκαν παράνομα - όπως είχαν προαποφασίσει - την αξία των φαρμακευτικών εμπορευμάτων, που παρέμεινε ανεξόφλητη - ανελθούσα στο ποσό των 104.130 ευρώ - βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας.
Από την πλευρά του ο εκκαλών κατηγορούμενος διατείνεται ότι δεν είχε εκ δόλου συμμετοχή στις αξιόποινες πράξεις, διότι, όπως ισχυρίζεται, εξαπατήθηκε και ο ίδιος από τον συγκατηγορούμενό του Λ. Ωστόσο, από την αξιολόγηση των προεκτεθέντων περιστατικών - με βάση τη λογική και την κοινή πείρα - οι ισχυρισμοί του εκκαλούντα προκύπτουν ως προδήλως αβάσιμοι και αντίθετα προκύπτει ότι αυτός είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην τέλεση των εν προκειμένω αξιόποινων πράξεων, δεδομένου ότι: Αυτός έκανε τις διαπραγματεύσεις με την εγκαλούσα εταιρεία, αυτός συνέστησε τον Λ ως δήθεν εκπρόσωπο της γαλλικής εταιρείας (ισχυριζόμενος μάλιστα ότι έχει συνεργαστεί μαζί της πολλές φορές κατά το παρελθόν), αυτός παρουσίασε τον ανωτέρω άγνωστο άνδρα ως δήθεν υπάλληλο της "ACS", αυτός κατέβαλε τα μετρητά χρήματα για την εξόφληση μέρος του τιμήματος και αυτός μεταβίβασε τις (ανίσχυρες) μεταχρονολογημένες επιταγές στην εγκαλούσα εταιρεία. Σημειώνεται ότι ο εκκαλών στις 12-3-2005 κατέβαλε στην εγκαλούσα εταιρεία ποσό 8.000 ευρώ και στις 10-3-2006 ίδιο ποσό χρημάτων για την απόσβεση της ζημίας που αυτή έχει υποστεί. Η εν λόγω όμως επιγενόμενη συμπεριφορά αυτού δεν συνιστά (εν μέρει έστω) έμπρακτη μετάνοια - σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στο νομικό μέρος της παρούσας - αφού δεν υπήρξε προϊόν οικείας ελεύθερης βουλήσεως, δεδομένου ότι εκδηλώθηκε μετά την υποβολή της εγκλήσεως, μετά την παραγγελία για διεξαγωγή προκαταρκτικής εξετάσεως και μάλιστα (η δεύτερη καταβολή) μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως, ούτε προσωπικό λόγο - εν μέρει έστω - απαλλαγής από την ποινή, αφού η πράξη της απάτης φέρει τον χαρακτήρα κακουργήματος. Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, καθίσταται πρόδηλο ότι υφίστανται περισσότερο από επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες σε αυτόν κακουργηματικές πράξεις: α) της απάτης από κοινού, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ". Με αυτές τις παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης από κοινού, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 45 και 386 παρ. 1 και 3 περ. β του ΠΚ) και της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 45, 46 παρ. 1 περ. α'και 216 παρ. 1 και 3 εδ. α'του ΠΚ). Ειδικότερα ειδικώς αιτιολογείται ο δόλος του αναιρεσείοντος στην τέλεση των παραπάνω πράξεων, ενώ, περαιτέρω, αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα (με πειθώ, επίμονες προτροπές και υποσχέσεις για παροχή χρηματικών ωφελημάτων) που αυτός ως ηθικός αυτουργός προκάλεσε την απόφαση, στον φυσικό αυτουργό να εκτελέσει την άδικη πράξη της πλαστογραφίας και, τέλος, αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε ότι ο αναιρεσείων παρήγαγε την απόφαση στο φυσικό αυτουργό να εκτελέσει την προαναφερόμενη άδικη πράξη. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 484 παρ. 1 δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, τα όσα αναφέρονται στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως συνιστούν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, και, επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 134/18-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου Ρόδου, κατά του 916/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλεται τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη. Έμπρακτη μετάνοια. Μερική ικανοποίηση του ζημιωθέντος δεν ασκεί επιρροή στον χαρακτηρισμό της πράξεως. Αναφορά στο βούλευμα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη "τις μαρτυρικές κα-ταθέσεις" και όχι τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, δεν σημαίνει ότι αυτές δεν ελήφθησαν ενόρκως. Έννοια ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία. Πλήρης αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 712/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Νέας Χαλκηδόνας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπείται από τον Δήμαρχο .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μενέλαο Παπαδημητρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βασδέκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1159/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1549/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-11-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Κατά το άρθρο 1 παρ.2 εδ. θ' του Ν.1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ. οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) Δήμο Νέας Χαλκηδόνας στις 9.11.2001 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας 11 μηνών, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως σχολική φύλακας. Ότι μετά τη λήξη της προαναφερόμενης σύμβασης καταρτίστηκαν διαδοχικές συμβάσεις εξάμηνης διάρκειας μέχρι τις 20.11.2006, οπότε κατατάχθηκε σε θέση με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, γιατί πληρούσε τις προϋποθέσεις του π.δ. 164/2004. Ότι καθ' όλο το διάστημα από 9.1.2001 έως 20.11.2006 προσέφερε τις υπηρεσίες της , καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, σε τρεις εναλλασσόμενες βάρδιες, εργαζόμενη επί 8 ώρες ημερησίως και τις ημέρες Κυριακών και αργιών, με ημερομίσθιο 35,22 ευρώ και ότι ο εναγόμενος, πέραν του ημερομισθίου, δεν της κατέβαλλε προσαύξηση λόγω νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά Κυριακές και αργίες, καθώς και τα επιδόματα εορτών και άδειας, ούτε της χορήγησαν κανονική άδεια. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει για τις προαναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 21.479,90 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή εισάγει προς εκδίκαση ιδιωτική διαφορά, αφού εκτίθεται ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συνέδεε τους διαδίκους σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, αφού η ενάγουσα ζητεί τις ως άνω αποδοχές, χωρίς να υφίσταται σχέση δημόσιου δικαίου, δεν δημιουργείται διοικητική διαφορά ουσίας αλλά διαφορά από σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την οποία αποκλειστικά αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Με αυτά τα δεδομένα, το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και απέρριψε σιωπηρά την ένσταση του αναιρεσείοντος για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΙΙ.- Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της απόφασης, με παράθεση των πραγματικών περιστατικών που ο διάδικος πρέπει να έχει επικαλεστεί για τη θεμελίωσή του, των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό, των φερομένων ως ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών της απόφασης, με επισήμανση σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητά τους, αλλά και του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης. Η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Στην ένδικη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, με τις διαλαμβανόμενες σ' αυτήν παραδοχές ότι :" η ενάγουσα συνδεόταν με τον εναγόμενο Δήμο Νέας Χαλκηδόνας με σχέση εξαρτημένης εργασίας, η οποία ήταν ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, όχι από την πρόσληψή της αλλά από 19.7.2004. Έτσι, με βάση την προαναφερόμενη σχέση εργασίας της δικαιούταν να λάβει καθ' όλο το επίδικο διάστημα από 29.1.2001 έως 20.11.2006 επιδόματα εορτών και αδείας, κανονική άδεια κάθε έτος και προσαύξηση λόγω εργασίας κατά Κυριακές, αργίες και νύχτα...". Ειδικότερα, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη μεταξύ αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος εξαρτημένης σχέσης εργασίας. Όμως, στο αναιρετήριο, δεν επισημαίνεται στις ανελλιπώς, μάλιστα, κατά τα ανωτέρω, αναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητά τους, ούτε αναφέρεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Κυρωτικός Ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2008 αίτηση του Δήμου Νέας Χαλκηδόνας για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1549/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι διαφορές για τις αποδοχές εργαζομένων που συνδέονται με το δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει ναπροσδιορίζεται το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο, κατά τον αναριεσείοντα, υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της απόφασης, με παράθεση των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, των φερομένων ως ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών της απόφασης, με επισήμανση σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητά τους, αλλά και του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης. η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί η παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
| null | null | 1
|
Αριθμός 710/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2494/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6925/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-1-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννοµη σχέση ή τις έννοµες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούµενη για την ενεργοποίηση του δεδικασµένου ταυτότητα νοµικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννοµες συνέπειες, όπως είναι η σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του µισθωτού θεµελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόµους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασµένο των αποφάσεων που κρίνουν επί µέρους αξιώσεις του µισθωτού, ως έννοµες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννοµης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νοµοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιµο χρόνο, θα παραµείνει αναλλοίωτο και στο µέλλον.
Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτηµα για τις επί µέρους αξιώσεις του µισθωτού σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας διέπεται από πλέγµα υφισταµένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασµένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήµατος και στο µέλλον αναγόµενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέµεινε αναλλοίωτο το προηγούµενο νοµοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούµενες µε νεότερη αγωγή επιµέρους αξιώσεις του µισθωτού που γεννήθηκαν σε µεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστηµα, στηρίζονται σε νέες νοµοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νοµοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους µέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριµένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1999), όχι µόνο την έκταση, άλλα και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδοµάτων του µισθωτού για την περίοδο εκείνη. Εποµένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.A. µεταβάλλεται το νοµοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζοµένων ορισµένου χρονικού διαστήµατος, ρυθµιζόµενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασµένο και για τις αξιώσεις αυτών µεταγενέστερου χρονικού διαστήµατος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστηµα αυτό νεότερες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. Περαιτέρω, το νοµικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς "περί των όρων αµοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π ιδρυµάτων του Δηµοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική µε τις 16170/1981 και 18749/1981 Υπουργικές αποφάσεις, µεταβλήθηκε, µε την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζοµένους του επαγγέλµατος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988, σύµφωνα µε το άρθρο 10 αυτής. Με τη συλλογική αυτή σύµβαση εργασίας επεκτάθηκαν, στους εργαζοµένους µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκοµεία του ν.δ. 2592/1953, που είναι µέλη των σωµατείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ στο σύνολο του, οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε µε το ν.1810/1988 (άρθρο 3 παρ. 1 επί ΕΣΣΕ). Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόµενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται µε τη συλλογική αυτή σύµβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των µέχρι της µεταβολής του νοµικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και µετά ταύτα του προϊσχύοντος νοµικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 3/2003, Ολ.ΑΠ 10/2002). Στην προκειµένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα µε την από 21-7-1999 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε στις 8-9-1983 από το εναγόµενο αναιρεσίβλητο νοσοκοµείο, ως καθαρίστρια µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, η οποία µετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, µε τις καθοριζόµενες κάθε φορά αποδοχές από το Νόµο, τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αµοιβής και εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων του Δηµοσίου και ότι το αναιρεσίβλητο κατά τον καθορισµό των αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστηµα 1-1-1997 έως 31-12-1998 δεν εφάρµοσε τις ευνοϊκότερες γι' αυτή από 2-4-1996 και 18-5-1990 ΕΓΣΣΕ, υπολογίζοντας το βασικό της μισθό, τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας και συζύγου επί του ημερομισθίου ασφαλείας των ανωτέρω ΕΓΣΣΕ και έτσι της κατέβαλε αποδοχές κατώτερες εκείνων που εδικαιούτο, κατά 20.376.285 δρχ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2494/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία τη δέχθηκε εν μέρει. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, ότι από την 6886/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ότι η αναιρεσείουσα υπάγεται στο µισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς και όχι εκείνο της από 22-12-1988 ειδικής ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και επιδίκασε µισθολογικές διαφορές από 1-6-1994 έως 31-12-1996, δεν δηµιουργείται δεδικασµένο, διότι µετεβλήθη το νοµοθετικό καθεστώς της ρύθµισης των αποδοχών της µε την ισχύ των µεταγενεστέρων από 2-4-1996 ως 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ και το ν. 2470/1997. Έτσι κατά το επίδικο χρονικό διάστηµα οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθµίζονταν από το µισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ 1988 της ΠΟΕΔΗΝ και µε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή ως νόµω αβάσιµη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πληµµέλεια του άρθρού 559 αριθ. 16 Κ. Πολ.Δ, αφού ο σχετικός ισχυρισµός της αναιρεσείουσας περί δεδικασµένου, απορρέοντος από την 6886/1999 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι σύµφωνα µε τα παραπάνω µη νόµιµος. Και τούτο διότι το από την ανωτέρω απόφαση παραγόµενο δεδικασµένο περιορίζεται στο κριθέν ζήτηµα για τη χρονική περίοδο που αναφέρεται (1-6-1994 έως 31-12-1996) και δεν καταλαµβάνει και το µεταγενέστερο επίδικο διάστηµα (1-1-1997 έως 31-12-1998), κατά το οποίο ίσχυσε, ως προς τον καθορισµό των αποδοχών των εργαζοµένων στα νοσοκοµεία του ν.δ 2592/1953 (όπως ήταν και το αναιρεσίβλητο), το νοµικό καθεστώς της από 22- 12-1988 ΕΣΣΕ, οι διατάξεις του ν. 1505/1984, ο ν. 2470/1997 και οι µεταγενέστερες από 2-4-1996, 28-5-1998 ΕΓΣΣΕ, ήτοι νοµοθετικό καθεστώς διάφορο εκείνου που ίσχυσε µέχρι την 31-12-1996, στο οποίο η αναιρεσείουσα στηρίζει τις αγωγικές της αξιώσεις. Εποµένως ο, από την παραπάνω διάταξη, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, ως προς το δεύτερο µέρος του, με το οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι αβάσιµος. Περαιτέρω το Εφετείο, δεχόµενο ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθµίζονται από το µισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990, 28 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, 680 ΑΚ, 9 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και των από 2-4-1996 και 28-5-1998 ΕΓΣΣΕ και ο, περί του αντιθέτου, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, ως προς το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιµος. Ο ίδιος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1, ότι το Εφετείο µε τη µη εφαρµογή των ανωτέρω διατάξεων παραβίασε τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου, που έχουν κυρωθεί µε το ν. δ. 53/1974, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιµoς, διότι ναι µεν µε τη δεύτερη διάταξη καλύπτονται και τα ενοχικά δικαιώµατα και ειδικότερα απαιτήσεις, που είχαν αναγνωρισθεί µε δικαστική απόφαση ή είχαν γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο και υπάρχει νόµιµη προσδοκία µε βάση το ισχύον δίκαιο, κατά το χρόνο προσφυγής στο δικαστήριο, ότι µπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998), όµως οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν στην προκειµένη περίπτωση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη πράγµατα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η λήψη ή µη λήψη υπόψη πραγµάτων από το δικαστήριο της ουσίας στοιχειοθετεί τον απ' αυτή αναιρετικό έλεγχο, όταν έγινε παρά το νόµο. Όµως κατά τις διατάξεις των άρθρων 522, 525 526 και 536 Κ.Πολ.Δ. µε την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση µεταβιβάζεται στο δευτεροβάθµιο δικαστήριο, το οποίο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθµιο δικαστήριο και δύναται µετά την παραδοχή λόγου εφέσεως και την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως να ερευνήσει οίκοθεν τη νοµική βασιµότητα της αγωγής ή αιτήµατος αυτής και να την απορρίψει ως µη νόµιµη. Αρκεί προς τούτο να ζητεί την απόρριψη της αγωγής γενικά ο εκκαλών-εναγόµενος και να µην εκδοθεί επιβλαβέστερη γι'αυτόν απόφαση χωρίς έφεση ή αντέφεση του εφεσιβλήτου - ενάγοντος. Εποµένως το Εφετείο που, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως µη νόµιµη, επειδή οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθµίζονται από την ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, σύµφωνα µε το γενικό αίτηµα του αναιρεσιβλήτου- εναγοµένου περί εξαφανίσεως της πρωτόδικης απόφασης και απορρίψεως της αγωγής, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθµ 8 Κ. Πολ.Δ πληµµέλεια και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιµος. Ο από τη διάταξη του αριθµού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή να εµφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση ή τη διάπλαση που έλαβε χώρα. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση η πληµµέλεια από τον αριθµό 17 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ., επειδή περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και έκρινε, ότι η αγωγή ήταν ορισµένη, ως προς το κεφάλαιο για επιδίκαση διαφορών για εργασία κατά τις Κυριακές-αργίες και υπερωριακής απασχόλησης κατά τις Κυριακές και αργίες, που προέκυπταν από την εφαρµογή του µισθολογικού καθεστώτος της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, άρα ήταν νόµιµες οι επίδικες αξιώσεις της και δεσµεύονταν από το δεδικασµένο της 6886/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ακολούθως όµως δέχθηκε και την έφεση του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την αγωγή ως µη νόµιµη, επειδή οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθµίζονταν από το µισθολογικό καθεστώς επί της 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 25-1-2005, αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 6925/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. Το Εφετείο που, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, επειδή οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από την ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, σύμφωνα με το γενικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου περί εξαφανίσεως της πρωτόδικης απόφασης και απορρίψεως της αγωγής, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια.
| null | null | 0
|
Αριθμός 709/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου πόλεως ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 1-3-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου πόλεως ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73ΕΙ.Π./2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-4-2009 αίτησή του και τους από 21-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 11-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 2 παρ.4 και 6 περ. α' του ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ), που ίσχυσε έως την κατάργηση του με το ΠΔ 246/2006 (ΦΕΚ α/261/29-1-2006), η ισχύς του οποίου άρχισε κατ' άρθρο 39 αυτού από την 1η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη δημοσίευσή του στο Φ.Ε.Κ, προκύπτει ότι 1)ο οδηγός των ΚΤΕΛ, κατ' εξαίρεση από το λοιπό προσωπικό αυτών, έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμετάλλευσης, διεπόμενος όμως από τον πιο πάνω Κανονισμό ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του και 2)η απόλυση οδηγών μπορεί να γίνει μόνον για τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους (βλ. Ολ.ΑΠ 15/2002), μεταξύ των οποίων είναι και οι αναφερόμενοι στο άρθρο 14 του ανωτέρω Κανονισμού. Εξάλλου α)κατά μεν το άρθρο 14 παρ.1 περ. ε' του ιδίου Π.Δ. το τακτικό και έκτακτο προσωπικό διοίκησης, διαχείρισης και κίνησης των ΚΤΕΛ απολύεται, μεταξύ άλλων, εξ αιτίας αδικαιολόγητης παρατεινόμενης απουσίας του πέρα από πέντε (5) συνεχείς ημέρες, β)κατά την παράγραφο 2 εδ. α' του ιδίου ως άνω άρθρου οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για το προσωπικό κίνησης των ΚΤΕΛ και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των μονάδων εκμετάλλευσης (λεωφορείων), στις οποίες υπηρετεί αυτό και γ)κατά την παρ.3 εδ. α' του πιο πάνω άρθρου ιδιοκτήτης λεωφορείου που ειδοποιείται έγγραφα από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εκτός αν προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό δυνατότητα προσφυγής στο πειθαρχικό συμβούλιο, οπότε είναι υποχρεωμένος να αναμείνει την έκβαση της διαδικασίας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 13 παρ.1 του Π.Δ. 229/1994 α)ό,τι αφορά την αποχή από την εργασία εξ αιτίας ασθένειας και τις παροχές που δικαιούται το προσωπικό σ' αυτή την περίπτωση ρυθμίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία και β)δεν θεωρείται καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του ασθενούντος μισθωτού η αποχή από την εργασία του λόγω αποδεδειγμένης ασθένειάς του, που γίνεται με ειδοποίηση της υπηρεσίας του για την ασθένεια προσκομίζοντας απόφαση ή βεβαίωση του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα, εκτός από την περίπτωση διαρκούς ανικανότητας. Επομένως ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα να θεωρήσει καταγγελία της σύμβασης εργασίας την αποχή του υπαλλήλου του, που διαρκεί περισσότερο από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια, εφόσον έχει ειδοποιηθεί για την ασθένεια στην οποία οφείλεται η αποχή και έχει υποβληθεί γι' αυτήν γνωμάτευση που καλύπτει το χρονικό διάστημα της απουσίας, εκτός αν πρόκειται για ασθένεια, σωματική ή πνευματική, που τον καθιστά ανίκανο για την εκτέλεση των καθηκόντων του και διαπιστώνεται αυτό από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του Ι.Κ.Α. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 1.4.1994 ως οδηγός στο υπ' αρ. ... λεωφορείο ιδιοκτησίας ..., ... χήρας ... και ...χήρας ... ενταγμένου στο ΚΤΕΛ ..., μετά τη μεταβίβαση του πιο πάνω λεωφορείου δυνάμει του από 28.8.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού στον αναιρεσείοντα και την αντικατάστασή του με το υπ' αρ. ... λεωφορείο ομοίως ενταγμένου στο ΚΤΕΛ ..., εξακολούθησε να εργάζεται ως οδηγός σ' αυτόν, ως διαδεχθέντα εργοδότη των πιο πάνω και υπεισελθόντα στην ανωτέρω εργασιακή σχέση. Μετά από οξύ πρόσθιο έμφραγμα του μυοκαρδίου υποβλήθηκε σε επέμβαση στερνοτομής και τετραπλής στεφανιαίας παράκαμψης επαναιμάτωσης του μυοκαρδίου (bypass) και αφού έλαβε τρίμηνη αναρρωτική άδεια εμφανίστηκε στην ανωτέρω εργασία του προς ανάληψη υπηρεσίας την 12.8.2006. Το ΚΤΕΛ ... ζήτησε από αυτόν να προβεί σε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες ελέγχου της μετεγχειρητικής κατάστασης της υγείας του, ώστε να προσκομίσει σ' αυτό βεβαίωση ικανότητας ασκήσεως του επαγγέλματος κατά 100%, ενώ ζήτησε το ίδιο από το Επαρχείο ... με αίτησή του, καταβάλλοντας ακολούθως, για λογαριασμό του εναγομένου, σ' εκείνον το μισθό του μήνα Σεπτεμβρίου 2006. Στο μεταξύ, σύμφωνα με το υπ' αρ....δελτίο εργατικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων του τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Σύρου ο μεν αναιρεσείων αποδέχτηκε την προσφορά εργασίας από τον αναιρεσίβλητο, όχι όμως την οδήγηση του πιο άνω λεωφορείου μέχρι να κριθεί αρμοδίως η ικανότητά του προς εργασία, ενώ ο τελευταίος αποδέχτηκε και δήλωσε ότι θα ενεργήσει για την εξέτασή του εγκαίρως κατά νόμο. Στη συνέχεια με την υπ' αρ. πρωτ.5669/22.9.2006 απόφαση του Έπαρχου ... παραπέμφθηκε για ιατρική εξέταση ο ενάγων στην αρμόδια Δευτεροβάθμια Ιατρική Επιτροπή, ενώ αφαιρέθηκε, κατ' άρθρο 13 παρ.8 Ν.2696/1999, η άδεια οδήγησης απ' αυτόν, η οποία θα του αποδιδόταν μετά την ανωτέρω εξέταση. Με την υπ' αρ. 44/06 από 3.10.2006 γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του τοπικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α ... έγινε γνωμάτευση ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν ικανός κατά 100% προς εργασία ως οδηγός ΚΤΕΛ από την ημερομηνία λήξης της ανωτέρω αναρρωτικής αδείας του. Ο αναιρεσείων µε την από 24.10.2006 αίτησή του προς το Τμήμα Μεταφορών και Επικοινωνιών του Επαρχείου ... ζήτησε να πληροφορηθεί 1)αν ο ενάγων προσκόμισε την αιτηθείσα απ' αυτό (Επαρχείο ....) ιατρική γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Ιατρικής Επιτροπής και 2)αν του έχει αποδοθεί η επαγγελματική άδεια οδηγήσεως, που του αφαιρέθηκε. Με το υπ' αρ. 19432 πρακτικό της συνεδρίασης της 6.11.2006 της Δευτεροβάθμιας Ιατρικής Επιτροπής ο ενάγων κρίθηκε ικανός και ανανεώθηκε η επαγγελματική του άδεια οδηγήσεως για δύο έτη. Μετά την ανωτέρω εξέτασή του επέστρεψε αυθημερόν (6.11.2006) από τον ..., όπου, αφού εξετάσθηκε την ίδια ημέρα στο Καρδιολογικό Ιατρείο του υποκαταστήματος Ι.Κ.Α .. από τον ιατρό ..., Καρδιολόγο, διαγνώσθηκε απ' αυτόν ότι είχε εμπύρετη λοίμωξη αναπνευστικού, του δόθηκε δε το από 6.11.2006 παραπεμπτικό για παρακλινική εξέταση µε σημείωση ότι χρήζει αναρρωτικής αδείας δώδεκα(12) ημερών. Τέλος, µε την υπ' αρ. 2668/06 από 13.11.2006 γνωμάτευση του υποκαταστήματος Ι.Κ.Α ... κρίθηκε ότι, λόγω της πιο πάνω ασθένειάς του(εμπύρετη λοίμωξη αναπνευστικού), ήταν ανίκανος για εργασία από 6.11.2006 έως 17.11.2006. Την 7.11.2006 το Επαρχείο ... µε το υπ' αρ. πρωτ. Εξ 6299/7.11.2006 έγγραφό του γνώρισε στον αναιρεσείοντα, σε απάντηση της προαναφερθείσας από 24.10.2006 αίτησής του, 1)ότι ο αναιρεσίβλητος είχε κριθεί ικανός από τη Δευτεροβάθμια Ιατρική Επιτροπή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιά και γνωµοδοτήθηκε η ανανέωση της επαγγελματικής του αδείας οδήγησης για 2 χρόνια και 2)ότι του παραδόθηκε η παρακρατηθείσα άδεια ικανότητας οδήγησης. Ακολούθως το ΚΤΕΛ ... µε έγγραφό του προς τον αναιρεσείοντα, τον ενημέρωσε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε προσέλθει έως τότε στα γραφεία του ΚΤΕΛ για παροχή των υπηρεσιών ως οδηγός του υπ' αρ. ... λεωφορείου. Κατόπιν αυτού ο αναιρεσείων κατήγγειλε την 15.11.2006, µε έγγραφό του, που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο αυθημερόν, την ανωτέρω εργασιακή σύμβαση του τελευταίου, επικαλούμενος αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία του για διάστημα πέρα από πέντε (5) συνεχείς ημέρες (δηλαδή από 7.11.2006) κατά παράβαση του, ρητά μνημονευόμενου στην παραπάνω καταγγελία άρθρου, 14 παρ.1 περ. ε' Π.Δ 229/1994 και τον καλούσε να προσέλθει στο γραφείο του ΚΤΕΛ ..., για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση μαζί µε τον οφειλόμενο μέχρι τότε μισθό και την αναλογία του Δώρου Χριστουγέννων. Ο αναιρεσίβλητος απέκρουσε την παραπάνω καταγγελία µε την από 16.11.2006 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την επομένη. Ο τελευταίος, µε την από 22.11.2002 εξώδικη γνωστοποίηση-προσφορά γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, που επιδόθηκε στον πρώτο, αυθημερόν, του γνωστοποίησε τη γενόμενη εκ μέρους του παρακατάθεση στο Γραφείο Παρακαταθηκών της Δ.Ο.Υ.... µε το υπ' αρ. .... γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης συνολικού ποσού 11.407,40 ευρώ υπέρ εκείνου και τελικά το ανωτέρω γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης παραλήφθηκε την 4.11.2008 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ι. Δοκιµάκη. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσίβλητος, σχετικά µε την απουσία από την εργασία κατά το διάστημα της αναρρωτικής αδείας από 6.11.2006 έως 17.11.2006, ενημέρωσε προφορικά την επομένη της επιστροφής του στην ... (8.11.2006) τον Πρόεδρο του ΚΤΕΛ ... Π, στο καφενείο του οποίου καθημερινά σύχναζε, πλην όμως ο ανωτέρω του είπε να περιμένει για να ενημερωθεί αναιρεσείων, ο οποίος έλλειπε στο εξωτερικό, ενόψει δε του ότι ο αναιρεσίβλητος σύχναζε στο καφενείο του πιο πάνω Προέδρου των ΚΤΕΛ ... Π, είναι προφανές, µε βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ.4 ΚΠολΔ), ότι µετά την επιστροφή του στην ... (8.11.2006) ενημέρωσε ο ίδιος προφορικά τον τελευταίο εγκαίρως για τη λήψη εκ µέρους του της ως άνω αναρρωτικής αδείας των 12 ημερών, αφού ήδη προηγουμένως είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά και από τη σύζυγό του η αρμοδία υπάλληλος του ΚΤΕΛ ...Λ, ενώ δεν προσκόμισε ο ίδιος παράλληλα και το σχετικό έγγραφο λήψεως αυτής πεισθείς από τα λεγόμενά του πιο πάνω Προέδρου του ΚΤΕΛ ... ότι ο αναιρεσίβλητος τότε απουσίαζε στο εξωτερικό. Με βάση τα παραπάνω η απουσία από την υπηρεσία του ως οδηγού του υπ' αρ. ΕΜΗ 2202 λεωφορείου, παρατεινόμενη για διάστημα πέρα από πέντε συνεχόμενες ημέρες, κρίνεται δικαιολογημένη, ενόψει της παρασχεθείσας σ' αυτόν νομίμως αναρρωτικής άδειας από 6.11-17.11.2006, για την οποία είχε εγκαίρως ενημερώσει την υπηρεσία του.
Συνεπώς δεν συνέτρεχε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 14 παρ.1 περ. ε' ΠΔ 229/1994 λόγος για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 73/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, την οποία στη συνέχεια δέχθηκε και αναγνώρισε την ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας. Με τις κρίσεις του αυτές δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΚΤΕΛ και εκείνες των άρθρων 5 παρ.3 εδ. α' Ν.3198/1955, 1&3Ν.2112/1920, 174,180 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος, κατά τα αντίστοιχα μέρη του, στο αναιρετήριο και με στοιχ.1.Γ στους πρόσθετους, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, στο σύνολό τους. Η ποσοτική ή η ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 22.11.2006 αγωγής, ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος με αυτήν ότι εργαζόταν ως οδηγός από 1.4.1994 στο υπ' αρ. ΕΜΗ 2202 λεωφορείο ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, ενταγμένου στο ΚΤΕΛ ... και ότι εκείνος την 15.11.2006 κατάγγειλε τη σύμβασή του, κατά παράβαση του διέποντος τις μεταξύ τους σχέσεις Π.Δ. 229/1994 και δίχως να του καταβληθεί ή προσφερθεί η αναλογούσα αποζημίωση, κατά τα ειδικότερα σ' αυτήν αναφερόμενα, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της πιο πάνω καταγγελίας. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 14 παρ.1 περ. ε' ΠΔ 229/1994 λόγος για την καταγγελία, εκ μέρους του αναιρεσείοντος (ιδιοκτήτη του λεωφορείου), της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσίβλητου, η οποία ως εκ τούτου είναι άκυρη, στη συνέχεια δε αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, την έκανε δεκτή. Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η ένδικη αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τις διατάξεις του ΠΔ που προαναφέρθηκαν, προκειμένου να κριθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, κατά τις διατάξεις αυτές. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή είναι αόριστη, αφού στο δικόγραφο της δεν γίνεται αναφορά 1)του είδους της επικαλουμένης σύμβασης εργασίας, 2)των διατάξεων επί των οποίων ο αναιρεσίβλητος θεμελιώνει το δικαίωμα του 3) του ύψους των αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα της απόλυσης του και 4)της ιδιότητας του ως διαδόχου των φυσικών προσώπων, στην κυριότητα των οποίων ανήκε το λεωφορείο πριν ο ίδιος καταστεί κύριος αυτού και της υπεισέλευσης του στην εργασιακή σχέση, είναι αβάσιμες, διότι 1)σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλείται με αυτήν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και 2)οι νομικές διατάξεις επί των οποίων στηρίζει το δικαίωμα του δηλαδή εκείνες του ΠΔ 229/1994, το ύψος των αποδοχών του και η ειδικότερη αναφορά του τρόπου υπεισέλευσης του αναιρεσείοντος στην εργασιακή σχέση δεν είναι αναγκαία στοιχεία του κύρους της αγωγής, κατά τη βάση της κατά την οποία έγινε δεκτή, αρκούσης της μνείας στο δικόγραφο της αγωγής, των πραγματικών περιστατικών που προαναφέρθηκαν και διαλλαμβάνονται σ' αυτήν, μεταξύ των οποίων και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως ιδιοκτήτη του λεωφορείου, κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε αυτήν, απορρίπτοντας, εκ του πράγματος, την ένσταση του αναιρεσείοντος-εφεσιβλήτου, για αοριστία της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό και να κηρύξει ακυρότητα, ήτοι να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη. Γι' αυτό οι, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, πρώτος και κατά τα δύο μέρη του, στο αναιρετήριο και με στοιχ. 1.Α και Β. στους πρόσθετους, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατά άρθρο 8 του Ν. 1599/1986, γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό έγγραφα, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου. Από την ανωτέρω διάταξη, συνάγεται ότι αυτή δεν έχει εφαρμογή κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι ειδικές περί αποδείξεως διατάξεις του ΚΠολΔ και συνεπώς η κατά τη διάταξη αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και μόνο ως μαρτυρία τρίτου δύναται να χρησιμεύσει, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 1-12-2006 υπεύθυνη δήλωση της υπαλλήλου του ΚΤΕΛ ... Λ, είναι αβάσιμος, αφού τούτο απέκρουσε την ανωτέρω δήλωση, διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, έγινε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί και στην προκειμένη δίκη. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον, υπό στοιχ. 2 των προσθέτων, λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση για απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ειδοποποιήσει το ΚΤΕΛ ... για τη λήψη αναρρωτικής άδειας, το με αριθμό ... έγγραφο του τελευταίου. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς, από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, και το παραπάνω έγγραφο, μη προκύπτοντος του αντιθέτου από την αποδεικτική αξία, την οποία, κατά την, ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του, προσέδωσε σ' αυτό. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2009, αίτηση του αναιρεσείοντος Χ, για αναίρεση της με αριθμό 31/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου και τους από 21-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο εργοδότης, ιδιοκτήτης λεωφορείου, δεν έχει το δικαίωμα να θεωρήσει καταγγελία της σύμβασης εργασίας την λόγω ασθενείας αποχή του υπαλλήλου του (οδηγού λεωφορείου εντεταγμένου στο ΚΤΕΛ) από την εργασία του, που διαρκεί περισσότερο από τα καθοριζόμενα από το ΠΔ 229/1994 όρια, εφόσον έχει ειδοποιηθεί για την ασθένεια στην οποία οφείλεται η αποχή και έχει υποβληθεί γι΄ αυτήν γνωμάτευση που καλύπτει το χρονικό διάστημα της απουσίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 711/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 συζ. Χ2, το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ψαρρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 532/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5196/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι, εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 επί του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών του, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ, παράλληλα, πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, κατά τις παραπάνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ' αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών. Στην αξίωση αυτή, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, περιλαμβάνονται και τα καταβαλλόμενα στο μισθωτό επιδόματα, μόνο εφόσον αυτά θα καταβάλλονταν και στο μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε άλλως ο εργοδότης, αφού διαφορετικά, ως προς αυτά δεν υπάρχει πλουτισμός του εργοδότη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ανέλεγκτα, αναφορικά με την αξίωση της αναιρεσίβλητης για αποζημίωσή της λόγω στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, τα ακόλουθα: Στις 30-10-1999 η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) προσέλαβε την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με προφορική σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου για να εργαστεί σε περίπτερό της ως πωλήτρια αντί μηνιαίου μισθού 240.000 δρχ. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1-11-1999 έως 21-3-2004 η ενάγουσα εργάστηκε συνεχώς και αδιαλείπτως στο άνω περίπτερο της εναγομένης προσφέροντας προσηκόντως τις υπηρεσίες της, απασχολούμενη και τις επτά ημέρες της εβδομάδας, εργαζόμενη και την Κυριακή, χωρίς να τυγχάνει αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης διάρκειας 24 συνεχών ωρών κατ' άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας. Ο μηνιαίος μισθός που η εναγομένη κατέβαλλε στην ενάγουσα ανερχόταν στα ακόλουθα ποσά: α) το χρονικό διάστημα από 1-11-1999 έως 31-12-2000 στο ποσό των 240.000 δρχ. ή 704,33 ευρώ, β) το χρονικό διάστημα από 1-12-2001 έως 31-12-2001 στο ποσό των 300.000 δρχ. ή 880,41 ευρώ και γ) το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 21-3-2004 στο ποσό των 1.000 ευρώ. Οι παραπάνω καταβαλλόμενοι στην ενάγουσα μηνιαίοι μισθοί ήταν μεγαλύτεροι από τα γενικά κατώτατα όρια του μισθού υπαλλήλου χωρίς προϋπηρεσία και άγαμου, όπως είναι η ενάγουσα, που προβλέπονται από τις ισχύουσες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις (ΕΓΣΣΕ). Η ενάγουσα εργάστηκε όλες τις Κυριακές του επίδικου χρονικού διαστήματος, χωρίς η εναγομένη να της καταβάλει καμία αμοιβή και χωρίς να της χορηγήσει άλλη αναπληρωματική συνεχόμενη ημέρα ανάπαυσης. Επομένως, λόγω της παροχής από την ενάγουσα εργασίας κατά τις ημέρες αυτές, γεννιέται αξίωση απόδοσης της ωφέλειας της εναγομένης κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία ωφέλεια, προκειμένου για την ενάγουσα που αμειβόταν με μηνιαίο μισθό, υφίσταται εκ μόνου του γεγονότος της απασχόλησής της κατά την αναπληρωματική ημέρα της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, αφού και σε περίπτωση μη απασχόλησης αυτής η εναγομένη υπείχε υποχρέωση από τη σύμβαση να καταβάλλει ακέραιο το μηνιαίο μισθό της, χωρίς δηλαδή να αφαιρέσει απ' αυτόν το ποσό που αναλογεί στις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Η ωφέλεια δε αυτή συνίσταται στο μισθό τον οποίο η εναγομένη θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ίδιες κατά τα λοιπά συνθήκες. Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπολόγισε την αποζημίωση λόγω στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης στο 1/25 των καταβαλλόμενων και υπέρτερων αποδοχών της και όχι με βάση τις νόμιμες αποδοχές της ειδικότητάς της ως άγαμης και χωρίς προϋπηρεσία υπαλλήλου, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις ισχύουσες, κατά τον κρίσιμο χρόνο, από 18-5-1998, 23-5-2000, 15-4-20002, 15-4-2002 και των ετών 2004-2005 ΕΓΣΣΕ, η οποίες έχουν εφαρμογή ελλείψει ειδικής κλαδικής ΣΣΕ. Έτσι, όμως, που υπολόγισε την αποζημίωση της αναιρεσίβλητης για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις και είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5196/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αντίστοιχο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας), είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού του άρθρου 904 επ. ΑΚ.- Η ωφέλεια αυτή υπολογίζεται επί των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα.
| null | null | 0
|
Αριθμός 714/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟ ΑΤΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Βαζάκα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαλαμαστράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 257/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2009 αίτησή της και τους από 9-2-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου και τέταρτου πρόσθετων λόγων και την απόρριψη των λοιπών τόσο του κυρίου δικογράφου όσο και αυτού των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Κατά την 15η Απριλίου 2010, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση, ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος κατέθεσε την από 18-3-2010 αίτηση - δήλωσή του απευθυνόμενη στον Αντιπρόεδρο του Β1' Τμήματος, η οποία έχει ως εξής: "ΠΡΟΣ τον Πρόεδρο του Β1 Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου κ. Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου. Αίτηση - δήλωση αυτοεξαίρεσης του Νικολάου Πάσσου, Αρεοπαγίτη. Στην δικάσιμο της 16-3-2010 συζητήθηκε στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου υπό την Προεδρία Σας η με αριθμό πινακίου 19 αίτηση της εταιρείας ΜΕΤΡΟ ΑΕ κατά του Ψ1 για αναίρεση της 257/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, με εισηγητή τον Αρεοπαγίτη κ. Σπ. Ζιάκα και με την συμμετοχή και εμού ως μέλους της σύνθεσης που δίκασε την υπόθεση. Επειδή με τον αναιρεσίβλητο συνδέομαι με φιλικές οικογενειακές σχέσεις, φρονώ ότι εμπίπτω στις περιπτώσεις του άρθ. 52 παρ. 1 περ. στ' ΚΠολΔ και γι' αυτό υποβάλλω κατ' άρθ. 55 παρ. 1 ΚΠολΔ την παρούσα αίτηση - δήλωση προκειμένου να μου επιτραπεί ν' απόσχω από την άσκηση των περαιτέρω καθηκόντων μου στην υπόθεση αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΩ Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση - δήλωσή μου. Να μου επιτραπεί να απόσχω από την άσκηση των περαιτέρω καθηκόντων μου προς έκδοση απόφασης για την υπόθεση που αναφέρεται πιο πάνω και συζητήθηκε στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου κατά την δικάσιμο της 16-3-2010 και με αιθ. Πινακίου 19 και Να διαταχθούν τα περαιτέρω νόμιμα.
Αθήνα, 18-3-2010
Ο αιτών - δηλών (υπογραφή)
Νικόλαος Πάσσος".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο συγκροτήθηκε από τους Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες και από τον ίδιο ως άνω γραμματέα, προκειμένου ν' αποφασίσει για τις ανωτέρω α) αίτηση αναίρεσης και β) αίτηση - δήλωση αυτοεξαίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 55 §§ 1 και 4 ΚΠολΔ "Δικαστές πολυμελών δικαστηρίων και εισαγγελείς, αν υπάρχει λόγος εξαίρεσής τους, οφείλουν να το δηλώσουν στον πρόεδρο του δικαστηρίου", "Το δικαστήριο αποφασίζει χωρίς τη συμμετοχή εκείνου που υπέβαλε τη δήλωση και χωρίς συζήτηση στο ακροατήριο".
Συνεπώς, νόμιμα φέρεται στο Δικαστήριο τούτο, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, η από 18-3-2010 αίτηση εξαιρέσεως, που υποβλήθηκε στον Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Ηλία Γιαννακάκη, Πρόεδρο του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και πρέπει να ερευνηθεί.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 52 § 1 περ. στ' ΚΠολΔ και 6 §1 της ΕΣΔΑ που υπηρετούν πρωτίστως την αμεροληψία της δικαιοσύνης, σαφώς προκύπτει ότι οι δικαστές μπορεί να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιονδήποτε διάδικο, αν προκαλούν υπόνοια μεροληψίας. Η δήλωση αυτού του κωλύματος δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό και μπορεί να γίνει και στη διάσκεψη της υπόθεσης για την έκδοση της σχετικής απόφασης, οπότε, αν αποφασιστεί η έξοδος του εξαιρετέου από τη σύνθεση δικαστή, το δικαστήριο οφείλει να απόσχει από την εκδίκαση της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο της κρινόμενης από 20-2-2009 αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟ ΑΤΕ" κατά του Ψ1, για αναίρεση της 257/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος, μέλος της σύνθεσης του Δικαστηρίου, κατά τη διάσκεψη της προκείμενης υπόθεσης, διαπίστωσε ότι συντρέχει περίπτωση αυτοεξαίρεσής του, γι' αυτό και υπέβαλε στον Πρόεδρο του Τμήματος τούτου, την ακόλουθη αίτηση (δήλωση): "Στην δικάσιµο της 16-3-2010 συζητήθηκε στο Β1 Τµήµα του Αρείου Πάγου υπό την Προεδρία Σας η µε αριθµό πινακίου 19 αίτηση της εταιρείας ΜΕΤΡΟ ΑΕ κατά του Ψ1 για αναίρεση της 257/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, µε εισηγητή τον Αεροπαγίτη κ. Σπ. Ζιάκα και µε την συµµετοχή και εµού ως µέλους της σύνθεσης που δίκασε την υπόθεση. Επειδή µε τον αναιρεσίβλητο συνδέοµαι µε φιλικές οικογενειακές σχέσεις, φρονώ ότι εµπίπτω στις περιπτώσεις του άρθ. 52§ 1 περ. στ' ΚΠολΔ και γι' αυτό υποβάλλω κατ' άρθ. 55§ 1 ΚΠολΔ την παρούσα αίτηση-δήλωση προκειµένου να µου επιτραπεί ν' απόσχω από την άσκηση των περαιτέρω καθηκόντων µου στην υπόθεση αυτή.".Η διαπίστωση αυτή του δηλούντος ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και εντεύθεν είναι βάσιμα τα αναφερόμενα στη δήλωσή του. Συνακόλουθα, επειδή είναι ενδεχόμενο να δημιουργηθεί στους διαδίκους η εντύπωση ότι θα οδηγηθεί σε κρίση επηρεασμένος από την αναφερόμενη στη δήλωση σχέση του με τον αναιρεσίβλητο, γεγονός που επιφέρει κατ' ανάγκη δυσπιστία ως προς το αμερόληπτο της κρίσης του, πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο τούτο ότι ο παραπάνω Αρεοπαγίτης, μέλος της σύνθεσης αυτού, είναι εξαιρετέος στην εξεταζόμενη υπόθεση. 'Υστερα από αυτά, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της προκείμενης υπόθεσης, κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αποφαίνεται ότι ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος, μέλος της σύνθεσης του Δικαστηρίου αυτού στη δικάσιμο της 16-3-2010, είναι εξαιρετέος στη συζήτηση της αναφερόμενης στο σκεπτικό υποθέσεως. Και Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης της από 20-2-2009 αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας "ΜΕΤΡΟ ΑΤΕ", για αναίρεση της 257/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και των από 9-2-2010 πρόσθετων λόγων αυτής, σε νέα δικάσιμο που θα οριστεί με επιμέλεια των διαδίκων, ενώπιον του ιδίου τμήματος του Αρείου Πάγου, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει ο εξαιρετέος δικαστής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης της από 20-2-2009 αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας ...., σε νέα δικάσιμο που θα οριστεί με επιμέλεια των διαδίκων, ενώπιον του ιδίου τμήματος του Αρείου Πάγου, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει ο εξαιρετέος δικαστής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 724/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Γεωργακόπουλο, περί αναιρέσεως της 42158/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1346/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν, τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άνω άρθρα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για τον σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του, ήτοι να προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 42158/2009 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της την 17786/2008 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 37957 2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε ερήμην σε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή και χρηματική ποινή 400.000 δρχ. για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ. Ειδικότερα, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση του με την αιτιολογία "ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ. Με την 37957 2001 απόφαση του Μ.Π. Αθηνών, ο εκκαλών -κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε μηνών μετατραπείσα προς 1.500 δρχ. ημερησίως για παράβαση του νόμου περί καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ. Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε σε αυτόν στις 22-11-2001, στην οδό ... και ... , με θυροκόλληση. Κατά τον επίμαχο χρόνο ο εκκαλών είχε ως κατοικία του και το επί της οδού ... κατάστημα (εστιατόριο) και το επί της ... γραφείο, πλην όμως εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί την ανωτέρω οικία στα ...ως κατοικία του και συνεπώς δεν υπάρχει σφάλμα στη γενόμενη επίδοση. Κατόπιν τούτου και επειδή η έφεση ασκήθηκε μετά την πάροδο της κατ' άρθρο 473 παρ. 1β ΚΠΔ (εννοεί προθεσμίας) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (αρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ)". Και στη συνέχεια απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη ως προς τα αποδεικτικά μέσα, καθόσον δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για να καταλήξει στην παραδοχή ότι η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως και την απέρριψε ως απαράδεκτη.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παράθεση των αποδεικτικών μέσων λόγος της αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει το παραδεκτό ή μη της εφέσεως και την τυχόν παραγραφή της πράξεως (Ολ. ΑΠ 3/1995 Νόμος).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 42158/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο προς νέα συζήτηση, κατά τα εις το σκεπτικό αναφερόμενα θέματα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 12 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας υπάρχει και όταν δεν αναφέρονται οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά για την καταδίκη αθώωση ή άλλη κρίση του Δικαστηρίου, όπως όταν απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη. Αναιρείται η προσβαλλόμενη και παραπέμπεται η υπόθεση σε νέα συζήτηση προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό ή μη της έφεσης και η τυχόν παραγραφή της πράξης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 702/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από την Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος και διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιό του και τον δικηγόρο Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 702/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-1-2009 αίτησή του και τους από 19-1-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 11-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναίρεσης, του τέταρτου λόγου αναίρεσης και του δεύτερου πρόσθετου λόγου, την απόρριψη δε του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου αναίρεσης και του πρώτου πρόσθετου λόγου. Ο αναιρεσίβλητος και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Παραδεκτώς φέρονται προς συζήτηση οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως της από 20-1-2009 αιτήσεως (καθώς και οι από 20-1-2010 πρόσθετοι λόγοι) του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 702/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του Πρωτοδικείου αυτού της υπ' αριθμ. 671/2009 θετικής γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου ΣΤ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο των τρίτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως (άρθρο 12 Ν. 2298/1995, όπως αντικ. με άρ. 28 παρ. 3 Ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με άρθρ. 42 Ν. 2721/1999).
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθ. 832 ΑΚ, ο μεσεγγυούχος που διορίστηκε με δικαστική απόφαση υπόκειται στις διατάξεις που αφορούν στο θεματοφύλακα, εφόσον τα μέρη δεν όρισαν διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 822 ίδιου Κώδικα, με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει, με υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί, ενώ αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνο όταν συμφωνήθηκε ή συνάγεται από τις περιστάσεις. Εξάλλου, η αμοιβή που οφείλεται από τις περιστάσεις συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο. Γι' αυτό η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε και για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, οφείλεται αμοιβή για παρασχεθείσες υπηρεσίες μεσεγγυούχου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Αν η απόφαση περιέχει κρίση για το ζήτημα αυτό, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ.1 (559 αριθ.1) ΚΠολΔ. Περιστάσεις βάσει των οποίων συνάγεται ότι οφείλεται αμοιβή είναι, εκτός άλλων, η επαγγελματική ιδιότητα του θεματοφύλακα, η καταβληθείσα εξιδιασμένη προσπάθεια φύλαξης του πράγματος, οι καταβληθείσες προσπάθειες για τη διατήρηση του πράγματος σε καλή κατάσταση. Περαιτέρω, το ποσό της αμοιβής του θεματοφύλακα, όταν αυτό δεν έχει συμφωνηθεί θα ορίζεται κάθε φορά από τον Δικαστή, ο οποίος λαμβάνει υπόψη του τα τιθέμενα ενώπιόν του πραγματικά περιστατικά, τις υπάρχουσες τυχόν διατιμήσεις και τις κρατούσες στις συναλλαγές συνθήκες και αντιλήψεις. Οι τελευταίες αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς, οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές και δεν περιέχουν κανόνες δικαίου. Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 (560 αρ. 1) ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Δυνάμει της 9971/1987 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος) διορίστηκε μεσεγγυούχος των αναφερόμενων ακινήτων, τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στον αποβιώσαντα .... Από τις 26-8-1987, οπότε επιδόθηκε προς αυτόν η ως άνω απόφαση περί διορισμού του, ο εφεσίβλητος ανέλαβε τα καθήκοντά του και έκτοτε εις εκτέλεση αυτών προέβαινε τακτικώς στην είσπραξη των μισθωμάτων των ακινήτων και στην κατάθεσή τους σε τηρούμενο προς τούτο τραπεζικό λογαριασμό, στην εκάστοτε επισκευή και στην εκ νέου μίσθωσή τους σε περίπτωση λύσης της υφιστάμενης, στην υποβολή δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος μετά αναλυτικής καταστάσεως μισθωμάτων και κατά τα έτη 1995-1996 δηλώσεων στοιχείων ακινήτων (Ε 9), στην πληρωμή των επιβληθέντων φόρων εισοδήματος, καθώς και σε δικαστικές ενέργειες αναγκαίες για τη διαφύλαξη των επί των ακινήτων δικαιωμάτων του κυρίου, ο οποίος θα αναγνωριζόταν δικαστικώς, όπως πλην των άλλων στην υποβολή μηνύσεως για αυθαίρετη κατάληψη ακινήτου και αιτήσεως λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής. Στις 23-9-1998, ενόψει του ότι είχε αναγνωριστεί τελεσίδικα το εκκαλούν κύριο και δυνάμει της 14200/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανακληθεί η ως άνω (9971/1987) απόφαση, περατώθηκε το έργο της μεσεγγύησης και έτσι ο εφεσίβλητος κατέβαλε στον εκκαθαριστή της κληρονομίας ... αυθημερόν δραχ. 86.992.655 και στις 3-11-1999 δραχ. 413.649. Το μικτό προϊόν της μεσεγγυήσεως ανήλθε στο ποσό των δραχ. 103.316.122, στο οποίο περιλαμβάνεται το καθαρό ποσό και τα αφορόντα σε δαπάνες ιδιοκτητών και σε καταβληθέντες φόρους έξοδα. Επακολούθησε έλεγχος της όλης διαχειρίσεως του εφεσιβλήτου κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε εις πέρας το λειτούργημά του εκτελώντας πάντα με ευσυνειδησία και προβαίνοντας με κάθε επιμέλεια σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες προς όφελος του Ελληνικού Δημοσίου. Ενόψει των ανωτέρω και ιδίως της μακράς (επί ένδεκα έτη) διάρκειας της μεσεγγυήσεως και της επιμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων του, ο εφεσίβλητος δικαιούται αμοιβής, η οποία, ελλείψει συμφωνίας για τον καθορισμό της, πρέπει, κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές, να προσδιοριστεί σε ποσοστό 30% επί του μικτού προϊόντος της μεσεγγυήσεως, ώστε υπολογίζεται σε 30.994.837 δραχ. Υπό τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου. 'Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 822 και 832 ΑΚ, αφού προέβη σε ορθή εξειδίκευση των αξιολογικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της αόριστης νομικής έννοιας της "οφειλόμενης από τις περιστάσεις αμοιβής του μεσεγγυούχου", τις οποίες και προσδιόρισε κατά τα ανωτέρω.
Συνεπώς, ο σχετικός από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του πρώτου σκέλους του που αφορά " την οφειλόμενη από τις περιστάσεις αμοιβή του μεσεγγυούχου", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του ίδιου σκέλους, κατά το οποίο το αναιρεσείον, όσον αφορά το γενόμενο από το Δικαστήριο της ουσίας προσδιορισμό της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου "κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές", επικαλείται πλημμέλεια από την επίκληση του αριθ.1 άρθρ. 560 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο τρόπος υπολογισμού του ποσοστού της αμοιβής αφορά συνήθεια, η εφαρμογή της οποίας δεν επιβάλλεται από κανόνα δικαίου και, επομένως, δεν ελέγχεται ως παραβίαση της διάταξης αυτής. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παντελώς αναιτιολόγητα υπολόγισε το ύψος της δικαιούμενης από τον αναιρεσίβλητο αμοιβής στο 30% του ακαθαρίστου προϊόντος της μεσεγγύησης, δηλαδή αποδίδεται ανεπιτρέπτως η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης (πρβλ. άρθρο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης, ο πρώτος πρόσθετος λόγος για εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου 680 ΚΠολΔ λόγω μη αναγραφής στην ένδικη αγωγή χωριστά των ενεργειών του αναιρεσιβλήτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η σχετική αιτίαση δεν επιστηρίζεται στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ούτε σε άλλη διάταξη αυτού, αφού αφορά παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ζητείται η ένδικη προστασία (πρβλ. και άρθρα 111 § 2, 117, 118 εδ.4, 216 § 1β, 591 § 1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ.- Το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως... Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής. Ως "αγωγή" νοείται εν προκειμένω η καταψηφιστική αγωγή, η επίδοση της οποίας επιφέρει έναρξη τοκοφορίας. Η επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, της οποίας το αίτημα περιορίσθηκε εν συνεχεία σε απλώς αναγνωριστικό, δεν αρκεί για να γεννηθεί η υποχρέωση του Δημοσίου προς τοκοδοσία κατά το άρθρο 346 ΑΚ, αφού η αγωγή αυτή θεωρείται μη ασκηθείσα ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα (άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η επίδοσή της εξακολουθεί μεν να ισχύει ως όχληση, δεν γεννά όμως υποχρέωση του Δημοσίου για πληρωμή τόκων υπερημερίας κατά τα άρθρα 340 και 345 ΑΚ. Και τούτο, διότι η υποχρέωση αυτή δεν γεννάται με την όχληση αλλά μόνο με την επίδοση αγωγής (ΟλΑΠ 10/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε αναγνωρίσει, ύστερα από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής σε αναγνωριστικό, την υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 90.960,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή, ως προς την αναγνώριση οφειλής τόκων, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρου 21 του ως άνω Κώδικα (δ/μα 26-6/10-7-1944). Επομένως, οι παραδεκτώς, κατ' άρθρο 562 § 2 εδ. β' ΚΠολΔ, προβαλλόμενοι και ενιαία κρινόμενοι τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου και δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, ως προς εκτεθέν μέρος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Λόγω της μερικής νίκης και ήττας αμφοτέρων των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα είναι συμψηφιστέα κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 702/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αμοιβή που οφείλεται από τις περιστάσεις συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο. Γι΄ αυτό η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε και για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, οφείλεται αμοιβή για παρασχεθείσες υπηρεσίες μεσεγγυούχου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.- Περιστάσεις βάσει των οποίων συνάγεται ότι οφείλεται αμοιβή.- Το ποσό της αμοιβής του θεματοφύλακα, όταν αυτό δεν έχει συμφωνηθεί θα ορίζεται κάθε φορά από τον Δικαστή, ο οποίος λαμβάνει υπόψη του τα τιθέμενα ενώπιόν του πραγματικά περιστατικά, τις υπάρχουσες τυχόν διατιμήσεις και τις κρατούσες στις συναλλαγές συνθήκες και αντιλήψεις.- Οι τελευταίες αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς, οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές και δεν περιέχουν κανόνες δικαίου.- Υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών του Δημοσίου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 694/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Τσαντίλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3790/1995 μη οριστική, 882/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3136/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ' αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενη αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ' αριθ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17.663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δε μπορεί να είναι μικρότερο από τα κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών). Στην προκείµενη περίπτωση, από τα προσκοµιζόµενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εργάζεται από 11-5-1984 στο αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, ως καθαρίστρια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που τη 10-11-1987 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Με την ένδικη από 23-6-1994 αγωγή της ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόµενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκοµείο, στο οποίο εργαζόταν από 11-5-1984 ως καθαρίστρια µε σχέση ιδιωτικού δικαίου, όφειλε σ' αυτή για το χρονικό διάστηµα από 1-1-1989 µέχρι 31-5-1994 τις καθοριζόµενες διαφορές αποδοχών της, µεταξύ αυτών που έπρεπε να λάβει µε προσδιορισµό του βασικού της µισθού σύµφωνα µε τις κατώτατες αποδοχές των εκάστοτε ισχυουσών ΕΓΣΣΕ κατά παραποµπή των επικαλουµένων διαιτητικών αποφάσεων και συλλογικών συµβάσεων και µε βάση τις άλλες επικαλούµενες διατάξεις και την προϋπηρεσία της και για εργασία της κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιµες ηµέρες εντός του άνω διαστήµατος και των αποδοχών που έχει λάβει, καθώς και να υποχρεωθεί τούτο να της καταβάλει για τον ίδιο λόγο το ποσό των 1.000.000 δρχ. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή κατά ένα µέρος µε την 882/2000 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο µέρος της, που αφορά το χρονικό διάστηµα από 1.1.1989 µέχρι 31.12.1991, λόγω παραγραφής των ενδίκων αυτών αξιώσεων, µετά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου και απόρριψη της αντενστάσεως της αναιρεσείουσας, περί διακοπής της παραγραφής. Κατά της ως άνω αποφάσεως οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις και επί αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφασή με την οποία το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια απέρριψε και την αγωγή. Προκειμένου να καταλήξει σ' αυτή την κρίση δέχθηκε ότι για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, αυτή έπρεπε να αµείβεται σύµφωνα µε τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές διατάξεις και µε βάση υπολογισµού των αποδοχών της ηµεροµίσθιο ίσο προς τα 8/6 του κατώτατου ηµεροµισθίου εργατοτεχνίτη (645 δρχ. πλέον προσαυξήσεως 15%) και όχι µε βάση υπολογισµού το κατώτατο ηµεροµίσθιο εργατοτεχνίτη, όπως αυτό καθορίστηκε µε τις ΕΓΣΕΕ, οι οποίες ίσχυσαν κατά το ήδη επίδικο χρονικό διάστηµα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε εν μέρει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς τις μη παραγραφείσες κατά τα κατωτέρω, απαιτήσεις αυτής, παραβίασε τις διατάξεις που ανωτέρω αναφέρθηκαν και είναι βάσιμοι οι πρώτος κατά το πρώτο μέρος, δεύτερος και έβδοµος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόµενη απόφαση παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 2019/1992 ορίσθηκε ότι η ειδική αποζηµίωση για πρόσθετη εργασία, που είχε χορηγηθεί στους υπαλλήλους ορισµένων κλάδων του Δηµοσίου ή ΝΠΔΔ (Ν. 858/1989, 1859/1989 και 1881/1990), χορηγείται από 1-1-1992 και στους άλλους υπαλλήλους του Δηµοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, που αµείβονται σύµφωνα µε το Ν. 1505/1984 ή το Ν. 1875/1990, στη συνέχεια δε µε το άρθρο 41 παρ. 8 του Ν. 2065/1992 η ως άνω ειδική αποζηµίωση µετατράπηκε από 1-7-1992 σε ειδικό επίδοµα, καταβαλλόμενο µε τις λοιπές τακτικές αποδοχές των άνω υπαλλήλων. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ως άνω ειδική αποζηµίωση ή ειδικό επίδοµα χορηγήθηκε σε όλους τους εργαζόµενους στο Δηµόσιο, στους ΟΤΑ ή τα λοιπά ΝΠΔΔ, είτε αυτοί αµείβονταν µε το µισθολόγιο των δηµοσίων υπαλλήλων (Ν. 1505/1984), είτε µε ΣΣΕ ή ΔΑ (Ν. 1876/1990), ανεξάρτητα από το αν είναι υπάλληλοι ή εργατοτεχνίτες. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2019/1992 αναφέρεται σε υπαλλήλους και στο Ν. 1876/1990 για να περιλάβει συνεκδοχικώς όλους τους εργαζόµενους, που αµείβονται µε ΣΣΕ ή ΔΑ και δεν έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από την καταβολή της ειδικής αποζηµιώσεως-επιδόµατος οι εργαζόµενοι, που έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη ή που αµείβονται µε βάση προγενέστερες του Ν. 1876/1990 ΣΣΕ ή Δ.Α. Ενόψει αυτών, το Εφετείο που έκρινε µε την προσβαλλόµενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα δεν εδικαιούτο το ανωτέρω ειδικό επίδοµα, διότι τούτο προϋπέθετε την επέκταση σ' αυτή των διατάξεων του Ν. 1505/1984, παραβίασε τις προαναφερόµενες διατάξεις. Εποµένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το µέρος του που στηρίζεται σε πληµµέλεια από το άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιµος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΝΠΔΔ, που συνδέονται µε αυτό µε σχέση δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούµενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζηµιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισµό, είναι δυο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονοµικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Η θεσπιζόµενη µε τις ως άνω διατάξεις βραχυπρόθεσµη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι µικρότερος από εκείνο των παροµοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθµ. 6 και 17 Α. Κ. και από τον οριζόµενο στο άρθρο 44 του αυτού Ν. Δ/τος χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του νοµικού προσώπου κατά τρίτων, είναι συνταγµατικά θεµιτή και δεν αντίκειται στην καθιερούµενη µε το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγµατος αρχή της ισότητας, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθµιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ. Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αµερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασµό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεµποδίζουν το νοµοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόµη δικαιώµατα (ενδεχοµένως και µε τη µέθοδο της αναδροµικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν µετά τη ισχύ τους (Ολ. ΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007, Α.Ε.Δ 9/2009).Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσµία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δηµοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Σκοπός θεσπίσεως της τριετούς αυτής προθεσµίας ασκήσεως εφέσεως κατά των αποφάσεων, που δεν έχουν επιδοθεί, µε αφετήριο σηµείο τη δηµοσίευσή τους υπήρξε ο περιορισµός της ασκήσεως της εφέσεως και γενικώς των ενδίκων µέσων εντός της άνω προθεσµίας και όχι η θέσπιση κανόνων, που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής των αξιώσεων.
Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιούμενες με την ένδικη από 23-6-1994 αγωγή διαφορές αποδοχών της αναιρεσείουσας, που γεννήθηκαν μέχρι την 31-12-1991,είχαν παραγραφεί, κατά το χρόνο ασκήσεως της ανωτέρω αγωγής, λόγω συμπληρώσεως διετίας από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις καθώς και εκείνες του άρθρου 28 παρ.1α του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950 και 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, και ο σχετικός ένατος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιµος και πρέπει να απορριφθεί. Από το άρθρο 51 εδ. β'του Ν.Δ.496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." προκύπτει ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούµενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζηµιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισµό (άρθρ. 48 παρ. 3 του αυτού Ν. Δ/τος) διακόπτεται και µε την υποβολή προς το νοµικό πρόσωπο αιτήσεως για την πληρωµή των εν λόγω απαιτήσεων.Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τότε μόνον επέρχεται η διακοπή της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, όταν οι τελευταίες, κατά το περιεχόμενο και αίτημα, είναι οι ίδιες με τις περιλαμβανόμενες στη σχετική και από το δικαιούχο υποβληθείσα αίτηση για πληρωμή τους προς την αρμόδια αρχή, ώστε να μπορεί το νομικό πρόσωπο να διαγνώσει την ύπαρξη τους και το δικαιολογημένο ή όχι αυτών. Στην προκείµενη περίπτωση, από την προσβαλλόµενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ερευνώντας το περιεχόµενο της υπ' αριθµ. 22.513/31-12-1991 αιτήσεως, που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα µαζί µε άλλους 286 συναδέλφους της στο αναιρεσίβλητο και την οποία προσκόµισε και επικαλέσθηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη της αντενστάσεώς της περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών της των ετών 1989, 1990 και 1991, έκρινε, ανέλεγκτα, ότι δεν καθορίζονται στην αίτηση αυτή τα στοιχεία, που προσδιορίζουν τις ένδικες απαιτήσεις της αναιρεσείουσας προς καταβολή σ' αυτή από το αναιρεσείον των αιτουµένων χρηµατικών ποσών, που αναφέρονται σε διαφορές αποδοχών και προσαύξηση αµοιβής για την εργασία της κατά τις Κυριακές και τις αργίες, και εξ αιτίας αυτού τα όργανα του αναιρεσίβλήτου δεν είχαν τη δυνατότητα να αντιληφθούν για ποιες αιτίες ζητήθηκαν τα χρηματικά αυτά ποσά και αν πράγματι τα δικαιούνταν. Στη συνέχεια, με βάση αυτά δέχθηκε ότι ως προς τις αξιώσεις των ετών 1989, 1990 και 1991 είχε συµπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής, που πρότεινε το αναιρεσίβλητο και απέρριψε την εν λόγω αντένσταση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3, 49 και 51 του Ν.Δ. 496/1974. Εποµένως, ο όγδοος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, κατ' αποδοχή των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως και ειδικότερα κατά το μέρος που αφορά πάσης φύσεως αποδοχές για το από 1-1-1992 εως 31-5-1994 χρονικό διάστημα, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας,λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων( άρθρ. 183,178 και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 3136/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας το οποίο ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26-1-2010
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς. Οι αξιώσεις του επίδικου χρονικού διαστήματος (1-1-1992 έως 31-5-1994), δεν υπάγονται στο προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, αφού, κατ΄ αυτό (επίδικο), ίσχυαν οι από 3-4-1991, 9-6-1993 και 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ. Η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2019/1992 αναφέρεται σε υπαλλήλους και στο Ν. 1876/1990 για να περιλάβει συνεκδοχικώς όλους τους εργαζόμενους, που αμείβονται μς ΣΣΕ ή ΔΑ και δεν έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από την καταβολή της ειδικής αποζημιώσεως - επιδόματος οι εργαζόμενοι, που έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη ή που αμείβονται με βάση προγενέστερες του Ν. 1876/1990 ΣΣΕ ή Δ.Α.
| null | null | 0
|
Αριθμός 692/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τρίμη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και 4...., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιουνίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5341/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6379/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Απριλίου 2008 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους (Ολ. ΑΠ 36/1997). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 110 παρ. 2, 576 παρ. 3 και 75 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι δεν επιτρέπεται η εισαγωγή της αίτησης αναίρεσης για συζήτηση μόνο για μερικούς από τους διαδίκου της αναιρετικής δίκης, ακόμη και αν πρόκειται για απλή ομοδικία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της στον αντίδικο, καθώς και ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους διαδίκους κατά τη συζήτηση στον Άρειο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον επισπεύδοντα και τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 299, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση του έχοντος γενική τουλάχιστον, κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96, παρ. 1, 98 Κ.Πολ.Δ., πληρεξουσιότητα δικηγόρου του αναιρεσείοντος, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και όχι με τις προτάσεις, εφόσον δε γίνει νομοτύπως επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης ( Ολ. ΑΠ 4/1992). Όμως η δήλωση του πληρεξουσίου ενός εκ των αναιρεσειόντων περί του ότι " η αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς κατονομαζόμενους λοιπούς αναιρεσείοντες" δεν επέχει θέση παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης, διότι δήλωση με τέτοιο περιεχόμενο δεν προβλέπεται στον ΚΠολΔ (ΑΠ 1181/2008, 463/2006). Στην προκείμενη υπόθεση οι τρεις πρώτοι από τους αναιρεσείοντες επισπεύδουν τη συζήτηση της από 18-4-2008 αίτησης για αναίρεση της 6379/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, εκπροσωπήθηκαν οι τρεις πρώτοι αναιρεσείοντες με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Ιωάννη Τρίμμη, που διορίστηκε από αυτούς με το ... πληρεξούσιο της σ/φου Αθηνών Λουίζας Καράχου-Αργυροπούλου. Ο εν λόγω δικηγόρος δήλωσε δια των προτάσεων, ότι "ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων δηλοί προς το Δικαστήριο ότι η υπόθεση αναφορικά με την τετάρτη αναιρεσείουσα δεν εισάγεται λόγω αδυναμίας ανευρέσεώς της προς παραδεκτή συζήτηση ως προς αυτήν της ένδικης αναιρέσεως, δι' ό και πρέπει να ματαιωθεί η συζήτηση ως προς το πρόσωπό της". Η διά των προτάσεων γενόμενη ως άνω ασαφής κατά περιεχόμενο δήλωση "μη εισαγωγής της υποθέσεως ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα" δεν είναι, κατά τα προαναφερόμενα, έγκυρη, δεν υπέχει δηλαδή θέση παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης, ούτε αποδεικνύεται η παροχή πληρεξουσιότητας από την απολειπόμενη αναιρεσείουσα προς τον ρηθέντα δικηγόρο για να προβεί στη δήλωση παραιτήσεως από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Επίσης δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι η απολειπόμενη αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τους λοιπούς διαδίκους. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ., να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18.4.2008/22.4.2008 αιτήσεως των... κλπ κ.λ.π. για αναίρεση της 6379/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν είναι έγκυρη με τις προτάσεις, ούτε συνιστά παραίτηση η δήλωση ότι δεν εισάγεται η υπόθεση για ορισμένους διαδίκους χωρίς μάλιστα να έχει πληρεξουσιότητα ο δηλών δικηγόρος ούτε να έχει κλητευθεί η απολειπόμενη. Απαράδεκτη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
| null | null | 0
|
Αριθμός 690/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "NETMED HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΙΚΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μανώλη Σουριαδάκι.
Της αναιρεσιβλήτου: Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π.Α.Ε ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ" , που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουλίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2619/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6613/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού κατά το πρώτο μέρος του λόγου αναιρέσεως, την παραδοχή του ίδιου κατά το δεύτερο μέρος του λόγου αναιρέσεως και την αναίρεση της 6613/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τη διάταξή της, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά το αίτημα αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
#
Όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως με θυροκόλληση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... με τις όπισθεν αυτής από 18-2-2009 βεβαιώσεις του ίδιου δικαστικού επιμελητή την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη (άρθρα 126 και 129 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 84 παρ. 1, 2 του ν. 2725/1999, 361, 672, 766, 174, 180, 330 εδ. β', 343, 281, 914, 919 του Α.Κ. συνάγεται ότι οι συναπτόμενες από τις αθλητικές οργανώσεις με τηλεοπτικούς ή ραδιοφωνικούς σταθμούς, ορισμένης διάρκειας συμβάσεις παραχωρήσεως αποκλειστικών ή μη αδειών εκμεταλλεύσεως των δικαιωμάτων τους για τηλεοπτική μετάδοση η αναμετάδοση, με οποιαδήποτε τεχνική μέθοδο ή μέσο, αθλητικών διοργανώσεων, στις οποίες θεωρούνται, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, γηπεδούχοι, μπορούν να καταγγελθούν από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο για σπουδαίο λόγο, ο οποίος μπορεί να συνίσταται στη συνδρομή έκτακτων περιστάσεων ή σε αθέτηση από τον αντισυμβαλλόμενο υποχρεώσεών του τόσο ουσιωδών, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους. Η καταγγελία της διαρκούς αυτής συμβάσεως, που συντελείται χωρίς σπουδαίο λόγο ή κατά κατάχρηση δικαιώματος και σε αντίθετη με τα χρηστά ήθη, εφόσον προτείνεται και αποδεικνύεται από τον αντισυμβαλλόμενο του καταγγείλαντος, συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας και θεμελιώνει δικαίωμα του τελευταίου προς αποζημίωση από ενδοσυμβατική ή (και) από αδικοπρακτική ευθύνη του χωρίς σπουδαίου λόγο καταγγείλαντος τη σύμβαση παραχωρήσεως. Περαιτέρω κατά τα άρθρα 297 εδ. α' και 298 του ΑΚ "ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να εκτίθενταιστην αγωγή, με εξειδικευμένη και λεπτομερή, κατάπερίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών,περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδοςως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερηεπίκληση των κονδυλίων αυτών με το συνολικώς αιτούμενοποσό (ΟλΑΠ 20/1992). Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. ΑΠ. 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ. Α. Π. 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 12-7-2002 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ) της αναιρεσείουσας, η οποία (αγωγή) πρωτοδίκως είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν ως προς το αίτημα αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη και με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε το ίδιο αίτημα ως αόριστο, ενώ αναγνωρίσθηκε ως άκυρη η γενόμενη χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας NETMED Α.Ε ορισμένου χρόνου συμβάσεως παραχωρήσεως τηλεοπτικών δικαιωμάτων, (την οποία έχουν ως αφετηρία και οι αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας) και έγινε δεκτό αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εκθέτει στην αγωγή αυτή, όπως εκτιμάται, τα ακόλουθα, ενδιαφέροντα ως προς το αναιρεσιβαλλόμενο μέρος της υποθέσεως, περιστατικά: Η αναιρεσείουσα, αδειούχος παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, με το λογότυπο ΝΟVΑ, μεταξύ των οποίων και τα αμιγώς αθλητικού περιεχομένου προγράμματα που προμήθευε στη διαχειρίστρια MULTICHOICE HELLAS ΑΕ, συνδεόταν μ ε αυτή με την από 7-9-1999 Σύμβαση Προμήθειας Οπτικοακουστικού Περιεχομένου, που προέβλεπε προμήθειά της για συνδρομή του τηλεοπτικού προγράμματος ισόποση με 28,08 ευρώ επί της μηνιαίας συνδρομής κάθε ψηφιακού συνδρομητή και 65% για εισπράξεις αναλογικών συνδρομών από την αντισυμβαλλόμενη, στην οποία παρέμενε το υπόλοιπο 35% αυτών των εισπράξεων. Επίσης η αναιρεσείουσα, η οποία από ετών ασκούσε επιχείρηση αναλογικής, επίγειας, κωδικοποιημένης και συνδρομητικής τηλεοπτικής μεταδόσεως προγραμμάτων, στις 20-9-2000, συνήψε με την αναιρεσίβλητη ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρία (έγγραφη) σύμβαση παραχώρησης τηλεοπτικών δικαιωμάτων (αναγνωριζομένων στην τελευταία με το άρθρο 84 παρ. 1 και 2 του ν. 2725/1999) που συνιστούσε ταυτοχρόνως τροποποίηση - ανανέωση προηγούμενης, ανάλογου περιεχομένου συμφωνίας τους και προέβλεπε την έναντι του αναφερόμενου ετήσιου τιμήματος παραχώρηση στην αναιρεσείουσα: α) δικαιώματος μετάδοσης (τηλεοπτικής - ραδιοφωνικής) και διαφημιστικής εκμετάλλευσης της μετάδοσης όλων των φιλικών αγώνων της αναιρεσίβλητης με ημεδαπές ή αλλοδαπές ποδοσφαιρικές ομάδες αναδρομικά από την 1 Ιουλίου 2000μέχρι την 31 Αυγούστου 2007, β) δικαιώματος τηλεοπτικής μετάδοσης και διαφημιστικής εκμετάλλευσης της προετοιμασίας της ποδοσφαιρικής ομάδας της ΠΑΕ, γ) δικαιώματος τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης κατά προτεραιότητα όλων των δηλώσεων ή συνεντεύξεων των παραγόντων της ομάδας και κάθε είδησης που θα αφορούσε αυτή την ομάδα, δ) δικαιώματος τηλεοπτικής μετάδοσης στιγμιότυπων από τους ως άνω φιλικούς αγώνες. Τα δικαιώματα αυτά συμφωνήθηκε να ισχύουν παγκοσμίως για απ' ευθείας ή από μαγνητοσκόπηση μετάδοση από συνδρομητικούς τηλεοπτικούς σταθμούς της αναιρεσείου-σας ή από συνδρομητικούς σταθμούς που ανήκουν στο ίδιο με αυτή συγκρότημα εταιριών ή με τους αδειούχους παροχής ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών συνδρομητικών υπηρεσιών, με τους οποίους αυτή είχε συμβληθεί ή θα συμβαλλόταν κατά τη διάρκεια της σύμβασης (όπως η MULTICHOICE HELLAS ΑΕ). Τις δαπάνες της παραγωγής της τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής κάλυψης των αγώνων και των άλλων δραστηριοτήτων έφερε η αναιρεσείουσα, ενώ η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να οργανώνει ετησίως τουλάχιστον εννέα φιλικούς αγώνες στην έδρα της με ομάδες της Α κατηγορίας επαγγελματικού ποδοσφαίρου, ημεδαπές ή αλλοδαπές, και να συμμετέχει σε διοργανώσεις, με δαπάνες της αναιρεσείουσας, φιλικών αγώνων. Επίσης παραχωρήθηκε στην αναιρεσείουσα επί πλέον: 1) δικαίωμα διαφημιστικής, με δαπάνες της, προβολής της ίδιας στο γήπεδο που είχε δηλώσει ως έδρα της η αναιρεσίβλητη και εκχώρησης του δικαιώματος αυτού σε τρίτο, οπότε ποσοστό 5% του τιμήματος παραχωρήσεως θα αποδιδόταν στην αναιρεσίβλητη 2) δικαιώματα συνεκμετάλλευσης με την αναιρεσίβλητη του αρχειακού τηλεοπτικού υλικού της τελευταίας, έκδοσης εντύπων, δημιουργίας τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού προγράμματος προβολής δραστηριοτήτων της αναιρεσίβλητης, αξιοποίησης διαφημιστικών πινακίδων γηπέδου, εμπορίας και διάθεσης αναμνηστικών, 3) δικαίωμα τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης οπουδήποτε στον κόσμο, απ ευθείας και από μαγνητοσκόπηση, όλων τωναγώνων της αναιρεσίβλητης στα πλαίσια του επαγγελματικούπρωταθλήματος ποδοσφαίρου, καθώς και των στιγμιοτύπωνκαι του σταδίου της προετοιμασίας της ομάδας, μεοποιαδήποτε τεχνική
μέθοδο διανομής ή τρόπο εκμετάλλευσης, καθώς
και το δικαίωμα περαιτέρω εκχώρησης των ίδιων δικαιωμάτων σε τρίτους, 4) δικαίωμα τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης των εντός έδρας αγώνων της αναιρεσίβλητης με το σύστημα του ηλεκτρονικού ή τηλεοπτικού η ραδιοφωνικού εισιτηρίου (τηλεθέαση ή τηλεακρόαση κατ' επιλογή) και 5) δικαίωμα χρήσης της εικόνας των ποδοσφαιρικών αγώνων για την διενέργεια στοιχημάτων, κατά τους διαγραφόμενους με την αγωγή ειδικότερους όρους. Και ενώ η αναιρεσίβλητη είχε προεισπράξει για δικαιώματά της 140.000.000 δραχμές σε μετρητά και 1.740.000.000 δραχμές σε μεταχρονολογημένες επιταγές, χωρίς να ενδιαφερθεί για τις δαπάνες και τους επιχειρηματικούς κινδύνους της αναιρεσείουσας και αποβλέποντας στο προσφερθέν από την ανταγωνίστρια της τελευταίας με σκοπό παραγκωνισμού της υψηλότερο συμβατικό αντάλλαγμα, κατήγγειλε την ορισμένου χρόνου ως άνω σύμβαση παραχώρησης, ενώ ακόμα δεν είχε κατ' ουσίαν ενεργοποιηθεί, μετά τρίμηνο από την κατάρτισή της, χωρίς σπουδαίο λόγο, κατά κατάχρηση δικαιώματος και σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, συνάπτοντας λίγες ημέρες μετά την καταγγελία σύμβαση παραχωρήσεως των δικαιωμάτων της προς την ανώνυμη εταιρία "ΑΙΡΗΑ ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΙΣ", το αυτό δε έπραξαν και άλλες ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες, με τις οποίες είχε συνάψει η αναιρεσείουσα όμοιες συμβάσεις παραχωρήσεως. Λόγω της άκαιρης, κατά κατάχρηση δικαιώματος και αντίθετης με τα χρηστά ήθη καταγγελίας της ορισμένου χρόνου συμβάσεως παραχωρήσεως από την αναιρεσίβλητη, είχε η αναιρεσείουσα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία θα εισέπραττε κατά την υπολειπόμενη χρονική διάρκεια της σύμβασης με την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των προπαρασκευαστικών μέτρων που είχε λάβει. Στα μέτρα αυτά εντάσσονται με την αγωγή το, συναρτώμενο με την οργάνωση και την αξιοπιστία της αναιρεσείουσας και με το γεγονός ότι αυτή μόνον διέθετε στην Ελλάδα μέχρι το τέλος περίπου του 2001 άδεια κωδικοποιημένης και συνδρομητικής τηλεοπτικής μεταδόσεως προγραμμάτων- σημαντικό ποσοστό εξυπηρετούμενων από αυτή πελατών (τηλεθεατών) και οι συμβάσεις παραχωρήσεως που είχε, παράλληλα με την καταγγελθείσα, συνάψει με τις αναφερόμενες ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες (πολλές από τις οποίες επίσης κατήγγειλαν τις συμβάσεις υπό το δέλεαρ προσφερθείσας μεγαλύτερης αντιπαροχής), δηλαδή περιστατικά, τα οποία καθ' εαυτά παρείχαν βάσιμη πιθανότητα, ότι ανάλογα με τη μέχρι τότε σχέση ανταποκρίσεως του κοινού στα τηλεοπτικά προγράμματα της αναιρεσείουσας θα ήταν και τα αποκομιζόμενα από αυτή αμέσως και εμμέσως οφέλη (κέρδη), τα οποία περιορίζοντο σε ποσοστό 65% επί αναλογικών συνδρομών και 28,08 ευρώ για κάθε ψηφιακή συνδρομή, ενώ τα υπόλοιπα ποσοστά περιήρχοντο στην αντισυμβαλλόμενή της MULTICHOICE HELLAS ΑΕ, η οποία είχε αναλάβει τη διαχείριση του δικτύου αναλογικών και ψηφιακών συνδρομών. Με την από την αναιρεσίβλητη καταγγελία της συμβάσεως παραχωρήσεως και τη ματαίωση μετάδοσης των αγώνων της συνδυάζεται το ότι "δημιουργήθηκε στους υπάρχοντες συνδρομητές η εντύπωση ότι από τα προγράμματα (της αναιρεσείουσας) δεν θα μετεδίδοντο πλέον οι αγώνες αυτοί, με αποτέλεσμα πολλοί συνδρομητές (της) να σπεύσουν να διακόψουν ή να λάβουν την απόφαση να μην ανανεώσουν τη συνδρομή τους άλλοι δε να μην εγγραφούν". Για τον υπολογισμό των συνδρομητών που διέκοψαν λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη και την δι' αναγωγής στο σύνολο αυτών προκύπτουσα ζημία της αναιρεσείουσας αναφέρονται: α) Η συνολική αξία συμβολαίων τηλεοπτικών δικαιωμάτων για τις ομάδες Α' Εθνικής κατηγορίας με ποσοστό 85,82% και η αντίστοιχη αξία συμβολαίων Β' ΕΘνικής κατηγορίας με ποσοστό 14,18%, β) Η σε ποσοστό 33,33% βαρύτητα συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στις ομάδες Β' κατηγορίας, οι οποίες επίσης αναφέρονται ότι κατήγγειλαν τις με την αναιρεσείουσα ανάλογες συμβάσεις παραχωρήσεως δικαιωμάτων τους. γ) Το ποσό της μηνιαίας αναλογικής και ψηφιακής συνδρομής των 29,60 και 41,04 ευρώ αντιστοίχως, δ) Ο κατά τις τρεις προηγούμενες της καταγγελίας αγωνιστικές περιόδους (των τελευταίων 3 ετών) δείκτης τηλεθέασης των ομάδων της Α' και Β' Εθνικής κατηγορίας, ο οποίος ήταν για την αναιρεσείουσα 73,39% και για την ΑLΡΗΑ ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΑΕ, στην οποία (και μόνον) παραχωρήθηκε, μετά την αναιρεσείουσα, άδεια τηλεοπτικής μετάδοσης ψηφιακών προγραμμάτων, 26,61%. Διότι "ο παράγων της τηλεθέασης του προγράμματος αντικατοπτρίζει και το αριθμητικό μέγεθος των συνδρομητών που εγγράφονται και παραμένων ως συνδρομητές σε κάθε συνδρομητικό κανάλι (άλλωστε την τηλεθέαση λαμβάνουν αποκλειστικά και μόνο υπόψη τους οι διαφημιστικές εταιρίες και οι διαφημιζόμενοι προκειμένου να επενδύσουν κεφάλαια πολλών εκατομμυρίων ευρώ σε τηλεοπτική διαφήμιση) και τα ποσοστά τηλεθέασης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξεύρεση του μεριδίου της συνδρομητικής αγοράς, που κάθε συνδρομητική πλατφόρμα αναμενόταν να προσελκύσει και διατηρήσει, προβάλλοντας από το πρόγραμμά της τους εντός έδρας αγώνες των ανωτέρω ομάδων". Στη συνέχεια αναφέρονται, με τα δεδομένα του έτους 1999, ο για τα έτη 2002 - 2007 συνολικός αριθμός συνδρομητών (418.269 -322.807) και η κατανομή τους σε αναλογικούς και ψηφιακούς σε όλη την Ελλάδα, το ποσοστό (90%) αυτών που εγγράφονται με αποκλειστικό κριτήριο το προσφερόμενο αθλητικό πρόγραμμα επαγγελματικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου και η αντίστοιχη κατανομή αυτού του ποσοστού 90% σε ψηφιακούς και αναλογικούς συνδρομητές, για κάθε έτος, επί των τελευταίων δε αυτών ποσοστών υπολογίζεται ο δείκτης τηλεθέασης 73,39% της αναιρεσείουσας για τη συναγωγή του αριθμού των συνδρομητών που αναμενόταν αυτή να προσελκύσει με το πρόγραμμα αγώνων ποδοσφαίρου, το οποίο εξυπηρετούσε και η καταγγελθείσα σύμβαση. Από τους συνδρομητές αυτούς, λαμβάνοντας υπόψη και την υπολογιζόμενη προσαύξηση 2% ετησίως, μέχρι το 2006, στις ισχύουσες το έτος 2001 μηνιαίες συνδρομές και την επί 11 μήνες, κατά μέσο όρο ετησίως, διάρκειά τους, υπολογίζονται οι κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων εισπράξεις της αναιρεσείουσας ως ανερχόμενες για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005 2006 και 2007 σε 69.411.230, 68.719.601, 61.183.588, 57.878.926,56.663.647 και 52.461.583 ευρώ, για τους αναλογικούςσυνδρομητές και 28.464.522, 50.323.612, 67.151.447,76.721.584, 87.615.934 και 94.890.204 ευρώ, για τουςψηφιακούς συνδρομητές αντιστοίχως. Όμως μετά τηνπαράνομη και αντισυμβατική καταγγελία της συμβάσεως απότην αναιρεσίβλητη (όπως και την παράλληλη καταγγελίαόμοιων συμβάσεων με άλλες 8 ποδοσφαιρικές ανώνυμεςεταιρίες, με υποκίνηση της "ΑlΡΗΑ ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ") ητηλεθέαση των προγραμμάτων της αναιρεσείουσας μειώθηκε σεποσοστό 45,47% (με αντίστοιχη άνοδο εκείνης) και ενόψειαυτού του ποσοστού τα έσοδα της αναιρεσείουσας για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 ανήλθαν σε 42.817.265,42.390.624, 37.741.932, 35.703.406, 34.966.082 και32.361.644 ευρώ από αναλογικούς συνδρομητές και17.588.729, 31.042.807, 41.423.287, 47.326.757, 54.047.085 και 58.534.318 ευρώ από ψηφιακούς συνδρομητές αντιστοίχως. Έτσι προκύπτει, από την διαφορά αναμενόμενης και μειωμένης εισροής εσόδων, απώλεια αυτών για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007, ανερχόμενη σε 26.593.965, 26.328.972, 23.441.656, 22.175.520, 21.717.565 και 20.099.939 ευρώ από αναλογικούς συνδρομητές και 10.905.793, 19.280.805, 25.728.160, 29.394.827, 33.568.849 και 36.355.866 ευρώ από ψηφιακούς συνδρομητές αντιστοίχως. Η απώλεια αυτή εσόδων επιμερίζεται στις ομάδες Α και Β Εθνικής κατηγορίας κατά τα ποσοστά της αξίας των συμβολαίων τηλεοπτικών δικαιωμάτων τους 85,82% και 14,18% αντιστοίχως, από τον υπολογισμό της οποίας προκύπτει απώλεια εσόδων από ομάδες Β κατηγορίας (στις οποίες ανήκε τότε και η αναιρεσίβλητη) για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007, ανερχόμενη σε 3.772.064, 3.734.478, 3.324.943, 3.145.356, 3.080.400, και 2.850.957 ευρώ από αναλογικούς συνδρομητές και σε 1.564.868, 2.734.772, 3.649.259, 4.169.336, 4.761.375 και 5.156.686 ευρώ από ψηφιακούς συνδρομητές αντιστοίχως. Επ' αυτών η αναιρεσίβλητη, για τη απώλεια τους συνέβαλε κατά το προμνημονευόμενο ποσοστό βαρύτητάς της 33,33%, σε σχέση με τις υπόλοιπες ομάδες Β' κατηγορίας που κατήγγειλαν επίσης τις συμβάσεις τους με την αναιρεσείουσα και επί του ποσού αυτού η συμμετοχή της αναιρεσείουσας, ενόψει συμμετοχής στα προγράμματα και της Multichoice, είναι το 65% προκειμένου για έσοδα από αναλογικές συνδρομές και 28,08 ευρώ για κάθε ψηφιακή συνδρομή. Έτσι η απώλεια εσόδων από αναλογικές και ψηφιακές συνδρομές λόγω καταγγελίας της συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη ανήλθε σε 817.281 και 352.779, 809.137 και 611.463, 720.404 και 799.933, 681.494 και 896.016, 667.420 και 1.603, 185, 411.805 και 739.098 ευρώ για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 και για το διάστημα από Απρίλιο έως Δεκέμβριο του 2001 339.056 και 92.841 ευρώ. Από τα ως άνω ποσά η αναιρεσείουσα αφαιρεί τις βαρύνουσες αυτή με τη σύμβαση δαπάνες για υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης προς τρίτους και το υπολειπόμενο ποσό εσόδων διαμορφώνεται σε 4.434.297 ευρώ. Το ποσό αυτό ζητεί με την αγωγή η αναιρεσείουσα να αναγνωρισθεί ότι υπέχει υποχρέωση να της καταβάλει η αναιρεσίβλητη λόγω ενδοσυμβατικής (από υπερημερία), αλλά και με βάση αδικοπρακτική ευθύνη της, ενόψει της καταχρηστικής και αντίθετης προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά της. Με το ως άνω περιεχόμενο, (όπως τούτο δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση), η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, τόσον ως προς την ενδοσυμβατική όσον και ως προς την εξωσυμβατική εν προκειμένω ευθύνη της αναιρεσίβλητης στηριζόμενη διατάξεις των άρθρων 84 παρ. 1 και 2 του ν. 2775/1999, 361, (672 και 766 αναλόγως εφαρμοζόμενα), 174, 180, 330 εδ. β' 281, 919, 297, 298, 343 του ΑΚ, 70 Κ.Πολ.Δ, καθ' όσον ειδικότερα προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας, εξαιτίας της χωρίς σπουδαίο λόγο, κατά κατάχρηση δικαιώματος και εναντίον των χρηστών ηθών, καταγγελίας από την αναιρεσίβλητη της μεταξύ αυτών συμβάσεως παραχωρήσεως τηλεοπτικών δικαιωμάτων, αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά, που καθιστούσαν πιθανό, ενόψει και των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων, το προσδιοκώμενο κέρδος της αναιρεσείουσας και ήταν ικανά, από άποψη επάρκειας και πληρότητας του δικογράφου της αγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να υπαχθούν στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ (σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις) ήτοι αναφέρονται: α) Η πραγματική κατάσταση, την οποία είχε διαμορφώσει η αναιρεσείουσα με την προοπτική να εκμεταλλευθεί το προς αυτή παραχωρηθέν από την αναιρεσίβλητη δικαίωμα τηλεοπτικής μετάδοσης ποδοσφαιρικών αγώνων, μαζί με ανάλογα δικαιώματα που είχαν παραχωρηθεί σ' αυτή από άλλες ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες, λόγω της προνομιακής θέσης της στις τηλεοπτικές επιχείρησες β) Τα αντικειμενικά γεγονότα που προσδιόριζαν το βαθμό αξιοπιστίας και το δείκτη τηλεθέασης της αναιρεσείουσας μεταξύ των επιχειρήσεων μετάδοσης τηλεοπτικών προγραμμάτων πριν από την καταγγελία της συμβάσεως και η μετά από αυτή υποβαθμισμένη αξιολόγηση και μειωμένη προτίμησή της από το τηλεοπτικό κοινό. γ) Η αντισυμβατική αλλά και εκ προθέσεως και κατά παράβαση των χρηστών ηθών λύση της συμβάσεως παραχωρήσεως από την αναιρεσίβλητη, η οποία έπραξε τούτο ενώ είχε λάβει μεγάλο μέρος της αντιπαροχής της αναιρεσείουσας, αδιαφορώντας για τις δαπάνες στις οποίες η τελευταία είχε υποβληθεί και τους επιχειρηματικούς προγραμματισμούς της και δίνοντας συγχρόνως με αθέμιτο τρόπο σημαντικό προβάδισμα στη ανταγωνίστριά της, που προέκρινε να την αντικαταστήσει, με μοναδικό κριτήριο το υψηλότερο αντάλλαγμα (μίσθωμα) που εκείνη της προσέφερε. δ) Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της καταγγελίας της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη και της μείωσης των εσόδων της αναιρεσείουσας. ε) Ο επιμερισμός της ευθύνης της αναιρεσίβλητης για τη μείωση των εσόδων της αναιρεσείουσας σε ποσοστό (33,33 %) της συμβολής όλων των ποδοσφαιρικών εταιριών της ίδιας (Β' Εθνικής) κατηγορίας που κατήγγειλαν τις συμβάσεις τους με την αναιρεσείουσα και τα ποσοστά συμβολής κάθε κατηγορίας στη συνολική τηλεθέαση, η συνολική τηλεθέαση πριν από την καταγγελία και για καθένα από τα έτη της συμβάσεως, η μείωση των αντίστοιχων ποσοστών της αναιρεσείουσας, η προκύπτουσα διαφορά και η επί της διαφοράς αυτής για κάθε έτος αναγωγή της συμμετοχής της αναιρεσίβλητης, όπως και ο επιμερισμός του ποσού των απωλεσθεισών αναλογικών και ψηφιακών συνδρομών μεταξύ της αναιρεσείουσας και της διαχειρίστριας της αντισυμβαλλόμενης εταιρίας MULTICHOICE HELLAS ΑΕ, κατά τα συμφωνημένα μεταξύ τους ποσοστά. Αντιθέτως δεν ήταν απαραίτητο, για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής, να αναφέρονται άλλοι περαιτέρω αστάθμητοι παράγοντες και περιστατικά, που μπορούσαν να διαμορφώσουν σε διαφορετικό μέγεθος το από τις οικείες συμβάσεις παραχωρήσεως προκύπτον ποσοστό (33,33%) βαρύτητας συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στους αγώνες Β' εθνικής κατηγορίας, σε σχέση με το σύνολο των ποδοσφαιρικών οργανώσεων της ίδιας κατηγορίας, οι οποίες κατήγγειλαν τις συμβάσεις τους με την αναιρεσείουσα, γιατί αυτά τα περιστατικά μπορούσαν να προκύψουν από την ανάλυση των αποδείξεων. Το Εφετείο, με το να απορρίψει το αγωγικό αίτημα αποζημιώσεως τόσο ως προς την ενδοσυμβατική όσον και ως προς την αδικοπρακτική θεμελίωσή του, ως αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα "για να προσδιορίσει την (αγωγική) αξίωσή της καταφεύγει σε ένα πολύπλοκο και σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετο, αντιφατικό, αόριστο και με αρκετά αστάθμητα και απρόσφορα στοιχεία, τρόπο υπολογισμού..., χωρίς να εξηγεί επαρκώς γιατί καθορίζει το ποσοστό βαρύτητας της πρώτης εναγομένης (αναιρεσίβλητης) στη Β' κατηγορία σε 33,33 %, αφού η αναφορά της στην αξία της σχετικής σύμβασης τηλεοπτικής μετάδοσης των αγώνων της δεν είναι αρκετή, ως εξαρτώμενη η αξία αυτή από τις διαπραγματευτικές ικανότητες των μερών...", αξίωσε για το σχηματισμό της περί νομικής και ποσοτικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, σχετικά με τον εφαρμοστέο ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 298 του Α.Κ., περισσότερα από τα απαιτούμενα από την εν λόγω διάταξη στοιχεία για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος αποζημιώσεως. Επομένως είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό αίτημα αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος (κεφάλαιο).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6613/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση παραχώρησης τηλεοπτικών δικαιωμάτων μεταξύ δικαιούχου αθλητικής οργανώσεως και τηλεοπτικής επιχείρησης. Καταγγελία σύμβασης από αθλητική οργάνωση ακαίρως, χωρίς σπουδαίο λόγο και εναντίον των χρηστών ηθών, αποβλέποντας σε μεγαλύτερο μίσθωμα και προς παραγκωνισμό του αρχικού παραχωρησιούχου. Αξίωση από συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη. Κατά τον προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή, για να είναι ορισμένη, αστάθμητοι παράγοντες που θα μπορούσαν να μεταβάλουν το ύψος της ζημίας του ενάγοντος όπως η διαπραγματευτική ικανότητα των διαδίκων σχετικά με τον προσδιορισμό του ποσοστού συμμετοχής της αναιρεσίβλητης αθλητικής οργάνωσης στη συνολική τηλεθέαση της συγκεκριμένης κατηγορίας αθλητικών οργανώσεων. Το Εφετείο κρίνοντας αντίθετα παραβίασε αρ.298 ΑΚ σε συνδ. με 919 ΑΚ και κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
| null | null | 1
|
Αριθμός 696/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Κωνσταντινίδη, 3) Χ3, που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, 4) Χ4, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο και 5) Χ5, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μυταλούλη, για αναίρεση των με αριθμούς 3239/2007, 73/2008 και 539/2008 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται: α) στην 14 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως, καθώς και στο από 23 Μαρτίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως (του πρώτου αναιρεσείοντος), β) στην από 15 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως (του δευτέρου αναιρεσείοντος), γ) στην από 14 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως (του τρίτου αναιρεσείοντος), δ) στην από 14 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως, καθώς και στο από 23 Μαρτίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων (του τετάρτου αναιρεσείοντος) και ε) στις από 21 Μαρτίου 2008, 3 Ιουλίου 2008, 15 Ιουλίου 2008, τρείς (3) τον αριθμό, αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και στα από 27 Φεβρουαρίου 2009 και 28 Σεπτεμβρίου 2009, δύο (2) τον αριθμό, δικόγραφα προσθέτων λόγων (του πέμπτου αναιρεσείοντος), οι οποίες (αιτήσεις) καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1508/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πρώτου, δευτέρου, τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσειόντων, καθώς και τον αυτοπροσώπως παραστάντα, ως δικηγόρο, τρίτο αναιρεσείοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τον πέμπτο αναιρεσείοντα Χ5 και να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, οι αιτήσεις του αναιρέσεως και β) να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως των λοιπών αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: 1) οι από 21.3.2008, 3.7.2008, 16.7.2008 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 19.3.2009 και 28.9.2009 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του Χ5, 2) η από 16.7.2008 αίτηση αναιρέσεως και οι από 23.3.2009 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του Χ1, 3) η από 16.7.2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, 4) η από 15.7.2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ3 και 5) η από 15.7.2008 αίτηση αναιρέσεως και οι από 23.3.2009 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του Χ4. Οι ανωτέρω αιτήσεις στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 539/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και των παρεμπιπτουσών υπ' αριθ. 3239/2007 και 73/2008 αποφάσεων του ίδιου Δικαστηρίου και επειδή είναι συναφείς μεταξύ τους πρέπει να συνεξεταστούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 του ΠΚ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν.3327/11.3.2005, εκείνος που καλείται κατά νόμο να εκτελέσει δικαστικά καθήκοντα ή ο διαιτητής, αν απαιτήσουν ή δεχθούν δώρα ή άλλα ωφελήματα που δεν δικαιούνται ή την υπόσχεση ότι θα τα λάβουν, με το σκοπό να διεξαχθεί ή να κριθεί μια υπόθεση που τους έχει ανατεθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ενώ κατά τη διάταξη της παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος για το σκοπό που αναφέρθηκε προσφέρει, υπόσχεται ή δίνει τέτοια δώρα ή ωφελήματα σε κάποιο από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 ή σε οικείο τους. Από την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1, η οποία αναφέρεται στην παθητική δωροδοκία δικαστή, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται: α) εκείνος που απαιτεί, δέχεται ή προσφέρεται να δεχθεί δώρα ή άλλα ωφελήματα να εκτελεί δικαστικά καθήκοντα ή να έχει οριστεί διαιτητής σε κάποια υπόθεση, β) τα δώρα ή τα ωφελήματα να μην προσήκουν σ'αυτόν και να δίνονται ή και να υπάρχει απλή υπόσχεση δόσεώς τους για μελλοντική ή τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψή του, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η μέλλουσα ενέργεια ή ο δράστης σκοπούσε σπουδαίως να προβεί στην εκτέλεσή της, γ) η ενέργεια ή παράλειψη του δικαστή να αφορά σε νόμιμη πράξη που περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, την οποία αυτός να μπορεί να ενεργήσει ή παραλείψει κατά την άσκηση της από το λειτούργημά του αρμοδιότητας και να ανάγεται αυτή στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται από το νόμο ή έχουν αναταθεί σ'αυτόν βάσει υπηρεσιακών κανονισμών ή διαταγών ή οδηγιών των προϊσταμένων του εξαιτίας της υπηρεσιακής του σχέσεως ή προκύπτουν από τη φύση της υπηρεσίας του και δ) δόλος του δράστη (αρκεί και ενδεχόμενος), που συνίσταται στη γνώση ότι δεν δικαιούται τα κατά τα άνω δώρα ή ωφελήματα και στη θέλησή του να τα απαιτήσει ή να τα δεχτεί ή να δεχτεί την υπόσχεση ότι θα τα λάβει και, περαιτέρω, σκοπός αυτού να διεξαγάγει ή να κρίνει την υπόθεση που του έχει ανατεθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου. Η διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου αναφέρεται στην ενεργητική δωροδοκία δικαστή και προϋποθέτει ως δράστη τρίτον, ο οποίος ανεξαρτήτως ιδιότητας, προσφέρει ή δίνει ή υπόσχεται δώρα ή ωφελήματα σε δικαστή ή σε οικείο του, με σκοπό να διεξαχθεί ή να κριθεί η υπόθεση που του έχει ανατεθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου. Τόσο η παθητική όσο και η ενεργητική δωροδοκία δικαστή είναι υπαλλακτικώς μικτά εγκλήματα και μπορούν να τελεστούν με περισσότερους τρόπους πραγματώσεώς τους, οι οποίοι αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δραστηριότητας, δηλαδή τελείται ένα μόνο έγκλημα (είτε παθητικής είτε ενεργητικής δωροδοκίας), στο οποίο ο κάθε τρόπος τέλεσης είναι αυτοτελής και μπορεί να εναλλαχθεί, σε περίπτωση δε συνδρομής περισσότερων τρόπων τέλεσης, το έγκλημα τελείται με την πραγμάτωση του πρώτου χρονικά τρόπου τέλεσης. Επομένως από το χρόνο αυτόν της πραγμάτωσης του πρώτου τρόπου τελέσεως αρχίζει και η προθεσμία παραγραφής του κάθε εγκλήματος και δεν επηρεάζεται αυτή από το ότι ενδεχομένως πραγματώθηκε στη συνέχεια και άλλος τρόπος τέλεσης, όπως όταν έχει προηγηθεί η απαίτηση του δώρου επί παθητικής δωροδοκίας ή η υπόσχεση του δώρου επί ενεργητικής δωροδοκίας και στη συνέχεια ακολουθήσει αντίστοιχα λήψη ή καταβολή του δώρου, αφού το έγκλημα έχει ήδη τελεστεί με την απαίτηση του δώρου (η παθητική δωροδοκία) και με την υπόσχεση του δώρου (η ενεργητική δωροδοκία). Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 "για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν.3424/2005, με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνης ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, νοείται η διαδικασία μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα, η οποία περιγράφεται στο νόμο ως βασικό έγκλημα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα εγκλήματα που προβλέπονται από τα άρθρα 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 1 περίπτ. α' εδαφ. αιζ του Ν.2331/1925 που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν.2479/1997). Από την ανωτέρω διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.2331/1995 συνάγεται με σαφήνεια ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα με το δράστη του επόμενου αδικήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών, μόνο στην περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και τούτο γιατί αναφέροντας ο νόμος την παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, προφανώς εννοεί τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι το ενεργητικό υποκείμενο μιας από τις πράξεις του άρθρου 1 του νόμου αυτού, με αποτέλεσμα να αποκλείεται εκ των πραγμάτων η ταύτιση του δράστη του βασικού εγκλήματος με το δράστη του επόμενου εγκλήματος της νομιμοποίησης. Επομένως σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αφού ο νόμος δεν διακρίνει και επιπλέον χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της νομιμοποίησης μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο αυτουργός ενός από τα βασικά εγκλήματα, οπότε στην περίπτωση αυτή πρόκειται για πραγματική συρροή μεταξύ του βασικού εγκλήματος και του εγκλήματος της νομιμοποίησης και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι πράξεις της νομιμοποίησης αποτελούν με τιμωρητές ύστερες πράξεις, όταν μάλιστα αυτές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, ενώ πολλά βασικά εγκλήματα τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Ούτε, όμως, και περί απορροφήσεως μπορεί να γίνει λόγος, γιατί η αρχή αυτή εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ύστερη πράξη συνάπτεται σε ενότητα προς άλλη προηγούμενη και συνιστά απλώς εξασφάλιση ή χρησιμοποίηση του με την προηγούμενη πράξη κτηθέντος, χωρίς να προσβάλλονται άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου ή της κοινωνικής ολότητας, γιατί τότε μόνο η εφαρμογή της πρώτης προβλέψεως καλύπτει όλη την απαξία, αντικειμενική και υποκειμενική, της εγκληματικής δράσεως του υπαιτίου. Το ότι ακολούθως οι Ν.3424/2005 και 3691/2008 όρισαν, ο μεν πρώτος στο άρθρο 3 παρ. 1δ', ότι η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των εδαφίων α', β' και γ', αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης, ο δε δεύτερος στο άρθρο 45 παρ. 1ε', ότι η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων για τις πράξεις των εδαφίων α', β' και γ', εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος, δεν σημαίνει ότι οι ανωτέρω νόμοι θέσπισαν για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις ταύτισης του δράστη του βασικού εγκλήματος με το δράστη της νομιμοποίησης, αλλά απλώς οι νόμοι αυτοί περιέλαβαν ρητώς στις διατάξεις τους τις ως άνω προϋποθέσεις, οι οποίες υπό την προηγούμενη διατύπωση του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.2331/1995 θεωρούνταν αυτονόητες. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες προϋποθέτει, αντικειμενικώς μεν (εναλλακτικά), την αγορά, απόκρυψη, λήψη με τη μορφή εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή της κατοχής, απόκτηση οπωσδήποτε δικαιώματος, μετατροπή ή μεταβίβαση οποιαδήποτε περιουσίας, που αποκτήθηκε με εγκληματική δραστηριότητα, υποκειμενικώς δε δόλο έστω και ενδεχόμενο και περαιτέρω σκοπό κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής ή παροχής συνδρομής σε άλλον, ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα και αποκτήσαντα από αυτήν περιουσία, για τη συγκάλυψη της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής. Πρόκειται δηλαδή και εδώ για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό και με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της προέλευσης της περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για κερδοσκοπία ή συγκάλυψη. Στο νόμο διευκρινίζεται αναλυτικά τί νοείται με τους όρους "εγκληματική δραστηριότητα" και "περιουσία", στην έννοια δε της τελευταίας περιλαμβάνεται και το χρήμα υπό υλική ή άϋλη μορφή, ενώ στην έννοια της πρώτης περιλαμβάνονται τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν.2331/1995 (βασικά εγκλήματα), στα οποία περιλαμβάνονται όπως αναφέρθηκε (περίπτ. α' εδαφ. αιζ) και αυτά των άρθρων 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα (παθητική δωροδοκία, ενεργητική δωροδοκία και δωροδοκία δικαστή, παθητική και ενεργητική), ενώ τα ίδια εγκλήματα περιλήφθησαν και στο άρθρο 3 περίπτ. γ', δ' και ε' του Ν.3691/2008. Με την ενδιάμεση ρύθμιση του Ν.3424/2005 περιλήφθηκε στα βασικά εγκλήματα μόνο η παθητική δωροδοκία (άρθρο 2 περίπτ. α' εδαφ. δδ'), στην έννοια, όμως της οποίας περιλαμβάνεται και η παθητική δωροδοκία δικαστή, ως ειδικότερη μορφή παθητικής δωροδοκίας, η αναφορά δε μόνο της παθητικής δωροδοκίας έγινε για να αποκλειστεί η ενεργητική δωροδοκία, προφανώς ως μη αποφέρουσα εισόδημα στον δράστη αυτής και όχι για να αποκλειστεί και άλλη (ειδικότερη) μορφή παθητικής δωροδοκίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 περίπτ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας .Ειδικώς προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και το δεύτερο πρέπει να στηρίζει το πρώτο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός και αν αξιώνονται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Αν, όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι σαφής και ορισμένος κατά τα άνω και δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψή του, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση σ' αυτόν συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Μεταξύ των ως άνω ισχυρισμών περιλαμβάνονται και εκείνοι που αφορούν στη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, οι οποίοι είναι ορισμένοι όταν παρατίθενται όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που προβλέπει την αντίστοιχη ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο αυτή είναι γνωστή στη νομική ορολογία. Επίσης λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. Ι στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νομός (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρόλο που συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 539/2008 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Α) Ως προς τον κατηγορούμενο Χ1: Την 5-6-2000 έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα στην οδό ... κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο ... Η σύζυγος και οι θυγατέρες του τελευταίου (..., ... και ...) ανέθεσαν στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, δικηγόρο Θεσσαλονίκης την υπόθεση και αυτός την 8-4-2002 κατέθεσε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ", με την οποία ζητούσαν την αποκατάσταση των θετικών τους ζημιών και της ψυχικής οδύνης που τους προκάλεσε ο θάνατος του ανωτέρω θανόντος, συζύγου και πατέρα αυτών, αντίστοιχα. Ειδικότερα, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ'αυτές 192.300 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι έχει υποχρέωση να καταβάλει επί πλέον 130.300 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 1434/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκε ματαιωμένη η συζήτηση της υπόθεσης. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε παρασταθεί κατά τη συζήτηση, κατά την οποία μάλιστα εξετάστηκε και μάρτυρας από την πλευρά των εναγουσών και είχε καταθέσει και προτάσεις, σε αντίθεση με το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, θεωρώντας ότι το Δικαστήριο έσφαλε και ότι η συζήτηση έπρεπε να είχε γίνει ερήμην του εναγομένου και όχι να κηρυχθεί ματαιωμένη, παραπονέθηκε προς τον πρώτο κατηγορούμενο Χ5, ο οποίος τότε υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών. Ο τελευταίος του συνέστησε να επαναφέρει την υπόθεση προς εκδίκαση με αίτηση διορθώσεως της 1434/2003 αποφάσεως. Πράγματι, ο δεύτερος κατηγορούμενος κατέθεσε αίτηση διορθώσεως που συζητήθηκε την 21-2-2003 και εκδικάστηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο. Δύο περίπου μήνες μετά τη συζήτηση της αγωγής ο τελευταίος τηλεφώνησε στο δεύτερο κατηγορούμενο και του έκανε λόγο για σφάλματα της αγωγής. Ακολούθησε και άλλο τηλεφώνημα από την πλευρά του πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος και ανέφερε στον δεύτερο ότι η αγωγή ήταν νόμιμη και προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση αποφάσεως ευνοϊκής για τους πελάτες του θα έπρεπε να του καταβάλει ποσό 25.000 ευρώ. Σε επόμενα τηλεφωνήματα ο πρώτος κατηγορούμενος λόγω των αρνήσεων του δευτέρου περιόρισε το ποσό της απαιτήσεώς του σε 10.000 ευρώ. Εκείνος τότε του είπε ότι έχει δυνατότητα να του καταβάλει ποσό 5.000 ευρώ και μετά ταύτα ο πρώτος κατηγορούμενος του έδωσε τον αριθμό λογαριασμού (...) που τηρούσε στο όνομά του στην ALPHA BANK και εκείνος κατέθεσε στο λογαριασμό αυτό την 3-6-2003 το ποσό των 5.000 ευρώ (βλ.το με αριθμό ... αποδεικτικό καταθέσεως στην παραπάνω τράπεζα). Την 23-6-2003 δημοσιεύθηκε η με αριθμό 16014/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στις ενάγουσες το ποσό των 180.000 ευρώ και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή του να καταβάλει και ποσό 50.000 ευρώ, ενώ η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για ποσό 100.000 ευρώ. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να ενδώσει στις απαιτήσεις του πρώτου κατηγορουμένου λόγω της κατάστασης ανάγκης στην οποία βρέθηκε που συνεπαγόταν κατάσταση συγκρούσεως καθηκόντων και προς αποτροπή του κινδύνου βλάβης της περιουσίας των εναγουσών εντολέων του. Ο ισχυρισμός του ανωτέρω κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του επικαλούμενου άρθρου 25 Π.Κ. περί καταστάσεως ανάγκης, δεδομένου μάλιστα ότι αυτός μπορούσε να καταγγείλει το γεγονός της απαίτησης δώρου εκ μέρους του τότε Δικαστή πρώτου κατηγορούμενου και αφού δεν υπήρχε αναπότρεπτος κίνδυνος, καθόσον μπορούσε να ασκηθεί έφεση σε κάθε περίπτωση μη εκδόσεως ορθής αποφάσεως για τους πελάτες του. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι σκόπευε να υποβάλει αναφορά κατά του πρώτου, πράγμα όμως που δεν έκανε για λόγους συναισθηματικούς, επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας με τα μάτια του. Κι ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 236 εδ.β'Π.Κ. Επομένως, αποδείχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε από τον δεύτερο το ποσό των 25.000 ευρώ και τελικά έλαβε από αυτόν ποσό 5.000 ευρώ, το οποίο δεν είχε δικαίωμα να λάβει, με σκοπό να κριθεί η προαναφερθείσα υπόθεση υπέρ των εναγουσών, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος υποσχέθηκε δώρο στον πρώτο ποσό 5.000 ευρώ, που δεν εδικαιούτο να λάβει, και προχώρησε στην καταβολή με κατάθεση του πιο πάνω χρηματικού ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου κατηγορούμενου με σκοπό να κριθεί η υπόθεση που εκκρεμούσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης υπέρ των εντολέων του, σε εκπλήρωση της ως άνω υποσχέσεώς του που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αποδεχθεί.
Β) Ως προς τον πέμπτο κατηγορούμενο Χ2: Την 30-9-2001 ο ... οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα του ίδιου και του ... κατά ποσοστό 50%, εξ αδιαιρέτου στον καθένα και στο οποίο επέβαινε εκτός των ανωτέρω και η ..., ακολουθούσε την οδό ... με κατεύθυνση από το ... προς τον .... Όταν έφθασαν στην περιοχή του Δήμου ... το αυτοκίνητο αυτό συγκρούστηκε με το υπ'αριθμ.κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ιδιοκτήτης του ...ν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Από τη σύγκρουση υπέστη σοβαρές ζημίες το πρώτο αυτοκίνητο και τραυματίστηκε η επιβαίνουσα .... Μετά το ατύχημα οι προαναφερόμενοι απευθύνθηκαν στον πέμπτο κατηγορούμενο Χ2, δικηγόρο Αθηνών και του ανέθεσαν την υπόθεση. Ο τελευταίος συνέταξε και άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19-2-2004 αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν ο ... και η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν 5.934,50 ευρώ σε καθένα από τους ιδιοκτήτες του βλαβέντος αυτοκινήτου ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση των θετικών τους ζημιών και ποσό 34.756 ευρώ στην επιβαίνουσα ... ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των θετικών της ζημιών, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που της προξένησε ο τραυματισμός της. Έτσι συνολικά το ποσό που ζητούσαν οι ενάγοντες ανερχόταν σε 46.625 ευρώ. Η υπόθεση συζητήθηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 11-11-2004, ενώ δικαστής ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Χ5. Την 20-12-2004, τις βραδινές ώρες ο ανωτέρω κατηγορούμενος δέχθηκε στο γραφείο του τηλεφώνημα από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος του ζήτησε το ποσό των 3.000 ευρώ, προκειμένου να εκδώσει ευνοϊκή απόφαση, για τους ενάγοντες. Ο πέμπτος κατηγορούμενος δέχθηκε να καταβάλει το ποσό αυτό και σημείωσε τον υπ'αριθμ.... λογαριασμό του πρώτου στην Αγροτική Τράπεζα. Πράγματι ο πέμπτος κατηγορούμενος την 23-12-2004 κατέθεσε στον ως άνω λογαριασμό του πρώτου το ποσό των 3.000 ευρώ, όπως προκύπτει από την 81/23-12-2004 εντολή εισπράξεως της πιο πάνω Τράπεζας. Λίγες ημέρες μετά την κατάθεση του ποσού ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε σε σχέδιο προς δημοσίευση τη σχετική απόφαση, με την οποία γινόταν δεκτή η αγωγή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, καθόσον υποχρεώνονταν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στους εντολείς του πέμπτου κατηγορούμενου το ποσό των 45.675,99 ευρώ, έναντι αιτούμενου ποσού 46.625 ευρώ. Έτσι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ5 απαίτησε από τον πέμπτο κατηγορούμενο Χ2 το ποσό των 3.000 ευρώ το οποίο δεν είχε δικαίωμα να απαιτήσει και να λάβει με σκοπό να κριθεί η προαναφερθείσα υπόθεση υπέρ των εναγόντων, ενώ ο πέμπτος κατηγορούμενος υποσχέθηκε δώρο στον πρώτο ποσό 3.000 ευρώ, που δεν εδικαιούτο να λάβει, και προχώρησε στην κατάθεση του ποσού αυτού στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου, με σκοπό να κριθεί η υπόθεση που εκκρεμούσε υπέρ των εντολέων του, σε εκπλήρωση της ως άνω υποσχέσεώς του που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αποδεχθεί. Ο ισχυρισμός του πέμπτου κατηγορούμενου, τον οποίο επανέλαβε και ο πρώτος και κατά τον οποίο μεταξύ τους συνήφθη σύμβαση δανείου δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί, αφού οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι δεν γνωρίζονταν καν προηγουμένως ώστε να ζητηθεί δάνειο και βέβαια δεν συνηθίζονται τέτοιου είδους συναλλαγές μεταξύ δικαστών και δικηγόρων, όταν μάλιστα στα χέρια των πρώτων εκκρεμούν υποθέσεις των τελευταίων. Μάλιστα η αγωγή αυτή έγινε ουσιαστικά εξ ολοκλήρου δεκτή, είναι δε χαρακτηριστικό ότι η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το σύνολο του επιδικασθέντος ποσού. Εξάλλου με την απόφαση επιδικάστηκε στην εκ των εναγόντων ... ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης ολόκληρο το ποσό που ζητούσε με την αγωγή της, δηλαδή 30.000 ευρώ. Άλλωστε ο πέμπτος κατηγορούμενος δεν διαμαρτυρήθηκε προφορικά ή έγγραφα προς τον πρώτο για τη μη επιστροφή του ποσού του δανείου που κατά τους ισχυρισμούς τους είχε συμφωνηθεί χρόνος αποδόσεως αυτού τα τέλη Ιανουαρίου 2005. Είναι αληθές ότι η απόφαση που ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε σε σχέδιο δεν δημοσιεύθηκε ύστερα από σχετική εντολή του Προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών μετά το θόρυβο που δημιουργήθηκε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τούτο όμως δεν επηρεάζει το αξιόποινο του εγκλήματος της δωροδοκίας ενεργητικής και παθητικής. Αποδείχθηκε δε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε το σχέδιο της απόφασης προς δημοσίευση μετά την κατάθεση στο λογαριασμό του του ποσού των 3.000 ευρώ.
Γ) Ως προς τον έβδομο κατηγορούμενο Χ3: Την 30-1-2002 ο ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατό του, ακολουθούσε τη Λεωφόρο ... με κατεύθυνση προς .... Όταν έφθασε στη συμβολή της πιο πάνω λεωφόρου με την οδό ... στην περιοχή Δήμου ..., συγκρούστηκε με το υπ'αριθμ.κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε η ... και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίστηκε ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, ο οποίος ανέθεσε την υπόθεση στον έβδομο κατηγορούμενο. Ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών... την από 26-2-2003 αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ( και η εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ") εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στον ενάγοντα ... το ποσό των 61.333 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των θετικών ζημιών του και ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε ο τραυματισμός του. Η υπόθεση εκδικάστηκε την 30-9-2004 μαζί με αντίθετη αγωγή της πρώτης των εναγομένων, δικαστής δε και σ'αυτή την περίπτωση ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος. Είκοσι (20) περίπου ημέρες μετά τη δικάσιμο ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον έβδομο και με το πρόσχημα της καταβολής του δικαστικού ενσήμου που αναλογούσε στο αντικείμενο της αγωγής ζήτησε από αυτόν να καταθέσει στον υπ'αριθμ.... λογαριασμό του στην Τράπεζα ALPHA BANK το ποσό των 5.000 ευρώ, προκειμένου να κριθεί η υπόθεση υπέρ του εντολέα του. Ο έβδομος κατηγορούμενος, σημείωσε τον αριθμό του λογαριασμού και την 26-10-2004 κατέθεσε στο λογαριασμό αυτό το ποσό των 5.000 ευρώ. Τρείς ημέρες αργότερα δημοσιεύθηκε η υπ'αριθμ.4478/2004 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ..., ενώ έγινε δεκτή κατά το μεγαλύτερο μέρος της η αγωγή του ... και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 51.333 ευρώ. Η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 30.000 ευρώ. Ο έβδομος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος είκοσι ημέρες μετά τη δικάσιμο του τηλεφώνησε στο γραφείο του και του ζήτησε να του αποστείλει με εταιρεία ταχυμεταφορών στην οικία του στην ... το αναλογούν στο αντικείμενο της αγωγής δικαστικό ένσημο, ότι μετά δύο ημέρες ακολούθησε και δεύτερο τηλεφώνημα κατά τη διάρκεια του οποίου ο πρώτος κατηγορούμενος του δήλωσε ότι πράγματι έλαβε το οφειλόμενο δικαστικό ένσημο, ότι αμέσως μετά άρχισε να του αναφέρει τις σημαντικές του δαπάνες για τις μετακινήσεις του από την ... όπου διέμενε στην ..., όπου και υπηρετούσε, ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω και της κακής πορείας της ατομικής επιχείρησης της συζύγου του και ότι τον ρώτησε αν μπορούσε να του δανείσει το ποσό των 5.000 ευρώ. Επίσης ισχυρίστηκε ότι την επόμενη ημέρα του τηλεφώνησε και πάλι και τον ρώτησε αν είναι διατεθειμένος να του δανείσει το πιο πάνω ποσό, ενώ παράλληλα τον διαβεβαίωσε ότι μέχρι τα Χριστούγεννα (του 2004) θα του επέστρεφε τα χρήματα και ότι τελικά για συναισθηματικούς λόγους δέχθηκε να του δανείσει το ποσό αυτό. Εδώ ας σημειωθεί ότι και ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση του κατηγορούμενου δικηγόρου Χ3 επρόκειτο για δάνειο. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν αποδείχθηκαν και πρέπει να απορριφθούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η επίμαχη απόφαση δημοσιεύθηκε τρείς μόλις ημέρες μετά την κατάθεση του ποσού των 5.000 ευρώ στο λογαριασμό του πρώτου κατηγορούμενου και ήταν λίαν ευνοϊκή για τον εντολέα του έβδομου κατηγορούμενου, αφού, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, έγινε δεκτή η αγωγή κατά το μεγαλύτερο μέρος της και η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για σημαντικό ποσό (30.000 ευρώ). Εξάλλου, οι δύο ως άνω κατηγορούμενοι δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους ώστε να γίνει συζήτηση για χορήγηση δανείου και δεν είναι δυνατό ο έβδομος να δάνεισε σε άγνωστο πρόσωπο, το οποίο μάλιστα με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού είχε εκδικάσει υπόθεσή του και εκκρεμούσε η έκδοση αποφάσεως από αυτό. Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι ο έβδομος κατηγορούμενος, αν και παρήλθε ο κατά τους ισχυρισμούς του χρόνος αποδόσεως του δανείου (Χριστούγεννα 2004) δεν αναζήτησε τον πρώτο για την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού. Η δε επικαλούμενη από αυτόν άσκηση αγωγής από τη σύμβαση του δανείου έγινε μετά ο θόρυβο που δημιουργήθηκε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και για προσχηματικούς καθαρά λόγους. Η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ..., δικηγόρου, ο οποίος έκανε λόγο για σύμβαση δανείου που είχε συναφθεί μεταξύ των ως άνω κατηγορουμένων, καθόσον ο μάρτυρας αυτός δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων, τα οποία, όπως και ο ίδιος κατέθεσε, πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον έβδομο κατηγορούμενο. Επομένος, αποδείχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε από τον έβδομο το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο δεν είχε δικαίωμα να λάβει, με σκοπό να κριθεί η προαναφερθείσα υπόθεση υπέρ του ενάγοντος, ενώ ο έβδομος κατηγορούμενος υποσχέθηκε δώρο στον πρώτο ποσό 5.000 ευρώ, που δεν εδικαιούτο να λάβει, και προχώρησε στην κατάθεση του πιο πάνω χρηματικού ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου κατηγορούμενου με σκοπό να κριθεί η ως άνω εκκρεμής υπόθεση υπέρ του εντολέως του, σε εκπλήρωση της άνω υποσχέσεώς του που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αποδεχθεί.
Δ) Ως προς τον κατηγορούμενο Χ4: Την 21-7-1993 ο ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητας της ... εκινείτο στην εθνική οδό ... με κατεύθυνση προς .... Όταν έφθασε στο 24ο χιλιόμετρο της παραπάνω οδού συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ..., και το οποίο ανήκε στην εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε." και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε". Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν ο ελαφρύς τραυματισμός της επιβαίνουσας στο πρώτο από τα πιο πάνω οχήματα ..., ο σοβαρός τραυματισμός του οδηγού του ... και η ολοσχερής καταστροφή του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Η ..., ο ... και η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "ΠΕΡΛ" άσκησαν αγωγές αποζημίωσης κατά του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου ..., της ιδιοκτήτριας του φορτηγού εταιρείας και της ασφαλιστικής εταιρείας που ήταν ασφαλισμένο και με τις αγωγές αυτές ζητούσαν α υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν τα ποσά των 3.160.200, 271.454.320 και 1.657.600 δραχμών, αντίστοιχα. Ο εναγόμενος ... ανέθεσε την υπόθεση στον όγδοο κατηγορούμενο Χ4, δικηγόρο Θεσσαλονίκης. Οι αγωγές αυτές συζητήθηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αρχικά την 22-11-1999, με δικαστή και πάλι τον πρώτο κατηγορούμενο που τότε υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε αρχικά η 1739/2000 απόφαση με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, μετά τη διενέργεια της οποίας η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου. Η συζήτηση έγινε την 5-5-2003 με δικαστή και τη φορά αυτή τον πρώτο κατηγορούμενο. Κατά μήνα Ιούνιο του 2003 ο τελευταίος τηλεφώνησε στο γραφείο του όγδοου κατηγορούμενου Χ4 και απαίτησε από αυτόν την καταβολή του ποσού των 8.000 ευρώ, προκειμένου να εκδώσει ευνοϊκή για τον πελάτη του απόφαση και του έδωσε τον αριθμό λογαριασμού ... που διατηρούσε στην τράπεζα ALPHA BANK, για να καταθέσει το ποσό αυτό. Πράγματι ο όγδοος κατηγορούμενος σημείωσε τον αριθμό αυτό και την 19-6-2003 κατέθεσε στο λογαριασμό το ποσό των 8.000 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από το με ημερομηνία 19-6-2003 αποδεικτικό καταθέσεως της πιο πάνω Τράπεζας, στο οποίο μάλιστα έχει τεθεί η υπογραφή του κατηγορούμενου καταθέτη και έχει αναγραφεί ο αριθμός του τηλεφώνου του, καθ'υπόδειξη μάλιστα και απαίτηση του πρώτου κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής τους επικοινωνίας, προκειμένου, όπως του ανέφερε, να γνωρίζει ότι η κατάθεση αυτή αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση. Μετά πέντε ημέρες από την κατάθεση και δη την 24-6-2003 δημοσιεύθηκε η 16877/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν οι αγωγές και επιβλήθηκε σε βάρος των εναγόντων η δικαστική δαπάνη των εναγομένων, ήτοι εκδόθηκε απόφαση ευνοϊκή για τον πελάτη του όγδοου κατηγορούμενου .... Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδείχθηκε ότι ο όγδοος κατηγορούμενος Χ4 κατέθεσε το ποσό των 8.000 ευρώ στο λογαριασμό του πρώτου ως δώρο προκειμένου να κριθεί η εκδικασθείσα από αυτόν υπόθεση υπέρ του εναγόμενου εντολέα του. Άλλωστε, το τηλεφώνημα του πρώτου κατηγορούμενου στο γραφείο του και την απαίτησή του για καταβολή του πιο πάνω ποσού προκειμένου να εκδώσει ευνοϊκή για τον πελάτη του απόφαση και συγκεκριμένα για να απορρίψει τις εναντίον του αγωγές, επιβεβαίωσε απολογούμενος και ο ίδιος ο όγδοος κατηγορούμενος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να ενδώσει στις προτάσεις και απαιτήσεις του πρώτου κατηγορούμενου λόγω της κατάστασης ανάγκης στην οποία βρέθηκε που συνεπαγόταν κατάσταση σύγκρουσης καθηκόντων, και προς αποτροπή του κινδύνου βλάβης της περιουσίας του εναγομένου εντολέως του. Ο ισχυρισμός όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του επικαλούμενου άρθρου 25 Π.Κ. περί καταστάσεως ανάγκης, δεδομένου ότι αυτός μπορούσε να καταγγείλει το γεγονός της απαίτησης δώρου εκ μέρους του πρώτου κατηγορούμενου, ενώ δεν υπήρχε αναπότρεπτος κίνδυνος, αφού μπορούσε να ασκηθεί έφεση σε κάθε περίπτωση μη έκδοσης ορθής αποφάσεως για τον πελάτη του. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο εκ των εναγόντων ... ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος και οποιοσδήποτε δικαστής θα απέρριπτε τις συγκεκριμένες αγωγές. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός και αληθής υποτιθέμενος δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου, αφού δεν έχει σημασία για την τέλεση του αδικήματος της δωροδοκίας δικαστή το αν ο τελευταίος σκόπευε ειλικρινά να εκδώσει ευνοϊκή απόφαση ή προσποιήθηκε την έκδοσή της. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η ως άνω απόφαση εκδόθηκε πέντε ημέρες μετά την κατάθεση των χρημάτων στο λογαριασμό του. Έτσι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε από τον όγδοο κατηγορούμενο το ποσό των 8.000 ευρώ, το οποίο δεν είχε δικαίωμα να λάβει, με σκοπό να κριθεί η προαναφερθείσα υπόθεση υπέρ των εναγομένων, ενώ ο όγδοος κατηγορούμενος υποσχέθηκε δώρο στον πρώτο ποσό 8.000 ευρώ που δεν εδικαιούτο να λάβει και προχώρησε στην κατάθεση του πιο πάνω χρηματικού ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου με σκοπό να κριθεί η άνω εκκρεμής υπόθεση υπέρ του εντολέως του, σε εκπλήρωση της πιο πάνω υποσχέσεώς του που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αποδεχθεί. Επομένως, οι ανωτέρω τέσσερις κατηγορούμενοι Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι δωροδοκίας δικαστή, χορηγηθούν όμως σ'αυτούς τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και ε' Π.Κ., καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτοί έζησαν έως το χρόνο που έγινε η ως άνω πράξη του έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ενώ επίσης συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους.
Ε) Ως προς τον τέταρτο κατηγορούμενο Θ: Την 6-9-2003 ο ... οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στην περιοχή ... με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ... και το οποίο ανήκε στη κυριότητα της ... και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΓΑ". Αποτέλεσμα του τροχαίου αυτού ατυχήματος ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του ... και η ολοσχερής καταστροφή της μοτοσικλέτας. Ο τελευταίος απευθύνθηκε στον τέταρτο κατηγορούμενο , δικηγόρο Αθηνών και του ανέθεσε τη σχετική υπόθεση. Πράγματι εκείνος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή κατά των ..., ... και της άνω ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλλουν στον ενάγοντα εντολέα του συνολικά το ποσό των 32.534,80 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και των ζημιών του από το ατύχημα. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε την 11-11-2004, ενώ δικαστής ήταν και στην περίπτωση αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος. Την 10-12-2004 και περί ώρα 20.00 ο τέταρτος κατηγορούμενος δέχθηκε τηλεφώνημα στο γραφείο του από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος αφού του συστήθηκε, του είπε ότι βρίσκεται στην ..., ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα εξαιτίας της κακής πορείας της ατομικής επιχείρησης της συζύγου του και του ζήτησε το ποσό των 2.000 ευρώ, προκειμένου να κριθεί από αυτόν η υπόθεση υπέρ του εντολέως του. Ο τέταρτος κατηγορούμενος συμφώνησε και ευθύς αμέσως ο πρώτος του είπε ότι το ποσό αυτό έπρεπε να κατατεθεί στον με αριθμό ... λογαριασμό του στην Αγροτική Τράπεζα, τον οποίο ο τέταρτος κατηγορούμενος και σημείωσε. Ο τελευταίος την 28-12-2004 κατέθεσε στον ως άνω λογαριασμό το ποσό των 2.000 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από την 17/28-12-2004 εντολή εισπράξεως της εν λόγω Τράπεζας. Λίγες ημέρες αργότερα ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε σε σχέδιο την απόφαση η οποία έλαβε τον αριθμό 1222/2004 και με την οποία γινόταν δεκτή σχεδόν στο σύνολό της η αγωγή, δεδομένου ότι με αυτήν υποχρεώνονταν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν στον ενάγοντα το ποσό των 31.134,80 ευρώ. Έτσι αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε από τον τέταρτο Θ το ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο δεν είχε δικαίωμα να λάβει, με σκοπό να κριθεί η προαναφερθείσα υπόθεση υπέρ του ενάγοντος, ενώ ο τέταρτος κατηγορούμενος υποσχέθηκε δώρο στον πρώτο ποσό 2.000 ευρώ που δεν εδικαιούτο να λάβει, και προχώρησε στην κατάθεση του πιο πάνω χρηματικού ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου με σκοπό να κριθεί η ως άνω εκκρεμής υπόθεση υπερ του εντολέως του, σε εκπλήρωση της πιο πάνω υποσχέσεώς του. Ο ισχυρισμός του τέταρτου κατηγορούμενου, τον οποίο επαναλαμβάνει ο πρώτος, ότι δάνεισε στον τελευταίο το εν λόγω ποσό, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ουδόλως γνωρίζονταν μεταξύ τους και δεν είναι συνηθισμένη μια τέτοια συναλλαγή μεταξύ δικαστή και δικηγόρου, όταν μάλιστα στα χέρια του πρώτου εκκρεμεί υπόθεση επί αγωγής του δεύτερου. Εδώ ως σημειωθεί ότι η εν λόγω απόφαση δεν δημοσιεύτηκε τελικά ύστερα από σχετική εντολή του Προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών, γεγονός όμως που δεν ασκεί έννομη επιρροή στην προκειμένη περίπτωση κατά τα προαναφερθέντα. Περαιτέρω, όμως αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Θ ευθύς αμέσως μόλις πληροφορήθηκε από συναδέλφους του ότι υπήρχαν και άλλα κρούσματα με πρωταγωνιστή τον πρώτο κατηγορούμενο αυθορμήτως και εκουσίως προέβη μόνος του στην αναγγελία της πράξεως, για την οποία τώρα κατηγορείται, υποβάλλοντας την από 7-2-2005 αναγγελία-αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Γεώργιο Σανιδά, πρίν προκύψει οποιοδήποτε στοιχείο σε βάρος του και πριν από την οποιαδήποτε εξέτασή του. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 236 εδ.β Π.Κ. η πράξη της ενεργητικής δωροδοκίας μένει ατιμώρητη, αν αυτός με δική του θέληση και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε για την πράξη την αναγγείλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή σε οποιονδήποτε αναιρετικό υπάλληλο ή άλλη αρμόδια αρχή, εγχειρίζοντας έγγραφη αναφορά ή προφορικά οπότε συντάσσεται σχετική έκθεση. Με τη διάταξη αυτή, η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και επί της ενεργητικής δωροδοκίας δικαστή, θεσπίζεται προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση του κατηγορούμενου Θ, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης και επομένως πρέπει η ανωτέρω πράξη του τέταρτου κατηγορούμενου να μείνει ατιμώρητος.
ΣΤ) Ως προς τον έκτο κατηγορούμενο Ρ. Την 25-12-2002 ο ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και κινούμενος στην περιοχή ..., παρέσυρε και τραυματίσε θανάσιμα την πεζή .... Μετά το ατύχημα οι συγγενείς της θανούσας ..., ..., ... και ... ανέθεσαν την υπόθεση στον έκτο κατηγορούμενο Ρ, ο οποίος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-2-2004 αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν ο ... και η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στους εντολείς του το ποσό των 144.970 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που τους προκάλεσε ο θάνατος του προαναφερθέντος συγγενικού τους προσώπου. Η αγωγή συζητήθηκε την 11-11-2004, ενώ δικαστής ήταν και σ'αυτή την περίπτωση ο πρώτος κατηγορούμενος. Την 7-12-2004 και περί ώρα 20.00 ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον έκτο στο γραφείο του και αφού του ανέφερε ότι είναι ο δικαστής που δίκασε τη συγκεκριμένη υπόθεση, του ζήτησε το ποσό των 7.000 ευρώ, δηλώνοντας ότι θα έκανε δεκτή την αγωγή για συνολικό ποσό 125.000 ευρώ περίπου, διαφορετικά ήταν ενδεχόμενο να την απορρίψει. Κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος ο πρώτος έδωσε στον έκτο και εκείνος σημείωσε τον αριθμό του τραπεζικού του λογαριασμού στην Αγροτική Τράπεζα. Στη συνέχεια ο έκτος κατηγορούμενος επικοινώνησε με το από τους εντολείς του ... και τα ανέφερε τα παραπάνω γεγονότα. Ο τελευταίος του κατέστησε σαφές ότι δεν είχε χρήματα και για το λόγο αυτό δεν ήταν διατεθειμένος να ενδώσει στις πιέσεις του πρώτου κατηγορούμενου και του είπε να κάνει ό,τι εκείνος θεωρούσε σωστό. Την 9-12-2004 ο έκτος κατηγορούμενος κατέθεσε στον με αριθμό ... λογαριασμό του πρώτου στην Αγροτική Τράπεζα το ποσό των 7.000 ευρώ, όπως προκύπτει από την 78/9-12-2004 εντολή εισπράξεως της εν λόγω τράπεζας. Την επόμενη ημέρα (10-12-2004) δημοσιεύθηκε η 5163/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά το μεγαλύτερο μέρος της και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στους ενάγοντες συνολικά το ποσό των 124.970 ευρώ, πλέον τόκων. Η απόφαση αυτή κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 80.000 ευρώ. Εδώ ας σημειωθεί ότι λίγη ώρα πριν τη δημοσίευση της απόφασης ο έκτος κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον πρώτο στα κτίρια της Σχολής Ευελπίδων και κατά τη συνάντηση αυτή ο πρώτος έδειξε στον έκτο το σχέδιο της απόφασης και εκείνος του επέδειξε το σχετικό παραστατικό της κατάθεσης των χρημάτων στον τραπεζικό του λογαριασμό. Ο έκτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πιέστηκε από τον πρώτο προκειμένου να καταθέσει το ποσό των 7.000 ευρώ στον τραπεζικό του λογαριασμό και ότι προέβη στην επίμαχη κατάθεση προκειμένου να αποφύγει την πίεση του πρώτου και την ενδεχόμενη εκδικητική του στάση, κάνοντας λόγο ακόμη και για εκβίαση που διέπραξε ο πρώτος σε βάρος του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί. Άλλωστε, όταν ο ίδιος ο έκτος κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον εντολέα του και τον ενημέρωσε για την απαίτηση του πρώτου κατηγορούμενου, ο εντολέας του ... του κατέστησε σαφές ότι δεν ήταν διατεθειμένος να ενδώσει στην απαίτηση του πρώτου κατηγορούμενου, και έτσι ο έκτος κατηγορούμενος μπορούσε να μη δεχθεί την απαίτηση του πρώτου και να μην υποσχεθεί και να μη καταβάλει το ποσό του δώρου. Το γεγονός άλλωστε ότι τελικά η επίμαχη υπόθεση έκλεισε συμβιβαστικά με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και η απόφαση δεν εκτελέστηκε δεν επηρεάζει το γεγονός της τελεσθείσας ενεργητικής δωροδοκίας. Έτσι, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε από τον έκτο το ποσό των 7.000 ευρώ, το οποίο δεν είχε δικαίωμα να λάβει, με σκοπό να κριθεί η προαναφερθείσα υπόθεση υπέρ των εναγόντων, ενώ ο έκτος υποσχέθηκε δώρο στον πρώτο ποσό 7.000 ευρώ που δεν εδικαιούτο να λάβει, και προχώρησε στην κατάθεση του πιο πάνω χρηματικού ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου με σκοπό να κριθεί η ως άνω εκκρεμής υπόθεση υπέρ των εντολέων του, σε εκπλήρωση της πιο πάνω υποσχέσεως του. Περαιτέρω, όμως, αποδείχθηκε ότι ο έκτος κατηγορούμενος ευθύς αμέσως μόλις πληροφορήθηκε από συναδέλφους του ότι υπήρχαν και άλλα κρούσματα αυθορμήτως και εκουσίως προέβη μόνος του στην αναγγελίαν της πράξεως , αφού οικειοθελώς την 1-2-2005 εμφανίστηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Γεωργίου Σανιδά και κατήγγειλε την πράξη, πριν προκύψει οποιοδήποτε στοιχείο σε βάρος του και πριν από την οποιαδήποτε εξέτασή του. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 236 εδ.β'Π.Κ. η πράξη της ενεργητικής δωροδοκίας μένει ατιμώρητη, αν αυτός με δική του θέληση και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε για την πράξη την αναγγείλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο ή άλλη αρμόδια αρχή, εγχειρίζοντας έγγραφη αναφορά ή προφορικά οπότε συντάσσεται σχετική έκθεση. Με τη διάταξη αυτή, η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και επί της ενεργητικής δωροδοκίας δικαστή, θεσπίζεται προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση του κατηγορούμενου Ρ, σύμφωνα με τα πιο πάνω αποδειχθέντα, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης και επομένως πρέπει η ανωτέρω πράξη του τέταρτου κατηγορούμενου να μείνει ατιμώρητη.
Ζ) Ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο Π: Το καλοκαίρι του 2004 ο Φ φιλοξενούσε στην εξοχική του οικία στον ... τον δικηγόρο Αθηνών Ζ. Σε μια ταβέρνα στην περιοχή αυτή ο ανωτέρω Φ σύστησε στον Ζ τον παρευρισκόμενο γνωστό του πρώτο, κατηγορούμενο Χ5, ο οποίος τότε υπηρετούσε ως Πρόεδρος Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, αλλά διέμενε στην ..., τόπο καταγωγής του Φ. Λίγες ημέρες αργότερα ο Φ δέχθηκε τηλεφώνημα από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος του ζήτησε το τηλέφωνο του δικηγόρου που του είχε συστήσει, δηλαδή του Ζ. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Ζ και αργότερα τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του ανέθεσε μία υπόθεση του υιού του που είχε εμπλακεί σε ένα τροχαίο. Μάλιστα, του είπε να συντάξει την αγωγή αλλά να μην την καταθέσει αμέσως, μήπως γίνει συμβιβασμός με την ασφαλιστική εταιρεία. Τον Αύγουστο του 2004 ο Ζ δέχθηκε τηλεφώνημα από τον πρώτο κατηγορούμενο ο οποίος του δήλωσε ότι αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα λόγω της κακής πορείας της ατομικής επιχείρησης της συζύγου του, ότι κινδυνεύει το σπίτι του να βγεί στον πλειστηριασμό και ότι χρειαζόταν ένα δάνειο ύψους 10.000 ευρώ. Ο Ζ είπε τότε στον πρώτο κατηγορούμενο θα κοιτάξει τι μπορεί να κάνει. Παρών στο γραφείο του Ζ κατά την τηλεφωνική αυτή επικοινωνία ήταν και ο εξετασθείς μάρτυρας .... Μετά από λίγες ημέρες ο πρώτος κατηγορούμενος πήρε και πάλι τηλέφωνο τον Ζ και του υπενθύμισε την ανάγκη για άμεση καταβολή του δανείου, για να μη βγεί το σπίτι του σε πλειστηριασμό. Επίσης το δεύτερο και τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου 2004 τον έπαιρνε τακτικά τηλέφωνο και του υπενθύμιζε τον ανάγκη του για την άμεση καταβολή του δανείου. Ο Ζ δίσταζε για την καταβολή επειδή δεν διέθετε πρόχειρο το ποσό των 10.000 ευρώ και ήταν πράγματι προβληματισμένος και για το ύψος του ποσού και για την ευχερή επιστροφή του. Τελικά το πρωϊ της 3-9-2004 ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε τηλεφωνικά στον Ζ τον με αριθμό ... λογαριασμό του στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος και ο Ζ σημείωσε τον αριθμό αυτό. Την ίδια ημέρα ο Ζ προέβη σε ανάληψη ποσού 10.000 ευρώ από το προσωπικό του χαρτοφυλάκιο με αριθμό ... στην ΑΧΟΝ Χρηματιστηριακή (βλ.το με αριθμό ..., ώρα 11:42:36 πιστοποιητικό ανάληψης), αφού προηγουμένως είχε δηλώσει στον πρώτο κατηγορούμενο ότι θα προσπαθήσει να βρεί χρήματα από κάποιο γνωστό του. Αμέσως μετά την ανάληψη ο Ζ μετέβη στη Γενική Τράπεζα και κατέθεσε στον ως άνω λογαριασμό του πρώτου κατηγορούμενου το ποσό των 5.000 ευρώ, χωρίς όνομα καταθέτη. Στη συνέχεια πήρε τηλέφωνο τον πρώτο κατηγορούμενο και του δήλωσε ότι κατέθεσε στο λογαριασμό του μόνο το ποσό 5.000 ευρώ. Ο τελευταίος του είπε επίμονα ότι 5.000 ευρώ δεν φθάνουν, ότι χρειάζεται επειγόντως 10.000 ευρώ και τον παρακάλεσε να καταθέσει και άλλα 5.000 ευρώ. Τότε ο Ζ επέστρεψε αμέσως στην Τράπεζα, καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορούσε να μειώσει το ποσό του δανείου, και κατέθεσε στο λογαριασμό του πρώτου και άλλα 5.000 ευρώ. Μάλιστα τόσο στο νέο παραστατικό όσο και στο προηγούμενο έθεσε ως καταθέτη το όνομα του τρίτου κατηγορούμενου "..." λόγω της μακροχρόνιας φιλίας τους, της παλαιότερης συστέγασης και συνεργασίας τους ως δικηγόρων, για να φαίνεται ένα τρίτο όνομα που θα υποχρέωνε τον πρώτο κατηγορούμενο να αντιληφθεί ότι ο Ζ είχε δανειστεί το ποσό αυτό από άλλον, και έτσι να υπάρχει ένα επί πλέον μέσο πίεσης για την ασφαλή επιστροφή των χρημάτων. Έτσι αποδεικνύεται ότι το ποσό των 10.000 ευρώ που κατέθεσε ο Ζ στον λογαριασμό του πρώτου ήταν δάνειο εκ μέρους του πρώτου προς τον δεύτερο. Είναι αληθές ότι την 22-9-2000 ο ... επέβαινε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του ..., ο οποίος και οδηγούσε το όχημα αυτό που εκινείτο στην οδό με κατεύθυνση προς .... Το όχημα αυτό συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο που ανήκε στη κυριότητα της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.". Η σύγκρουση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του ανωτέρω επιβάτη του πρώτου φορτηγού αυτοκινήτου, του οποίου οι γονείς και οι αδελφοί ανέθεσαν τη σχετική υπόθεση στον τρίτο κατηγορούμενο Π, δικηγόρο Αθηνών. Ο τελευταίος άσκησε την από 2-3-2001 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία συζητήθηκε την 7-6-2004, δικαστής δε ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, που υπηρετούσε ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε την 30-9-2004 η με αριθμό 4156/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στους εντολείς του τρίτου κατηγορούμενου 150.000 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή τους προς καταβολή ποσού 350.000 ευρώ, ενώ κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη. Είναι επίσης αληθές ότι ο αριθμός τηλεφώνου ... με τον οποίο επικοινώνησε ο πρώτος κατηγορούμενος με τον Ζο ανήκε στον τρίτο κατηγορούμενο. Αποδείχθηκε όμως ότι ο Ζ επί σειρά ετών συστεγαζόταν μέχρι το 1999 με τον τρίτο κατηγορούμενο και χρησιμοποιούσαν από κοινού περισσότερες τηλεφωνικές γραμμές οι οποίες ήταν στο όνομα του τρίτου κατηγορούμενου. Μετά το 1999 διαχώρισαν την επαγγελματική τους στέγη άλλα εξακολουθούσαν να στεγάζονται στην ίδια πολυκατοικία στην ... (...), στον ίδιο όροφο (6ο), αλλά σε διαφορετικά πλέον γραφεία. Για το λόγο αυτό ο Ζ εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τον αριθμό ..., ο οποίος και ήταν περισσότερο γνωστός στους πελάτες του. Μάλιστα αυτό το τηλέφωνο δήλωνε ο Ζ στις ετήσιες δηλώσεις του στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας, αυτό το τηλέφωνο είχε αναγράψει ο Ζ στις επαγγελματικές του κάρτες που έδινε στους πελάτες του και αυτό το τηλέφωνο γνώριζε ως τηλέφωνο του Ζ ο κοινός γνωστός στον Ζ και στον πρώτο κατηγορούμενο ο ανωτέρω Φ, ο οποίος αυτό το τηλέφωνο ως τηλέφωνο του Ζ έδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο. Ο τελευταίος σε αυτό το τηλέφωνο επικοινώνησε με τον Ζ, για να του αναθέσει την υπόθεση τροχαίου ατυχήματος του υιού του Κ. Μάλιστα την 8-11-2004 ο Ζ κατέθεσε την με αριθμό κατάθεσης 153246/8261/2004 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδικάστηκε κανονικά την 15-12-2004, οπότε και παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Κ ο Ζ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3190/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή εν μέρει. Στη συνέχεια ασκήθηκε έφεση η οποία συντάχθηκε και κατατέθηκε από τον Ζ, συζητήθηκε την 26-4-2007 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με παραστάντα δικηγόρο τον Ζ και επί της οποίας εκδόθηκε η 5547/2007 απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση του Κ. Έτσι αποδείχθηκε ότι πράγματι υπήρχε ήδη γνωριμία μεταξύ Ζ και πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος του είχε αναθέσει υπόθεση του υιού του και επομένως υφίστατο η βάση για να ζητήσει ο πρώτος κατηγορούμενος δάνειο ύψους 10.000 ευρώ από τον Ζ, ο οποίος κατέθεσε το ποσό αυτό του δανείου με τον τρόπο που προαναφέρθηκε μετά από ανάληψη χρημάτων από το προσωπικό του χαρτοφυλάκιο. Το όνομα δε Π αναγράφηκε από τον Ζ για λόγους μεγαλύτερης πίεσης προς εξασφάλιση της επιστροφής του δανεισθέντος ποσού κατά τα προαναφερθέντα. Δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήλθε σε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον τρίτο, ουδέποτε συνομίλησε μαζί του τηλεφωνικά, ουδέποτε του ζήτησε δώρο που δεν εδικαιούτο να λάβει και ουδέποτε ο τρίτος κατέθεσε σε λογαριασμό του πρώτου οποιοδήποτε ποσό, προκειμένου να κριθεί υπόθεση υπέρ των εντολέων του. Άλλωστε όταν ο Ζ δεχόταν το τηλέφωνο από τον πρώτο κατηγορούμενο, προέβαινε στην ανάληψη του ανωτέρω ποσού και κατέθετε τούτο ως δάνειο στο λογαριασμό του πρώτου, ο τρίτος κατηγορούμενος βρισκόταν εκτός ... και δη στη .... Επομένως, ο τρίτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξεως της ενεργητικής δωροδοκίας δικαστή για την οποία κατηγορείται κατά πλειοψηφία (4-1). Ένα μέλος του Δικαστηρίου, η Εφέτης κ.Φρειδερίκη Μποτζολή, έχει τη γνώμη ότι ο τρίτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, καθόσον αποδείχθηκαν τα εξής : Την 22-9-2000 ο ... επέβαινε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ιδιοκτήτης του .... Το όχημα αυτό εκινείτο επί της οδού ... με κατεύθυνση προς ... και στην περιοχή αυτή συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.". Η σύγκρουση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του ανωτέρω επιβάτη του πρώτου φορτηγού αυτοκινήτου, οι γονείς και οι αδελφοί του οποίου στη συνέχεια ανέθεσαν τη σχετική υπόθεση στον τρίτο κατηγορούμενο Π, δικηγόρο Αθηνών. Ο τελευταίος συνέταξε και κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 2-3-2001 αγωγή, η οποία τελικά συζητήθηκε την 7-6-2004. Δικαστής ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, που υπηρετούσε ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών. Μετά την εκδίκαση της αγωγής ο πρώτος κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο τον τρίτο, ο οποίος είχε παραστεί κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, στο τηλέφωνο του γραφείου του με αριθμό 3819547 και απαίτησε την καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ, προκειμένου να κριθεί η υπόθεση υπέρ των εντολέων του. Για το σκοπό αυτό του έδωσε τον αριθμό του τραπεζικού του λογαριασμού ... στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος και ο τρίτος κατηγορούμενος σημείωσε τον αριθμό αυτό. Στη συνέχεια πράγματι ο τελευταίος, επειδή την χρονική εκείνη περίοδο θα έλειπε εκτός ... και συγκεκριμένα στη ..., είπε στο συνεργάτη του Ζ, δικηγόρο Αθηνών να προβεί σε ανάληψη ποσού 10.000 ευρώ από το προσωπικό του χαρτοφυλάκιο και να καταθέσει το ποσό αυτό στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου κατηγορούμενου . Πράγματι την 3-9-2004 ο ανωτέρω συνεργάτης του τρίτου Ζ κατέθεσε στο λογαριασμό αυτό το ποσό των 10.000 ευρώ και μάλιστα σε δύο δόσεις από 5.000 ευρώ εκάστη, όπως τούτο προκύπτει από τα 146/3-9-2004 και 152/3-9-2004 γραμμάτια είσπραξης της ως άνω Τράπεζας. Ο Ζ ανέγραψε στα σχετικά παραστατικά στην ένδειξη καταθέτης το όνομα Π, αφού ο τρίτος κατηγορούμενος ήταν μέσω αυτού (Ζ) πραγματικά ο καταθέτης του ποσού των 10.000 ευρώ, σε εκπλήρωση της υποσχέσεως του προς τον πρώτο κατηγορούμενο περί καταβολής του ποσού αυτού, για να κριθεί η εκκρεμής υπόθεση υπέρ των εντολέων του. Πράγματι μετά από αυτά την 30-9-2004 δημοσιεύθηκε η 4156/2004 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον, έκαστος να καταβάλουν στους εντολείς του τρίτου κατηγορούμενου ποσό 150.000 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και παράλληλα αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή τους προς καταβολή ποσού 350.000 ευρώ, κηρύχθηκε δε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 150.000 ευρώ. Ο τρίτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε καμία απολύτως τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρώτο κατηγορούμενο και ότι το παραπάνω χρηματικό ποσό κατατέθηκε στο λογαριασμό του πρώτου εν αγνοία του από το φίλο του και συνάδελφό του Ζ. Ο τελευταίος καταθέτοντας ως μάρτυρας στο ακροατήριο επιβεβαίωσε τα περιστατικά που θεμελιώνουν τον πιο πάνω ισχυρισμό του τρίτου κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα κατέθεσε ότι γνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο στη ... μέσω του κοινού τους γνωστού Φ, ότι στη συνέχεια ο πρώτος του ανέθεσε την υπόθεση τροχαίου ατυχήματος στην οποία είχε εμπλακεί ο υιός του Κ, ότι μεταξύ του αναπτύχθηκε οικειότητα στα πλαίσια της οποίας ο κατηγορούμενος Χ5 του έκανε λόγο για τα οικονομικά του προβλήματα που αντιμετώπιζε η οικογένειά του και ότι είχε άμεση ανάγκη του χρηματικού ποσού των 10.000 ευρώ ως δανείου. Επίσης κατέθεσε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος του τηλεφωνούσε συνεχώς στον αριθμό ..., υπενθυμίζοντας την άμεση ανάγκη δανειοδοτήσεώς του με το πιο πάνω ποσό και ότι την 3-9-2004 του έδωσε τον αριθμό του λογαριασμού που τηρούσε στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος για την κατάθεση του δανείου στον οποίο λογαριασμό κατέθεσε την ίδια ημέρα τμηματικά ως δάνειο το ποσό αυτό τα κατατεθέντα όμως από τον ως άνω μάρτυρα δεν κρίνονται πειστικά, δεδομένου μάλιστα ότι στα πιο πάνω γραμμάτια είσπραξης αναγράφεται ως καταθέτης ο τρίτος των κατηγορουμένων και όχι ο μάρτυρας Ζ. Ισχυρίστηκε βέβαια ο τρίτος κατηγορούμενος και κατατίθεται σχετικά από τον Ζ ότι κατά την κατάθεση του ποσού των 10.000 ευρώ ο Ζ ανέγραψε ως καταθέτη τον τρίτο κατηγορούμενο, προκειμένου να πληροφορηθεί ο πρώτος ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του και τα είχε δανεισθεί από τρίτο πρόσωπο και στην προκείμενη περίπτωση από τον Π και έτσι να εξασφαλιστεί η επιστροφή του δανείου. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ευσταθεί, αφού μάλιστα ο Ζ ως δικηγόρος γνώριζε πολύ καλά ότι με τη συγκεκριμένη ενέργεια του της αναγραφής άλλου προσώπου ως καταθέτη δεν εξασφαλιζόταν η επιστροφή του δανείου, καθόσον αυτό μπορούσε να επιτευχθεί με μόνη την κατοχή από αυτόν του σχετικού παραστατικού της Τράπεζας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο ανωτέρω Ζ δεν ενημέρωσε ποτέ για την ενέργειά του αυτή τον τρίτο κατηγορούμενο. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η τηλεφωνική γραμμή με τον αριθμό ... ανήκε στον τρίτο κατηγορούμενο και δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι ο Ζ με τον οποίο στο παρελθόν συστεγαζόταν, εξακολούθησε και μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους να κάνει χρήση της συγκεκριμένης τηλεφωνικής γραμμής. Επομένως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε από τον τρίτο το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο δεν είχε δικαίωμα να απαιτήσει με σκοπό να κριθεί η προαναφερθείσα υπόθεση υπέρ των εναγόντων, ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος υποσχέθηκε δώρο στον πρώτο ποσό 10.000 ευρώ που δεν εδικαιούτο να λάβει και προχώρησε στην κατάθεση του πιο πάνω χρηματικού ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου με σκοπό να κριθεί η ανωτέρω εκκρεμής υπόθεση υπέρ των εντολέων του σε εκπλήρωση της υποσχέσεώς του που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αποδεχθεί.
Περαιτέρω, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1) Την 6-12-2002 ο Ξ οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του ακολουθούσε την Εθνική οδό ... με κατεύθυνση προς .... Όταν έφθασε στο ύψος του 8ου χιλιομέτρου της οδού αυτής συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ... και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Α.Ζ." . Η σύγκρουση είχε σαν αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας, ο οποίος και ανέθεσε την υπόθεση στον δικηγόρο Αθηνών Δ που συστεγαζόταν και συνεργαζόταν με τον δικηγόρο Αθηνών Ψ. Ο ανωτέρω δικηγόρος Δ την 30-1-2004 κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σχετική αγωγή με την οποία ο ενάγον ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ... και η ασφαλιστική εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Α.Ζ" εις ολόκληρον καθένας, να του καταβάλουν το ποσό των 59196,55 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών ζημιών και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η υπόθεση συζητήθηκε την 27-10-2004 ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και δικαστής ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος. Ακολούθως την 29-11-2004 και περί ώρα 13.00 ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο δικηγορικό γραφείο των ανωτέρω δύο δικηγόρων, συνομίλησε με τη γραμματέα τους ... και αφού ζήτησε το δικηγόρο Δ, ο οποίος όμως απουσίαζε, της ανέφερε ότι δεν είχε καταβληθεί το προσήκον για την ένδικη αγωγή τέλος δικαστικού ενσήμου, ότι εκείνο που είχε προσκομιστεί ήταν ελλιπές και της είπε ότι θα τηλεφωνούσε και πάλι ύστερα από δύο ημέρες. Μάλιστα ζήτησε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Δ, τον οποίο όμως η γραμματέας του αρνήθηκε να του δώσει. Την 1-12-2004 και περί ώρα 13.00 τηλεφώνησε και πάλι ο πρώτος κατηγορούμενος και συνομίλησε με τον Ψ, στον οποίο είπε ότι το καταβληθέν δικαστικό ένσημο είναι ελλιπές κατά έξι (6) ευρώ και στη συνέχεια ότι η αγωγή είναι εξαίρετη, ότι είχε ήδη συντάξει την απόφαση και ότι επιδικάζει στον ενάγοντα ποσό 58.000 ευρώ περίπου και αμέσως μετά του ζήτησε το ποσό των 5.000 ευρώ, τονίζοντας ότι η καταβολή του ποσού αυτού έπρεπε να γίνει εντός δύο ημερών και δη μέχρι την 3-12-2004, διαφορετικά δεν θα δημοσίευε την απόφαση. Επίσης, ο πρώτος κατηγορούμενος του ζήτησε να σημειώσει τον ... αριθμό λογαριασμού του στην Αγροτική Τράπεζα, ώστε να κατατεθούν εκεί τα χρήματα. Μετά το τελευταίο αυτό τηλεφώνημα ο Ψ ενημέρωσε αμέσως το συνεργάτη του Δ και αποφάσισαν να ενημερώσουν τον πελάτη τους Ξ. Πράγματι περί ώρα 23.30 της ίδιας ημέρας ο Ξ μετέβη στο δικηγορικό τους γραφείο και κατά τη συνάντηση αυτή οι δύο δικηγόροι ενημέρωσαν τον πελάτη τους για τις απαιτήσεις του πρώτου κατηγορούμενου, καθώς και για το χρόνο εντός του οποίου έπρεπε να κατατεθούν τα χρήματα στον τραπεζικό του λογαριασμό. Ο Ξ αποχώρησε από το γραφείο των δικηγόρων του, αποφασισμένος να καταγγείλει τον πρώτο κατηγορούμενο στην τηλεοπτική εκπομπή του δημοσιογράφου ... "..." . Την 2-12-2004 ενημέρωσε τον δικηγόρο του Δ ότι δεν είχε συγκεντρώσει το αιτούμενο από τον πρώτο κατηγορούμενο ποσό και στη συνέχεια την ίδια ημέρα ήλθε σε επαφή με το συνεργάτη του ως άνω δημοσιογράφου ..., για να συζητήσουν τον τρόπο αντιμετωπίσεως του ζητήματος. Τις πρωϊνές ώρες της επόμενης ημέρας ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε και πάλι στο δικηγορικό γραφείο και συνομιλώντας με τον δικηγόρο, Δ του ανέφερε ότι είναι Παρασκευή 3-12-2004 και παράλληλα ζήτησε να πληροφορηθεί αν κατατέθηκαν τα χρήματα στο τραπεζικό του λογαριασμό, ενώ επίσης του έκανε λόγο για το ελλιπές τέλος του δικαστικού ενσήμου, και του ζήτησε να μεταβεί στα δικαστήρια της Σχολής Ευελπίδων. Η συνάντηση έγινε το ίδιο πρωί στο χώρο του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου ο Δ παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο συμπληρωματικό δικαστικό ένσημο ποσού έξι (6) ευρώ. Τότε ο τελευταίος του δήλωσε ότι δεν πρόκειται να δώσει για δημοσίευση το σχέδιο που είχε συντάξει και με το οποίο γινόταν δεκτή η αγωγή του εντολέα του για ποσό 58.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την ίδια ημέρα ο Ξ με την προτροπή του δημοσιογράφου ... επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον δικηγόρο Δ και συμφώνησαν να συναντηθούν στο γραφείο του το μεσημέρι της Κυριακής 5-12-2004. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης αυτής ο Ξ ζήτησε τη γνώμη των δύο δικηγόρων σχετικά με το αν έπρεπε να κατατεθούν τα χρήματα και οι τελευταίοι του είπαν ότι η άποψή τους είναι να μη κατατεθούν τα χρήματα και επίσης του κατέστησαν σαφές ότι στην περίπτωση αυτή υπήρχε ο κίνδυνος είτε να απορριφθεί η αγωγή είτε να γίνει δεκτή για μικρότερο ποσό. Στη συνέχεια ο δικηγόρος Ψ αναγκάστηκε να παραδώσει στον Ξ τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού του πρώτου κατηγορούμενου, και τούτο προκειμένου να διασκεδάσει τις υποψίες του εντολέως Ξ, ο οποίος υποψιαζόταν ότι οι δύο δικηγόροι επεδίωκαν να λάβουν τα χρήματα για δικό τους όφελος, και όχι για να τον προτρέψει έστω και έμμεσα για να καταθέσει τα χρήματα στο λογαριασμό του πρώτου κατηγορούμενου. Τελικά την 8-12-2004 ο Ξ κατέθεσε στον προαναφερθέντα λογαριασμό του πρώτου κατηγορούμενου στην Αγροτική Τράπεζα το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο του είχε παραδώσει αμέσως προηγουμένως ο δημοσιογράφος ... (βλ. την 23/8-12-2004 εντολή είσπραξης της Αγροτικής Τράπεζας). Την 10-12-2004 δημοσιεύθηκε η 5165/10-12-2004 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποίαν έγινε σχεδόν στο σύνολό της δεκτή η αγωγή του Ξ και οι εναγόμενοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν το ποσό των 58.735 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ενώ η απόφαση αυτή κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 40.000 ευρώ. Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε από τους δικηγόρους Αθηνών Ψ και Δ το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο δεν είχε δικαίωμα να απαιτήσει, με σκοπό να κριθεί η προαναφερθείσα υπόθεση υπέρ του ενάγοντος Ξ, το οποίο τελικά αποδέχθηκε και έλαβε με κατάθεση στον υποδειχθέντα ως άνω από αυτόν αριθμό τραπεζικού του λογαριασμού, εκ μέρους του ενάγοντος, με τον ανωτέρω σκοπό. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορούμενου ότι αυτός τηλεφώνησε στο δικηγορικό γραφείο μόνο για να ζητήσει το ελλείπον δικαστικό ένσημο, χωρίς ποτέ να απαιτήσει οποιοδήποτε ποσό ως δώρο και ότι δεν γνώριζε για την κατάθεση δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του ότι αυτός είχε συντάξει το σχέδιο της αποφάσεως πριν την κατάθεση του ποσού, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η παθητική δωροδοκία δικαστή τελειούται με την απαίτηση δώρου.
2) Την 7-2-2002 ο Σ οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατό του εκινείτο επί της οδού ... στη ... με κατεύθυνση προς .... Όταν έφθασε στο ύψος του ΚΕΠΥΟ συγκρούστηκε με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ιδιοκτήτης του ... και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΜΙΝΕΤΤΑ". Η σύγκρουση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή του δικύκλου μοτοποδηλάτου και τον τραυματισμό του Σ, ο οποίος ανέθεσε την υπόθεση στη δικηγόρο Αθηνών Μ. Η τελευταία συνέταξε και άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-1-2004 αγωγή με την οποία ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν ο ... και η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, εις ολόκληρον καθένας, να του καταβάλουν το ποσό των 153.256,78 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών του ζημιών και ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Η υπόθεση εκδικάστηκε στο ακροατήριο του παραπάνω Δικαστηρίου την 27-10-2004 και δικαστής και σ' αυτήν την περίπτωση ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο δε ενάγων περιόρισε το αίτημα της αγωγής του σε καταψηφιστικό για το ποσό των 48.286 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο ποσό ύψους 104.970 ευρώ ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων προς καταβολή του. Την 2-11-2004 ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο γραφείο της δικηγόρου Μ, η οποία όμως τότε απουσίαζε. Το τηλεφώνημα επαναλήφθηκε την επομένη και τότε αφού της ανέφερε ότι είναι δικαστής που εκδίκασε την αγωγή του πελάτη της ζήτησε από αυτήν προκειμένου να την κάνει δεκτή το ποσό των 15.000 ευρώ. Η τελευταία μόλις άκουσε την πρότασή του αντέδρασε λέγοντας ότι η ίδια δεν είχε χρήματα και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην επιθυμία του και τότε εκείνος της πρότεινε να απευθυνθεί στον πελάτη προκειμένου εκείνος να καταθέσει τα χρήματα στο λογαριασμό του. Στη συνέχεια μετά από μερικές ημέρες ο πρώτος κατηγορούμενος επικοινώνησε και πάλι τηλεφωνικά με τη δικηγόρο Μ και της πρότεινε να ζητήσει από τον πελάτη της να καταθέσει τα χρήματα στο λογαριασμό του από εκείνα που θα εισέπραττε δυνάμει του προσωρινά εκτελεστού ποσού της αποφάσεως που θα εξέδιδε. Μάλιστα της έδωσε και τον αριθμό του τραπεζικού του λογαριασμού στην Αγροτική Τράπεζα τον οποίο εκείνη και σημείωσε. Ακολούθως η Μ ενημέρωσε τον εντολέα της και εκείνος συμφώνησε να καταθέσει τα χρήματα. Την 30-11-2004 δημοσιεύθηκε η 5008/2004 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή κατά το μεγαλύτερο μέρος της η αγωγή του Σ και αφ' ενός μεν υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον καθένας να του καταβάλλουν ποσό 48.286 ευρώ και αφ' ετέρου αναγνωρίστηκε ότι έχουν υποχρέωση να του καταβάλουν 97.777 ευρώ. Μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως ο πρώτος κατηγορούμενος κάλεσε την Μ στο κινητό της τηλέφωνο και την ενημέρωσε για το γεγονός της δημοσιεύσεως. Μετά απ' αυτά η Μ εισήλθε σε νοσοκομείο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που παρουσίαζε την περίοδο εκείνη και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της ο πρώτος κατηγορούμενος της τηλεφωνούσε κατ' επανάληψη απαιτώντας επιτακτικά την κατάθεση του ποσού των 15.000 ευρώ στο λογαριασμό του. Τελικά την 11-1-2005 η μητέρα του Σ, συνοδευόμενη από τη δικηγόρο Μ μετέβη στην Αγροτική Τράπεζα και κατέθεσε στον ... λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου το ποσό των 15.000 ευρώ, όπως προκύπτει από την 62/11-1-2005 εντολή είσπραξης της Τράπεζας αυτής. Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε από τη δικηγόρο Αθηνών Μ το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο δεν είχε δικαίωμα να απαιτήσει, με σκοπό να κριθεί η προαναφερθείσα υπόθεση υπέρ του ενάγοντος, το οποίο ποσό αποδέχθηκε και τελικά έλαβε με την κατάθεσή του στον υποδειχθέντα από αυτόν αριθμό του τραπεζικού του λογαριασμού. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορούμενου ότι η ίδια η Μ του ζήτησε τον αριθμό του τραπεζικού του λογαριασμού, προκειμένου να του καταθέσει το ποσό των 15.000 ευρώ σαν δώρο από την ευχαρίστησή της για την έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου μάλιστα ότι δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Ουδεμία δε επιρροή εν προκειμένω το γεγονός ότι η κατάθεση του χρηματικού ποσού έγινε μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η παθητική δωροδοκία δικαστή τελειούται με την απαίτηση του δώρου. 3) Την 25-7-1998 το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ..., συγκρούστηκε στην εθνική οδό ... με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο .... Η σύγκρουση αυτή είχε ως αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του πρώτου ..., ο οποίος ανέθεσε την υπόθεση στον ήδη αποβιώσαντα δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ν. Ο τελευταίος την 31-3-2000 κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αγωγή κατά το ... και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Γ.Α", με την οποία ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 201.051.024 δραχμών. Η υπόθεση συζητήθηκε την 5-3-2001 με δικαστή τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος τότε υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Μετά τη συζήτηση της αγωγής αυτής και σε χρονικό διάστημα που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, εντός όμως του χρονικό διαστήματος από 17-3-2001 έως 15-10-2001 ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε από τον ως άνω δικηγόρο του να καταθέσει στον με αριθμό ... λογαριασμό του που τηρούσε στην Τράπεζα ALPHA BANK, το ποσό των 15.000.000 δραχμών, προκειμένου να κριθεί από αυτόν η υπόθεση υπέρ του εντολέως του. Πράγματι την 16-10-2001 και την 20-11-2001 κατατέθηκαν στον ως άνω λογαριασμό ποσά 5.000.000 και 10.000.000 δραχμών, αντίστοιχα. Δύο μόλις ημέρες μετά την κατάθεση του ποσού των 5.000.000 και συγκεκριμένα την 18-10-2001 δημοσιεύθηκε η 27696/2001 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα Ιωάννη Τσιλιβίτη το ποσό των 197.554.668 δραχμών έναντι αιτούμενου συνολικού ποσού 201.051.024 δραχμών, καθώς και δικαστική δαπάνη 14.000.000 δραχμών, ενώ η απόφαση αυτή κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 120.000.000 δραχμών. Έτσι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε από τον ήδη αποβιώσαντα δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ν και τελικά έλαβε το ποσό των 15.000.000 δραχμών, το οποίο δεν είχε δικαίωμα να απαιτήσει και να λάβει με σκοπό να κριθεί η προαναφερθείσα υπόθεση υπέρ του ενάγοντος και το οποίο ποσό, όπως προαναφέρθηκε, έλαβε με την κατάθεσή του στον υποδειχθέντα από αυτόν αριθμό του τραπεζικού του λογαριασμού. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για δάνειο που του χορήγησε ο ανωτέρω δικηγόρος προς ανακούφισή του από επείγουσες οικονομικές ανάγκες, δάνειο το οποίο μάλιστα και εξόφλησε σταδιακά, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί. Ουδεμία δε επιρροή ασκεί εν προκειμένω το γεγονός ότι η κατάθεση του χρηματικού ποσού έγινε κατά το μεγαλύτερο μέρος του μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Περαιτέρω ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η επί μέρους αυτή πράξη της παθητικής δωροδοκίας έχει υποπέσει σε παραγραφή, επειδή από την 5-3-2001 που απαίτησε το δώρο μέχρι την 16-3-2006 που του επιδόθηκε η κλήση έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Όμως αποδείχθηκε ότι την 5-3-2001 έγινε η συζήτηση της αγωγής, ενώ η απαίτηση του δώρου έγινε αρκετές ημέρες αργότερα και οπωσδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος από 17-3-2001 έως 15-10-2001, οπότε δεν έχει παρέλθει πενταετία μέχρι την επίδοση της κλήσεως του κλητηρίου θεσπίσματος την 16-3-2006. Πρέπει όμως να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για τη συγκεκριμένη επί μέρους πράξη για το χρονικό διάστημα από 5-3-2001 έως 16-3-2001 που κατηγορείται. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος στις προαναφερθείσες περιπτώσεις με δικηγόρους τους Χ1, Ψ - Δ, Θ, Χ2, Ρ, Χ3, Μ, Χ4 και τον αποβιώσαντα δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ν απαίτησε από όλους αυτούς τα ποσά που αναφέρονται πιο πάνω, κατά τρόπο απροκάλυπτο, πιεστικό και απάδοντα στην ιδιότητά του ως δικαστικού λειτουργού, προκειμένου να κρίνει τις υποθέσει που είχε εκδικάσει ο ίδιος υπέρ των εντολέων τους. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου ως προς τις περιπτώσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν, όπως αναλυτικά έχει εκτεθεί για κάθε επί μέρους περίπτωση. Δεν αποδείχθηκε ότι η κατάθεση των χρημάτων αφορούσε δάνειο η κάποιο "δωράκι από ευχαρίστηση", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος. Επίσης για καμμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν αποδείχθηκε ότι το σχέδιο της απόφασης είχε συνταχθεί και υπογραφεί πριν την απαίτηση του δώρου, τυχόν δε καταθέσεις του ποσού στους τραπεζικούς του λογαριασμούς μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας είχε τελεσθεί με την απαίτηση του δώρου, για να κριθεί ευνοϊκά υπέρ των εντολέων των ως άνω δικηγόρων η κάθε σχετική υπόθεση. Εδώ ως σημειωθεί ότι, κατ' άρθρο 98 Π.Κ έγκλημα κατ' εξακολούθηση είναι το τελευταίο από το ίδιο πρόσωπο και απαρτιζόμενο από περισσότερες από μία και χρονικά χωρισμένες μεταξύ τους πράξεις που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και που κάθε μια απ' αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε με την ταυτότητα της απόφασης για την εκτέλεσή τους (ΑΠ 156/2004 Ποιν.Δικ. 2004 σελ. 624, ΑΠ 1343, 1391 ΠΧΡ ΜΓ σελ. 1151, 1153, ΑΠ 252/1989 Π.ΧΡ 39, σελ 833). Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία για τη ταυτότητα των επί μέρους πράξεων, καθόσον όλες οι χωριστές πράξεις αφορούν το αυτό αδίκημα (παθητική δωροδοκία δικαστή), έχουν τελεσθεί από τον ίδιο πρώτο κατηγορούμενο κατά το χρονικό διάστημα από 2001 έως και 2004, κάθε μια από τις πράξεις αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού αδικήματος, προσβάλλουν το αυτό έννομο αγαθό και διαφέρουν χρονικά μεταξύ τους, συνδέονται δε με την ταυτότητα της απόφασης για την εκτέλεσή τους, η οποία εξ αρχής καταλαμβάνει την τέλεση του συνόλου των μερικότερων πράξεων, συνιστούν δηλαδή υλοποίηση της αυτής εγκληματικής αποφάσεως, αφού ο δράστης πρώτος κατηγορούμενος αποδεχόταν την τέλεση των συγκεκριμένων πράξεων ως προϊόν της αυτής αποφάσεως. Εν όψει αυτών για τις προαναφερθείσες εννέα (9) περιπτώσεις στοιχειοθετείται πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή που απαρτίσθηκε από περισσότερες πράξεις του πρώτου κατηγορούμενου που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και επομένως για την πράξη αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών, καθώς και του αιτήματος για την χορήγηση ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2α και ε' του Π.Κ, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος για μακρό χρονικό διάστημα δεν έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ενώ μετά την τελευταία επί μέρους πράξη του από το έτος 2005 παραμένει κρατούμενος στις φυλακές...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μετά την τέλεση της παθητικής δωροδοκίας δικαστή με την απαίτηση του δώρου, προκειμένου να κριθεί ευνοϊκά η σχετική υπόθεση υπέρ των εντολέων των προαναφερθέντων δικηγόρων, έδινε εντολή στους τελευταίους να κατατεθούν τα χρήματα που απαιτούσε από αυτούς σε τραπεζικούς του λογαριασμούς. Η εντολή του αυτή να κατατεθούν τα χρήματα στην τράπεζα και η εκτέλεση της εντολής εκ μέρους των τελευταίων είχε ως αποτέλεσμα τα χρήματα αυτά να απωλέσουν την αυτοτέλειά τους, να αναμειχθούν με τα χρήματα της τράπεζας και με τον τρόπο αυτό να επιτευχθεί η συγκάλυψη της αληθινής προελεύσεώς τους, πολύ περισσότερο επειδή η κατάθεση γινόταν σε πέντε διαφορετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του πρώτου κατηγορουμένου. Έτσι, ο τελευταίος πέτυχε να δεχθεί στην κατοχή του περιουσία που προερχόνταν από αξιόποινη πράξη, να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των χρημάτων και να αποκρύψει τη εγκληματική του δραστηριότητα. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005 η διάταξη του άρθρου 1 παρ. α του Ν. 2331/1995, όπως είχε αντικατασταθεί, αντικαταστάθηκε περαιτέρω και αντί του εδ. αιζ' τέθηκε στοιχεία δδ', στο οποίο αναφέρεται συναφώς ως έγκλημα περιλαμβανόμενο στον όρο εγκληματικές δραστηριότητες μόνο η παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 Π.Κ) και ότι έτσι δεν περιλαμβάνεται πλέον και το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή (άρθρο 237 ΠΚ), πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, με την νέα ρύθμιση αποκλείσθηκε μόνο η ενεργητική δωροδοκία (άρθρα 236 και 237 παρ. 2 του ΠΚ ), προδήλως ως μη αποφέρουσα εισόδημα, με αποτέλεσμα στα κατά νόμο βασικά εγκλήματα περιλαμβάνεται και η παθητική δωροδοκία (δωροληψία) δικαστή, που αποτελεί ειδικότερη περίπτωση παθητικής δωροδοκίας και η οποία ρητά προβλέπεται από το νόμο και μετά την τροποποίησή του. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες προϋποθέτει την τέλεση ενός άλλου βασικού εγκλήματος, από το οποίο κάποιος αποκόμισε παράνομα έσοδα και το οποίο, όταν αυτουργός της πράξεως είναι το ίδιο πρόσωπο, συρρέει με εκείνο πραγματικά, αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά κατά τα στοιχεία του εγκλήματα, με διακεκριμένη και διαφορετική καθένα απαξία. Από καμμία διάταξη του ως άνω νόμου αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθον τα παράνομα έσοδα, με τον δράστη της νομιμοποίησης. Η ταύτιση αυτή αποκλείεται μόνο στην περίπτωση που το έγκλημα τελείται υπό τη μορφή της παροχής συνδρομής σε άλλο πρόσωπο ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα, διότι ομιλώντας ο νομοθέτης για παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι και το ενεργετικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995. Επομένως, στις υπόλοιπες περιπτώσεις, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και δεδομένου ότι χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος" ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του αρ. 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα και γι' αυτό δεν θα πρέπει να γίνεται συσταλτική ερμηνεία του, αφού έχει θεσπισθεί για την αντιμετώπισή του. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση τα εγκλήματα που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος της παθητικής δωροδοκίας δικαστή και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά και ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είναι τρίτο πρόσωπο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Από καμμία πρόβλεψη νόμου ή θεωρητικού κανόνα της φαινομένης πραγματικής συρροής εγκλημάτων μπορεί να υποστηριχθεί η υπόθεση του ενδεχομένου της νομοθετικής αχρηστεύσεως των κακουργηματικών προβλέψεων του αρ. 2 του Ν. 2331/1995 και της αποδοχής του ατιμώρητου αυτών ως κακουργηματικών υστέρων πράξεων, σε περίπτωση που ο ενεχόμενος σ' αυτές δράστης τυγχάνει αυτουργός των σε προηγούμενο χρόνο τελεσθείσων πράξεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1, μερικές από τις οποίες είναι τιμωρητέες σε βαθμό πλημμελήματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση ήταν τότε η παθητική δωροδοκία δικαστή. Εκτός αυτού δεν τίθεται θέμα επικουρικότητας των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995 αδικημάτων σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου αυτού, αφού δεν πρόκειται για περισσότερες μορφές συμμετοχής στο ίδιο αδίκημα, αλλά περί εκτελέσεως δύο αυθύπαρκτων, διακρινόμενων μεταξύ τους αδικημάτων, το καθένα από την οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία, όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω στην αρχή του σκεπτικού. Ούτε όμως περί απορροφήσεως του αδικήματος του προβλεπόμενου από τον αριθμό 2 του Ν. 2331/1995 σε αδίκημα προβλεπόμενο από τον αρ. 1 του νόμου αυτού μπορεί να γίνει λόγος, αφού εφαρμογή της αρχής της απορροφήσεως υπάρχει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ύστερη πράξη συνάπτεται σε ενότητα προς άλλη προηγούμενη, που συνιστά απλώς εξασφάλιση ή χρησιμοποίηση αυτού που έχει αποκτηθεί με την προηγούμενη πράξη, χωρίς όμως να προσβάλλει άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου ή της κοινωνικής ολότητας. Τα αδικήματα όμως του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, όπως η παθητική δωροδοκία δικαστή που ήταν πλημμέλημα, δεν καλύπτουν την απαξία των αδικημάτων του άρθρου 2 του νόμου αυτού, τα οποία είναι κακουργήματα, ούτε έχουν ιστορική ενότητα μεταξύ τους. Ούτε πρόκειται εν προκειμένω για νομιμοποίηση εσόδων δύο φορές, η πρώτη με την παροχή συνδρομής στους συγκατηγορούμενους του πρώτου κατηγορουμένου με την τέλεση της πράξεως της ενεργητικής από αυτούς δωροδοκίας, και η δεύτερη με την καθ' υπόδειξή του χρηματική κατάθεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς με την τέλεση από αυτόν της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας, αφού οι πράξεις νομιμοποίησης εσόδων συνίστανται στην συγκάλυψη των εσόδων των οποίων αυτός κατέστη δικαιούχος με τις αναφερόμενες χρηματικές καταθέσεις μόνον από τις πράξεις παθητικής δωροδοκίας. Επομένως όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορούμενου πρέπει να απορριφθούν. Όπως προαναφέρθηκε ο τελευταίος απαιτούσε και στη συνέχεια αποδεχόταν την καταβολή "δώρου" που είχε προηγουμένως απαιτήσει. Έτσι, κατά το χρόνο της καταβολής του δώρου έχει ήδη ολοκληρωθεί η υπόσταση του αδικήματος της δωροδοκίας και το προσφερθέν δώρο αποτελεί κατά το χρόνο της προσφοράς του δώρου προϊόν αξιόποινης πράξης, ήτοι της παθητικής δωροδοκίας για τον δεχόμενο αυτό δικαστή πρώτο κατηγορούμενο. Όπως δε προαναφέρθηκε η εντολή του τελευταίου να κατατεθούν τα χρήματα στην τράπεζα και η εκτέλεση της εντολής αυτής εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του έχει ως συνέπεια τα χρήματα αυτά να απωλέσουν την αυτοτέλειά τους, να αναμειχθούν με τα χρήματα της τράπεζας και με τον τρόπο αυτό να επιτευχθεί η συγκάλυψη της αληθινής προελεύσεώς τους. Επομένως, ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορούμενου ότι προηγήθηκε η νομιμοποίηση εσόδων του βασικού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας πρέπει να απορριφθεί. Έτσι, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο ο πρώτος κατηγορούμενος πέτυχε να δεχθεί στην κατοχή του περιουσία που προερχόταν από αξιόποινη πράξη, να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των χρημάτων και να αποκρύψει την εγκληματική του δραστηριότητα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του ότι, η κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό δεν συνιστά νομιμοποίηση εσόδων. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος ενήργησε με βάση οργανωμένο σχέδιο και διατηρούσε πέντε (5) διαφορετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, και η εντολή προς κατάθεση προς τους προαναφερθέντες αφορούσε τους πέντε διαφορετικούς λογαριασμούς. Ενόψει όλων των ανωτέρω στοιχειοθετείται πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή για τις προαναφερθείσες περιπτώσεις με δικηγόρους τους Χ1, Ψ- Δ, Θ, Χ2, Ρ, Χ3, Μ, Χ4 και τον αποβιώσαντα δικηγόρο Ν. Στην προκειμένη δε περίπτωση όλες οι χωριστές ως άνω πράξεις αφορούν το αυτό αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, έχουν τελεσθεί από το ίδιο πρόσωπο, ήτοι τον πρώτο κατηγορούμενο κατά το χρονικό διάστημα από 2001 έως και 2004, κάθε μία από τις πράξεις αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού αδικήματος, προσβάλλουν το αυτό έννομο αγαθό και διαφέρουν χρονικά μεταξύ τους, συνδέονται δε με την ταυτότητα της απόφασης για την εκτέλεσή τους, η οποία εξ υπαρχής καταλαμβάνει την τέλεση του συνόλου των μερικώτερων πράξεων, συνιστούν δηλαδή υλοποίηση της αυτής εγκληματικής αποφάσεως, αφού ο δράστης πρώτος κατηγορούμενος αποδεχόταν την τέλεση των συγκεκριμένων πράξεων ως προϊόν της αυτής αποφάσεως. Έτσι για τις προαναφερθείσες εννέα (9) περιπτώσεις στοιχειοθετείται όπως προαναφέρθηκε το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που απαρτίστηκε από περισσότερες πράξεις του πρώτου κατηγορουμένου που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος. Εξάλλου το ανωτέρω κατ' εξακολούθηση έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα, καθ' όσον ενήργησε με βάση οργανωμένο σχέδιο και διατηρούσε πέντε (5) τραπεζικούς λογαριασμούς, από τον τρόπο δε που ενήργησε και του μεγάλου αριθμού των μερικώτερων πράξεών του αποδεικνύεται ότι αποκλειστικός σκοπός του ήταν ο πορισμός εισοδήματος. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα για όλες τις προαναφερθείσες εννέα (9) περιπτώσεις των επί μέρους πράξεων που τέλεσε κατ' επάγγελμα".
Μετά από αυτά το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους Χ5, Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, τον μεν πρώτο για παθητική δωροδοκία δικαστή κατ' εξακολούθηση και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, τους δε λοιπούς για ενεργητική δωροδοκία δικαστή και επέβαλε στον μεν πρώτο συνολική ποινή καθείρξεως δεκατριών (13) ετών, σε καθέναν δε από τους λοιπούς ποινή φυλακίσεως (2) ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων για τις ως άνω πράξεις (εκτός από την μερικότερη πράξη παθητικής δωροδοκίας του πρώτου κατηγορουμένου από τον δικηγόρο Ν, για την οποία θα αναφερθεί παρακάτω), την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδίκασε τον κάθε κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 237 του ΠΚ και 1 και 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει: 1) ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο: α) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι στις προαναφερθείσες περιπτώσεις απαιτούσε από τους δικηγόρους τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά με σκοπό να εκδώσει ευνοϊκή απόφαση για τους πελάτες τους, β) ότι σε όλες τις περιπτώσεις η απαίτηση του δώρου (χρηματικού ποσού) λάμβανε χώρα ενώ ήταν ακόμη εκκρεμής η κάθε υπόθεση, γ) ότι έδινε κάθε φορά εντολή στους δικηγόρους να καταθέτουν τα χρηματικά ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τους υποδείκνυε (5 τον αριθμό) και εκείνοι τα κατέθεταν, δ) ότι η εντολή του για κατάθεση των χρημάτων σε Τράπεζα και η εν συνεχεία κατάθεση γινόταν με σκοπό να συγκαλύψει αυτός την αληθινή προέλευση των χρημάτων, τα οποία αναμειγνυόταν με τα χρήματα της Τράπεζας, έχαναν την αυτοτέλειά τους και εμφανίζονταν ως νόμιμη κατάθεση, ε) ότι αυτός ενεργούσε με οργανωμένο σχέδιο και διατηρούσε πέντε τραπεζικούς λογαριασμούς και ότι από τον τρόπο που ενεργούσε και το μεγάλο αριθμό των μερικότερων πράξεων νομιμοποίησης εσόδων (9 τον αριθμό), αποδεικνύεται ότι αποκλειστικός σκοπός του ήταν ο πορισμός εισοδήματος, στ) ότι τις μερικότερες πράξεις της παθητικής δωροδοκίας τέλεσε με την απαίτηση του χρηματικού δώρου και τις μερικότερες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα τέλεσε με την εντολή του για κατάθεση των ποσών στην Τράπεζα και με την κατάθεση αυτών, 2) ως προς τους λοιπούς κατηγορουμένους (αναφέρει) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η από μέρους τους υπόσχεση του χρηματικού δώρου στον πρώτο κατηγορούμενο μετά από την απαίτησή του και η εν συνεχεία κατάθεση των χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς μετά από εντολή του. Ως προς τις επιμέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, σχετικά με την αιτιολόγηση της ενοχής τους, λεκτέα τα εξής: Α) Ο Χ5 προβάλλει τις ακόλουθες αιτιάσεις κατά τη σειρά της προβολής τους: 1) ότι δεν αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, 2) ότι υπάρχει αντίφαση, γιατί ενώ δέχεται η απόφαση ότι τα χρήματα των δώρων κατατέθηκαν σε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, δέχεται στη συνέχεια ότι για τη νομιμοποίηση αυτών χρησιμοποιήθηκαν πέντε λογαριασμοί, 3) ότι υπάρχει αντίφαση, γιατί ενώ δέχεται ότι στην περίπτωση του Ξ την κατάθεση στην Τράπεζα την έκανε ο Ξ, στη συνέχεια δέχεται ότι έγινε αυτή από τους δικηγόρους του με την εντολή του, 4) ότι δεν αιτιολογείται ο σκοπός απόκρυψης της αληθινής προέλευσης των χρημάτων, 5) ότι δεν αιτιολογείται ποιος είναι ο αυτουργός της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων, 6) εφόσον αυτουργοί είναι οι δικηγόροι που έκαναν τις καταθέσεις, αυτός πρέπει να είναι ηθικός αυτουργός, πλην όμως δεν αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησε για να πείσει τους αυτουργούς, 7) ότι υπάρχει αντίφαση, γιατί ενώ δέχεται η απόφαση ότι με την κατάθεση των χρημάτων συγκάλυψε την αληθινή τους προέλευση και ότι αυτά έχασαν την αυτοτέλειά τους και αναμίχθηκαν με χρήματα της Τράπεζας, δέχεται στη συνέχεια ότι με την κατάθεση έδωσε νομιμοφανή υπόσταση στα χρήματα, η οποία όμως νομιμοφανής υπόσταση προϋποθέτει τη διατήρηση της αυτοτέλειάς τους. 8) ότι δεν αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απόκρυψης της αληθινής προέλευσης αυτών, ούτε σε τι συνίσταται η συγκάλυψη, 9) ότι υπάρχει αντίφαση γιατί, ενώ δέχεται ότι με την κατάθεση συγκαλύφθηκε η αληθινή προέλευση των χρημάτων, δέχεται στη συνέχεια ότι η πράξη της νομιμοποίησης εσόδων αποδεικνύεται από τις εντολές κατάθεσης και την κατάθεση, 10) ότι δεν αιτιολογείται ο σκοπός του να κρίνει την κάθε υπόθεση υπέρ ή κατά κάποιου και ειδικώς ως προς την υπόθεση Ξ η απαίτηση του δώρου έγινε μετά τη σύνταξη της απόφασης, 11) ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι αυτός απαίτησε το δώρο και τέλεσε παθητική δωροδοκία και της παραδοχής ότι οι συγκατηγορούμενοί του υποσχέθηκαν σ' αυτόν δώρα που αποδέχθηκε, πράγμα που λογικά αποκλείεται να συμβεί παράλληλα, 12) ότι δεν αιτιολογείται ο δόλος του για τη νομιμοποίηση εσόδων, αφού δεν υπάρχει παραδοχή ότι γνώριζε ότι έγιναν οι καταθέσεις των ποσών, 13) ότι δεν αιτιολογείται αν η πράξη της νομιμοποίησης εσόδων εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης του, όπως απαιτείται από το άρθρο 5 του Ν. 3424/2005, 14) ότι δεν αναφέρεται αν η απαίτηση του δώρου έγινε πριν συνταχθεί το σχέδιο της απόφασης ή μετά τη σύνταξή του, αφού στη δεύτερη περίπτωση δεν νοείται δωροδοκία για τελειωμένη ενέργεια του δικαστή. Β) Οι Χ1, Χ2 και Χ4 προβάλλουν τις ακόλουθες αιτιάσεις: 1) ότι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την από 8-5-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ειδικού γραφολόγου ..., αφού δεν την αναφέρει ιδιαιτέρως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, 2) ότι δεν αιτιολογείται ο δόλος αυτών και ειδικότερα η υπόσχεση και παροχή των δώρων στον πρώτο κατηγορούμενο με το σκοπό ευνοϊκής κρίσεως των υποθέσεων των πελατών τους, 3) ότι η αιτιολογία της αποφάσεως είναι εντελώς τυπική και επαναλαμβάνεται το κατηγορητήριο, Γ) Ο Χ3 προβάλλει τις ακόλουθες αιτιάσεις: 1) την υπό στοιχείο 2 αιτίαση των ανωτέρω (μη αιτιολόγηση δόλου) και 2) ότι δεν αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της καταβολής του δώρου και της τελικής ευνοϊκής κρίσης από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου. Οι αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες για τους ακόλουθους αντιστοίχως λόγους: 1) Η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αιτιολογείται με την παραδοχή ότι αυτός ενεργούσε με οργανωμένο σχέδιο και διατηρούσε πέντε τραπεζικούς λογαριασμούς και ότι από τον τρόπο που ενεργούσε και το μεγάλο αριθμό των μερικότερων πράξεων, αποδεικνύεται ότι αποκλειστικός σκοπός του ήταν ο πορισμός εισοδήματος, 2) η απόφαση δέχεται ότι χρησιμοποιήθηκαν πέντε λογαριασμοί για τις καταθέσεις των χρηματικών ποσών σε δύο Τράπεζες (με αριθμούς ..., ..., ..., ... και ...) και όχι δύο λογαριασμοί, 3) η απόφαση δέχεται ότι στην περίπτωση Ξ στην κατάθεση προέβη ο Ξ με υπόδειξη των δικηγόρων του Ψ, πέρα από το ότι δεν έχει σημασία για την τέλεση της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας το πρόσωπο του καταθέτη, αλλά ο λόγος της κατάθεσης, 4) η απόφαση δέχεται ότι η εντολή του πρώτου κατηγορουμένου για κατάθεση των χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς και η εν συνεχεία κατάθεση έγιναν με σκοπό να συγκαλυφθεί η αληθινή προέλευση των χρημάτων και το προϊόν της δωροδοκίας να εμφανίζεται ως νόμιμη κατάθεση, 5) η απόφαση δέχεται ότι αυτουργός της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων είναι ο πρώτος κατηγορούμενος και τη νομιμοποίηση τέλεσε με την εντολή για κατάθεση και με την κατάθεση των χρημάτων, 6) η αιτίαση αυτή στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι αυτουργοί της πράξεως της νομιμοποίησης είναι οι δικηγόροι, 7) η απόφαση δέχεται ότι τα χρήματα έχασαν την αυτοτέλειά τους ως υλικά αντικείμενα (χαρτονομίσματα), επειδή αναμίχθηκαν με χρήματα της Τράπεζας, ενώ η νομιμοφανής υπόσταση της κατάθεσης αφορά στο αντίστοιχο χρηματικό ποσό και όχι στα συγκεκριμένα χαρτονομίσματα που κατατέθηκαν, 8) η απόφαση δέχεται ότι η συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης των χρημάτων επιτεύχθηκε με την εντολή για κατάθεση και με την κατάθεση, μετά την οποία αυτά εμφανίζονταν ως νόμιμη κατάθεση και έτσι συνδέεται αιτιωδώς η κατάθεση με τη συγκάλυψη, 9) δεν υπάρχει αντίφαση γιατί η κατάθεση καθ' εαυτήν είναι πρόσφορη για τη συγκάλυψη και η απόφαση δέχεται ότι η πράξη αποδείχτηκε και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που αποκαλύπτουν το λόγο της κατάθεσης, 10) η απόφαση δέχεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απαιτούσε τα χρήματα με το σκοπό να εκδώσει ευνοϊκή απόφαση για τους πελάτες τους και το σκοπό του αυτόν τον πρόβαλε στους δικηγόρους με τους οποίους επικοινώνησε, ενώ στην υπόθεση Ξ η απόφαση δέχεται ότι απαίτησε το δώρο πριν τη σύνταξη της αποφάσεως και ότι δεν αληθεύει ο ισχυρισμός του ότι είχε συντάξει το σχέδιο πριν από την απαίτηση αυτή, 11) η απόφαση δέχεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απαίτησε το δώρο και οι δικηγόροι μετά από την απαίτησή του αυτή υποσχέθηκαν ότι θα του τα δώσουν και στη συνέχεια το έδωσαν, καταθέτοντας αυτό στην Τράπεζα και έτσι η μία παραδοχή δεν αποκλείει την άλλη, 12) αιτιολογείται ο δόλος του για τη νομιμοποίηση εσόδων με την παραδοχή ότι αυτός έδωσε την εντολή για κατάθεση με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των χρημάτων, τα οποία θα εμφανίζονταν πλέον ως νόμιμη κατάθεση, γνώριζε δε αυτός ότι έγιναν οι καταθέσεις, γιατί παρέδινε την απόφαση για δημοσίευση λίγες ημέρες μετά την κατάθεση (μόνο στην περίπτωση Μ η κατάθεση έγινε μετά τη δημοσίευση της απόφασης), 13) αιτιολογείται η ένταξη της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων στο συνολικό σχεδιασμό δράσης του πρώτου κατηγορουμένου με την παραδοχή ότι αυτός σε όλες τις περιπτώσεις ενεργούσε με οργανωμένο σχέδιο και διατηρούσε πέντε τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους ζητούσε να κατατεθούν τα χρήματα, ώστε να συγκαλυφθεί η αληθινή προέλευσή τους, 14) αναφέρεται στην απόφαση ότι σε όλες τις περιπτώσεις η απαίτηση του δώρου έγινε ενώ ήταν ακόμη εκκρεμής η υπόθεση και δεν είχε δημοσιευθεί η απόφαση, ώστε να παραγάγει αυτή τις νόμιμες συνέπειές της, ενώ ο χρόνος σύνταξης του σχεδίου της αποφάσεως δεν έχει σημασία, αφού μέχρι την παράδοσή του για δημοσίευση υπόκειται στην ευχέρεια του δικαστή να το τροποποιήσει ή να το αλλάξει. Οι αιτιάσεις των λοιπών αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες για τους ακόλουθους λόγους: 1) από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ... είναι ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη και δεν διατάχθηκε από δικαστική αρχή κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ και επομένως είναι απλό έγγραφο που περιλήφθηκε στα αναγνωσθέντα έγγραφα και συνεκτιμήθηκε με αυτά, 2) αναφέρεται στην απόφαση ότι η υπόσχεση και στη συνέχεια η παροχή των δώρων προς τον πρώτο κατηγορούμενο γινόταν με το σκοπό να εκδώσει αυτός ευνοϊκή απόφαση για τους πελάτες των δικηγόρων, τα οποία δώρα απαιτούσε εκείνος για τον ίδιο σκοπό, 3) το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν είναι τυπικό ούτε αποτελεί επανάληψη του κατηγορητηρίου, αλλά περιέχει επιπλέον περιστατικά, σκέψεις και συλλογισμούς, 4) αιτιολογείται στην απόφαση ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της καταβολής του δώρου και του σκοπού ευνοϊκής κρίσης από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, όπως προαναφέρθηκε, ενώ είναι αδιάφορο αν υπήρξε τελικώς ευνοϊκή κρίση, ώστε να χρειάζεται να εξετασθεί η βασιμότητα ή όχι της κάθε αγωγής. Επίσης σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ο αναιρεσείων Χ5 προβάλλει τις ακόλουθες αιτιάσεις: 1) ότι εσφαλμένα δέχτηκε η απόφαση ότι στην έννοια του άρθρου 235 του ΠΚ ως βασικού εγκλήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων περιλαμβάνεται και το άρθρο 237 του ΠΚ και εσφαλμένα τον κήρυξε ένοχο για νομιμοποίηση εσόδων, 2) ότι εσφαλμένα δέχτηκε ότι με την από μέρους του απαίτηση του δώρου, δηλαδή με την τέλεση της παθητικής δωροδοκίας, τελείται και η νομιμοποίηση εσόδων, ενώ αυτό συμβαίνει μόνο με την καταβολή ή του δώρου και, επειδή τα στοιχεία της πράξεως της δωροδοκίας συμπίπτουν με αυτά της νομιμοποίησης, δεν υπάρχει έγκλημα νομιμοποίησης κατά το άρθρο 45 παρ. 1 εδαφ. ε του Ν. 3691/2008 και έπρεπε να αθωωθεί γι' αυτό, 3) ότι εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο δράστης του βασικού εγκλήματος και ο δράστης της νομιμοποίησης εσόδων μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο, 4) ότι εσφαλμένα δέχτηκε ότι αυτός τέλεσε δέκα μερικότερες πράξεις νομιμοποίησης, ενώ παράλληλα δέχτηκε ότι τέλεσε εννιά μερικότερες πράξεις παθητικής δωροδοκίας. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, γιατί, όπως έχει αναφερθεί α) στην έννοια του άρθρου 235 του ΠΚ περιλαμβάνεται και η δωροδοκία δικαστή ως ειδικότερη μορφή δωροδοκίας, β) η απόφαση δέχτηκε ότι η δωροδοκία τελέστηκε με την απαίτηση του δώρου και η νομιμοποίηση εσόδων με την εντολή για κατάθεση και με την κατάθεση και έτσι δεν συμπίπτουν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των δύο εγκλημάτων, ώστε να υπάρχει περιθώριο εφαρμογής του Ν. 3691/2008, γ) μπορεί να συμπίπτει στο ίδιο πρόσωπο η ιδιότητα του δράστη του βασικού εγκλήματος και του δράστη της νομιμοποίησης εσόδων και δ) η απόφαση δέχτηκε ότι ο ανωτέρω αναιρεσείων τέλεσε εννιά μερικότερες πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Περαιτέρω ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ), συνιστάμενη α) στο ότι μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής και επί της ποινής, δεν δόθηκε αντίστοιχα ο λόγος σ' αυτόν και β) σε κακή σύνθεση του δικαστηρίου, γιατί δεν αναφέρεται ότι η σύνθεση προήλθε από κλήρωση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί δόθηκε σ' αυτόν ο λόγος μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής και επί της ποινής, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως (βλ. τις σελίδες 312 και 583) ενώ η μη αναγραφή στην απόφαση ότι η σύνθεση προήλθε από κλήρωση, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Επίσης προβάλλει: 1) έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αιτημάτων του να αγορεύσει τελευταίος ο δικηγόρος του και να τηρηθούν τα πρακτικά της δίκης με φωνοληψία, 2) Έλλειψη ακροάσεως (άρθ. 171 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ), επειδή δεν απάντησε το Δικαστήριο στο αίτημά του να απολογηθεί τελευταίος, 3) Υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως χωρίς προηγουμένως να απορρίψει αιτιολογημένα τα δύο πρώτα ως άνω αιτήματα και να απαντήσει στο τρίτο αίτημα, 4) Απόλυτη ακυρότητα, επειδή πριν εκδοθεί απόφαση για τα ανωτέρω αιτήματα, δεν δόθηκε ο λόγος στους συγκατηγορουμένους του για να λάβουν θέση επ' αυτών, τον ίδιο δε λόγο προβάλλουν και οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ4. Οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι γιατί: α) η αιτιολογία που διέλαβε το Δικαστήριο για την απόρριψη του αιτήματος να τηρηθούν τα πρακτικά με φωνοληψία ήτοι "πρέπει να απορριφθεί το αίτημα για τήρηση των πρακτικών με φωνοληψία, καθόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου για την προκειμένη υπόθεση μπορούν κάλλιστα να συνταχθούν πρακτικά από τον γραμματέα της έδρας κατ' άρθρο 140 ΚΠΔ", είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την προαναφερθείσα έννοια, β) για τα αιτήματα να απολογηθεί τελευταίος και να αγορεύσει τελευταίος ο δικηγόρος του, τα οποία κατά το άρθρο 333 του ΚΠΔ ανήκουν στην αρμοδιότητα του Προέδρου του Δικαστηρίου, ο οποίος καθορίζει τη σχετική σειρά με τη διάταξή του, δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι ο αναιρεσείων προσέφυγε στο Δικαστήριο, κατά το άρθρο 335 παρ. 2 του ΚΠΔ, ώστε να έχει υποχρέωση αυτό να απαντήσει. Εξάλλου ο ίδιος αναιρεσείων προβάλλει αφενός υπέρβαση εξουσίας, γιατί το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο και μιας επιπλέον πράξεως νομιμοποίησης εσόδων, συνιστάμενη στο ότι κατά το μετά την 7-5-2005 χρονικό διάστημα ανέλαβε το σύνολο σχεδόν των χρημάτων από τους λογαριασμούς, έτσι ώστε αυτοί να παρουσιάζουν σχεδόν μηδενικό υπόλοιπο και αφετέρου απόλυτη ακυρότητα, γιατί λήφθηκαν υπόψη για την κήρυξη της ενοχής του απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν με αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα λήφθηκαν υπόψη οι εισερχόμενες και εξερχόμενες τηλεφωνικές κλήσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ αυτού και των συγκατηγορουμένων του, χωρίς προηγούμενη νόμιμη άρση του απορρήτου, τον ίδιο δε λόγο της απόλυτης ακυρότητας προβάλλουν και οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ4. Και αυτοί οι λόγοι είναι αβάσιμοι γιατί α) η αναφορά της μεταγενέστερης αναλήψεως των χρημάτων από τις Τράπεζες, δεν συνιστά άλλο έγκλημα νομιμοποίησης, αλλά αναφέρθηκε ως στοιχείο της μεταγενέστερης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και β) αναφέρθηκαν στην απόφαση μόνο οι κληθέντες αριθμοί και όχι το περιεχόμενο των συνομιλιών και έτσι δεν υπάρχει ακυρότητα από παραβίαση του απορρήτου των συνομιλιών.
Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ4 προβάλλουν έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για συνδρομή στο πρόσωπό τους ελαφρυντικών περιστάσεων. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, αυτοί ισχυρίστηκαν ότι "όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, ωθήθηκα στην καταβολή των χρημάτων υπό την επίδραση σοβαρής απειλής του α' κατηγορουμένου (84 παρ. 2 στοιχ. β' ΠΚ)". Ο ισχυρισμός, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστος και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και εκ περισσού αιτιολόγησε την απόρριψή του. Επίσης οι ανωτέρω πρόβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί καταστάσεως ανάγκης και συγκρούσεως καθηκόντων, γιατί αναγκάστηκαν να ενδώσουν στις πιέσεις του πρώτου κατηγορουμένου για καταβολή των χρημάτων προκειμένου να αποτρέψουν τον κίνδυνο να εκδώσει αυτός επιβλαβή απόφαση για τους πελάτες τους στην περίπτωση που δεν θα ικανοποιούσαν την απαίτησή του και ενέργησαν από το υπέρτερο καθήκον της διαφύλαξης των συμφερόντων των πελατών τους. Το Δικαστήριο διέλαβε για την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών την προαναφερθείσα στην οικεία θέση αιτιολογία, η οποία είναι η κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρεται ότι αυτοί μπορούσαν να καταγγέλουν το γεγονός της απαίτησης δώρου από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, ενώ δεν υπήρχε αναπότρεπτος κίνδυνος, αφού μπορούσε να ασκηθεί έφεση σε κάθε περίπτωση μη έκδοσης ορθής απόφασης για τους πελάτες τους. Εξάλλου ο αναιρεσείων Χ5 πρόβαλε έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των κατωτέρω ισχυρισμών του, τους οποίους κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και τους ανέπτυξε και προφορικά: "Περί αναγνώρισης ελαφρυντικού έντιμου προτέρου βίου κατά άρθρον 84 παρ.2 περ.Α'Π.Κ. και της καλής συμπεριφοράς μου μετά την τέλεση της πράξης κατά άρθρον 84 παρ.2 περ.Α' Π.Κ.
Για την περίπτωση της αδόκητης καταδίκης μου για τα αποδιδόμενα αδικήματα της δωροδοκίας δικαστή και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατά επάγγελμα ζητώ την αναγνώριση στο πρόσωπο μου της προβλεπόμενης από την διάταξη του άρθρου 84 παράγραφος 2 περίπτωση Α ΠΚ ελαφρυντικής περιπτώσεως του προτέρου της τελέσεως των αδικημάτων χρόνου εντίμου ατομικού οικογενειακού και κοινωνικού βίου. Ζητώ δηλαδή να αναγνωρισθεί ότι μέχρι τον χρόνο τελέσεως των αδίκων πράξεων, διήγον έντιμο ατομικό, οικογενειακό επαγγελματικό και γενικώς κοινωνικό βίο, ο οποίος αποδεικνύεται από τα κάτωθι αποδεικτικά στοιχεία.
Ειδικότερα και πλέον συγκεκριμένα στο παρελθόν κατά τα χρόνια της υπηρεσίας μου αρχικά ως Δικαστικός υπάλληλος από 13-4-1974, ως Ειρηνοδίκης από 22-11-1978 και ως έμμισθος Πάρεδρος Πρωτοδικείου από 30-6-1983 ουδέποτε απασχόλησα την Ελληνική Δικαιοσύνη με διάπραξη ποινικών πράξεων όπως αποκαλύπτεται και από το Λευκό Ποινικό Μητρώο μου, που υπάρχει στην δικογραφία και του οποίου ζητώ την ανάγνωση όπως και ζητώ την ανάγνωση του υπ αριθμόν 86191/152/8-9-2005 πιστοποιητικό του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Προ της άνω μακροχρόνου υπηρεσίας μου υπηρέτησα στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού από την 1-2-1968 ως κληρωτός έφεδρος αξιωματικός και από 3-12-1969 έως 2-12-1972 ως Εθελοντής ανακαταταγμένος έφεδρος ανθυπολοχαγός χωρίς κατά την διάρκεια της ως άνω στρατιωτικής υπηρεσίας μου (και ως κληρωτού και ως εθελοντή ανακαταταγμένου) να τιμωρηθώ πειθαρχικά. Προς τούτο σας προσκομίζω την με αριθμό πρωτοκόλλου 133244/2005 και αριθμό πράξεως 4606/2004 του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους της οποίας και ζητώ την ανάγνωση. Επισημαίνω ότι η παραπάνω στρατιωτική υπηρεσία μου συνεπάγετο για εμέ αυξημένη ευθύνη ακόμα και σε οικονομικά ζητήματα αφού ήμουν υπόλογος σε στρατιωτικά υλικά και προμήθειες και απαιτούσε άκρα τυπικότητα και πίστη εφαρμογή των νόμων εκ μέρους μου. Θα πρέπει δε να συνυπολογιστεί το παραπάνω και με το γεγονός ότι υπηρέτησα σε μια εποχή όπου εν γένει στον Ελληνικό Στρατό επικρατούσε μια υπερχειλίζουσα αυστηρότητα και υπήρχε τάση τιμωρία για τα πιο ασήμαντα ή ανύπαρκτα παραπτώματα.
Έτσι δεν συμμετείχα σε καμία άλλη παράνομη πράξη στο παρελθόν αλλά πάντοτε ήμουν ένας έντιμος και αξιοπρεπής οικογενειάρχης με δυο παιδιά μου τα οποία ανέθρεψα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και οι οποίοι είναι σήμερα επιστήμονες. Ειδικότερα: Η κόρη μου ... τυγχάνει απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστήμιου της Φρανκφούρτης, ο δε γιος μου Κ απόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών.
Όσο δε αφορά την κοινωνική μου ζωή στους τόπους που διέμενα ουδέποτε έδωσα λαβή για δυσμενή κοινωνικά σχόλια τα οποία ξέχωρα από το πρόσωπο μου θα έπλητταν και το κύρος της Ελληνικής Δικαιοσύνης και σε καμία περίπτωση δεν απασχόλησα το τοπικό τύπο κυρίως της πόλης της ... όπου ζω από το έτος 1984.
Συναφής προς τούτο είναι και η μαρτυρική κατάθεση του Φ καταγόμενου εκ ... κάτοικου ομοίως δημόσιου υπάλληλου (...) ο οποίος ανέφερε ότι είμαι φερέγγυος, σοβαρός, με είχε σε μεγάλη εκτίμηση και ότι στην ... είχα την φήμη του αδέκαστου Δικαστή, Σοβαρού και ότι ήμουν ένας καθώς πρέπει άνθρωπος. Αυτή εμπεριέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης (σελίδες 64-65) την οποία κατάθεση ζητώ να αναγνωσθεί . Η παραπάνω κατάθεση συμπίπτει σε πολλά σημεία και με το περιεχόμενο των προσκομισθεισών από εμέ εκθέσεων επιθεωρήσεως των οποίων και ζητώ εκ νέου την ανάγνωση.
Στην δε εργασία μου ως δικαστικός υπάλληλος και εν συνεχεία ως δικαστικός Λειτουργός ήτοι στον επαγγελματικό μου βίο, υπήρξα πάντα επιμελής και γρήγορος στην έκδοση των αποφάσεων που ήταν πλήρεις αιτιολογημένες ανέλαβα την διεξαγωγή δύσκολων δικών πράγμα που αποδεικνύεται και από τις προσκομισθείσες 25 εκθέσεις επιθεώρησης μου από το έτος 1983 έως και το έτος 2000. Δια δε την πληρότητα των ισχυρισμών μου ώστε να υπάρχει μια πλήρης εικόνα της προσωπικότητας μου προσκόμισα και 6 αποφάσεις του Συμβουλίου Επιθεωρήσεως Δικαστών δια των οποίων έγιναν δεκτές ισάριθμες προσφυγές μου εναντίον εκθέσεων επιθεωρήσεων.
Από αυτές προκύπτει η σεμνότητα του χαρακτήρα μου η ταχύτητα στην έκδοση αποφάσεων και η ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, η ορθή κρίση στις πολιτικές και ποινικές υποθέσεις και η εν γένει εργατικότητα μου. Όλα δε αυτά παρά το σοβαρό οφθαλμολογικό πρόβλημα που αντιμετωπίζω ήτοι αποκόλληση αμφιβληστροειδούς δεξιού Οφθαλμού από τον Ιούνιο 1983 τραυματικός καταρράκτης και τελικώς πλήρη καταστροφή του, αποκόλληση αμφιβληστροειδούς αριστερού οφθαλμού από τον Οκτώβριο 1991 και καταρράκτης αυτού από το έτος 2001 και χειρουργική επέμβαση τον Οκτώβριο του 2003, το οποίο θα επηρέαζε την απόδοση οποιουδήποτε δικαστή αφού το κύριο όργανο που χρησιμοποιεί αυτός είναι οι οφθαλμοί, απαραίτητο για την ανάγνωση των έγγραφων και γενικώς για την μελέτη των δικογραφιών.
Τέλος από κανένα στοιχείο της ογκώδους δικογραφίας και των παραπάνω εκθέσεων επιθεωρήσεως (25 στον αριθμό), προέκυψε η έκδοση νομικώς εσφαλμένων αποφάσεων (πολιτικών και ποινικών) το δε πειθαρχικό μου μητρώο ως δικαστής υπήρξε λευκό. Προς τούτο σας προσκομίζω και ζητώ την ανάγνωση του με αριθμό 152/2005 και με αριθμό πρωτοκόλλου 86191/8-9-2005 πιστοποιητικό του Υπουργείου Δικαιοσύνης του οποίου ζητώ την ανάγνωση και κυρίως της σελίδας 3 αυτού.
Επιπλέον και πριν την τέλεση των πράξεων ουδόλως διήγηγα βίο πολυτελή, ούτε προέβαινα σε πολυτελείς διακοπές, ούτε είχα κοινωνικές συναναστροφές με οικονομικούς και άλλους παράγοντες μεγάλης επιρροής, συναναστροφές που συνήθως προκαλούν δυσμενή σχόλια.
Προκύπτει επομένως ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης των πράξεων που μου αποδίδονται αλλά και μετά την τέλεση αυτών διήγον έντιμο κοινωνικό ατομικό και επαγγελματικό βίο, τουτούσο μάλλον καθόσον οι αποφάσεις μου που εκδόθηκαν μετά την αποδιδόμενη δωροδοκία, ουδόλως δύνανται να θεωρηθούν ότι περιέχουν λανθασμένη νομικώς και ουσιαστικώς δικαστική κρίση εξ ου και η αδυναμία της πρωτόδικου αποφάσεως και του παραπεμπτικού βουλεύματος να αποφανθούν επί της ορθότητας αυτών. Αντίθετα εμμένανε στη θέση ότι απαιτούσα δώρα για να γίνει δεκτή ή για να απορριφθεί η αγωγή και για να επιδικαστεί υπερβολική αποζημίωση χωρίς να προσδιορίζεται εάν ήταν δυνατή η παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής ούτε τα περιστατικά βάσει των οποίων κρίνεται υπερβολική η αποζημίωση.
Ο δε εν γένει έντιμος ατομικός και κοινωνικός μου βίος αποδεικνύεται και από την αξιοπρεπή συμπεριφορά μου μετά την αποκάλυψη των αδικημάτων δεδομένου ότι αμέσως ετέθην στην διάθεση, της δικαιοσύνης ανταποκριθείς στις κλήσεις της, και ουδόλως εσκέφθην (πολύ δε μάλλον επιχείρησα) την διαφυγή μου στο εξωτερικό, δεν προσέφυγα στα ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε. επιδείξας καλή συμπεριφορά κατά την διάρκεια της κρατήσεως όπως προκύπτει από το συνημμένο πιστοποιητικό των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού που προσκομίζω και ζητώ την ανάγνωση.
Από όλα τα ανωτέρω έγγραφα και καταθέσεις μαρτύρων προκύπτει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο μου όλες οι από τον νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις αναγνωρίσεως από το Δικαστήριο σας του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου, ατομικού, οικογενειακού, επαγγελματικού και εν γένει κοινωνικού βίου. (άρθρο 84 παράγραφος 2 ΠΚ περίπτωση α') ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΛΟΓΟΥΣ ΖΗΤΩ Να γίνει δεκτός ο παραπάνω ισχυρισμός μου και να αναγνωριστεί στο πρόσωπο μου το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παράγραφος 2 περίπτωση α' ΠΚ".Το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με την παρακάτω αιτιολογία: "αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος για μακρό χρονικό διάστημα δεν έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ενώ μετά και στην τελευταία επιμέρους πράξη του το 2005 παραμένει κρατούμενος στις φυλακές" Ο ισχυρισμός για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 82 παρ.2ε' του Π.Κ., όπως διατυπώθηκε, είναι αόριστος, γιατί δεν συνοδεύεται από τα αναγκαία για τη θεμελίωση του περιστατικά (η μόνη περικοπή που αφορά σε αυτόν είναι "επιδείξας καλή συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της κρατήσεως"), πέρα από το ότι στο αιτητικό δεν ζητείται η αναγνώρισή του. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ'αυτόν ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Αντίθετα ο ισχυρισμός για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ. είναι ορισμένος, γιατί συνοδεύεται από τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του περιστατικά και όφειλε το Δικαστήριο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Η ανωτέρω όμως αιτιολογία που διέλαβε, δεν είναι η απαιτούμενη κατά την προαναφερθείσα έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη, γιατί δεν διαλαμβάνονται αρνητικά περιστατικά που να αφορούν στους ανωτέρω τομείς της πριν από τις πράξεις ζωής του αναιρεσείοντος και να χαρακτηρίζουν τη ζωή αυτή ως μη έντιμη. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ, είναι κατά το σημείο αυτό βάσιμος στην ουσία. Κατά τα άρθρα 111 παρ.1 και 3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με παραγραφή, ο χρόνος της οποίας στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ήμερα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ, κατά το άρθρο 113 παρ.2 και 3 του ίδιου κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΠΚ και εκείνων των άρθρων 370 εδ.β και 511 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 50 παρ.5 του Ν.3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προτείνεται σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της, οφείλει να παύσει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης αν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση, από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, κριθεί βάσιμος. Περαιτέρω θεμελιώδες αξίωμα του ποινικού συστήματος αποτελεί η αρχή in dubio pro reo, η οποία αντανακλά και στους λόγους εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, όπως είναι η παραγραφή. Έτσι εφόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως αυτής που επιδρά στην παραγραφή, ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή και συνεπώς θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Τέλος το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιούται να καθορίσει ακριβέστερα το χρόνο τελέσεως της πράξεως, όπως αυτός προέκυψε από τις αποδείξεις, αρκεί να μην επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξεως ή η τυχόν υπάρχουσα παραγραφή, αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠΔ, αφού με την μη απαγγελία της παραγραφής αλλά την καταδίκη του κατηγορουμένου, καθίσταται χειρότερη η θέση του, κατά παράβαση του άρθρου 470 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ήδη αναιρεσείων Χ5 με την υπ'αριθ.2475/2006 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών) καταδικάστηκε και για τη μερικότερη πράξη παθητικής δωροδοκίας από τον δικηγόρο Ν, την οποία τέλεσε στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 5-3-2001 (που συζητήθηκε η αγωγή των πελατών του ανωτέρω δικηγόρου) μέχρι 15-10-2001. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι η μερικότερη αυτή πράξη τελέσθηκε με την απαίτηση του δώρου η οποία (απαίτηση) δεν έγινε την 5-3-2001 που συζητήθηκε η αγωγή, αλλά αρκετές μέρες αργότερα και οπωσδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος από 17-3-2001 μέχρι 15-10-2001 και ότι έτσι δεν έχει παρέλθει πενταετία μέχρι την επίδοση της κλήσεως στον κατηγορούμενο, η οποία έγινε την 16-3-2006, κατόπιν δε τούτου απέρριψε την προταθείσα από τον κατηγορούμενο ένσταση παραγραφής της μερικότερης αυτής πράξης παθητικής δωροδοκίας. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως της ανωτέρω μερικότερης πράξης παθητικής δωροδοκίας, η οποία είναι στιγμιαίο έγκλημα, το διάστημα από 5-3-2001 μέχρι 15-3-2001 και έτσι η πράξη αυτή υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή, για το λόγο δε αυτόν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο περιόρισε το χρονικό διάστημα που είχε δεχτεί το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ώστε να μην υποκύψει η πράξη αυτή σε παραγραφή και στη συνέχεια καταδίκασε τον κατηγορούμενο και για την πράξη αυτή, αντί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, χειροτέρευσε τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠΔ, είναι κατά το σημείο αυτό βάσιμος στην ουσία.
Από τα παραπάνω προκύπτει: α)ότι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.ι στοιχ.Α και Δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειόντων των Χ1 και Χ4, είναι αβάσιμοι, β)ότι ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3, είναι αβάσιμος, γ)ότι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ5, είναι βάσιμοι κατά το μέρος που αφορούν στο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ και στην παραγραφή της ως άνω μερικότερης πράξεως παθητικής δωροδοκίας και αβάσιμοι κατά τα λοιπά και δ)οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α, Β και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ5, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει οι αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, οι οποίες δεν περιέχουν άλλο λόγο, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να επιβληθούν σε κάθε αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ). Περαιτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Χ5 και κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ και στην καταδίκη του και για την προαναφερθείσα μερικότερη πράξη της παθητικής δωροδοκίας καθώς και ως προς την επιβληθείσα επιμέρους ποινή για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση και ως προς την συνολική ποινή και μετά ταύτα να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ' αυτού για την εν λόγω μερικότερη πράξη, κατά τα άρθρα 370 περιπτ.β και 511 του ΚΠΔ και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αφορά στην ελαφρυντική ως άνω περίσταση και στις ποινές, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθ.519 του ΚΠΔ). Τέλος πρέπει κατά τα λοιπά να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος Χ5.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει: 1) την από 16-7-2008 αίτηση και τους από 23-3-2009 πρόσθετους λόγους του Χ1, 2)την από 16-7-2008 αίτηση του Χ2, 3)την από 15-7-2008 αίτηση του Χ3 και 4)την από 15-7-2008 αίτηση και τους από 23-3-2009 πρόσθετους λόγους του Χ4, για αναίρεση της υπ'αριθ.539/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους ανωτέρω αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για τον καθένα.
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Χ5, κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ και στην καταδίκη του για την κατωτέρω αναφερόμενη μερικότερη πράξη της παθητικής δωροδοκίας, καθώς και ως προς την επιβληθείσα σ'αυτόν επιμέρους ποινή για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας κατ'εξακολούθηση και ως προς τη συνολική ποινή.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορούμενου Χ5, για το ότι κατά τον κατωτέρω τόπο και χρόνο απαίτησε, ως δικαστής, δώρα που δεν δικαιούται, με σκοπό να κριθεί μία υπόθεση που του είχε ανατεθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου και ειδικότερα, στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 5-3-2001 μέχρι 15-3-2001, με την ιδιότητα του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε συνεκδικάσει κατά τη δικάσιμο της 5-3-2001, τις αγωγές με αριθμούς κατάθεσης 19627/2000 και 16795/2000, με αντικείμενοαποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα, και ενώ ο φάκελλος της δικογραφίας βρισκόταν στα χέρια του προς μελέτη και έκδοση απόφασης, απαίτησε από το Ν, δικηγόρο εν ζωή Θεσσαλονίκης, την καταβολή σ' αυτόν, ως δώρου, του ποσού των 15.000.000 δραχμών, το οποίο δεν είχε δικαίωμα να λάβει, με σκοπό να κρίνει την υπόθεση υπέρ των εναγόντων α) ... και β) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικές Τουριστικές Επιχειρήσεις Πόρτο Σκιώνη Α.Ε.", των οποίων πληρεξούσιος δικηγόρος υπήρξε ο ως άνω Ν, και εναντίον των εναγομένων α) ... και β) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", και στις μεν 16-10-2001 έλαβε με τον ανωτέρω σκοπό, από το Ν σε εκπλήρωση της ως άνω απαίτησης του, την οποία εκείνος (Ν) είχε αποδεχθεί κατά το ίδιο πιο πάνω διάστημα, το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, τη δε 20-11-2001 το ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, τα οποία κατέθεσε, μετά από υπόδειξη του, στους υπ' αριθμ.... και ... τραπεζικούς λογαριασμούς, αντίστοιχα, που αυτός (Χ5) διατηρούσε στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ. Μετά δε από αυτά, ο κατηγορούμενος Χ5 σύνταξε και δημοσίευσε στις 18-10-2001 την υπ' αριθμ.27696/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έκανε δεκτή την υπ' αριθμ.16795/2000 αγωγή των πελατών του Ν, για το ποσό των 197.554.668 δραχμών, και απέρριψε την αγωγή των αντιδίκων τους, κήρυξε δε την απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 120.000.000 δραχμών.
Παραπέμπει ως προς τον αναιρεσείοντα Χ5 την υπόθεση κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ και στην επιμέρους ποινή που του επιβλήθηκε για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας κατ'εξακολούθηση, καθώς και στην επιβληθείσα συνολική ποινή, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 21-3-2008, 3-7-2008 και 16-7-2008 αιτήσεις και τους από 19-3-2009 και 28-9-2009 πρόσθετους λόγους του ανωτέρω Χ5, για αναίρεση της υπ'αριθ.539/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παθητική και ενεργητική δωροδοκία δικαστή. Στοιχεία των ανωτέρω εγκλημάτων. Είναι υπαλλακτικώς μικτά εγκλήματα και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων τέλεσης, όπως υπόσχεση του δώρου και καταβολή του ή υπόσχεση αυτού και λήψη του, το έγκλημα τελείται με την πραγμάτωση του πρώτου χρονικά τρόπου τέλεσης, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Προϋπόθεση τελέσεώς του είναι να έχει προηγηθεί η τέλεση του βασικού εγκλήματος από το οποίο προέκυψαν τα παράνομα έσοδα. Στα βασικά εγκλήματα περιλαμβάνεται και η παθητική δωροδοκία δικαστή ( άρθ. 237 του ΠΚ), παρά το ότι στην ενδιάμεση δωροδοκία του Ν. 3424/2005 αναφέρεται μόνο η παθητική δωροδοκία (άρθ. 235 του ΠΚ), πλην όμως περιλαμβάνεται στην έννοιά της και παθητική δωροδοκία δικαστή ως ειδικότερη μορφή παθητικής δωροδοκίας. Ο δράστης του βασικού εγκλήματος και ο δράστης της νομιμοποίησης μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο, μόνο που υπό την ισχύ του Ν. 3424/2005 πρέπει η τέλεση των πράξεων να εμπίπτει στο συνολικό σχεδιασμό δράσης, ενώ υπό την ισχύ του Ν. 3691/2008 πρέπει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης να είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού εγκλήματος. Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων. Αυτοτελείς ισχυρισμοί ελαφρυντικών περιστάσεων. Στοιχεία που πρέπει να περιέχουν για να είναι ορισμένοι. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του πρώτου κατηγορουμένου για παθητική δωροδοκία δικαστή κατ' εξακολούθηση (πλην μιας μερικότερης πράξης) και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και των λοιπών κατηγορουμένων για ενεργητική δωροδοκία δικαστή. Η παθητική δωροδοκία τελέστηκε με την απαίτηση από μέρους του δικαστή χρηματικών δώρων από τους συγκατηγορουμένους του δικηγόρους, προκειμένου να εκδόσει ευνοϊκή απόφαση για πελάτες τους των οποίων η υπόθεση εκκρεμούσε. Η ενεργητική δωροδοκία τελέστηκε με την από μέρους των δικηγόρων υπόσχεση του δώρου στο δικαστή μετά από την απαίτησή του, στη συνέχεια δε πραγματώθηκε και άλλος τρόπος τέλεσης των εγκλημάτων με την καταβολή και τη λήψη του δώρου. Η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τελέστηκε με την εντολή του κατηγορουμένου για κατάθεση των χρηματικών δώρων στην Τράπεζα και με την κατάθεση αυτών. Η απόφαση δέχεται ότι τόσο η απαίτηση όσο και η υπόσχεση του δώρου που συνιστούν τον τρόπο τέλεσης των εγκλημάτων της παθητικής και ενεργητικής δωροδοκίας αντίστοιχα, έλαβαν χώρα ενώ ακόμη ήταν εκκρεμής η υπόθεση προς έκδοση αποφάσεως και δεν έχει σημασία ο χρόνος σύνταξης του σχεδίου της αποφάσεως. Η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που δεν συντάχθηκε κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, αποτελεί απλό έγγραφο. Η μη αναφορά στην απόφαση ότι η σύνθεση του δικαστηρίου προήλθε από κλήρωση, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος του πρώτου κατηγορουμένου να τηρηθούν τα πρακτικά της δίκης με φωνοληψία. Το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου για αλλαγή της σειράς των απολογιών και των αγορεύσεων ανήκει στην αρμοδιότητα του Προέδρου του δικαστηρίου ο οποίος καθορίζει τη σχετική σειρά με διάταξή του κατά της οποίας επιτρέπεται προσφυγή στο δικαστήριο, εν προκειμένω δε δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε τέτοια προσφυγή. Η παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνομιλιών αφορά στο περιεχόμενο της συνομιλίας και όχι στους κληθέντες αριθμούς τηλεφώνου. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών καταστάσεως ανάγκης που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της ενεργητικής δωροδοκίας και συγκρούσεως καθηκόντων. Αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για ελαφρυντική περίσταση πρότερου έντιμου βίου. Αν ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως που επιδρά στην παραγραφή, ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου και θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής, σύμφωνα με την αρχή in aubio pro reo. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιούται να προσδιορίσει ακριβέστερα το χρόνο τελέσεως της πράξεως, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις, αρκεί να μην επηρεάζεται η τυχόν υπάρχουσα παραγραφή, γιατί τότε υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, λόγω χειροτερεύσεως της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Υπέρβαση εξουσίας από μέρους του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου γιατί προσδιόρισε το χρόνο τελέσεως μερικότερης πράξης παθητικής δωροδοκίας σε χρονικό διάστημα που συμπληρώνεται η παραγραφή και όχι σε χρονικό διάστημα για το οποίο είχε συμπληρωθεί η παραγραφή. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου και την καταδίκη για τη μερικότερη πράξη παθητικής δωροδοκίας για την οποία, με την εφαρμογή της προαναφερθείσας αρχής, είχε συμπληρωθεί η παραγραφή. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη για την ανωτέρω μερικότερη πράξη και παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του ελαφρυντικού και στην επιμέρους ποινή της παθητικής δωροδοκίας καθώς και στη συνολική ποινή. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως των λοιπών αναιρεσειόντων.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αναίρεση μερική, Δωροδοκία, Νομιμοποίηση εσόδων.
| 2
|
Αριθμός 689/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αιτούσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SOSCO ΑΒΕΕ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΑΧΑΪΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην Κοινότητα Αγίου Στεφάνου Αχαϊας (Βιομηχανική Ζώνη Πατρών) Β.Ι.Π.Ε., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, στο πρόσωπο της οποίας συνεχίζεται η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..." που είχε έδρα στην ..., την οποία συνεχίζει και διαδέχτηκε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει του υπ' αριθμ. ...συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρία Καλοείδα - Βραχνού με το οποίο η ανωτέρω Ομόρρυθμη εταιρία μετατράπηκε σε Ανώνυμη και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μάρκου.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η αίτηση: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πέτσα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Ιανουαρίου 1995 αίτηση του καθού που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
Εκδόθηκε η 647/1995 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ιδίου Δικαστηρίου. Την ανάκληση της τελευταίας απόφασης ως και την εξάλειψη προσημείωσης υποθήκης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Ιουλίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την εξάλειψη προσημείωσης υποθήκης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η ανάκληση της 647/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. Κ.Πολ.Δ.) και, κατόπιν παραδοχής σχετικής αιτήσεως του καθ' ου, για την εξασφάλιση χρηματικής απαιτήσεώς του κατά της αιτούσας, διέταξε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο της τελευταίας, ενώ το αυτό δικαστήριο απέρριψε με τη 1636/2009 απόφασή του αίτηση της αιτούσας για ανάκληση της προηγούμενης αποφάσεώς του, λόγω αναρμοδιότητάς του καθ' ύλην, ενόψει του ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου εκκρεμεί έκτοτε η από 10-7-2002 αίτηση αναιρέσεως του καθ' ου κατά της εκδοθείσας για την κύρια υπόθεση 672/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επομένως η υπό κρίση αίτηση είναι νόμιμη, αρμοδίως φέρεται προς έρευνα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, (άρθρα 697, 698 παρ. 1 εδ. α', και 2, 706 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, ερήμην του απολειπόμενου καθ' ου, (αφού ο παραστάς ως δικηγόρος του Ανδρέας Πέτσας δεν απέδειξε την πληρεξουσιότητά του), στον οποίο νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως με την από 15-7-2009 κλήση προς συζήτηση για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ...), κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου. Από τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την 645/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε επί αιτήσεως του καθ' ου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παρασχέθηκε η άδεια προς αυτόν, για την εξασφάλιση απαιτήσεώς του, ποσού 12.000.000 δραχμών, κατά της αιτούσας να εγγράψει σε ακίνητο της τελευταίας προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 25.000.000 δραχμών. Επίσης με την ίδια απόφαση επετράπη στον τότε αιτούντα να κατάσχει συντηρητικά κάθε περιουσία της τότε καθής, στα χέρια της ή στα χέρια τρίτων προς εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης του αιτούντος μέχρι του ποσού των 25.000.000 δραχμών. Η εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης στις 10-5-1995 βεβαιώνεται με το ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Φαρρών, στο οποίο παράλληλα σημειώνεται ότι δεν έχει τραπεί σε υποθήκη. Η απαίτηση του καθ' ου, για την οποία επετράπη η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, αφορούσε την παροχή από αυτόν δανειακής χρηματοδοτικής διευκολύνσεως 12.000.000 δραχμών στην συνεργαζόμενη με την αιτούσα ομόρρυθμη εταιρία "..." για αγορά βιομηχανοστασίου και μηχανολογικού εξοπλισμού, αποδείχθηκε όμως αβάσιμη η ως άνω αξίωση του καθ' ου εναντίον της αιτούσας, αφού η σχετική αγωγή του απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 350/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που επικυρώθηκε με την 672/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Κατά της τελευταίας αυτής εφετειακής αποφάσεως ο καθ' ου άσκησε τη από 10-7-2002 αίτηση αναιρέσεως, η οποία παραμένει εκκρεμής, μετά από διαδοχικές ματαιώσεις της συζήτησής της. Με την 1636/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών απορρίφθηκε, συναφούς περιεχομένου με την ένδικη, αίτηση ανακλήσεως της 647/1995 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι είχε ιστορική βάση την (μη πιθανολογηθείσα) εξόφληση της απαιτήσεως για την οποία είχε εγγραφεί η προσημείωση υποθήκης και επιπροσθέτως, επειδή ήταν εκκρεμής αίτηση αναιρέσεως για την κύρια υπόθεση. Κατά συνέπεια, εφόσον τελεσίδικως κρίθηκε ότι δεν είναι βάσιμη η απαίτηση για την οποία έχει εγγραφεί η προσημείωση, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση ως και ουσιαστικά βάσιμη και να διαταχθεί η ανάκληση της 647/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που έχει εκδοθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και διέταξε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο αναφερόμενο ακίνητο της αιτούσας για την εξασφάλιση απαιτήσεως του καθ' ου μέχρι του ποσού των 25.000.000 δραχμών, καθώς και συντηρητική κατάσχεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας ερήμην του καθ' ου. Δέχεται την αίτηση.
Ανακαλεί την 647/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που έχει εκδοθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Καταδικάζει τον καθ' ου στα δικαστικά έξοδα της αιτούσας από χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανάκληση αποφάσεως εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης από Α.Π. λόγω εκκρεμούς ενώπιόν του αιτήσεως αναιρέσεως για την κύρια υπόθεση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 688/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ) με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ψ ΕΠΕ και Σία" που εδρεύει στο ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Πετρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιουλίου 2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 638/2003 του ιδίου Δικαστηρίου, 3161/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5081/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου άρθρο 23 παρ. 1, 2 και 4 του Ν.Δ. 797/1971: "Το δικαστήριον κατά την κρίσιν αυτού και εις πάσαν στάσιν της δίκης περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, δύναται να υποχρεώση τον δικαιούχον αυτής εις παροχήν εγγυήσεως. Η εγγύησις σκοπόν έχει την προστασίαν των συμφερόντων του υπόχρεου προς καταβολήν της αποζημιώσεως, εις ην περίπτωσιν δια της τελεσιδίκου αποφάσεως, δι ης προσδιορίζεται οριστικώς η αποζημίωσις, ήθελεν ορισθή ποσόν έλλαττον εκείνου το οποίον ωρίσθη υπό της προσδιορισάσης προσωρινώς ταύτην αποφάσεως. Προ της παροχής της εγγυήσεως δεν δύναται ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, προσωρινώς προσδιορισθείσης, να αναλάβει ποσόν μείζον του 60% ταύτης". Από τις ανωτέρω διατάξεις και ιδίως από την σαφή γραμματική διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 23 του ΝΔ 797/71 δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι για την ανάληψη ολόκληρης της αποζημίωσης από το δικαιούχο απαιτείται έκδοση τελεσίδικης απόφασης καθορισμού της αποζημίωσης. Μέχρι δε της εκδόσεως της τελεσίδικης απόφασης αυτής η απαίτηση του δικαιούχου για την ανάληψη του 40% της προσωρινής αποζημίωσης που κατατέθηκε τελεί υπό αναβλητική αίρεση, για να μπορέσει μάλιστα ο δικαιούχος της αποζημίωσης να αναλάβει, για τον χρόνο μέχρι την έκδοση της αποφάσεως αυτής, το 40% της προσωρινής αποζημίωσης που κατατέθηκε (το υπόλοιπο 60% μπορεί να το αναλάβει ελεύθερα κατά το άρθρο 23 παρ. 4), πρέπει να κατατεθεί εγγύηση που ορίζεται από το δικαστήριο (αρθρ. 23 παρ. 3), ο αποκλειστικός σκοπός της οποίας είναι η προστασία των συμφερόντων του υπόχρεου της αποζημίωσης μέχρι την τελεσίδικη απόφαση για την περίπτωση που καθοριστεί με τελεσίδικη απόφαση αποζημίωση σε ποσό μικρότερο από εκείνο στο οποίο καθορίστηκε η προσωρινή αποζημίωση. Για να εισπράξει το υπόλοιπο 40% της προσωρινής αποζημίωσης ο δικαιούχος πρέπει, είτε να προσκομίσει τελεσίδικη απόφαση περί του οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης, είτε πρακτικό συμβιβασμού επίλυσης της διαφοράς μεταξύ αυτού και του υπόχρεου Ελληνικού Δημοσίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 209 του Α.Κ., " όταν πρόκειται για δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, τα στοιχεία που αφορούν τον τύπο και το πρόσωπο κρίνονται με βάση το χρόνο της σύναψης της δικαιοπραξίας? τα στοιχεία που αφορούν το αντικείμενο της δικαιοπραξίας κρίνονται με βάση το χρόνο της πλήρωσης της αίρεσης". Ως στοιχεία, που αφορούν το αντικείμενο της δικαιοπραξίας, νοούνται τα αναγόμενα στο δικαίωμα υπό αίρεση, όπως είναι το "νόμω" επιτρεπτό ή απηγορευμένο της σχετικής δικαιοπραξίας, το δυνατό ή αδύνατο, κατά τη φύση ή το νόμο, της παροχής, η ποιότητα και ιδιότητα αυτής, ως προς το εκχωρητό ή μη αυτής, ουδεμία δε ενοχή γεννάται εάν η παροχή, η οποία ήταν, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, δυνατή, έγινε μεταγενέστερα αδύνατη χωρίς να υπάρχει υπαιτιότητα του υπό αίρεση υπόχρεου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου (κατασχετηρίου). Με τη συντέλεση και των δύο ως άνω επιδόσεων της κατασχετήριας έκθεσης επέρχεται, εκτός των άλλων, ως έννομη συνέπεια της κατάσχεσης στα χέρια του τρίτου, η αναγκαστική και αυτόματη εκχώρηση της απαιτήσεως που έχει κατασχεθεί από το μέχρι τότε δικαιούχο της (καθού η εκτέλεση οφειλέτη) στον κατασχόντα δανειστή. Από το συνδυασμό όμως των διατάξεων των άρθρων 983 παρ. 3, 984, 988 παρ. 1 και 990 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο χώρο της πολιτικής δικονομίας την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση στον κατασχόντα της απαιτήσεως που κατασχέθηκε συνεπάγεται η εμπρόθεσμη υποβολή καταφατικής δηλώσεις από τον τρίτο και η πάροδος της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 προθεσμίας (Ολομ. ΑΠ 3/1993). Επί πλέον με το άρθρο 985 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνεται υποχρέωση του τρίτου, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, να προβεί, μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου, σε δήλωση, με το προβλεπόμενο περιεχόμενο. Στη δήλωση αυτή του τρίτου, μεταξύ άλλων, πρέπει να αναφέρεται αν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση. Σε καταφατική περίπτωση, πρέπει να αναφέρεται η δικαιογόνος σχέση, οι τυχόν ενστάσεις του τρίτου ή η ανταπαίτηση που έχει κατά του καθ' ου η εκτέλεση και να διευκρινίζεται εάν πρόκειται περί απαιτήσεως υπό αίρεση. Σε μια τέτοια περίπτωση, η δήλωση που υποβάλλει ο τρίτος και στην οποίαν αναφέρει ότι η απαίτηση είναι υπό αίρεση, πρέπει να θεωρηθεί ως καταφατική, παρότι δεν παρέχει αμέσως εκτελεστότητα, αφού αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει πριν πληρωθεί η αίρεση. Και τούτο, γιατί ο κατασχών δανειστής, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, μπορεί να την εκτελέσει αργότερα με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 915, 916 και 921 παρ. 4 ΚΠολΔ., δηλαδή από τη στιγμή που ο τρίτος καθίσταται οφειλέτης της απαιτήσεως, λόγω πληρώσεως του όρου της αιρέσεως. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ,Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος αφού δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "...Με το από 30-6-1986 κατασχετήριο κάτωθι αντιγράφου της 9821/1986 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) η καθής η ανακοπή επέβαλε στα χέρια του ανακόπτοντος (ΤΠ και Δ), ως τρίτου, συντηρητική κατάσχεση για δραχμές 8.000.000, τις οποίες δικαιούται να λάβει από τους οφειλέτες της Ζ και Ζ2 συζ. Ζ . Για την κατάσχεση αυτή το Τ.Π και Δ προέβη νομίμως και εμπροθέσμως στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στην 1171/24-7-1986 δήλωση τρίτου, στην οποία επί λέξει δήλωσε τα ακόλουθα: "Με την 6/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, οι Ζ και Ζ2 σύζυγος Ζ αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας αποζημίωσης ακινήτου κείμενου στην θέση ... που απαλλοτριώθηκε με την 2702/891/24-4-85 κοινή υπουργική απόφαση για αρχαιολογικούς σκοπούς. Σύμφωνα με την 6/1986 αναγνωριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι δεν υφίστανται βάρη κλπ, το Ταμείο απέδωσε στους ανωτέρω το 60 % της αποζημίωσης εκ δρχ. 38.100.462 (1/2 στον καθένα), το δε υπόλοιπο 40% εκ δρχ. 25.400.308 συνολικά παραμένει στο Ταμείο για να αποδοθεί μετά τον τελεσίδικο καθορισμό". Ακολούθως, επειδή και άλλοι δανειστές προέβησαν στην κατάσχεση της ίδιας απαίτησης των παραπάνω οφειλετών στα χέρια του Τ.Π και Δ, ως τρίτου, συντάχθηκε ο 13456/28-7-1995 πίνακας κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθαλίας Κασσελά - Καραγιάννη, που κατέταξε την καθής για όλο το κατασχεθέν ποσό των 8.000.000 δραχμών, μετά την αφαίρεση ποσού 72.000 δραχμών για έξοδα εκτελέσεως, ήτοι την κατέταξε για ποσό 7.928.000 δραχμών. Με την 16.427/21-12-2000 (μερική κατά την καθής) πράξη εξόφλησης της ως άνω συμβολαιογράφου, αυτή εισέπραξε από το ανακόπτον ΤΠ και Δ, ποσό δραχμών 4.121.033 και απέμεινε υπόλοιπο ποσό δραχμών 3.806.967 (7.928.000-4.121.033), το οποίο αρνείται το ανακόπτον να της καταβάλει με τον ισχυρισμό ότι μετά την επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης, με την 351/1986 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, από το ποσό της αποζημίωσης, που δικαιούντο οι οφειλέτες Ζ και Ζ2, μειώθηκε οριστικά το ποσό της προσωρινώς καθορισθείσας αποζημίωσης δραχμών 63.500.770, στο ποσό των δραχμών 42.293.495 και έτσι αφού τους αποδόθηκε το 60% του αρχικού ποσού (38.100.462 δρχ.), απομένει υπόλοιπο μόνο το ποσό των 4.193.033 δραχμών (42.293.495-38.100.462), το οποίο δικαιούται να λάβει η καθής, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος. Κατόπιν της ανωτέρω άρνησης του ανακόπτοντος, η καθής επέδωσε αντίγραφο από απόγραφο της 1171/24-7-86 δήλωσης τρίτου του Τ.Π και Δ στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την από ... επιταγή προς πληρωμή, η οποία κοινοποιήθηκε στο ανακόπτον με την ... έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και απαίτησε από το ανακόπτον να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 11.172,32 ευρώ (ή 3.806.967 δρχ.) συν τα έξοδα σύνταξης επιταγής, απογράφου και επιδόσεων. Κατά τον χρόνο της κατάσχεσης, το ποσό των 8.000.000 δραχμών δεν ήταν διαθέσιμο και δεν μπορούσε να μειωθεί, (άρθρο 984 παρ. 2 ΚΠολΔ.). Όπως κρίθηκε με την 7484/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την έφεση επί της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης ... της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθαλίας Καραγιάννη-Κασσελά, των οφειλετών Ζ και Ζ2 στρεφόμενη κατά της ως άνω συμβολαιογράφου, της ήδη καθής η ανακοπή εταιρείας Ψ και Σία, του Ελληνικού Δημοσίου και του Τ.Π και Δ, η ήδη καθής η ανακοπή είναι απευθείας δανείστρια του Τ.Π και Δ ύστερα από την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης της, με την 270/1990 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, για το σύνολο της κατασχεμένης απαίτησης (8.000.000 δρχ.) Ειδικότερα, η 7484/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δέχτηκε τα ακόλουθα : " Με την υπ' αριθμ. ... Διαταγή Πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στη δεύτερη των εφεσίβλητων - καθ' ων η ανακοπή εταιρεία, με την επωνυμία "Ψ ΚΑΙ ΣΙΑ" που εδρεύει στο ..., από δύο επιταγές εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "Ζ και ΣΙΑ ΟΕ", της οποίας τυγχάνουν ομόρρυθμα μέλη επί της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ..., για κεφάλαιο δραχμών 5.000.000, νομιμοτόκως από 4-1-1984, καθώς και για δικαστική δαπάνη δραχμών 112.000. Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής οι ανακόπτοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την από 9-2-1984 ανακοπή τους επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην τους η υπ' αριθμ. 423/1984 απόφαση η οποία την απέρριψε. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ανακόπτοντες άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης την από 25-6-1985 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε
η αριθμ. 270/1990 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία απέρριψε την έφεση. Έτσι η υπ' αριθμ. ... Διαταγή Πληρωμής έγινε τελεσίδικη και η εφεσίβλητη κοινοποίησε προς τους εκκαλούντες την από ... επιταγή προς πληρωμή, επιτάσσοντας αυτούς να καταβάλουν για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα το ποσό των δραχμών 13.300.600, το οποίο δεν κατέβαλαν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με επίσπευση της δεύτερης εφεσιβλήτου, εκπλειστηριάστηκε ακίνητο που ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης των εκκαλούντων, το οποίο βρίσκεται στην ..., λόγω δε του ότι το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών, συντάχθηκε ο υπ' αριθμ. 3545/3-11-1993 πίνακας κατάταξης της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Μαρίας Χατζάκη ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, στον οποίο ή επισπεύδουσα δεύτερη εφεσίβλητη είχε αναγγελθεί για την παραπάνω απαίτηση της, η οποία ανήλθε στο ποσό των δραχμών 18.925.200 και επί πλέον για τόκους στο ποσό των δραχμών 5.076.700 βάσει της ως άνω υπ' αριθμ. ... διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία τράπηκε σε υποθήκη για δραχμές 13.477.000, κατετάγη ... για το ποσό των δραχμών 10.268.316 μόνο, καθόσον εξαντλήθηκε το πλειστηρίασμα και έτσι απέμεινε υπόλοιπο οφειλής δραχμών (18.925.200 συν 5.056.700 ίσον 23.981.900 μείον 10.268.316) 13,713.584 πλέον τόκων. Μετά ταύτα η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 9821/16-6-1986 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), επέβαλε εις χείρας του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ως τρίτου, συντηρητική κατάσχεση ποσού δραχμών 8.000,000, εκ των απαιτήσεων των εκκαλούντων συνολικού ποσού δραχμών 25.408.308 που είχαν από παρακατάθεση αποζημιώσεως αυτών λόγω απαλλοτριώσεως ακινήτου τους για να εξασφαλισθεί η χρηματική απαίτηση αυτής (εφεσίβλητης) από την προαναφερθείσα υπ' αριθμό ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Σύμφωνα με την ...6 καταφατική δήλωση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά τον χρόνο αυτό υφίστατο εις χείρας του, το ως άνω ποσό των 8.000,000 δραχμών, για το οποίο επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση. Μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της ως άνω απαιτήσεως της δεύτερης των εφεσίβλητων η προαναφερθείσα συντηρητική κατάσχεση ετράπη αυτοδικαίως σε αναγκαστική (άρθρο 722 παρ. 1 ΚΠολΔ) και η τελευταία είναι απ' ευθείας δανειστής του παραπάνω Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων στα χέρια του οποίου επέβαλε την συντηρητική κατάσχεση. Με την υπ' αριθμ. 1866/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ορίσθηκε η συμβολαιογράφος Αθηνών Ευθαλία Καραγιάννη-Κασσελά για τη διανομή του ως άνω κατεσχημένου ποσού των δραχμών 8.000.000. Όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα ... η παραπάνω απαίτηση της δεύτερης των εφεσίβλητων τράπηκε σε υποθήκη για ποσό δραχμών 13.477.000. Η παραπάνω συμβολαιογράφος συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. ... πίνακα κατάταξης και αφού αφαίρεσε τα διάφορα έξοδα από δραχμές 72.000, κατέταξε τη δεύτερη των εφεσιβλήτων για το ποσό των δραχμών 7.925.000, εξαντληθέντος του διανεμητέου ποσού...." Συνεπώς η απόδοση του ποσού από το αντίδικο προς το Δημόσιο είναι ανίσχυρη έναντι της καθής η ανακοπή (εκκαλούσας) και παράνομη και κατά τούτο το ΤΠ και Δ (ανακόπτον -εφεσίβλητο) της οφείλει τα επιτασσόμενα ποσά με την από ... επιταγή της, κάτωθι απογράφου εκτελεστού της ανωτέρω καταφατικής δήλωσης, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 989 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με το άρθρο 904 παρ. 2 ζ' ΚπολΔ) αποτελεί τίτλο εκτελεστό. ...Κατά την παρ. 3 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, ο τρίτος αφότου του κοινοποιηθεί η κατάσχεση γίνεται μεσεγγυούχος. Είναι σαφές ότι ο τρίτος όχι μόνον ευθύνεται ως μεσεγγυούχος αλλά έχει και όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αυτού. Οφείλει δηλαδή, όπως εν προκειμένω να αποδώσει το πράγμα στο κατασχόντα όταν του ζητηθεί και δεσμεύεται να μη παραδώσει το πράγμα σε κανένα άλλο. Το άρθρο 984 παρ. 2 εδάφ. α' απαγορεύει στον τρίτο τη χρήση οποιουδήποτε τρόπου αποσβέσεως της οφειλής του. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, η ευθύνη του ανακόπτοντος συνίσταται στην απόδοση στην καθής η ανακοπή του χρηματικού ποσού, για το οποίο δεσμεύτηκε ότι υφίσταται στα χέρια του και το οποίο βάσει του νόμου είχε υποχρέωση να διαφυλάττει έως το πέρας της δικαστικής διαφοράς που αφορούσε την οφειλή των καθών η εκτέλεση. Οφείλει συνεπώς και εκ του ανωτέρω λόγου στην καθής η ανακοπή τα επιτασσόμενα με την από ... επιταγή της. Το ανακόπτον με την 1171/1986 δήλωση του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, συνομολόγησε ότι έχει στα χέρια του το κατασχεθέν ποσό, το οποίο δεν έχει ακόμη αποδώσει στους δικαιούχους οφειλέτες της καθής η ανακοπή. Το πότε χρονικά έπρεπε να αποδοθεί το ποσό αυτό, δεν ασκεί έννομη επιρροή. Τέτοιαεπιρροή έχει αν το ποσό αυτό βρισκόταν στα χέρια του κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, καθώς και κατά τον χρόνο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης εκείνουπου είχε επίβαλε τη συντηρητική κατάσχεση (άρθρο 722 παρ. 2 ΚΠολΔ), ήτοι όταν δημοσιεύθηκε η 270/1990 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, γιατί τότε εκείνος που έχειεπιβάλει τη συντηρητική κατάσχεση γίνεται δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης. Όπως αναφέρεται από το προσαγόμενο από το εφεσίβλητο Φ. 13/12046/267/1993 έγγραφο της Υφυπουργού Πολιτισμού προς αυτό (Τ .Π και Δ), που περιήλθε σ' αυτό την 17-3-1993 "ύστερα από την 351/1986 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος του, απαλλοτριωθέντος ακινήτου στη θέση ..., πρώην ιδιοκτησίας Ζ και Ζ2, διαβιβάζει νέα ανάλυση δαπάνης συνολικής αποζημίωσης 42.293.495 δραχμών. Το υπόλοιπο ποσό των 21.207.275 που έχει κατατεθεί στο Τ.Π. και Δ. με το υπ1 αριθμ. Ν 788579 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης να επιστραφεί στο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων (αριθμ. λογαριασμού ... της Τραπέζης Ελλάδος). Εφιστά την προσοχή του Τ.Π. και Δ. στο αριθμ. ... έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού, με το οποίο διαβιβάζει στο Τ.Π. και Δ. εξώδικη δήλωση της Εταιρείας "Ψ και ΣΙΑ" ότι έχει εγγράψει προσημείωση στο απαλλοτριωθέν ακίνητο". Επομένως, από το έγγραφο αυτό, αποδεικνύεται ότι τα εις χείρας του ανακόπτοντος κατασχεθέντα χρήματα επιστράφηκαν κατ' εντολή της Υφυπουργού Πολιτισμού στο Ελληνικό Δημόσιο μετά την 17-9-1993, δηλαδή μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της ως άνω απαιτήσεως της καθής η ανακοπή, (με την 270/1990 απόφαση του Εφετείου Κρήτης) και την αυτοδίκαιη τροπή σε αναγκαστική της συντηρητικής κατάσχεσης, μέχρι του ποσού των 8.000.000 δραχμών και η καθής ανακοπή κατέστη απευθείας δανείστρια του Τ. Π και Δ στα χέρια του οποίου είχε επιβάλει την συντηρητική κατάσχεση, με την από το νόμο (άρθρο 984 παρ. 2 ΚΠολΔ ) ;απαγόρευση και μη παράγουσα έννομες συνέπειες για την κατασχούσα, της εξόφλησης από το τρίτο (Τ. Π και Δ) της κατασχεμένης απαίτησης ή της διάθεσης σε τρίτους του κατεσχημένου και συνεπώς το ποσό αυτό απαγορευόταν κατά νόμο να επιστραφεί στο Δημόσιο και να απαλλαγεί το ανακόπτον από την υποχρέωση του να αποδώσει στην καθής η ανακοπή το κατασχεθέν ποσό, στο σύνολο του, σύμφωνα και με τον συνταγέντα 13456/28-7-1995 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθαλίας Καραγιάννη - Κασσελά, που επικυρώθηκε τελεσιδίκως με την εκτενώς προαναφερθείσα 7484/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των λόγων εφέσεως, εσφαλμένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεχόμενο την ανακοπή και ακυρώνοντας την από ... επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου πρώτου απογράφου εκτελεστού της 1171/24-7-1986 δήλωσης του ανακόπτοντος ως τρίτου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ενώ έπρεπε να απορρίψει την ανακοπή". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2,3,4 του ν.δ. 797/1971 202, 209 του ΑΚ και 984 του Κ.Πολ.Δ., τις οποίες εσφαλμένως εφάρμοσε (τη δε τελευταία επί πλέον εσφαλμένως ερμήνευσε), με το να δεχθεί ότι η τελούσα υπό αναβλητική αίρεση σε ποσοστό 40% και κατασχεθείσα από τον αναιρεσίβλητο, στα χέρια του αναιρεσείοντος Τ.Π. κ' Δανείων, ως τρίτου, απαίτηση των οφειλετών του αναιρεσιβλήτου Ζ και Ζ2 κατά του Ελληνικού Δημοσίου από υποχρέωση αποζημίωσής τους για απαλλοτριωθέν ακίνητό τους, ήτοι υπό την αίρεση οριστικοποίησης του ποσού της οφειλής του Δημοσίου και εντεύθεν και του αναιρεσείοντος μετά τον καθορισμό τελεσιδίκως της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης (η οποία αποζημίωση είχε προσωρινώς ορισθεί, όταν έγινε η συντηρητική κατάσχεση), μετέβαλε το χαρακτήρα της και από απαίτηση υπό αναβλητική αίρεση κατέστη απαίτηση χωρίς αίρεση με μόνη τη γενόμενη κατάσχεση σε συνδυασμό με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης κατά των ως άνω οφειλετών της (Ζ και Ζ2) δικαιούχων της κατασχεθείσης απαιτήσεως και έτσι κατέστη η αναιρεσίβλητη (κατά το Εφετείο) απ' ευθείας δανείστρια του αναιρεσείοντος Τ.Π. και Δανείων για όλο το κατασχεθέν ποσό των δρχ. 8.000.000 και όχι όπως η απαίτηση διαμορφώθηκε με την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε, δηλαδή την έκδοση της απόφασης περί τελεσιδίκου (οριστικού) καθορισμού της αποζημίωσης με την 351/1986 απόφαση του Εφετείου Κρήτης (που προηγήθηκε, μάλιστα, της 270/1990 του ίδιου Εφετείου). Σαφώς, επομένως, το Εφετείο προσέδωσε στη διάταξη του άρθρου 984 Κ.Πολ.Δ., όσον αφορά τις έννομες συνέπειες της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, μη αρμόζουσα (και ευρύτερη από την πραγματική) έννοια. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, εφόσον η δήλωση του αναιρεσείοντος, μετά τη γενόμενη στα χέρια του, ως τρίτου, συντηρητική κατάσχεση ποσού 8.000.000 δραχμών το οποίο εδικαιούντο οι οφειλέτες της αναιρεσίβλητης Ζ και Ζ2 ως προσωρινή αποζημίωση απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, περιλάμβανε την ύπαρξη αναβλητικής αιρέσεως ως προς το 40% της κατασχεθείσας απαιτήσεως, (δραχμές 25.400.308) ως μέρος της συνολικής αποζημιώσεως (για την οποία είχαν επιβληθεί και άλλες παράλληλες κατασχέσεις), μέχρι τον τελεσίδικο προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, δεν συνιστούσε μια τέτοια δήλωση (όπως αντιθέτως δέχεται το Εφετείο) ομολογία του αναιρεσείοντος ότι είχε στα χέρια του το κατασχεθέν ποσό διαθέσιμο κατά το πέραν του 60% ποσοστό για τους κατασχόντες τούτο δανειστές (όπως η αναιρεσίβλητη) των δικαιούχων της αποζημιώσεως, ούτε ατονούσε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος, ως μεσεγγυούχου, να επιστρέψει κατά το υπερβάλλον την προσωρινώς προσδιορισθείσα και προκαταβληθείσα αποζημίωση στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε καθίστατο το αναιρεσείον οφειλέτης της αναιρεσίβλητης για μεγαλύτερο χρηματικό ποσό από εκείνο που προέκυπτε μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, όπως εκτιμάται και συμπληρώνεται από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλου δικαστές (άρθρο 580 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (Κ.Πολ.Δ. 176 και 183), μειωμένη όμως κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 63 παρ. 1 του ν. 2214/1994.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5081/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατάσχεση στα χέρια του Τ.Π. & Δανείων απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που είχε μόνον προσωρινώς προσδιορισθεί και για το πέραν του 60% ποσοστό τελούσε υπό αναβλητική αίρεση οριστικού προσδιορισμού τελεσιδίκως, με τον οποίο όμως ορίσθηκε μικρότερο ποσό αποζημίωσης. Δεν ευθύνεται το Τ.Π & Δανείων για το σύνολο της προσωρινής αποζημίωσης, εάν το υπερβάλλον απέδωσε στο υπόχρεο αποζημιώσεως. Εσφαλμένη ερμηνεία 984 ΚΠολΔ όσον αφορά τις έννομες συνέπειες της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου απαιτήσεως υπό αναβλητική αίρεση και εσφαλμένη εφαρμογή αρ. 23 παρ. 2, 3, 4 ν.δ 797/1971 και 201, 209 ΑΚ. Αναιρεί απόφαση Εφετείου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 686/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαδόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Ασημακόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Απριλίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39183/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1558/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005) .Με το πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ενόψει του ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η ίδια ουδέποτε νεμήθηκε ή χρησιμοποίησε το επίδικο διαμέρισμα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον υπό την επίφαση της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας που όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/1995). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία. Δεν υπάρχει επίσης παράβαση της πιο πάνω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π.478/2009). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, περί του ότι η αναιρεσείουσα χρησιμοποιούσε ως κατοικία το εις την αγωγή αναφερόμενο διαμέρισμα, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, απλώς συνεκτίμησε και τα έγγραφα ( από 24-9-2001 έφεση της και την 5859/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από 18-9-2002 προτάσεις αυτής στο Εφετείο Θεσσαλονίκης επί της με αριθ. 441/3-2-2004 κλήσης ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου και από 14-10- 2004 προτάσεις ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και την με αριθ. 5773/29-12-2003 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ) και δεν προσέδωσε σ'αυτά πλήρη αποδεικτική δύναμη για το εν λόγω ουσιώδες ζήτημα. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος. Ειδικότερα ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει. Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, η ευθύνη του νομέα για την απόδοση των καρπών του πράγματος ισχύει όχι μόνο όταν ενάγεται με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή. Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος ( άρθρο 962 Α.Κ.). Επομένως ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα. Εξετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) Ολ. ΑΠ 1/1999. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκείμενη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Με το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίου Ψωμά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών τον Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ..., ο ενάγων κατέστη κύριος και νομέας ενός διαμερίσματος εμβαδού 124 τμ, που βρίσκεται στον πέμπτο όροφο της κείμενης στην ... επί της διασταυρώσεως των οδών ... πολυώροφης οικοδομής και αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο και αποχωρητήριο. Το διαμέρισμα αυτό περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος κατά τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, κατά την διάρκεια του γάμου του με την εναγομένη, που τελέσθηκε στην ... στις 19/1/1969 και χρησιμοποιούσαν οι διάδικοι ως οικογενειακή στέγη αυτών και των δύο τέκνων τους. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε οριστικά κατά μήνα Μάϊο του έτους 1992, οπότε ο ενάγων αποχώρησε από την συζυγική οικία και έκτοτε σ' αυτήν διέμεναν η εναγομένη και τα δύο τέκνα τους. Η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης ολόκληρου του ως άνω διαμερίσματος από τον κύριο αυτού ενάγοντα, στην εναγομένη για να χρησιμεύσει ως κυρία κατοικία αυτής και των τεκνών τους , έγινε κατόπιν σχετικής συμφωνίας των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1393 ΑΚ. Μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οι σχέσεις των διαδίκων οξύνθηκαν. Ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης την αριθμ. εκθ. καταθέσεως ... αγωγή του, με την οποία ζήτησε, να αναγνωρισθεί η κυριότητα του στο ανωτέρω διαμέρισμα και να υποχρεωθεί η εναγομένη στην απόδοση του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η αριθ. 5859/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) με την οποία έγινε δεκτή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη στην απόδοση του διαμερίσματος. Μετά την άσκηση έφεσης κατ' αυτής από μέρους της εναγομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2995/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκε η άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση, ότι αυτή είχε δικαίωμα, να κατέχει το επίδικο διαμέρισμα (αρθρ. 1095 ΑΚ), δυνάμει της προαναφερομένης συμφωνίας, περί ρύθμισης της χρήσης της οικογενειακής στέγης (ΑΚ 1393), εφόσον ο γάμος των διαδίκων δεν είχε ακόμη λυθεί αμετάκλητα. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε αμετάκλητα με την αριθ. 629/20-4-1999 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από τότε έπαυσε να ισχύει η συμφωνία αυτή περί ρύθμισης της χρήσης της οικογενειακής στέγης οπότε η εναγομένη γνώριζε ότι δεν δικαιούται σε νομή του επιδίκου διαμερίσματος. Παρά ταύτα, αυτή, ενεργώντας ατομικά, εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το διαμέρισμα ως κατοικία, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς κανένα πλέον δικαίωμα, εναντίον της βούλησης του ενάγοντος. Επομένως, ενέχεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, στην απόδοση των ωφελημάτων, τα οποία συνίστανται, στη δαπάνη που εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν μίσθωνε άλλο παρόμοιο με τοεπίδικο διαμέρισμα για να το χρησιμοποιήσειως κατοικία της, ανεξάρτητα από το ότι δεν έχειασκηθεί διεκδικητική της κυριότητας αγωγή απόμέρους του ενάγοντος κυρίου. Το ότι όντως ηεναγομένη χρησιμοποίησε το άνω διαμέρισμα ως κατοικίατης, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αποδεικνύεταιαπό το γεγονός, ότι η ίδια σε σειρά δικογράφων πουαπηύθυνε σε δικαστικές αρχές, δήλωνε ως κατοικία τηςτο εν λόγω διαμέρισμα και δη: Στην από 24/9/2001 έφεση της κατά της αριθ. 5859/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στις από 18/9/2002 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στηναριθ. έκθ. κατάθεσης ... κλήση τηςενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις από 14-10-2004 προτάσεις της ενώπιον τουΕφετείου Θεσσαλονίκης. Επίσης, όπως αποδεικνύεται από την αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, η ίδια η εναγομένη παρέλαβε στην επίδικη οικία , στις ..., αντίγραφο έκθεσης εισήγησης της Ειρηνοδίκη Κομοτηνής. Γι' αυτό και η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Ζ, κατά την οποία, η εναγόμενη αποχώρησε από το επίδικο διαμέρισμα κατά τον μήνα Απρίλιο 1997 και οι ένορκες βεβαιώσεις των ... και ..., κατά τις οποίες η εναγόμενη από τον μήνα Μάϊο 2002 αποχώρησε από το εν λόγω διαμέρισμα, δεν κρίνονται πειστικές. Αποδείχθηκε ακόμη, ότι από την προεκτεθείσα χρήση η εναγομένη εξοικονόμησε τη σχετική δαπάνη, στην οποία ασφαλώς και θα υποβαλλόταν αυτή από την μίσθωση όμοιου διαμερίσματος, για την ικανοποίηση των στεγαστικών της αναγκών. Η μισθωτική αξία του επιδίκου, ενόψει της παλαιότητας του (κατασκευάστηκε πριν από τριάντα τουλάχιστον χρόνια) του εμβαδού και της θέσης του, ανερχόταν, για το χρονικό διάστημα 1/12/2001 έως 30/11/2003, σε 450 ευρώ τον μήνα και από 1/12/2003 έως 30/4/2005 σε 495 ευρώ τον μήνα.
Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται ως ωφελήματα, το ποσό των (450 ευρώ, χ 24 μήνες + 495 ευρώ χ 17 μήνες=) 19.215 ευρώ. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης- αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και είχε υποχρεώσει αυτή να καταβάλλει στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το ποσό των 19.215 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από της επίδοσης της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα με τις ανωτέρω παραδοχές ότι η εναγομένη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-12-2001 έως 30-4-2005 ενεργώντας ατομικά χρησιμοποίησε το επίδικο διαμέρισμα ως κατοικία, εν γνώσει της, ήδη από το έτος 1999, ότι δεν είχε σχετικώς κανένα δικαίωμα νομής ή κατοχής και εναντίον της βούλησης του ενάγοντος και ότι κατά το χρόνο αυτό εξοικονόμησε τη σχετική δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν από τη μίσθωση όμοιου διαμερίσματος για την κάλυψη των στεγαστικών της αναγκών, καθώς και ότι η μισθωτική αξία του επιδίκου ανερχόταν κατά το από 1-12-2001έως 30-11-2003 χρονικό διάστημα σε 450 ευρώ τον κάθε μήνα και από 1-12-2003 έως 30-4-2005 σε 495 ευρώ τον κάθε μήνα, καταφάσκεται η ευθύνη αυτής για την καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 19.215 ευρώ με βάση τις ανωτέρω διατάξεις που εφαρμόστηκαν.
Συνεπώς οι, τρίτος ,τέταρτος ,πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το λοιπό μέρος τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιανουαρίου 2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 1558/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Δικαίωμα αποζημίωσης από δικαιοπραξία έχει και ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Εσφαλμένη εφαρμογή άρθρου 79 ν. 5960/1932, 914, 297, 298 ΑΚ. Αναιρεί απόφαση Εφετείου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 672/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , περί αναιρέσεως της 5219/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενη την Χ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Με πολιτικώς ενάγωντα τον Ψ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 29/20 Μαϊου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 766/09.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ.505 παρ.2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιοσδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρ. 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στα ειδικό βιβλίο του άρ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, καταδικαστικής ή αθωωτικής ή εκείνης που παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη, για όλους τους λόγους του άρ. 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπέρβαση εξουσίας (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠΔ). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν οπό την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφήρμοσε, υπέρβαση δε εξουσίας συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 20 Μαϊου 2009 ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου αίτησή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 29/2009 έκθεση αναιρέσεως, δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ.505 παρ.2 ΚΠΔ κατά της με αριθμ.5219/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την κηρύχθηκε απαράδεκτη η κατά της Χ, ποινική δίωξη για την παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 λόγω του ότι η έγκληση κατ'αυτής υποβλήθηκε πέρα του τριμήνου του άρθρου 117 ΠΚ.
Η αίτηση αναίρεσης γίνεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 505 παρ.2 ΚΠΔ εμπρόθεσμα διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στις 30-4-2009 και η άσκηση της αναίρεσης γίνεται την 20 Μαϊου 2009 και νομότυπα αφού γίνεται με δήλωση στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου και για τους προβλεπόμενους λόγους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 Δ και Ε. ΚΠΔ για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικού ποινικού νόμου. Πρέπει δε να εξετασθεί και κατ'ουσίαν. Κατ'άρθρον μεν 4 παρ.1 α του Ν.2408/4-6-1996 ή ποινική δίωξη για την ποινικώς κολάσιμη αδικοπραγία, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 79 παρ.1 του όπως ισχύει Ν.5960/1933 ήτοι της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστού της επιταγής που δεν πληρώθηκε, κατ'άρθρον δε 117 παρ.1 ΠΚ "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της εγκλήσεως είναι ανεξάρτητη από την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή των εγκλημάτων και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 εδ. β'ΑΚ και 145 παρ.2 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και εν προκειμένω, ένεκα της ενότητος της εννόμου τάξεως, λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός, που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, δηλαδή με την ημέρα κατά την οποίαν ο δικαιούμενος σε υποβολή εγκλήσεως έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμετόχους. Ούτως εκ του συνδυασμού των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι επί του εγκλήματος της ακάλυπτης επιταγής η τρίμηνη προθεσμία της εγκλήσεως για την άσκηση της ποινικής διώξεως εναντίον του υπαιτίου, αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποίαν ο κομιστής της εν λόγω επιταγής, γνωρίζων τον εκδότη της, ο οποίος προκύπτει από το κείμενο του τίτλου, έλαβε γνώση της ελλείψεως αντικρύσματος προς πληρωμήν της και τούτο συμβαίνει όταν, εμφανίσας εμπροθέσμως την επιταγή προς πληρωμήν, η τελευταία δεν πληρώνεται. Εξ άλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚποινΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο ήσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Τοιαύτη δικαιοδοσία ασκεί το δικαστήριο και όταν καταδικάζει για έγκλημα για το οποίο δεν υπεβλήθη η απαιτούμενη έγκληση εμπροθέσμως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως του ως εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης, Χ, το εν λόγω δικαστήριο, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της αποφάσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ.1 του ν.5960/1933 (όπως αντικαταστάθηκε με το υ.δ.1325/1972) ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επι πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 10.000 δρχ." με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 εδ.α'του ν.2408/1996 προστέθηκε στο παραπάνω άρθρο παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.
Εν προκειμένω, η επίδικη επιταγή υπ'αρ.... ποσού 6.640 ευρώ εξεδόθη στις 31-8-2003 από την κατηγορουμένη Χ με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της υπό εκκαθάριση κατά τον ανωτέρω χρόνο εταιρείας με την επωνυμία "ΑΠΚΟ ΤΟΥΡΣ ΕΠΕ". Της επιταγής αυτής κατέστη κομιστής ο πολιτικώς ενάγων Ψ, ο οποίος την εμφάνισε προς πληρωμή, όμως η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων γεγονός που σημειώθηκε στο σώμα της επιταγής στις 5-9-2003 απ'την πληρώτρια ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. Όμως ο χρόνος έκδοσης της επιταγής (31-8-2003) κατά τον οποίο δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ήταν ο χρόνος κατά τον οποίο αντικειμενικά στοιχειοθετείται η παράβαση του αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και από το χρονικό αυτό σημείο και μέχρι την υποβολή της εγκλήσεως που έλαβε χώρα στις 4-12-2003 παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των τριών μηνών που ορίζει η διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ και για το λόγο αυτό πρέπει η έγκληση να κριθεί εμπρόθεσμη και συνακόλουθα απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω της εκπροθέσμου εγκλήσεως" Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δικαστήριο της ουσίας θεώρησε εμπρόθεσμη την έγκληση και κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά της παραπάνω κατηγορουμένης, υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας, ως προς το γεγονός της γνώσης του δικαιούχου για την έλλειψη των διαθεσίμων κεφαλαίων. Ειδικότερα δε, στην προκείμενη περίπτωση από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη κήρυξε την κατά της Χ ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, αρθρ.79 παρ.1 ν.5960/1933 αφού δέχθηκε πρώτα ότι η κατηγορουμένη την 31-8-2003 εξέδωκε την με αριθμ.... τραπεζική επιταγή η οποία συρόταν στον με αριθμ.... λογαριασμό της που τηρούσε στην Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδας για ποσό 6.640 ευρώ και η οποία εμφανισθείσα την 5-9-2003 στην πληρώτρια τράπεζα παρέμεινε απλήρωτη ελλείψη διαθεσίμων κεφαλαίων όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση-βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας, απαράδεκτη λόγω του ότι η κατά της παραπάνω έγκληση υποβλήθηκε την 4-12-2003 ήτοι μετά την πάροδο τριμήνου από την έκδοση της επιταγής. Με την αιτιολογία αυτή στην οποία δεν αναφέρεται και δεν αιτιολογείται καθόλου το γεγονός της γνώσης του δικαιούχου για την έλλειψη των διαθεσίμων κεφαλαίων το οποίο έλαβε χώρα την 5-9-2003 ημέρα από την οποία αρχίζει η τρίμηνη προθεσμία της έγκλησης, και εκ του ότι υπελόγισε εσφαλμένα τον χρόνο του τριμήνου της υποβολής της έγκλησης το οποίο έπρεπε να το υπολογίσει από την επομένη της εμφάνισης της επιταγής ήτοι την 5-9-2003 και όχι από του χρόνου έκδοσης της επιταγής την 31-8-2003 όπως εσφαλμένα υπελόγισε η προσβαλλόμενη κατέστησε εαυτήν αναιρετέα για τους λόγους που αναφέρονται παραπάνω και για τους λόγους αυτούς πρέπει ν'αναιρεθεί.
Κατόπιν αυτών, αφού αναιρείται η απόφαση, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5219/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Το τρίμηνο αρχίζει από τότε που εμφανίστηκε η επιταγή και έλαβε γνώση ο παθών (κομιστής) της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων από τον εκδότη της επιταγής και του προσώπου του εκδότη και όχι από το χρόνο εκδόσεως της επιταγής. Αίτηση αναιρέσεως από εισαγγελέα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεκτή αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
|
Τραπεζική επιταγή
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 0
|
Αριθμός 671/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1998/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ2, 2. Χ3 και 3. Χ1, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Βογιατζάκη.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ... και 2. Ψ1, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Φούσα και Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 28/20.5.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 758/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 505 παρ. 2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρ. 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του αρ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, καταδικαστική ή αθωωτικής ή εκείνης που παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη, για όλους τους λόγους του αρ. 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπέρβαση εξουσίας (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠΔ). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφήρμοσε, υπέρβαση δε εξουσίας συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν, οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρ. 474, 476 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει καταρχήν να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκείμενου για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 486 παρ. 3, που προστέθηκε με το άρ. 2 παρ. 19β του Ν. 2408/1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (αρθ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της έφεσης που ασκείται από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης. δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, αφού δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητας του εν λόγω κατηγορουμένου. Αν η έφεση δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από το αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσής. Σε αντίθετη δε περίπτωση, όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη για έλλειψη αιτιολογίας χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, δεν υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (Ολ. Απ. 9/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, όπως προκύπτει από την εκληθείσα υπ' αριθμ. 25536/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και τα πρακτικά αυτής, οι σε αυτή κατηγορούμενοι, Χ1, Χ3 και Χ2, κηρύχθηκαν αθώοι της αποδιδόμενης σ' ατούς αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, που φέρεται ότι τελέστηκε στη ..., στις ..., όσον αφορά την πρώτη κατηγορουμένη και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή, κατά συναυτουργία, όσον αφορά τους λοιπούς κατηγορουμένους. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 2.192/23-12-2008 έκθεση εφέσεως εδήλωσε ότι ασκεί έφεση κατά της αριθμ. 25536/16-12-2008 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ3 και Χ2 για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία, ενώ θα έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι. Συγκεκριμένα δε, δήλωσε ότι έπρεπε το Δικαστήριο, κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων να κηρύξει ενόχους τους κατηγορουμένους, δοθέντος ότι από τις καταθέσεις των μαρτυριών (ιδίως ..., ο οποίος εκλήθη με απόφαση του Δικαστηρίου να καταθέσει και ανέφερε ότι ουδεμία σχέση είχαν οι εγκαλούντες πολιτικώς ενάγοντες με την επίδικη παραγγελία και ..., ο οποίος κατέθεσε ότι ουδέποτε εχορήγησε προσωπική επιταγή στον Ψ1 - εγκαλούντα - για δήθεν συναλλαγή με την εταιρία EUROPLAN ΕΠΕ, αλλά και κατάθεση ...) και τα έγγραφα (ιδίως η από ....βεβαίωση της Ποτοποιίας Θράκης, κατά την οποία η παραγγελία είχε δοθεί από την εταιρία EUROPLAN ΕΠΕ και ότι οι φορτώσεις εγένοντο κατόπιν εντολής της άνω εταιρίας, αλλά και το διαβατήριο του Ψ1 εκ του οποίου προέκυπτε σαφώς ότι κατά την ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως ευρίσκετο στην Ρωσία, και όχι στην Θεσσαλονίκη, η δε συμφωνία κατά τα συναλλακτικά ήθη, λόγω του μεγέθους αυτής, δεν θα ήταν δυνατόν να ολοκληρωθεί τηλεφωνικώς ή δι' αποστολής ΦΑΞ, άνευ σχετικών εγγυήσεων της εταιρίας EUROPLAN ΕΠΕ), συνάγεται ότι η πρώτη κατηγορουμένη άριστα εγνώριζε ότι κατέθετε ψευδή τόσο στο πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, (του οποίου η απόφαση αναίρεση με την υπ' αριθ. 1842/2006 απόφαση Αρείου Πάγου και ανεπέμφθη προς επανεκδίκαση στο Εφετείο), οι δε λοιποί κατηγορούμενοι δια της πειθούς και της εν γένει ιεραρχικής εξαρτήσεως και υπαλληλικής σχέσεως κατέπεισαν αυτήν να καταθέσει τα ψευδή, όπως διαλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Το τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του με αριθμό 1998/2009, απέρριψε την έφεση αυτή ως απαράδεκτη, γιατί "δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο Εισαγγελέας στη συνταγείσα έκθεση δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι της ως άνω πράξεως. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων των ως άνω αξιοποίνων πράξεων μόνη δε, η παράθεση στην εν λόγω έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει η ενοχή των κατηγορουμένων και εντεύθεν η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν αρκεί, κατά νόμο, για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, αφού δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία σημειωτέο, δεν εξηγεί για ποιο λόγο είναι περισσότερο αξιόπιστα από τα επικαλούμενα στην εκκαλουμένη αθωωτική απόφαση, την εξενεχθείσα από το ως άνω Δικαστήριο κρίση του περί της αθωώτητας των εν λόγω κατηγορουμένων. Επομένως, η υπό κρίση έφεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αθωωτικής ως άνω απόφασης, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 486 παρ. 3 Κ.Π.Δ. και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, δεκτού καθισταμένου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού των κατηγορουμένων, ως ουσία βάσιμου", όπως ακριβώς στο σκεπτικό της διαλαμβάνει. Σύμφωνα με αυτό σωστά το Εφετείο εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 486 παρ 3 ΚΠΔ, για να καταλήξει σε ορθή κρίση, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, η οποία δεν ασκήθηκε όπως απαιτούν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2 και 498 εδ. α' ΚΠΔ. Συνακόλουθα δεν έχει υποπέσει η προσβαλλομένη απόφαση σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναίρεσης, οι δε αντίθετες αιτιάσεις της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Μετά ταύτα η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαΐου 2009 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1998/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως αθωωτικής κατόπιν εφέσεως του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής πρωτόδικης απόφασης. Λόγος της αιτήσεως για υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 673/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο,Εισηγητή Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, και Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δήμο, περί αναιρέσεως της 24/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 958/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 20 του Ν. 3459/2006, που κωδικοποίησε την όλη νομοθεσία τη σχετική με τα ναρκωτικά, ορίζεται ότι : Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10 ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος... ζ) κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. "Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά. Μεταφορά, αντιδιαστελλόμενη προς τη "διαμετακόμιση", πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από έναν τόπο σε άλλο με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, ξένο ή ιδιόκτητο, δηλ. μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών είναι ή μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μετακίνησή τους, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνο, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 24/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ΕΥΡΩ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : "Ο. κατηγορούμενος την 7.3.200/ και περί ώρα 15.30', χωρίς να είναι τοξικομανής, συνελήφθη στο 18ο χιλ. της Ε.Ο. ... να κατέχει και να μεταφέρει με το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ι. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος, 60 κιλά και 85 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συσκευασμένη σε 60 νάιλον συσκευασίες (μπαστούνια), την οποία προόρισε για εμπορία. Ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι μετέφερε τι: παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτές δεν ήταν δικές του αλλά άλλου ομοεθνή του και ότι το έκανε για να αποπληρώσει το χρέος των 2.000€, που του όφειλε και ότι διέπραξε τις πράξεις της απλής συνέργειας σε κατοχή και μεταφορά τvν ναρκωτικών ουσιών. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις παραπάνω πράξεις ως αυτουργός, αφού αυτός είχε τη φυσική εξουσίαση της ινδικής κάνναβης και μπορούσε να διαθέτει αυτή ελευθερίας, ενώ εξάλλου μετέφερε αυτή με το προπεριγραφόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εξαναγκάστηκε να τελέσει τις παραπάνω πράξεις γιατί δεν είχε χρήματα να εξοφλήσει το χρέος του των 2.000€ σε άλλον ομοεθνή του από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώνεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε ο μάρτυρας υπεράσπισης δεν κατέθεσε κάτι σχετικό με τον ισχυρισμό του αυτό. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων είχε συμπληρώσει το 18° όχι όμως και το 21° έτος της ηλικίας του. (βλ. ιδία το από 6.1.2009 πιστοποιητικό γέννηση: του Ληξιαρχείου της Κοινότητας ... και αντίγραφο του διαβατηρίου του κατηγορουμένου). Επόμενος πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 133 ΠΚ και να του επιβληθεί ελαττωμένη ποινή, σύμφωνα με το αρθρ. 83 Π.Κ., όπως στο διατακτικό ειδικότερα ορίζεται. Τα αιτήματα του κατηγορουμένου γι' αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και δ του Π.Κ. πρέπει ν' απορριφθούν, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων δεν έζησε έντιμη ατομική κ.λπ. ζωή, αφού η ενασχόληση του με τα ναρκωτικά και μάλιστα με την κατοχή και μεταφορά μιας τόσο μεγάλη: ποσότητας ινδικής κάνναβης, προϋποθέτει γνώση των ανθρώπων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών και συνάφεια μ' αυτούς που αναιρεί το στοιχείο του προτέρου εντίμου βίου. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, αφού δεν αποδείχθηκε ότι προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, μη αρκούσης της ομολογίας του και της έκφρασης συγνώμης στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κήρυξε ένοχο και ειδικότερα, του ότι: "στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: στο 18ο χιλ. της Ε.Ο. ..., στις 7-3-2007 και περί ώρα 15.30' περίπου: Α) Κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη την απαγορευμένη από το νόμο ναρκωτική ουσία, και συγκεκριμένα κατείχε στο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας VOLKSWAGEN GOLF, χρώματος γκρι, ιδιοκτησίας ..., που οδηγούσε ο ίδιος, ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους εξήντα (60) κιλών και ογδόντα πέντε (85) γραμμαρίων συσκευασμένη σε εξήντα (60) νάιλον συσκευασίες (μπαστούνια). Β) Μετέφερε απαγορευμένη από το νόμο ναρκωτική ουσία με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα μετέφερε στο ... IXΕ αυτοκίνητο, μάρκας VOLKSWAGEN GOLF, χρώματος γκρι. ιδιοκτησίας ..., που οδηγούσε ο ίδιος στο έδαφος της επικράτειας και ειδικότερα από το ... προς την ... ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους εξήντα (60) κιλών και ογδόντα πέντε (85) γραμμαρίων συσκευασμένη σε εξήντα (60) νάιλον συσκευασίες (μπαστούνια). Τέλεσε δε τις ανωτέρω πράξεις χωρίς να είναι τοξικομανής. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων είχε συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας του". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο, αφού είχε δεχθεί ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων είχε συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και 21ο έτος της ηλικίας του, επέβαλε σε αυτόν ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ΕΥΡΩ.- Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 133 του ΠΚ, 1 παρ. 1, 2 η Α6, 20 παρ. 1ζ', 37 και 38 Ν. 3.459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ... και υπερασπίσεως .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση, διότι δεν υπάρχει στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι ήταν κάτοχος των ναρκωτικών ουσιών, επικουρικά δε να θεωρηθεί η πράξη του ενδεχομένως ως απλή συνέργεια στην κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Ούτε επίσης στη μεταφορά αυτών υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν ήταν αυτός κάτοχος των ουσιών αυτών, αφού κάτοχος των ναρκωτικών ήταν κάποιος άλλος ..., που τον εξανάγκασε να μεταφέρει τα συγκεκριμένα ναρκωτικά, σε εξόφληση οφειλής του προς αυτόν ποσού 2.000 ΕΥΡΩ. Για τα περιστατικά αυτά (κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών) κατά την εκτεθείσα στην αρχή έννοιά τους, με κάθε λεπτομέρεια αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να υπάρχει καμμιά για τα θέματα αυτά ασάφεια, αφού δέχεται ότι ο αναιρεσείων είχε τη φυσική εξουσία της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας και μπορούσε να τη διαθέτει ελεύθερα. Προβαίνει δε περαιτέρω το δικάσαν Δικαστήριο με την απόφασή του σε αντίκρουση των παραπάνω ισχυρισμών του (κατηγορουμένου) και 2) το ίδιο Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και δ', που ζήτησε, διότι δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά, που να δικαιολογούν τη μη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, ούτε έλαβε υπόψη του τη συμπεριφορά του μετά την τέλεση του αδικήματος, αφού έδειξε πραγματική και ειλικρινή μετάνοια για το αδίκημα που διέπραξε. Όμως, στο σκεπτικό της αποφάσεως, όπως ήδη έχει εκτεθεί, υπάρχει πλήρης και σαφής αιτιολογία, του απορριπτικού των άνω αιτηθέντων ελαφρυντικών, ισχυρισμού του. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον πρώτο από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιουνίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. Ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 4740, 4.719/2009) αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 24/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Έννοια όρων αυτών. Αίτηση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας και ως προς την απόρριψη αιτήματος για χορήγηση ελαφρυντικών προτέρου έντιμου βίου και καλής μετά την πράξη συμπεριφοράς. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά.
| 2
|
Αριθμός 670/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, περί αναιρέσεως της 3305/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κατερίνης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 3/3.6.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Κατερίνης Αθανασίου Τσιαμασιώτη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1012/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1 του ΠΚ, 505 παρ. 1 και 551 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή, δηλαδή τα άρ. 94 επ. αυτού, αν δε μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή, για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής λαμβάνεται ως βάση η καθορισθείσα συνολική ποινή, αν αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Αν όμως η καθορισθείσα συνολική ποινή δεν είναι η βαρύτερη και δεν πρόκειται να αποτελέσει τη βάση της νέας επιμέτρησης, αλλά πρόκειται να συγχωνευθεί με άλλη βαρύτερη, τότε διασπάται και συγχωνεύονται οι επί μέρους ποινές με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να ληφθεί από αυτές μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για το σχηματισμό νέας συνολικής ποινής από αυτά που είχε ληφθεί προηγουμένως. Αν παραβιασθούν οι παραπάνω διατάξεις για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασθέντα και τον Εισαγγελέα για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο, καθόσον οι διατάξεις αυτές είναι ουσιαστικές. Περαιτέρω κατά το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστική ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Η απόφαση όμως που εκδίδεται κατά το άρθρο 145 ΚΠΔ ως διορθωτική - συμπληρωματική, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με εκείνη την οποία διόρθωσε ή συμπλήρωσε. Στην προκειμένη περίπτωση, ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Κατερίνης, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 3/3-6-2009 έκθεση, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κατερίνης δήλωσε "ότι ασκεί αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 3305/25-5-2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης καθώς και της συναφούς (συμπροσβαλλομένης) υπ' αριθμ. 3310/28-5-2009 διορθωτικής αποφάσεως του αυτού δικαστηρίου (άρθρο 145 ΚΠΔ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 505 παρ. 1δ, 507, 509, 510 παρ. 1Ε και 551 ΚΠΔ, διότι το ως άνω δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 94, 97 ΠΚ και 551 ΚΠΔ. Η αίτηση αυτή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αποφάσεως, είναι νόμιμη και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Κατά δε το μέρος που στρέφεται κατά της άνω δεύτερης αποφάσεως (διορθωτικής - συμπληρωματικής) συμπροσβαλλομένης με την πρώτη και όχι αυτοτελώς, θα συνερευνηθεί και αυτή με εκείνη την οποία διόρθωσε, διότι αποτελεί ένα όλο με αυτή και υπόκειται σε αναίρεση μόνο μαζί με την απόφαση που διορθώθηκε (ΑΠ 235/2006 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ'805).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις δικαστικές αποφάσεις και τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος προκειμένου να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου της αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά τον καθορισμό συνολικής ποινής φυλάκισης και συνολικής χρηματικής ποινής εις βάρος του καταδικασθέντος Χ1, στον οποίο δια των κατωτέρω αποφάσεων επεβλήθησαν οι παρακάτω ποινές, ήτοι:
1. Με την υπ' αριθμ. 5256/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, φυλάκιση 3 ετών.
2. Με την υπ' αριθμ. 578/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, φυλάκιση 3 ετών.
3. Με την υπ' αριθμ. 577/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, φυλάκιση 3 ετών.
4. Με την υπ' αριθμ. 5255/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, φυλάκιση 2 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ.
5. Με την υπ' αριθμ. 5254/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, φυλάκιση 1 έτους και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ.
6. Με την υπ' αριθμ. 2299/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, φυλάκιση 18 μηνών.
7. Με την υπ' αριθμ. 573/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, φυλάκιση 10 μηνών.
8. Με την υπ' αριθμ. 863/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, φυλάκιση 8 μηνών.
9. Με την υπ' αριθμ. 1235/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, φυλάκιση 5 μηνών, καθορίστηκε ως εκτιτέα συνολική ποινή φυλακίσεως 9 ετών και 2 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 3.015 ευρώ. Ο καθορισμός όμως της συνολικής χρηματικής ποινής είναι εσφαλμένος και μη νόμιμος, διότι ως βαρυτέρα ποινή (ποινή-βάση) ελήφθη η χρηματική ποινή των 3.000 ευρώ, η οποία επαυξήθηκε κατά 15 ευρώ από την ετέρα χρηματική ποινή, ενώ, κατά νόμον, έπρεπε ως ποινή - βάση να ληφθεί η βαρύτερη των 10.000 ευρώ. Σημειωτέον ότι η κατά τα άνω εσφαλμένη συνεπιμέτρηση δεν θεραπεύθηκε με την (συμπροσβαλλομένη) διορθωτική απόφαση του αυτού δικαστηρίου (αριθμός απόφασης 3310/2009 Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης), με την οποία η χρηματική ποινή των 10.000 ευρώ, που είχε επιβληθεί στον καταδικασθέντα με την υπ' αριθμ. 5255/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, επαυξήθηκε κατά 1.500 ευρώ από την χρηματική ποινή των 3.000 ευρώ, που είχε επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 5254/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, διότι με την προαναφερόμενη διορθωτική απόφαση επέρχεται ανεπιτρέπτως ουσιαστική μεταβολή του διατακτικού της διορθουμένης αποφάσεως.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (τόσο η πρώτη όσο και η ενσωματωμένη σε αυτή διορθωτική), κατά το βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ σχετικό λόγος της αιτήσεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών Κατερίνης. Όμως, δεν θα παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που δίκασε, αλλά κατ' άρθρο 518 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, θα κρατήσει την υπόθεση και, εφαρμόζοντας την σωστή ποινική διάταξη, θα καθορίσει τη συνολική χρηματική ποινή σε βάρος του κατηγορουμένου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 3.305/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης και τη διορθωτική αυτής με αριθμό 3.310/2009 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου.
Κρατεί αυτό την υπόθεση ως προς το άνω θέμα.
Καθορίζει ως εκτιτέα συνολική χρηματική ποινή, με επαύξηση της χρηματικής ποινής των 10.000 ευρώ, που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα Χ1 με την 5.255/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, κατά 1500 ευρώ, από τη χρηματική ποινή των 3.000 ευρώ, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο με την 5.254/2003 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, το ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων (11.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθορισμός συνολικής ποινής (χρηματικής). Έφεση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά αποφάσεως Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, που προέβη σε εσφαλμένο καθορισμό συνολικής χρηματικής ποινής λαμβάνοντας ως βάση άλλη ποινή και όχι τη μεγαλύτερη. Η διορθωτική απόφαση συμπροσβάλλεται με εκείνη που διόρθωσε. Αναιρεί. Κρατεί και καθορίζει συνολική χρηματική ποινή.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 674/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 2027/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1909/08.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση : 1)η από 19-11-2008 με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που επιδόθηκε στις 20-11-2008 (αριθ.πρωτ.9868/20-11-08), αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά της 2027/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πατρών, με την οποία καταδικάστηκε αυτός για παράβαση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 55 παρ.1 του Ν.2190/2001 σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ΕΥΡΩ και 2)οι από 20-10-2009 κατά της αυτής αποφάσεως, από τον αυτόν αναιρεσείοντα, νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν ενώπιον του γραμματέα του Αρείου Πάγου, προς της παρούσας συζητήσεως τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες, δηλαδή στις 26-11-2009 (από παραδρομή έχει γραφτεί του έτους 2006) είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ.171 παρ.1δ, 329, 331 παρ.1 , 333,364, παρ.1, 369 και 510 παρ.1 Α'ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο , όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το αρ.358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία.Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ'αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι "αναγνώστηκαν τα πρακτικά και η υπ'αριθμ.4043/2007 πρωτόδικη απόφαση Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, καθώς και τα αναφερόμενα σ'αυτή έγγραφα, ήτοι : έκθεση συλλήψεως επ'αυτοφώρω εγκλήματος ..., έκθεση συλλήψεως μετά συνημμένης κατάστασης λαθρομεταναστών και έκθεση κατάσχεσης και παράδοσης. Στη συνέχεια αναγνώστηκαν και τα ακόλουθα έγγραφα: Οι από 31-10-2004, 14-2-2005 και 26-4-2005 τρείς (3) αιτήσεις άδειας παραμονής των τριών από τους λαθρομετανάστες και το από ... Δ.Αποστολής-Τιμολόγιο του πρατηρίου υγρών καυσίμων ..." Όμως, το δικάσαν Δικαστήριο, στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεώς του αναφέρει κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, ως προς την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, ειδικά δε, ως προς τα έγγραφα αναφέρει κατά λέξη : ".....την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, καθώς και άλλων αναγνωστέων εγγράφων,...." Η διατύπωση αυτή "....καθώς και άλλων αναγνωστέων εγγράφων....", δεν προσδιορίζει τα έγγραφα αυτά με ακρίβεια ώστε να μην ανακύπτει αμφιβολία περί την ταυτότητά τους, για να μπορεί έτσι να διακριβωθεί αν συγκεκριμένα έγγραφα αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, δηλαδή, δεν καθίσταται σαφές ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα, καθώς και ποια ήταν αυτά και ότι δεν υπήρξε αποκλεισμός κάποιων εγγράφων. Επίσης, η ταυτότητα των εγγράφων αυτών, δεν διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ούτε τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κατά τα άνω δικανικής πεποίθησης. Εξάλλου, δεν προκύπτει αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Μάλιστα δε, από την αντιπαραβολή των διατυπώσεων της φράσης, "την ανάγνωση....των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά", προς εκείνη που αναφέρεται "καθώς και άλλων αναγνωστέων εγγράφων", παράγεται απόλυτη βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε ως αποδεικτικό μέσο έγγραφα τα οποία ασφαλώς δεν αναγνώσθηκαν. Επίσης δεν αναφέρονται τα προσδιοριστικά της ταυτότητάς τους στοιχεία, ούτε προκύπτει το περιεχόμενό τους με κανένα τρόπο, δηλαδή έστω και εμμέσως, από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν παράγεται η βεβαιότητα ότι αυτά αναγνώσθηκαν. Πολύ περισσότερο, και διότι το ρηματικό επίθετο "αναγνωστέων εγγράφων" σημαίνει έγγραφα που έπρεπε να αναγνωσθούν αλλά δεν αναγνώσθηκαν. Διότι αν είχαν αναγνωσθεί, προέχοντος θα αναφέρονταν στα πρακτικά της προσβαλλομένης, ασφαλώς δε, θα χαρακτηρίζονταν με τη φράση, δηλαδή "αναγνωσθέντων εγγράφων".
Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ'ουσίαν ο σχετικός περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας μοναδικός του κυρίου δικογράφου εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε , παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ.2027/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μεταφορά προσώπων, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου και παραμονής στην Ελληνική Επικράτεια. Για την ενοχή του κατηγορουμένου λήφθηκαν υπόψη έγγραφα, που δεν προκύπτει η ανάγνωσή τους στο ακροατήριο, ούτε η ταυτότητα του περιεχομένου τους από άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεκτός ο σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγος της αιτήσεως. Αναιρεί απόφαση. Παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 669/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπρεγιάννο, περί αναιρέσεως της ΑΤ7667/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 513/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. ΑΤ ... αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που έχει καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο από το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο στις 10-3-2009, όπως προκύπτει από την από 17-3-2009 σχετική βεβαίωση του Προϊσταμένου της Γραμματείας του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Στο άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής : "Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτος και δικαίωμα του καθενός. Για τ διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας... 6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος....". Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος καθιερώνεται αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών πολιτιστικών αγαθών ου περιέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν λόγω της ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους την εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων στο διηνεκές. Επομένως, κάθε επέμβαση επί και πλησίον αρχαίου πρέπει κατ' αρχήν να αποβλέπει στην προστασία και ανάδειξη αυτού, να ενεργείται δε ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών και του είδους των προστατευμένων ευρημάτων και επί τη βάσει των δεδομένων της αρχαιολογικής επιστήμης, απαγορευμένων επεμβάσεων και χρήσεων μη συμβατών προς την κατά προορισμό χρήση του αρχαίου. Εξάλλου, η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος οργανώνεται και εξειδικεύεται με τις διατάξεις του ν. 3028/2002, με τις οποίες ορίζονται, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις επεμβάσεως σε ακίνητο μνημείο και στο περιβάλλον του. Ειδικότερα, στο άρθρο 10 του νόμου αυτού και επί τον τίτλο "Ενέργειες σε ακίνητα μνημεία και το περιβάλλον της" ορίζονται τα ακόλουθα : "1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του .... 3. Η... οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης ή της εργασίας. 4. Για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμη και αν δεν επέρχεται κάποια απ' τις συνέπειες της παραγράφου 1 σε αυτή, απαιτείται έγκριση που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου....". Η ρύθμιση που εισάγεται με τις πιο πάνω διατάξεις αναφέρεται σε επεμβάσεις τόσο από όσο και πλησίον ακινήτου μνημείου. Ως επεμβάσεις επί ακινήτου μνημείου, απολύτως απαγορευμένες απ' το νόμο, νοούνται αυτές, οι οποίες είναι δυνατόν να επιφέρουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του, σε κάθε δε περίπτωση για την πραγματοποίηση επεμβάσεων σε μνημείο που δεν επιφέρουν τις ανωτέρω συνέπειες και, συνεπώς, δεν εμπίπτουν στην πιο πάνω απαγόρευση, απαιτείται προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του αρχαιολογικού συμβουλίου. Περαιτέρω, στο άρθρ 12 του ίδιου ως άνω νόμου με τον τίτλο "Οριοθέτηση αρχαιολογικών χώρων" ορίζονται τα ακόλουθα : Παρ. 1 "Οι αρχαιολογικοί χώροι κηρύσσεται και οριοθετούνται ή αναοριοθετούνται με βάση τα δεδομένα αρχαιολογικής έρευνας πεδίου και απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως".
Παρ. 2 "Εάν εντός των περιοχών που πρόκειται να καλύψουν υπό εκπόνηση Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) ή Σχέδιο Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (ΣΧΟΟΑΠ) ή άλλα σχέδια χωρικών ρυθμίσεων δεν έχουν οριοθετηθεί αρχαιολογικοί χώροι, αυτοί οριοθετούνται προσωρινά, βάσει σχεδιαγράμματος κλίμακας τουλάχιστον 1:2000 που καταλογίζεται από την Υπηρεσία, με βάση επαρκή επιστημονικά στοιχεία και ιδίως εγκλήματα που πιθανολογούν την ύπαρξη μνημείων και το οποίο εγκρίνεται από τον Υπουργό Πολιτισμού με απόφασή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως....".
Παρ. 3 "Εάν δεν έχει γίνει καθορισμός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, ο οποίος είναι αναγκαίος για την εφαρμογή των άρθρων 13, 14, 16 και 17, ο Υπουργός Πολιτισμού ζητεί από το αρμόδιο για την οριοθέτηση του οικισμού όργανο, συναποστέλλοντας και σχετικό διάγραμμα, να προβεί κατ' απόλυτη προτεραιότητα στην οριοθέτησή του κατά το μέτρο που τούτο είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των ανωτέρων άρθρων. Μέχρις ότου αυτό εκτελεσθεί με κοινή τους απόφαση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι Υπουργοί Πολιτισμού και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων 'Εργων που οριοθετούν προσωπικώς κατά το ανωτέρω μέτρο και ρυθμίζουν κάθε θέμα που αφορά την προστασία του μέρους του αρχαιολογικού χώρου που εμπίπτει στα προσωρινά του όρια, όπως η αναστολή οικοδομικών εργασιών και έκδοσης οικοδομικών αδειών ή οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες".
Παρ. 4 "Οι διατάξεις των παρ. 1 έως 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται αναλόγως και για τους αρχαιολογικούς χώρους...". Εξάλλου από το άρθρο 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Στους χερσαίους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, η άσκηση γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα είναι δυνατή μετά από άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Οι όροι άσκησης γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων μπορεί να τίθενται και κανονιστικά με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού". Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του ίδιου νόμου "Στους παραπάνω αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύονται δραστηριότητες, καθώς και χρήσεις των κτισμάτων, των ελεύθερων χώρων τους και των κοινόχρηστων χώρων, οι οποίες δεν εναρμονίζονται με το χαρακτήρα και τη δομή των επί μέρους κτισμάτων ή χώρων ή του συνόλου. Για τον καθορισμό της χρήσης κτίσματος ή ελεύθερου χώρου αυτού ή κοινόχρηστου χώρου χορηγείται άδεια με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου". Τέλος, κατά το άρθρο 66 του ίδιου νόμου, πριν την συμπλήρωσή του με την παρ. 2 του άρθρου αυτού με το άρθρο 10 του ν. 3658/2008, με τον τίτλο "Παράνομη επέμβαση ή εκτέλεση του έργου", ορίζεται ότι όποιος χωρίς την αναγκαία από το νόμο άδεια η καθ' υπέρβαση αυτής διενεργεί σε μνημείο, σε αρχαιολογικό χώρο, ή σε ιστορικό τόπο, πράξη από αυτές που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2-4, 13, 14 και 15 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος διενεργεί πράξη ή δραστηριότητα σε ζώνες προστασίας γύρω από μνημεία ή χώρους, όπως ορίζονται στα άρθρα 15 και 17, κατά παράβαση των όρων και περιορισμών που ισχύουν σε αυτές. Η ίδια ποινή επιβάλλεται σε όποιον χωρίς την αναγκαία από το νόμο άδεια ή καθ' υπέρβαση του δημιουργεί τις πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 42, 43 παρ. 1 και 46 παράγραφος 4". Τέλος, κατά το άρθρο 73 παρ. 13 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Κηρυγμένοι έως την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αρχαιολογικοί χώροι που δεν έχουν οριοθετηθεί σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 1 του άρθρου 12, οριοθετούνται οριστικά εντός τριετίας από αυτήν, στο πλαίσιο προγράμματος που καταρτίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου" ενώ στην παρ. 14 του ίδιου άρθρου και νόμου ορίζεται "Οπου στον παρόντα νόμο και γενικότερα στη νομοθεσία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς προβλέπεται : α) ότι απαιτείται άδεια ή έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας ή του Υπουργού Πολιτισμού για την εκτέλεση εργασίας ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε άλλης πράξης, ή β) ότι απαγορεύεται ή επιβάλλεται η διενέργεια εργασιών ή οποιασδήποτε άλλης πράξης είτε εκ του νόμου είτε επειδή αυτό προβλέπεται σε πράξη της Υπηρεσίας ή του Υπουργού Πολιτισμού, ή γ) ότι επέρχονται συγκεκριμμένες έννομες συνέπειες λόγω της παραβίασης διατάξεως μπορούν να εκδίδονται προσωρινώς μεν σήματα, οριστικών δε πρωτόκολλα με τα οποία διαπιστώνεται η πλήρωση των προϋποθέσεων από τις οποίες απορρέουν οι έννομες συνέπειες που προβλέπονται από το νόμο.... ιδίως η διακοπή εργασιών.... Τα σήματα και τα πρωτόκολλα αυτά εκδίδονται από τον Υπουργό Πολιτισμού, ο οποίος μπορεί να εξουσιοδοτεί σχετικά τον Γενικό Γραμματέα ή υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού...". Από τις παραπάνω διατάξεις του ν. 3028/2002 σαφώς προκύπτει όποιος ενεργεί χωρίς προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του οικείου Συμβουλίου γεωργικές ή οικοδομικές εργασίες σε αρχαιολογικό χώρο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών, τούτο δε συμβαίνει όταν ο παραβάτης προέβη στις εν λόγω εργασίες κατά το χρονικό διάστημα που δεν έχει γίνει η οριστική οριοθέτηση του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος έπρεπε να γίνει εντός τριετίας από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι μέχρι την 28η Ιουνίου 2005, πολύ δε περισσότερο εάν δε συμμορφώθηκε σε σχετικό σήμα που εκδόθηκε προσωρινώς για διακοπή των εργασιών αυτών. Εξάλλου η μη οριστική οριοθέτηση ή επαναοριοθέτηση μέχρι την 28-6-2005 του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου δεν αίρει αυτοδικαίως τον χαρακτήρα αυτού και δεν επιτρέπει σε οιονδήποτε ιδιοκτήτη να χρησιμοποιήσει την ιδιοκτησία του που εμπίπτει μέσα στον αρχαιολογικό χώρο ή πέριξ αυτού, όπως αυτός θέλει, χωρίς άδεια ή έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του αρμοδίου Συμβουλίου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. .Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. ΑΤ ...αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αρχαιολογικός χώρος ... κηρύχθηκε μετά από γνωμοδότηση του Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Στερεάς Ελλάδος με την υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/ 8827/487 απόφαση (ΦΕΚ 260/12-4-1994) και οριοθετήθηκε με την υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/3597/254 απόφαση (ΦΕΚ 153/13-2-2002) με βάση τα συνημμένα αποσπάσματα χαρτών. Εντός των ορίων του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου στα δυτικά του ρέματος ... προς νότον της επαρχιακής οδού ... ο κατηγορούμενος στις 2-11-2004, όντας αγρότης, εγκατέστησε πέντε θερμοκηπιακές μονάδες σε έκταση 13 στρεμμάτων, χωρίς να λάβει προηγουμένως την απαιτούμενη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του οικείου Συμβουλίου. Για την εγκατάσταση των θερμοκηπιακών μονάδων, ακόμα και εάν δεν γίνεται εκσκαφή σε βάθος, απαιτείται η προαναφερόμενη άδεια, αφού λόγω του χαρακτήρα του έργου υπάρχει κίνδυνος να επέλθει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο βλάβη του αρχαιολογικού χώρου ή αισθ.ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για μία τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2α ΠΚ, 1, 2 εδ. γ', 7, 10 παρ. 3, 12, 14 και 66 του ν. 3028/2002 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ... και την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης .... Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του το υπ' αριθμ. πρωτ. 5369/11-11-2004 έγγραφο της ΚΣΤ Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, από το οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, προκύπτει ότι ουδέν αρχαίο ευρέθη στο κτήμα του, μετά από δοκιμαστικές τομές που έγιναν από την αρχαιολογική υπηρεσία και ότι το κτήμα του κρίθηκε ως μη έχον αρχαιολογικό ενδιαφέρον, είναι απορριπτέα ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση του εγγράφου αυτού που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας κατά το σχηματισμό της εκ της δικαστικής κρίσης για τον αναιρεσείοντα (βλ. τέλος 15ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης), τούτο αναφέρεται στην κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά τη φύτευση των χώρων και όχι στην έλλειψη παντελώς αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στα όρια της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος. Ακόμη η αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης λόγω της μη επαναοριοθέτησης του αρχαιολογικού χώρου της ..., είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον ο εν λόγω χώρος είχε νόμιμα κηρυχθεί αρχαιολογικός και είχε οριοθετηθεί ως τέτοιος (ΦΕΚ 153/Β/13-2-2002), εξάλλου η παράβαση του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα την 2-11-2004, ήτοι πριν εκπνεύσει η οριζόμενη από το άρθρο 73 παρ. 13 του ν. 3028/2002 τριετής προθεσμία της οριστικής οριοθετήσεως των αρχαιολογικών χώρων με έναρξη αυτής την ημέρα δημοσίευσης του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28-6-2002), δηλονότι χωρίς να καταστεί αυτή ανέλεγκτη από τη μη εμπρόθεσμη και μόνο οριστική οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου της περιοχής .... Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον ως προς τα θέματα αυτά η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ). Τέτοια όμως ακυρότητα δεν συνεπάγεται η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφων και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο για την αναγκαία κρίση του, τα οποία συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της εις βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως για κάποιο έγκλημα, αφού αυτές, προς αντίκρουση των εγγράφων τούτων, μπορεί κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτών αναγκαίες εξηγήσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα : 1) η υπ' αριθμ. ... βεβαίωση, 2) η υπ' αριθμ. ...βεβαίωση, 3) προτιμολόγιο, αναλυτικός πίνακας αγορών και προσφορά θερμοκηπίου και 4) τα υπ' αριθμ. ... έγγραφα. Με την εν λόγω αριθμητική αναφορά των εγγράφων αυτών, εκτός από το προτιμολόγιο, ο αναλυτικός πίνακας αγορών και η προσφορά θερμοκήπιο προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα και είχαν εκδοθεί από την εργολήπτρια και κατασκευάστρια των επίμαχων πέντε (5) θερμοκηπίων, εντεύθεν ήταν γνωστά σ' αυτόν, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα των προαναφερομένων εγγράφων, ενόψει του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τους ίδιους αριθμούς των ανωτέρω, και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν όλα γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, καθόσον ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Τέλος και όσο αφορά τις υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/943/8927/487/12-4-1994 και ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/3597/254/13-2-2002 αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού με τις οποίες κηρύχθηκε και οριοθετήθηκε ο αρχαιολογικός χώρος ... και τα σ' αυτές συνημμένα αποσπάσματα χαρτών ως και το υπ' αριθμ. ... σήμα διακοπής εργασιών της ΚΣΤ Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, για τα οποία προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα αυτά για το σχηματισμό της κρίσεως από το δικαστήριο της ουσίας περί της ενοχής του καίτοι δεν αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, οπότε επήλθε κατά τον ισχυρισμό του η συνιστούσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο όμως τέτοια ακυρότητα δεν συνεπάγεται η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφων και η λήψη αυτών από το δικαστήριο για την αναγκαία κρίση του, τα οποία συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος τους εις βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως για κάποιο έγκλημα, όπως είναι και οι προαναφερόμενες δύο αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού, ενώ η ταυτότητα και το περιεχόμενο του σήματος διακοπής εργασιών της ΚΣΤ' Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων ως και η γνώση του απ' αυτού δεν αμφισβητήθηκε, εκτός αν έγινε λόγος γι' αυτό στις καταθέσεις των υπαλλήλων της εν λόγω ... και ... χωρίς να προβεί σε οιαδήποτε δήλωση ή εξήγηση ως προς το ζήτημα αυτό (βλ. σελ. 9 και 10 της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (με το να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο έγγραφα που δεν προέκυπτε η ταυτότητά τους και έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 7667/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2010.
|
Παράνομη επέμβαση σε αρχαιολογικό χώρο χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Πολιτισμού. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Καταδικαστική απόφαση. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης {με χρόνο παράβασης πριν την 28 - 6 - 2005 (άρθρο 73 § 13 του Ν. 3028/2002)}. Απόλυτη ακυρότητα λόγω λήψης υπόψη εγγράφων: α) που δεν προκύπτει η ταυτότητά τους και β) δεν αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο. Πότε δεν υπάρχει τέτοια ακυρότητα. Λόγοι αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Απόρριψη αυτής ως αβασίμου και της αίτησης αναιρέσεως στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αρχαία.
| 0
|
Αριθμός 667/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) X1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, και 2) Χ2, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1098/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους Άνθιμο Θωμόπουλο του Κων/νου και Σταύρο Γατόπουλο του Μιχαήλ, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξουσία δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ3, 2) Χ4, 3) Χ5 και 4) Χ6.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16.4.2008 και 7.10.2008 αιτήσεις αναιρέσεως του πρώτου κατηγορουμένου και στην από 8.10.2008 αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2006/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παρισταμένων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι αιτήσεις του πρώτου κατηγορουμένου και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Kατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αν υπόθεση αναβληθεί κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο οφείλουν οι διάδικοι να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση ακόμη και αν δεν ήσαν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής αποφάσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 21-1-2009 αποδεικτικό επιδόσεως της Σοφίας Καλοπήτα, Γραμματέως του Κ.Κ. Λαρίσης, ο αναιρεσείων Χ2, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα (155 παρ. 3 και 166 ΚΠΔ), για να παραστεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της από 8-10-2008 αναιρέσεως του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (473 παρ. 2 ΚΠΔ), αφού επιδόθηκε στον ίδιο η κλήση στο ανωτέρω κατάστημα κράτησης, όπου τότε εκρατείτο, για να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο της 5-5-2009, που ορίσθηκε από τον Εισαγγελέα, για την εκδίκασή της. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του αναιρεσείοντος για την σημερινή δικάσιμο με την 1100/2009 απόφαση. Ο αναιρεσείων όμως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Kων/νο Ευαγγελόπουλο και υπέβαλε αίτημα αναβολής για κώλυμα (ασθένεια) στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του, το οποίο όμως, ενόψει του ότι η υπόθεση είχε ήδη αναβληθεί μία φορά, όπως λέχθηκε με αίτημα του αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε. Μετά την απόρριψη ο αναιρεσείων δεν εκπροσωπήθηκε για την εκδίκαση της ανωτέρω αιτήσεώς (δηλώσεώς) του αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, η αίτησή του αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο εν λόγω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΙΙ. Επί των από 16-4-2008 και από 10-10-2008 αιτήσεων αναιρέσεως του X1, οι οποίες ασκήθηκαν εμπροθέσμως (η πρώτη ενώπιον του Διευθυντού της Κ.Α.Υ.Φ. Κορυδαλλού πριν την καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο συμπληρώνεται από τη δεύτερη που ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ (15.000 ευρώ). Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠΟλ 3/2008).
ΙV. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παρ. 3 α και β του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε, αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν.2408/1996 και ακολούθως με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.), β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δραχμών).
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδαφ. στ` του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ` προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ` επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ` επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν, από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του Κ.Π.Δ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό αποτελεί και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για υπάρχον "άλλοθι" αυτού. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
VI. Ο ως άνω αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, πρότεινε γραπτώς και ανέπτυξε προφορικώς τους κάτωθι Αυτοτελείς Ισχυρισμούς'': "ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙΠρο της ενάρξεως της ακροαματικής διαδικασίας(κατ' άρθρον 141 Κ.Π.Δ.)του κρατουμένου στη Κ.Α.Υ.Φ., Χ1, προς υποστήριξη της Εφέσεώς μου, κατά της υπ' αριθ. 663/28-2-2005 Αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακ/των).
Εντιμότατοι κ. κ. Εφέται,
Ως καλώς γνωρίζετε, αντικείμενο απόδειξης στην Ποινική Δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος, εφόσον αποδειχθεί η ενοχή του και όχι, αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του (ΑΠ. 25/2001 Ποιν. Δικ. 2001, 570 - Α.Π. 124/2000 Ποιν. Δικ. 2001, 206 - Α.Π. 866/2000 Ποιν. Δικ). Επίσης, το βάρος απόδειξης της αθωότητάς του, δεν φέρει ο κατηγορούμενος (ΕΔΔΑ απόφ. της 20/3/2001 Telfner κατά Αυστρίας Π. Λογ. 2001, 705 (επιμ. Ι. Μυλωνά). ΕΔΔΑ απόφ. 6/12/1998, Barbera, Messegne, Jabardo κατά Ισπανίας, Series A 146).
Στην προκειμένη, ενώπιον Σας, σήμερα εκδικαζομένην υπόθεση, εγώ συνελήφθην την 1/11/2003 και έκτοτε κρατούμαι, αρχικά προφυλακισθείς και αργότερα καταδικασθείς με την υπ' αριθ. 663/05 Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (καθ' ης η ενώπιόν Σας υπό κρίσιν έφεσίς μου) χωρίς απολύτως κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο, να προκύψει εις βάρος μου. Ουδείς μάρτυς ανέφερε οτιδήποτε ενοχοποιητικό δι' εμέ, ούτε παθών, ούτε συγκατηγορούμενός μου. Ουδέν απολύτως μεμπτόν ή επιλήψιμο στοιχείον ευρέθη είτε στη κατοχή μου, είτε στη κατοχή άλλου συγκατηγορουμένου μου (ούτε καν δακτυλικό αποτύπωμα) που να με συνδέει με την υπόθεση αυτή. Ουδεμία συγκεκριμένη παράνομη πράξη ή συγκεκριμένο παράνομο στοιχείο, που να με συνδέει με όσα καταλογίζονται εις εμέ και τους λοιπούς συγκατηγορουμένους μου, αποδίδεται εις εμέ.
Ακόμη και αυτή ταύτη η Απόφαση του 3μελούς Εφετείου, δεν εμπεριέχει έστω και ψήγμα αιτιολογίας, που να δικαιολογεί την εις βάρος μου βαρύτατη και άδικη καταδίκη, ως ώφειλε.
Τουναντίον, ο μοναδικός "μάρτυρας κατηγορίας", αστυφύλακας ΑΑ, η ένορκη κατάθεση του οποίου (φέρουσα ημερ. 1/11/2003), απετέλεσε αποκλειστικά και μόνον το κατ' εμού κατηγορητήριο, χωρίς αύτη να υποστηρίζεται ή συνεπικουρείται από πουθενά, εξηρέθη από το δίκασαν Δικαστήριο.
Παρά ταύτα και παρά το γεγονός ότι δεν είμαι εκ του νόμου υποχρεωμένος να αποδείξω την αθωότητά μου, επιτρέψτε μου κ.κ. Εφέτες, ν' αναφερθώ στην ανωτέρω κατάθεση (ΑΑ), καθότι αύτη, αποκλειστικά και μόνον, ως προανέφερα, αποτελεί το κατ' εμού κατηγορητήριο (ίδετε παραπ/κό βούλευμα 2472/04 φύλλο 5° §1), το οποίο είναι πιστή, εν περιλήψει, αντιγραφή ταύτης.
Ισχυρίζεται λοιπόν ο "μάρτυρας" αυτός ότι με συνέλαβε, μαζί με άλλους συναδέλφους του, γιατί, δήθεν, κατονομάσθηκα ως συνεργός από τον συγκατηγορούμενό μου Χ2.
Α). Ουδεμία τοιαύτη κατάθεση υπάρχει, από τον Χ2, ούτε κατά την προανάκριση, αλλ' ούτε και στην κύρια ανάκριση. Ουδεμία ερώτηση υπεβλήθη σ' αυτόν ή έστω σε εμέ, ούτε από την Αστυνομία αλλά ούτε και από τον κ. Ανακριτή, για το θέμα αυτό (της κατονομασίας), δεδομένου ότι, ουδέν άλλο σημαντικότερο ενοχοποιητικό στοιχείο υπήρχε εναντίον μου. Ουδεμία μνεία γίνεται περί τούτου, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κατάθεση του μάρτυρος αυτού δεν ήταν υπόψη του κ. Ανακριτού όταν προσαχθήκαμε, σε διαφορετικές ημερομηνίες, ενώπιόν του.
Συνεπώς, αύτη υπεγράφη και εισήχθη στη δικογραφία πολύ αργότερα και εν πάση περιπτώσει, ουχί την ημέρα της συλλήψεώς μου (1/11/03), όπως αναφέρεται. Πολύ αργότερα, μετά από 6 μήνες (19/4/04) τίθεται, για πρώτη φορά ερώτηση (περί της συνέργειάς μου), στον Χ2. Η απάντησή του όμως είναι καταπέλτης: "Ο Χ1 είναι εντελώς άσχετος με την υπόθεση αυτή, η δε αστυνομία έφτασε σ' αυτόν από τις δικογραφίες αλληλομηνύσεων, που είχαμε μεταξύ μας" (ίδετε συμπληρωματική κατάθεση αυτού, ημερ. 19/4/2004, ενώπιον του κ. Ανακριτού, κατόπι κλητεύσεώς του. Σχ. 2). Τα ίδια υποστήριξε ούτος (ο Χ2) και στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Επανειλημμένα και κατηγορηματικά και παρά τις εχθρικές σχέσεις, που είχα και έχω, με τον συγκατηγορούμενό μου, ο "μάρτυρας" (ΑΑ), διαψεύδεται παταγωδώς !!!Β). Ουδέποτε, από της συλλήψεώς του μέχρι σήμερα, ο Χ2, παρεδέχθη τις κατ' αυτού κατηγορίες. Συνεπώς, είναι αδύνατο να κατονομάζει άλλον συνεργό σε όσα ο ίδιος αρνείται κατηγορηματικά. Και πάλι διαψεύδεται ο "μάρτυρας" ΑΑ!!!Γ). Οι μεταξύ εμού και του Χ2 σχέσεις, από το τέλος 1998 έως και σήμερα, είναι άκρως εχθρικές, με κύρια αιτία την κλοπή από αυτόν των διαβατηρίων εμού και της ανήλικης τότε κόρης μου. Το δικό μου διαβατήριο (με αριθ. Β 476202 Κυπριακής Δημοκρατίας), είναι αυτό που άνευρε η Αστυνομία κατά τη σύλληψη του Χ2 (24/10/03), στο σπίτι όπου διέμενε. Για το λόγο αυτό, υπέβαλα εναντίον του μήνυση (για υπεξαίρεση εγγράφων), αρχές του 1999, σε ανύποπτο δηλαδή χρόνο, και εξεδόθη η υπ' αριθ. 68090/02 καταδικαστική Απόφαση, του μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών (σχετ. 1), Αντίγραφο της μηνύσεώς μου κοινοποίησα αμέσως στο Αστ. Τμήμα ... και την Κυπριακή Πρεσβεία, αιτούμενος την έκδοση νέου διαβατηρίου. Πράγματι, η Πρεσβεία εξέδωσε το υπ' αριθ. ... Δ/ριο, το οποίο κατεσχέθη μαζί με το Δ.Τ. Ομογενούς (αριθ. ...) και το δίπλωμα οδήγησης (αριθ. ...), κατά την έρευνα που έγινε στο σπίτι μου (1/11/03), ότε και συνελήφθην. Έκτοτε και παρά το γεγονός ότι ουδέν επιλήψιμο ευρέθη στα ανωτέρω έγγραφα και παρά τις πάμπολλες προσπάθειες τόσον εμού όσο και του Συνηγόρου του Πολίτη, της Κυπριακής Πρεσβείας, των εποπτών Εισαγγελέων των φυλακών Ναυπλίου και Κορυδαλλού και άλλων, δεν κατέστη δυνατό να ανακτήσω τα εν λόγω έγγραφα. Η τοιαύτη αδικαιολόγητη παρακράτησή των επέφερε στην οικογένειά μου βαρύτατες συνέπειες. Ο πρόσφατος θάνατος προσφιλέστατου συγγενικού μου προσώπου και ο επικείμενος ετέρου, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, οφείλονται στην όλη αυτή, άνευ λόγου, περιπέτειά μου και στην παρακράτηση των ανωτέρω εγγράφων, πλην όμως, δεν είναι του παρόντος το θέμα αυτό. Επιφυλάσσομαι.
Δ) Όπως λοιπόν αναφέρω πιο πάνω, οι σχέσεις μου με τον συγκατηγορούμενό μου Χ2 ήσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, που φέρομαι ως, δήθεν, συνεργός του, έως και σήμερα, άκρως εχθρικές και βεβαίως απαγορευτικές για οποιαδήποτε συνεργασία, νόμιμη ή παράνομη. Τούτο αποδεικνύεται:
α). Από την εις βάρος του καταδίκη με την υπ' αριθ. 68090/02 Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών (σχετ. 1), για υπεξαίρεση του υπ' αριθ. Β 476202 (το ανευρεθέν τελικά στο σπίτι του, κατά την έρευνα της 25/10/2003), γεγονός που παρεδέχθη και ο ίδιος στη συμπληρωματική απολογία του ενώπιον του κ. Ανακριτού, στις 19/4/04 (σχετ. 2) αλλά και σε μετέπειτα δηλώσεις του.
β). Από την ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την παρούσα, υπό κρίση, Απόφαση (663/05), απολογία του (έγγραφη και προφορική, σελίδες 57, 61 και 68 πρακτικών αυτής. Σχετ. 3).
γ). Από τη μετέπειτα υπεύθυνη δήλωση του ιδίου (Χ2) με ημερ. 28/11/05 (σχετ. 4), όπου δηλώνει κατηγορηματικά και απερίφραστα και υπογραμμίζει την απόλυτη ασχετοσύνη μου με την όλη υπόθεση και επιβεβαιώνει τις εχθρικές μας σχέσεις, διαψεύδοντας, για άλλη μια φορά, τον "μάρτυρα" ΑΑ.
δ). Από την υπ' αριθ. 12883/04 αθωωτική, υπέρ εμού, Απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία προήλθε από μήνυση που κατέθεσε αυτός (ο Χ2) εναντίον μου, στις 3/3/2000 (σχετ. 5α).
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, προκειμένου να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, σε αυτή τη μήνυση, κατέθεσα απολογητικό υπόμνημα στη κ. Ανακρίτρια, η οποία επελήφθη αυτής. Η απλή ανάγνωση και μόνο του υπομνήματος αυτού, ημερ. 23/1/2001 (σχετ. 5) δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για τις τεταμένες σχέσεις μας. Καταγγέλλω, με αυτό το υπόμνημα, με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, σε αρμόδια Δικαστική Αρχή, την όλη γνωστή σε μένα παράνομη δραστηριότητα του Χ2. Βεβαίως, δεν είναι δυνατόν, από τη μια να με μηνύει αυτός κι εγώ να τον καταγγέλλω για τις παράνομες ενέργειες του και από την άλλη να συμπράττω σε αυτές !!!Ε). Με την υπ' αριθ. 196-196α/05 Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (κακ/των), επεβλήθη στον ανωτέρω (Χ2) ποινή καθείρξεως 8 ετών, κατηγορούμενος ότι, χρησιμοποιώντας τα πραγματικά μου στοιχεία (προφανώς κάνοντας χρήση του κλαπέντος διαβατηρίου μου), το όνομα ... και ονόματα άλλων 60-65 προσώπων, διέπραξε παρόμοιες απάτες/πλαστογραφίες, με τις, εις την παρούσα υπόθεση, διαλαμβανόμενες, τις οποίες και παρεδέχθη (σχετ. 6) Το όνομα ... αναφέρεται και στην παρούσα υπόθεση, μάλιστα ο "μάρτυρας" ΑΑ ισχυρίζεται ότι ανευρέθη στην κατοχή του Χ2 Δ.Τ με το όνομα αυτό, που, δήθεν, φέρει τη φωτογραφία μου. Ουδέν τέτοιο Δ.Τ. υπάρχει στην παρούσα δικογραφία, παρά μόνο μια ξεθωριασμένη, κακέκτυπη φωτοτυπία και, εν πάση περιπτώσει, η φωτογραφία που φέρει δεν εικονίζει εμέ. Αλλά και αν ακόμη εικόνιζε εμέ, ήταν πανεύκολο για τον Χ2 να κατασκευάσει τέτοιο έγγραφο, αφού είχε ήδη στην κατοχή του το διαβατήριό μου και βεβαίως και τη φωτογραφία μου. Παρόλο που αμφισβήτησα σφόδρα την εν λόγω φωτοτυπία, ουδεμία πραγματογνωμοσύνη έγινε, εφόσον ένας απλός αστυφύλακας (ο κ. ΑΑ), ήδη απεφάνθη περί αυτής !!! Εν πάση περιπτώσει, ο Χ2 παρεδέχθη την ενοχή του, τόσο για το προαναφερθέν όνομα (...), όσο και το δικό μου, των οποίων έκανε χρήση, ως και 60-65 άλλων ατόμων και ήδη κατεδικάσθη σε διετή κάθειρξη, με την απόφ. 196-196α/05 (σχετ. 7). Πέραν τούτων, ο έτερος των συγκατηγορουμένων μου, Χ6, του οποίου ουδέποτε στο παρελθόν, γνώριζα την ύπαρξη, σε υπόμνημά του με ημερ. 8/10/2004 (σχετ. 8), που περιέχεται στη δικογραφία ενώπιόν Σας, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο ο Χ2 ηδύνατο, χρησιμοποιώντας τη φωτογραφία οιουδήποτε προσώπου, ακόμη και θανόντος, να κατασκευάσει πλαστό Δ.Τ. και να το χρησιμοποιήσει για απάτες. Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη, που βρέθηκε στην κατοχή του Χ2, μόνο μία φωτοτυπία που φέρει, δήθεν, κατά τον αστυφ. ΑΑ, τη φωτογραφία μου, ανάμεσα σε εκατοντάδες ή και χιλιάδες, άλλες πλαστές ταυτότητες, με φωτογραφίες αντίστοιχων προσώπων, που και αυτήν ακόμη αμφισβητώ σφόδρα. Όπως βεβαίως, καλώς γνωρίζετε, κ.κ. Εφέτες, εφόσον οι μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικοί, τα επιβαρυντικά στοιχεία που καταθέτουν εις βάρος κατηγορουμένου, τα γνωρίζουν από την κατάθεση συγκατηγορουμένου του, οι καταθέσεις τους δεν αρκούν για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και δεν μπορούν να στηρίξουν καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 1827/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, το κατ' εμού κατηγορητήριο εθεμελειώθη, αποκλειστικά και μόνον από την ένορκη κατάθεση του αστυφ. ΑΑ, χωρίς να βασίζεται αύτη οπουδήποτε. Τουναντίον, διαψεύδεται με τα πλέον αδιάσειστα στοιχεία, όπως παραθέτονται ανωτέρω. Ο "μάρτυρας" αυτός εξηρέθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο και βεβαίως η κατάθεσή του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Σεβαστό Δικαστήριό Σας.
ΣΤ). Όσο για τα μηχανήματα που κατασχέθηκαν στην οικία μου (computer, camera, video-camera κ.λπ.), όχι μόνον εξηγώ, στην ενώπιον του κ. Ανακριτού απολογία μου, πώς τα χρησιμοποιούσα (άλλωστε τα αγόρασα τον Μάϊο 2003, δεν υπήρχαν πιο πριν στην αγορά), αλλά και από την εξέταση που έγινε από την αστυνομία απεδείχθησαν οι ισχυρισμοί μου. Ολόκληρη η χρησιμοποιημένη μνήμη του σκληρού δίσκου (περίπου 65Gbytes) καταλαμβάνεται από πληθώρα φωτογραφιών και video's, από βαπτίσεις, γάμους κλπ, ενδεικτικά είναι και τα δύο κατατεθέντα DVD's της τελευταίας, προ της συλλήψεώς μου, δουλειάς. Ουδέν άλλο τι επιλήψιμο ευρέθη στο computer μουΖ). Από τους λοιπούς συγκατ/νους μου, προ της 1/11/03, ουδενός την ύπαρξη γνώριζα και ουδείς γνώριζε τη δική μου. Με όσα ακλόνητα άλλοθι παραθέτω ανωτέρω, και ο πλέον δύσπιστος εξ Υμών ουδέν περιθώριο αμφιβολίας, περί της αθωότητός μου, δύναται να διατηρήσει. Ουχί μόνον δεν αποδεικνύεται ίχνος εμπλοκής μου στην ενώπιόν Σας υπόθεση, ούτε κατ' ελάχιστον η ενοχή μου, αντιθέτως αποδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, η αθωότητά μου.
ΣΥΝΗΜΜΕΝΑ:
Σχετ. 1 (Απόφαση μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών αριθ. 68090/02).
Σχετ. 2 (4° φύλλο απολογίας κατ/νου Χ2, ημερ. 19/4/04).
Σχετ. 3 (Σελ. 57, 61 και 68 πρακτικών Απόφασης, καθ' ης η παρούσα έφεσις).
Σχετ. 4 (Υπεύθυνη δήλωση Χ2, ημερ. 28/11/05).
Σχετ. 5 (Απολογητικό υπόμνημα Χ1, ημερ. 23/1/01).
Σχετ. 5α (Απόφαση Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών αριθ. 12883/04).
Σχετ. 6 (Σελ. 33 και 34 πρακτικών Απόφασης 3μελούς Εφετείου Πειραιώς (κακ/των), αριθ. 196/05).
Σχετ. 7 (Ολόκληρη η Απόφαση και πρακτικά 3μελούς Εφετείου Πειραιώς (κακ/των), αριθ. 196/05).
Σχετ. 8 (Υπόμνημα κατ/voυ Χ6, ημερ. 8/10/04).
Επαφιόμενος στην κρίση Σας
Αθήνα 7.3.2008
Χ1".
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ήταν αυτοτελείς, κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας, και με αυτούς έπληττε ο αναιρεσείων την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τέτοιος ήταν, όπως λέχθηκε και ο περί υπάρξεως ''άλλοθι'' στο πρόσωπό του και το Δικαστήριο, κατά τα ανωτέρω, δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην απόφασή του περί απορρίψεως αυτών, η οποία ακολουθεί την περί καταφάσεως της ενοχής του απόφαση, η οποία με τον τρόπο αυτό απέρριψε τους αντίθετους ισχυρισμούς του και έχει ως εξής: ''Οι λοιποί ισχυρισμοί και αιτήματα των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν'' (βλ. σελ. 83 αποφάσεως).
Συνεπώς ο υπό στοιχείο Α αριθ. 2 και 3 από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη, διότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τους ''αυτοτελείς'' αυτούς ισχυρισμούς του, τυγχάνει αβάσιμος. Ο αυτός λόγος, κατά το με αριθ. 1 μέρος του, με τον οποίο παραπονείται ο αναιρεσείων, διότι το Δικαστήριο δεν αναφέρει από ποια αποδεικτικά μέσα κατέληξε στην περί της ενοχής του κρίση, ούτε προβαίνει σε αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και, όπως λέχθηκε ανωτέρω, τυγχάνει απαράδεκτος. Τέλος ο αυτός λόγος, κατά τα με αριθμούς 3α, 3 β και 3 γ τμήματά του, με τα οποία παραπονείται ο αναιρεσείων, διότι απέρριψε αιτήματα του συγκατηγορουμένου του - αναιρεσείοντος, του οποίου η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, τυγχάνει απαράδεκτος, διότι άνευ εννόμου συμφέροντος προβάλλονται απ αυτόν οι εν λόγω αιτιάσεις. Επίσης ο υπό στοιχείο Β' λόγος αναιρέσεως, κατά το με αριθμό 2 τμήμα του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, διότι δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του περί της υπάρξεως στο πρόσωπό του, του εκτιθέμενου σ αυτόν και στους ''αυτοτελείς'' ισχυρισμούς ''άλλοθι'', τυγχάνει αβάσιμος.
VII. Ο αναιρεσείων, διαρκούσης της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε εγγράφως αίτημα που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (βλ. σελ. 51), τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με το οποίο ζήτησε να προσκομισθούν στο ακροατήριο τα δύο αναφερόμενα με συγκεκριμένα στοιχεία έγγραφα, τα οποία είχαν κατασχεθεί και αποτελούσαν πειστήρια (τα άλλα τρία δεν ήσαν επακριβώς προσδιορισμένα ούτε προέκυπτε η ταυτότητά τους). Επί του αιτήματος αυτού το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να απαντήσει και στη συνέχεια, μετά τις απολογίες των κατηγορουμένων, το έκανε δεκτό και διέταξε να προσκομισθούν τα έγγραφα αυτά με επιμέλεια της Εισαγγελίας στις 14-4-2008, ημερομηνία για την οποία και διέκοψε την συνεδρίαση (βλ. σελ. 74 πρακτικών).
Συνεπώς επί του αιτήματος αυτού απάντησε το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως και να μη ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Β σ συνδυασμό με 170 παρ. 2 ΚΠΔ και ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το υπ αριθ. 1 τμήμα του τυγχάνει αβάσιμος. Τούτο δε διότι, ναι μεν, όταν επαναλήφθηκε η διαδικασία, δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι, κατά την επανάληψη, είχαν προσκομισθεί στο ακροατήριο τα έγγραφα, πλην όμως συνεχίσθηκε η διαδικασία και δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα, που πρότεινε την ενοχή των κατηγορουμένων, πλην της 3ης, της οποίας πρότεινε την απαλλαγή, στη συνέχεια στον συνήγορο της πολιτικής αγωγής, που ζήτησε την ενοχή των κατηγορουμένων και τέλος στους συνηγόρους υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και σ εκείνον του αναιρεσείοντος, ο οποίος, παρότι στο σημείο εκείνο της διαδικασίας δεν είχαν προσκομισθεί τα πειστήρια έγγραφα, δεν επεσήμανε τούτο, ούτε επανήλθε επί του αιτήματος, αλλ αντιθέτως αγόρευσε επί των κατηγοριών που αποδίδονταν στο εντολέα του - αναιρεσείοντα και ζήτησε την απαλλαγή του, επικουρικά δε την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, και έτσι θεωρείται ότι απέσυρε το αίτημα, όπως τούτο συνάγεται και εκ του ότι ρητώς προέβη στην σχετική δήλωση, μετά την έκδοση της επί των κατηγοριών απόφασης, με την οποία το Δικαστήριο ανακάλεσε σιωπηρώς την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του και εκείνης επί των ποινών, όταν και αναγνώσθηκε από το Δικαστήριο FAX του τμήματος πειστηρίων του Πρωτοδικείου Αθηνών, με το οποίο, προφανώς, γνωστοποιήθηκε ότι τα έγγραφα αυτά δεν ανευρέθησαν (βλ. σελ. 203 αποφάσεως).
3.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της απάτης και πλαστογραφίας από κοινού μετά των λοιπών συγκατηγορουμένων του που αναφέρει, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, του οποίου η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, κατά τα ανωτέρω, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από τις οποίες το επιτευχθέν όφελος υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) €, εκτός από τις αναφερόμενες μερικότερες περιπτώσεις και της συμμορίας, με την διευκρίνιση ότι, ως 1ος χαρακτηρίζεται ο αναιρεσείων Χ2, του οποίου η αναίρεση, όπως λέχθηκε απορρίφθηκε, ως 3η η Χ3, που δεν άσκησε αναίρεση, ως 4ος ο αναιρεσείων, ως 5ος ο αλλοδαπός, που δεν άσκησε αναίρεση, Χ4 και ως 6ος ο Χ5, που επίσης δεν άσκησε αναίρεση: "Οι 1ος, 3η, 4ος, 5ος των κατηγορουμένων, στην ..., από κοινού ενεργούντες, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατά το από 17.9.1999 έως 21.10.2003 χρονικό διάστημα και στους συγκεκριμένους χρόνους που αναφέρονται στο διατακτικό, με τις μερικότερες πράξεις που αναφέρονται επίσης στο διατακτικό και συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισαν με πρόθεση τα πλαστά έγγραφα που αναφέρονται στο διατακτικό, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους τα πρόσωπα που αναφέρονται στο διατακτικό, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε χρησιμοποίησαν τα έγγραφα αυτά, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτους, είναι δε αυτοί πρόσωπα που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, καθώς και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Το συνολικό όφελος τούτων και η συνολική ζημιά των παθόντων προσώπων, που αναφέρονται στο διατακτικό, όπου αναφέρονται και τα επί μέρους ποσά, ανέρχεται σε 64.987,73 ευρώ ή 22.144.569 δρχ., ποσό δηλαδή που υπερβαίνει τα 14.673 ευρώ ή τα 5.000.000 δρχ. Η ειδικότερη περιγραφή των επί μέρους πράξεων αναφέρεται στο διατακτικό, στις σελίδες 89-128 με τα στοιχεία Α1-35, στο οποίο διατακτικό γίνεται στο σημείο αυτό παραπομπή για την εν λόγω περιγραφή. Επίσης οι ίδιοι παραπάνω κατηγορούμενοι (1ος, 3η, 4ος, 5ος), κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.02 ως 31.12.02, σε ημερομηνίες που δεν διακριβώθηκαν επακριβώς, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισαν με πρόθεση τις πλαστές βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίων ταυτότητας, τις πλαστές ταυτότητες και τις σφραγίδες που αναφέρονται στο διατακτικό και ειδικότερα στις σελίδες 128, 130 και 1331 της παρούσας απόφασης, όπου γίνεται παραπομπή για την περιγραφή τους (με στοιχεία α1-6-, β1-8, και γ1-8), με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή τα εικονιζόμενα στις πλαστές προσωρινές ταυτότητες (βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών) και πλαστές ταυτότητες πρόσωπα είναι τα ίδια με εκείνα που αναγράφονται σ' αυτές και ότι οι σφραγίσεις με τις εν λόγω σφραγίδες είναι γνήσιες. Επίσης, οι ίδιοι παραπάνω κατηγορούμενοι (1ος, 3η, 4ος, 5ος), κατά το χρονικό διάστημα από 17.9.99 έως 21.10.03, στους ειδικότερους χρόνους που αναφέρονται στο διατακτικό, με σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένες περιουσίες, τελώντας με πρόθεση τις πράξεις που αναφέρονται στο διατακτικό, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, πείθοντας τα πρόσωπα που αναφέρονται στο διατακτικό σε πράξεις, που επίσης αναφέρονται στο διατακτικό, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με συνολικό όφελος αυτών και ζημία των παθόντων, που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή τα 14.673,51 ευρώ, ζημία που είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Διαπράττουν δε τέτοιες απάτες, κατ' επάγγελμα και συνήθεια, όπως παραπάνω αναφέρθηκε και για τις πλαστογραφίες που διέπραξαν. Οι επί μέρους πράξεις των κατηγορουμένων αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, στις σελίδες 131-163 με τα στοιχεία Γ1-41, όπου και γίνεται παραπομπή για την ειδικότερη περιγραφή τους. Το συνολικό όφελος των κατηγορουμένων (1ου, 3ης, 4ου, 5ου) από τις ανωτέρω πράξεις τους και η αντίστοιχη ζημιά όλων των εταιριών τραπεζών και ιδιωτών ανέρχεται στο ποσό των 57.634,69 ευρώ ή 19.639.023 δρχ., τέτοιες δε πράξεις διαπράττουν, όπως προαναφέρθηκε, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο Χ5, αυτός, στην ... από Μάρτιο του 2003 έως 21.10.03, στους ειδικότερους χρόνους που αναφέρονται στο διατακτικό, από κοινού με τους λοιπούς κατηγορουμένους (1ος, 3η, 4ος, 5ος) με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισε τα πλαστά έγγραφα που αναφέρονται στο διατακτικό, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησε τα έγγραφα αυτά σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τα πρόσωπα που αναφέρονται στο διατακτικό με όφελος γι' αυτόν και αντίστοιχη ζημιά των παθόντων, το ποσό που αναφέρεται στο διατακτικό, το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. Οι πράξεις αυτές αναφέρονται στο διατακτικό στις σελίδες 182-190, με τα στοιχεία Α1-7, όπου γίνεται παραπομπή για την ακριβή περιγραφή τους. Επίσης ο Χ5, κατά το χρονικό διάστημα από 17.9.99 ως 21.10.03, ενεργώντας από κοινού με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του (1ος, 3η, 4ος, 5ος), στους ειδικότερους χρόνους που αναφέρονται στο διατακτικό, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας τα πρόσωπα που αναφέρονται στο διατακτικό, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, προξενώντας τη ζημία που αναφέρεται στο διατακτικό, που είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αλλά δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή τα 14.673,51 ευρώ. Οι επί μέρους αυτές πράξεις αναφέρονται στο διατακτικό στις σελίδες 190-196, με τα στοιχεία Β1-7". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των ανωτέρω πράξεων και του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και ένδεκα (11) μηνών. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "Α) Στην ..., κατά τους αμέσως πιο κάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται στον νόμο και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα από 17.9.1999 έως 21.10.2003 οι Χ2, Χ3, Χ1, Χ4, από κοινού με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, στην συνέχεια δε χρησιμοποίησαν τα έγγραφα αυτά. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτους, είναι δε πρόσωπα που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Ειδικότερα, κατά τον πιο πάνω τόπο και κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα κατάρτισαν εξ υπαρχής τα πιο κάτω πλαστά έγγραφα: 1) Κατά μήνα Ιούλιο 2003 κατάρτισαν την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας, η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Γραφείο του Α.Τ. ... με τα στοιχεία ..., στην οποία επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφόμενου σε αυτή, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται στην ίδια βεβαίωση. Στην συνέχεια έκαναν χρήση της πιο πάνω βεβαίωσης επιδεικνύοντάς την και καταθέτοντας φωτοαντίγραφο αυτής στην εταιρεία "ΠΛΑΙΣΙΟ Α.Ε." για σύνδεση στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της "COSMOTE Α.Ε.", πράγμα που πέτυχαν με την χορήγηση της με αριθμό ... σύνδεσης στο όνομα του ανωτέρω, προξενώντας με την πράξη τους αυτή ζημία ύψους 144,19 ευρώ στην εταιρεία "COSMOTE Α.Ε.", η οποία αντιστοιχεί στην μη πληρωμή λογαριασμού της χρονικής περιόδου από 7.10.2003 έως 21.10.2003. 2)α) Κατά μήνα Μάρτιο 2003, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την οδό ... στην ... φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν στην συνέχεια την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση (δελτίο ταυτότητας) με στοιχεία "...", η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στην οποία (βεβαίωση) επικόλλησαν την φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφόμενου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται να την εξέδωσε και τέλος κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους, ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο, τα στοιχεία του οποίου αναγράφονται στην ίδια βεβαίωση. β) Την 10.5.2003 κατάρτισαν τις με αριθμούς 6966489 και 6966490 έντυπες αιτήσεις-συμβάσεις σύνδεσης με το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της TELESTET, τις οποίες, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα προσωπικά στοιχεία του ... ως αιτούντος - συμβαλλομένου, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του στην οικεία θέση. Με τις πλαστές αυτές βεβαιώσεις σκόπευαν να παραπλανήσουν με την χρήση τους, τους αρμόδιους υπαλλήλους της TELESTET ότι ο αιτών - συμβαλλόμενος είναι ο ανωτέρω. Ακολούθως, την ίδια ημέρα, την 10, 5.2003, έκαναν χρήση, τόσο της πιο πάνω πλαστής βεβαίωσης, την οποία επέδειξαν και κατέθεσαν φωτοαντίγραφό της στην TELESTET, όσο και των πιο πάνω αιτήσεων, τις οποίες επίσης υπέβαλαν, με αποτέλεσμα η εν λόγω εταιρεία να παραπλανηθεί και να τους παραδώσει δύο κινητά τηλέφωνα μάρκας NOKIA 3650, καθώς και να τους χορηγήσει στο όνομα του ... δύο συνδέσεις με αριθμούς ... και ... αντίστοιχα, συνολικής αξίας 1.080 ευρώ, ποσό κατά το οποίο ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την TELESTET. 3)-α) Την 1.7.2003 αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας, επί της οδού ..., φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν στον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν στην συνέχεια με στοιχεία "..." τις υπ' αριθ. ... δύο πλαστές βεβαιώσεις (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), οι οποίες φέρεται να έχουν εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στις οποίες βεβαιώσεις, αν και φέρουν τον ίδιο αριθμό, επικόλλησαν στην κάθε μία διαφορετική φωτογραφία και μάλιστα προσώπων άλλων και όχι του αναγραφόμενου σ' αυτές, σφράγισαν τις βεβαιώσεις, τόσο στην θέση της φωτογραφίας όσο και στο τέλος αυτών με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι τις εξέδωσε και, τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος τις βεβαιώσεις. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους, ότι το εικονιζόμενο στις βεβαιώσεις πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σε αυτές, β) Την 15.10.2003 κατάρτισαν τις με αριθμό ... και ... έντυπες αιτήσεις - συμβάσεις σύνδεσης με το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της COSMOTE, τις οποίες, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα προσωπικά στοιχεία του ... ως αιτούντος - συμβαλλομένου, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του στην οικεία θέση. Με τις πλαστές αυτές αιτήσεις σκόπευαν να παραπλανήσουν με την χρήση τους, τους αρμόδιους υπαλλήλους της COSMOTE ότι ο αιτών - συμβαλλόμενος είναι ο ανωτέρω, γ) την 15.10.2003 κατάρτισαν ένα πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου -εισοδήματος οικονομικού έτους 2003, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί την 16.6.2003 από το Υπουργείο Οικονομικών με στοιχεία υπόχρεου ΕΕ, ...-..., με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 19.194,91 ευρώ. Με την χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους σχετικά με το ύψος του εισοδήματος του φερομένου ως υπόχρεου και στην συνέχεια, την ίδια ημέρα έκαναν χρήση τόσο μίας από τις πιο πάνω πλαστές βεβαιώσεις, την οποία επέδειξαν και κατέθεσαν φωτοαντίγραφο στην COSMOTE, όσο και των πιο πάνω αιτήσεων, τις οποίες ομοίως υπέβαλαν καθώς και το πιο πάνω πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα, με αποτέλεσμα η εν λόγω εταιρεία να παραπλανηθεί να τους χορηγήσει στο όνομα του ΕΕ δύο συνδέσεις με τους αριθμούς ... και ..., χρεώνοντας στην συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με τα ποσά των 274,53 και 281,75 ευρώ αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά με το ποσό των 556,28 ευρώ κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν με αντίστοιχη ζημία της COSMOTE. 4)-α) Την 16.7.2003, αφού προηγουμένως είχαν αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν στον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν στην συνέχεια με τα στοιχεία ... την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφόμενου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται να την εξέδωσε και τέλος κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους, ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο, τα στοιχεία του οποίου αναγράφονται σε αυτήν, β) Την 20.10.2003 κατάρτισαν την με αριθμό ... έντυπη αίτηση-σύμβαση πολλαπλής σύνδεσης με το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της COSMOTE, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα προσωπικά στοιχεία του ... ως αιτούντος - συμβαλλομένου, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του στην οικεία θέση. Με την πλαστή αυτή αίτήση-σύμβαση σκόπευαν να παραπλανήσουν με την χρήση της τους αρμόδιους υπαλλήλους της COSMOTE, ότι ο αιτών - συμβαλλόμενος είναι ο ανωτέρω. Ακολούθως την ίδια ημέρα έκαναν χρήση, τόσο της πιο πάνω πλαστής βεβαίωσης, την οποία επέδειξαν και κατέθεσαν φωτοαντίγραφό της στην COSMOTE, όσο και της πιο πάνω αίτησης - σύμβασης, με αποτέλεσμα η εν λόγω εταιρεία να παραπλανηθεί και να τους χορηγήσει στο όνομα του ... δύο συνδέσεις με τους αριθμούς ... και ..., χρεώνοντας στην συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με το συνολικό ποσό των 1.071,03 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν με αντίστοιχη ζημία της COSMOTE. 5)α) Την 3.7.2003, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν στην συνέχεια με τα στοιχεία "..." την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστ. Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος, που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν, β) την 21.10.2003 κατάρτισαν την με αριθμό ... έντυπη αίτηση-σύμβαση πολλαπλής σύνδεσης με το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της COSMOTE, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα προσωπικά στοιχεία του ..., ως αιτούντος-συμβαλλομένου, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του στην οικεία θέση. Με την πλαστή αυτή αίτηση-σύμβαση σκόπευαν να παραπλανήσουν με την χρήση της τους αρμόδιους υπαλλήλους της COSMOTE, ότι ο αιτών-συμβαλλόμενος είναι ο ανωτέρω. Ακολούθως την ίδια ημέρα έκαναν χρήση, τόσο της πιο πάνω πλαστής βεβαίωσης, την οποία επέδειξαν και κατέθεσαν φωτοαντίγραφο της στην COSMOTE, όσο και της πιο πάνω αίτησης-σύμβασης, με αποτέλεσμα η εν λόγω εταιρεία να παραπλανηθεί και να τους χορηγήσει στο όνομα του ... δύο συνδέσεις με τους αριθμούς ... και ..., χρεώνοντας στην συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με το συνολικό ποσό των 530,17 ευρώ, κατά ο οποίο αυτοί ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την COSMOTE. 6)-α) Την 9.7.2003, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ...-... φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν στην συνέχεια την υπ' αριθ. ... βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών για την έκδοση δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστ. Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν, β) την 17.10.2003, κατάρτισαν την υπ' αριθ. ... έντυπη αίτηση-σύμβαση πολλαπλής σύνδεσης με το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της COSMOTE, την οποία, αφού συμπλήρωσαν με τα προσωπικά στοιχεία του ..., ως αιτούντος-συμβαλλομένου, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του στην οικεία θέση. Με την πλαστή αυτή αίτηση-σύμβαση σκόπευαν να παραπλανήσουν με την χρήση της τους αρμόδιους υπαλλήλους της COSMOTE, ότι ο αιτών-συμβαλλόμενος είναι ο ανωτέρω. Ακολούθως την ίδια η μέρα έκαναν χρήση, τόσο της πιο πάνω πλαστής βεβαίωσης, την οποία επέδειξαν και κατέθεσαν φωτοαντίγραφό της στην COSMOTE, όσο και της πιο πάνω αίτησης-σύμβασης, με αποτέλεσμα η εν λόγω εταιρεία να παραπλανηθεί και να τους χορηγήσει στο όνομα του ... δύο συνδέσεις με τους αριθμούς ... και ..., χρεώνοντας στην συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με το συνολικό ποσό των 1.157,36 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την COSMOTE. 7)-α) Την 5.7.2003, αφού προηγουμένως είχαν αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν στην συνέχεια την με αριθμό ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών για την έκδοση δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας) με στοιχεία "...", η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστ. Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Στην συνέχεια έκαναν χρήση της πιο πάνω πλαστής βεβαίωσης, επιδεικνύοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), προκειμένου να εισπράξουν την επιστροφή φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 που μαζί με το εκκαθαριστικό σημείωμα είχε αποσταλεί στον πιο πάνω φορολογούμενο και στην συνέχεια, την ίδια ημέρα (5.7.2003), αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος, την παρέδωσαν στον αρμόδιο ταμία της τράπεζας, παραπλανώντας τον, ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και εισέπραξαν την επιστροφή του φόρου εκ δραχμών 86.319 και στην συνέχεια έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του δικαιούχου αυτού κάτω από την ένδειξη "Ο λαβών". 8)-α) Την 17.9.1999, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1999 που απευθυνόταν προς τον ..., κατάρτισαν στην συνέχεια με τα στοιχεία "..." την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους, ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Ακολούθως, έκαναν χρήση της πλαστής αυτής βεβαίωσης, επιδεικνύοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), προκειμένου να εισπράξουν την επιστροφή φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1999, που μαζί με το εκκαθαριστικό σημείωμα είχε αποσταλεί στον πιο πάνω φορολογούμενο, β) Την 17.9.1999, έχοντας αφαιρέσει, όπως προαναφέρθηκε, το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος του ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, εμφανίστηκαν στον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω τράπεζας και παραπλανώντας τον ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, εισέπραξαν την επιστροφή του φόρου εκ δραχμών 200.000 και ακολούθως έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του πιο πάνω δικαιούχου στην θέση "ο λαβών". 9)α) Την 17.9.1999, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1999 που απευθυνόταν στον ..., κατάρτισαν με τα στοιχεία "..." την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών για την έκδοση δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ", έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους, ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Ακολούθως, έκαναν χρήση της πλαστής αυτής βεβαίωσης επιδεικνύοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλο της Εμπορικής Τράπεζας (κατάστημα ...) προκειμένου να εισπράξουν την επιστροφή φόρου οικονομικού έτους 1999 που μαζί με το εκκαθαριστικό σημείωμα είχε αποσταλεί στον πιο πάνω φορολογούμενο, β) την ίδια ημέρα (17.9.1999), έχοντας αφαιρέσει το εκκαθαριστικό σημείωμα του ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, εμφανίστηκαν στην πιο πάνω τράπεζα και παραπλανώντας τον αρμόδιο ταμία αυτής ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, εισέπραξαν την επιστροφή φόρου εκ δρχ. 226.495 και ακολούθως στο παραστατικό (ένταλμα πληρωμής επιταγής) έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του πιο πάνω δικαιούχου κάτω από την ένδειξη "ΕΛΑΒΕ Ο". 10) Την 18.12.2000, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ...-... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικον. έτους 2000 που απευθυνόταν στον ..., αφού έκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, εμφανίστηκαν στην Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ....) και, παραπλανώντας τον αρμόδιο ταμία της τράπεζας, ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, εισέπραξαν την επιστροφή φόρου εκ δρχ. 62.583 και ακολούθως στο απόκομμα της ειδοποίησης έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του πιο πάνω δικαιούχου στην θέση "ο λαβών". 11)-α) Την 10.7.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... το εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2001 που απευθυνόταν στην ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, συμπλήρωσαν την εξουσιοδότηση που βρίσκεται στην πίσω όψη της ειδοποίησης, την συμπλήρωσαν έτσι ώστε η ... φέρεται να εξουσιοδοτεί τον ... να λάβει το ποσό που αναφερόταν στο εμπρός μέρος της ειδοποίησης, για λογαριασμό της, έθεσαν στην συνέχεια ημερομηνία 10.7.2001 και κάτω από την ένδειξη "Ο εξουσιοδοτών" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή της ... και ακολούθως πλαστή σφραγίδα Αστυνομικού Τμήματος, με την οποία βεβαιώνεται το γνήσιο, δήθεν, της υπογραφής. Με την πλαστή αυτή εξουσιοδότηση σκόπευαν να παραπλανήσουν τους αρμοδίους για την επιστροφή φόρου υπαλλήλους τραπεζών, ότι η ... είχε δήθεν εξουσιοδοτήσει το πιο πάνω πρόσωπο για να εισπράξει για λογαριασμό της την επιστροφή του φόρου. Ακολούθως, την 6.8.2001 έκαναν χρήση της πλαστής αυτής εξουσιοδότησης, παραδίδοντάς την στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (κατάστημα ...), από όπου εισέπραξαν την επιστροφή φόρου 143.373 δρχ. β) Την 6.8.2001, προκειμένου να εισπράξουν το παραπάνω ποσό, κατάρτισαν με στοιχεία "... " την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστ. Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Ακολούθως έκαναν χρήση της πλαστής πιο πάνω βεβαίωσης, επιδεικνύοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλο της Αγροτικής Τράπεζας, από όπου εισέπραξαν το προαναφερόμενο ποσό. 12) Την 8.8.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο πολυκατοικίας επί της οδού ...-... το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας οικον. έτους 2001 που απευθυνόταν στον ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, εμφανίστηκαν στην τράπεζα ALPHA BANK (κατάστημα ...) και θέτοντας στην ειδοποίηση, κάτω από την ένδειξη "Ο λαβών" την υπογραφή του ανωτέρω δικαιούχου κατ' απομίμηση, εισέπραξαν το ποσό των 70.200 δρχ. 13)-α) Την 31.7.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο πολυκατοικίας επί της οδού ... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικον. έτους 2001 της ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, συμπλήρωσαν την εξουσιοδότηση που βρίσκεται στην πίσω όψη της ειδοποίησης, έτσι ώστε να φέρεται ότι η ... εξουσιοδοτούσε τον ... να λάβει το έμπροσθεν αναγραφόμενο ποσό για λογαριασμό της, έθεσαν στην συνέχεια ημερομηνία 31.7.2001 και κάτω από την ένδειξη "Ο εξουσιοδοτών" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή της ... και ακολούθως πλαστή σφραγίδα Αστυν. Τμήματος, με την οποία, βεβαιώνεται, δήθεν, το γνήσιο της υπογραφής της ανωτέρω. Με την πλαστή αυτή εξουσιοδότηση σκόπευαν να παραπλανήσουν τους αρμοδίους για την επιστροφή φόρου υπαλλήλους τραπεζών, Ότι η ... είχε δήθεν εξουσιοδοτήσει το πιο πάνω πρόσωπο για να εισπράξει για λογαριασμό της την επιστροφή του φόρου. Ακολούθως, την 6.8.2001 έκαναν χρήση της πλαστής αυτής εξουσιοδότησης, παραδίδοντάς την στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (κατάστημα ...), από όπου εισέπραξαν την επιστροφή φόρου δρχ. 188.507. β) Την 31.7.2001, προκειμένου να εισπράξουν το παραπάνω ποσό, κατάρτισαν με τα στοιχεία "... έτος γεννήσεως 13.4.1948, τόπος γεννήσεως Ζαγορά Μαγνησίας, το υπ' αριθ. ... πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, στο οποίο επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την ταυτότητα αυτή με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην ταυτότητα πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Ακολούθως έκαναν χρήση της πλαστής πιο πάνω ταυτότητας, επιδεικνύοντας φωτοαντίγραφό της που επικυρώθηκε με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του Αξιωματικού Υπηρεσίας του AT ... και καταθέτοντάς το στον αρμόδιο υπάλληλο της πιο πάνω τράπεζας από όπου εισέπραξαν το προαναφερόμενο ποσό. 14) Την 24.8.2001, έχοντας αφαιρέσει από την είσοδο πολυκατοικίας επί της οδού ... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικον. έτους 2001 του ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, εμφανίστηκαν στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (κατάστημα ...) και παραπλανώντας τον αρμόδιο ταμία της τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του πιο πάνω δικαιούχου στο σχετικό παραστατικό (εντολή πληρωμής) κάτω από την ένδειξη "Ο πελάτης" και ακολούθως εισέπραξαν την επιστροφή του φόρου εκ δρχ. 10.052. 15) α) Την 17.10.2003, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο πολυκατοικίας επί της οδού ... φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν στην συνέχεια με τα στοιχεία "..." την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση, επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. β) Την 17.10.2003 κατάρτισαν την με αριθμό ... έντυπη αίτηση-σύμβαση πολλαπλής σύνδεσης με το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της εταιρείας COSMOTE, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες θέσεις με τα προσωπικά στοιχεία του ..., ως αιτούντος-συμβαλλομένου, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του στην οικεία θέση. Με την πλαστή αυτή αίτηση-σύμβαση σκόπευαν να παραπλανήσουν με την χρήση τους, τους αρμόδιους υπαλλήλους της COSMOTE ότι ο αιτών συμβαλλόμενος είναι ο ανωτέρω. Ακολούθως την 17.10.2003 έκαναν χρήση, τόσο της πιο πάνω πλαστής βεβαίωσης την οποία επέδειξαν και κατέθεσαν φωτοαντίγραφό της στην COSMOTE, όσο και της παραπάνω αίτησης -σύμβασης, με αποτέλεσμα η εν λόγω εταιρεία να παραπλανηθεί και να τους χορηγήσει στο όνομα του ... δύο συνδέσεις με τους αριθμούς ... και ..., χρεώνοντας στην συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με το συνολικό ποσό των 208,60 ευρώ, κατά το οποίο οι ίδιοι ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την COSMOTE. 16) α) Την 5.7.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος του οικον. έτους 2001 που απευθυνόταν στον ..., κατάρτισαν στην συνέχεια την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Ακολούθως έκαναν χρήση της πλαστής αυτής βεβαίωσης επιδεικνύοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλο της Εμπορικής Τράπεζας (κατάστημα ...) προκειμένου να εισπράξουν την επιστροφή φόρου εισοδήματος οικον. έτους 1999, που μαζί με το εκκαθαριστικό σημείωμα είχε σταλεί στον πιο πάνω φορολογούμενο, β) Την ίδια ημέρα (5.7.2001), έχοντας αφαιρέσει, όπως προαναφέρθηκε, το εκκαθαριστικό σημείωμα του πιο πάνω φορολογουμένου ΦΦ, αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, εμφανίστηκαν στον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω τράπεζας και παραπλανώντας τον ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, εισέπραξαν την επιστροφή του φόρου εκ δρχ. 56.947 και ακολούθως στο σχετικό παραστατικό (ένταλμα πληρωμής επιταγής) έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του πιο πάνω δικαιούχου κάτω από την ένδειξη "ΕΛΑΒΕ Ο". 17) α) Την 22.8.2000, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν στον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας) με τα στοιχεία "...", η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και, τέλος, κάτω από, την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Ακολούθως έκαναν χρήση της πλαστής αυτής βεβαίωσης επιδεικνύοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), προκειμένου να εισπράξουν την επιστροφή φόρου εισοδήματος οικον. έτους 2000, που μαζί με το εκκαθαριστικό σημείωμα είχε σταλεί στον ανωτέρω φορολογούμενο, β) Την 5.7.2003, έχοντας αφαιρέσει, όπως προαναφέρθηκε, το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος του ..., εμφανίστηκαν στην πιο πάνω τράπεζα και παραπλανώντας τον αρμόδιο ταμία αυτής ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, εισέπραξαν την επιστροφή του φόρου εκ δρχ. 13.699 και ακολούθως έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του πιο πάνω δικαιούχου στην θέση "Ο λαβών". 18) α) Την 20.5.2002, αφού προηγουμένως είχαν αφαιρέσει από την είσοδο της κατοικίας του ... επί της οδού ... (...) ειδοποιητήριο συστημένου που απευθυνόταν προς αυτόν από το Ταχυδρομείο ... για την παραλαβή συστημένης επιστολής, κατάρτισαν στην συνέχεια με στοιχεία "..." την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Ακολούθως την 29.5.2002 έκαναν χρήση της πιο πάνω πλαστής βεβαίωσης, επιδεικνύοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλο του Ταχυδρομείου ..., ο οποίος, παραπλανηθείς τους παρέδωσε συστημένη επιστολή που απευθυνόταν στον ανωτέρω και περιείχε την υπ' αριθ.. ... κάρτα INTERAMERICAN VISA, με την οποία ακολούθως, την 30.5.2002 και 1.6.2002, παραπλανώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους του καταστήματος "ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ" προέβησαν σε αγορές διαφόρων ειδών ύψους 2.000 και 1.000 ευρώ αντίστοιχα, δηλαδή συνολικού ύψους 3.000 ευρώ, ποσό με το οποίο ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την INTERAMERICAN. β) Την 29.5.2002, έχοντας αφαιρέσει το προαναφερόμενο ειδοποιητήριο συστημένης επιστολής, εμφανίστηκαν στο Ταχυδρομείο ... και παραπλανώντας τον αρμόδιο υπάλληλο αυτού ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου ώστε να τους παραδώσει την εν λόγω συστημένη επιστολή, στην συνέχεια δε έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του πιο πάνω παραλήπτη ... δίπλα από την ένδειξη "Υπογραφή παραλήπτη". 19) α)Την 2.6.2000, έχοντας στην κατοχή τους το απωλεσθέν δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του ..., κατάρτισαν την με την πιο πάνω ημερομηνία έντυπη αίτηση για έκδοση πιστωτικής κάρτας MASTERCARD της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες διατάξεις όπως "Ατομικά Στοιχεία"με τα στοιχεία του πιο πάνω, με Α.Φ.Μ. όμως διαφορετικό του πραγματικού, ήτοι ... αντί ..., "Στοιχεία Επαγγέλματος" με τα στοιχεία του επαγγέλματός του, όχι όμως τα πραγματικά, που είναι οδηγός, αλλά πολιτικός μηχανικός, "Στοιχεία κατοικίας), "Περιουσιακά Στοιχεία" κλπ, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω δίπλα στην ένδειξη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕΛΟΥΣ", β) Την 12.7.2000 κατάρτισαν την υπό την αυτή ημερομηνία έντυπη αίτηση για έκδοση πιστωτικής κάρτας CITIBANK VISA της τράπεζας CITIBANK, την οποία, αφού συμπλήρωσαν με τα ατομικά στοιχεία του ανωτέρω, με Α.Φ.Μ. όμως διαφορετικό του πραγματικού, ήτοι ... αντί ..., και με διαφορετικά λοιπά στοιχεία, όπως προαναφέρθηκε, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω δίπλα στην ένδειξη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕΛΟΥΣ", γ) Την 12.7.2000 κατάρτισαν ένα πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικον. έτους 1997, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Υπουργείο Οικονομικών με στοιχεία υποχρέου "..., Πολιτικός Μηχανικός, ...-..." και με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 6.787.138 δρχ. δ) Την 17.7.2000 κατάρτισαν την υπό την αυτή ημερομηνία έντυπη αίτηση για έκδοση πιστωτικής κάρτας ANT 1 VISA της Εμπορικής Τράπεζας, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις, όπως "Ατομικά Στοιχεία" με τα ατομικά στοιχεία του ανωτέρω, ΑΦΜ κλπ, στοιχεία όμως διαφορετικά του πραγματικού, όπως προηγουμένως αναφέρθηκαν, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω κάτω από την ένδειξη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ". Στις πράξεις αυτές προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους των πιο πάνω τραπεζών ότι το πρόσωπο, που κάθε φορά συμπλήρωνε και υπέγραφε με ψευδές ονοματεπώνυμο, ήταν το αναφερόμενο στις αιτήσεις αυτές πρόσωπο, αποκρύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τα πραγματικά ατομικά του στοιχεία και το πραγματικό δηλωθέν εισόδημά του στην εφορία. Στην συνέχεια, την ίδια ημέρα που κατάρτισαν τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα έκαναν χρήση αυτών, καταθέτοντάς τα στις πιο πάνω τράπεζες, με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους τους και να τους χορηγήσουν τις ακόλουθες πιστωτικές κάρτες. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την υπ' αριθ. ... κάρτα MASTERCARD, με την οποία έως την 30.11.2000 πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 9.168,60 ευρώ, η τράπεζα CITIBANK την ... κάρτα VISA, με την οποία κατά το χρονικό διάστημα από 10.8.2000 έως 21.3.2001 πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 1.372.409 δραχμών και η Εμπορική Τράπεζα την ... κάρτα ANT 1 VISA, με την οποία κατά το χρονικό διάστημα από 25.7.2000 έως 9.8.2001 πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 1.436.105 δρχ. 20) Α) Την 2.3.2000 κατάρτισαν: α) ένα πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό Η 826184, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Παράρτημα Ασφαλείας ... με τα στοιχεία ..., έτος γεννήσεως 26.2.1950 και με επικόλληση φωτογραφίας προσώπου διαφορετικού του αναγραφομένου στην αστυνομική αυτή ταυτότητα, β) την από 2.3.2000 πλαστή έντυπη αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας MASTERCARD, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα προσωπικά δήθεν στοιχεία του ανωτέρω προσώπου, τα στοιχεία της κατοικίας του, το εισόδημα, την περιουσιακή του κατάσταση κλπ, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ... δίπλα από την ένδειξη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕΛΟΥΣ", γ) ένα εκκαθαριστικό φόρου εισοδήματος οικον. έτους 1999, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί την 2.6.1999 από το Υπουργείο Οικονομικών με στοιχεία υποχρέου ..., ιδιωτικός υπάλληλος, ...-... και με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 8.182.271 δρχ. Β) Την 21.4.2000 κατάρτισαν: α) πλαστή έντυπη αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας ANT 1 VISA, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα ατομικά δήθεν στοιχεία του ανωτέρω προσώπου, τα στοιχεία της κατοικίας του, τα στοιχεία του δήθεν επαγγέλματός του, τα οικονομικά δήθεν στοιχεία του κλπ, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ... κάτω από την ένδειξη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ", β) κατάρτισαν μια πλαστή εξουσιοδότηση με το εξής περιεχόμενο: "Δια της παρούσης μου εγώ ο ..., κάτοικος ..., οδός ... (εργασίας ...) τηλ. ... και ... με αριθμό ταυτότητας .../25.7.69 του Π.Α. ..., εξουσιοδοτώ την κα Χ3 με αριθμό ταυτότητας .../24.7.1989 του Τ.Α. ... όπως παραλάβει και υπογράψει αντ' εμού για την πιστωτική κάρτα ANT 1 VISA που μου έχει εγκριθεί από την Εμπορική Τράπεζα", στην οποία κάτω από την ένδειξη "Ο εξουσιοδοτών" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ... και ακολούθως πλαστή σφραγίδα του Αστυνομικού Τμήματος ..., με την οποία βεβαιώνεται το γνήσιο, δήθεν, της υπογραφής. Στις πράξεις αυτές προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και της Εμπορικής Τράπεζας αντίστοιχα, ότι στις πιο πάνω περιπτώσεις οι ίδιοι έφεραν κάθε φορά το αναγραφόμενο στις πλαστές ταυτότητες ονοματεπώνυμο, ότι το εισόδημά τους κάθε φορά ήταν το αναγραφόμενο στο πιο πάνω πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα και ότι το πρόσωπο, που κάθε φορά συμπλήρωνε και υπέγραφε με ψευδές ονοματεπώνυμο, ήταν το αναφερόμενο στις αιτήσεις αυτές πρόσωπο, αποκρύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τα πραγματικά ατομικά τους στοιχεία και το πραγματικό δηλωθέν στην εφορία εισόδημα τους και τέλος, ότι ο ... είχε δήθεν εξουσιοδοτήσει την 3η κατηγορουμένη Χ3 για να παραλάβει την πιστωτική κάρτα. Στην συνέχεια, την ίδια ημέρα που κατάρτισαν τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα έκαναν χρήση αυτών, καταθέτοντάς τα στις πιο πάνω τράπεζες, με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους αυτών και να τους χορηγήσουν τις ακόλουθες πιστωτικές κάρτες. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την υπ' αριθ. ... κάρτα MASTERCARD, με την οποία πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 7.118,14 ευρώ και η Εμπορική Τράπεζα την ... κάρτα ANT 1 VISA, με την οποία πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 3.747,90 ευρώ. Γ) Την 31.5.2000 κατάρτισαν: α) την υπό στοιχεία ... έντυπη αίτηση συνδρομής στην κινητή τηλεφωνία της PANAFON, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες διατάξεις με στοιχεία συνδρομητή "..., ...-..., ιδιωτικός υπάλληλος, ΑΦΜ ...- ΔΟΥ Α' Αθηνών" ως αιτούντος - συμβαλλομένου, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του στην οικεία θέση, β) την ίδια ημέρα, 31.5.2000 κατάρτισαν την υπό στοιχεία No ... πλαστή έντυπη εντολή ανάθεσης προς την PANAFON για εξόφληση λογαριασμών τηλ/κων τελών μέσω πιστωτικής κάρτας, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα στοιχεία του ..., την πιστωτική κάρτα, τον αριθμό της κάρτας κλπ, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του στις ενδείξεις "Ο ΚΑΤΑΘΕΤΗΣ" και "ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ", γ) την 29.5.2000 κατάρτισαν μία πλαστή εξουσιοδότηση με το εξής περιεχόμενο: "ο κάτωθι υπογεγραμμένος ... με αριθμό ταυτότητας .../25.7.69 του Π.Α. ..., κάτοικος ..., οδός ... αριθ. 9 (τηλ. ...) και εργασίας ... (τηλ. ...), εξουσιοδοτώ την κα Χ3, όπως αντ' εμού παραδώσει τα συγκεκριμένα έγγραφα που χρειάζονται, υπογράψει και παραλάβει την συσκευή και τα έγγραφα για συνδρομή μου στην κινητή τηλεφωνία", στην οποία, κάτω από την ένδειξη "Ο εξουσιοδοτών" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ... και ακολούθως πλαστή σφραγίδα του Αστυνομικού Τμήματος ... με την οποία βεβαιώνεται το γνήσιο, δήθεν, της υπογραφής του ... . Με την πιο πάνω πλαστή αίτηση συνδρομής και πλαστή εντολή ανάθεσης σκόπευαν να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της PANAFON ότι ο αιτών-συμβαλλόμενος είναι ο ... και με την πιο πάνω εξουσιοδότηση είχε ο ίδιος εξουσιοδοτήσει την 3η κατηγορουμένη Χ3 για να παραδώσει τα σχετικά έγγραφα και να παραλάβει την συσκευή και τα έγγραφα για την συνδρομή του κινητή τηλεφωνία. Ακολούθως, την 31.5.2000 έκαναν χρήση των πιο πάνω πλαστών εγγράφων αλλά και του αναφερόμενου πιο πάνω πλαστού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος (σε φωτοαντίγραφα), τα οποία υπέβαλαν στην PANAFON AE. μέσω του 9ου καταστήματος της αλυσίδας "ΟΝΕ WΑΥ"(... και ...), με αποτέλεσμα η εν λόγω εταιρεία και το πιο πάνω κατάστημα να παραπλανηθεί και να τους χορηγήσει στο όνομα του ... δύο συσκευές κινητών τηλεφώνων μάρκας NOKIA και ERICSSON με τις αντίστοιχες συνδέσεις, χρεώνοντας στην συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με συνολικό ποσό 2.000 ευρώ. 21) Την 6.10.2000, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... το αποσταλέν από την Εφορία στον ... έντυπο της φορολογικής του δήλωσης οικονομικού έτους 2000, κατάρτισαν ένα δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Π.Α. ... με τα στοιχεία "...", τόπος γεννήσεως Μυτιλήνη Λέσβου και με επικόλληση φωτογραφίας προσώπου διαφορετικού του αναγραφομένου στην αστυνομική αυτή ταυτότητα και την από 6.10.2000 πλαστή έντυπη αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας MASTERCARD από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα προσωπικά δήθεν στοιχεία του ανωτέρω προσώπου, τα στοιχεία της κατοικίας του, το εισόδημα με την περιουσιακή του κατάσταση κλπ, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ... δίπλα από την ένδειξη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕΛΟΥΣ". Στην κατάρτιση των πλαστών αυτών εγγράφων προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ότι το πρόσωπο που εικονιζόταν στο πιο πάνω δελτίο ταυτότητας, το οποίο συμπλήρωσε και υπέγραψε με ψευδές ονοματεπώνυμο, ήταν το αναφερόμενο στην ταυτότητα και στην αίτηση πρόσωπο, αποκρύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τα πραγματικά ατομικά του στοιχεία. Στην συνέχεια, την ίδια ημέρα που κατάρτισαν τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα, έκαναν χρήση τους καταθέτοντάς τα στην πιο πάνω τράπεζα, με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους της και να τους χορηγηθεί στο όνομα του ανωτέρω η υπ' αριθ. ... πιστωτική κάρτα MASTERCARD, με την οποία πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 1.200.000 δρχ. 22) α) Την 24.10.2000, αφού προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο πολυκατοικίας επί της οδού ...-...) φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν στον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν στην συνέχεια με τα στοιχεία "..." την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Ακολούθως έκαναν χρήση της πλαστής πιο πάνω βεβαίωσης, επιδεικνύοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), προκειμένου να εισπράξουν την επιστροφή φόρου εισοδήματος οικον. έτους 2000, που μαζί με το εκκαθαριστικό σημείωμα είχε σταλεί στον ανωτέρω φορολογούμενο, β) Την 24.10.2000, έχοντας αφαιρέσει, όπως προαναφέρθηκε, το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος του ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος, εμφανίστηκαν στην πιο πάνω τράπεζα και παραπλανώντας τον αρμόδιο ταμία ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, εισέπραξαν την επιστροφή του φόρου εκ δραχμών 148.495, και ακολούθως έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω κάτω από την ένδειξη "Ο λαβών". 23) α) Την 22.6-2001, αφού είχαν προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν στον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν στην συνέχεια με τα στοιχεία "..." την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ", έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Ακολούθως έκαναν χρήση της πλαστής αυτής βεβαίωσης, επιδεικνύοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), προκειμένου να εισπράξουν την επιστροφή φόρου εισοδήματος οικον. έτους 2001, που μαζί με το εκκαθαριστικό σημείωμα είχε σταλεί στον ανωτέρω φορολογούμενο, β) Την 22.6.2001, έχοντας αφαιρέσει, όπως. προαναφέρθηκε, το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος του ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος, εμφανίστηκαν στην πιο πάνω τράπεζα και παραπλανώντας τον αρμόδιο ταμία ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου εισέπραξαν την επιστροφή φόρου εκ δρχ. 98.960 και ακολούθως έθεσαν την υπογραφή του ανωτέρω δικαιούχου κάτω από την ένδειξη "Ο λαβών". 24) α) Την 26.7.2001, αφού προηγουμένως είχαν αφαιρέσει από την είσοδο πολυκατοικίας επί της οδού ... φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν στον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, κατάρτισαν στην συνέχεια με τα στοιχεία "..." την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ", έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. Ακολούθως έκαναν χρήση της πλαστής πιο πάνω βεβαίωσης, επιδεικνύοντάς την στον αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), προκειμένου να εισπράξουν την επιστροφή φόρου εισοδήματοςοικον. έτους 2001, που μαζί με το εκκαθαριστικό σημείωμα είχε σταλεί στον πιο πάνω φορολογούμενο. β) Την 26.7.2001, έχοντας αφαιρέσει, όπως προαναφέρθηκε, το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος του ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος, εμφανίστηκαν στην πιο πάνω τράπεζα και παραπλανώντας τον αρμόδιο ταμία, ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, εισέπραξαν την επιστροφή φόρου εκ δρχ. 79.742 και ακολούθως έθεσαν την υπογραφή του ανωτέρω δικαιούχου κάτω από την ένδειξη "Ο λαβών". 25) α) Την 23.8.2000, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικον. έτους 2000 που απευθυνόταν στην ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, συμπλήρωσαν την εξουσιοδότηση που βρίσκεται στην πίσω όψη της εξουσιοδότησης, έτσι ώστε να φέρεται ότι η ... εξουσιοδοτεί τον ... να λάβει το ποσό που αναγραφόταν στην ειδοποίηση για λογαριασμό της, έθεσαν στην συνέχεια ημερομηνία 23.8.2000 και κάτω από την ένδειξη "Ο εξουσιοδοτών" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή της ... και ακολούθως πλαστή σφραγίδα του Αστυν. Τμήματος ..., με την οποία βεβαιώνεται το γνήσιο, δήθεν, της υπογραφής. Με την πλαστή αυτή εξουσιοδότηση σκόπευαν να παραπλανήσουν τους αρμόδιους για την επιστροφή του φόρου υπαλλήλους τραπεζών, ότι η ... είχε εξουσιοδοτήσει, δήθεν, το ανωτέρω πρόσωπο για να εισπράξει για λογαριασμό της την επιστροφή του φόρου. Ακολούθως την 29.8.2000 έκαναν χρήση της πλαστής αυτής εξουσιοδότησης, παραδίδοντάς την στην Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...), από όπου εισέπραξαν την επιστροφή του φόρου εκ δραχμών 53.090. β) Την 23.8.2001, προκειμένου να εισπράξουν το πιο πάνω ποσό, κατάρτισαν τα παρακάτω πλαστά δελτία ταυτότητας: αα) με τα στοιχεία "..., ημερομηνία γέννησης 3.4.1948, τόπος γέννησης Ζαγορά Μαγνησίας", κατάρτισαν το υπ' αριθ. ... πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και ββ) με τα στοιχεία "..." κατάρτισαν το υπ' αριθ. ... πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, στα οποία επικόλλησαν φωτογραφίες προσώπων άλλων και όχι του αναγραφομένου σε αυτές, σφράγισαν τις ταυτότητες με πλαστή σφραγίδα των αστυνομικών τμημάτων που φέρονται ότι τις εξέδωσαν και στις οικείες ενδείξεις έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος τις ταυτότητες. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι τα εικονιζόμενα στις ταυτότητες πρόσωπα είναι τα ίδια με εκείνα τα στοιχεία των οποίων αναγράφονται σε αυτές. Ακολούθως την 29.8.2001 έκαναν χρήση των πλαστών αυτών ταυτοτήτων, καθόσον τις επέδειξαν και φωτοαντίγραφά τους που επικυρώθηκαν με πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του Αξιωματικού Υπηρεσίας του AT ... κατέθεσαν στον αρμόδιο υπάλληλο της πιο πάνω τράπεζας, από όπου εισέπραξαν το προαναφερόμενο ποσό. 26) α) Την 14.2.2002, αφού προηγουμένως είχαν αφαιρέσει από την είσοδο της κατοικίας του ... επί της οδού ... (...) δύο ειδοποιητήρια συστημένων επιστολών που απευθύνονταν προς αυτόν από το ταχυδρομείο ... για την παραλαβή συστημένης επιστολής, κατάρτισαν την με την αυτή ημερομηνία πλαστή εξουσιοδότηση με το εξής περιεχόμενο: "Δια της παρούσης μου ο κάτωθι υπογεγραμμένος ... εξουσιοδοτώ τον κ. ..., όπως αντ' εμού παραλάβει τα γράμματά μου από το Ταχυδρομείο", στην οποία κάτω από την ένδειξη "Ο εξουσιοδοτών" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ... και ακολούθως πλαστή σφραγίδα του Αστυνομικού Τμήματος ..., με την οποία βεβαιώνεται το γνήσιο, δήθεν, της υπογραφής του ... . Με την πλαστή αυτή εξουσιοδότηση σκόπευαν να παραπλανήσουν με την χρήση της τους αρμοδίους υπαλλήλους των ΕΛΤΑ ότι ο ανωτέρω είχε δήθεν εξουσιοδοτήσει τον ... για να του παραδώσουν τα γράμματά του. β) Την 14.2.2002, έχοντας αφαιρέσει, όπως προαναφέρθηκε, τα πιο πάνω ειδοποιητήρια συστημένων, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ... στα ειδοποιητήρια αυτά δίπλα στην ένδειξη "υπογραφή παραλήπτη". Ακολούθως, την 15.2.2002 έκαναν χρήση της πιο πάνω πλαστής εξουσιοδότησης και ειδοποιητηρίων, τα οποία κατέθεσαν στα ΕΛ.ΤΑ. ..., όπου παραπλανώντας τον αρμόδιο υπάλληλο πέτυχαν να παραλάβουν δύο συστημένες επιστολές που απευθύνονταν στον ..., οι οποίες περιείχαν, η μία την υπ' αριθ. ... πιστωτική κάρτα CITIBANK MASTERCARD, με την οποία ακολούθως πραγματοποίησαν αγορές από διάφορα καταστήματα συνολικού ποσού 2.419,03 ευρώ και η άλλη τις υπ' αριθ. ... και ... πιστωτικές κάρτες EUROBANK, με τις οποίες πραγματοποίησαν συναλλαγές, με την πρώτη συνολικού ποσού 2.186,90 ευρώ και με την δεύτερη ποσού 3.001,17 ευρώ. 27) α) Την 10.5.2002, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της κατοικίας του ... επί της οδού ... (...) ένα ειδοποιητήριο συστημένου, που απευθυνόταν προς αυτόν από τα ΕΛ.ΤΑ. ... για την παραλαβή συστημένης επιστολής, κατάρτισαν την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ", έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν. β)Την 10.5.2002, έχοντας αφαιρέσει, όπως προαναφέρθηκε, το πιο πάνω ειδοποιητήριο συστημένου, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ... στο ειδοποιητήριο αυτό δίπλα στην ένδειξη "Υπογραφή Παραλήπτη". Ακολούθως την ίδια ημέρα, έκαναν χρήση της πιο πάνω πλαστής αστυνομικής ταυτότητας και του ειδοποιητηρίου, τα οποία, την μεν ταυτότητα επέδειξαν, το δε ειδοποιητήριο κατέθεσαν στα ΕΛ.ΤΑ. ..., όπου παραπλανώντας τον αρμόδιο υπάλληλο αυτών πέτυχαν να παραλάβουν μία συστημένη επιστολή που απευθυνόταν προς τον ..., η οποία περιείχε δύο πιστωτικές κάρτες της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (VISA CARD), μία με αριθμό ... και την άλλη με αριθμό ... και τις δύο στο όνομα του ..., με τις οποίες στην συνέχεια πραγματοποίησαν συναλλαγές ύψους 179 και 196,04 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 375,04 ευρώ, ποσό κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν και αντιστοίχως ζημίωσαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. 28) α) Την 26.7.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) προσωπικά έγγραφα που ανήκαν στην ..., κατάρτισαν με τα στοιχεία "..." την υπ' αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., στην οποία βεβαίωση επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σε αυτήν, σφράγισαν την βεβαίωση τόσο στην θέση της φωτογραφίας, όσο και στο τέλος αυτής με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται ότι την εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ" έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος την βεβαίωση. Με την πράξη τους αυτή σκόπευαν να παραπλανήσουν τους άλλους ότι το εικονιζόμενο στην βεβαίωση πρόσωπο είναι το ίδιο με εκείνο του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται σ' αυτήν, β) Την 26.7.2001 κατάρτισαν την με την αυτή ημερομηνία έντυπη αίτηση ανοίγματος λογαριασμού, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή της ... κάτω από την ένδειξη "Ο καταθέτης". Ακολούθως την ίδια ημέρα έκαναν χρήση της πλαστής πιο πάνω βεβαίωσης καθώς και της αίτησης ανοίγματος λογαριασμού, επιδεικνύοντας την βεβαίωση και καταθέτοντας την αίτηση στον αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα οδού ...) και παραπλανώντας τον πέτυχαν να ανοίξουν στο όνομα της ανωτέρω τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό. γ) Την 13.6.2003, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικον. έτους 2003 της ..., αφού απέκοψαν από αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, συμπλήρωσαν την εξουσιοδότηση που βρίσκεται στην πίσω όψη της ειδοποίησης, έτσι ώστε η ... να φέρεται ότι δηλώνει ότι επιθυμεί να λάβει το σε αυτήν (ειδοποίηση) αναγραφόμενο ποσό μέσω του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού της και κάτω από την ένδειξη "Ο εξουσιοδοτών" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή της, όπως το ίδιο έπραξαν θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της και στην ειδοποίηση επιστροφής φόρου κάτω από την ένδειξη "Ο λαβών". Ακολούθως την ίδια ημέρα έκαναν χρήση της πλαστής αυτής εξουσιοδότησης, αλλά και του πιο πάνω πλαστού προσωρινού δελτίου ταυτότητας, παραδίδοντας την πρώτη και επιδεικνύοντας το δεύτερο στον αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας (κατάστημα οδού ...), ο οποίος, παραπλανηθείς, μετέφερε το ποσό των 1.071,98 ευρώ επιστροφής του φόρου στον πιο πάνω λογαριασμό, από τον οποίο με κάρτα "ΕΘΝΟ CASH", που τους είχε χορηγηθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού εισέπραξαν το ποσόν αυτό. 29) Την 5.6.2003 κατάρτισαν τα παρακάτω πλαστά έγγραφα: α) ένα πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το AT ... με τα στοιχεία ..., ημερομηνία γέννησης 18.6.1948, τόπος γέννησης Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας και με επικόλληση φωτογραφίας προσώπου διαφορετικού του αναγραφομένου στην αστυνομική αυτή ταυτότητα, β) την από 5.6.2003 πλαστή έντυπη αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας "SILVERSTAR ELECTRON" από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα προσωπικά δήθεν στοιχεία του ανωτέρω προσώπου τα στοιχεία της κατοικίας του, τα επαγγελματικά και οικονομικά του στοιχεία, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΡΤΑΣ", γ) ένα πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2002, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί στις 29.3.2002 από το Υπουργείο Οικονομικών με στοιχεία υποχρέου ..., ..., και με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 11.554.846 δρχ. Στην κατάρτιση των πλαστών αυτών εγγράφων προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ότι το πρόσωπο, που εικονιζόταν στο πιο πάνω δελτίο ταυτότητας, το οποίο συμπλήρωσε και υπέγραψε με ψευδές ονοματεπώνυμο την αίτηση, ήταν το αναφερόμενο στην ταυτότητα και στην αίτηση πρόσωπο, αποκρύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τα πραγματικά ατομικά του στοιχεία και το πραγματικό του δηλωθέν εισόδημα. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα που κατάρτισαν τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα έκαναν και χρήση αυτών καταθέτοντάς τα στην πιο πάνω Τράπεζα, με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους της και να τους χορηγηθεί στο όνομα του ανωτέρω η υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα "SILVERSTAR-ELECTRON", με την οποία από 24.7.2003 έως 25.8.2003 πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 1.964,11 ευρώ. 30) Ως προς τον ...: Στις 21.8.2000, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2000, του ανωτέρω, αφού απέκοψαν απ' αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, εμφανίστηκαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (κατάστημα ...) και παραπλανώντας τον αρμόδιο ταμία της Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, εισέπραξαν την επιστροφή του φόρου εκ δραχμών 354.950 και ακολούθως στο απόκομμα της ειδοποίησης έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω δικαιούχου κάτω από την ένδειξη "ο Λαβών". 31) Ως προς τον ...: Στις 5.6.2004, κατάρτισαν τα παρακάτω πλαστά έγγραφα: α) ένα πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Α.Τ. Αγρινίου στις 14.2.1999 με τα στοιχεία ..., ημερομηνία γέννησης 11.6.1948, τόπος γέννησης Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας και με επικόλληση φωτογραφίας προσώπου διαφορετικού του αναγραφομένου στην αστυνομική αυτή ταυτότητα, β) τις από 5.6.2003 και με αριθμό ... και ... δύο πλαστές έντυπες αιτήσεις για την έκδοση πιστωτικών καρτών "MASTERCARD" και "Eurobank Visa" από την EUROBANK, αντίστοιχα, τις οποίες, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα ατομικά δήθεν στοιχεία του ανωτέρω προσώπου, τα στοιχεία του επαγγέλματός του, όπου δηλώσανε ως επάγγελμα ιδιωτικός υπάλληλος, ενώ το επάγγελμα του ανωτέρω προσώπου είναι οδηγός, και οικονομικά του στοιχεία, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ ΤΗΝ ΚΑΡΤΑ". Στην κατάρτιση των πλαστών αυτών εγγράφων προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ότι το πρόσωπο, που εικονιζόταν στο πιο πάνω δελτίο ταυτότητας, το οποίο συμπλήρωσε και υπέγραψε με ψευδές ονοματεπώνυμο, ήταν το αναφερόμενο στην ταυτότητα και στις αιτήσεις πρόσωπο, αποκρύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τα πραγματικά ατομικά του στοιχεία. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα που κατάρτισαν τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα έκαναν και χρήση αυτών καταθέτοντάς τα στην πιο πάνω Τράπεζα, με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους της και να υπογράψουν τις ταυτάριθμες πιο πάνω συμβάσεις, όπου ως συμβαλλόμενοι έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω προσώπου και ακολούθως πέτυχαν να τους χορηγηθεί στο όνομα του ανωτέρω η υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα "Eurobank Mastercard" και η υπ' αριθμ. ... "Eurobank Visa Electron", με τις οποίες πραγματοποίησαν συναλλαγές 2.122,84 ευρώ με την πρώτη και 1.945,34 ευρώ με την δεύτερη, ήτοι συνολικά 4.068,18 ευρώ, ποσό κατά το οποίο ωφελήθηκαν και ζημίωσαν αντίστοιχα την Eurobank. 32) Ως προς τον ...: Κατά μήνα Απρίλιο 2003 και σε ημερομηνία που δεν έχει διακριβωθεί επακριβώς, κατάρτισαν τα παρακάτω πλαστά έγγραφα: α) ένα πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Α.Τ. ... με τα στοιχεία ..., ημερομηνία γέννησης 15.5.1948, τόπος γέννησης Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας και με επικόλληση φωτογραφίας προσώπου διαφορετικού του αναγραφομένου στην αστυνομική αυτή ταυτότητα, β) την υπ' αριθμ. ... έντυπη αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας "Eurobank Visa" από την EUROBANK, την οποία, αφού συμπλήρωσαν στις οικείες ενδείξεις με τα ατομικά δήθεν στοιχεία του ανωτέρω προσώπου, τα στοιχεία του επαγγέλματός του και τα οικονομικά του στοιχεία, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ ΤΗΝ ΚΑΡΤΑ", γ) ένα πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2002, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί στις 29.3.2002 από το Υπουργείο Οικονομικών με στοιχεία υποχρέου ..., ...-..., και με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 11.554.846. Στις πράξεις τους αυτές προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας Eurobank ότι το πρόσωπο, που εικονιζόταν στο πιο πάνω δελτίο ταυτότητας, το οποίο συμπλήρωσε και υπέγραψε με ψευδές ονοματεπώνυμο, ήταν το αναφερόμενο στην ταυτότητα και στην αίτηση πρόσωπο, αποκρύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τα πραγματικά ατομικά του, στοιχεία και το πραγματικό δηλωθέν στην εφορία εισόδημά του. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα που κατάρτισαν τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα έκαναν και χρήση αυτών καταθέτοντάς τα στην πιο πάνω Τράπεζα, με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της και να τους χορηγήσουν στο όνομα του ανωτέρω την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα "Eurobank Visa Electron", με την οποία πραγματοποίησαν συναλλαγές 2.123,21 ευρώ, ποσό κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν και ζημίωσαν αντίστοιχα την Eurobank. 33) Ως προς τον ...: Στις 2.5.2002, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ...-..., έναν φάκελο της Τράπεζας ALPHA BANK με παραλήπτη τον ανωτέρω, που περιείχε ειδοποιητήριο-επιταγή της εν λόγω Τράπεζας για την πληρωμή μερίσματος ποσού 136,50 ευρώ της εταιρικής χρήσεως 2001, κατάρτισαν με τα ατομικά στοιχεία του ανωτέρω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό Φ 194026, στο οποίο επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου διαφορετικού του αναγραφομένου στην αστυνομική αυτή ταυτότητα, ακολούθως την ίδια ημέρα έκαναν χρήση του πλαστού αυτού δελτίου ταυτότητας επιδεικνύοντάς το στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας ALPHA BANK (κατάστημα ...), οι οποίοι παραπλανηθέντες τους κατέβαλαν το ποσό των 136,50 ευρώ, ποσό κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η πιο πάνω Τράπεζα. 34) Ως προς τον ...: Στις 10.9.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., ..., έναν φάκελο της εταιρίας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" με παραλήπτη τον ανωτέρω, που περιείχε ειδοποιητήριο και την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή εκδόσεως της εν λόγω εταιρίας, πληρωτέας στην Τράπεζα Εργασίας, για την πληρωμή μερίσματος ποσού 240.000 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000, κατάρτισαν με τα ατομικά στοιχεία του ανωτέρω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Α.Τ. ..., στο οποίο επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου διαφορετικού του αναγραφομένου στην αστυνομική αυτή ταυτότητα, στη συνέχεια οπισθογράφησαν την πιο πάνω επιταγή θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω δικαιούχου και ακολούθως την ίδια ημέρα έκαναν χρήση τόσο της πλαστογραφημένης επιταγής, όσο και του πλαστού πιο πάνω δελτίου ταυτότητας παραδίδοντας την πρώτη και επιδεικνύοντας το δεύτερο στους αρμοδίους υπαλλήλους της πιο πάνω πληρώτριας Τράπεζας (κατάστημα ...), οι οποίοι παραπλανηθέντες τους κατέβαλαν το ποσό των 240.000 δραχμών, ποσό κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η πιο πάνω Τράπεζα. 35) Ως προς τον ...: Στις 2.10.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ...-...: α) έναν φάκελο της Τράπεζας ΕΤΒΑ Bank με παραλήπτη τον ανωτέρω, που περιείχε ειδοποιητήριο και την υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδόσεως της εν λόγω Τράπεζας, πληρωτέας στην ίδια Τράπεζα για την πληρωμή μερίσματος ποσού 30.000 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000, κατάρτισαν με τα ατομικά στοιχεία του ανωτέρω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., στο οποίο επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου διαφορετικού του αναγραφομένου στην αστυνομική αυτή ταυτότητα, στη συνέχεια οπισθογράφησαν την πιο πάνω επιταγή θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω δικαιούχου επί της επιταγής και ακολούθως την ίδια ημέρα έκαναν χρήση τόσο της πλαστογραφημένης επιταγής, όσο και του πλαστού πιο πάνω δελτίου ταυτότητας παραδίδοντας την πρώτη και επιδεικνύοντας το δεύτερο στους αρμοδίους υπαλλήλους της πιο πάνω πληρώτριας Τράπεζας (κατάστημα ...), οι οποίοι παραπλανηθέντες τους κατέβαλαν το ποσό των 30.000 δραχμών, ποσό κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η πιο πάνω Τράπεζα, β) έναν φάκελο της Τράπεζας ΕΓΝΑΤΙΑ με παραλήπτη τον ανωτέρω, που περιείχε ειδοποιητήριο και την υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδόσεως της εν λόγω Τράπεζας, πληρωτέας στην ίδια Τράπεζα, για την πληρωμή μερίσματος ποσού 12.000 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000, κατάρτισαν με τα ατομικά στοιχεία του ανωτέρω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., στο οποίο επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου διαφορετικού του αναγραφομένου στην αστυνομική αυτή ταυτότητα, στη συνέχεια οπισθογράφησαν την πιο πάνω επιταγή θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω δικαιούχου επί της επιταγής και ακολούθως την ίδια ημέρα έκαναν χρήση τόσο της πλαστογραφημένης επιταγής, όσο και του πλαστού πιο πάνω δελτίου ταυτότητας παραδίδοντας την πρώτη και επιδεικνύοντας το δεύτερο στους αρμοδίους υπαλλήλους της πιο πάνω πληρώτριας Τράπεζας (κατάστημα ...), οι οποίοι παραπλανηθέντες τους κατέβαλαν το ποσό των 12.000 δραχμών, ποσό κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η πιο πάνω Τράπεζα. Ήτοι το συνολικό όφελός τους και αντίστοιχα η ζημία των πιο πάνω εταιριών και τραπεζών ανέρχεται στο ποσό των 64.987,73 ευρώ ή 22.144.569 δραχμές, ποσό που προφανώς υπερβαίνει τα 14.673 ευρώ ή 5.000.000 δραχμές. Τέτοιες πράξεις διαπράττουν κατ' επάγγελμα και συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, καθώς και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.
Β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2002 έως 31.12.2002 και σε ημερομηνίες που δεν έχουν εξακριβωθεί επακριβώς από την ανάκριση, ενεργώντας από κοινού οι Χ2, Χ3, Χ1, και Χ4, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του ιδίου εγκλήματος, τέλεσαν με πρόθεση έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα από κοινού κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα κατάρτισαν: α) τις παρακάτω πλαστές βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίων ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), στις οποίες επικόλλησαν φωτογραφία προσώπου άλλου και όχι του αναγραφομένου σ' αυτές, σφράγισαν τις εν λόγω βεβαιώσεις τόσο στη θέση της φωτογραφίας όσο και στο τέλος αυτών με πλαστή σφραγίδα του αστυνομικού τμήματος που φέρεται να τις εξέδωσε και τέλος, κάτω από την ένδειξη "Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ", έθεσαν κατ' απομίμηση υπογραφή και ονοματεπώνυμο του δήθεν εκδόσαντος τις βεβαιώσεις, ήτοι: 1) την με αριθμό ... πλαστή βεβαίωση με στοιχεία ..., η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Α.Τ. ..., 2) την με αριθμό ... πλαστή βεβαίωση με στοιχεία ..., η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., 3) την με αριθμό ... πλαστή βεβαίωση με στοιχεία ..., η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., 4) την με αριθμό ...πλαστή βεβαίωση με στοιχεία ..., η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., 5) την με αριθμό ... πλαστή βεβαίωση με στοιχεία ..., η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., 6) την με αριθμό ...πλαστή βεβαίωση με στοιχεία ..., η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., β) τα παρακάτω πλαστά δελτία αστυνομικής ταυτότητας τα οποία σφράγισαν στις οικείες θέσεις με πλαστές σφραγίδες των αστυνομικών τμημάτων που φέρονται να τα εξέδωσαν, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή των διοικητών των αστυνομικών τμημάτων που δήθεν τα εξέδωσαν και επικόλλησαν φωτογραφίες προσώπων άλλων των αναγραφομένων στις αστυνομικές αυτές ταυτότητες, ήτοι: 1) την με αριθμό ... πλαστή ταυτότητα με στοιχεία ..., 2) την υπ' αριθμ. ... πλαστή ταυτότητα με στοιχεία ..., 3) την ... πλαστή ταυτότητα με στοιχεία ..., 4) την υπ' αριθμ. ... πλαστή ταυτότητα με στοιχεία ..., 5) την υπ' αριθμ. ... πλαστή ταυτότητα με στοιχεία ..., 6) την υπ' αριθμ. ... πλαστή ταυτότητα με στοιχεία ..., 7) την υπ' αριθμ. ... πλαστή ταυτότητα με στοιχεία ..., 8) το υπ' αριθμ. ... δελτίο ταυτότητας αλλοδαπού με στοιχεία ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ... . Με τα πλαστά ως άνω έγγραφα σκόπευαν με τη χρήση τους να παραπλανήσουν τους άλλους ότι τα εικονιζόμενα στις βεβαιώσεις και αστυνομικές ταυτότητες πρόσωπα είναι τα ίδια με εκείνα των οποίων τα στοιχεία αναγράφονται στις ίδιες βεβαιώσεις και ταυτότητες. γ) Κατάρτισαν τις παρακάτω πλαστές σφραγίδες: 1) ξύλινη στρογγυλή σφραγίδα με εντύπωμα "Ελληνική Δημοκρατία Νομαρχία Αθηνών Διεύθυνση Εργασίας", 2) ξύλινη στρογγυλή σφραγίδα με εντύπωμα "Ελληνική Δημοκρατία Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής Τμήμα Αλλοδαπών ...", 3) στρογγυλή σφραγίδα με εντύπωμα "Ελληνική Δημοκρατία Υπουργείο Οικονομικών Δ.Ο.Υ ...", 4) σφραγίδα με εντύπωμα "ΑΚΡΙΒΕΣ ΦΩΤΟΑΝΤΙΓΡΑΦΟ". Από το κατατεθέν-στην υπηρεσία μας πρωτότυπο ή ακριβές φωτοαντίγραφο το οποίο βρίσκεται στα χέρια του ενδιαφερομένου ΑΘΗΝΑ... 200.. Ο ΑΡΜΟΔΙΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ", 5) σφραγίδα με εντύπωμα "...", 6) σφραγίδα με εντύπωμα "...", 7) ξύλινη σφραγίδα με εντύπωμα "ΑΑ ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ", 8) σφραγίδα με εντύπωμα "THIS PASSPORT IS VALID UNTIL". Με τις πλαστές αυτές σφραγίδες σκόπευαν με τη χρήση τους να παραπλανήσουν τους άλλους ότι τα έγγραφα στα οποία αυτές ετίθεντο προέρχονταν από τις υπηρεσίες και φυσικά πρόσωπα που αναγράφονται στο εντύπωμα της κάθε σφραγίδας.
Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 17.9.1999 έως 21.10.2003, ενεργώντας από κοινού οι Χ2, Χ3, Χ1, και Χ4, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν κατ' εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, τέλεσαν με πρόθεση έγκλημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή, ήτοι, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Τέτοιες πράξεις διαπράττουν κατ' επάγγελμα και συνήθεια, το δε συνολικό όφελος που είχαν και η συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 14.673,51 ευρώ. Συγκεκριμένα: 1) Κατά μήνα Ιούλιο 2003 και σε ημερομηνία που δεν έχει διακριβωθεί από την ανάκριση, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρίας "ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΕ" ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Γραφείο Ασφαλείας του Αστυνομικού Τμήματος ..., ενώ η αλήθεια είναι πως η βεβαίωση, αυτή που παρέδωσαν σε φωτοαντίγραφο, ήταν πλαστή και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο. Με την παράσταση του ψευδούς αυτού γεγονότος παραπλάνησαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας "ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΕ" και τους έπεισαν να τους χορηγήσουν στο όνομα του εμφανισθέντος ως ... την με αριθμό ... σύνδεση στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της "COSMOTE ΑΕ", την οποία σύνδεση, χρησιμοποιώντας ακολούθως, χρέωσαν με το ποσό των 144,19 ευρώ, που αντιστοιχεί στην μη πληρωμή λογαριασμού της χρονικής περιόδου από 7.10.2003 έως 21.10.2003, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημίωσαν αντίστοιχα την "COSMOTE ΑΕ". 2) Στις 15.10.2003, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον .... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρίας "COSMOTE ΑΕ" ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., ότι το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2003, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί στις 16.6.2003 από το Υπουργείο Οικονομικών με στοιχεία υποχρέου ..., ...-... και με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 19.194,91 ευρώ, το οποίο παρέδωσαν σε φωτοαντίγραφο, αναφέρεται στο εμφανισθέν ως άνω πρόσωπο ως ..., ενώ η αλήθεια είναι πως η πιο πάνω βεβαίωση, που επίσης παρέδωσαν σε φωτοαντίγραφο, ήταν πλαστή και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο, αλλά ούτε είχε και το προαναφερόμενο εισόδημα. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας "COSMOTE ΑΕ" και τους έπεισαν να τους χορηγήσουν στο όνομα του εμφανισθέντος ως ... δύο συνδέσεις στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας COSMOTE με τους αριθμούς ... και ..., χρεώνοντας στη συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με τα ποσά των 274,53 ευρώ και 281,75 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά με το ποσό των 556,28 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την COSMOTE ΑΕ. 3) Στις 20.10.2003, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρίας "COSMOTE ΑΕ" ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινή δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., ενώ η αλήθεια είναι πως η πιο πάνω βεβαίωση, που παρέδωσαν σε φωτοαντίγραφο, ήταν πλαστή και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο. Με την παράσταση του ψευδούς αυτού γεγονότος παραπλάνησαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας "COSMOTE ΑΕ" και τους έπεισαν να τους χορηγήσουν στο όνομα του εμφανισθέντος ως ... δύο συνδέσεις στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της COSMOTE με τους αριθμούς ... και ..., χρεώνοντας στη συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με το συνολικό ποσό των 1.071,03 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την COSMOTE ΑΕ. 4) Στις 21.10.2003, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της Σπ. Τρικούπη 3-5, φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρίας "COSMOTE ΑΕ" ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης κατάθεσης, δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., ενώ η αλήθεια είναι πως η πιο πάνω βεβαίωση, που παρέδωσαν σε φωτοαντίγραφο, ήταν πλαστή και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο. Με την παράσταση του ψευδούς αυτού γεγονότος παραπλάνησαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας "COSMOTE ΑΕ" και τους έπεισαν να τους χορηγήσουν στο όνομα του εμφανισθέντος ως ... δύο συνδέσεις στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της COSMOTE με τους αριθμούς ... και ..., χρεώνοντας στη συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με το συνολικό ποσό των 530,17 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την COSMOTE. 5) Στις 17.10.2003, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρίας "COSMOTE ΑΕ" ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., ενώ η αλήθεια είναι πως η πιο πάνω βεβαίωση, που παρέδωσαν σε φωτοαντίγραφο, ήταν πλαστή και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο. Με την παράσταση του ψευδούς αυτού γεγονότος παραπλάνησαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας "COSMOTE ΑΕ" και τους έπεισαν να τους χορηγήσουν στο όνομα του εμφανισθέντος ως ... δύο συνδέσεις στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της COSMOTE με τους αριθμούς ... και ..., χρεώνοντας στη συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με το συνολικό ποσό των 1.157,36 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την COSMOTE. 6) Στις 5.7.2001, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...) ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ... και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που του παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, ενώ η αλήθεια είναι πως η πιο πάνω βεβαίωση που επέδειξαν ήταν πλαστή, ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού δεν ήταν ο ... . Με την παράσταση του ψευδούς αυτού γεγονότος παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 86.319, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 7) Στις 17.9.1999, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1999 που απευθυνόταν προς τον ..., παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...) ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ..., ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... αστυνομικής ταυτότητας και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που τους παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, είναι δηλαδή δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το πιο πάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που επέδειξαν ήταν πλαστό, ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού δεν ήταν ο ... . Με την παράσταση του ψευδούς αυτού γεγονότος παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 200.000, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 8) Στις 17.9.1999, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1999 που απευθυνόταν προς τον ..., παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εμπορικής Τράπεζας (κατάστημα ...) ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ..., ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... αστυνομικής ταυτότητας και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που τους παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, είναι δηλαδή δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το πιο πάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που επέδειξαν ήταν πλαστό, ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού δεν ήταν ο ... . Με την παράσταση του ψευδούς αυτού γεγονότος παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 226.495, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εμπορική Τράπεζα, αφού αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 9) Στις 18.12.2000, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., στον ... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2000 του ..., αφού απέκοψαν απ' αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον αρμόδιο Ταμία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν του πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που τους παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, είναι δηλαδή δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το εν λόγω πρόσωπο που εμφανίστηκε στον Ταμία δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού δεν ήταν ο ... . Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 62.583, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 10) Στις 10.7.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 της ..., αφού απέκοψαν απ' αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον αρμόδιο Ταμία της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κατάστημα ...), ότι η ... είχε δήθεν εξουσιοδοτήσει τον ... να λάβει το έμπροσθεν της ειδοποιήσεως αναγραφόμενο ποσό για λογαριασμό της και ότι το εμφανισθέν ενώπιόν του πρόσωπο ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι πως η ... δεν είχε εξουσιοδοτήσει κανέναν με το όνομα ... και ούτε ο τελευταίος που εμφανίστηκε ως ... έφερε το ονοματεπώνυμο αυτό. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή του φόρου εκ δραχμών 143.373, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 11) Στις 8.8.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ...-... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 του ..., αφού απέκοψαν απ' αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον αρμόδιο Ταμία της Τράπεζας ALPHA BANK (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν του πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που τους παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, είναι δηλαδή δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το εν λόγω πρόσωπο που εμφανίστηκε στον Ταμία δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού δεν ήταν ο ... . Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 70.200, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την ALPHA BANK, αφού η τελευταία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 12) Στις 31.7.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 της ..., αφού απέκοψαν απ' αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον αρμόδιο Ταμία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), ότι η ... είχε δήθεν εξουσιοδοτήσει τον ... να λάβει το έμπροσθεν της ειδοποιήσεως αναγραφόμενο ποσό για λογαριασμό της και ότι το εμφανισθέν ενώπιόν του πρόσωπο ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι πως η ... δεν είχε εξουσιοδοτήσει κανέναν με το όνομα ... και ούτε ο τελευταίος που εμφανίστηκε ως ..., έφερε το ονοματεπώνυμο αυτό. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 188.507, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού η τελευταία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στην πραγματική δικαιούχο. 13) Ως προς τον ...: Στις 24.8.2001, έχοντας αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 του ..., αφού απέκοψαν απ' αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον αρμόδιο Ταμία της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν του πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που τους παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, είναι δηλαδή δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το εν λόγω πρόσωπο που εμφανίστηκε στον Ταμία δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού δεν ήταν ο ... . Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 10.052, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού η τελευταία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 14) Στις 17.10.2003, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας "COSMOTE ΑΕ" ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., ενώ η αλήθεια είναι πως η πιο πάνω βεβαίωση, που παρέδωσαν σε φωτοαντίγραφο, ήταν πλαστή και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο. Με την παράσταση του ψευδούς αυτού γεγονότος παραπλάνησαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας "COSMOTE ΑΕ" και τους έπεισαν να τους χορηγήσουν στο όνομα του εμφανισθέντος ως ... δύο συνδέσεις στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της COSMOTE με τους αριθμούς ... και ..., χρεώνοντας στη συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με το συνολικό ποσό των 208,60 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την COSMOTE. 15) Στις 5.7-2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 του ..., παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εμπορικής Τράπεζας (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ..., ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... αστυνομικής ταυτότητας και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που τους παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, είναι δηλαδή δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το πιο πάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που επέδειξαν ήταν πλαστό, ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού ήταν ο ... . Με την παράσταση των ψευδών των γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 56.957, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εμπορική Τράπεζα, αφού η τελευταία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 16) Στις 22.8.2000, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2000 παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... , ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας) και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που τους παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, είναι δηλαδή δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το πιο πάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που επέδειξαν ήταν πλαστό, ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού δεν ήταν ο ... . Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 13.699, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. 17) Στις 2.6.2000, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ότι το κατά την ημέρα εκείνη εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την υποβολή αιτήσεως εκδόσεως πιστωτικής κάρτας MASTERCARD ονομάζεται ... και ότι το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1997, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί στις 30.7.1997 από το Υπουργείο Οικονομικών με στοιχεία υποχρέου ... - Πολιτικός Μηχανικός - ...-... και με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 6.787.138 δραχμές, αναφέρεται στο ως άνω εμφανισθέν πρόσωπο, ενώ η αλήθεια είναι πως το πρόσωπο τούτο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο ούτε είχε το προαναφερόμενο εισόδημα. Στις 12.7.2000, προκειμένου να τους χορηγηθεί πιστωτική κάρτα Citibank Visa παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας Citibank τα ίδια όπως και πιο πάνω ψευδή γεγονότα. Στις 17.7.2000, προκειμένου να τους χορηγηθεί πιστωτική κάρτα, ANT 1 VISA παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εμπορικής Τράπεζας τα ίδια όπως και πιο πάνω ψευδή γεγονότα. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις παραπλάνησαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της Citibank και της Εμπορικής Τράπεζας να τους χορηγήσουν τις ακόλουθες πιστωτικές κάρτες. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την υπ' αριθμ. ... MASTERCARD, με την οποία έως τις 30.11.2000 πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 9.168,60 ευρώ, η Τράπεζα Citibank την ... κάρτα VISA, με την οποία κατά το χρονικό διάστημα από 10.8.2000 έως 21.3.2001 πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 1.372.409 δραχμών και η Εμπορική Τράπεζα, την ... κάρτα ANT 1 VISA, με την οποία κατά το χρονικό διάστημα από 25.7.2000 έως 9.8.2001 πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 1.436.105 δραχμών, ποσά κατά τα οποία αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν τις πιο πάνω Τράπεζες. 18) Στις 2.3.2000, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ότι το κατά την ημέρα εκείνη εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την υποβολή αιτήσεως εκδόσεως πιστωτικής κάρτας MASTERCARD ονομάζεται ... και είναι νόμιμος κάτοχος του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Παράρτημα Ασφαλείας ... με τα πιο πάνω στοιχεία, ότι το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1999, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί στις 2.6.1999 από το Υπουργείο Οικονομικών με στοιχεία υπόχρεου ... - Ιδιωτικός Υπάλληλος - ...-... και με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 8.182.271 δραχμές, αναφέρεται στο ως άνω εμφανισθέν πρόσωπο, ενώ η αλήθεια είναι πως το πρόσωπο τούτο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο ούτε είχε το προαναφερόμενο εισόδημα. Στις 21.4.2004, προκειμένου να τους χορηγηθεί πιστωτική κάρτα ANT1 VISA παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εμπορικής Τράπεζας τα ίδια όπως και πιο πάνω ψευδή γεγονότα, επιπλέον δε ότι ο ανωτέρω ... έχει δήθεν εξουσιοδοτήσει την 3η κατηγορουμένη Χ3 να παραλάβει και υπογράψει αντ' αυτού για την πιστωτική κάρτα ANT1 VISA, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε είχε δοθεί τέτοια εξουσιοδότηση. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και της Εμπορικής Τράπεζας να τους χορηγήσουν τις ακόλουθες πιστωτικές κάρτες: Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την υπ' αριθμ. ... κάρτα MASTERCARD, με την οποία πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 7.118,14 ευρώ και η Εμπορική Τράπεζα την ... κάρτα ANT1 VISA, με την οποία πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 3.747,90 ευρώ. Στις 31.5.2000, προκειμένου να τους χορηγηθούν συνδέσεις κινητών τηλεφώνων, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρίας PANAFON ΑΕ και του συνεργαζομένου με αυτήν 9ου καταστήματος της αλυσίδας "ONE WAY" (... και ...) ότι το εμφανισθέν ενώπιον τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθει) ονομάζεται ... και είναι νόμιμος κάτοχος του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Παράρτημα Ασφαλείας ... με τα πιο πάνω στοιχεία, ότι ο ανωτέρω ... έχει δήθεν εξουσιοδοτήσει την 3η κατηγορουμένη Χ3 να παραδώσει τα συγκεκριμένα έγγραφα που χρειάζονται, υπογράψει και παραλάβει την συσκευή και τα έγγραφα για συνδρομή του στην κινητή τηλεφωνία, ενώ η αλήθεια είναι πως το δελτίο αυτό της αστυνομικής ταυτότητας που παρέδωσε σε φωτοαντίγραφο ήταν πλαστό και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο, αλλ' ούτε και η 3η κατηγορουμένη Χ3 είχε εξουσιοδοτηθεί σχετικά. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρίας PANAFON ΑΕ. και του συνεργαζομένου με αυτήν 9ου καταστήματος της αλυσίδας "ONE WAY" να τους χορηγήσουν στο όνομα του ... δύο συσκευές κινητών τηλεφώνων μάρκας NOKIA και ERΙCSON με τις αντίστοιχες συνδέσεις, χρεώνοντας στη συνέχεια τις συνδέσεις αυτές με το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, ποσό κατά το οποίο παρανόμως αυτοί ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την εταιρία PANAFON. 19) Στις 24.10.2000, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών, που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2000, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...) ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ..., ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ..., και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που τους παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, είναι δηλαδή δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το πιο πάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που επέδειξαν ήταν πλαστό, ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού δεν ήταν ο ... . Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου, εκ δραχμών 148.495, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εμπορική Τράπεζα, αφού η τελευταία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 20) Ως προς τον ...: α)Στις 22.6.2001, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ..., ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ... και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που τους παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, είναι δηλαδή δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το πιο πάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που επέδειξαν ήταν πλαστό, ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού δεν ήταν ο ... . Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 98.960, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού η τελευταία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 21) Στις 26.7.2001, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., φάκελο του Υπουργείου Οικονομικών που απευθυνόταν προς τον ... και περιείχε το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...) ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... ότι αυτός είναι νόμιμος κάτοχος της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Αστυνομικό Τμήμα ... και ότι το απόκομμα του εκκαθαριστικού σημειώματος με την ειδοποίηση επιστροφής φόρου εισοδήματος που τους παρέδωσε αναφέρονται στο πρόσωπό του, είναι δηλαδή δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το πιο πάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που επέδειξαν ήταν πλαστό, ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο νόμιμος δικαιούχος της επιστροφής του φόρου, αφού δεν ήταν ο ... . Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 79.742, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εμπορική Τράπεζα, αφού η τελευταία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 22) Στις 29.8.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2000 της ..., αφού απέκοψαν απ' αυτό την ειδοποίηση επιστροφής φόρου, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον αρμόδιο Ταμία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), ότι η .... είχε δήθεν εξουσιοδοτήσει, τον ... να λάβει το έμπροσθεν της ειδοποιήσεως αναγραφόμενο ποσό για λογαριασμό της και ότι το εμφανισθέν ενώπιόν του πρόσωπο ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι πως η ... δεν είχε εξουσιοδοτήσει κανέναν με το όνομα ... και ούτε ο τελευταίος που εμφανίστηκε ως ... έφερε το ονοματεπώνυμο αυτό. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή φόρου εκ δραχμών 53.090, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού η τελευταία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 23) Στις 15.2.2002, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της κατοικίας του ... επί της οδού ... (...) δύο ειδοποιητήρια συστημένων που απευθύνονταν προς αυτόν από το Ταχυδρομείο ... για την παραλαβή συστημένης επιστολής, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο του Ταχυδρομικού αυτού γραφείου ότι ο ... είχε δήθεν εξουσιοδοτήσει τον ... να παραλάβει τις συστημένες επιστολές του από το Ταχυδρομείο και ότι το εμφανισθέν ενώπιον του ανωτέρω υπαλλήλου πρόσωπο ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι πως ο ... δεν είχε εξουσιοδοτήσει κανέναν με το όνομα ... και ούτε ο τελευταίος που εμφανίστηκε ως ... έφερε το ονοματεπώνυμο αυτό. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον πιο πάνω υπάλληλο του Ταχυδρομείου ... ως προς το πρόσωπο του παραλήπτη και τους παρέδωσε δύο συστημένες επιστολές που απευθύνονταν στον ανωτέρω, οι οποίες περιείχαν, η μία την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα (CITIBANK MASTERCARD), με την οποία ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα από 6.3.2002 έως 14.3.2002, πραγματοποίησαν αγορές από διάφορα καταστήματα, συνολικού ποσού 2.419,03 ευρώ και η άλλη τις υπ' αριθμ. ... και ... πιστωτικές κάρτες EUROBANK, με τις οποίες πραγματοποίησαν συναλλαγές, με την πρώτη εξ αυτών συνολικού ποσού 2.186,70 ευρώ και με την δεύτερη ποσού 3.001,17 ευρώ, ποσά κατά τα οποία αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν τις πιο πάνω Τράπεζες. 24) Στις 10.5.2002, αφού προηγουμένως αφαίρεσαν από την είσοδο της κατοικίας του ..., επί της οδού ... (...), ένα ειδοποιητήριο συστημένου, που απευθυνόταν προς αυτόν από τα ΕΛΤΑ ... για την παραλαβή συστημένης επιστολής, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον αρμόδιο Ταμία του Ταχυδρομικού αυτού γραφείου ότι το εμφανισθέν ενώπιόν του πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την παραλαβή του συστημένου ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι πως το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε αυτό ήταν ο πραγματικός παραλήπτης της συστημένης επιστολής. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον πιο πάνω υπάλληλο του Ταχυδρομείου ... ως προς το πρόσωπο του παραλήπτη και τους παρέδωσε συστημένη επιστολή που απευθυνόταν στο ανωτέρω και περιείχε δύο πιστωτικές κάρτες της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (visa card), μία με αριθμό ... στο όνομα του ... και άλλη με αριθμό ... στο όνομα του ..., με τις οποίες στη συνέχεια πραγματοποίησαν συναλλαγές ύψους 179 και 196,04 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικά 375,04 ευρώ, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. 25) Στις 26.7.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) προσωπικά έγγραφα της ..., παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα οδού ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν του πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και είναι νόμιμη κάτοχος της υπ' αριθμ. .... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας (προσωρινό δελτίο ταυτότητας), η οποία φέρεται να έχει εκδοθεί από το Α.Τ. ..., ενώ η αλήθεια είναι πως το πιο πάνω άτομο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο ούτε ήταν νόμιμος κάτοχος του εν λόγω προσωρινού δελτίου ταυτότητας που ήταν πλαστό. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τον πιο πάνω υπάλληλο της Τράπεζας και πέτυχαν να ανοίξουν στο όνομά της ανωτέρω τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό. Ακολούθως, στις 13.6.2003, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... (...) το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2003 της ανωτέρω, ..., αφού απέκοψαν απ' αυτόν ειδοποίηση επιστροφής φόρου, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον αρμόδιο Ταμία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα οδού ...), ότι η ... έχει δηλώσει στο πίσω μέρος της ειδοποίησης επιστροφή του φόρου και συγκεκριμένα στο έντυπο μέρος της εξουσιοδότησης ότι επιθυμεί να λάβει το έμπροσθεν αναγραφόμενο ποσό μέσω του ανωτέρω (...) τραπεζικού λογαριασμού της, ενώ η αλήθεια είναι ότι η ... δεν έχει προβεί στην πιο πάνω έγγραφη δήλωση. Με την παράσταση του ψευδούς αυτού γεγονότος παραπλάνησαν τον αρμόδιο υπάλληλο της προαναφερθείσας Τράπεζας και μετέφερε το ποσό των 1.071,98 ευρώ επιστροφής του φόρου, που ανήκε στην ..., στον πιο πάνω Τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο, με κάρτα "ΕΘΝΟ Cash" που τους είχε χορηγηθεί κατά το άνοιγμα του πιο πάνω λογαριασμού, εισέπραξαν το ποσό αυτό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού η τελευταία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στην πραγματική δικαιούχο. 26) Στις 5.6.2003, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και είναι νόμιμος κάτοχος του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Α.Τ. ... στις 25.5.2001 με τα στοιχεία του ανωτέρω ότι το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2002, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί στις 29.3.2002 από το Υπουργείο Οικονομικών με στοιχεία υποχρέου ..., ...-... και με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 11.554.846 δρχ. αναφέρεται στο πρόσωπο του εμφανισθέντος ως άνω προσώπου, ενώ η αλήθεια είναι πως το παραπάνω δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας, που παρέδωσαν σε φωτοαντίγραφο, ήταν πλαστό και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο ούτε είχε το προαναφερόμενο εισόδημα. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους χορήγησαν στο όνομα του ανωτέρω την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα "SILVERSTAR - ELECTRON", με την οποία από 24.7.2003 έως 25.8.2003 πραγματοποίησαν συναλλαγές συνολικού ποσού 1.964,11 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. 27) Στις 21.8.2000, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2000, του ..., παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη της επιστροφής του φόρου, ονομάζεται ..., ενώ στην πραγματικότητα το πρόσωπο αυτό ήταν άλλο και όχι ο ανωτέρω. Με την παράσταση του ψευδούς αυτού γεγονότος παραπλάνησαν τον αρμόδιο ταμία της πιο πάνω Τράπεζας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου και τους κατέβαλε την επιστροφή του φόρου εκ δραχμών 354.950, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και αντίστοιχα ζημίωσαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού η τελευταία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό τούτο στον πραγματικό δικαιούχο. 28) Στις 5.6.2003, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας EUROBANK ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και είναι νόμιμος κάτοχος του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Α.Τ. ... στις 14.2.1999 με τα στοιχεία του ανωτέρω, ενώ η αλήθεια είναι πως το δελτίο αυτό της αστυνομικής ταυτότητας, που παρέδωσαν σε φωτοαντίγραφο, ήταν πλαστό και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους χορήγησαν στο όνομα του ανωτέρω την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα "Eurobank Mastercard" και την υπ' αριθμ. ... "Eurobank Visa Electron", με τις οποίες πραγματοποίησαν συναλλαγές 2.122,84 ευρώ με την πρώτη και 1.945,34 ευρώ με την δεύτερη, ήτοι συνολικά 4.068,18 ευρώ, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημίωσαν αντίστοιχα την Eurobank. 29) Κατά μήνα Απρίλιο 2003 και σε ημερομηνία που δεν έχει διακριβωθεί επακριβώς, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας EUROBANK ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) ονομάζεται ... και είναι νόμιμος κάτοχος του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Α.Τ. ... με τα στοιχεία του ανωτέρω, ότι το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2002, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί στις 29.3.2002 από το Υπουργείο Οικονομικών με στοιχεία υπόχρεου ..., ...-... και με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 11.554.846 είναι δικό του, ενώ η αλήθεια είναι πως το δελτίο αυτό της αστυνομικής ταυτότητας, που παρέδωσαν σε φωτοαντίγραφο, ήταν πλαστό και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο, αλλά ούτε είχε το προαναφερόμενο εισόδημα. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους χορήγησαν στο όνομα του ανωτέρω την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα "Eurobank Visa Electron", με την οποία πραγματοποίησαν συναλλαγές 2.123,21 ευρώ, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημίωσαν αντίστοιχα την Eurobank. 30) Στις 2.5.2002, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ...-..., έναν φάκελο της Τράπεζας ALPHA BANK με παραλήπτη τον ..., που περιείχε ειδοποιητήριο - επιταγή της εν λόγω Τράπεζας για την πληρωμή μερίσματος στον ανωτέρω, ποσού 136,50 ευρώ της εταιρικής χρήσεως 2001, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας ALPHA BANK (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη του μερίσματος, ονομάζεται ... και είναι νόμιμος κάτοχος του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ... και του ειδοποιητηρίου, ενώ η αλήθεια είναι πως το δελτίο αυτό της αστυνομικής ταυτότητας που επέδειξαν ήταν πλαστό και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε ήταν δικαιούχος του πιο πάνω μερίσματος. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους κατέβαλαν ως μέρισμα το ποσό των 136,50 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η Τράπεζα ALPHA BANK. 31) Στις 10.9.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ...-..., έναν φάκελο της εταιρίας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" με παραλήπτη τον ..., που περιείχε ειδοποιητήριο και την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή εκδόσεως της εν λόγω εταιρίας, πληρωτέας στην Τράπεζα Εργασίας, για την πληρωμή μερίσματος ποσού 240.000 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας Εργασίας (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη του μερίσματος, ονομάζεται ... και είναι νόμιμος κάτοχος του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ..., το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Α.Τ. ...με τα στοιχεία του ανωτέρω, ενώ η αλήθεια είναι πως το δελτίο αυτό της αστυνομικής ταυτότητας που επέδειξαν ήταν πλαστό και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε ήταν δικαιούχος του πιο πάνω μερίσματος. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους κατέβαλαν ως μέρισμα το ποσό των 240.000 δραχμών, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η Τράπεζα Εργασίας. 32) Στις 2.10.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., ..., α) έναν φάκελο της Τράπεζας ΕΤΒΑ Βank με παραλήπτη τον ..., που περιείχε ειδοποιητήριο - και την υπ' αριθμ. ...επιταγή εκδόσεως της εν λόγω Τράπεζας, πληρωτέας στην ίδια Τράπεζα, για την πληρωμή μερίσματος ποσού 30.000 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας ΕΤΒΑ Bank (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη του μερίσματος, ονομάζεται ... και είναι νόμιμος κάτοχος του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με αριθμό ... με τα στοιχεία του ανωτέρω, ενώ η αλήθεια είναι πως το δελτίο αυτό της αστυνομικής ταυτότητας που επέδειξαν ήταν πλαστό και το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε ήταν δικαιούχος του πιο πάνω μερίσματος. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους κατέβαλαν ως μέρισμα το ποσό των 30.000 δραχμών, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η Τράπεζα ΕΤΒΑ Bank και β) έναν φάκελο της Τράπεζας ΕΓΝΑΤΙΑ με παραλήπτη και πάλι τον ..., που περιείχε ειδοποιητήριο - και την υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδόσεως της εν λόγω Τράπεζας, πληρωτέας στην ίδια Τράπεζα, για την πληρωμή μερίσματος ποσού 12.000 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας ΕΓΝΑΤΙΑ (κατάστημα ...) τα ίδια όπως και πάνω γεγονότα, με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους αυτούς να τους καταβάλουν το πιο πάνω μέρισμα εκ δραχμών 12.000, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμους ωφελήθηκαν και ζημίωσαν αντίστοιχα την πιο πάνω Τράπεζα. 33) Στις 19.10.2002, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ...-... έναν φάκελο του ΟΤΕ με παραλήπτη την ..., που περιείχε ειδοποιητήριο για την πληρωμή μερίσματος ποσού 61,98 ευρώ της εταιρικής χρήσεως 2001, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη του μερίσματος, ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε ήταν δικαιούχος του πιο πάνω μερίσματος. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους κατέβαλαν το μέρισμα 61,98 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. 34) Στις 4.4.2003, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ...-..., έναν φάκελο του ΟΤΕ με παραλήπτη την ..., που περιείχε ειδοποιητήριο για την πληρωμή μερίσματος ποσού 61,98 ευρώ της εταιρικής χρήσεως 2001, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη του μερίσματος, ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε ήταν δικαιούχος του πιο πάνω μερίσματος. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους κατέβαλαν το μέρισμα 61,98 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. 35) Στις 1.10.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., δύο φακέλους, έναν του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και δεύτερο φάκελο της εταιρίας "ΜΙΝΟΑΝ LINES", με παραλήπτη αμφοτέρων των φακέλων τον ..., που περιείχαν ειδοποιητήριο για την πληρωμή μερίσματος από τον Δ.Ο.Λ. ποσού 13.500 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000 και 19.980 δραχμών από την "ΜΙΝΟΑΝ" ποσού 19.980 δραχμών, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας ALPHA BANK (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη του μερίσματος, ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε ήταν δικαιούχος του πιο πάνω μερίσματος. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους κατέβαλαν τα μερίσματα εκ δραχμών 13.500 και 19.980 αντιστοίχως, ήτοι συνολικά 33.480 δραχμές, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η ALPHA BANK. 36) Στις 8.8.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., έναν φάκελο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ Α.Τ.Ε." με παραλήπτη τον ..., που περιείχε ειδοποιητήριο για την πληρωμή μερίσματος ποσού 43.000 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας ALPHA BANK (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη του μερίσματος, ονομάζεται ... ενώ η αλήθεια είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε ήταν δικαιούχος του πιο πάνω μερίσματος. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους κατέβαλαν το μέρισμα εκ δραχμών 43.000, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η ALPHA BANK. 37) Στις 18.9.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., ..., έναν φάκελο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MINOAN LINES", με παραλήπτη τον ..., που περιείχε ειδοποιητήριο για την πληρωμή μερίσματος ποσού 48.270 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας ALPHA BANK (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη του μερίσματος, ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε ήταν δικαιούχος του πιο πάνω μερίσματος. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους κατέβαλαν το μέρισμα εκ δραχμών 48.270, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η ALPHA BANK. 38) Στις 2.10.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας, επί της οδού ...- ..., έναν φάκελο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΙΝΟΑΝ LINES", με παραλήπτη τον ..., που περιείχε ειδοποιητήριο για την πληρωμή μερίσματος ποσού 18.000 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας ALPHA BANK (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη του μερίσματος, ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε ήταν δικαιούχος του πιο πάνω μερίσματος. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους κατέβαλαν το μέρισμα εκ δραχμών 18.000, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η ALPHA BANK. 39) Στις 23.8.2001, έχοντας προηγουμένως αφαιρέσει από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ...-..., έναν φάκελο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης (Ε.Υ.Δ.Α.Π)" με παραλήπτη τον ..., που περιείχε ειδοποιητήριο για την πληρωμή μερίσματος ποσού 115.200 δραχμών της εταιρικής χρήσεως 2000, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS (κατάστημα ...), ότι το εμφανισθέν ενώπιόν τους πρόσωπο (ένας από αυτούς που ως τώρα δεν έχει διακριβωθεί) για την είσπραξη του μερίσματος, ονομάζεται ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έφερε το παραπάνω ονοματεπώνυμο και ούτε ήταν δικαιούχος του πιο πάνω μερίσματος. Με την παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων παραπλάνησαν τους υπαλλήλους της πιο πάνω Τράπεζας και τους κατέβαλαν το μέρισμα εκ δρχ. 115.200, ποσό κατά το οποίο αυτοί παρανόμως ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα η EFG EUROBANK ERGASIAS. 40) Κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του 2001 έως τον Ιούνιο του 2002 αφαίρεσαν την με αριθμό ... πιστωτική κάρτα MASTERCARD που η τράπεζα CITIBANK είχε αποστείλει στον ... και ακολούθως με την κάρτα αυτήν προέβησαν σε αγορές από διάφορα καταστήματα.
Δ) Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του 2002 έως 21.1.2003, οι 1ος Χ2, 3η Χ3 και 4ος Χ1, από 14.10.2000 έως 21.10.2003, και ο Χ4, από τα μέσα του 2001 έως την 21.10.2003 και σε ημερομηνία που δεν διακριβώθηκε επακριβώς, με πρόθεση συγκρότησαν και εντάχθηκαν ως μέλη σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση), που επεδίωκαν την διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216 (πλαστογραφία) και 386 (απάτη) και όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται πιο πάνω αναλυτικά στα στοιχεία Α, Β και Γ της παρούσας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι από προφανή παραδρομή στο σκεπτικό (σελ. 78), κατά την παραπομπή σε σελίδες του διατακτικού, για τον προσδιορισμό των πράξεων για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, παραλείπεται η σελ. 129 και, αντί των ορθών σελ. 165-174, αναφέρονται, για τις υπό στοιχεία Α 1-7 πράξεις της από κοινού πλημμεληματικής πλαστογραφίας, κατ' εξακολούθηση, οι εσφαλμένες σελ. 182-190 και αντί των ορθών σελ. 174-180, αναφέρονται, για τις υπό στοιχεία Β 1-7 πράξεις της από κοινού πλημμεληματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, οι εσφαλμένες 190-196 (σελ 82 σκεπτικού). Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 94, 98, 187 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2928/2001, 216 παρ. 1, 3β και 386 παρ. 1, 3α του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 14 Ν. 2721/1999 (βλ. σελ.182), τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι οποίες προκύπτουν από τον ανωτέρω συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, τα οποία, όπως λέχθηκε ανωτέρω, αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τέλεση των οποίων, από κοινού με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και δεν στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως λέχθηκε ανωτέρω, εκ του ότι γίνεται στο σκεπτικό παραπομπή σε συγκεκριμένα τμήματα του διατακτικού, αφού σ αυτό αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, με τα οποία στοιχειοθετούνται, κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά τους στοιχεία, οι ανωτέρω πράξεις, τόσον στην πλημμεληματική τους μορφή, όσον και στην κακουργηματική τους, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, αιτιολογείται ειδικώς ο υπερχειλής δόλος του αναιρεσείοντος, αφού αναφέρεται ο σκοπός τελέσεως των πλαστογραφιών ως και η έννομη συνέπεια που μπορούσε να έχει η σκοπουμένη παραπλάνηση των τρίτων, όπως και ο σκοπός πορισμού παρανόμου περιουσιακού οφέλους, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, με την παράσταση των αναφερομένων ψευδών γεγονότων ή την απόκρυψη των αληθών, ως και με την τέλεση των πλαστογραφιών, χωρίς να επιδρά στην στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, όπως λέχθηκε ανωτέρω, ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις πλαστογραφιών, το περιουσιακό όφελος και η ζημία του τρίτου δεν αποτέλεσε την άμεση συνέπεια της πλαστογραφίας, αλλά απαιτήθηκαν και περαιτέρω ενέργειες των συναυτουργών, αρκεί ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, που προκύπτουν από τον συνδυασμό σκεπτικού - διατακτικού, το όφελος ή η περιουσιακή ζημία είχαν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο των δραστών και με την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων που εξειδικεύονται στην απόφαση, διαμορφώθηκαν οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών τους, χρονικώς επομένων της κατάρτισης των πλαστών εγγράφων, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία, ούτε χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο της από κοινού τέλεσης των πράξεων, να εξειδικεύονται οι επί μέρους πράξεις του αναιρεσείοντος και των συγκαταδικασθέντων συναυτουργών, αρκεί η αναφορά ότι από κοινού και με κοινό δόλο πραγμάτωσαν την νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι. Τέλος αιτιολογείται η συνδρομή των στοιχείων του άρθρου 13 στ' ΠΚ (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση), τα οποία, σε συνδυασμό με το συνολικό ποσό του οφέλους που σκοπήθηκε και επιτεύχθηκε, εφόσον πρόκειται για πράξεις που τελέσθηκαν μετά την θέση σε ισχύ του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), προσδίδουν κακουργηματικό χαρακτήρα στις περισσότερες από τις πράξεις που τελέσθηκαν, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις (επανειλημμένη τέλεση μεγάλου αριθμού των πράξεων, από την οποία συνάγεται σκοπός πορισμού εισοδήματος από την τέλεσή τους και απόκτηση ροπής για τέλεσή τους ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους).
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ερευνάται αυτεπαγγέλτως (511 ΚΠΔ), τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί οι κρινόμενες αιτήσεις του εν λόγω αναιρεσείοντος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Επίσης, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2008 (δήλωση) αίτηση του Χ2 περί αναιρέσεως της 1098/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Απορρίπτει τις από 16.4.2008 αίτηση και από 9.10.2008 (δήλωση) αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 1098/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση και απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος άνω των 15.000 €. Έννοια. Στοιχεία. Πότε είναι κακούργημα (ΟλΑΠ 5/2008, ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 2358/2009, ΑΠ 2041/2009, ΑΠ 51/2007, ΑΠ 425/2009, ΑΠ 412/2009, ΑΠ 190/2009). Αιτιολογία - πότε ειδική και εμπεριστατωμένη. Πρέπει να εκτείνεται και σε αυτοτελείς ισχυρισμούς που καταχωρούνται και αναπτύσσονται προφορικά (ΟλΑΠ 2/2005). Έννοια τελευταίων (ΑΠ 191/2010, ΑΠ 250/2009). Δεν αποτελεί το άλλοθι (ΑΠ 1466/2006). Πότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως (170 παρ.2, 510 παρ. 1 Β ΚΠΔ). Απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο - πότε δημιουργείται. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από 510 παρ. 1 Α' 1Β σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 δ, 171 παρ.2, 1 Δ'. Απορρίπτει αιτήσεις πρώτου ως αβάσιμη και δευτέρου ως ανυποστήρικτη, λόγω της απουσίας του κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 666/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλος-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη , Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 278/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1230/08.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 496/22.10.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου Σας την με αρ. πρωτ. 6780 υποβληθείσα την 1/7/2008 στο Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., αίτηση του Χ, κρατουμένου στην ανωτέρω φυλακή, περί επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αρ. 278/05 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και εκθέτομεν τα εξής: Κατά το άρθρον 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη δι'αμετακλήτου αποφάσεως επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνον εις τας τέσσαρας περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς εις την διάταξιν αυτήν. Κατά την δευτέραν από τας περιπτώσεις αυτάς, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται εάν, μετά την οριστικήν καταδίκην τινός, απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα εις τους καταδικάσαντας δικαστάς γεγονότα ή αποδείξεις, αι οποίαι μόναι ή εν συνδυασμώ προς τας πρότερον προσκομισθείσας, καθιστούν πρόδηλον, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι'έγκλημα βαρύτερον εκείνου, το οποίον πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά την διάταξιν αυτήν είναι ταυτόσημοι, δύναται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανάκλησις ή τροποποίησις ή συμπλήρωσις μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα και οιαιδήποτε άλλαι αποδείξεις, αι οποίαι δεν υπεβλήθησαν εις το δικαστήριον που εδίκασε και ήσαν άγνωστοι εις τους δικαστάς, εφ'όσον αυταί, εκτιμώμεναι μόναι των ή εν συνδυασμώ με αυτάς που είχον προσκομισθή, καθιστούν φανερόν και όχι απλώς πιθανόν, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερον εκείνου που ετέλεσε. Δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα εις τους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστικήν απόφασιν, αλλ'αντιθέτως ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, έστω και δι'εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροήν εις τον σχηματισμόν της δικαστικής κρίσεως. Εξ άλλου δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα δια των οποίων διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβον υπ'όψιν των οι δικασταί που εξέδωσαν την απόφασιν, διότι η αίτησις επαναλήψεως της διαδικασίας στρέφεται κατ'αμετακλήτου αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικον μέσον, αλλ'έκτακτον διαδικασίαν (Α.Π. 964/2006, 1588/2005 Ποιν Δικ 2006 σελ. 1347, 364 αντιστ. κ.ά.). Τέλος, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης επανάληψης διαδικασίας επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης, αν αυτή στηρίζεται σε άλλο λόγο ή και στον ίδιο, εφόσον όμως προς υποστήριξή του προσκομίζονται νέα αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 280/75, ΑΠ 1097/95 ΠΧρ ΜΣΤ/1247). -Στη προκειμένη περίπτωση ο αιτών δια της ανωτέρω αιτήσεώς του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποίαν εξεδόθη η υπ'αριθμ. 278/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, δια της οποίας κατεδικάσθη δια την κακουργηματική πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. και επεβλήθη εις αυτόν κάθειρξη 5 ετών. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ'αυτής αναίρεση του απερρίφθη δια της υπ'αριθμ. 1798/2006 αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας. Η πράξη δια την οποίαν ο αιτών κατεδικάσθη συνίστατο, εις το ότι ενεφανίσθη ενώπιον της Δ' Δ.Ο.Υ. ... ως Ξ και έκανε δήθεν έναρξη ασκήσεως επιτηδεύματος επ'ονόματι τούτου. Ακολούθως προέβη εις δήθεν συναλλαγές πωλήσεως σιδήρων, μετάλλων και κατασκευών μετά διαφόρων εταιριών εκδώσας εικονικά και πλαστά τιμολόγια πωλήσεως ποσού συνολικού ύψους 28.693.502 δραχμ., ως προς το οποίο παρανόμως ωφελήθη επ'αντιστοίχω ζημία του ανωτέρω Ξ, που επί πλέον εζημιώθη κατά το πρόστιμο ποσού δραχμ. 44.088.592 που επεβλήθη υπό της άνω Δ.Ο.Υ. σ' αυτόν, δια την έκδοση εικονικών και πλαστών τιμολογίων. Δια της υπό κρίσιν αιτήσεως ο αιτών ισχυρίζεται, ότι κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου που ετέλεσε. Συγκεκριμένως δε ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών ποινικών διατάξεων, κατεδικάσθη δια κακουργηματική απάτη, ενώ είχε τελέσει το πλημμέλημα της φοροδιαφυγής. Περαιτέρω ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 98 παρ. 2 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' Π.Κ., συνυπολογίσθη δια την εξεύρεση του ορίου των 5.000.000 δρχ., η υπέρβαση του οποίου προσδίδει εις την κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν απάτη κακουργηματικό χαρακτήρα, το άθροισμα του οφέλους και της αντιστοίχου περιουσιακής ζημίας που προέκυπτε εξ όλων των μερικωτέρων πράξεων και όχι το όφελος και η αντίστοιχη ζημία που προέκυπτε εξ εκάστης μερικωτέρας πράξεως, που ήταν κατώτερο των 5.000.000 δραχμ. και επομένως η πράξη του ήταν πλημμεληματική. Επομένως είναι σαφές, ότι δια των αιτιάσεων αυτών πλήττεται η προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση για νομικές πλημμέλειες, που ως ελέχθη δεν συνιστούν νέα άγνωστα γεγονότα, επιπροσθέτως δε πλήττεται αυτή δι'εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω προσκομίζεται ως νέο άγνωστο εις τους καταδικάσαντες δικαστές γεγονός η υπ'αριθμ. 3245/1998 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, που όμως ελήφθη υπ'όψιν υπό τούτων, αφού φέρεται μεταξύ των αναγνωσθέντων υπό του Δικαστηρίου εγγράφων υπ'αριθμόν 29. Τα νέα στοιχεία που προσκομίζονται είναι η υπ'αριθμ. 3244/1998 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, δια της οποίας το επιβληθέν εις τον Ξ υπό του προϊσταμένου της Δ' Δ.Ο.Υ. ... πρόστιμο 320.000 δρχ. εμειώθη εις 160.000 δρχ., ως και οι υπ'αριθμ. 283/2001 και 392/2003 αποφάσεις του αυτού Δικαστηρίου, δια των οποίων απερρίφθησαν αντίστοιχες αιτήσεις του Ξ αναθεωρήσεως της ανωτέρω υπ'αριθμ. 3244/1998 αποφάσεως. Εκ της μειώσεως όμως του ποσού του προστίμου κατά 160.000 δρχ., ουδόλως μετηλλάχθη ο κακουργηματικός χαρακτήρας της προαναφερθείσης πράξεως της απάτης σε πλημμεληματικό, αφού και μετά την μείωση της επενεχθείσης εις τον Ξ ζημίας κατά το ανωτέρω ποσό, αυτή και πάλιν υπερβαίνει το όριο των 5.000.000 δρχ. Επίσης προσκομίζονται (α) η υπ'αρ. πρωτ. 4261/21-3-05 αίτηση του Χ προς την Δ' ΔΟΥ ... με την οποία ζητούσε όπως του αναφέρουν αν έχουν κάτι σχετικό με αυτόν που να έχει προκύψει από τον έλεγχο της ΥΠΕΔΑ ή των ελεγκτών της Δ' ΔΟΥ ... και την από 11/4/2008 απάντηση της Δ' ΔΟΥ ... επί της ως άνω αιτήσεως η οποία έχει ως εξής: "Σε απάντηση της παραπάνω εξώδικης πρόσκλησης σας προς την ΔΟΥ μας με την οποία ζητάτε διάφορα στοιχεία και πληροφορίες από το φορολογικό φάκελλο του Ξ, σας γνωρίζουμε ότι:Σύμφωνα με την παρ.2 του αρθρ.85 του Ν.2238/94 "οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του Προϊσταμένου της ΔΟΥ και κάθε Στοιχείο του φακέλλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής, είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά". Η χορήγηση επομένως τόσο των εγγράφων όσο και των πληροφοριών που μας ζητάτε, αφορούν τον Ξ και αποτελούν στοιχεία του φορολογικού του φακέλλου τα οποία σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη είναι απόρρητα. Μετά από αυτά, το αίτημα σας δεν μπορεί να ικανοποιηθεί." και β) η με αρ. πρωτ. 5065/20-5-2008 βεβαίωση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς η οποία έχει ως εξής:"Όπως προκύπτει από τα βιβλία και στοιχεία που τηρούνται στην υπηρεσία μας, μέχρι την 19-5-2008 δεν έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως κατά της αριθμ. 1143/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως του Ξ κατά του Προϊσταμένου της Δ' ΔΟΥ ... και κατά της αριθ. 3245/1998 απόφασης του Διοικ. Πρωτοδικείου Πειραιά. Η παρούσα βεβαίωση χορηγείται μετά από αίτηση του Χ για κάθε νόμιμη χρήση.". Κατ'ακολουθία τούτων καθίσταται σαφές, ότι δεν προέκυψαν νέα γεγονότα ή αποδείξεις άγνωστες στους δικάσαντες δικαστές οι οποίες να καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερον εκείνου που πράγματι τέλεσε ή ότι αυτός είναι αθώος.
Συνεπώς η ανωτέρω αίτηση είναι απορριπτέα ως κατ'ουσία αβάσιμη. Επειδή κατ'ακολουθίαν των εκτεθέντων πρέπει, κατά τα άρθρα 525 παρ. 1, 527 παρ. 1 και 3, 528 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ο υ μ ε: (Ι). Να απορριφθεί η υποβληθείσα την 1/7/2008 αίτηση του Χ, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, δια της υπ'αριθμ. 278/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. (
ΙΙ.) Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 26 Σεπτεμβρίου 200
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται ενώπιον του Συμβουλίου αυτού η με αρ. πρωτ. 6780 υποβληθείσα την 1/7/2008 στο Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., αίτηση του Χ, κρατουμένου στην ανωτέρω φυλακή, περί επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αρ. 278705 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Ο αιτών εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο αυτό και ζήτησε αναβολή, η οποία απορρίφθηκε. Παρά τη μη εμφάνιση αυτού κατά την παρούσα συζήτηση, για την οποία κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το, από 3 Ιουλίου 2009, αποδεικτικό του ..., επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, το Συμβούλιο αυτό θα εξετάσει την αίτησή του, σαν να ήταν και αυτός παρών. Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημοι, είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως . ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, και απορρίφθηκαν, έστω και λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Τέλος, δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη τους οι δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση, διότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στρέφεται κατ1 αμετάκλητης αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Έτσι, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης επανάληψης διαδικασίας επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης, αν αυτή στηρίζεται σε άλλο λόγο ή και στον ίδιο, εφόσον όμως προς υποστήριξη του προσκομίζονται νέα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση της υπ' αριθ. 278/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερέβαινετο ποσόν των 5.000.000 δραχμών (αρθρ. 386 §§ 1 και 3 περ. α, 98 ΠΚ) σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, για το λόγο ότι μετά την καταδίκη του προέκυψαν νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις (α, β, γ, δ), άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που τέλεσε, είναι , νόμιμη, στηριζόμενη στην αναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, αρμοδίως δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 § 3 και 528 § 1 ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει, ότι ο αιτών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 278/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1.798/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, κηρύχθηκε ένοχος απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Συγκεκριμένα, η αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αιτών, συνίστατο στο ότι εμφανίσθηκε ενώπιον της Δ' ΔΟΥ ... ως Ξ και έκανε έναρξη άσκησης επιτηδεύματος στο όνομα τούτου. Ακολούθως, προέβη δήθεν σε συναλλαγές πώλησης σιδήρων, μετάλλων και κατασκευών με διάφορες εταιρίες, εκδίδοντας εικονικά και πλαστά τιμολόγια πώλησης συνολικού ποσού 28.693.502 δραχμών, ποσό ως προς το οποίον ωφελήθηκε παρανόμως με αντίστοιχη ζημία του πραγματικού Ξ, Ο τελευταίος ζημιώθηκε περαιτέρω και κατά το ποσό των 44.088,592 δραχμών, που επιβλήθηκε σε αυτόν ως πρόστιμο από την ανωτέρω Δ.Ο.Υ., για την έκδοση εικονικών και πλαστών τιμολογίων.
Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών ισχυρίζεται, ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που τέλεσε, Ειδικότερα δε : α)ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών ποινικών διατάξεων, καταδικάστηκε για απατή σε βαθμό κακουργήματος ενώ είχε τελέσει το πλημμέλημα της φοροδιαφυγής, και επιπλέον β) ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων των άρθρων 98 § 2 και 386 §§ 1 και 3 περ. α του ΠΚ, συνυπολογίστηκε για την εξεύρεση του ορίου των 5,000.000 δραχμών, η υπέρβαση του οποίου προσδίδει κακουργηματικό χαρακτήρα στην κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτη, το άθροισμα του οφέλους και της αντίστοιχης περιουσιακής ζημίας, που προέκυπτε από όλες τις τελεσθείσες μερικότερες πράξεις, και όχι το όφελος και η αντίστοιχη ζημία που προέκυπτε από κάθε μια μερικότερη πράξη, το οποίο ήταν κατώτερο των 5.000.000 δραχμών και άρα η τελεσθείσα από αυτόν αξιόποινη πράξη ήταν πλημμεληματική. Με τις αιτιάσεις, όμως, αυτές του αιτούντος καταδικασμένου καθίσταται φανερό, ότι πλήττεται η αναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση για νομικές πλημμέλειες, οι οποίες ωστόσο, όπως προειπώθηκε, δεν συνιστούν νέα άγνωστα γεγονότα, επιπροσθέτως δε και για Εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, γ)προσκομίζεται ως νέο άγνωστο γεγονός στους δικαστές που τον καταδίκασαν η υπ' αρ,θ. 3 245/1998 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αμετάκλητης υπ'αριθ. 278/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, λήφθηκε υπ 'όψη, αφού περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα από το Δικαστήριο τούτο έγγραφα υπ'αριθ.29. Και δ) Επίσης, ως νέο στοιχείο, το οποίο προσκομίστηκε από τον αιτούντα, είναι η υπ'αριθ.3244/1998 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία το πρόστιμο των 320.000 δραχμών, που επιβλήθηκε στον πραγματικό Ξ από τον προϊστάμενο της Δ' ΔΟΥ Πειραιώς , μειώθηκε σε 160.000 δραχμές , ως και οι υπ'αριθ.283/2001 και 392/2003 αποφάσεις του αυτού Δικαστηρίου, που απέρριψαν αντίστοιχες αιτήσεις του Ξ για αναθεώρηση της ανωτέρω υπ'αριθ.3244/1998 αποφάσεως. Αλλά, από τη μείωση του ποσού του προστίμου κατά 160.000 δραχμές , δεν μεταβλήθηκε ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως της απάτης σε πλημμεληματικό, αφού και μετά από αυτή η επελθούσα στον Ξ ζημία και πάλιν υπερβαίνει το όριο των 5.000.000 δραχμών (28.693.502 δρχ- 160.000 δρχ.). Όλα τα παραπάνω στοιχεία υπέβαλε ο αιτών στο Συμβούλιο αυτό με τη χωρίς ημεροχρονολογία προηγούμενη αίτησή του, ζητώντας την επανάληψη της άνω με αριθμό 278/05 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία απορρίφθηκε με τη 1291/07 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (σε Συμβούλιο), για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους. Ήδη, ο αιτών με την κρινόμενη, νέα αίτησή του προς το Δικαστήριο αυτό, επανυποβάλλει τα πιο πάνω στοιχεία και επιπλέον, επικαλείται ως νέα στοιχεία και προσκομίζει : (α)τηνυπ'αρ.πρωτ.4261/21-3-05 αίτησή του Χ προς την Δ' ΔΟΥ ... με την οποία ζητούσε όπως του αναφέρουν αν έχουν κάτι σχετικό με αυτόν που να έχει προκύψει από τον έλεγχο της ΥΠΕΔΑ ή των ελεγκτών της Δ' ΔΟΥ Πειραιώς (και την από 11/4/2008 απάντηση της Δ' ΔΟΥ ... επί της ως άνω αιτήσεως η οποία έχει ως εξής: "Σε απάντηση της παραπάνω εξώδικης πρόσκλησης σας προς την ΔΟΥ μας με την οποία ζητάτε διάφορα στοιχεία και πληροφορίες από το φορολογικό φάκελλο του Ξ, σας γνωρίζουμε ότι: Σύμφωνα με την παρ,2 του αρθρ.85 του Ν.2238/94 "οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του Προϊσταμένου της ΔΟΥ και κάθε Στοιχείο του φακέλλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής, είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά". Η χορήγηση επομένως τόσο των εγγράφων όσο και των πληροφοριών που μας ,ζητάτε, αφορούν τον Ξ και αποτελούν στοιχεία του φορολογικού του φακέλλου τα οποία σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη είναι απόρρητα. Μετά από αυτά, το αίτημα σας δεν μπορεί να ικανοποιηθεί." και β)Την με αρ. πρωτ. 5065/20-5-2008 βεβαίωση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς η οποία έχει ως εξής: "Όπως προκύπτει από τα βιβλία και στοιχεία που τηρούνται στην υπηρεσία μας, μέχρι την 19-5-2008 δεν έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως κατά της αριθμ. 1143/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως
του Ξ κατά του Προϊσταμένου της Δ' ΔΟΥ ... και κατά της αριθ. 3245/1998 απόφασης του Διοικ.Πρωτοδικείου Πειραιά.
Η παρούσα βεβαίωση χορηγείται μετά από αίτηση του Χ για κάθε νόμιμη χρήση.". Όμως, τα παραπάνω στοιχεία, που υπέβαλε για πρώτη φορά, σε συνδυασμό με αυτά που είχε και προηγούμενα υποβάλλει στο Δικαστήριο αυτό, δεν είναι νέα γεγονότα και αποδείξεις, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ.1 και 2 ΚΠΔ.Κατ' ακολουθίαν, καθίσταται σαφές, ότι δεν προέκυψαν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, οι οποίες καθιστούν μάλιστα φανερό, ότι ο αιτών καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο εκείνου, το οποίο πράγματι τέλεσε. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 του ΚΓ1Δ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-08 αίτηση του καταδικασμένου Χ, κρατουμένου στην Κ.Φ. ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 278/2005 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Επικαλείται στοιχεία, με βάση τα οποία, ως ισχυρίζεται, καταδικάστηκε για αδίκημα βαρύτερο από αυτό που τέλεσε. Απόρριψη προηγούμενης αιτήσεως με τα αυτά κατά βάση στοιχεία. Επίκληση νέων στοιχείων και των παλαιών. Δεν υπάρχει προς τούτο εμπόδιο. Απορρίπτει και νέα αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
Αριθμός 665/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα-Σε Συμβούλιο -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 22/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5 και 6) Χ6. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 7/24-2-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργία Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 261/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 88/26-2-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 Κ.Π.Δ., προς συζήτηση και έκδοση αποφάσεως του την 7/23-2-2010 αίτηση μου με την οποία ζητώ να αναιρεθεί εν μέρει το 22/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. II. Για την βασιμότητα των λόγων για τους οποίους ασκήθηκε η αναίρεση αυτή, αναφέρομαι εξολοκλήρου στο περιεχόμενο της 7/23-2-2010 σχετικής αιτήσεως μου αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να γίνει δεκτή η παραπάνω αίτηση μου αναιρέσεως 2)
Να αναιρεθεί εν μέρει το 22/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και 3) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 εδ. α'του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479 του ίδιου Κώδικα, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, που εκδίδεται από τα συμβούλια πλημμελειοδικών και εφετών, και για όλους τους λόγους αναιρέσεως, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την έκδοση τους. Στην προκείμενη περίπτωση ο Εισαγγελέας του Αρείου πάγου με την κρινόμενη υπ' αριθ. 7/24-2-2010 αίτηση του ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθ. 22/2010 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, που εκδόθηκε στις 12-2-2010, με το οποίο απορρίφθηκε ως και' ουσίαν αβάσιμη η από 30-11-2009 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του υπ' αριθ. 1011/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ). Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι απαράδεκτη και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ απάτη διαπράττει, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή αποχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται δε με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Ένεκα της μη αναγκαίας ταύτισης του προσώπου που απαιτήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη, όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξη του, εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως η εν γνώσει του προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνήσιων μεν ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενο τους ή προσαγωγή μαρτύρων που κατέθεσαν ένορκα εν γνώσει τους ψευδή περιστατικά, με το οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή όταν το δικαστήριο που παραπλανείται από τον διάδικο με την υποβολή - προσαγωγή των ψευδών αποδεικτικών μέσων εκδίδει οριστικά απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, εν απόπειρα δε όταν το δικαστήριο δεν πείθεται απ' αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και την εκ νέου αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή, χωρίς να συντρέχει η προηγούμενη περίπτωση (της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης απατών) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Ακόμα, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός, Με τον όρο " από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική του υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης" προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα, εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και παροχή συνδρομής κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της τέλεσης της κύριας πράξης, που συνδέεται προς αυτή κατά τρόπον, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου αυτουργού δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιπτώσεις υπό τις οποίες είχε διαπραχθεί.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 224 παρ. 2 του ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, "όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχή αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση να αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος λόγος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού με την έννοια της βεβαιότητας, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή έχει γνώση των αληθών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του ανωτέρω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε? θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από δηλώσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Αν η τοιαύτη κατάθεση του μάρτυρα έγινε σε διαφορετικούς χρόνους, με αναφορά κάθε φορά ψευδών περιστατικών, τότε πρόκειται για ομοειδείς πράξειςπου προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό (της απονομής της δικαιοσύνης) και ο δράστης τελεί το έγκλημα της ψευδορκίας κατ' εξακολούθηση (άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α'του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και "όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αιτία ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού (ηθικού) ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός να για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Τέλος, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος της έλλειψης και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ιδρύεται όταν δεν περιέχονται στο βούλευμα με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και κρίνεται επί μεν του παραμπεπτικού βουλεύματος ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, επί δε του απαλλακτικού (του αποφαινόμενου να μη γίνει κατηγορία) βουλεύματος ότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές (ενδείξεις) για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 22/2010 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με παραδεκτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και αυτού με παραπομπή στο εκκαλούμενο υπ' αριθ. 1111/2009) βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου και του τελευταίου στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου που έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 30-11-2009 έφεση του πολιτικώς ενάγοντα Ψ, κατά το υπ' αριθ. 1011/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου. Με το τελευταίο των ως άνω βουλευμάτων το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ6, για τα εγκλήματα: α) της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και β) της απάτης επί δικαστηρίου από κοινού με ζημία άνω των 73.000 ευρώ που φέρεται ότι τελέσθησαν στις 14-2-2005, 3-3-2005, 4-4-2005 και 5-4-2006. Αναίτια αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των: 1) Χ4 και 2) Χ5 για τα εγκλήματα που α) της ψευδορκίας ότι τέλεσαν στις 14-2-2005 και 3-3-2005 ο πρώτος και στις 4-4-2005 ο δεύτερος αυτών και β) της άμεσης συνέργειας σε απάτη επί δικαστηρίου από κοινού με ζημία άνω των 73.000 ευρώ που φέρεται ότι τέλεσαν στις 5-4-2006. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 22/2010 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου δέχθηκε με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση ότι "ούτε οι μάρτυρες ανταποδείξεως κατέθεσαν κάτι διαφορετικό για την επιχειρηματική δραστηριότητα του εγκαλουμένου των αδελφών ..., γεγονός το οποίο οδήγησε στην απόρριψη της εν λόγω αγωγής της εγκαλούσας, δηλαδή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου με την υπ'αριθ. 720/2006 απόφαση απέρριψε την από 3-2-1990 αγωγή των ... κλπ κατά της Χ1 κλπ. Επειδή έκρινε από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που περιέχονται στην υπ' αριθ. 42/2004 εισηγητική έκθεση, καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι και ουδόλως το Δικαστήριο παραπλανήθηκε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Χ4 και Χ5. Επομένως το εκκαλούμενο βούλευμα ορθός έκρινεν ότι δε δύναται να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας στα πρόσωπα των κατηγορουμένων Χ4 και Χ5 αφού αυτό δεν κατέθεσαν πραγματικά περιστατικά τα οποία εγνώριζαν από προσωπικά αντίληψη". Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι με την προμνημονευόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η από 1-12-1990 αγωγή περί λογοδοσίας των αρχικώς εναγόντων (πατέρα του ήδη πολιτικώς ενάγοντος Ψ και λοιπών εναγόντων) κατά του Ζ (αρχικά εναγομένου), ήδη κληρονομηθέντος από τις τέσσερις συγγενείς του (σύζυγό του και τρεις θυγατέρες τους ήδη συγκατηγορούμενες Χ1, Χ2, Χ3 και Χ6), με την παραδοχή ως κα' ουσίαν βάσιμης της ένστασης των τελευταίων ως εναγομένων ότι αυτές ουδεμία ουσιαστική ανάμειξη είχαν με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, εξαιτίας των οποίων άρχισαν οι πολύχρονες με οικονομικό ενδιαφέρον δικαστικές διαμάχες μεταξύ των αδελφών αρχικά και των κληρονόμων τους στη συνέχεια. Σύμφωνα μάλιστα με τις παραδοχές της ως άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, "η τυπική και όχι ουσιαστική ανάμειξη των καθών (συζύγου και θυγατέρων του αρχικώς εναγομένου) στην ως άνω εταιρεία και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του εναγομένου, συνομολογείται εξάλλου και από τους ενάγοντες, οι οποίοι στο δικόγραφο των προτάσεων τους ( σελ 25 και 15 αντίστοιχα), όπως αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση του υπ' αριθ. 1011/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, σαφώς εκθέτουν ότι η λειτουργία της επιχείρησης αντιπροσώπευσης της εταιρείας ... ασκείτο στο όνομα της συζύγου του ... (1η ενάγουσα)...αλλά η εμφάνιση των προσώπων αυτών, όπως συνομολογούν οι ενάγοντες, εγένετο αποκλειστικά και μόνο επειδή οι εταίροι ως αυτοκινητιστές δεν μπορούσαν να ασκούν στο όνομά τους δραστηριότητες λόγω ΤΣΑ και για φορολογικούς λόγους, με αποτέλεσμα η συμμετοχή τους να είναι εντελώς τυπική...
(βλ. τέλος 9ης σελίδας και 10η σελίδα της άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το προσβαλλόμενο Βούλευμα του δέχθηκε τυπική και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 30-11-2009 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά τον υπ' αριθ. 1011/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, το οποίος επικύρωσε.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημερομηνία που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διάρκεια η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις τω άρθρων 308 επ, 314,320, 321,339, 340 και 343 ΚΠΔ αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό Βούλευμα) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με τη εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωση του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό μ' εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β και 370 εδ. β' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμα και από τον 'Αρειο Πάγο ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναιρέσεως κατά Βουλεύματος, υποχρεούται να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να έχει ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ' αυτόν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 ΚΠΔ (ολΑΠ 382/1992), δεδομένου ότι το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 43 του ν. 3160/2003, δεν παραπέμπει, προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 ΚΠΔ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ίδιου ν. 3160/2003.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε κατά το κατηγορουμένου Χ4, ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στις 14-2-2005 και 3-3-2005 στο Ναύπλιο ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστού, που είχε ορισθεί με την υπ' αριθ. 82/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Το έγκλημα αυτό (άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιο Κώδικα) τιμωρείται πάντοτε ως πλημμέλημα. Επομένως, έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού από τότε που φέρεται ότι τελέσθηκε μέχρι σήμερα (αλλά και πριν τη συζήτηση στις 9-3-2010 της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως) δηλονότι από τις 14 Φεβρουαρίου 2005 και 3 Μαρτίου 2005 και εντεύθεν παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε ετών και πλέον, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Έτσι, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως με αίτημα αναιρέσεως αδιακρίτως, ήτοι και ως προς την ως άνω πλημμεληματική πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κα' εξακολούθηση που αποδίδεται στον Χ4, περιέχει δε παραδεκτό λόγο αναιρέσεως που ανάγεται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί κατά το ως άνω κεφάλαιο το προσβαλλόμενο Βούλευμα και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής ή κατά τον ανωτέρω κατηγορούμενο ασκηθείσα ποινική δίωξη για το προαναφερόμενο έγκλημα. Το αποτέλεσμα δε αυτό πρέπει να επεκταθεί και στις συγκατηγορούμενες του τέσσερις γυναίκες (Χ1, Χ2, Χ3 και Χ6), φερόμενες ως ηθικές αυτουργοί στο ως άνω έγκλημα τον Χ4 λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της επίσης σε βαθμό πλημμελήματος τιμωρούμενης πράξης αυτών προς εκείνη του φυσικού αυτουργού και να αναιρεθεί και ως προς κεφάλαιο αυτό το προσβαλλόμενο Βούλευμα να παύσει μετά ταύτα οριστικά η ποινική δίωξη και ως προς αυτές λόγω παραγραφής της πράξης του αυτής (ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση) Περαιτέρω, με τις ως άνω παραδοχές του, το συμβούλιο Εφετών, με τις προαναφερόμενες καθολικές αναφορές στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, του τελευταίου στο εκκαλούμενο βούλευμα και αυτό στην εμπεριεχόμενο σ' αυτό αντίστοιχη με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία Εισαγγελική πρόταση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό σαφήνεια, πληρότητα (αναπληρούμενη με τις προμνημονευόμενες κατά σειρά αναφορές του) και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και με βάση τα οποία δεν στοιχειοθετείται: α) η ψευδορκία μάρτυρα σε βάρος του Χ5, με την παραδοχή ότι αυτός κατέθεσε στις 4-4-2005 πραγματικά περιστατικά από προσωπική αντίληψη και ουδόλως παραπλανήθηκε το Δικαστήριο (πολιτικό) από την ως άνω μαρτυρική κατάθεση (τούτο κατέληξε σε οριστική απόρριψη της από 3-12-1990 αγωγής για λογοδοσία εκ μέρους των τεσσάρων συγκατηγορούμενων από την συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των προσκομισθέντων εκατέρωθεν δηλονότι και από την πλευρά των τότε εναγόντων στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο ήδη πολιτικώς ενάγων αποδεικτικών μέσων), β) η ηθική αυτουργία από κοινού στην ως άνω ψευδορκία μάρτυρα που αποδιδόταν σε βάρος των ως άνω τεσσάρων γυναικών, γ), η κατηγορηματική απάτη επί δικαστηρίου από κοινού σε βάρος των ίδιων ως άνω γυναικών δ) η άμεση συνέργεια των Χ4 και Χ5 στην κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου από κοινού. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη στο σύνολό της, εκτός από τα θιγόμενα κεφάλεα του προσβαλλόμενου βουλεύματος από την οριστική παύση της ποινικής δίωξης για τα αποδιδόμενα στον Χ4 και της Χ1, Χ2 Χ3 και Χ6 εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτόν αντίστοιχα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθ. 22/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου μόνο όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ4 και τις συγκατηγορούμενες Χ1, Χ2, Χ3 και Χ6 και μόνο για τα αποδιδόμενα σ' αυτούς εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν αντιστοίχως.
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη: Α) κατά του Χ4, για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστή που είχε οριστεί με την υπ' αριθ. 82/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κατέθεσε ψευδώς, α) στις 14-2-2005 ότι "Μέχρι το 1985 που ήμουν διευθυντής τα κορίτσια του Ζ, δηλαδή, Χ6, Χ2 και Χ3, ήσαν η Χ6 στο Γυμνάσιο, η Χ3 στο Λύκειο και η Χ2 στο Πανεπιστήμιο. Τα κορίτσια δεν αναμιγνύονταν στις εμπορικές δραστηριότητες του πατέρα του, άλλωστε ήταν σε τέτοια ηλικία που δεν μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε γνώση, αφού ήταν στο σχολείο και ασχολούνταν με τις σπουδές τους. Τη σύζυγο του Ζ δεν την είδα ποτέ να αναμιγνύεται στις εμπορικές δραστηριότητες του συζύγου της, και λόγω των φιλικών σχέσεων που είχαν μαζί τους, θα μπορούσε να είχε γίνει κάποια συζήτηση με εμένα για τις εμπορικές αυτές δραστηριότητες.... Οι αδερφοί ... είχαν λογαριασμούς στην τράπεζα, αλλά δεν ξέρω τι λογαριασμούς είχαν.... τους αδερφούς του Ζ τους ήξερα μόνο φυσιογνωμικά ...Όλες τις εμπορικές δραστηριότητες του Ζ μόνο αυτές τις διεύθυνε και μόνο αυτός τις ήξερε, Οι κληρονόμοι του Ζ δεν γνωρίζουν τις εμπορικές δραστηριότητες του και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να δώσουν λογοδοσία διότι δεν ξέρουν. Όταν λέω λογοδοσία εννοώ ότι δεν μπορούν να δίνουν λογαριασμό κάποιων πραγμάτων που έκανε ο πατέρας τους, αφού δεν τα γνωρίζουν" και Β) στις 3-3-2005 ότι "...όχι δα Μετά το 1985 δεν είχαμε με τον Ζ εμπορική ή οικονομική συναλλαγή. Την ίδια απάντηση, δηλαδή όχι, δίνω για το διάστημα μέχρι το θάνατο του Ζ..." Β) Κατά των: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ6 για ηθική αυτουργία από κοινού σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι με πρόθεση προκάλεσε η καθεμία την απόφαση στον ανωτέρω Χ4 να τελέσει κατά τους προαναφερόμενους χρόνους την ως άνω αποδοθείσα σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 24 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απαλλακτικού βουλεύματος από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Μετά την κρίση ότι η ως άνω αίτηση είναι παραδεκτή το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως παύει οριστικά την ποινική δίωξη για τα παραγραφέντα πλημμελήματα. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμης προς τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναίρεση μερική, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 0
|
Αριθμός 662/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2951/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1/10.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 72/16.2.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) μετά της σχετικής δικογραφίας την υπ' αρίθμ. 100/7-12-2009 έκθεση αναίρεσης του Χ που ασκήθηκε διά δηλώσεως του ενώπιον του Διευθυντού της Φυλακής ..., κατά της υπ' αρίθμ. 2951/18-11-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών διά της οποίας επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα : Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος ή απόφασης πρέπει στη δήλωση της άσκησης της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δε μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση (ΑΠ 2506/2008).Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση υπ' αρίθμ. 100/7-12-2009 αίτηση αναίρεσης πλήττεται η υπ' αρίθμ. 2951/ 18-11-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο Διευθυντή των Φυλακών ..., όπου κρατείται, αναφέρονται δε σ' αυτή, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης, επακριβώς τα εξής : "...κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αρίθμ. 2951/18-11-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που καταδικάστηκε για αγορά και κατοχή ναρκωτικών σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και Χ.Π. (5000) ευρώ για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει..".Με αυτό όμως το περιεχόμενο η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρεται ουδείς εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αρίθμ. 100/7-12-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ' αρίθμ. 2951/18-11-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα, 25 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης "
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ` ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση της άσκησής της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ` αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Εξάλλου, από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 509 παρ.1α και 474 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως από εκείνον που κρατείται στις φυλακές, μπορεί να γίνει και στον διευθύνοντα τη φυλακή, με δήλωση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, όπου διατυπώνονται οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου τούτου μέσου και που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται για την άσκησή του από το νόμο, τότε το αρμόδιο να κρίνει γι` αυτό Συμβούλιο ή Δικαστήριο το απορρίπτει, ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθμό εκθέσεως 100/7-12-2009 αίτηση αναίρεσης ο Χ, με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ..., άσκησε αναίρεση κατά της 2951/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή φυλάκισης τσσάρων (4) ετών και Χ.Π. 5.000 €, για αγορά και κατοχή ναρκωτικών. Στην έκθεση όμως ουδείς λόγος αναίρεσης περιέχεται, αλλ απλώς αναφέρεται με έντυπους χαρακτήρες ''.... Για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει.............''. Στην συνέχεια δε και στον προς τούτο αφαιθέντα κενό χώρο δεν υπάρχει καταχώρηση. Εφόσον λοιπόν στην έκθεση αναίρεσης ουδείς λόγος περιέχεται και εφόσον προηγήθηκε η ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος, που αυτός όρισε με την έκθεση, σύμφωνα με την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό έκθεσης 100/7-12-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 2951/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής αποφάσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντή των Φυλακών. Πρέπει να περιέχει έστω και ένα λόγο. Αν δεν περιέχει λόγους είναι απαράδεκτη (ΑΠ 364/2010, ΑΠ 2560/2008). Απορρίπτει αίτηση απαράδεκτη.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 661/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρεουλάκο, περί αναιρέσεως της 136-137/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και συγκατηγορούμενο τον Φ1.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 852/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και για τον συγκατηγορούμενο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατ' είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα απ' αυτά. Ωστόσο, πρέπει, να προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατ' άρθρο 178 περ. β' ΚΠΔ, και η αυτοψία, η οποία διατάχθηκε κατά το στάδιο της προδικασίας από τα αρμόδια Εισαγγελικά ή δικαστικά όργανα προς βεβαίωση της τέλεσης και των περιστάσεων του εγκλήματος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 183 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως, όταν απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, διαφορετικά, όταν δηλαδή απέρριψε το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1δ' του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη 136-137/2009 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 ετών για τις αξιόποινες πράξεις α) της κλοπής κατ' επάγγελμα και κατά εξακολούθηση και β) της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 94 §1, 46 §1α, 372 §1, 374 περ. ε' και 216 §1 ΠΚ). Από τα πρακτικά της προσβαλλομένης προκύπτει ότι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων ήταν και η από ...έκθεση αυτοψίας, η οποία από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτής, προκύπτει ότι διενεργήθηκε από τον μηχανολόγο μηχανικό της διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Βοιωτίας, κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, προς διαπίστωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, δηλ. αν τα ανευρεθέντα αυτοκίνητα (νταλίκες) στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου Φ1, είχαν πλαστογραφηθεί ως προς τον αριθμό πλαισίου και του πινακιδίου που αποφέρει τον τύπο και το εργοστάσιο κατασκευής. Όμως στην απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια στο κυρίως σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, ο αναιρεσείων είχε υποβάλλει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, σχετικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία "ότι το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο", χωρίς να παρατίθενται στο σκεπτικό τα αποδεικτικά εκείνα στοιχεία, στα οποία θεμελιώθηκε η κρίση αυτή του δικαστηρίου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. δ' ΚΠΔ πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί των παραπάνω ζητημάτων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας, στο οποίο και μόνον αφορούν οι δύο πιο πάνω λόγοι. Όμως επειδή οι πλημμέλειες αυτές δεν αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του αναιρεσείοντος αλλά και το πρόσωπο του συγκατηγορουμένου του Φ1, ο οποίος καταδικάστηκε με την ίδια απόφαση για το αδίκημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς αυτόν, που δεν άσκησε αναίρεση (άρθρ. 469 ΚΠΔ). Περαιτέρω, τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, που κατηγορείται ο αναιρεσείων, και της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, που κατηγορείται ο Φ1 έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα (άρθρ. 216 §1 ΠΚ) και, επομένως, εφόσον φέρονται ότι τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2001 έως 17-9-2001, έχουν υποπέσει μέχρι σήμερα στην οκταετή παραγραφή (άρθρ. 111 §3 και 113 §3 ΠΚ), που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, και πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρ. 511 ΚΠΔ), το παρόν δικαστήριο να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος των παραπάνω κατηγορουμένων για τις προαναφερόμενες πράξεις.
Κατά το άρθρο 372 §1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε το άρθρο 374 εδ.ε' του ΠΚ, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Ειδικότερα από το άρθρο 13 εδ.στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης της κλοπής κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του ως εγκλήματος. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 §2 και 333 §2 ΚΠΔ και τείνουν την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση δηλαδή όλων των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν, διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει (Ολ. ΑΠ 1198/1990). Τέτοιος είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2ε ΠΚ, ότι δηλ. συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, που οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής κατ' επάγγελμα, για το οποίο καταδικάστηκε, ότι από τα αναφερόμενα σ' αυτήν γενικώς και κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος Χ1, κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, αφαίρεσε από την κατοχή άλλων ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα αφαίρεσε: 1) στο χωριό ...κατά το χρονικό διάστημα από 25-8-2001 έως 5-9-2001 μία επικαθήμενη νταλίκα μάρκας KASSBOHRER χρώματος μπλε με κίτρινο μουσαμά, με αριθμό πλαισίου ..., από την κατοχή του ..., αξίας 8.804 ευρώ περίπου, και στην περιοχή ... στις 6/7-9-2001 και ώρα από 21.00 έως 8.30 διαδοχικά: α) μία επικαθήμενη νταλίκα μάρκας KASSBOHRER χρώματος λευκού, έτους κατασκευής 1993, με αριθμ. πλαισίου ..., από την οποία έλειπαν οι έξι πλαϊνές πόρτες και β) μία επικαθήμενη νταλίκα μάρκας VAN-HOOL χρώματος πράσινου με κόκκινο σασί, με αριθμό πλαισίου ..., που ήταν φορτωμένη με 204 τεμάχια ευρωπαλέτες, από την κατοχή του Ψ1, συνολικής αξίας με το εμπόρευμα της δεύτερης από αυτές 35.216 ευρώ. Τις ανωτέρω πράξεις τέλεσε κατ' επάγγελμα προς πορισμό εισοδήματος..... Οι ανωτέρω ισχυρισμοί και το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι, όπως και η χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς αδίκημα της κλοπής, αφού περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εν λόγω εγκλήματος, ενώ, σε σχέση με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτού από μέρους του αναιρεσείοντος, η παραδοχή, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πράξη της κλοπής τελέστηκε κατ' εξακολούθηση οδηγεί από μόνη της στο συμπέρασμα ότι υφίσταται επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και επομένως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 747/2009). Περαιτέρω όμως η έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αναγνώριση στον αναιρεσείοντα του ελαφρυντικού του άρθρου 84 §2ε ΠΚ, το οποίο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν σαφείς και ορισμένο, καθιστά αυτή αναιρετέα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. δ' και ε' ΚΠΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενώ, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον τέταρτο λόγο, που αφορά την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αναγνώριση της ελαφρυντικής πιο πάνω περιστάσεως, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο και κατά τη διάταξη περί ποινής σε σχέση προς την πράξη της διακεκριμένης κλοπής, ως και προς τη διάταξη περί καθορισμού σε βάρος του αναιρεσείοντος συνολικής ποινής, και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, μόνον κατά τα παραπάνω κεφάλαια της ελαφρυντικής περιστάσεως και επιβολής ποινής, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 136-137/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών κατά τα κεφάλαια που αφορούν τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και, περαιτέρω, ως προς τα κεφάλαια της αιτηθείσας ελαφρυντικής περιστάσεως και της διάταξης περί επιβολής ποινής για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής, ως και τη διάταξη περί καθορισμού σε βάρος του αναιρεσείοντος συνολικής ποινής.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος των Χ1, και Φ1, κατοίκου ..., ως προς τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, ο πρώτος, και της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση ο δεύτερος, που φέρονται ότι τελέστηκαν στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2001 έως 17-9-2001.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση μόνον ως προς τα κεφάλαια της αιτηθείσας ελαφρυντικής περιστάσεως και της διάταξης περί επιβολής ποινής για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική κλοπή - στοιχεία. Πλήρης αιτιολογία. Αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση ελαφρυντικών. Αναιρεί εν μέρει, ΠΟΠΔ και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Αναίρεση μερική, Κλοπή.
| 0
|
Αριθμός 660/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριος Πατινίδης, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτης Ρουμπή- Εισηγητή, Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλιβιζάτο, περί αναιρέσεως της ΑΤ2130/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 18 Δεκεμβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 749/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-3-2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, με την οποία ζητεί την αναίρεση της υπ'αριθμ.ΑΤ2130/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με την αίτηση θα συνεξετασθούν και οι από 18-12-2009 πρόσθετοι επ'αυτής λόγοι αναίρεσης που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόσθεμα με ιδαίτερο δικόγραφο (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ.1 και 2 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ.187/1973), επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μέχρι τριών ετών και χρηματική ποινή στον πλοίαρχο ή τον αξιωματικό φυλακής ή άλλο μέλος του πληρώματος του πλοίου, αν συνεπεία παραβάσεως από αμέλεια των διατάξεων του Κανονισμού προς αποφυγή των συγκρούσεων (ν.δ.93/1974) επήλθε σύγκρουση, προσάραξη ή πρόσκρουση του πλοίου επί καταφανούς ή γνωστού εμποδίου ή σοβαρή βλάβη του πλοίου ή του φορτίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, η οποία συντρέχει όταν ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και ενσυνείδητη, όταν ο δράστης προέβλεψε ότι από την συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε.
Περαιτέρω καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλοντα! στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ακόμα, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ.ΑΤ2130/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 26-4-2001 και ώρα 03.00 το Φ/Γ πλοίο ... ν.Π ... ...4 με πλοιοκτήτρια εταιρεία την ... και διαχειρίστρια την εταιρεία ... προσέγγισε το ανατολικό αγκυροβόλιο της ... (εκτός των ορίων του λιμένα) για παραλαβή καυσίμων φορτωμένο με 60375 μετρικούς τόνους σόγια beans προερχόμενο από ... και προορισμό τον λιμένα ... της .... Στο πλοίο επέβαινε εικοσαμελές πλήρωμα εκ των οποίων 9 Έλληνες , 10 Φιλιππινέζοι και 1 Ουκρανός. Πλοίαρχος του πλοίου ήταν ο κατηγορούμενος και κατά τον ως άνω χρόνο στη γέφυρα του πλοίου βρισκόταν ο τελευταίος, ο Φιλιππινέζος αξιωματικός φυλακής ..., ο Φιλιππινέζος ναύτης τιμονιέρης ... και στην πλώρη βρισκόταν σε ετοιμότητα για αγκυροβολία ο υποπλοίαρχος ... και ο ναύκληρος .... Ο Κατηγορούμενος περί ώρα 03.49 σε στίγμα φ=01ο , 17..7Β και λ=104ο ο7, 4 κατά την διάρκεια χειρισμών για αγκυροβολία στο υποδειχθέν σημείο από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει, ενόψει των ικανοτήτων του ως πλοιάρχου του εμπορικού ναυτικού, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την πράξη του, αν και μπορούσε να το προβλέψει κατά παράβαση του Διεθνή Κανονισμού προς Αποφυγή Συγκρούσεων(αρθ.2 ΔΚΑΣ) και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του α)τα υπάρχοντα θαλάσσια ρεύματα τα οποία αποτυπώνονται σε σχετικούς χάρτες και που εκείνη τη στιγμή ήταν περίπου 3-4 κόμβων και παρέσυραν το πλοίο προς τα δεξιά β)το γεγονός ότι υπήρχε κίνηση και άλλων πλοίων στην περιοχή και ο χώρος ήταν στενός γ)το γεγονός ότι σύμφωνα με τις ενδείξεις του ραντάρ και την ενημέρωση που υπήρξε από τον υποπλοίαρχο που βρισκόταν στην πλώρη υπήρχε αγκυροβολημένο πλοίο (το υπό σημαία Κίνας πλοίο ...) μπροστά και λίγο δεξιά σε απόσταση τεσσάρων ναυτικών σταδίων και το οποίο επίσης υφίστατο την επίδραση των ιδίων ρευμάτων δ)τις ελικτικές ιδιότητες του πλοίου λαμβανομένων υπόψει του μεγέθους του, της έμφορτης κατάστασής του (σύμφωνα μάλιστα με την κατάθεση του μάρτυρα ... το φορτωμένο πλοίο επηρεάζεται από τα ρεύματα περισσότερο) κινήθηκε με ταχύτητα 3,8 κόμβων η οποία δεν ενδεικνυόταν υπό τις παρούσες προαναφερθείσες συνθήκες (ρεύματα, ένσταση ανέμων, στενός χώρος, κίνηση και άλλων πλοίων κλπ) και δεν ενήργησε έγκαιρα ελιγμό προς αριστερά με αποτέλεσμα όταν ενήργησε τον ελιγμό, το πλοίο λόγω του μεγέθους και του φορτίου του αλλά και των ρευμάτων και της ταχύτητας του δεν άκουσε στον χειρισμό και εξακολούθησε να παρασύρεται προς τα δεξιά και τελικά προσέκρουσε με την δεξιά του πλευρά επι του αγκυροβολημένου υπό σημαία Κίνας πλοίου .... Από την πρόσκρουση προκλήθηκε στρέβλωση στα ρέλια του καταστρώματος του πλοίου ... σε μήκος 3,4 μέτρα περίπου καθώς και στο κρουζέτο του κυρίου καταστρώματος σε μήκος 1 - 1,5 μέτρα περίπου μεταξύ του κύτους αρ.1 και 3 ενώ κατά την διάρκεια του συμβάντος η άγκυρα του υπό σημαία Κίνας πλοίου μπλέχτηκε στην προπέλα του ..., κόπηκε και περιελίχθηκε στον έλικα και στον άξονα του προκαλώντας θόρυβο. Ενόψει των παραπάνω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται.
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της παράβασης κανονισμού προς αποφυγή συγκρούσεων, από την οποία επήλθε πρόσκρουση του πλοίου και του επέβαλε μόνο (εκ παραδρομής) ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για μία τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικαστήκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνάγαγε τα περιστατικά αυτά και του συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1Β και 28 του ΠΚ και 225 παρ.1 και 2 του ν.δ/τος 187/1973, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε (κρίνοντας ορθόν ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το ως άνω πλημμέλημα με χωρίς συνείδηση αμέλεια), χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα και το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία του κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα. Εξάλλου δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει ιδιαίτερα στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο περί ανωτέρας βίας και εντεύθεν περί έλλειψης οιουδήποτε υπαιτιότητας του, λόγω της υπάρξεως θαλασσίου ρεύματος εξαιρετικής εντάσεως, που δεν μπορούσε να προβλέψει κατά την προσέγγιση του με το πλοίο ..., του οποίου ήταν πλοίαρχος, στο ανατολικό αγκυροβόλιο της .... Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τον πρώτο των ως άνω λόγων αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος, γιατί στην περίπτωση αυτή προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος ο αναιρεσείων διατείνεται με την κρινόμενη αίτησή του και με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτός ότι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ειδικότερα λόγω ανάγνωσης της α)έκθεσης ένορκης προανάκρισης του υποπλοιάρχου του Λιμενικού Σώματος ..., που διενέργησε τη σχετική προανάκριση και β)της ένορκης εξέτασης του μάρτυρα ... με διερμηνέα στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας, παρά την αντίρρηση αυτού και την προσβολή κατ'αυτόν τον τρόπο του υπερασπιστικού δικαιώματος του να ελέγξει την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού με την υποβολή ερωτήσεων προς αυτόν (άρθρα 171 παρ.1 περ.δ', 358 και 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτόριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε (κατά πλειοψηφία) την ένσταση του τότε επικαλούντος για μη ανάγνωση της ως άνω ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης, ενόψει της διαμονής του στο εξωτερικό (κάτοικος Φιλιππίνων) και της ναυτολόγησης του σε εμπορικό και της εντεύθεν ανακύπτουσας δυσχέρειας της ανεύρεσής του, της κλήτευσης του και της εμφάνισης του στο δικαστήριο και προχώρησε στην ανάγνωση αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 215 παρ.3 και 365 παρ.1 ΚΠΔ, χωρίς να παραβιάσει το άρθρο 6 παρ.3 εδ.β'της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) για δίκαιη και του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εξετάσει ή ζητήσει όπως εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας υπό την ευνόητη προϋπόθεση όμως ότι τυγχάνουν γνωστής διαμονής και είναι προσιτή η ανεύρεση αυτών χωρίς το δικαστήριο να οδηγείται σε παρέλκυση της δίκης. Πρέπει να επισημανθεί ότι η ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση αναγνώσθηκε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα υπ'αρ.ΑΜ8886/2008 πρακτικά και απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (βλ.σελ.6 και υπ'αρ.4 έγγραφο που αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο αυτού). Επομένως και αυτός ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αντίθετα από τα ίδια ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλλει αντίρρηση κατά της ανάγνωσης του ανακριτικού υπαλλήλου υποπλοιάρχου του Λιμενικού Σώματος ... και η σχετική περί του αντιθέτου αιτίωση του είναι απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ'του ΚΠΔ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκούντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορούμενου. Έτσι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, γιατί παραβιάζεται το από το άρθρο 369 παρ.1 ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορούμενου να ομιλεί τελευταίος, όταν το δικαστήριο, μετά την κήρυξή του ως ενόχου, κατά τη συζήτηση για την επιβολή της ποινής παραλείψει να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του για να εκφρασθεί σχετικώς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την κήρυξη της ενοχής του κατηγορούμενου και όταν έγινε συζήτηση για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα να προτείνει επι της επιβλητέας ποινής και εκείνος πρότεινε να βληθεί ως ποινή η πρωτοδίκως επιβληθείσα (1 έτος και χρηματική ποινή 500 ευρώ), το δε δικαστήριο, χωρίς να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του επέβαλε σ'αυτόν μόνο την ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους (βλ.σελ.24-25 πρακτικών που φέρουν λόγω εσφαλμένης αρίθμησής τους αριθμ.12-13). Κατά τούτο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως προς τη διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την επιβολή ποινής και μόνο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει εκτός των λοιπών αιτιάσεων που κρίθηκαν ως αβάσιμες, την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εξαιτίας της ως άνω παραλείψεως (να δώσει το Δικαστήριο τελευταία σε αυτόν τον λόγο επι της ποινής) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την παραπάνω διάταξή της (ως προς την περί ενοχής διάταξη κατέστη αμετάκλητη και δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των περί παραγραφής του πλημμελήματος που τέλεσε ο αναιρεσείων διατάξεων των άρθρων 111 επ ΠΚ και 370 περ.β ΚΠΔ , ως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων), κατά τούτο δε και μόνο πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ.ΑΤ 130/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και μόνο κατά την περί ποινής διάταξη αυτής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση κανονισμού προς αποφυγή συγκρούσεων από την οποία προήλθε πρόσκρουση του πλοίου. Λόγοι αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης. Έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων. Απόλυτη ακυρότητα από την ανάγνωση απολιπόμενου μάρτυρα αν έχει αντίρρηση ο κατηγορούμενος. Όχι στην περίπτωση που είναι δυσχερής η ανεύρεσή του και η προσέλευση του στο Δικαστήριο. Απόρριψη του λόγου αυτού αναιρέσεως. Απόλυτη ακυρότητα λόγω του ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του ως προς την ποινή. Αναίρεση εν μέρει της απόφασης και παραπομπή μόνο ως προς την ποινή στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική, Παράβαση κανονισμού αποφυγής συγκρούσεων πλοίων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 659/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 802/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργ. Θεσ/κης.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργ. Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1464/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3459/2006 (Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), "όποιος για δική του χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητες, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή είναι χρήστης τους ή καλλιεργεί φυτό ινδικής κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστική χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι μεταξύ των διαπλασσομένων απ' αυτήν εγκλημάτων της προμήθειας, τα κατοχής και της χρήσης ναρκωτικών για ιδία χρήση, καθώς και της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης για τον ίδιο σκοπό, υφίσταται αληθής πραγματική συρροή, όπως όμοια συρροή υπάρχει και μεταξύ των από τη διάταξη του άρθρου 20 αρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου προβλεπόμενων αξιόποινων πράξεων, στον υπαίτιο των οποίων κατά παρέκκλιση των άρθρων 94 και 96 του ΠΚ επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 του νόμου αυτού μία ενιαία ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του, αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Η αρχή αυτή της ενιαίας ποινής δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 3459/2006, έστω και αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, αφού τούτο δεν ορίζεται ειδικά στο νόμο, αλλά για κάθε μία από τις πράξεις αυτές επιβάλλεται ιδιαίτερη ποινή και ακολούθως χωρεί καθορισμός μιας συνολικής ποινής κατά τα άρθρα 94 επ. του ΠΚ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό τη προσβαλλόμενης 802/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ2) κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, πώλησε στον συγκατηγορούμενό του Χ1 (αναιρεσείοντα) ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης καθαρού βάρος 22 γραμμαρίων αντί του ποσού των 100 ευρώ, η δε ινδική κάνναβη αποτελεί ναρκωτική ουσία που ενεργεί στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτή. ... Αποδείχθηκε επίσης ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) αγόρασε και κατείχε την αναφερόμενη στο διατακτικό ποσότητα ναρκωτικών για δική του αποκλειστική χρήση... Επομένως πρέπει ο... ο δε δεύτερος (αναιρεσείων) ένοχος προμήθειας, κατοχής και χρήσης ναρκωτικών για δική του χρήση, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ακατέργαστης ινδικής κάνναβης καθαρού βάρους 22 γραμμαρίων που προόριζε για δική του αποκλειστική χρήση και της χρήσης ναρκωτικής ουσίας κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν, με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για κάθε μία αξιόποινη πράξη και συνολικά ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών (4 μήνες + 2 μήνες + 2 μήνες), την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 98 παρ. 1 του ΠΚ, 1 παρ. 1, 2 πιν. Α περ. 5, 6 και 29 παρ. 1 του ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι μεταξύ των εγκλημάτων που τέλεσε δεν υφίστατο πραγματική συρροή και ότι έπρεπε να επιβληθεί μία ποινή και για τα τρία εγκλήματα (αγορά, κατοχή μικροποσότητας ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστική χρήση και χρήση ναρκωτικών ουσιών) είναι απορριπτέα ως μη στηριζόμενη στο νόμο, κατά την προαναφερόμενη ως προς το ζήτημα αυτό σκέψη.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 802/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πραγματική (αληθινή) συρροή προμήθειας, κα-τοχής και χρήσης μικροποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 29 παρ. 1α του ν. 3459/2006. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων (ως αβάσιμου του πρώτου και ως μη νόμιμου του δευτέρου). Απόρριψη αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 658/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη, περί αναιρέσεως της 71/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1442/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 1-10-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ασκήθηκε νομότυπα (με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ απάτη διαπράττει όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται δε με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 'Ενεκα της μη αναγκαίας ταύτισης του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της από της του άρθρου 386 ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη, όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξή του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως η εν γνώσει του προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους, με τα οποία παραπλανεί το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή όταν το δικαστήριο που παραπλανάται από τον διάδικο με την υποβολή - προσαγωγή των ψευδών αποδεικτικών μέσων εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, εν αποπείρα δε όταν το δικαστήριο δεν πείθεται απ' αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και "όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, υποκειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέλευση μέσου, κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού (ηθικού) ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεση ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 71/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο πολιτικώς ενάγων, κάτοικος ..., είναι μελισσοκόμος. Για την άσκηση της δραστηριότητάς του αυτής χρησιμοποιούσε το ... αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο υπάλληλος του ... υπήκοος. Στις 28-11-2001 ο ανωτέρω υπάλληλος του πολιτικώς ενάγοντος οδηγούσε το αυτοκίνητο στην ΕΟ .... Στη διασταύρωση ... σταμάτησε αυτόν ο κατηγορούμενος ο οποίος λειτουργεί εταιρία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΜΟΡΦΩΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ Τ και εμπορεύεται βιβλία, με τη μέθοδο των διαφημιστικών προσφορών. Έτσι, ανέφερε σαυτόν ότι αν απαντήσει σε ερώτηση που θα του απηύθυνε θα αποκτούσε την Εγκυκλοπαίδεια Έγχρωμη Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΛΑΔΙΚΗ μαζί με το συμπλήρωμα Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ, 24 τόμων, αντί της πολύ συμφέρουσας τιμής ποσού των 249.000 δραχμών, αντί της αξίας της που ανέρχεται σε 450.000 δραχμές και επιπλέον θα συμμετέχει σε κλήρωση για την απόκτηση ενός δώρου από τις τέσσερις προσφορές. Μετά την απάντηση στην ερώτηση, που θεωρήθηκε σωστή, του ανέφερε ότι κερδίζει την εγκυκλοπαίδεια στη συμφέρουσα τιμή και του παρέδωσε τους τόμους αυτής. Επειδή εκείνος ήταν ... υπήκοος και για την εξασφάλιση ότι θα πληρωθεί το τίμημα της εγκυκλοπαίδειας, στο σχετικό συμφωνητικό ως στοιχεία συνδρομητή συμπλήρωσε τα στοιχεία του εργοδότη αυτού, δηλαδή του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ, κάτοικος στην οδό ..., επάγγελμα μελισσοκόμος, καθώς και ο αριθμός κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του .... Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τα ανωτέρω συμφώνησε με τον ίδιο τον πολιτικώς ενάγοντα, όμως τούτο δεν είναι αληθές. Με την πραγματικότητα ανταποκρίνεται ότι τα στοιχεία αυτά λήφθηκαν από την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του τελευταίου που οδηγούσε ο υπάλληλός του, όσα δηλωτικά του επαγγέλματος αναγραφόταν σαυτό και από όσα προφορικά δήλωσε ο οδηγός του αυτοκινήτου του. Για το λόγο αυτό και δεν αναγράφετε στο συμφωνητικό ο αριθμός δελτίου ταυτότητας στην αντίστοιχη ένδειξη του συμφωνητικού. Εάν ήταν ο πολιτικώς ενάγων θα αναφέρονταν και ο αριθμός αυτός, αφού θα τον ζητούσε για μεγαλύτερη εξασφάλιση ο κατηγορούμενος, ενώ ο οδηγός του δεν γνώριζε τον αριθμό αυτής για να τον αποκαλύψει. Ο υπάλληλος του πολιτικώς ενάγοντος τις συσκευασίες με τους τόμους της εγκυκλοπαίδειας μετέφερε στην αποθήκη του εργοδότη του και εναπόθεσε σαυτήν. Ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια συμπλήρωσε το ποσό του τιμήματος της εγκυκλοπαίδειας σε συναλλαγματικές και συγκεκριμένα σε οκτώ συναλλαγματικές ποσού 31.000 δραχμών οι δύο πρώτες, 32.000 δραχμών η τρίτη, 31.000 δραχμών οι πέντε επόμενες, στις οποίες ανέγραψε ως τόπο έκδοσης τα ..., με ημερομηνίες λήξης 20.12.2001, 20.2.2002, 20.3.2002, 20.4.2002, 20.6.2002, 20.8.2002, 20.10.2002 και 20.12.2002, αντίστοιχα, ως εκδότρια τούτων εφέρετο η εταιρία του κατηγορουμένου και ως αποδέκτης των συναλλαγματικών ο μηνυτής. Και ο μεν κατηγορούμενος υπέγραψε για την εκδότρια εταιρία, με προτροπές δε και παραινέσεις, ενδεχομένως με υπόσχεση ανταλλάγματος ή επειδή και εκείνος είχε οικονομικό συμφέρον από την τυχόν είσπραξη του ποσού που αντιπροσώπευαν οι συναλλαγματικές, έπεισε τρίτο άγνωστο άτομο και έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος στη θέση του αποδέκτη των συναλλαγματικών, εμφανίζοντας ότι δήθεν ο τελευταίος υπέγραψε πραγματικά αυτές και ανέλαβε τη σχετική με την αποδοχή τους ευθύνη, καθώς επίσης να υπογράψει και το συνταχθέν από τον ίδιο από 28.11.2001 "συμφωνητικό" με το οποίο φέρεται ότι ο πολιτικώς ενάγων συμφώνησε με όλα τα ανωτέρω. Οι συναλλαγματικές και το συμφωνητικό καταρτίστηκαν με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των συναλλαγματικών αυτών και το συμφωνητικό τους τρίτους περί της συνάψεως της συμβάσεως και της αναλήψεως της ευθύνης καταβολής του χρέους από το τίμημα της εγκυκλοπαίδειας ή και τις αρχές στις οποίες θα προσέφευγε σε περίπτωση που ο πολιτικώς ενάγων δεν θα κατέβαλε το ποσό των συναλλαγματικών. Ο πραγματογνώμων ... που διενήργησε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ύστερα από την 1095/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων στην από 18.10.2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με σαφήνεια καταλήγει στο πόρισμά του ότι τις υπογραφές στο ανωτέρω συμφωνητικό και τις συναλλαγματικές δεν έθεσε ούτε ο πολιτικώς ενάγων, αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος. Είναι βέβαιο ότι ο τελευταίος, γνωρίζοντας ότι δεν υπογράφει ο φερόμενος ως συμβαλλόμενος και ως αποδέκτης των συναλλαγματικών, οπωσδήποτε δεν θα έθετε ο ίδιος την υπογραφή του στις ενδείξεις που αφορούν εκείνον, αλλά έπεισε τρίτον να υπογράψει αυτά τα έγγραφα, ώστε σε περίπτωση που διατάσσονταν γραφολογική εξέταση να μην μπορεί να του αποδοθεί η πλαστογραφία και να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του. Αλλά ο κατηγορούμενος είχε λάβει τα στοιχεία του πολιτικώς ενάγοντος, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε ανωτέρω και αυτός θα είχε το οικονομικό όφελος από την εκτέλεση αυτής της σύμβασης. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, όταν παρήλθε η ημερομηνία λήξης των συναλλαγματικών και ο πολιτικώς ενάγων τον οποίο ενόχλησε για την καταβολή του ποσού αυτών αρνήθηκε να πληρώσει, υπέβαλε ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρίας του στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων την από 28.6.2004 αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής με βάση τις ανωτέρω οκτώ πλαστές συναλλαγματικές και παρέστησε στον Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων ότι αυτές είναι γνήσιες συναλλαγματικές και έχουν υπογραφεί στη θέση του αποδέκτη από τον ήδη πολιτικώς ενάγοντα κατά του οποίου απευθύνονταν η αίτηση, γεγονός ψευδές, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, του ψεύδους του οποίου τελούσε εν γνώσει αυτός, και έτσι έπεισε το Δικαστή να εκδώσει την 329/2004 διαταγή πληρωμής με την οποία, με παραδοχή της αίτησης, υποχρέωσε τον πολιτικώς ενάγοντα να καταβάλει το ποσό των συναλλαγματικών με το νόμιμο τόκο. Την απάτη μετήλθε με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία του και κατ' επέκταση ο ίδιος περιουσιακό όφελος, αντίστοιχο με το ενσωματωμένο στις συναλλαγματικές ποσό, βλάπτοντας την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος αν και δεν είχε συμβληθεί στην αγορά της εγκυκλοπαίδειας και δεν είχε αποδεχθεί την ευθύνη πληρωμής των συναλλαγματικών, υποχρεώνονταν σε καταβολή του ποσού αυτών. Σύμφωνα με όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά ο κατηγορούμενος διέπραξε τις ' αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως και της απάτης και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αποδιδόμενες σ'αυτόν αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και της απάτης επί Δικαστηρίου και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών για καθεμιά πράξη και συνολικά ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 2 περ. 1α και 386 περ. 19 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ και τη μαρτυρική κατάθεση του .... Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από την επισκόπηση αυτών σαφώς προκύπτει ότι αυτός τέλεσε : α) το έγκλημα της ηθικής αναγγελίας σε πλαστογραφία των σ' αυτή αναφερομένων οκτώ (8) συναλλαγματικών, επιδόσεως της απ' αυτόν εκπροσωπουμένης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΜΟΡΦΩΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ και ΣΙΑ ΟΕ Τ" και αποδοχής του πολιτικώς ενάγοντος, υπογράφοντας όμως γι' αυτόν χωρίς εντολή του τρίτος άγνωστο άτομο σ' αυτόν αλλά γνωστό στον αναιρεσείοντα (συνεργάτης ή υπάλληλός του) που με πρόθεσή του, πειθώ και φορτικότητα έπεισε ο τελευταίος να θέσει, κατ' απομίμησή της, την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος. Στην συνέχεια ο αναιρεσείων χρησιμοποίησε αυτές τις πλαστές ως προς την αποδοχή συναλλαγματικές και παραπλάνησε τον Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων να εκδώσει με βάση τις συναλλαγματικές αυτές σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος την υπ' αριθμ. 329/2004 διαταγή πληρωμής. Ακόμα η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί μη απάντησης του Δικαστηρίου της ουσίας επί του αιτήματός του της αναβολής της δίκης για να κληθεί και προσέλθει να καταθέσει ως μάρτυρας ο .... υπήκοος, τότε υπάλληλος του πολιτικώς ενάγοντος, που αναμείχθηκε στην εμπορική συναλλαγή (πώληση της 24τομης εγκυκλοπαίδειας "'Εγχρωμη Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΛΑΔΙΚΗ" μαζί με το συμπλήρωμα "Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ") είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε ανύπαρκτη προϋπόθεση, δηλονότι προβολής σχετικού τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, αφού, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, ουδόλως υποβλήθηκε αίτημα περί αναβολής της δίκης για τον ανωτέρω λόγο και εντεύθεν δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για το ζήτημα αυτό. Συγκεκριμένα το μόνο που πρόβαλε, υπό μορφή εγκλήματος, ο αναιρεσείων κατά την απολογία του στο δικαστήριο της ουσίας, η οποία συνεκτιμήθηκε και συναξιολογήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του, ήταν κατά λέξη " ...Γιατί δεν φέρνει τον ... υπάλληλό του ως μάρτυρα να τελειώνει αυτή η ιστορία;" χωρίς να ζητήσει την αναβολή της δίκης από το δικαστήριο, οπότε θα είχε υποχρέωση τούτο να απαντήσει ειδικά και αιτιολογημένα. Επίσης και η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ (περί της τέλεσης της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον ναι μεν δεν προσδιορίσθηκε ποίος είναι ο φυσικός αυτουργός της πλαστογραφίας των οκτώ (8) συναλλαγματικών για τις οποίες έγινε παραπάνω αναφορά, όμως διευκρινίζεται επαρκώς ποία η αξιόποινη συμπεριφορά αυτού (αναιρεσείοντος) ως ηθικού αυτουργού αναφέροντας κατά λέξη "με προτροπές δε και παραινέσεις, ενδεχομένως μ επίσχεση ανταλλάγματος ή επειδή και εκείνος είχε οικονομικό συμφέρον από την τυχόν είσπραξη του ποσού που αντιπροσώπευαν οι συναλλαγματικές έπεισε τρίτο άγνωστο άτομο και έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος....". Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τον πρώτο των ως άνω λόγων πλήττεται η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2009 απόφασης του Τριμελούς (Ποινικού) Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία. Απάτη επί Δικαστηρίου. Στοιχεία θεμελίωση των δύο αυτών εγκλημάτων. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων. Μη υποχρέωση Δικαστηρίου να απαντήσει σε ερωτήματα του κατηγορουμένου κατά την απολογία του και όχι σε αυτοτελείς ισχυρισμούς του.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 657/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα-Μαρία Νταϊλάκη, περί αναιρέσεως της 17/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1...., κάτοικο ... και 2. Ψ2, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 957/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρ. 299 του ΠΚ όποιος, με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρ. 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτιών που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, όπως προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης 17/2008 απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άμέσο δόλο), της παράνομης οπλοφορίας κυνηγετικού όπλο και της οπλοχρησίας. Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, γεννήθηκε, στις 1-9-1939, από τον πρώτο του γάμο απέκτησε τρεις κόρες εκ των οποίων οι δύο είναι παντρεμένες και η τρίτη, η Λ, γεννηθείσα στις ..., είχε λογοδοθεί από τα Χριστούγεννα του 2004, στο θύμα, ήτοι στον Ψ2, γενν. ..., κάτοικο εν ζωή ... και κατοικούσε μαζί του. Ο κατηγορούμενος είχε τελέσει δεύτερο γάμο με την Ξ, γεννημένη στις ..., και ζούσε μαζί της δέκα έτη στην κείμενη στους ... οικία, η οποία κατά ψιλή κυριότητα ανήκε στην κόρη του Λ. Η τελευταία είχε κληρονομήσει την εν λόγω οικία από τον παππού της (πατέρα του κατηγορούμενου), πριν τέσσερα χρόνια. Έκτοτε άρχισαν να υπάρχουν προβλήματα στις σχέσεις της Λ με τον κατηγορούμενο πατέρα της και την μητριά της, διότι η πρώτη ήθελε να επιστρέψει στην πατρική οικία και να εγκατασταθεί σ' αυτή πρόθεση στην οποία αντιδρούσαν ο κατηγορούμενος, συνεπικουρούμενος και από τη δεύτερη σύζυγό του. Σημειωτέον ότι πρόκειται για μία πέτρινη μονοκατοικία ενός ισογείου πατώματος, με αυλή με τέσσερα δωμάτια, χωλ και μεγάλη κουζίνα, ήτοι οικία ικανή και αρκετή να φιλοξενήσει τουλάχιστον τρία άτομα. Η Λ με το θύμα πάντως είχαν επισκεφθεί και άλλες φορές την πατρική οικία και είχαν φιλοξενηθεί σ' αυτήν χωρίς να δημιουργεί κάποιο σοβαρό επεισόδιο. Το νεαρό ζευγάρι (η Λ και το θύμα) επειδή αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα αποφάσισαν να εγκατασταθούν σταδιακά στους ..., στην πατρική οικία. Δηλαδή σε πρώτη φάση θα εγκαθίστατο η Λ, θα εύρισκε δουλειά και στη συνέχεια θα ερχόταν για μόνιμη εγκατάσταση το θύμα. Τον Σεπτέμβριο του 2005 η Λ γνωστοποίησε την απόφασή της στον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος δέχθηκε να τους παραχωρήσει ένα δωμάτιο, κουζίνα και λουτρό και ο ίδιος και η σύζυγός του να κάνουν χρήση της υπόλοιπης οικίας. Παρόλη βέβαια την συγκατάβαση του για την εγκατάσταση, η μετέπειτα βίαια συμπεριφορά του καταδεικνύει την υποβόσκουσα δυσαρέσκειά του για την μόνιμη αυτή εγκατάσταση. Στις 1-10-2005 έφθασε στην πατρική οικία το φορτηγό με την οικοσκευή του νεαρού ζευγαριού και τοποθετήθηκε εντός της οικίας. Το βράδυ της ίδιας ημέρας έδειχναν όλα να βαίνουν ομαλά και φυσιολογικά. Κάθισαν να φάνε όλοι μαζί χωρίς να δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα. Την επομένη ημέρα (2-10-2005), η σύζυγος του κατηγορουμένου Η, η οποία απασχολούνταν ως καθαρίστρια στο σχολείο των ... και τις πρωινές ώρες φρόντιζε επίσης μία ηλικιωμένη γυναίκα, έφυγε για δουλειά. Επέστρεφε στην οικία περί ώρα 10.30 π.μ. Ο κατηγορούμενος σύζυγός της έλειπε και το νεαρό ζευγάρι δεν είχε ξυπνήσει ακόμη. Ύστερα από λίγο ξύπνησε η Λ και το θύμα και άρχισαν, βοηθούμενοι από την μητριά της ανωτέρω, να τακτοποιούν τα αντικείμενα της οικοσκευής που είχαν μεταφέρει. Στην προσπάθειά τους να βολέψουν τα πράγματα που έφερε το νεαρό ζευγάρι με τα ήδη υπάρχοντα στους χώρους της οικίας πράγματα, άρχισαν να μεταφέρουν διάφορα έπιπλα από δωμάτιο σε δωμάτιο. Τη συγκεκριμένη στιγμή επέστρεφε ο κατηγορούμενος, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος των ενεργειών και της προσπάθειας των ανωτέρω τριών ατόμων, εμφανίσθηκε ευερέθιστος και εριστικός, βλέποντας να μεταφέρουν ένα έπιπλο από ένα δωμάτιο στο υπνοδωμάτιό του και ρώτησε τη σύζυγό του "τι είναι αυτό το έπιπλο που το φέρνεις στο υπνοδωμάτιό μας; "Η σύζυγος του απήντησε ότι πρέπει να μεταφερθεί στο υπνοδωμάτιο και το θύμα, που άκουσε την ερώτηση του κατηγορούμενου, του είπε "και αυτό σε πείραξε;". Η ερώτηση του θύματος είναι ενδεικτική της εν γένει συμπεριφοράς του κατηγορούμενου απέναντι στους οικείους του και του ευερέθιστου και εριστικού του χαρακτήρα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εισήλθε στο δωμάτιο που βρισκόταν η κόρη του και άρχισε να διαπληκτίζεται μαζί της. Η λογομαχία ήταν έντονη, στο δε αποκορύφωμα της κατέληξε εκ μέρους του κατηγορούμενου με τη φράση "από τη Δευτέρα δεν θα έχεις από εμένα ούτε ευρώ ούτε μισό στρέμμα χωράφι" και από τη μεριά της κόρης με τη φράση "από δω και πέρα δεν θα καλλιεργείς τα χωράφια μου και το σπίτι που μένετε είναι δικό μου και να φύγεις εσύ και η γυναίκα σου". Πάνω στην όξυνση του επεισοδίου ο κατηγορούμενος κτύπησε την κόρη του ξαφνικά και βίαια στο πρόσωπο μάλιστα, η βιαιότητα και η ένταση του κτυπήματος ήταν τόσο μεγάλη ώστε έτρεξε αίμα από τη μύτη της κόρης. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή επενέβη το θύμα και είπε στον κατηγορούμενο "τι πατέρας είσαι εσύ και χτυπάς την κόρη σου; θα έπρεπε να ντρέπεσαι" και προσπάθησε να τραβήξει τον κατηγορούμενο και να τον ακινητοποιήσει σε μια πολυθρόνα. Κατόπιν το νεαρό ζευγάρι αποχώρησε από την οικία, βγήκε στην αυλή όπου η κόρη έλεγε διάφορα στον πατέρα της μεταξύ των οποίων κάτι παρόμοιο σαν το ανωτέρω λεχθέν από το θύμα "Δεν είσαι πατέρας εσύ που χτυπάς την κόρη σου" . Από τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης προέκυψε με βεβαιότητα ότι υπήρξε φιλονικία μεταξύ κατηγορούμενου αφενός και θύματος και κόρης αφετέρου, η οποία έφτασε στο ύφος ενός οξύ διαπληκτισμού και όχι σε συμπλοκή, όπως παντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, καθώς και ότι με τη λήξη των φραστικών αντεγκλήσεων το ζευγάρι αποχώρησε από την οικία περί ώρα 11.30 π.μ., βγήκε έξω στην αυλή για να απομακρυνθεί από τον όλο χώρο και να λήξει το όλο συμβάν το οποίο δημιουργήθηκε από εντελώς ασήμαντη αφορμή (μετακίνηση επίπλων εντός της οικίας). Και ενώ η αποχώρηση του ζευγαριού γίνεται πλήρως αντιληπτή από τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του, ο κατηγορούμενος πήγε μέσα στο υπνοδωμάτιο, πήρε το υπ' αριθμ. Μ 24789 δίκαννο κυνηγετικό όπλο, τύπου ΒΑΙΚΑL, διαμετρήματος cal 12, για το οποίο κατέχει βέβαια σχετική (υπ' αριθμ. ...) άδεια κατοχής, εκδοθείσα από το A.Τ. .., φέρει όμως αυτό δια παράνομη αιτία, καθόσον δεν επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει για άσκηση θήρας ή σκοποβολής, για μετάβαση και επιστροφή σε σχετικούς τόπους, και φέρει αυτό όχι κενό, κατ' επιταγή του νόμου, η οποία επιταγή αναγράφεται σαφώς και ρητά στην προαναφερόμενη άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου (βλ. φωτοτυπία της υπ' αριθμ.... άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου), αλλά έχοντας τοποθετήσει εντός αυτού δύο φυσίγγια, για να επιτύχει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, τον οποίο είχε αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Στη συνέχεια και αφού βγήκε από την οικία σκόπευσε και πυροβόλησε δύο φορές, ευρισκόμενος πάντα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, το θύμα στον κορμό και ειδικότερα στην πλάτη, το οποίο (θύμα) ήδη είχε φθάσει, μαζί με την κόρη του κατηγορούμενου, στην κεντρική σιδερένια είσοδο της αυλής και μάλιστα πισώπλατα και από πολύ κοντινή απόσταση (5-10 μέτρα περίπου). Κατόπιν ο κατηγορούμενος αφού άφησε το όπλο εντός της οικίας το οποίο στη συνέχεια η σύζυγός του έκρυψε σε μία αποθήκη της οικίας τους, τράπηκε σε φυγή. Το θύμα βρέθηκε από τους αστυνομικούς του Α.Τ. ... σε ύπτια θέση, πυροβολημένο στην πλάτη, υπήρχε δε φαιά ουσία και ροή αίματος από το θύμα. Εντός της οικίας δεν υπήρχαν σημεία που να μαρτυρούν προηγηθείσα πάλη, γεγονός που ενισχύει την κρίση για ανυπαρξία συμπλοκής και χειροδικίας του κατηγορούμενου από το θύμα. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας -νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης "...Εξωτερικά το πτώμα φέρει: Τυφλό τραύμα, διαμέτρου 5 cm περίπου (σημείο εισόδου), της αριστεράς οπισθοπλάγιας επιφανείας του αριστερού ημιθωρακίου, μεταξύ της 7ης και 8ης πλευράς, προκληθέν από πυροβολισμό με σφαίρα κυνηγετικού όπλου. Πέριξ του ανωτέρω τραύματος και περιμετρικά, παρατηρούνται διάσπαρτα τυφλά τραύματα από χόνδρους (σκάγια) της ίδιας σφαίρας, τα οποία δεν ακολούθησαν τον κύριο όγκο αυτής. Τραύμα κατ' εφαπτομένη, της οπισθοπλάγιας επιφάνειας του κάτω τριτημορίου του αριστερού αντιβραχίου, διαστάσεων 5X10 cm περί που, προκληθέν από τον προαναφερθέντα πυροβολισμό. Διαμπερές τραύμα, του άνω τριτημορίου του δεξιού αντιβραχίου, προκληθέν από πυροβολισμό με σφαίρα κυνηγετικού όπλου, που προκάλεσε συντριπτικά κατάγματα του σύστοιχου αντιβραχίου και της συστοίχου αγκωνιαίας αρθρώσεως. Το σημείο εισόδου αυτού του πυροβολισμού, είναι στην έσω επιφάνεια του άνω τριτημορίου του δεξιού αντιβραχίου. Πέριξ του ανωτέρω σημείου, υπάρχουν διάσπαρτα τυφλά τραύματα από σκάγια της ίδιας σφαίρας, τα οποία δεν ακολούθησαν τον κύριο όγκο των χόνδρων (σκαγιών) αυτής. Επιφανειακά τραύματα κατ' εφαπτομένη, παράλληλα μεταξύ τους, της δεξιάς πλάγιας κοιλίας, προκληθέντα από χόνδρους (σκάγια) που εξοστρακίστηκαν από τον προηγούμενο πυροβολισμό Μετά την διάνοιξη του λαιμού και του θώρακος διαπιστώνονται τα κάτωθι: Συντριπτικά κα τάγματα της 7ης έως 10ης πλευράς του αριστερού ημιθωρακίου. Τραυματικές τρώσεις του αριστερού πνεύμονα. Τραυματική τρώση του περικαρδίου και του μυοκαρδίου. Τραυματικές τρώσεις της αορτής. Επιφανειακό τραύμα του διαφράγματος. Αιμοθώρακας...". Ακόμη σύμφωνα με την προαναφερόμενη ιατροδικαστική έκθεση βρέθηκε εντός του ημιθωρακίου ο συγκεντρωτήρας της κυνηγετικής σφαίρας, αποδεικτικό στοιχείο ότι ο πυροβολισμός πραγματοποιήθηκε από κοντινή απόσταση και ικανός αριθμός από ψιλούς χόνδρους (σκάγια) καθώς και ικανός αριθμός χόνδρων (σκαγιών) εντός του πνευμονικού παρεγχύματος του αριστερού πνεύμονα και ως συμπέρασμα διατυπώθηκε ότι ο θάνατος του θύματος, οφείλεται, ως μόνη ενεργός αιτία, σε μεθαιμορραγικό shock και προήλθε συνεπεία τραυματικών τρώσεων των θωρακικών σπλάχνων, μετά από πυροβολισμό εξ αποστάσεως με κυνηγετική σφαίρα. Οι αστυνομικοί του Α.Τ. ... βρήκαν το κρυμμένο κυνηγετικό όπλο στην ως άνω αποθήκη καθώς και τέσσερις κάλυκες, ήτοι δύο κάλυκες κενούς στον προαύλιο χώρο της ανωτέρου οικίας και δύο κάλυκες γεμάτους εντός της οικίας μέσα σε ένα κουτί, προέβησαν δε σε κατάσχεση αυτών, συντάχθηκε δε από τον ..., η από 2-10-2005 σχετική έκθεση ανεύρεσης και κατάσχεσης. Περαιτέρω διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με το γεγονός αν οι δύο κενοί κάλυκες που κατασχέθηκαν κατά τα άνω χρησιμοποιήθηκαν από το επίδικο κυνηγετικό όπλο εάν υφίσταται πρόβλημα στο ελατήριο του επίδικου και στην εν γένει λειτουργία πυροδότησής του, δοκιμάζοντας το όπλο με πραγματικά πυρά (όμοια μ' αυτά που ετελέσθη η ανθρωποκτονία), εάν με βάση την υφιστάμενη κατάσταση λειτουργία του συγκεκριμένου όπλου υπάρχει η δυνατότητα ή πιθανότητα πυροδοτουμένης της μίας σφαίρας να πυροδοτηθεί παράλληλα και η δεύτερη σφαίρα, συντάχθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ: ... έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Εργαστηρίου πυροβόλων όπλων και ιχνών εργαλείων της ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (Υ. Ε. Ε. Β. Ε.), στην οποία στάλθηκε το κατασχεμένο επίδικο δίκαννο κυνηγετικό όπλο, οι δύο κενοί κάλυκες και τα δύο κατασχεθέντα κυνηγετικά φυσίγγια. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση " .... Το εξετασθέν υπ' αριθ. Μ 24789 δίκαννο - λειόκαννο όπλο, με αλληλεπίθετες κάννες (SUPER POSE), διαμετρήματος (GAUGE) 12, τύπου "ΒΑΙΚΑL", μοντέλο (ΜΟDΕL) "IJ-27", κατασκευής των κρατικών εργοστασίων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, είναι εύχρηστο, λειτουργικό και χαρακτηρίζεται ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΟ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παραγρ. 1, εδάφ. β', του Νόμου 2168/93 "Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα κ.λ.π.". 2. Από την εξέταση των μηχανισμών, τόσο της εμπρόσθιας, όσο και της οπίσθιας σκανδάλης, του εξετασθέντος δίκαννου κυνηγετικού όπλου, διαπιστώθηκε ότι είναι απολύτως λειτουργικοί. 3. Κατά τη διενέργεια και των δώδεκα (12) συνολικά δοκιμαστικών βολών... , διαπιστώθηκε ότι το εξετασθέν δίκαννο όπλο λειτούργησε κανονικά, χωρίς να παρουσιάσει οιανδήποτε δυσλειτουργία ή ελαττωματικότητα, δηλαδή με την πίεση (έλξη προς τα οπίσω) της κάθε σκανδάλης πυροδότησε μόνον το ένα (1) εκ των δύο (2) φυσιγγίων, που είχαν τοποθετηθεί στις θαλάμες του όπλου, χωρίς να πραγματοποιηθεί ουδεμία ακούσια πυροδότηση φυσιγγίου ή ταυτόχρονη (παράλληλη) πυροδότηση δύο (2) φυσιγγίων. 4. Η ύπαρξη καταλοίπων πυροβολισμού (αιθάλης, πυρίτιδας κ. λ. π.) στο εσωτερικό αμφοτέρων των καννών του εξετασθέντος δίκαννου κυνηγετικού όπλου, σημαίνει ότι αυτό δεν καθαρίσθηκε μετά τον τελευταίο πυροβολισμό του (για κάθε κάννη), ο χρόνος του οποίου όμως δεν μπορεί να προσδιορισθεί γιατί δεν υπάρχει σχετική επιστημονική μέθοδος. 5. Οι εξετασθέντες δύο (2) πειστήριοι κάλυκες ("745/ΠΚ-1" και "745/ΠΚ-2"), που στο πυθμένιό τους φέρουν τις ενδείξεις "12 ΝΟΒΕL 12 SPORT" και στο πλαστικό κυλινδρικό τμήμα τους (χρώματος μπλε) πιθανότατα, μεταξύ των άλλων, φέρουν την ένδειξη "Lambro", καθώς και τον αριθμό "6" εντός κύκλου [ο οποίος είναι ενδεικτικός του μεγέθους των χόνδρων (σκαγιών) που εμπεριείχαν στη γόμως;h τους], προέρχονται από ισάριθμα πυροδοτηθέντα κυνηγετικά φυσίγγια (όμοια μεταξύ τους), διαμετρήματος (GAUGE) 12 -Διαπιστώθηκε εργαστηριακά-συγκριτικά ότι ο πειστήριος κάλυκας "745/ΠΚ-1" έχει πυροδοτηθεί από την κάτω κάννη, του ανωτέρω εξετασθέντος υπ' αριθ. Μ 24789 δίκαννου κυνηγετικού όπλου, ενώ ο πειστήριος κάλυκας "745/ΠΚ-2" έχει πυροδοτηθεί από την άνω κάννη, του ιδίου όπλου. 6. Τα εξετασθέντα δύο (2) κυνηγετικά φυσίγγια, διαμετρήματος (GAUGΕ) 12, ήταν ενεργά." Καταρρίπτεται έτσι ο αντίθετος ισχυρισμός του κατηγορούμενου για τον δεύτερο πυροβολισμό περί εκπυρσοκροτήσεως του επίδικου κυνηγετικού όπλου λόγω προβλήματος στο ελατήριό του ενόψει του ότι ήταν μεταχειρισμένο. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή έχοντας τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούν στη πράξη του και αυτά που τον απωθούν απ' αυτή. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του συνάγεται από τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε, το μέσο που χρησιμοποίησε, τον τόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, σε συνδυασμό με την αφορμή από την οποία παρακινήθηκε, ενόψει του ότι η δημιουργηθείσα από το παραπάνω περιγραφόμενο επεισόδιο, λήξαν όμως αφού το νεαρό ζευγάρι αποχωρούσε από τον όλο χώρο της οικίας, άσχημη ψυχολογική κατάσταση δεν ήταν πρόσφορη να του προκαλέσει σε τέτοιο βαθμό ούτε του προκάλεσε αγανάκτηση και οργή σε τέτοιο σημείο που να αποκλείει τη σκέψη του, δηλαδή να του στερήσει τη δυνατότητα στάθμισης των κινούντων στην κρινόμενη πράξη της ανθρωποκτονίας και απωθούντων από αυτήν αιτίων. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος επέλεξε ως μέσο τελέσεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας το κυνηγετικό όπλο, λόγω της προσφορότητάς του αλλά και λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας του διότι είχε τη δυνατότητα να πλήξει επιτυχώς το θύμα από απόσταση αφού είναι κυνηγός χρόνια μάλιστα και άλλες φορές ο κατηγορούμενος όταν θύμωνε κυρίως έβγαινε στην αυλή του σπιτιού του και πυροβολούσε άσκοπα στον αέρα όπως προέκυψε από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ως τόπο επέλεξε την αυλή της οικίας του όπου είχε πλήρη οπτική ορατότητα, το θύμα ήταν ανυποψίαστο, ανυπεράσπιστο και προχωρούσε προς την έξοδο έχοντας γυρισμένη την πλάτη προς τον κατηγορούμενο, χωρίς καμία δυνατότητα διαφυγής, πυροβόλησε δε από κοντινή απόσταση ήτοι 5-10 μέτρα περίπου, δύο φορές στον κορμό του θύματος και μάλιστα σε καίριο, ξωτικό και ευπαθές σημείο του σώματος, ειδικότερα στην αριστερά οπισθοπλάγια επιφάνεια του αριστερού ημιθωρακίου, μεταξύ 7ης και 8ης πλευράς προξενώντας θανάσιμες τραυματικές τρώσεις των θωρακικών σπλάχνων (αριστερού πνεύμονα, περικαρδίου, μυοκαρδίου, αορτής) και συνεπεία αυτών μεθαιμορραγικό Shock. Περαιτέρω, με βάση την αντικειμενική περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που έλαβαν χώρα και ιδίως της συμπεριφοράς που επέδειξε ο κατηγορούμενος κατά τη τέλεση της πράξης του και μετά απ' αυτή, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ότι είχε διαταραχθεί η συνείδησή του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Αντίθετα η όλη συμπεριφορά του, όπως αυτή προεκτέθηκε, καταδεικνύει ότι είχε πλήρη συναίσθηση του άδικου χαρακτήρα της πράξης του, χωρίς βέβαια να τίθεται καν θέμα περιορισμένης ικανότητας προς καταλογισμό (αρθρ. 36 Π.Κ.), λόγω μέθης του κατηγορουμένου, αφού ο ίδιος ο κατηγορούμενος απολογούμενος στο Δικαστήριο τούτο αναφέρει ότι δεν είχε πιει την ημέρα του εγκλήματος. Ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη ψυχικής οργής, αλλά αντίθετα από όλα τα διεξοδικώς εκτιθέμενα ανωτέρω περί του χαρακτήρα του, της όλης συμπεριφοράς του κατά τη τέλεση της πράξης του και μετά απ' αυτή, προέκυψε ανενδοίαστα ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή έχοντας τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούν στη πράξη του και αυτά που τον απωθούν απ' αυτή και έχοντας πλήρη ικανότητα προς καταλογισμό κατά την τέλεση των εγκλημάτων. Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ανθρωποκτονία με πρόθεση, β) ' παράνομης οπλοφορίας και γ) οπλοχρησίας, χωρίς να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο τα αιτούμενα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α, δ και ε Π.Κ., αφού ο κατηγορούμενος ούτε έντιμο βίο διήγε πριν από το έγκλημα, όντας εριστικός τύπος και δημιουργώντας φασαρία, ούτε ειλικρινή μεταμέλεια και ούτε καλή διαγωγή επέδειξε μετά το έγκλημα που ήταν έγκλειστος στις φυλακές". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης καθώς και σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 ΠΚ και 1, παρ. 1 εδ. β',13α, 14, 16 του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογημένα απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της συνηγόρου του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του καταστάσεως βρασμού ψυχικής ορμής και του μειωμένου καταλογισμού, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων αποφάσισε και τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή έχοντας τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον ώθησαν στην πράξη του και αυτά που τον απώθησαν από αυτήν και έχοντας πλήρη ικανότητα προς καταλογισμό κατά την τέλεση των εγκλημάτων. Επίσης αιτιολογημένα απέρριψε και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ' και ε' ΠΚ. Η αναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με βάση τις καταθέσεις των μαρτύρων, σε σχέση με τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, άπτεται της ουσίας της υποθέσεως, η οποία δεν ερευνάται από τον 'Αρειο Πάγο. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' και ε' λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ως και κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρ. 583 παρ. 1ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 17/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία με πρόθεση. Έννοια βρασμού ψυχικής ορμής. Πλήρως αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού βρασμού ψυχικής ορμής. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Βρασμός ψυχικής ορμής.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 655/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Σαρπασίδου, περί αναιρέσεως της 2777/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1217/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημίσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως απαιτείται : α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό είναι ψευδές και γ) εκείνον που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτική αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφέρεται στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, ως αδικήματα που τελούνται δια του τύπου νοούνται τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα ή από τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσον για την εκδήλωσή τους. Επί συκοφαντικής δυσφημίσεως δια τον τύπον, όταν πρόκειται για εφημερίδα ή περιοδικό, μεταξύ άλλων τιμωρείται ο συγγραφές του δημοσιεύματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογία είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα αλλά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2777/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση του αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και πρακτικών της πρωτόδικης αποφάσεως, καταθέσεων στο ακροατήριο, ανωμοτί του πολιτικώς ενάγοντος και ενόρκως των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, απολογίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένης), στο αιτιολογικό του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακολούθα πραγματικά περιστατικά.: "Ο εγκαλών Ψ διετέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 23-1-2006 έως τον·Ιούνιο του 2006 (ήτοι επί έξι μήνες) Πρόεδρος του ιδρυθέντος από το έτος 1926 σωματείου με την επωνυμία "ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΠΑΠΑΦΕΙΟΥ ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - Ο ΜΕΛΙΤΕΥΣ". Στο σωματείο αυτό, που σαν σκοπό έχει μεταξύ άλλων τη συγκέντρωση των ατόμων που αποφοίτησαν από το Παπάφειο Ορφανοτροφείο και τη δημιουργία ισχυρών και ηθικών χαρακτήρων με τη χρήση της γυμναστικής και της μορφωτικής εκπαίδευσης, μέλη μπορούν να εγγραφούν, όχι μόνο οι απόφοιτοι του ανωτέρω Ορφανοτροφείου, αλλά και όσοι είναι λάτρεις του έργου του Παπαφείου και εμπνέονται από τις υγιείς αρχές περί σωματικής αγωγής (βλ. άρθρο 4° του από 24-9-2001 και κατά σειρά 6 τροποποιητικού καταστατικού). Λόγω λήξεως της θητείας του Δ.Σ του σωματείου, που κατά το ισχύον καταστατικό ορίζεται διετής (άρθρο 8° αριθμός 5 του ανωτέρω καταστατικού), διενεργήθησαν τον Ιούνιο του 2006 αρχαιρεσίες κατά τις οποίες, ο μεν εγκαλών, αν και εξελέγη με περισσότερες ψήφους σε σχέση με τους άλλους συνυποψήφιους του, κατέλαβε τη θέση του απλού Συμβούλου στο Δ.Σ. του σωματείου, ο δε κατηγορούμενος Χ κατέλαβε τη θέση του Προέδρου του Δ.Σ. Το ανωτέρω σωματείο εκδίδει κάθε δύο μήνες μία εφημερίδα με την επωνυμία "ΜΕΛΙΤΕΥΣ", στο οποίο περιλαμβάνονται άρθρα και ειδήσεις που αφορούν το σωματείο και η οποία, άλλες φορές αποστέλλεται ταχυδρομικά στα μέλη του, ενώ άλλες διανέμεται σε αυτά σε διάφορες εκδηλώσεις και δραστηριότητες του σωματείου. Σε μία τέτοια εκδήλωση, που διενεργήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19.1.2007 στα πλαίσια του καθιερωμένου πρωτοχρονιάτικου χορού, διανεμήθηκε στα μέλη του σωματείου το υπ' αριθμ. 25 φύλλο της ως άνω εφημερίδας των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2006, εντός του οποίου υπήρχε καταχωρημένο άρθρο του κατηγορουμένου υπό την ιδιότητα του Προέδρου του συλλόγου, που έφερε τον τίτλο "Τα μεγάλα λάθη". Στο άρθρο αυτό, που αναγνώστηκε και προφορικά από τον κατηγορούμενο εις επήκοον όλων των παρευρισκομένων στην εκδήλωση, ο τελευταίος ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα μεταξύ άλλων και τα εξής : 1) Ότι κατάργησε παράνομα τη νόμιμη διοίκηση του σωματείου το 2006 επί προεδρίας του πατρός ΑΑ, εκτελώντας στη συνέχεια παράνομα καθήκοντα Προέδρου, 2) ότι τον Ιούλιο του 2006 ο εγκαλών Ψ και η ομάδα του πραγματοποίησαν με τέτοιο τρόπο αναγκαστικές εκλογές, ώστε παρατηρήθηκε το φαινόμενο να εκλεγούν στο Δ.Σ. άσχετα με το Παπάφειο μέλη, τα οποία δεν είχαν αποφοιτήσει καν από το ίδρυμα, 3) ότι ο εγκαλών ήθελε με κάθε τρόπο την προεδρία του σωματείου, προκειμένου να διευθύνει με την ομάδα του το σύλλογο, με αποτέλεσμα να κατορθώσει να διχάσει τα μέλη, να τα παραπέμπει στα δικαστήρια για την προσφορά τους στο σύλλογο, συνεχίζοντας το καταστροφικό του έργο, 4) ότι από τον Ιανουάριο του 2006 και μετά δεν εξέδίδαν την εφημερίδα, ούτε φρόντισαν να ανανεώσουν την, άδεια έκδοσης και δωρεάν διανομής της στα μέλη από το Υπουργείου Τύπου με αποτέλεσμα από τα ανωτέρω λάθη να δημιουργηθεί χρέος ανερχόμενο στο ποσό 3.800 Ευρώ από χρέη της εφημερίδας και 5) ότι υπάρχουν άλλες πολλές ατασθαλίες που σχετίζονται με την εφορία, με την γραμματεία και με τους οφειλέτες. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, όλα τα ανωτέρω, τα οποία ισχυρίστηκε και διέδωσε ο κατηγορούμενος σε βάρος του εγκαλούντος ενώπιον όλων των παρευρισκομένων στην εκδήλωση μελών του σωματείου και των οποίων έλαβαν γνώση ενδεχομένως και άλλα μέλη κατόπιν αναγνώσεως του συγκεκριμένου φύλλου της εφημερίδας, είναι εν γνώσει του ψευδή, θίγουν δε και βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη αυτού ως ευυπόληπτου πολίτη και ως πρώην Προέδρου του σωματείου "Ο ΜΕΛΙΤΕΥΣ". Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι ο εγκαλών Ψ, που μέχρι τον Ιανουάριο του 2006 κατείχε τη θέση του Αντιπροέδρου στην από τον Ιούνιο του 2004 εκλεγείσα Διοίκηση, δεν κατάργησε παράνομα αυτήν (διοίκηση), αλλά εξελέγη στη θέση του Προέδρου κατόπιν νομίμου ψηφοφορίας μεταξύ των ευρισκομένων σε πλήρη απαρτία μελών του Δ.Σ. (παρίσταντο 9 από τα 15 μέλη του Δ.Σ.), επειδή ο μέχρι τότε Πρόεδρος αρχιμανδρίτης ΑΑ απουσίαζε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών από τις συνεδριάσεις του συλλόγου κα γενικότερα από τα καθήκοντα του, θεωρηθέντος ότι δια της ανωτέρω απουσίας μπορούσε πλέον να τύχει εφαρμογής η με αριθμό 6 διάταξη του άρθρου 8 του καταστατικού που προέβλεπε ότι "αν ένα μέλος του Δ.Σ. απουσιάζει αδικαιολόγητα σε τρεις συνεχείς συνεδριάσεις εκπίπτει αυτοδίκαια από το αξίωμα του μέλους και αντικαθίσταται από τον πρώτο στη σειρά αναπληρωματικό σύμβουλο" (βλ. απόσπασμα πρακτικού της συνεδρίασης της 23ης-1-2006). Επιπλέον, η με πρωτοβουλία του εγκαλούντος διεξαγωγή νέων αρχαιρεσιών τον Ιούνιο του 2006 ήταν απολύτως νόμιμη, καθόσον κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία έληγε η διετής θητεία του προηγούμενου Δ.Σ, ενώ η εκλογή συμβούλων που δεν ήταν απόφοιτοι του Παπαφείου, επιτρεπόταν χωρίς κανένα περιορισμό από το άρθρο 4 του ισχύοντος καταστατικού, γεγονός που ο κατηγορούμενος γνώριζε. Περαιτέρω η διεκδίκηση της θέσης του Προέδρου εκ μέρους του εγκαλούντος αποτελούσε νόμιμο δικαίωμα του, η επίκληση δε εκ μέρους του κατηγορουμένου της ύπαρξης "ομάδος" που θέλει υπό την ηγεσία του εγκαλούντος να διευθύνει το σωματείο, που διχάζει τα μέλη και που επιτελεί καταστροφικό έργο για το σωματείο, αποτελεί ισχυρισμούς αόριστους και παντελώς αναπόδεικτους, οι οποίοι θίγουν και προσβάλουν τον εγκαλούντα, ενόψει μάλιστα και της επί σειρά ετών ενεργούς συμμετοχής του στη Διοίκηση του σωματείου. Ο ισχυρισμός, περαιτέρω, ότι ο εγκαλών παραπέμπει στα δικαστήρια μέλη "για την προσφορά τους στο σύλλογο" είναι επίσης ψευδής και δυσφημιστικός, αφού η άσκηση της με αριθμό καταθέσεως 25964/6-6-2006 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του μέχρι τότε Προέδρου του Δ.Σ. ΑΑ και του α αντιπροέδρου ΒΒ έγινε από το Σωματείο και όχι από τον εγκαλούντα προσωπικά, σκοπό δε είχε κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο, όχι να κατηγορήσει τους καθών για τη μέχρι τότε προσφορά τους, αλλά να διαφυλάξει τη φήμη και το κύρος του Σωματείου από την άνευ εντολής χρήση της επωνυμίας και του σήματος του πάνω σε βιβλίο, που είχε εκδώσει και διέθετε στο κοινό ο πρώτος των καθών, αίτηση που τελικώς δεν συζητήθηκε, λόγω επίτευξης συμβιβασμού. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ο εγκαλών από τον Ιανουάριο του 2006 δεν εξέδωσε την εφημερίδα "Μελιτεύς", δεν ανανέωσε την άδεια εκδόσεως και δωρεάν διανομής της και δημιούργησε με τα λάθη του χρέος 3.800 ευρώ κρίνεται επίσης αναληθής, αφού, όπως αποδεικνύεται, αυτός εξέδωσε ένα τουλάχιστον φύλλο της ενδίκου εφημερίδας (το υπ' αριθμ. 22 φύλλο των μηνών Μαρτίου - Απριλίου 2006), ενώ η δημιουργία χρέους 3.800 ευρώ από τη μη καταβολή των ταχυδρομικών τελών της διανομής της (εφημερίδας), πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται με την προσκόμιση σχετικής βεβαιώσεως του ταχυδρομείου, είναι αδύνατον να αποδοθεί στον εγκαλούντα, αφού στην ιδιαίτερα σύντομη θητεία του (εξάμηνη) ένα μόνο τεύχος εκτυπώθηκε και διανεμήθηκε στα μέλη του σωματείου, που δεν ξεπερνούν σε αριθμό τα 200. Ο αόριστος τέλος ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί "πολλών ατασθαλιών που σχετίζονται με την εφορία, τη γραμματεία και τους οφειλέτες" κρίνεται ψευδής και προσβλητικός για την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού ούτε τότε, αλλ' ούτε και σήμερα επικαλέστηκε και απέδειξε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ιδιοποίηση χρημάτων του σωματείου εκ μέρους του εγκαλούντος. Η κοινοποίηση της από 5-12-2007 εξωδίκου προσκλήσεως του δανειστή ΔΔ δια της οποίας αιτείται την καταβολή ποσού 3.245 ευρώ για αθλητικά είδη, που πούλησε στο σωματείο κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη καλοκαιριού του έτους 2005 και έως τον Απρίλιο του 2006, δεν αποδεικνύει την τέλεση κάποιας "ατασθαλίας" από τον εγκαλούντα, ενώ η άρνηση της εφορίας να χορηγήσει στο σωματείο πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας λόγω της επί σειρά ετών μη κατάθεσης φορολογικής δηλώσεως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί σε σφάλμα του τελευταίου. Τέλος, εάν πράγματι υπήρχε οικονομική διαφορά ποσού 1600 περίπου ευρώ κατά την παράδοση του ταμείου του σωματείου από τον εγκαλούντα και τον τότε ταμία ΓΓ προς τον κατηγορούμενο, όφειλε ο τελευταίος να επικαλεστεί συγκεκριμένα στοιχεία και να ασκήσει σχετική αγωγή, κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει πράξει, και όχι να κάνει λόγο αορίστως για "πλήθος ατασθαλιών", έκφραση που από μόνη της ενέχει απαξία, καθόσον παραπέμπει σε παράνομες και αδιαφανείς ενέργειες και πράξεις. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται". Ακολούθως το ίδιο ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για συκοφαντική δυσφήμηση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και του νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 27 παρ. 1 και 363 σε συνδυασμό με το άρθρο 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα παρατίθενται στην απόφαση τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία είναι γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις και τα διέδωσε ενώπιον τρίτων με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ως ατόμου και ως πρώην Προέδρου του "ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΠΑΠΑΦΕΙΟΥ ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - Ο ΜΕΛΙΤΕΥΣ". Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την εφαρμογή του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ' του ΠΚ, δηλονότι τα όσα έγραψε στην εφημερίδα "ΜΕΛΙΤΕΥΣ" που εκδίδει το Σωματείο "ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΠΑΠΑΦΕΙΟΥ ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - Ο ΜΕΛΙΤΕΥΣ" και κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη στις 19-1-2007, που αφορούν τον εγκαλούντα Ψ, τα έγραψε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για ενημέρωση των μελών του εν λόγω σωματείου, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται και ορθά δεν εφαρμόσθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας, αφού οι κρίσεις του για δήθεν παράνομες ενέργειες του εγκαλούντος σε βάρος του παροαναφερομένου σωματείου περιείχαν τα ουσιαστικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης (για την οποία κηρύχθηκε άλλωστε ένοχος και όχι της απλής δυσφήμησης), σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεως και των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως ης κρινόμενης αιτήσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά την εξουσία του κρίνοντας επί ζητήματος που άπτεται των πολιτικών δικαστηρίων και γι' αυτό ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η ΚΠΔ. Τούτο όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον όμως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω αποφάσεως και ειδικότερα στο τέλος αυτού γίνεται αναφορά πως ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να επιλύσει την οικονομική διαφορά με τον εγκαλούντα και τον τότε ταμία ΓΓ κατά την παράδοση του ταμείου του ως άνω σωματείου από τους τελευταίους προς αυτόν χωρίς να την επιλύει το ίδιο, ενώ κάνοντας λόγο ο αναιρεσείων αορίστως για "πλήθος ατασθαλιών", τελώντας σε γνώση του ψεύδους του ως προς το ζήτημα αυτό, μπορούσε δε με τη διάδοσή του σε τρίτους να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Ψ. Γι' αυτό και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό ης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2779/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Δεν εφαρμόζεται το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημήσεως. Λόγοι αναίρεσης κατά καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 0
|
Αριθμός 655/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΤΕΕ) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Χασάπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και Παναγιώτη Μακαρίτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Ιουλίου 1992, 15 Οκτωβρίου 1999 και 11 Νοεμβρίου 1999 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6570/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4872/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του ως και τους από 24 Νοεμβρίου 2006 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση, λόγω προαγωγής, Αρεοπαγίτη και ήδη Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως της αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο μόνο του ΝΔ 2726/1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του άρθρου 59 του από 17.7/16.8.1923 ΝΔ "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών" (Α. 325) ορίστηκαν τα εξής: "Ο κατά το άρθρο 59 παρ.1 και του από 17.7/16.8.1923 ΝΔ "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών" κανονισμός των ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών εν γένει και αρχιτεκτόνων εφαρμόζεται δι' όλας τας ειδικότητας των μηχανικών μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών, καθώς και δια τους επί τη βάσει ειδικών διατάξεων νόμων ασκούντας τα επαγγέλματα ταύτα εν όλω και εν μέρει (παρ. 1). Τα ως άνω ελάχιστα όρια αμοιβών αποτελούν κατωτέραν διατίμησιν υποχρεωτικήν δι' αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, καταργουμένης, κατά τα λοιπά της παρ. 2 του ως άνω άρθρου (παρ.2). Ο κανονισμός ούτος των αμοιβών εκτείνεται εις την μελέτην, εφαρμογήν, επίβλεψιν, εποπτείαν ή έλεγχον και παραλαβήν πάσης φύσεως έργων ή εγκαταστάσεων καθώς και εις πάσης φύσεως τεχνικάς εν γένει εργασίας και υπηρεσίας, σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύνας κλπ. ή αμοιβάς καταβαλλομένας εις τους μετέχοντας αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και τους κριτάς τούτων (παρ.3). Ο κανονισμός των αμοιβών δια μελέτας κλπ. έργων του Δημοσίου και ΝΠΔΔ γίνεται δι' αποφάσεων, εκδιδομένων υπό των Υπουργών Δημοσίων Έργων, δυναμένων να ορίσωσι αμοιβήν κατωτέραν, πάντως όμως ουχί ανωτέραν των ισχυουσών δι' ιδιωτικά έργα (παρ.4). Εκ της ως άνω αμοιβής μελέτης παρακρατείται υπό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ποσοστόν 8% όπερ διατίθεται δια την εθελουσίαν έξοδον εκ του επαγγέλματος των μη διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών και βάσει ειδικών διατάξεων νόμου αποδεδειγμένως ασκούντων ως άνω το τεχνικόν επάγγελμα και εγγεγραμμένων εις τα οικεία μητρώα, κατά τα οριζόμενα δια Β. Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων, μετά γνώμην του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και πρότασιν του Τεχν. Επιμελ. Ελλάδος. Ποσοστόν μέχρι 2 % κρατείται επίσης υπό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος δια τας πάσης φύσεως σχετικάς δαπάνας αυτού. Το υπόλοιπον της αμοιβής της μελέτης καταβάλλεται εν όλω ή τμηματικώς προς τον δικαιούχον υπό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ή του υπό τούτου εξουσιοδοτουμένου, μετά την υπό της Αρχής έγκρισιν της μελέτης κατά τα ορισθησόμενα δια Β. Δ/τος, ομοίως εκδιδομένου. Κατά την έννοια της εξουσιοδοτικής διάταξης της ως άνω παρ. 4, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ), εισπράττον την οφειλόμενη σε μηχανικό αμοιβή από την εκπόνηση μελέτης, παρακρατεί τα υπέρ αυτού ποσοστά και καταβάλλει το υπόλοιπο στο δικαιούχο μελετητή, παρέχεται δε νομοθετική εξουσιοδότηση για να οριστούν περαιτέρω με κανονιστικό διάταγμα τα σχετικά με την παρακράτηση από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος των νόμιμων υπέρ αυτού ποσοστών και τα της απόδοσης του υπολοίπου στο δικαιούχο. Με το ως άνω διάταγμα δεν δύναται όμως το Τεχνικό Επιμελητήριο, ουδεμιάς παρεχομένης σχετικής εξουσιοδοτήσεως, να καταστεί το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται για δικαστική επιδίωξη της οφειλόμενης αμοιβής ως υποκατάστατο του δικαιούχου αυτής, κατά παρέκκλιση από το γενικό δικονομικό κανόνα, κατά τον οποίο ο δικαιούχος της απαίτησης είναι και ο δικαιούμενος (νομιμοποιούμενος) να προσφύγει στη δικαιοσύνη με την άσκηση των προσηκόντων ένδικων μέσων προς προστασία των δικαιωμάτων του. Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 2 του Β. Δ/τος 30/31-5-1956, ως εκδοθείσες καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε με τον ως άνω νόμο, ήταν ανίσχυρες στην έκταση που προέβλεπαν υποκατάσταση του ΤΕΕ στο δικαίωμα του δικαιούχου μηχανικού για την είσπραξη της αμοιβής του από μελέτη μέσω της δικαστικής οδού, κατ' αποκλεισμό του τελευταίου. Με το εν λόγω δε Β. Δ/γμα και την βάσει αυτού διαμορφωθείσα νομολογία δεν δημιουργήθηκε έθιμο, ελλείψει πεποιθήσεως των μελών της κοινωνίας ότι συμμορφούμενα με την περιεχόμενη στο διάταγμα αυτής ρύθμιση συμμορφώνονται σε κανόνα δικαίου, ενώ εξάλλου η νομολογία στην ελληνική έννομη τάξη, δεν αποτελεί πηγή δικαίου. Επομένως ο δικαιούχος της απαιτήσεως μηχανικός μέλος του Τεχνικού Επιμελητήριου είχε, παρά την ως άνω εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως αντίθετη ρύθμιση, το δικαίωμα της δικαστικής επιδιώξεως της αμοιβής του κατά του εργοδότη και της αναπροσαρμογής αυτής (αμοιβής), το δικαίωμα της αναγγελίας των απαιτήσεων αυτών (αμοιβής-αναπροσαρμογής) σε πτώχευση, της εξασφαλίσεώς τους με τη λήψη ασφαλιστικών και άλλων μέτρων καθώς και της επισπεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων που τυχόν έχουν εκδοθεί για τις απαιτήσεις αυτές (Α.Ε.Δ. 26/1993). Η ως άνω λύση υιοθετήθηκε ήδη υπό τις διαλαμβανόμενες σ' αυτό ειδικότερες ρυθμίσεις, και με το Πρ. Δ/μα 48/1994 που εκδόθηκε μεταξύ άλλων σ' εκτέλεση του ρηθέντος νόμου και των άρθρων 6,50,52,53 και 54 της κυρωθείσας με το νδ. 53/74 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Από τα παραπάνω εκτεθέντα γίνεται φανερό ότι η παράλειψη του ΤΕΕ να ασκήσει το παρεχόμενο σ' αυτό, όχι κατ' αποκλεισμό του μηχανικού, δικαίωμα της έγερσης αγωγής για την αμοιβή του μηχανικού, να αξιώσει δικαστικώς την αναπροσαρμογή της εν λόγω αμοιβής, να αναγγείλει σε πτώχευση του εργοδότη τις σχετικές απαιτήσεις ή να λάβει γι' αυτές τα απαιτούμενα για την εξασφάλισή τους μέτρα και να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων που τυχόν έχουν εκδοθεί για τις εν λόγω απαιτήσεις, δεν συνιστά παράνομη συμπεριφορά, δυνάμενη να στηρίξει κατ' αυτού αξίωση του μηχανικού για αποζημίωση, κατά τα άρθρα 1,2,914, 919, 200, 288 ΑΚ, 104,105,106, 24 Εισ.Ν ΑΚ και. 4 παρ.3 ν.1486/1984, έστω και αν εξαιτίας αυτής κατέστη κατά οποιονδήποτε τρόπο αδύνατη η ικανοποίηση της αξιώσεως του μηχανικού για την αμοιβή του, αφού στις ενέργειες αυτές εδικαιούτο και δεν υποχρεούτο να προβεί όπως θα συνέβαινε αν ο ίδιος ο μηχανικός δεν εδικαιούτο να το πραγματοποιήσει. Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 28/1998, 7/1999). Ενόψει τούτων, οι από 22/7/1992 και 11/11/1999 αγωγές του αναιρεσείοντος μηχανικού κατά του αναιρεσιβλήτου ΤΕΕ, με τις οποίες αυτός επεδίωκε α) με την πρώτη την αποκατάσταση ζημίας του που προέκυψε από παράλειψη των αργάνων του ΤΕΕ να ζητήσουν αναπροσαρμογή της επιδικασθείσας με την 11197/1979 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αμοιβή του ποσού 1.942.147 δραχμών, να αναγγείλουν την απαίτηση από αναπροσαρμογή της εν λόγω αμοιβής σε πτώχευση της εργοδότιδας εταιρείας ..., να εγγράψουν για την επιδικασθείσα αμοιβή τους τόκους και το ποσό της αναπροσαρμογής υποθήκης σε ακίνητα της πτωχεύσασας εταιρείας ... πριν από την πτώχευση και β) με τη δεύτερη την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράλειψη των ιδίων οργάνων, να επιδιώξουν την είσπραξη της επιδικασθείσας αμετακλήτως αμοιβής του και την αναπροσαρμογή της αμοιβής αυτής με την εκτέλεση της 11197/1979 αμετάκλητης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πριν από την πτώχευση της ως άνω εταιρείας, δεν εύρισκαν έρεισμα στα άρθρα 104-106 Εισ. Ν ΑΚ και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις λοιπές ως άνω διατάξεις, και συνεπώς έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμες κατά νόμο. Κατ' άκολουθίαν, η αναιρεσιβαλλόμενη 4872/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία με την ίδια αιτιολογία έκρινε απορριπτέες ως νόμω αβάσιμες τις αγωγές αυτές, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι οι λόγοι εκ του άρθρου 559 αριθ.1 πρώτος, δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, τέταρτος ως προς τα στοιχεία Δ και Γ, όπως συμπληρώνονται με τους πρώτο και δεύτερο προσθετους λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της έλλειψης νόμιμης βάσης της αποφάσεως προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υποθέσεως, διατυπώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα και δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, αόριστη ή για άλλο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 44/1990). Με τον δεύτερο κατά το οικείο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγω αναιρέσεως, πλήσσεται επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την οποία περί του ζητήματος της ελλείψεως αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου προκύπτει και δεδικασμένο από τις 1467/1998 και 9455/1999 αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Αθηνών αντιστοίχως. Επομένως, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και προς ενίσχυση της κρίσης του περιέλαβε και επάλληλη σκέψη για την ύπαρξη δεδικασμένου, χωρίς να στηρίζει αυτή η σκέψη (και μάλιστα αυτοτελώς) το διατακτικό της αποφάσεως, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην υπόψη περίπτωση με τους εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. δεύτερο και τρίτο κατά το οικείο μέρος τους λόγους αναιρέσεως, όπως ο τελευταίος συμπληρώνεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε παραδεκτή την από τον αναιρεσείοντα : α) "εκτέλεση των... 304/1979 και 11.197/1979 αποφάσεων για την είσπραξη της αμοιβής (του) και της αναπροσαρμογής της, ενώ είναι απαράδεκτη" και β) "αναγγελία στην.... Πτώχευση της αναπροσαρμογής της αμοιβής....ενώ είναι απαράδεκτη". Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως στηριζόμενοι σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δεν "κήρυξε παραδεκτές" τις ως άνω ενέργειες του αναιρεσείοντος, αλλά απλώς στήριξε την κρίση της περί ελλείψεως αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ άλλων, στη σκέψη ότι ο αναιρεσείων είχε εκ του νόμου το δικαίωμα να προβεί στις εν λόγω ενέργειες.
Από το συνδυασμό των διατάξέων των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 578 και 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε νομίμως προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1047/1992, 297/1999, 1459/1997.). Στην κρινόμενη υπόθεση προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι αιτιάσεις : α) με τον τρίτο κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας σχετικά με το ζήτημα της υιποκαταστάσεως του αναιρεσιβλήτου ΤΕΕ στα δικαιώματα του αναιρεσείοντος παραβίασε το δεδικασμένο, που παράγεται από τις 304/2009 και 11.197/1979 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και β) με τον τέταρτο, στοιχεία Α, Β', όπως εκτιμάται, από το αυτό άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε δεδικασμένο παραγόμενο από τις 5.400/1993, 2827/1986, 831/1986 και 2718/1992 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με την 25/1988 απόφαση του Αρείου Πάγου και τη 231/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται με ποιές κρίσεις και διατάξεις των ως άνω αποφάσεων αποκλείσθηκε στον αναιρεσείοντα το δικαίωμά του να προστατεύσει τα έννομα συμφέροντά του σχετικά με τις αξιώσεις επαγγελματικών αμοιβών του, τις οποίες καθ' υποκατάστασή του μπορούσε να ασκήσει δικαστικώς το αναιρεσίβλητο ΤΕΕ, ούτε αν πρότεινε παραδεκτώς και νομίμως την ύπαρξη ενός τέτοιου δεδικασμένου στο Εφετείο, και με ποιές παραδοχές τούτου συντελέσθηκε η παραβίαση, οι ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-9-2004 αίτηση με τους από 24-11-2006 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 4872/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αμοιβές μηχανικών: η υποκατάσταση του ΤΕΕ δεν αποκλείει στο δικαιούχο μηχανικό να επιδιώξει την ένδικη και μη προστασία συμφερόντων. Παράλειψη ΤΕΕ να επιδιώξει εγκαίρως την αναπροσαρμογή της αμοιβής του μηχανικού, αναγγελία σε πτώχευση δεν συνιστά αδικοπραξία. Λόγοι αναιρέσεως αρ. 1 αβάσιμοι, 14 επι εσφαλμένης προϋποθέσεως, 16 αόριστη, 19 απαράδεκτη.
| null | null | 1
|
Αριθμός 652/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1233/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "EMMA GAS & OIL ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.7.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1176/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 371/6.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 22-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 1233/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 3030/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή διά τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 404 παρ. 2 ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει και όποιος, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Κατά δε την παράγρ. 3 του ιδίου άρθρου, ως αντικ. δι' άρθρ. 14 παρ. 8β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή.
Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ'όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1239/2005, ΑΠ 1946/2005). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007, ΑΠ 425/2008). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, AΠ 259/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Η εταιρεία με την επωνυμία EMMA GAS & OIL-Μονοπρόσωπη Ε. Π. Ε με έδρα το ..., η οποία εκπροσωπείται από την Ψ, είχε ως αντικείμενο των εργασιών της την εμπορία αυτοκινήτων και καυσίμων, διατηρώντας πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων στην ... στην οδό ... 1° χ/ο. Ουσιαστικός διαχειριστής και υπεύθυνος για την δραστηριότητα της εταιρίας ήταν ο ΑΑ, πατέρας της ανωτέρω Ψ. Αρχές του έτους 2002 προέκυψε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην εταιρία και υπήρξε δυσκολία να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των εταιριών - προμηθευτριών πετρελαίου. Με δεδομένο ότι οι τράπεζες δεν τους χρηματοδοτούσαν πέραν ενός μικρού ορίου, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στον δανεισμό από ιδιώτη. Έτσι, απευθύνθηκαν στον κατηγορούμενο, ο οποίος δραστηριοποιείτο επαγγελματικά στην περιοχή, διατηρώντας επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων. Μετά από σχετικές συζητήσεις τον Μάρτιο του έτους 2002 μεταξύ του κατηγορουμένου και του ΑΑ, ενεργούντος για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας, επήλθε συμφωνία, η οποία προέβλεπε την λήψη δανείου από την εγκαλούσα με δανειοδότη τον κατηγορούμενο και ειδικότερα συμφωνήθηκε η εγκαλούσα να παραδίδει στον κατηγορούμενο επιταγές έκδοσης της και εκείνος να τους δίνει μετρητά, αφού προηγουμένως είχε αφαιρέσει τον προεξοφλητικό τόκο από το ποσό, που κάθε φορά χορηγούσε και ο οποίος τόκος ήταν πέραν του νομίμου, ανερχόμενος σε ποσοστό έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως. Στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες επιταγές:
1) Στις 28-6-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 28-8-2002 ποσού 17.000 € πληρωτέα από την Τράπεζα Ελληνική και ο κατηγορούμενος της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 14.960 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.040 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.020 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 131 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,77% τον μήνα ή 9,25% τον χρόνο.
2) Στις 30-6-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-8-2002 ποσού 15.000 € πληρωτέα από την Τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 13.200 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 900 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 115,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,77% τον μήνα ή 9,25% τον χρόνο.
3) Στις 30-7-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως τη εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-9-2002 ποσού 18.000 € πληρωτέα από την Τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 15.800 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.100 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 139 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,77% τον μήνα ή 9,25% τον χρόνο.
4) Στις 19-8-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 16-10-2002 ποσού 14.500 € ευρώ πληρωτέα από την Τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 12.700€ ευρώ, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.800 € ευρώ και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 900 €ευρώ το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 112€ ευρώ τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,77% τον μήνα ή 9,25% τον χρόνο.
5) Στις 26-8-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 26-10-2002 ποσού 14.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 12.700€, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 900 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατόν (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσόν των 112 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,77% τον μήνα ή 9,25% τον χρόνο.
6) Στις 5-9-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 5-11-2002 ποσού 17.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Πειραιώς και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 14.9006, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.100 € ευρώ και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.050 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 131 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,77% τον μήνα ή 9,25% τον χρόνο.
7) Στις 30-9-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-10-2002 ποσού 18.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 16.900€, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.100 € και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 139 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,77% τον μήνα ή 9,25% τον χρόνο.
8) Στις 15-10-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-12-2002 ποσού 17.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 15.400 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.100 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.050 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσόν των 135 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,77% τον μήνα ή 9,25% τον χρόνο.
9) Στις 16-12-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-1-2003 ποσού 17.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 16.450 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.050 € και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 126 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,72% τον μήνα ή 8,75% τον χρόνο.
10) Στις 16-12-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 20-1-2003 ποσού 23.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 21.900 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.600 € και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου 6,8% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 169 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,72% τον μήνα ή 8,75% τον χρόνο.
11) Στις 31-12-2002 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-1-2003 ποσού 17.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 15.900 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.100 € ευρώ και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου 6% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 122 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,72% τον μήνα ή 8,75% τον χρόνο.
12) Στις 10-1-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 10-2-2003 ποσού 23.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 22.000 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.500 € και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου 6% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 169 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,72% τον μήνα ή 8,75% τον χρόνο.
13) Στις 15-1-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-2-2003 ποσού 23.478 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 22.000 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.478 € και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου 6,3% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 169 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,72% τον μήνα ή 8,75% τον χρόνο.
14) Στις 20-1-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 20-2-2003 ποσού 17.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 15.900 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.100 € και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου 6% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 122 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,72% τον μήνα ή 8,75% τον χρόνο.
15) Στις 20-1-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 14-3-2003 ποσού 9.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Πειραιώς και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 8.000 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.000 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου 5,6% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 65 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,72% τον μήνα ή 8,75% τον χρόνο.
16) Στις 3-2-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της με ημερομηνία εκδόσεως 3-4-2003 ποσού 24.000 € πληρωτέα από τράπεζα Ελληνική της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 21.000 € παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.000€ και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου 6,25% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 173 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,72% τον μήνα ή 8,75% τον χρόνο.
17) Στις 14-2-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-4-2003 ποσού 22.400 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 19.700 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.700 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.350 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 161 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,72% τον μήνα ή 8,75% τον χρόνο.
18) Στις 27-2-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 27-4-2003 ποσού 24.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 21.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.000 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου 6,1% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 176,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,72% τον μήνα ή 8,75% τον χρόνο.
19) Στις 12-3-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 12-5-2003 ποσού 24.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 21.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.000€ και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατόν (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 171,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,70% τον μήνα ή 8,50% τον χρόνο.
20) Στις 14-3-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-5-03 ποσού 23.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.000 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου 6,25% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 169 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,70% τον μήνα ή 8,50% τον χρόνο.
21) Στις 4-4-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 4-6-2003 ποσού 19.400.€ πληρωτέα από, την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.0006 ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400.€ και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.200 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου 6,2% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 136 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,70% τον μήνα ή 8,50% τον χρόνο.
22) Στις 15-4-2003 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-6-2003 ποσού 8.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 7.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.000 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου 5,9% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 59,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,70% τον μήνα ή 8,50% τον χρόνο.
23) Στις 15-4-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-6-03 ποσού 23.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.900 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.450 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατόν (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 164,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,70% τον μήνα ή 8,50%.
24) Στις 30-4-2003 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-6-2003 ποσού 15.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 13.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 900 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατόν (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 105 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,70% τον μήνα ή 8,50% τον χρόνο.
25) Στις 6-6-2003 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 7-7-2003 ποσού 3.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 3.200 € ευρώ, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 300 € και χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου 8,5% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 23 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
26) Στις 6-6-2003 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 8-7-2003 ποσού 9.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 8.400 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 600 € και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου 6.7% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 60 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
27) Στις 16-6-2003 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-7-2003 ποσού 15.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 14.000 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.000 € και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου 6.6% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 99 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
28) Στις 17-6-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 17-7-2003 ποσού 22.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Γενική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.400 € και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου 6,4% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 145 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου, 0,66% τον μήνα η 8% τον χρόνο.
29) Στις 17-6-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως τη εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 1-8-2003 ποσού 25.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Πανελλήνια και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 22.750 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.250 € και για χρονικό διάστημα ενάμιση μήνα, ήτοι 1.500 € τον μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 165 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
30) Στις 17-6-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσης με ημερομηνία εκδόσεως 17-8-2003 ποσού 22.000 € πληρωτέα από χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1350 ευρώ το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 145 ευρώ την τράπεζα Γενική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 19.300 ευρώ, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.700 ευρώ και για τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
31) Στις 23-6-2003 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 23-8-2003 ποσού 22.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 19.800 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.700 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.350 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 148,5 € τον μήνα. Ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
32) Στις 25-6-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 25-8-2003 ποσού 22.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 19.800 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.700 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.350 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 148,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
33) Στις 25-6-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 25-8-2003 ποσού 17.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 14.900 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.100 € και για χρονικό διάστημα δυο μηνών, ήτοι 1.050 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου 6,2% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 112 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
34) Στις 30-6-2003 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-8-2003 ποσού 21.200 ευρώ πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 18.600 ευρώ, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.600 ευρώ και για χρονικό διάστημα δυο μηνών, ήτοι 1.300 ευρώ το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσόν των 140 ευρώ το μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
35) Στις 4-7-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 5-9-2003 ποσού 25.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 22.400 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.100 € και για χρονικό διάστημα δυο μηνών, ήτοι 1.510 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 168 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
36) Στις 15-7-2003 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-9-2003 ποσού 23.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.680 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.820 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.410 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακράτησες το ποσό των 155 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
37) Στις 25-7-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 25-9-2003 ποσού 22.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 19.800 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2700 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.350 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 148,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
38) Στις 28-7-2003 τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας ημερομηνία εκδόσεως 28-9-2003 ποσού 23.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.600 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.900 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.450 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 155 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
39) Στις 30-7-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-9-2003 ποσού 10.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 8.800 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 600 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατόν (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 66 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
40) Στις 1-8-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 2-10-2003 ποσού 18.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 15.800 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό 2.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.100 ευρώ το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατόν (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 119 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή8% τον χρόνο.
41) Στις 4-8-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 3-10-2003 ποσού 23.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.600 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.900 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.450 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 155 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
42) Στις 4-8-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 7-10-2003 ποσού 23.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.500 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.000 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 155 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
43) Στις 11-8-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 10-10-2003 ποσού 20.200 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.700 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 133 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
44) Στις 11-8-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 10-10-03 ποσού 10.000 € πληρωτέα από Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 8.800 €, παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.200 € και για χρονικό διάστημα δυο μηνών, ήτοι 600 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 66 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
45) Στις 19-8-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 19-10-2003 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.600 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.200 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
46) Στις 20-8-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 20-10-2003 ποσού 11.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 9.600 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 700 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 73 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
47) Στις 29-8-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 31-10-2003 ποσού 20.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.950 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.550 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.275 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 135 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
48) Στις 4-9-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 4-11-2003 ποσού 11.500 € πληρωτέα από την τράπεζα ALPHA BANK και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 10.000 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 750 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 76 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
49) Στις 8-9-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσης με ημερομηνία εκδόσεως 7-11-2003 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.200 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
50) Στις 19-9-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 19-11-2003 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.200 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
51) Στις 19-9-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 20-11-2003 ποσού 15.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 13.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 900 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 99 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
52) Στις 8-10-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 8-12-2003 ποσού 29.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 25.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.500 € και για χρονικό διάστημα δυο μηνών, ήτοι 1.700 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 191,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
53) Στις 20-10-2003 αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 20-12-2003 ποσού 15.000 € ευρώ πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 13.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 900 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 99 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
54) Στις 20-11-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσης με ημερομηνία εκδόσεως 20-1-2004 ποσού 15.000 € πληρωτέα από τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 13.200 € παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 900 € ευρώ το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατόν (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 99 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
55) Στις 25-11-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 25-1-2004 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.200 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
56) Στις 25-11-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 25-1-2004 ποσού 35.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 30.800€ ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 4.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 2.100 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 231€ τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
57) Στις 15-12-2003 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 16-2-2004 ποσού 25.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 22.000 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.000 € και για χρονικό διάστημα δυο μηνών, ήτοι 1.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 165 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο τοις εκατό.
58) Στις 30-12-2003 τραπεζική επιταγή εκδοθείσα από την εγκαλούσα με ημερομηνία εκδόσεως 29-2-2004 ποσού 40.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 35.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 4.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 2.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 264 € μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
59) Στις 15-1-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσης με ημερομηνία εκδόσεως 16-3-2004, ποσού 25.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 22.000 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.000 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 165 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
60) Στις 30-1-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2004 ποσού 26.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 22.880 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.120 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.560 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 172 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
61) Στις 5-3-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 6-5-2004 ποσού 21.200 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσόν των 18.650 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.550 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.275 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 140 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
62) Στις 19-3-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 19-5-2004 ποσού 21.300 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δάνειο το ποσό των 18.700 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.600 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.300 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 140,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
63) Στις 5-4-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 4-6-2004 ποσού 5.780 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 5.000 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 780 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 390 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 38 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
64) Στις 5-4-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 5-6-2004 ποσού 25.000 ευρώ πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 22.000 ευρώ ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.000 ευρώ και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.500 ευρώ το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 165 ευρώ τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
65) Στις 5-4-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 7-6-2004 ποσού 21.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 18.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 139 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
66) Στις 19-4-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 18-6-2004 ποσού 7.800 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 6.800 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.000€ και για χρονικό διάστημα δυο μηνών, ήτοι 500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 51,5 €.
67) Στις 30-4-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-6-2004 ποσού 56.400 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 49.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 6.800€ και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 3.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 372 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
68) Στις 30-4-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-6-2004 ποσού 40.000 € πληρωτέα από την Τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 35.000 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 5.000€ και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 2.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να το ποσό των 264 € μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
69) Στις 30-4-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 2-7-2004 ποσού 40.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 35.000 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 5.000 € και για χρονικό διάστημα δυο μηνών, ήτοι 2.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 264 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
70) Στις 7-5-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεωςτης εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 8-7-2004 ποσού 21.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 18.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 139 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
71) Στις 7-5-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 10-7-2004 ποσού 10.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 8.800 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 600 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 66 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
72) Στις 14-5-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 16-7-2004 ποσού 10.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 8.800 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 600 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 66 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
73) Στις 31-5-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσης με ημερομηνία εκδόσεως 30-7-2004 ποσού 56.400 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 49.600 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 6.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 3.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 372 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
74) Στις 31-5-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-7-2004 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.200 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
75) Στις 31-5-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-7-2004 ποσού 20.400 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.900 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 135 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
76) Στις 4-6-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 6-8-2004 ποσού 20.350 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.900 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.450 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.225 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 134 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
77) Στις 21-6-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 22-8-2004 ποσού 10.600 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 9.300€ ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.300 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 650 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 70 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
78) Στις 24-6-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 24-8-2004 ποσού 20.650 € πληρωτέα από τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 18.000 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.650 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.325 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 136 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
79) Στις 20-7-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 21-9-2004 ποσού 21.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 18.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 139 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
80) Στις 23-7-04 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 25-9-2004 ποσού 23.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.900 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.450 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 155 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
81) Στις 30-7-04 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-9-2004 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε, λόγω δανείου το ποσό των 17.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.200 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
82) Στις 30-7-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-9-2004 ποσού 56.400 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 49.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 6.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 3.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%), ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 372 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
83) Στις 30-7-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 1-10-04 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.200 ευρώ το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
84) Στις 25-8-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 24-10-2004 ποσού 21.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 18.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 139 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
85) Στις 30-6-2004 τραπεζική επιταγή εκδοθείσα από την εγκαλούσα με ημερομηνία εκδόσεως 30-10-2004 ποσού 56.400 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 49.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 6.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 3.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 372 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
86) Στις 30-8-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-10-2004 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.200 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι. τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
87) Στις 10-9-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 8-11-2004 ποσού 18.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 15.800 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.100 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 119 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
88) Στις 20-9-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 21-11-2004 ποσού 21.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 18.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 139 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
89) Στις 20-9-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 22-11-2004 ποσού 41.200 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 36.000 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 5.000 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 2.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 272 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
90) Στις 7-10-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 7-12-2004 ποσού 41.200 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 36.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 5.000 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 2.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 272 € τον μήνα,, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
91) Στις 11-10-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 10-12-2004 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400 € και για χρονικό διάστημα δυο μηνών, ήτοι 1.200 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
92) Στις 10-11-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσης με ημερομηνία εκδόσεως 10-1-2005 ποσού 15.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 13.200 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 900 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 99 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
93) Στις 15-11-2004 η με αριθ. ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-1-2005 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
94) Στις 22-11-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως-20-1-2005 ποσού, 50.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δάνειου το ποσό των 44.000 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 6.000 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 3.000 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 330 € τον μήνα ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
95) Στις 30-11-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-1-2005 ποσού 12.800 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 11.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.600 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 800 € το μήνα και ποσό στο επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 84,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
96) Στις 10-12-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 11-2-2005 ποσού 7.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 6.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 900 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 450 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 49,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
97) Στις 22-12-2004 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 22-2-2005 ποσού 52.500 € πληρωτέα την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 46.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο το ποσό των 6.300 ευρω και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 3.150 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 346,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
98) Στις 17-1-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 17-3-2005 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
99) Στις 20-1-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 22-3-2005 ποσού 28.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ωμέγα και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 24.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.700 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 185 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
100) Στις 20-1-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 22-3-2005 ποσού 40.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 35.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 5.000 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 2.500 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 267 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
101) Στις 31-1-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2005 ποσού 10.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Λαϊκή και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 8.800 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 600 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 66 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
102) Στις 31-1-05 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2005 ποσού 21.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 18.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 139 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
103) Στις 31-1-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2005 ποσού 15.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 13.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 900 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 99 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
104) Στις 4-2-05 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 6-4-2005 ποσού 10.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 8.800 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 600 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 66 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
105) Στις 7-2-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 7-4-2005 ποσού 28.000 € πληρωτέα την τράπεζα Ωμέγα και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 24.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.700 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 185 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
106) Στις 10-2-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 12-4-2005 ποσού 26.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 22.800 € τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.600 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 172 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
107) Στις 28-2-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2005 ποσού 28.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 24.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.700 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 185 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
108) Στις 4-3-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 6-5-2005 ποσού 23.400 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.900 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.450 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 155 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% ν χρόνο.
109) Στις 7-3-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 7-5-2005 ποσού 28.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ωμέγα και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 24.600 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.700 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 185 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
110) Στις 14-3-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 12-5-2005 ποσού 23.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.800€ και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 152 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
111) Στις 14-3-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-5-2005 ποσού 20.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.600 € την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.600 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.400 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.200 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατόν (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 132 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
112) Στις 14-3-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 15-5-2005 ποσού 90.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 79.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 10.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 5.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 594 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
113) Στις 21-3-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 20-5-2005 ποσού 32.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 28.100 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.900 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.950 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 211 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
114) Στις 25-3-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 24-5-2005 ποσού 12.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 10.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 750 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 80 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
115) Στις 28-3-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 27-5-2005 ποσού 4.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 3.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 26,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
116) Στις 28-3-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 28-5-2005 ποσού 8.850 € πληρωτέα από την τράπεζα Ωμέγα και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 7.700 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.150 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 575 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 58,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
117) Στις 30-3-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-5-2005 ποσού 90.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 79.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 10.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 5.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 594 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
118) Στις 5-4-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 5-6-2005 ποσού 10.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 8.800 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 600 ευρώ το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 66 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
119) Στις 11-4-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 10-6-2005 ποσού 20.400 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 17.900 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.500 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.250 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 135 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
120) Στις 11-4-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 10-6-2005 ποσού 16.500 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε το ποσό των 14.500 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.000 € και για χρονικό δύο μηνών, ήτοι 1.000 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 109 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
121) Στις 11-4-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 10-6-2005 ποσού 90.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 79.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 10.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 5.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 594 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
122) Στις 12-4-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 12-6-2005 ποσού 23.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 20.200 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 152 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
123) Στις 29-4-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 26-6-2005 ποσού 30.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 26.400 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.600 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.800 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 198 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
124) Στις 29-4-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 30-6-2005 ποσού 90.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 79.200 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 10.800 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 5.400 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 594 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
125) Στις 4-5-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 5-7-2005 ποσού 38.000€ πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 33.400 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 4.600 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 2.300 € το μήνα, και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 251 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
126) Στις 12-5-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 27-5-2005 ποσού 55.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 53.350 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 1.650 € και για χρονικό διάστημα δεκαπέντε ημερών, ήτοι 3.300 € το μήνα ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 363 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
127) Στις 19-5-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 26-7-2005 ποσού 37.750 € ευρώ πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε λόγω δανείου το ποσό των 32.300 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 5.450 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 2.725 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 250 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
128) Στις 19-5-2005 η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 26-8-2005 ποσού 37.750 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε το ποσό των 30.955 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 6.795 € και για χρονικό διάστημα τριών μηνών, ήτοι 3397,5 € το μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 250 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
129) Στις 30-5-2005 τραπεζική επιταγή εκδοθείσα από την εγκαλούσα με ημερομηνία εκδόσεως 30-6-2005 ποσού 59.000 € πληρωτέα από την τράπεζα Ελληνική και της κατέβαλε το ποσό των 55.460 € ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 3.540 € και για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 389,5 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο.
130) Στις 27-4-2005 οι α) με αριθμό ... και β) με αριθμό ... τραπεζικές επιταγές της Ελληνικής και ΑΣΠΙΣ αντίστοιχα με ημερομηνίες εκδόσεως 5-10-2005 και 5-11-2005, αντίστοιχα και ποσού η κάθε μια 135.000 €, συνομολόγησε δε και έλαβε τοις μετρητοίς τόκους ποσοστού 6% μηνιαίως για χρονικό διάστημα έξι μηνών, ήτοι ποσό 48.660 € για την πρώτη και 56.700 € για την δεύτερη των ως άνω επιταγών, αντίστοιχα, ενώ σύμφωνα το νόμιμο επιτόκιο ποσοστού 0,66% μηνιαίως έπρεπε να λάβει το ποσό των 5.346 € για την επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 5-10-2005 και το ποσό των 6.237 €, ήτοι έλαβε πέραν του νομίμου τόκου το ποσό των 43.254 €, για αμφότερες τις ανωτέρω επιταγές.
Περαιτέρω ατις 18 Ιουνίου 2005 ο κατηγορούμενος είχε εις χείρας του τις κάτωθι μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως τρίτων και των εκπροσώπων της εγκαλούσης, ως και συναλλαγματικές με την εγγύηση τους, τις οποίες είχαν παραδώσει στον κατηγορούμενο, δηλαδή: 1) την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως της εταιρίας "ΑΦΟΙ ... ΟΕ" με ημερομηνία έκδοσης 5-5-2005 ποσού 34.000 € πληρωτέα υπό της ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
2) την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως τους την 10-6-2005 ποσού 16.500 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
3) την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως τους την 10-6-2005 ποσό 90.000 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
4) την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως τους την 26-6-2005 ποσού 30.000 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
5) συν/κές συνολικού ποσού 40.000 € λήξεως 27-6-2005 εκδόσεως του κατηγορουμένου αποδοχής ..., τριτεγγυήσεως των εγκαλούντων.
6) Την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως ... την 10-6-2005 ποσού 44.000 € οπισθογραφήσεως των εγκαλούντων, πληρωτέα υπό της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
7) Την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως των εγκαλούντων την 5-7-2005 ποσού 38.000 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
8) Την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως των εγκαλούντων την 30-6-2005 ποσού 90.000 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
9) Την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως των εγκαλούντων επίσης, την 30-6-2005 ποσού 59.000 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
Επειδή, όμως, δεν κατέστη δυνατόν να εξοφλήσουν οι ανωτέρω εκπρόσωποι της εγκαλούσης εταιρείας τα εν λόγω αξιόγραφα (επιταγές και συν/κες) συνολικού ποσού 397.500 €, εζήτησαν από τον κατηγορούμενο να αντικαταστήσουν αυτές με άλλες επιταγές εκδόσεως τους, ανανεώνοντας έτσι την οφειλή τους. Ο κατηγορούμενος εδέχθη να αντικαταστήσει τις ως άνω επιταγές με άλλες των εγκαλούντων, επιβαρύνοντας τους με επιπλέον τοκογλυφικούς τόκους. Έτσι στις 18 Ιουνίου 2005 εξέδωσαν και παρέδωσαν στον κατηγορούμενο τις κατωτέρω μεταχρονολογημένες επιταγές σε αντικατάσταση των ανωτέρω. Δηλαδή: 1) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 5-8-2005 ποσού 40.300 ευρώ πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
2) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 18-7-2005 ποσού 40.520 €, πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
3) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 15-7-2005 ποσού 95.400 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
4) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 30-7-2005 ποσού 95.400 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
5) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 30-7-2005 ποσού 62.540 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
6) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 28-7-2005 ποσού 67.960 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
7) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 22-7-2005 ποσού 67.960 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
8) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 10-8-2005 ποσού 36.500 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και 9) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσης με ημερομηνία 26-7-2005, ποσού 37.750 € πληρωτέα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
Δηλαδή ο κατηγορούμενος έλαβε συνολικό ποσό 544.330 €, για ποσό δανείου 397.500 € και ειδικότερα έλαβε για τόκους ποσό 146.830 €, ήτοι ποσοστό επιτοκίου περίπου 22% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να λάβει ποσό 5.443,29 € για 45 μέρες, ήτοι ποσοστό νομίμου τόκου 0,66% το μήνα ή 8% το χρόνο. Επομένως έλαβε πέραν του νομίμου τόκου το ποσό των (146.830-5.443,29)=141.386,71€, υπερβαίνοντας έτσι το κατά το νόμο θεμιτό τόκο.
Τις ως άνω επιταγές, οι οποίες περιείχαν τοκογλυφικούς τόκους, ο κατηγορούμενος επιδίωξε να τις εισπράξει, καταθέτοντας σχετική αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα τη καταβολή του συνολικού ποσού 544.330€ σε βάρος των εκεί εναγομένων Ψ, ΑΑ, κλπ.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Ψ, ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ. Η πρώτη τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσης εταιρείας, ο δε δεύτερος (πατέρας της), εν τοις πράγμασι εκπρόσωπος αυτής, με τον οποίον συναλλασσόταν ο κατηγορούμενος. Ο ανωτέρω μάρτυς διευκρινίζει ότι το ποσό που έχει καταβάλλει στον κατηγορούμενο, χωρίς να λάβει αποδείξεις, σύμφωνα με το ιδιόγραφο σημείωμα που προσκομίζει, ανέρχεται στο ποσό των 189.500 €, επισημαίνει δε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος είναι γνωστός για την τοκογλυφική του δραστηριότητα στην περιοχή ... .
Η δεύτερη, ΒΒ, εκθέτει ότι εργαζόταν στην εγκαλούσα εταιρεία από τον Απρίλιο του έτους 2002 μέχρι τέλη Ιουνίου 2005 κι ότι τις επιταγές, που αναφέρονται στη μήνυση, της είχε συγκεντρώσει η ίδια και γνωρίζει τις συναλλαγές ... ότι στις επιταγές που εκδίδονταν αφαιρείτο σταθερά ο τόκος 6% μηνιαίως κι ότι "ο Χ (κατηγορούμενος) είναι γνωστός στην περιοχή ... ως τοκογλύφος".
Ο τρίτος μάρτυς, ΓΓ, αναφέρεται στον τρόπο ενεργείας του κατηγορουμένου, εκθέτοντας κατά τρόπο απλό και παραστατικό ότι "... η είσπραξη των δανείων γίνεται με μεταχρονολογημένες επιταγές των δανειοδοτουμένων στις οποίες ενσωματώνεται, εκτός από το δανειζόμενο, και το ποσό των τοκογλυφικών τόκων, το οποίο, φυσικά, προεισπράττεται ... δηλαδή, εάν εξέδιδα μια επιταγή 50.000 €, θα μου έδινε στα χέρια, ως δάνειο, ποσό 35.000 €, ενώ το υπόλοιπο αναγραφόμενο στην επιταγή ποσό, θα ήταν οι εισπραττόμενοι προεξοφλητικοί τοκογλυφικοί τόκοι πέντε μηνών προς 6% μηνιαίως". Εκθέτει ακόμη ότι την ίδια τακτική ακολουθούσε ο κατηγορούμενος και με άλλους, όπως και με τον ίδιο, γι' αυτό και του έχει υποβάλλει μήνυση που εκδικάζεται στις 5-10-2009 στο Α' Τριμελές Κακουργημάτων. Πράγματι, για μία εκ των υποθέσεων με παθόντα το ΓΓ, ο ανωτέρω κατηγορούμενος παρεπέμφθη να δικαστεί για κακουργηματική τοκογλυφία με το υπ' αριθμ. 2167/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκηθείσα δε έφεση κατά αυτού απερρίφθη με το υπ' αρ. 16/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ασκηθείσα δε αναίρεση κατά αυτού απερρίφθη με την υπ' αρ. 776/2005 (σε Συμβούλιο) απόφαση του Αρείου Πάγου (βλ. στην τελευταία).
Τέλος, η μάρτυς ΔΔ εκθέτει και αυτή περί της τοκογλυφικής σχέσεως του κατηγορουμένου και των εκπροσώπων της εγκαλούσης εταιρείας και ότι ο τόκος ήταν το λιγότερο 6% το μήνα. (βλ. στις καταθέσεις των ανωτέρων μαρτύρων).
Ο κατηγορούμενος δεν ηδυνήθη να αποσείσει βασίμως την εις βάρος του κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι από τις 130 περιπτώσεις επιταγών που κατηγορείται, υπάρχουν μόνο 12 σώματα επιταγών στη δικογραφία που δεν έχουν σχέση με την τοκογλυφία. Εντούτοις, όμως, τα σώματα των επιταγών αυτών δεν μπορεί να ευρίσκονται στα χέρια των εκπροσώπων της εταιρείας, όπως δε επισημαίνει ο ΑΑ "... τις επιταγές τις έχει στα χέρια του ο κατηγορούμενος, μέρος των οποίων διακινεί μέσω των τραπεζικών του λογαριασμών σε διάφορες τράπεζες και τις υπόλοιπες τις μεταβιβάζει εικονικά σε τρίτους οι οποίοι εισπράττουν τα ποσά και τα παραδίδουν στον ίδιο (κατηγορούμενο).
Επίσης, ισχυρίζεται ότι οπισθογράφησε τέσσερις (4) επιταγές εκδόσεως της εταιρείας "ΣΠΕΣΙΦΙΚ ΤΡΕΙΝΤΙΝΓΚ ΣΥΣΤΕΜΣ ΕΠΕ" συνολικού ποσού 540.000 € οι οποίες εδόθησαν στη δανείστρια της εγκαλούσης "DRACOIL ΑΕ", όπως ζήτησε η τελευταία, εγγυόμενος έτσι την οφειλή της εγκαλούσης προς την ανωτέρω εταιρεία ως φερέγγυο πρόσωπο. Ότι "με άλλα λόγια εγγυήθηκε προσωπικώς για ποσό 540.000 ευρώ υπέρ της εγκαλούσης εταιρείας και έλαβε από αυτήν προς εξασφάλιση του, ισόποσες επιταγές". Αρνείται δε τη σύναψη δανειοδοτικών συμβάσεων με αυτήν (εγκαλούσα), αν και στην απολογία του στον ανακριτή, εκθέτει ότι στο παρελθόν έχει δανείσει κι άλλους (εμμέσως δηλαδή και την εγκαλούσα), αλλά με τον τόκο της τραπέζης από το έτος 2000. Ότι τα χρήματα τα έδινε με επιταγές είτε μετρητοίς, ανάλογα. Καταλήγει δε "...έχω δανείσει και σε άλλους, ονόματα των οποίων δε θυμάμαι". Ανεξάρτητα τούτων. Κι αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι απλώς εγγυήθηκε υπέρ της εγκαλούσης γεννάται εύλογα το ερώτημα ...: Πώς δέχτηκε να εγγυηθεί για ένα τέτοιο μεγάλο ποσό, όπως του ζήτησαν οι εκπρόσωπο αυτής, με την οποία απλώς γειτνίαζαν οι επιχειρήσεις τους κι έτσι "υπήρχε μια σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης", όπως εκθέτει, όταν μια τέτοια ενέργεια, κατά την κοινή εμπειρία τουλάχιστον, δεν συμβαίνει σήμερα ούτε μεταξύ στενών συγγενών. Λαμβανομένου μάλιστα υπ' όψιν ότι οι επιταγές που έλαβε ο ίδιος για εγγύηση δική του, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, προήρχοντο από μία εταιρεία που δεν είχε καμία πιστοληπτική αξιοπιστία, όπως και ο ίδιος άλλωστε αποδέχεται, ώστε να είναι εξασφαλισμένος. Διατείνεται δε ακόμη ότι κι άλλες φορές στο παρελθόν έχει εγγυηθεί υπέρ της εγκαλούσης (δηλαδή μη αξιόπιστης πιστοληπτικά εταιρείας).
Τέλος, ο κατηγορούμενος προσκομίζει την υπ' αρ. 1/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίζεται αυτός (εκεί ενάγων) ότι είναι νόμιμος κομιστής εννέα (9) επίδικων επιταγών και ότι οι εκεί εναγόμενοι Ψ, ΑΑ κτλ, οφείλουν σε ολόκληρο ο καθένας στο ενάγοντα (κατηγορούμενο) το ποσό των 544.330 € νομιμοτόκως. Με την απόφαση, όμως, αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται η εν λόγω οφειλή, δεν κρίνεται κατ' ανάγκην και η ανυπαρξία τοκογλυφικής σχέσεως με την εγκαλούσα εταιρεία, όπως ο κατηγορούμενος διατείνεται στους λόγους εφέσεως του. Άλλωστε, δεκάδες άλλες επιταγές, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, επιρρωνύουν τους ισχυρισμούς των εκπροσώπων της εγκαλούσης εταιρείας, οι δε ως άνω εννέα επιταγές είχαν ουσιαστικά δοθεί προς ανανέωση των λοιπών προγενεστέρων ως άνω επιταγών, που είχαν εκδοθεί από το 2002 έως το 2005, ως ανωτέρω εξετέθη. Εξ' όλων όσων εξετέθησαν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής τοκογλυφίας, πράξη για την οποία παρεπέμφθη ο κατηγορούμενος, ως η έννοια αυτής ανεπτύχθη ανωτέρω. Πρόκειται δε για κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος αυτού, ενόψει της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως με τις δεκάδες ως άνω επιταγές που έλαβε ο κατηγορούμενος, αλλά και του οργανωμένου σχεδίου που είχε, συνισταμένου, μεταξύ άλλων, και στο ότι: Παρεμβάλλονταν συνήθως, κατ' απαίτηση του κατηγορουμένου, μεταξύ των εκπροσώπων της εγκαλούσης εταιρείας και αυτού, τρίτα πρόσωπα, έτσι ώστε να εμφανίζεται ο ίδιος ότι τις εν λόγω επιταγές δεν τις έλαβε από τους εκπροσώπους της εταιρείας αυτής, αλλά από άλλους και ότι είναι καλόπιστος τρίτος, προσπαθώντας έτσι να συγκαλύψει την εις βάρος της εγκαλούσης διαπραττομένη τοκογλυφία. Προκύπτει δε αναμφίβολα σκοπός του για πορισμό εισοδήματος εκ των ενεργειών του αυτών, από δε την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου για την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητός του.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διά την ως άνω αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση και, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του ανωτέρω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επεκύρωσε αυτό.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του. Η αιτιολογία δε αυτή εκτείνεται και στην κρίση περί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως. Επίσης, το εν λόγω Συμβούλιο Εφετών, με τις ως άνω παραδοχές, ορθώς εφήρμοσε την διάταξη του άρθρ 404 παρ. 2 ΠΚ, την οποία δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα να μη στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διά την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήτο αναγκαία η παράθεση επί πλέον στοιχείων, ενώ και οι αιτιάσεις περί αντιφάσεων, λογικών κενών και ασαφείας είναι αβάσιμες. Καθ'ό δε μέρος, υπό την επίκληση των ιδίων αιτιάσεων, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα, αυτές είναι απαράδεκτες. Επομένως, οι εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι και, κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να απορριφθή η από 22-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1233/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 19 Οκτωβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η με αριθ. εκθ. 153/22-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, στρεφόμενη κατά του με αριθ. 1233/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεσή του κατά του με αριθμό 3080/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη της τοκογλυφίας κατ επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ.α' και 484 παρ.1 του ΚΠοινΔ), γι αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητα της.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδαφ. α' του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει και όποιος, κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον, περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.8 εδ. β' του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ.1 και 2 κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Το έγκλημα της τοκογλυφίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και ως τέτοιο, μπορεί να τελείται με τη συνομολόγηση ή με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραλαβή με προεξόφληση αξιόγραφων, ως και η παραλαβή αξιόγραφων που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται να επακολουθεί και η είσπραξη του αναγραφόμενου σε αυτά ποσού. Κατ' επάγγελμα δε θεωρείται ότι πράττει ο δράστης τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα. Τούτο δε συμβαίνει στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (ΠΚ 98), γιατί ενυπάρχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά και όταν τελεί μία πράξη, αλλά από την τέλεση αυτής, ενόψει και της διάρκειας και των λοιπών περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος βάσει σχεδίου. Δεν απαιτείται δε προηγούμενη καταδίκη του δράστη νια το αδίκημα αυτό. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, κατά συνήθεια τελείται η τοκογλυφία, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής συνάγεται ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Είναι δε επιτρεπτή η σώρευση και των δύο αυτών επιβαρυντικών περιστάσεων. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού στοιχείου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά τους στο σύνολο του είδους τους. Η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παράγραφος 1 ΚΠΔ, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και η κατ ουσία κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Πρέπει, όμως, στην πρόταση αυτή, που υιοθετεί πλήρως το Συμβούλιο, να υπάρχει αιτιολογία και για την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξης, όταν από το νόμο ορίζεται ως επιβαρυντική περίσταση της πράξης. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παράγραφος 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ή του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα, την απολογία και το απολογητικό υπόμνημα του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρεία με την επωνυμία EMMA GAS & OIL-Μονοπρόσωπη ΕΠΕ με έδρα το ..., η οποία εκπροσωπείται από την Ψ, είχε ως αντικείμενο των εργασιών της την εμπορία αυτοκινήτων και καυσίμων, διατηρώντας πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων στην .. στην οδό ... 1° χ/ο. Ουσιαστικός διαχειριστής και υπεύθυνος για την δραστηριότητα της εταιρίας ήταν ο ΑΑ, πατέρας της ανωτέρω Ψ. Αρχές του έτους 2002 προέκυψε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην εταιρία και υπήρξε δυσκολία να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των εταιριών - προμηθευτριών πετρελαίου. Με δεδομένο ότι οι τράπεζες δεν τους χρηματοδοτούσαν πέραν ενός μικρού ορίου, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στον δανεισμό από ιδιώτη. Έτσι, απευθύνθηκαν στον κατηγορούμενο, ο οποίος δραστηριοποιείτο επαγγελματικά στην περιοχή, διατηρώντας επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων. Μετά από σχετικές συζητήσεις τον Μάρτιο του έτους 2002 μεταξύ του κατηγορουμένου και του ΑΑ, ενεργούντος για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας, επήλθε συμφωνία, η οποία προέβλεπε την λήψη δανείου από την εγκαλούσα με δανειοδότη τον κατηγορούμενο και ειδικότερα συμφωνήθηκε η εγκαλούσα να παραδίδει στον κατηγορούμενο επιταγές έκδοσης της και εκείνος να τους δίνει μετρητά, αφού προηγουμένως είχε αφαιρέσει τον προεξοφλητικό τόκο από το ποσό, που κάθε φορά χορηγούσε και ο οποίος τόκος ήταν πέραν του νομίμου, ανερχόμενος σε ποσοστό έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως". Περαιτέρω, όπως δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, ο κατηγορούμενος χορήγησε στην νόμιμη εκπρόσωπο της ανωτέρω εταιρίας τα ποσά δανείου που αναφέρονται στις 130 περιπτώσεις που παρατίθενται στην Εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το παρόν Συμβούλιο αναφέρεται προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, προς κάλυψη των οποίων του παραδόθηκαν οι αναφερόμενες στις περιπτώσεις αυτές επιταγές εκδόσεως της εγκαλούσας εταιρίας, για τα ποσά που αναφέρονται σε κάθε μια από τις ανωτέρω περιπτώσεις, στα οποία ήταν ενσωματωμένο το ποσό των τοκογλυφικών τόκων, που κάθε φορά απαιτούσε και λάμβανε ο αναιρεσείων, το οποίο υπερέβαινε κατά πολύ το ποσοστό του νομίμου τόκου, που αναφέρεται σε κάθε μια από τις περιπτώσεις αυτές. Σημειώνεται ότι η περίπτωση με αριθ. 30, λόγω σφάλματος κατά την εκτύπωση, πρέπει να αναδιατυπωθεί ως ακολούθως: "Στις 17-8-2003, η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, εκδόσεως της εγκαλούσης, με ημερομηνία εκδόσεως 17-8-2003, ποσού 22.000 €, πληρωτέα από την Τράπεζα Γενική, και της κατέβαλε, λόγω δανείου, το ποσό των 19.300 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 2.700 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.350 € τον μήνα και ποσό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 145 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο". Επίσης, οι περιπτώσεις με αριθμούς 56 και 57, για τον αυτό ως άνω λόγο, αναδιατυπώνονται ως ακολούθως: "56) Στις 15-11-2003, η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, εκδόσεως της εγκαλούσας, με ημερομηνία εκδόσεως 25-1-2004, ποσού 35,000 €, πληρωτέα από την Τράπεζα Ελληνική, και της κατέβαλε, λόγω δανείου, το ποσό των 30.800 €, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό των 4.200 € και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 2.100 € τον μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 231 € τον μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο. 57) Στις 15-12-2003, η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία εκδόσεως 16-2-2004, ποσού 25.000 €, πληρωτέα από την Τράπεζα Ελληνική, και της κατέβαλε, λόγω δανείου, το ποσό των 22.000.€, ήτοι παρακράτησε για τόκο προεξοφλήσεως το ποσό 3.000.€ και για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι 1.500 € τον μήνα και ποσοστό επιτοκίου έξι τοις εκατό (6%) μηνιαίως, ενώ έπρεπε να παρακρατήσει το ποσό των 165 € το μήνα, ήτοι ποσοστό νομίμου επιτοκίου 0,66% τον μήνα ή 8% τον χρόνο". Περαιτέρω, "Στις 18 Ιουνίου 2005 ο κατηγορούμενος είχε εις χείρας του τις κάτωθι μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως τρίτων και των εκπροσώπων της εγκαλούσης, ως και συναλλαγματικές με την εγγύηση τους, τις οποίες είχαν παραδώσει στον κατηγορούμενο, δηλαδή: 1) την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως της εταιρίας "ΑΦΟΙ ... ΟΕ" με ημερομηνία έκδοσης 5-5-2005 ποσού 34.000 € πληρωτέα υπό της ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
2) την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως τους την 10-6-2005 ποσού 16.500 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
3) την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως τους την 10-6-2005 ποσό 90.000 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
4) την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως τους την 26-6-2005 ποσού 30.000 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
5) συν/κές συνολικού ποσού 40.000 € λήξεως 27-6-2005 εκδόσεως του κατηγορουμένου αποδοχής ..., τριτεγγυήσεως των εγκαλούντων.
6) Την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως ... την 10-6-2005 ποσού 44.000 € οπισθογραφήσεως των εγκαλούντων, πληρωτέα υπό της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
7) Την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως των εγκαλούντων την 5-7-2005 ποσού 38.000 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
8) Την υπ' αριθμόν ...επιταγή εκδόσεως των εγκαλούντων την 30-6-2005 ποσού 90.000 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
9) Την υπ' αριθμόν ... επιταγή εκδόσεως των εγκαλούντων επίσης, την 30-6-2005 ποσού 59.000 € πληρωτέα υπό της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
Επειδή, όμως, δεν κατέστη δυνατόν να εξοφλήσουν οι ανωτέρω εκπρόσωποι της εγκαλούσης εταιρείας τα εν λόγω αξιόγραφα (επιταγές και συν/κες) συνολικού ποσού 397.500 €, εζήτησαν από τον κατηγορούμενο να αντικαταστήσουν αυτές με άλλες επιταγές εκδόσεως τους, ανανεώνοντας έτσι την οφειλή τους. Ο κατηγορούμενος εδέχθη να αντικαταστήσει τις ως άνω επιταγές με άλλες των εγκαλούντων, επιβαρύνοντας τους με επιπλέον τοκογλυφικούς τόκους. Έτσι στις 18 Ιουνίου 2005 εξέδωσαν και παρέδωσαν στον κατηγορούμενο τις κατωτέρω μεταχρονολογημένες επιταγές σε αντικατάσταση των ανωτέρω. Δηλαδή: 1) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 5-8-2005 ποσού 40.300 ευρώ πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
2) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 18-7-2005 ποσού 40.520 €, πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
3) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 15-7-2005 ποσού 95.400 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
4) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 30-7-2005 ποσού 95.400 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
5) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 30-7-2005 ποσού 62.540 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
6) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 28-7-2005 ποσού 67.960 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
7) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 22-7-2005 ποσού 67.960 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
8) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσας με ημερομηνία 10-8-2005 ποσού 36.500 € πληρωτέα από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και 9) την με αριθμό ... επιταγή εκδόσεως της εγκαλούσης με ημερομηνία 26-7-2005, ποσού 37.750 € πληρωτέα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ.
Δηλαδή ο κατηγορούμενος έλαβε συνολικό ποσό 544.330 €, για ποσό δανείου 397.500 € και ειδικότερα έλαβε για τόκους ποσό 146.830 €, ήτοι ποσοστό επιτοκίου περίπου 22% μηνιαίως, ενώ έπρεπε να λάβει ποσό 5.443,29 € για 45 μέρες, ήτοι ποσοστό νομίμου τόκου 0,66% το μήνα ή 8% το χρόνο. Επομένως έλαβε πέραν του νομίμου τόκου το ποσό των (146.830-5.443,29)=141.386,71 €, υπερβαίνοντας έτσι το κατά το νόμο θεμιτό τόκο.
Τις ως άνω επιταγές, οι οποίες περιείχαν τοκογλυφικούς τόκους, ο κατηγορούμενος επιδίωξε να τις εισπράξει, καταθέτοντας σχετική αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα τη καταβολή του συνολικού ποσού 544.330€ σε βάρος των εκεί εναγομένων Ψ, ΑΑ, κλπ.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Ψ, ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ. Η πρώτη τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσης εταιρείας, ο δε δεύτερος (πατέρας της), εν τοις πράγμασι εκπρόσωπος αυτής, με τον οποίον συναλλασσόταν ο κατηγορούμενος. Ο ανωτέρω μάρτυς διευκρινίζει ότι το ποσό που έχει καταβάλλει στον κατηγορούμενο, χωρίς να λάβει αποδείξεις, σύμφωνα με το ιδιόγραφο σημείωμα που προσκομίζει, ανέρχεται στο ποσό των 189.500€, επισημαίνει δε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος είναι γνωστός για την τοκογλυφική του δραστηριότητα στην περιοχή ....
Η δεύτερη, ΒΒ, εκθέτει ότι εργαζόταν στην εγκαλούσα εταιρεία από τον Απρίλιο του έτους 2002 μέχρι τέλη Ιουνίου 2005 κι ότι τις επιταγές, που αναφέρονται στη μήνυση, της είχε συγκεντρώσει η ίδια και γνωρίζει τις συναλλαγές ... ότι στις επιταγές που εκδίδονταν αφαιρείτο σταθερά ο τόκος 6% μηνιαίως κι ότι "ο Χ (κατηγορούμενος) είναι γνωστός στην περιοχή ... ως τοκογλύφος".
Ο τρίτος μάρτυς, ΓΓ, αναφέρεται στον τρόπο ενεργείας του κατηγορουμένου, εκθέτοντας κατά τρόπο απλό και παραστατικό ότι "... η είσπραξη των δανείων γίνεται με μεταχρονολογημένες επιταγές των δανειοδοτουμένων στις οποίες ενσωματώνεται, εκτός από το δανειζόμενο, και το ποσό των τοκογλυφικών τόκων, το οποίο, φυσικά, προεισπράττεται ... δηλαδή, εάν εξέδιδα μια επιταγή 50.000 €, θα μου έδινε στα χέρια, ως δάνειο, ποσό 35.000 €, ενώ το υπόλοιπο αναγραφόμενο στην επιταγή ποσό, θα ήταν οι εισπραττόμενοι προεξοφλητικοί τοκογλυφικοί τόκοι πέντε μηνών προς 6% μηνιαίως". Εκθέτει ακόμη ότι την ίδια τακτική ακολουθούσε ο κατηγορούμενος και με άλλους, όπως και με τον ίδιο, γι' αυτό και του έχει υποβάλλει μήνυση που εκδικάζεται στις 5-10-2009 στο Α' Τριμελές Κακουργημάτων. Πράγματι, για μία εκ των υποθέσεων με παθόντα το ΓΓ, ο ανωτέρω κατηγορούμενος παρεπέμφθη να δικαστεί για κακουργηματική τοκογλυφία με το υπ' αριθμ. 2167/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκηθείσα δε έφεση κατά αυτού απερρίφθη με το υπ' αρ. 16/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ασκηθείσα δε αναίρεση κατά αυτού απερρίφθη με την υπ' αρ. 776/2005 (σε Συμβούλιο) απόφαση του Αρείου Πάγου (βλ. στην τελευταία).
Τέλος, η μάρτυς ΔΔ εκθέτει και αυτή περί της τοκογλυφικής σχέσεως του κατηγορουμένου και των εκπροσώπων της εγκαλούσης εταιρείας και ότι ο τόκος ήταν το λιγότερο 6% το μήνα. (βλ. στις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων).
Ο κατηγορούμενος δεν ηδυνήθη να αποσείσει βασίμως την εις βάρος του κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι από τις 130 περιπτώσεις επιταγών που κατηγορείται, υπάρχουν μόνο 12 σώματα επιταγών στη δικογραφία που δεν έχουν σχέση με την τοκογλυφία. Εντούτοις, όμως, τα σώματα των επιταγών αυτών δεν μπορεί να ευρίσκονται στα χέρια των εκπροσώπων της εταιρείας, όπως δε επισημαίνει ο ΑΑ "... τις επιταγές τις έχει στα χέρια του ο κατηγορούμενος, μέρος των οποίων διακινεί μέσω των τραπεζικών του λογαριασμών σε διάφορες τράπεζες και τις υπόλοιπες τις μεταβιβάζει εικονικά σε τρίτους οι οποίοι εισπράττουν τα ποσά και τα παραδίδουν στον ίδιο (κατηγορούμενο).
Επίσης, ισχυρίζεται ότι οπισθογράφησε τέσσερις (4) επιταγές εκδόσεως της εταιρείας "ΣΠΕΣΙΦΙΚ ΤΡΕΙΝΤΙΝΓΚ ΣΥΣΤΕΜΣ ΕΠΕ" συνολικού ποσού 540.000€ οι οποίες εδόθησαν στη δανείστρια της εγκαλούσης "DRACOIL ΑΕ", όπως ζήτησε η τελευταία, εγγυόμενος έτσι την οφειλή της εγκαλούσης προς την ανωτέρω εταιρεία ως φερέγγυο πρόσωπο. Ότι "με άλλα λόγια εγγυήθηκε προσωπικώς για ποσό 540.000 ευρώ υπέρ της εγκαλούσης εταιρείας και έλαβε από αυτήν προς εξασφάλιση του, ισόποσες επιταγές". Αρνείται δε τη σύναψη δανειοδοτικών συμβάσεων με αυτήν (εγκαλούσα), αν και στην απολογία του στον ανακριτή, εκθέτει ότι στο παρελθόν έχει δανείσει κι άλλους (εμμέσως δηλαδή και την εγκαλούσα), αλλά με τον τόκο της τραπέζης από το έτος 2000. Ότι τα χρήματα τα έδινε με επιταγές είτε μετρητοίς, ανάλογα. Καταλήγει δε "... έχω δανείσει και σε άλλους, ονόματα των οποίων δε θυμάμαι". Ανεξάρτητα τούτων. Κι αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι απλώς εγγυήθηκε υπέρ της εγκαλούσης γεννάται εύλογα το ερώτημα ..: Πώς δέχτηκε να εγγυηθεί για ένα τέτοιο μεγάλο ποσό, όπως του ζήτησαν οι εκπρόσωπο αυτής, με την οποία απλώς γειτνίαζαν οι επιχειρήσεις τους κι έτσι "υπήρχε μια σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης", όπως εκθέτει, όταν μια τέτοια ενέργεια, κατά την κοινή εμπειρία τουλάχιστον, δεν συμβαίνει σήμερα ούτε μεταξύ στενών συγγενών. Λαμβανομένου μάλιστα υπ' όψιν ότι οι επιταγές που έλαβε ο ίδιος για εγγύηση δική του, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, προήρχοντο από μία εταιρεία που δεν είχε καμία πιστοληπτική αξιοπιστία, όπως και ο ίδιος άλλωστε αποδέχεται, ώστε να είναι εξασφαλισμένος. Διατείνεται δε ακόμη ότι κι άλλες φορές στο παρελθόν έχει εγγυηθεί υπέρ της εγκαλούσης (δηλαδή μη αξιόπιστης πιστοληπτικά εταιρείας).
Τέλος, ο κατηγορούμενος προσκομίζει την υπ' αρ. 1/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίζεται αυτός (εκεί ενάγων) ότι είναι νόμιμος κομιστής εννέα (9) επίδικων επιταγών και ότι οι εκεί εναγόμενοι Ψ, ΑΑ κτλ, οφείλουν σε ολόκληρο ο καθένας στο ενάγοντα (κατηγορούμενο) το ποσό των 544.330 € νομιμοτόκως. Με την απόφαση, όμως, αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται η εν λόγω οφειλή, δεν κρίνεται κατ' ανάγκην και η ανυπαρξία τοκογλυφικής σχέσεως με την εγκαλούσα εταιρεία, όπως ο κατηγορούμενος διατείνεται στους λόγους εφέσεως του. Άλλωστε, δεκάδες άλλες επιταγές, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, επιρρωνύουν τους ισχυρισμούς των εκπροσώπων της εγκαλούσης εταιρείας, οι δε ως άνω εννέα επιταγές είχαν ουσιαστικά δοθεί προς ανανέωση των λοιπών προγενεστέρων ως άνω επιταγών, που είχαν εκδοθεί από το 2002 έως το 2005, ως ανωτέρω εξετέθη. Εξ' όλων όσων εξετέθησαν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής τοκογλυφίας, πράξη για την οποία παρεπέμφθη ο κατηγορούμενος, ως η έννοια αυτής ανεπτύχθη ανωτέρω. Πρόκειται δε για κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος αυτού, ενόψει της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως με τις δεκάδες ως άνω επιταγές που έλαβε ο κατηγορούμενος, αλλά και του οργανωμένου σχεδίου που είχε, συνισταμένου, μεταξύ άλλων, και στο ότι: Παρεμβάλλονταν συνήθως, κατ' απαίτηση του κατηγορουμένου, μεταξύ των εκπροσώπων της εγκαλούσης εταιρείας και αυτού, τρίτα πρόσωπα, έτσι ώστε να εμφανίζεται ο ίδιος ότι τις εν λόγω επιταγές δεν τις έλαβε από τους εκπροσώπους της εταιρείας αυτής, αλλά από άλλους και ότι είναι καλόπιστος τρίτος, προσπαθώντας έτσι να συγκαλύψει την εις βάρος της εγκαλούσης διαπραττομένη τοκογλυφία. Προκύπτει δε αναμφίβολα σκοπός του για πορισμό εισοδήματος εκ των ενεργειών του αυτών, από δε την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου για την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητός του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, έκρινε, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ορθώς αποφάνθηκε με το 3030/2008 βούλευμα ότι προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του αναιρεσείοντος, για την πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, με τη μορφή συνομολόγησης τοκογλυφικών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, τελεσθείσα από υπαίτιο που ενεργεί τέτοιες πράξεις, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ήτοι για παράβαση των άρθρων 13 στ., 98, 404 παράγραφος 2α, 3 ΠΚ και τον παρέπεμψε συνακόλουθα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξης αυτής και απέρριψε την εκ μέρους του ασκηθείσα έφεση. Με τις άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθ' όσον με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση με την μορφή συνομολογήσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, τελεσθείσα από υπαίτιο που ενεργεί τέτοιες πράξεις και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα εν λόγω περιστατικά, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους καθώς και μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά, παρότι αναφέρει το τι προέκυψε από τις καταθέσεις των κατονομαζομένων μαρτύρων, τις σκέψεις και τους συλλογισμούς από τους οποίους έκρινε ότι αυτά υπάγονται στις εκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 98, 404 παρ. 2α, 3, τις, οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις και έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για να δικασθεί ως υπαίτιος της ανωτέρω πράξεως, όπως αυτή περιγράφεται, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία, ανωτέρω. Ειδικότερα: Η καθολική αναφορά του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στην ενσωματωμένη στο Βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, ήταν επιτρεπτή, αφού, στην τελευταία, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονταν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συναφείς συλλογισμοί που στήριζαν την παραπεμπτική κρίση, με συνέπεια, το βούλευμα, να έχει την εκ των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επίσης το Συμβούλιο απάντησε και αντίκρουσε τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τα υπερασπιστικά αυτού επιχειρήματα. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο δέχθηκε συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος όλων των ανωτέρω στοιχείων για την θεμελίωση υποκειμενικώς και αντικειμενικώς σε βάρος του της πράξεως της κακουργηματικής τοκογλυφίας, προσδιορίζοντας αυτά με την παραδοχή των αναγκαίων προς τούτο στοιχείων (ποσοστό νομίμου τόκου, ονομαστική αξία των επιταγών, το ποσό των τοκογλυφικών τόκων που ενσωμάτωνε αυτή, το ποσό του δανείου, το ποσοστό του νομίμου τόκου που έπρεπε να ληφθεί και εκείνο που λήφθηκε, την ονομαστική αξία των επιταγών που παραδόθηκαν σε αντικατάσταση των επιταγών και συναλλαγματικών που δεν μπόρεσε να πληρώσει η εγκαλούσα εταιρία, τις οποίες απαίτησε ο αναιρεσείων για να παράσχει στην εταιρία νέα προθεσμία πληρωμής της οφειλής της, ανανεώνοντας αυτή και ποσοστό τοκογλυφικού τόκου που απαίτησε και έλαβε για την ανανέωση της οφειλής). Επίσης, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτουν τα στοιχεία που προσδίδουν κακουργηματικό χαρακτήρα στην πράξη του αναιρεσείοντος, αφού, από τις παρατιθέμενες πάρα πολλές περιπτώσεις τοκογλυφικών δανείων με τον ανωτέρω τρόπο, ως και ανανεώσεως της οφειλής της εγκαλούσας εταιρίας με την απαίτηση και λήψη από αυτόν τοκογλυφικών τόκων, προκύπτει συνδρομή, στο πρόσωπό του, του στοιχείου της επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, από το οποίο και συνήγαγε την κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση, αφού δέχεται επί πλέον και το στοιχείο του σκοπού πορισμού εισοδήματος από την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, αλλά και την σταθερή ροπή του αναιρεσείοντος για την διάπραξη του εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Δεν χρειάζεται δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να σχολιάζονται αναλυτικά, το μεν το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων που αναφέρονται στο σκεπτικό του βουλεύματος και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, το δε των εγγράφων που έλαβε υπόψη και εκτίμησε το Συμβούλιο, χωρίς να προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε ορισμένα από αυτά, για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση, ούτε να αντικρούονται και να απορρίπτονται αιτιολογημένα όλα τα κατ ιδίαν υπερασπιστικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει, αν και, όπως λέχθηκε, το Συμβούλιο αντέκρουσε αιτιολογημένα ορισμένα από αυτά. Ειδικότερα, για τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: α) Δεν χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας να μνημονεύεται ο τρόπος με τον οποίο χορήγησε αυτός τα αναφερόμενα στο σκεπτικό δάνεια, πολύ μεγάλου συνολικού ποσού, το οποίο και καταδεικνύει την, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, βαρύτητα της πράξεως του. β) Δεν χρειαζόταν να εξειδικεύεται, αν οι αναφερόμενες στο σκεπτικό επιταγές που εξέδωσε η εγκαλούσα εταιρία και απαίτησε, κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών και του παραδόθηκαν ο αναιρεσείων, είχαν ως λήπτη αυτόν ή άλλο άτομο ή δεν είχε συμπληρωθεί το όνομα του λήπτη, αφού το Συμβούλιο δέχεται ότι, μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εγκαλούσας εταιρίας, συνήθως παρεμβάλλονταν τρίτα πρόσωπα, σε τρόπο ώστε αυτός να εμφανίζεται ως καλόπιστος κομιστής από οπισθογράφηση των επιταγών, των οποίων και δεν τύγχανε ο λήπτης, με την έννοια ότι δεν αναφερόταν ως το άτομο σε διαταγή του οποίου και εκδόθηκαν από την εγκαλούσα εταιρία και τούτο έγινε, κατ απαίτησή του, για να συγκαλύψει την τοκογλυφική σε βάρος της εταιρίας επί μεγάλο χρονικό διάστημα δράση του και για να μη υπάρχει αποδεικτικό στοιχείο της παραδόσεως σ αυτόν των επιταγών και την σύνδεσή του απ ευθείας με την εγκαλούσα εταιρία, για την έλλειψη του οποίου και μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση. γ) Δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίζεται στο σκεπτικό, πότε με ποιο τρόπο και για ποια αιτία βρέθηκαν στα χέρια του αναιρεσείοντος τα αξιόγραφα που αναφέρονται σ αυτό, τα οποία, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, είχε στα χέρια του στις 18-6-2005 και αντικαταστάθηκαν με τις εκεί αναφερόμενες και εξατομικευόμενες εννέα (9) επιταγές που απαίτησε και του παραδόθηκαν ο αναιρεσείων, λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό τα προσδιοριζόμενα στο βούλευμα τοκογλυφικά οφέλη, που συνίσταντο στο προσδιοριζόμενο ποσό τοκογλυφικών τόκων, που, κατά τους υπολογισμούς του Συμβουλίου, ανήλθαν σε ποσοστό 22% και στο συνολικό ποσό των 141.386,71 € μόνο για την περίπτωση αυτή των εννέα (9) επιταγών. Ούτε χρειαζόταν να προσδιορίζεται στο σκεπτικό αν οι επιταγές που δεν κατέστη δυνατόν, κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου, να πληρωθούν στις 18-6-2005, εμφανίσθηκαν προς πληρωμή και δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, αφού, κάτι τέτοιο δεν απαιτείται για την στοιχειοθέτηση, σε βαθμό σοβαρών ενδείξεων ενοχής, στο δικονομικό αυτό στάδιο της υποθέσεως, της πράξεως για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων, αρκούσης προς τούτο της παραδοχής ότι απαίτησε και έλαβε για την ανανέωση της οφειλής των 397.500 €, ποσό 544.330 €, δηλαδή επιπλέον 146.830 €, ήτοι ποσοστό 22%, μηνιαίως, δεδομένου ότι, με βάση τις φερόμενες ημερομηνίες εκδόσεως των επιταγών, οι οποίες και τούτο δεν συνιστά αντιφατική παραδοχή ήταν ευλόγως μεταγενέστερες εκείνης της 18-6-2005, κατά την οποία και έπρεπε να γίνει η πληρωμή των αξιογράφων που ανανεώθηκαν, η προθεσμία πληρωμής του χρέους που παρασχέθηκε με την ανανέωσή του ήταν 45 ημέρες, όπως σαφώς δέχεται το Συμβούλιο της ουσίας, κατά μέσο όρο, χωρίς να πάσχει η κρίση του αυτή από έλλειψη αιτιολογίας, δηλαδή, με βάση εκείνες που μεσολαβούν, μεταξύ της 18/6 και των ημερομηνιών φερομένης εκδόσεως των 9 επιταγών, που κυμαίνονται μεταξύ 15/7, 16/7, 18/7/, 22/7, 26/7, 28/7, 30/7, 5/8/ και 10/8/2005, ενώ έπρεπε να λάβει, για την προθεσμία αυτή και με βάση το αναφερόμενο νόμιμο επιτόκιο από 8%, ποσό 5.443,29 € και απαίτησε και έλαβε πέραν του κατά νόμο θεμιτού τόκου ποσό (146.830 - 5.443,29) 141.386,71€.
Συνεπώς οι από το άρθρο 484 παρ. 1 β και δ ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ως και εκ πλαγίου παράβαση αυτών, τυγχάνουν αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό, κατά τα ανωτέρω, απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 153/22-7-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ` αριθμ. 1233/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια. Στοιχεία (ΑΠ 251/2010, ΑΠ 2436/2008). Μπορεί να τελεσθεί και με δάνειο προς κάλυψη του οποίου το θύμα εκδίδει σε διαταγή του δράστη μεταχρονολογημένη επιταγή στο ποσό της οποίας ενσωματώνονται και οι τοκογλυφικοί τόκοι. Επίσης με την ανανέωση αξιόγραφων που δεν πληρώθηκαν κατά την ημερομηνία που έπρεπε. Αιτιολογία βουλεύματος, ειδική και εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει. Εσφαλμένη ερμηνεία, εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Έλλειψη νόμιμης βάσης. Έννοια (ΑΠ 251/2010, ΑΠ 2311/2008). Δάνεια προς την παθούσα εταιρία με τόκο υψηλότερο του νομίμου, κατ' εξακολούθηση. Ενσωμάτωση των τόκων στο ποσό των μεταχρονολογημένων επιταγών που εξέδιδε η εταιρία σε διαταγή του δράστη ή τρίτων προσώπων οι οποίες μεταβιβάζονταν περαιτέρω στον δράστη. Τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Αβάσιμοι λόγοι αναιρέσεως από 484 παρ. 1 β, δ ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τοκογλυφία.
| 2
|
Αριθμός 652/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας - καλούσας : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά, Δημήτριο Λαδά και Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Μεντή και Γεώργιο Δέλλιο.
Β. Του αναιρεσείοντος: Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Μεντή και Γεώργιο Δέλλιο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά, Δημήτριο Λαδά και Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Δεκεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος σωματείου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 961/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3499/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί α) η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουλίου 2008 αίτησή της, με τον με ιδιαίτερο, από 2 Σεπτεμβρίου 2009 δικόγραφο αυτής λόγο. Κατά την δικάσιμο της 5ης Οκτωβρίου 2009 δεν συζητήθηκε, λόγω διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών κατά την 4ην Οκτωβρίου 2009 και ματαιώθηκε. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 5 Οκτωβρίου 2009 κλήση της και β) το αναιρεσείον με την από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε Α. την από 26 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου, τρίτου κατά το πρώτο σκέλος αυτού, του τέταρτου αναφορικά με τα με στοιχ. ΙΙΙ β(ιι) κεφάλαιο της αποφάσεως και έκτου λόγου του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών της 924/10-7-2008 αιτήσεως, με τον με ιδιαίτερο, 155/2-9-2009, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της 3499/19-6-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και Β. την από 16 Οκτωβρίου 2009 ομοία, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου και την απόρριψη των λοιπών της 1148/26-9-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 3499/19-6-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου αυτής λόγου, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις κρινόμενες (ι) 924/10-7-2008 και (ιι) 1148/16-9-2008 αιτήσεις αναιρέσεως και τον με ιδιαίτερο, 155/2-9-2009 δικόγραφο πρόσθετο λόγο της με στοιχ (ι) αιτήσεως, προσβάλλεται η αυτή, 3499/19-6-2008, απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. (ι) και (ιι) χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (Κ.Πολ.Δ 573 παρ. 1, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπούμενων δι' αυτών λόγων αναιρέσεως με βάση τις νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα:
(ι) Με στοιχ (ι) αίτηση αναιρέσεως:
Με την 215769/2900/14-12-2006 αγωγή το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ", εδίωκε (α) να απαγορευθεί στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΑΑΔΟΣ Α.Ε." να χρησιμοποιεί και να διατυπώνει στις συνομολογούμενες με τους πελάτες της συμβάσεις τους διαλαμβανόμενους και χαρακτηριζόμενους ως καταχρηστικούς και επομένως άκυρους γενικούς όρους, με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση της σχετικής διατάξεως της εκδοθησομένης αποφάσεως, και (β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης σε πληρωμή του χρηματικού ποσού των 2.000.000,00 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη το καταναλωτικό κοινό από την εν λόγω παράνομη συμπεριφορά της. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 961/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις 8164/9-10-2007 και 7316/7-9-2007 εφέσεις των διαδίκων, η 3499/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επί αυτών κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και τον πρόσθετο αυτής λόγο και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ'αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:
Α. Κύριο δικόγραφο:
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Αντίθετα ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται σε παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, εκπτώσεως από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικού δικαίου διατάξεως. Εξάλλου, κατά την αρχική διάταξη του άρθρου 10§2 εδ. β του ν. 2251/1994 και στη συνέχεια, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 13 του ν.3587/2007 (ΦΕΚ 152/τ. α'/10-7-2007), εκείνη του άρθρου 10§17 εδ. 3 αυτού "Η συλλογική αγωγή ασκείται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ένωσης καταναλωτών". Η απαιτούμενη από την εν λόγω διάταξη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για την άσκηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτού συλλογικής αγωγής, θεσπίζεται ως όρος του παραδεκτού της αγωγής ή οποιασδήποτε άλλης αιτήσεως προς παροχή έννομης προστασίας, που έχει ως νομικό αντικείμενο την διάγνωση αξιώσεων, οι οποίες εκπηγάζουν από τον εν λόγω νόμο. Η προϋπόθεση αυτή του παραδεκτού της συζητήσεως αρκεί να συντρέχει κατά την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, η οποία, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 67 Κ.Πολ.Δ., με εντεύθεν δικονομική δυνατότητα συμπληρώσεως της ελλείψεως αυτής. Επομένως οι προβαλλόμενες κατά επικουρική σειρά με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 10§2 εδ. β' (και ήδη 10§17 εδ.3) του ν. 2251/1994 από την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω μη αναφοράς στο δικόγραφο αυτής της προηγούμενης αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου για την άσκησή της, με προσήκουσα στην περίπτωση αυτή εκείνη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, ελέγχονται ως απαράδεκτη και αβάσιμη αντίστοιχα.
ΙΙ. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 του Ν.2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών" §1, "όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι συναλλαγής) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. §2. Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται γραπτώς στην Ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημα τους και εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης. Οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών που εφαρμόζονται στην Ελληνική αγορά αποτυπώνονται υποχρεωτικά και στην Ελληνική γλώσσα. §3. Όροι που συμφωνήθηκαν μετά από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών (ειδικοί όροι) υπερισχύουν των αντίστοιχων γενικών όρων. §4. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτον για λογαριασμό του, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή.
§5. Ειδικώς, όταν ελέγχεται το περιεχόμενο γενικού όρου συναλλαγών κατά την εφαρμογή των παραγράφων 16α και 2 και 3 των άρθρων 10 και 13α αντίστοιχα, επιλέγεται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου" (Οι παρ. 1 έως 5 αντικαταστάθηκαν ως άνω με την παρ.1 άρθρ.2 Ν.3587/2007). §6. "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι". Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται". (Το πρώτο εδάφιο της παρ.6, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί αρχικά με την παρ.24 αρθρ.10 του ν. 2741/1999 (ΦΕΚ 199/τ. α'/28-9-1999) και στη συνέχεια με το άρθρο 2§2 του ν. 3587/2007). §7. "Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που:" ( Η πρώτη φράση της παρ.7 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.24 αρθρ.10 Ν.2741/1999) α) παρέχουν στον προμηθευτή, χωρίς εύλογη αιτία, υπερβολικά μεγάλη προθεσμία αποδοχής της πρότασης του καταναλωτή για σύναψη σύμβασης, β) περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών, γ) προβλέπουν προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης υπερβολικά σύντομη για τον καταναλωτή ή υπερβολικά μακρά για τον προμηθευτή, δ) συνεπάγονται την παράταση ή ανανέωση της σύμβασης για χρονικό διάστημα υπερβολικά μακρό, αν ο καταναλωτής δεν την καταγγείλει σε ορισμένο χρόνο, ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση" (Η περ. ε' αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.3 αρθρ.2 Ν.3587/2007), στ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία, ζ) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα να κρίνει μονομερώς αν η παροχή του είναι σύμφωνη με τη σύμβαση, η) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το απεριόριστο δικαίωμα να ορίζει μονομερώς το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής του, θ) ορίζουν ότι η παροχή δεν είναι υποχρεωτικό να ανταποκρίνεται στις ουσιώδεις, για τον καταναλωτή, προδιαγραφές, στο δείγμα, στις ανάγκες της ειδικής χρήσης, για την οποία την προορίζει ο καταναλωτής και την οποία αποδέχεται ο προμηθευτής ή στο συνηθισμένο προορισμό της, ι) επιτρέπουν στον προμηθευτή να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του χωρίς σπουδαίο λόγο, ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή, ιβ) περιορίζουν την ευθύνη του προμηθευτή για κρυμμένα ελαττώματα του πράγματος, ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή, ιδ) προβλέπουν τη μετακύληση της ευθύνης του πωλητή, ή του εισαγωγέα αποκλειστικά στον παραγωγό του αγαθού ή σε άλλον, ιε) περιορίζουν την υποχρέωση του προμηθευτή να τηρεί τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει οι εντολοδόχοι του ή εξαρτούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από την τήρηση ειδικής τυπικής διαδικασίας, ιστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, ή να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμη εκτελεσθεί από αυτόν, όταν τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος, ιζ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματα του σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής του προμηθευτή, ακόμη και αν τον προμηθευτή βαρύνει πταίσμα, ιη) εμποδίζουν τον καταναλωτή να υπαναχωρήσει (από τη σύμβαση), όταν η αύξηση του τιμήματος σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης είναι υπερβολική για αυτόν, ιθ) αποκλείουν ή περιορίζουν τη νόμιμη ευχέρεια του καταναλωτή να μην εκτελέσει τη σύμβαση, κ) απαγορεύουν στον καταναλωτή να επισχέσει εν όλω ή εν μέρει την καταβολή του τιμήματος, όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, κα) επιβάλλουν στον καταναλωτή που πιστώθηκε με το τίμημα των αγαθών ή υπηρεσιών να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή, κβ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τις ενστάσεις του κατά τρίτου που διαδέχεται τον προμηθευτή στη σχέση με τον καταναλωτή, κγ) απαγορεύουν στον καταναλωτή να προτείνει σε συμψηφισμό προς υποχρεώσεις του από τη σύμβαση ομοειδείς απαιτήσεις του κατά του προμηθευτή, κδ) βεβαιώνουν ότι ο καταναλωτής γνωρίζει ορισμένους όρους της σύμβασης ή την κατάσταση των προμηθευόμενων πραγμάτων ή την ποιότητα των υπηρεσιών, ενώ πραγματικά τα αγνοεί, κε) υποχρεώνουν τον καταναλωτή να προκαταβάλει υπερβολικά μεγάλο μέρος του τιμήματος πριν αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης από τον προμηθευτή, μολονότι ο προμηθευτής δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει παραγγελία του καταναλωτή με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές ή χαρακτηριστικά ούτε η παροχή του προμηθευτή συνιστάται σε υπηρεσίες με κράτηση, κστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις, κζ) αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα, κη) περιορίζουν υπέρμετρα την προθεσμία, μέσα στην οποία ο καταναλωτής οφείλει να υποβάλει στον προμηθευτή τα παράπονα ή να εγείρει τις αξιώσεις του κατά του προμηθευτή, κθ) αναθέτουν στον προμηθευτή χωρίς σπουδαίο λόγο την αποκλειστικότητα της συντήρησης και των επισκευών του πράγματος και της προμήθειας των ανταλλακτικών, λ) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση ή λα) αποκλείουν την υπαγωγή των διαφορών από σύμβαση στο φυσικό τους δικαστή με την πρόβλεψη αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή διαιτησίας, λβ) προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης στον προμηθευτή, χωρίς αυτός να υποχρεούται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη ζημία που υπέστη."(Η περ. λβ' προστέθηκε με την παρ. 3 άρθρ. 2 Ν. 3587/2007). Ο Ν.2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές", στην §1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας "τα Κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή". Με τους Γενικούς Όρους των Συναλλαγών (ΓΟΣ), είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις του ενδοτικού δικαίου. Η ρύθμιση της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του Ν.2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας). Ενόψει τούτου, ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου ΓΟΣ βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του πιο πάνω άρθρου 281 ΑΚ. Με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες, που φέρουν "καθοδηγητικό" χαρακτήρα ή σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται όταν, με το περιεχόμενο του ΓΟΣ, αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης ελέγχεται, για καταχρηστικότητα, ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Το άρθρο 2 παρ.6 του Ν.2251/1994 στην αρχική διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο "υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων", πράγμα που, όχι μόνο περιόριζε σημαντικά τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά και δεν ήταν σύμφωνος με τη διαληφθείσα διατύπωση του άρθρου 3 παρ.1 της Οδηγίας, η οποία ομιλεί για "σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών". Η ανάγκη, σύμφωνης με την οδηγία, ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλλει όπως ο όρος "υπέρμετρη διατάραξη" ερμηνευθεί συσταλτικά ως ουσιώδης ή σημαντική μόνο διατάραξη, που φανερά διαφέρει από την υπέρμετρη διατάραξη και δεν αποτελεί λεκτικά ισοδύναμη έκφραση της προηγούμενης διατύπωσης του Ν.2251/1994. Για τους ίδιους ως άνω λόγους, δηλαδή προς το σκοπό ερμηνείας του εθνικού δικαίου, σύμφωνης με τη διαληφθείσα Οδηγία, η πιο πάνω ερμηνεία πρέπει να συνεχισθεί και σήμερα, μετά την απάλειψη του όρου "υπέρμετρη" με το άρθρο 10 παρ.24 του Ν.2741/1999. Έτσι, μετά την τελευταία αυτή τροποποίηση, η διάταξη της παραγρ.6 του άρθρου 2 του Ν.2251/1994, με τη νέα διατύπωση της, πρέπει να ερμηνεύεται μέσω τελολογικής συστολής του γράμματος της προς την κατεύθυνση της "ουσιώδους διατάραξης" της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 15/2007 6/2006). Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνου χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και διατήρηση της φύσης της σύμβασης, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Έτσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ, πρέπει πρώτα να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια, να ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Εντέλει, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ.7 του Ν.2251/1994, ο οποίος περιέχει "per se" καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, όπως προεκτέθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1987/2006). Εξάλλου, οι ΓΟΣ πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό κα σαφή. Κατά τις ενδιαφέρουσες τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως (α)"Η εναγομένη Τράπεζα, στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της, ως ανώνυμη τραπεζική εταιρία, χορηγεί στους καταναλωτές - πελάτες της πιστωτικές κάρτες, μετά την υπογραφή σχετικών συμβάσεων. Στις συμβάσεις αυτές, στο έντυπο της με τίτλο "ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΚΑΡΤΑΣ", μεταξύ άλλων συμπεριλαμβάνεται και ο με αριθ. 13 Γ.Ο.Σ., στον οποίο αναφέρεται ότι " α) Ο κάτοχος, ο οποίος εξοφλεί εμπρόθεσμα ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, όπως αναγράφεται στους λογαριασμούς του άρθρου 18 πιο κάτω (με την επιφύλαξη του επομένου εδαφίου β') δεν οφείλει τόκο. Ο κάτοχος, ο οποίος εξοφλεί μέρος του λογαριασμού του ή την ελάχιστη καταβολή (αρθρ. 18), χρεώνεται με τον συμβατικό τόκο επί του εκάστοτε οφειλομένου ποσού, από την ημερομηνία εγγραφής κάθε συναλλαγής στα βιβλία της Τράπεζας και χρέωσης του λογαριασμού της κάρτας, όπως αυτή εμφανίζεται στους λογαριασμούς του άρθρου 18, μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του, β) Τα ποσά, που προέρχονται από αναλήψεις μετρητών κατά το άρθρο 6 πιο πάνω, εκτοκίζονται με το συμβατικό επιτόκιο από την ημερομηνία της ανάληψης ...". (αα) Στο όρο αυτόν σαφώς ορίζεται ότι ο κάτοχος, ο οποίος έχει εξοφλήσει μέρος της οφειλής του ή την ελάχιστη καταβολή, χρεώνεται με συμβατικό τόκο και ουδόλως αναφέρεται ότι χρεώνεται με τόκο υπερημερίας. Πρόκειται δε για διαφορετικούς τόκους, εφόσον "συμβατικός" είναι ο τόκος που καθορίζεται από τη σύμβαση, ενώ "υπερημερίας" είναι τόκος, που οφείλεται από τον οφειλέτη λόγω της υπερημερίας του και αφού προηγηθεί "όχληση" αυτού, εκτός εάν για την υπερημερία δεν απαιτείται όχληση. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, αφού στον πιο πάνω όρο γίνεται λόγος για "συμβατικό" τόκο και όχι για τόκο "υπερημερίας", δεν τίθεται θέμα προηγούμενης "όχλησης" του οφειλέτη για την καταβολή του, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τους βάσιμους ισχυρισμούς της εκκαλούσας Τράπεζας, κρίνοντας καταχρηστικό τον όρο ως προς το σημείο αυτό. (ββ) Ο όρος όμως αυτός, ως προς τον ορισμό του, ότι ο κάτοχος χρεώνεται με τον πιο πάνω συμβατικό τόκο "...από την ημερομηνία εγγραφής κάθε συναλλαγής στα βιβλία της Τράπεζας", είναι καταχρηστικός, καθόσον αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 2251/1994 περ. ια'. Και τούτο διότι η αναφορά αυτή ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της τοκοφορίας είναι αόριστη, εφόσον δεν προσδιορίζεται με ευκρίνεια και χωρίς αμφιβολία ο ακριβής χρόνος, από τον οποίο και στο εξής ο κάτοχος της κάρτας οφείλει τόκους, η ημερομηνία δε εγγραφής της συναλλαγής στα βιβλία της εναγομένης, που κατά τα προαναφερόμενα αποτελεί την αφετερία της τοκοδοσίας, είναι γεγονός, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει ο συναλλασσόμενος. Και ναι μεν, όπως υποστηρίζει η εναγομένη, ο κάτοχος της κάρτας γνωρίζει την ημέρα της συναλλαγής του, που διενήργησε μέσω της κάρτας του, η αναφορά όμως ότι η τοκοφορία αρχίζει από την ημερομηνία εγγραφής αυτής στα βιβλία της είναι πράγματι αόριστη και αδιευκρίνιστη για τον πελάτη της. Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, έκρινε, για τον τελευταίο αυτό λόγο, τον όρο αυτόν καταχρηστικό, δεν έσφαλε ως προς την κρίση του αυτή και τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης Τράπεζας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα". Κατά το περιεχόμενο του ερευνώμενου όρου της συμβάσεως για τη χρήση πιστωτικής κάρτας, η ημέρα εγγραφής της συναλλαγής στα βιβλία της αναιρεσείουσας, με έκτοτε χρέωση του αντισυμβαλλόμενου καταναλωτή με τον συνομολογηθέντα συμβατικό τόκο, γίνεται οπωσδήποτε μετά την ημέρα της συναλλαγής, με εκταμίευση πιστώσεως από την αναιρεσείουσα, ισόποσης προς την αξία της συναλλαγής. Η ημέρα της συναλλαγής είναι προφανώς γνωστή στον αντισυμβαλλόμενο καταναλωτή και κατά συνέπεια και η στη συνέχεια αφετηρία της χρεώσεώς του με τον συμβατικό τόκο. Επομένως η αναφορά ως προς το χρονικό σημεία ενάρξεως της τοκοφορίας είναι απολύτως ορισμένη, με μόνο εκ των πραγμάτων δυνάμενο ειδικώς να καθορισθεί και δικαιολογημένο για τον καταναλωτή χρονικό κριτήριο εκείνο της πραγματοποιούμενης από τον τελευταίο συναλλαγής. Με την αντίθετη περί τούτου κρίση του το δικαστήριο της ουσίας ευθέως παραβίασε την διάταξη του άρθρου 2§7 περ. ια' του ν.2251/1994, κατά την βάσιμα διατυπούμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως. Οι λοιπές βάσεις θεμελιώσεως του αγωγικού ισχυρισμού περί καταχρηστικότητας του εν λόγω όρου οι οποίες δεν ερευνήθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσης αναιρετικής διαδικασίας με βάση τους προσβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως. (β) " Περαιτέρω, η εναγομένη Τράπεζα περιέχει στα βιβλιάρια καταθέσεων τον ΓΟΣ με αρ. 8 , με τον οποίο υποχρεώνεται ο καταθέτης να ειδοποιήσει αμέσως την Τράπεζα, σε περίπτωση απώλειας του βιβλιαρίου και ορίζει ότι η Τράπεζα δεν ευθύνεται σε περίπτωση που πραγματοποιήσει πληρωμή σε άλλο πρόσωπο, πριν λάβει την προαναφερόμενη ειδοποίηση. Ο όρος αυτός, όπως είναι διατυπωμένος και αποκλείει τελείως την ευθύνη της εναγομένης για πληρωμή σε τρίτο πρόσωπο, πριν την ειδοποίηση για την απώλεια του βιβλιαρίου καταθέσεων, ακόμη και στην περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας των υπαλλήλων της, είναι άκυρος, ως αντικείμενος στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του Ν.Δ της 17 Ιουλίου / 13 Αυγούστου 1923, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, απαλλάσσεται η Τράπεζα από την ευθύνη μόνο σε περίπτωση ελαφράς αμέλειας, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ. Επίσης, ο ίδιος όρος είναι καταχρηστικός, αφού αποκλείει οπωσδήποτε την ευθύνη της Τράπεζας ως προμηθευτή (αρθρ. 2 παρ. 7 περ. ιγ' του Ν. 2251/1994) και διαταράσσει ουσιωδώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών εις βάρος του καταναλωτή , αφού αποκλείει κάθε ευθύνη του προμηθευτή, μόνο από το γεγονός της μη έγκαιρης ειδοποίησης της Τράπεζας από τον καταθέτη για την απώλεια του βιβλιαρίου, η οποία (ειδοποίηση) μπορεί να είναι και ανυπαίτια, αν ο καταναλωτής δεν έχει αντιληφθεί έγκαιρα την απώλεια αυτή. Εξάλλου, η μη έγκαιρη ενημέρωση από τον καταθέτη για την απώλεια του βιβλιαρίου, δεν απαλλάσσει την Τράπεζα από την υποχρέωση ελέγχου των στοιχείων της ταυτότητας του κομιστή του βιβλιαρίου για τη διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που κάνει την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού. Με τον σχετικό έβδομο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι ο όρος αυτός δεν απαλλάσσει την αναιρεσείουσα της ευθύνης της από δόλο ή βαρεία αμέλεια, περιοριζόμενο το ανεύθυνο αυτής μόνο στην περίπτωση της ελαφράς αμέλειας, κατά την όμοια περί τούτου νομική παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά έχει την έννοια της συνεκτιμήσεως του οικείου πταίσματος του πελάτη της καταναλωτή από την παράλειψή του ειδοποιήσεως για την απώλεια του βιβλιαρίου του καταθέσεων, η οποία προκύπτει από την ερμηνεία αυτού, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες όφειλε να προσφύγει το δικαστήριο της ουσίας, που δέχθηκε την ύπαρξη ουσιαστικού κενού στο περιεχόμενο του όρου αυτού. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως. Ειδικότερα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική η αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοσθούν ή όχι οι εν λόγω ερμηνευτικές διατάξεις. Στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν διατυπώνεται αμέσως ή εμμέσως κρίση για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στο περιεχόμενο του όρου αυτού, δεχθείσα αντιθέτως, ότι, όπως είναι διατυπωμένος αποκλείει την ευθύνη της αναιρεσείουσας και από δόλο ή βαρεία αμέλεια των υπαλλήλων της στην ειδικά οριζόμενη περίπτωση της παραλείψεως ειδοποιήσεως από τον αντισυμβαλλόμενο καταναλωτή για την απώλεια του βιβλιαρίου του καταθέσεων. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2§7 περ. ιγ' του ν. 2251/1994 και 173, 200 ΑΚ, ελέγχεται ως αβάσιμος (γ) " ο ΓΟΣ με αρ. 9, που αναφέρει ότι οι λογαριασμοί με μέσο μηνιαίο υπόλοιπο μικρότερο από εκείνο που ορίζει η Τράπεζα, βαρύνονται με έξοδα τήρησης και παρακολούθησης και κινήσεων, είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, σύμφωνα με την περίπτ. ια' της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, εφόσον η Τράπεζα δικαιούται να επιβαρύνει τους λογαριασμούς καταναλωτών με μικρότερο υπόλοιπο από αυτό, που η ίδια ορίζει, με τα προαναφερόμενα έξοδα, χωρίς να αναφέρεται στον όρο αυτόν ο λόγος, για τον οποίο αυτά επιβάλλονται, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις επιβολής, το ύψος των εξόδων αυτών και το ύψος του υπολοίπου, που πρέπει να παρουσιάζει ο λογαριασμός, ώστε να επιβληθούν. Έτσι, με τον όρο αυτό, χωρίς σπουδαίο λόγο, μένει αόριστη η πιο πάνω ρύθμιση και δεν υπάρχει προσδιορισμός με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση (αρθρ.2 παρ. 7 περ. ια Ν.2251/1994)". Και πράγματι με τον όρο αυτό αδικαιολόγητα καταλείπεται απροσδιόριστο και άρα αόριστο το ύψος του υπολοίπου του λογαριασμού, προϋπόθεση για την επιβάρυνση του αντισυμβαλλόμενου καταναλωτή με τα ομοίως μη επακριβώς προσδιοριζόμενα έξοδα τηρήσεως, παρακολουθήσεως και κινήσεων, υπόλοιπο το οποίο ευλόγως αξιώνει να γνωρίζει ο τελευταίος, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τον σχετικό όγδοο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 2§6 αντί εκείνης του άρθρου 2§7 περ. ια' του ν. 2251/1994, που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας, να ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη.
ΙΙΙ. Με το άρθρο 1 του ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και παράλληλα ορίσθηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από το διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής. Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η 336/29-2-1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 28/ τ. α'/14-4-1984), με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ/ΤΕ), που με την 2435/26-6-1998 πράξη του (ΦΕΚ 142/τ. α'/29-6-1998) μετονομάσθηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ/ΤΕ), στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν τους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Οι εκδιδόμενες από την εν λόγω επιτροπή αποφάσεις, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Αντίστοιχου περιεχομένου είναι η διάταξη του άρθρου 25§6 του ν. 3601/2007, κατά τους ορισμούς της οποίας "Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και σαφήνειας". Κατά τις ενδιαφέρουσες τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατ' ακριβή κατά τούτου αντιγραφή της, (δ) "Το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο της σύμβασης (συμβατικό επιτόκιο) συμφωνείται κυμαινόμενο, το δε ακριβές ύψος αυτού, κατά την υπογραφή της παρούσας, ορίζεται στην Πρόσθετη Πράξη. Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλει το συμβατικό επιτόκιο σε χρονικά διαστήματα όχι μικρότερα του μήνα, οποτεδήποτε μεταβάλλεται το Βασικό Παρεμβατικό Επιτόκιο για Πράξεις Κυρίας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και μέχρι του 200% του ποσού της διαφορά μεταξύ του προηγούμενου και του νέου ως άνω παρεμβατικού επιτοκίου. Έχοντας υπόψη την αόριστη διάρκεια της σύμβασης αυτής, η Τράπεζα, εκτιμώντας τον κίνδυνο που αναλαμβάνει έναντι του κατόχου, αλλά και τον γενικότερο προϊοντικό κίνδυνο και τις συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, διατηρεί το δικαίωμα, είτε να μην μεταβάλλει το συμβατικό επιτόκιο σε κάθε μεταβολή του παρεμβατικού Επιτοκίου, είτε να μην εξαντλήσει το προαναφερόμενο ανώτατο όριο μεταβολής. Κάθε απόφαση της Τράπεζας για τη μεταβολή ή μη του συμβατικού επιτοκίου ουδέποτε τη δεσμεύει, ούτε προδικάζει τη διαμόρφωση της απόφασης της, σε περίπτωση επόμενης μεταβολής οποτεδήποτε και αν συμβεί". Ο όρος αυτός, ως προς τη δυνατότητα μεταβολής του συμβατικού επιτοκίου έως και 200% σε σχέση με τη μεταβολή του επιτοκίου αναφοράς, εμφανίζει αοριστία, καθόσον δεν ορίζονται οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες το συμβατικό επιτόκιο θα μεταβληθεί έως και το ως άνω ποσοστό, σε σχέση με το επιτόκιο αναφοράς, ούτε και οι λόγοι, οι οποίο καθιστούν αναγκαία ή δικαιολογούν τη μεταβολή αυτού του ύψους, πράγμα που αντίκειται στο άρθρο 2 παρ. 7 περ. ια' του Ν. 2251/1994. Ο ίδιος όρος όμως αντίκειται και στη γενική ρήτρα της παραγρ. 6 του ίδιου ως άνω άρθρου, δεδομένου ότι το προαναφερόμενο ύψος αναπροσαρμογής του επιτοκίου οδηγεί σε σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εις βάρος του καταναλωτή, ο οποίος παρότι μπορεί να θεωρηθεί ότι με την αναφορά στο επιτόκιο αναφοράς, εξασφαλίζεται από αυθαίρετες αυξήσεις του συμβατικού επιτοκίου, εν τούτοις είναι πιθανό να ευρεθεί προ μιας αυξήσεως του συμβατικού επιτοκίου ύψους έως και 200% σε σχέση με τη μεταβολή του επιτοκίου αναφοράς, με αποτέλεσμα να διαψεύδονται έτσι και οι δικαιολογημένες προσδοκίες του από τη σύμβαση. Το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, ο εν λόγω όρος είναι σύμφωνος με την υπ' αρ. 178/19-7-2004 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων, δεν ασκεί επιρροή, εφόσον ο συγκεκριμένος όρος ελέγχεται για καταχρηστικότητα στα πλαίσια των διατάξεων του Ν. 2251/1994, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν. Περαιτέρω, η εναγομένη χρησιμοποιεί ως κριτήρια στον εν λόγω όρο, που θα τις επιτρέψουν να μη μεταβάλει το συμβατικό επιτόκιο σε κάθε μεταβολή του παρεμβατικού επιτοκίου τον "κίνδυνο που αναλαμβάνει έναντι του κατόχου", το "γενικότερο προϊοντικό κίνδυνο" και τις "συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού". Η διατύπωση των κριτηρίων αυτών, κατά το μέρος, που η Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα να μη μεταβάλει το επιτόκιο, ακόμη και αν μειωθεί το επιτόκιο αναφοράς, υπάγεται στις περιπτώσεις των καταχρηστικών όρων που περιλαμβάνονται στην παραγρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 και συγκεκριμένα στις περιπτώσεις ε' και ια', εφόσον παρέχουν στην εναγομένη το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης των όρων της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο, λόγο και υπάρχει αοριστία του καθορισμού του τιμήματος, καθώς επίσης, η εν λόγω διατύπωση παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, η οποία οδηγεί σε ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή. Και τούτο διότι τα αναφερόμενα κριτήρια είναι αόριστα, εφόσον γενικά αναφέρονται στον "κίνδυνο της αγοράς", στον "γενικότερο προϊοντικό κίνδυνο" και στις "συνθήκες της αγορά και του ανταγωνισμού", χωρίς καμία εξειδίκευση και επί πλέον δεν αναφέρεται καμιά αιτιολογία για ποιο λόγο τα κριτήρια αυτά επιτρέπουν την εναγομένη να ενεργήσει μονομερώς. Ενόψει αυτών, ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση και τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον συναφή δεύτερο λόγο της έφεσης της εναγομένης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Για τον ίδιο όρο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι αυτός είναι σύμφωνος με την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, η οποία στο κεφάλαιο Β παρ. 2 περ.ιν προβλέπει ότι η ελάχιστη ενημέρωση, που οφείλουν να παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα στους συναλλασσόμενους, πριν από τη σύναψη κάποιας σύμβασης και συγκεκριμένα ως προς τις δανειακές συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο, αφορά το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιοριζόμενο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και την πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντιστοίχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) και συνεπώς τα προβαλλόμενα με τον ίδιο ως άνω λόγο της έφεσης, ότι το εν λόγω Δικαστήριο δεν δέχτηκε ότι ο επίμαχος όρος είναι σύμφωνος με την ως άνω ΠΔ/ΤΕ, αλυσιτελώς προβάλλονται". Κατά την 178/19-7-2004 απόφαση της ΕΤΠΘ/ΤΕ (ΦΕΚ 1872/τ. α' /26-27-12-2006", η οποία, κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες της, αφού έλαβε υπόψη, δ) τις διατάξεις της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τις αρχές που διέπουν τη νομισματική πολιτική που ασκείται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, ε) την ΠΔ/ΤΕ 1087/1987, σε συνδυασμό με την ΠΔ/ΤΕ 1216/1987, καθώς και τις ΠΔ/ΤΕ 1955/1991, 2286/1994 και 2326/1994 που αφορούν, μεταξύ άλλων, στην ελεύθερη διαμόρφωση των επιτοκίων εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, στ) την ΠΔ/ΤΕ 2501 /2002 σχετικά με την ενημέρωση των συναλλασσομένων εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους, ζ) το γεγονός ότι τα τραπεζικά και τα εξωτραπεζικά επιτόκια αποτελούν κατηγορίες επιτοκίων εκάστη των οποίων εξαρτάται από διαφορετικούς παράγοντες και διαμορφώνεται με βάση διαφορετικά κριτήρια, υποκείμενες, για το λόγο αυτό, σε απολύτως διακριτές, μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις (άρθρο 2 παρ. 3 Ν.Δ. 588/48 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 Ν. 1266/82, όπως ισχύει και το άρθρο 15παρ. 5 Ν. 876/1979. αντιστοίχως), η) το γεγονός ότι κατά τις αρχές που διέπουν τη νομισματική πολιτική του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί εντός του πλαισίου της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, βάσει των άρθρων 2, 4 και 105.1 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 2 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, θ) την ανάγκη διευκρίνισης ορισμένων διατάξεων των προαναφερόμενων ΠΔ/ΤΕ ώστε να διασφαλισθεί η ορθή και ενιαία εφαρμογή τους, χάριν της ευχερέστερης επίτευξης των σκοπών τους, ι) το έγγραφο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών 865/ 23.6.2004 με αίτημα την ερμηνεία των σχετικών με τη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων διατάξεων, ια) το από 23.5.2002 έγγραφο του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος προς την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, επί αναλόγου αιτήματος της, με το οποίο επεξηγήθηκε αναλυτικά, με αντίστοιχη νομική θεμελίωση, το ως άνω ζήτημα, αποφάσισε: Να διευκρινίσει τις σχετικές διατάξεις των ΠΔ/ΤΕ 1087/1987, 1216/1987, 1955/1991, 2286/1994 και 2326/ 1994, καθώς και τις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 Κεφ. Α, τελευταίο εδάφιο, Κεφ. Β, παρ. 1 εδ. στ, παρ. 2 εδ. α (iν), (νί), παρ. 3, Κεφ. Γ παρ.1 εδ. ε, παρ. 2 και Κεφ. ΣΤ, ως εξής: 1. Δεν είναι συμβατός προς τις αναφερόμενες ανωτέρω, υπό στοιχεία (ζ) και (η), αρχές, ο διοικητικός καθορισμός ανωτάτου ορίου στα τραπεζικά επιτόκια, ούτε ο συσχετισμός τους προς το εκάστοτε ισχύον για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο. Το όριο αυτό δεν ανήκει, κατά το περιεχόμενο και το σκοπό του. στους παράγοντες προσδιορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, τα οποία διαμορφώνονται ελεύθερα ύστερα από στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους. Κατά συνέπεια οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων (ΠΔ/ΤΕ 1087/1987 κ.λ.π.) συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό. 2α) Η παράγραφος 2 εδ. α (iν) του κεφαλαίου Β της ΠΔ/ΤΕ 2501 /2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσομένων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης. β) Η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα, όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων, κτλ., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Στη σύμβαση προσδιορίζεται επίσης ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου, ως εξής: i) ως ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή ii) ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζομένου μέχρι ενός ανωτάτου ορίου. Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου. γ) Η έννοια της διάταξης της παραγράφου 2 εδ. α (ίν) του Κεφ. Β' "..., καθώς και ... αντίστοιχου δανείου", αφορά αποκλειστικά την προσυμβατική πληροφόρηση σχετικά με τους λοιπούς, μη επιτοκιακού χαρακτήρα, παράγοντες, που ενδέχεται να επηρεάσουν την εξέλιξη του εκάστοτε συμφωνούμενου επιτοκίου αναφοράς. Τα στοιχεία, περί των οποίων η ως άνω πρόσθετη πληροφόρηση, δεν μπορούν να αποτελέσουν καθεαυτό παράγοντες προσδιορισμού του συμβατικού επιτοκίου. 3. α) Οι εφάπαξ δαπάνες, τα έξοδα υπέρ τρίτων καθώς και οι αμοιβές για ειδικές υπηρεσίες που εισπράττονται απάτα πιστωτικά ιδρύματα κατά τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων (στις οποίες περιλαμβάνονται και η ανάληψη μετρητών μέσω πιστωτικών καρτών), διαμορφώνονται όχι κατ' αναλογικό τρόπο, αλλά καθορίζονται σε σταθερό, κατά περίπτωση, ποσό που να δικαιολογείται από τη φύση και το είδος της παρεχόμενης υπηρεσίας (Κεφ. Β παρ. 2 εδ. α (νί) και ΣΤ της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002). β) Τα κριτήρια της εξειδίκευσης κατά την αιτιολογία και το εύλογο ύψος ισχύουν και για τις δαπάνες και έξοδα που αφορούντις καταθέσεις και τις λοιπές τραπεζικές εργασίες (Κεφ. Β'παρ.1 εδ. στ' και παρ. 3 της ΠΔ/ΤΕ 2501/ 2002). 4. Για την περιοδική παροχή στοιχείων και πληροφοριών που αφορούν την κατ' ελάχιστον ενημέρωση σύμφωνα με την παρ. 2 του Κεφαλαίου Γ της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 δεν εισπράττονται έξοδα. 5α) Η αναφερόμενη στο κεφάλαιο Β της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ελάχιστη ενημέρωση δεν υποκαθιστά την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να περιλαμβάνουν στις συμβάσεις τους σαφείς όρους για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων τους. β) Η πρόβλεψη στη σύμβαση δυνατότητας μονομερούς τροποποίησης της από το πιστωτικό ίδρυμα (Κεφ. Γ' παρ. 1 εδ. ε της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002) οφείλει να συνοδεύεται από τον καθορισμό ειδικών και εύλογων κριτηρίων. Με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2251/1994 και της εν λόγω αποφάσεως της ΕΤΠΘ/ΤΕ, με τον όρο αυτό κατά τρόπο ορισμένο ορίζεται η δυνατότητα μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση μεταβολής του Βασικού Παρεμβατικού επιτοκίου για Πράξεις Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οικονομικό μέγεθος που δικαιολογεί τη συμβατική αυτή ρύθμιση, με ανώτατο πολλαπλάσιο αυτής το 200/00 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου. Το πολλαπλάσιο αυτό δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας με την έννοια της αποκλίσεως από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στα πλαίσια των οποίων και εμπίπτει, δοθέντος ότι το διπλάσιο της μεταβολής κατ' ανώτατο όριο δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρυθμίσεως. Περαιτέρω, τα παράλληλα προσδιοριζόμενα κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου ("κίνδυνος που αναλαμβάνει έναντι του κατόχου", "το γενικότερο προϊοντικό κίνδυνο", "συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού"), συνδυαζόμενα πάντοτε με την προϋπόθεση μεταβολής του Βασικού Παρεμβατικού Επιτοκίου, αξιολογούνται ως εύλογα και δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενα σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία, χωρίς παράλληλα να είναι δυνατός ο περαιτέρω ειδικός προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολογήσεώς τους ως αορίστων. Με την αντίθετη περί τούτου κρίση του το δικαστήριο της ουσίας ευθέως παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2§§6, 7 περ. ε, ια του ν. 2251/1994 και εκείνες της 178/19-7-2004 αποφάσεως της ΕΤΠΘ/ΤΕ, κατά την βάσιμα διατυπούμενη με το πρώτο σκέλος του τρίτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία παραδεκτώς συμπληρούτα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562§4 Κ.Πολ.Δ., αναφορικά με τις διατάξεις του ν. 2251/1994. Αντίθετα, από τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν δέχεται, αμέσως ή εμμέσως, ύπαρξη κενού ή ασάφειας ως προς το περιεχόμενο και τη έννοια του γενικού τούτου όρου, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, με άμεση δικονομική συνέπεια η διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος του υπό την αυτή ρύθμιση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω ερμηνευτικών διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2§6 του ν. 2251/1194 και 371 ΑΚ, να ελέγχεται ως αβάσιμη. (ε) "Περαιτέρω, ο Γ.Ο.Σ με αριθμό 7 των εν λόγω συμβάσεων αναφέρει ότι "Σε περίπτωση ανάληψης μετρητών από κατάστημα της Τράπεζας ή από ΑΤΜ της Τράπεζας, ο κάτοχος επιβαρύνεται με τα ποσά που αναφέρονται στην Πρόσθετη Πράξη, που αποτελεί ουσιώδες αναπόσπαστο μέρος της παρούσας (εφεξής Πρόσθετη Πράξη), για τη μερική κάλυψη των σχετικών λειτουργικών εξόδων της Τράπεζας, που στην περίπτωση των ΑΤΜς αφορούν την τροφοδοσία τους και τη διατήρηση και ανάπτυξη του δικτύου. Σε περίπτωση ανάληψης μετρητών από ΑΤΜ άλλης Τράπεζας, ο κάτοχος επιβαρύνεται και με το κόστος της διατραπεζικής συναλλαγής που αναφέρεται στην Πρόσθετη Πράξη". Στην Πρόσθετη αυτή Πράξη περιλαμβάνεται πίνακας, στον οποίο αναφέρονται τα ως άνω έξοδα ανάληψης μετρητών ως εξής: 1) για ποσό ανάληψης έως και 100 ευρώ καθορίζεται πρόσθετη επιβάρυνση ύψους 3 ευρώ όταν η ανάληψη γίνει από ΑΤΜ της εναγομένης και 5 ευρώ όταν η ανάληψη γίνει από τα καταστήματα της εναγομένης ή από ΑΤΜ και καταστήματα τρίτων Τραπεζών εσωτερικού και εξωτερικού, 2) για ποσό ανάληψης από 100,01 ευρώ έως και 250 ευρώ, η επιβάρυνση ορίζεται σε 5 και 7 ευρώ, αντίστοιχα, 3) για ποσό ανάληψης από 250,01 ευρώ έως και 500 ευρώ, η επιβάρυνση ορίζεται σε 10 και 12 ευρώ, αντίστοιχα και 4) για ποσό ανάληψης πάνω από 500,01 ευρώ, η επιβάρυνση ορίζεται σε 20 ευρώ. Η είσπραξη από την εναγομένη των πιο πάνω χρηματικών ποσών δεν δικαιολογούνται από τη φύση και το είδος της παρεχόμενης υπηρεσίας αυτής, όπως επιτάσσει η υπ' αρ. 178/19-7-2004 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων, δεδομένου ότι η αιτιολογία επιβάρυνσης του κατόχου πιστωτικής κάρτας με τα ποσά αυτά, είναι τελείως αόριστη, εφόσον η εναγομένη απλώς επικαλείται έξοδα για την τροφοδοσία των ΑΤΜ, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη και εξειδικευμένη αναφορά ως προς τα έξοδα αυτά, ώστε να κριθεί αν το ύψος αυτών δικαιολογεί τη συγκεκριμένη χρέωση και επί πλέον προβάλλεται ως λόγος χρέωσης οι τελείως αόριστες έννοιες της διατήρησης και ανάπτυξης του δικτύου. Σε κάθε όμως περίπτωση, η συνεχής τροφοδοσία των ΑΤΜ, αποτελεί υποχρέωση της εναγομένης έναντι του καταναλωτικού κοινού, εφόσον αυτή τα εκμεταλλεύεται ως μέσον συναλλαγής, ώστε να αποσυμφορούνται τα ταμεία της και τη συνακόλουθη εξοικονόμηση δαπανών από αυτή, ο δε κάτοχος της πιστωτικής κάρτας βαρύνεται σε κάθε περίπτωση, με την καταβολή τόκων για κάθε συναλλαγή στην οποία τη χρησιμοποιεί. Έτσι, ο ΓΟΣ αυτός δεν είναι σύμφωνος, ούτε με την πιο πάνω απόφαση, με αποτέλεσμα η χρέωση αυτή να αποτελεί προμήθεια, αφού έχει προκαθορισθεί το ύψος της, χρεώνεται εφάπαξ σε κάθε συναλλαγή του κατόχου και είναι ανεξάρτητη από τους τόκους και τα άλλα έξοδα που επιβάλλονται στους χρήστες πιστωτικών καρτών, ως προμήθεια δε απαγορεύεται ρητά από την υπ' αρ. 2501/31-10-2002 ΠΔ/ΤΕ. Επί πλέον, με το να επιβάλλεται στους κατόχους πιστωτικών καρτών η πιο πάνω επιβάρυνση, παραβιάζεται και η γενική ρήτρα της παραγρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, αφού κατ'αυτόν τον τρόπο διαταράσσεται ουσιωδώς η ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών σε βάρος του καταναλωτή, ενώ διαψεύδονται και οι δικαιολογημένες προσδοκίες του, αφού εύλογα θεωρεί ότι η μόνη επιβάρυνση από τη χρήση της πιστωτικής του κάρτας (στις δυνατότητες δε που παρέχει η εν λόγω χρήση είναι και η ανάληψη μετρητών μέσω ΑΤΜ), είναι η καταβολή τόκων επί των συναλλαγών που πραγματοποιεί με αυτή. Επομένως, ο πιο πάνω ΓΟΣ (αρ. 7), σε συνδυασμό και με τα αναφερόμενα σχετικά με αυτόν στην Πρόσθετη Πράξη, είναι άκυρος ως καταχρηστικός και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, σχετικά με τον όρο αυτόν, έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την κρίση του αυτή, τα αντίθετα δε, που υποστηρίζονται με τον συναφή τρίτο λόγο της έφεσης της εναγομένης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα". Και πράγματι η επιβάρυνση του αντισυμβαλλόμενου με τα εν λόγω χρηματικά ποσά (αα) σε περίπτωση αναλήψεως χρημάτων από ΑΤΜ ή καταστήματα της αναιρεσείουσας διαταράσσει σημαντικά την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή, ο οποίος εύλογα και δικαιολογημένα προσδοκά ότι η μόνη επιβάρυνση από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας, με δυνατότητα δι' αυτής η ανάληψη μετρητών, είναι η καταβολή τόκων επί του χρηματικού ποσού της συναλλαγής, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι η χρησιμοποίηση των ΑΤΜ, ως μέσον συναλλαγής, εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, με την αποσυμφόρηση των ταμείων της και τη εξοικονόμηση συνακόλουθα από την αιτία αυτή δαπανών. Επομένως η διατυπούμενη με το τέταρτο σκέλος τους τέταρτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 2§6 του ν. 2251/1994, ελέγχεται κατά τούτο ως αβάσιμη. Η εν λόγω επάλληλη επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη όμοια αναιρετική αιτίαση με τα λοιπά σκέλη του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως με τις λοιπές αιτιολογίες της των άρθρων 2§§4, 6, 7, περ. ια' του ν. 2251/1994,173,200 ΑΚ, της 178/19-7-2004 αποφάσεως της ΕΤΠΘ/ΤΕ και της 2501/31-10-2002 ΠΔ/ΤΕ, να αξιολογείται ως αλυσιτελής. Αντίθετα (ββ) σε περίπτωση αναλήψεως χρημάτων από καταστήματα ή ΑΤΜ τρίτων τραπεζών εσωτερικού η εξωτερικού η εν λόγω επιβάρυνση κρίνεται δικαιολογημένη λόγω του κόστους από τη διαμεσολάβηση τρίτου φορέως έναντι προμηθείας, ανταποκρινόμενη στις εύλογες και δίκαιες προσδοκίες του καταναλωτή, ο οποίος καταφεύγει σε ανάληψη χρημάτων από κατάστημα ή ΑΤΜ τρίτων τραπεζών, εσωτερικού ή εξωτερικού, και με την έννοια αυτή δεν διαταράσσει την ισορροπία στις σχέσεις των μερών κατά την έννοια του άρθρου 2§6 του ν. 2251/1994. Επιπρόσθετα η εν λόγω επιβάρυνση είναι σαφής και ορισμένη, καθοριζόμενη σε σταθερό κατά περίπτωση ποσό και δικαιολογείται από τη φύση και το είδος της παρεχόμενης υπηρεσίας, όπως ορίζεται με την §3α της 178/19-7-200 αποφάσεως της ΕΤΠΘ/ΤΕ, χωρίς παράλληλα να αποτελεί προμήθεια, ως αμοιβή για την κάλυψη δαπάνης, ώστε να εμπίπτει στην περί τούτου απαγόρευση της 2501/31-10-2002 ΠΔ/ΤΕ. Με την αντίθετη περί τούτου κρίση του το δικαστήριο της ουσίας ευθέως παραβίασε τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις, κατά την βάσιμη κατά τούτο διατυπούμενη με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., (στ) "Περαιτέρω, η εναγόμενη σε σχετικό έντυπό της με τίτλο "ΟΡΟΙ ΒΑΣΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ" και στο κεφάλαιο ΙΙΙ αυτού με τίτλο "ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΕΥΡΩ" αναφέρεται ότι γίνεται χρέωση σε ακίνητους λογαριασμών καταθέσεων ως εξής: (α) όταν ο λογαριασμός είναι ακίνητος για χρονικό διάστημα έως και 18 μηνών, ανέξοδα, (β) για χρονικό διάστημα 19 έως 30 μηνών, 0,60 ανά μήνα και γ) για χρονικό διάστημα 31 μηνών και άνω, 1 ευρώ ανά μηνά. Το ενάγον, κατά την προσβολή του όρου αυτού ως καταχρηστικού, παραθέτει στην αγωγή αυτούσιο το περιεχόμενο αυτού και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αοριστίας της αγωγής ως προς το σημείο αυτό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει και με τον σχετικό λόγο της έφεσης της η εναγομένη. Ο ΓΟΣ αυτός είναι καταχρηστικός, για το λόγο ότι δεν αναφέρεται καν ο λόγος, για τον οποίο επιβάλλεται η συγκεκριμένη χρέωση σχετικά με τους λογαριασμούς, οι οποίοι δεν κινούνται ούτε αιτιολογείται πώς προκύπτουν έξοδα της εναγομένης σχετικά με την τήρηση των λογαριασμών αυτών, τα οποία επιδιώκει να καλύψει με τη χρέωση αυτή. Επομένως, με τον όρο αυτό παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας, με βάση την οποία απαιτείται σαφήνεια ως προς την αιτία και ως προς το περιεχόμενο της παροχής, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994. Και ναι μεν η εναγομένη επικαλείται ότι με την υπ' αρ. 234/11-12-2006 απόφαση της η Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, όρισε ότι "Δεν εισπράττονται έξοδα αδράνειας σε λογαριασμούς καταθέσεων ταμιευτηρίου κατά το βαθμό που αυτά υπερβαίνουν τους τόκους και θίγουν το εκάστοτε υπόλοιπο του κεφαλαίου της κατάθεσης", πλην όμως, η εν λόγω διάδικος, κατά τη διατύπωση του ως άνω όρου, ουδεμία τέτοια διάκριση έχει συμπεριλάβει, με αποτέλεσμα την ασάφεια αυτής. Ενόψει αυτών, ο εν λόγω όρος είναι άκυρος και σαν τέτοιος ορθά κρίθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση και τα αντίθετα, που υποστηρίζει με τον έκτο λόγο της έφεσης της η εναγομένη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα". Η αυτούσα παράθεση του περιεχομένου του όρου αυτού στο δικόγραφο της αγωγής και τη παράλληλη διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού, ότι ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, αρκούν για το ορισμένο κατά τούτο της αγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 216§1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως ο πέμπτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με το πρώτο σκέλος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., ότι παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή κατά τούτο ως αόριστη και άρα απαράδεκτη, ελέγχεται ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά την §2 της 234/11-12-2006 αποφάσεως της ΕΤΠΘ/ΤΕ, "Δεν επιτρέπονται έξοδα αδράνειας σε λογαριασμούς καταθέσεων ταμιευτηρίου κατά το βαθμό που αυτά υπερβαίνουν τους τόκους και θίγουν το εκάστοτε υπόλοιπο του κεφαλαίου της κατάθεσης". Στην διάταξη αυτή της αποφάσεως αντιβαίνει ο ερευνώμενος όρος, στον οποίο παραλείπεται να αναφερθεί ότι τα έξοδα ακινησίας του λογαριασμού δεν υπερβαίνουν τους τόκους και κατά συνέπεια δεν θίγουν κατά τούτο το εκάστοτε υπόλοιπο του κεφαλαίου της καταθέσεως, χαρακτηριζόμενος κατά την εν λόγω αναφορά ως ασαφής. Επομένως κατ' ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2§6 του ν. 2251/1994, σε συνδυασμό με την §2 της 234/11-12-2006 αποφάσεως της ΕΤΠΘ/ΤΕ, αξιολόγησε το δικαστήριο της ουσίας τον όρο αυτό ως καταχρηστικό, λόγω της ασάφειάς του, και κατά συνέπεια η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, ελέγχεται ως αβάσιμη και (ζ) "Η εναγομένη επίσης, σχετικά με τις καταθέσεις ταμιευτηρίου, χρησιμοποιεί στο βιβλιάριο καταθέσεων του ακόλουθους ΓΟΣ "... 2. Η Τράπεζα ορίζει και ανακοινώνει τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια και διατηρεί το δικαίωμα να τα διαφοροποιεί ανάλογα με το υπόλοιπο του λογαριασμού". Ο πιο πάνω όρος με αριθμό 2 των βιβλιαρίων κατάθεσης του ταμιευτικού, βάσει του οποίου η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να διαφοροποιεί τα επιτόκια, που ισχύουν κάθε φορά, ανάλογα με το υπόλοιπο του λογαριασμού, επιφυλάσσει στην εναγομένη το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης σχετικά με το ύψος των επιτοκίων, χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, έρχεται σε αντίθεση με τα οριζόμενα στο αρθρ. 2 παρ. 7 περ. ε' του Ν. 2251/1994, εφόσον η εξάρτηση του ύψους των επιτοκίων από το υπόλοιπο του λογαριασμού των καταθετών, εκτός από την αόριστη διατύπωση του, στην οποία δεν αναφέρεται ειδικότερα το συγκεκριμένο ύψος της κατάθεσης που δικαιολογεί την αλλαγή του επιτοκίου ούτε προκύπτει αν υπάρχουν διαβαθμίσεις και ποιες, για την αλλαγή αυτή, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί τέτοια τροποποίηση, πολύ δε περισσότερο εφόσον το ύψος του ποσού, που θα αποτελεί τη βάση για την τροποποίηση του επιτοκίου, μπορεί να καθορισθεί εξαρχής. Με βάση τα παραπάνω, ο ΓΟΣ αυτός είναι καταχρηστικός και σαν τέτοιος είναι άκυρος, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη και τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον συναφή έβδομο λόγο της έφεσης της εναγομένης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα". Με βάση τις παραδοχές (1) ότι τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ρητά διατυπώνεται στην 178/19-7-2004 απόφαση της ΕΤΠΘ/ΤΕ και προκύπτει από την 234/11-12-2006 απόφαση αυτής και τις 1087/1-7-1987 και 1969/8-8-1981 ΠΔΤΕ, (2) ότι η κατάθεση ταμιευτηρίου είναι σύμβαση αόριστης διάρκειας και με την έννοια αυτή δεν μπορεί να αξιωθεί, λόγω της φύσεως αυτής, η διατήρηση αμετάβλητου του επιτοκίου, αλλ' αντιθέτως εύλογα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις υφιστάμενες συνθήκες στο νομισματικό και πιστωτικό τομέα της οικονομίας, (3) ότι εντεύθεν το δικαίωμα μονομερούς τροποποιήσεως της συμβάσεως ως προς το ύψος του επιτοκίου γίνεται για ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο, (4) ότι ο προσδιορισμός του επιτοκίου ανάλογα με το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι δικαιολογημένος και (5) ότι ο αντισυμβαλλόμενος διατηρεί το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως, με περαιτέρω δικαίωμά του επιλογής του περισσότερο συμφέροντος για εκείνον επιτοκίου από τα προσφερόμενα από τα πιστωτικά ιδρύματα, που γνωστοποιούν στο καταναλωτικό κοινό με τις σχετικές ανακοινώσεις του, η αντίθετη περί τούτου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στηρίζεται σε εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2§7 περ. ε' του ν. 2251/1994, την οποία με τον τρόπο αυτό ευθέως παραβίασε, κατά την βάσιμα προβαλλόμενη με τον έκτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
IV. Κατά το άρθρο 10§16 του ν.2251/1994, η Ένωση Καταναλωτών, που έχει τουλάχιστον πεντακόσια (500) μέλη και έχει εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων καταναλωτών πριν από ένα τουλάχιστον έτος, μπορεί να ασκεί, κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικοτέρων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (συλλογική αγωγή) με ενδεικτική αναφορά, πλην άλλων, ότι μπορεί να ζητήσει (περ. β') "Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, ιδίως, την ένταση της προσβολής της έννομης τάξης που συνιστά η παράνομη συμπεριφορά, το μέγεθος της εναγόμενης επιχειρήσεως του προμηθευτή και κυρίως, τον ετήσιο κύκλο των εργασιών της, καθώς και τις ανάγκες της γενικής και της ειδικής πρόληψης". Παρά τον ατυχή χαρακτηρισμό ως χρηματικής ικανοποιήσεως, πρόκειται πράγματι για αστική κύρωση. Τούτο προκύπτει από πλείστες όσες ρυθμίσεις του νόμου και ιδίως από τα κριτήρια που χρησιμοποιεί ο νόμος για τον καθορισμό του ύψους της, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνο του βαθμού της υπαιτιότητας, από τη ρύθμιση του νόμου ότι η χρηματική αυτή ικανοποίηση απαγγέλεται μία μόνο φορά, ως και τον προορισμό των εισπραττομένων χρηματικών ποσών για κοινωφελείς σκοπούς σχετικούς με την προστασία του καταναλωτή. Επιπρόσθετα στο πλαίσιο του ν. 2251/1994 η υπαιτιότητα δεν αποτελεί στοιχείο του πραγματικού ή άλλως προϋπόθεση καταλογισμού της ευθύνης στο πλαίσιο της συλλογικής αγωγής. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις, που αναφέρονται στο νόμο, όπως η διατύπωση καταχρηστικών γενικών όρων των συναλλαγών, δεν περιλαμβάνουν την υπαιτιότητα ως αναγκαίο στοιχείο του καταλογισμού της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη. Η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως της ενώσεως καταναλωτών γεννάται χωρίς ο νόμος να απαιτεί η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου με την έννοια του ψυχικού δεσμού του δράστη σε σχέση με τη διατύπωση των καταχρηστικών ΓΟΣ. Η υποχρέωση καταβολής της χρηματικής ικανοποιήσεως αποσυνδέεται από το πταίσμα. Ως αστική κύρωση, που αποβλέπει στην προστασία των γενικοτέρων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού, με παράλληλη αποκατάσταση της τρωθείσης κοινωνικής ισορροπίας με την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη ηθική και κοινωνική τους ισορροπία, δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 7§1 του Συντάγματος, που αναφέρεται στον ποινικό κολασμό, και εκείνη της κατά το άρθρο 25§1 εδ δ'αυτού αρχή της αναλογικότητας αναφορικά με το στοιχείο της υπαιτιότητας. Επομένως η διατυπούμενη με τον τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 299, 914, 932 ΑΚ, 10§9 ν. 2251/1994 και 7§1, 25§1 εδ δ' του Συντάγματος, συνιστάμενη στο γεγονός ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν αξίωσε για την θεμελίωση της απαιτήσεως χρηματικής ικανοποιήσεως του αναιρεσίβλητου πταίσμα της αναιρεσείουσας, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 10§9 του ν. 2251/1994, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 299, 914, 932 ΑΚ (πρώτο σκέλος), παραλείποντας σε κάθε περίπτωση την εφαρμογή της, ως αντικειμένης στις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 7§1, 25§1 εδ. δ' του Συντάγματος (δεύτερο σκέλος) ελέγχεται ως αβάσιμη.
Β. Πρόσθετο δικόγραφο.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση. Προς θεμελίωση της ενστάσεώς της περί καταχρηστικής ασκήσεως του φερόμενου προς διάγνωση με την αγωγή δικαιώματος του αναιρεσίβλητου η αναιρεσείουσα υποστήριζε με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, " ότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου § 2 παρ. 10 εδ, ε ν. 2251/1994 "η συλλογική αγωγή ασκείται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την τελευταία εκδήλωση της παράνομης συμπεριφοράς που αποτελεί την βάση της" πρέπει να γίνει δεκτό, ότι οι όροι των καταθέσεων ταμιευτηρίου αποτελούν μακροχρόνια πρακτική, που είχε διαμορφωθεί τουλάχιστον από του έτους 1992 νόμιμα και με βάση τη μορφή της σύμβασης. Και ναι μεν λόγω της συνεχιζόμενης πρακτικής και σε περίπτωση που αδόκητα ήθελε κριθεί ότι παρήλθε η αποσβεστική προθεσμία που τάσσει η παραπάνω διάταξη, το γεγονός ότι η ενάγουσα έχει στραφεί κατ' επανάληψη κατά άλλων τραπεζών για διάφορα ζητήματα (ίδε σχετικώς 1219/2001 ΑΠ και 430/2005 ΑΠ) σε συνδυασμό με την μη όχληση της Τράπεζας από τη νυν ενάγουσα ουδέποτε για τους προσβαλλόμενους όρους, ιδίως των καταθετικών λογαριασμών και το γεγονός ιδίως ότι η Τράπεζα υπόκειται στην εποπτεία και τον έλεγχο των αρμοδίων εποπτικών αρχών της Τράπεζας της Ελλάδος και του Υπουργείου Ανάπτυξης, παράλληλα δε ότι εκπαιδεύει κατάλληλα το προσωπικό της για να ενημερώνει το συναλλασσόμενο με την Τράπεζα κοινό, δημιουργούν σε εμένα την Τράπεζα, την εύλογη πεποίθηση για το εύλογο και συμβατό των προσβαλλόμενων όρων με τις διατάξεις του ν. 2251/1994 και συνεπώς το όποιο δικαίωμα του ενάγοντος σωματείου έχει αποδυναμωθεί". Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, με την έννοια ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν συνιστούν, από μόνα τους, υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και το κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, με άμεση δικονομική συνέπεια η διατυπούμενη με τον μοναδικό λόγο του πρόσθετου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως με την απορριπτική επί της εν λόγω ενστάσεως κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, να αξιολογείται ως αβάσιμη. Τα λοιπά πραγματικά περιστατικά, τα οποία επιπροσθέτως επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της αυτής ενστάσεως το πρώτον με την έφεσή της και τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, παραδεκτώς προβλήθηκαν από την τελευταία μόνο υπό την δικονομική της ιδιότητα της εφεσίβλητης, σε αντιδιαστολή με εκείνη της εκκαλούσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ούτε επικαλέσθηκε, ούτε βεβαιώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τούτου κρίση της, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 527, 269§2 Κ.Πολ.Δ., πλην αλυσιτελώς συνδέονται με την ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση, εφόσον η έφεση του αναιρεσίβλητου απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
(ιι) Με στοιχ. (ιι) αίτηση αναιρέσεως.
Κατά τις ενδιαφέρουσες τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως (α) "Στις προαναφερόμενες συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών, η εναγόμενη περιλαμβάνει και τον με αρ. 12 Γ.Ο.Σ., σύμφωνα με τον οποίο "Η πραγματοποίηση συναλλαγών με κάρτα γίνεται με ευθύνη του κατόχου πάντοτε μέσα στο πιστωτικό όριο το οποίο καθορίζεται από την Τράπεζα και γνωστοποιείται στον κάτοχο κατά τη χορήγηση της κάρτας. Σε οποιαδήποτε περίπτωση υπέρβασης του εκάστοτε ισχύοντος πιστωτικού ορίου, ο κάτοχος υποχρεούται να εξοφλήσει ολόκληρο το ποσό της υπέρβασης ... όπως και το εφάπαξ ποσό που προσδιορίζεται στην πρόσθετη πράξη λόγω αυθαίρετης αύξησης του αναλαμβανομένου από την τράπεζα πιστωτικού κινδύνου", στην πρόσθετη δε πράξη που επισυνάπτεται στις εν λόγω συμβάσεις, το ποσοστό αυτό ορίζεται σε 3%, όρος ο οποίος πλήττεται από το ενάγον ως προς το τελευταίο αυτό ποσοστό της εφάπαξ χρέωσης". Αξιολογώντας τον όρο αυτό το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "εφόσον δεν καθορίζει δυσανάλογο υψηλό εφάπαξ ποσοστό χρέωσης, δηλαδή δεν είναι υψηλότερο από το σύνηθες ποσοστό τόκου, δεν είναι καταχρηστικός, αφού η πίστωση με υπέρβαση του καθοριζομένου ανωτάτου ορίου, κατά κανόνα, αποτελεί για την τράπεζα αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο και υψηλότερη δαπάνη. Το συγκεκριμένο ποσοστό ύψους 3% ως εφάπαξ χρέωση επί του ποσού της υπέρβασης, δεν κρίνεται καταχρηστικό και δεν αποτελεί ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Και πράγματι το καθοριζόμενο με τη σύμβαση πιστωτικό όριο συνδέεται άμεσα με τον πιστωτικό κίνδυνο τον οποίο αναλαμβάνει η αναιρεσίβλητη τράπεζα, το ύψος του οποίου εξαρτάται από την πιστοληπτική ικανότητα του συμβαλλόμενου μετ' αυτής καταναλωτή ο οποίος, γνωρίζοντας το όριο της πιστώσεως, ευχερώς μπορεί να ελέγξει την μη υπέρβασή του, προς αποτροπή της οποίας δικαιολογείται ως πρόσφορο προς τούτο μέσο η εφάπαξ χρέωση σε ποσοστό 3% επί του ποσού της υπερβάσεως. Με την έννοια αυτή ο όρος αυτός της συμβάσεως χορηγήσεως πιστωτικής κάρτας δεν αποτελεί ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των δι' αυτής συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καθορισμός της εφάπαξ χρεώσεως σε ποσοστό 3% επί του ποσού της υπερβάσεως κρίνεται δικαιολογημένος, ενόψει του βαθμού της βαρύτητας της συμβατικής παραβιάσεως και των συνεπειών της για την αναιρεσίβλητη τράπεζα. Επομένως η διατυπούμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΑΚ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 2 §§ 6, 7 εδ. λ' του Ν.2251/1994 ελέγχεται ως αβάσιμη. Η κατά τρόπο γενικό και αόριστο παράλληλα προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων (Κ.Πολ.Δ. 559 αρ. 19) αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη. (β) "Περαιτέρω, ο όρος 3, που επίσης είναι αποτυπωμένος στα πιο πάνω βιβλιάρια, επιτρέπει στην εναγομένη να υπολογίζει τους τόκους από την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την κατάθεση μέχρι την προηγούμενη από την ανάληψη". Ο όρος αυτός εκτιμήθηκε ότι δεν είναι καταχρηστικός σε συνέπεια με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι "η τράπεζα ουσιαστικά μπορεί να διαπιστώσει το ύψος των καταθέσεων και ανάλογα να τις εκμεταλλευτεί από την επόμενη ημέρα και σε κάθε περίπτωση δεν προκαλεί καμία ανισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εις βάρος του καταναλωτή, εφόσον με ακρίβεια μπορούν να υπολογισθούν οι τόκοι μόνο μέχρι την προηγούμενη ημέρα από την ανάληψη, όπου υπάρχει πλήρης η εικόνα της κατάθεσης, διαφορετικά θα έπρεπε να υπολογίζονται και οι ώρες ακόμη της κατάθεσης". Οι πλήρεις και σαφείς περί τούτου αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως δικαιολογούν το κατ' ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν.2251/1994 καταληκτικό αυτής συμπέρασμα ότι ο όρος αυτός δεν είναι καταχρηστικός κατά την προδιαληφθείσα έννοια, δοθέντος ότι πρόκειται για συμβατική ρύθμιση επιβαλλομένη εκ των πραγμάτων, ενόψει της δυνατότητας καταθέσεως και αναλήψεως και κατά τις μη εργάσιμες ώρες, με άμεση δικονομική συνέπεια ο τρίτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της εν λόγω διατάξεως να ελέγχεται ομοίως ως αβάσιμος και (γ) "ο ΓΟΣ με αρ. 7, που αναγράφεται στα βιβλιάρια κατάθεσης της εναγομένης και ο οποίος θεμελιώνει ευθύνη της τράπεζας μόνο για δόλο ή για βαριά αμέλεια υπαλλήλου της, σε περίπτωση μη γνήσιας υπογραφής σε δελτία ή σε εντολές πληρωμής, είναι σύμφωνος με τη διάταξη του άρθρου 3 το Ν.Δ. της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" κατά την οποία "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων Εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και εάν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην εάν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλη εν δόλω ή εν μεγάλη αμελεία". Η διάταξη αυτή δεν έχει καταργηθεί, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το ενάγον, από τη διάταξη της παραγράφου 12 του άρθρου 6 του Ν.2251/1994, με την οποία ορίζεται ότι είναι άκυρη κάθε συμφωνία, που περιορίζει ή απαλλάσσει τον παραγωγό από την ευθύνη του ούτε από τη διάταξη της παραγράφου 2 εδ. β' του άρθρου 332 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ.1 του Ν.3043/2002, σύμφωνα με την οποία είναι άκυρη η εκ των προτέρων συμφωνία ότι δεν θα ευθύνεται ο οφειλέτης και για ελαφριά ακόμη αμέλεια, μεταξύ άλλων, και αν η απαλλακτική ρήτρα περιέχεται σε όρο της σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Και τούτο διότι οι διατάξεις αυτές, οι οποίες αναφέρονται με γενικότητα, αντίστοιχα, στην ευθύνη του "παρέχοντος υπηρεσίες" (η πρώτη) και του "οφειλέτη" (η δεύτερη), είναι γενικότερες κατά το περιεχόμενό τους σε σχέση με τη προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ΝΔ της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923, η οποία αφορά την ευθύνη των ανωνύμων εταιριών, ενώ, από το περιεχόμενο των πιο πάνω διατάξεων, δεν προκύπτει ότι αποσκοπούσαν να καταργήσουν την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία παραμένει σε ισχύ". Η νομική κατά τούτο παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως αξιολογείται ως εσφαλμένη, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 ΑΚ ο νόμος διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά. Τούτο συμβαίνει όταν από την έννοια του περιεχομένου προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι ο νεότερος νόμος αποσκοπεί στην κατάργηση του παλαιού γενικού ή ειδικού και μάλιστα με ρύθμιση του ίδιου θέματος κατά τρόπο αντίθετο και ασυμβίβαστο προς αυτή του παλαιού. Έτσι η αρχή της καταργήσεως του προγενέστερου νόμου με νεότερο δεν εφαρμόζεται όταν ο νεότερος νόμος είναι γενικός και ο παλαιός ειδικός, εκτός αν από την έννοια του περιεχομένου του νεότερου νόμου προκύπτει ότι αυτός αποσκοπούσε στην κατάργηση και του ειδικού νόμου. Περαιτέρω, αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης της παρέχουσας υπηρεσίας τράπεζας έναντι του καταναλωτή, πελάτη αυτής, κατά το άρθρο 8 εδ1 του Ν.2251/1994 "ο παρέχων υπηρεσίας ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών", ενώ κατά το εδ3 "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας". Έτσι, αν ο ζημιωθείς αποδείξει την ύπαρξη σφάλματος της τράπεζας, μπορεί να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας του, χωρίς να φέρει άλλο αποδεικτικό βάρος (νόθος αντικειμενική ευθύνη). Αντίθετα, κατά το άρθρο 3 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, που διατηρήθηκε σε ισχύ με την διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 Εισ ΝΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτή, υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμελείαν", κατ' αποκλεισμό της ευθύνης της για ελαφρά αμέλεια, σε αντίθεση με όσα προβλέπει το άρθρο 8 του Ν.2251/1994. Ανακύπτει εντεύθεν ζήτημα αντινομίας μεταξύ των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν.2251/1994, που εισάγουν γενικό κανόνα επαγγελματικής ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες και αυτών του άρθρου 3 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, που αναφέρονται σε ειδικό καθεστώς επαγγελματικής ευθύνης, της ευθύνης των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά την καταβολή σε μη δικαιούχο. Οι δύο κανόνες επομένως συγκρούονται καθώς συνδέουν το ίδιο πραγματικό γεγονός, την παροχή υπηρεσιών, δύο ασυμβίβαστες μεταξύ τους έννομες συνέπειες. Και με την εκδοχή ότι πρόκειται περί συγκρούσεως μεταξύ νεότερου γενικού και παλαιότερου ειδικού νόμου, το γεγονός ότι βασικό χαρακτηριστικό της νέας γενικής ρυθμίσεως της ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες είναι η καθολικότητά της, δικαιολογεί την ορθότητα της νομικής παραδοχής ότι με το άρθρο 8 του Ν.2251/1994 αποσκοπήθηκε και η κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 3 του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923, με συνέπεια την καθιέρωση της νόθου αντικειμενικής ευθύνης της τράπεζας η οποία συνάδει και με το γενικό δίκαιο του Αστικού Κώδικα για την ενδοσυμβατική ευθύνη. Η περί τούτου νομοθετική βούληση επιβεβαιώνεται και από την επελθούσα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.3043/21-8-2002 αντικατάσταση του άρθρου 332 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας (παρ. 2 εδ2 περ. α') άκυρη είναι η απαλλακτική ρήτρα της ευθύνης του οφειλέτη για ελαφρά αμέλεια αν περιέχεται σε όρο της συμβάσεως, που δεν απετέλεσε αντικείμενο αντικειμενικής διαπραγματεύσεως, προς άρση κάθε αμφιβολίας για τη γενικότητα και καθολικότητα της απαγορεύσεως. Ενδεικτική περί τούτου είναι η αναφορά της εισηγητικής εκθέσεως του Ν.3043/2002 ως προς το άρθρο 332 ΑΚ, στην οποία διαλαμβάνεται "αντικαθίσταται το άρθρο 332 ΑΚ - με διεύρυνση των περιπτώσεων απαγορευομένων απαλλακτικών ρητρών από ελαφρά αμέλεια. Προστίθενται δύο ακόμη περιπτώσεις απαγόρευσης, οι οποίες θα μπορούσαν να συναχθούν από ειδικές διατάξεις. Πρόκειται αφενός για την περίπτωση απαλλακτικής ρήτρας που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως αλλά επιβλήθηκε από τον ισχυρότερο συμβαλλόμενο με προδιατυπωμένο όρο. Προς άρση κάθε αμφιβολίας και για λόγους γενίκευσης της εφαρμογής τους οι απαγορεύσεις αυτές θεσπίζονται ρητά". Επομένως, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση την εγκυρότητα του με αρ. 7 ΓΟΣ, κατά το περιεχόμενο του οποίου η αναιρεσίβλητη τράπεζα ευθύνεται μόνο για δόλο ή βαρεία αμέλεια σε περίπτωση καταβολής σε μη δικαιούχο, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή της ότι η απαλλακτική αυτή ρήτρα είναι σύμφωνη με την διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά το Ν.2251/1994, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων. Συνακόλουθα αυτών πρέπει κατά παραδοχή Ι. του δευτέρου, τρίτου κατά το πρώτο σκέλος αυτού, τέταρτου και έκτου λόγου της με στοιχ. (ι) αιτήσεως αναιρέσεως και ΙΙ. Του δευτέρου λόγου της με στοιχ. (ιι) αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτών απόφαση, κατά τα χαρακτηριζόμενα στο σκεπτικό της παρούσης Ι με στοιχ (ι) Α(α) ββ(δ), (ε) ββ, (ζ) και ΙΙ. Με στοιχ. (ιι) γ κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως και το συνδεόμενο με αυτή κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω κατά τούτο εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ 580 παρ. 3). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων κατανεμόμενα κατά τον λόγο της κατ' ίσο μέρος εν μέρει νίκη και ήττας εκάστου τούτων, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους (Κ.Πολ.Δ 183, 178 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Συνεκδικάζει τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. (ι) 924/10-7-2008 και (ιι) 1148/26-9-2008 αιτήσεις, με τον με ιδιαίτερο, 155/2-9-2009, δικόγραφο πρόσθετο λόγο της με στοιχ (ι) αιτήσεως, για αναίρεση της 3499/19-6-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΙΙ. Αναιρεί την 3499/19-6-2008απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα χαρακτηριζόμενα στο σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. (ι) Α(α) ββ, (δ), (ε)ββ, ζ και (ιι) γ κεφάλαια της αναιρούμενης αποφάσεως ως και εκείνο περί χρηματικής ικανοποιήσεως.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω κατά τούτο εκδίκαση της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
ΙΙΙ. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2010 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταχρηστικοί όροι στις συμβάσεις καταναλωτών με τις τράπεζες κατ΄ αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως ενώσεων καταναλωτών.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 653/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Καλογήρου, περί αναιρέσεως της 776/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ-ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ...", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρό του ... και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1875/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983, αγοραστής γεωργικών προϊόντων (όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 992/1979) για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγής ή συνεταιρισμού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται και αυτεπαγγέλτως. Στο άρθρο 3 του ιδίου ν.δ. ορίζεται ότι κατά την έννοια του παρόντος, πωλητές αγρότες είναι και οι γεωργικοί συνεταιρισμοί που πωλούν τα γεωργικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα των μελών τους, δεν είναι όμως αυτοί αγοραστές για τις συναλλαγές με τα μέλη τους προς το σκοπό διαθέσεως της παραγωγής αυτών. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο γεωργικός συνεταιρισμός, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και έχει εμπορική ιδιότητα, είναι πωλητές, όταν προβαίνει ατομικά, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, στην αγορά της παραγωγής των μελών του προς περαιτέρω μεταπώληση για δικό του όφελος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 340 του ΑΚ, ο οφειλέτης ληξηπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη έκκληση του δανειστή, εκτός αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ορισμένη δήλη η μέρα, οπότε ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής (ΑΠ 1397/2005). Επομένως στην περίπτωση που ο συνεταιρισμός έχει αγοράσεις τα προϊόντα των μελών του και στη συνέχεια τα έχει διαθέσει σε τρίτο, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, τότε πωλητής των προϊόντων αυτών στον τρίτο και δικαιούχος του τιμήματος είναι ο εν λόγω συνεταιρισμός, ο οποίος και μόνο δικαιούται να παραστεί στην ποινική δίκη ως πολιτικώς ενάγων με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων (άρθρα 63 και 83 επ. του ΚΠΔ, 914 και 932 ΑΚ) με κατηγορούμενο τον αγοραστή και υπερήμερο στην καταβολή του τιμήματος των αγροτικών προϊόντων. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 776/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η εδρεύουσα στην ..., ΑΕ με την επωνυμία "ΣΠΥΡΟΣ Θ. ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΗΣ ΑΒΕΕ", πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο εν προκειμένω κατηγορούμενος Χ αγόρασε και παρέλαβε με σκοπό την μεταπώληση και την μεταποίηση από τον εδρεύοντα στους ... αγροτικό - κτηνοτροφικό Συνεταιρισμό ..., μέλη του οποίου είναι κτηνοτρόφοι της περιοχής ..., κατά την γαλακτοκομική περίοδο Δεκεμβρίου 2000 - Ιουλίου 2001 γάλα, παραγωγής των ποιμνίων των μελών του, μεταξύ των οποίων και των ως άνω μαρτύρων του πολιτικώς ενάγοντος Ζ, ..., ... και ..., έναντι του συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος των 134.000.000 δραχμών ή 392.250 ευρώ. Το τίμημα τούτο δυνάμει του από 22-1-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού διακανονισμού και επιβεβαιώσεως χρηματικού χρέους, που υπεγράφη αφενός μεν από τον κατηγορούμενο Χ και την ρηθείσα ιδιότητά του και αφετέρου της τον νόμιμο εκπρόσωπο του ανωτέρω συνεταιρισμού Ζ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 23 μηνιαίες δόσεις ποσόν 6.000.000 δραχμών ή 17.607,22 ευρώ εκάστη, πλην της τελευταίας δόσεως, το ποσό της οποίας συμφωνήθηκε σε 2.000.000 δραχμές ή 5.869,41 ευρώ. Ως χρόνος καταβολής εκάστης δόσεως ορίστηκε η τελευταία ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα, αρχής γενομένης από της 31-1-02 και με τον όρο ότι σε καθυστέρηση καταβολής έστω και μιας δόσεως, η αγοράστρια εταιρία, υποχρεούται να καταβάλει στον πιο πάνω συνεταιρισμό το υπόλοιπο του υφισταμένου χρέους εφάπαξ. Πλην όμως η εν λόγω εταιρεία προέβη δια του κατηγορουμένου τούτου στην καταβολή τεσσάρων (4) μόνο δόσεων εκ του τιμήματος αυτού κατά τις 7-2-2002, 3-4-2002, 18-4-2002 και 24-5-2002 συνολικού ποσού 58.216,42 ευρώ και πέραν τούτου ουδέν ποσόν κατέβαλε, μη τηρηθέντων έτσι των με το ανωτέρω συμφωνητικό συμφωνηθέντων όρων, με συνέπεια από της 1-7-2002, επομένης της ημερομηνίας καθών καθυστέρησε την πέμπτη δόση (30-6-2002), να καταστεί αυτή και να εξακολουθεί ν είναι υπερήμερος οφειλέτης του υπολοίπου οφειλομένου ποσού των 335.033,76 ευρώ. Μάλιστα ένεκα τούτου ο ανωτέρω πωλητής συνεταιρισμός ζήτησε και επέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 43/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, αντίγραφο εξ απογράφου προς εκτέλεση της οποίας επέδωσε στην αγοράστρια εταιρία στις 27-12-2002 και 7-22003, δια της οποίας υπεχρεούτο η αγοράστρια αυτή εταιρεία να καταβάλει στον εγκαλούντα αγροτικό - κτηνοτροφικό συνεταιρισμό το ως άνω υπόλοιπο του οφειλομένου τιμήματος εκ 335.033,76 ευρώ. Παρά και τούτο όμως η εν λόγω αγοράστρια, παρότι κατά τον ανωτέρω χρόνο της επελεύσεως της υπερημερίας της είχε τη δυνατότητα, όπως τούτο αποδεικνύεται από το υπό του μάρτυρος υπερασπίσεως και μετόχου της (αγοράστριας) Χ κατατεθέντος, ότι κατά το "έτος 2002 δουλεύαμε το 2004 όχι", συναγομένου εκ τούτου ότι είχε την τοιαύτη ικανότητα, ουδέν ποσόν εκ του οφειλομένου κατά τα εκτεθέντα τιμήματος έκτοτε κατέβαλε δια του κατηγορουμένου αυτού, εξακολουθούσα να είναι υπερήμερος οφειλέτης του".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της υπερημερίας καταβολής τιμήματος γεωργικών προϊόντων και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την ποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 1, 2 και 3 του ν.δ. 3454/1955 όπως το άρθρο αντικαταστάθηκε με άρθρο 8 του ν. 1409/1983 σε συνδ. με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 992/1979. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω μη αναφοράς της συνολικής ποσότητας γάλακτος που πουλήθηκε στην απ' αυτό εκπροσωπούμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΠΥΡΟΣ Θ. ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΗΣ ΑΒΕΕ" και του είδους το γάλακτος (πρόβειου ή αιγοπρόβειου) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού στο σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, σαφέστατα αναφέρονται όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία για το αποδοθέν στον αναιρεσείοντα έγκλημα, ήτοι το υπόλοιπο του οφειλομένου τιμήματος πωλήσεως γάλακτος παραγωγής των ποιμνίων των μελών του πολιτικώς ενάγοντος συνεταιρισμού, η δήλη ημέρα καταβολής αυτού, ενόψει και του από 22-1-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού διακανονισμού και επιβεβαίωσης χρηματικού χρέους, δεν είχε υπογραφεί μεταξύ του αναιρεσείοντος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της αγοράστριας ανώνυμης εταιρίας και του Ζ, νομίμου εκπροσώπου του πωλητή αγροτικού συνεταιρισμού και η περιέλευση της αγοράστριας εταιρίας σε υπερημερία από την 1-7-2002 λόγω μη καταβολής του υπολοίπου εκ 335.033,76 ευρώ τιμήματος της εν λόγω αγοραπωλησίας.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι ης κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με το να δεχθεί το δικαστήριο της ουσίας (τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και δευτεροβάθμιο) ως πωλητή και εντεύθεν πολιτικώς ενάγοντα τον Αγροτικό - Κτηνοτροφικό Συνεταιρισμό ..., νομίμως εκπροσωπούμενου από τον εκάστοτε Πρόεδρο του Δ.Σ. αυτού, και όχι τα μέλη του (αγρότες - κτηνοτρόφους), 2) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 3) της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 776/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπερημερία καταβολής τιμήματος αγροτικών προϊόντων. Ποιος είναι πωλητής και εντεύθεν έχει δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο όταν τα αγροτικά προϊόντα των μελών συνεταιρισμού πωλούνται σε τρίτον από το συνεταιρισμό (αγροτικό - κτηνοτροφικό) για λογαριασμό του. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (παράσταση πολιτικής αγωγής από μη δικαιούμενο πρόσωπο), για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. απόρριψη ως αβασίμων των λόγων αυτών και αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Καθυστέρηση τιμήματος αγροτικών προϊόντων.
| 0
|
Αριθμός 653/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Αρβανίτη και Γεώργιο Στρούζα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε - SIEMENS A.G - VINCI CONSTRUCTION GRANDS PROJETS", που εδρεύει στη .... και εκπροσωπείται νόμιμα και των εταιρειών μελών της : 1."ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα 2.SIEMENS AKTIENGESELLSCHAFT", που εδρεύει στο ... και το ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. "VINCI CONSTRUCTION GRANDS PROJETS" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Απαντες οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ναταλία Χασαποδήμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουνίου 2007 προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1943/2008 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 12 παρ.1, 2, 3, 4, 7 και 8 του ν, 1418/1984, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους, η παρ. 1 με το άρθρο 3 του ν.2940/2001 και 15 του ν.3212/2003, η παρ.3 με το άρθρο 3 παρ.1 του ν.2229/1994 και η παρ. 8 με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 2229/1994, "1. Κατά των πράξεων ή παραλείψεων της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του αναδόχου, χωρεί ένσταση. Η ένσταση ασκείται με κατάθεση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δεκαπέντε ημερών, από την κοινοποίηση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης, εκτός αν σε ειδικές περιπτώσεις ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν ή τα προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με εξουσιοδότησή του.". 2. Η ένσταση απευθύνεται στην προϊσταμένη αρχή εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να εκδώσει την απόφασή της μέσα σε δύο μήνες από την κατάθεση της ένστασης. 3. Αν η ένσταση απορριφθεί στο σύνολό της ή μερικώς ή αν παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ο ανάδοχος μπορεί να ασκήσει αίτηση θεραπείας σε ανατρεπτική προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης ή από την άπρακτη πάροδο του διμήνου. Η έκδοση ή κοινοποίηση απόφασης επί της ενστάσεως μετά την πάροδο του διμήνου δεν μεταθέτει την έναρξη της ανωτέρω προθεσμίας για την άσκηση αίτησης θεραπείας. 4. Αίτηση θεραπείας ασκείται επίσης και κατά αποφάσεων ή πράξεων της προϊσταμένης αρχής ή του κυρίου του έργου εφόσον με τις αποφάσεις ή πράξεις αυτές δημιουργείται για πρώτη φορά διαφωνία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν απαιτείται να προηγηθεί ένσταση και η τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία για την άσκηση της αίτησης θεραπείας αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης ή της πράξης στον ανάδοχο. Η αίτηση θεραπείας απευθύνεται στον Υπουργό Δημοσίων Έργων (εκτός από τις αιτήσεις θεραπείας του αναδόχου που ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου. 12 του Ν, 1418/1984, για τις οποίες κατά το άρθρο 6 του πδ 413/1981 αποφασίζει ο Υπουργός Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας μετά από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου της Εταιρείας)..... 7. Σε κάθε αίτηση θεραπείας αποφασίζει ο Υπουργός Δημοσίων 'Εργων ύστερα από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την επίδοση της αίτησης θεραπείας. 8. Αν η αίτηση θεραπείας απορριφθεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων 'Εργων ή αν ο Υπουργός δεν εκδώσει και κοινοποιήσει την απόφασή του μέσα στην τρίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούται αυτός που υπέβαλε την αίτηση θεραπείας να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του επόμενου άρθρου, Η κοινοποίηση της απόφασης γίνεται μέσα στην ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία...". Κατά δε το άρθρο 13 παρ. 1, 3 και 6 του ίδιου ν.1418/1984, όπως οι παρ. 1 και 3 τροποποιήθηκαν από τό άρθρο 4 παρ.3α του ν.3481/2006, "1.Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. Η κατά τον Kώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου. 2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο, 3. Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη, Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου. Εάν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο ή περισσότερων εφετείων, η αίτηση για τον καθορισμό του αρμόδιου εφετείου, σύμφωνα με την παράγραφο 2, υποβάλλεται μέσα στην ίδια δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία. Στην περίπτωση αυτή ή δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία για άσκηση προσφυγής αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης του Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου. Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης. 6. Η αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμός 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας...". Από τις ανωτέρω διατάξεις, από τις οποίες οι ρυθμίζουσες την ακολουθητέα προδικασία διατάξεις των άρθρων 12 και 13 παρ. 1, 3 του ν. 1418/1984 παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου" είναι και ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή ιδιωτικού δικαιώματος (ΑΠ 1432/2007, 873/1992, βλ. όμως και ΑΠ 14/2005), συνάγεται ότι ενώπιον του Εφετείου φέρεται η προκαλούμενη διαφορά από πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας εκτελούμενου δημόσιου έργου και της Προϊσταμένης Αρχής, που προσβάλλει έννομο συμφέρον του αναδόχου, με προσφυγή του τελευταίου, αφού προηγουμένως τηρηθεί η διαγραφόμενη στο νόμο διοικητική διαδικασία, δηλαδή, αφού ασκηθούν επί ποινή απαραδέκτου, τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές δύο επάλληλα ενδικοφανή μέσα της ενστάσεως και της αιτήσεως θεραπείας, ενώ δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στα επόμενα ενδικοφανή μέσα ή στην προσφυγή αιτήματα διαφορετικά ή περισσότερα από εκείνα που περιελήφθησαν στα προηγούμενα ενδικοφανή μέσα και τα οποία το αρμόδιο να αποφανθεί επ' αυτών όργανο απέρριψε είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης σχετικής προθεσμίας.
Συνεπώς, αιτήματα τα οποία δεν περιελήφθησαν σε προηγηθέν ενδικοφανές μέσο ή υποβλήθηκαν αόριστα και τα οποία προβάλλονται το πρώτον σε επόμενο ενδικοφανές μέσο ή με την προσφυγή, είναι απορριπτέα λόγω ελλείψεως προδικασίας. Επίσης σε περίπτωση που η διευθύνουσα το έργο υπηρεσία εκδώσει διαδοχικές πράξεις με το αυτό αντικείμενο,.βλαπτικές των συμφερόντων του αναδόχου, κατά της προγενέστερης δε βλαπτικής πράξεως ο ανάδοχος δεν άσκησε εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς τα νόμιμα ενδικοφανή μέσα και τελικώς προσφυγή ενώπιον του Εφετείου, απαραδέκτως στρέφεται κατά της μεταγενέστερης πράξης της διευθύνουσας υπηρεσίας με τα προβλεπόμενα ενδικοφανή μέσα και στη συνέχεια με προσφυγή, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη πράξη, ως επιβεβαιωτική της προηγουμένης, στερείται εκτελεστικού χαρακτήρα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη απαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δε μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. Α.Π. 24/1992). Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον είναι δυνατό να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου σε αυτή προσόντα διατακτικού, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής της απόφασης, κατά την εσφαλμένη μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 525/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ν.1418/1984, διότι εσφαλμένως απέρριψε την από εκτελούμενο δημόσιο έργο προσφυγή της αναιρεσίβλητης ως αόριστη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές ενδικοφανούς διοικητικής διαδικασίας, δημιουργώντας δυσμενές σε βάρος της αναιρεσείουσας δεδικασμένο με τη διατήρηση ενεργού της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης παρά την απόρριψη της προσφυγής της. Ειδικότερα προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, με την από 7.3.2006 έγγραφη σύμβαση ανέθεσε στην αναιρεσίβλητη κοινοπραξία την εκτέλεση του έργου με τίτλο "Επέκταση της Γραμμής 2 - Τμήμα ..." του υπογείου σιδηροδρόμου (μετρό) των Αθηνών, αλλά μετά την υπογραφή της συμβάσεως η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν ενέκρινε την πρόταση της αναιρεσίβλητης ως προς τη Μελέτη Προσωρινής Αντιστήριξης για το Σταθμό "Ελληνικό", ως μη πληρούσα τις συμβατικές απαιτήσεις, ενέκρινε απλώς την έναρξη της κατασκευής των πασσάλων για λόγους επιτάχυνσης των εργασιών με την από 14.9.2006 επιστολή προς την αναιρεσίβλητη και η τελευταία με την από 27.9.2006 ένστασή της ζήτησε: α) να ακυρωθεί η από 14.9.2006 πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας κατά το μέρος που αφορούσε τις οριζόμενες ελάχιστες διαστάσεις, διάταξη και βάθος έμπηξης πασσάλων, με βάση το Σταθμό "... και την υποβολή επικαιροποιημένου σχεδίου ως προς αυτά τα στοιχεία και β) να διαταχθεί η Διευθύνουσα Υπηρεσία να εγκρίνει την από 17.7.2006 μελέτη αυτής (αναιρεσίβλητης), ενώ μετά την απόρριψη της ενστάσεώς της με την 977/15.11.2006 απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής υπέβαλε κατ' αυτής της αποφάσεως την από 14.2.2007 αίτηση θεραπείας, με την οποία ζήτησε: α) να ανακληθεί η αμέσως προηγούμενη απόφαση, β) να διαταχθεί η Διευθύνουσα Υπηρεσία να εγκρίνει τη για το εκτελούμενο έργο μελέτη της αναιρεσίβλητης και να καταβληθούν στην ανάδοχο τα ποσά των 222.786 και 63.388 ευρώ για αναίτιες πρόσθετες εργασίες και επανασύνταξη μελετών, με αναγνώριση πρόσθετου χρόνου 92 ημερών και τέλος μετά την τρίμηνη σιωπή του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ υπέβαλε την ένδικη, δεύτερη κατά σειρά προσφυγή της, με ανάλογα προς την αίτηση θεραπείας αιτήματα, τα οποία ήταν διαφορετικά από εκείνα της ενστάσεως, δημιουργώντας απαράδεκτο της προσφυγής για έλλειψη προδικασίας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η από 21.6.2007 προσφυγή της αναιρεσίβλητης, με αιτήματα: "1. να αναγνωρισθεί ότι: α) η με αριθμό CON - 06/003 - ΑΜ- 209/14-9-2006 πράξη - επιστολή της Διευθύνουσας Υπηρεσίας καθ' ο μέρος απέρριψε τα αιτήματα εκείνης, β) η με αριθμ. ΠΑ 977/15-11-2006 απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ καθ' ο μέρος απέρριψε τα αιτήματα εκείνης και γ) η σιωπηρή απόρριψη (λόγω παρέλευσης τριμήνου) του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ της από 12-2-2007 αιτήσεως θεραπείας κατά της ΠΑ 977/15.11.2006 αποφάσεως της προϊσταμένης Αρχής είναι μη νόμιμες, δ) η (προσφεύγουσα) κοινοπραξία κλήθηκε, από την αντίδικο ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, εκτός συμβατικής υποχρεώσεως να συντάξει πρόσθετες μελέτες αξίας 63.388,37 ευρώ και να εκτελέσει εργασίες με επί πλέον δαπάνη 222.786,42 ευρώ (πλέον αναθεώρηση, πλέον ΦΠΑ), ε) απαιτείται πρόσθετος χρόνος των εργασιών αυτών ενενήντα δύο (92) ημερών και 2) να υποχρεωθεί δικαστικά η καθ' ης να προβεί στις προβλεπόμενες από τη σύμβαση και το νόμο ενέργειες, ώστε να αναγνωριστεί και χορηγηθεί η παραπάνω αποζημίωση νομιμότοκα", το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα για το παραδεκτό της προσφυγής αυτής πριν καταλήξει στην απόρριψή της ως αόριστη : "Από την αντιπαραβολή των προσκομιζόμενων σε αντίγραφα και επικαλουμένων α) από 27-9-2006 ένστασης των προσφευγουσών, β) υπ' αριθμό CON - 06/003 - AM - 009/14-9-2006 προσβαλλόμενης πράξεως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας του επίδικου έργου, γ) από 12-2-2007 ένδικης αιτήσεως θεραπείας και δ) υπό κρίση προσφυγής, προκύπτει ότι τα αιτήματα των προαναφερομένων ενδικοφανών μέσων και της υπό κρίση προσφυγής είναι κατά βάση ταυτόσημα και όχι νέα και μη περιλαμβανόμενα στα προηγούμενα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η καθής, της οποίας οι αντίθετοι, σχετικοί και στηριζόμενοι στις παραπάνω διατάξεις περί ελλείψεως προδικασίας και απαραδέκτου ισχυρισμοί, κρίνονται απορριπτέοι". Έτσι, όμως, όπως, έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1-4, 7, 8 και 13 παρ. 1, 3 του ν.1418/1984, καθ' όσον προκειμένου να κρίνει την ύπαρξη (νομική ισχύ) του προβαλλόμενου με το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης (προσφυγή) δικαιώματος των προσφευγουσών - αναιρεσιβλήτων, μετά από εξέταση των αποδεικτικών εγγράφων, των σχετικών με την τήρηση της αναγκαίας προδικασίας και μετά από συσχετισμό τους με το περιεχόμενο της προσφυγής, με το οποίο έπρεπε αυτά να ταυτίζονται, αφενός μεν δέχθηκε ότι για το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής αρκεί, κατά τις άνω διατάξεις, τα αιτήματα των ενδικοφανών μέσων και της προσφυγής να είναι "κατά βάση ταυτόσημα", ενώ κατά τις εν λόγω διατάξεις πρέπει να είναι τα ίδια (ταυτόσημα), αφετέρου δε διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων. Διότι, αντί της απαιτούμενης με τις διατάξεις αυτές ταυτότητας αιτημάτων ενδικοφανών μέσων προδικασίας και κρινόμενης προσφυγής, ως αναγκαίας προϋποθέσεως για την ύπαρξη του υποβαλλόμενου σε δικαστική διάγνωση δικαιώματος, περιλαμβάνεται στις παραδοχές του Εφετείου η με σημαντικό βαθμό απροσδιοριστίας φραστική διατύπωση "κατά βάση ταυτόσημα" (αιτήματα προσφυγής, αιτήσεως θεραπείας και ενστάσεως, χωρίς να αφήνεται να εννοηθεί σε τί συνίστανται, έστω και κατά τα γενικά χαρακτηριστικά τους, οι διαφοροποιήσεις των αιτημάτων της προσφυγής και των ενδικοφανών μέσων προδικασίας, ενώ και από την εκτίμηση του περιεχομένου της προσφυγής καθεαυτής στη συνέχεια καταλήγει στην περί αοριστίας αυτής κρίση του, χωρίς να προκύπτει μάλιστα αν η ίδια αοριστία συνοδεύει και τα ενδικοφανή μέσα προδικασίας και σε καταφατική περίπτωση, αν ασκούσε επιρροή στο δικαίωμα των προσφευγουσών. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Εξάλλου,, εφόσον προϋπόθεση της υπάρξεως (και μη απώλειας) του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή δικαιώματος των προσφευγουσών - αναιρεσιβλήτων αποτελούσε η και λογικώς προηγούμενη κρίση του Εφετείου για την ταυτότητα αιτημάτων προσφυγής και ενδικοφανών μέσων προδικασίας, που διατυπώθηκε πλημμελώς, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση σε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η στη συνέχεια απόρριψη της προσφυγής ως αόριστης, με την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι υπήρχε το προβαλλόμενο δικαίωμα, δημιουργεί δυσμενές σε βάρος της αναιρεσείουσας δεδικασμένο και υφίσταται γι' αυτό έννομο συμφέρον της για την ανατροπή αυτού του δεδικασμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1943/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρθρα 12,13 ν. 418/1984: Προδικασία για την άσκηση προσφυγής στο Εφετείο από την εκτέλεση δημοσίου έργου.Ταυτότητα αιτημάτων στην ένσταση αίτηση θεραπείας και προσφυγή στο Εφετείο. Η φράση ότι είναι κατά βάση ταυτόσημα τα εν λόγω αιτήματα έχει σημαντικό βαθμό απροσδιοριστίας όταν δεν προκύπτει αν είναι ουσιώδεις ή επουσιώδεις οι διαφοροποιήσεις. Παραβίαση εκ πλαγίου ως άνω διατάξεων που είναι ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρησή τους συνεπάγεται απώλεια του αξιου δικαστικής προστασίας δικαιώματος προσφυγής. Δικαίωμα αναίρεσης και μη νικήσαντος διαδίκου άν βλάπτεται από τις εσφαλμένες αιτιολογίες.
| null | null | 0
|
Αριθμός 654/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αλεξανδρή, 2) ... και 3) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πρόκο, περί αναιρέσεως της 8532/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24.4.2009 και 15.4.2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 742/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ' αριθ. 8532/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 8.4.2009, όπως προκύπτει από την επ' αυτής σχετική σημείωση, οι κατηγορούμενοι άσκησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες ζητούν την αναίρεση της. Ειδικότερα, ο πρώτος αναιρεσείων άσκησε την από 27.4.2009 αίτησή του με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων κατέθεσαν, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Παναγιώτη Πρόκου, τις από 15.4.2009 αιτήσεις αναιρέσεως στον Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ' αριθ. 27 και 28/2009 εκθέσεις του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, και οι τρείς (3) κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά την ισχύουσα παρ. 1 του άρθρου 36 (μετά την κατάργηση της παρ. 2 του ιδίου άρθρου) του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946), για κάθε παράβαση των διατάξεων του διατάγματος αυτού και των "εις εκτέλεση αυτού διατάξεων" που γίνεται στα ξενοδοχεία φαγητού και ύπνου, τα εστιατόρια κάθε είδους και στα εκεί αναφερόμενα λοιπά καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών καταστημάτων, εργοστασίων, εργαστηρίων κλπ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 4 του ίδιου ως άνω ν.δ., πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 3668/2008, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τιμωρούνται "όποιος πωλεί ή κατέχει προς πώληση ή διανέμει για κατανάλωση τρόφιμα αποσυντεθειμένα ή εκ τεθνεώτων ή νοσούντων ζώων ή εν γένει τρόφιμα και ποτά παντός είδους οπωσδήποτε επικίνδυνα στη δημόσια υγεία". Ενόψει αυτών, για να έχει η καταδικαστική, για παράβαση του ανωτέρω άρθρου 32 παρ. 4 του Αγορανομικού Κώδικα απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται, εκτός άλλων, να αναφέρεται σ' αυτήν ότι οι κατηγορούμενοι, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, είχαν μία από τις τρεις προαναφερθείσες ιδιότητες, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και προσδίδουν σ' αυτούς μία από τις ιδιότητες αυτές.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 8532/2009, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους τρεις αναιρεσείοντες για παράβαση του άρθρου 32 παρ. 4 του ν.δ. 136/1946 για το ότι "Οι κατηγορούμενοι είναι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Χ. ΚΑΤΣΕΛΗ ΑΒΕΕ", η οποία ασχολείται με την παραγωγή και τη διάθεση προϊόντων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής. Στις 22.4.2005, ο μηνυτής Μ1 αγόρασε από το Super Market "..." επί της ..., συσκευασμένες μηλόπιττες, τις οποίες είχε διαθέσει σ' αυτό η ως άνω εταιρεία. Σε μία από τις ως άνω μηλόπιττες ο εγκαλών βρήκε ένα μεταλλικό σύρμα, μήκους 6 cm και πάχους 2 mm, η ύπαρξη του οποίου καθιστούσε το συγκεκριμένο τρόφιμο επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται δια των συνηγόρων τους ότι τις εν λόγω μηλόπιττες δεν παρασκεύαζε η εταιρεία τους, αλλά η ετερόρρυθμη εταιρεία "... ΕΕ". Ο ισχυρισμός αυτός των κατηγορουμένων δεν αποδείχθηκε, αφού στην συσκευασία της επίμαχης μηλόπιττας, που προσκομίστηκε από τον μηνυτή, δεν αναφέρεται η τελευταία αυτή εταιρεία ως παραγωγός του προϊόντος. Σε κάθε όμως περίπτωση, και αν ακόμη η "ΥΙΟΙ Χ. ΚΑΤΣΕΛΗ ΑΒΕΕ" δεν ήταν η παραγωγός αυτών των προϊόντων, ήταν υπεύθυνη για τον έλεγχο της ποιότητάς τους πριν από τη διάθεσή τους στην κατανάλωση, έλεγχος ο οποίος δεν διενεργήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Με την παράλειψή τους όμως να ελέγξουν την καταλληλότητα του προϊόντος, οι κατηγορούμενοι, με την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, γνώριζαν ότι ενδέχεται να διοχετευθούν στην κατανάλωση τρόφιμα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία και τα αποδέχθηκαν. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό". Στο διατακτικό δε, αναφέρεται "κηρύσσει αυτούς ενόχους του ότι στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2005, τυγχάνοντες νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Χ. ΚΑΤΣΕΛΗ ΑΒΕΕ" με πρόθεση επώλησαν τρόφιμα οπωσδήποτε επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία και ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι σε συσκευασμένες μηλόπιττες τύπου "Μηλόπιττα - Apple pie", που είχαν διαθέσει προς κατανάλωση στο σούπερ μάρκετ "..." επί της οδού ..., ο εγκαλών Μ1 βρήκε μέσα σε μηλόπιττα, που αγόρασε, ένα μεταλλικό σύρμα μήκους 6 cm και πάχους 2 mm, με συνέπεια να δημιουργηθεί επικίνδυνη κατάσταση και σοβαρός κίνδυνος βλάβης της υγείας του ανωτέρω εγκαλούντα και της οικογενείας αυτού και εν γένει για την δημόσια υγεία". Όμως, ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνουν παραδεκτά την αιτιολογία της, αναφέρεται αν οι αναιρεσείοντες, κατά τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως της πράξεως, είχαν μία από τις τρεις προαναφερθείσες ιδιότητες, δηλαδή του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντή ή του επόπτη αυτής (της ανώνυμης εταιρείας που διέθετε στην κατανάλωση ακατάλληλα για βρώση τρόφιμα), ενώ μόνη η αναφερομένη τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης ιδιότητά τους ως νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, χωρίς να προσδιορίζεται πώς προκύπτει η τοιαύτη εκπροσώπηση απ' αυτούς της ανώνυμης εταιρείας, που κατ' αρχήν ανήκει στο διοικητικό συμβούλιό της συλλογικά (άρθρα 18 και 22 του ν. 2190/1920), δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη τους για την ως άνω αγορανομική παράβαση. Επομένως, είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι των τριών κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Πρέπει, μετά ταύτα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 8532/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που την δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορανομική παράβαση (άρθρο 32 § 4 του ν.δ. 136/1946). Έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως καταδικαστικής απόφασης, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι νόμιμοι εκπρόσωποι ανωνύμου εταιρείας που διέθεσε στην κατανάλωση ακατάλληλα προς βρώση τρόφιμα, χωρίς την ύπαρξη στα πρόσωπά τους κάποιας άλλης ιδιότητας που ορίζεται στο άρθρο 36 § 1 του αγορανομικού κώδικα και χωρίς διασάφηση πως αυτοί εκπροσωπούσαν νόμιμα την ανώνυμη εταιρεία. Αναίρεση απόφασης και παραπομπή υπόθεσης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
Αριθμός 654/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο
Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγλαϊα Μυλωνοπούλου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Γκέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαΐου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 128/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8 Οκτωβρίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 34, 61, 741 του ΑΚ, 2 του διατάγματος της 2/14.5.1835 "περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων", 20, 23, 42, 47, 50, 680 του ΕμπΝ και 62 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η κοινοπραξία, η οποία είναι μη προβλεπόμενη από το νόμο, αλλά γνωστή στη συναλλακτική πρακτική ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων για την ανάπτυξη εμπορικής δραστηριότητας, εφόσον δεν έχει υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 του ΕμπΝ, δεν αποκτά νομική προσωπικότητα και γι' αυτό δεν μπορεί να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αλλά έχει μόνον τη δικονομικού χαρακτήρα ικανότητα να ενάγει ή ενάγεται, υποκείμενα δε της ουσιαστικής έννομης σχέσης είναι τα μέλη της κοινοπραξίας (Ολ. ΑΠ 22/1998, Ολ. ΣτΕ 1934/1998). Εάν η κοινοπραξία εμφανίζεται στις συναλλαγές της ως ομόρρυθμη εταιρεία "εν τοις πράγμασι", δημιουργείται εις ολόκληρον ευθύνη των εμφανών εταίρων έναντι των τρίτων (άρθρο 22 του Ε.Ν.) και εφαρμόζεται αναλογικά το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρείας ως προς την διαχείριση της κοινοπραξίας, την ευθύνη των μελών της, τη λύση και την εκκαθάρισή της. Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 766 εδ. 1, 767 παρ. 2, 776 επ. του ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται και στις ομόρρυθμες εταιρείες (άρθρα 18-20 Ε.Ν.), συνάγεται ότι η εταιρεία ορισμένου χρόνου λύεται και προ της παρελεύσεώς του με καταγγελία κάποιου από τους εταίρους, δηλαδή μονομερή, απευθυντέα, διαπλαστικού χαρακτήρα δικαιοπραξία, που επιφέρει άνευ ετέρου τη λύση της εταιρείας. Aν όμως δεν συντρέχει ο προαπαιτούμενος σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της εταιρείας και συντελέσθηκε αυτή ακαίρως, υποχρεούται ο εταίρος, που κατήγγειλε ακαίρως και χωρίς σπουδαίο λόγο την εταιρεία, σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων, εκτός αν αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας του. Σπουδαίος λόγος πρόωρης λύσης της εταιρείας νοείται, κατά κύριο λόγο, η ουσιώδης παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και γεγονότα, εξαιτίας των οποίων, ενόψει και των ιδιαίτερων συνθηκών, δεν πρέπει να απαιτηθεί από τον καταγγέλλοντα, κατά τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η εξακολούθηση της σχέσης. Άκαιρη θεωρείται η καταγγελία, όταν έγινε σε χρόνο που η διατήρηση της εταιρείας έχει ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των εταίρων και ως εκ τούτου η λύση της συνεπάγεται γι' αυτούς την πρόκληση θετικής ζημίας ή διαφυγόντος κέρδους, προσδοκωμένου λόγω ειδικών περιστάσεων κατά τον χρόνο της καταγγελίας, εξαιτίας του ακαίρου της οποίας τούτο ματαιώθηκε. Τόσον η θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος πρέπει, κατά τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, να συνδέονται αιτιωδώς με την άκαιρη καταγγελία της εταιρείας, δηλαδή να αποτελεί η καταγγελία πρόσφορη αιτία της ζημίας των λοιπών εταίρων (Ολ. ΑΠ 31/1998). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. ΑΠ 18/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων ως νομικά αβάσιμη. Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 21.5.2004, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, αγωγής των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι εκτίθενται με αυτήν, σύμφωνα και με τις παραδοχές του Εφετείου τα εξής: Η ανώνυμη εταιρεία που εδρεύει στην ... με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", προκήρυξε, κατά το μήνα Ιούνιο του 2003, δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό με διαπραγμάτευση, σύμφωνα με τον κανονισμό μισθώσεων - εκμισθώσεων ακινήτων της εταιρείας, για την μακροχρόνια (25 έτη) μίσθωση του υδροθεραπευτικού συγκροτήματος Ιαματικών Πηγών .... Το Υδροθεραπευτικό αυτό Συγκρότημα έχει ανεγερθεί σε έκταση επιφάνειας 1.860 τ.μ., διαθέτει δύο (2) ιαματικές πηγές και βρίσκεται στην παραλιακή οδό .... Το κτίριο του υδροθεραπευτηρίου αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, 3 ορόφους και δώμα. Το κτίριο αυτό λειτούργησε για πρώτη φορά το έτος 1974, το δε έτος 1991 ξεκίνησαν οι εργασίες ανακαίνισής του, οι οποίες δεν είχαν ολοκληρωθεί. Το δε κτίριο ιαματικής πηγής είναι ισόγειο, κυκλικό κτίριο, εμβαδού 450 τ.μ., μέσα στο οποίο υπάρχουν 2 κρατήρες φυσικής ανάβλυσης ιαματικού νερού και λειτουργεί ως πόσιμο θεραπευτήριο. Στο διαγωνισμό αυτόν είχαν δικαίωμα συμμετοχής φυσικά και νομικά πρόσωπα, καθώς και ενώσεις προσώπων που συνιστούν Κοινοπραξία, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε ανάλογους ή συναφείς με το αντικείμενο αυτό επαγγελματικούς τομείς. Με την ως άνω προκήρυξη ορίστηκε ότι η προσφορά θα υποβαλλόταν μέσα σε σφραγισμένο φάκελο που θα περιείχε τον υποφάκελο των δικαιολογητικών, τον υποφάκελο του επενδυτικού σχεδίου και τον υποφάκελο της οικονομικής προσφοράς και θα συνοδευόταν με εγγυητική επιστολή 30.000 ευρώ, μέχρι την 9/7/2003 στα γραφεία της εταιρείας, Βουλής 7 στην .... Με βάση την ως άνω προκήρυξη πλειοδοτικού διαγωνισμού και προκειμένου να συμμετάσχουν σε αυτόν, ο μεν πρώτος από τους ενάγονατες (ήδη αναιρεσείοντες) ως έμπειρος ιατρός γνώστης του θερμαλισμού, ο δε δεύτερος ως έμπειρος επιχειρηματίας που και αυτός στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με τον θερμαλισμό, συμφώνησαν με τους εναγομένους - αναιρεσιβλήτους και συνέστησαν μεταξύ τους με το από 2-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό Κοινοπραξία, προκειμένου να συμμετάσχουν στον ως άνω διαγωνισμό, η οποία κατά το άρθρο 3 του καταστατικού είχε "ως μοναδικό αντικείμενο τη συμμετοχή στο διαγωνισμό εκμίσθωσης των ιαματικών πηγών ... από τα Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ", που θα διενεργείτο "με την προκήρυξη στις 9 Ιουλίου 2003", ενώ το μεν άρθρο 5 όριζε "διάρκεια της κοινοπραξίας 25 έτη, εφόσον κηρυχθεί πλειοδότης", το δε άρθρο 14 όριζε ότι η κηρυχθησόμενη πλειοδότρια "προκειμένου να μισθώσει το ακίνητο των ιαματικών λουτρών θα αντικατασταθεί από ανώνυμη εταιρεία που θα συσταθεί μεταξύ όλων των συμβαλλομένων στο παρόν συμφωνητικό". Επίσης, καθορίσθηκαν με το καταστατικό της κοινοπραξίας η επωνυμία, η έδρα της, τα ποσοστά συμμετοχής των εναγόντων (65%) και των εναγομένων (35%) σ' αυτή, με δυνατότητα μεταβολής τους ανάλογα με την οικονομική συνεισφορά των διαδίκων και άλλες λεπτομέρειες λειτουργίας της. Η εν λόγω κοινοπραξία συμμετείχε στον ως άνω πλειοδοτικό διαγωνισμό στις 9-7-2003 και υπέβαλε πλήρη φάκελο προσφοράς, που αποτελείτο από τρεις υποφακέλους και εγγυητική επιστολή τραπέζης ποσού 30.000 ευρώ, μεταξύ των οποίων και εμπεριστατωμένη οικονομοτεχνική μελέτη - επενδυτικό σχέδιο και πρότειναν οι ενάγοντες, ως εφάπαξ τίμημα το ποσό των 53.500,00 ευρώ και ως πάγιο ετήσιο μίσθωμα για το έτος 2003 το ποσό των 70.000,00 ευρώ και από το 2004 έως και το έτος 2012 το ποσό των 70.432,00 ευρώ ετησίως. Μετά την παρέλευση της πρώτης δεκαετίας της μισθώσεως, θα αναπροσαρμoζόταν κάθε χρόνο σε ποσοστό ίσο με το δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως αυτός υπολογίζεται από την Ε.Σ.Υ.Ε., ο οποίος θα πολλαπλασιαζόταν με συντελεστή 1,2 προσθετικά στο μίσθωμα του αμέσως προηγούμενου έτους. Επίσης προσέφεραν ποσοστό 3% επί των ακαθαρίστων ετησίων εσόδων του μισθίου. Η προσφορά τους αυτή έγινε δεκτή από την αρμόδια επιτροπή των Ε.Τ.Α. Α.Ε. και τελικά ανακηρύχθηκε η κοινοπραξία τους πρώτη πλειοδότης. Μετά από αυτό τα Ε.Τ.Α. Α.Ε. στις 11-12-2003 τους απέστειλαν ηλεκτρονικά στην πληρεξούσια δικηγόρο των εναγομένων ... το τελικό σχέδιο σύμβασης για την εκμίσθωση των ως άνω ακινήτων, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά την από 18-11-2003 συνεννόηση των εναγομένων με τους αρμόδιους των ΕΤΑ Α.Ε. Με το ίδιο ως άνω από 11-12-2003 έγγραφο των Ε.Τ.Α. Α.Ε προσκάλεσαν τους εναγομένους, όπως την Τετάρτη, 17-12-2003 και ώρα 12.00 μ.μ., προσέλθουν στα γραφεία της εκμισθώτριας εταιρείας, στην οδό .. 7ος όροφος, γραφείο 704, για την υπογραφή της ως άνω σύμβασης μισθώσεως, προσκομίζοντας μαζί τα δικαιολογητικά που απαιτούνταν σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ.... έγγραφο των Ε.Τ.Α. Α.Ε. που είχε γνωστοποιηθεί στην κοινοπραξία. Κατόπιν των ανωτέρω, με την από 5-12-2003 εξώδικη πρόσκλησή τους προς τους εναγομένους, που τους επεδόθη στις 5-12-2003, τους κάλεσαν οι ενάγοντες όπως την 9-12-2003 ημέρα Τρίτη και ώρα 13.30 μεσημβρινή προσέλθουν στα γραφεία του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Νικολάου Κανατά, οδός ... και υπογράψουν το καταστατικό της Α.Ε., που θα έπρεπε να συστήσουν μεταξύ τους, απαραίτητη προϋπόθεση σύμφωνα με την διακήρυξη των Ε.Τ.Α. Α.Ε., προκειμένου η ανώνυμη αυτή εταιρεία να υπογράψει ως μισθώτρια την μίσθωση των "ΙΑΜΑΤΙΚΩΝ ΠΗΓΩΝ ...". Οι εναγόμενοι όμως δεν εμφανίστηκαν και συνετάγη η υπ' αριθμ. ... πράξη εμφανίσεως των εναγόντων και μη εμφανίσεως των εναγομένων του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Νικολάου Κανατά. Τα ανωτέρω γνωστοποίησαν στα Ε.Τ.Α. Α.Ε. με την από 16-12-2003 γνωστοποίησή τους με αριθμ. πρωτ. .... Παρά την ως άνω αρνητική στάση των εναγομένων προσπάθησαν να διασώσουν την ως άνω μίσθωση και την μεταξύ τους συσταθείσα κοινοπραξία, με αλλεπάλληλες επαφές τους με αυτούς, που έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από 10-12 έως 15-12-2003 και αντιλήφθηκαν ότι οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι δεν είχαν πρόθεση πλέον να εκδώσουν τις εγγυητικές επιστολές, που απαιτούσαν τα Ε.Τ.Α. Α.Ε. συνολικού ύψους 680.264 ευρώ από αναγνωρισμένη τράπεζα, προκειμένου να υπογράψουν με τους ενάγοντες τη μίσθωση αυτή. Τελικά οι εναγόμενοι με την από 20-1-2004 Εξώδικη Καταγγελία τους κατήγγειλαν με αποκλειστική υπαιτιότητά τους την ως άνω κοινοπραξία, με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν τις προς αυτούς αναληφθείσες οικονομικές, με το από 2-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό κοινοπραξίας, υποχρεώσεις. Ειδικότερα, δεν μπορούσαν να καταβάλουν στα ETA AE το εφάπαξ τίμημα των 53.300,00 ευρώ, δεν μπορούσαν να καταθέσουν εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης αορίστου χρόνου ποσού 14.864,00 ευρώ, εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης αορίστου χρόνου ποσού 47.400,00 ευρώ και εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης των εργασιών ανακαίνισης, αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού, αορίστου χρόνου, ποσού 492.000,00 ευρώ. Δήλωσαν δε πλήρη αδυναμία να εκτελέσουν τις ως άνω υποχρεώσεις τους, διότι κατόπιν ελέγχων του ΣΔΟΕ σε αυτούς λήφθηκαν σε βάρος τους περιοριστικά μέτρα του άρθρου 14 του Ν. 2523/97 με δέσμευση των καταθέσεων και των τραπεζικών λογαριασμών τους. Ο ως άνω όμως λόγος δεν αποτελεί απρόβλεπτη και αναπάντεχη και έκτακτη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών που δεν μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί, γιατί η φορολογική νομιμότητα και οι φορολογικές υποχρεώσεις των εναγομένων και κυρώσεις σε βάρος τους δεν μπορούν κατά κανένα τρόπο να αποτελέσουν τέτοιο σπουδαίο λόγο. Ως εκ τούτου, η από 20-1-2004 καταγγελία τους, η οποία επεδόθη στις 21-1-2004 στους ενάγοντες, αποτελεί υπαίτια μονομερή πράξη των εναγομένων, που είχε ως συνέπεια να ζημιώσουν ο καθένας από τους ενάγοντες κατά το ποσό των 7.702.471,50 ευρώ, από το οποίο 1.300.000 ευρώ αποτελεί χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους, λόγω κλονισμού της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας από την αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων και το υπόλοιπο διαφυγόντα κέρδη, τα οποία θα αποκόμιζαν από την εκμετάλλευση εκ μέρους της μέλλουσας να συσταθεί ανώνυμης εταιρείας των ιαματικών λουτρών, των οποίων είχε αναδειχθεί πλειοδότης η κοινοπραξία, εάν δεν είχε χωρήσει η υπαίτια αντισυμβατική συμπεριφορά (καταγγελία της κοινοπραξίας) από τους εναγομένους, όπως ειδικότερα τα επί μέρους ποσά αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή. Ζητείται δε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον καθέναν από τους ενάγοντες το ποσό των 7.702.471 ευρώ και επικουρικώς το μικρότερο ποσό των 3.129.277,60 (1.829.277,60 + 1.300.000) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Τα εκτιθέμενα όμως με την αγωγή και σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ως άνω περιστατικά, όπως εκτιμώνται, υποτιθέμενα αληθή, δεν μπορούν να υπαχθούν (όπως επιδιώκεται) στους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 766 εδ. 1, 767 παρ. 2 και 298 του ΑΚ, επειδή η προβαλλόμενη αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη) των αναιρεσειόντων από τη ματαίωση ιδρύσεως και λειτουργίας ανώνυμης εταιρείας μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων δεν ευρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την γενόμενη από τους τελευταίους καταγγελία της κοινοπραξίας, ενόψει του ότι η εν λόγω κοινοπραξία, κατά το εταιρικό σύμφωνο, είχε βασικό σκοπό τη συμμετοχή (δι' αυτής των διαδίκων) στο διαγωνισμό εκμίσθωσης των ιαματικών λουτρών, που εκπληρώθηκε επιτυχώς, η δε προσυμφωνημένη να ιδρυθεί ανώνυμη εταιρεία δεν αποτελούσε συνέχεια, κατόπιν μετατροπής, της κοινοπραξίας, η οποία εστερείτο νομικής προσωπικότητας και έτσι τα διαφυγόντα κέρδη από τη ματαίωση συστάσεως και λειτουργίας της ανώνυμης εταιρείας δεν αποτελούν άμεση ζημία των αναιρεσειόντων από την καταγγελία της κοινοπραξίας. Και τούτο διότι η εν λόγω καταγγελία, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 766 εδ. 1, 767 παρ. 2 και 776 επ. ΑΚ, αφενός μεν επέφερε την αποδέσμευση από όλες τις στηριζόμενες στην κοινοπραξία ενοχικές υποχρεώσεις των διαδίκων, επομένως και από την προϋποθέτουσα το ενεργό της κοινοπραξίας και ενσωματούμενη σ' αυτή προσύμβαση για σύσταση μεταξύ των διαδίκων ανώνυμης εταιρίας, αφετέρου δε αποτελούσε πρόσφορη αιτία για τις ζημίες εκείνες που μπορούσαν να επέλθουν λόγω άκαιρης και πρόωρης, ενδεχομένως, λύσης της κοινοπραξίας, δηλαδή αναγόμενες στο ειδικώς καθοριζόμενο ως εμπίπτον σε ακαίρως γενόμενο χρόνο συμβατικής διάρκειας της εταιρικής από την κοινοπραξία σχέσης των διαδίκων. Όμως στην άκαιρη αυτή καταγγελία δεν αναφέρονται οι προβαλλόμενες ζημίες των αναιρεσειόντων, αλλά συναρτώνται με προσυμβατική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων από τη μη σύμπραξή τους για τη σύσταση με τους αναιρεσείοντες ανώνυμης εταιρείας, που έχει ως αποτέλεσμα όμως τη θεμελίωση αξιώσεως αποζημιώσεως για το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον και όχι το (αιτούμενο) διαφέρον εκπληρώσεως, δηλαδή πλήρη αποζημίωση (άρθρα 197, 198 ΑΚ). Εξάλλου το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη των αναιρεσειόντων από επικαλούμενη παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως των αναιρεσιβλήτων, που δεν συνιστά παραλλήλως και αδικοπραξία, δεν έχει νομικό έρεισμα σε διάταξη του Αστικού Κώδικα ή άλλο γενικό ή ειδικό νόμο. Επομένως, εφόσον το Εφετείο έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όπως επίσης και ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου, της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, προϋποθέτουν ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διετύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, δεν θεμελιώνονται δε, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 44/1990). Επομένως, εφόσον η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη και δεν εξετάσθηκε η ουσία της υποθέσεως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται κατά της πληττόμενης αποφάσεως αιτιάσεις για μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, όπως και ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον 14ο όρο του συμφωνητικού της κοινοπραξίας, είναι απαράδεκτοι, ενώ αλυσιτελώς συσχετίζεται από τους αναιρεσείοντες η απόρριψη της εφέσεώς τους κατ' ουσίαν με την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης από το Εφετείο.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997). Με τον τρίτο και τελευταίο, κατά το δεύτερο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον 14ο όρο του κοινοπρακτικού συμφωνητικού των διαδίκων που προέβλεπε την σύσταση από αυτούς ανώνυμης εταιρείας για τη μίσθωση του ακινήτου των ιαματικών λουτρών, εάν η κοινοπραξία αναδεικνυόταν πλειοδότρια τούτου στον σχετικό διαγωνισμό. Επομένως, εφόσον ο προβαλλόμενος με την αγωγή, ως άνω όρος του συμφωνητικού, με τον οποίο έμμεσα συνδέεται η επικαλούμενη ζημία των αναιρεσειόντων, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο με το σύνολο των ιστορουμένων σε αυτήν πραγματικών περιστατικών, από τη συνεκτίμηση των οποίων κρίθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 128/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κοινοπραξία για εκτέλεση επιχειρήσεως με ιδρυθησόμενη αν. εταιρία από κοινοπρακτούντες. Καταγγελία κοινοπραξίας από ένα μέλος - ματαίωση ίδρυσης εταιρίας και αναμενομένων κερδών. Δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος καταγγελίας και ζημίας, αφού έπρεπε να ιδρυθεί εταιρία εκμετάλευσης της επιχειρήσεως ως προς την οποία μπορεί να υπάρχει προσυμβατική ευθύνη καταγγείλαντος όχι αξίωση πλήρους αποζημίωσης. Ορθώς έκρινε το Εφετείο μη νόμιμη την αξίωση. Λόγος αρ. 1 αβάσιμος, λόγοι 10,19 απαράδεκτοι.
| null | null | 1
|
Αριθμός 659/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MULTICHOICE HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΕ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μανώλη Σουριαδάκι.
Της αναιρεσιβλήτου: Ποδοσφαρικής Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π.Α.Ε ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ" , που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουλίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2619/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6613/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού κατά το πρώτο μέρος του λόγου αναιρέσεως, την παραδοχή του ίδιου κατά το δεύτερο μέρος του λόγου αναιρέσεως και την αναίρεση της 6613/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τη διάταξή της, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά το αίτημα αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως με θυροκόλληση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... με τις κάτωθι αυτής από 18.2.2009 βεβαιώσεις του ίδιου δικαστικού επιμελητή, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη (άρθρο 126 και 129 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 84 παρ. 1, 2 του ν. 2725/1999, 672, 361, 672, 766, 174, 180, 330 εδ. β', 343, 281, 914, 919 του ΑΚ συνάγεται ότι οι συναπτόμενες από τις αθλητικές οργανώσεις με τηλεοπτικούς ή ραδιοφωνικούς σταθμούς, ορισμένης διάρκειας συμβάσεις παραχωρήσεως αποκλειστικών ή μη αδειών εκμεταλλεύσεως των δικαιωμάτων τους για τηλεοπτική μετάδοση ή αναμετάδοση, με οποιαδήποτε τεχνική μέθοδο ή μέσο, αθλητικών διοργανώσεων, στις οποίες θεωρούνται, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, γηπεδούχοι, μπορούν να καταγγελθούν από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο για σπουδαίο λόγο, ο οποίος μπορεί να συνίσταται στη συνδρομή έκτακτων περιστάσεων ή σε αθέτηση από τον αντισυμβαλλόμενο υποχρεώσεών του τόσο ουσιωδών, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους. Η καταγγελία της διαρκούς αυτής συμβάσεως που συντελείται χωρίς σπουδαίο λόγο ή κατά κατάχρηση δικαιώματος και σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, εφόσον προτείνεται και αποδεικνύεται από τον αντισυμβαλλόμενο του καταγγέλλοντος, συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας και θεμελιώνει δικαίωμα του τελευταίου προς αποζημίωση από ενδοσυμβατική ή (και) από αδικοπρακτική ευθύνη του χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγείλαντος τη σύμβαση παραχωρήσεως. Περαιτέρω κατά τα άρθρα 297 εδ' α' και 298 του ΑΚ "ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να εκτίθενται στην αγωγή, με εξειδικευμένη και λεπτομερή, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών με το συνολικώς αιτούμενο ποσό (ΟλΑΠ 20/1992). Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ. Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. ΑΠ. 15/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ. Α. Π. 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 12-7-2002 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ) της αναιρεσείουσας, η οποία (αγωγή) πρωτοδίκως είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν ως προς το αίτημα αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη και με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε το ίδιο αίτημα ως αόριστο, ενώ αναγνωρίσθηκε ως άκυρη η γενόμενη χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της μεταξύ αυτής και της NETMED AE, ορισμένου χρόνου συμβάσεως παραχωρήσεως τηλεοπτικών δικαιωμάτων, και έγιναν δεκτά άλλα συναφή αιτήματα (χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας και έμμεσης εκτελέσεως της συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης), προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εκθέτει στην αγωγή αυτή, όπως εκτιμάται, τα ακόλουθα, ενδιαφέροντα ως προς το αναιρεσιβαλλόμενη μέρος της υποθέσεως, περιστατικά: Η αναιρεσείουσα, η οποία από ετών ασκεί επιχείρηση (με εμβέλεια και εκτός συνόρων του κράτους) αναλογικής, επίγειας, κωδικοποιημένης και συνδρομητικής τηλεοπτικής μεταδόσεως προγραμμάτων, συνδεόταν με διαρκή σύμβαση συνδρομητικής αξιοποιήσεως των σχετικών προγραμμάτων της προμηθεύτριας τούτων NETMED HELLAS AE έναντι αμοιβής σε ποσοστό 35% επί των μηνιαίως εισπραττομένων αναλογικών συνδρομών (με το υπόλοιπο 65% να αποδίδεται στη NETMED) και το επί πλέον των 28,08 ευρώ (που αποδιδόταν στη NETMED) επιτυγχανόμενο τίμημα για κάθε ψηφιακή συνδρομή. Η προμηθεύτρια των προγραμμάτων NETMED, κατά τις 20-9-2000, συνήψε με την αναιρεσίβλητη, ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρία, έγγραφη σύμβαση παραχωρήσεως τηλεοπτικών δικαιωμάτων (αναγνωριζομένων στην τελευταία με το άρθρο 84 παρ. 1 και 2 του ν. 2725/1999), που συνιστούσε ταυτοχρόνως τροποποίηση - ανανέωση προηγούμενης, ανάλογου περιεχομένου συμφωνίας τους και προέβλεπε την έναντι του αναφερόμενου ετήσιου τιμήματος παραχώρηση στη NETMED ΑΕ: α) δικαιώματος μετάδοσης (τηλεοπτκής και ραδιοφωνικής) και διαφημιστικής εκμετάλλευσης της μετάδοσης όλων των φιλικών αγώνων της αναιρεσίβλητης με ημεδαπές ή αλλοδαπές ποδοσφαιρικές ομάδες αναδρομικά από την 1 Ιουλίου 2000μέχρι την 31 Αυγούστου 2007, β) δικαιώματος τηλεοπτικής μετάδοσης και διαφημιστικής εκμετάλλευσης της προετοιμασίας της ποδοσφαιρικής ομάδας της ΠΑΕ, γ) δικαιώματος τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης κατά προτεραιότητα όλων των δηλώσεων ή συνεντεύξεων των παραγόντων της ομάδας και κάθε είδησης που θα αφορούσε αυτή την ομάδα, δ) δικαιώματος τηλεοπτικής μετάδοσης στιγμιοτύπων από τους ως άνω φιλικούς αγώνες. Τα δικαιώματα αυτά συμφωνήθηκε να ισχύουν παγκοσμίως για απ' ευθείας ή από μαγνητοσκόπηση μεταδόσεις από συνδρομητικούς τηλεοπτικούς σταθμούς της αναιρεσείουσας ή από συνδρομητικούς σταθμούς που ανήκουν στο ίδιο με αυτή συγκρότημα εταιριών ή με τους αδειούχους παροχής ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών συνδρομητικών υπηρεσιών, με τους οποίους αυτή είχε συμβληθεί (όπως η αναιρεσείουσα) ή θα συμβαλλόταν κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Τις δαπάνες της παραγωγής της τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής κάλυψης των αγώνων και των άλλων δραστηριοτήτων έφερε η NETMED ΑΕ, ενώ η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να οργανώνει ετησίως τουλάχιστον εννέα φιλικούς αγώνες στην έδρα της με ομάδες της Α' κατηγορίας επαγγελματικού ποδοσφαίρου, ημεδαπές ή αλλοδαπές και να συμμετέχει σε διοργανώσεις, με δαπάνες της NETMED, φιλικών αγώνων. Επίσης παραχωρήθηκαν στην NETMED ΑΕ επί πλέον: 1) δικαίωμα διαφημιστικής, με δαπάνες της, προβολής της ίδιας στο γήπεδο που είχε δηλώσει ως έδρα της η αναιρεσίβλητη και εκχώρησης του δικαιώματος αυτού σε τρίτο, οπότε ποσοστό 5% του τιμήματος παραχωρήσεως θα αποδιδόταν στην αναιρεσίβλητη 2) δικαιώματα συνεκμετάλλευσης με την αναιρεσίβλητη του αρχειακού τηλεοπτικού υλικού της τελευταίας, έκδοσης εντύπων, δημιουργίας τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού προγράμματος προβολής δραστηριοτήτων της αναιρεσίβλητης, αξιοποίησης διαφημιστικών πινακίδων γηπέδου, εμπορίας και διάθεσης αναμνηστικών, 3) δικαίωμα τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης οπουδήποτε στον κόσμο, απ' ευθείας και από μαγνητοσκόπηση, όλων των αγώνων της αναιρεσίβλητης στα πλαίσια του επαγγελματικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, καθώς και των στιγμιότυπων και του σταδίου της προετοιμασίας της ομάδας, με οποιαδήποτε τεχνική μέθοδο διανομής ή τρόπο εκμετάλλευσης, καθώς και το δικαίωμα περαιτέρω εκχώρησης των ίδιων δικαιωμάτων σε τρίτους, 4) δικαίωμα τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης των εντός έδρας αγώνων της αναιρεσίβλητης με το σύστημα του ηλεκτρονικού ή τηλεοπτικού η ραδιοφωνικού εισιτηρίου (τηλεθέαση ή τηλεακρόαση κατ' επιλογή) και 5) δικαίωμα χρήσης της εικόνας των ποδοσφαιρικών αγώνων για την διενέργεια στοιχημάτων, κατά τους διαγραφόμενους με την αγωγή ειδικότερους όρους. Την ορισμένου χρόνου ως άνω σύμβαση παραχώρησης, ενώ ακόμα δεν είχε κατ' ουσίαν ενεργοποιηθεί, κατήγγειλε μετά τρεις μήνες η αναιρεσίβλητη, χωρίς σπουδαίο λόγο, κατά κατάχρηση δικαιώματος και σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, συνάπτοντας λίγες ημέρες μετά την καταγγελία σύμβαση παραχωρήσεως των δικαιωμάτων της προς την ανώνυμη εταιρία "ALPHA ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΙΣ", το αυτό δε έπραξαν και άλλες ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες, με τις οποίες είχε συνάψει η NETMED ΑΕ όμοιες συμβάσεις παραχωρήσεως. Η αναιρεσίβλητη προέβη δολίως στην καταγγελία της επταετούς συμβάσεως παραχωρήσεως, ενώ είχε προεισπράξει για δικαιώματά της 140.000.000 δραχμές σε μετρητά και 1.740.000.000 δραχμές σε μεταχρονολογημένες επιταγές, αδιαφορώντας για τις δαπάνες και τους ματαιωνόμενους επιχειρηματικούς προγραμματισμούς της παραχωρησιούχου NETMED και γνωρίζοντας, ενόψει σχετικού όρου της συμβάσεως παραχωρήσεως, ότι η τελευταία είχε αναθέσει τη διαχείριση αναλογικών και ψηφιακών συνδρομών των αθλητικών προγραμμάτων στην αναιρεσείουσα, της οποίας τη θέση δυσμενώς έτσι επηρέασε, άμεσα και καθοριστικά στην αγορά τηλεοπτικών εκπομπών, αποσκοπώντας πάντοτε στο υψηλότερο αντάλλαγμα που συγκυριακά της προσφέρθηκε. Λόγω του γενόμενου, με την άκυρη, καταχρηστική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη καταγγελία της αναιρεσίβλητης, αποκλεισμού της αντισυμβαλλόμενής της NETMED να ασκεί τα από τη σύμβαση παρχωρήσεως δικαιώματά της και ως συνέπεια του αδικοπρακτικού χαρακτήρα της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης έναντι της διαχειρίστριας των προγραμμάτων της NETMED αναιρεσείουσας, είχε η τελευταία διαφυγόντα κέρδη για τον υπόλοιπο χρόνο διάρκειας της συμβάσεως παραχωρήσεως, με τον οποίο συνδυαζόταν η από αυτή (αναιρεσείουσα) διαχείριση των προγραμμάτων της NETMED, της οποίας είχε γνώση η αναιρεσίβλητη και αδιαφόρησε για τη ζημία εκείνης. Τα διαφυγόντα αυτά κέρδη ήταν προσδοκώμενα κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων, ενόψει των ληφθέντων από την αναιρεσείουσα προπαρασκευαστι-κών μέτρων, δηλαδή του ότι διέθετε οργανωμένη επιχείρηση (με εμβέλεια και εκτός συνόρων του Κράτους), αναλογικής, επίγειας, κωδικοποιημένης και συνδρομητικής μεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων, είχε παράλληλη και ανάλογης διάρκειας με την καταγγελθείσα σύμβαση διαχείρισης των προγραμμάτων της NETMED, και συνέδεε για τον ίδιο χρόνο την αξιοποίηση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της με αυτή τη σύμβαση που θα της απέφερε από τα εισπραττόμενα από την NETMED έσοδα το 35% επί αναλογικών συνδρομών και το πλέον των 28,08 ευρώ τίμημα για κάθε ψηφιακή συνδρομή. Με την άκυρη, καταχρηστική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της συμβάσεως παραχωρήσεως και τη ματαίωση μετάδοσης των αγώνων από την αναιρεσείουσα συνδυάζεται το ότι "δημιουργήθηκε στους υπάρχοντες συνδρομητές η εντύπωση ότι από τα προγράμματα (της NETMED ΑΕ) και δια της διαχειρίστριας αυτών των προγραμμάτων αναιρεσείουσας, δεν θα μετεδίδοντο πλέον οι αγώνες αυτοί, με αποτέλεσμα πολλοί συνδρομητές να σπεύσουν να διακόψουν ή να λάβουν την απόφαση να μην ανανεώσουν τη συνδρομή τους, άλλοι δε να μην εγγραφούν". Για τον υπολογισμό των συνδρομητών που διέκοψαν λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη και την δι' αναγωγής στο σύνολο αυτών προκύπτουσα ζημία της NETMED ΑΕ και συνεκδοχικά της με αυτή συμβεβλημένης αναιρεσείουσας αναφέρονται : α) Η συνολική αξία συμβολαίων τηλεοπτικών δικαιωμάτων για τις ομάδες Α Εθνικής κατηγορίας με ποσοστό 85,82% και η αντίστοιχη αξία συμβολαίων Β' Εθνικής κατηγορίας με ποσοστό 14,18%, β) Η σε ποσοστό 33,33% βαρύτητα συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στις ομάδες Β' κατηγορίας, οι οποίες επίσης αναφέρονται ότι κατήγγειλαν τις με την NETMED ΑΕ ανάλογες συμβάσεις παραχωρήσεως δικαιωμάτων τους. γ) Το ποσό της μηνιαίας αναλογικής και ψηφιακής συνδρομής των 29,60 και 41,04 ευρώ αντιστοίχως. δ) Η σχέση κατανομής των εσόδων μεταξύ Netmed και αναιρεσείουσας με ποσοστά 65% και 35% αντιστοίχως. ε) Ο κατά τις τρεις προηγούμενες της καταγγελίας αγωνιστικές περιόδους (των τελευταίων 3 ετών) δείκτης τηλεθέασης των ομάδων της Α' και Β' Εθνικής κατηγορίας, ο οποίος ήταν για την NETMED ΑΕ 73,39% και για την ALPHA ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΙΣ AE, στην οποία (και μόνον) παραχωρήθηκε, μετά την NETMED ΑΕ, άδεια τηλεοπτικής μετάδοσης ψηφιακών προγραμμάτων, 26,61%. Διότι "ο παράγων της τηλεθέασης του προγράμματος αντικατοπτρίζει και το αριθμητικό μέγεθος των συνδρομητών που εγγράφονται και παραμένουν ως συνδρομητές σε κάθε συνδρομητικό κανάλι (άλλωστε την τηλεθέαση λαμβάνουν αποκλειστικά και μόνον υπόψη τους οι διαφημιστικές εταιρίες και οι διαφημιζόμενοι προκειμένου να επενδύσουν κεφάλαια πολλών εκατομμυρίων ευρώ σε τηλεοπτική διαφήμιση) και τα ποσοστά τηλεθέασης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξεύρεση του μεριδίου της συνδρομητικής αγοράς, που κάθε συνδρομητική πλατφόρμα αναμενόταν να προσελκύσει και διατηρήσει, προβάλλοντας από το πρόγραμμά της τους εντός έδρας αγώνες των ανωτέρω ομάδων". Στη συνέχεια αναφέρονται, με τα δεδομένα του έτους 1999, ο για τα έτη 2002 - 2007 συνολικός αριθμός συνδρομητών (418.269 - 322.807) και η κατανομή τους σε αναλογικούς και ψηφιακούς σε όλη την Ελλάδα, το ποσοστό (90%) αυτών που εγγράφονται με αποκλειστικό κριτήριο το προσφερόμενο αθλητικό πρόγραμμα επαγγελματικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου και η αντίστοιχη κατανομή αυτού του ποσοστού 90% σε ψηφιακούς και αναλογικούς συνδρομητές, για κάθε έτος, επί των τελευταίων δε αυτών ποσοστών υπολογίζεται ο δείκτης τηλεθέασης 73,39% της NETMED ΑΕ για τη συναγωγή του αριθμού των συνδρομητών που αναμενόταν αυτή να προσελκύσει με το πρόγραμμα αγώνων ποδοσφαίρου, το οποίο εξυπηρετούσε και η καταγγελθείσα σύμβαση. Από τους συνδρομητές αυτούς, λαμβάνοντας υπόψη και την υπολογιζόμενη προσαύξηση 2% ετησίως, μέχρι το 2006, στις ισχύουσες το έτος 2001 μηνιαίες συνδρομές και την επί 11 μήνες, κατά μέσο όρο ετησίως, διάρκειά τους, υπολογίζονται οι κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων εισπράξεις της NETMED ΑΕ, ανερχόμενες για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005 2006 και 2007 σε 69.411.230, 68.719.601, 61.183.588, 57.878.926, 56.663.647 και 52.461.583 ευρώ, για τους αναλογικούς συνδρομητές και 29.464.522, 50.323.612, 67.151.447, 76.721.584, 87.615.934 και 94.890.204 ευρώ, για τους ψηφιακούς συνδρομητές αντιστοίχως. Όμως μετά την παράνομη και αντισυμβατική καταγγελία της συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη (όπως και την παράλληλη καταγγελία όμοιων συμβάσεων με άλλες 8 ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες, με υποκίνηση της "ALPHA ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ") η τηλεθέαση των προγραμμάτων της NETMED ΑΕ μειώθηκε σε ποσοστό 45,47% (με αντίστοιχη άνοδο εκείνης) και ενόψει αυτού του ποσοστού τα έσοδα της NETMED ΑΕ για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 ανήλθαν σε 42.817.265, 42.390.624, 37.741.932, 35.703.406, 34.966.082 και 32.361.644 ευρώ από αναλογικούς συνδρομητές και 17.588.729, 31.042.807, 41.423.287, 47.326.757, 54.047.085 και 58.534.318 ευρώ από ψηφιακούς συνδρομητές αντιστοίχως. Έτσι προκύπτει, από την διαφορά αναμενόμενης και μειωμένης εισροής εσόδων, απώλεια αυτών για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007, ανερχόμενη σε 26.593.965, 26.328.972, 23.441.656, 22.175.520, 21.717.565 και 20.099.939 ευρώ από αναλογικούς συνδρομητές και 10.905.793, 19.280.805, 25.728.160, 29.394.827, 33.568.849 και 36.355.866 ευρώ από ψηφιακούς συνδρομητές αντιστοίχως. Η απώλεια αυτή εσόδων επιμερίζεται στις ομάδες Α και Β Εθνικής κατηγορίας κατά τα ποσοστά της αξίας των συμβολαίων τηλεοπτικών δικαιωμάτων τους 85,82% και 14,18% αντιστοίχως, από το υπολογισμό της οποίας προκύπτει απώλεια εσόδων από ομάδες Β' κατηγορίας (στις οποίες ανήκε τότε και η αναιρεσίβλητη) για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 ανερχόμενη σε 3.772.064, 3.734.478, 3.3.24.943, 3.080.400 και 2.850.957 ευρώ από αναλογικούς συνδρομητές και σε 1.564.868, 2.734.772, 3.649.259, 4.169.336, 4.761.375 και 5.156.686 ευρώ από ψηφιακούς συνδρομητές αντιστοίχως. Επ' αυτών η αναιρεσίβλητη, για τη απώλειά τους, συνέβαλε κατά το προμνημονευόμενο ποσοστό βαρύτητάς της 33,33% σε σχέση με τις υπόλοιπες ομάδες Β' κατηγορίας που κατήγγειλαν επίσης τις συμβάσεις τους με την NETMED AE και επί των δικαιωμάτων αυτών η συμμετοχή της αναιρεσείουσας είναι ποσοστό 35% από έσοδα για αναλογικές συνδρομές και το πλέον των 28,08 ευρώ μέχρι το αναφερόμενο εκάστοτε πραγματικό τίμημα για κάθε ψηφιακή συνδρομή. 'Ετσι η απώλεια εσόδων από αναλογικές και ψηφιακές συνδρομές λόγω καταγγελίας της συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη ανήλθε σε 817.281 και 352.779, 809.137 και 611.463, 720.404 και 799. 933, 681.494 και 896.016, 667.420 και 1.003.185, 411.805 και 739.098 ευρώ για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 και για το διάστημα από Απρίλιο έως Δεκέμβριο του 2001 629.876 και 201.128 ευρώ αντιστοίχως. Από τα ως άνω ποσά η αναιρεσείουσα αφαιρεί τις βαρύνουσες τη NETMED με τη σύμβαση παραχωρήσεως δαπάνες για υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης προς τρίτους και το υπολειπόμενο ποσό εσόδων διαμορφώνεται σε 3.890.639 ευρώ. Το ποσό αυτό ζητεί με την αγωγή η αναιρεσείουσα να αναγνωρισθεί ότι υπέχει υποχρέωση να της καταβάλει η αναιρεσίβλητη, με βάση την αδικοπρακτική ευθύνη της (η οποία αναγνωρίσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση) λόγω της καταχρηστικής και αντίθετης με τα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της κατά την καταγγελία της μεταξύ αυτής και της NETMED συμβάσεως παραχωρήσεως τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Με το ως άνω περιεχόμενο (όπως τούτο δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση) η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 919, 297, 298 του ΑΚ, 70 ΚΠολΔ, καθ' όσον ειδικότερα προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας, εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά που καθιστούσαν πιθανό, ενόψει και των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων, το προσδοκώμενο κέρδος της αναιρεσείουσας και ήταν ικανά, από άποψη πληρότητας του δικογράφου της αγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., να υπαχθούν στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ (σε συνδυασμό με το άρθρο 919 του Α.Κ.), ήτοι αναφέρονται : α) Η πραγματική κατάσταση, την οποία είχε διαμορφώσει η αναιρεσείουσα, με την προοπτική να εκμεταλλευθεί για προσπορισμό κέρδους το προς την αντισυμβαλλόμενη (προμηθεύτρια) NETMED παραχωρηθέν από την αναιρεσίβλητη δικαίωμα τηλεοπτικής μετάδοσης ποδοσφαιρικών αγώνων, μαζί με ανάλογα δικαιώματα που είχαν παραχωρηθεί σ' αυτή από άλλες ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες, λόγω της προνομιακής θέσης της στις τηλεοπτικές επιχειρήσεις. β) Τα αντικειμενικά γεγονότα που προσδιόριζαν το βαθμό αξιοπιστίας και το δείκτη τηλεθέασης της αναιρεσείουσας μεταξύ των επιχειρήσεων μετάδοσης τηλεοπτικών προγραμμάτων πριν από την καταγγελία της συμβάσεως και η μετά από αυτή υποβαθμισμένη αξιολόγηση και μειωμένη προτίμησή της από το τηλεοπτικό κοινό. γ) Η εκ προθέσεως και κατά παράβαση των χρηστών ηθών λύση της συμβάσεως παραχωρήσεως από την αναιρεσίβλητη, η οποία έπραξε τούτο τρεις περίπου μήνες μετά την κατάρτιση της συμβάσεως, ενώ είχε λάβει ήδη μεγάλο μέρος της αντιπαροχής (μισθώματος) της παραχωρησιούχου, γνωρίζοντας ενόψει σχετικού όρου της συμβάσεως παραχωρήσεως, ότι η τελευταία είχε αναθέσει τη διαχείριση αναλογικών και ψηφιακών συνδρομών των αθλητικών προγραμμάτων στην αναιρεσείουσα και επηρεάζοντας τη θέση αυτής δυσμενώς με άμεσο και καθοριστικό τρόπο στην αγορά τηλεοπτικών εκπομπών. δ) Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης προς τα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και της ζημίας της αναιρεσείουσας. ε) Ο επιμερισμός της ευθύνης της αναιρεσίβλητης για τη μείωση των εσόδων της αναιρεσείουσας σε ποσοστό (33%) της συμβολής όλων των ποδοσφαιρικών εταιριών της ίδιας (Β' Εθνικής) κατηγορίας που κατήγγειλαν τις συμβάσεις τους με την NETMED και τα ποσοστά συμβολής κάθε κατηγορίας στη συνολική τηλεθέαση, η συνολική τηλεθέαση πριν από την καταγγελία και για καθένα από τα έτη της συμβάσεως, η μείωση των αντίστοιχων ποσοστών της αναιρεσείουσας, η προκύπτουσα διαφορά και η επί της διαφοράς αυτής για κάθε έτος αναγωγή της συμμετοχής της αναιρεσίβλητης, όπως και ο επιμερισμός του ποσού των απωλεσθεισών αναλογικών και ψηφιακών συνδρομών μεταξύ της αναιρεσείουσας και της συμβεβλημένης με αυτή για τη διαχείριση του δικτύου της NETMED, κατά τα συμφωνημένα μεταξύ τους ποσοστά. Αντιθέτως δεν ήταν απαραίτητο, για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής, να αναφέρονται άλλοι περαιτέρω αστάθμητοι παράγοντες και περιστατικά, που μπορούσαν να διαμορφώσουν σε διαφορετικό μέγεθος το από τις οικείες συμβάσεις παραχωρήσεως προκύπτον ποσοστό (33,33%) βαρύτητας συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στους αγώνες Β' εθνικής κατηγορίας, σε σχέση με το σύνολο των ποδοσφαιρικών οργανώσεων της ίδιας κατηγορίας, οι οποίες κατήγγειλαν τις συμβάσεις παραχωρήσεως με τη NETMED, γιατί αυτά τα περιστατικά μπορούσαν να προκύψουν από την ανάλυση των αποδείξεων. Το Εφετείο, με το να απορρίψει το αγωγικό αίτημα αποζημιώσεως ως αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα "για να προσδιορίσει την (αγωγική) αξίωσή της καταφεύγει σε ένα πολύπλοκο και σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετο, αντιφατικό, αόριστο και με αρκετά αστάθμητα και με απρόσφορα στοιχεία, τρόπο υπολογισμού......, χωρίς να εξηγεί επαρκώς γιατί καθορίζει το ποσοστό βαρύτητας της πρώτης εναγομένης (αναιρεσίβλητης) στη Β' κατηγορία σε 33,33%, αφού η αναφορά της στην αξία της σχετικής σύμβασης τηλεοπτικής μετάδοσης των αγώνων της δεν είναι αρκετή, ως εξαρτώμενη η αξία αυτή από τις διαπραγματευτικές ικανότητες των μερών", αξίωσε για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του σχετικά με τον εφαρμοστέο ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 298 του ΑΚ (σε συνδυασμό με 919 ΑΚ) περισσότερα από τα απαιτούμενα από την εν λόγω διάταξη στοιχεία για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος αποζημιώσεως. Επομένως είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό αίτημα αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, μόνον κατά το αναιρούμενο μέρος (κεφάλαιο).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6613/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής..
Παραπέμπει ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση παραχωρήσεως τηλεοπτικών δικαιωμάτων από αθλητική οργάνωση σε τηλεοπτική επιχείρηση που διαχειρίζεται την εκτέλεση της τηλεοπτικής μετάδοσης από τηλεοπτική επιχείρηση. Ακαιρη, χωρίς σπουδαίο λόγο και εναντίον των χρηστών ηθών καταγγελία της συμβάσεως από την αθλητική οργάνωση. Ζημιούμενη είναι και η συμβεβλημένη με την παραχωρησιούχο τηλεοπτική επιχείρηση για την εκτέλεση της τηλεοπτικής μετάδοσης (919 ΑΚ) για την οποία επιδίκασε το Εφετείο χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, αλλά απέρριψε ως αόριστο εσφαλμένως το αίτημα αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη (μαζί με ανάλογο αίτημα της παραχωρησιούχου). Παραβίαση ουσιαστής διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ. Δέχεται λόγο αναιρ. αρ. 1 αρθρ. 559 ΚΠολΔ. Νομική αοριστία αγωγής.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 664/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπου-λο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 236/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ... 5. ... 6. ..., 7...., 8. ..., 9...., 10. ..., 11. ..., 12...., 13. ..., 14. ... και 15. ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Οκτωβρίου 2009 και 11 Ιουνίου 2009 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1443/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης ως απαράδεκτες.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε κρατείται στις φυλακές και ενώπιον εκείνου που τις διευθύνει, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ... με την από 9-3-2010 δήλωσή του που έγινε στον προϊστάμενο της Διεύθυνσης της Κλειστής Φυλακής ...και για την οποία συντάχθηκε η από 8/9-3-2010 σχετική έκθεση, η οποία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το 3810/9-3-2010 έγγραφο του εν λόγω σωφρονιστικού καταστήματος που απεστάλη με τηλεομοιοτυπία (FAX) (σχετική και η από 8-3-2010 Δήλωση παραιτήσεως- Αίτηση του αναιρεσείοντος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που θεωρήθηκε για το γνήσιο της υπογραφής από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης του αυτού ως άνω σωφρονιστικού Καταστήματος που απεστάλη με τον αυτό τρόπο) παραιτήθηκε από τις από 29-10-2009 και 11.6.2009 αιτήσεις αναιρέσεώς του, που ασκήθηκαν με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2-11-2009 και ενώπιον της γραμματέως Εφετών Λαρίσης, συνταχθείσης της 8/11-6-2009 εκθέσεως, αντιστοίχως, για αναίρεση της 236/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001), δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από το από 10.11.2009 αποδεικτικό επιδόσεως του Γραμματέως του ανωτέρω σωφρονιστικού Καταστήματος ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και δεν παραστάθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτες τις από 29-10-2009 και 11-6-2009 αιτήσεις του...για αναίρεση της 236/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από αίτηση αναιρέσεως. Κηρύσσει απαράδεκτη αίτηση (ΑΠ 84/2009). Δύο αιτήσεις αναιρέσεως. Παραίτηση με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή της φυλακής. Απορρίπτει αιτήσεις ως απαράδεκτες.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 667/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Χρυσόστομου Ευαγγέλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "DATACRETA ΑΕΤΕΒΕ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ", και το διακριτικό τίτλο "ΕΘΝΟFACT Α.Ε", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημητρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουνίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 172/2003 προδικαστική, 5634/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Ιουλίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως της 5634/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 1905/1990 "Η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ ενός κατά κύριο επάγγελμα προμηθευτή αγαθών ή υπηρεσιών και ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, ο οποίος αναλαμβάνει να παρέχει στον προμηθευτή, για το διάστημα που συμφωνείται, έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την παρακολούθηση και είσπραξη μιας ή μέρους ή του συνόλου των απαιτήσεων του προμηθευτή, ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών σε τρίτους ή εκτέλεση έργων. Περιεχόμενο της πρακτορείας αποτελεί ιδίως η εκχώρηση απαιτήσεων στον πράκτορα με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η εξουσιοδότηση για την είσπραξή τους, η χρηματοδότηση του προμηθευτή με προεξόφληση των απαιτήσεων, η λογιστική ή νομική παρακολούθηση των απαιτήσεων, η διαχείρισή τους, η ολική ή μερική κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου του προμηθευτή. Η σύμβαση πρακτορείας είναι δυνατό να αφορά και σε μη γεννημένες κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης απαιτήσεις, όπως επίσης και στον καθορισμό με μορφή ειδικού ανοικτού λογαριασμού, του ύψους του πιστωτικού κινδύνου, που ο πράκτορας αναλαμβάνει κάθε φορά να καλύψει".Κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, "1) Η κατά το προηγούμενο άρθρο πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων αναγγέλλεται εγγράφως από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς οι απαιτήσεις, στις οποίες η πρακτορεία αφορά και η ταυτότητα του πράκτορα. 2) Αναγγελία θεωρείται και η έγγραφη γνωστοποίηση στον οφειλέτη της ύπαρξης της σύμβασης μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή, καθώς και η αναγραφή στα προς εξόφληση παραστατικά της ταυτότητας του πράκτορα. 3) Η αναγγελία του άρθρου αυτού μπορεί, επίσης, να γίνει με οποιονδήποτε πρόσφορο, κατά τις συναλλαγές, έγγραφο τρόπο, αρκεί να αποδεικνύεται παραχρήμα. 4) Ο πράκτορας δεν αποκτά τα συμφωνηθέντα δικαιώματα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν από την, κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, αναγγελία. Παροχή του οφειλέτη προς τον πράκτορα πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του προμηθευτή. 5) Οι συμβάσεις του άρθρου 1 του νόμου αυτού κατισχύουν των τυχόν συμφωνιών μεταξύ προμηθευτή και οφειλέτη περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων". Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 669 του Ε.Ν. 361, 874 ΑΚ, 112 Εισ.Α.Κ., η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού έχει ως αντικείμενο τη δημιουργία μιας διαρκούς έννομης σχέσης μεταξύ δύο προσώπων, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, δυνάμει της οποίας δεν έχουν δικαίωμα να διαθέτουν ή επιδιώκουν μεταξύ τους τις εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά καταχωρίζουν αυτές σε τρέχοντα λογαριασμό με τη μορφή πιστοχρεωλυτικών κονδυλίων, με σκοπό να οφείλεται το από την αντιπαραβολή τους μέλλον να προκύψει, κατά το περιοδικό ανά εξάμηνο ή οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, κατάλοιπο, το οποίο θα φέρει αυτοδικαίως τόκους (ΑΠ 715/2009, 1399/1997, 394/1974), χωρίς να αποβάλλει τον περιουσιακό χαρακτήρα για τους συμβαλλομένους το σε κάθε στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού και να υπολογίζεται στο ενεργητικό ή το παθητικό της περιουσίας τους (Ολ. ΑΠ 31/1997). Εξάλλου, κατά την ΑΚ 455 ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση), ενώ κατά την ΑΚ 462 ο οφειλέτης έχει προς τον εκδοχέα τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε προς τον εκχωρητή και κατά την ΑΚ 466 εδ. α' δεν μπορεί να εκχωρηθεί απαίτηση, αν δανειστής και οφειλέτης συμφώνησαν το ανεκχώρητο. Τέλος κατά το άρθρο 463 παρ. 1 του ΑΚ "Ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ενστάσεις που είχε κατά τον εκχωρητή πριν από την αναγγελία". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, που έχει ως περιεχόμενο την εκχώρηση απαιτήσεων από τον προμηθευτή στον πράκτορα για την είσπραξή τους από τον τελευταίο, μπορεί μεν να αφορά και σε μη γεννημένες κατά το χρόνο της συμφωνίας απαιτήσεις, δεν επηρεάζει όμως, ενόψει του προβλεπόμενου με το άρθρ 2 παρ. 5 του ν. 1905/1990 ανισχύρου τυχόν συμφωνιών μεταξύ προμηθευτή και οφειλέτη για το ενεκχώρητο της απαιτήσεως, άλλες περαιτέρω συμφωνίες μεταξύ δανειστή (προμηθευτή - εκχωρητή και οφειλέτη), όπως η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις γέννησης, ληξιπροθέσμου και άσκησης των αξιώσεων του δανειστή κατά του οφειλέτη, από το λόγο ότι έχουν οι συμφωνίες αυτές ως παρακολουθηματική συνέπεια και το ανεκχώρητο των απαιτήσεων που θεμελιώνουν. Ειδικότερα, η αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 1905/1990, η οποία πρέπει να ερμηνευθεί στενώς, ακριβώς λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, ως άλλωστε και εκ της γραμματικής διατύπωσής της επιβάλλεται, συνηγορούντων προς τούτο και των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και εκείνης της ΑΚ 361, καταλαμβάνει μόνον τις ειδικές συμφωνίες μεταξύ προμηθευτή και οφειλέτη περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Είναι δε προφανές, ότι τέτοια "ειδική συμφωνία περί ανεκχωρήτου" δεν είναι η σύμβαση αλληλόχρεου (ανοικτού) λογαριασμού, αφού η τελευταία έχει άλλο, πολύ ευρύτερο, περιεχόμενο και άλλο συμβατικό σκοπό, όπως παραπάνω εκτέθηκε. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 1905/1990 δεν θίγει το κύρος υφιστάμενου αλληλόχρεου λογαριασμού, ούτε και το ανεκχώρητο των καταχωριζόμενων σε αυτόν πιστώσεων, που αποτελεί ουσιώδη εγγενή συνέπεια της συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, άνευ της οποίας θα κατέρρεε ολόκληρη η περί αλληλόχρεου λογαριασμού σύμβαση και θα επηρεαζόταν καίρια, μέχρι πλήρους ανατροπής της, η εξυπηρετούμενη από τον αλληλόχρεο λογαριασμό κύρια σύμβαση, χωρίς την βούληση του ετέρου των συμβαλλομένων με τις συμβάσεις αυτές, ήτοι της κύριας βασικής ενοχικής σύμβασης και της παρεπόμενης του αλληλόχρεου λογαριασμού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, απέρριψε τον με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας - εναγομένης στο Πρωτοδικείο προβληθέντα και με λόγω έφεσης στο Εφετείο επαναφερθέντα καταλυτικό της αγωγής της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ισχυρισμό (ένσταση) ότι οι αγωγικές αξιώσεις από τη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είχαν υπαχθεί, κατόπιν συμφωνίας της προμηθεύτριας - εκχωρήτριας με την αναιρεσείουσα - οφειλέτιδα, σε αλληλόχρεο λογαριασμό και λόγω απώλειας της αυτοτέλειάς τους και μη δυνατότητας μεμονωμένης επιδιώξεώς τους έχουν καταστεί και ανεκχώρητες, με την εξής σκέψη. "Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 1905/1990, οι συμβάσεις, που έχουν ως αντικείμενο την πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων, κατισχύουν των τυχόν συμφωνιών μεταξύ προμηθευτή και οφειλέτη περί ανεκχώρητου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Από τη ρύθμιση της διατάξεως αυτής προκύπτει σαφώς ότι, οσάκις ενάγεται ο οφειλέτης από τον πράκτορα των απαιτήσεων, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού την ύπαρξη συμφωνίας με τον προμηθευτή περί ανεκχωρήτου των απαιτήσεων. Περαιτέρω, από την χωρίς οποιαδήποτε διάκριση διατύπωση της ίδιας διατάξεως συνάγεται, ότι η αδυναμία προβολής του ανεκχώρητου καλύπτει όχι μόνο τις συμφωνίες που ρητώς προβλέπουν περί του ανεκχώρητου, αλλά και εκείνες, όπως η σύμβαση περί αλληλόχρεου λογαριασμού, που συνεπάγεται ως εκ του χαρακτήρα τους το ανεκχώρητο". 'Ετσι όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 1905/1990, καθ' όσον, όπως προεκτέθηκε ούτε από τη γραμματική ούτε από τη λογική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι το καθιερούμενο με αυτή ανίσχυρο, έναντι του πράκτορα - εκδοχέα της απαιτήσεως, της εκχωρήσεως αυτής, ως παρακολουθηματική συνέπεια μιας συμβατικής ρύθμισης αναφορικά με τα περιστατικά γέννησης, ληξιπροθέσμου και δικαστικώς επιδιωξίμου της απαιτήσεως, συμπαρασύρει το όλο περιεχόμενο της συμφωνίας και τις προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας ως προς την απαίτηση. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5634/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η συμφωνία προμηθευτή - εκχωρητή με τον πράκτορα - εκδοχέα, κατά το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 1905/1990 για το ανίσχυρο έναντι του εκχωρητή της συμφωνίας προμηθευτή - δανειστή με τον οφειλέτη - εναγόμενο περί το ανεκχωρητου, δεν επεκτείνεται στο ανίσχυρο του όλου περιεχομένου μιας συμφωνίας που καθορίζει τις προϋποθέσεις γέννησης, ληξιπροθεσμου και δικαστικής επιδιωξίμου της απαιτήσεως, όπως είναι η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού.
| null | null | 0
|
Αριθμός 668/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Νταντάμη, περί αναιρέσεως της 1489/2009 αποφάσεως του Πταισματοδικείου Αθηνών. Το Πταισματοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1448/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση .... αν με την απόφαση αυτή το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία .... (εδ. α'). Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 489 παρ. 1 περ. α' του αυτού Κώδικα, εκείνος που καταδικάστηκε έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του πταισματοδικείου αν με αυτή ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε πρόστιμο πάνω από τετρακόσια (400) ευρώ. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. τελ., αναίρεση κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Γ', Ε', ΣΤ' και Η'. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1, ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση, μπορεί να προταθούν μόνο: Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, Β) η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, Γ) η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, Δ) η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, Ε) η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ΣΤ) η παραβίαση του δεδικασμένου, Ζ) η καθ' ύλην αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που δίκασε και Η) η υπέρβαση εξουσίας. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος που καταδικάστηκε με απόφαση του πταισματοδικείου σε κράτηση 370 ευρώ, δεν προσβάλλεται με έφεση και μπορεί να ασκήσει κατά της τελειωτικής για την κατηγορία αυτής αποφάσεως, αναίρεση αλλά μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 504 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠΔ, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του αυτού Κώδικα, λόγος "της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα". Σε διαφορετική περίπτωση, αν η αναίρεση αναφέρεται σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, Χ, με την από 18-9-2009 αίτησή του, που υπογράφεται από τον παραστάντα στο Δικαστήριο της ουσίας πληρεξούσιο δικηγόρο του και επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Αρ. πρ. 7226/18-20) ζητεί την αναίρεση της 1489/2009 αποφάσεως του Πταισματοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε πρόστιμο τριακοσίων εβδομήντα (370) ευρώ, για παράβαση του άρθρου 40 παρ. 2 Ν. 1337/1983, σε συνδ. με το άρθρ. 458 ΠΚ. Ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται: 1) η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και 2) η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως. Με δεδομένα τα πιο πάνω και, δοθέντος ότι κάθε λόγος στηρίζει αυτοτελώς την αναίρεση, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που περιλαμβάνει το μη επιτρεπόμενο κατά της άνω αποφάσεως, λόγο, (από το άρθρο 510 παρ, 1 δ ΚΠΔ), είναι απαράδεκτη και, κατά το μέρος της αυτό, ως τέτοια, πρέπει να απορριφθεί (ΚΠΔ παρ. 1) ΚΠΔ). Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο λόγο της, πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1489/2009 απόφαση του πταισματοδικείου Αθηνών και από τα πρακτικά της δίκης, το άνω Δικαστήριο για να στηρίξει την καταδικαστική και προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 2 Ν. 1337/1983 σε συνδ. με άρθρ. 458 ΠΚ, για τον κατηγορούμενο, κρίση του, στο σκεπτικό της αποφάσεως διαλαμβάνονται, κατά λέξη, τα παρακάτω: "από όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος εκτέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως που κατηγορείτο και ειδικότερα, του ότι: "σύμφωνα με την από 2-7-2008 μηνυτήρια αναφορά των: 1) ...,2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., στην οποία διατυπώνεται ότι στις 2-7-2008 και κατά το χρονικό διάστημα από 04.00 ώρα έως και 05.00, ως υπεύθυνος εργοταξίου της εταιρίας ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε., είχε προβεί με συνεργείο της εταιρίας παράνομα στην κοπή δένδρων στην οδό ... και από την οδό ... ως την οδό ..., συγκεκριμένη πρόκειται α) για δένδρα μουριές που αποτελούσαν δενδροστοιχία, ηλικίας άνω των πενήντα (50) ετών και β) πεύκα, πικροδάφνες και άλλα δένδρα καθώς και θάμνους χωρίς την απαιτούμενη άδεια από την αρμόδια Πολεοδομική αρχή. Επίσης καταγγέλλουν ότι σε έλεγχο που διενήργησε Αστυνομικό όργανο επέδειξε κάποια άδεια της δασικής υπηρεσίας παρότι είχε την ιδιαίτερη γνώση του νόμου ότι εντός του οικιστικού ιστού της πόλης της Αθήνας, αρμόδια υπηρεσία για αδειοδότηση και διοικητικούς ελέγχους είναι η Πολεοδομική αρχή. Με την ενέργεια αυτή, όπως ισχυρίζονται στην καταγγελία τους, προσπάθησε να πετύχει τετελεσμένα γεγονότα ενόψει της ασκούμενης αίτησης αναιρέσεως αναστολής με προσωρινή διαταγή του ΣτΕ από την πλευρά τους, δηλαδή κατά παράβαση άρθρου 40 παρ. 2 Ν. 1337/83 σε συνδ. με άρθρο 458 Π.Κ.".
Ακολούθως, το δικάσαν Πταισματοδικείο καταδίκασε τον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο σε πρόστιμο τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Με τις διατάξεις δε του άρθρου 40 του Ν. 1337/1983 (επέκταση σχεδίων - οικιστικό - Ζώνες κ.λπ.), ορίζονται τα ακόλουθα: 1. Μέσα στα σχέδια πόλεων και οικισμών προ του 1923 και στις Ζ.Ο.Ε. απαγορεύονται οι εκσκαφές και επιχώσεις χωρίς άδεια της οικείας πολεοδομικής αρχής, εκτός αν η επερχόμενη μεταβολή περιλαμβάνεται σε εγκεκριμένες μελέτες. Αν εκτελούνται τέτοιες εργασίες χωρίς άδεια, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις αυθαίρετες κατασκευές. 2. Για την κοπή δένδρων, μέσα σε εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια ή τις Ζ.Ο.Ε. που δεν προστατεύονται από τις διατάξεις για την προστασία των δασών και των δασικών γενικά εκτάσεων, απαιτείται έκδοση άδειας από την οικεία πολεοδομική αρχή. Στους παραβάτες επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικα.
Όπως, όμως προκύπτει από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία, και αυτά το Δικαστήριο παραδεκτά επισκοπεί για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η κοπή των άνω δένδρων προβλεπόταν και πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους όρους και τα διαλαμβανόμενα στην εγκεκριμένη Μελέτη Περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου "Αναβάθμιση και εκσυγχρονισμός του σιδηροδρομικού διαδρόμου από το Σταθμό Πελοποννήσου στον Πειραιά μέχρι τις Τρεις Γέφυρες", η οποία έχει εγκριθεί με την 122.836,2-2-2004 Κ.Υ.Δ. (Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπ. Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων - Υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων - Υπ. Πολιτισμού - Υπ. Μεταφορών και Επικοινωνιών) και, μετά την υπ' αριθμ. 3520/2006 απόφαση του ΣτΕ, νέα Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (από έτους 2007), τροποποίηση της άνω Κ.Υ.Α., εκδοθείσας νέας, της 105043/10-6-2008, Κ.Υ.Α., που εγκρίθηκε, με την 1565/30-6-2008 απόφαση της Γ.Γ.Π. Αττικής. Κατά συνέπεια, για την κοπή των εν λόγω δένδρων, δεν απαιτείτο η έκδοση άδειας της πολεοδομίας, εφόσον αυτή έγινε σύμφωνα με τους όρους της εγκεκριμένης μελέτης. Επίσης, από την παρ. 2 της προαναφερόμενης διατάξεως, προκύπτει ότι η έκδοση άδειας από την πολεοδομία απαιτείται στην περίπτωση που η κατά δένδρων γίνεται μέσα σε εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, αρμόδια για χορήγηση σχετικής άδειας είναι η Δασική Υπηρεσία. Στην παρούσα δε περίπτωση, όπως προκύπτει από το άνω έγγραφο της εγκρίσεως, τα προς κοπή δένδρα βρίσκονταν εντός του καθαρά κατασκευαστικού τμήματος, δηλαδή μεταξύ των περιφράξεων εκατέρωθεν των νέων προς κατασκευή γραμμών. Η περιοχή αυτή, ήταν εκτός οικοπεδικών τετραγώνων των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων του Δήμου Αθηναίων και, αρμόδια αρχή, για τη χορήγηση της άδειας, ήταν η Διεύθυνση Δασών της Περιφέρειας Αττικής, η οποία και εξέδωσε την παραπάνω έγκριση, με βάση την οποία έγινε η κοπή των δένδρων.
Επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προεκτεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ενόψει αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός περί εσφαλμένης ερμηνείας δεύτερος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1489/2009 απόφαση του Πταισματοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη 1 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση Πταισματοδικείου καταδικαστική (σε μη εφέσιμη ποινή) για παράβαση του άρθρου 40 § 2 ν. 1337/1983, σε συνδ. προς άρθρο 458 ΠΚ. Η κοπή δένδρων έγινε με βάση εγκεκριμένη περιβαλλοντική μελέτη, από συναρμόδιους Υπουργούς. Δεν απαιτείτο να γίνει με άδεια της Πολεοδομίας, διότι ήταν εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, αλλά με άδεια της Διεύθυνσης Δασών Αθηνών, η οποία υπήρχε. Εσφαλμένη εφαρμογή από δικάσαν πταισματοδικείο, που απαίτησε προσκομιδή πολεοδομικής άδειας. Απαράδεκτος ο λόγος της αιτήσεως, για έλλειψη αιτιολογίας. Δεκτός ως βάσιμος ο λόγος για εσφαλμένη ερμηνεία. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Πταισματοδικείο
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πταισματοδικείο.
| 0
|
Αριθμός 651/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρούμπη-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 3731/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Ιουλίου 2009 (δύο) αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1104/09.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ' αριθμ. 3731/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο που τηρείται απ' τη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 3-7-2009 οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 άσκησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα τις υπ' αριθμ. εκθέσεις 46 και 47/10-7-2009 αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες ζητούν την αναίρεσή της. Επομένως οι αιτήσεις αυτές είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του αν ν. 1539/1938, όπως αντ. με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 263/1968, "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιονδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται αυτεπαγγέλτως δια φυλακίσεως τουλάχιστον (6) μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δραχμών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την πραγμάτωση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α) αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος, β) η κατάληψη να έγινε εν γνώσει του δράστη, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου, ότι πρόκειται για τέτοιο κτήμα και γ) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του δημοσίου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 71 παρ. 3 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως (η παρ. 3) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 του ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή αντί πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξηλωδών φυτών οιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλοεπιδράσεων, οργανικών ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους ξηλώδους βλαστήσεως και δυνάμενη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από την πρώτη απ' αυτές και που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποίησής του, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιές του προσιορίζονται στις παρ. 1,2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω ν.998/1979 και ενέργεια του υπαιτίου επί της εκτάσεως από τις ως άνω αναφερόμενες. Προκύπτει, επίσης, ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικώς το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη κάθε μορφής τη βεβαίωση ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους. Το δικαστήριο συνεπώς, που επιλαμβάνεται της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως ή της πρόκλησης βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης, οφείλει να ερευνήσει τη συνδρομή των ως άνω όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος γιατί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιές τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκλησξη βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Τέλος, κατά την παρ. 1 του άρθ. 268 του ν.δ. 86/1969, "ο οπωσδήποτε βλάπτων δάσος ή δασικήν έκτασιν ή προξενών οιανδήποτε φθοράν, ο άνευ αδείας υλοτομίας ή προκειμένου περί ατελών υλοτομιών, ο άνευ εγκρίσεως ή εγκαταστάσεως ή παρά τας υποδείξεις των αρμοδίων δασικών οργάνων, όπου απαιτούνται τοιαύτα, ή, προκειμένου περί μη δημοσίων δασών, ο άνευ αδείας και του ιδιοκτήτου ή του διακατόχου του δάσους, υλοτομιών, κατασκευάζων ή συλλέγων δασικά προϊόντα, εφόσον ειδικαί διατάξεις του παρόντος κώδικος δεν ορίζουν άλλως τιμωρούνται δια προστίμου ή κρατήσεως ή και δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων, εάν ουδεμία εκ της παραβάσεως επήλθε ζημία, ή η προξενηθείσα τοιαύτη δεν υπερβαίνει τας χιλίας δραχμάς". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "εάν η ζημία υπερβαίνει τας χιλίας δραχμάς, ο παραβάστης τιμωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 381 και 382 του ΠΚ. Ως επιβαρυντική περίπτωσις θεωρείται, εάν το δάσος είναι δημόσιον". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για άρση του καταλογισμού της αξιόποινης πράξης στο δράστη λόγω πραγματικής του πλάνης ή νομικής συγγνώστης πλάνης του πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανεξέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναίρεσης. Ακόμα, κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο, όμως έχει σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την οποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής και η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Η αναβολή ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, αλλιώς δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφαση με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ υποβληθέν αίτημα από τη συνήγορο του πρώτου τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για αναβολή της ποινικής δίκης εωσότου εκδώσει απόφαση η Διεύθυνση Πολιτικής Γης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας, για παραχώρηση σ' αυτόν της έκτασης (όλης ή μέρους της) που κατέλαβε παράνομα στις 22 και 23-4-2002, αναφέροντας ορθά ότι "ουδόλως εμποδίζεται η δυνατότητα της έκδοσης απόφασης από τη Διεύθυνση Πολιτικής Γης και η απόφαση αυτή δεν εξαρτάται από την έκδοση της αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου". Δηλονότι το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε κυριαρχικώς ότι δεν συντρέχει λόγος για αναβολή της ποινικής δίκης, όπου το αξιόποινο της κατάληψης των ως άνω δύο δημοσίων δασικών εκτάσεων από τον τότε πρώτο εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα δεν αίρεται από την πολύ μεταγενέστερη νόμιμη παραχώρηση τμήματος αυτών, χωρίς να προσδιορίζεται μάλιστα εκ μέρους εκείνου που ζήτησε την αναβολή ο χρόνος περατώσεως της σχετικής διοικητικής διαδικασίας.
Γι' αυτό η σχετική αιτίαση του πρώτου αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος του περί αναβολής της προκειμένης ποινικής δίκης από το Δικαστήριο της ουσίας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3731/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος αυθαιρέτως και χωρίς καμμία έγκριση του Ελληνικού Δημοσίου κατέλαβε στη δασική θέση "..." του δημοσίου δάσους ...: 1) στις 22-4-2002 δημόσια δασική έκταση 2.817,44 τ.μ και 2) στις 23-4-2002 δημόσια δασική έκταση 1569,16 τ.μ, που βρίσκονταν υπό συνεχή, αδιάλειπτη και αναμφισβήτηση κατοχή του δημοσίου, που με τα όργανά του επιτηρούσε. Την πρώτη έκταση εμβαδού 2.817,44 φύτευσε με κερασιές, ενώ τη δεύτερη έκταση εμβαδού 1.569,16 τ.μ. εκχέρσωσε με μηχάνημα έργων του δεύτερου κατηγορουμένου και διαμόρφωσε το έδαφός της, ασκούντος φυσική εξουσία σαν να ήταν κύριος της εκτάσεως, αν και ο ίδιος γνώριζε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα στην έκταση και έτσι κατέστη υπάιτιος του εγκλήματος της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίας δασικής εκτάσεως και της παράνομης εκχέρσωσης της παραπάνω δημόσιας δασικής έκτασης. Η έκταση καλυπτόταν από δάσος δρυός και βοηθούσε με την βλάστησή της αυτή τη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και την εξυπηρέτηση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος, την εκχέρσωσε δε ο πρώτος κατηγορούμενος με το μηχάνημα έργων υλοτομώντας, εκριζώνοντας και καταστρέφοντας την βλάστηση. Τέλος ο πρώτος κατηγορούμενος υλοτόμησε χωρίς άδεια της δασικής αρχής έξι τόνους καυσόξυλα δρυός από τη δεύτερη έκταση αξίας 235 ευρώ. Ο πρώτος κατηγορούμενος ενήργησε τις άνω πράξεώς του ο ίδιος με πρόθεση, δεδομένου ότι γνώριζε ότι πρόκειται για δημόσια δασική έκταση που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Να σημειωθεί ότι η ως άνω δασική έκταση των 2.814,44 τ.μ. με την υπ' αριθμ. 189/29-2-2003 απόφαση του γενικού γραμματέα περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που δημοσιεύθηκε στο 103/14-2-2003 ΦΕΚ, τεύχος τέταρτο κηρύχθηκε αναδασωτέα.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος: 1) της πράξης της κατάληψης δημόσιας δασικής έκτασης κατ εξακολούθηση, 2) της παράνομης εκχέρσωσης και 3) της παράνομης υλοτομίας. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος μετά από εντολή του πρώτου εκχέρσωσε χρησιμοποιώντας ερπυστριοφόρο φορτωτή ιδιοκτησίας του χωρίς άδεια της δασικής αρχής την ως άνω δασική έκταση εμβαδού 1.569,16 τ.μ, η οποία προηγουμένως καλυπτόταν από δάσος δρυός με σκοπό να αποκτήσει ο πρώτος κατηγορούμενος δικαιώματα νομής και κατοχής σ' αυτήν. Να σημειωθεί ότι ως ο άνω φορτωτής ανήκε κατά κυριότητα στον δεύτερο κατηγορούμενο και όχι στον Χ2 και συνεπώς ο ισχυρισμός του τελευταίου περί κυριότητας αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Συνεπώς ο 2ος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης ... . Στην προκειμένη περίπτωση, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων "ζήτησαν την απαλλαγή τους λόγω συγγνωστής νομικής και πραγματικής πλάνης", χωρίς να επικαλεσθείν άλλα συγκεκριμένα περιστατικά καθώς και τις ειδικές συνθήκες, συναφείς με την προσωπικότητα των κατηγορουμένων, τη γνώση και την ικανότητά τους που να θεμελιώνουν τη νομική έννοια της συγγνωστής νομικής και πραγματικής πλάνης. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αόριστοι και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν σαν τέτοιοι. Παρά την πιο πάνω προκύπτουσα αοριστία του ισχυρισμού των κατηγορουμένων οι ισχυρισμοί αυτοί είναι και ουσιαστικά αβάσιμοι, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν τις άνω πράξεις τους οι ίδιοι με πρόθεση, δεδομένου ότι γνώριζαν ότι πρόκειται για δημόσια δασική έκταση που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής (για το οποίο γίνεται ειδικότερα αναφορά παραπάνω) και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους περί νομικής και πραγματικής πλάνης κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για τις αξιόποινες πράξεις: α) της κατάληψης δημόσιας δασικής έκτασης κατ' εξακολούθηση, β) της παράνομης εκχέρσωσης και γ) της παράνομης υλοτομίας και ειδικότερα και κατά πιστή αναφορά του διατακτικού: "Τον 1ο κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στη δασική θέση "..." Δημοσίου Δάσους ... στις 23-4-2002 με περισσότερες από μία πράξεις διέπραξε περισσότερα από ένα εγκλήματα και ειδικότερα: α) κατέλαβε αυτογνωμόνως δημόσιο κτήμα που βρισκόταν υπό την αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου, ήτοι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο κατέλαβε αυθαίρετα 1.569,16 τ.μ δημόσια δασική έκταση που αναμφισβήτητα ανήκε στο Δημόσιο στην ως άνω δε έκταση φύτευσε κερασιές, β) εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση, ήτοι εκχέρσωσε χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας την προαναφερόμενη δασική έκταση, η οποία προηγουμένως καλυπτόταν από δάσος δρυός, με σκοπό να αποκτήσει δικαιώματα νομής και κατοχής στην έκταση αυτή και γ) υλοτόμησε παράνομα δασική έκταση, ήτοι υλοτόμησε χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας έξι (6) τόνους καυσόξυλα δρυός από την ως άνω έκταση, αξίας 235 ευρώ.
Κηρύσσει τον 1ο κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στις 22-4-2002, στη δασική θέση "..." του δημοσίου δάσους ... κατέλαβε αυτογνωμόνως δημόσιο κτήμα που βρισκόταν υπό την αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου, ήτοι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο κατέλαβε αυθαίρετα 2817,44 τ.μ. δημόσιας δασικής έκτασης, η οποία αναμφισβήτητα ανήκε στο Δημόσιο, στην ως άνω δε έκταση ο κατηγορούμενος φύτευσε κερασιές.
Κηρύσσει τον 2ο κατηγορούμενο ένοχο του ότι : στη δασική θέση "...", Δημοσίου Δάσους ..., στις 23-4-2002, εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση εμβαδού 1569,16 τ.μ. ήτοι ενεργώντας ύστερα από εντολή του πρώτου κατηγορουμένου χρησιμοποιώντας ερπυστριοφόρο φορτωτή εκχέρσωσε χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας την προαναφερόμενη δασική έκταση, η οποία προηγουμένως καλυπτόταν από δάσος δρυός, με σκοπό να αποκτήσει δικαιώματα νομής και κατοχής στην έκταση αυτή". Και τους επέβαλε στον μεν πρώτο αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για την α' πράξη, ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ για τη β' πράξη και ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για τη γ' πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών και συνολική χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, στο δε δεύτερο αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Περαιτέρω ως προς τον κοινό λόγο αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εκτίθενται τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δικ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν προκύπτει ότι ανεγνώσθησαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δικ. λόγον αναιρέσεως, διότι ούτως αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ποίο έγγραφο ανεγνώσθη και ελήφθη υπ' όψη, προς δε εις ποίο έγγραφο εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου, χωρίς βέβαια τα στοιχεία αυτά να απαιτείται να συμπίπτουν με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητος, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο ανεγνώσθη στη συγκεκριμένη δίκη και εδόθη η δυνατότης στον κατηγορούμενο να υποβάλει τις παρατηρήσεις και εξηγήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του. Άλλως, αν, ήτοι η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια και αναμφίβολα παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του το δικαστήριο για την ενοχή (ή αθωότητα) του κατηγορουμένου και υπάρχει απόλυτη ακυρότης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 3731/2008 απόφασή του κήρυξε ενόχους του κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες για τις πράξεις της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος, της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης και της παράνομης υλοτομίας και της επέβαλε τις σ' αυτήν αναφερόμενες για τον καθένα αυτών ποινές. Το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο για να καταλήξει στην εξενεχθείσα ως άνω περί ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κρίση του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, αποδεικτικών μέσων και ως έγγραφο "μία έκθεση αυτοψίας, καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ήτοι της υπ' αριθμ. 510/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας (εκκαλουμένης απόφασης), ένθα γίνεται λόγος για δύο εκθέσεις αυτοψίας, ήτοι τις από 22-4-2002 και 23-4-2002 των δασοπόνων ... και ..., ήτοι των μοναδικών εκθέσεων αυτοψίας που συνετάγησαν. Οι κατηγορούμενοι, χωρίς να έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση κατά την αποδεικτική διαδικασία τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά των δικαστηρίων αυτών, διατείνονται το πρώτον με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ότι εκ της αναφοράς στα πρακτικά του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι αναγνώσθηκε "μία έκθεση αυτοψίας" χωρίς να προσδιορίζεται ποία εκ των δύο που έχουν συνταχθεί συνέβη απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία, στο ακροατήριο με το να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο και να συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δύο εκθέσεις αυτοψίας, χωρίς να αναγνωσθούν και οι δύο. Παραβλέπεται όμως απ' αυτούς ότι έγινε ανάγνωση και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου αναφέρονται και οι δύο εκθέσεις αυτοψίας, που αναγνώσθηκαν στο Δικαστήριο εκείνο, χωρίς αυτοί να υποβάλλουν κάποια αντίρρηση ή παρατήρηση, όπως όφειλαν εάν είχαν τοιαύτη. Έτσι όμως είχε γίνει έκτοτε γνωστό το περιεχόμενο των μοναδικών εκθέσεων αυτοψίας και οι κατηγορούμενοι ως εκκαλούντες δεν στερήθηκαν κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος τους από τη συναξιολόγηση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και των δύο εκθέσεων αυτοψίας. Επομένως εκ του λόγου αυτού και μόνο (της αναφοράς ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου μία εκ των δύο εκθέσεων αυτοψίας και της συναξιολογήσεως και της άλλης που είχε αναγνωσθεί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως. Εξάλλου, με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης κατάληψης δημόσιας δασικής έκτασης κατ' εξακολούθηση και της παράνομης υλοτομίας την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 381, και 382 παρ. 2α ΠΚ, 23 παρ. 1 αν. ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του αν. ν. 263/1968 και άρθρο 268 παρ. 1 και 2 του δ/τος 86/1969, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Προσέτι η αιτίαση του πρώτου αναιρεσείοντος περί υπάρξεως ασάφειας και αντιφάσεων μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού ως προς την πράξη της παράνομης κατάληψης δημόσιας δασικής εκτάσεως, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθόσον τόσο στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράνομης κατάληψης δημοσίας δασικής έκτασης, κατ' εξακολούθηση, που βρισκόταν υπό την αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου αλλά και της παράνομης υλοτομίας δασικής έκτασης, τελεσθείσας σε βαθμό πλημμελήματος, υλοτομώντας χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας έξι (6) τόνους καυσόξυλα δρυός από τη δημόσια δασική έκταση των 1.569,16 τ.μ. αξίας 235 ευρώ. Εξάλλου το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε και συναξιολόγησε για να καταλήξει αυτό στην καταδικαστική κρίση του για τον πρώτο αναιρεσείοντα ως προς τα δύο ως άνω εγκλήματα, χωρίς να εκθέτει, αφού δεν είχε τέτοια υποχρέωση τι προέκυψε χωριστά από τα καθένα από αυτά. Πρέπει να επισημανθεί ότι η εκ περισσού και ιστορικά γενομένη αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης ότι η δασική έκταση των 2.814,44 τετ. μέτρων (μιάς εκ των δύο εδαφικών εκτάσεων που κατέβαλε αυτογνωμόνως ο πρώτος αναιρεσείων) κηρύχθηκε αναδασωτέα με τη μεταγενέστερη του χρόνου κατάληψής της (22-4-2002) υπ' αριθμ. 189/29-2-2003 απόφαση του γενικού γραμματέα περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που έχει νόμιμα δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 103/14-2-2003 τεύχος Δ') δεν καταρρίπτει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αυτογνώμονα λήψη της δημόσιας δασικής έκτασης από τον πρώτο αναιρεσείοντα πριν αυτή αποτελέσει τμήμα μεγαλύτερης δημόσιας δασικής έκτασης που κηρύχθηκε αναδασωτέα, ανεξαρτήτως του εάν με την απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε και το σχετικό διάγραμμα, που στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του ως άνω ΦΕΚ, υπάρχει αποτυπωμένο, απορριπτομένου έτσι του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσείοντος. Γι' αυτό η περί του αντιθέτου αιτίαση του πρώτου αναιρεσείοντος με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας λόγω της μεταγενέστερης της κατάληψης υπαγωγής της στην αναδασωτέα έκταση, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως (περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας) πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον ως προς το ζήτημα αυτό η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς. Αντίθετα όμως όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης για την οποία καταδικάσθηκε καθένας των αναιρεσειόντων με την προσβαλλόμενη απόφαση ως φυσικός αυτουργός, υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι την έκταση εμβαδού 1569,16 τ.μ, τμήματος της δημόσιας δασικής έκτασης στη θέση "..." του δημοσίου δάσους ..., ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων) εκχέρσωσε με μηχάνημα έργων του δευτέρου κατηγορουμένου, υλοτομώντας, εκριζώνοντας και καταστρέφοντας την βλάστηση, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) την ίδια ως άνω έκταση, μετά από εντολή του πρώτου εκχέρσωσε χρησιμοποιώντας ερπυστριοφόρο φορτωτή ιδιοκτησίας του χωρίς άδεια της δασικής αρχής, η οποία προηγουμένως καλυπτόταν από δάσος δρυός, με σκοπό να αποκτήσει ο πρώτος κατηγορούμενος δικαιώματα νομής και κατοχής σ' αυτήν. Παρά ταύτα στο διατακτικό της ιδίας απόφασης αναφέρεται ότι κηρύσσει τον 1ο κατηγορούμενο ένοχο του ότι "εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση, ήτοι εκχέρσωσε χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας την προαναφερόμενη δασική έκταση (των 1569,16 τ.μ.) με σκοπό να αποκτήσει δικαιώματα νομής και κατοχής στην έκταση αυτή", ενώ τον 2ο κατηγορούμενο κηρύσσει ένοχο του ότι "στη δασική θέση ... στις 23-4-2002 εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση εμβαδού 1.569,16 τ.μ, ήτοι ενεργώντας ύστερα από εντολή του πρώτου κατηγορουμένου χρησιμοποιώντας ερπυστριοφόρο φορτωτή εκχέρσωσε χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας την προαναφερόμενη δασική έκταση, η οποία προηγουμένως καλυπτόταν από δάσος δρυός, με σκοπό να αποκτήσει δικαιώματα νομής και κατοχής στην έκταση αυτή". Δηλονότι ενώ και στα δύο μέρη της προσβαλλόμενη απόφασης η παραδοχή είναι ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ενήργησε κατ' εντολή του πρώτου κατηγορουμένου δεν διασαφηνίζεται η συμμετοχική δράση, του πρώτου κατηγορουμένου, ήτοι εάν ενήργησε ως ηθικός αυτουργός ή ως συναυτουργός, ή εάν ενήργησε ως φυσικός αυτουργός, αφού δεν προσδιορίζεται το υποκειμενικό στοιχείο τέλεσης οιασδήποτε μορφών αυτών με συνδυασμό των αποδεικτικών μέσων από τα οποία αποδεικνύεται το στοιχείο αυτό της εγκληματικής δράσης. Περαιτέρω και ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο υπάρχει ασάφεια ως προς τη μορφή της τέλεσης απ' αυτόν του εγκλήματος της παράνομης εκχέρσωσης με την αναφορά στον με σκεπτικό ενήργησε την παράνομη εκχέρσωση με σκοπό να αποκτήσει ο πρώτος κατηγορούμενος δικαιώματα νομής και κατοχής σ'αυτήν, ενώ στο διατακτικό παραλείπεται να αναφερθεί ποιος σκόπευε να αποκτήσει δικαιώματα νομής και κατοχής στην έκταση αυτή.
Συνεπώς ως προς το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επιπλέον υπάρχει αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού δεν προσδιορίζεται, όπως προαναφέρθηκε, με σαφήνεια η αξιόποινη συμπεριφορά καθενός των αναιρεσειόντων. Με την αντίφαση αυτή η αιτιολογία καθίσταται ασαφής και ελλιπής ως προς τον τρόπο συμμετοχής καθενός των αναιρεσειόντων στη διάπραξη του προαναφερόμενου εγκλήματος. Πρέπει, επομένως να γίνουν δεκτοί ως προς την πράξη αυτή (παράνομη εκχέρσωση) ως βάσιμοι οι σχετικοί εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων (για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης).
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το μέρος που αναφέρεται στην ενοχή αμφοτέρων των αναιρεσειόντων για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκχέρσωσης, την επιβολή ποινής για την πράξη αυτή σε καθένα των αναιρεσειόντων τον καθορισμό συνολικής ποινής για τις πράξεις που κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος και του επιβλήθηκαν αντίστοιχες ποινές και ως προς την παρεπόμενη ποινή της δήμευσης του ερπυστριοφόρου φορτωτή τύπου CATERPILAR 963, με αριθμ. Πλαισίου ..., ως μέσου χρησιμοποιηθέντος κατά την τέλεση της πράξης της παράνομης εκχέρσωσης. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η αιτίαση εκ μέρους αμφοτέρων των αναιρεσειόντων ως προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το ως άνω μηχάνημα ανήκε στο δεύτερο αναιρεσείοντα και όχι στον ..., που αυτοί ισχυρίσθηκαν και πάλι υποστηρίζουν με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ανεξαρτήτως του ότι τούτο προβάλλεται και εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος χωρίς έννομο συμφέρον του, είναι απαράδεκτη ως προβάλλουσα την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (ειδικότερα ποίος ήταν κύριος του ως άνω ερπυστριοφόρου οχήματος), χωρίς να χρειάζεται να διαλάβει ειδικότερα από ποία αποδεικτικά μέσα πείστηκε ότι τούτο ανήκε στον δεύτερο αναιρεσείοντα και όχι στον εμφανισθέντα και εξετασθέντα ως μάρτυρα ... (θείο του δεύτερου αναιρεσείοντα) χωρίς την προσκόμιση όμως σχετικών δημοσίων εγγράφων από τα οποία αποδεικνυόταν πλήρως και έναντι πάντων η κυριότητα του τελευταίου και τα οποία παρείδε και δεν συναξιολόγησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας. Συνακόλουθα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα ως άνω μέρη της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3731/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα μόνο ως προς τα κεφάλαια περί ενοχής αμφοτέρων των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης, εμβαδού 1.569,16 τ.μ. κειμένης στη δασική θέση "..." του δημοσίου Δάσους ..., που φέρεται ότι τέλεσαν στις 23-4-2002, της επιβολής ποινής σε αμφότέρους τους κατηγορουμένους για την πράξη αυτή και της συνολικής ποινής στον πρώτο αυτών (Χ1) καθώς και ως προς τη δήμευση του κατασχεθέντος ερπυστριοφόρου φορτωτή, τύπου CATERPILAR 963, με αριθμ. πλαισίου ... . Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα ως άνω μέρη της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατάληψη δημοσίου κτήματος - Παράνομη εκχέρσωση και υλοτομία. Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Απόφαση αιτιολογίας για παράνομη εκχέρσωση από δύο κατηγορουμένους χωρίς να προσδιορίζεται η συμμετοχική δράση καθενός. Απόλυτη ακυρότητα επί της αναφοράς μόνο της μίας έκθεσης αυτοψίας αντί των δύο εκθέσεων αυτοψίας δεν επήλθε, αφού αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναφέρουν ότι αναγνώσθηκαν και οι δύο εκθέσεις αυτοψίας. Αναίρεση απόφασης μόνο για έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης για την παράνομη εκχέρσωση, σχετική ποινή, συνολική ποινή του ενός αναιρεσείοντος και ως προς τη δήλωση του χρησιμοποιηθέντος στην εκχέρσωση φορτωτή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Αναίρεση μερική, Κατάληψη δημοσίου κτήματος.
| 2
|
Αριθμός 648/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Χαρμάνη, περί αναιρέσεως της 1037/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ζ Χήρα Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρου της Βασίλειο Νιζάμη Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1564/09.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 9 Νεομβρίου 2009 αίτηση του Χ με την οποία ζητεί την αναίρεση της υπ'αριθμ.1037/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών με τριετή αναστολή για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως η κρινόμενη αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 302 παρ.1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράσης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ'αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μέσης συνέσεως και ευσυνείδητος άνθρωπος, που βρίσκεται υπό της ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη συνδυασμό με την πράξη ή την παράλειψη του. Περαιτέρω, όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προκλήθηκε εκ του αποτελέσματος, τότε για την κατ'αυτόν τον τρόπο τελούμενη ανθρωποκτονία από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνο των όρων του άρθρου 28 ΠΚ, αλλά και εκείνων του άρθρου 15 του ΠΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται , ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ύπαρξη τέτοιας ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως σε έγκλημα που τελείται από παράλειψη μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη του νόμου, ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε να προσδιορίζεται και ο επιτακτικός κανόνας του δικαίου από το οποίο πηγάζει.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρας, έγγραφα κ.λπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαιρούνται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμα, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο προς την κατηγορία, αλλά επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο και το συνήγορο του, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται παραδεκτοί και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογική κενή, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.1037/2009 απόφαση, μετά παραπομπή σ'αυτό της υπόθεσης με την υπ'αριθμ.926/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Αρείου Πάγου) που αναίρεσε την προηγούμενη υπ'αριθμ.83/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία (προσβαλλόμενη απόφαση) καταδικάσθηκε μόνο ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία (3) έτη, για ανθρωποκτονία από αμέλεια, τελεσθείσα με παράλειψη, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα σ'εκείνη κατ'είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν όσον αφορά τον αναιρεσείοντα τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Μύλοι Λούλη Α.Ε." διατηρεί στον όρμο ... του Δήμου ..., κυλινδρόμυλο άλεσης δημητριακών. Στον κυλινδρόμυλο αυτόν εργαζόταν ο Ψ και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ ως εργατοτεχνίτες (παραλείπτες τροφοδοσίας και καθαριστές) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ο Ψ εργαζόταν από 1.8.1980. Την εργασία του στον κυλινδρόμυλο την εκτελούσε σε βάρδιες. Στις 9.1.2002 η βάρδια του ήταν κατά τις ώρες από 15.00 έως 23.00. Στις 14.45 περίπου, εμφανίσθηκε στο χημείο των εγκαταστάσεων του κυλινδρόμυλου για να παραλάβει το βιβλίο των εντολών εργασιών. Από τον αρμόδιο χημικό (...) ενημερώθηκε ότι από το πρωί πραγματοποιείτο μεταφορά - άδειασμα σίτου από την κυψέλη (σιλό) Νο 23 στην κυψέλη Νο 27 και ότι αυτή η μεταφορά θα συνεχιζόταν και κατά τις απογευματινές ώρες που ενέπιπταν στη βάρδια του. Τι σιτάρι αδειάζει με φυσική ροή από το κέντρο του δαπέδου της χωρητικότητας 2.200 τόνων κυψέλης σίτου στον αλυσσομεταφορέα (ρέντλερ εξαγωγής) που βρίσκεται κάτω από την κυψέλη εντός των τούνελ, με δυναμικότητα αδειάσματος 300 τόνων την ώρα. Όταν το σιτάρι φθάσει σε σημείο να μην ρέει με φυσική ροή από την κεντρική εξαγωγή, ανοίγονται οι δύο πλευρικοί χειροκίνητοι σύρτες εξαγωγής κάτω από τον σκουπιστικό κοχλία εντός του τούνελ έξωθεν της κυψέλης ώστε να αδειάσει κάτω από τον κοχλία το σιτάρι. Στη συνέχεια τίθεται σε λειτουργία ο σκουπιστικός κοχλίας εκκένωσης ο οποίος περιστρέφεται αργά και συγκεντρώνει στην κεντρική εξαγωγή το εναπομείναν σιτάρι, το οποίο είναι περίπου 200 τόνοι, με δυναμικότητα 50 τόνων την ώρα. Όταν πλέον η κυψέλη έχει αδειάσει υπολείπεται μικρή ποσότητα σίτου, η οποία βρίσκεται πάνω στο δάπεδο της κυψέλης και σε ύψος περίπου 10 εκ., εισέρχεται από την ανθρωποθυρίδα που βρίσκεται περίπου 1 μέτρο πάνω από το δάπεδο ο χειριστής -καθαριστής έχοντας λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας (ζώνη ασφαλείας, σχοινί ασφαλείας, μάσκα, γάντια) ώστε να σκουπίσει την ποσότητα σίτου που παραμένει στην εσωτερική περιφέρεια της κυψέλης. Η λειτουργία της εγκατάστασης εμφανίζεται στους υπολογιστές που βρίσκονται στην αίθουσα ελέγχου με τη μορφή διαγραμμάτων ροής. Η κατάσταση κάθε μηχανήματος απεικονίζεται με διαφορετικό χρώμα. Όταν λειτουργεί κανονικά είναι πράσινο ανοιχτό και όταν παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα γίνεται κόκκινο, ενώ όταν δεν δουλεύει είναι γκρι. Τα συρτάρια έχουν προφανή ένδειξη στην οθόνη για το αν είναι ανοιχτά ή κλειστά. Σε όλη τη επάρκεια της διαδικασίας εκκένωσης δεν μπαίνει στην κυψέλη κανένας άνθρωπος. Αν όμως παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα ροής ή μηχανικό πρόβλημα εισέρχεται ζεμένος φέροντας την ζώνη ασφαλείας, μάσκα και γάντια ο ένας από τους δύο καθαριστές - χειριστές, αφού προηγουμένως τεθεί εκτός λειτουργίας όλη η γραμμή εκκένωσης. Ο δεύτερος των χειριστών βρίσκεται εκτός της κυψέλης στην ανθρωποθυρίδα εισόδου, φέρει τα μέσα προστασίας και είναι έτοιμος να παράσχει την οποιαδήποτε βοήθεια χρειαστεί ο συνάδελφος του. Η διαδικασία απεμπλοκής γίνεται με τη χρήση κονταριού μήκους 4 μέτρων και σκαλίζοντας περίπου στο κ της κυψέλης (άνωθεν της οπής απορροής), ώστε να σπάσουν οι σβόλοι εμποδίζουν την απορροή του σιταριού. Την ημέρα αυτή ο Ψ εργαζόταν στην παραπάνω κυψέλη Νο 23 μαζί με τον δεύτερο των κατηγορουμένων, Χ. Μετά την ανάληψη της βάρδιας ο Ψ μαζί με τον δεύτερο των κατηγορουμένων βρίσκονταν στην αίθουσα ελέγχου, όταν εμφανίσθηκε στην οθόνη το πρόβλημα της αδυναμίας απορροής από την κυψέλη Νο 23 λόγω σχηματισμού σβόλων. Το φαινόμενο σχηματισμού σβόλων οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη θερμοκρασία και σε αυξημένη υγρασία του σιταριού καθώς και στη μη ανακύκλωση του. Η σβολοποίηση προκάλεσε εμπλοκή στην ομαλή ροή προς την έξοδο του σίτου και αρκετές φορές σταμάτημα της απορροής. Τότε ο δεύτερος των κατηγορουμένων μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή σταμάτησε την τροφοδοσία με το κλείσιμο του κεντρικού συρταριού και οι δύο εργαζόμενοι πήγαν μαζί στην ως άνω κυψέλη. Ανέβηκαν από την ανθρωποθυρίδα και χωρίς να φορέσουν μάσκα ή ζώνη ασφαλείας παρά δεμένοι μονάχα με σχοινί άρχισαν εναλλάξ το σκάλισμα του σιταριού με το κοντάρι στο κέντρο της κυψέλης, ώστε να σπάσουν οι σβόλοι που είχαν σχηματισθεί. Πραγματοποίησαν την εργασία αυτή δύο (2) φορές. Στις 16.40 μ.μ., περίπου ακούστηκε μία σειρήνα που σήμαινε ότι γέμισε το αμπάρι που είχε θέσει σε λειτουργία η προηγούμενη βάρδια. Τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος βγήκε έξω από την κυψέλη και μετέβη στην αίθουσα ελέγχου για να θέσει σε λειτουργία πρόγραμμα μεταφοράς σίτου στο μύλο από άλλη κυψέλη, αφήνοντας τον Ψ μέσα στην κυψέλη πίσω του. Ο τελευταίος (Ψ) είπε στον πρώτο ότι θα βγει και αυτός από την κυψέλη και ότι θα τον περιμένει έξω από την κυψέλη 23 μέχρι να επιστρέψει, προκειμένου να συνεχίσουν μαζί την εργασία τους στην ίδια κυψέλη. Στις 16.48 ο δεύτερος εναγόμενος, όπως προκύπτει από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, έδωσε εντολή μεταφοράς σίτου στο μύλο από την κυψέλη Β15 στην κυψέλη Β5. Επίσης αυτός έθεσε σε λειτουργία το ρέντλερ εξαγωγής της ίδιας παραπάνω κυψέλης Νο 23 προκειμένου να διαπιστώσει αν είχε πετύχει το ξεκόλλημα και η κατά το μεγαλύτερο μέρος αποσβολοποίηση του σίτου με την προηγούμενη εργασία τους. Όμως ο Ψ μετά την απομάκρυνση του δευτέρου των κατηγορουμένων δεν εξήλθε της κυψέλης αλλά παρέμεινε εντός αυτής και χωρίς να περιμένει τον συνεργάτη του δεύτερο κατηγορούμενο έξω από την κυψέλη, όπως του είχε πει, χωρίς να φορέσει μάσκα, γάντια, ζώνη ασφαλείας και χωρίς να προσδεθεί με το σχοινί ασφαλείας, προσπάθησε να συνεχίσει την εργασία απεμπλοκής μόνος του, με αποτέλεσμα, όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος έθεσε σε λειτουργία το ρέντλερ εξαγωγής της κυψέλης, ν' απορροφηθεί από το σιτάρι και ν' αποβιώσει λόγω ασφυξίας συνεπεία αποφράξεως των αεροφόρων οδών από κόκκους σίτου. Το ατύχημα και συνακόλουθα ο θανάσιμος τραυματισμός του Ψ υπό τις συνθήκες που πραγματοποιήθηκε οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του δευτέρου κατηγορουμένου και του ίδιου του θανόντος. Η αμέλεια του δευτέρου των κατηγορουμένων συνίσταται στο ότι αυτός ως από κοινού εργαζόμενος με τον Ψ 1) απομακρύνθηκε από την είσοδο της κυψέλης μεταβάς στην αίθουσα ελέγχου, όπου έθεσε σε λειτουργία τη γραμμή εκκένωσης, χωρίς να ελέγξει αν ο πρώτος είχε προηγουμένως απομακρυνθεί και αυτός εκτός της κυψέλης αλλά αρκέστηκε στη διαβεβαίωση του τελευταίου ότι θα τον περιμένει έξω από την κυψέλη και 2) από έλλειψη προσοχής και επιμέλειας που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν αντελήφθη ότι ο Ψ ήταν υπό την επήρεια του αλκοόλ, δεδομένου ότι στο αίμα του βρέθηκε αλκοόλη σε ποσοστό 0,85%, που επηρεάζει αισθητά την ικανότητα αντίληψης και βάδισης αυτού, και η επήρεια του αλκοόλ ήταν εμφανής και για το λόγο αυτόν έπρεπε να μη δίνει πίστη στη διαβεβαίωση του τελευταίου ότι θα τον περιμένει έξω από την κυψέλη και αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) ενόψει των προσωπικών ιδιοτήτων, των γνώσεων και ικανοτήτων του, λόγω του επαγγέλματος του (εργατοτεχνίτης), είχε τη δυνατότητα να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, δεδομένου ότι εργάσθηκαν μαζί στην ίδια εργασία της απεμπλοκής του σίτου στην ίδια κυψέλη για αρκετές ώρες. Ο θανών Ψ συνέβαλε στην επέλευση του ατυχήματος και του θανάτου του, επειδή παρά τις ρητές οδηγίες που είχε από τον Πρόεδρο και εντεταλμένο σύμβουλο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μύλοι Λούλη Α.Ε.", Θ και τον πρώτο κατηγορούμενο Φ, στον οποίο είχε ανατεθεί η διεύθυνση του κυλινδρόμυλου και είχε ορισθεί ως αποκλειστικά υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, και παρά το ότι για 22 χρόνια έκανε αυτήν την εργασία και γνώριζε τους κινδύνους και τα μέτρα που έπρεπε να τηρήσει ο ίδιος, 1) δεν εξήλθε από την κυψέλη αλλά παρέμεινε χωρίς να περιμένει την άφιξη του δευτέρου κατηγορουμένου, προκειμένου να εισέλθουν μαζί σ' αυτήν, 2) δεν φόρεσε αντισφυξιογόνο μάσκα, γάντια και ζώνη ασφαλείας και 3) βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, δεδομένου ότι στο αίμα του βρέθηκε αλκοόλη σε ποσοστό 0,85%, που επηρεάζει αισθητά την ικανότητα βάδισης αυτού (βλ. την υπ' αριθμ. 879/26.3.2002 έκθεση εξέτασης αίματος για προσδιορισμό αλκοόλης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ). Επίσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ έζησε έως το χρόνο που τέλεσε την ανωτέρω πράξη, έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά επαγγελματική ζωή....Κατ'ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθεί...ένοχος ο δεύτερος Χ, της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που του αποδίδεται, με την ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, ανεξάρτητα από τη συνυπαιτιότητά του παθόντος Ψ".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα στο ότι : "Στις 9-1-2002 στον όρμο ... (του Δήμου ...) από έλλειψη της προσοχής του την οποία όφειλε από τις περιπτώσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την πράξη του και προκάλεσε το θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα ως χειριστής-εργαζόμενος της ανώνυμης εταιρείας "ΜΥΛΟΙ ΛΟΥΛΗ Α.Ε.", στην οποία ανήκει ο ευρισκόμενος στον παραπάνω τόπο κυλινδρόμυλος, δεν έλαβε, ως όφειλε, τα απαιτούμενα μέτρα για την τήρηση της διαδικασίας αδειάσματος σίτου από τα μεταλλικά σιλά του κυλινδρόμυλου, σύμφωνα με την οποία συμμετέχουν πάντα δύο εργαζόμενοι που φέρουν ζώνη ασφαλείας, είναι δεμένοι με σχοινί ασφαλείας και φορούν μάσκα και γάντια και κατά την παρουσίαση μηχανικής βλάβης μόνον ο ένας εξ αυτών εισέρχεται εντός της κυψέλης φέροντας τη ζώνη ασφαλείας και εφοδιασμένος με μάσκα προσώπου και γάντια και μόνον εφόσον τεθεί εκτός λειτουργίας όλη η γραμμή εκκένωσης του σίτου, ενώ ο έτερος εργαζόμενος περιμένει στην είσοδο της κυψέλης έτοιμος να παράσχει βοήθεια στο σύναδελφο του και (στη συγκεκριμένη περίπτωση) κατά τη διαδικασία αδειάσματος σίτου από τη Νο 23 μεταλλική κυψέλη και μεταφορά του στη Νο 27 και ενώ παρουσιάσθηκε πρόβλημα απορροής του σίτου εισήλθε ο εργαζόμενος Ψ εντός της κυψέλης Νο 23 χωρίς να φέρει τα ατομικά μέσα προστασίας-μάσκα και σχοινί διάσωσης-προκειμένου να απεμπλέξει το σιτάρι, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) που συνέδραμε στην εκτέλεση της βάρδιας του ως άνω εργαζόμενο, απομακρύνθηκε από την είσοδο της κυψέλης και έθεσε σε λειτουργία τη γραμμή εκκενούσης, πιστεύοντας ότι ο ως άνω εργαζόμενος είχε απομακρυνθεί εκτός αυτής, με αποτέλεσμα να καταβυθιστεί ο Ψ εντός του σίτου και να υποστεί ασφυξία της οποίας επήλθε ο θάνατός του. Δέχεται ότι ο κηρυχθείς ένοχος κατηγορούμενος Χ έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενική κοινωνική ζωή. Τέλος, του επέβαλε την ως άνω αναφερόμενη ποινή φυλάκισης.
Με τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος τελικά μόνο ο αναιρεσείων [(μετά την ευνοϊκή δικαστική εξέλιξη για τους άλλους δύο αρχικά συγκατηγορούμενους του (Θ και Φ)], ούτε στερείται αυτή νομικής βάσιμης. Ειδικότερα η μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος που συνέβαλε στην ετελευση στο θάνατο του Ψ, ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, προσδιορίζεται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στο ότι έθεσε σε λειτουργία τη γραμμή εκκένωσης-αδειάσματος σίτου στην κυψέλη Νο 23 του κυλινδρόμυλου της ανώνυμης εταιρείας "ΜΥΛΟΙ ΛΟΥΛΗ Α.Ε." που βρίσκεται στον όρμο ... του δήμου ..., χωρίς, να ελέγξει που βρισκόταν ο άλλος μετ'αυτού εργαζόμενος στην ίδια εργασία από τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες τις ίδιας ημέρας Ψ, και ειδικότερα αν είχε εξέλθει της κυψέλης αυτής ή ήταν εντός αυτής, με αποτέλεσμα ο τελευταίος που βρισκόταν εντός της κυψέλης κατά την ώρα επανέναρξης της λειτουργίας εκκένωσης-απορροής του σίτου, να καταβυθισθεί εντός του σίτου και να υποστεί ασφυξία συνεπεία της οποίας επήλθε ο θανατός του. Δεν ασκεί δε κάποια επίδραση στον καταλογισμό της συντρέχουσας αμέλειας στον αναιρεσείοντα το περιστατικό της προσωρινής εξόδου ή μη του θανόντος από τη κυψέλη Νο 23, όπου επήλθε το θανατηφόρο ατυχήμα, αλλά η αμέλεια του προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση στο ότι έθεσε σε επαναλειτουργία, που είχε προσωρινά διακοπεί για να εκτελέσει αυτός (αναιρεσείων) αλλού άλλη εργασία, τη γραμμή εκκένωσης ανέλεγκτα ως προς που βρίσκεται ο εργαζόμενος μαζί του στον ίδιο χώρο Ψ και ειδικότερα χωρίς έρευνα αν ήταν μέσα στην κυψέλη που βρισκόταν και πριν την προσωρινή διακοπή της λειτουργία της γραμμής εκκένωσης της κυψέλης Νο 23. Η ως άνω αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του τελεσθέντος από τον αναιρεσείοντα εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, δηλονότι τη μη συνειδητή αμέλεια του αναφέρεται όμοια στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ στο σκεπτικό αναφέρεται πρόσθετα, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας ή να καθίσταται χειρότερη η θέση του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως περιστατικό που ενισχύει την επίδειξη απ'αυτόν μη συνειδητής αμέλειας του το ότι "δεν αντελήφθη ότι ο Ψ ήταν υπό την επήρεια του αλκοόλ, δεδομένου ότι στο αίμα του βρέθηκε αλκοόλη σε ποσοστό 0,85%, που επηρεάζει αισθητά την ικανότητα αντίληψης και βάδισης αυτού, και η επήρεια του αλκοόλ ήταν εμφανής και για το λόγο αυτό έπρεπε να μη δίνει πίστη στη διαβεβαίωση του τελευταίου ότι θα τον περιμένει έξω από την κυψέλη και αυτός (αναιρεσείων) ενόψει των προσωπικών ιδιοτήτων, των γνώσεων και ικανοτήτων του, λόγω του επαγγέλματός του (εργατοτεχνίτης) είχε τη δυνατότητα να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, δεδομένου ότι εργάσθηκαν μαζί στην ίδια εργασία της απεμπλοκής του σίτου στην ίδια κυψέλη για αρκετές ώρες". Η τοιαύτη πρόσθετη αιτιολογία περί κατάστασης μέθης του θύματος και εντεύθεν υποχρέωσης επίδειξης εκ μέρους του αναιρεσείοντος μεγαλύτερης επιμέλειας, που αναφέρεται μόνο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι αντιφατικό της προηγούμενης κατά την οποία η μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος εντοπίζεται στο ότι έθεσε σε επαναλειτουργία τη γραμμή εκκένωσης του σίτου της κυψέλης Νο 23 ανέλεγκτα ως προς το που βρίσκεται ο μετ'αυτού εργαζόμενος θανών Ψ και να αποκλείσει ότι βρίσκεται μέσα στην κυψέλη, ώστε να μη επέλθει το θανατηφόρο αποτέλεσμα με την καταβύθιση του εντός του σίτου σε όποια πνευματική κατάσταση και αν βρισκόταν και την επέλευση του θανάτου του από ασφυξία. Εντεύθεν δεν στερείται νόμιμης βάσης η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω της ως άνω αιτιολογίας που παραδεκτά περιέχεται στο σύνολό της στο σκεπτικό αυτής και κατέστη εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ότι ορθώς εφαρμόσθηκαν στην κρινόμενη υπόθεση οι διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ . Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ειδικότερα με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη της νομίμως παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, για αναίρεση της υπ'αριθμ.1037/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης. Αναφορά περιστατικών μη συνειδητής αμέλειας. Περισσότερα στο σκεπτικό από εκείνων του διατακτικού. Δεν στερείται η απόφασης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ούτε νόμιμης βάσης. Λόγοι αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (στέρηση νόμιμης βάσης). Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων και αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 650/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 43753/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1705/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 30/20.1.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 1-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της υπ'αριθμ. 43753/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Εκ της διατάξεως του αρθρ. 341 § 2 εδ. δ' Κ.Π.Δ., εφαρμοζόμενης αναλόγως και στην κατ' έφεση δίκη, συμφώνως προς το αρθρ. 501 § 1 του ιδίου Κώδικα, και οριζούσης ότι η αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας εισάγεται, χωρίς κλήτευση του αιτούντος, στην πρώτη δικάσιμο του δικάσαντος δικαστηρίου, "το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα", συνδυαζόμενης και προς την διάταξη του αρθρ. 546 § 2 Κ.Π.Δ., κατά την οποία "αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται, ένδικο μέσο", συνάγεται σαφώς ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας δεν υπόκειται εις αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση κατ' ουσίαν ή ως απαράδεκτη. Η διάταξη αυτή, ως ειδική, κατισχύει της διατάξεως του αρθρ. 476 § 2 Κ.Π.Δ., με την οποία ορίζεται ότι κατά της απορριπτούσης το ένδικο μέσο (προς το οποίο προσομοιάζει και η αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας) ως απαράδεκτο αποφάσεως επιτρέπεται μόνο αναίρεση (ΑΠ 1037/2000, εις ΠΧ/ΝΑ/255, ΑΠ 1834/2002, εις Ποιν.Δικ/2003/357, ΑΠ 2332/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της ανωτέρω αποφάσεως, δια της οποίας απερρίφθη η αίτηση του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαδικασίας κατά την οποία εξεδόθη η υπ' αριθ. 39024/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεση του κατά της υπ'αριθμ. 12321/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά αποφάσεως μη υποκείμενης εις το εν λόγω ένδικο μέσο, και πρέπει να απορριφθή και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω Να απορριφθή η από 1-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της υπ'αριθμ. 43753/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 19 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και ορίζει ότι η αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας εισάγεται χωρίς να κλητευθεί ο αιτών στην πρώτη δικάσιμο του δικαστηρίου που δίκασε "το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα", συνδυαζομένη και προς τη διάταξη του άρθρου 546 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, κατά την οποία "αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο", συνάγεται σαφώς ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας δεν υπόκειται σε αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση κατ' ουσίαν ή ως απαράδεκτη. Η διάταξη αυτή, ως ειδική, κατισχύει της διατάξεως του άρθρου 476 παρ. 2 του ΚΠΔ, με την οποία ορίζεται ότι κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο (προς το οποίο προσομοιάζει και η άνω αίτηση ακυρώσεως) ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
2. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 1-12-2009 ενώπιον του Γραμματέως του Πλημ/κειου Αθηνών (βλ. 101/1-12-2009 έκθεση) και στρέφεται κατά της 43753/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε, απόντος τούτου, η 39024/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά της 12321/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών. Συνεπώς, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται σε αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 Κ.Π.Δ.), ενόψει του ότι κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος δικηγόρος του (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 101/1-12-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 43753/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η απόφαση που απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας (341 ΚΠΔ), κατ' ουσίαν ή ως απαράδεκτη δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 2355/2009, ΑΠ 463/2008). Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 647/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 341/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενο τον ....
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1590/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 67/9.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1α ΚΠΔ, την με αριθμό 82/22-9-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατά της με αριθμό 341/24-6-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 12 ετών και 5 μηνών και χρηματική ποινή 15.000 € για τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και της παράβασης του Ν. 3386/05 και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148, 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση αναίρεσης να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί. Ειδικότερα για να είναι σαφής και ωρισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης, η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 19/2001, ΑΠ 1922/07, ΑΠ 1840/07).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα, ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο, ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, στην έκθεση αναίρεσης, ο αναιρεσείων δηλοί κατά λέξη ότι "ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό 341/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεσθεί προσθέτους αλλά και για το νόμιμο και βάσιμο λόγο της ελλείψεως ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, κατ' άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ.
Με αυτό το περιεχόμενο όμως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, λόγω πλήρους αοριστίας του αναιρετικού λόγου που προβάλλεται δι' αυτής. Συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται ποιές είναι οι ασάφειες και οι ελλείψεις στην αιτιολογία της απόφασης και σε σχέση με ποιά πραγματικά περιστατικά.
ΙΙΙ. Επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η με αριθμό 82/22-9-2009 αίτηση αναίρεσης του ... κατά της με αριθμό 341/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα 25 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από το με ημερομηνία 16.2.2010 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Β' Τύπου Μαλανδρίνου, ..., ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αναιρεσείων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στην δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικώς στα άρθρα 510 και 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρα 476 και 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή εις άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτων λόγων. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει, εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλ' αυτή δεν είναι ειδική, να διευκρινίζεται, επί πλέον, εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ήτοι ποίες οι τυχόν ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη υπ' αριθμ. 82/22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 341/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης, με την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών και παράβαση άρθρου 83 παρ. 1α Ν. 3386/2005, σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ. Στην αίτηση αυτή αναιρέσεως, ο αναιρεσείων "εδήλωσε ότι ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 341/2009..........για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεσθεί προσθέτως, αλλά και για τον νόμιμο και βάσιμο λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ"..... "και επιφυλάσσεται εντός της τακτής προθεσμίας να υποβάλλει ενώπιόν μας τους προσθέτους λόγους". Ούτως όμως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ουδένα σαφή και ορισμένο λόγο περιέχει σε σχέση με την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, η αίτηση λόγω της αοριστίας της είναι απαράδεκτη και πρέπει ως τοιαύτη να απορριφθεί, μετά και την ειδοποίηση του ιδίου του αναιρεσείοντος, κατά την επί του φακέλλου σημείωση του αρμοδίου Γραμματέως, και την μη εμφάνισή του, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 82/22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 341/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες πλημμέλειες σε σχέση με ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της πληττόμενης αποφάσεως. Δεν αρκεί η νομική ορολογία των άρθρων 510 § 1 Δ΄ και 989 δ΄ ΚΠΔ. Απορρίπτει αναιρετικώς αόριστη (απαράδεκτη) -.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 646/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κύτεα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπουλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 26138/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1675/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, αν απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 26138/2009 απόφασης του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανελέγκτως ότι: "Ο κατηγορούμενος στην ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΕ" παραβίασε την προθεσμία καταβολής χρεών αυτής προς το Δημόσιο, που είχαν βεβαιωθεί από την Κ'ΔΟΥ και δεν κατέβαλε τα χρέη. Ειδικότερα: 1) ποσό 277,52 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες δόσεις ενώ παρήλθε η προθεσμία καταβολής τελ. δόσης την 31-12-2001 και αφορούσε Φ.Π.Α 2) ποσό 242,05 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες δόσεις ενώ παρήλθε η προθεσμία καταβολής τελ. δόσης την 31-12-2001 και αφορούσε Φ.Π.Α. 3) ποσό 134,42 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες δόσεις ενώ παρήλθε η προθεσμία καταβολής τελ. δοσης την 31-12-2001 και αφορούσε Φ.Π.Α 4) ποσό 3256,16 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ την 31-12-2003 και αφορούσε οφειλόμενα τέλη 5) ποσό 2170,78 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί εφ' άπαξ την 31-1-2003 και αφορούσε οφειλόμενο τέλη 6) ποσό 21.303 ευρώ, που έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ την 31-1-2003 και αφορούσε οφειλόμενα τέλη και 7) ποσό 13.314,38 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί εφ' άπαξ την 31-1- 2003, δηλαδή συνολικό ποσό 40 698,31 ευρώ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση για το ανωτέρω ποσό, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης και το κάθε επί μέρους κονδύλιο περιγράφεται στον πίνακα που επισυνάπτεται στην απόφαση αυτή, γιατί σε κάθε περίπτωση καθυστέρησε κατά τα ανωτέρω και δεν κατέβαλε σε χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών απ' όταν έπρεπε τα παραπάνω χρέη να καταβληθούν (άρθρο 34 παρ. 1 ν. 3220/2004 και 98 παρ. 2 ΠΚ). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα με στοιχεία 1,2,3 και 11 οφειλόμενα ποσά, στον πίνακα που επισυνάπτεται στην παρούσα, τα κατέβαλε ο κατηγορούμενος μετά τη βεβαίωσή του ήτοι κατέβαλε: 1) 277,96 που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες δόσεις και η τελευταία δόση έπρεπε να καταβληθεί την 31-12-2001, 2) ποσό 311,82 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες και η τελευταία δόση έπρεπε να καταβληθεί την 31-12-2001 3) ποσό 405,45 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες δόσεις και η τελευταία δόση έπρεπε να καταβληθεί την 31-12-2001 και 4) ποσό 436,11 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 5 μηνιαίες δόσεις και η τελευταία δόση έπρεπε να καταβληθεί την 29-8-2003 ενώ η τρίτη την 30-6-2003 και πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τις μερικότερες αυτές πράξεις. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην ανωτέρω πράξη από όχι ταπεινά αίτια αλλά λόγω οικονομικής του αδυναμίας να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά, όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι επιχείρησε να μειώσει τις συνέπειες αυτές, με την καταβολή του παραπάνω ποσού. Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ και του επιβληθεί ελαττωμένη ποινή κατ' άρθρο 84 περ. δ ΠΚ". Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 2 ΠΚ, 25 εδ. Ι, 2, 3 ν. 1882/ 1990 όπως αντικ. με αρθρ. 23 ν. 2523/1997, 14 παρ. 2 ν. 2948/2001 και αρθρ. 34 παρ. 10 ν.3220/2004, τις οποίες ορθά εφήρμοσε. Το δε πόρισμα της απόφασης, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού, δεν είναι ασαφές που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που συγκροτούν το άνω έγκλημα, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναφορά του περιεχομένου και η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, και ως εκ τούτου η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει σε ποια στοιχεία στηρίχτηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη, όπως αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη τη διάταξη με την οποία εχώρησε στην εκδίκαση της εφέσεως του ερήμην του αφού νομίμως εχώρησε η μετά κλήτευση του και αναβολή εκδίκασης της εφέσεως κατ' ουσίαν (αρθρ. 501 παρ. 4 Κ.Π.Δ). Περαιτέρω από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι διαλαμβάνονται οι διατάξεις βάσει των οποίων κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως αυτές ειδικότερα αναφέρονται ανωτέρω, άλλωστε δε και αν δεν είχαν παρατεθεί, μετά την κατάργηση της περ. Θ' του άρθρου 510 παρ. Ι ΚΠΔ, η μη παράθεσή τους δεν συνιστά λόγο αναίρεσης. Εξάλλου η αιτίαση ότι δεν αναφέρεται το είδος των χρεών είναι αβάσιμη αφού από την επισκόπηση του διατακτικού, στο οποίο διαλαμβάνεται ο πίνακας των χρεών, προκύπτει το είδος εκάστου χρέους, ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι προέρχονται από παίγνια δεν προεβλήθη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν είναι από τεχνικά παίγνια που επιτρέπονται ούτε με την αίτηση κάνει λόγο περί τοιούτων παιγνίων οπότε τα τέλη θα είχαν επιβληθεί παράνομα και δεν θα οφείλοντο από αυτόν. Έτσι και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Όθεν οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Η' λόγοι αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας είναι αβάσιμοι συνακολούθως δε και η αίτηση αναίρεσης, η οποία πρέπει αν απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 89/20-11-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της 26138/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρέη προς το Δημόσιο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του εγκλήματος αυτού. Είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα. Για τη βεβαίωση αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα κατ' είδος χωρίς ειδικότερη αναφορά τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 645/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2037/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1669/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 66/09.02.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, την προκείμενη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το με αριθμό 2037/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών τους: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκου ...για να δικασθούν ως υπαίτιοι απάτης κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 150.000 ΕΥΡΩ η πρώτη και ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή ο δεύτερος (ήτοι για παράβαση των άρθρων 13 εδ. στ, 46 παρ. 1α, 386 παρ. 1, 3 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950 όπως ισχύει σήμερα μετά την αντικατάστασή του με τα άρθρα 4 παρ. 5 Ν. 1738/1987, 2 Ν. 1877/1990, 36 παρ. 1 Ν. 2172/1993 και 4 παρ. 3α Ν. 2408/1996).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού η πρώτη των κατηγορουμένων, άσκησε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Δημητρίου Παρασκευόπουλου (κατόπιν της από 9/11/2009 εξουσιοδότησης) με δήλωσή της στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την με αριθμό 208/13-11-2009 αίτηση αναίρεσης.
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. 3-4 ΚΠΔ, που προστέθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 7 Ν. 1738/1987 "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950 η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο των Εφετών. Δια το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών να αποφαίνεται σε μια τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης, που της δόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την άσκηση της ποινικής δίωξης και από τον ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το Συμβούλιο κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει ότι δεν θεμελιώνεται το προβλεπόμενο από το άρθρο 1 Ν. 1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως όταν κριθεί ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Στην τελευταία περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών οφείλει, αφού δώσει, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που κατά την κυριαρχική του κρίση προέκυψαν, τον ορθό χαρακτηρισμό της πράξης, να παραπέμψει τον κατηγορούμενο για να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο για την πράξη αυτή, το δε σχετικό βούλευμα που θα εκδοθεί, δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 541/08, 2240/06 1389/06). IV. Στην κρινόμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα παρέπεμψε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί ως υπαιτία της προαναφερθείσης κακουργηματικής απάτης με την συνδρομή των επιβαρυντικών διατάξεων του Ν. 1608/1950. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τ'ανωτέρω εκτεθέντα, το βούλευμα αυτό είναι αμετάκλητο, μη υποκείμενο σε αναίρεση.
Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως στρεφομένη κατά βουλεύματος μη υποκειμένου στο ένδικο αυτό μέσο είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων (άρθρο 583 παρ. ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 208/2009 αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατά του με αριθμό 2037/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήνα 14 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε
την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδάφια 3 και 4 του ΚΠΔ "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, μεταξύ των οποίων είναι και η απάτη που στρέφεται κατά του Δημοσίου και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αν προηγήθηκε κυρία ανάκριση για κακούργημα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του Ν. 1608/1950 που περατώθηκε με παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, κατά του βουλεύματος αυτού δεν επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Ο αποκλεισμός του δικαιώματος ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου αυτού μέσου της αναιρέσεως, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας, κατά βουλεύματος, που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή στη δίκη, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1, 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλ' ούτε και στο άρθρο 7 παρ. Ι της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου - ΕΣΔΑ", γιατί ο κατηγορούμενος διατηρεί την άμεση δυνατότητα να προβάλλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του τόσον ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου που θα κρίνει επί της παραπομπής ή μη αυτού, όσο και ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και περαιτέρω κατά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2037/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η αναιρεσείουσα Χ1 παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτια απάτης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 150.000 ευρώ, και ο συγκατηγορούμενός της και μη ασκήσας αναίρεση Χ2 για ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη (ήτοι για παράβαση των άρθρων 13 εδ. στ', 46 παρ. 1 α', 386 παρ. 1, 3 Π Κ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950, όπως ισχύει σήμερα μετά την αντικατάστασή του με τα άρθρα 4 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1877/1990, αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 36 παρ. 1 του Ν.2172/1993 και 24 παρ.3 του Ν. 2298/1995 και 4 παρ. 3 του Ν. 2408/1996.
Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση από την κατηγορούμενη. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 208/13/11/2009 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2037/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για να δικασθεί για απάτη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, άνω των 150.000 € (άρθρο 386 παρ. 1,3 του ΠΚ και άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει, και συνεπώς το βούλευμα, ως αμετάκλητο (άρθρο 308 παρ. 1 α και β του ΚΠΔ) δεν υπόκειται σε αναίρεση. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
|
Καταχραστές Δημοσίου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Καταχραστές Δημοσίου.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 644/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 39458/2008 αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 16/2010.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 23/18.01.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Π.Δ., την 104/9-12-2009 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο - Γεώργιο Αυγερινό που προσκόμισε και σχετική γι' αυτό εξουσιοδότησή της , κατά της 39458/2008 αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 135748/28-11-2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση δύο ετών για καθυστέρηση καταβολής χρεών στο Δημόσιο .
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96,όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1885/2009, ΑΠ 401/2006). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Τέλος ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο από συνήγορο θεωρείται παρών και δεν απαιτείται η επίδοση σ' αυτόν της τελεσίδικης απόφασης για να αρχίσει η προθεσμία της αναιρέσεως (ΑΠ 2272/2007, ΑΠ 2064/2007, ΑΠ 1711/2005).
ΙV. Η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε με παρόντα τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Φραγκίσκο - Γεώργιο Αυγερινό, που την εκπροσώπησε, και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 11-9-2008 ενώ η αναιρεσείουσα άσκησε την αναίρεσή της αυτή στις 9-12-2009 δηλ. μετά την λήξη της προβλεπόμενης δεκαημέρου προθεσμίας χωρίς να επικαλεσθεί λόγους ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη αυτή άσκηση. Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη , πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 ΕΥΡΩ, : α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και β) να επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορ-ριφθεί η 104/2009 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 κατά της 39458/2008 αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και Γ) Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ.
Αθήνα 18 Ιανουαρίου 2010.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος. Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε
την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξ άλλου από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. Ι και 3 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από της νομίμου επιδόσεως της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εκπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τέλος, ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο από συνήγορο, θεωρείται παρών και δεν απαιτείται η επίδοση σ' αυτόν της τελεσίδικης αποφάσεως για να αρχίσει η προθεσμία της αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 39458/2/6/2008 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (που απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 135748/28/11/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών για καθυστέρηση καταβολής χρεών στο Δημόσιο), εκδόθηκε με παρόντα τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Φραγκίσκο-Γεώργιο Αυγερινό, που την εκπροσώπησε, και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων την 11/9/2008, όπως προκύπτει από την επ' αυτής βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ η αναιρεσείουσα άσκησε την αναίρεσή της στις 9.12.2009, δηλαδή μετά την λήξη της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς στην έκθεση αναιρέσεως να επικαλείται ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση.
Συνεπώς, η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/12/2009 αίτηση της Χ1για αναίρεση της υπ' αριθμ. 39458/ 2008 αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι( 220 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την λήξη της δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος (η προσβαλλόμενη εκδόθηκε με παρόντα τον εκπροσωπήσαντα αυτή πληρεξούσιο δικηγόρο της). Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 643/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ------
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν στο Συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 964/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Αυγούστου 2009, δύο (2) τον αριθμό, αυτοτελείς αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1236/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 22/18.01.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, τις από 04.08.2009 αιτήσεις (δηλώσεις) των 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της 964/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και εκθέτω τα ακόλουθα:Κατά το άρθρο 509 παρ. 1 του ΚΠΔ και στην αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 του ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Κατά δε το επόμενο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής κλπ. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατά αποφάσεως, ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οριζόμενων από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ προσώπων, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει μόνο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική (Ολ.ΑΠ 5/2000). Τέτοια απόφαση δεν είναι εκείνη που απορρίπτει την έφεση κατά πρωτοβάθμιας καταδικαστικής αποφάσεως ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως (ΑΠ 699/2009, ΑΠ 626/2009, ΑΠ 994/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 964/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους, οι αντίστοιχες 411/02.09.2008 και 425/10.09.2008 εφέσεις των κατηγορουμένων, και ήδη αναιρεσειόντων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατά της 4283/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία αυτοί κηρύχθηκαν ένοχοι για παράβαση των άρθρων 1 παρ. 1δ', 2, 3 και 4 του ν. 3037/2002 και καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών έκαστος, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ως άνω καταδικασθέντες άσκησαν τις από 04.08.2009 αιτήσεις αναιρέσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, δηλαδή με δηλώσεις τους που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 05.08.2009. Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση των κατηγορουμένων και νυν αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική, οι αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αυτής ανεπίτρεπτα ασκήθηκαν με τον προαναφερθέντα και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ τρόπο κι επομένως είναι απαράδεκτες, ως ασκηθείσες χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες για την άσκησή τους διατυπώσεις. Κατ' ακολουθία, πρέπει, να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως απαράδεκτες, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι από 04.08.2009 αιτήσεις (δηλώσεις) των 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της 964/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε
την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 509 παρ. 1 του ΚΠΔ και στην αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 του ΚΠΔ. Κατά την παράγραφο 1 του τελευταίου αυτού άρθρου τα ένδικα μέσα ασκούνται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη. Κατ' εξαίρεση το ένδικο μέσο της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική. Ως καταδικαστική απόφαση νοείται μόνον εκείνη η οποία κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σ' αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή χρηματική ποινή. Τέτοια απόφαση δεν είναι εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη εκείνου που το άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 964/ 2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως τους, οι 411/2/9/2008 και 425/10/9/2008 εφέσεις των κατηγορουμένων, και ήδη αναιρεσειόντων 1)Χ1 και 2) Χ2, κατά της υπ' αριθμ. 4283/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία αυτοί κηρύχθηκαν ένοχοι για παράβαση των άρθρων 1 παρ. 1δ, 2, 3 και 4 του ν. 3037/2002 και καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως πέντε(5) μηνών ο καθένας, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ως άνω καταδικασθέντες άσκησαν τις από 4/8/2009 αιτήσεις αναιρέσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, ήτοι με δηλώσεις τους που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5/8/2009. Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση των κατηγορουμένων και νυν αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική, οι αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αυτής ανεπίτρεπτα ασκήθηκαν με τον προαναφερθέντα τρόπο και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ και επομένως είναι απαράδεκτες, ως ασκηθείσες χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες για την άσκηση τους διατυπώσεις. Κατ' ακολουθία, πρέπει, να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως απαράδεκτες, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 4/8/2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 964/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεώς τους, ως απαράδεκτες, ως ασκηθείσες χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις. Ειδικότερα, άσκησαν τις αιτήσεις τους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ (με δήλωση στον Εισαγγελέα του ΑΠ) κατά αποφάσεως μη καταδικαστικής (απέρριψε την έφεση τους ως εκπρόθεσμη), ενώ έπρεπε να τις ασκήσουν κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 641/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Χ1, κατοίκου ...ατομικά και ως εκπροσώπου και εκκαθαριστή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ1 - Χ1 - Ψ2", που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 2545/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Ψ1, κάτοικο ...και 2. Ψ2, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1565/2009.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, η οποία, αφού αναφέρθηκε στην από 5 Φεβρουαρίου 2010 με αριθμό 40/10 έκθεση παραιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός δήλωσε ότι παραιτείται από την από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ.1 και 465 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, με δήλωση που γίνεται είτε από τον ίδιο είτε από τον αντιπρόσωπο του στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα, ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου κτλ..., ότι για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, το κηρύσσει απαράδεκτο, διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην κρινόμενη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ1 άσκησε ενώπιον του γραμματέα του τμήματος ποινικών ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών την υπ' αριθμ. 305/14/9/2009 αίτησή του, ατομικά και ως εκπρόσωπος και εκκαθαριστής της Ο.Ε. με την επωνυμία Σ1 - Χ1 - Ψ2, περί αναιρέσεως της καταδικαστικής για τους Ψ1 και Ψ2 υπ' αριθμ. 2545/2009 αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, και μόνον για το τμήμα αυτής που απέρριψε την πολιτική αγωγή του, ως μη στηριζομένη στο νόμο. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων, υπό την ως άνω ιδιότητα του, με την υπ' αριθμ.40/5/2/2010 δήλωσή του που συντάχθηκε ενώπιον του πιο πάνω γραμματέα, παραιτήθηκε από το υπ' αυτού ασκηθέν ως άνω ένδικο μέσο. Κατόπιν τούτου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 305/14/9/2009 αίτηση του Χ1, ατομικά και ως εκπροσώπου και εκκαθαριστή της Ο.Ε με την επωνυμία Σ1 - Χ1 - Ψ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ.2545/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ' αυτή. Έγινε νομότυπη παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης από τον πολιτικώς ενάγοντα (ο λόγος της αιτήσεως αφορούσε το τμήμα της καταδικαστικής απόφασης που απέρριψε την πολιτική αγωγή ως μη στηριζομένη στο νόμο). Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 639/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 997/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 9/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 24/18.01.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Π.Δ., την 17/22-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά της 997/22-9-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και εκθέτω τα ακόλουθα :
ΙΙ. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση ενός έτους και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για παράβαση του Ν. Περί πνευματικής ιδιοκτησίας . Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Ναυπλίου στις 17-12-2009. Ο αναιρεσείων με την αίτησή του αυτή ζητά την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για "κακή εκτίμηση των αποδείξεων επειδή αυτός δεν ήταν αυτουργός της παραπάνω πράξεως ούτε συμμέτοχος σ' αυτή την οποία τέλεσε η Φ1 ".
ΙΙΙ. Η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή όταν σ' αυτή περιέχεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τουλάχιστον ένας από τους προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως (α. 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ ). Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με το α. 513 του ίδιου ΚΠΔ (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 1243/2008). Τέλος δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η επικαλούμενη εσφαλμένη ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού επειδή η κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (AΠ 186/2009, ΑΠ 474/2004, ΑΠ 599/2003, Καρράς Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο 2007 παρ. 893 που υποστηρίζει τα αντίθετα). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1547/2008 , ΑΠ 401/2006).
ΙV. Επειδή ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κάποιον από τους προβλεπόμενους στο α. 510 του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο , σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. , 513 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης,: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και β) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω : Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 17/22-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά της 997/22-9-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και Γ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος. Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153,473 παρ.2, 474 παρ2, 476 παρ. 1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα. Εξ άλλου σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ανύπαρκτοι, ασαφείς, αόριστοι λόγοι και μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης, δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου.
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο( ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 997/22/9/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για παράβαση του Ν. Περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Από τη συνταγείσα για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου Βασιλείου Γιομάρη, υπ' αριθμ. 17/22/9/2009 έκθεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης διότι "εσφαλμένως και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων καταδικάστηκε για την πράξη αυτή, διότι δεν ήταν αυτουργός, ούτε συμμέτοχος, ηθικός αυτουργός, συνεργός, την οποία τέλεσε η Φ1", χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε λόγο από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, για τον οποίο ζητεί την αναίρεση της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/9/2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 997/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του Νόμου περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει ούτε ένα ορισμένο και παραδεκτό λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 636/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βραχά, περί αναιρέσεως της ΒΤ1779/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 30 Νοεμβρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1629/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα: 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/2996 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ΒΤ. 1779/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων κατεδικάσθη σε φυλάκιση δύο ετών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και κατηγορίας και ως εκ τούτου, η προβαλλόμενη αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη της καταθέσεως της μάρτυρος κατηγορίας ...και του μάρτυρος υπερασπίσεως... και ο δι' αυτής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης (πρώτος λόγος) είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 32 παρ.1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 β και 369 παρ. 1 συνάγεται ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας δίνεται υποχρεωτικά αυτεπαγγέλτως ο λόγος στον εισαγγελέα, προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του σχετικά με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου επί της κατηγορίας που του αποδίδεται και έπειτα, αν συντρέχει περίπτωση, και για την ποινή, διαφορετικά, αν δεν προκύπτει από τα πρακτικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1 β) και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1η ΚΠΔ. Από τα πρακτικά της προβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο εισαγγελέας της έδρας ανέπτυξε την κατηγορία μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πρότεινε να γίνει δεκτή η έφεση και κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της πράξεως για την οποία κατηγορείται.
Συνεπώς, η προβαλλόμενη με το πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αιτίαση, περί μη αναπτύξεως της κατηγορίας από τον Εισαγγελέα της έδρας, είναι αβάσιμη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/2996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν υπάρχει όμως έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, όταν σε αυτό περιέχονται και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Από την αντιπαραβολή του σκεπτικού και του διατακτικού προκύπτει ότι στο διατακτικό περιέχονται και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όθεν ο περί του αντιθέτου πρώτος πρόσθετος λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 ΚΠΔ στο ακροατήριο διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που έχει αναβληθεί, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν. Η δια του δευτέρου προσθέτου λόγου αιτίαση ότι ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας ο πίνακας χρεών, ο οποίος δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο είναι αβάσιμη διότι από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό αναγνώστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επομένως θεωρείται αναγνωσθέν και παραδεκτώς ελήφθη υπόψη από το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ περί απολύτου ακυρότητα της διαδικασίας δεύτερος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος. Η προβαλλόμενη αιτίαση κατά την οποία το Δικαστήριο ουσίας έπρεπε να αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρις εκδόσεως οριστικών αποφάσεων επί προσφυγών του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη καθόσον ο αναιρεσείων δεν προέβαλε τέτοιο αίτημα αναβολής όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, η αιτίαση αυτή υπό τη μορφή της ελλείψεως νομίμου βάσεως προβάλλεται ασαφώς και αορίστως, οι δε λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς είναι απαράδεκτες. Επομένως, η αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2009 και τους επ' αυτής από 30-11-2009 πρόσθετους λόγους του ... (για αναίρεση της ΒΤ 1779/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού όταν σε αυτό περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια.
| 2
|
Αριθμός 638/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Διαμάντη, περί αναιρέσεως της 1935/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1700/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153,473 παρ.2, 474 παρ2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα. Εξ άλλου σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ανύπαρκτοι, ασαφείς, αόριστοι λόγοι και μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης, δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου. Δεν αποτελεί επίσης λόγο αναιρέσεως η επικαλούμενη εσφαλμένη ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, επειδή η κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1935/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών για τις κακουργηματικές πράξεις της απάτης και της κλοπής (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελεσθείσες) Από τη συνταγείσα για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του Διευθυντή του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Θεσσαλονίκης ... σχετική από 20/11/2009 έκθεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για το λόγο ότι " η ποινή που του επιβλήθηκε των 12 ετών είναι μεγάλη και ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε....", χωρίς να αναφέρει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οποιοδήποτε λόγο από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, για τον οποίο ζητεί την αναίρεσή της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/11/2009 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1935/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική απάτη και κλοπή. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει ούτε ένα ορισμένο και παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 642/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 980/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 104/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 155 παρ. 1β σε συνδυασμό με το άρθρο 157 του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), έγκλημα της λαθρεμπορίας είναι (εκτός των άλλων ειδικά προσδιοριζόμενων περιπτώσεων αντικειμενικών υποστάσεων στην περ. α' της ίδιας παραγράφου και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου) και "οιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος". Με την ως άνω διάταξη, με την οποία αποδίδεται η έννοια της ποινικής υπόστασης της λαθρεμπορίας με τη μορφή της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 155 του ανωτέρω νόμου, διαπλάθεται ένα έγκλημα σκοπού, με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, η οποία περιγράφεται και προσδιορίζεται αναλυτικά, του οποίου όμως η αντικειμενική υπόσταση είναι "οποιαδήποτε ενέργεια". Δηλαδή, ειδικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που να περιγράφει ρητά ο νόμος δεν υπάρχουν και συνεπώς για την πλήρωση της αρκεί η οποιαδήποτε ανθρώπινη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό από το νόμο χωρίς εξ αυτού του λόγου η ποινική αυτή διάταξη να προσκρούει ευθέως στην συνταγματική επιταγή το άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος.. Η υποκειμενική υπόσταση δε του παραπάνω εγκλήματος συνίσταται στο σκοπό του δράστη " να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα....".
Εξ' άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 980/2008 απόφασή του, με την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της λαθρεμπορίας και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος διατηρεί, ως ατομική επιχείρηση, πρατήριο υγρών καυσίμων στο ... του .... Στις 7/11/2002 υπάλληλοι της Ε.Λ.Υ.Τ. Θεσσαλονίκης πραγματοποίησαν έλεγχο στο ως άνω πρατήριο υγρών καυσίμων και διαπίστωσαν ότι, ενώ ο κατηγορούμενος προμηθευόταν πετρέλαιο κίνησης από εταιρίες πετρελαιοειδών της Ελληνικής αγοράς και συγκεκριμένα από την ΕΚΟ, από φορολογημένα ελεύθερα αποθέματα, για κάθε δε ποσότητα που αγόραζε συντασσόταν από την πωλήτρια εταιρία και εκδιδόταν τιμολόγιο αγοράς, από το λογιστικό έλεγχο των παραστατικών που φύλασσε στο πρατήριο, προέκυψε ότι κατά το διάστημα από 1/1/2002 έως 13/11/2002 πώλησε και διέθεσε στην κατανάλωση 163.886 λίτρα πετρελαίου κίνησης επιπλέον αυτών που είχε αγοράσει. Διαπιστώθηκε ακόμη ότι, ενώ κατά την ημέρα του ελέγχου θα έπρεπε, σύμφωνα με τα παραστατικά των αγορών και των πωλήσεων, να έχει 18.804 λίτρων πετρελαίου κίνησης, αυτός κατείχε επιπλέον 7.296 λίτρα του ίδιου προϊόντος, για τα οποία δεν διέθετε νόμιμα παραστατικά κτήσης και κατοχής. Επιπλέον, η πλεονάζουσα αυτή ποσότητα βρέθηκε σε μια από τις δύο υπέργειες δεξαμενές που ο κατηγορούμενος είχε τοποθετήσει σε κλειστή αποθήκη και για τις οποίες δεν είχε άδεια εγκατάστασης, αυτές δε βρέθηκαν από τους ελεγκτές της Ε.Λ.Υ.Τ. όχι αμέσως αλλά μετά από επισταμένο έλεγχο, ήταν δηλαδή κρυμμένες. Οι δύο δεξαμενές, χωρητικότητας 22.900 λίτρων η κάθε μία, δεν συνδεόταν με τις αντλίες χορήγησης των καυσίμων που είχαν μετρητή, αλλά είχαν δική τους αντλία. Για τις άνω ποσότητες δεν έχει καταβληθεί ο αναλογών Ε.Φ.Κ. (ειδικός φόρος κατανάλωσης) και ο αναλογών Φ.Π.Α. (φόρος προστιθέμενης αξίας). Ετσι ο κατηγορούμενος στέρησε το Ελληνικό Δημόσιο από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και τους λοιπούς φόρους, το ύψος των οποίων ανέρχεται για την ποσότητα των 163.886 λίτρων σε 53.911 ευρώ και για την ποσότητα των 7.296 λίτρων σε 2.400 ευρώ. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκαν από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων .. και ... και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ... και ... και την απολογία του κατηγορουμένου ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, κατά τη βασική της μορφή, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνωρήσεως ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν γίνεται σύγχρονη επίκληση των περιστατικών που συνιστούν την συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ (ΑΠ 45/2005), αλλά και ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τελέσεως των πράξεων του, έζησε έντιμο βίο, δεδομένου ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί στο παρελθόν σε ποινή φυλακίσεως 20 ημερών για παράβαση του ΚΟΚ, τα περιστατικά όμως αυτά δεν είναι επαρκή για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, ο οποίος προϋποθέτει έντιμη ζωή θετικώς( ΑΠ 984/2006)".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θράκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ήτοι της, υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη πρατηρίου υγρών καυσίμων, διάθεσης στην κατανάλωση 18.804 λίτρων πετρελαίου κίνησης, χωρίς να διαθέτει παραστατικά νόμιμης αγοράς, στερώντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο από εισπρακτέους δασμούς κτλ, ύψους 53.911 ευρώ, και της κατοχής προς διάθεση στην κατανάλωση 7.296 λίτρων ιδίου πετρελαίου, χωρίς επίσης να διαθέτει παραστατικά νόμιμης αγοράς, με σκοπό να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από εισπρακτέους δασμούς κτλ., ύψους 2.400 ευρώ, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 του ΠΚ και 155 παρ. 1β, 157 του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ούτε η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, καθόσον εκτίθενται σ' αυτή, αναλυτικά και με πληρότητα ,τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση, ενώ πλήρως αιτιολογείται ο δόλος του αναιρεσείοντος με την παράθεση πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την λαθρεμπορική προέλευση των καυσίμων που κατείχε και πώλησε. Περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται, την παράθεση του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ αλλά και την επιβληθείσα ποινή, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε ότι τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας κατά αληθινή πραγματική συρροή, έστω και αν το δικαστήριο δεν του επέβαλε χωριστή ποινή για κάθε μία από τις συρρέουσες πράξεις, και όχι κατ' εξακολούθηση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ως εκ τούτου δεν απαιτείτο να εξειδικεύσει το δικαστήριο μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από 1/1/2002 έως 13/11/2002.
Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 1, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ'του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώσθηκαν, μεταξύ των άλλων, και τα εξής έγγραφα, που φέρουν αύξοντα αριθμό 2, 10, 13 και 23, ήτοι: 1) Πίνακας αγορών και πωλήσεων του πετρελαίου κίνησης, 2) η από 13/12/2002 έκθεση παράδοσης- αποδέσμευσης, 3) η από 13/12/2002 έκθεση παράδοσης- αποδέσμευσης, 4) οκτώ δελτία αποστολής -τιμολόγια, εκδιδόμενα από το πρατήριο ... με πελάτες αλιείς και όπισθεν αυτών φωτοτυπία του αντίστοιχου δελτίου παραλαβής υγρών καυσίμων με την σχετική πράξη παράδοσης- παραλαβής. Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα στα οποία αφορούν κτλ, αφού με την ανάγνωση τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστησαν γνωστά τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.
Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω έγγραφα, ο δε σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' του ΚΠΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως , με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 27/10/2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 980/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία καυσίμων Λόγοι αναιρέσεως: Α) Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας - Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ενώ αιτιολογείται με την παράθεση πραγματικών περιστατικών η γνώση της λαθρεμπορικής προέλευσης των καυσίμων που διέθεσε και πώλησε ο αναιρεσείων, Β) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 155 παρ. 1 β του Ν. 2960/2001 - Απορρίπτεται ως αβάσιμος. Γ) Απόλυτη ακυρότητα, διότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Απορρίπτεται, ως αβάσιμος, καθόσον με την ανάγνωση τους έγιναν γνωστά και μπορούσε να προβεί σε δηλώσεις (άρθρα 329, 331, 333 παρ. 1, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ) -.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία.
| 0
|
Αριθμός 649/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1238/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ζ1, 2) Ζ2, 3) Ζ3 και 4) Ζ4. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1323/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 3/4-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ , την υπ' αριθμ. 166/14-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αριθμ. 1238/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , εκθέτω τα ακόλουθα : Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1148/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μεταξύ των άλλων κατηγορουμένων και τον Χ, για να δικαστεί ως υπαίτιος απάτης από κοινού και κατά συρροή, τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ(βλ. βούλευμα).
ΙΙ) Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως εφέσεις οι κατηγορούμενοι Ζ4, Ζ3 και Χ, τις οποίες δέχθηκε τυπικά το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2370/2007 βούλευμα, πλην όμως τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες, χαρακτηρίζοντας ορθότερα την πράξη της απάτης ως "απάτη κα' εξακολούθηση", και όχι " κατά συρροή". Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών άσκησε αναίρεση ο εκ των κατηγορουμένων Χ. Επί της αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2528/2008 απόφαση του Δικαστηρίου Σας (σε συμβούλιο), με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό του το υπ' αριθμ. 2370/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο. Ακολούθως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1238/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των Χ, Ζ4 και Ζ3 κατά του υπ' αριθμ. 1148/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως απαράδεκτη δε την ασκηθείσα κατά του ιδίου βουλεύματος υπ' αριθμ. 148/2009 έφεση του Ζ1. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο παραπεμφθείς κατηγορούμενος Χ με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 7-8-2009 με θυροκόλληση και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 4-9-2009 η δε αίτηση ασκήθηκε από τον ίδιο την 14-9-2009 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών , συντάχθηκε δε περί αυτής η υπ' αριθμ. 166/14-9-2009 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) η απόλυτη ακυρότητα και γ) υπέρβαση εξουσίας. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως .
ΙΙΙ)
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή , με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος , έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία , επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (Α.Π 411/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 61), και γ) βλάβη ξένης περιουσίας , με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου , η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής(Α.Π 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Για την στοιχειοθέτηση της απάτης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν , κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης( Α.Π 266/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 812, Α.Π 830/2006 Ποιν Δικ. 10/2006 ,1227 ). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου , όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999 , επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ . Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ , ενώ με την διάταξη του εδαφίου β , προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης. Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη , υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του . Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά , όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου , δηλαδή , όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης , προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος , ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει , όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του . Επίσης από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος , συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη , προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος , σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος , που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος , λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος(Α.Π 548/2008). Εξάλλου , σύμφωνα με το άρθρο 45 του Π.Κ , αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη , καθένας τιμωρείται ως αυτουργός . Με τον όρο από κοινού νοείται ο κοινός δόλος , δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος , γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος . Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων , ταυτόχρονες ή διαδοχικές , χωρίς αναγκαία να αναφέρονται στην απόφαση ή το βούλευμα και οι επιμέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Α.Π 156/2004, Α.Π 967/2004). IV) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως , όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση , χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ενδεχομένως ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων . Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας , πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του δικαστικού συμβουλίου ( Α.Π 544/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 19, Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον. ΝΔ 29). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ενδεικτικά αναφέρονται στο άρθρο 178 του Κ.Π.Δ , είναι και η απολογία του κατηγορουμένου. Έτσι, κατά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη, είναι απαραίτητο να αναφέρεται και η απολογία του κατηγορουμένου η οποία συνιστά και την υπεράσπισή του , διότι άλλως το βούλευμα ή η απόφαση πάσχουν από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (Α.Π 365/1998 Ποιν Χρον. ΜΗ 984). Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος υποβάλλει υπόμνημα στο Συμβούλιο Εφετών και τούτο παραλείπει να το εκτιμήσει και να το μνημονεύσει στο βούλευμά του (Α.Π 732/2005 Ποιν Χρον. ΝΕ 1014). β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο . Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού , όταν το τελευταίο περιέχει , εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση , τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση , με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 135, Α.Π 1364/2006). Εξάλλου , απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484παρ. 1 στοιχ. α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως , μεταξύ των άλλων περιπτώσεων του άρθρου 171§§1 και 2 Κ.Π.Δ, υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται , στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ) . Τέτοια ακυρότητα υπάρχει και αν το Συμβούλιο απορρίψει αίτημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων επί της υποθέσεως, χωρίς να απαντήσει σ' αυτό ή χωρίς να αιτιολογήσει την απόρριψή του με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων που δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου, για την παροχή διευκρινίσεων (Α.Π 1610/2001 Ποιν Χρον. ΝΒ 624). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με δικές του σκέψεις ως προς το εκπρόθεσμο της εφέσεως του Ζ1 και καθολική κατά τα λοιπά αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων , τις απολογίες και τα από 9-6-2006 απολογητικά υπομνήματα των τριών πρώτων εκκαλούντων (Χ, Ζ4 και Ζ3) και την ανακριτική απολογία της κατηγορουμένης Ζ2 που δεν άσκησε έφεση, προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: " Ο κατηγορούμενος Ζ1 κατά το έτος 2002 , στο ... και επί της οδού ..., άρχισε την εκμετάλλευση καταστήματος πώλησης επίπλων κουζίνας , ντουλαπιών , πλακιδίων και συναφών ειδών , με τον διακριτικό τίτλο ... . Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με την εμπορία πλακιδίων. Στην επιχείρηση αυτή εργάστηκαν και οι εκκαλούντες , με τους οποίους συνδεόταν φιλικά , και συγκεκριμένα ο πρώτος ως διευθυντής πωλήσεων , η δεύτερη ως υπεύθυνη του τμήματος σχεδιασμού επίπλων και ο τρίτος ως επιπλοποιός . Και οι τρεις ανωτέρω εκκαλούντες εξάλλου , είχαν αυξημένες αρμοδιότητες και εκπροσωπούσαν της επιχείρηση στις διάφορες συναλλαγές με τους πελάτες . Στις 25-2-2003 η εγκαλούσα Ψ, ενδιαφερόμενη να αγοράσει έπιπλα κουζίνας για διαμερίσματα ιδιοκτησίας της, επισκέφθηκε το ανωτέρω κατάστημα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία της επιχείρησης στον έντυπο τύπο. Στην ως άνω επιχείρηση οι ανωτέρω τρεις εκκαλούντες, παρέστησαν στην εγκαλούσα ψευδώς ότι η επιχείρηση του Ζ1 είχε πολυετή πείρα στα έπιπλα κουζίνας , ότι ο Ζ1 ήταν ένας αξιόπιστος επιχειρηματίας , ότι τα έπιπλα κουζίνας που διέθετε η ανωτέρω επιχείρηση στο αγοραστικό κοινό προέρχονταν από τον γνωστό για την τεχνογνωσία και αξιοπιστία Ιταλικό οίκο ... , με τον οποίο συνεργαζόταν αποκλειστικά , και ότι όλες οι διαφημιστικές εξαγγελίες αυτής σχετικά με την ποιότητα των ειδών , τις χαμηλές τιμές και την ακριβή εκτέλεση των παραγγελιών , ήταν αληθείς .Έτσι η εγκαλούσα πείσθηκε στις ψευδείς παραστάσεις των εκκαλούντων και παρήγγειλε την προαναφερθείσα ημερομηνία (25-2-2003) τέσσερα έπιπλα κουζίνας Ιταλικής προέλευσης , συνολικής αξίας 13.000 ευρώ και διάφορα αξεσουάρ μπάνιου συνολικής αξίας 9.615 ευρώ, καταβάλλοντας σ' αυτούς την επόμενη (26-2-2003) ως προκαταβολή το ποσό των 6.372 ευρώ για τα έπιπλα κουζίνας και το ποσό των 9.615 ευρώ , το οποίο αντιστοιχούσε στο τίμημα των αξεσουάρ μπάνιου, ήτοι συνολικά το ποσό των 15.987 ευρώ . Οι ανωτέρω εκκαλούντες υποσχέθηκαν την πιστή εκτέλεση της παραγγελίας εντός 50 ημερών από την καταβολή της προκαταβολής . Μάλιστα προκειμένου να αποδείξουν την συνέπεια της ως άνω επιχείρησης , στις 26-2-2003 ο τρίτος εκκαλών μετέβη στα ως άνω διαμερίσματα και έλαβε μέτρα για την κατασκευή των επίπλων , όπου επανέλαβε τα ανωτέρω τα οποία είχαν από κοινού παραστήσει οι ανωτέρω τρεις εκκαλούντες ψευδώς στην εγκαλούσα την προηγούμενη ημέρα . Εξάλλου στις 12-2-2003 το ανωτέρω κατάστημα είχε επισκεφθεί ο εγκαλών Θ ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει δύο κουζίνες για την στη ... και επί της οδού ... ευρισκόμενη οικία του . Και σ' αυτόν οι τρεις εκκαλούντες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς τα αυτά πραγματικά περιστατικά , ήτοι ότι η επιχείρηση του κατηγορουμένου Ζ1 είχε πολυετή πείρα στα έπιπλα κουζίνας , ότι τα έπιπλα κουζίνας που διέθετε στο κοινό προέχονταν από τον Ιταλικό οίκο ..., με τον οποίο συνεργάζονταν αποκλειστικά, και ότι όλες οι διαφημιστικές εξαγγελίες της επιχείρησης, ήταν αληθινές. Περαιτέρω οι εκκαλούντες ανέφεραν στον εγκαλούντα ότι οι κουζίνες τις οποίες παρήγγειλε θα αποστέλλονταν από την Ιταλία και θα του παραδίδονταν εντός 45 ημερών από την καταβολή της προκαταβολής . Πεισθείς, κατόπιν αυτών , ο εγκαλών στις ψευδείς αυτές παραστάσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων , παρήγγειλε δύο κουζίνες και κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των 4.460 ευρώ. Το υπόλοιπο του τιμήματος , το οποίο αντιστοιχούσε στο 30% του συνολικού ποσού του τιμήματος , θα κατέβαλε ο εγκαλών με την παράδοση τω ανωτέρω αντικειμένων . Πλην όμως και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις , καίτοι παρήλθε η ημερομηνία παράδοσης, οι σχετικές παραγγελίες ουδέποτε υλοποιήθηκαν, ούτε εξάλλου ήταν δυνατόν να υλοποιηθούν, καθόσον ο ανωτέρω Ιταλικός οίκος είχε διακόψει την συνεργασία με την επιχείρηση του Ζ1 από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002 , γιατί ο τελευταίος ήταν ασυνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Περαιτέρω κάθε προσπάθεια τηλεφωνικής επικοινωνίας των εγκαλούντων με την ως άνω επιχείρηση κατέστη αδύνατη , ενώ όταν αυτοί(εγκαλούντες) επισκέφθηκαν την επιχείρηση στις 3-4-2003 διαπίστωσαν ότι αυτή είχε κλείσει , ο Ζ1 και οι εργαζόμενοι σ' αυτή είχαν εξαφανισθεί , ενώ πλήθος ατόμων που είχαν παραγγείλει έπιπλα και είχαν δώσει προκαταβολή χωρίς να τα παραλάβουν, είχε συγκεντρωθεί έξω από το κατάστημα . Ο μόνος ο οποίος παρουσιάσθηκε στο συγκεκριμένο χώρο ,ήταν ο τρίτος εκκαλών , ο οποίος προσπάθησε να καθησυχάσει τους ευρισκόμενους εκεί πελάτες παριστάνοντας σ' αυτούς ψευδώς ότι επρόκειτο για προσωρινό πρόβλημα και ότι όλα θα τακτοποιούνταν σύντομα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι διαμαρτυρίες πελατών της επιχείρησης υπήρχαν ήδη από τις αρχές του Ιανουαρίου του έτους 2003. Καίτοι δε οι εκκαλούντες γνώριζαν την κατάσταση που επικρατούσε στην επιχείρηση και τα παράπονα τα οποία δέχονταν από διάφορους πελάτες, συνέχιζαν να εισπράττουν προκαταβολές από νέους πελάτες και να υπόσχονται σ' αυτούς την άψογη και ακριβή από κάθε άποψη εκτέλεση της παραγγελίας τους. Μάλιστα ενδεικτικό του σκοπού των εκκαλούντων να αποκομίσουν το ταχύτερο δυνατό μεγάλο περιουσιακό όφελος , είναι και το γεγονός ότι αυτοί, παρά τα ανωτέρω αναφερθέντα, εξακολούθησαν να συναλλάσσονται με πελάτες ,λαμβάνοντας ασυνήθιστα υψηλές στις συναλλαγές προκαταβολές(εν προκειμένω εισέπραξαν συνολικά το ποσό των 20.447 ευρώ( 15.987+4.460), ενώ παράλληλα για να δελεάσουν και να προσελκύσουν όσο το δυνατόν περισσότερους πελάτες , μείωσαν τις τιμές των ειδών της επιχείρησης. Χαρακτηριστική είναι η από 14-12-2005 ένορκη ανακριτική κατάθεση του εγκαλούντος Θ, ο οποίος αναφέρει ότι ήλθε σε τηλεφωνική επαφή με τον γενικό διευθυντή του Ιταλικού οίκου ..., ο οποίος τον πληροφόρησε ότι διέκοψε την συνεργασία του με την επιχείρηση του Ζ1 διότι αυτός ήταν ασυνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις . Επίσης η μάρτυρας ..., σύζυγος του εγκαλούντος Θ, στην από 17-1-2006 ένορκη ανακριτική της κατάθεσή αναφέρει ότι ο σύζυγός της πληροφορήθηκε από τον Ιταλικό οίκο ότι ουδεμία παραγγελία του εγκαλούντος συζύγου της ή της εγκαλούσης Ψ , είχε διαβιβασθεί στον ανωτέρω οίκο προς εκτέλεση. Οι εκκαλούντες στην απολογία των, στα από 9-6-2006 απολογητικά των υπομνήματα, στην έκθεση έφεσης και στα συνημμένα στην έκθεση έφεσης υπομνήματά τους, ισχυρίζονται ότι ήταν απλοί υπάλληλοι, οι οποίοι εκτελούσαν τις εντολές του Ζ1, εργοδότη τους, ο οποίος τους οφείλει ακόμη δεδουλευμένους μισθούς. Το γεγονός όμως ότι αυτοί συνδέονταν φιλικά με τον ανωτέρω , ότι είχαν αυξημένες αρμοδιότητες και ότι γνώριζαν ότι υπήρχαν παράπονα των πελατών για την μη εκτέλεση των παραγγελιών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι παραγγελίες ουδέποτε διαβιβάστηκαν στον Ιταλικό οίκο ..., καταρρίπτει τους ισχυρισμούς αυτών και ενισχύει την θέση των εγκαλούντων περί του ότι οι εκκαλούντες είχαν γνώση του ψευδούς των ισχυρισμών τους.Το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ ορθά παρέπεμψε τους εκκαλούντες κατηγορούμενους στο ακροατήριο, στηρίζει την παραπομπή σε αιτιολογικό λίαν ανεπαρκές. Ειδικότερα δεν αξιολογεί τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, ενώ ουδόλως αποκρούει τους προβαλλόμενους από τους εκκαλούντες ισχυρισμούς. Κατόπιν τούτων, θα πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να συμπληρωθεί ως προς το αιτιολογικό του και, δεδομένου ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων, να απορριφθούν στην ουσία τους οι κρινόμενες εφέσεις, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, αφού συμπληρωθεί ως άνω και διορθωθεί η πράξη, κατά τα προαναφερθέντα, από κατά συρροή κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, σε κατ' εξακολούθηση κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, δεδομένου ότι πρόκειται εν προκειμένω για περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το αυτό έννομο περιουσιακό αγαθό , διαπράχθηκαν από τα ίδια πρόσωπα και κάθε μία από τις πράξεις αυτές, περιέχει πλήρη τα στοιχεία του αυτού εγκλήματος της απάτης. Έτσι θα πρέπει να διορθωθεί το αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος με την αντικατάσταση της φράσης "κατά συρροή" στο 6ο φύλλο πρώτη σελίδα, στιχ. 22, με την φράση "κατ' εξακολούθηση" και την αντικατάσταση του άρθρου 94 παρ. 1 του Π.Κ με το άρθρο 98 Π.Κ , καθώς και να συμπληρωθεί το διατακτικό του αυτού βουλεύματος με την προσθήκη, μετά από την φράση από κοινού στο 7 φύλλο, πρώτη σελίδα, στιχ. 7 της φράσης "με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος". Εξάλλου η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του διαδίκου στο Συμβούλιο, όταν αυτός υποβάλλει σχετικό αίτημα, είναι κατ' αρχήν υποχρεωτική για το Συμβούλιο. Μόνο σε περίπτωση που συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που πρέπει να μνημονεύονται στο βούλευμα, μπορεί να απορριφθεί το αίτημα. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν κριθεί ότι η εμφάνιση του διαδίκου δεν θα εισφέρει κάτι επιπλέον στην υποστήριξη των ισχυρισμών του, ιδίως όταν αυτός έχει αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις του (Α.Π 960/2006 Ποιν Δικ. 2006.1346) Ενόψει τούτων θα πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα του πρώτου εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του μετά των συνηγόρων του ... και ... ενώπιον του Συμβουλίου Σας, δεδομένου ότι με την ανακριτική του απολογία, το απολογητικό του υπόμνημα, την έφεσή του και το συνημμένο στην έκθεση έφεσης από 17-6-2007 υπόμνημά του, έχει εκθέσει επαρκώς τις απόψεις του για την υπόθεση". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί: α) δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε το από 13-4-2009 υπόμνημα του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος που απευθυνόταν στο Συμβούλιο, καθώς επίσης και το επισυναπτόμενο σ' αυτό με ειδική επίκληση, ουσιώδες κατά το περιεχόμενό του, απόσπασμα της αθωωτικής για τον ίδιο υπ' αριθμ. 9085/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών για την πράξη της απάτης που φερόταν ότι είχε τελεσθεί από αυτόν στο ... την 21-3-2003 , στον ίδιο δηλαδή τόπο και στον ίδιο χρόνο με τις ήδη αποδιδόμενες σ' αυτόν παρόμοιες πράξεις, αφού τα έγγραφα αυτά δεν μνημονεύονται καν μεταξύ των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο. Το ότι ο εκκαλών είχε το δικαίωμα να προσκομίσει στο Συμβούλιο το περί ου ο λόγος απόσπασμα της αθωωτικής γι' αυτόν αποφάσεως σε συναφή υπόθεση, προκύπτει σαφώς από την διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο Κ.Π.Δ, εφαρμοζόμενη κατά το άρθρο 316 παρ. 2 Κ.Π.Δ και ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών (Α.Π. 2008/2004 Ποιν Χρον ΝΕ 732). β) δεν αιτιολογείται ο κοινός δόλος του αναιρεσείοντος με τους συγκατηγορουμένους του, στοιχείο απαραίτητο για την θεμελίωση της κατά συναυτουργία τέλεσης των πράξεων για τις οποίες ο εκκαλών κρίθηκε παραπεμπτέος. γ) δεν αιτιολογείται καθόλου η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων, που προσδίδουν σ' αυτές κακουργηματικό χαρακτήρα. Αντίθετα το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του με την αιτιολογία ότι με την ανακριτική του απολογία, το απολογητικό του υπόμνημα, την έφεσή του και το συνημμένο σ' αυτήν υπόμνημά του, είχε εκθέσει εκτενώς τις θέσεις του για την υπόθεση, και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, η σχετική δε περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, όπως απορριπτέα είναι και η αιτίαση ότι το Συμβούλιο, υπερβαίνοντας αρνητικά την εξουσία του, δεν διέταξε την κατ' αντιπαράσταση εξέτασή του με τους εγκαλούντες, καθόσον αυτό δεν είχε την δικαιοδοσία να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω : α) Να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. 166/14-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ , κατά του υπ' αριθμ, 1238/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό ως προς τον αναιρεσείοντα , να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση μόνο ως προς αυτόν , στο ίδιο Συμβούλιο , χωρίς την συμμετοχή των δικαστών που μετείχαν στην προηγούμενη σύνθεσή του. Αθήνα 30 Δεκεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 14-9-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθ. 1238/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Εξάλλου το αίτημα του αναιρεσείοντος να γνωρίσει το περιεχόμενο της εισαγγελικής πρότασης προς το Συμβούλιο αυτό (άρθρα 308 παρ. 2 και 485 παρ. 1 του ΚΠΔ) έγινε ήδη δεκτό και αυτός έλαβε γνώση της σχετικής εισαγγελικής πρότασης (βλ. την από 5-1-2010 σχετική σημείωση του εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Γεωργίου Κάβουρα στην αρχή της ανωτέρω εισαγγελικής πρότασης). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών , από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής. Για την στοιχειοθέτηση της απάτης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ . Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ , ενώ με την διάταξη του εδαφίου β, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης. Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου
εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Επίσης από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεση τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη , προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Π.Κ , αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού νοείται ο κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς αναγκαία να αναφέρονται στην απόφαση ή το βούλευμα και οι επιμέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ενδεχομένως ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του δικαστικού συμβουλίου. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ενδεικτικά αναφέρονται στο άρθρο 178 του Κ.Π.Δ , είναι και η απολογία του κατηγορουμένου. Έτσι, κατά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη, είναι απαραίτητο να αναφέρεται και η απολογία του κατηγορουμένου η οποία συνιστά και την υπεράσπιση του, διότι άλλως το βούλευμα ή η απόφαση πάσχουν από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος υποβάλλει υπόμνημα στο Συμβούλιο Εφετών και τούτο παραλείπει να το εκτιμήσει και να το μνημονεύσει στο βούλευμα του (ΑΠ 732/2005 Ποιν Χρον. Ν Ε 1014). β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο . Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου
ή συμπληρωματική αναφορά
στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005 και Α.Π 1364/2006). Ακόμα, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484παρ. 1 στοιχ. α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως , μεταξύ των άλλων περιπτώσεων του άρθρου 171§§1 και 2 Κ.Π.Δ, υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ). Τέτοια ακυρότητα υπάρχει και αν το Συμβούλιο απορρίψει αίτημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων επί της υποθέσεως, χωρίς να απαντήσει σ' αυτό ή χωρίς να αιτιολογήσει την απόρριψη του με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων που δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου, για την παροχή διευκρινίσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με δικές του σκέψεις ως προς το εκπρόθεσμο της εφέσεως του Ζ1 και καθολική κατά τα λοιπά αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τις απολογίες και τα από 9-6-2006 απολογητικά υπομνήματα των τριών πρώτων εκκαλούντων (Χ, Ζ4 και
Ζ3) και την ανακριτική απολογία της κατηγορουμένης Ζ2 που δεν άσκησε έφεση, προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος Ζ1 κατά το έτος 2002, στο ... και επί της οδού ..., άρχισε την εκμετάλλευση καταστήματος πώλησης επίπλων κουζίνας, ντουλαπιών, πλακιδίων και συναφών ειδών, με τον διακριτικό τίτλο .... Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με την εμπορία πλακιδίων. Στην επιχείρηση αυτή εργάστηκαν και οι εκκαλούντες, με τους οποίους συνδεόταν φιλικά, και συγκεκριμένα ο πρώτος ως διευθυντής πωλήσεων, η δεύτερη ως υπεύθυνη του τμήματος σχεδιασμού επίπλων και ο τρίτος ως επιπλοποιός. Και οι τρεις ανωτέρω εκκαλούντες εξάλλου, είχαν αυξημένες αρμοδιότητες και εκπροσωπούσαν της επιχείρηση στις διάφορες συναλλαγές με τους πελάτες. Στις 25-2-2003 η εγκαλούσα Ψ ενδιαφερόμενη να αγοράσει έπιπλα κουζίνας για διαμερίσματα ιδιοκτησίας της, επισκέφθηκε το ανωτέρω κατάστημα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία της επιχείρησης στον έντυπο τύπο. Στην ως άνω επιχείρηση οι ανωτέρω τρεις εκκαλούντες , παρέστησαν στην εγκαλούσα ψευδώς ότι η επιχείρηση του Ζ1 είχε πολυετή πείρα στα έπιπλα κουζίνας, ότι ο Ζ1 ήταν ένας αξιόπιστος επιχειρηματίας, ότι τα έπιπλα κουζίνας που διέθετε η ανωτέρω επιχείρηση στο αγοραστικό κοινό προέρχονταν από τον γνωστό για την τεχνογνωσία και αξιοπιστία Ιταλικό οίκο ..., με τον οποίο συνεργαζόταν αποκλειστικά , και ότι όλες οι διαφημιστικές εξαγγελίες αυτής σχετικά με την ποιότητα των ειδών, τις χαμηλές τιμές και την ακριβή εκτέλεση των παραγγελιών, ήταν αληθείς .Έτσι η εγκαλούσα πείσθηκε στις ψευδείς παραστάσεις των εκκαλούντων και παρήγγειλε την προαναφερθείσα ημερομηνία (25-2-2003) τέσσερα έπιπλα κουζίνας Ιταλικής προέλευσης , συνολικής αξίας 13.000 ευρώ και διάφορα αξεσουάρ μπάνιου συνολικής αξίας 9.615 ευρώ, καταβάλλοντος σ' αυτούς την επόμενη (26-2-2003) ως προκαταβολή το ποσό των 6.372 ευρώ για τα έπιπλα κουζίνας και το ποσό των 9.615 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο τίμημα των αξεσουάρ μπάνιου, ήτοι συνολικά το ποσό των 15.987 ευρώ . Οι ανωτέρω εκκαλούντες υποσχέθηκαν την πιστή εκτέλεση της παραγγελίας εντός 50 ημερών από την καταβολή της προκαταβολής. Μάλιστα προκειμένου να αποδείξουν την συνέπεια της ως άνω επιχείρησης, στις 26-2-2003 ο τρίτος εκκαλών μετέβη στα ως άνω διαμερίσματα και έλαβε μέτρα για την κατασκευή των επίπλων, όπου επανέλαβε τα ανωτέρω τα οποία είχαν από κοινού παραστήσει οι ανωτέρω τρεις εκκαλούντες ψευδώς στην εγκαλούσα την προηγούμενη ημέρα. Εξάλλου στις 12-2-2003 το ανωτέρω κατάστημα είχε επισκεφθεί ο εγκαλών Θ ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει δύο κουζίνες για την στη Ν... και επί της οδού ... ευρισκόμενη οικία του. Και σ' αυτόν οι τρεις εκκαλούντες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς τα αυτά πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι η επιχείρηση του κατηγορουμένου Ζ1 είχε πολυετή πείρα στα έπιπλα κουζίνα, ότι τα έπιπλα κουζίνας που διέθετε στο κοινό προέρχονταν από τον Ιταλικό οίκο ..., με τον οποίο συνεργάζονταν αποκλειστικά, και ότι όλες οι διαφημιστικές εξαγγελίες της επιχείρησης, ήταν αληθινές. Περαιτέρω οι εκκαλούντες ανέφεραν στον εγκαλούντα ότι οι κουζίνες τις οποίες παρήγγειλε θα αποστέλλονταν από την Ιταλία και θα του παραδίδονταν εντός 45 ημερών από την καταβολή της προκαταβολής. Πεισθείς, κατόπιν αυτών, ο εγκαλών στις ψευδείς αυτές παραστάσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων, παρήγγειλε δύο κουζίνες και κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των 4.460 ευρώ. Το υπόλοιπο του τιμήματος, το οποίο αντιστοιχούσε στο 30% του συνολικού ποσού του τιμήματος, θα κατέβαλε ο εγκαλών με την παράδοση τω ανωτέρω αντικειμένων. Πλην όμως και στις 6ύο ανωτέρω περιπτώσεις, καίτοι παρήλθε η ημερομηνία παράδοσης, οι σχετικές παραγγελίες ουδέποτε υλοποιήθηκαν, ούτε εξάλλου ήταν δυνατόν να υλοποιηθούν, καθόσον ο ανωτέρω Ιταλικός οίκος είχε διακόψει την συνεργασία με την επιχείρηση του Ζ1 από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002, γιατί ο τελευταίος ήταν ασυνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Περαιτέρω κάθε προσπάθεια τηλεφωνικής επικοινωνίας των εγκαλούντων με την ως άνω επιχείρηση κατέστη αδύνατη, ενώ όταν αυτοί (εγκαλούντες) επισκέφθηκαν την επιχείρηση στις 3-4-2003 διαπίστωσαν ότι αυτή είχε κλείσει, ο Ζ1 και οι εργαζόμενοι σ' αυτή είχαν εξαφανισθεί, ενώ πλήθος ατόμων που είχαν παραγγείλει έπιπλα και είχαν δώσει προκαταβολή χωρίς να τα παραλάβουν, είχε συγκεντρωθεί έξω από το κατάστημα. Ο μόνος ο οποίος παρουσιάσθηκε στο συγκεκριμένο χώρο, ήταν ο τρίτος εκκαλών, ο οποίος προσπάθησε να καθησυχάσει τους ευρισκόμενους εκεί πελάτες παριστάνοντας σ' αυτούς ψευδώς ότι επρόκειτο για προσωρινό πρόβλημα και ότι όλα θα τακτοποιούνταν σύντομα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι διαμαρτυρίες πελατών της επιχείρησης υπήρχαν ήδη από τις αρχές του Ιανουαρίου του έτους 2003. Καίτοι δε οι εκκαλούντες γνώριζαν την κατάσταση που επικρατούσε στην επιχείρηση και τα παράπονα τα οποία δέχονταν από διάφορους πελάτες, συνέχιζαν να εισπράττουν προκαταβολές από νέους πελάτες και να υπόσχονται σ' αυτούς την άψογη και ακριβή από κάθε άποψη εκτέλεση της παραγγελίας τους. Μάλιστα ενδεικτικό του σκοπού των εκκαλούντων να αποκομίσουν το ταχύτερο δυνατό μεγάλο περιουσιακό όφελος, είναι και το γεγονός ότι αυτοί, παρά τα ανωτέρω αναφερθέντα, εξακολούθησαν να συναλλάσσονται με πελάτες λαμβάνοντας ασυνήθιστα υψηλές στις συναλλαγές προκαταβολές(εν προκειμένω εισέπραξαν συνολικά το ποσό των 20.447 ευρώ (15.987+4.460), ενώ παράλληλα για να δελεάσουν και να προσελκύσουν όσο το δυνατόν περισσότερους πελάτες, μείωσαν τις τιμές των ειδών της επιχείρησης. Χαρακτηριστική είναι η από 14-12-2005 ένορκη ανακριτική κατάθεση του εγκαλούντος Θ, ο οποίος αναφέρει ότι ήλθε σε τηλεφωνική επαφή με τον γενικό διευθυντή του Ιταλικού οίκου ..., ο οποίος τον πληροφόρησε ότι διέκοψε την συνεργασία του με την επιχείρηση του Ζ1 διότι αυτός ήταν ασυνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Επίσης η μάρτυρας ..., σύζυγος του εγκαλούντος Θ, στην από 17-1-2006 ένορκη ανακριτική της κατάθεση αναφέρει ότι ο σύζυγος της πληροφορήθηκε από τον Ιταλικό οίκο ότι ουδεμία παραγγελία του εγκαλούντος συζύγου της ή της εγκαλούσης Ψ, είχε διαβιβασθεί στον ανωτέρω οίκο προς εκτέλεση.
Οι εκκαλούντες στην απολογία των, στα από 9-6-2006 απολογητικά των υπομνήματα, στην έκθεση έφεσης και στα συνημμένα στην έκθεση έφεσης υπομνήματα τους, ισχυρίζονται ότι ήταν απλοί υπάλληλοι, οι οποίοι εκτελούσαν τις εντολές του Ζ1, εργοδότη τους, ο οποίος τους οφείλει ακόμη δεδουλευμένους μισθούς. Το γεγονός όμως ότι αυτοί συνδέονταν φιλικά με τον ανωτέρω, ότι είχαν αυξημένες αρμοδιότητες και ότι γνώριζαν ότι υπήρχαν παράπονα των πελατών για την μη εκτέλεση των παραγγελιών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι παραγγελίες ουδέποτε διαβιβάστηκαν στον Ιταλικό οίκο ..., καταρρίπτει τους ισχυρισμούς αυτών και ενισχύει την θέση των εγκαλούντων περί του ότι οι εκκαλούντες είχαν γνώση του ψευδούς των ισχυρισμών τους.
Το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ ορθά παρέπεμψε τους εκκαλούντες κατηγορούμενους στο ακροατήριο, στηρίζει την παραπομπή σε αιτιολογικό λίαν ανεπαρκές. Ειδικότερα δεν αξιολογεί τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, ενώ ουδόλως αποκρούει τους προβαλλόμενους από τους εκκαλούντες ισχυρισμούς. Κατόπιν τούτων, θα πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να συμπληρωθεί ως προς το αιτιολογικό του και, δεδομένου ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων, να απορριφθούν στην ουσία τους οι κρινόμενες εφέσεις, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, αφού συμπληρωθεί ως άνω και διορθωθεί η πράξη, κατά τα προαναφερθέντα, από κατά συρροή κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, σε κατ' εξακολούθηση κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, δεδομένου ότι πρόκειται εν προκειμένω για περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το αυτό έννομο περιουσιακό αγαθό, διαπράχθηκαν από τα ίδια πρόσωπα και κάθε μια από τις πράξεις αυτές, περιέχει πλήρη τα στοιχεία του αυτού εγκλήματος της απάτης. Έτσι θα πρέπει να διορθωθεί το αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος με την αντικατάσταση της φράσης "κατά συρροή" στο 6° φύλλο πρώτη σελίδα, στιχ. 22, με την φράση "κατ' εξακολούθηση" και την αντικατάσταση του άρθρου 94 παρ. 1 του Π.Κ με το άρθρο 98 Π.Κ, καθώς και να συμπληρωθεί το διατακτικό του αυτού βουλεύματος με την προσθήκη, μετά από την φράση από κοινού στο 7 φύλλο , πρώτη σελίδα, στιχ. 7 της φράσης "με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος". Εξάλλου η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του διαδίκου στο Συμβούλιο, όταν αυτός υποβάλλει σχετικό αίτημα, είναι κατ' αρχήν υποχρεωτική για το Συμβούλιο. Μόνο σε περίπτωση που συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που πρέπει να μνημονεύονται στο βούλευμα, μπορεί να απορριφθεί το αίτημα. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν κριθεί ότι η εμφάνιση του διαδίκου δεν θα εισφέρει κάτι επιπλέον στην υποστήριξη των ισχυρισμών του, ιδίως όταν αυτός έχει αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις του (ΑΠ 960/2006 Ποιν Δικ. 2006.1346) Ενόψει τούτων θα πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα του πρώτου εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του μετά των συνηγόρων του ... και ... ενώπιον του Συμβουλίου Σας, δεδομένου ότι με την ανακριτική του απολογία, το απολογητικό του υπόμνημα, την έφεση του και το συνημμένο στην έκθεση έφεσης από 17-6-2007 υπόμνημά του, έχει εκθέσει επαρκώς τις απόψεις του για την υπόθεση".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών για τον αναιρεσείοντα δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί: α) δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε το από 13-4-2009 υπόμνημα του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος που απευθυνόταν στο Συμβούλιο, καθώς επίσης και το επισυναπτόμενο σ' αυτό με ειδική επίκληση, ουσιώδες κατά το περιεχόμενο του, απόσπασμα της αθωωτικής για τον ίδιο υπ' αριθμ. 9085/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών για την πράξη της απάτης που φερόταν ότι είχε τελεσθεί από αυτόν στο ... την 21-3-2003, στον ίδιο δηλαδή τόπο και στον ίδιο χρόνο με τις ήδη αποδιδόμενες σ' αυτόν παρόμοιες πράξεις, αφού τα έγγραφα αυτά δεν μνημονεύονται καν μεταξύ των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο. Το ότι ο εκκαλών είχε το δικαίωμα να προσκομίσει στο Συμβούλιο το περί ου ο λόγος απόσπασμα της αθωωτικής γι' αυτόν αποφάσεως σε συναφή υπόθεση, προκύπτει σαφώς από την διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο Κ.Π.Δ, εφαρμοζόμενη κατά το άρθρο 316 παρ. 2 Κ.Π.Δ και ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και β) δεν αιτιολογείται καθόλου η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρέσειοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων, που προσδίδουν σ' αυτές κακουργηματικό χαρακτήρα. Αντίθετα το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του με την αιτιολογία ότι με την ανακριτική του απολογία, το απολογητικό του υπόμνημα, την έφεση του και το συνημμένο σ' αυτήν υπόμνημα του, είχε εκθέσει εκτενώς τις θέσεις του για την υπόθεση, και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, η σχετική δε περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, όπως απορριπτέα είναι και η αιτίαση ότι το Συμβούλιο, υπερβαίνοντας αρνητικά την εξουσία του, δεν διέταξε την κατ' αντιπαράσταση εξέταση του με τους εγκαλούντες, καθόσον αυτό δεν είχε την δικαιοδοσία να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει αν γίνει δεκτός και βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενη βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί το παραπάνω βούλευμα μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ, 1 και 509 ΚΠΔ)
Για τους λόγους αυτούς Δέχεται την υπ' αριθ. 166/14-9-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ.
Αναιρεί το υπ' αριθ. 1238/2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών μόνο ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση μόνο ως προς αυτόν στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική απάτη από κοινού. Αιτιολογία βουλεύματος. Παράλειψη να λάβει υπόψη το δικαστικό Συμβούλιο Εφετών απολογητικό υπόμνημα αναιρεσείοντος και σχετική αθωωτική απόφασή του. Μη αναφορά περιστατικών κακουργηματικής απάτης. Παραδοχή αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναίρεση βουλεύματος μόνο για αναιρεσείοντα που επικαλείται λόγους που αρμόζουν μόνο στο πρόσωπό του.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Συναυτουργία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 631/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας - πολιτικώς ενάγουσας Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Δρούγκα και Νικόλαο Κοντοζαμάνη, περί της αιτήσεώς της για εξαίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή.
Με κατηγορούμενο τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αλέξανδρο Λυκουρέζο και Νικόλαο Πατεράκη.
Η αιτούσα - πολιτικώς ενάγουσα ζητεί την εξαίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της εξαιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 267/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 92/4.3.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την από 26.2.2010 αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας Χ1 περί εξαιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ΚΠΔ, "όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η διαδικασία ή υποβάλλονται ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορούμενους δεν μπορεί (μόνος του) να θεμελιώσει αυτό το λόγο για εξαίρεση". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ΚΠΔ, "δικαίωμα να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων και ο αστικώς υπεύθυνος", ενώ κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου "η αίτηση για εξαίρεση υποβάλλεται: ...στη διαδικασία του δικαστικού συμβουλίου πριν από την έκδοση του βουλεύματος... ". Τέλος, κατά την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του ΚΠΔ, "η αίτηση εξαιρέσεως πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους λόγους της εξαιρέσεως, να μνημονεύει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι λόγοι αυτοί και να αναφέρει τα μέσα αποδείξεως τους. Την αίτηση πρέπει να την υπογράφει ο ίδιος ο αιτών ή ο ειδικός πληρεξούσιος του' στο έγγραφο της πληρεξουσιότητας πρέπει να αναφέρονται ειδικά και συγκεκριμένα οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη".
Με την κρινόμενη αίτηση της, η πολιτικώς ενάγουσα Χ1, ζητεί την εξαίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αθανασίου Κονταξή, από την άσκηση των καθηκόντων του στην υπόθεση της αναιρέσεως που άσκησε ο κατηγορούμενος Ψ1 κατά του 2129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επί της οποίας αυτός υπέβαλε στο Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) την 4/7.1.2010 πρόταση του και πρότεινε να γίνει τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η εν λόγω αναίρεση του, ισχυριζόμενη ότι στο πρόσωπο του υπάρχουν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία του.
Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι κατά του Ψ1 ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της διαταράξεως της ασφάλειας της αεροπλοΐας εκ προθέσεως, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο (αρθρ. 291 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ). Μετά το πέρας της ανακρίσεως που διενεργήθηκε, εκδόθηκε το 2699/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον του για την πιο πάνω πράξη. Κατά του βουλεύματος αυτού η ήδη αιτούσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το 1044/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση της, εξαφανίστηκε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και παραπέμφθηκε ο άνω κατηγορούμενος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστεί για την πιο πάνω πράξη. Ο κατηγορούμενος άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά του παραπάνω εφετειακού βουλεύματος, το οποίο, ύστερα από γραπτή πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, αναιρέθηκε με την 775/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) και παραπέμφθηκε η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν αποφανθεί προηγουμένως. Ακολούθως, εκδόθηκε το 2129/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο και πάλι έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας και παραπέμφθηκε ο άνω κατηγορούμενος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστεί για τη ρηθείσα πράξη. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε αίτηση αναιρέσεως, την οποία επεξεργάστηκε ο καθού η αίτηση Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, ο οποίος υπέβαλε στο Δικαστήριο τούτο την 4/7.1.2010 γραπτή πρόταση του, προτείνοντας την τυπική και κατ' ουσία παραδοχή της αναιρέσεως, δικάσιμος της οποίας για συζήτηση της ορίστηκε η 3.2.2010. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της κρινόμενης αιτήσεως (εξαιρέσεως), προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνονται σε αυτή τα αναγκαία εκείνα στοιχεία, τα οποία είναι ικανά να προκαλέσουν, έστω και υπόνοιες μεροληψίας, ούτε και στο περιεχόμενο της αιτήσεως αυτής αναφέρονται γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία του παραπάνω Αντεισαγγελέα. Το γεγονός ότι ο καθού η αίτηση εξαιρέσεως διέλαβε στην πρόταση που υπέβαλε προς το Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο) νομικές σκέψεις, οι οποίες δεν ταυτίζονται με εκείνες του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα και με αυτές της αιτούσας, δεν μπορούν να δημιουργήσουν υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος του. Άλλωστε, στο Συμβούλιο παρέχεται η δυνατότητα, ενδεχομένως, να αποδεχθεί στο σύνολο ή κατά ένα μέρος την άνω πρόταση του Εισαγγελέα, αλλά και το Συμβούλιο κυριαρχικά μπορεί ακόμη και να καταλήξει σε κρίση διαφορετική από εκείνη που πρότεινε ο ως άνω Εισαγγελικός Λειτουργός. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση εξαιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 21 παρ. 2 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί η από 26.2.2010 αίτηση της Χ1 περί εξαιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, από την άσκηση των καθηκόντων του στην υπόθεση της αναιρέσεως του Ψ1 κατά του 2129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Κολιοκώστας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τους πληρεξούσιους των ως άνω διαδίκων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ΚΠοινΔ, όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η διαδικασία ή υποβάλλονται ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορουμένους δεν μπορεί (μόνος του) να θεμελιώσει αυτό το λόγο για εξαίρεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, δικαίωμα να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων και ο αστικός υπεύθυνος. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 16, η αίτηση για εξαίρεση υποβάλλεται στη διαδικασία του δικαστικού συμβουλίου πριν από την έκδοση του βουλεύματος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του άρθρου 17 ΚΠοινΔ, η αίτηση εξαιρέσεως πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους λόγους της εξαιρέσεως, να μνημονεύει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι λόγοι αυτοί και να αναφέρει τα μέσα αποδείξεώς τους.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ΚΠοινΔ και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία επικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, που υπηρετούν πρωτίστως την αμεροληψία της δικαιοσύνης, σαφώς προκύπτει, ότι με αυτές εξασφαλίζεται και το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, σύμφωνα με την αρχή της δίκαιης δίκης και ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς μπορεί να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο, αν προκαλούν υπόνοια μεροληψίας. Μόνη η έκφραση γνώμης δικαστή ή εισαγγελέα σε νομικό ή πραγματικό ζήτημα που τίθεται ενώπιόν τους ή σε άλλη δίκη, δε συνιστά λόγο εξαιρέσεως, αλλά μόνον αν αυτή συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά τα οποία προκαλούν και διεγείρουν υπόνοιες μεροληψίας, ήτοι δικαιολογούν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο καθ' ού στρέφεται η κρινόμενη αίτηση εξαιρέσεως, Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Αθανάσιος Κονταξής, υπέβαλε στο Δικαστήριο αυτό τη με αριθμό 500/23-10-2008 πρότασή του επί της, με αριθμό 137/2008, αιτήσεως αναιρέσεως κατά του 1044/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που άσκησε ο, για παράβαση του άρθρου 291 παρ. 1 εδ. β, γ του ΠΚ, κατηγορούμενος Ψ1 και πρότεινε να γίνει τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η εν λόγω αναίρεση του κατηγορουμένου. H πολιτικώς ενάγουσα στην υπόθεση αυτή Χ1, άσκησε την από 10-12-2008 αίτηση περί εξαιρέσεως του παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για το λόγο ότι η προς το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αναιρετική πρότασή του, προκάλεσε σε αυτήν υπόνοιες μεροληψίας. Με την 2653/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η παραπάνω αίτηση εξαιρέσεως ως απαράδεκτη και στη συνέχεια, με την 775/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε το 1044/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παραπέφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο παραπάνω Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Το εν λόγω Συμβούλιο Εφετών, εξέδωσε το 2129/2009 νέο βούλευμά του, με το οποίο δέχθηκε και πάλι την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας κατά του πρωτόδικου απαλλακτικού βουλεύματος και παρέπεμψε τον ανωτέρω κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που είχε, ως αποτέλεσμα τον θάνατο επτά ανθρώπων, μεταξύ των οποίων και το θάνατο του συζύγου της πολιτικώς ενάγουσας. Κατά του δεύτερου αυτού παραπεμπτικού βουλεύματος, ο κατηγορούμενος άσκησε την 212/2009 αίτηση αναιρέσεως, προβάλλων ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος σε σχέση με τον αποδιδόμενο ενδεχόμενο δόλο, η οποία εκκρεμεί στο Συμβούλιο τούτο του Αρείου Πάγου, επί της υποθέσεως δε αυτής υποβλήθηκε η με αριθ. πρωτ. 4/7-1-2010 νέα πρόταση προς το Συμβούλιο του ιδίου ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, καταλήγουσα σε παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου και σε αναίρεση του βουλεύματος, για τους σε αυτή λόγους. Ήδη, η πολιτικώς ενάγουσα Χ1, με την από 26-2-2010 αίτησή της, ζητεί την εξαίρεση του άνω Αντεισαγγελέα, προκειμένου να απόσχει αυτός από τα καθήκοντά του και συγκεκριμένα, από την υπόθεση που αφορά την προεκτεθείσα αναίρεση του άνω κατηγορουμένου, που εκκρεμεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (σε Συμβούλιο), γιατί στο πρόσωπο του άνω Εισαγγελικού Λειτουργού, που συμμετείχε και στην προηγηθείσα δικαστική διαδικασία του ιδίου ακριβώς βιοτικού συμβάντος, υπάρχουν υπόνοιες μεροληψίας. Ως λόγους, που της δημιουργούν υπόνοιες μεροληψίας υπέρ του κατηγορουμένου, του εν λόγω Αντεισαγγελέα, η αιτούσα εκθέτει στην αίτησή της περικοπές από τις σκέψεις, την κριτική του βουλεύματος και την επιχειρηματολογία της Εισαγγελικής προτάσεως και δη τις εξής περικοπές από την πρόταση: 1) Τα προκύπτοντα από το βούλευμα πραγματικά περιστατικά, μπορεί κάποιος βάσιμα να υποστηρίξει ότι απλά επανελήφθησαν, χωρίς κάν νέα αξιολόγηση και ότι το νέο βούλευμα, όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε στην αναιρετική απόφαση, αλλά ούτε καν αντελήφθη την ύπαρξή της, 2) για την τεκμηρίωση του βουλητικού στοιχείου της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος (επί του ενδεχομένου δόλου) χρειάζεται πολύ επικίνδυνη εγκληματική προσωπικότητα προς τούτο, η οποία δεν αποδεικνύεται και είναι εκτός λογικής για την υπόθεση, 3) το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν συνεκτίμησε κατά την αιτιολόγησή του ότι ο κατηγορούμενος με την άνω συμπεριφορά του αφενός θα αναλάμβανε την υποχρέωση αποζημίωσης, αφετέρου η συμπεριφορά του αυτή θα κατέληγε σε δυσφήμιση της εταιρείας και επομένως σε προφανή διακινδύνευση των οικονομικών τους συμφερόντων και 4) συγκαταλέγει μαζί με άλλες επικαλούμενες ως αναιρετικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου, σχετικά με τη μη συνδρομή ενδεχόμενου δόλου και τις με αριθμούς 378/2008 και 408/2009, ενώ αυτές οι δύο αποφάσεις είναι απορριπτικές αιτήσεων αναιρέσεως.
Όμως, ούτε τα ανωτέρω φερόμενα κατά την αιτούσα ότι δημιουργούν υπόνοιες μεροληψίας, αποτελούν λόγο εξαιρέσεως, αφού συνιστούν έκφραση γνώμης του εν λόγω Αντεισαγγελέα, ούτε περιέχονται στην εν λόγω αίτηση περιστατικά που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία αυτού. Μόνη δε η υποβολή της προηγούμενης, αλλά και της δεύτερης, υπό την άνω διατύπωση και επιχειρηματολογία, αναιρετικής προτάσεώς του, για την ιδία υπόθεση, δε δικαιολογούν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία του.
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση εξαιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 21 παρ. 2 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2010 αίτηση της Χ1 για εξαίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αθανασίου Κονταξή, από την άσκηση των καθηκόντων του στην υπόθεση της 212/2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ1 κατά του 2129/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση εξαιρέσεως Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου από πολιτικώς ενάγουσα, για αναιρετική πρότασή του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, επί αιτήσεως αναιρέσεως κατηγορουμένου, παραπεμπτικού βουλεύματος. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Εξαίρεση δικαστή
|
Εξαίρεση δικαστή.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 630/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 33784/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1280/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός μένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 1γ του ιδίου κώδικα, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω στην παράγραφο 1α, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση πρέπει να γίνεται εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη, (μετά δε την αντικατάσταση του εδαφίου β' του στοιχείου γ' της παραγρ. 1 του άρθρου 273 με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 3160/2003 τέτοια δήλωση, σε περίπτωση που η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, γίνεται στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί). Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατά δε της αποφάσεως που απορρίπτει απαράδεκτο το ένδικο μέσο επιτρέπεται αναίρεση για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. αλλά ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στη ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η απόφαση που απορρίπτει ως απαράδεκτη την έφεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως, για να έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και από το άρθρο 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εκείνου της ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ ΑΠ 4/1995, 6 και 7/1994). Αν, όμως, με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του και εντεύθεν η αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως από τον εκκαλούντα, ο οποίος στην περίπτωση αυτή μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη υπάρξεως καθόλου της προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως (και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του), πρέπει, επίσης, να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, διότι διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Ως αγνώστου διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ., εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επιδοτέο έγγραφο ή που έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και, αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή, στην περίπτωση δε αυτή η επίδοση γίνεται ως αγνώστου διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδαφ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο υπάλληλο του δήμου που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επιδόσεως, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων. Ο τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. κατά την τυχόν ενεργηθείσα προανάκριση και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλωθεί από τον κατηγορούμενο στον αρμόδιο Εισαγγελέα, άλλως και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν κατηγορούμενος ως τόπος κατοικίας του θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στον μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 33784/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 69294/4.6.1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για την πράξη της καταβολής χρεών προς το δημόσιο. Με την από 5/6/2008 έφεσή του, η οποία παραδεκτά επισκοπεί από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προέβαλε κατ' εκτίμηση ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθόσον αναζητήθηκε στη διεύθυνση ...- όπου ήταν η έδρα της εταιρείας στην οποία συμμετείχε και που είχε πτωχεύσει το έτος 1998 και του επιδόθηκε η απόφαση ως αγνώστου διαμονής ενώ αυτός ήταν γνώστης και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών διαμονής στην οδό ... όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχαν επιδοθεί το ίδιο χρονικό διάστημα και επομένως η εν λόγω επίδοση είναι άκυρη, ισχυρίσθηκε ακόμη ο ίδιος ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη καθόσον από το αποδεικτικό επιδόσεως του αρμοδίου υπαλλήλου προκύπτει ότι η απόφαση φέρεται ότι παρεδόθη στο Δήμαρχο ...που όμως δεν υπογράφει ότι την παρέλαβε αλλά υπογράφει η κατονομαζόμενη υπάλληλος Y1. Δεν επικαλέσθηκε, επομένως, ο ήδη αναιρεσείων στην άνω έφεση τους λόγους ανωτέρας βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή συνεπεία των οποίων, παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Ούτε αναφέρει ο ήδη αναιρεσείων στην άνω έφεσή του αν την αναφερόμενη από αυτόν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στην ...στην οδό ... την είχε δηλώσει κατά οποιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση σ' αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση κατοικίας του ήταν γνωστή στην άνω Εισαγγελική Αρχή από άλλες μη προσδιοριζόμενες επιδόσεις κλητηρίων θεσπισμάτων. Για την απόρριψη της εφέσεως αυτής το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της, κατά λέξη τα ακόλουθα: "Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως είναι δέκα (10) ημερών, εκτός αν η διαμονή του δικαιουμένου είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ, του ιδίου Κώδικα. Περαιτέρω από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου όταν ο δικαιούμενος δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτό εμπροθέσμως από λόγους ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στη περίπτωση αυτή, εκείνος που ασκεί εκπροθέσμως το ένδικο μέσο οφείλει, κατά την έννοια του άρθρου 474 παρ. 2 του Κ.Πον.Δ., να διαλάβει στην σχετική έκθεση τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπροθέσμως το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεστεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Αν δεν περιληφθούν στην έκθεση τέτοια περιστατικά ή αυτά δεν αποδεικνύονται από τα επιβληθέντα αποδεικτικά μέσα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο (αρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Τέλος, ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο (ΑΠ 307/2002, ΠΛογ 2002.249, ΑΠ 1397/1998, ΠοινΧρ ΜΘ.736, ΑΠ /1998). Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος, που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος ο οποίος κατά τη σημερινή δικάσιμο θεωρείται παρών ως εκπροσωπούμενος από τον παραπάνω συνήγορο του, καταδικάστηκε ερήμην με την υπ'αριθμ. 69294/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών, η οποία του κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής την 3-3-2000 στην οδό ... όπως προκύπτει από το από 3-3-2000 αναγνωσθέν αποδεικτικό επίδοσης του M1, Αρχιφύλακα που υπηρετούσε στο Α.Τ. .... Επί της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε εκπρόθεσμα την υπ'αριθμ. 8660/5-6-2008 έφεσή του, στην οποία δηλώνει ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...και επιπλέον ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθόσον αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν αγνώστου διαμονής, καθόσον η εταιρεία, που έδρευε στην οδό ..., στην οποία συμμετείχε, είχε ήδη πτωχεύσει ήδη από το έτος 1998. Επιπρόσθετα δε ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... και ακόμη γνωστής διαμονής στην οδό ... επομένως η εν λόγω επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν άκυρη. Επιπλέον δήλωσε ότι οι παραπάνω διευθύνσεις του ήταν γνωστές στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, που του επέδιδε κλήσεις, καθώς επίσης και στις λοιπές Αρχές. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε στις 2-11-1999 ως κατηγορούμενος από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών στο Ε' Μονομελές Πλημ/κείο Αθηνών για να παρουσιαστεί κατά τη δικάσιμο της 18-2-2000 στη διεύθυνση: Οδός ..., που όμως ήταν όμως αγνώστου διαμονής. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρότι είχε λάβει γνώση της προκειμένης υποθέσεως, καθόσον το σχετικό κλητήριο θέσπισμα του είχε επιδοθεί την 3-5-1999 ως γνωστής διαμονής στη διεύθυνση της οδού ... όπου και έγινε θυροκόλληση, αυτός δεν προέβη, όπως είχε υποχρέωση, στην γνωστοποίηση της νέας του διεύθυνσης στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Εξάλλου η εκ μέρους του επικαλούμενη γνωστοποίηση της παραπάνω διεύθυνσης του (οδός ...στην Πταισματοδίκη Πειραιά στις 30-11-2001 δεν καλύπτει την παραπάνω παράλειψη. Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο από 3-3-2000 αποδεικτικό επίδοσης προκύπτει ότι αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως επιδόθηκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι στην Y1, Προϊσταμένη του Τμήματος Δημοτ. Κατάστασης του Δήμου ...και ως εκ τούτου μπορεί να διαγνωσθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 161 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. . Κατά συνέπεια η παραπάνω επίδοση ήταν έγκυρη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα η μη απόδειξη διαμονής του κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως στη διεύθυνση ... γνωστής στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών ή στη διεύθυνση ... (που μπορούσε να διακριβωθεί κατά τους ισχυρισμούς του από την εισαγγελική αρχή) από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν θεμελιώνει λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος σχετικά με την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του. Τούτο ενισχύθηκε και από την κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος στο ακροατήριο, η οποία κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος (πατέρας της) διέμενε στην οδό ... πριν το 2000 και από τις αρχές του 2000 διέμενε στην οδό ..., που ήταν γνωστή στις Αρχές (... Δ.Ο.Υ. Αθηνών). Κατά συνέπεια το δικαστήριο σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις πρέπει να απορρίψει την κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη ως προς την απόρριψη της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της. Εκτίθενται στην απόφαση αυτήν όλα τα αναφερόμενα ανωτέρω αναγκαία στοιχεία για την πληρότητά της ήτοι η έγκυρη επίδοση της εκκαλούμενης καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως αγνώστου διαμονής για τον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο, ο χρόνος επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτής και ότι για την παραλαβή της επιδοθείσης στον Δήμο ...άνω αποφάσεως υπέγραψε όχι ο Δήμαρχος ... αλλά, ως ορισμένη από αυτόν υπάλληλος, η έχουσα την ιδιότητα της δημοτικής υπαλλήλου Προϊστάμενη Δημοτ. Κατάστασης Y1 με βαθμό Α', η οποία και προήλθε στη βεβαίωση για την τοιχοκόλληση αυθημερόν, στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου ..., της άνω αποφάσεως. Ως προς τις ειδικότερες αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος παρατηρείται αφ' ενός ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στην κρίση ότι νομίμως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής την 3.3.2000 αφού αναζητήθηκε στην οδό ... από τον ενεργήσαντα την επίδοση αρχιφύλακα που υπηρετούσε στο Α/Τα ...και ότι στη διεύθυνση εκείνη ... είχε γίνει επίδοση στις 3.5.1999 στον κατηγορούμενο ως γνωστής διαμονής με θυροκόλληση του κλητηρίου θεσπίσματος για την ποινική υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη ερήμην του η εκκαλουμένη απόφαση 69294/1999 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στην προκύπτουσα επομένως από τα άνω στοιχεία στη δικογραφία διεύθυνσή του ως τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνων, που παρήγγειλε την επίδοσή της άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αναζητήθηκε ο κατηγορούμενος πριν γίνει επίδοση της απόφασης ως αγνώστου διαμονής. Επί του μη αναφερόμενου στην έφεση που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατά της πρωτοδίκου άνω καταδικαστικής αποφάσεως ισχυρισμού του ότι τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών κατοικία του κατά το χρόνο επιδόσεως της άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ήταν στην οδό ... όπου και έπρεπε να αναζητηθεί αυτός πριν γίνει η επίδοση της εν λόγω αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής εκ περισσού διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογημένη απάντηση ότι δεν απεδείχθη από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή την ένορκη κατάθεση της θυγατέρας του ήδη αναιρεσείοντος και τα αναγνωσθέντα έγγραφα ότι διέμενε ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στη διεύθυνση ... Σχετικώς δέχθηκε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασφη ότι προέκυψε ότι στις 2.11.1999 είχε κλητευθεί ο ήδη αναιρεσείων από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Ε' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 18/2/2000 αναζητηθείς στην οδό ..., όπου όμως διαπιστώθηκε ότι δεν κατοικούσε αλλά ήταν αγνώστου διαμονής. Ως προς τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων είχε γνωστή στις Αρχές κατοικία στην Αθήνα επί της οδού ... δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων δεν είχε γνωστοποιήσει την ανωτέρω ως νέα διεύθυνση κατοικίας του στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών και ότι δεν καλύπτεται η παράλειψη αυτή του αναιρεσείοντος από το ότι αυτός μεταγενεστέρως στις 30.11.2001 προέβη σε γνωστοποίηση στον Πταισματοδίκη Πειραιώς, όταν εξεταζόταν για άλλη υπόθεση, ότι η διεύθυνση κατοικίας του είναι επί της οδού ... στην ...κατά τις της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προέκυπτε από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως είχε διαμονή ο ήδη αναιρεσείων στην οδό .... Κατά τις περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στον ήδη αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής έγινε με επίδοση αυτής σε δημοτική υπάλληλο εντεταλμένη από το Δήμαρχο για τις επιδόσεις του είδους αυτού που υπογράφει ότι παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο και τα στοιχεία και η ιδιότητά της προέκυπταν από το από 3.3.2000 αποδεικτικό του ενεργήσαντος την επίδοση αρχιφύλακα M1 που υπηρετούσε στο Α.Τ. ...και δεν ήταν άκυρη η επίδοση αφού δεν παραβιάσθηκαν ούτε οι διατάξεις του άρθρου 156 Κ.Ποιν.Δ. για επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής ούτε οι διατάξεις του άρθρου 161 του ίδιου Κώδικα για τα στοιχεία του αποδεικτικού που οφείλει να συντάξει εκείνος που την ενεργεί για επίδοση που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-158 Κ.Ποιν.Δ. Εφόσον ο ήδη αναιρεσείων δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστό στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ότι είχε από τότε νέα διεύθυνση κατοικίας στην οδό ...νομίμως αναζητήθηκε αυτός για να του επιδοθεί η άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στην διεύθυνση ... όπου είχε επιδοθεί με θυροκόλληση το κλητήριο θέσπισμα για την ίδια υπόθεση και αφού βεβαιώθηκε από το όργανο επιδόσεως ότι δεν βρέθηκε εκεί ο κατηγορούμενος ούτε κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. για να επιδοθεί προς εκείνα εγκύρως έγινε η επίδοση της αποφάσεως κατά τα ανωτέρω ως αγνώστου διαμονής. Παρά τις περί του αντιθέτου αβάσιμες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν ήταν υποχρεωμένη η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών να ζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες της χώρας ή από άλλες δημόσιες υπηρεσίες και Αρχές για την διεύθυνση κατοικίας η διαμονής του εν λόγω κατηγορούμενου προκειμένου να παραγγείλει να επιδοθεί εκεί η άνω απόφαση εκ περισσού δε εξετάσθηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό μάρτυρας στο ακροατήριο και διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στην απόφασή του αιτιολογία σχετικά με το ζήτημα της συνδρομής ή όχι λόγω ανωτέρας βίας που να εμπόδισαν τον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ασκήσει εμπροθέσμως την έφεσή του σε συσχετισμό με το ζήτημα διαμονής του στη διαφορετική νέα αυτή διεύθυνση και τη δυνατότητα της Εισαγγελικής Αρχής να διακριβώσει, (όπως ισχυριζόταν ο ίδιος) αυτή τη διεύθυνση του στην οδό ... αφού δεν έγινε από τον εκκαλούντα επίκληση με την έφεση του τέτοιων λόγων. Δεν παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη από τη μη αναζήτηση και εντοπισμό του μέσω άλλων Αρχών και δημοσίων φορέων και Οργανισμών Κοινής Ωφελείας σε άλλη διεύθυνση ώστε να γίνει επίδοσή της σ' αυτόν ως γνωστής διαμονής πριν του επιδοθεί η ερήμην του εκδοθείσα καταδικαστική απόφαση. Συνέτρεχαν κατά τα προαναφερθέντα οι προϋποθέσεις αναζήτησής τους στη γνωστή από τα στοιχεία διεύθυνση του στην οποία είχε γίνει με θυροκόλληση η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και δεν υπήρχε εξ άλλου λόγου υποχρέωση της Εισαγγελικής αρχής που παρήγγειλε την επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως να αναζητήσει τον κατηγορούμενο ως διαμένοντα και σε άλλη διεύθυνση πέραν της ήδη μόνης γνωστής σ' αυτήν πριν γίνει η επίδοση της άνω αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής εγκύρως στις 3.3.2000. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η', Δ' Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας λόγω απορρίψεως της εφέσεως του ως εκπρόθεσμης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την κρίση της περί νομίμου επιδόσεως της καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως αγνώστου διαμονής και περί παραβιάσεως της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.7.2009 αίτηση του X1 περί αναιρέσεως της 33784/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως εκπρόθεσμη έφεση του αναιρεσείοντος κατά πρωτοδίκου ερήμην του εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως για χρέη προς το δημόσιο, και η οποία άνω απόφαση του είχε επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για την καθ' υπέρβαση εξουσίας απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμης από το Δικαστήριο της ουσίας. Αιτιολογημένη απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση αφού εκτίθενται στην απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου η έγκυρη επίδοση της εκκαλουμένης καταδικαστικής αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής στον κατηγορούμενο, ο χρόνος επίδοσης της εκκαλουμένης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτής και ότι για την παραλαβή της επιδοθείσης αποφάσεως υπέγραψε η έχουσα την ιδιότητα δημοτικής υπαλλήλου Προϊσταμένη Δημοτικής Καταστάσεως που είχε ορισθεί προς τούτο από τον Δήμαρχο ... Δεν αναφέρεται στην έφεση ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως διέμενε αυτός στην οδό ..., όπου να έπρεπε να αναζητηθεί πριν γίνει επίδοση ως αγνώστου διαμονής. Δεν είχε γνωστοποιήσει ο αναιρεσείων στις Αρχές και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών, ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης, νέα διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., ούτε συνιστά τέτοια γνωστοποίηση η δήλωση αυτής της διευθύνσεως στον Πταισματοδίκη όταν εξεταζόταν για άλλη υπόθεση, ούτε επικαλέσθηκε με την έφεσή του ο ήδη αναιρεσείων ότι είχε γνωστοποιήσει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της επί της οδού ... διαμονή του. Δεν είχε υποχρέωση η Εισαγγελία Πρωτοδικών να ζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες στην ημεδαπή ή από άλλες Δημόσιες Αρχές για τη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου, προκειμένου να παραγγείλει να επιδοθεί εκεί η εκκαλουμένη απόφαση. Αρκούσε η αναζήτηση του κατηγορουμένου στη γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών γνωστή διεύθυνση διαμονής του. Δεν υπάρχει παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ) από μη αναζήτηση και εντοπισμό του μέσω άλλων Αρχών και δημόσιων φορέων και Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας για να γίνει η επίδοση της απόφασης σ' αυτόν ως γνωστής διαμονής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 629/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 33787/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1279/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν η κατοικία του είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή, και, στην περίπτωση αυτή, η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ.1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία, κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ, στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. (Ολ.ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 33787/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 8668/2008 του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από το συνήγορό του, κατά της υπ` αριθ. 83805/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, για παράβαση του νόμου περί επιταγών από κοινού, σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, μετατραπείσα, και σε χρηματική 100.000 δρχ. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι και την 27.5.08 οπότε και συνελήφθη προς εκτέλεσή της, καθώς είχε αναζητηθεί στην οδό ... (που ήταν η έδρα της εταιρίας στην οποία συμμετείχε, που είχε πτωχεύσει από το 1998) και η προσβαλλόμενη του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, ενώ είχε γνωστή διαμονή στην οδό ..., γεγονός που γνώριζε η Εισ/λία Πλημ/κών Αθηνών, όπως προκύπτει από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει το ίδιο χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου η εν λόγω επίδοση είναι άκυρη. Επίσης η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι άκυρη καθώς από το αποδεικτικό επίδοσης του αρμόδιου υπαλλήλου φέρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρεδόθη στο Δήμαρχο ..., αυτός όμως δεν υπογράφει ότι την παρέλαβε, αντίθετα υπογράφει η υπάλληλος Y1". Δηλαδή, είχε προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής". Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεση αυτή ο κατηγορούμενος αν την ανωτέρω φερόμενη ως τελευταία γνωστή κατοικία της είχε δηλώσει κατά οποιοδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, κατά λέξη, τα εξής: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος, που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος ο οποίος κατά τη σημερινή δικάσιμο θεωρείται παρών ως εκπροσωπούμενος από τον παραπάνω συνήγορό του, καταδικάστηκε ερήμην με την υπ' αριθμ. 83805/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση οχτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή 100.000 δραχμών, η οποία του κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής την 21-3-2000 στην οδό ...., όπως προκύπτει από το από 21-3-2000 αναγνωσθέν αποδεικτικό επίδοσης του M1, Αρχιφύλακα που υπηρετούσε στο Α.Τ. .... Επί της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε εκπρόθεσμα την υπ' αριθμ. 8668/5-6-2008 έφεσή του, στην οποία δηλώνει ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ... και ,επιπλέον, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθόσον αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν αγνώστου διαμονής, καθόσον η εταιρεία, που έδρευε στην οδό ....στην οποία συμμετείχε, είχε πτωχεύσει ήδη από το έτος 1998. Επιπρόσθετα δε ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό .... και επομένως η εν λόγω επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν άκυρη. Επιπλέον δήλωσε ότι η παραπάνω διεύθυνσή του ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, που του επέδιδε κλήσεις και κλητήρια θεσπίσματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών δεν προέκυψε ότι γνώριζε την παραπάνω διεύθυνσή του, αφού δεν προσκομίζονται εκ μέρους του σχετικές κλήσεις στην εν λόγω διεύθυνση κατά τον επίδικο χρόνο. Άλλωστε ο ίδιος κατά την ημερομηνία άσκησης της κρινόμενης έφεσής του (5-6-2008) δηλώνει την παραπάνω διεύθυνση (οδός ...), ενώ την ίδια ημερομηνία κατά την άσκηση ετέρων εφέσεών του δηλώνει ως διεύθυνση την οδό ..., στην οποία είχε εγκατασταθεί στις αρχές του έτους 2000, όπως κατέθεσε η εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρας (θυγατέρα του). Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρότι είχε λάβει γνώση της προκειμένης υποθέσεως (βλ. το από 31-7-1998 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο κλήθηκε για να εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 17-9-1998, όπου του έγινε θυροκόλληση ως γνωστής διαμονής στην οδό ....), αυτός δεν προέβη, όπως είχε υποχρέωση, στην γνωστοποίηση της νέας του διεύθυνσης στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο από 21-3-2000 αποδεικτικό επίδοσης προκύπτει ότι αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως επιδόθηκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι στη Y1, Προϊσταμένη του Τμήματος Δημοτ. Κατάστασης του Δήμου ..., η οποία και το παρέλαβε και ως εκ τούτου μπορεί να διαγνωσθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 161 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ.. Κατά συνέπεια η παραπάνω επίδοση ήταν έγκυρη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα η μη απόδειξη από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία διαμονής του κατηγορουμένου κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως στη παραπάνω διεύθυνση, γνωστής στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών, δεν θεμελιώνει λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος σχετικά με την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του. Κατά συνέπεια το δικαστήριο σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις πρέπει να απορρίψει την κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση του ότι νομίμως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των προσώπων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 156§1α ΚΠΔ στην επί της οδού...τελευταία γνωστή διαμονή του στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση, η οποία (τελευταία γνωστή διαμονή) προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, αναφέρει δε ότι νομίμως έγινε η επίδοση στην Προϊσταμένη του Τμήματος Δημοτ. Κατάστασης του Δήμου ...Y1 και παραθέτει το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε βεβαιώνεται από το όργανο επιδόσεως στην επισκοπούμενη από 21.3.2000 έκθεση επιδόσεως ότι ο αναζητηθείς στην κατοικία του κατηγορούμενος, στη τελευταία γνωστή διεύθυνσή του, δε βρέθηκε εκεί αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ΚΠοινΔ πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, να αναζητήσει και άλλη τυχόν διεύθυνση της κατοικίας του, αφού η οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση ήταν άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της κατοικίας του στην οδό ...., όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την Αρχή, ελλείψει άλλης γνωστής κατοικίας του, και, επομένως, η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη. Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ορθά απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη, αφού η επίδοση της εκκαλουμένης έγινε, κατά τα ανωτέρω, στις 21.3.2000, ενώ η έφεση ασκήθηκε στις 5.6.2008 (δηλ. μετά από οκτώ και πλέον έτη). Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη γιατί δεν αιτιολογείται από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η τελευταία γνωστή διαμονή του ήταν στην οδό ..., καθώς και για ποιο λόγο δεν αναζητήθηκε στην προγενέστερη διεύθυνση της οικίας του στην οδό ..., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση ότι στο αποδεικτικό επιδόσεως αναγράφεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραδόθηκε στο Δήμαρχο ..., χωρίς να αναφέρεται το όνομά του, ενώ την παραλαβή υπογράφει η υπάλληλος του Δήμου Y1, χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτή ήταν η αρμόδια για την παραλαβή των εγγράφων υπάλληλος, είναι αβάσιμη, γιατί από το από 21.3.2000 αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης υπ` αριθμ. 83805/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και από τις επ` αυτού σφραγίδες του Δήμου ..., τόσο σ` αυτό (αποδεικτικό επιδόσεως), όσο και στη συνέχεια τούτου, καταχωρημένη βεβαίωση περί τοιχοκολλήσεως, στην οποία αναφέρεται η βεβαίωση της υπαλλήλου Y1, η οποία παρέλαβε με το αποδεικτικό αυτό την απόφαση και είχε ορισθεί προς τούτο, ότι "τοιχοκόλλησε την απόφαση στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου ...", προκύπτει ότι η ως άνω υπάλληλος είχε εξουσιοδοτηθεί από το Δήμαρχο ...να παραλαμβάνει έγγραφα δεν απαιτείτο δε να αναφέρεται και ποιος ήταν ο Δήμαρχος, κατ` εντολή του οποίου παρέλαβε το έγγραφο η ανωτέρω υπάλληλος, ενώ η μη διαγραφή του ενός ζεύγματος από το έντυπο μέρος του επιδοτηρίου "παρέδωσα στο Δήμαρχο ...ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο" οφείλεται σε παραδρομή και δεν δημιουργεί ακυρότητα της επιδόσεως, αφού είναι γνωστό το πρόσωπο του Δημάρχου, ενώ το πρόσωπο της εξουσιοδοτημένης υπαλλήλου να παραλαμβάνει έγγραφα κατονομάζεται.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στην απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, εξέτασε το νομότυπο της επίδοσης της εκκαλουμένης στον αναιρεσείοντα ως άγνωστης διαμονής και ορθά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έκρινε ότι αυτός ήταν άγνωστης διαμονής, ότι νομίμως του επιδόθηκε η εκκαλουμένη και ότι αυτός δεν άσκησε έφεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Η' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η ως άνω απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δη γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεσή του ήδη αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη, χωρίς, προηγουμένως, να ερευνήσει τη διαδικαστική προϋπόθεση της εγκυρότητας της επίδοσης της εκκαλουμένης και χωρίς να προβεί σε κατάγνωση του ακύρου αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, και τα υποστηριζόμενα με τον συναφή τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως για παραβίαση των αρχών της "δίκαιης δίκης", κατά παράβαση των άρθρων 28 του Συντάγματος και 6§1 της "Ε.Σ.Δ.Α.", και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων είχε γνωστή στις φορολογικές Αρχές και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά, διαμονή στην οδό ... όπου και έπρεπε να αναζητηθεί από την παραγγείλασα την επίδοση Εισαγγελική Αρχή και να του επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα και η εκκαλουμένη απόφαση, στηρίζονται στην ίδια πιο πάνω, που κρίθηκε ουσιαστικά αβάσιμη, προϋπόθεση της "γνωστής" με την εκτεθείσα έννοια κατοικίας του και, γι` αυτό, είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από υπ' αριθ. 65/24.7.2009 αίτηση του X1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 33787/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αρνητική υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Ποιος θεωρείται άγνωστης διαμονής. Ποιος θεωρείται τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη για να είναι αιτιολογημένη. Στην έννοια της ανώτερης βίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής. Στο αποδεικτικό επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής δεν απαιτείται να αναφέρεται το όνομα του Δημάρχου, εφόσον κατονομάζεται και υπογράφει ο εξουσιοδοτημένος για την παραλαβή εγγράφων υπάλληλος, ενώ η μη διαγραφή του ενός ζεύγματος από το έντυπο μέρος του επιδοτηρίου "παρέδωσα στο Δήμαρχο Αχαρνών ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο" οφείλεται σε παραδρομή και δεν δημιουργεί ακυρότητα της επιδόσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 628/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 33785/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1278/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά το άρθρο 273 παρ. 1 γ του ιδίου Κώδικα, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω (παρ. 1 α), εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί... ". Κατά το άρθρο 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του, εξ αίματος ή αγχιστείας έως και του τρίτου βαθμού. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως, αυτή γίνεται στο δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο, που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να στείλει βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως. Κατά το άρθρο 161 ΚΠοινΔ για την επίδοση οφείλει ο επιδίδων να συντάσσει επί τόπου αποδεικτικό, στο οποίο, με ποινή ακυρότητας της επιδόσεως, σημειώνεται ακριβώς, εκτός άλλων στοιχείων, και το ονοματεπώνυμον εκείνου στον οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, ο οποίος και υπογράφει το αποδεικτικό. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό μ' εκείνες των άρθρων 462 και 489 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση της απορρίψεως ως εκπρόθεσμης της εφέσεως του κατηγορουμένου εναντίον πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, που απαγγέλθηκε απόντος τούτου, είναι η έγκυρη επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως σ' αυτόν και, στην περίπτωση που η επίδοση έγινε κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 ΚΠοινΔ, απαιτείται να αναφέρεται στο αποδεικτικό επιδόσεως και το ονοματεπώνυμο του δημάρχου ή του απ' αυτόν διορισθέντος προς τούτο δημοτικού υπαλλήλου, στον οποίο παραδόθηκε η απόφαση. Διαφορετικά, αν τούτο παραλείπεται ή από το αποδεικτικό επιδόσεως προκύπτει αμφιβολία για το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε η απόφαση, η επίδοση είναι άκυρη και δεν αφετηριάζεται η προθεσμία της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 α του ΚΠοινΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση, την αναφορά ή την έγκληση.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή και τούτο ήταν γνωστό στην αρμόδια για την επίδοση Εισαγγελική Αρχή. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του Εφετείου για το απαράδεκτο.
Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη. Τέτοια αιτιολογία υπάρχει όταν διαλαμβάνεται σ' αυτήν ο χρόνος επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, 6 και 7/1994), χωρίς να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή των κατά τα άρθρα 154, 156 και 161 ΚΠοινΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως και αδυναμία εντεύθεν γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην τελευταία περίπτωση, πρέπει, να διαλαμβάνεται στην απόφαση αιτιολογία και για την απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 33785/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό εκθέσεως 8665/5-6-2008 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κατά της 120710/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών και χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμών, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από τη σχετική 8665/5-6-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ... επί της οδού ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, προέβαλε με αυτήν τα εξής: "ουδέποτε έλαβα γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι και της 27-5-2008, οπότε και συνελήφθην προς εκτέλεσή της καθώς είχα αναζητηθεί στις ..., στην οδό..., όπου ήταν η έδρα της εταιρείας στην οποία συμμετείχα, που είχε πτωχεύσει το 1998 και μου επιδόθηκε η προσβαλλόμενη ως αγνώστου διαμονής, ενώ εγώ είχα γνωστή διαμονή στην οδό ...στην ..., γεγονός, που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα, που μου είχε επιδώσει το ίδιο χρονικό διάστημα και συνεπώς η παραπάνω επίδοση είναι άκυρη . Επίσης η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη, καθώς από το αποδεικτικό επίδοσης του αρμοδίου υπαλλήλου φέρεται ότι αυτή παραδόθηκε στο Δήμαρχο ..., αυτός όμως δεν υπογράφει ότι την παρέλαβε, αντίθετα υπογράφει η υπάλληλος Υ1". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην έφεσή του, αν την φερόμενη αυτή, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επικαλέστηκε, ειδικότερα, ακυρότητα της επιδόσεως, διότι η παραπάνω στην οδό ... διεύθυνση της κατοικίας του από το 1998, ήταν γνωστή κατά το χρόνο επιδόσεως στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και περαιτέρω επικαλέστηκε ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και για το λόγο ότι στο αποδεικτικό επιδόσεως αναγράφεται ότι επιδόθηκε στο Δήμαρχο ..., χωρίς αυτός να υπογράφει το αποδεικτικό επιδόσεως, αλλά υπογράφει ως παραλαβούσα η υπάλληλος του Δήμου Υ1.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 33785/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στην αιτιολογία της αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος, που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος ο οποίος κατά τη σημερινή δικάσιμο θεωρείται παρών ως εκπροσωπούμενος από τον παραπάνω συνήγορο του, καταδικάστηκε ερήμην με την υπ' αριθμ. 120710/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμών, η οποία του κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής την 21-3-2000 στην οδό ...στις ..., όπως προκύπτει από το από 21-3-2000 αναγνωσθέν αποδεικτικό επίδοσης του ..., Αρχιφύλακα που υπηρετούσε στο Α.Τ. .... Επί της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε εκπρόθεσμα την υπ' αριθμ. 8665/5-6-2008 έφεση του, στην οποία δηλώνει ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ... και επιπλέον ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθόσον αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν αγνώστου διαμονής, καθόσον η εταιρεία, που έδρευε στην οδό ... στις ...., στην οποία συμμετείχε, είχε ήδη πτωχεύσει ήδη από το έτος 1998. Επιπρόσθετα δε ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ...στα ...επομένως η εν λόγω επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν άκυρη. Επιπλέον δήλωσε ότι η παραπάνω διεύθυνση του ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, που του επέδιδε κλήσεις και κλητήρια θεσπίσματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών δεν προέκυψε ότι γνώριζε την παραπάνω διεύθυνση του, αφού δεν προσκομίζονται εκ μέρους του σχετικές κλήσεις στην εν λόγω διεύθυνση κατά τον επίδικο χρόνο. Άλλωστε ο ίδιος κατά την ημερομηνία άσκησης της κρινόμενης έφεσης του (5-6-2008) δηλώνει ότι κατοικεί στην παραπάνω διεύθυνση (οδός ...), ενώ την ίδια ημερομηνία κατά την άσκηση ετέρων εφέσεων του δηλώνει ότι κατοικεί στην οδό ..., στην οποία είχε εγκατασταθεί στις αρχές του έτους 2000, όπως κατέθεσε η εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρας (θυγατέρα του). Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρότι είχε λάβει γνώση της προκειμένης υποθέσεως, αυτός δεν προέβη, όπως είχε υποχρέωση, στην γνωστοποίηση της νέας του διεύθυνσης στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο από 21-3-2000 αποδεικτικό επίδοσης προκύπτει ότι αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως επιδόθηκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι στη Υ1, Προϊσταμένη του Τμήματος Δημοτ. Κατάστασης του Δήμου ..., η οποία και το παρέλαβε και ως εκ τούτου μπορεί να διαγνωσθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 161 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. Κατά συνέπεια η παραπάνω επίδοση ήταν έγκυρη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα η μη απόδειξη από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία διαμονής του κατηγορουμένου κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως στη παραπάνω διεύθυνση, γνωστής στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών, δεν θεμελιώνει λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος σχετικά με την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του. Κατά συνέπεια το δικαστήριο σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις πρέπει να απορρίψει την κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της".
Στην παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται τόσο η χρονολογία επιδόσεως, την 21-3-2000, της εκκαλουμένης 120710/1998 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το όργανο που ενήργησε την επίδοση και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως, την 5-6-2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Επαρκώς αιτιολογείται, με αναφορά και στα αποδεικτικά μέσα που στηρίχθηκε το δικαστήριο, ότι η τελευταία γνωστή στις Αρχές διεύθυνση του κατηγορουμένου ήταν η οδός ..., όπου ήταν η έδρα της επιχειρήσεώς του, οπότε σύννομα, κατ'άρθρο 156 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, επιδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ως άγνωστης διαμονής, με επίδοση στην αρμόδια υπάλληλο του οικείου Δήμου, σε, εκ του νόμου, προσπάθεια ενημερώσεώς του και η επίδοση αυτή δεν πάσχει από την έλλειψη αυτή ουδεμίας ακυρότητας. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή των Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την επί της οδού ... διεύθυνση της κατοικίας του, ούτε αποδείχθηκε ότι τη διεύθυνση αυτή γνώριζε το 2000 που παρήγγειλε τη συγκεκριμένη επίδοση η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, όπως ισχυρίστηκε στην έφεσή του ο εκκαλών, έπεται ότι νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη μόνη γνωστή στην Εισαγγελία αυτή διεύθυνση στις ..., ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υπεχρεούτο, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, να ζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες της Χώρας, το δε Εφετείο διέλαβε ειδική αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι κατά τον κρίσιμο χρόνο (21-3-2000) στην παραπάνω διεύθυνση της οδού .... Επίσης, από το ανωτέρω από 21-3-2000 αποδεικτικό επιδόσεως της ερήμην πρωτόδικης αποφάσεως, προκύπτει ότι η απόφαση παραδόθηκε νομίμως "στην ορισμένη από το Δήμαρχο ...υπάλληλο", την Προϊσταμένη του Τμήματος Δημοτικής Κατάστασης Υ1, η οποία υπογράφει την παραλαβή και βεβαιώνει με δεύτερη υπογραφή της για την τοιχοκόλληση της αποφάσεως στο δημοσιότερο μέρος του πιο πάνω Δήμου και δεν προκύπτει αμφιβολία ότι αυτή ήταν ορισμένη από το Δήμαρχο ....για την παραλαβή δικογράφων, περί του σχετικού ως άνω προβληθέντος δευτέρου λόγου ακυρότητας του αποδεικτικού επιδόσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την ως παραπάνω απορριπτική αιτιολογία, δεχθείσα ότι είναι έγκυρη η επίδοση ως αγνώστου διαμονής , κατ'άρθρο 156 παρ.2 και 161 του ΚποινΔ, γιατί η επίδοση της πιο πάνω ερήμην αποφάσεως έγινε νομίμως στο Δήμο ...και παραδόθηκε στην ανωτέρω υπάλληλο αυτού.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, συνεκτιμήσαν την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος και όλα τα προσκομισθέντα από τον εκκαλούντα και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με το να απορρίψει τους προβληθέντας λόγους ακυρότητας της επιδόσεως της πρωτόδικης αποφάσεως ως αβάσιμους και την έφεση ως εκπρόθεσμη, δεν παραβίασε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, ούτε υπερέβη την εξουσία του και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Επομένως, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 67/24-7-2009 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 33785/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατηγορουμένου εγκύρως ως αγνώστου διαμονής. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και για υπέρβαση εξουσίας, διότι ο προβληθείς με την έκθεση εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ερευνήθηκε και αιτιολογημένα απορρίφθηκε.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 627/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 1254/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ Κρήτης, που δεν παρέστη . Με συγκατηγορούμενο τον Ζ
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως μετά των από 1 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτων λόγων, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 3/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α Π.Κ. όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου Κώδικα "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί ότι ο δράστης αφενός μεν δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την ποινή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ' ετέρου δε ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ.. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη (ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση επελεύσεως του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, όταν συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του (από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος). Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος από αμέλεια η οποία συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου, να αναφέρεται ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς αυτών και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται κατ' είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται τα ακόλουθα: Η ... και η εκπροσωπούμενη από αυτήν ανήλικη θυγατέρα της ... προκειμένου να ανεγείρουν οικοδομή σε οικόπεδο τους κείμενο στη θέση ... της περιοχής "..." ... ανέθεσαν την κατασκευή αυτής στο έτερο των κατηγορούμενων (που δεν άσκησε αναίρεση) Ζ και την επίβλεψη της εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών στον ήδη αναιρεσείοντα, που είναι πολιτικός μηχανικός. Έγινε αντιληπτό από τους δύο κατηγορουμένους πριν από την έναρξη της κατασκευής ότι στο σημείο όπου επρόκειτο να ανεγερθεί η οικοδομή διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ. Ο ήδη αναιρεσείων απευθύνθηκε στον αρμόδιο υπάλληλο της ΔΕΗ ... και ζήτησε να γίνει μετατόπιση της γραμμής. Ο εν λόγω υπάλληλος της ΔΕΗ απήντησε στον ήδη αναιρεσείοντα να μην κάνει αίτηση μετατόπισης των καλωδίων γιατί το αίτημα αυτό θα απερρίπτετο, διότι σύμφωνα με αυτά που του ανέφερε ο ανωτέρω κατηγορούμενος, οι αποστάσεις ήταν μεγαλύτερες από τα όρια απόστασης ασφαλείας που είναι 2,5 μέτρα καθ' ύψος. Ο άνω υπάλληλος της ΔΕΗ ... όπως προκύπτει από όσα κατέθεσε εξεταζόμενος ενόρκως και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνέστησε στον ήδη αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους να ζητήσει διακοπή ρεύματος για μικρό χρονικό διάστημα όταν θα ήταν ανάγκη. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι αν και γνώριζαν το πρόβλημα δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια αλλά πράττοντας από αμέλεια και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής, την οποία κατά τις περιστάσεις ως ασχολούμενοι με οικοδομικά έργα όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν τον κίνδυνο από τη γειτνίαση των ηλεκτροφόρων καλωδίων με την ανεγειρόμενη οικοδομή και έτσι, ούτε προστατευτικό σανίδωμα για την προστασία των εργαζομένων στο έργο μερίμνησαν να κατασκευασθεί, ούτε φρόντισαν, όταν επρόκειτο να εκτελεσθούν οι εργασίες τοποθετήσεως του σιδήρου οπλισμού, να γίνει από την ΔΕΗ απενεργοποίηση του δικτύου ηλεκτρικού ρεύματος μέσης τάσεως που διερχόταν από το μέσον του εξώστη (μπαλκόνι) του πρώτου ορόφου της οικοδομής και σε ύψος περί τα τρία μέτρα από αυτό ούτε επέστησαν την προσοχή των εργαζομένων για τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας. Στις 27/2/2002 και ώρα 7.30 π.μ., και εν γνώσει των κατηγορουμένων οι οποίοι την προηγούμενη ημέρα είχαν επιμεληθεί να εκφορτωθούν οι αναγκαίες ποσότητες οικοδομικού σιδήρου για τις εργασίες καλουπώματος και είχαν δώσει εντολή να γίνουν αυτές οι εργασίες, μετέβησαν στην άνω οικοδομή ο πολιτικώς ενάγων, ο πατέρας του Ξ, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας και ο επίσης εξετασθείς ως μάρτυρας ... για να τοποθετήσουν τον σίδηρο οπλισμό στους ξυλοτύπους για τις κολώνες του πρώτου ορόφου της οικοδομής. Για την εργασία τους αυτή θα αμείβονταν από τον πρώτο κατηγορούμενο ανά κιλό σιδήρου που θα τοποθετούσαν. Περί ώρα 8 π.μ. της ημέρας εκείνης και ενώ ο πολιτικώς ενάγων, που εργαζόταν ως βοηθός έδιδε σιδερένιες βέργες ύψους περί τα 3 μέτρα στους τεχνίτες καλουπώματος, μία βέργα πλησίασε σε κοντινή απόσταση λίγων εκατοστών του μέτρου ένα από τα ηλεκτροφόρα καλώδια του εναέριου δικτύου της ΔΕΗ που απείχε 3,54 μέτρα, με αποτέλεσμα να γίνει "διαπίδυση του ρεύματος" και να υποστεί ηλεκτροπληξία αυτός (πολιτικώς ενάγων) που είχε ως επακόλουθο τις σωματικές βλάβες του παθόντος ήτοι ακρωτηριασμό των τρίτου και τετάρτου δακτύλων του δεξιού ποδιού, έγκαυμα τρίτου βαθμού των δευτέρου και πέμπτου δακτύλων του ιδίου ποδιού και της ραχιαίας επιφάνειας, σε έκταση 3Χ5 εκατοστών του μέτρου από τη βάση των δακτύλων και ασθματική βρογχίτιδα ακραίας μορφής. Αυτές οι σωματικές βλάβες, συνδέονται αιτιωδώς με την αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η άνω συμπεριφορά των στον παθόντα .... Το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε απέρριψε τους ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος από τους κατηγορουμένους ότι έπρεπε να απαλλαγεί από την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη λόγω ενημερώσεως εκ μέρους του της ΔΕΗ πριν από την έναρξη των εργασιών κατασκευής της οικοδομής για το ότι διέρχονταν πλησίον αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος του δικτύου και μη υποδείξεως από τη ΔΕΗ της λήψεως μέτρων ασφαλείας εφόσον ετηρούντο οι αποστάσεις ασφαλείας του δικτύου από την άνω οικοδομή καθώς και λόγω του ότι αυτός επέβλεπε το έργο μέχρι τη φάση κατασκευής του ισογείου ορόφου και μέχρι το σημείο εκείνο των εργασιών είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα και της εν συνεχεία διακοπής των εργασιών για πολλές ημέρες χωρίς να ενημερωθεί από κανένα για τη συνέχιση των εργασιών στις 27.2.2002 (ημέρα Σάββατο) και αγνοούσε έτσι αυτός ότι μετέβησαν την ημέρα εκείνη οι τεχνίτες που θα έκαναν τα καλουπώματα για τις περαιτέρω εργασίες και έτσι δεν μετέβη για επίβλεψη στην οικοδομή. Περαιτέρω το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχους τον αναιρεσείοντα και τον έτερο των κατηγορουμένων της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια με το ελαφρυντικό ότι έζησαν έως το χρόνο που έγινε αυτή η πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή και κατεδίκασε καθένα των κατηγορουμένων σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πιο πάνω αξιοποίνου πράξεως για την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1β, 28, 314 παρ. 1 και 315 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά εκείνα που συνέχονται με την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και αντίστοιχα περιστατικά ώστε με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και εμπειρία του μπορούσε να προβλέψει και να αποτρέψει το αποτέλεσμα που επήλθε. Διαλαμβάνονται, ακόμη, στην ίδια απόφαση και προσδιορίζονται τα αναγκαία περιστατικά που συνέχονται με συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη του αναιρεσείοντος και τα αναγκαία μέτρα που έπρεπε να λάβει ο αναιρεσείων προς παρεμπόδιση επελεύσεως του κινδύνου που προερχόταν για τους απασχολούμενους σε οικοδομικά και λοιπά τεχνικά έργα από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού. Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη καθώς και από τις παραδοχές του Δικαστηρίου που την εξέδωσε προσδιορίζεται, ότι ο κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ως επιβλέποντα την κατασκευή του σκελετού της ανεγειρόμενης οικοδομής μηχανικό, την παρεμπόδιση επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, ήταν εκείνος που επιβάλλει στον ίδιο ως επιβλέποντα να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης υπό την ειδικότερη παραδοχή ότι του δόθηκαν οδηγίες από τον αρμόδιο υπάλληλο της ΔΕΗ να ζητήσει διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στη διερχόμενη γραμμή, να προέρχεται στη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ και να επιβλέπει την τήρηση των ανεξάρτητα από το εάν με την εκκαλούμενη 3256, 3257/2007 απόφαση του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ανεγνώσθη στην δίκη κατ' έφεση έπαυσε υπό όρο η ποινική δίωξη (αρθρ. 31 ν. 3346/2005) σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την εκ μέρους του παράβαση του άρθρου 7 παρ. 5, 7 και του άρθρου 9 του ν.1396/1983. Κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προέκυπτε από τα αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν ότι, δεν είχε δηλωθεί από την κύρια του έργου διακοπή των οικοδομικών εργασιών στην υπό ανέγερση οικοδομή στις αρμόδιες αρχές και επομένως δεν είχε παύσει ο ήδη αναιρεσείων να επιβλέπει ως μηχανικός τις εργασίες κατασκευής της και ήταν σε γνώση του ότι επρόκειτο το πρωί της 27/2/2002 να γίνουν εργασίες καλουπώματος όσον αφορά την τοποθέτηση σιδήρου οπλισμού στους ξυλότυπους για τις κολώνες του πρώτου ορόφου αυτής της οικοδομής. Γίνεται λόγος στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι για να καταλήξει το Τριμελές Εφετείο Κρήτης στην κρίση του περί ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας εννοώντας αυτούς που κατά το άρθρο 500 Κ.Ποιν.Δ. κλήτευσε ο Εισαγγελέας Εφετών ως σημαντικούς για να εξετασθούν και στην κατ' έφεση δίκη και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ότι αναγνώσθηκαν μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (που έγινε με αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος) καθώς και η 1084-5/8/2002 έκθεση ερεύνης, όπως επίσης και η υπ' αριθμό 5496/13.5.2003 ιατροδικαστική έκθεση. Δεν ήταν αναγκαίο να εκθέτει στο αιτιολογικό της αποφάσεως του το Δικαστήριο της ουσίας τι ακριβώς προέκυπτε από την κατάθεση κάθε μάρτυρα ούτε να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεώς του. Επιβεβαιώνεται περαιτέρω ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη την άνω έκθεση του ιατροδικαστή που εξέτασε του παθόντα πολιτικώς ενάγοντα πέραν της αναφοράς στο εισαγωγικό μέρος του σκεπτικού του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αφού αναφέρεται στις σωματικές βλάβες που υπέστη από την ηλεκτροπληξία αυτός όταν πλησίασε η άκρη της σιδηράς ράβδου που σήκωσε για να μεταφέρει κοντά στον ηλεκτρικό αγωγό του δικτύου της ΔΕΗ κατά την εργασία του την ημέρα εκείνη στην οικοδομή και παρατίθενται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ποιες ειδικότερα ήταν οι σωματικές κακώσεις που έπαθε από την αιτία αυτή και αποτελούν τις διαπιστώσεις και το συμπέρασμα που περιλαμβάνεται στην άνω ιατροδικαστική έκθεση. Αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου που πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη η αναφερόμενη στο άρθρο 178 Κ.Ποιν.Δ. μεταξύ των κυρίων αποδεικτικών μέσων πραγματογνωμοσύνη η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 Κ.Ποιν.Δ. από ανακριτικό υπάλληλο η από δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως είτε μετά από αίτηση του Εισαγγελέα ή των διαδίκων. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, που καλούνται να εκφέρουν κρίση σε αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ. αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως άνω, αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως έγγραφο. Δεν ήταν αναγκαίο να γίνει μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για να έχει αυτή την επιβαλλόμενη αιτιολογία της άνω εκθέσεως που έγινε από τεχνικό που διορίσθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος μετά από αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος καθόσον αποτελούσε γνωμοδότηση προκληθείσα από έναν εκ των διαδίκων και περιλαμβανόταν στα έγγραφα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το δικαστήριο. Εξ άλλου, η αναγνωσθείσα 1084/5.8.2002 έκθεση ερεύνης έγινε όχι από τον Εισαγγελέα ή από προανακριτικό υπάλληλο ή ανακριτή ή από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο προς βεβαίωση της τέλεσης της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιοποίνου πράξεως και των συνθηκών τέλεσης αυτής, αλλά στα πλαίσια έρευνας των συνθηκών εργατικού ατυχήματος εργαζομένου που υπάγεται σε υποχρεωτική ασφάλιση και για την αναγγελία του συμβάντος στις κατά τόπο αρμόδιες αρχές που προβλέπουν τα άρθρα 10, 12 ν. 551/1915, 10 του ν.δ. 2954/1954 και 21 και 22 του Κανονισμού ασφαλιστικής αρμοδιότητας του ΙΚΑ. Επομένως η άνω υπ' αριθμ. 1084/5.8.2002 έκθεση δεν αποτελούσε το από τα άρθρα 178 και 180 επ. Κ.Ποιν.Δ. προβλεπόμενο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία της αυτοψίας για την οποία συντάσσεται έκθεση, έτσι ώστε υφίσταται υποχρέωση ειδικής μνείας αυτής στην προσβαλλόμενη απόφαση αλλά περιλαμβάνονται στα έγγραφα η μνεία των οποίων κατά κατηγορία μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο αρκούσε στην προκείμενη περίπτωση. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των αναφερόμενων ανωτέρω εκθέσεων που εσφαλμένως, κατά τις απόψεις του, δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία του αποδεικτικού μέσου των εγγράφων αλλά αποτελούσαν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα καθώς επίσης απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις ότι στήριξε την κρίση του το Δικαστήριο της ουσίας επιλεκτικώς σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να συνεκτιμήσει, να σταθμίσει συγκριτικά και να συναξιολογήσει συσχετίζοντάς τα, το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων, των απολογιών των κατηγορούμενων και το αναφερόμενο από 20.11.2006 έγγραφο της ΔΕΗ που απευθυνόταν προς τον αναιρεσείοντα και περιλαμβανόταν σε εκείνα που ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο. Τέλος απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις ότι δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη αιτιολογία ως προς την αναφορά του επιτακτικού κανόνα δικαίου που να επέβαλε στον αναιρεσείοντα ως επιβλέποντα μηχανικό ορισμένη συμπεριφορά προς τον οποίο να παρέλειψε αυτός να συμμορφωθεί παρά την περί του αντιθέτου ιδιαίτερη η υποχρέωσή του. Είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ. όπως διαμορφώθηκε από τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως όσα δε κατά τα λοιπά με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα για το ότι δεν ειδοποιήθηκε από τον κύριο του έργου για την επανέναρξη των οικοδομικών εργασιών που είχαν διακοπεί και την έλλειψη ευθύνης του, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως αιτίαση κατά των παραδοχών της αποφάσεως είναι απαράδεκτη. Όσον αφορά τον έτερο λόγο αναίρεσης του δικογράφου της κύριας αιτήσεως κατά τον οποίο μετά το τέλος των απολογιών του ιδίου και του συγκατηγορούμενου του δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα και στους δικαστές για να υποβάλουν ερωτήσεις προς τους κατηγορούμενους και απαντήσουν στις υποβληθείσες ερωτήσεις αλλά δεν δόθηκε ο λόγος στους συνήγορους υπεράσπισης του αναιρεσείοντος ... και ... στο σημείο εκείνο της διαδικασίας προς άσκηση του από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 3 και 366 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματος των να υποβάλουν ερωτήσεις προς τον παρόντα συγκατηγορούμενο του Ζ τον οποίο υπερασπιζόταν έτερος συνήγορος με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ. που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως παρατηρούνται τα εξής: Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από το ότι δεν υπέβαλλαν ερωτήσεις στον άνω συγκατηγορούμενο ο αναιρεσείων και οι συνήγοροί του. Προϋπόθεση για την άσκηση του άνω δικαιώματος υποβολής ερωτήσεων στον κατηγορούμενο από τους λοιπούς διαδίκους και τους συνηγόρους των είναι να ζητήσουν αυτοί, με την μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, να υποβάλουν τέτοιες ερωτήσεις προς συγκατηγορούμενό τους και να μην τους δόθηκε ο λόγος από τον διευθύνοντα προς τούτο. Δεν προκύπτει στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της κατ' έφεση δίκη, ότι ζήτησαν ο αναιρεσείων, είτε οι συνήγοροί του, από τον Προεδρεύοντα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τον λόγο προς άσκηση τέτοιου δικαιώματος υποβολής ερωτήσεων προς τον συγκατηγορούμενο του Ζ και δεν τους δόθηκε για να προκαλείται η επικαλούμενη ακυρότητα. Επιπροσθέτως, όσα ανέφερε κατά την απολογία του ο άνω συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος δεν ήταν δυσμενή για τον τελευταίο ώστε να είναι απαραίτητο με την υποβολή ερωτήσεων προς τον άνω συγκατηγορούμενό του να διευκρινισθούν όσα σε σχέση με την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν σ' αυτούς, εξέθεσε. Είναι απορριπτέες, επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την παράλειψη για την οποία γίνεται λόγος στην αίτηση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α σχετικός λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/11/2009 αίτηση του Χ, μετά των από 1/2/2010 προσθέτων λόγων, περί αναιρέσεως της 1254/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, δικάζοντος κατ' έφεση, με την οποία καταδικάσθηκε ως επιβλέπων μηχανικός ανεγειρόμενης οικοδομής ο αναιρεσείων και έτερος συγκατηγορούμενός του, που δεν έχει ασκήσει αίτηση αναίρεσης, για σωματική βλάβη από αμέλεια σε βάρος του εργαζομένου ως βοηθού σε εργασίες κατασκευής ξυλοτύπων στην άνω οικοδομή, πολιτικώς ενάγοντος. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εστερείτο της επιβαλλόμενης αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ως προς τα αναγκαία περιστατικά που συνέχονταν με την αμελή συμπεριφορά του ήδη αναιρεσείοντος και την συγκεκριμένη ενέργεια και παράλειψη του προς παρεμπόδιση του κινδύνου από εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ για τους απασχολούμενους στην οικοδομή και ως προς τον προσδιορισμό του κανόνα δικαίου από τον οποίο πήγαζε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος ως επιβλέποντος την κατασκευή του σκελετού της οικοδομής να παρεμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος δίνοντας τις κατάλληλες κατά την επιστήμη και τους κανόνες της τέχνης οδηγίες με βάση αυτές που του είχαν δοθεί από τον αρμόδιο υπάλληλο της ΔΕΗ και να επιβλέπει την τήρηση των ληπτέων μέτρων ασφαλείας. Ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση είχε την επιβαλλόμενη αιτιολογία ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των μαρτύρων που είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως ως μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορουμένου και αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως μάρτυρες κατηγορίας διότι περιλαμβάνονται σ' αυτούς που κλήτευσε ο Εισαγγελέας Εφετών ως σημαντικούς κατ' άρθρο 500 ΚΠΔ για την κατ' έφεση δίκη, καθώς επίσης και η ιατροδικαστική έκθεση που αναγνώσθηκε αφού με βάση αυτήν περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι σωματικές βλάβες που υπέστη από την ηλεκτροπληξία ο παθών πολιτικώς ενάγων. Δεν αποτελούσαν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα για να απαιτείται να μνημονευθούν χωριστά η έκθεση που συντάχθηκε από τεχνικό που διορίσθηκε από το ΤΕΕ μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος ούτε η έκθεση έρευνας από την αρμόδια Υπηρεσία Υπουργείου Εργασίας για τις συνθήκες του εργατικού ατυχήματος, οι οποίες ως αποδεικτικά έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ), διότι δεν ζήτησε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος το λόγο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση να υποβάλει ερωτήσεις προς συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος και να μην του δόθηκε ο λόγος. Απαράδεκτος ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης ότι δεν ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων από την κυρία του έργου για την επανέναρξη των εργασιών διότι πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 625/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κατσαντώνη, περί αναιρέσεως της 932/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1320/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τοιαύτη, απορριπτέα (άρθρο 476 και 513 Κ.Ποιν.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση και χωρίς αναφορά της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε στοιχεία που βρίσκονται σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατιτεθέμενων στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κατ' άρθρ. 509 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.. Επίσης δεν επιτρέπεται να εξετασθούν ούτε αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο οι υπό στοιχ. Α', Γ', Δ', ΣΤ' και Θ' (ήδη Η') του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών που προβλέπεται από το άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ., προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ., εάν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, πρέπει να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως στα οποία αναφέρεται η αιτίαση, ενώ αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι η άνω επιβαλλόμενη πρέπει να διευκρινίζεται επί πλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως ήτοι ποιες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία αυτής ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ Ολ. 2/2002, 19/2001). Όσον αφορά το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως για την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να διαλαμβάνεται στην αίτηση αναιρέσεως συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν δηλαδή πρόκειται για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη σ' αυτήν υπαγωγή. Στην περίπτωση που προσβάλλεται η απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση ποιά είναι η απόλυτη ακυρότητα που εμπίπτει σε μια από τις πέντε περιοριστικής αναφερόμενες κατηγορίες τέτοιων παραβάσεων στο άρθρο 171 Κ.Ποιν.Δ. και ποιες είναι οι παραβιασθείσες διατάξεις που την επέφεραν άλλως ποια είναι η κατ' άρθρο 170 σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε και η οποία πρέπει να προτείνεται (άρθρα 173, 174 Κ.Ποιν.Δ.). To ίδιο ισχύει και όταν προβάλλεται ως λόγος ακυρότητος με την αναίρεση η κακή σύνθεση του δικαστηρίου (Πρωτοδικείου ή Εφετείου) που ανήκει σε αυτά με οργανικό αριθμό δικαστών πλέον των δεκαπέντε για τα οποία προβλέπεται κατά το άρθρο 17 στοιχ. Β του Ν. 1756/1988, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση των παρ. 1, 3 ή αυτού με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2172/1933, της παραγρ. 7 με το άρθρο 2 παρ. 2 ν. 3327/2005 και μετά την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ. 1 με το άρθρο 2 του Ν. 3346/2005, ότι οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων τους καταρτίζονται με κλήρωση όσον αφορά τους προεδρεύοντες και τους δικαστές από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των για κάθε μήνα και ότι με την ίδια διαδικασία ορίζονται και οι αναπληρωματικοί δικαστές των μελών της συνθέσεως των ποινικών δικαστηρίων.
Εξ άλλου με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003 τροποποιήθηκε το άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. και μεταξύ άλλων καταργήθηκε και ο προβλεπόμενος στο στοιχείο Η' αυτού λόγος αναιρέσεως κατ' αποφάσεων για τη μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αντίστοιχα με την παράγραφο 9 του πιο πάνω άρθρου τροποποιήθηκε και το άρθρο 518 παρ. 1 εδαφ. α' του Κ.Ποιν.Δ. με την απάλειψη της ρυθμίσεως για την περίπτωση που δεν έχει παρατεθεί το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε ότι δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος παραθέτει το σωστό άρθρο του ποινικού νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 3.6.2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμό 932/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο ήδη αναιρεσείων κατεδικάσθη σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση κατά κατάχρηση, ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ξένων ολικής κινητών πραγμάτων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, συνολικού ύψους 354885,75 ευρώ, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας. Στην συνημμένη στην έκθεση αναιρέσεως και υπογραφομένη από τον εξουσιοδοτημένο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και από τον γραμματέα του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση αίτηση αναγράφεται ότι ζητείται η αναίρεση της εν λόγω αποφάσεων για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων και ιδία των αποδεικτικών μέσων καθόσον από πουθενά από τη διαδικασία δεν προέκυψε ότι αυτός (αναιρεσείων), ιδιοποιήθηκε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. υφίσταται Α) απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 Κ.Ποιν.Δ.), β) σχετική ακυρότητα, που δεν καλύφθηκε (άρθρα 173, 174 Κ.Ποιν.Δ), Δ) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με το Σύνταγμα, Ε) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ΣΤ) παραβίαση δεδικασμένου, Ζ) παραβίαση καθ' ύλην αρμοδιότητας και Θ) υπέρβαση εξουσίας σε όλες τις υποπεριπτώσεις. Με αυτές, όμως, τις αιτιάσεις η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει ουδένα σαφή και ορισμένο λόγος σε σχέση με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε συγκεκριμένες πλημμέλειες όσον αφορά την εσφαλμένη από το δικαστήριο που την εξέδωσε ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν εκτίθεται στην αίτηση αναιρέσεως σε τι συνίσταται η παραβίαση των διατάξεων περί δεδικασμένου και περί καθύλη αρμοδιότητας από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν προσεκόμισε ούτε επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων αμετάκλητη απόφαση καταδικαστική ή αθωωτική ή που να παύει την ποινική δίωξη ή να την κηρύσσει απαράδεκτη για την ίδια πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων από το δικαστήριο της ουσίας και σχετική βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τέτοιας αποφάσεως ούτε επίσης αναφέρει στην αίτηση αναιρέσεως για ποιο λόγο δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλη το άνω Εφετείο να εκδικάσει σε δεύτερο βαθμό αυτήν την υπόθεση και δεν κήρυξε την αναρμοδιότητά του αλλά δίκασε την υπόθεση ώστε να υπάρχει υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου. Είναι απορριπτέοι επομένως ως απαράδεκτοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Δ', Ε', ΣΤ', Ζ' και Η' Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, για παραβίαση δεδικασμένου, για παραβίαση των διατάξεων περί καθ' ύλη αρμοδιότητας του δικάσαντος δικαστηρίου και για υπέρβαση εξουσίας. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της από το Πενταμελές Εφετείο κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε στην ποινή που προαναφέρθηκε μετά την αναγνώριση της συνδρομής υπέρ του ελαφρυντικού ειλικρινούς μεταμέλειας ο ήδη αναιρεσείων για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση ξένων κινητών πραγμάτων ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του ως εντολοδόχου καθ' όσον αποδείχθηκε από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι στην Αθήνα στο διάστημα από 26.11.1993 έως 29.7.1994 αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα τα επί μέρους αναφερόμενα στο διατακτικό χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 120.927.318 δραχμών (ευρώ 354.885,75), και ότι τα ποσά αυτά του τα κατέβαλαν ανά περίπτωση οι αναφερόμενοι εισαγωγείς - έμποροι αυτοκινήτων ή ιδιώτες ως αντιστοιχούντα στα ποσά των αναλογούντων δασμών που έπρεπε να καταβληθούν στο ταμείο του Τελωνείου Αθηνών από τον κατηγορούμενο ως επαγγελματία εκτελωνιστή στα πλαίσια της εντολής εκτελωνισμού που του έδιναν οι άνω πελάτες του με την άφιξη του κάθε αυτοκινήτου, προκειμένου να εκδοθούν τα πιστοποιητικά ταξινόμησης των εισαγομένων αυτοκινήτων από τους υπαλλήλους του Τελωνείου Αθηνών, και τα οποία ποσά δεν κατέβαλε αυτός όπως ήταν υποχρεωμένος στο Ταμείο του άνω Τελωνείου αλλά τα ενσωμάτωσε, κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης των εντολέων του, στην περιουσία του προξενώντας σ' αυτόν αντίστοιχη ζημία η οποία σε κάθε επί μέρους πράξη καθώς και το όφελος που αυτός επέτυχε είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Δεν στοιχειοθετούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως και είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος, υπό την επίκληση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ποινικών διατάξεων και ιδία των αποδεικτικών μέσων, ότι από πουθενά από τη διαδικασία δεν προέκυψε ότι αυτός ιδιοποιήθηκε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά καθ' όσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα άνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και κατατείνουν σε επανεκτίμηση της υποθέσεως. Δεν προβάλλεται συγκεκριμένα εάν η απόλυτη ακυρότητα που ο αναιρεσείων επικαλείται ως λόγο αναιρέσεως με την ένδικη αίτηση του οφειλόταν σε κάποιον άλλον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 171 Κ.Ποιν.Δ. λόγους ή σε κακή σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα σε κακή σύνθεση ποινικού Δικαστηρίου του Εφετείου Αθηνών στο οποίο προβλέπεται οργανικός αριθμός δικαστών πλέον των 15 ούτε μνημονεύεται ποιες από της διατάξεις του άρθρου 17 στοιχ. Β' παρ. 1, 3, 4, 5, 7 του ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκαν στη συνέχεια και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως αυτής παρεβιάσθηκαν. Δεν αίρεται η αοριστία αυτή της ένδικης αιτήσεως από την μνεία του ότι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στη σύνθεση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε συμμετείχε ως μέλος ο Βασίλειος Πέππας (κωλυομένης της τακτικής Παρ. Μεντζελοπούλου) και την έκφραση απορίας "τι εννοείται "τακτικής"" ανεξάρτητα από το ότι προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 17 στοιχ. Β του ν. 1756/1988 που προαναφέρθηκαν ότι με την ίδια διαδικασία κληρώσεως για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων στις δικασίμους κάθε μήνα και στο Εφετείο Αθηνών ορίζονται και οι αναπληρωματικοί δικαστές σε αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης ποινικού δικαστηρίου. Δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι προέβαλε ισχυρισμό περί κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 17 στοιχ. Β παρ. 2 έως 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία στο Εφετείο Αθηνών, για να συνεπάγεται ακυρότητα που να μην καλύπτεται, όπως προβλέπεται από όσα ορίζονται στην παρ. 10 του άρθρου 17 στοιχ. Β του άνω νόμου και να ιδρύεται έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Είναι απορριπτέοι επομένως ως απαράδεκτοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περίπτ. Α' Κ.Ποιν.Δ. Επίσης από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως διαπιστώνεται ότι η άνω πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχοι και καταδικάσθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας ο ήδη αναιρεσείων είναι η κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερης μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 51, 53, 98, 375 παρ. 1, 2 Ποινικού Κώδικα. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να παραθέσει στο κείμενο αυτής τις παραπάνω ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Όπως ορίζεται στο άρθρο 514 εδαφ. α Κ.Ποιν.Δ. μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 50 παρ. 7 ν. 3160/2003 ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα. Κατ' ακολουθίαν γίνεται από τον Άρειο Πάγο, η στο σημείο αυτό, δια της παρούσης, παράθεση των άνω διατάξεων του ποινικού κώδικα που εφαρμόσθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που αφορά στο ότι δεν αναφέρονται στην άνω απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας τα σχετικά άρθρα του ποινικού κώδικα κατ' εφαρμογή των οποίων κηρύχθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.6.2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 932/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου που κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση κατά κατάχρηση ιδιαιτέρως εμπιστοσύνης ξένων ολικώς κινητών πραγμάτων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας περιελθόντων στην κατοχή του ως εντολοδόχου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως λόγω αοριστίας ως προς τους επιμέρους λόγους α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, β) για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως διότι δεν εκτίθενται συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τέτοιας διατάξεως, γ) για παραβίαση των διατάξεων περί δεδικασμένου και καθ' ύλη αναρμοδιότητα από το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο ελλείψει μνείας άλλης σχετικής δικαστικής απόφασης που να είναι αμετάκλητη σχετικά με την ίδια πράξη, ούτε γίνεται μνεία για ποιο λόγο το δικάσαν Εφετείο δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλη να δικάσει σε δεύτερο βαθμό τέτοια κακουργηματική πράξη που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο και δ) για υπέρβαση εξουσίας. Δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως οι αιτιάσεις του κατηγορουμένου ότι δεν προέκυψε από τη διαδικασία ότι ιδιοποιήθηκε αυτός τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά αλλά πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Αόριστος και ο λόγος αναιρέσεως για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, που δεν προβλήθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 624/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλεξάνδρα Ζηνέλη, περί αναιρέσεως της 962/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 706/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάθε άτομο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που θα εκδοθούν. Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (Κ.Ποιν.Δ. 370). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται ειδικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίωξη και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας. Από το περιεχόμενο δε των διατάξεων των άρθρων 533 μέχρι 544 του Κ.Ποιν.Δ. που καθορίζουν την αποζημίωση των κρατηθέντων και μετέπειτα αθωωθέντων, (όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 26 ν. 2915/2001), προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν παρέχεται αυτοτελώς κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε, είτε ως απαράδεκτη είτε ως αβάσιμη αίτηση αποζημιώσεως από το Δημόσιο εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά με διάταξη του ανακριτή ή με βούλευμα ή και με δικαστική απόφαση και μετέπειτα αθωώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή καταδικάσθηκε σε ποινή κατώτερη εκείνης την οποία είχε εκτίσει προσωρινά. Εάν δε ασκηθεί αναίρεση κατά τέτοιας αποφάσεως αυτοτελώς, αυτή είναι απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται με αυτή τελειωτικά για την κατηγορία και δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει ειδικά κάτι άλλο και ως εκ τούτου απορρίπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 962/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απερρίφθη η από 8/12/2008 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε αυτή την επιδίκαση αποζημιώσεως από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τα άρθρα 533 επ. Κ.Ποιν.Δ. λόγω της αδίκου, κατά τους ισχυρισμούς της φυλακίσεως της επί 218 ημέρες (από 13.9.2007 έως και 17.4.2008 στο κατάστημα κράτησης ... σε εκτέλεση α) της 128/16.1.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που την κήρυξε (δικάζοντας κατ' έφεση) ενοχή πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και την καταδίκασε σε φυλάκιση δύο ετών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 440 ευρώ ανά ημέρα φυλακίσεως και β) της 129/16.1.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επίσης κατ' έφεση την κήρυξε ένοχη πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, μετατραπείσα ομοίως προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Ασκήθηκαν οι από 16/5/2007 αιτήσεις αναιρέσεως κατά των άνω αποφάσεων και εκδόθηκαν από τον Άρειο Πάγο η 1723/2008 απόφαση που αναίρεσε εν μέρει την 128/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και αφ' ετέρου η 1545/2008 απόφαση που αναίρεσε την 129/2007 απόφαση του ιδίου Τριμελούς Εφετείου κατά το μέρος που αναφέρονταν στην μη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως των επιβληθείσων ποινών αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αυτής και, μετά παραπομπή κατά το αναιρεθέν μέρος των στο ίδιο άνω δικαστήριο, εξεδόθη από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στη δικάσιμο της 4/12/2008 απόφαση που διέτασσε την αναστολή της επιβληθείσης σ' αυτήν πονής. Επί της εν συνεχεία κατατεθείσης από 8/12/2008 αιτήσεως από την ήδη αναιρεσείουσα περί αποζημιώσεως της από το Ελληνικό Δημόσιο για το μέρος της ποινής φυλακίσεως που εξέτεισε πριν, εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε έκρινε ότι δεν συμπεριλαμβανόταν μεταξύ των περιπτώσεων επιδικάσεως αποζημιώσεως η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα. Η απόφαση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας αφού δεν αποφαίνεται επί της ενοχής και κατ' αυτής δεν είναι δυνατό να ασκηθεί αυτοτελής αναίρεση. Κατ' ακολουθία η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 533 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (Κ.Ποιν.Δ. 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2009 αίτηση της .... για αναίρεση της 962/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως αυτοτελώς κατ' αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου με την οποία απερρίφθη αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας για επιδίκαση σ' αυτή αποζημιώσεως κατ' άρθρο 533 επ. ΚΠΔ από το Ελληνικό Δημόσιο λόγω κράτησής της σε εκτέλεση άλλων καταδικαστικών σε βάρος της αποφάσεων, που αναιρέθηκαν από τον Άρειο Πάγο κατά το μέρος που αναφέρονταν στη μη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως των επιβληθεισών ποινών και μετά παραπομπή στο Τριμελές Εφετείο που επιλήφθηκε εκ νέου διέταξε αναστολή των επιβληθεισών σ' αυτήν στερητικών της ελευθερίας ποινών. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως που απέρριψε την περί επιδικάσεως αποζημιώσεως αυτοτελή αίτηση της αναιρεσείουσας που υπεβλήθη μεταγενεστέρως της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που διέτασσε την αναστολή της επιβληθείσης στην αναιρεσείουσα στερητικής της ελευθερίας ποινής, διότι η απόφαση που απέρριψε την αίτηση αποζημίωσης δεν είναι από τις τελειωτικές επί της κατηγορίας, αφού δεν αποφαίνεται επί της ενοχής και κατ' αυτής δεν είναι δυνατό να ασκηθεί αυτοτελής αίτηση αναιρέσεως.
|
Αποζημίωση προσωρινά κρατηθέντος
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αποζημίωση προσωρινά κρατηθέντος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 623/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) ... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Λάλα περί αναιρέσεως της 1543/2008 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 334/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείοντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 §2 και 369 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 §1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, για τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1559/2008 απόφασή του, κήρυξε κατά πλειοψηφία ενόχους τους ήδη αναιρεσείοντες για τις πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (παράβαση ΑΝ 86/1967) και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών τον καθένα, μετατραπείσα σε χρηματική. Οι ανωτέρω πράξεις συνίστανται στο ότι ως εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΞΤΕ ΑΕ", είδος απασχόλησης ξενοδοχείο, αφού απασχόλησαν στην επιχείρησή τους προσωπικό που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλαν σ' αυτό τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές) της περιόδου από Ιουλίου 2001 έως Σεπτέμβριο 2001, συνολικού ύψους 15.242,85 Ευρώ, τις οποίες όφειλαν να καταβάλουν μέχρι την 10-10-2001 και για τις οποίες συντάχθηκε η με αριθμό ... Πράξη Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ). Οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προέβαλαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον ισχυρισμό ότι δεν υπέχουν ποινική ευθύνη για τη μη καταβολή των εισφορών, γιατί από την 20-3-1999 εκμίσθωσαν το ξενοδοχείο μέχρι το έτος 2004 στην εταιρεία "ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ", με διαχειριστές τους ... και ..., οι οποίοι ήταν και αρμόδιοι για την πρόσληψη, την πληρωμή και την απόλυση του απασχολούμενου στο ξενοδοχείο προσωπικού, καθώς και για την ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ και την πληρωμή των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών. Η πλειοψηφία του Δικαστηρίου απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων με την αιτιολογία ότι "από την υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ και την από 20-7-2001 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού (δηλαδή έγγραφα που συντάχθηκαν και υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της ως άνω μίσθωσης), προέκυψε ότι αυτά υπογράφηκαν από τους νομίμους εκπροσώπους της ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ και για λογαριασμό της τελευταίας, ενώ σε κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν υπάρχει η σφραγίδα και η υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων της ως άνω μισθώτριας εταιρείας ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η πλειοψηφία του Δικαστηρίου, προκειμένου να απορρίψει τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και να τους κηρύξει ενόχους, έλαβε υπόψη ευθέως και αμέσως και συνεκτίμησε τα ως άνω δύο έγγραφα (ΠΕΕ και αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης), τα οποία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε προκύπτει το περιεχόμενό τους από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα ή από άλλα αποδεικτικά μέσα. Έτσι, όμως, παραβιάστηκε η άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ΚΠοιΔ δικαιώματος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων να λάβουν γνώση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών και να προβούν, δια του εκπροσωπήσαντος αυτούς συνηγόρου, σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά. Επομένως, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 §1 δ' του ΚΠοινΔ και ιδρύθηκε η σχετικός από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Αντίθετα δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το ότι δεν αναγνώσθηκε η υπ' αριθμ. ...ΠΕΕ, αφού αυτή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου με το οποίο παραπέμφθηκαν σε δίκη και καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες. Μετά από αυτά είναι βάσιμος ο συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στους αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όμως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ.2 και 509 ΚποινΔ, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 τταρ.1 του ΚΠοινΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αποδιδόμενες στους αναίρεσείοντες, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινες πράξεις, της μη καταβολής στο ΙΚΑ των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών (άρθρο 1 παρ. 1,2 ΑΝ 86/1967 και 375 παρ.1 ΠΚ), φερόμενες ότι τελέσθηκαν στις 10-10-2001, υπέκυψαν σε παραγραφή, ως παρελθόντος μέχρι σήμερα χρόνου υπερβαίνοντος την οκταετία από της ως άνω τελέσεως τους. Επομένως, αφού υπάρχει κατά τα παραπάνω βάσιμος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη για τα εν λόγω πλημμελήματα, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1543/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, κατά το μέρος της που αφορά στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ... και .... Και.
Παύει οριστικά την κατά των άνω δύο κατηγορουμένων ασκηθείσα ποινική δίωξη, για το ότι "στο Ρέθυμνο στις 10-10-2001, ως εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΞΤΕ Α.Ε., είδος επιχείρησης Ξενοδοχείο, αφού απασχόλησαν κατά τη χρονική περίοδο από 7/2001 έως 9/2001 στην επιχείρησή τους, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και τώρα Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις παρακάτω εισφορές ποσού 15.242,85 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επομένου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ....ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται μισθωτοί και ύψος αποδοχών.
1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για τον ειδικό λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 10.161,90 ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στον παραπάνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάστηκαν στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 5.080,95 ευρώ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον παραπάνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή εισφορών σε ΙΚΑ - Α.Ν. 86/1967. Βάσιμος ο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας τρίτος λόγος αναιρέσεως, για συνεκτίμηση στο αιτιολογικό εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε και έτσι παραβιάσθηκε το υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου κάθε αναγιγνωσκομένου εγγράφου και να προβαίνει , κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, σε παρατηρήσεις και δηλώσεις και να αντικρούσει το σε βάρος του χρησιμοποιηθέν περιεχόμενο του εγγράφου. Αναιρεί. Παραπέμπει. ΠΟΠΔ λόγω παρόδου οκταετίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 622/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ...και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Λάλα, περί αναιρέσεως της 1556/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 327/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 §2 και 369 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου εγγράφου που αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 §1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, για τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1556/2008 απόφασή του, κήρυξε κατά πλειοψηφία ενόχους τους ήδη αναιρεσείοντες για τις πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (παράβαση ΑΝ 86/1967) και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών τον καθένα, μετατραπείσα σε χρηματική. Οι ανωτέρω πράξεις συνίστανται στο ότι ως εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΞΤΕ ΑΕ", είδος απασχόλησης ξενοδοχείο, αφού απασχόλησαν στην επιχείρησή τους προσωπικό που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλαν σ' αυτό τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές) της περιόδου από Απρίλιο 2002 έως Αύγουστο 2002, συνολικού ύψους 34.733,83 Ευρώ, τις οποίες όφειλαν να καταβάλουν μέχρι την 7-11-2002 και για τις οποίες συντάχθηκε η με αριθμό ...Πράξη Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ). Οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προέβαλαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον ισχυρισμό ότι δεν υπέχουν ποινική ευθύνη για τη μη καταβολή των εισφορών, γιατί από την 20-3-1999 εκμίσθωσαν το ξενοδοχείο μέχρι το έτος 2004 στην εταιρεία "ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ", με διαχειριστές τους ... και ..., οι οποίοι ήταν και αρμόδιοι για την πρόσληψη, την πληρωμή και την απόλυση του απασχολούμενου στο ξενοδοχείο προσωπικού, καθώς και για την ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ και την πληρωμή των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών. Η πλειοψηφία του Δικαστηρίου απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων με την αιτιολογία ότι "από την υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ και την από 20-7-2001 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού (δηλαδή έγγραφα που συντάχθηκαν και υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της ως άνω μίσθωσης), προέκυψε ότι αυτά υπογράφηκαν από τους νομίμους εκπροσώπους της ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ και για λογαριασμό της τελευταίας, ενώ σε κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν υπάρχει η σφραγίδα και η υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων της ως άνω μισθώτριας εταιρείας ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η πλειοψηφία του Δικαστηρίου, προκειμένου να απορρίψει τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και να τους κηρύξει ενόχους, έλαβε υπόψη ευθέως και αμέσως και συνεκτίμησε τα ως άνω δύο έγγραφα (ΠΕΕ και αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης), τα οποία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε προκύπτει το περιεχόμενό τους από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα ή από άλλα αποδεικτικά μέσα. Έτσι, όμως, παραβιάστηκε η άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων να λάβουν γνώση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών και να προβούν, δια του εκπροσωπήσαντος αυτούς συνηγόρου, σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά. Επομένως, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 §1 δ' του ΚΠοινΔ και ιδρύθηκε η σχετικός από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Αντίθετα δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το ότι δεν αναγνώσθηκε η υπ' αριθμ. ...ΠΕΕ, αφού αυτή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου με το οποίο παραπέμφθηκαν σε δίκη και καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες. Μετά από αυτά είναι βάσιμος ο συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως και, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στους αναιρεσείοντες και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1556/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης κατά το μέρος που αφορά στους αναιρεσείοντες ... και ....
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή εισφορών σε ΙΚΑ - Α.Ν. 86/1967. Βάσιμος ο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας τρίτος λόγος αναιρέσεως, για συνεκτίμηση στο αιτιολογικό εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε και έτσι παραβιάσθηκε το υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου κάθε αναγιγνωσκομένου εγγράφου και να προβαίνει, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, σε παρατηρήσεις και δηλώσεις και να αντικρούσει το σε βάρος του χρησιμοποιηθέν περιεχόμενο του εγγράφου. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 621/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειουσών -πολιτικώς εναγουσών 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κοντοζαμάνη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2547/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με κατηγορούμενους τους 1)..., 2)Ψ1, 3)..., 4)... και 5)... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Φεβρουαρίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 3301/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 102/12-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 § ια ΚΠΔ, τις με αριθμό 31 και 30/22-2-2010 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικώς εναγουσών (1) Χ1, κατοίκου ... και (2) Χ2, κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 2457/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτες τις με αριθμό 487/2009 και 488/2009 εφέσεις των ανωτέρω, αντίστοιχα, κατά του με αριθμό 2311/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως προς την παραπεμπτική του διάταξη για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο, ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 482 § 1 Κ.Π.Δ. όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 § 1 Ν.3160/2003, σαφώς προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτη (ΑΠ 473/2005, ΑΠ 362/2005, ΑΠ 379/2005 κ.ά.). Κατά συνέπεια οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως ασκηθείσες από πρόσωπα μη δικαιούμενα (πολιτικώς ενάγοντες) στην άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτες και να επιβληθούν σ'αυτούς τα δικαστικά έξοδα (476 § 1-2, 513 § 1, 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι με αριθμό 31 και 30/22-2-2010 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικώς εναγουσών (1) Χ1, κατοίκου ... και (2) Χ2, κατοίκου ... κατά του με αριθμό 2457/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθούν αυτές στην καταβολή των δικαστικών εξόδων.
Αθήνα 11 Μαρτίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 482 παρ.1 ΚΠΔ πριν από την τροποποίηση του α' εδαφίου της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 41 παρ.1 του Ν.3160/30-6-2003, μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιλάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ.2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων: α) που έπαυαν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου β) αποφαίνονται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κήρυσσαν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση όμως του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 41 παρ.1 του Ν.3160/2003 μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον από της ενάρξεως της ισχύος του (30-6-2003) να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ.α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24ώρου, από το Γραμματέα της Εισαγγελίας) κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκείμενη περίπτωση υπόκειται αναίρεση των πολιτικώς εναγουσών κατά του 2457/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά την διάταξη αυτού με την οποία το Συμβούλιο απέρριψε, ως απαράδεκτες, τις 487 και 488/2009 εφέσεις τους, αντιστοίχως, κατά του πρωτοδίκου 2311/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών και κατά την διάταξή του με την οποία αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Ψ1 για την πράξη της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο από κοινού κατά συρροή. Εφόσον όμως την αναίρεση την ασκούν η αναιρεσείουσα με την προαναφερθείσα ιδιότητα των πολιτικώς εναγουσών, ασκείται υπό προσώπων μη δικαιουμένων προς τούτο, και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 Κ.Π.δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, οι οποίες παρέστησαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει της υπ' αριθμ. 31 και 30/22-2-2010 αιτήσεις των 1. Χ1 και 2. Χ2 για αναίρεση του 2457/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθεμία.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε έφεση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Δεν υπόκειται σε αναίρεση μετά την τροποποίηση του άρθρου 482 §2 ΚΠΔ με άρθρο 41 §1 Ν. 3160/2003. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη (ΑΠ 360/2010, ΑΠ 1263/2006, ΑΠ 1760/2006) -.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 620/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπου-λο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Περσίδου, περί αναιρέσεως της 2064/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 13 Νοεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 702/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση: 1) η από 30 Μαρτίου 2009, με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πρωτ. 2813/1-4-2009, ασκηθείσα αίτηση του κατηγορουμένου, Χ, για αναίρεση της με αριθμό 2064/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και οκτώ (8) μηνών και 2) οι από 13 Νοεμβρίου 2009, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε την ίδια ημέρα ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, από τον αυτό κατηγορούμενο δια εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του κατά της άνω αποφάσεως πρόσθετοι λόγοι. Η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι είναι εμπρόθεσμοι και πρέπει να συνεκδικασθούν. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 216 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής και περαιτέρω σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης. Περαιτέρω, για την κακουργηματική μορφή της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται επί πλέον, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρ. 1 παρ. 7α του Ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή να σκόπευε να βλάψει άλλον και το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος δεν είναι αναγκαίο να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, αλλ' αρκεί ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει διά της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με την πλαστογραφία οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων, μετά την τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας, ενεργειών του δράστη, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη. Οι επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν την προσφορότητα της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη που αυτός αποσκοπεί. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1, 3 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στη ψευδή δήλωση του περιστατικού. Τέλος, με το άρθρο 22 παρ. 6 περ. α' Ν. 1599/1986 (ΚΝοΒ34.297) ορίζεται ότι "όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2064/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος των αξιοποίνων πράξεων: 1) πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό πορισμό περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, 2) απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, 3) υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως με σκοπό πορισμό οφέλους και 4) ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή συνολική τριών (3) ετών και οκτώ (8) μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική και ορίστηκε το ποσό των δέκα (10) ΕΥΡΩ, για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "ο κατηγορούμενος, κατά τους χρόνους και τόπους, οι οποίοι, αναλυτικά, μνημονεύονται στο διατακτικό της παρούσας τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν, με το κλητήριο θέσπισμα, πράξεις. Ειδικότερα: Ο κατηγορούμενος, ήταν αρχιτέκτων-μηχανικός και υπηρετούσε κατά τον χρόνο των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων, ως διευθυντής της διεύθυνσης της Πολεοδομίας του Δήμου .... Είναι, άρα, πρόδηλο, πώς είχε ορθή, σαφή και ασφαλή γνώση των πολεοδομικών συνθηκών της ευρύτερης περιοχής της ..., αλλά και ευχερή πρόσβαση στα υπηρεσιακά έγγραφα των σχετικών υπηρεσιών του Δήμου, και, ακριβότερα, και υπηρεσίας, στην οποία αυτός προΐστατο. Αρχικά, ανέλαβε την ιδέα να καταρτήση, πλαστή, ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του Ζ, πράγμα που υλοποίησε, τελικά, στις 13.11.1997, στη .... Τότε, δηλαδή, ανέλαβε, την από 1.11.1979 διαθήκη (φερόμενη ως ιδιόγραφη), του παραπάνω πατέρα του, πού, όμως, είχε, ήδη, από το έτος 1993 αποβιώσει. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω διαθήκη η πατρική περιουσία διαμοιράζονταν στα τέκνα του αποβιώσαντα, δηλαδή στον κατηγορούμενο και την αδελφή του. Τούτο προφανώς έπραξε ο κατηγορούμενος, για να παραπλανήσει άλλον, σχετικά με γεγονός που θα είναι δυνατόν να έχει έννομες συνέπειες. Στη συνέχεια, την πιο πάνω διαθήκη, η οποία, σύμφωνα, με την από 10/3/2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της αρμόδιας δικαστικής γραφολόγου ...." ...Είναι μη γνήσια, ως χαραχθείσα και υπογραφείσα με το χέρι του κατηγορούμενου...", εμφάνισε στις 13.11.1997 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας του οποίου ο δικαστής, αγνοώντας τα παραπάνω, τη δημοσίευσε, με τα με αριθμό 4 παρ. 1/17.11.1997 πρακτικά του πιο πάνω δικαστηρίου. Όμως, αναφορικά με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και τις αποδιδόμενες, σε σχέση μ' αυτά, στον κατηγορούμενο αιτιάσεις (κατηγορίες), κρίθηκε, ήδη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν προσβάλλεται ως προς το σημείο αυτό πώς αυτές έχουν παραγραφεί. Συνακόλουθα, δεν άγονται για κρίση στο παρόν δικαστήριο, μνημονεύονται, όμως στην παρούσα για λόγους λογικής ακολουθίας και χρονικής ενότητας και ενέργειας σε σχέση με τις επόμενες, σε μεταγενέστερο χρόνο, δράσεις του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, μη αρκεσθείς σε όσα προαναφέρθηκαν, στις 14.12.2000 προέβη σε νέες πράξεις. Συμπλήρωσε όσα υπήρχαν στην πιο πάνω αρχική διαθήκη, κατάρτισε νέα διαθήκη, δήθεν συμπληρωματική της πρώτης. Και αυτή προέρχονταν, τάχα από τον αποβιώσαντα πατέρα του. Σ' αυτόν έθεσε, ως ημερομηνία σύνταξης την 1.3.1980. Σύμφωνα με όσα περιλήφθηκαν στο πιο πάνω, εξ ολόκληρο πλαστό έγγραφο, ο δήθεν συντάκτης διαθήκης αυτού, πατέρας του, καταλείπει σ' αυτόν, ως κληρονόμο τα αγροτεμάχια πού, με κάθε λεπτομέρεια, περιγράφονται σ' αυτήν, και αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας, στο οποίο το δικαστήριο αναφέρεται η αποφυγή όλων περιττών επαναλήψεων. Απεδείχθη ακόμη, πως τούτο έπραξε ο κατηγορούμενος, προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του, παράνομο περιουσιακό όφελος και, συγκεκριμένα, να λάβει, ως κληρονόμος παράνομα στην νομή, κατοχή και κυριότητά του, τα παραπάνω ακίνητα, χωρίς πραγματικά να έχει αυτό το δικαίωμα, εφ' όσον, ο προαναφερθείς πατέρας του, ουδεμία διαθήκη κατέλειπε ούτε σχετική βούληση, βεβαίως, εκδήλωσε. Το σχετικό όφελος δε, το προσπόρισε στον εαυτό του, έχοντας, προηγούμενα, σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού (πλαστής διαθήκης), άλλον, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί, αναλυτικά με αντίστοιχη ζημία τρίτων και μάλιστα εκείνων που ήταν αληθεί κύριοι των εκτάσεων που συμπεριλήφθηκαν στην πιο πάνω διαθήκη. Ειδικότερα με την διαθήκη αυτή, ο κατηγορούμενος φέρονταν, ότι κληρονομούσε από τον θανόντα πατέρα του, τρία συνεχόμενα οικόπεδα, άρτια και οικοδομήσιμα στη θέση "..." ή "...", της άλλοτε κτηματικής περιφέρειας ... και ήδη, ενώ επόμενα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης της ... της περιφέρειας Δήμου ..., στην συνοικία ... (...) ..., στο Ο.Υ. 248, όπως αυτά απεικονίζονται στο σχετικό από τον μήνα Ιανουάριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικό ..., του οποίου φωτοτυπία με τις νόμιμες υπογραφές τούτου και του συμβολαιογράφου Χαλκίδας προσαρτήθηκε την με αριθμό 20.311/2001 δήλωση αποδοχής κληρονομίας τούτου. Τα ακίνητα αυτά, με κωδικούς αριθμούς 140304, 140306 και 140305, περιγράφονται, αναλυτικά, κατά τα όριά τους, στο διατακτικό της παρούσας. Στην πιο πάνω, από 1.3.1980 πλαστή διαθήκη, αυτά περιγράφονται, κατ' ακρίβειαν, τα εξής: 1) ως αγροτεμάχιο στη θέση "..., στο ΟΤ 37 του αγροτικού Συνεταιρισμού Χαγίων, με αριθμό 1, έκταση 495 τ.μ., 2) στην ίδια θέση "..., στο Θ.Τ. 37, στο με αριθμό β, γ αγροτεμάχιο, εμβαδού 224,40 τ.μ. και 3) στην ίδια θέση "...", στο ΟΤ 37 το με στοιχείο β αγροτεμάχιο εμβαδού 496 τ.μ. Συνολικό δε εμβαδόν απάντων είναι 1215,4 τ.μ. Η προαναφερθείσα διαθήκη, είναι, αναμφίβολα, πλαστή, κατά τε το περιεχόμενο και την υπογραφή του φερόμενου ως διαθέτη, πατέρα του κατηγορούμενου. Η προμνημονεφθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ειδικής γραφολόγου ... περιλαμβάνει, πλην άλλων, και την κρίση, ότι " ...Είναι στο σύνολό της μη γνήσια, ως χαραχθείσα και υπογραφείσα από το χέρι του κατηγορούμενου... ". Σημειώνεται πως, η πιο πάνω γραφολόγος, διορίστηκε με την με αριθμό 58/22.10.2004 διάταξη του αρμόδιο Ανακριτή Χαλκίδας, προκειμένου να αποφανθεί σχετικά. Και βέβαια, η έκθεσή της, από αυτό και μόνο, δεν κρίνεται πώς έχει αυξημένη αποδεικτική ισχύ. Όμως, απ' όσα αμέσως προηγούμενα εκτέθηκαν, αλλά και, στη συνέχεια, θα παρατεθούν, δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί εφ. Όσον συμπορεύεται με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, κατά λογικά αποδεικτική ακολουθία. Αντίθετη άποψη, δεν μπορεί να σχηματίσει το δικαστήριο, από μία, με την φροντίδα του κατηγορούμενου, διενεργηθείσες γραφολογικές πραγματογνω-μοσύνες των γραφολόγων ... (από 3.5.05), ... (από 19.4.05) και ... (από 6.4.05 και 19.4.05). Και τούτο, διότι, αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, εφ' όσον γίνει δεκτή η σ' αυτές εκφερόμενη άποψη. Και αυτά, πέραν του ότι έρχεται, προσέτι, σε ευθεία αντίθεση με εκείνη της αρχικής, από τον αρμόδιο ανακριτή ορισθείσα γραφολόγου, αλλά και τις λοιπές παραδοχές της παρούσας, όπως αυτές στην απόφαση αυτή αναλυτικά εκτέθηκαν και, στη συνέχεια, εκτεθήσονται. Μετά απ' αυτά, ο κατηγορούμενος, στις 14.12.2001 εμφάνισε τη διαθήκη αυτή δια του Χρ. Αθανασίου πληρεξούσιου δικηγόρου του, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, έχοντας πλήρη επίγνωση του ανακριβούς και πλαστού περιεχομένου της. Κατά τη συνεδρίαση εκείνη, ο αρμόδιος δικαστής, έχοντας, βεβαίως, άγνοια της πλαστότητας, παραπλανήθηκε, και την θεώρησε γνήσια. Έτσι, τη δημοσίευσε, με τα με από 14.12.2000 πρακτικά του πιο πάνω Δικαστηρίου. Έτσι, αφού, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ο κατηγορούμενος πέτυχε τη δημοσίευση της διαθήκης αυτής, προέβη, ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννη Στρουμπούλη, στην προμνημονευθείσα αποδοχή κληρονομίας. Δεν αρκέστηκε, όμως, σ' αυτό ο κατηγορούμενος. Έχοντας, πλέον, στην κατοχή του το πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης, αλλά και την παραπάνω δήλωση αποδοχής της κληρονομίας, στις 13.2.01,, υπέβαλε στη διεύθυνση Χ.Ο.Π. Τμήμα πολεοδομικών Σχεδίων και Κανόνων του Νομού Ευβοίας αίτηση, στην οποία ζητούσε να διορθωθεί η με αριθμό 6/1997 πράξη εφαρμογής του Νομάρχη Ευβοίας, που αφορούσε σ' αυτή το όνομα του κατηγορούμενου, και μάλιστα στις ιδιοκτησίες με τους προαναφερθέντες κωδικούς. Συνακόλουθα, με βάση τα προσκομισθέντα σ' αυτούς στοιχεία, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της προαναφερθείσας Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Νομού Ευβοίας, εύλογα, παραπλανήθηκαν και με την από 22.2.2001 και αριθμό πρωτοκόλλου 1093/155 απόφαση του αρμόδιου Νομάρχη Ευβοίας, διορθώθηκε η με αριθμό 6/1997 πράξη Εφαρμογής (με αριθμό 7848/29.9.97 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας). Έτσι, τα ακίνητα που προαναφέρθηκαν, για τα οποία, έως τότε, εφέρετο στα αρμόδια βιβλία, πως δεν είχαν γνωστούς ιδιοκτήτες, έλαβαν ως ιδιοκτήτη τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια δε, αυτός μετέγραφε αρμοδίως την προαναφερθείσα διορθωτική πράξη. Και βέβαια, είναι αυτονόητο, και αποδεικνύεται απ' όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, πώς ο κατηγορούμενος, με την παραπάνω επαγγελματική του ιδιότητα, εγνώριζε επακριβώς, πώς οι εκτάσεις αυτές (οικόπεδα), εφέροντο στα έγγραφα και βιβλία της πολεοδομίας ως "αγνώστου ιδιοκτήτου" και γι' αυτό, επέστησε στις συγκεκριμένες ιδιοκτησίες την προσοχή του. Η πρόσβαση δε στις σχετικές πληροφορίες του ήταν εξαιρετικά ευχερής, ως διευθυντής της Πολεοδομίας Χαλκίδας. Θεωρούσε δε, πρόδηλα, πώς προπεριγραφέντα τρόπο, θα είχε τη δυνατότητα να γίνει κύριος τούτων, με αντίστοιχη βλάβη άλλων, και δή των πραγματικών ιδιοκτητών των εκτάσεων αυτών. Άλλωστε, και η σπουδή του να επισπεύσει την επόμενη κι όλας ημέρα της αποδοχής της κληρονομίας να υποβάλει στη Διεύθυνση Χ.Ο.Π. της παραπάνω υπηρεσίας αίτηση για διόρθωση της πράξης εφαρμογής, αυτό υποδηλώνει. Δεν δίδει δε ο κατηγορούμενος πειστικός εξήγηση για την, από μέρους του καθυστέρηση του, από το θάνατο του πατέρα του (1993) μέχρι το χρόνο των ενεργειών του, από το ένα μέρος και της μεταγενέστερης άμεσης ενέργειας και σπουδής του. Επιπλέον, ο δόλος του κατηγορούμενου, για την εξαπάτηση των αρμόδιων υπαλλήλων των πιο πάνω υπηρεσιών του Νομού Ευβοίας, προκειμένου να βεβαιώσουν τα παραπάνω, και μάλιστα σε δημόσιο έγγραφο, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αποδεικνύεται και από το ότι επισύναψε στην προαναφερθείσα αίτηση τις από 13/2/2001 υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 Ν. 1599/1980, οι οποίες είναι ανακριβείς. Τούτο δε διότι εκεί, με γνώση του, δήλωσε ψευδώς, ότι τυγχάνει ιδιοκτήτης των με αριθμούς 140304, 140305 και 140306, που τακτοποίησε στο με αριθμό 245 Ο.Τ. Επιπλέον, επισύναψε την από 8.2.2001 δήλωση, προς του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογράφησης Ελλάδας (ΟΚΧΕ), η οποία είχε το ίδιο ψευδές περιεχόμενο, τελώντας, πάντα, αναμφίβολα, εν γνώσει του ψευδούς περιεχομένου τους. Έτσι πέτυχε, κατά τα προαναφερθέντα να βεβαιωθεί, πώς αυτός ήταν, δήθεν, ο ιδιοκτήτης, ο κύριος των ακινήτων αυτών. Τούτο, όμως, ήταν απόλυτα ανακριβές, εφ' όσον, τόσο ο ίδιος, όσο και ο ψευδής, ως δικαιοπάροχός του, φερόμενος πατέρας του, ουδεμία σχέση είχαν με τα ακίνητα, που είχαν, τότε, υπάρξει ιδιοκτήτες αυτών. Αποδείχθηκε δε, επιπρόσθετα, πώς, με τις προπεριγραφείσες ενέργειές του, ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να προσδιορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος. Ειδικότερα, ενώ, αναμφίβολα, πως, ούτε αυτός, ούτε ο πατέρας του, ήταν ιδιοκτήτης των ακινήτων αυτών, κατάφερε, με τις, αναλυτικά εκτεθείσες, έννομες ενέργειές του, να καταστήσει τον εαυτό του, ως κύριο, δήθεν, αυτών. Έτσι, αντίστοιχα, προσπόρισε σ' αυτήν, παράνομα, περιουσιακό όφελος, αντίστοιχο με την αξία των προαναφερθέντων οικοπέδων, η οποία, σε κάθε περίπτωση ήταν, οπωσδήποτε, ανώτερη των 73.000 ευρώ, και, για την οποία, παρά αυτών, θα γίνει αναλυτικά, λόγος. Ταυτόχρονα, με τις ίδιες ενέργειές του, κατηγορούμενος έβλαψε, κατά το αντίστοιχο ποσό τους πραγματικούς ιδιοκτήτες αυτών, που διαλαμβάνονται αναλυτικά στο διατακτικό παρούσας. Όμως, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου, όσον αφορά την ολοκλήρωση του σχεδίου που είχε εκπονήσει, δεν ολοκληρώθηκε στο πιο πάνω σημείο. Με το σκοπό να προσπορίσει, πέραν την "κατ' όνομα και ουσία" ιδιοκτησίας και χρηματικό ποσό, προχωρώντας περαιτέρω, στις 9.4.2001, δηλαδή σε χρόνο, όχι απομακρυσμένο από τις προπεριγραφείσες παράνομες ενέργειές του ήλθε σε επαφή με την ..., η οποία είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για την αγορά ακινήτων και την έπεισε, ότι τα ακίνητα με κωδικούς αριθμούς 140304 και 140305, ακίνητα κατά κυριότητα σ' αυτόν. Και τούτο έπραξε, αν και καλώς εγνώριζε λόγω των προηγούμενων ενεργειών του ότι αυτός δεν ήταν ο αληθής κύριος τούτων, αφού ο ίδιος "κατέστησε εαυτού", κύριο με βάση τις προαναφερθείσες έννομες ενέργειές του. Έτσι, πρόσφερε στην πιο πάνω υποψήφια αγοράστρια, τα παραπάνω ακίνητα για πώληση. Η τελευταία, αφού ουδεμία ένδειξη η λόγω είχε για το αντίθετο, πείστηκε στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του και έσπευσε να αγοράσει τα ακίνητα αυτά. Έτσι συνετάγη το με αριθμό 20565, 1.4.2001 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του αρμόδιου συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ι. Στρουμπούλα, με το οποίο ο κατηγορούμενος μεταβίβασε, κατά κυριότητα, τα ακίνητα αυτά, στην πιο πάνω αγοράστρια. Κατά τον τρόπο αυτό, και ο ίδιος οφελήθηκε και οι πραγματικοί ιδιοκτήτες ζημιώθηκαν, από την απώλεια των ιδιοκτησιών τους με ποσό μεγαλύτερο των 75.000 Ευρώ. Όμως, μετά την πώληση αυτή, άρχισε να αποκαλύπτεται η παράνομη δραστηριότητα του κατηγορούμενου. Η αγοράστρια, εύλογα, άρχισε να επιλαμβάνεται της νέας ιδιοκτησίας της, πραγματοποιώντας στα ακίνητα αυτά διάφορες διακατοχικές πράξεις. Τότε, οι φερόμενοι ως άγνωστοι, αλλ' αληθείς ιδιοκτήτες των ακινήτων αυτών, μαζί με τους ιδιοκτήτες του τρίτου οικοπέδου (με κωδικό αριθμό 140306. Θορυβήθηκαν, έκαναν σχετική έρευνα και υπέβαλαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας μηνυτήριες αναφορές, από τις οποίες και ξεκίνησε η ποινική έρευνα και πορεία την υπόθεσης. Παράλληλα οι πιο πάνω ιδιοκτήτες, κινήθηκαν για την προστασία των συμφερόντων τους και από πλευράς αστικώς. Έτσι, υπέβαλαν αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, τόσο κατά του κατηγορούμενου, όσο και της αγοράστριας η οποία έγινε δεκτή με την με αριθμό 129/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας. Η παραπάνω αγοράστρια, παράλληλα, προκειμένου να προστατεύσει την ιδιοκτησία της, άσκησε κατά την σ' αυτή εναγόμενου τακτική αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ζητώντας την αναγνώριση της κυριότητάς της, στα ακίνητη που αυτή αγόρασε. Με βάση, όμως, τα προδιαληφθέντα, το πιο πάνω δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή, με την με αριθμό 103/2003 απόφασή του. Η ενάγουσα άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, όμως, ακολούθως παραιτήθηκε από το δικόγραφο της. Ο κατηγορούμενος, ήδη, όταν κλήθηκε για απολογία στον αρμόδιο ανακριτή (8.4.2005), είχε προσφέρει πλήρη ικανοποίηση στην αγοράστρια, εφ' όσον είχε ήδη προβεί στην επιστροφή του τιμήματος που έλαβε από την αγοραπωλησία των πιο πάνω ακινήτων, ακόμη δε πρόσφερε τα πάσης φύσης έξοδο (φόρο μεταβίβασης, αμοιβής δικηγόρου, συμβολαιογράφου, δαπάνες μεταγραφής κλπ). Ακόμη παραδέχτηκε εγγράφως προς τους πραγματικούς ιδιοκτήτες των ακινήτων πώς δεν διατηρεί αξίωση σ' αυτά. Όμως, παρά ταύτα (βλ. απολογία του), αρνήθηκε τις κατηγορίες, θεωρώντας, πρόδηλα, πώς δεν είχε σχετικό δόλο, τρίτων. Εδώ, πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: Ι) Ο κατηγορούμενος πρόβαλε στο παρόν δικαστήριο, πώς η από μέρους του φερόμενη ως τελεσθείσα πράξη σε βαθμό κακουργήματος, στην πραγματικότητα είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα, αφού η αξία του περιουσιακού όφελους που σκόπευε να αποκομίσει, είναι μικρότερη των 73.000 Ευρώ. Τούτο, όμως, δεν είναι ακριβές. Αντίθετα, απεδείχθη, ότι η αξία των πιο πάνω ακινήτων στις 14.12.2010 (σύνταξη διαθήκης εμφάνιση αυτής για δημοσίευση), ήταν σαφώς μεγαλύτερη των 73.000 Ευρώ. Η θέση των ακινήτων (σχετικώς κοντά στη θάλασσα, με θέα προς τη θάλασσα), το αυξημένο αγοραστικό ενδιαφέρον για την περιοχή, αλλά και οι γενικότερες πολεοδομικές συνθήκες (νέος οικισμός, 10000 μ. από τη θάλασσα, περίπου), υποδήλωναν, σαφώς αυξημένη αγοραστική αξία (βλ. και κατάθεση μαρτύρων). Πρόκειται για ακίνητα συνολικού εμβαδού 1215,40 τ.μ. και όχι 723 τ.μ., όπως ο κατηγορούμενος εκτιμά, όπως παραπάνω εκτέθηκε. Για τα ακίνητα αυτά η ΔΥΟ Χαλκίδας, με την με αριθμό 17813/27.5.05 βεβαίωσή της, προς τον αρμόδιο ανακριτή, αναβιβάζει την αντικειμενική αξία της, στις 14.12.2000, σε 93,31 ευρώ και, συνολικά, σε 114.138,21 € (πρόκειται για την εκτίμηση με βάση την παραπάνω αξία). Σημειώνεται, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την αναβίβασε σε 114.044 ευρώ, εκτιμώντας την έκταση σε 1214,40 τ.μ.. Τούτο, όμως, πρόδηλα, είναι χωρίς έννομη επιρροή στον χαρακτηρισμό της βαρύτητας του αδικήματος). Άλλωστε, είναι κοινός τόπος στις συναλλαγές, ότι η αγοραία αξία των ακινήτων είναι σαφώς ανωτάτως αντικειμενικής. Πρόδηλα δε, τα επίδικα ακίνητα είχαν την ίδια όπως παραπάνω, η και μεγαλύτερη των 73000 ευρώ, σε κάθε περίπτωση αξία και κατά την 13.2.2001, για τους ίδιους λόγους, οπότε, κατά τα αναλυτικά προηγουμένως εκτεθέντα, ο κατηγορούμενος τέλεσε τις προπεριγραφείσες παράνομες ενέργειές του. Ούτε, εξάλλου, τα παραπάνω είναι αντίθετα με την αναγραφόμενη στο προμνημονευθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως αντικειμενική αξία του ποσού των 45.138,45 ευρώ )15.380.92 δρχ), για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Ακόμη δε, για τη γνωστή στις συναλλαγές οπωσδήποτε μεγαλύτερη αγοραία αξία (τουλάχιστον διπλάσια εκείνης της αντικειμενικής.
Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορούμενου πρέπει ν' απορριφθεί για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
ΙΙ) Εφ' όσον, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, δεν μπορεί να γίνει λόγος για απουσία πλημμεληματικού χαρακτήρα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη και ο έτερος των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορούμενου, κατά τον ομοίο, εφ' όσον αυτός αποζημίωσε τους παθόντες πρέπει ν' απαλλαγεί από κάθε ποινή, σε εφαρμογή του άρθρου 393 παρ. 2 Π.Κ. Και τούτο διότι, η πιο πάνω διάταξη προϋποθέτει απάτη πλημμεληματικού χαρακτήρα, που όμως, εδώ, δεν υφίσταται. Κατά ταύτα, μετά από όσα έγιναν δεκτά ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν άδικων πράξεων (πλαστογραφία με χρήση με σκοπό πορισμού όφελους περιουσιακού με βλάβη τρίτου από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν, αναλογικά, το ποσό των 73.000 €, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό τον πορισμό οφειλής δια βλάβης τρίτου, άνω των 73.000 €, ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, κατ' εξακολούθηση), όπως αυτές ειδικότερα, στο διατακτικό πρέπει να αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο, όπως, άλλωστε, και ο ίδιος αιτείται και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αναγνωριστεί, την συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων των παραγράφων α. δ και ε του άρθρου 84 του Π.Κ. Τούτο δε διότι απεδείχθη ότι: α) αυτός μέχρι το χρόνο της τέλεσης των προπεριγραφεισών πράξεων, διήγε βίο έντιμο, ατομικό, οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό, β) επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του (αποζημίωσε τους παθόντες) και γ) για όλο το χρονικό διάστημα από την τέλεση των πράξεών του και μετέπειτα μέχρι και την εκδίκαση των εναντίον του κατηγοριών, συμπεριφέρθηκε καλά.
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων κήρυξε ένοχο, αναγνωρίζοντας σε αυτόν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου, της ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και ειδικότερα, ένοχο του ότι: Α) Στη ... και στο χρόνο που μνημονεύεται ειδικά παρακάτω με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλο σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, κατήρτισε πλαστό έγγραφο το οποίο χρησιμοποίησε στη συνέχεια. Με την πράξη αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτους το δε δικό του όφελος και η ζημία των τρίτων υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Συγκεκριμένα στις 14-12-2000 συνέταξε και κατάρτισε εξ αρχής πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη-συμπληρωματική προηγουμένης πλαστής διαθήκης-που φέρει ως ημερομηνία σύνταξης την 18-12-1980 και φερόμενο ως συντάκτη τον πατέρα του Ζ.
Περαιτέρω εμφάνισε την από 18-12-1980 πράγματι από 1.3.1980 πλαστή διαθήκη-συμπληρωματική μιας άλλης ιδιόγραφης διαθήκης-που κατήρτισε στις 14-12-2000 πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Αθανασίου στον Δικαστή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Προέβη δε στην πιο πάνω ενέργειά του, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου τρίτους, δηλαδή παραπλάνησε την παραπάνω Δικαστή η οποία μη γνωρίζοντας ότι συντάκτης της ιδιόγραφης διαθήκης δεν ήταν ο κληρονομούμενος Ζ, αλλά ο κατηγορούμενος, δημοσίευσε την παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη παρόλο που ήταν καθ' ολοκληρίαν πλαστή.
Επιπλέον έκανε περαιτέρω χρήση του παραπάνω πλαστού εγγράφου, αφού δυνάμει της παραπάνω δημοσιευθείσας πλέον, (συμπληρωματικής) ιδιόγραφης διαθήκης, προέβη στην από 12-2-2001 και με αριθμό 20.311/2001 δήλωση του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη την οποία μετέγραφε.
Επιπλέον έκανε περαιτέρω χρήση του παραπάνω πλαστού εγγράφου, αφού στις 13-2-2001 υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Χ.Ο.Π. τμήμα πολεοδομικών σχεδίων και κανόνων Ν. Ευβοίας αίτηση, όπου δυνάμει της με αριθμό 20.311/2001 δήλωσής του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη, στην οποία δήλωση γινόταν αναφορά στην παραπάνω δημοσιευθείσα πλέον ιδιόγραφη διαθήκη ζητούσε τη διόρθωση της υπ' αριθμ. 6/1997 πράξης εφαρμογής που αφορούσε την πόλη της ..., ώστε να αναγράφεται σ' αυτή (πράξη εφαρμογής), το όνομα του, στις ιδιοκτησίες με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248, ήτοι στις ιδιοκτησίες που κατωτέρω λεπτομερώς περιγράφονται και περιλαμβάνονται στην με αριθμό 20.311/2001 δήλωση του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη.
Με τις παραπάνω ενέργειες του παραπλανήθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Χ.Ο.Π., τμήμα πολεοδομικών σχεδίων και κανόνων Ν. Ευβοίας, έγινε δεκτή η αίτησή του και διορθώθηκε η υπ' αριθμ. 6/1997 πράξη εφαρμογής με την από 22-2-2001 και αριθμό πρωτ. 1093/155 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας με θέμα την 22η Διορθωτική Πράξη της υπ' αριθμ. 6/1997 πράξης εφαρμογής. Με τον τρόπο αυτό αναγράφηκε το όνομα του στις ιδιοκτησίες με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248 όπου μέχρι τότε αναφερόταν η λέξη άγνωστος, και αυτός προέβη σε μεταγραφή της παραπάνω Διορθωτικής Πράξης.
Με τις πράξεις του αυτές σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτους, το δε δικό του όφελος και η ζημία των τρίτων, υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, δεδομένου ότι σύμφωνα με την παραπάνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αποδεχόταν ότι κληρονομεί από τον πατέρα του Ζ κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα κάτωθι ακίνητα: Τρία συνεχόμενα οικόπεδα και οικοδομήσιμα κείμενα στη θέση "..." ή "..." της άλλοτε κτηματικής περιφερείας ... και σήμερα εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της ... της περιφέρειας του Δήμου ... στη συνοικία ..., "... ... και στο Ο.Τ. 248 εμφαινόμενα με τα πιο κάτω για το καθένα στοιχεία στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., του οποίου φωτοτυπία νόμιμα υπογραμμένη από αυτόν και τον συμβολαιογράφο Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη προσαρτήθηκε στη με αριθμό 20.311/2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς. Ειδικότερα τα τρία παραπάνω οικόπεδα περιγράφονται στην παραπάνω δήλωση ως εξής:
1) Το με κωδικό αριθμό 140304, οικόπεδο συνολικής εκτάσεως διακοσίων εξήντα τριών (263), τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., με τα στοιχεία Η-Θ-Ι-Γ-Δ-Η και συνορεύει γύρωθεν, Βορειοανατολικά, και στο τόξο Θ-Ι μήκους πέντε μέτρων και 0, 13 (5, 13) με ανώνυμη οδό Ανατολικά και στην πλευρά Ι-Γ μήκους είκοσι ενός μέτρων και 0,31 (21,31) με την παραπάνω ανώνυμη οδό, Νότια και στην πλευρά Γ-Δ μήκους δώδεκα και 0, 11 (12, 11) με το κληρονομιαίο οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140306 και τέλος δυτικά και στην πλευρά Η-Δ μήκους δέκα οκτώ μέτρων και 0,61 (18,61) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140305.
2)
Το με κωδικό αριθμό 140306, οικόπεδο συνολικής εκτάσεως τριακοσίων δέκα (310), τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Ε-Α και συνορεύει γύρωθεν: Βόρεια και στις πλευράς Ε-Δ μήκους 9 και 0, 59 (9, 59) μέτρων και Δ-Γ μήκους δώδεκα και 0,11 (12,11) με τα άλλα, δύο κληρονομιαία οικόπεδα με κωδικούς αριθμούς 140305 και 140304 αντίστοιχα, Ανατολικά και στην πλευρά, Γ-Β μήκους δέκα τεσσάρων μέτρων και 0, 33 (14, 33) με ανώνυμη οδό, Νότια και στην πλευρά Α-Β μήκους είκοσι ενός μέτρων και 0, 63 (21, 63) πάλι με Ανώνυμη οδό και τέλος Δυτικά και στην πλευρά Ε-Α μήκους δέκα τεσσάρων μέτρων και 0,33 (14,33) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140303. Και 3)
Το με κωδικό αριθμό 140305 οικόπεδο συνολικής εκτάσεως εκατόν πενήντα ενός (151) τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Ε-Ζ-Η-Δ-Ε στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ... και που συνορεύει γύρωθεν: Βόρεια και στην πλευρά Ζ-Η μήκους δέκα μέτρων και 0, 99 (10, 99), Ανατολικά και στην πλευρά Η-Δ μήκους δέκα οκτώ μέτρων και 0,61 (18,61) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140304, Νότια και στην πλευρά Ε-Δ μήκους εννιά μέτρων και 0,59 (9, 59) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140306 και τέλος Δυτικά και στην πλευρά Ζ-Ε μήκους δεκατριών μέτρων και 0, 90 (13, 90) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140305. Στην από 1-3-1980 πλαστή συμπληρωματική ιδιόγραφη διαθήκη που συνέταξε και υπέγραψε ως Ζ τα παραπάνω ακίνητα που υποτίθεται ότι του κατέλειπε ο πατέρας του τα περιέγραψε συνοπτικά ως εξής; "1). στη θέση "..." ... στο οικοδομικό τετράγωνο 37 αγροτικού συνεταιρισμού Χαλιών το με αριθμό Δ αγροτεμάχιο εμβαδού 495, 0 τ.μ., 2). στην ίδια θέση "..." ... στο οικοδομικό τετράγωνο 37 το με αριθμό Ργ αγροτεμάχιο εμβαδού 224, 40 τ.μ., 3). στην ίδια θέση "..." ... στο οικοδομικό τετράγωνο 37 το με, αριθμό Β αγροτεμάχιο εμβαδού 496, 0 τ.μ.".
Τα παραπάνω οικόπεδα εμπορικής αξίας ανώτερης των 73.000 ευρώ που ανήκαν στην ιδιοκτησία των 1) ...., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., 15) ..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., 20) ..., 21) ..., 22) ..., 23) ..., 24) ..., 25) ..., 26) ..., 27) ..., 28) ..., 29) ..., 30) ..., 31) ..., 32) ..., και 33) ..., σκόπευε να ιδιοποιηθεί παράνομα αφού τα περιελάμβανε, περιγράφοντας τα με συνοπτικό τρόπο στην από 1-3-1980 πλαστή συμπληρωματική ιδιόγραφη διαθήκη που συνέταξε και υπέγραψε ως Ζ. Η ύπαρξη αυτού του σκοπού προκύπτει από το γεγονός ότι αν και γνώριζε περί της πλαστότητας των παραπάνω διαθηκών που αυτός συνέταξε και περί της επακόλουθης ψευδούς με αριθμό 20.311/2001 δήλωσης του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη που στηριζόταν σ' αυτές, στις 13-2-2001 υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Χ.Ο.Π τμήμα πολεοδομικών σχεδίων και κανόνων Ν. Ευβοίας αίτηση όπου δυνάμει της με αριθμό 20.311/2001 δήλωσης του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη ζητούσε τη διόρθωση της υπ' αριθμ. 6/1997 πράξης εφαρμογής ώστε να αναγράφεται το όνομα του στις ιδιοκτησίες με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248 ήτοι στις ιδιοκτησίες που ανωτέρω λεπτομερώς περιγράφονται και περιλαμβάνονται στην με αριθμό 20.311/2001 δήλωση του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη.
Η παραπάνω αίτηση του έγινε δεκτή και διορθώθηκε η υπ' αριθμ. 6/1997 πράξη εφαρμογής με την απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας με θέμα την 22η Διορθωτική Πράξη της παραπάνω πράξης εφαρμογής, στις 22-2-2001 και αριθμό πρωτ. 1093/155. Με τον τρόπο αυτό αναγράφηκε το όνομα του στις ιδιοκτησίες με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248 όπου μέχρι τότε αναφερόταν η λέξη άγνωστος και αυτός προέβη σε μεταγραφή της παραπάνω Διορθωτικής Πράξης.
Επιπροσθέτως ο σκοπός του να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία των ανωτέρω πραγματικών ιδιοκτητών των ανωτέρω αναφερθέντων οικοπέδων κάνοντας χρήση των παραπάνω πλαστών διαθηκών προκύπτει και από το γεγονός ότι τελικά στη ... στις 9-4-2001 πώλησε και μεταβίβασε τις με κωδικό αριθμό 140304 και 140305 ιδιοκτησίες στην ... με το από 9-4-2001 με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη βλάπτοντας την περιουσία των πραγματικών ιδιοκτητών αυτών με ποσό ανώτερο συνολικά των 73.000 ευρώ.
Ειδικότερα το με αριθμό 140304 οικόπεδο που βρίσκεται στο Ο.Τ. 248 και ανωτέρω περιγράφεται ανήκει εξ αδιαιρέτου στην ιδιοκτησία των ... κατά 1/8, ... κατά 1/8, ... κατά 2/8 και ... κατά 2/8 όσον αφορά το με αριθμό 140305 οικόπεδο που βρίσκεται στο Ο.Τ. 248 και ανωτέρω περιγράφεται ιδιοκτήτες του εξ αδιαιρέτου είναι οι: .... ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και .... Οι αξία των δύο παραπάνω οικοπέδων κατά την 9-4-2001 υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
Β) Ότι στη ... και σε χρόνο που μνημονεύεται ειδικά παρακάτω με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, η δε ζημία που προξενήθηκε από την εν λόγω πράξη του υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα:
Στη ... στις 14-12-2000, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Χρήστου Αθανασίου, εμφάνισε την αναφερόμενη υπό στοιχείο Α από 18-12-1980 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, συμπληρωματική της πρώτης αναφερόμενης υπό στοιχείο Α από 1-11-79 πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης, στην Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος. Παρέστησε δηλαδή εν γνώσει του ψευδώς, στην παραπάνω Δικαστή ότι είναι γνήσια η αναφερόμενη υπό στοιχείο Α από 18-12-1980 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, συμπληρωματικής της πρώτης αναφερόμενης υπό στοιχείο Α από 1-11-79 πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν, πέτυχε να παραπλανήσει την παραπάνω Δικαστή η οποία μη γνωρίζοντας ότι συντάκτης της από 18-12-1980 ιδιόγραφης διαθήκης δεν ήταν ο κληρονομούμενος Ζ αλλά αυτός δημοσίευσε την παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη παρόλο που ήταν καθ' ολοκληρίαν πλαστή. Περαιτέρω αφού δυνάμει της παραπάνω δημοσιευθείσας πλέον, συμπληρωματικής ιδιόγραφης διαθήκης, προέβη στην από 12-2-2001 και με αριθμό 20.311/2001 δήλωσή του αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη την οποία μετέγραφε στις 13-2-2001 υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Χ.Ο.Π. τμήμα πολεοδομικών σχεδίων Ν. Ευβοίας αίτηση, όπου δυνάμει της με αριθμό 20.311/2001 δήλωσής του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη, στην οποία δήλωση γινόταν αναφορά στην παραπάνω δημοσιευθείσα πλέον ιδιόγραφη διαθήκη, ζητούσε τη διόρθωση της υπ' αριθμ. 6/1997 πράξης εφαρμογής που αφορούσε την πόλη της ..., ώστε να αναγράφεται σ' αυτή (πράξη εφαρμογής), το όνομά του, στις ιδιοκτησίες με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248 ήτοι στις ιδιοκτησίες που κατωτέρω λεπτομερώς περιγράφονται και περιλαμβάνονται στην με αριθμό 20.311/2001 δήλωσή του αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη. Με τις παραπάνω ενέργειές του που έγιναν με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, αφού έπεισε με την εν γνώσει παράσταση των παραπάνω ψευδών γεγονότων σαν αληθινών τους αρμοδίους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Χ.Ο.Π. τμήμα πολεοδομικών σχεδίων και κανόνων Ν. Ευβοίας να βλάψουν την περιουσία τρίτων καθώς έγινε δεκτή η αίτηση του και διορθώθηκε η υπ' αριθμ. 6/1997 πράξη εφαρμογής με την από 22-2-2001 και αριθμό πρωτ. 1093/155 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας με θέμα την 22η Διορθωτική Πράξη της υπ' αριθμ. 6/1997 πράξης εφαρμογής. Με τον τρόπο αυτό αναγράφηκε αναληθώς το όνομα του στις ιδιοκτησίες με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248 όπου μέχρι τότε αναφερόταν η λέξη άγνωστος και αυτός προέβη σε μεταγραφή της παραπάνω Διορθωτικής Πράξης. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας, αναληθώς κατέστη κύριος των ανωτέρω οικοπέδων ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε αυτός ή ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών με τους ανωτέρω αναφερόμενους κωδικούς. Με τις πράξεις του αυτές προξένησε ζημία σε τρίτους που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ δεδομένου ότι σύμφωνα με την παραπάνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αποδεχόταν ότι κληρονομεί από τον πατέρα του Ζ κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα κάτωθι ακίνητα: Τρία συνεχόμενα οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα κείμενα στη θέση "..." ή "..." της άλλοτε κτηματικής περιφερείας ... και σήμερα εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της ... της περιφέρειας του Δήμου ... στη συνοικία ..., "... και στο ΟΤ 248" εμφαινόμενα με τα πιο κάτω για το καθένα στοιχεία στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό, διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., του οποίου φωτοτυπία νόμιμα υπογραμμένη από αυτόν και τον συμβολαιογράφο Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη προσαρτήθηκε στη με αριθμό 20.311/2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς. Ειδικότερα τα τρία παραπάνω οικόπεδα περιγράφονται στην παραπάνω δήλωση ως εξής:
1)Το με κωδικό αριθμό 140304, οικόπεδο (συνολικής εκτάσεως διακοσίων εξήντα τριών (263), τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., με τα στοιχεία Η-Θ-Ι-Γ-Δ-Η και συνορεύει γύρωθεν, Βορειοανατολικά, και στο τόξο Θ-Ι μήκους πέντε μέτρων και 0,13 (5,13) με ανώνυμη οδό Ανατολικά και στην πλευρά Ι-Γ μήκους είκοσι ενός μέτρων και 0,31 (21,31) με την παραπάνω ανώνυμη οδό, Νότια και στην πλευρά Γ-Δ μήκους δώδεκα και 0,11 (12,11) με το κληρονομιαίο οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140306 και τέλος δυτικά και στην πλευρά Η-Δ μήκους δέκα οκτώ μέτρων και 0,61 (18,61) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140305.
2) Το με κωδικό αριθμό 140306, οικόπεδο, συνολικής εκτάσεως τριακοσίων δέκα (310), τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Ε-Α και συνορεύει γύρωθεν: Βόρεια και στις πλευράς Ε-Δ μήκους 9 και 0,59 (9,59) μέτρων και Δ-Γ μήκους δώδεκα και 0,11 (12,11) με τα άλλα, δύο κληρονομιαία οικόπεδα με κωδικούς αριθμούς 140305 και 140304 αντίστοιχα, Ανατολικά και στην πλευρά, Γ-Β μήκους δέκα τεσσάρων μέτρων και 0, 33 (14, 33) με ανώνυμη οδό, Νότια και στην πλευρά Α-Β μήκους είκοσι ενός μέτρων και 0,63 (21,63) πάλι με Ανώνυμη οδό και τέλος Δυτικά και στην πλευρά Ε-Α μήκους δέκα τεσσάρων μέτρων και 0,33 (14,33) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140303. Και 3) Το με κωδικό αριθμό 140305 οικόπεδο συνολικής εκτάσεως εκατόν πενήντα ενός (151) τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Ε-Ζ-Η-Δ-Ε στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ... και που συνορεύει γύρωθεν: Βόρεια και στην πλευρά Ζ-Η μήκους δέκα μέτρων και 0,99 (10,99), Ανατολικά και στην πλευρά Η-Δ μήκους δέκα οκτώ μέτρων και 0,61 (18,61) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140304, Νότια και στην πλευρά Ε-Δ μήκους εννιά μέτρων και 0,59 (9,59) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140306 και τέλος Δυτικά και στην πλευρά Ζ-Ε μήκους δεκατριών μέτρων και 0,90 (13,90) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140305.
Στην από 1-3-1980 πλαστή συμπληρωματική ιδιόγραφη διαθήκη που συνέταξε και υπέγραψε ως Ζ τα παραπάνω ακίνητα που υποτίθεται ότι του κατέλειπε ο πατέρας του τα περιέγραψε συνοπτικά ως εξής: "1). στη θέση "..." ... στο οικοδομικό τετράγωνο 37 αγροτικού συνεταιρισμού Χαλίων το με αριθμό Δ αγροτεμάχιο εμβαδού 495,0 τ.μ., 2). στην ίδια θέση "..." ... στο οικοδομικό τετράγωνο 37 το με αριθμό Ργ αγροτεμάχιο εμβαδού 224,40 τ.μ., 3). στην ίδια θέση "..." ... στο οικοδομικό τετράγωνο 37 το με αριθμό Β αγροτεμάχιο εμβαδού 496,0 τ.μ.". Τα παραπάνω οικόπεδα ήταν στις 14-12-2000 και στις 13-2-2001 εμπορικής αξίας ανώτερης των 73.000 ευρώ που ανήκαν στην ιδιοκτησία των 1) ..., 2)..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., 15) ..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., 20) ..., 21) ..., 22) ..., 23) ..., 24) ..., 25) ..., 26) ..., 27) ..., 28) .., 29) ..., 30) ..., 31) ..., 32) ..., και 33) ....
Περαιτέρω στη ... στις 9-4-2001, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, αφού έπεισε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών την ... με το από 9-4-2001 με αριθμό 20.565 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη να αγοράσει από αυτόν τις ανωτέρω περιγραφόμενες με κωδικό αριθμό 140304 και 140305 ιδιοκτησίες των οποίων γνώριζε ότι δεν είναι ο πραγματικός τους ιδιοκτήτη, λόγω των ανωτέρω, παράνομων ενεργειών του, βλάπτοντας την περιουσία τρίτων, ήτοι των πραγματικών ιδιοκτητών αυτών, με ποσό ανώτερο συνολικά των 73.000 ευρώ, επιδιώκοντας με την ενέργεια του αυτή να αποξενώσει οριστικά τους πραγματικούς ιδιοκτήτες από τις ιδιοκτησίες τους.
Ειδικότερα το με αριθμό 140304 οικόπεδο που βρίσκεται στο Ο.Τ. 248 και ανωτέρω περιγράφεται ανήκει εξ' αδιαιρέτου στην ιδιοκτησία των ... κατά 1/8, ... κατά 1/8, ... κατά 2/8 και ... κατά 2/8 όσον αφορά το με αριθμό 140305 οικόπεδο που βρίσκεται στο Ο. Τ. 248 και ανωτέρω περιγράφεται ιδιοκτήτες του εξ αδιαιρέτου είναι οι: ... ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και .... Η αξία των δύο παραπάνω οικοπέδων κατά την 20-4-2001 υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
Γ) Στη ... και σε χρόνο που μνημονεύεται ειδικά παρακάτω πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και επιπλέον χρησιμοποίησε αυτή την ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό. Με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτους, το δε δικό του όφελος και η ζημία των τρίτων, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα:
Στη ... στις 13-2-2001, υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Χ.Ο.Π. τμήμα πολεοδομικών σχεδίων και κανόνων Ν. Ευβοίας αίτηση, οπού δυνάμει της με αριθμό 20.311/2001 δήλωσης του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη, στην οποία δήλωση γινόταν αναφορά στην παραπάνω υπό στοιχεία Α' και Β' ήδη δημοσιευθείσα από 14-12-2000 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, ζητούσε τη διόρθωση της υπ' αριθμ. 6/1997 πράξης εφαρμογής που αφορούσε την πόλη της ..., ώστε να αναγράφεται σ' αυτή (πράξη εφαρμογής), το όνομα του, στις ιδιοκτησίες με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248 ήτοι στις ιδιοκτησίες που κατωτέρω λεπτομερώς περιγράφονται και περιλαμβάνονται στην με αριθμό 20.311/2001 δήλωση του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη. Με τις παραπάνω ενέργειες του πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες καθώς έγινε δεκτή η αίτηση του και διορθώθηκε η υπ' αριθμ. 6/1997 πράξη εφαρμογής με την από 22-2-2001 και αριθμ. πρωτ. 1093/155 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας με θέμα την 22Π Διορθωτική Πράξη της υπ' αριθμ. 6/1997 πράξης εφαρμογής. Με τον τρόπο αυτό αναγράφηκε αναληθώς το όνομα του στις ιδιοκτησίες με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248 όπου μέχρι τότε αναφερόταν η λέξη άγνωστος και αυτός προέβη σε μεταγραφή της παραπάνω Διορθωτικής Πράξης. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας, αναληθώς εμφανιζόταν ως κύριος των ανωτέρω οικοπέδων ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε αυτός ή ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών με τους ανωτέρω αναφερόμενους κωδικούς.
Εξαπάτησε δε τους αρμοδίους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Χ.Ο.Π. τμήμα πολεοδομικών σχεδίων και κανόνων Ν. Ευβοίας, αφού συνημμένη στην από 13-2-2001 αίτηση του ήταν και η με αριθμό 20.311/2001 δήλωση του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη, στην οποία δήλωση γινόταν αναφορά στην παραπάνω υπό στοιχεία Α' και Β' ήδη δημοσιευθείσα από 14-12-2000 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη που αποτελούσε κατά τη γενεσιουργό βάση της δήλωσης αυτής.
Περαιτέρω έκανε χρήση της παραπάνω ψευδούς βεβαίωσης που υφάρπαξε αφού έχοντας μεταγράψει τα παραπάνω ακίνητα τα οποία βεβαιωνόταν ψευδώς κατά τα ανωτέρω ότι είναι κύριος εξαπάτησε άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό αφού έπεισε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών την ... με το από 9-4-2001 με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη να αγοράσει από αυτόν τις ανωτέρω περιγραφόμενες με κωδικό αριθμό 140304 και 140305 ιδιοκτησίες των οποίων γνώριζε ότι δεν είναι ο πραγματικός τους ιδιοκτήτης, λόγω των ανωτέρω παράνομων ενεργειών του, βλάπτοντας την περιουσία τρίτων, ήτοι των πραγματικών ιδιοκτητών αυτών, με ποσό ανώτερο συνολικά των 73.000 ευρώ, επιδιώκοντας με την ενέργεια του αυτή να αποξενώσει οριστικά τους πραγματικούς ιδιοκτήτες από τις ιδιοκτησίες τους. Με τις πράξεις του αυτές σκόπευε να προξενήσει ζημία σε τρίτους που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ δεδομένου ότι σύμφωνα με την παραπάνω ψευδή βεβαίωση εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης έχων δικαίωμα μεταγραφής και δικαίωμα περαιτέρω μεταβίβασης στα κάτωθι ακίνητα: Τρία συνεχόμενα οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα κείμενα στη θέση "..." ή "..." της άλλοτε κτηματικής περιφερείας ... και σήμερα εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της ... της περιφέρειας του Δήμου ... στη συνοικία ..., "... και στο ΟΤ 248" εμφαινόμενα με τα πιο κάτω για το καθένα στοιχεία στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., του οποίου φωτοτυπία νόμιμα υπογραμμένη από αυτόν και τον συμβολαιογράφο Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη προσαρτήθηκε στη με αριθμό 20.311/2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς. Ειδικότερα τα τρία παραπάνω οικόπεδα περιγράφονται στην με αριθμό 20.311/2001 δήλωση του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη, ως εξής:
1)
Το με κωδικό αριθμό 140304, οικόπεδο συνολικής εκτάσεως διακοσίων εξήντα τριών (263), τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., με τα στοιχεία Η-Θ-Ι-Γ-Δ-Η και συνορεύει γύρωθεν, Βορειοανατολικά, και στο τόξο Θ-Ι μήκους πέντε μέτρων και 0,13 (5,13) με ανώνυμη οδό Ανατολικά και στην πλευρά Ι-Γ μήκους είκοσι ενός μέτρων και 0, 31 (21,31) με την παραπάνω ανώνυμη οδό, Νότια και στην πλευρά Γ-Δ μήκους δώδεκα και 0, 11 (12, 11) με το κληρονομιαίο οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140306 και τέλος δυτικά και στην πλευρά Η-Δ μήκους δέκα οκτώ μέτρων και 0, 61 (18, 61) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140305.
2)
Το με κωδικό αριθμό 140306, οικόπεδο συνολικής εκτάσεως τριακοσίων δέκα (310), τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Ε-Α και συνορεύει γύρωθεν: Βόρεια και στις πλευράς Ε-Δ μήκους 9r και 0, 59 (9, 59) μέτρων και Δ-Γ μήκους δώδεκα και 0,11 (12,11) με τα άλλα, δυο κληρονομιαία οικόπεδα με κωδικούς αριθμούς 140305 και 140304 αντίστοιχα, Ανατολικά και στην πλευρά, Γ-Β μήκους δέκα τεσσάρων μέτρων και 0,33 (14,33) με ανώνυμη οδό, Νότια και στην πλευρά Α-Β μήκους είκοσι ενός μέτρων και 0,63 (21,63) πάλι με Ανώνυμη οδό και τέλος Δυτικά και στην πλευρά Ε-Α μήκους δέκα τεσσάρων μέτρων και 0,33 (14,33) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140303. Και 3) Το με κωδικό αριθμό 140305 οικόπεδο συνολικής εκτάσεως εκατόν πενήντα ενός (151) τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Ε-Ζ-Η-Δ-Ε στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ... και που συνορεύει γύρωθεν: Βόρεια και στην πλευρά Ζ-Η μήκους δέκα μέτρων και 0,99 (10,99), Ανατολικά και στην πλευρά Η-Δ μήκους δέκα οκτώ μέτρων και 0,61 (18,61) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140304, Νότια και στην πλευρά Ε-Δ μήκους εννιά μέτρων και 0,59 (9,59) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140306 και τέλος Δυτικά και στην πλευρά Ζ-Ε μήκους δεκατριών μέτρων και 0,90 (13,90) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140305. Στην υπό στοιχεία Α και Β από 1-3-1980 πλαστή συμπληρωματική ιδιόγραφη διαθήκη που συνέταξε και υπέγραψε ως Ζ τα παραπάνω ακίνητα που υποτίθεται ότι του κατέλειπε ο πατέρας του τα περιέγραψε συνοπτικά ως εξής: "1). στη θέση "..." ... στο οικοδομικό τετράγωνο 37 αγροτικού συνεταιρισμού Χαλιών το με αριθμό Δ αγροτεμάχιο εμβαδού 495,0 τ.μ., 2). στην ίδια θέση "..." ... στο οικοδομικό τετράγωνο 37 το με αριθμό Ργ αγροτεμάχιο εμβαδού 224,40 τ.μ., 3). στην ίδια θέση "..." ... στο οικοδομικό τετράγωνο 37 το με αριθμό Β αγροτεμάχιο εμβαδού 496,0 τ.μ.". Τα παραπάνω οικόπεδα ήταν στις 13-2-2001 εμπορικής αξίας ανώτερης συνολικά των 73.000 ευρώ και ανήκαν στην ιδιοκτησία των: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., 15) ..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., 20) ..., 21) ..., 22) ..., 23) ..., 24) ..., 25) ..., 26) ..., 27) ..., 28) ..., 29) ..., 30) ..., 31) ..., 32) ..., και 33) ....
Ειδικότερα το με αριθμό 140304 οικόπεδο που βρίσκεται στο Ο.Τ. 248 και ανωτέρω περιγράφεται ανήκει εξ αδιαιρέτου στην ιδιοκτησία των ... κατά 1/8, ... κατά 1/8, ... κατά 2/8 και ... κατά 2/8 όσον αφορά το με αριθμό 140305 οικόπεδο που βρίσκεται στο Ο.Τ. 248 και ανωτέρω περιγράφεται ιδιοκτήτες του εξ αδιαιρέτου είναι οι: ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και .... Η αξία των δύο παραπάνω οικοπέδων κατά την 9-4-2001 υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Δ) Στη ... και στους χρόνους που μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος δήλωσε ψευδή γεγονότα με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986. Συγκεκριμένα: Στη ... στις 13-2-2001, υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Χ.Ο.Π. τμήμα πολεοδομικών σχεδίων και κανόνων Ν. Ευβοίας αίτηση, όπου δυνάμει της με αριθμό 20.311/2001 δήλωσης του αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη, στην οποία γινόταν αναφορά στην παραπάνω υπό στοιχεία Α', Β' και Γ ήδη δημοσιευθείσα από 14-12-2000 πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, ζητούσε τη διόρθωση της υπ' αριθμ. 6/1997 πράξης εφαρμογής που αφορούσε την πόλη της ..., ώστε να αναγράφεται σ' αυτή (πράξη εφαρμογής), το όνομα του, στις ιδιοκτησίες με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248 ήτοι στις ιδιοκτησίες που κατωτέρω λεπτομερώς περιγράφονται και περιλαμβάνονται στην με αριθμό 20.311/2001 δήλωση του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη. Στην ανωτέρω από 13-2-2001 αίτηση του που υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Χ.Ο.Π. τμήμα πολεοδομικών σχεδίων και κανόνων Ν. Ευβοίας, είχε εκ προθέσεως επισυνάψει εκτός από την παραπάνω αναφερθείσα με αριθμό 20.311/2001 δήλωση του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη, και ψευδείς δηλώσεις ιδιοκτησίας στις οποίες δήλωνε ότι αυτός είναι ιδιοκτήτης των ιδιοκτησιών με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248 αν και γνώριζε ότι αυτό που δήλωνε ήταν ψευδές, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στο υπό στοιχεία Α', Β' και Γ'.
Περαιτέρω στη ... στις 8-2-2001 υπέβαλε προς τον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (ΟΚΧΕ) την από 8-2-2001 αίτηση του με την οποία δήλωνε ότι αυτός είναι ιδιοκτήτης των ιδιοκτησιών με κωδικό αριθμό 140304, 140305 και 140306 που τακτοποιούνται στο Ο.Τ. 248 αν και γνώριζε ότι αυτό που δήλωσε ήταν ψευδές σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στα υπό στοιχεία Α, Β και Γ. Με τις παραπάνω ψευδείς δηλώσεις ιδιοκτησιών δήλωσε ότι ήταν ιδιοκτήτης κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στα κάτωθι ακίνητα: Τρία συνεχόμενα οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα κείμενα στη θέση "..." ή "..." της άλλοτε κτηματικής περιφερείας ... και σήμερα εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της ... της περιφέρειας του Δήμου ... στη συνοικία ..., "..." ... και στο ΟΤ 248" εμφαινόμενα με τα πιο κάτω για το καθένα στοιχεία στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., του οποίου φωτοτυπία νόμιμα υπογραμμένη από αυτόν και τον συμβολαιογράφο Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη προσαρτήθηκε στη με αριθμό 20.311/2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς. Ειδικότερα τα τρία παραπάνω οικόπεδα περιγράφονται στην με αριθμό 20.311/2001 δήλωση του αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννη Στρουμπούλη, ως εξής:
1) Το με κωδικό αριθμό 140304, οικόπεδο συνολικής εκτάσεως διακοσίων εξήντα τριών (263), τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., με τα στοιχεία Η-Θ-Ι-Γ-Δ-Η και συνορεύει γύρωθεν, Βορειοανατολικά, και στο τόξο Θ-Ι μήκους πέντε μέτρων και 0,13 (5,13) με ανώνυμη οδό Ανατολικά και στην πλευρά Ι-Γ μήκους είκοσι ενός μέτρων και 0,31 (21,31) με την παραπάνω ανώνυμη οδό, Νότια και, στην πλευρά Γ-Δ μήκους δώδεκα και 0,11 (12,11) με το κληρονομιαίο οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140306 και τέλος δυτικά και στην πλευρά Η-Δ μήκους δέκα οκτώ μέτρων και 0,61 (18,61) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140305.
2)
Το με κωδικό αριθμό 140306, οικόπεδο συνολικής εκτάσεως τριακοσίων δέκα (310), τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Ε-Α και συνορεύει γύρωθεν: Βόρεια και στις πλευρές Ε-Δ μήκους 9 και 0,59 (9,59) μέτρων και Δ-Γ μήκους δώδεκα και 0,11 (12,11) με τα άλλα, δύο κληρονομιαία οικόπεδα με κωδικούς αριθμούς 140305 και 140304 αντίστοιχα, Ανατολικά και στην πλευρά, Γ-Β μήκους δέκα τεσσάρων μέτρων και 0,33 (14,33) με ανώνυμη οδό, Νότια και στην πλευρά Α-Β μήκους είκοσι ενός μέτρων και 0,63 (21,63) πάλι με Ανώνυμη οδό και τέλος Δυτικά και στην πλευρά Ε-Α μήκους δέκα τεσσάρων μέτρων και 0,33 (14,33) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140303. Και 3) Το με κωδικό αριθμό 140305 οικόπεδο συνολικής εκτάσεως εκατόν πενήντα ενός (151) τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Ε-Ζ-Η-Δ-Ε στο από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ... και που συνορεύει γύρωθεν: Βόρεια και στην πλευρά Ζ-Η μήκους δέκα μέτρων και 0,99 (10,99), Ανατολικά και στην πλευρά Η-Δ μήκους δέκα οκτώ μέτρων και 0,61 (18,61) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140304, Νότια και στην πλευρά Ε-Δ μήκους εννιά μέτρων και 0,59 (9,59) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140306 και τέλος Δυτικά και στην πλευρά Ζ-Ε μήκους δεκατριών μέτρων και 0,90 (13,90) με το οικόπεδο με κωδικό αριθμό 140305.
Τα παραπάνω οικόπεδα ανήκαν στην ιδιοκτησία των 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., 15) ..., 16)..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., 20) ..., 21) ..., 22) ..., 23) ..., 24) ..., 25) ..., 26) ..., 27) ..., 28) ..., 29) ..., 30) ..., 31) ..., 32) ..., και 33) .... Τις παραπάνω αναφερθείσες ιδιοκτησίες των ανωτέρω προσώπων σκόπευε να ιδιοποιηθεί παράνομα αφού τις περιελάμβανε στην από 8-2-2001 αίτηση του προς τον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας (ΟΚΧΕ) το Δικαστήριο δέχεται, ότι ο κατηγορούμενος: α) διήγαγε έντιμο ατομικό, επαγγελματικό και καθ' ολοκληρίαν κοινωνικό βίο β) επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επιδίωξε να άρει τις συνέπειες των πράξεών του και γ) συμπεριλήφθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση καθενός των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94, 216 παρ. 3α - 1, 386 παρ. 1β'-1, 220 παρ. 1 ΠΚ, 22 παρ. 6 α' Ν. 1599/1986 σε συνδ. με άρθρ. 6 παρ. 7 Ν. 2308/1995, 98, 83, 84 παρ. 2 εδ. α' δ' ε' ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2064/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1)..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ... και 9) ... και υπερασπίσεως: 1) ... και 2) ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, εξετάσθηκαν ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση κάθε εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της πλαστότητας των επίδικων δύο διαθηκών, διότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του ούτε αξιολόγησε τις υπ' αριθμ. 41/6-2-2005 και 43/6-4-2005 γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες της δικαστικής γραφολόγου ... και ακολούθως, τις από 3-5-2005 και 19-4-2005 γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες των δικαστικών γραφολόγων ... και ... αντίστοιχα. Αρκέσθηκε μόνο στη γραφολογική πραγμ/σύνη της γραφολόγου ..., ενώ παράλληλα δεν έλαβε υπόψη ούτε αξιολόγησε τις άνω τέσσερις (4) πραγμ/σύνες, από τις οποίες αποδεικνυόταν η ανυπαρξία πλαστογραφίας των επίδικων δύο (2) διαθηκών, μάλιστα δε, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κάνει καμία αναφορά στην από 6-2-2005 πραγμ/νη της γραφολόγου, ..., αλλά αναφέρεται στις από 6-4-2005 και 19-4-05 πραγμ/νες της άνω γραφολόγου (πρώτος λόγος της αιτήσεως). Αβάσιμα όμως, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, παραδεκτά προβαίνει, προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο στο σκεπτικό του (σελ. 16 της αποφάσεως), με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφέρει το λόγο για τον οποίο συμφωνεί με το περιεχόμενο της διαταχθείσας με την 58/22-10-2004 διάταξη του Ανακριτή Χαλκίδας για την προκείμενη υπόθεση και, κατ' άρθρο 183 ΚΠΔ διενεργηθείσας από την ειδική γραφολόγο, πραγματογνώμονα, ..., ελεύθερα δε εκτιμωμένης, από λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας, η επίδικη διαθήκη είναι πλαστή. Αιτιολογεί δε την κρίση του αυτή, αφενός γιατί συμφωνεί το περιεχόμενο της άνω πραγματογνωμοσύνης με τα αναφερόμενα στην αρχή του σκεπτικού αποδεικτικά μέσα, αφετέρου γιατί δεν μπορεί να σχηματίσει αντίθετη άποψη από τα πορίσματα των διενεργηθεισών, με φροντίδα του κατηγορουμένου, γραφολογικών πραγματογνωμοσυνών και συγκεκριμένα, από 3-5-05 του ..., από 19-4-05 του ..., και από 6-4-05 και 19-4-05 του ... (αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως ως ".."). Την αντίθεσή του αυτή δικαιολογεί στο γεγονός ότι έρχονται αντίθεση με όλα τα παραπάνω, που στην αρχή αναφέρει, υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Η αναφορά στην απόφαση ως "από 19-4-05 (β') πραγματογνωμοσύνη του ...", πρόκειται για την αναφερόμενη στην αίτηση αναιρέσεως "με αριθμ. 41/6-2-05 της ..." πραγματογνωμοσύνη, έχουν δεν αναγραφεί στην απόφαση εσφαλμένα από προφανή παραδρομή τα άνω στοιχεία της, αφού πρόκειται για τέσσερις (4) πραγματογνωμοσύνες, που έχουν όλες ληφθεί υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο για την περί πλαστότητας της επίδικης διαθήκης κρίση του. 2) Επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των από 11-3-1980 δύο (2) δηλώσεων - βεβαιώσεων του αποβιώσαντος πατρός του, Ζ με τις συνημμένες σε αυτές από 1-11-1979 και 1-3-1980 διαθήκες (η δεύτερη από αυτές είναι η επίδικη) που προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και, επομένως η εν λόγω απόφαση πρέπει να αναιρεθεί (δεύτερος λόγος της αιτήσεως). Αβάσιμα όμως, διότι όπως αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού, το δικάσαν Δικαστήριο για την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια δίκη, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από κανένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. 3) Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την κατά νόμο απαιτούμενη αιτιολογία ως προς την απόδειξη του δόλου του κατηγορουμένου περί εξαπατήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων της Πολεοδομίας Χαλκίδας και περί τελέσεως των αδίκων πράξεων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης κατ' εξακολούθηση (τρίτος λόγος της αιτήσεως). Αβάσιμα όμως, διότι ρητά αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, τόσο η γνώση του κατηγορουμένου ότι τελούσε καθεμία από τις παραπάνω άδικες πράξεις, όσο τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά για την απόδειξη του δόλου του αυτού. 4) Επίσης, ότι δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του ότι η αξία των επιδίκων ακινήτων ήταν κατά την 14-12-2000 μικρότερη των 73.000 ΕΥΡΩ και έτσι, οι αποδοθείσες σε αυτόν κατηγορίες της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος και όχι κακουργήματος (τέταρτος λόγος). Αβάσιμα όμως, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση στο σκεπτικό της, που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό αναφέρει πραγματικά περιστατικά για την έκταση καθενός από τα επίδικα ακίνητα, που είχαν συνολική έκταση 1.215,40 τετρ. μέτρα καθώς και για την εμπορική τους αξία που ανερχόταν στις 14-12-2000 σε ποσό πλέον των 73.000 ΕΥΡΩ. 5) Τέλος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αποκλείοντας την εφαρμογή του άρθρου 393 παρ. 2 ΠΚ, με βάση το οποίο για την πράξη της απάτης έπρεπε να απαλλαγεί από κάθε ποινή (πέμπτος λόγος). Αβάσιμα όμως, διότι ορθά αποκλείστηκε από το δικάσαν Δικαστήριο η εφαρμογή της πιο πάνω διατάξεως, καθόσον η πράξη φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος. Οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τους πρόσθετους λόγους, είναι ταυτόσημοι με αυτούς που προβλήθηκαν με το κύριο δικόγραφο της αιτήσεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2.813/1-4-2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση και τους από 13-11-2009 με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους του Χ,για αναίρεση της με αριθμό 2.064/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό όφελος πλέον των 73.000 €. Απάτη με σκοπό όφελος πλέον των 73.000 €. Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Ψευδής υπεύθυνη δήλωση κατ' εξακολούθηση. Έννοια όρων. Έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως λόγος αιτήσεως. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ψευδής υπεύθυνη δήλωση, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία.
| 2
|
Αριθμός 618/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον ... και με εγκαλούμενους τους: 1) ..., 2)..., 3) ... και 4) .... Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 9 Οκτωβρίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1417/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 57/04.02.2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και αρ. 137§1 γ' Κ.Π.Δ. την υπ' αρ. 729/09 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα :
Κατά την διάταξη του αρ. 136 εδ. ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ., δικαστήριο.
Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξ άλλου κατά την διάταξη του αρ. 137§1γ' Κ.Π.Δ. αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
Στην προκειμένη περίπτωση με αφορμή την από 14-5-2008 αίτηση του ..., που επείχε θέση εγκλήσεως κατά των Αντεισαγγελέων Εφετών Αθηνών ..., ..., του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών ... και της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδας ..., διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών προκαταρκτική εξέταση (κατά παραπομπή με το υπ' αρ. 2082/2008 βούλευμα Συμβουλίου Εφ. Αθηνών) μετά το πέρας της οποίας απέρριψε την καταγγελία με την υπ' αρ. 48/2009 διάταξη του αρ. 47 Κ.Π.Δ.
Κατά της ανωτέρω διατάξεως ο εγκαλών άσκησε την από 1-7-2009 προσφυγή κατ' αρ. 48 Κ.Π.Δ. και ήδη καθίσταται αναγκαίως ο καθορισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή Εισαγγελέως Εφετών προκειμένου να αποφανθεί επί της προσφυγής αλλά και καθορισμού λοιπών εισαγγελικών και δικαστικών αρχών αν ήθελε, περαιτέρω, συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις αντίστοιχες δικαστικές αρχές πρώτου και δευτέρου βαθμού αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω Να διατάξει το δικαστήριό σας την παραπομπή της υποθέσεως επί της οποία σχηματίσθηκε η υπ' αρ. 311 2009/279 ΕΓ2 2009/120 δικογραφία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θηβών εφ' ης η υπ' αρ. 48/2009 διάταξη της αντιστοίχου εισαγγελέως αναφορικά με τους καταγγελουμένους αντεισαγγελείς Εφετών Αθηνών ...και ..., τον αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ... και εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας ... από τον κατά τόπο αρμόδιο εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, καθώς κι στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές πρώτου και δεύτερου βαθμού εφ' όσον ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Αθήνα 19-1-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σ' αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως. Την παραπομπή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να κρίνει προσφυγή κατά διατάξεως (άρθρο 48 του ΚΠΔ) στην οποία εμπλέκεται ως εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην ίδια Εισαγγελία Εφετών. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 137 περ. α' και β', 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την προσφυγή αυτή για κρίση σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ... με την από 14-5-2008 έγκλησή του ζήτησε την ποινική δίωξη των: 1)..., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) ..., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 3) ... Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 4) ..., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, για το αναφερόμενο σ' αυτήν έγκλημα. Επί της εγκλήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 48/2009 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθ. 61/2-7-2009 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, επειδή οι εγκαλούμενοι ... και ... υπηρετούν στην Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με το βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, ζητά με το υπ' αριθ. πρωτ. 729/9-10-2009 έγγραφό του να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή αυτή. Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσαπαραπάνω εκτέθηκαν, νόμιμο και βάσιμο, πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί για την παραπάνω προσφυγή ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και κατ' επέκταση οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν τυχόν ανακύψει περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ως κατά παραπομπή αρμόδιο, για να αποφανθεί επί της υπ' αριθ. 61/2-7-2009 προσφυγής του ... κατά της υπ' αριθ. 48/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών και αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010.-
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρμοδιότητα κατά παραπομπή. Προσφυγή εγκαλούντος κατά απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με εγκαλούμενους εισαγγελικούς λειτουργούς. Παραπέμπεται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, με τον οποίο συνυπηρετούν οι εγκαλούμενοι σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών για να αποφανθεί επ' αυτής.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 617/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Εμμανουήλ Λύτρα και Απόστολο Λύτρα, για αναίρεση της 1281/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Αστική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ (ΕΤΑΛ)", που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Καλαμούτσο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1750/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως αυτή, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες (Ολ. ΑΠ 762/1992) μεταξύ των οποίων και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδίκημα έχει υποπέσει σε παραγραφή εκτός αν ο κατηγορούμενος πρότεινε την σχετική ένσταση. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 68 παρ.2 ΚΠΔ η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τον δικαιούμενο κατά τις διατάξεις του Α.Κ (άρθρο 932 ΑΚ), μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Εξάλλου, στο άρθρο 937 του Α.Κ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση... εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως. Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ' άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμου παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκεια της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Π.Κ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ.1 Α.Κ. Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ.3 του άρθρου 113 του Π.Κ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (Πολ. Ολ. ΑΠ 21/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής η δε με τον τρόπο αυτό διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, κατά δε το άρθρο 270 ΑΚ, αν η παραγραφή διακόπηκε ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή. Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινικήδιαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για την βασιμότητα των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Το νομικό πρόσωπο, ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "εταιρία Αλληλεγγύης ΕΤ.ΑΛ" κατέθεσε, δια του νομίμου εκπροσώπου του, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 9-9-2002, μήνυση σε βάρος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απάτης, δηλώνοντας συνάμα παράσταση πολιτικής αγωγής, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη κατ' εκτίμησιν, από την απάτη. Η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο με την υπ' αριθμ. 20384/18-4-2008 απόφασή του, κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, επιβάλλοντας σ' αυτόν τις αναφερόμενες σ' αυτήν ποινές, δεχθέν συνάμα την πολιτική αγωγή της παραστάσεως εταιρίας και επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης (προσβολή της φήμης και της αξιοποίησης της) ποσού 44 ευρώ. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κατά της άνω αποφάσεως άσκησε το ένδικο μέσο της εφέσεως. Ενώπιον του εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η μηνύτρια εταιρία δήλωσε και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής για την ίδια αιτία. Κατά της παραστάσεώς της αντέλεξε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με έγγραφη δήλωσή του-ένσταση, την οποία ανέπτυξε και προφορικά, ισχυριζόμενος ότι η αξίωση της πολιτικώς ενάγουσας έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού από της καταθέσεως της μηνύσεως (9-9-2002) και μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (18-4-2008) παρήλθε πενταετία. Με παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης 1281/2009 κυρίας αποφάσεως του και συμπροσβάλλεται με αυτήν (άρθρο 564 § 4 Κ.Ποιν.Δ), το Εφετείο Αθηνών απέρριψε την άνω ένσταση και επέτρεψε την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας με την παραδοχή ότι δεν υπέκυψε σε παραγραφή, η αξίωση της τελευταίας. Εφόσον όμως, από τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που έγινε την 9-9-2002 και μέχρι 18-4-2008 ότε επανελήφθη αυτή, παρήλθε, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, πενταετία, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι προβλήθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα κατ' αντένστασιν, λόγος διακοπής ή αναστολής της παραγραφής, η αξίωση της τελευταίας υπέκυψε σε παραγραφή, το δικαστήριο δε με το να απορρίψει την άνω ένσταση και να επιτρέψει την παράσταση πολιτικής αγωγής της μηνύτριας εταιρίας, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 171 § 2 ΚΠΔ.
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης (αν και προβάλλονται με άλλη αιτίαση και όχι την άνω ακυρότητα) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου της αιτήσεως. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1281/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για απόλυτη ακυρότητα, από την παράνομη παράσταση της πολιτικής αγωγής μετά την παρέλευση πενταετίας, σε πλημμελήματα, από την υποβολή της μηνύσεως (ή εγκλήσεως) και της δηλώσεως παράστασης στο δικαστήριο. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 626/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 2899/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1416/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης προσαπαιτείται η επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, με σκοπό την πρόσκτηση παρανόμου ωφελείας, επιτυγχανομένης δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή δι' αθεμίτου αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως αληθών. Η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και η απόκρυψη αληθών συνιστούν, η κάθε μία, περίπτωση θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η παρασιώπηση συνιστά περίπτωση απάτης τελουμένης δια παραλείψεως, αφού προϋποθέτει υποχρέωση του δράστη σε ανακοίνωση, γεγονότος που αποσιώπησε, η οποία πηγάζει από τον νόμο, τη σύμβαση ή από προηγηθείσα ενέργειά του. Συνεπεία της μη αναγκαίας ταυτίσεως του απατηθέντος και του υποστάντος τη βλάβη είναι ότι η απάτη μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, οσάκις υποβάλλεται ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο ή με άλλα αποδεικτικά μέσα. Θεωρείται τετελεσμένη η απάτη επί δικαστηρίου, όταν δια των ψευδών ισχυρισμών και της επικλήσεως και προσκομίσεως πλαστών ή ανακριβών αποδεικτικών στοιχείων εκδίδεται από το πολιτικό δικαστήριο οριστική απόφαση και γίνονται δεκτά τα προβαλλόμενα και συνιστώντα το περιεχόμενο του ισχυρισμού του δράστη της απάτης εις βάρος του αντιδίκου του εφόσον επείσθη το δικαστήριο για την αλήθεια αυτήν των ισχυρισμών με ψευδή αποδεικτικά στοιχεία και με την εκδοθείσα οριστική απόφαση επήλθε βλάβη στον διάδικο που είναι αντίδικος του δράστη. Η πράξη της απάτης στο δικαστήριο είναι δυνατό να τελεσθεί και με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση πλαστά ή ψευδή κατά περιεχόμενο αξιόγραφα ή άλλα ιδιωτικά έγγραφα που περιέχουν δικαιοπρακτική δήλωση ή μαρτυρία αυτών που το υπογράφουν για ενσωματούμενη σε τέτοια έγγραφα χρηματική απαίτηση, όπως είναι και τα τιμολόγια που φέρουν την υπογραφή του αγοραστή και το ποσό των οποίων δεν όφειλε ο παθών αλλά ο δικαστής που επιλήφθηκε της αιτήσεως παραπλανήθηκε από τα άνω έγγραφα και εξέδωσε, βλαπτική για τα συμφέροντα του καθού η αίτηση, διαταγή πληρωμής, συνεπεία της οποίας, αποτελούσης κατά το άρθρο 631 Κ.Πολ.Δικ. τίτλο εκτελεστό επέρχεται βλάβη στην περιουσία ή και απειλή κατά της περιουσίας του, όταν αυτή δημιουργεί χειροτέρευση της παρούσης περιουσιακής καταστάσεως του αντιδίκου του δράστη. Μεταξύ των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης υφίσταται αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα από το άλλο, έστω και αν ο δράστης της πλαστογραφίας χρησιμοποιεί τα πλαστά έγγραφα για να πείσει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή δεδομένου ότι καθένα από τα εγκλήματα αυτά είναι αυτοτελές, αφού η αντικειμενική υπόσταση αυτών συγκροτείται από διαφορετικά περιστατικά και η μία πράξη δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη τέτοιας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπάρχει όταν η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ως αποδειχθέντα στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του, έρχεται σε αντίφαση με εκείνα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο διατακτικό της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης 2899/2009 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (Πλημμελημάτων), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ομοφώνως ότι από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ήδη αναιρεσείων τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση και τον κήρυξε αθώο του ότι: Στη ... την 2.10.2002 κατάρτισε εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα ήτοι τα υπ' αριθμ.... τιμολόγια - δελτία αποστολής στα οποία έθεσε κατ' απομίμηση και άνευ γνώσης ή εντολής την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ, σύμφωνα με τα οποία φέρεται αυτός ότι πώλησε προς την άνω εγκαλούσα, (με το πρώτο), μία ταμειακή μηχανή τύπου D.P.S. 52.000 με αριθμό μητρώου ..., συνολικής αξίας 146,74 ευρώ, ΦΠΑ 26,41 ευρώ, πληρωτέο ποσό 173,15 ευρώ, (με το δεύτερο) ένα επαγγελματικό αυτοκίνητο ... με αριθμό κυκλοφορίας ..., συνολικής αξίας 176,08 ευρώ, ΦΠΑ 31,69 ευρώ, πληρωτέο ποσό 207,77 ευρώ, (με το τρίτο), δύο ηλεκτρονικούς ζυγούς προς 29,35 ευρώ, συνολικής αξίας 58,70 ευρώ, ένα σελφ-σέρβις 3,5 μέτρων συνολικής αξίας 1291,27 ευρώ ένα σελφ-σέρβις 2 μέτρων προς 88,04 ευρώ, συνολικής αξίας 88,04 ευρώ, μια βιτρίνα για ελιές προς 29,35 ευρώ, δύο ψυγεία - βιτρίνες προς 58,70 ευρώ, συνολικής αξίας 117,40 ευρώ, ένα ράφι μεταλλικό 28 μέτρων προς 146,74 ευρώ, συνολικής αξίας όλων αυτών 1.731,50 ευρώ, ΦΠΑ 311,67 ευρώ, πληρωτέο ποσό 2.043,17 ευρώ, (με το τέταρτο τιμολόγιο δελτίο αποστολής) διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας 880,41 ευρώ ΦΠΑ 70,43 ευρώ, πληρωτέο ποσό 950,84 ευρώ και (με το πέμπτο τιμολόγιο - δελτίο αποστολής) διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας 2.054,20 ευρώ, ΦΠΑ 369,77 ευρώ, πληρωτέο ποσό 2.424,06 ευρώ και ότι έκανε αυτός χρήση των άνω πλαστών τιμολογίων δηλαδή εμφάνισε αυτά με αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης προκειμένου να επιτύχει την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της άνω εγκαλούσας για εμπορεύματα που φέρεται ότι επώλησε προς αυτήν, συνολικής αξίας 5.798,99 ευρώ. Περαιτέρω το Εφετείο σε σχέση με την έτερη αξιόποινη πράξη της απάτης, δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την τέλεση αυτής από τον ήδη αναιρεσείοντα. "Ο κατηγορούμενος λειτουργούσε στις ..., επί της οδού ..., ατομική επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας την πώληση οπωρολαχανικών και ειδών παντοπωλείου, μισθώνοντας προς τούτο στην παραπάνω διεύθυνση κατάστημα. Κατόπιν συμφωνίας του με την εγκαλούσα που καταρτίστηκε το Σεπτέμβριο 2002 ο κατηγορούμενος της μεταβίβασε λόγω πωλήσεως την κυριότητα της επιχείρησης αυτής, αντί τιμήματος 36.000 Ευρώ, καταβλητέου σε δύο δόσεις των 3.000 και 33.000 Ευρώ. Στα στοιχεία της επιχείρησης περιλαμβάνονταν τα υπάρχοντα εμπορεύματα, ο εξοπλισμός της, που τον αποτελούσαν η ταμειακή μηχανή, έξι ψυγεία διαφόρων μεγεθών, από τα οποία τα τέσσερα ήταν σε καλή κατάσταση, δύο ηλεκτρονικές μηχανές, συναγερμός και κυρίως η φήμη και η πελατεία που είχε αποκτήσει ενόσω τη λειτουργούσε ο κατηγορούμενος, καθώς και ένα παλιό επαγγελματικό φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας ... με αριθμό κυκλοφορίας .... Ακόμη συμφωνήθηκε ότι αυτός θα παρείχε τη συνδρομή του στην εγκαλούσα επί δεκαπενθήμερο ώστε να γίνει γνωστή στους πελάτες του καταστήματος. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής η εγκαλούσα μίσθωσε στις 24-9-2002 με ιδιωτικό συμφωνητικό που συνέταξε με τον εκμισθωτή ... το εν λόγω κατάστημα και υπεισήλθε στη θέση του κατηγορουμένου, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε σε 950 Ευρώ και στις 26-9-2002 κατέβαλε στον τελευταίο 3.000 Ευρώ, ενώ το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος από 33.000 Ευρώ το κατέβαλε στις 3-10-2002. Το τελευταίο μάλιστα ποσό του το κατέβαλε σε μετρητά μέσα στο υποκατάστημα της Τράπεζας Eurobank της ... μετά από ανάληψη εκ μέρους της συνολικού ποσού 39.000 Ευρώ, αλλά δεν πήρε απόδειξη καταβολής από τον κατηγορούμενο γιατί ήδη είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης, αφού ο τελευταίος, πρώτος από τους συμβαλλομένους, της είχε παραχωρήσει το κατάστημα τούτο, πριν ακόμη να λυθεί η δική του σύμβαση μίσθωσης. Η συνεργασία τούτων συνεχίστηκε μέχρι τον Νοέμβριο του 2002 με το να προμηθεύεται η εγκαλούσα από τον κατηγορούμενο διάφορα τυριά προς πώληση και μετά την ημερομηνία αυτή διακόπηκε με πρωτοβουλία της πρώτης. Μετά την παραπάνω ημερομηνία η εγκαλούσα ζήτησε από εκείνον φορολογικά στοιχεία για το συνολικό ποσό 31.201 Ευρώ με το ΦΠΑ, προκειμένου να τα καταχωρήσει στα φορολογικά της στοιχεία και να δικαιολογήσει έξοδα αγοράς της επιχείρησης από αυτήν. Ο τελευταίος όμως αρνήθηκε τούτο και της απέστειλε την από 5-12-2002 εξώδικη δήλωση, στην οποία ισχυριζόταν ότι το τίμημα αγοράς της επιχείρησης ήταν μικρότερο κατά 5.798,99 Ευρώ και επιδίωκε την καταβολή του ποσού τούτου, ως αφορώντος την αξία του προαναφερομένου αυτοκινήτου. Η εγκαλούσα με την από 11-12-2002 εξώδικη δήλωση της, που του επέδωσε στις 18-12-2002 απέκρουσε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και ζήτησε την χορήγηση τιμολογίων για το ποσό των 30.201,01 Ευρώ, καθώς και της εξοφλητικής απόδειξης για 33.000 Ευρώ. Αντί να πράξει τούτο ο κατηγορούμενος, με βάση τα υπ'αρ. 532,534,535 και 536/2-10-2002 τιμολόγια, τα οποία είχε εκδώσει ο ίδιος για τα πωλούμενα αντικείμενα της επιχείρησης και στα οποία δεν είχε θέσει την υπογραφή της η παραλήπτρια, αλλά, όπως μνημονεύτηκε σε προηγούμενη σκέψη, δεν αποδείχθηκε η θέση αυτής από εκείνον (κατηγορούμενο) και τέθηκε εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς τη συναίνεση της η ένδειξη Ε.Π. (" επί πιστώσει"), υπέβαλε σχετική αίτηση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η αρ. 5667/2002 διαταγή πληρωμής αυτού, με την οποία υποχρεώθηκε η εγκαλούσα να του καταβάλει το εν λόγω ποσό χωρίς να υφίσταται πραγματικά απαίτηση του σε βάρος της. Η έκδοση της διαταγής αυτής πληρωμής, η οποία σημειωτέον κατόπιν ακυρώθηκε μετά παραδοχή σχετικής ανακοπής της εγκαλούσας με την υπ'αριθ. 14188/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, οφείλεται στο γεγονός ότι η Δικαστής που την εξέδωσε πείστηκε από την ψευδή παράσταση εκ μέρους του κατηγορουμένου που γνώριζε τούτο, της ύπαρξης οφειλής προς εκείνον από την εγκαλούσα του ως άνω ποσού, ενώ διαφορετικά δεν θα την εξέδιδε. Σύμφωνα με όλα αυτά, πρέπει, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της σκέψης αυτής, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατά την πλειοψηφούσα άποψη του παρόντος Δικαστηρίου" Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα της πράξεως της απάτης στο Δικαστήριο και ειδικότερα του ότι, στη ..., στις 18/12/2002, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του και συγκεκριμένα παρέστησε στην Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης Κυριακούλα Φλωρίδου ότι τα ως άνω τιμολόγια - δελτία αποστολής, είναι αληθή και ότι έχουν εκδοθεί από την ίδια την εγκαλούσα και έτσι ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι η ίδια δεν έθεσε ποτέ την υπογραφή της ζήτησε και πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής με σκοπό να ζημιωθεί η εγκαλούσα κατά το ποσό των 5.798,99 ευρώ και να το ωφεληθεί αυτή παράνομα και περαιτέρω κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών ανασταλείσα για μια τριετία. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν αυτά που γίνονται δεκτά στο διατακτικό της ότι ο ήδη αναιρεσείων παρέστησε ως αληθή στην Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης ψευδή περιστατικά και συγκεκριμένα ότι έχουν εκδοθεί τα άνω τιμολόγια - δελτία αποστολής από την ίδια την εγκαλούσα ενώ εγνώριζε ότι η ίδια δεν έθεσε ποτέ την υπογραφή της. Στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ασαφώς ότι η Ειρηνοδίκης που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής πείσθηκε από την ψευδή παράσταση του κατηγορουμένου που γνώριζε τούτο, περί της υπάρξεως οφειλής προς εκείνον του ποσού που υποχρεώθηκε να του καταβάλει. Είναι αντιφατικές οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση τις οποίες στο μεν σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων είχε εκδώσει τα άνω τιμολόγια ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι παρέστησε ο αναιρεσείων ότι αυτά τα τιμολόγια είχαν εκδοθεί από την ίδια την εγκαλούσα. Από τις παραδοχές του Εφετείου που περιέχονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε θέσει ο ήδη αναιρεσείων την υπογραφή της εγκαλούσας επί των άνω τιμολογίων - δελτίων αποστολής και ότι έπρεπε να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της πράξεως της καταρτίσεως πλαστών εγγράφων ήτοι των ... τιμολογίων με χρήση αυτών με την εμφάνισή των με την αίτηση που υπέβαλε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης προς έκδοση διαταγής πληρωμής δεν επιβεβαιώνονται αυτά που δέχεται το Δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεως του ότι ο αναιρεσείων παραπλάνησε την Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης με την προσκόμιση εν γνώσει του αναληθών τιμολογίων και εξέδωσε αυτή ως δικαιοδοτικό όργανο την διαταγή πληρωμής με σκοπό να ζημιωθεί η εγκαλούσα κατά το ποσό των 5.798,99 ευρώ και να το ωφεληθεί παράνομα. Όσα δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση ότι εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς τη συναίνεσή της τέθηκε στα άνω τιμολόγια η ένδειξη Ε.Π. ("επί πιστώσει") και ότι μεταγενεστέρως ακυρώθηκε η εκδοθείσα με βάση τα τιμολόγια αυτά διαταγή πληρωμής με απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά παραδοχή ανακοπής της εγκαλούσας, δεν αποτελούν πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιοποίνου πράξεως της απάτης στο δικαστήριο τελεσθείσης με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση ψευδή κατά περιεχόμενο έγγραφα, περί χρηματική απαιτήσεως του κατηγορουμένου, το ποσό της οποίας δεν όφειλε η εγκαλούσα, αλλά σχετίζεται με την δυνατότητα και τις συνέπειες αμφισβήτησης με την άσκηση ανακοπής εκ μέρους του οφειλέτη (που δεν μετέχει στην έκδοση της διαταγής πληρωμής) της πραγματικής ύπαρξης της απαίτησης. Ο δανειστής δεν είναι υποχρεωμένος πέραν της αποδείξεως της απαιτήσεως που επικαλείται, όταν ζητεί την έκδοση διαταγής, να αποδείξει εγγράφως ότι ο οφειλέτης δεν έχει εκπληρώσει την παροχή του προς αυτόν. Από τις επισημαινόμενες ανωτέρω ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις στο αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία ο ήδη αναιρεσείων, διαπιστώνεται ότι δεν είναι η αιτιολογία της αποφάσεως ειδική και εμπεριστατωμένη όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. Είναι συνεπώς βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών και να αναιρεθεί ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το καταδικαστικό μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2899/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το καταδικαστικό της μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατ' αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που καταδίκασε κατ' έφεση τον κατηγορούμενο για απάτη πλημμεληματικού χαρακτήρα. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ), διότι δεν παρατίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την πράξη της απάτης στο δικαστήριο για παραπλάνηση της Ειρηνοδίκη που εξέδωσε διαταγή πληρωμής σε βάρος της εγκαλούσας με βάση αναληθή τιμολόγια που προσεκόμισε ο κατηγορούμενος καθόσον ο δανειστής που ζητεί την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν είναι υποχρεωμένος πέραν της αποδείξεως εγγράφως της απαιτήσεως που επικαλείται ότι έχει κατά τον καθού η αίτηση να αποδείξει και εγγράφως ότι ο οφειλέτης δεν έχει εκπληρώσει την παροχή του προς αυτόν και επιπλέον είναι ασαφείς και αντιφατικές οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η Ειρηνοδίκης πείσθηκε από την εκ μέρους του κατηγορουμένου ψευδή παράσταση, που γνώριζε τούτο ότι υπήρχε οφειλή της εγκαλούσας προς εκείνον ως προς το ποσό που υποχρεώθηκε με την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής να του καταβάλει και ότι (στο σκεπτικό) ο ίδιος ο αναιρεσείων είχε εκδώσει τα άνω τιμολόγια, ενώ (στο διατακτικό) ότι παρέστησε ο αναιρεσείων στην Ειρηνοδίκη ότι αυτά τα τιμολόγια είχαν εκδοθεί από την ίδια την εγκαλούσα.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη.
| 0
|
Αριθμός 615/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ1 και με εγκαλούμενους τους: 1) Ψ2, 2) Ψ1, 3) Ψ3, 4) Ψ5, 5) Ψ6, 6) Ψ7 και 7) Ψ4.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 22 Οκτωβρίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1479/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 25/19.01.2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., την από 22-10-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα :
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ., δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδ γ' του ίδιου Κ.Π.Δ. αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο ή Εισαγγελία του σε άλλο Εφετείο ή την αντίστοιχη Εισαγγελία του. Στην προκειμένη περίπτωση ο Χ1 με την από 3-2-2005 έγκλησή του καταμήνυσε μεταξύ άλλων και τους 1) Ψ2 Πρόεδρο Εφετών Αθηνών, ήδη Αρεοπαγίτη, 2) Ψ1, Εφέτη Αθηνών, 3) Ψ3 Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 4) Ψ5, πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, 5) Ψ6, πρωτοδίκη Μυτιλήνης, 6)Ψ7, δικαστικό επιμελητή και 7) Ψ4. Επί της εγκλήσεως αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 270/2009 απορριπτική Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας κατά της οποίας ο ανωτέρω εγκαλών άσκησε, σύμφωνα με το άρθρο 48 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 6/2009 προσφυγή του στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Όμως μεταξύ των εγκαλουμένων περιλαμβάνονται ο Ψ3, Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών και η Ψ1, η οποία είναι δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του Εφέτη και υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως ως προς τους Ψ3 και Ψ1 και, λόγω συναφείας, ως προς τους λοιπούς εγκαλουμένους από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, καθώς και στις δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιά, αν ήθελε, περαιτέρω, συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω : Να διατάξει το δικαστήριό σας την παραπομπή της υποθέσεως, επί της οποίας ασκήθηκε η υπ' αριθμ. 6/2009 προσφυγή του Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 270/2009 Διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με την οποία απορρίφθηκε η από 3-2-2005 έγκλησή του εναντίον των 1) Ψ2, προέδρου Εφετών Αθηνών και ήδη Αρεοπαγίτη, 2) Ψ1 Εφέτη Αθηνών, 3) Ψ3, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 4) Ψ5, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 5)Ψ6, Πρωτοδίκη Μυτιλήνης, 6) Ψ7, δικαστικού επιμελητή και 7) Ψ4, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, για να αποφανθεί αυτός επί της σχετικής προσφυγής, καθώς κα στις αντίστοιχες δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιά, αν ήθελε, περαιτέρω, συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
Αθήνα 21-12-2009
Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ψάνης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργούς και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σ' αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως. Την παραπομπή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να κρίνει προσφυγή κατά διατάξεως (άρθρο 48 του ΚΠΔ) στην οποία εμπλέκεται ως εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην ίδια Εισαγγελία Εφετών. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 137 περ. α' και β', 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την προσφυγή αυτή για κρίση σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Χ1, με την από 3-2-2005 έγκλησή του, ζήτησε την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων και των 1)Ψ2, Προέδρου Εφετών Αθηνών και ήδη Αρεοπαγίτη, 2)Ψ1, Εφέτη Αθηνών, 3)Ψ3, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 4)Ψ5, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 5)Ψ6, Πρωτοδίκη Μυτιλήνης, 6)Ψ7 δικαστικού επιμελητή και 7)Ψ4, για τα αναφερόμενα σ' αυτήν εγκλήματα. Επί της εγκλήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 270/2009 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθ. 6/28-7-2009 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, επειδή ο τρίτος ως άνω εγκαλούμενος Ψ3 υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών με το βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, ζητά με το υπ' αριθ. Πρωτ. 746α/22-10-2009 έγγραφό του να οριστεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να αποφανθεί επί της ως άνω προσφυγής.
Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, νόμιμο και βάσιμο, πρέπει να γίνει δεκτό και να οριστεί ως αρμόδιος για να αποφανθεί επί της εν λόγω προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και κατ' επέκταση οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς, αν τυχόν ανακύψει περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
Για τους λόγους αυτούς
Ορίζει τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ως κατά παραπομπή αρμόδιο, για να αποφανθεί επί της υπ' αριθ. 6/28-7-2009 προσφυγής του Χ1 κατά της υπ' αριθ. 270/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας και αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρμοδιότητα κατά παραπομπή. Προσφυγή εγκαλούντος κατά απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με εγκαλούμενο εισαγγελικό λειτουργό. Παραπέμπεται ο εγκαλούμενος, σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών για να αποφανθεί επ' αυτής.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 614/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σφακιωτάκη, περί αναιρέσεως της 2173/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, κατοίκου Η.Π.Α. και προσωρινά στο ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διονυσία Μουζάκη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Αυγούστου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1250/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ προορισμένο η πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι απλώς διακινδύνευση, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 § 1 εδαφ. γ' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), όπως ισχύει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες, κατά δε την παραγ. 3 του ίδιου άρθρου, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμό ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής. Στο
άρθρο 5 § 1 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών και ορίζεται ότι αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνον πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς του. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών ποινικών δικαστηρίων, όταν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, (οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του ίδιου κώδικα), ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή, χωρίς να απαιτείται έκδοση πράξεως αναπληρώσεως, στην περίπτωση δε αναπληρώσεως πλημμελειοδίκη τριμελούς πλημμελειοδικείου από ειρηνοδίκη απαιτείται να εκδίδεται σχετική πράξη από τον διευθύνοντα το δικαστήριο δικαστή, η οποία και να μνημονεύεται στην απόφαση. Η μνεία της πράξεως αναπληρώσεως στην απόφαση υποδηλώνει τη συνδρομή νόμιμου προς αναπλήρωση λόγου που ερευνήθηκε από τον διευθύνοντα δικαστή και αναφέρεται στην πράξη του. Αν δεν αναφέρεται στην απόφαση η πράξη αναπλήρωσης, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. α' του ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2173/2009 απόφασή του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο εκκαλών το έτος 2004 στα ..., με σκοπό να βλάψει άλλον, απέκρυψε, έβλαψε ή κατάστρεψε έγγραφο, του οποίου δεν ήταν κύριος ή δεν ήταν αποκλειστικός κύριος ή που άλλος είχε δικαίωμα και ειδικότερα ο εκκαλών με σκοπό να βλάψει το μηνυτή Ψ1 κατάστρεψε με πρόθεση και συγκεκριμένα έσκισε την υπ' αρ. ... οικοδομική άδεια, η οποία έδιδε το δικαίωμα στο μηνυτή να προβεί στο κλείσιμο της βεράντας και στην αλλαγή χρήσης του ισογείου ορόφου επί του ακινήτου του, που βρίσκεται στην οδό .... της πόλεως των ....
Για τους λόγους αυτούς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§α του Π.Κ. δεδομένου ότι ο εκκαλών μέχρι τον ανωτέρω χρόνο έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Περαιτέρω στο διατακτικό της η απόφαση όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει ένοχο τον εκκαλούντα για το ότι το έτος 2004 στα ..., με σκοπό να βλάψει, άλλον, απέκρυψε έβλαψε η κατάστρεψε έγγραφο, του οποίου δεν ήταν κύριος ή δεν ήταν αποκλειστικός κύριος ή που άλλος είχε δικαίωμα και ειδικότερα ο εκκαλών με σκοπό να βλάψει το μηνυτή Ψ1 κατάστρεψε με πρόθεση και συγκεκριμένα έσκισε την υπ' αρ. ... οικοδομική άδεια, η οποία έδιδε το δικαίωμα στο μηνυτή να προβεί στο κλείσιμο της βεράντας και στην αλλαγή χρήσης του ισογείου ορόφου επί του ακίνητου του, που βρίσκεται στην οδό .... της πόλεως των ...". Ακολούθως το Δικαστήριο καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχτηκε και όρισε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για το σκοπό του αναιρεσείοντος να βλάψει τον εγκαλούντα, ούτε προσδιορίζει σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή, στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, για το οποίο τον καταδίκασε. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Περαιτέρω προκύπτει από την απόφαση, ότι στη σύνθεση του Δικαστηρίου, του οποίου τα μέλη δεν ορίζονται με κλήρωση, μετείχε η Ειρηνοδίκης Νίκη Τωμαδάκη, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση ούτε η πράξη του διευθύνοντος το Δικαστήριο δικαστή για τον ορισμό της ως αναπληρωματικής δικαστή ούτε το δικαστήριο στο οποίο είναι αυτή διορισμένη, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία, ότι αυτή υπηρετούσε πράγματι στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Χανίων. Επομένως, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί δεν τηρήθηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2173/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαγωγή εγγράφου (άρθρ. 222 του ΠΚ). Στοιχεία του εγκλήματος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείται να προσδιορίζεται στην καταδικαστική απόφαση, μεταξύ των άλλων, και ο σκοπός βλάβης του παθόντος και σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή. Αναπλήρωση δικαστή Τριμελούς Πλημμελειοδικείου από πάρεδρο, ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη. Στα δικαστήρια στα οποία οι συνθέσεις, δεν ορίζονται με κλήρωση, για την ανωτέρω αναπλήρωση απαιτείται η έκδοση πράξεως του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, η οποία πράξη πρέπει να μνημονεύεται στην απόφαση, αλλιώς προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός γιατί δεν προσδιορίζεται με αναφορά σχετικών περιστατικών ο σκοπός βλάβης του εγκαλούντος και σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και αφετέρου γιατί αναπληρώθηκε δικαστής του δικαστηρίου από ειρηνοδίκη, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση η πράξη αναπλήρωσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπεξαγωγή εγγράφων, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
Αριθμός 613/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, για αναίρεση της 694/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μιχαλάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, ως και στο από 25 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 762/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξάλλου, στα άρθρα 362 και 363 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 694/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος των Ψ και ΑΑ, πράξεις που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία της κατηγορουμένης στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα έξης: Ο μηνυτής (Ψ) υπήρξε σύζυγος της κατηγορουμένης (Χ). Στη δίκη περί εκδόσεως διαζυγίου τους, προσήλθε και κατέθεσε ως μάρτυρας αποδείξεως του νυν μηνυτή (πρώην συζύγου της), η ΑΑ, αδελφή του, η οποία κατέθεσε τα εξής: "Ωστόσο τα κίνητρα του γάμου από πλευράς της κυρίας Χ ήταν καθαρά οικονομικά και αυτό φάνηκε σε όλα τα χρόνια του γάμου. Ενώ γνώριζε ότι ο αδερφός μου είχε παιδί από τον πρώτο του γάμο και είχε υποσχεθεί ότι θα το περιβάλλει με αγάπη, διότι γνώριζε πριν από το γάμο, ότι είχε υποσχεθεί ότι θα το περιβάλλει με αγάπη, διότι ήδη γνώριζε πριν από το γάμο, ότι είχε κάποιο πρόβλημα και δεν θα μπορούσε μάλλον να αποκτήσει παιδιά, ωστόσο αμέσως μετά το γάμο, άλλαξε στάση και δεν το δέχθηκε ποτέ το παιδί στο σπίτι. Η συμπεριφορά της λοιπόν άλλαξε αμέσως μετά το γάμο, όσον αφορούσε αυτά που έλεγε για το παιδί, δηλαδή ότι θα το πρόσεχε και θα το αγαπούσε παρότι το είχε η μητέρα του. Την δικαιολογούσαμε. Λέγαμε ότι θα περάσει η ανασφάλεια που νιώθει. Είχε μια μεγάλη ψυχολογική πίεση ο αδερφός μου. Έλεγε σε μια Αίτηση Ασφαλιστικών Μέτρων, ότι έκανε γάμο με ένα μειονεκτικό άτομο έναντι αυτής, διότι αυτός ήταν ζωντοχήρος με ένα παιδί και η ίδια ήταν ελεύθερη. Και αυτό το εξαργύρωνε με πλούσιες αντιπαροχές στον τρόπο ζωής της, δηλαδή ινστιτούτα, μασάζ και κυρίως κοσμήματα. Αυτά άρχισαν να μας ενοχλούν, μετά το έμφραγμα που έπαθε ο αδελφός μου, που είδαμε μια τελείως διαφορετική στάση. Δηλαδή από την ημέρα που έπαθε το έμφραγμα ο αδερφός μου, αντιμετωπίσαμε έναν άλλο άνθρωπο. Του ζητούσε να της γράψει την περιουσία. Πάντοτε είχε πολλές οικονομικές απαιτήσεις και δεν μιλάω για προσωπικό επίπεδο, για τα ινστιτούτα, τα γυμναστήρια, τα ταξίδια της κτλ αλλά ζητούσε συνεχώς πράγματα, να κάνει επενδύσεις για τον εαυτό της. Όχι κοινές. Ποτέ κοινές. Μετοχές για την ίδια, οικόπεδο στο χωριό της γι' αυτήν, στο όνομά της, αυτοκίνητο γι` αυτήν. Ό,τι ζητούσε ήθελε να είναι στο όνομά της. Αυτό επιδίωκε πάντοτε. Πίστευε ότι επειδή ήταν φτωχή και βρέθηκε σε πιο πλούσιο περιβάλλον, ότι αφού μπορούσε να της τα παρέχει, θα της τα έδινε. Η στάση της αυτή προς τον κόσμο και προς τα εμάς δεν ήταν σοβαρή, θα το πω με αυτήν την λέξη. Άρχισε να φέρεται όχι σοβαρά. Δεν ήταν προσηλωμένη στην οικογένεια. Έλειπε πάρα πολλές ώρες από το σπίτι. Ήταν μονίμως έξω, είτε στην αγορά, είτε με μια φίλη, είτε στο θέατρο και δήλωσε σε όλους, ότι αυτή είχε γεννηθεί για να γίνει καθηγήτρια και όχι νοικοκυρά. Όταν τον είδαμε μετά το έμφραγμα να αρχίζει να καπνίζει πάλι, θορυβηθήκαμε όλοι. Του λέμε "τι γίνεται; θα αυτοκτονήσεις;" και λέει "είναι αφόρητη η πίεση που δέχομαι. Τι θα κάνω;". Και αυτός είπε θα διορθωθούν τα πράγματα. Μέχρι και το 2000 έκανε εξωσωματικές. Όπως επίσης ζητούσε έντονα να υιοθετήσει κάποιο παιδί, όταν είδε ότι αποτύγχαναν. Την έβλεπε ότι δεν ήταν συγκεντρωμένη στο σπίτι. Αναρωτιόταν λοιπόν αυτό το παιδί που ενδεχομένως θα έπαιρνε, πώς θα το μεταχειριζόταν. Την ημέρα που έπαθε το έμφραγμα ο αδελφός μου, ήμαστε σε διακοπές και ο ίδιος ήταν σε διακοπές, φυσικά φτάσαμε όλοι στο Νοσοκομείο του Πολυγύρου και ενώ τριγυρίζαμε γύρω από την εντατική, κάποια στιγμή είχε περάσει κάπως η ώρα, ήλθε ο αδελφός της και μια φίλη της και την πήραν από το Νοσοκομείο και έφυγαν. Εμείς είπαμε "Εντάξει έφυγαν". Γυρνώντας δε, τους ρωτήσαμε: "Πού χαθήκατε; Πού είστε;" και μας είπαν , ότι έψαχναν να βρουν κάπου φαγητό να φάνε, και πήγαν στην εμποροπανήγυρη ενός χωριού εκεί. Αυτό ήταν ένα γεγονός, που μας συγκλόνισε όλους, θεωρώ ότι δεν θα το έκανε κανείς αυτό. Δεν μπορεί ο άνθρωπός σου, να βρίσκεται στην εντατική, να είναι η πρώτη μέρα του εμφράγματος, να είναι ένα γεγονός αναπάντεχο, δεν είχε κάποια πάθηση που περιμέναμε να συμβεί και εσύ να τρέχεις στα πανηγύρια. Δεν νομίζω ότι κάποιος μπορεί να πιστέψει ότι με τον μισθό ενός δημοσίου υπαλλήλου πληρώνεται τι; το ενοίκιο; τα δύο τηλέφωνα που είχε στο σπίτι; το ιντερνέτ που είχε στο σπίτι, γιατί το χρειαζόταν; τα μασάζ; Τα γυμναστήρια; τις επεμβάσεις που ήταν και ακραία γεγονότα για την ηλικία της που λέγαμε τα κάνει για να εκτονωθεί; έκανε επεμβάσεις απαλοιφής ρυτίδων. Είναι δηλαδή γεγονότα και πράγματα που δεν αρμόζουν ούτε στην ηλικία ούτε πουθενά. Είναι τραβηγμένες ενέργειες, τις δύο γυναίκες που είχε στο σπίτι εβδομαδιαίως, μία για σίδερο, και μια για καθάρισμα; Αυτά εδώ καλύπτονται με 250.000 δρχ. μισθό; Αυτά τα χρηματοδοτούσε ο αδερφός μου. Ποιος μπορούσε να τα χρηματοδοτούσε; Στο οικονομικό θέμα, ήθελε να της παρέχει κάποια πράγματα, θεωρούσε ότι στην προηγούμενη ζωή της είχε στερηθεί κάποια πράγματα και έλεγε "δε βαριέσαι". Μας είχε όλους πείσει ότι αυτό το μεγάλο πρόβλημα που είχε, κάπως έπρεπε να το εκτονώσει, ήταν αντικοινωνική. Η συμπεριφορά της όταν έβγαινε έξω ήταν παρεξηγήσιμη και ήταν ένα θέμα που είχε θιγεί οικογενειακά από όλους μας, από τους συζύγους μας, τον δικό μου και της αδελφής μου. Μας είπανε: "Μαζέψτε την" και είπαν ότι "δεν μας αφορά". Δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε στον αδελφό μας, φοβόμασταν. Δεν το δέχθηκε το παιδί του ποτέ. Το 2000 έγιναν δύο εξωσωματικές. Οι σχέσεις μας ήταν ομαλές. Το ενοίκιο το πλήρωνε φυσικά ο αδερφός μου. Η κυρία Χ όταν παντρεύτηκε είχε δικό της ένα παλιό αυτοκίνητο και μετά της αγόρασε ο αδερφός μου ένα άλλο. Πλήρωσε ένα ποσό μετρητοίς και το υπόλοιπο σε δόσεις. Δεν γνωρίζω για κοινό λογαριασμό, αλλά για επενδύσεις της συζύγου γνωρίζω. Της έκανε δώρο κάποια κοσμήματα. Έκανε αρκετά δώρα. Δεν γνωρίζω ποιος ειδοποίησε το ΕΚΑΒ. Όλο το χρονικό διάστημα που ήταν ο αδερφός μου στην εντατική δεν έμενε και ξέρω πάρα πολύ καλά ότι το διασκέδασε αρκετά εκείνες τις ημέρες". Η νυν κατηγορουμένη υπέβαλε μήνυση κατά της παραπάνω μάρτυρος ότι τα ανωτέρω κατατεθέντα ήταν ψευδή και ότι στην παραπάνω κατάθεσή της προσήλθε μετά από φορτικότητα και σχετικές παραινέσεις του (επίσης καταμηνυθέντος) πρώην συζύγου της. Επί της παραπάνω μηνύσεως εκδόθηκε η εκκαλουμένη αρ. 23602/2007 Απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (έγινε συνεκδίκαση της κρινόμενης υποθέσεως και της παραπάνω μηνύσεως της νυν κατηγορουμένης) εις την οποία εκρίθη αμετακλήτως ότι τα παραπάνω κατατεθέντα από την ΑΑ ήταν αληθή και έτσι αθωώθηκαν οι νυν μηνυτές και πολιτικώς ενάγοντες. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη υποβάλλοντας την παραπάνω μήνυση κατά της αντιδίκου της γνώριζε ότι τα υπ` αυτής καταμηνυθέντα ήσαν ψευδή, δοθέντος ότι είχαν λάβει χώρα όλα όσα είχαν κατατεθεί από την παραπάνω μάρτυρα. Τέλος αποδεικνύεται ότι: α) κατά την υποβολή της παραπάνω μήνυσης της η κατηγορουμένη βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της αυτής, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας των καταμηνυομένων και β) με την υποβολή αυτής, τελώντας στην παραπάνω γνώση με πρόθεση ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων (Εισαγγελέα και Γραμματέα που έλαβαν γνώση αυτής), τα παραπάνω περιστατικά που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων. Σύμφωνα με τα παραπάνω θα πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά τα και εις το διατακτικό της παρούσας διαλαμβανόμενα".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα: α) Ως προς την ψευδή καταμήνυση εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, η υποβολή, δηλαδή, της από 7.7.2003 μηνύσεως της αναιρεσείουσας κατά των εγκαλούντων Ψ και ΑΑ, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτήν και ήταν ψευδή, ήτοι ότι ο εγκαλών Ψ, τέως σύζυγος της αναιρεσείουσας, κατά τη συζήτηση αγωγής διαζυγίου σε βάρος της, έπεισε την εγκαλούσα ΑΑ να καταθέσει ως μάρτυρας ψευδή γεγονότα που αφορούσαν το πρόσωπό της, αιτιολογείται δε ο σκοπός της αναιρεσείουσας να προκληθεί η καταδίωξη της δεύτερης εγκαλούσας για ψευδορκία μάρτυρα και του πρώτου για ηθική αυτουργία σ` αυτήν, πράξεις για τις οποίες αυτοί αθωώθηκαν με την υπ` αριθ. 23602/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών αυτής, τα γεγονότα που κατέθεσε η εγκαλούσα ΑΑ, όσον αφορά τη σχέση και το γάμο του εγκαλούντος Ψ και της αναιρεσείουσας, ήταν αληθή. β)Ως προς την ψευδορκία μάρτυρα προσδιορίζονται τα ψευδή γεγονότα που η αναιρεσείουσα κατέθεσε, αιτιολογείται δε ότι τα καταμηνυθέντα ήταν ψευδή, γιατί είχαν λάβει χώρα όλα όσα είχαν κατατεθεί από την εγκαλούσα ΑΑ, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητο να επαναληφθεί η αναφορά των αληθινών γεγονότων. Και γ) ως προς τη συκοφαντική δυσφήμηση, παρατίθενται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για τους εγκαλούντες γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ως άνω μήνυση, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, ότι, δηλαδή, τα κατατεθέντα κατά τη συζήτηση επί της υπ' αριθ. 44269/2001 αγωγής διαζυγίου ήταν ψευδή. Περαιτέρω, η γνώση της αναιρεσείουσας ως προς το ψευδές των από αυτήν κατατεθέντων αιτιολογείται πλήρως από την παραδοχή ότι αυτή είχε προσωπική αντίληψη των καταμηνυθέντων ως ψευδών και του αντιστοίχου περιεχομένου της μηνύσεώς της, οπότε γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, καθώς και οι εμπεριεχόμενοι στο δικόγραφο προσθέτων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα και σε σχέση με τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, λεκτέα και τα εξής: α) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελεί μεν επανάληψη του διατακτικού της (το οποίο ταυτίζεται με το κατηγορητήριο), η επανάληψη, όμως, αυτή αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού το διατακτικό περιέχει με πληρότητα περιστατικά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, που πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Και β) από την αναφορά κατά το είδος τους, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, του αποδεικτικού μέσου των μαρτυρικών καταθέσεων και συγκεκριμένα ότι το δικάσαν Εφετείο συνήγαγε την κρίση του "... από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο τούτο ...", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλες τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, άρα και εκείνη του ανωμοτί εξετασθέντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ, ο οποίος είναι βασικός μάρτυρας κατηγορίας και δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικώς η μαρτυρία του μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον σε σχέση με τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά και όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 333 § 2 Κ.Ποιν.Δ., στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορεί ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση να κάνει δεκτούς ή να απορρίψει αυτούς, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα για την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα, υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την § 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία β' και ε', ήτοι ... β) το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, ... και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα, με αυτοτελή ισχυρισμό, που κατέθεσε ο συνήγορός της εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 §2 εδάφ. α', β' και ε' ΠΚ. Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδαφίου β' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ, η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε ότι "δεν κινήθηκε από ταπεινά ελατήρια αλλά από άμυνα κατά των σε βάρος της ισχυρισμών, που είναι δυσφημιστικοί", ενώ, ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδαφίου ε', ισχυρίστηκε ότι "επέδειξε άριστη διαγωγή μέχρι σήμερα, ενώ κανείς δεν τη μέμφεται για τίποτε άλλο, μη έχουσα καμία δικαστική ή εξώδικη διαφορά με οποιονδήποτε άλλο, πλην των ενδίκων με τον πρώην σύζυγό της". Το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό ως προς το ελαφρυντικό του εδ. α', ενώ τον απέρριψε, κατά τα λοιπά, χωρίς αιτιολογία. Όμως, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων των μη ταπεινών αιτίων και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη αορίστως προβλήθηκαν, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωσή τους, και το δικαστήριο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία. Ειδικότερα, καθόσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2β του Π.Κ., ο ισχυρισμός της είναι αόριστος γιατί δεν συνοδεύεται από τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του, αλλά από περιστατικά που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία, όμως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Καθόσον αφορά δε στην ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2ε του Π.Κ., ο ισχυρισμός της είναι, επίσης, αόριστος, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά τις πράξεις της. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510§1 περ. Α', Β', Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε καθόλου στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για την αναγνώριση και των ως άνω δύο ελαφρυντικών και ότι, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της, γα έλλειψη ακρόασης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι παραδεκτώς ασκηθέντες, με το από 25/26.1.2010 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αυτής, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 28/11 Μαΐου 2009 αίτηση της Χ, μετά των από 25/26.1.2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 694/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η μαρτυρία του πολιτικώς ενάγοντος δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο. Απόρριψη λόγου για μη απάντηση στον αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 §1 εδ. β και ε ΠΚ, γιατί αυτός προβλήθηκε αορίστως και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Πολιτική αγωγή, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 612/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζημιχάλη, περί αναιρέσεως της 1202/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1742/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ.1 και 28 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) η καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ'αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ευσυνείδητη αμέλεια) και, ακόμη, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικώς στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος.
Εξ άλλου έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν δεν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ουσιαστική ποινική διάταξη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως του, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε ή η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. Κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες (περί την 03.45') της 28/7/2002 στη χιλιομετρική θέση 3,5 της Νέας Επαρχιακής οδού ... που ήταν οδός διπλής κατευθύνσεως με οδόστρωμα πλάτους 8,5 μέτρων, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και σε σημείο με ελαφρά κατωφέρεια προς ...έγινε σφοδρή σύγκρουση του κινουμένου προς την κατεύθυνση αυτή και οδηγούμενου από τον εκκαλούντα Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ...με το κινούμενο προς την αντίθετη κατεύθυνση Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο πουν οδηγούσε ο Ψ1. Αποτέλεσμα της συγκρούσεως αυτής ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του τελευταίου αυτού οδηγού, του οποίου επήλθε ο θάνατος συνεπεία των βαρυτάτων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων καθώς και των κακώσεων θώρακος και κοιλίας. Τα οχήματα συγκρούσθηκαν μεταξύ τους με την εμπρόσθια πλάγια αριστερή πλευρά τους, αντίστοιχα στο μέσον του οδοστρώματος και επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής των δύο αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας, σε τμήμα της οδού, όπου δεν υπήρχε εγκατάσταση φωτισμού και υπό συνθήκες ψιλής βροχής με ολισθηρότητα του οδοστρώματος. Το σημείο συγκρούσεως προκύπτει, μεταξύ άλλων και από την αναγνωσθείσα έκθεση εξετάσεως της μάρτυρα ..., αυστριακής υπηκοότητας, που φέρεται ως αυτόπτης, η οποία κατέθεσε ότι κατά τη στιγμή της συγκρούσεως προπορευόταν κινούμενη με το όχημά της προς την ίδια κατεύθυνση με τον εκκαλούντα και ότι το όχημα του συγκρούστηκε με το αντιθέτως κινούμενο του θανόντος στη μέση του δρόμου. Στο σημείο αυτό, δηλαδή στο μέσον του οδοστρώματος και επί της διαχωριστικής γραμμής των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας εμφανίζεται το σημείο συγκρούσεως στην έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του Τ.Τ. ...κατά την εκεί μετάβαση σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά το ατύχημα πριν να μετακινηθούν τα οχήματα από την τελική τους θέση. Επίσης, στην έκθεση αυτοψίας και στο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος αποτυπώνεται χαραγή στο οδόστρωμα μήκους 1,20 μ. σε απόσταση 1 μ, από τη διαχωριστική γραμμή και εκτιμάται ως προερχόμενη από τη στεφάνη του αριστερού τροχού του οδηγουμένου από τον εκκαλούντα οχήματος. Για την πρόκληση του ατυχήματος και τον επελθόντα κατ'αυτό θάνατο του προαναφερομένου οδηγού βαρύνεται με υπαιτιότητα (αμέλεια) ο εκκαλών, διότι έβαινε αντικανονικά κοντά στη διαχωριστική γραμμή και όχι στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του και οδηγούσε χωρίς τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ανάλογα με τις επικρατούσε συνθήκες (νύκτα, σκότος, ολισθηρότητα του οδοστρώματος από βροχή, ελαφρά στροφή και κατωφέρεια στην πορεία του) και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Κρήτης κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο ανθρωποκτονίας από μη συνειδητή αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και συγκεκριμένα (κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως), διότι στις 28-7-2002 περί ώρα 03.45 στο 3,5 χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... από αμέλεια του δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και προξένησε το θάνατο άλλου, οδηγούσε δε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο επί της ανωτέρω οδού με κατεύθυνση προς ...υπό την επήρεια οινοπνεύματος και χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, καθόσον δεν εκινείτο στο δεξιό του οδοστρώματος ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ιδιαίτερα την κατάσταση του οδοστρώματος το οποίο ήταν ολισθηρό λόγω βροχοπτώσεως, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήμάτός του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή και να συγκρουσθεί με το αντιθέτως κινούμενο υπ'αριθμ. ...ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ψ1 και από τη σύγκρουση των οχημάτων τραυματίσθηκε θανάσιμα ο οδηγός του δεύτερου οχήματος, ο οποίος υπέστη βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που αιτιακά οδήγησαν στο θάνατό του. 'Ετσι όμως που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά περιέχει αντιφατικές παραδοχές ως προς τα προκύψαντα περιστατικά που συγκροτούν την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο επίμαχο αυτοκινητικό ατύχημα και στερείται επί πλέον και νομίμου βάσεως λόγω των αντιφάσεων αυτών που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε σχέση με το διατακτικό ως προς την αμέλεια του ήδη αναιρεσείοντος. Ειδικότερα κατά τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που περιέχονται στο σκεπτικό της από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα το σημείο συγκρούσεως του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο θανατωθείς κατά το άνω οδικό τροχαίο ατύχημα προκύπτει ότι ήταν στη μέση του δρόμου στον οποίο εκινούντο τα αντιθέτως κινούμενα επ'αυτού οχήματα και ειδικότερα στο μέσον του οδοστρώματος και επί της διαχωριστικής γραμμής των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας. Επίσης κατά τα γενόμενα δεκτά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων οδηγούσε βαίνοντας κοντά στη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, χωρίς τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα, σκότος, ολισθηρότητα του οδοστρώματος από βροχή ελαφρά στροφή και κατωφέρεια στην πορεία του) ενώ αντιφατικά προς τα παραπάνω στο διατακτικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε αφού εισήλθε ο αναιρεσείων με το αυτοκίνητο που οδηγούσε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή και ότι η αμελής συμπεριφορά του κατά την οδήγηση στις 28/7/2002 ώρα 03.45 του ... αυτοκινήτου (που αναφέρεται ως ΙΧΕ και όχι ως φορτηγό, όπως στο σκεπτικό) στην επαρχιακή οδό ...με κατεύθυνση προς ...συνίστατο, πέραν του ότι δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, στο ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, χωρίς στο σκεπτικό να υπάρχει παραδοχή για το ότι οδηγούσε ο αναιρεσείων υπό την επίδραση τέτοιας ουσίας) και ότι δεν ρύθμισε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του (χωρίς να αναφέρει ποια ταχύτητα είχε αυτός αναπτύξει κατά τη διέλευσή του από το άνω σημείο της άνω επαρχιακής οδού) καθώς και ότι απώλεσε ο ίδιος τον έλεγχο του οχήματος και έτσι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και έγινε η σύγκρουση με το αντιθέτως κινούμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο. Λόγω αυτών των αντιφατικών παραδοχών μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ως προς το σημείο του οδοστρώματος στο οποίο έγινε η σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων και των ασαφειών της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο ατύχημα αυτό και το αξιόποινο αποτέλεσμα του που πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αμελή συμπεριφορά που φέρεται ότι τον βαρύνει, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγος της κρινομένης αιτήσεως, κατά τις συναφείς προς τα ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αλλά και ο από το στοιχ. Ε της ιδίας παραγράφου του άνω άρθρου περί ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως συνεπεία των άνω αντιφάσεων μεταξύ σκεπτικού και του διατακτικού της λόγος αναιρέσεως, που ερευνάται κατ'άρθρο 511 ΚΠοινΔ αυτεπαγγέλτως από το παρόν δικαστήριο, εφόσον είναι παραδεκτή η αίτηση και περιέχεται βάσιμος λόγος αναιρέσεως σ'αυτή. Μετά ταύτα, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση περαιτέρω δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1202/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές, άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για ανθρωποκτονία από μη συνειδητή αμέλεια σε οδικό τροχαίο ατύχημα. Γίνεται δεκτή κατ' ουσία η αίτηση αναιρέσεως για τους βάσιμους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγους για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω αντιφατικών παραδοχών ως προς την υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και για έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνεπεία αντιφάσεων μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δη ως προς το ότι η σύγκρουση των δύο αντιθέτως κινουμένων οχημάτων σε επαρχιακή οδό έγινε στο μέσο της οδού και επί της διαχωριστικής γραμμής όπως αναφέρεται στο σκεπτικό ή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εισήλθε ο αναιρεσείων λόγω απώλειας του ελέγχου του οχήματός του και συγκρούσθηκε με το αντιθέτως κινούμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο όπως αναφέρεται στο διατακτικό και για επιπλέον παραδοχές αμελούς συμπεριφοράς για τις οποίες γίνεται μνεία στο διατακτικό (μη ρύθμιση ταχύτητας του οχήματος που οδηγούσε, οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος) για τις οποίες δεν υπάρχουν αντίστοιχες παραδοχές για τα πραγματικά γεγονότα που επιστηρίζουν αυτά στο σκεπτικό.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 611/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλείο Σπανουδάκη και Αντώνιο Βγόντζα, περί αναιρέσεως της 1122/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2009 αίτησή του και στους από 22 Ιανουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1115/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 24 περ. ιβ' του Ν. 2429/1996, στα πρόσωπα που υποχρεούνται να υποβάλουν στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση της περιουσιακής τους καταστάσεως, περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί. Κατά δε τις διατάξεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2836/2000, "η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε 30 ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους ή την απόκτηση της άδειας ή την έναρξη της επιχειρήσεως ή του επαγγέλματος τους και επανυποβάλλεται αυτή κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης της δραστηριότητος ή της διατήρησης της ιδιότητος των υπόχρεων και επί τρία χρόνια μετά την απώλεια ή τη λήξη της, το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μακρύτερης προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων". Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του ίδιου Ν. 2429/1996, "Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία δηλώνονται: α) Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. β) Τα πλωτά μέσα, τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα, γ) Η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, δ) Τα χρεόγραφα και οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα, ε) Τα εισοδήματα και οι οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, αν σε αυτή αναγράφονται μόνο δικά του περιουσιακά στοιχεία, από τη σύζυγο του, αν αναγράφονται μόνο δικά της περιουσιακά στοιχεία, και από αμφότερους τους συζύγους, αν αναγράφονται περιουσιακά στοιχεία και των δύο ή των ανηλίκων τέκνων τους". Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 27 του ιδίου Ν. 2429/1996, " Ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών". Στη συνέχεια οι παραπάνω διατάξεις και γενικώς όλες οι ρυθμίσεις που περιείχαν τα άρθρα 24 έως και 29 του πιο πάνω νόμου 2429/1996 επαναδιατυπώθηκαν στα άρθρα 1 μέχρι και 4 του Ν. 3213/2003 "Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών κ.λ.π.", του οποίου η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (31.12.2003) και ο οποίος με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού, κατήργησε τα παραπάνω άρθρα 24 έως και 29 του πρώτου νόμου (Ν. 2429/1996). Έτσι στο νέο Ν. 3213/2003, με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. ια' ορίστηκε, ότι δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης και της περιουσιακής κατάστασης των συζύγων τους και των ανηλίκων τέκνων τους υποβάλλουν και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου καθορίσθηκαν συγκεκριμένες προθεσμίες μέσα στις οποίες υποβάλλονται οι δηλώσεις της περιουσιακής κατάστασης από του υπόχρεους, με το άρθρο 2 παρ. 1α αυτού προσδιορίσθηκε το περιεχόμενο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει να περιέχει, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία, όπως είναι, ιδίως, τα έσοδα από κάθε πηγή κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις, τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, οι μετοχές, τα ομόλογα, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, οι καταθέσεις σε τράπεζες ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα και η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση. Επίσης με το άρθρο 3 παρ. 2εδ. α, βί, δ, 4 και 5 αυτού ορίστηκε, πλην άλλων, ότι οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων στ' έως και ιε' της παρ. 1 του άρ. 1, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, υποβάλλονται σε πενταμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και προεδρεύεται από Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ότι οι δηλώσεις των προσώπων της περίπτωσης ια' της παρ. 1 του άρθρου 1 (δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών) ελέγχονται υποχρεωτικώς κάθε έτος, ότι μετά το πέρας του ελέγχου συντάσσεται έκθεση, στην οποία περιέχονται οι διαπιστώσεις σχετικά με το περιεχόμενο των δηλώσεων και τυχόν παραβάσεις του νόμου και αν ανακύπτει περίπτωση ποινικής ευθύνης η έκθεση αποστέλλεται στο αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης όργανο και ότι κατά τη διάρκεια του ελέγχου οι Επιτροπές, δια των προέδρων τους, μπορούν να καλούν τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία, εντός ρητής προθεσμίας είκοσι ημερών. Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ίδιου Ν. 3213/2003 ορίστηκε οτι "ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του προσχύσαντος Ν. 2429/1996, αλλά και του Ν. 3213/2003 συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο ελεγχόμενος δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός από αμέλεια του παραλείπει να υποβάλει, μέσα στην οριζόμενη από το νόμο προθεσμία, τη σχετική δήλωση περιουσιακής κατάστασης ή υποβάλει από αμέλεια του ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης, δηλαδή δήλωση που δεν περιέχει όλα τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής της περιουσιακά στοιχεία (άρθρο 2 παρ. 1α του Ν. 2313/2003 και πριν την ισχύ αυτού άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 2429/1996), στοιχειοθετείται σε βάρος του, αντικειμενικά και υποκειμενικά, η αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Ν. 3213/2003 και πριν από την ισχύ αυτού (31.12.2003) από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 27 του Ν. 2429/1996. Η πράξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση της οποίας πραγματώνεται με την παράλειψη από τον υπόχρεο δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης ή με την υποβολή από αυτόν ανακριβούς τέτοιας δήλωσης, προβλέπεται και τιμωρείται από τις ως άνω διατάξεις, ως αυτοτελές έγκλημα (πλημμέλημα), πραττόμενο με πρόθεση, αλλά και από αμέλεια. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ.2 εδ.α' του ΠΚ, "όπου ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος". Από τις παραπάνω διατάξεις και ειδικότερα, εκείνη του άρθρου 27 παρ. 3 εδ. τελ. Ν. 2429/96 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 27 παρ.2 α ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως με εν γνώσει ανακριβή στοιχεία απαιτείται, αντικειμενικώς, η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης), ότι τα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία δεν έχουν συμπεριληφθεί στην ανωτέρω δήλωση του σύμφωνα προς την ενδόμυχη πεποίθηση του και τη θέληση του υπόχρεου προς δήλωση να προβεί στην πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως, στο εν λόγω έγκλημα της υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, στην οποία ο υπόχρεος δράστης δήλωσε εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, η αιτιολογία, της καταδικαστικής αποφάσεως εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια του εγκλήματος και την τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, επειδή απαιτείται άμεσος δόλος από μέρους του υπαιτίου και δεν αρκεί απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος και διώκεται το εν λόγω έγκλημα και από αμέλεια, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή της ανακρίβειας και παραλείψεως δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση και την ηθελημένη ενέργεια αποκρύψεως περιουσιακών στοιχείων εν γνώσει του δράστη ότι υποβάλλει ανακριβή δήλωση περιουσιακής καταστάσεως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Τέλος, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1122/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων Εισαγγελικός λειτουργός κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφίαν, υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως με πρόθεση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των μελών του, ότι από τα μνημονευόμενα , κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : "Ο κατηγορούμενος έχει την ιδιότητα του ισόβιου εισαγγελικού λειτουργού από το έτος 1978 και κατά το κρίσιμο χρόνο υπηρετούσε ως Αντεισαγγελέας Εφετών Χανίων.
Συνεπώς, αυτός είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να υποβάλλει κάθε χρόνο στον αρμόδιο για τον έλεγχο της περιουσιακής καταστάσεως δικαστικών λειτουργών Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση περιουσιακής καταστάσεως (δήλωση πόθεν έσχες) του ίδιου και της συζύγου του. Στη δήλωση περιουσιακής καταστάσεως για το έτος 2002 που υποβλήθηκε την 2/7/2002 στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο κατηγορούμενος κάτω από την ένδειξη "χρεώγραφα και καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα", δήλωσε ότι είχε κατάθεση ύψους 5.399 ευρώ στην Τράπεζα Πίστεως στον λογαριασμό με αριθμό ..., ο οποίος ήταν κοινός με την σύζυγο του ..., και κατάθεση ύψους 15,64 ευρώ στην Εθνική Τράπεζα, στον κοινό με την σύζυγο του λογαριασμό με αριθμό ..., καθώς και κατάθεση ποσού 5.431 ευρώ στο όνομα της συζύγου του στην Αγροτική Τράπεζα, στον κοινό λογαριασμό με αριθμό ... . Όμως, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο (2/7/2002) ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή τους άυλους τίτλους ονομαστικής αξίας 25.694,78 ευρώ, στον κοινό με την σύζυγο του λογαριασμό αύλων τίτλων με αριθμό ... της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ. Τους τίτλους αυτούς τους αγόρασε την 15/4/2002 η σύζυγος του, η οποία έκανε για το σκοπό αυτό ανάληψη ποσού 5.200,53 ευρώ από τον κοινό τους λογαριασμό με αριθμό ... και κατέβαλε και σε μετρητά ποσό 21.800 ευρώ. Από το αναγνωσθέν κατά τα άνω από 4/11/2005 έγγραφο της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, προκύπτει ότι η συναλλαγή αυτή, αλλά και άλλες συναλλαγές, έγιναν πράγματι από την συζυγό του, η οποία διαχειριζόταν τα οικονομικά τους, προδήλως λόγω της μεγαλύτερης άνεσης χρόνου που διέθετε αυτή σε σχέση με τον κατηγορούμενο, ο οποίος υπηρετούσε τότε στα Χανιά, όμως η απόφαση αυτή, κατά την κρίση του δικαστηρίου, λήφθηκε από κοινού και από τους δύο συζύγους, οι οποίοι διατηρούσαν κοινούς λογαριασμούς στην ΑLPHΑ ΒΑΝΚ κυρίως, και μάλιστα με κίνηση μεγάλων χρηματικών ποσών (επενδύσεις σε άυλους τίτλους, repos κ.τ.λ. Άλλωστε το παραπάνω ποσό που επενδύθηκε για την αγορά των άυλων τίτλων δεν είναι αμελητέο για να λάβει την σχετική απόφαση μόνη της η σύζυγος του, της οποίας σημειωτέον τα ετήσια εισοδήματα υπολείπονται κατά πολύ αυτών του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από τις κατά τα άνω δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης που αναγνώσθηκαν. Το Δικαστήριο, κατά την άποψη που επικράτησε σ'αυτό, δεν πείστηκε από την περί του αντιθέτου κατάθεση της συζύγου του και των λοιπών μαρτύρων υπεράσπισης, αλλά και των αναγνωσθέντων εγγράφων, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος αγνοούσε την ύπαρξη των άϋλων αυτών τίτλων που αγόρασε η σύζυγος του, η οποία (κατά τους ισχυρισμούς του πάντα) δεν τον ενημέρωσε για την συγκεκριμένη συναλλαγή, με άμεση συνέπεια να αγνοεί την ύπαρξη του εν λόγω τίτλου κατά τον χρόνο συμπλήρωσης και υποβολής της δήλωσης του, για το λόγο ότι το διάστημα εκείνο είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις τους από ένα άτυχο γάμο που είχε συνάψει η κόρη τους ..., για τον οποίο επέμενε η σύζυγος του να γίνει, ενώ εκείνος είχε αντιρρήσεις. Και τούτο διότι ο όντως ατυχής γάμος της κόρης τους από τον οποίο απέκτησε δύο τέκνα, στη συνέχεια λύθηκε, και μάλιστα ο γαμπρός τους μετά την διάσταση τους και την έγερση αγωγής εις βάρος του, με την από 20/10/1998 δήλωσή του, αναγνώρισε ότι ανήκε στην τέως σύζυγο του (κόρη του κατηγορουμένου) το ποσόν των 23.900.000 δραχμών και εκδόθηκε σχετικώς η 337/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που αναγνώσθηκε κατά τα άνω. Επομένως, την 15/4/2002, δηλαδή μετά παρέλευση δύο ετών, που αγόρασε η σύζυγος του τους επίδικους άυλους τίτλους, αλλά και την 2/7/2002 που υπέβαλε την ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης είχε προδήλως περάσει η ένταση από τον χωρισμό της κόρης τους και είχαν αποκατασταθεί οι σχέσεις τους, κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου, και λειτουργούσαν, όπως και πριν ως οικογένεια ( βλ. επ αυτού την απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία το 1998 χειροτέρεψε η κατάσταση στις σχέσεις τους, ήταν δύο κρίσιμα χρόνια). Γνώριζε, συνεπώς ο κατηγορούμενος την αγορά των αύλων τίτλων από την σύζυγο του την 15/4/2002, διότι την απόφαση την είχαν λάβει από κοινού, όπως επίσης γνώριζε ότι κατά την υποβολή της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης την 2/7/2002,την οποία έχει υπογράψει ο ίδιος,(βλ. δήλωση του στα πρακτικά), υπήρχαν οι άυλοι αυτοί τίτλοι στον προαναφερθέντα κοινό λογαριασμό της ως άνω Τράπεζας, και παρά ταύτα δολίως ενεργών, δεν τους δήλωσε. Και είναι μεν γεγονός ότι από την παρούσα αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε ότι τα χρήματα που διατέθηκαν για την αγορά των άυλων τίτλων είχαν αποκτηθεί με παράνομο τρόπο, πράγμα που δεν αποτελεί μεν στοιχείο του αδικήματος της ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων, αλλά είναι προφανές ότι συνδέεται ευθέως με συγκεκριμένο κίνητρο του υποβάλλοντος ανακριβή δήλωση να αποκρύψει περιουσιακά του στοιχεία από την υπηρεσία, η οποία πρόθεση υπάρχει κατά βάση για ένα τέτοιο λόγο. Όμως το γεγονός ότι εις βάρος του εκκρεμεί ποινική δίωξη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, αλλά και για κατάχρηση εξουσίας, αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως και παράβασης καθήκοντος, και η υπόθεση βρίσκεται στα χέρια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προκειμένου να υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ( βλ. το 669/7/7/2008 έγγραφο της Προέδρου Εφετών Αθηνών Ιωάννας Λούκα (τμήμα βουλευμάτων) προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ενισχύει την ήδη σχηματισμένη κρίση του δικαστηρίου για την πρόθεση του κατηγορουμένου να υποβάλλει ανακριβή δήλωση, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, από κοινού με την σύζυγο του πήραν την απόφαση για την συγκεκριμένη επένδυση της αγοράς των άυλων τίτλων, και έτσι γνώριζε ότι οι τίτλοι υπήρχαν στο κοινό τους κατά τα άνω λογαριασμό την 2/7/2002, που υπέβαλε την ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης, χρόνο κατά τον οποίο είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις τους. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος, το ήθος και η προσωπικότητα του οποίου δεν αμφισβητείται στις εκθέσεις επιθεωρήσεως των ετών 1999 έως 2004,έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα για τους παραπάνω λόγους, όπως δήλωσε ο ίδιος απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Με βάση τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ούτε αμέλεια συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ούτε πραγματική πλάνη ( νόμιμος αυτοτελής ισχυρισμός, κατ άρθρο 30 παρ. 1 του Π.Κ. ,ορισμένος, περιέχων τα πραγματικά που προαναφέρθηκαν), γι αυτό όλα τα περί του αντιθέτου που αυτός ισχυρίζεται είναι απορριπτέα ως αβάσιμα στην ουσία Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, από πρόθεση, κατά πλειοψηφία, του αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., (προτέρου εντίμου βίου), που του αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως "Σύμφωνα με τα προκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τις άνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όσον αφορά τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, για το οποίο και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, της από πρόθεση ανακριβούς δηλώσεως, αποκρυβέντων εν γνώσει του αϋλων τίτλων, ποσού 25.694,78 ευρώ, που κατείχε σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τη σύζυγο του, είναι ελλιπής. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ στο αιτιολογικό του δέχεται ότι την αγορά των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων, όπως και όλων των τραπεζικών συναλλαγών έκανε μόνη η σύζυγος του κατηγορουμένου, η οποία διαχειριζόταν τα οικονομικά τους και διέμενε στο ..., αυτός δε (ο κατηγορούμενος) διέμενε στα ... όπου και υπηρετούσε ως εισαγγελέας, προκειμένου να απορρίψει τον προβληθέντα στο ακροατήριο ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι αγνοούσε την εν λόγω συναλλαγή και κατοχή των τραπεζικών τίτλων σε κοινό συζυγικό τραπεζικό λογαριασμό και ότι συντρέχει στο πρόσωπο του πραγματική πλάνη, αναφέρει ότι η απόφαση για αγορά των τίτλων λήφθηκε από κοινού και από τους δύο συζύγους, διότι το ποσό δεν είναι αμελητέο, ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο υποβολής της δηλώσεως, την 2-7-2002 γνώριζε ότι υπήρχαν οι τίτλοι αυτοί και παρά ταύτα δολίως ενεργών , δεν τους δήλωσε και δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος αγνοούσε την ύπαρξη των τίτλων αυτών. Όμως με τις παραδοχές αυτές, στο άνω αιτιολογικό, δεν αιτιολογείται επαρκώς ο απαιτούμενος άμεσος δόλος του κατηγορουμένου, διότι ουδόλως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται η κατά το χρόνο υποβολής της δηλώσεως γνώση αυτού περί της υπάρξεως σε κοινό λογαριασμό των άνω τραπεζικών τίτλων που είχε αγοράσει μόνη η σύζυγος του και η ηθελημένη ενέργεια του κατηγορουμένου αποκρύψεως περιουσιακών στοιχείων από τις Αρχές. Περαιτέρω μάλιστα το Δικαστήριο, ενώ δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα χρήματα που διατέθηκαν για την αγορά των τίτλων αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο, συνδέει ευθέως, την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, με το γεγονός ότι εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορουμένου Εισαγγελέα ποινική δίωξη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για κατάχρηση εξουσίας, αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως και παράβαση καθήκοντος, ποινική κατηγορία η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές, δεν έχει εισαχθεί ακόμα στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο προς κρίση. Όμως έτσι, το δίκασαν Εφετείο, για τη θεμελίωση του δόλου του κατηγορουμένου, αξιολόγησε την πορεία άλλης ποινικής υποθέσεως σε βάρος του για άλλες κατηγορίες επί των οποίων δεν έχει υπάρξει ακόμα ούτε παραπεμπτικό βούλευμα και ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο και παραβίασε, επελθούσας ακυρότητας της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ. διότι παραβιάστηκε υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου, αφού επλήγη ως άνω το κατοχυρούμενο με το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ.2 του ΔΣΑΠΔ, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα με το νδ 53/1974 και το ν. 2462/1997 αντίστοιχα, τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται άμεση ή έμμεση πρόκριση ενοχής προ της καταδίκης. ( βλ. Ολ. ΑΠ 8/2002). Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Α του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας , είναι βάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ή την επιβολή ποινής ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 1122/2009 αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, για υποβολή ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Στο αιτιολογικό του όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ειδικότερα για να απορρίψει αρνητικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δεν γνώριζε την εκ μέρους της συζύγου του αγορά και κατοχή αϋλων τίτλων ποσού 25.694,78 ευρώ, αναφέρει ότι "... με την από 20-10-1998 δήλωση του ο γαμβρός του κατηγορουμένου, μετά τη διάσταση του γάμου του, αναγνώρισε ότι ανήκε στην τέως σύζυγο του - κόρη του κατηγορουμένου το ποσό των 23.900.000 δραχμών, ότι μετά παρέλευση δύο ετών, από τότε είχε περάσει η ένταση του χωρισμού της κόρης και λειτουργούσαν όπως πριν σαν οικογένεια και επομένως στις 2-7-2002 την απόφαση για αγορά των τίτλων είχαν πάρει από κοινού, ο κατηγορούμενος γνώριζε την εκ μέρους της συζύγου του αγορά αυτή και παρά ταύτα δεν τους δήλωσε". Όμως το παραπάνω έγγραφο - δήλωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αλλ', ούτε και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε το περιεχόμενό του, προκύπτει από άλλο αποδεικτικό μέσο, με τη μη ανάγνωση δε του κειμένου αυτού στο ακροατήριο στους παράγοντες της δίκης, δεν κατέστη αυτό γνωστό κατά το περιεχόμενο του στον αναιρεσείοντα και τους δύο συνηγόρους του, ώστε αυτοί να είχαν την πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο του και έτσι παραβιάστηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου κάθε αναγιγνωσκόμενου εγγράφου και να προβεί κατ'άρθρο 358 ΚΠοινΔ , σε δηλώσεις και παρατηρήσεις και να αντικρούσει το σε βάρος του χρησιμοποιηθέν περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως( άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 1122/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανακριβής Δήλωση Περιουσιακής Καταστάσεως (Πόθεν Έσχες) από πρόθεση (άρθρο 27 παρ. 3 του Ν. 2429/1996). Α) Στο έγκλημα της υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, στην οποία ο υπόχρεος δράστης δήλωσε από πρόθεση εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, η αιτιολογία, επειδή απαιτείται άμεσος δόλος από μέρους του υπαιτίου και δεν αρκεί απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος και διώκεται το εν λόγω έγκλημα και από αμέλεια, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή της ανακρίβειας και παραλείψεως δηλώ-σεως περιουσιακών στοιχείων, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση και την ηθελημένη ενέργεια αποκρύψεως περιουσιακών στοιχείων εν γνώσει του δράστη ότι υποβάλλει ανακριβή δήλωση περιουσιακής καταστάσεως. Β) Το δικάσαν Εφετείο, για τη θεμελίωση του δόλου του κατηγορουμένου, αξιολόγησε την πορεία άλλης ποινικής υποθέσεως σε βάρος του και δέχθηκε ως δεδομένη την ενοχή του για άλλες σοβαρές κατηγορίες επί των οποίων δεν έχει υπάρξει ακόμα ούτε παραπεμπτικό βούλευμα και ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο και παραβίασε, επελθούσας ακυρότητας της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, διότι παραβιάστηκε υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου, αφού επλήγη ως άνω το κατοχυρούμενο με το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ.2 του ΔΣΑΠΔ, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα με το νδ 53/1974 και το ν. 2462/1997 αντίστοιχα, τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται άμεση ή έμμεση πρόκριση ενοχής προ της καταδίκης ( βλ. Ολ. ΑΠ 8/2002). Γ) Η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πόθεν έσχες.
| 2
|
Αριθμός 610/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της 36417/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορουμένη την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δέσποινα Γάκη.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 7/24.9.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Έλλης Ζερμπίνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1467/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του δικαστηρίου, όπου είναι τοποθετημένος, και των αποφάσεων των μονομελών Πλημμελειοδικείων και Πταισματοδικείων της Περιφερείας του, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, δηλαδή μέσα σε δέκα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του οικείου ποινικού δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 6/2002). Κατά δε το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεση, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη.
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για τον χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λπ., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του Ποινικού Κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112, κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην άνω παράγραφο 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν ασκεί τη δικαιοδοσία που έχει εκ του νόμου, μολονότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεώς της, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο δεν εκδικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση αλλά παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, η οποία όμως δεν συμπληρώθηκε και έτσι το αξιόποινο δεν εξαλείφθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 36417/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει, ότι η κατηγορουμένη παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιόν του, για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση (παραβ. άρθρου 19 παρ. 1α, 2, 4 ν. 2529/1997), που φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος. Το άνω Δικαστήριο δέχθηκε, στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, κατ' αποδοχήν του ισχυρισμού της κατηγορουμένης περί παραγραφής του αξιοποίνου της άνω πράξεως, ότι από της τελέσεως της πράξεως, που φέρεται ότι έλαβε χώρα από 19.8.1999 έως 27.12.1999, από 14.2.2000 έως 10.4.2000 και από 17.12.1999 έως 10.4.2000 και μέχρι της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στην κατηγορουμένη, την 27.4.2009 παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας και συνεπώς, σύμφωνα με τις γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ (17, 111, 112 ΠΚ), το αξιόποινο της άνω πράξεως έχει εξαλειφθεί, λόγω παραγραφής. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έπαυσε οριστικά την κατά της κατηγορουμένης ασκηθείσα ποινική δίωξη για την άνω πράξη. Όμως, έτσι κρίνοντας το δικάσαν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ως αφετηρία του χρόνου παραγραφής τον χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε η πράξη και όχι αυτόν της ημερομηνίας θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον Προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο, εσφαλμένα ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Όπως δε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται προς διακρίβωση του βασίμου του λόγου αναιρέσεως, η θεώρηση του οικείου πορίσματος φορολογικού ελέγχου έλαβε χώρα την 29.12.2005, το δε κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στην κατηγορουμένη την 27 Απριλίου 2009, ήτοι πριν παρέλθει, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, η πενταετία.
Συνεπώς, το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης, λόγω παραγραφής. Κατόπιν αυτών, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της από 24.9.2009 αιτήσεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που παραδεκτά ασκήθηκε, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 36417/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Έναρξη παραγραφής από τη θεώρηση του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Αποδοχή λόγων αναιρέσεως που άσκησε ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 609/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γραμματά Κουρτούκα, περί αναιρέσεως της 5442/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1317/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με τη χωρίς εναντίωση εμφάνισή του στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κατ' αυτού υπόθεσης. Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 παρ.2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται αναστολή της παραγραφής από την ημέρα της επίδοσης, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, γιατί, στην περίπτωση αυτή καλύπτεται η ακυρότητα, το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο και από την επίδοση αυτού αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξεως, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού. Διαφορετικά, αν παραλείψει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, καίτοι συντρέχει νόμιμη προς τούτο περίπτωση, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 περίπτωση Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με την υπ` αριθ. 14542/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ερήμην σε φυλάκιση 12 μηνών, ανασταλείσα, για πλαστογραφία με χρήση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στις 5.8.2002. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπ` αριθ. 1621/10.9.2007 έκθεση εφέσεως, στον (αποτελούμενο από 17 σελίδες) πρώτο λόγο της οποίας πρότεινε ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο για να δικασθεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη, δεν περιείχε την επίσημη σφραγίδα του Εισαγγελέα που το εξέδωσε και συγκεκριμένα της αρμοδίας Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και, επομένως, ήταν άκυρο, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει η κυρία διαδικασία και να μην έχει επέλθει αναστολή της πενταετούς παραγραφής, η οποία έχει ήδη συμπληρωθεί. Επί του λόγου αυτού της εφέσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5442/2008 απόφασή του, παρέλειψε να αποφανθεί και προχώρησε στην κρίση επί της ουσίας και την καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την ως άνω πράξη, σε φυλάκιση 10 μηνών. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο αναιρεσείων, εφόσον δεν εμφανίσθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη και δικάσθηκε ερήμην, παραδεκτά πρότεινε, με λόγο εφέσεως, την εν λόγω ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία δεν καλύφθηκε, και την, μετά από αυτό, οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, γιατί από την τέλεση της πράξεως που του αποδίδεται είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να μη αποφανθεί επ` αυτού, παραβίασε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως και υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, κατά παραδοχήν του, από το άρθρο 510§1 περ. Η' ΚΠΔ, πρώτου λόγου αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Το ζήτημα της παραγραφής θα ερευνηθεί από το δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον, κατά παραδοχήν του ως άνω λόγου της εφέσεως, κριθεί άκυρο το κλητήριο θέσπισμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 5442/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής, εκτός αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού. Διαφορετικά, αν παραλείψει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, καίτοι συντρέχει νόμιμη προς τούτο περίπτωση, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Δεκτή η αναίρεση και παραπομπή.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Επίδοση, Κλητήριο θέσπισμα.
| 0
|
Αριθμός 607/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 1030/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2009, αίτησή της αναιρέσεως, ως και στο από 7 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 567/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεώς του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς της, προβάλλει την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στήριξε την καταδικαστική, σε βάρος της, κρίση, μεταξύ άλλων και στο από 14.9.01 πόρισμα, που συντάχθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης και στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην ένορκη κατάθεσή της ως μάρτυρα, πριν από την άσκηση της κατ' αυτής ποινικής διώξεως, ενώπιον της διενεργήσασας την ΕΔΕ ..., Προϊσταμένης Υποδιεύθυνσης Οικονομικού του "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ". Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού της αναιρεσείουσας. Το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για την κατηγορουμένη κρίση του, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της δίκης, μεταξύ των οποίων και το αριθμούμενο με αριθμό 4 και περιγραφόμενο ως "το από 14.9.01 πόρισμα Ε.Δ.Ε. και τα συνημμένα έγγραφα". Δεν προκύπτει, όμως, από κάποιο στοιχείο του σκεπτικού ή του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση της αναφερόμενης στο εν λόγω πόρισμα ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης της μετέπειτα κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, ούτε ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του και στην εν λόγω κατάθεση. Η δε φράση "και τα συνημμένα έγγραφα" έχει αναγραφεί εκ περισσού, αφού δεν προκύπτει ότι στο εν λόγω πόρισμα είχαν επισυναφθεί έγγραφα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη. Η αναφορά και μόνο ότι το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του το πιο πάνω πόρισμα, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά το πόρισμα αυτό και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε και αξιολόγησε η συντάκτριά του (μεταξύ των οποίων και η ένορκη κατάθεση της κατηγορουμένης), προκειμένου να διατυπώσει το πόρισμα της έρευνάς της. Διαφορετικό θα ήταν το ζήτημα, αν στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως γινόταν ειδική μνεία της καταθέσεως αυτής. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγος αυτός της αιτήσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν με επάρκεια την ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο επακριβώς έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση και για το λόγο ότι στηρίχθηκε αυτή σε ορισμένα έγγραφα, που περιλαμβάνονται μεν στα αναγνωσθέντα, πλην δεν προκύπτει η ταυτότητά τους ούτε προκύπτει το περιεχόμενό τους από άλλα, νομίμως ληφθέντα υπόψη, αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα α. στα συνημμένα έγγραφα στο ως άνω πόρισμα της ΕΔΕ και β. στις ιατρικές εξετάσεις, των οποίων εγγράφων δεν αναφέρεται κανένα στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς τους, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα υπερασπιστικά της δικαιώματα που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 358 ΚΠΔ. Και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί η φράση "συνημμένα έγγραφα" στο πόρισμα της ΕΔΕ αναγράφηκε, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, εκ περισσού, η δε ταυτότητα των ιατρικών εξετάσεων, που, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, προσκομίσθηκαν στο ακροατήριο, προσδιορίζεται επαρκώς, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποια ακριβώς έγγραφα αναγνώσθηκαν, αφού δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα που χαρακτηρίζονται ως "ιατρικές εξετάσεις", η δε αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από την έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1030/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα ανθρωποκτονίας από αμέλεια, πράξη που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά πλειοψηφίαν, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία της κατηγορουμένης στο ακροατήριο και την από 8-11-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Αναπληρωτή καθηγητή της Α' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του ενεργήσαντος την προκαταρτική εξέταση πταισματοδίκου Ι' τμήματος Θεσσαλονίκης και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη ιατρός τέλεσε την αξιόποινη πράξη που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα από την συνεκτίμηση του προαναφερθέντος συνολικού αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη ως ιατρός ειδικευόμενη, εργαζόμενη στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, εκτελούσε εφημερία στα εξωτερικά ιατρεία του καρδιολογικού τμήματος της Β' προπαιδευτικής Κλινικής του ανωτέρω Νοσοκομείου από τις 28-3-2001 μέχρι και τις 8.00 π.μ. της 29-3-2001. Κατά την ώρα 5.30 πρωινή της ως άνω ημέρας διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β. στα εξωτερικά ιατρεία της παραπάνω κλινικής ο ασθενής ..., ηλικίας 39 ετών, με έντονο νυκτερινό προκάρδιο άλγος, αιμωδία (μούδιασμα) στα άνω άκρα, δύσπνοια και δυσφορία συνεπεία των οποίων ξύπνησε. Όλα δε αυτά τα συμπτώματα μαζί με την σύζυγό του τα ανέφεραν στην γιατρό κατηγορουμένη. Η τελευταία όμως δεν αντιμετώπισε το ως άνω περιστατικό με την δέουσα προσοχή που όφειλε διότι ήταν ειδικευόμενη γιατρός και ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει και να ζητήσει την συνδρομή του ειδικού ιατρού καρδιολόγου που εφημέρευε, σε περίπτωση που αντιμετώπιζε κάποιο σοβαρό περιστατικό, όπως στην προκειμένη περίπτωση διότι τα συμπτώματα που περιέγραψε ο ασθενής σε αυτήν από έναν μέσο συνετό ιατρό θα εκλαμβανόταν ως ενδεχόμενα συμπτώματα εμφράγματος του μυοκαρδίου ενόψει της ηλικίας του και της κληρονομικής του επιβάρυνσης και συνεπώς ήταν αναγκαία η εισαγωγή του σε θάλαμο βραχείας νοσηλείας ώστε να παρακολουθηθεί για μικρό χρονικό διάστημα από τους ιατρούς. Αντ' αυτού η κατηγορουμένη εξετίμησε μόνη της το περιστατικό και διέγνωσε εσφαλμένα αφού προέβη μόνο σε καρδιογράφημα και αιματολογικές εξετάσεις, ότι ο ασθενής είχε κάποιο μυοσκελετικό πόνο, συστήνοντάς του να αποχωρήσει από το νοσοκομείο να μεταβεί στην οικία του, να λάβει κάποιο αναλγητικό χάπι και να βάλει την θερμαντική αλοιφή Counterpain. Μετά την αποχώρηση του ανωτέρω ασθενούς από τα εξωτερικά ιατρεία της Β' προπαιδευτικής κλινικής του Νοσοκομείου Ιπποκράτειου που συνέπιπτε χρονικά με την λήξη της εφημερίας της κατηγορουμένης, μετέβη αρχικά στην οικία του όπου εξακολούθησε να έχει αφόρητους πόνους. Και μετά δεκάλεπτο από την εκ μέρους της συζύγου του επάλειψη με την θερμαντική αλοιφή, περί ώρα 9.00 - 9.30 σωριάσθηκε χάνοντας τις αισθήσεις του και μεταφέρθηκε αμέσως στο Νοσοκομείο Παπανικολάου όπου και περί την 12.00 μεσημβρινή απεβίωσε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Εξαιτίας όλων αυτών των παραλείψεων της κατηγορουμένης, η οποία λόγω της ιδιότητάς της ως ειδικευόμενης εφημερεύουσας ιατρού είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος (ήτοι του θανάτου) του ασθενούς που προσήλθε στην ανωτέρω κλινική παρέχοντας σε αυτόν την μέγιστη ιατρική φροντίδα και φροντίζοντας για την εισαγωγή του στο νοσοκομείο όπου θα ετύγχανε της αναγκαίας μηχανικής και ιατρικής υποστήριξης σε περίπτωση εμφράγματος του μυοκαρδίου, επήλθε ο θάνατος του ασθενούς ... . Υπό τα περιστατικά αυτά πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη ...".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ιατρού πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται σαφώς το είδος της αμέλειας (ασυνείδητης), και παρατίθενται αναλυτικώς τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης περιστατικά, τα οποία περιέχονται στην παραδοχή ότι αυτή, ως ειδικευόμενη ιατρός, έπρεπε να ενημερώσει και να ζητήσει τη συνδρομή του ειδικού ιατρού καρδιολόγου που εφημέρευε και να μην εκτιμήσει μόνη της το περιστατικό, προβαίνοντας μόνο σε καρδιογράφημα και σε αιματολογικές εξετάσεις και συστήνοντας στον ασθενή να αποχωρήσει, να λάβει αναλγητικό χάπι και να βάλει θερμαντική αλοιφή, ενώ ένας μέσος συνετός ιατρός θα εκλάμβανε τα συμπτώματα του ασθενούς ως τοιαύτα εμφράγματος του μυοκαρδίου. Επίσης, κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της αποφάσεως, γίνεται δεκτό ότι, αν δεν μεσολαβούσε η περιγραφόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό αμελής συμπεριφορά της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας και δη αν αυτή μεριμνούσε για την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο, όπου θα ετύγχανε αυτός της αναγκαίας μηχανικής και ιατρικής υποστήριξης σε περίπτωση εμφράγματος του μυοκαρδίου, ο ασθενής θα είχε επιβιώσει και, επομένως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αμελή αυτής συμπεριφορά. Κατά συνέπειαν, οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το είδος της αποδιδόμενης στην αναιρεσείουσα αμέλειας και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση αμελούς συμπεριφοράς από μέρους της, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι η απόφαση, με την παραδοχή, στο σκεπτικό, ότι η αναιρεσείουσα "εξετίμησε μόνη της το περιστατικό και διέγνωσε εσφαλμένα αφού προέβη μόνο σε καρδιογράφημα και αιματολογικές εξετάσεις, ότι ο ασθενής είχε κάποιο μυοσκελετικό πόνο, συστήνοντάς του να αποχωρήσει από το νοσοκομείο να μεταβεί στην οικία του, να λάβει κάποιο αναλγητικό χάπι και να βάλει την θερμαντική αλοιφή Counterpain", δέχεται ότι αυτή ενήργησε από ενσυνείδητη αμέλεια (ότι προέβλεψε ότι από τη συμπεριφορά της ήταν δυνατόν να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πίστευε, όμως, ότι αυτό δεν θα επερχόταν), ενώ στο διατακτικό δέχεται ότι συνέτρεξε στο πρόσωπό της άνευ συνειδήσεως αμέλεια και, έτσι, υπάρχει ασάφεια ως προς το είδος της αποδιδομένης σ` αυτήν αμέλειας, αφού, μάλιστα, στο σκεπτικό επί της ποινής αναφέρεται ότι το Δικαστήριο, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, απέβλεψε, μεταξύ άλλων, και "στην ένταση του δόλου" του υπαιτίου, είναι αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, με σαφήνεια, ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ενήργησε από ασυνείδητη αμέλεια, χωρίς να συνάγεται το αντίθετο από την παραπάνω φράση, η δε μη διαγραφή από το τυποποιημένο σκεπτικό επί της ποινής της φράσης "στην ένταση του δόλου" οφείλεται σε παραδρομή. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και δη του αναγνωσθέντος βιβλίου εξωτερικών ιατρείων (ως προς το χρόνο ενάρξεως του πόνου του ασθενούς) και της μαρτυρικής καταθέσεως του Καθηγητή Καρδιολογίας ... είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, η αιτίαση, που προβάλλεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας γιατί το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε ούτε αντέκρουσε το πόρισμα της από 8.11.2002 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Αναπληρωτή καθηγητή της Α' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί η έκθεση αυτή μνημονεύεται, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, από το σύνολο δε των παραδοχών της προκύπτει ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη και αξιολογήθηκε, χωρίς να ήταν απαραίτητο, όπως αναφέρθηκε, να γίνει μνεία του τι προκύπτει από αυτήν ούτε να συσχετισθεί αξιολογικά αυτή με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι παραδεκτώς ασκηθέντες, με το από 7/8.1.2010 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Δικαστική δαπάνη υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας Ψ δεν επιδικάζεται, γιατί αυτή, αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. από 25.9.2009 αποδεικτικό του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...), δεν εμφανίσθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 2452/2009) αίτηση της Χ, μετά των από 7/8.1.2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1030/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια από ιατρό και απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση της αμελούς συμπεριφοράς εκ μέρους της αναιρεσείσυσας και ως προς τη μη αξιολόγηση του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το είδος της αμέλειας. Αιτίαση ως προς την εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως, γιατί δεν προκύπτει ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση της αναφερόμενης στο πόρισμα ΕΔΕ ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης της μετέπειτα κατηγορουμένης, ούτε ότι το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση και στην κατάθεση αυτή. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων στο σύνολο τους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 606/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μακρή, περί αναιρέσεως της 3657/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 964/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 248 του ΠΚ, ταχυδρομικός υπάλληλος που παράνομα ανοίγει, υπεξάγει ή καταστρέφει επιστολή ή άλλο αντικείμενο εμπιστευμένο στο ταχυδρομείο και που του είναι προσιτό, λόγω της υπηρεσίας του ή ο οποίος εν γνώσει επιτρέπει σε άλλον να επιχειρήσει μια τέτοια πράξη ή τον βοηθεί σ' αυτό ή γνωστοποιεί σε τρίτον το περιεχόμενο ενός κλειστού τέτοιου αντικειμένου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Ενεργητικό υποκείμενο του παραπάνω εγκλήματος, το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο, μπορεί να είναι μόνον ταχυδρομικός υπάλληλος, επιτετραμένος εκ των καθηκόντων του στην παραλαβή και την αποστολή ή εγχείριση των επιστολών και των άλλων αντικειμένων στους παραλήπτες τους. Υλικό αντικείμενο του εγκλήματος είναι επιστολή ή άλλο αντικείμενο εμπιστευμένο στο ταχυδρομείο, που είναι προσιτό στον ταχυδρομικό υπάλληλο λόγω της υπηρεσίας του. Άλλο αντικείμενο είναι κάθε αντικείμενο π.χ. δέμα, έντυπο, δείγμα ή οποιοδήποτε άλλο πράγμα, που αποστέλλεται δια του ταχυδρομείου. Η επιστολή και το άλλο αντικείμενο πρέπει να είναι κλεισμένα μέσα σε φάκελο ή σε σφραγισμένο περιτύλιγμα και να έχουν παραδοθεί στο ταχυδρομείο προς αποστολή ή παράδοση σ' εκείνον προς τον οποίο απευθύνονται. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνίσταται στο άνοιγμα ή στην υπεξαγωγή ή καταστροφή της επιστολής ή του άλλου αντικειμένου ή στη γνωστοποίηση σε τρίτον του γνωστού στο δράστη, λόγω της υπηρεσίας του, περιεχομένου του κλειστού τέτοιου αντικειμένου, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για παράβαση του άρθρου 248 ΠΚ (παραβάσεις ταχυδρομικών υπαλλήλων) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος υπηρετούσε ως προϊστάμενος του Τμήματος Συναλλαγής στο κεντρικό κατάστημα των Ε.Λ.Τ.Α. στη ... και ήτο βοηθός της Διευθύντριας του καταστήματος Ζ, με την οποία οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές, λόγω των πολιτικών αντιθέσεων. Η ανωτέρω διευθύντρια με έγγραφό της προς την περιφερειακή Διεύθυνση Συναλλαγής Αττικής, ανέφερε ότι της καταγγέλθηκε από την καθαρίστρια του καταστήματος ..., ότι έβλεπε τον κατηγορούμενο να παίρνει φακέλους και να τους ελέγχει πηγαίνοντας για κάποιο διάστημα στην τουαλέτα. Στις 4-3-2003, η Ζ, κατόπιν ενημέρωσης από την καθαρίστρια ότι ο κατηγορούμενος έχει προβεί σε αφαίρεση φακέλου (άσπρου με μπλε σιρίτι) ζήτησε από αυτόν να αδειάσει την τσέπη του και να της δείξε το περιεχόμενο, πράγμα που αυτός αρνήθηκε, θεωρώντας ότι ο έλεγχός τους κατ' αυτόν τον τρόπο στο χώρο δουλειάς του θα τον έκανε "ρεζίλι" και ότι θίγει την προσωπικότητά του. Η διευθύντρια τότε επικοινώνησε με τον προϊστάμενό της Ξ και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να πάνε μαζί στο Αστυνομικό Τμήμα Ακροπόλεως για να γίνει εκεί σωματική έρευνα. Όταν του είπε να πάνε μαζί στο Α.Τ. ζήτησε να πάει στη τουαλέτα, πράγμα που έγινε και εν συνεχεία πήγαν μαζί στο Α.Τ. Ακροπόλεως. Εκεί του είπαν ότι εάν κάνει καταγγελία η προϊσταμένη, τότε θα ακολουθήσουν την αυτόφωρη διαδικασία και ζήτησε να βρεί δικηγόρο, που δεν του επετράπη να φύγει αρνείτο όμως στον έλεγχο. Τότε η διευθύντρια τον ρώτησε εάν θέλει να της πει κάτι, πριν αυτή κάνει την καταγγελία, της ζήτησε να βγουν έξω στο προθάλαμο και εκεί παραδέχθηκε ότι είχε πάρει από τη σύνθεση των αποστολών ένα γράμμα, αλλά δεν ήτο τίποτε σπουδαίο, ότι ένας φίλος του (χωρίς να πει το όνομά του) του είχε ζητήσει να πάρει το γράμμα αυτό που απευθυνόταν στη γυναίκα του και να του το δώσει. Όταν τον ρώτησε τι έκανε το γράμμα αυτός της είπε ότι το πέταξε στο κάδο απορριμάτων του Υπουργείου Παιδείας. Τότε του είπε να περιμένουν να φθάσει ο περιφερειακός Διευθυντής, που πράγματι έφθασε μετά από λίγο χρόνο ο Ξ μαζί με τον προϊστάμενο τομέα εσωτερικού ελέγχου, Θ. Όταν ο Ξ ρώτησε τον κατηγορούμενο τι συμβαίνει και τι γράμμα είναι αυτό που πήρε, όπως του είχε αναφέρει τηλεφωνικά η Ζ, του απήντησε ότι το γράμμα που πήρε είναι ανεπαίσθητης αξίας, ότι πρόκειται για γράμμα ενός φίλου του. Τα ανωτέρω άκουσε και επιβεβαίωσε στο ακροατήριο ο παριστάμενος Θ. Πλέον είχαν περάσει δύο περίπου ώρες και όταν έγινε σωματική έρευνα στον κατηγορούμενο ουδέν ανευρέθη, όπως προκύπτει από την έκθεση συμβάντων του Α.Τ. Ακροπόλεως. Από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπεξήγαγε μια επιστολή που ήταν εμπιστευμένη στο ταχυδρομείο στις 4-3-2003, πράγμα που και ο ίδιος παραδέχθηκε μπροστά στην Ζ αλλά και στους Ξ και Θ".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που τέλεσε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 248 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε μόνο τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας για να αχθεί στην άνω κρίση του, χωρίς να λάβει υπόψη του και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμη, διότι από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως τα αναγνωσθέντα πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της αποφάσεως και την απολογία του κατηγορουμένου προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά αυτά μέσα, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε μνεία από ποία εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφασιν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως ο πρώτος, κατά το αντίθετο προς τ' ανωτέρω μέρος τους, λόγος αναιρέσεως, εκ των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κρίση για την ενοχή του αναιρεσείοντος, και ως προς αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τη διάταξη 364 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων στο άρθρο αυτό εγγράφων, μεταξύ των οποίων και αυτά που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν συνεπάγεται ακυρότητα, εκτός εάν ζητήθηκε η ανάγνωση κάποιου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε ν' αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υποβλήθηκε στο ακροατήριο από τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του αίτημα για ανάγνωση των αναφερομένων, στον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο (κατά τα λοιπά) και στο δεύτερο λόγο, εγγράφων και συνεπώς οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων, έλλειψη ακροάσεως από τη μη ανάγνωση και τη μη λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών από το Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν στον κατηγορούμενο αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση τον δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 333 παρ. 2 και 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντα τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση ο τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, όπως εκτιμάται, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά την έννοια των άρθρων 171 παρ. 1 εδαφ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, από το ότι μετά την εξέταση των μαρτύρων και την ανάγνωση των εγγράφων, δεν δόθηκε ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον αναιρεσείοντα, για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, δεν καθιερώνεται τέτοια υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση, χωρίς σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, από δε τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε ο ίδιος ή ο συνήγορός του το λόγο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, για να ασκήσει το εκ του άνω άρθρου 358 ΠΚ δικαίωμα και εκείνος αρνήθηκε τούτο, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3657/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 248 ΠΚ (Παραβάσεις Ταχυδρομικών Υπαλλήλων). Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψη ακροάσεως.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακροάσεως έλλειψη, Παράβαση ταχυδρομικών υπαλλήλων.
| 0
|
Αριθμός 604/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδογιαννάκη και 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, περί αναιρέσεως της 255/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Χ4 και με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Νοεμβρίου 2009, 4 Δεκεμβρίου 2009 και 14 Απριλίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, καθώς και στο από 11 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων του δεύτερου των αναιρεσειόντων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1601/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ως προς τις περί χρηματικής ποινής διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης και να απορριφθούν κατά τα λοιπά αυτές και οι πρόσθετοι λόγοι του δεύτερου των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 26-11-2009, 4-12-2009 και 14-4-2009 αιτήσεις των Χ1, κατοίκου ..., Χ2, κατοίκου ... και Χ3, κατοίκου ... αντίστοιχα και οι επί της δεύτερης τούτων από 11-01-2010 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 255/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για την πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, ο δε τελευταίος (Χ3) και για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων. Συνεπώς πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 155 παρ. 1β, 2 α και ζ' και 157 παρ. 1β του ν. 2960/2001 λαθρεμπορία είναι οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμα αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται η διάθεση στην κατανάλωση χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας Τελωνιακής Αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων, τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης ατελώς ή με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή η χρησιμοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων, ως και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Η κατά το άρθρο 155 του νόμου αυτού λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους στις εξής περιπτώσεις.... εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και πάνω και αν ο υπαίτιος χειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι: Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλει ποσοστώσεις για την εισαγωγή βοδινού κρέατος, ζάχαρης και άλλων αγροτικών προϊόντων από τρίτες χώρες, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να προστατεύσει την παραγωγή των χωρών-μελών της. Με βάση σχετικούς κανονισμούς επιτρέπει την εισαγωγή από τρίτες χώρες στο έδαφός της ορισμένων προϊόντων, από ορισμένες επιχειρήσεις, οι κανονισμοί δε αυτοί είναι γνωστοί ως άδειες GATT. Οι κατηγορούμενοι ως νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιρειών, που θα αναφερθούν στη συνέχεια, με το πρόσχημα ότι θα εφοδίαζαν πλοία που εκτελούσαν πλόες εξωτερικού, εισήγαγαν στην Ελλάδα από τρίτες χώρες, ποσότητες κρέατος και ζάχαρης, υπό το καθεστώς της τελωνειακής αποταμίευσης, χωρίς να καταβάλουν τους αναλογούντες δασμούς και φόρους. Όμως τα προϊόντα που εισήχθησαν στη χώρα δε. διοχετεύθηκαν για εφοδιασμό πλοίων αλλά πουλήθηκαν στην Ελληνική αγορά. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος Χ1, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας "MARE A.E." αγόραζε από τρίτες μη κοινοτικές χώρες ποσότητες βοδινού κρέατος με το καθεστώς της τελωνειακής αποταμίευσης (tranzit) προκειμένου να εφοδιάσει πλοία που εκτελούσαν πλόες του εξωτερικού, χωρίς να πληρώνει τους αναλογούντες φόρους και δασμούς. Όμως στη συνέχεια, μετερχόμενος το τέχνασμα της εικονικής μεταβίβασης των εμπορευμάτων που είχε εισαγάγει και ακολουθώντας όλες τις προβλεπόμενες από τον τελωνειακό κώδικα διαδικασίες, δηλαδή εκδίδοντας διασαφήσεις εκχώρησης των εμπορευμάτων, που καταχωρούνταν στο Α' Τελωνείο Πειραιά και φορολογικά παραστατικά στοιχεία προς την εταιρία "Mediteranian ΕΠΕ" νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος ΑΑ η εταιρία του οποίου είχε το δικαίωμα να κατέχει στις αποθήκες της προϊόντα transit, διοχέτευε στην Ελληνική αγορά τα αφορολόγητα κρέατα που είχε εισαγάγει. Προκειμένου ο κατηγορούμενος Χ1 να διενεργήσει την παράνομη πώληση των εμπορευμάτων αυτών συνολικής αξίας 415.466.051 δρχ. προέβαινε σε εικονική μεταβίβαση στην εταιρία "Mediteranian ΕΠΕ", εκδίδοντας αποδείξεις είσπραξης που χορηγούσε στην τελευταία. Σε κάθε μία απόδειξη ανέγραφε τις επιταγές με τις οποίες δήθεν εξοφλείτο η οφειλή της εταιρίας προς την "Mare ΕΠΕ" από την πώληση εμπορευμάτων υπό καθεστώς transit. Στην πραγματικότητα όμως ο κατηγορούμενος Χ1, υπό την ιδιότητα που αναφέρθηκε, έπαιρνε τις επιταγές από εμπόρους κρεάτων που αγόραζαν τα κρέατα, χωρίς να έχουν πληρωθεί οι αναλογούντες φόροι. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος αυτός εξέδοσε τις επιταγές που θα αναφερθούν στη συνέχεια προς την εταιρία "Mediteranian ΕΠΕ", 1) την υπ' αριθμ. Α1519/19-4-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ποσού 3.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία έκδοσης την 31-8-2001, εκδοθείσα από τον έμπορο κατεψυγμένων και νωπών κρεάτων, ψαριών και λαχανικών ΒΒ σε διαταγή της εταιρίας "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 2) την υπ' αριθμ. Α1530/27-4-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ιδίας ως άνω Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 9-7-2001, εκδοθείσα από τον ανωτέρω έμπορο κρεάτων, σε διαταγή της εταιρίας "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 3) την υπ' αριθμ. Α1530/27-4-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ως άνω Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 13-7-2001, εκδοθείσα από τον ως άνω έμπορο κρεάτων σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 4) την υπ' αριθμ. Α1530/27-4-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ιδίας ως άνω Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 17-7-2001, εκδοθείσα από τον ανωτέρω έμπορο κρεάτων σε διαταγή της εταιρίας "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 5) την υπ' αριθμ. Α1530/27-4-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ως άνω Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 21-7-2001, εκδοθείσα από τον ανωτέρω έμπορο κρεάτων σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 6) την υπ' αριθμ. Α1519/19-4-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ως άνω Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 18-8-2001, εκδοθείσα από τον ως άνω έμπορο σε διαταγή της εταιρίας "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 7) την υπ' αριθμ. Α1519/19-4-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ως άνω Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 25-8-2001, εκδοθείσα από τον ως άνω έμπορο σε διαταγή της εταιρίας "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 8) την υπ' αριθμ. Α1519/19-4-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ως άνω Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 8-9-2001, εκδοθείσα από τον ως άνω έμπορο σε διαταγή της εταιρίας "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 9) την υπ' αριθμ. Α1455/14-3-2001, ποσού 8.000.000 δραχμών, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με κατάθεση ισόποσου χρηματικού ποσού στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", τηρούσε στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, από τον ΓΓ, αυτοκινητιστή, ο οποίος ασχολείται με την μεταφορά, με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Δ.Χ. φορτηγό ψυγείο του διαφόρων προϊόντων που έχουν ανάγκη ψύξης για λογαριασμό διαφόρων πελατών, μεταξύ των οποίων και η εταιρία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", κατεψυγμένα κρέατα της οποίας μετέφερε σε δικούς της πελάτες στο εσωτερικό της χώρας με προορισμό συνήθως την Κρήτη, 10) την υπ' αριθμ. Α1532/27-4-2001, η οποία, φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ALFA BANK, ποσού 2.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 20-5-2001, εκδοθείσα από τον έμπορο κατεψυγμένων προϊόντων ... σε διαταγή του ΓΓ, η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην ..., υπάλληλο της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", την οποία παρέλαβε από αυτόν και αφού εισέπραξε το αναγραφόμενο σε αυτήν χρηματικό ποσό του το παρέδωσε, 11) την υπ' αριθμ. Α1532/27-4-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ιδίας ως άνω Τράπεζας, ποσού 2.640.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 20-6-2001, εκδοθείσα από τον ως άνω έμπορο κρεάτων σε διαταγή του ΓΓ, η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 12) την υπ' αριθμ. Α1484/28-3-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ποσού 3.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 30-5-2001, εκδοθείσα από τον έμπορο κατεψυγμένων κρεάτων ... σε διαταγή του ιδίου, την οποία του παρέδωσε και αυτός στη συνέχεια έθεσε κατ' απομίμηση στη θέση του πρώτου οπισθογράφου την σφραγίδα της εταιρίας "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής ΑΑ εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση αυτού, ενώ στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσε την σφραγίδα της εταιρίας "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε." καθώς και την υπογραφή του, 13) την υπ' αριθμ. Α1484/28-3-2001, η οποία εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ως άνω τράπεζας, ποσού 3.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 15-6-2001, εκδοθείσα από τον ως άνω έμπορο κατεψυγμένων κρεάτων σε διαταγή του ιδίου, την οποία του παρέδωσε και αυτός στην συνέχεια έθεσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου κατ' απομίμηση τη σφραγίδα της εταιρίας "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής ΑΑ ενώ στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσε τη σφραγίδα της εταιρίας "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε" και την υπογραφή του, 14) την υπ' αριθμ. Α1484/28-3-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ως άνω τράπεζας, ποσού 4.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 30-6-2001, εκδοθείσα από τον ως άνω έμπορο σε διαταγή της εταιρίας "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." την οποία του παρέδωσε και αυτός στη συνέχεια έθεσε κατ' απομίμηση στη θέση του πρώτου οπισθογράφου τη σφραγίδα της εταιρίας "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής ΑΑ ενώ στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσε τη σφραγίδα της εταιρίας "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε." και την υπογραφή του, 15) την υπ' αριθμ. Α1456/15-3-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ποσού 6.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 15-5-2001, εκδοθείσα από τον έμπορο κατεψυγμένων κρεάτων ΔΔ σε διαταγή του ιδίου, την οποία μεταβίβασε στην εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και ακολούθως μεταβιβάστηκε στην εταιρία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 16) την υπ' αριθμ. Α1456/15-3-2001, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ως άνω Τράπεζας, ποσού 6.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 30-5-2001, εκδοθείσα από τον ΔΔ σε διαταγή του ιδίου, η οποία μεταβιβάστηκε στην εταιρία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και ακολούθως στην εταιρία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", 17) την υπ' αριθμ. Α1286/24-11-2000, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, ποσού 5.100.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 30-3-2001, εκδοθείσα από την εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΣΥΠ Ε.Π.Ε. ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΕΣ ΠΛΟΙΩΝ" σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε.", η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε." και του είχε δοθεί από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εκδότριας εταιρίας ως επιταγή "ευκολίας", 18) την υπ' αριθμ. Α1286/24-11-2000, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ως άνω τράπεζας, ποσού 5.500.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 15-3-2001, εκδοθείσα από την ως άνω εταιρία σε διαταγή της εταιρίας "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε.", η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε." και του είχε δοθεί από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εκδότριας εταιρίας ως επιταγή "ευκολίας" και 19) την υπ' αριθμ. Α1286/24-11-2000, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ως άνω τράπεζας, ποσού 4.900.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 15-4-2001, εκδοθείσα από την ως άνω εταιρία σε διαταγή της εταιρίας "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." η οποία μεταβιβάστηκε στην εταιρία "ΜΑΡΕ ΕΠΕ" και του είχε δοθεί από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εκδότριας εταιρίας ως επιταγή "ευκολίας". Από την κίνηση όμως των ως άνω επιταγών αλλά και από την κατάθεση του χρηματικού ποσού των 8.000.000 δραχμών στο λογαριασμό όψεως που τηρούσε η εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε." στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ από τον μεταφορέα κατεψυγμένων προϊόντων ΓΓ, με τις οποίες φέρονται ότι εξοφλήθηκαν οι απαιτήσεις από την πώληση (εκχώρηση) των εισαχθέντων προϊόντων υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." προς την εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", της οποίας ήταν κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής και αφορούν τα εμπορεύματα που αναγράφονται λεπτομερώς κατ' είδος, ποσότητα και αξία στις με αριθμούς 4913, 7502, 7948, 8366, 9726, 9726, 15069, 28116, 32115, 32500, 201153, 17723, 18356, 23588, 24980, 27554, 14537, 14539, 14563, 17039, 23125, 29736, 32405, 32980, 33382, 33384, 33384, 33384, 34385, 35687, 33708, 141, 581, 583, 583, 934, 1104 και 201153 διασαφήσεις εκχώρησης εμπορευμάτων που καταχωρήθηκαν στο Α' Τελωνείο ..., ήτοι ποσότητα 154.576 κιλών βοείου κρέατος, η οποία φερόταν αποθηκευμένη στην με αριθμό Γ01561 τελωνειακή αποθήκη αυτής στα "ΨΥΓΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", συνολικής αξίας 276.551.776 δραχμών και 234.015 κιλών επίσης βόειου κρέατος, η οποία φερόταν αποθηκευμένη στην με αριθμό Γ01362 τελωνειακή αποθήκη αυτής στα "ΨΥΓΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", συνολικής αξίας 198.485.325 δραχμών, προκύπτει ότι αυτές (επιταγές) καθώς και η κατάθεση των μετρητών χρημάτων δεν δόθηκαν προκειμένου να εξοφληθεί η αξία των ως άνω εμπορευμάτων που πωλήθηκαν (εκχωρήθηκαν) από την εταιρία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε." προς την εταιρία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και τελούσαν υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, αλλά εμπορεύματα, ήτοι τα προαναφερόμενα, τα οποία πωλήθηκαν από την εταιρία "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε." στους προαναφερόμενους εμπόρους κατεψυγμένων κρεάτων, οι οποίοι τα διοχέτευαν στην εγχώρια αγορά αν και γνώριζαν ότι αποτελούν προϊόν λαθρεμπορίας αφού ενώ τελούσαν υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης δεν είχαν πληρωθεί οι αναλογούντες σε αυτά φόροι, δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις. Ο κατηγορούμενος με τις ενέργειές του αυτές στέρησε το Ελληνικό Δημόσιο από τους αναλογούντες φόρους που ανέρχονται στο ποσό των 1.257.522 Ευρώ. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ2 ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής των εταιριών "... ΕΠΕ" και "... & Υιοί ΕΠΕ". Και οι εταιρίες αυτές είχαν ως αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης κρέατος και ζάχαρης υπό καθεστώς tranzit προκειμένου να τροφοδοτούν με τα παραπάνω προϊόντα πλοία που εκτελούσαν πλόες εξωτερικού. Ο παραπάνω λοιπόν την 3-5-2001 εισήγαγε στην Ελλάδα ανεξακρίβωτες ποσότητες κρέατος από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα διέθετε στην ελληνική αγορά, χωρίς να καταβάλει τους αναλογούντες φόρους, εκδίδοντας διασαφήσεις εκχώρησης των εμπορευμάτων που καταχωρούνταν στο τελωνείο Πειραιά προς την ίδια εταιρία που αναφέρθηκε την "Mediteranian ΕΠΕ" και στη συνέχεια τα διοχέτευε στην εσωτερική κατανάλωση με πωλήσεις που πραγματοποιούσε στις εταιρίες "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΑΕ" και "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που είχε ως διαχειριστές και νομίμους εκπροσώπους τους κατηγορουμένους Χ4 και Χ3. Ο κατηγορούμενος αυτός εξέδοσε και παρέδοσε στην "Mediteranian ΕΠΕ" αποδείξεις είσπραξης στις οποίες ανέγραφε ότι τις επιταγές με τις οποίες εξοφλείτο δήθεν η οφειλή της εταιρίας από την πώληση των εμπορευμάτων προς αυτές υπό καθεστώς tranzit τις έπαιρνε από την τελευταία, ενώ στην πραγματικότητα τις έπαιρνε από τις προαναφερθείσες εταιρίες προς τις οποίες και πουλούσε τα προϊόντα. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος αυτός εξέδοσε προς την εταιρία "Mediteranian" τις παρακάτω επιταγές: 1) την υπ' αριθμ. Γ 637/30-6-2000, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ALFA BANK, ποσού 5.203.840 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 30-6-2000, εκδοθείσα από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ Α.Ε." σε διαταγή της την εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία " ... Ε.Π.Ε.", 2) άνευ αριθμού η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας EFG EUROBANK ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ποσού 9.577.370 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 17-9-1999, εκδοθείσα από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ Α.Ε." σε διαταγή του ιδίου, η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 3) άνευ αριθμού η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... της ιδίας ως άνω Τράπεζας, ποσού 10.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 21-9-1999, εκδοθείσα από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σε διαταγή του ιδίου, η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 3) άνευ αριθμού η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της αυτής ως άνω Τράπεζας, ποσού 9.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 13-9-99, εκδοθείσα από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ Α.Ε." σε διαταγή του ιδίου, η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 4) άνευ αριθμού, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ιδίας ως άνω τράπεζας, ποσού 6.863.939 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 5-6-99, εκδοθείσα από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σε διαταγή του ιδίου, η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και ακολούθως στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 5) άνευ αριθμού, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ιδίας ως άνω Τράπεζας, ποσού 2.913.771 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 9-6-99, εκδοθείσα τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σε διαταγή του, στην οποία ακολούθως έθεσε κατ' απομίμηση στη θέση του πρώτου οπισθογράφου την σφραγίδα της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της ΑΑ, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου και την μεταβίβασε στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 6) άνευ αριθμού, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ιδίας ως άνω Τράπεζας, ποσού 5.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 2-5-98, εκδοθείσα από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σε διαταγή του ιδίου, στην οποία έθεσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου κατ' απομίμηση την σφραγίδα της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής ΑΑ εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του, την οποία μεταβίβασε στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 7) άνευ αριθμού, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της αυτής ως άνω τράπεζας, ποσού 7.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 23-7-98, εκδοθείσα από τον μοναδικό εταίρο της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σε διαταγή του ιδίου, η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και ακολούθως στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 8) άνευ αριθμού, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ιδίας ως άνω τράπεζας, ποσού 8.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως 20-8-98, εκδοθείσα από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σε διαταγή του ιδίου, η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και ακολούθως στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 9) άνευ αριθμού, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της αυτής ως άνω τράπεζας, ποσού 7.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 29-7-98, εκδοθείσα από τον μοναδικό εταίρο της εταιρίας με την επωνυμία " ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σε διαταγή του ιδίου, η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και ακολούθως στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 10) άνευ αριθμού, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ιδίας ως άνω τράπεζας, ποσού 7.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 5-8-98, εκδοθείσα από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία " ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σε διαταγή του ιδίου , η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και ακολούθως στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 11) άνευ αριθμού, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό 82113220 επιταγή της ιδίας ως άνω τράπεζας, ποσού 8.000.000 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 25-8-98, εκδοθείσα από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σε διαταγή του ιδίου, στην οποία έθεσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου κατ' απομίμηση την σφραγίδα της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής ΑΑ εν αγνοία του και χωρίς την συναίνεσή του και την μεταβίβασε στην εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." και 12) άνευ αριθμού, η οποία φέρεται ότι εξοφλήθηκε με την με αριθμό ... επιταγή της ALFA BANK, ποσού 7.030.800 δραχμών, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 6-11-00, εκδοθείσα από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ Α.Ε." σε διαταγή του ιδίου, η οποία μεταβιβάστηκε στην εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." και ακολούθως στην εταιρία με την επωνυμία "... &. ΥΙΟΙ Ε.Π.Ε.". Από την κίνηση ωστόσο των ως άνω επιταγών με τις οποίες φέρονται ότι εξοφλήθηκαν οι απαιτήσεις από την πώληση (εκχώρηση) των εισαχθέντων εμπορευμάτων υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." προς τις ως άνω εταιρίες των οποίων ήταν κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής και αφορούν τα εμπορεύματα τα οποία αναγράφονται κατ' είδος, ποσότητα και αξία στις με αριθμούς 4954,4957,6117, 7215, 7471, 11977, 13733, 19296, 28756, 30600, 21017, 22346, 24279 διασαφήσεις εκχώρησης εμπορευμάτων, ήτοι 131.542 κιλά βοείου κρέατος και πουλερικών, συνολικής αξίας 193.313, 453 δραχμών, η οποία φερόταν αποθηκευμένη στην υπ' αριθμ. Γ01561 τελωνειακή αποθήκη της ως άνω εταιρίας στα "ΨΥΓΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." καθώς και στις με αριθμούς 12660, 13762, 14647, 17718, 17719, 17721, 19601, 24982, 27550, 27552, 17035, 17037,21779, 23447, 21017, 22346, 24279 διασαφήσεις εκχώρησης εμπορευμάτων, ήτοι 129.595 κιλά βοείου κρέατος, συνολικής αξίας 197.545.518 δραχμών, η οποία φερόταν αποθηκευμένη στην υπ' αριθμ. Γ01362 τελωνειακή αποθήκη της ως άνω εταιρίας στα "ΨΥΓΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως και στις με αριθμούς 14669, 14670, 16552, 16988, 17159, 17160, 18175, 18176, 18177 και 18178 διασαφήσεις εκχώρησης εμπορευμάτων, ήτοι κιλών ζάχαρης, συνολικής αξίας 24.607.080 δραχμών, η οποία φερόταν αποθηκευμένη στην υπ' αριθμ. Γ01339 τελωνειακή αποθήκη της ως άνω εταιρίας, προκύπτει ότι αυτές (επιταγές) δεν δόθηκαν από την εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." χάριν εξοφλήσεως της οφειλής της από την εκχώρηση προς αυτήν των ως άνω εμπορευμάτων, τα οποία είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα και τελούσαν υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, αλλά με αυτές (επιταγές) εξοφλείτο η αξία των ως άνω εμπορευμάτων, τα οποία πωλήθηκαν από τις εταιρίες με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." και "... & ΥΙΟΙ Ε.Π.Ε." προς τις εταιρίες με τις επωνυμίες "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ Α.Ε." και "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." οι οποίες ακολούθως διέθεταν αυτά στην εσωτερική κατανάλωση. Με τις ενέργειές του αυτές ο παραπάνω κατηγορούμενος στέρησε το Ελληνικό Δημόσιο από τους αναλογούντες φόρους που ανέρχονται στο ποσό των 968.045 Ευρώ. Ο κατηγορούμενος αυτός θέλοντας ν'αποσείσει την ευθύνη του από την πράξη της λαθρεμπορίας ισχυρίζεται ότι τα προϊόντα που αναφέρονται στις διασαφήσεις, των οποίων αναφέρει τους αριθμούς, βρέθηκαν μετά από έλεγχο των τελωνειακών, στις αποθήκες της "Mediteranian" στην οποία και νόμιμα τα είχε μεταβιβάσει. Τυχόν επομένως διάθεση τους από την τελευταία εταιρία αποτελεί ενέργεια με την οποία αυτός δεν είχε οποιαδήποτε σχέση. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι εντελώς αβάσιμος, εφόσον αποδείχθηκε ότι με τις επιταγές που δόθηκαν από την εταιρία "Mediteranian" χάριν εξόφλησης της οφειλής της από την εκχώρηση εμπορευμάτων tranzit εξοφλήθηκε η άξια των εμπορευμάτων που πουλήθηκαν από την εταιρία του Χ2 προς τις εταιρίας "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΑΕ" και "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", οι οποίες στη συνέχεια διέθεσαν τα προϊόντα στην εγχώρια κατανάλωση. Τέλος ο κατηγορούμενος Χ3 ήταν νόμιμος διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρίας "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" η οποία είχε την ίδια επιχειρησιακή δραστηριότητα με τις εταιρίες των συγκατηγορουμένων του. Η ποσότητα των προϊόντων tranzit που ο κατηγορούμενος αυτός εισήγαγε από τρίτες χώρες την 3-5-2001 αναφέρονται στις με αριθμούς 11964, 13112,13760, 14386, 14643, 15728, 15729, 15929, 16209, 16658, 17551, 18354, 18425, 20062, 20439, 21181, 21782, 21783, 22770, 23129, 23758, 23968, 24983, 25176, 25385, 27105, 13413,18356, 18357, 18358, 18547, 22321, 22597, 27971, 33708, 208, 2695 και 22823 διασαφήσεις εκχωρήσεων, συνολικής ποσότητας 611.698 κιλών και αξίας 577.658.030 δραχμών, τα οποία φέρονταν αποθηκευμένα στην με αριθμό Γ01363 τελωνειακή αποθήκη της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε.", νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της οποίας ήταν ο ΑΑ καθώς και τα αναφερόμενα (ζάχαρη) στις με αριθμούς 7792, 7793, 9834, 9835, 27275, 22999, 23000, 3526, 3528, 3529, 10590, 10591, 10592, 16541, 29976 και 3465 διασαφήσεις εκχωρήσεων, συνολικής ποσότητας 408.500 κιλών και αξίας 53.270.667 δραχμών τα οποία φέρονταν αποθηκευμένα στην υπ' αριθμ. Γ01339 τελωνειακή αποθήκη της ως άνω εταιρίας και τα διέθετε περαιτέρω στην εσωτερική κατανάλωση χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες σε αυτά δασμοί και λοιποί φόροι, μετερχόμενος προς τούτο, καθόσον δεν διέθετε αποθήκη αποταμίευσης και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παραλάβει αυτά από τον λιμένα Πειραιά ατελώς, το τέχνασμα της εικονικής μεταβίβασης, υπό το καθεστώς που τα είχε εισαγάγει, των εν λόγω εμπορευμάτων ακολουθώντας όλες τις προβλεπόμενες από τον τελωνειακό κώδικα διαδικασίες, ήτοι εκδίδοντας διασαφήσεις εκχωρήσεως εμπορευμάτων οι οποίες καταχωρούνταν στο Α' Τελωνείο ... και αντίστοιχα φορολογικά παραστατικά στοιχεία (δελτία αποστολής-τιμολόγια) προς την εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." η οποία είχε εκ του νόμου το δικαίωμα να κατέχει στις αποθήκες και τα ψυγεία της προϊόντα transit και ήταν υπόλογη έναντι του ως άνω Τελωνείου τόσο για τον προορισμό των προϊόντων όσο και για τους αναλογούντες σε αυτά φόρους και δασμούς και στη συνέχεια, αφού τα μετέφερε στις αποθήκες που μίσθωνε στο χώρο των ψυγείων ΑΛΠΙΚΟ Α.Ε., τα διοχέτευε στην εσωτερική κατανάλωση, με πωλήσεις που πραγματοποιούσε σε διάφορους εμπόρους κατεψυγμένων κρεάτων, λαμβάνοντας, προκειμένου να εφοδιαστεί με φορολογικά παραστατικά στοιχεία και να δικαιολογήσει την κατοχή των εμπορευμάτων αυτών, τα οποία στην πραγματικότητα διέθεσε στην εσωτερική αγορά και τα οποία βρίσκονταν δυνάμει της υποτιθέμενης πώλησης - εκχώρησης στις παραπάνω αποθήκες της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε.", εικονικά τιμολόγια από επιχειρήσεις οι οποίες ουδεμία σχέση είχαν με το εμπόριο κατεψυγμένων κρεάτων, ενώ εξέδιδε προς την τελευταία αποδείξεις είσπραξης, στις οποίες εμφαίνετο ότι εξοφλείτο η οφειλή της προς την εταιρία με την επωνυμία "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." προερχομένη από την ως άνω αιτία (εκχώρηση-πώληση εμπορευμάτων τελούντων υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης) με καταβολή τοις μετρητοίς μεγάλων χρηματικών ποσών, ασυνήθη πρακτική στις συναλλαγές, ενώ σε έλεγχο που διενεργήθηκε από υπαλλήλους του Α' Τελωνείου ... στις 3-5-2001 στις παραπάνω τελωνειακές αποθήκες της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε." ανακαλύφθηκε η έλλειψη των ανωτέρω εμπορευμάτων τα οποία έπρεπε να βρίσκονταν στις ως άνω τελωνειακές αποθήκες αυτής δυνάμει των εν λόγω διασαφήσεων εκχώρησης υπό καθεστώς προσωρινής αναστολής της ατέλειας τους ως υποκείμενα σε εισαγωγικούς δασμούς, χωρίς να προκύπτει η διάθεση τους σύμφωνα με τον προορισμό για τον οποίο είχαν εισαχθεί, ήτοι ο εφοδιασμός με αυτά πλοίων που εκτελούσαν πλόες εξωτερικού ή η επανεξαγωγή τους σε τρίτες χώρες. Επιπροσθέτως δε υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα αγόραζε εμπορεύματα τα οποία είχαν τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και ειδικότερα εμπορεύματα τα οποία είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα από χώρες του εξωτερικού τελούντα υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες σε αυτά δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις με σκοπό να τροφοδοτηθούν με αυτά πλοία που εκτελούσαν πλόες του εξωτερικού ή να επανεξαχθούν σε τρίτες χώρες και συγκεκριμένα αγόρασε από τις εισαγωγικές εταιρίας με τις επωνυμίες "SUDAMERICANA Ε.Π.Ε.", νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της οποίας είναι οι συγκατηγορούμενοι ... και ..., "ΜΑΡΕ Ε.Π.Ε.", νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της οποίας είναι ο Χ1, "... Ε.Π.Ε." και "... ΚΑΙ ΥΙΟΙ Ε.Π.Ε.", νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής των οποίων είναι ο Χ2 εμπορεύματα, η ακριβής ποσότητα των οποίων δεν διαπιστώθηκε επακριβώς κατά το στάδιο της ανάκρισης, συνολικής αξίας τουλάχιστον, ήτοι βόειο κρέας το οποίο είχε εισαχθεί στην Ελλάδα από τρίτες μη κοινοτικές χώρες υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες σε αυτό φόροι, δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις, με σκοπό την τροφοδότηση με αυτά πλοίων που εκτελούσαν πλόες εξωτερικού ή την επανεξαγωγή τους σε τρίτες χώρες, γεγονός το οποίο γνώριζε, εξέδωσε δε υπό την ως άνω ιδιότητα του, χάριν εξοφλήσεως του τιμήματος αυτών σε διαταγή των εν λόγω εταιριών ή μεταβίβασε με οπισθογράφηση προς αυτές τραπεζικές επιταγές, με τις οποίες φέρονται ότι εξοφλήθηκαν οι απαιτήσεις των ως άνω εταιριών από την εκχώρηση του δικαιώματος της τελωνειακής αποταμίευσης των εμπορευμάτων προς την εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΣΑΠΛΑΙΣ Ε.Π.Ε.". Το ποσό κατά το οποίο ο κατηγορούμενος αυτός στέρησε Ελληνικό Δημόσιο από τους αναλογούντες φόρους ανέρχεται σε 2.528.941 Ευρώ. Επομένως η πράξη της λαθρεμπορίας γινόταν ως εξής: Η εταιρία "Mediteranian ΕΠΕ" που είχε την δυνατότητα να κατέχει, με βάση τη νόμιμη άδεια που της είχε χορηγηθεί, εμπορεύματα tranzit, λειτουργούσε ως "πλυντήριο" και παραλάμβανε εικονικά, με έγγραφα τελωνειακής εκχώρησης μέσω του Α' Τελωνείου ... και με εικονικά παραστατικά τις ποσότητες κρέατος και ζάχαρης που εισήγαν οι εταιρίες που προαναφέρθηκαν υπό καθεστώς ατέλειας και στη συνέχεια, αντί να διοχετευτούν τα προϊόντα σε πλοία που εκτελούσαν πλόες εξωτερικού, διοχετεύονταν στην εγχώρια αγορά για κατανάλωση. Ο τρόπος αυτός, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, συνιστά ένα σύνολο ιδιαιτέρων τεχνασμάτων. Να σημειωθεί ότι όταν έγινε έλεγχος από υπαλλήλους του Τελωνείου διαπιστώθηκε ότι οι αποθήκες της "Mediteranian ΕΠΕ" ήταν κενές από τα εμπορεύματα που θα έπρεπε να είναι αποθηκευμένα με βάση τις διασαφήσεις εκχώρησης, χωρίς άλλωστε να προκύπτει η διάθεση τους κατά τον προορισμό τους, για τον οποίο είχαν εισαχθεί, υπό καθεστώς tranzit. Χρόνος τέλεσης όλων των παραπάνω πράξεων είναι η 3-5-2001, όταν δηλαδή αποκαλύφθηκε η πράξη και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο αυτή τελέστηκε (άρθρ. 7 παρ. 2 ΑΝ 896/37). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από έγγραφα που διαβάστηκαν και ειδικότερα από τη ροή των επιταγών, στις οποίες νόμιμη οπισθογράφος υπήρξε η "Mediteranian" χωρίς στην πραγματικότητα η εταιρία αυτή να έχει αγοράσει προϊόντα, από την κατάθεση του κατηγορουμένου ΑΑ, ο οποίος κατηγορηματικά αναφέρει ότι ποτέ δεν είχε παραλάβει προϊόντα tranzit στις αποθήκες του και τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων ... (εφοριακού) και ... . Πρέπει επομένως να κριθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της πράξης της λαθρεμπορίας με ιδιαίτερα τεχνάσματα εφόσον αυτοί στον τόπο και χρόνο που αναφέρθηκαν με πρόθεση προέβησαν στις ενέργειες που αναφέρθηκαν, που σκοπούσαν να στερήσουν το Δημόσιο των εισπρακτέων από αυτό δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων για εισαγόμενα από την αλλοδαπή εμπορεύματα οι δε δασμοί και φόροι αυτοί ανέρχονται σε ποσά άνω των 30.000 Ευρώ. Για την τέλεση των πράξεων αυτών οι κατηγορούμενοι μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα. Τα τεχνάσματα αυτά συνίστατο στο ότι η "Mediteranian", έχοντας τη δυνατότητα να κατέχει με νόμιμη άδεια εμπορεύματα tranzit, παραλάμβανε εικονικά με έγγραφα τελωνειακής εκχώρησης μέσω του Α' Τελωνείου ... με εικονικά παραστατικά ποσότητες προϊόντων (κρέατος, ζάχαρης) που είχαν εισαγάγει υπό καθεστώς τελωνειακής ατέλειας οι εταιρίες των κατηγορουμένων, τις οποίες στη συνέχεια διοχέτευαν στην εγχώρια αγορά, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ο οποίος συνιστά ένα σύνολο ιδιαιτέρων τεχνασμάτων. Η άξια των εμπορευμάτων που εισήγαγαν υπό καθεστώς ατέλειας οι παραπάνω εταιρίες, οι οποίες και προώθησαν τα εμπορεύματα τους στην εγχώρια αγορά είναι οι εξής: α) των εμπορευμάτων που μεταβίβασε η εταιρία "... ΕΠΕ" κατά τα έτη 1998, 1999, 2000 και μέχρι 3-5-2001 415.466.051 δρχ., β) των εμπορευμάτων της εταιρίας "Mare ΕΠΕ" στον ίδιο χρόνο 751.586.877 δρχ., γ) των εμπορευμάτων της εταιρίας "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" σε ζάχαρη στον ίδιο χρόνο 270.667 δρχ., δ) της ίδιας εταιρίας στον ίδιο χρόνο σε κρέατα 577.658,030 δρχ., ε) των κρεάτων της εταιρίας "ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΑΕ" στον ίδιο χρόνο 760.020.482 δρχ. όπως προκύπτει από το 3581/2001 έγγραφο του Τελωνείου ... . Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες της πράξεως της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, τον δε τελευταίο και της πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφων. Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις του εθνικού τελωνιακού κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα αναφέρεται ο τρόπος τέλεσης της πράξεως της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση από τον αναιρεσείοντα Χ2 με τη μορφή της διαθέσεως των άνω εμπορευμάτων στην αγορά ενώ είχαν εισαχθεί για τις αναφερόμενες ειδικές χρήσεις και εκτίθενται οι σκέψεις δια των οποίων υπήχθησαν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης του Χ2 είναι αβάσιμοι ενώ δεν υπάρχει ούτε εκ πλαγίου παράβαση για την κατ' εξακολούθηση τέλεση αφού δέχεται ότι οι ποσότητες εμπορευμάτων είχαν ήδη πριν διατεθεί χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζονται οι ποσότητες και πότε διετέθησαν. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της άνω λαθρεμπορίας με τη μορφή της διαθέσεως στην κατανάλωση εμπορευμάτων εισαχθέντων ατελώς για ορισμένες χρήσεις είναι ο χρόνος αποκαλύψεως της πράξεως αυτής (30-05-2001). Έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 896/1937, το οποίο προβλέπει ως χρόνο τέλεσης της λαθρεμπορίας αυτής με την άνω μορφή το χρόνο αποκάλυψης της πράξεως αυτής αφού το άρθρο αυτό δεν έχει καταργηθεί και ως εκ τούτου ο μόνος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης του Χ1 ότι εχώρησε παραγραφή της πράξεως αυτής αφού ο χρόνος τέλεσης της άνω πράξεώς του είναι προγενέστερος και έπρεπε να κριθεί κατά το άρθρο 17 του ΠΚ είναι αβάσιμος δοθέντος ότι από τις 3-05-2001 μέχρι τις 4-09-2009 που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε παρέλθει οκταετία. Τα αυτά ισχύουν και για το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης του Χ2 περί παραγραφής της αυτής πράξεως δηλαδή της λαθρεμπορίας υπό την άνω μορφή για την οποία και αυτός καταδικάστηκε. Εδώ πρέπει να λεχθεί ότι η διάταξη του άρθρου 100 παρ. 2α του καταργηθέντος ν. 1165/1918, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 896/ 1937, έχει το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 155 παρ. 2α του ισχύοντος και εφαρμοσθέντος ν. 2960/2001. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και ο περί του αντιθέτου τρίτος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης του Χ2 ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι αναφερόμενοι μάρτυρες υπεράσπισης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 107 παρ. 1 εδ. 1 και 3 του ν. 1165/1918 κατά πάσαν περίπτωσιν λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα τα οποία αποτελούσι το αντικείμενο αυτής δημεύονται. Εάν εξ οιουδήποτε λόγου ήθελε καταστεί αδύνατος η δήμευσις των κατά το παρόν άρθρον εις τοιαύτην υποκειμένων επιβάλλεται τω ενόχω ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF προσαυξημένη με τις δασμό φορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύτηκαν επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλομένης κατά τον παρόντα νόμον. Κατά δε το άρθρο 160 παρ.1 και 2 εδ. β' του ν.2960/2001 σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται. Εάν για οποιοδήποτε λόγο ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των κατά το παρόν άρθρο αντικειμένων λαθρεμπορίας επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλομένης κατά τον παρόντα κώδικα. Δια της προσβαλλομένης αποφάσεως όλοι οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν και σε χρηματικές ποινές ίσες με την αξία CIF των λαθρεμπορευμάτων. Οι ποινές αυτές κατά τις άνω διατάξεις, που είναι του ιδίου περιεχομένου, επιβάλλονται εάν έχει καταστεί αδύνατη η δήμευση του λαθρεμπορεύματος. Περί τοιαύτης αδυναμίας δεν γίνεται λόγος στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, πλην αυτή σαφώς δέχεται ότι τα εμπορεύματα αυτά είχαν διατεθεί στην εγχώρια αγορά και όχι για τις ειδικές χρήσεις που είχαν νομίμως προσδιοριστεί (πλόες εξωτερικού) και συνεπώς δέχεται ότι τα λαθρεμπορεύματα δεν υπήρχαν κατά την έρευνα και την αποκάλυψη των πράξεων της λαθρεμπορίας. Δέχεται δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς ότι υπήρχε αδυναμία δημεύσεως τούτων ως λαθρεμπορευμάτων και έτσι το Δικαστήριο της ουσίας επαρκώς αιτιολόγησε και τις επιβληθείσες στους αναιρεσείοντες χρηματικές ποινές και δεν στέρησε την απόφαση του της απαιτούμενης νόμιμης βάσης. Όθεν, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίασης του νόμου σχετικοί λόγοι των αιτήσεων του Χ2 και Χ1 είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο λόγος της αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ3 περί πενταετούς παραγραφής, διότι μέχρι της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος από την τέλεση της πράξεως από αυτόν της λαθρεμπορίας είναι αβάσιμος, διότι ορθώς δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως χρόνο τελέσεως την 3-5-2001 και όχι πρότερον η δε επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προς αυτόν έγινε στις 10-04-2006 ως ο ίδιος ομολογεί και έτσι δεν παρήλθε η πενταετής προθεσμία της παραγραφής (άρθρα 111 παρ. 3, 112 και 113 ΠΚ). Περαιτέρω, αβάσιμη είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 ότι ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο μη αναγνωσθέντα έγγραφα (οι αναφερόμενες στο σκεπτικό τραπεζικές επιταγές) αφού εκ των πρακτικών προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά αναφέρονται στο περιεχόμενο άλλου αναγνωσθέντος εγγράφου και ειδικότερα στο υπ' αριθμ. 83/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς στα φύλλα 40, 41 και 42 ενώ περαιτέρω ως κατάθεση του κατηγορουμένου ΑΑ εννοείται προδήλως η απολογία του και δεν είναι ακριβές ότι αυτός δεν απελογήθη (σελ. 55-57 των πρακτικών). Επομένως, ο περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας σχετικός λόγος της αναίρεσης του Χ2 είναι αβάσιμος όπως αβάσιμη είναι και η αιτίασή του ότι το Δικαστήριο δεν απήντησε στο αίτημα κλήσεως μαρτύρων αφού εκ των πρακτικών προκύπτει ότι το αίτημα τούτο εκτιμήθηκε ως αίτημα αναβολής για να κληθούν οι εν λόγω μάρτυρες, το αίτημα δε αυτό (αναβολής) απερρίφθη από το δικαστήριο ουσίας με ειδική αιτιολογία αφού διέλαβε ότι "το αίτημα του κατηγορουμένου Χ2 για αναβολή της υπόθεσης προκειμένου να κληθούν ως μάρτυρες οι συντάκτες της Έκθεσης Ελέγχου Mediterranean" θα απορριφθεί διότι από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας δεν προέκυψαν στοιχεία αναφορικά με την υπόθεση τα οποία χρήζουν απόδειξης, ήτοι έκρινε ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ήσαν επαρκή προς διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του (ΑΠ 2458/2005). Εδώ πρέπει να λεχθεί ότι οι λοιπές μορφές λαθρεμπορίας κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται διηγηματικώς εντεύθεν δε δεν υφίσταται αντίφαση ως προς τον τρόπο τέλεσης της κρινόμενης λαθρεμπορίας. Επίσης δεν υπάρχει αντίφαση εκ της παραδοχής τελέσεως της πράξεως εξακολουθητικώς, αφού η διάθεση των λαθρεμπορευμάτων έγινε κατά τις παραδοχές εξακολουθητικώς πριν το χρόνο της αποκαλύψεως (3-5-2001), ο οποίος ως ελέχθη είναι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, και ως εκ τούτου η περί του αντιθέτου τελευταία αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 είναι αβάσιμη. Μετά ταύτα και μη υφισταμένου άλλου λόγου αναιρέσεως οι κρινόμενες αιτήσεις των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες ως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ2. Τα δικαστικά πρέπει αν επιβληθούν εις έκαστον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 26-11-2009. 4-12-2009 και 14-04-2009 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3 ως και τους από 11-01-2010 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Χ2, για αναίρεση της 255/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Και
Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία. Θεωρείται και η διάθεση στην κατανάλωση χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων, τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης ατελώς ή μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή χρησιμοποίηση αυτών σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων. Η λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους … εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των 36.000 €. Απορρίπτει αίτηση.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
| 0
|
Αριθμός 600/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκούλα, περί αναιρέσεως της 1627/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.10.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1465/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 33 του ν. 3346/2005, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 της ΠΝΠ της 16-09-2009, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο και τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 3814/2010, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως.... Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της (προσβαλλόμενης απόφασης). Κατά δε το άρθρο 514 εδ. 2β του ίδιου Κώδικα, κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1627/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη για μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και συγκεκριμένα διότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2004 έως 31-12-2004 δεν κατέβαλε αυτές προς το Ταμείο Ασφάλισης Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές και που ανέρχονται στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα δύο και πενήντα (2.542,50) ευρώ. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και ο νόμος, βάσει του οποίου καταδικάστηκε ο αναιρεσείων μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατέστη επιεικέστερος αφού καθιστά την πράξη αυτή, λόγω ποσού, ανέγκλητη, είναι δε εφαρμοστέος και στην παρούσα υπόθεση, κατά το άρθρο 2 ΠΚ και τις άνω διατάξεις του ΚΠΔ.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων (άρθρο 518 παράγραφος 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1627/ 2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Και
Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα... του ότι, στη ...την 31-5-2005, ενώ ασκεί το επάγγελμα ενασχόλησής του με χωματουργικές εργασίες και διατηρεί κατάστημα στο όνομά του στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 3/04-12/04 κατά το οποίο είχε νόμιμο υποχρέωση καταβολής, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα, των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιο μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) προς το Ταμείο Ασφάλισης Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδας, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν κατέβαλε αυτές (εισφορές) μέσα σε ένα μήνα, από τότε που έγιναν απαιτητές και που ανέρχονται, κατά το προαναφερθέν διάστημα, στο ποσό των 2.542,50 €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 12 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαραίνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων για την εφαρμογή του α.ν. 86/1967, πρέπει να υπερβαίνει συνολικώς τα 5.000 €. Αν η αίτηση αναίρεσης κριθεί παραδεκτή ο ΑΠ εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αναιρείται η προσβαλλόμενη διότι λόγω ποσού η πράξη κατέστη ανέγκλητη και κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος.
|
Νόμος επιεικέστερος
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Νόμος επιεικέστερος.
| 0
|
Αριθμός 598/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λαλιώτη, για αναίρεση της 27295/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1486/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε ή υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως), εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή την καταδικαστική, δηλαδή, ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή τους αφίεται στην διακριτική ή ανέλεγκτη, κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Ούτω και η παραδοχή ή μη αιτήματος αναβολής απόκειται μεν εις την κρίση του δικαστηρίου αυτού, οφείλει όμως να απαντήσει στο αίτημα τούτο και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, άλλως, εάν απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την επιβαλλομένη αιτιολογία, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω κατ' άρθρον 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία "υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως α)όταν το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του". Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο εκπροσωπών τότε τον κατηγορούμενο- (εκκαλούντα) υπέβαλεν αίτημα αναβολής της δίκης, κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, εκ του ότι "κατά της υπ' αριθμ. 10387 ΠΕΕ του υποκαταστήματος ΙΚΑ Ιλίου, κατέθεσε ένσταση, η οποία συζητήθηκε την 3/11/2008 και απερρίφθη με την υπ' αριθμόν 544/2008 απόφασή του. Ακολούθως νομίμως και εμπροθέσμως κατέθεσε την από 20/1/2009 και με αριθμό καταθ. 1761/2009 προσφυγή στο Δ.Π. Αθηνών αιτούμενος την ακύρωση της ως άνω διοικητικής πράξεως. Η προσφυγή του επίκειται να προσδιοριστεί προς συζήτηση και η παρούσα δίκη έχει το αυτό αντικείμενο με την εκκρεμή δίκη ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (η υπ' αριθμ. 10387 ΠΕΕ)". Το δικαστήριο ως άνω απέρριψε το ανωτέρω αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ το ποινικό δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την ποινική δίκη μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της εκκρεμούσης πολιτικής δίκης, στην οποία κρίνεται ζήτημα της αρμοδιότητάς του (του πολιτικού δικαστηρίου), το οποίο όμως έχει σχέση με την κρινόμενη υπόθεση του ποινικού δικαστηρίου. Η δυνατότητα αυτή του ποινικού δικαστηρίου δεν είναι υποχρεωτική, αλλά ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια. Στην προκειμένη περίπτωση η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο αφορά τη μη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών κατά το χρονικό διάστημα 1/2002 έως 12/2003, περί των οποίων συνετάγη η υπ' αριθμ. 10387 ΠΕΕ. Κατά της πράξεως αυτής η οφειλέτρια εταιρεία "...", που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, άσκησε την υπ' αριθμ. πρωτ. 2349/28-3-06 ένστασή της, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθ. 544/08 απόφαση της ΤΔΕ του ΙΚΑ. Κατ' αυτής η ενιστάμενη άσκησε την από 20/1/09 προσφυγή της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αντιλέγει για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, αφενός μεν για την επιβολή προσθέτων τελών και προσαυξήσεων επί του φερομένου με το κατηγορητήριο ως οφειλομένου ποσού, αφετέρου δε για τον καταλογισμό του ποσού αυτού και σε βάρος, άλλων, πλην του κατηγορουμένου, μελών του διοικητικού συμβουλίου της οφειλέτριας εταιρείας. Από το περιεχόμενο της προσφυγής αυτής, δεν προκύπτει συνάφεια της εκκρεμούσης δίκης επί της προσφυγής με την κατηγορία που αποδίδεται στον παρόντα κατηγορούμενο, αλλά και η ασαφής αναφορά που γίνεται στην προσφυγή περί αμφισβήτησης (αορίστως) του καταλογισθέντος και αναφερόμενου στο κατηγορητήριο ποσού των 153.507,71 ευρώ συνολικά, δεν κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι επιβάλλει την αναβολή της παρούσης δίκης έως το πέρας της δίκης επί της προσφυγής, το μεν διότι δεν εκτίθενται σ' αυτή (προσφυγή) λόγοι ικανοί που θα οδηγήσουν στην ευδοκίμηση της προσφυγής, το δε διότι (και κυρίως) η κατά τα άνω αναβολή θα οδηγήσει, εν όψει του χρόνου τελέσεως της πράξεως στην παραγραφή της παρούσης υποθέσεως κατά τα άρθρα 111 και 113 Π.Κ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα περί αναβολής της δίκης και να επιφυλαχθεί το Δικαστήριο για την κρίση του επί των λοιπών συναδομένων με την ουσία και την πρόοδο της δίκης ισχυρισμών του". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στην απορριπτική του απόφαση, παρεμπίπτουσα τοιαύτη, σχετικά με το αίτημα της αναβολής, είναι η απαιτουμένη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αφού εκτίθενται σ' αυτή οι λόγοι και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε και απέρριψε το σχετικό αίτημα. Δεν υπάρχει δε υπέρβαση εξουσίας εκ του ότι το δικαστήριο αναφέρει ότι υπάρχει στην άνω προσφυγή αόριστη αμφισβήτηση του καταλογισθέντος και αναφερομένου στο κατηγορητήριο ποσού, αφού ούτω το δικαστήριο ουδόλως απεφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, το μεν διότι δεν απεφάνθη επί της ουσίας της κατηγορουμένης πράξεως, το δε διότι η άνω αναφορά έγινε προς ενίσχυση απλώς της αιτιολογίας, η οποία και χωρίς αυτήν (την αναφορά) κατ' ουδέν θα ήτο ελλιπής.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, ως εκτιμάται, περί ελλείψεως αιτιολογίας κατά το εν σκέλος του, της απορριπτικής του αιτήματος αναβολής αποφάσεως και περί υπερβάσεως εξουσίας κατά το έτερο σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/9/2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27295/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση επί της ενοχής αλλά για κάθε παρεμπίπτουσα απόφαση, έστω και εάν αυτή απόκειται εις την κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Το αίτημα αναβολής, όταν απορρίπτεται, πρέπει να έχει πλήρη αιτιολογία στη σχετική απόφαση. Αναβολή κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτημα. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα.
| 1
|
Αριθμός 599/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2000, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1338/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορουμένη την Ζ, αγνώστων λοιπών στοιχείων.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Αυγούστου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1283/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 369/6-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 4/8-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1338/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3664/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ και την μη ασκήσασα αναίρεση κατηγορουμένη Ζ, α.λ.σ, προκειμένου να δικαστούν ο πρώτος ως υπαίτιος της αξιοποίνου πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση από την οποία το επιδιωχθέν συνολικό όφελος υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, από υπαίτιο που τελεί απάτες κατ' επάγγελμα και η δεύτερη της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο παραπεμφθείς κατηγορούμενος Χ άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ' αριθμ. 1338/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο παραπεμφθείς κατηγορούμενος Χ με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με θυροκόλληση την 7-9-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 4-8-2009 η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 28-8-2009 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Θάνο, δυνάμει της προσκομισθείσης κατά την άσκησή της από 26-8-2009 εξουσιοδοτήσεως, συντάχθηκε δε περί αυτής η υπ' αριθμ. 158/28-8-2009 έκθεση στην οποία διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (Α.Π 411/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 61), και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής(Α.Π 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Για την στοιχειοθέτηση της απάτης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (Α.Π 266/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 812, Α.Π 830/2006 Ποιν Δικ. 10/2006,1227). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι με αυτήν προβλέπεται και τιμωρείται η απάτη σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ενώ με την διάταξη του εδαφίου β, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης. Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επίσης από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος( Α.Π 548/2008).
ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρει ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ή του Δικαστικού Συμβουλίου ( Α.Π 544/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 19, Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον. ΝΔ 29). β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού(Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 135, Α.Π 1364/2006). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.Β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το Δικαστικό Συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον
Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ολοκληρωτική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών, των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα: Από την άνοιξη του έτους 2004, ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ δημιούργησε επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων με έδρα την οδό ... Στην επιχείρησή του αυτή, μεταξύ των άλλων απασχολούσε ως εργάτες και κάποιους υπηκόους .... Κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2004 έως τον Ιανουάριο του 2005, η υπήκοος ... Ζ την οποία απασχολούσε ως γραμματέα του, τον έφερε σε επαφή με διάφορους ομοεθνείς της, γυναίκες κατά κύριο λόγο. Εκμεταλλευόμενος την ευπιστία των τελευταίων, το καλοκάγαθο του χαρακτήρα τους, την ελλιπή από την πλευρά τους γνώση της Ελληνικής γλώσσας και την άγνοια των σχετικών διαδικασιών, παρέστησε σ' αυτές εν γνώσει του ψευδώς ότι είχε την δυνατότητα, τις διασυνδέσεις και την υλικοτεχνική υποδομή, να διεκπεραιώσει την μετάκληση στην Ελλάδα συγγενικών τους προσώπων, αναλαμβάνοντας όλες τις διατυπώσεις νόμιμης εισόδου και έκδοσης των απαραίτητων για την παραμονή τους νομιμοποιητικών εγγράφων, δηλαδή της άδειας παραμονής και εργασίας, καθώς θα τους απασχολούσε ως εργάτες στην εταιρεία καθαρισμού κτιρίων που διατηρούσε.Τους δήλωσε μάλιστα ότι ο Ελληνικός νόμος του παρείχε την δυνατότητα αυτή, αφού διέθετε στο όνομά του εταιρεία, την οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει προκειμένου να επιτύχει την νόμιμη μετάκληση των συγγενών τους, τις προέτρεψε μάλιστα να διαδώσουν την είδηση αυτή, σε όσο το δυνατόν περισσότερους ομοεθνείς τους. Προκειμένου να γίνει περισσότερο πειστικός, οδηγούσε τις ενδιαφερόμενες σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο με την επωνυμία ... το οποίο στεγαζόταν στον ίδιο χώρο με τα γραφεία του επί της οδού .... Στο γραφείο αυτό εκδίδονταν αμέσως αποδείξεις με τη φίρμα του παραπάνω πρακτορείου, στις οποίες αναγράφονταν τα στοιχεία ενός εκάστου δικαιούχου αεροπορικού εισιτηρίου που επρόκειτο να μετακληθεί και η ακολουθητέα διαδρομή μεταξύ .... Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, η ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών και υλοποίηση της υποτιθέμενης μετάκλησης, δεν θα υπερέβαινε, σε καμία περίπτωση, τους 3 μήνες για κάθε άτομο. Με τον τρόπο αυτό, έπεισε τις παρακάτω αλλοδαπές οι οποίες του κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά τα οποία κυμαίνονταν από 750 έως 13.000 ευρώ, εκδίδοντας σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.. Είχε μάλιστα συντάξει και ιδιωτικά συμφωνητικά εξώνησης, δυνάμει των οποίων δεχόταν κοσμήματα και άλλα τιμαλφή από όσες αλλοδαπές δεν είχαν τη δυνατότητα να του καταβάλλουν τα ποσά που απαιτούσε, αναλάμβανε δε την υποχρέωση επιστροφής των τιμαλφών αυτών ευθύς μετά την πλήρη εξόφλησή του. Στα πλαίσια της κοινής τους δράσης η συγκατηγορούμενη του Ζ παρελάμβανε για λογαριασμό του τα χρήματα των ομοεθνών της, διαβεβαιώνοντάς τις ότι ο τελευταίος θα πραγματοποιούσε όσα είχε συμφωνήσει μαζί τους . Συγκεκριμένα του κατέβαλαν : 1) Η Α1 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει στην Ελλάδα την αδελφή της ... και την εξαδέλφη της ... 2) Η Α2 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει την κόρη της. 3 ) Ο Α3 το ποσό των 2.500 ευρώ για να φέρει την κόρη του .... 4) Η Α4 το ποσό των 2.250 ευρώ για να φέρει την κόρη της .... 5) Η Α5 το ποσό των 6.000 ευρώ για να φέρει την εξαδέλφη της .... 6) Η Α6 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει την ανεψιά της .... 7) Α7 το ποσό των 6.500 ευρώ για να φέρει την αδελφή της .... 8) Η Α8 το ποσό των 13.000 ευρώ για να φέρει τον αδελφό της ... και την ανεψιά της .... 9) Η Α9 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει τον γιό της .... 10) Η Α10 το ποσό των 8.300 ευρώ για να φέρει την κόρη της ....11) Η Α11 το ποσό των 7.350 ευρώ για να φέρει την κόρη της Lea και τον γιό της .... 12) Α12 το ποσό των 7.635 ευρώ για να φέρει ανεψιά της .... 13) Α13 το ποσό των 6.550 ευρώ για να φέρει την κόρη της .... 14) Η Α14 το ποσό των 2.500 ευρώ για να φέρει κουνιάδα της .... 15) Η Α15 το ποσό των 6.500 ευρώ για να φέρει την ανεψιά της .... 16) Α16 το ποσό των 2.500 ευρώ και κοσμήματα αξίας 2.350 ευρώ για να φέρει την .... 17) Α17 το ποσό των 4.850 ευρώ και κοσμήματα αξίας 2.500 ευρώ, για να φέρει την ανεψιά της .... 18) Η Α18 το ποσό των 4.850 ευρώ για να φέρει την αδελφή της .... 19) Η Α19 το ποσό των 2.500 ευρώ καθώς και 3 χρυσά κοσμήματα(1 δαχτυλίδι και 2 αλυσίδες) για να φέρει τον αδελφό της .... 20) Η Α20 το ποσό των 1.500 ευρώ για να φέρει την .... 21) Α21 το ποσό των 6.550 ευρώ, και 22) Η Α22 το ποσό των 750 ευρώ για να φέρει την .... Αφού παρήλθε το χρονικό διάστημα των τριών μηνών, εντός του οποίο σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, θα είχαν ολοκληρωθεί οι σχετικές διαδικασίες και θα είχαν υλοποιηθεί οι μετακλήσεις, οι αλλοδαπές που του είχαν καταβάλλει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, ζήτησαν επανειλημμένα τον εκκαλούντα να τους εξηγήσει την αιτία της καθυστέρησης. Ο εκκαλών σε άλλες από αυτές επικαλείτο γραφειοκρατικά προβλήματα, ζητώντας τους και άλλα χρήματα και σε άλλες ότι επρόκειτο σύντομα να εκδώσει τα αεροπορικά εισιτήρια των υπό μετάκληση συγγενών τους. Τις διαβεβαίωνε επίσης ότι η μετάκληση αυτών θα γινόταν οπωσδήποτε, επειδή είχε ισχυρούς φίλους τόσο στη Νομαρχία όσο και στην Αστυνομία και την Ελληνική Πρεσβεία στη Μανίλα. Για να καθησυχάσει αυτές και να διασκεδάσει τις όποιες αμφιβολίες τους, τους έδειχνε μια φόρμα ενός ανυπόγραφου εγγράφου, συντεταγμένου από τον ίδιο στην Ελληνική και την Αγγλική γλώσσα, με φερόμενους ως αποδέκτες την Νομαρχία Αθηνών και τον ίδιο, από την οποία αποδεικνυόταν η δήθεν καταβολή από αυτόν στο δημόσιο ταμείο χρηματικών ποσών 1875 ευρώ και 495 ευρώ ως εγγύηση (τα ποσά αυτά σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν 2910/2001 αντιστοιχούσαν στις τρίμηνες αποδοχές ενός εργάτη και τα έξοδα απελάσεως και έπρεπε να τα καταβάλλει ο υποψήφιος εργοδότης για λογαριασμό του οποίου θα γινόταν η μετάκληση αλλοδαπού), ενώ ο λογαριασμός που αναγραφόταν στο έγγραφο αυτό ήταν ο υπ' αριθμ. ... ατομικός του λογαριασμός στην Εμπορική Τράπεζα. Στο κείμενο του εγγράφου αυτού αναγραφόταν ότι τα χρήματα που υποτίθεται ότι είχαν καταβληθεί στο δημόσιο, θα τους επιστρέφονταν "κατόπιν εντολής της ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ της Νομαρχίας Αθηνών" ή "Attribution of money when the foreigner is in Greece with the order from the GOVERNMENT OF PREFECTURE ATHENS". Όταν όμως οι εγκαλούσες αλλοδαπές επικοινώνησαν με τα συγγενικά τους πρόσωπα, τα οποία ήταν οι δικαιούχοι των εισιτηρίων που υποτίθεται ότι είχαν εκδοθεί από το πρακτορείο "FREE TRAVEL AGENCY", πληροφορήθηκαν ότι όχι μόνο δεν είχαν παραλάβει τα εισιτήρια, αλλά επιπροσθέτως δεν ήξεραν τίποτα και δεν είχε έλθει ποτέ κανένας σε επαφή μαζί τους προκειμένου να τους ενημερώσει για την έκδοση βίζας εισόδου. Τελικά ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν έφερε, αλλά ούτε είχε την δυνατότητα να φέρει στην Ελλάδα τους συγγενείς των ανωτέρω αλλοδαπών και ούτε κατάφερε να εξασφαλίσει την έκδοση των απαραίτητων νομιμοποιητικών τους εγγράφων, δηλαδή της άδειας εργασίας και παραμονής, βλάπτοντας έτσι την περιουσία των εγκαλουσών κατά το συνολικό ποσό των 112.585 ευρώ με αντίστοιχη ωφέλεια δική του. Το Συμβούλιο δέχθηκε επίσης ότι ο εκκαλών διέπραξε την πράξη της απάτης σε βάρος των παραπάνω παθουσών κατ' επάγγελμα, δηλαδή έχοντας σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από την δραστηριότητά του αυτή, τούτο δε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Συμβουλίου, προέκυψε αναμφίβολα τόσο από την επανάληψη των ως άνω ψευδών παραστάσεων σε βάρος είκοσι δύο ατόμων, όσο και από την υποδομή που είχε δημιουργήσει μαζί με την συγκατηγορούμενή του και ειδικότερα την κατασκευή και επίδειξη παραπλανητικών εντύπων, την επίδειξη αιτήσεων και λοιπών εγγράφων των αρμοδίων υπηρεσιών, την επίδειξη καταστάσεων αλλοδαπών που δήθεν είχε φέρει στο παρελθόν,την οργάνωση γραφείου για τον σκοπό αυτό επί της οδού ... και την έκδοση εγγράφων αποδείξεων για τις γενόμενες σ' αυτόν καταβολές, και κατά συνήθεια, αφού η επανάληψη των ανωτέρω πράξεων σε βάρος είκοσι δύο ατόμων, καταδεικνύει την σταθερή ροπή του στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Δέχθηκε περαιτέρω το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ότι ο εκκαλών καταδικάστηκε με την με αριθμό 2412/18-4-2008 απόφαση του ΣΤ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για το αυτό αδίκημα σε βάρος άλλων αλλοδαπών, σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της από κοινού απάτης κατ' εξακολούθηση, από τη οποία η ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 45, 98§§1, 2 και 386παρ. 1 και 3β Π.Κ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι από κοινού ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή είχε δήθεν την δυνατότητα τις διασυνδέσεις και την υλικοτεχνική υποδομή, να διεκπεραιώσει την μετάκληση στην Ελλάδα για εργασία συγγενικών τους προσώπων, με τις οποίες πέτυχε να δημιουργήσει στις παθούσες την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχε συμφωνήσει με αυτές (μετάκληση στη Ελλάδα των συγγενικών τους προσώπων και εφοδιασμός τους με τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα, ήτοι άδεια παραμονής και εργασίας) με βάση την ψευδή κατάσταση που είχε εμφανίσει (λειτουργία γραφείου, έκδοση αποδείξεων πληρωμής αεροπορικών εισιτηρίων, για εισιτήρια που ουδέποτε εκδόθηκαν ), έχοντας ειλημμένη την απόφαση να μη εκπληρώσει τα όσα είχαν συμφωνηθεί, προσδιορίζεται δε η βλάβη η οποία επήλθε στην περιουσία των παθουσών εξαιτίας των αναφερόμενων παραπλανητικών ενεργειών και παραστάσεων, η οποία συνίσταται στην παράδοση σ' αυτόν του συνολικού ποσού των 112.585 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στα δήθεν έξοδα μετάκλησης στην Ελλάδα των συγγενικών τους προσώπων, ποσό το οποίο παράνομα αυτός προσπορίστηκε. Η βλάβη δε αυτή τελεί σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειές του και την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια στην οποία αποσκοπούσε και προσπορίστηκε εν τέλει. Ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών, ως εκ περισσού, αφού η απάτη εν προκειμένω προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κακουργήματος λόγω του ύψους του επιδιωχθέντος οφέλους και της προκληθείσης βλάβης, χωρίς την συνδρομή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής της, με επαρκή αιτιολογία, στήριξε την κρίση του περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της απάτης, στην υποδομή που είχε αυτός διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος από αυτήν. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετες από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του,ότι δηλαδή από τις αποδείξεις προέκυψε ότι πρόκειται περί αστικής διαφοράς και όχι περί ποινικής τοιαύτης με την μορφή της απάτης καθώς και ότι το συμβούλιο εσφαλμένα εκτίμησε τα στοιχεία της δικογραφίας, πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση και εκτίμηση του δικαστηρίου και επομένως είναι απαράδεκτες. Η ειδικότερη αιτίασή του ότι το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο της ανυπόγραφης φόρμας εγγράφου, θεωρώντας το ως βασικό στοιχείο το οποίο αποδείκνυε την με την χρήση του παραπλάνηση των εγκαλουσών, ενώ το έγγραφο αυτό είχε δοθεί από τον ίδιο στην Ζ για να ενημερώνει τους ενδιαφερόμενους συμπατριώτες της για ακολουθητέα διαδικασία μετάκλησης, πέραν του ότι είναι απαράδεκτη ως στρεφόμενη κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης κρίσης του Συμβουλίου σε σχέση με την εκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, είναι και ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί δεν είχε κανένα λόγο να αναγράψει σε μια ενημερωτική, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, φόρμα εγγράφου, τον αριθμό του τραπεζικού του λογαριασμού, ο οποίος έγινε και ο αποδέκτης των χρηματικών ποσών που κατέθεσαν οι εγκαλούσες. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω : α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 4/8-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1338/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. `
Αθήνα ...5...Νοεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν.2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου 1338/ 2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στο οποίο έχει ενσωματωθεί η πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, στην οποία καθ' ολοκληρία αναφέρεται, το άνω Συμβούλιο από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Από την άνοιξη του έτους 2004 ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ δημιούργησε επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων με έδρα την οδό .... Στην επιχείρησή του αυτή, μεταξύ των άλλων απασχολούσε ως εργάτες και κάποιους υπηκόους .... Κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2004 έως τον Ιανουάριο του 2005, η υπήκοος ... Ζ την οποία απασχολούσε ως γραμματέα του, τον έφερε σε επαφή με διάφορους ομοεθνείς της, γυναίκες κατά κύριο λόγο. Εκμεταλλευόμενος την ευπιστία των τελευταίων, το καλοκάγαθο του χαρακτήρα τους, την ελλιπή από την πλευρά τους γνώση της Ελληνικής γλώσσας και την άγνοια των σχετικών διαδικασιών, παρέστησε σ' αυτές εν γνώσει του ψευδώς ότι είχε την δυνατότητα, τις διασυνδέσεις και την υλικοτεχνική υποδομή, να διεκπεραιώσει την μετάκληση στην Ελλάδα συγγενικών τους προσώπων, αναλαμβάνοντας όλες τις διατυπώσεις νόμιμης εισόδου και έκδοσης των απαραίτητων για την παραμονή τους νομιμοποιητικών εγγράφων, δηλαδή της άδειας παραμονής και εργασίας, καθώς θα τους απασχολούσε ως εργάτες στην εταιρεία καθαρισμού κτιρίων που διατηρούσε. Τους δήλωσε μάλιστα ότι ο Ελληνικός νόμος του παρείχε την δυνατότητα αυτή, αφού διέθετε στο όνομα του εταιρεία, την οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει προκειμένου να επιτύχει την νόμιμη μετάκληση των συγγενών τους, τις προέτρεψε μάλιστα να διαδώσουν την είδηση αυτή, σε όσο το δυνατόν περισσότερους ομοεθνείς τους. Προκειμένου να γίνει περισσότερο πειστικός, οδηγούσε τις ενδιαφερόμενες σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο με την επωνυμία ... το οποίο στεγαζόταν στον ίδιο χώρο με τα γραφεία του επί της οδού .... Στο γραφείο αυτό εκδίδονταν αμέσως αποδείξεις με τη φίρμα του παραπάνω πρακτορείου, στις οποίες αναγράφονταν τα στοιχεία ενός εκάστου δικαιούχου αεροπορικού εισιτηρίου που επρόκειτο να μετακληθεί και η ακολουθητέα διαδρομή μεταξύ .... Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, η ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών και υλοποίηση της υποτιθέμενης μετάκλησης, δεν θα υπερέβαινε, σε καμία περίπτωση, τους 3 μήνες για κάθε άτομο. Με τον τρόπο αυτό, έπεισε τις παρακάτω αλλοδαπές οι οποίες του κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά τα οποία κυμαίνονταν από 750 έως 13.000 ευρώ, εκδίδοντας σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Είχε μάλιστα συντάξει και ιδιωτικά συμφωνητικά εξώνησης, δυνάμει των οποίων δεχόταν κοσμήματα και άλλα τιμαλφή από όσες αλλοδαπές δεν είχαν τη δυνατότητα να του καταβάλλουν τα ποσά που απαιτούσε, αναλάμβανε δε την υποχρέωση επιστροφής των τιμαλφών αυτών ευθύς μετά την πλήρη εξόφληση του. Στα πλαίσια της κοινής τους δράσης η συγκατηγορούμενη του Ζ παρελάμβανε για λογαριασμό του τα χρήματα των ομοεθνών της, διαβεβαιώνοντάς τις ότι ο τελευταίος θα πραγματοποιούσε όσα είχε συμφωνήσει μαζί τους. Συγκεκριμένα του κατέβαλαν: 1) Η Α1 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει στην Ελλάδα την αδελφή της ...l και την εξαδέλφη της ... ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει την κόρη της. 3)0 Α3 το ποσό των 2.500 ευρώ για να φέρει την κόρη του .... 4) Η Α4το ποσό των 2.250 ευρώ για να φέρει την κόρη της .... 5) Η Α5 το ποσό των 6.000 ευρώ για να φέρει την εξαδέλφη της .... 6) Η Α6 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει την ανεψιά της .... 7) Η Α7 το ποσό των 6.500 ευρώ για να φέρει την αδελφή της .... 8) Η Α8 το ποσό των 13.000 ευρώ για να φέρει τον αδελφό της ... και την ανεψιά της ... . 9) Η Α9 το ποσό των 5.000 ευρώ για να φέρει τον γιό της .... 10) Η Α10 το ποσό των 8.300 ευρώ για να φέρει την κόρη της .... 11) Η Α11 το ποσό των 7.350 ευρώ για να φέρει την κόρη της Lea και τον γιό της .... 12) Η Α12 το ποσό των 7.635 ευρώ για να φέρει ανεψιά της .... 13) Η Α13 το ποσό των 6.550 ευρώ για να φέρει την κόρη της .... 14) Η Α14 το ποσό των 2.500 ευρώ για να φέρει κουνιάδα της .... 15) Η Α15 το ποσό των 6.500 ευρώ για να φέρει την ανεψιά της .... 16) Η Α16το ποσό των 2.500 ευρώ και κοσμήματα αξίας 2.350 ευρώ για να φέρει την .... 17) Η Α17 το ποσό των 4.850 ευρώ και κοσμήματα αξίας 2.500 ευρώ, για να φέρει την ανεψιά της .... 18) Η Α18 το ποσό των 4.850 ευρώ για να φέρει την αδελφή της .... 19) Η Α19 το ποσό των 2.500 ευρώ καθώς και 3 χρυσά κοσμήματα (1 δαχτυλίδι και 2 αλυσίδες) για να φέρει τον αδελφό της .... 20) Η Α20 το ποσό των 1.500 ευρώ για να φέρει την .... 21) Η Α21 το ποσό των 6.550 ευρώ, και 22) Η Α22 το ποσό των 750 ευρώ για να φέρει την .... Αφού παρήλθε το χρονικό διάστημα των τριών μηνών, εντός του οποίο σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, θα είχαν ολοκληρωθεί οι σχετικές διαδικασίες και θα είχαν υλοποιηθεί οι μετακλήσεις, οι αλλοδαπές που του είχαν καταβάλλει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, ζήτησαν επανειλημμένα τον εκκαλούντα να τους εξηγήσει την αιτία της καθυστέρησης. Ο εκκαλών σε άλλες από αυτές
επικαλείτο γραφειοκρατικά προβλήματα, ζητώντας τους και άλλα χρήματα και σε άλλες ότι επρόκειτο σύντομα να εκδώσει τα αεροπορικά εισιτήρια των υπό μετάκληση συγγενών τους. Τις διαβεβαίωνε επίσης ότι η μετάκληση αυτών θα γινόταν οπωσδήποτε, επειδή είχε ισχυρούς φίλους τόσο στη Νομαρχία όσο και στην Αστυνομία και την Ελληνική Πρεσβεία στη .... Για να καθησυχάσει αυτές και να διασκεδάσει τις όποιες αμφιβολίες τους, τους έδειχνε μια φόρμα ενός ανυπόγραφου εγγράφου, συντεταγμένου από τον ίδιο στην Ελληνική και την Αγγλική γλώσσα, με φερόμενους ως αποδέκτες την Νομαρχία Αθηνών και τον ίδιο, από την οποία αποδεικνυόταν η δήθεν καταβολή από αυτόν στο δημόσιο ταμείο χρηματικών ποσών 1875 ευρώ και 495 ευρώ ως εγγύηση (τα ποσά αυτά σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν 2910/2001 αντιστοιχούσαν στις τρίμηνες αποδοχές ενός εργάτη και τα έξοδα απελάσεως και έπρεπε να τα καταβάλλει ο υποψήφιος εργοδότης για λογαριασμό του οποίου θα γινόταν η μετάκληση αλλοδαπού), ενώ ο λογαριασμός που αναγραφόταν στο έγγραφο αυτό ήταν ο υπ' αριθμ. .... ατομικός του λογαριασμός στην Εμπορική Τράπεζα. Στο κείμενο του εγγράφου αυτού αναγραφόταν ότι τα χρήματα που υποτίθεται ότι είχαν καταβληθεί στο δημόσιο, θα τους επιστρέφονταν "κατόπιν εντολής της ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ της Νομαρχίας Αθηνών" ή "Attribution of money when the foreigner is in Greece with the order from the GOVERNMENT OF PREFECTURE ATHENS". Όταν όμως οι εγκαλούσες αλλοδαπές επικοινώνησαν με τα συγγενικά τους πρόσωπα, τα οποία ήταν οι δικαιούχοι των εισιτηρίων που υποτίθεται ότι είχαν εκδοθεί από το πρακτορείο ..., πληροφορήθηκαν ότι όχι μόνο δεν είχαν παραλάβει τα εισιτήρια, αλλά επιπροσθέτως δεν ήξεραν τίποτα και δεν είχε έλθει ποτέ κανένας σε επαφή μαζί τους προκειμένου να τους ενημερώσει για την έκδοση βίζας εισόδου. Τελικά ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν έφερε, αλλά ούτε είχε την δυνατότητα να φέρει στην Ελλάδα τους συγγενείς των ανωτέρω αλλοδαπών και ούτε κατάφερε να εξασφαλίσει την έκδοση των απαραίτητων νομιμοποιητικών τους εγγράφων, δηλαδή της άδειας εργασίας και παραμονής, βλάπτοντας έτσι την περιουσία των εγκαλουσών κατά το συνολικό ποσό των 112.585 ευρώ με αντίστοιχη ωφέλεια δική του. Το Συμβούλιο δέχθηκε επίσης ότι ο εκκαλών διέπραξε την πράξη της απάτης σε βάρος των παραπάνω παθουσών κατ' επάγγελμα, δηλαδή έχοντας σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από την δραστηριότητα του αυτή, τούτο δε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Συμβουλίου , προέκυψε αναμφίβολα τόσο από την επανάληψη των ως άνω ψευδών παραστάσεων σε βάρος είκοσι δύο ατόμων, όσο και από την υποδομή που είχε δημιουργήσει μαζί με την συγκατηγορούμενή του και ειδικότερα την κατασκευή και επίδειξη παραπλανητικών εντύπων, την επίδειξη αιτήσεων και λοιπών εγγράφων των αρμοδίων υπηρεσιών, την επίδειξη καταστάσεων αλλοδαπών που δήθεν είχε φέρει στο παρελθόν, την οργάνωση γραφείου για τον σκοπό αυτό επί της οδού ... και την έκδοση εγγράφων αποδείξεων για τις γενόμενες σ' αυτόν καταβολές, και κατά συνήθεια, αφού η επανάληψη των ανωτέρω πράξεων σε βάρος είκοσι δύο ατόμων, καταδεικνύει την σταθερή ροπή του στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Δέχθηκε περαιτέρω το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμα του ότι ο εκκαλών καταδικάστηκε με την με αριθμό 2412/18-4-2008 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για το αυτό αδίκημα σε βάρος άλλων αλλοδαπών, σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άνω άρθρου που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κρίνοντας με πλήρη αιτιολογία ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο βούλευμα αυτό εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος ότι δήθεν είχε τη δυνατότητα, τις διασυνδέσεις και την υλικοτεχνική υποδομή να διεκπεραιώνει την μετάκληση στην Ελλάδα για εργασία συγγενικών των παθουσών προσώπων, με τις οποίες δημιούργησε σε αυτές την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων αυτός είχε συμφωνήσει με αυτές (μετάκληση στην Ελλάδα των συγγενικών τους προσώπων από τις ... και εφοδιασμός τους με τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα) με βάση την ψευδή κατάσταση που είχε εμφανίσει (λειτουργία γραφείου, έκδοση αποδείξεων πληρωμής αεροπορικών εισιτηρίων για εισιτήρια που ουδέποτε εκδόθηκαν). Διαλαμβάνεται περαιτέρω ότι είχε ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει όσα με τις παθούσες αυτός είχε συμφωνήσει ενώ εξάλλου προσδιορίζεται η βλάβη η οποία επήλθε στην περιουσία των παθουσών εξαιτίας των αναφερομένων παραπλανητικών ενεργειών και παραστάσεων. Η βλάβη αυτή εκτίθεται ότι συνίσταται στην παράδοση προς αυτόν του συνολικού ποσού των 112.585 ευρώ, το οποίο δήθεν αντιστοιχούσε στα έξοδα μετάκλησης στην Ελλάδα των συγγενικών τους προσώπων, ποσό το οποίο αυτός παράνομα ιδιοποιήθηκε. Η ανωτέρω βλάβη τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειες του και την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια, την ποία αυτός αποσκοπούσε και προσποριστηκε. Περαιτέρω, με επαρκή αιτιολογία το Συμβούλιο Εφετών στήριξε την κρίση του περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της απάτης στην υποδομή που αυτός είχε διαμορφώσει και στην οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση να επαναλάβει την τέλεση της απάτης προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος από την πράξη αυτή.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' και β' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω διατάξεων, λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αιτιάσεις ότι από τις αποδείξεις προέκυψε ότι πρόκειται περί αστικής διαφοράς και όχι περί ποινικής απάτης ως και ότι το Συμβούλιο εσφαλμένα εκτίμησε τα στοιχεία της δικογραφίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες καθόσον πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας.
Συνεπώς, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 158/28-8-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 1338/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη, έννοια του εγκλήματος. Ως γεγονότα κατά την έννοια του σχετικού άρθρου (368 ΠΚ) νοούνται πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 605/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Λεωνίδα Κοτσαλή και Γρηγόριο Τσόλια, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1876/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1173/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 316/30-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την από 30-7-2009 αίτηση του Χ1 περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας προς όφελός του, η οποία κατατέθηκε από συνήγορο που παρέστη στην διαδικασία της καταδικαστικής απόφασης και από πληρεξούσιους με βάση νόμιμη εξουσιοδότηση αυτού, εκθέτω τα εξής:
Ι) Ο αιτών με την υπ'αριθμ. 10895/14-2-2006 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως (220 παρ. 1 ΠΚ) σε φυλάκιση 8 μηνών. Ειδικώτερα η άνω απόφαση δέχθηκε ότι "αποδείχθηκε ότι την 1-8-2001 στην ...με πρόθεση πέτυχε να εκδοθεί από το Στρατολογικό Γραφείο... (καταθέτοντας την υπ'αριθμ. ...πλαστή Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ...) έγγραφο κρίσεως αυτής ως ακατάλληλου για στράτευση Ι-5, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό, καθόσον ο ίδιος ουδέποτε εξετάσθηκε από την ως άνω επιτροπή." και κατεδίκασε αυτόν ότι "στην ...την 1-8-2001, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα, εξαπάτησε το Στρατολογικό Γραφείο ... σχετικά με την ανικανότητα, του να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία για λόγους υγείας, καθόσον πέτυχε να εκδοθεί από το ως άνω Στρατολογικό Γραφείο Μεταβολή της Κρίσεως ως ακατάλληλου για στράτευση καταθέτοντας τη με αριθμό ...Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπης Απαλλαγών ... δυνάμει της οποίας κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (1-5), επειδή έπασχε από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του Π.Δ. 292/2003 "περί κωδικοποίησης διατάξεων νόμων στρατολογικής φύσης", το ανωτέρω δε εκδοθέν έγγραφο είχε πλαστογραφηθεί (νοθευθεί) από άγνωστο δράστη, καθόσον ο ίδιος ήταν ανίκανος προς στράτευση, το έτος 2001 δεν είχε προσέλθει προς εξέταση στην αρμόδια Επιτροπή Απαλλαγών ..., η δε με αριθμό ... Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας Επιτροπής Απαλλαγών ...δεν αφορούσε τον ίδιο αλλά τον Φ1" (βλ. την άνω απόφαση).
Κατ'αυτής ο αιτών άσκησε έφεση και δη την υπ'αριθμ. 1123/2006 και το Β' Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 1876/26-2-2007 απόφασή του καταδίκασε και πάλιν αυτόν για την αυτήν πράξη και δη "του ότι: στην ...την 1-8-2001, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα, εξαπάτησε το Στρατολογικό Γραφείο ...σχετικά με την ανικανότητα, του να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία για λόγους υγείας, καθόσον πέτυχε να εκδοθεί από το ως άνω Στρατολογικό Γραφείο Μεταβολή της Κρίσεως αυτού από κατάλληλον σε ακατάλληλου για στράτευση καταθέτοντας τη με αριθμό ... Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπης Απαλλαγών ...δυνάμει της οποίας κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (1-5), επειδή έπασχε από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του Π.Δ. 292/2003 "περί κωδικοποίησης διατάξεων νόμων στρατολογικής φύσης", το ανωτέρω δε εκδοθέν έγγραφο είχε πλαστογραφηθεί (νοθευθεί) από άγνωστο δράστη, καθόσον ο ίδιος ήταν ανίκανος προς στράτευση, το έτος 2001 δεν είχε προσέλθει προς εξέταση στην αρμόδια Επιτροπή Απαλλαγών ..., η δε με αριθμό ... Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας Επιτροπής Απαλλαγών ...δεν αφορούσε τον ίδιο αλλά τον Φ1" - και του επέβαλε ως ποινή φυλάκιση 5 μηνών.
Οι άνω αποφάσεις εκδόθησαν αντιμωλίαν. Κατά της τελευταία αυτής αποφάσεως (= 1876/2007 του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) ο καταδικασθείς άσκησε την από 30-3-2007 αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ'αριθμ. 2386/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. 'Ετσι η άνω καταδίκη κατέστη αμετάκλητη.
ΙΙ) Για τα αυτά πραγματικά περιστατικά, για τα οποία η ρηθείσα καταδίκη, σχηματίστηκε όμως και άλλη δικογραφία -άγνωστον πως - η οποία περιέλαβε μαζί με άλλους κατηγορουμένους και τον ήδη καταδικασθέντα με την ρηθείσα (1876/2007) απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αιτούντα. Ασκήθηκε δε κατ'αυτού ποινική δίωξη όχι μόνο για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως αλλά και για χρήση πλαστού εγγράφου κατά συρροή.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών -όπου και παραπέμφθηκε- με την υπ'αριθμ. 21845/13-3-2009 απόφασή του αφενός μεν κήρυξε αυτόν ένοχο χρήσης πλαστού εγγράφου και δη ότι "στην ...την 1-8-2001 μολονότι γνώριζε ότι η υπ'αριθμ. ... Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ..., με την οποία είχε κριθεί ακατάλληλος για στράτευση (Ι-5), επειδή έπασχε από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα Α.Ο. υπό αγωγή, ήταν εξ ολοκλήρου πλαστή, αφού αυτός ουδέποτε προσήλθε για εξέταση στην εν λόγω επιτροπή, η δε γνήσια ταυτάριθμη Γνωμάτευση που είχε πράγματι εκδοθεί από αυτήν αφορούσε σε άλλο πρόσωπο (στον στρατιώτη Φ1), εν τούτοις την παρέλαβε από τον άγνωστο συντάκτη της και την κατέθεσε στο Στρατολογικό Γραφείο ... με σκοπό να παραπλανήσει τους υπηρετούντες σε αυτό αρμόδιους στρατιωτικούς υπαλλήλους σχετικά με το γεγονός ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης Γνωμάτευσης ήταν αληθές και να τους πείσει να προβούν στην καταχώρισή του στα τηρούμενα από την Υπηρεσία τους οικεία μητρώα", αφετέρου δέχθηκε την ένσταση του δεδικασμένου για την άλλη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, η οποία στηρίχθηκε στην παραπάνω καταδικαστική απόφαση (=1876/2007) του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης (= 21845/2009) του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο καταδικασθείς - και εδώ αιτών - άσκησε έφεση και δη την 2182/2009 τοιαύτη και το Δ' Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 3690/6-5-2009 απόφασή του - αφού δέχθηκε ότι υπάρχει αληθής συρροή μεταξύ των εγκλημάτων της χρήσης πλαστού και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως - κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο για την πράξη της χρήσης πλαστού. Ειδικώτερα δε δέχθηκε ότι "Τέλος όσον αφορά τον τέταρτο κατηγορούμενο Χ1 πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται ενόψει του ότι η αναφερόμενη στο διατακτικό πλαστή ιατρική γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών ...(....) δεν χρησιμοποιήθηκε από αυτόν, αφού στις 7-5-2001 είχε ήδη εκδοθεί το ... πιστοποιητικό τύπου Β' με το ποίο είχε κριθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέχει καμία στρατιωτική υποχρέωση" και έτσι "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο αθώο του ότι στην ...την 1-8-2001 μολονότι γνώριζε ότι η υπ' αριθ. ...Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ..., με την οποία είχε κριθεί ακατάλληλος για στράτευση (Ι-5), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα Α.Ο. υπό αγωγή", ήταν εξ ολοκλήρου πλαστή, αφού αυτός ουδέποτε προσήλθε για εξέταση στην εν λόγω Επιτροπή, η δε γνήσια ταυτάριθμη Γνωμάτευση που είχε πράγματι εκδοθεί από αυτήν αφορούσε σε άλλο πρόσωπο (στον στρατιώτη Φ1), εν τούτοις την παρέλαβε από τον άγνωστο συντάκτη της και την κατέθεσε στο Στρατολογικό Γραφείο ... με σκοπό να παραπλανήσει τους υπηρετούντες σε αυτό αρμόδιους στρατιωτικούς υπαλλήλους σχετικά με το γεγονός ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης Γνωμάτευσης ήταν αληθές και να τους πείσει να προβούν στην καταχώριση του στα τηρούμενα από την Υπηρεσία τους οικεία μητρώα"" (βλ. την άνω απόφαση).
Η απόφαση αυτή - που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ στις 3-6-2009 κατέστη αμετάκλητη διότι δεν ασκήθηκε κατ'αυτής αναίρεση.
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η αμετάκλητη καταδίκη του εδώ αιτούντος για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως συνίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση στη χρήση από αυτόν της ... γνωμάτευσης, η οποία ήταν πλαστή (νοθευμένη) - αφού αφορούσε άλλον - και έτσι πέτυχε να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο (=μητρώο, πιστοποιητικό απαλλαγής) ότι ήταν ακατάλληλος προς στράτευση. Επομένως η χρήση από αυτόν της άνω γνωμάτευσης κατέστη στη συγκεκριμένη περίπτωση το αναγκαίο μέσο τέλεσης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. 'Ετσι χωρίς την άνω χρήση από τον αιτούντα δεν μπορεί να νοηθεί εδώ υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως.
Το ζήτημα της αληθούς ή μη συρροής των εγκλημάτων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και χρήσης πλαστού είναι διάφορο. 'Αλλωστε υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως δεν τελείται μόνο με χρήση πλαστού εγγράφου, η οποία και μπορεί να είναι ατιμώρητη για διάφορους λόγους.
Εδώ το πράγμα συγκεκριμενοποιείται. Η καταδίκη στηρίζεται στη χρήση από τον αιτούντα. Επομένως χωρίς τη χρήση αυτή δεν νοείται in concreto υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.
Συμπέρασμα, καταδίκη για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως με τη χρήση πλαστού εγγράφου και αθώωση για τη χρήση του πλαστού εγγράφου διότι ο καταδικασθείς δεν έκανε χρήση, ενέχει αντίφαση.
IV) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠοινΔ:
Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθησαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος.
Πρόκειται για έκτακτη διαδικασία η οποία σκοπό έχει τη διόρθωση σφαλμάτων "περί τα πράγματα" του καταδικάσαντος δικαστηρίου - που μπορεί να υποβληθεί τόσο από συνήγορο που είχε παραστεί στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση (βλ. ΑΠ 1513/2007) όσο και από πληρεξούσιο (βλ. ΑΠ 680/2007, ΑΠ 2270/2002 κ.α.) - ήτοι στην ουσία της υπόθεσης.
Επομένως τα νέα γεγονότα-αποδείξεις μπορεί να είναι ο,τιδήποτε: καταθέσεις μαρτύρων, δικαστικές αποφάσεις (βλ. ΑΠ 1513/2007, ΑΠ 1883/2007, ΑΠ 785/2002,124/2006, ΑΠ 788/2008, ΑΠ 1278/2008, ΑΠ 55/2001 κ.α.).
Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι καταδικάσαντες για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως δικαστές εάν εγνώριζαν την μετανέστερη αθώωση του αιτούντος για χρήση πλαστού με την 3690/2009 απόφαση του Δ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι πλέον ή βέβαιον ότι θα αθώωναν αυτόν.
'Ετσι η σχετική αίτηση του αιτούντος - που στηρίζεται στη μεταγενέστερη της καταδίκης ανωτέρω αθωωτική απόφαση, αλλά και σε καταθέσεις μαρτύρων που δόθηκαν στα πλαίσια της αθωωτικής αυτής απόφασης, που όμως ενσωματώθησαν στην απόφαση ήτοι καλύπτοντα από αυτή - πρέπει να γίνει και στην ουσία της δεκτή.
Όμως επειδή από τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος για το οποίο χώρησε η καταδίκη μέχρις σήμερα παρήλθε πλήρης οκταετία δεν μπορεί να γίνει νέα συζήτηση της υπόθεσης και συνεπώς πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής -βλ. και ΑΠ 415/2009, ΑΠ 446/2006, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1453/2005, ΑΠ 1546/2003 κ.ά.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 30-7-2009 αίτηση του Χ1 περί επαναλήψεως προς όφελός του της ποινικής διαδικασίας, να ακυρωθεί η υπ'αριθμ. 1876/2007 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που καταδίκασε αυτόν για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, και να παύσει οριστικά η κατ'αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη αυτή.
Αθήνα 15 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τους πληρεξουσίους του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση του εδαφίου 2, κατά την οποία η διαδικασία επαναλαμβάνεται και "αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας. Επίσης, απαιτείται οι αποδείξεις να ήταν άγνωστες στον καταδικασθέντα γιατί, διαφορετικά, θα μπορούσε να τις προσκομίσει. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις ή ένορκες βεβαιώσεις παλαιών μαρτύρων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Αντιθέτως, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 § 1 εδ. α' και 527 § 3 Κ.Ποιν.Δ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν για πλημμέλημα, υπ' αριθμ. 1876/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για το λόγο ότι, από την αναφερόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν απόδειξη (δικαστική απόφαση), γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 216 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιωμάτων που προστατεύονται από το νόμο, ασχέτως αν επετεύχθη ή όχι η παραπλάνηση. Κατά δε το άρθρο 220 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης την ψευδή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Μεταξύ των αξιοποίνων αδικημάτων της χρήσεως πλαστού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως υπάρχει αληθής πραγματική συρροή, γιατί κάθε ένα από τα αδικήματα αυτά είναι αυτοτελές και η αντικειμενική τους υπόσταση θεμελιώνεται με διαφορετικά στοιχεία, κανένα δε από αυτά δεν αποτελεί στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση του άλλου ούτε παρίσταται ως αναγκαίο μέσο για τη διάπραξη αυτού. Άλλωστε, τα αδικήματα αυτά στρέφονται κατά διαφορετικών εννόμων αγαθών και, συγκεκριμένα, η χρήση πλαστού κατά της ασφαλείας των εγγράφων συναλλαγών και η υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως όχι μόνο κατά της ασφαλείας των εγγράφων συναλλαγών, αλλά και κατά του κύρους και της αξιοπιστίας της δημοσίας υπηρεσίας που, εξαπατηθείσα, την εξέδωσε. Δεν νοείται, όμως, καταδίκη του κατηγορουμένου για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, η οποία στηρίζεται στη χρήση συγκεκριμένου πλαστού εγγράφου, όταν απαλλάσσεται αυτός για τη χρήση του πλαστού, γιατί αποδείχθηκε ότι ποτέ δεν έκανε χρήση αυτού και, επομένως, αυτός δεν πέτυχε, εξαπατώντας με τη χρήση αυτού τους αρμοδίους υπαλλήλους, να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, τα εξής: Ο αιτών, με την υπ` αριθ. 10895/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε, σε πρώτο βαθμό, σε φυλάκιση 8 μηνών, ανασταλείσα, για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, η οποία, κατά το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, συνίστατο στο ότι αυτός "στην ..., την 1-8-2001, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και, ειδικότερα, εξαπάτησε το Στρατολογικό Γραφείο ... σχετικά με την ανικανότητά του να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία για λόγους υγείας, καθόσον πέτυχε να εκδοθεί από το ως άνω Στρατολογικό Γραφείο Μεταβολή της Κρίσεως αυτού ως ακατάλληλου για στράτευση καταθέτοντας τη με αριθμό ...Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ... δυνάμει της οποίας κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (Ι-5), επειδή έπασχε από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του Π.Δ. 292/2003 "περί κωδικοποίησης διατάξεων νόμων στρατολογικής φύσης", το ανωτέρω δε εκδοθέν έγγραφο είχε πλαστογραφηθεί (νοθευθεί) από άγνωστο δράστη, καθόσον ο ίδιος δεν ήταν ανίκανος προς στράτευση, το έτος 2001 δεν είχε προσέλθει προς εξέταση στην αρμόδια Επιτροπή Απαλλαγών ..., η δε με αριθμό ...Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής ... δεν αφορούσε τον ίδιο αλλά τον Φ1". Κατόπιν εφέσεως του αιτούντος, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1876/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία κρίθηκε αυτός και πάλι ένοχος για την αυτή πράξη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 5 μηνών, ανασταλείσα. Η απόφαση αυτή είναι αμετάκλητη, αφού αναίρεση του αιτούντος κατ` αυτής απορρίφθηκε με την υπ` αριθ. 2386/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Όμως, για τα αυτά πραγματικά περιστατικά σχηματίσθηκε και άλλη δικογραφία, η οποία περιέλαβε, μαζί με άλλους κατηγορουμένους, και τον ήδη καταδικασθέντα, με την ως άνω υπ` αριθ. 1876/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, αιτούντα, ασκήθηκε δε κατ` αυτού ποινική δίωξη όχι μόνο για την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, για την οποία είχε ήδη καταδικασθεί, κατά τα προεκτεθέντα, αμετακλήτως, αλλά και για χρήση πλαστού εγγράφου (της ειρημένης υπ` αριθ. ... Γνωματεύσεως) κατά συρροή με την υφαρπαγή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπου παραπέμφθηκε, με την υπ` αριθ. 21845/2009 απόφασή του, αφενός τον κήρυξε ένοχο χρήσης πλαστού εγγράφου, συνισταμένης στο ότι "εν γνώσει χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και, ειδικότερα, στην ..., την 1-8-2001, μολονότι γνώριζε ότι η υπ` αριθ. ... Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής ..., με την οποία είχε κριθεί ακατάλληλος για στράτευση (Ι-5), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα Α. Ο. υπό αγωγή", ήταν εξολοκλήρου πλαστή, αφού αυτός ουδέποτε προσήλθε για εξέταση στην εν λόγω Επιτροπή, η δε γνήσια ταυτάριθμη Γνωμάτευση που είχε πράγματι εκδοθεί από αυτήν αφορούσε σε άλλο πρόσωπο (στον στρατιώτη Φ1), εν τούτοις την παρέλαβε από τον άγνωστο συντάκτη της και την κατέθεσε στο Στρατολογικό Γραφείο ... με σκοπό να παραπλανήσει τους υπηρετούντες σε αυτό αρμόδιους στρατιωτικούς υπαλλήλους σχετικά με το γεγονός ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης Γνωμάτευσης ήταν αληθές και να τους πείσει να προβούν στην καταχώρισή του στα τηρούμενα από την Υπηρεσία τους οικεία Μητρώα", και αφετέρου, κατά παραδοχήν σχετικής ενστάσεώς του, κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, λόγω του δεδικασμένου που απέρρεε από την ανωτέρω υπ` αριθ. 1876/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη. Επί εφέσεως κατά της παραπάνω πρωτόδικης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ` αριθ. 3690/2009 απόφασή του, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς τον αιτούντα (βλ. υπ` αριθ. 4179/14.9.2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου), αφού δέχθηκε, ορθά, ότι υπάρχει αληθινή συρροή μεταξύ των εγκλημάτων της χρήσης πλαστού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κήρυξε τον αιτούντα - κατηγορούμενο αθώο για την πράξη της χρήσης πλαστού με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ1, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται, ενόψει του ότι η αναφερόμενη στο διατακτικό πλαστή ιατρική γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών ...(...) δεν χρησιμοποιήθηκε από αυτόν, αφού στις 7.5.2001 είχε ήδη εκδοθεί το ... πιστοποιητικό τύπου Β' με το οποίο είχε κριθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέχει καμία στρατιωτική υποχρέωση". Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η αμετάκλητη καταδίκη του αιτούντος για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως στηρίχθηκε στο ότι αυτός εξαπάτησε το Στρατολογικό Γραφείο ... σχετικά με την ανικανότητά του να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία για λόγους υγείας κάνοντας χρήση της, φερομένης ως πλαστής (νοθευμένης), υπ` αριθ. ...Γνωματεύσεως Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών .... Η χρήση, λοιπόν, της γνωματεύσεως αυτής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατέστη το αναγκαίο μέσο τελέσεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, η οποία δεν θα μπορούσε να νοηθεί χωρίς τη χρήση του πλαστού. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ανεξαρτήτως του ότι τα δύο εγκλήματα (της χρήσης πλαστού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως) συρρέουν αληθώς, δεν νοείται,in concreto, καταδίκη του αιτούντος για την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, αφού έχει απαλλαγεί αυτός για τη χρήση του πλαστού, γιατί αποδείχθηκε ότι ποτέ δεν έκανε χρήση αυτού και, επομένως, αυτός δεν πέτυχε, εξαπατώντας με τη χρήση αυτού τους αρμοδίους υπαλλήλους του Στρατολογικού Γραφείου ... σχετικά με την ανικανότητά του να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία για λόγους υγείας, να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς το ως άνω περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η ανωτέρω υπ` αριθ. 3690/2009 απαλλακτική, για τον αιτούντα, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, καθώς και η κατάθεση του μάρτυρα Λ1, ταξιάρχου του Στρατού Ξηράς, που δόθηκε στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή είναι, χωρίς αμφιβολία, νέα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στο Δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστα στους Δικαστές που εξέδωσαν την υπ` αριθ. 1876/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, αν δε αυτοί γνώριζαν τη μεταγενέστερη αθώωση του αιτούντος, είναι βέβαιο και όχι απλώς πιθανό, ότι θα αθώωναν αυτόν για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά τη γνώμη, όμως, του εκ των μελών του παρόντος σε Συμβούλιο Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ανδρέα Ξένου, από τα στοιχεία που επικαλείται και προσκόμισε ο αιτών ως νέες αποδείξεις, δηλαδή την 3690/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αμετακλήτως κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος και ήδη αιτών της πράξεως της χρήσεως πλαστού εγγράφου στην Αθήνα την 1.8.2001 και τις ενσωματωμένες στα πρακτικά της δίκης εκείνης καταθέσεις των εξετασθέντων κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και ο Ταξίαρχος Στρατού Ξηράς Λ1, είτε χωριστά αξιολογούμενες όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες αποδείξεις με βάση τις οποίες τούτο έκρινε με την 1876/2007 αμετάκλητη απόφασή του τον Χ1 ένοχο της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, δεν καθίσταται φανερό σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα ότι αυτός (ήδη αιτών) είναι αθώος της άνω πράξεως για την οποία κατεδικάσθη αμετακλήτως. Στο σκεπτικό της αθωωτικής για τον ήδη αιτούντα 3690/2009 αποφάσεώς του το Τριμελές Εφετείο Αθηνών αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος για την χρήση της πλαστής ιατρικής γνωματεύσεως ... της Επιτροπής Απαλλαγών ...πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται ενόψει του ότι δεν χρησιμοποιήθηκε από αυτόν, καθόσον στις 7/5/2001 είχε εκδοθεί το ... πιστοποιητικό τύπου Β' με το οποίο είχε κριθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέχει καμία στρατιωτική υποχρέωση. Αυτό όμως το προηγούμενο πιστοποιητικό τύπου Β' του Στρατολογικού Γραφείου ... δεν αρκούσε για να απαλλαγεί ο ήδη αιτών από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων όταν κλήθηκε να παρουσιαστεί στις τάξεις του Στρατού και να καταταγεί στις 30/7/2001, αφού μέχρι τον Ιούλιο 2001 είχε τύχει αναβολής κατατάξεως όπως αναφερόταν στην αιτιολογία της 1876/2007 καταδικαστικής για τον αιτούντα αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου, το άνω ... πιστοποιητικό τύπου Β' (Στρατολογικής καταστάσεως) του Στρατολογικού Γραφείου ...ανέφερε ότι ο ήδη αιτών δεν είχε εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και ότι κατά την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού αυτού δεν υπέχει καμιά στρατιωτική υποχρέωση, απαλλαγείς από τη στράτευση, χωρίς να αναφέρει ως αιτία απαλλαγής ότι ήταν ακατάλληλος προς στράτευση λόγω σωματικής ανικανότητος. Περιλαμβανόταν δε το άνω ... πιστοποιητικό τύπου Β' του Στρατολογικού Γραφείου ...μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριό του κατά την αποδεικτική διαδικασία και περιλαμβάνονταν στα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται ότι έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που έκρινε με την 1876/2007 απόφασή του ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Εξάλλου ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που κήρυξε αθώο τον ήδη αιτούντα για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου ως μάρτυρας Λ1 κατέθεσε ότι από τα τηρούμενα στην Επιτροπή Απαλλαγών ...βιβλία φαινόταν ότι την επίμαχη πλαστή ... γνωμάτευση σωματικής ικανότητας, με την οποία φερόταν ότι έχει κριθεί ακατάλληλος προς στράτευση (Ι-5) ο αιτών ως πάσχων από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα Α. Ο. υπό αγωγή, την πήρε ο ίδιος ο αιτών και ακόμη κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας ότι πήγε ο ίδιος ο ήδη αιτών κατηγορούμενος να καταθέσει το έγγραφο αυτό και στο πρωτόκολλο του Στρατολογικού Γραφείου έχει την υπογραφή του κατηγορουμένου όσον αφορά το εν λόγω έγγραφο, στη συνέχεια δε ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ότι δεν έχει στοιχεία ότι ο Χ1 (αιτών) κατέθεσε την επίμαχη ιατρική γνωμάτευση στο Στρατολογικό Γραφείο ο ίδιος και διευκρίνισε ότι γνωρίζει ότι ο αιτών πήρε ο ίδιος τον φάκελο από το Στρατολογικό Γραφείο που απευθυνόταν προς τους γιατρούς της Επιτροπής Απαλλαγών και ότι για το αντίθετο, δηλαδή για την αποστολή της ιατρικής γνωματεύσεως από την Επιτροπή Απαλλαγών προς το Στρατολογικό Γραφείο, δεν γνώριζε. Κατόπιν των ανωτέρω και του ότι η διάπραξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, όσον αφορά την επίτευξη να μεταβληθεί η καταχώρηση στα τηρούμενα στο Στρατολογικό Γραφείο ... στοιχεία για την στρατολογική κατάσταση του αιτούντος από ικανού προς στράτευση σε ακατάλληλου για στράτευση, ήταν δυνατή και με την μέσω ετέρου, ενεργούντος κατ` εντολή και στο όνομά του, κατάθεση της άνω πλαστής γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ...στο εν λόγω Στρατολογικό Γραφείο όπου πράγματι κατετέθη και αργότερα διαπιστώθηκε η εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων αυτού του Στρατολογικού Γραφείου και ζητήθηκε από την υπερκείμενη Διεύθυνση Στρατολογικού ΓΕΕΘΑ η ακύρωση της μεταβολής αυτής που αφορούσε τον ήδη αιτούντα και κλήθηκε και εκπλήρωσε αυτός τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στο Στρατό Ξηράς, έπρεπε η αίτηση, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Περαιτέρω, η πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 220 παρ.1 του Π.Κ., συνιστά πλημμέλημα, το οποίο φέρεται ότι τελέσθηκε από τον αιτούντα την 1.8.2001. Επομένως, έχει υποπέσει σε παραγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Κ.Π.Δ, αφού, από την προαναφερόμενη χρονολογία μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως (13.1.2010), παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ (8) ετών, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου αναστολής της παραγραφής. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ.1 του Κ.Π.Δ, σε άλλο Δικαστήριο για νέα ουσιαστική έρευνά της, και πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), το οποίο και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αιτούντος, για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει αυτός καταδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 30.7.2009 (με αριθ.πρωτ. 6298/2009) αίτηση του Χ1, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ` αριθ. 1876/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την υπ` αριθ. 2386/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την παραπάνω απόφαση. Και
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά του αιτούντος για το ότι αυτός "στην ..., την 1-8-2001, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα, εξαπάτησε το Στρατολογικό Γραφείο ... σχετικά με την ανικανότητά του να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία για λόγους υγείας, καθόσον πέτυχε να εκδοθεί από το ως άνω Στρατολογικό Γραφείο Μεταβολή της Κρίσεως αυτού ως ακατάλληλου για στράτευση καταθέτοντας τη με αριθμό ... Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ...δυνάμει της οποίας κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (Ι-5), επειδή έπασχε από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του Π.Δ. 292/2003 "περί κωδικοποίησης διατάξεων νόμων στρατολογικής φύσης", το ανωτέρω δε εκδοθέν έγγραφο είχε πλαστογραφηθεί (νοθευθεί) από άγνωστο δράστη, καθόσον ο ίδιος δεν ήταν ανίκανος προς στράτευση, το έτος 2001 δεν είχε προσέλθει προς εξέταση στην αρμόδια Επιτροπή Απαλλαγών ..., η δε με αριθμό ...Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ...δεν αφορούσε τον ίδιο αλλά τον Φ1".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της χρήσεως πλαστού εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Αληθής πραγματική συρροή μεταξύ τους. Αμετάκλητη καταδίκη για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Μεταγενέστερη αμετάκλητη αθώωση για χρήση του πλαστού εγγράφου, με το οποίο φερόταν ότι ο αιτών εξαπάτησε τους αρμοδίους υπαλλήλους ώστε να υφαρπάσει την ψευδή βεβαίωση. Η απαλλακτική απόφαση αποτελεί νέο στοιχείο που ήταν άγνωστο στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση για την υφαρπαγή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως του ότι τα δύο εγκλήματα συρρέουν αληθώς, δεν νοείται καταδίκη του αιτούντος για την υφαρπαγή, αφού αθωώθηκε για τη χρήση του πλαστού. Δεκτή η αίτηση και ακύρωση της καταδικαστικής αποφάσεως. Αντίθετη μειοψηφία. Οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής της πράξεως της υφαρπαγής.
|
Μειοψηφική γνώμη
|
Επανάληψη διαδικασίας, Μειοψηφική γνώμη.
| 0
|
Αριθμός 608/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Ντάλτα, περί αναιρέσεως της 251/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.2.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 351/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 372 παράγραφος 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 377 του ιδίου Κώδικα, αν η κλοπή ή η υπεξαίρεση έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών. Αν όμως η πράξη τελέστηκε από ανάγκη ή για άμεση χρήση ή ανάλωση του αντικειμένου της κλοπής ή υπεξαιρέσεως, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη. Στις περιπτώσεις αυτού του άρθρου, η ποινική δίωξη γίνεται μόνον ύστερα από έγκληση. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως ισχύουν τα οριζόμενα από τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ιδίου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 παράγραφος 1 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 25 παράγραφος 2 του ν. 3604/2007, το καταστατικό δύναται να ορίσει ότι έν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις. Το άρθρο 22 του ν. 2190/1920 ορίζει στην παράγραφο 1 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν.δ. 4237/1962, ότι το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας. Το ίδιο άρθρο στην παράγραφο 3 αυτού, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 10 παράγραφος 4 του ν. 2339/1995, όριζε ότι το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους, ενώ μετά την εκ νέου αντικατάσταση της παραγράφου αυτής με το άρθρο 29 παράγραφος 3 ν. 3604/2007 ορίζεται ότι "επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη ...... Κατά την ίδρυση της εταιρείας, ο διορισμός προέδρου, αντιπροέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή προσώπων με άλλη ιδιότητα και αρμοδιότητες για το πρώτο διοικητικό συμβούλιο μπορεί να γίνει και με το καταστατικό. Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση αυτού του νομικού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας του για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παράγραφος 2 και 22 παράγραφος 3 του άνω ν. 2190/1992 ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ κατά τρόπον ώστε αυτή να είναι νόμιμη μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παράγραφος 2, η 22 παράγραφος 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπομένης αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, ενεργώντας ως όργανο της εταιρείας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ όταν το απαιτεί διάταξη νομοθετική, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή της εγκλήσεως ή την δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το Διοικητικό Συμβούλιο της Ανώνυμης Εταιρείας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτον ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παράγραφος 2 ή 22 παράγραφος 3 του ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει την σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις άνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παράγραφος 2γ ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 5/2006, Ολ. ΑΠ 6/2006).
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα στη δικογραφία, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι κατά το καταστατικό της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ ΑΕΕΕ (ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ 4400/22.7.1994), με έδρα στο δημοτικό διαμέρισμα Πατρίδας Ημαθίας, είχε ορισθεί ότι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής Σ1 είχε το δικαίωμα να εκπροσωπεί μόνος του την εταιρεία γενικώς και έτσι είχε καταστεί αυτός καταστατικό όργανό της. Ο ανωτέρω Σ1, ενεργώντας με την άνω ιδιότητά του με την από 29.1.2009 εξουσιοδότηση, η επί της οποίας υπογραφή του βεβαιώθηκε για το γνήσιο αυτής από την υπάλληλο του Κέντρου Εξυπηρέτησης Πολιτών Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ημαθίας, εξουσιοδότησε την υπάλληλο της ανωνύμου εταιρείας και υπεύθυνη του καταστήματος που διατηρούσε η εν λόγω εταιρεία επί της οδού .... Μ1, κάτοικο ..., να υποβάλει επ' ονόματι και για λογαριασμό και αντί της άνω εταιρείας μήνυση εναντίον των γνωστών ή αγνώστων δραστών της κλοπής που έγινε την ίδια ημέρα στο πιο πάνω κατάστημα της εταιρείας στην ...., υπογράφοντας για τον σκοπό αυτόν κάθε έγγραφο που θα της ζητηθεί για την διεκπεραίωση της εντολής που της δόθηκε. Τελικά, την έγκληση υπέβαλε η άνω υπάλληλος και υπεύθυνη του καταστήματος αυτής της ανώνυμης εταιρείας στην ...ως πληρεξουσία του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την δήλωσή της ότι επιθυμούσε την ποινική δίωξη της ήδη αναιρεσείουσας για την παράνομη αφαίρεση με σκοπό να τα συναποκομίσει, εκ μέρους της τελευταίας, των αναφερομένων ειδών από τα ράφια του καταστήματος της εταιρείας, που βρέθηκαν στην τσάντα της κατηγορουμένης και ήταν συνολικής αξίας περί τα 20 ευρώ. Η δήλωση αυτή εγκλήσεως σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας περιέχεται στην υπάρχουσα στη δικογραφία από 29.1.2009 έκθεση ένορκης εξέτασης ως μάρτυρα της Μ1 ενώπιον της Αρχιφύλακος ΠΕ ... και του συνυπογράφοντος ως β' ανακριτικού υπαλλήλου Αρχιφύλακα ..., που ενεργούσαν τις αναγκαίες προανακριτικές πράξεις προς βεβαίωση αυτοφώρου πλημμελήματος που χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή που είχε αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας. Η υποβολή της ενδίκου εγκλήσεως εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας για την κλοπή που διέπραξε σε βάρος της ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ ΑΕΕΕ έγινε νομοτύπως, εφόσον υπεβλήθη από την εξουσιοδοτημένη προς τούτο υπάλληλο δυνάμει εγκύρου εξουσιοδοτήσεώς της από καταστατικό όργανο της ανώνυμης εταιρείας, δηλαδή τον Σ1 που ήταν, σύμφωνα με το καταστατικό της, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ενώπιον κάθε Αρχής δικαστικώς και εξωδίκως και η υπογραφή του οποίου στην άνω εξουσιοδότηση, που επίσης έχει συμπεριληφθεί στην δικογραφία, ήταν θεωρημένη για το γνήσιο αυτής από υπάλληλο του Κ.Ε.Π. περιοχής της έδρας της ανώνυμης εταιρείας.
Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι για να υποβληθεί παραδεκτώς η εναντίον της έγκληση δεν αρκούσε η εξουσιοδότηση της υπαλλήλου που την υπέβαλε από τον Πρόεδρο της ανώνυμης εταιρείας που είχε καταστεί καταστατικό όργανο αυτής και είχε δικαίωμα να εκπροσωπεί μόνος του γενικώς την εταιρείας, αλλά ότι έπρεπε να επισυναφθεί, όταν υπεβλήθη η έγκληση αυτή, πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με βεβαιωμένο το γνήσιο των μελών αυτού που θα το υπέγραφαν για τη λήψη της σχετικής αποφάσεως για εντολή και πληρεξουσιότητα στην άνω υπάλληλο να ενεργήσει ως αντιπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας να υποβάλει την έγκληση. Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, κατά τον οποίο το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπερέβη την εξουσία του με το να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και στην καταδίκη της ήδη αναιρεσείουσας για την πράξη της κλοπής αντικειμένου ευτελούς αξίας σε φυλάκιση τριάντα (30) ημερών αντί να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για μη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται, όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά και σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις του, ανεξάρτητα εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 74 παράγραφος 1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του ν. 2408/1996 και το άρθρο 6 του ν. 3090/2002. το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού, που καταδικάστηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων, που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα.... Όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, η απέλαση δεν μπορεί να διαταχθεί, αν δεν του έχει επιβληθεί ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυση από τις φυλακές. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο αλλοδαπός που καταδικάστηκε και βρίσκεται παράνομα στο ελληνικό έδαφος, υπόκειται σε απέλαση, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια της τέλεσης εγκλήματος, έστω και σε βαθμό πλημμελήματος, διότι θεωρείται ότι η παραμονή του εντός των ορίων της Ελληνικής Επικράτειας δεν συμβιβάζεται με τους όρους της κοινωνικής συμβιώσεως. Επίσης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 99 παράγραφος 2 ΠΚ, αν αλλοδαπός στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο, καταδικασθεί σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών και διαταχθεί με την ίδια απόφαση η απέλασή του από την Χώρα, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επ' αόριστον αναστολή της ποινής, κατά παρέκκλιση όσων ορίζονται στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου και στα άρθρα 100 έως 102 του ιδίου Κώδικα, οπότε εκτελείται αμέσως η απέλαση. Το Δικαστήριο έχει δυνατότητα να κρίνει περί του αναγκαίου ή μη της απέλασης, λαμβάνοντας υπόψη το είδος του εγκλήματος, τις συνέπειες αυτού, τον χρόνο παραμονής του αλλοδαπού στο Ελληνικό έδαφος, την εν γένει συμπεριφορά του, τον επαγγελματικό προσανατολισμό και την ύπαρξη οικογένειας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης μετά την κήρυξη της ήδη αναιρεσείουσας ενόχου κλοπής πραγμάτων ευτελούς αξίας έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό του περί ποινής κεφαλαίου της προσβαλλομένης αποφάσεως, α) την βαρύτητα του εγκλήματος που διαπράχθηκε και ειδικότερα τη βλάβη που προκάλεσε το έγκλημα στην παθούσα, το είδος του δόλου της κατηγορουμένης, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε και β) την προσωπικότητα της κατηγορουμένης, συνεκτιμώντας τα αιτία από τα οποία κινήθηκε η κατηγορουμένη για να διαπράξει το άνω έγκλημα, τον σκοπό που επιδίωξε, τον χαρακτήρα της και τη διαγωγή της πριν και μετά το έγκλημα καθώς και την οικογενειακή και οικονομική της κατάσταση. Επί πλέον, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, όσον αφορά τη διαγωγή της, ότι σε βάρος της κατηγορουμένης είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. ... απόφαση απελάσεως της ΑΔ Κοζάνης και ότι από ΤΔΛ Σερβίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. ... υπηρεσιακό σημείωμα, με το οποίο της χορηγήθηκε προθεσμία 30 ημερών για αναχώρηση από την Ελλάδα, καθώς και ότι η αναιρεσείουσα δεν αναχώρησε μετά την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας, ενώ είναι καταχωρημένη και στο σύστημα SCHENGEN με αιτία αναζήτησης αλλοδαπός ανεπιθύμητος στο έδαφος SCHENGEN με ημερομηνία λήξης 13.12.2001, αλλά προήλθε στην τέλεση της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχη, γεγονός που δείχνει παραβατικότητα και αντικοινωνική συμπεριφορά. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατεδίκασε την κατηγορουμένη σε φυλάκιση τριάντα ημερών και, αφού αφαίρεσε χρόνο κρατήσεως μίας ημέρας, ανέστειλε απ' αόριστον και διέταξε την απέλασή της από την Χώρα.
Με αυτά που δέχθηκε και αποφάσισε το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον αφορά τη διάταξη για απέλαση από την Ελλάδα της αναιρεσείουσας, που είναι αλλοδαπή από την Αλβανία, και εκείνη της επ' αόριστον αναστολής εκτελέσεως της ως άνω ποινής που της επιβλήθηκε, έχει ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν αναφέρει περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση του για το αναγκαίο της απελάσεως και που να ανάγονται στη βαρύτητα του εγκλήματος, στο επάγγελμά της και στην ύπαρξη ή όχι οικογένειας της αναιρεσείουσας στην Ελλάδα, ούτε αναφέρει σε σχέση με την παραμονή της στην ημεδαπή, πριν από την τέλεση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, ότι είχε διαταχθεί προσωρινώς η αναστολή της εκτέλεσης της αποφάσεως της Αστυνομικής Διευθύνσεως Κοζάνης ... περί απελάσεως αυτής διοικητικώς, κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως αυτής και αιτήσεως αναστολής μέχρις εκδικάσεώς της από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Κοζάνης, με την από 15.1.2009 πράξη του δικαστή αυτού του διοικητικού δικαστηρίου. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχήν ως βασίμου του από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ του από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικού λόγου της κρινομένης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τη διάταξη περί απελάσεως της αναιρεσείουσας και περί της επ' αόριστον αναστολής της εκτελέσεως της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το εν λόγω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 251/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, κατά τη διάταξή της περί απελάσεως από την Χώρα της αναιρεσείουσας Χ1 και περί της επ' αόριστον αναστολής της εκτελέσεως της επιβληθείσης σ' αυτήν ποινής φυλακίσεως.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση της άνω αναιρεσείουσας περί αναιρέσεως της παραπάνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως Μονομελούς Πλημμελειοδικείου που καταδίκασε την ήδη αναιρεσείουσα ανεκκλήτως για κλοπή πραγμάτων ευτελούς αξίας (άρθρα 372§1, 377 ΠΚ). Απορρίπτεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας ότι δεν αρκούσε για την παραδεκτή εναντίον της αναιρεσείουσας υποβολή της εγκλήσεως η εξουσιοδότηση της υπαλλήλου, που την υπέβαλε από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, που ήταν σύμφωνα με το καταστατικό της ο νόμιμος εκπρόσωπους της εγκαλούσας εταιρείας, από κατάστημα της οποίας έγινε η παράνομη αφαίρεση κινητών, αλλά ότι έπρεπε να επισυναφθεί στην έγκληση πρακτικό του ΔΣ της ανωνύμου εταιρείας με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής των μελών του για τη λήψη αποφάσεως για εντολή πληρεξουσιότητας στην υπάλληλο που θα υπέβαλε την έγκληση να ενεργήσει ως αντιπρόσωπους της ανώνυμης εταιρείας. Η υποβολή της εγκλήσεως έγινε νομότυπα από την εξουσιοδοτημένη υπάλληλο δυνάμει εγκύρου εξουσιοδοτήσεως της από το καταστατικό όργανο της ανώνυμης εταιρείας και δεν υπερέβη το δικαστήριο την εξουσία του που δεν κήρυξε απαράδεκτη την υποβληθείσα έγκληση ως μη νομότυπη. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς το σκέλος της αποφάσεως που αφορά την απέλαση από την Ελλάδα της καταδικασθείσης αναιρεσείουσας, που είναι αλλοδαπή, διότι δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά που να δικαιολογούν το αναγκαίο της απελάσεως και να ανάγονται στη βαρύτητα της πράξεως, στο επάγγελμα της αναιρεσείουσας και στην ύπαρξη ή όχι οικογένειάς της στην Ελλάδα ούτε φαίνεται να ελήφθη υπόψη η πριν από την τέλεση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε αναστολή της αποφάσεως της Αστυνομικής Διεύθυνσης Κοζάνης για διοικητική απέλαση με πράξη του δικαστή του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αλλοδαπού απέλαση, Αναίρεση μερική, Κλοπή, Έγκληση.
| 0
|
Αριθμός 597/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οββαδία Ναμία, περί αναιρέσεως της 4502/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πρόκο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1312/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 του ΠΚ, χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος, εκτός αν ορίζεται άλλως. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη 4502/2009 απόφασή του από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχτηκε ανελέγκτως ότι στον κατηγορούμενο, με την υπ' αριθ. 18937/1988 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Έρωτα, που νόμιμα έχει μεταγραφεί, περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του 50% εξ αδιαιρέτου τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών, συνενωμένων σε μία, κατά τρόπον ώστε να αποτελούν ενιαίο ισόγειο κατάστημα με υπόγειο που βρίσκεται στο ισόγειο πολυκατοικίας, κειμένης στην ... και επί της οδού .... Το εν λόγω κατάστημα αποτελείται από: α) το με στοιχεία Κ-1 κατάστημα του ισογείου, εμβαδού 26,645 τ.μ., με υπόγειο χώρο ίσης επιφάνειας, β) το με στοιχείο Κ-2 κατάστημα, εμβαδού 34,675 τ.μ., με υπόγειο χώρο εμβαδού 49,220 τ.μ. και γ) το με στοιχείο διαμέρισμα του ισογείου, εμβαδού 79 τ.μ. και έχει συνολικό εμβαδόν ισογείου 140,32 τ.μ. και υπογείου 75,865 τ.μ. Το εν λόγω ακίνητο κατά το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου ανήκε στην ..., που, μετά τον θάνατό της, πωλήθηκε από τους κληρονόμους της, δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Ασπασίας Μαρτίνη, στον .... Ο τελευταίος το μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στην εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΩΝ - Χ ΑΕ", εκπροσωπουμένη από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, Χ, κατηγορούμενο, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νας Σταυροπούλου. Με την υπ' αριθ. 11839/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο μηνυτής διορίσθηκε προσωρινός διαχειριστής του ως άνω κοινού ακινήτου και με την ιδιότητά του αυτή και, ενώ ακόμη συγκυρία του υπολοίπου 50% ήταν η ..., εκμίσθωσε το ακίνητο στον κατηγορούμενο δυνάμει του από 4.9.1989 ιδιωτικού συμφωνητικού, προκειμένου αυτός να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πώλησης και εργαστήριο κατασκευής χρυσών και αργυρών κοσμημάτων, ειδών δώρων, πολυτελών ειδών ρουχισμού, πολυτελών δερματίνων ειδών γενικά, αντικών, πολυτελών ειδών οικιακής χρήσης και συναφών ειδών. Η μίσθωση ορίσθηκε οκταετής με έναρξη την 15.10.1989 και λήξη την 14.10.1992, το δε μίσθωμα συμφωνήθηκε για το πρώτο έτος της μίσθωσης στο ποσόν των 450.000 δρχ. τον μήνα, αναπροσαρμοζόμενο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο συμφωνητικό αυτό. Με την υπ' αριθ. 33781/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εταιρεία "Χ ΑΕ" διορίστηκε, σε αντικατάσταση του μηνυτή, προσωρινή διαχειρίστρια του κοινού καταστήματος και της παρασχέθηκε η εξουσία να ενεργεί όλες τις αναγκαίες πράξεις διαχείρισης προς διατήρηση και επωφελή εκμετάλλευση του κοινού. Εν τω μεταξύ, ο μέχρι τότε διαχειριστής του κοινού, δηλαδή ο μηνυτής, ζήτησε με την από 12.11.1998 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος και μισθωτής του κοινού να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου, λόγω λήξης του χρόνου της μίσθωσης. Παρόλο που η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 4397/1999 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, εν τούτοις δεν εκτελέστηκε η απόφαση διότι μεσολάβησε η ψήφιση του Ν. 2741/1999, με την παράγραφο του άρθρου 7 του οποίου ορίστηκε ότι δεν εκτελούνται, οι δικαστικές αποφάσεις που διατάσσουν την απόδοση της χρήσης του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης, λόγω παρόδου 9ετίας, εφόσον δεν είχαν ακόμη συμπληρώσει 12ετία, όπως συνέβαινε με τη μίσθωση του εδώ κοινού καταστήματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που η άνω εταιρία αγόρασε το 50% εξ αδιαιρέτου του κοινού καταστήματος ο μισθωτής του (κατηγορούμενος) είχε την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ. αυτής, διευθύνοντα συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου αυτής. Στη συνέχεια την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ. της εν λόγω εταιρίας και του νομίμου εκπροσώπου αυτής είχε η Θ χήρα Χ, μητέρα του μισθωτή (κατηγορουμένου) και ήδη αποβιώσασα. Η ως άνω εταιρία εκπροσωπούμενη από την Χ και με την ιδιότητα της προσωρινής διαχειρίστριας του κοινού καταστήματος, αν και η μίσθωσις με συμπλήρωση 12ετίας έληγε στις 14-10-2001, σε ανύποπτο χρόνο υπέγραψε με τον ήδη μισθωτή - κατηγορούμενο νέα σύμβαση) μισθώσεως και συγκεκριμένα εκμίσθωσε το ως άνω ενιαίο κατάστημα προκειμένου αυτός να το χρησιμοποιήσει για το σκοπό για τον οποίο είχε συμφωνηθεί και με το από 4-9-1989 συμφωνητικό μισθώσεως. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε οκταετής, με έναρξη την 15-10-2001 και λήξη την 14-10-2009, ενώ το μίσθωμα ορίσθηκα για το πρώτο έτος της μίσθωσης (15-10-2001 μέχρι 14-10-2002) στο ποσό των 2.500.000 δρχ. το μήνα, αναπροσαρμοζόμενα από το νόμο. Η ως άνω διαχειρίστρια εταιρία, εκπροσωπούμενη από την Θ, προέβη στην ανωτέρω ενέργεια της εκμίσθωσης του καταστήματος, προκειμένου να εξασφαλίσει την παραμονή το μίσθιο και με τους όρους που προαναφέρθηκαν του άνω μισθωτή (κατηγορουμένου), που συνδεόταν με στενότατο συγγενικό δεσμό με την ως άνω νόμιμη εκπρόσωπό της, μολονότι ο μηνυτής και συγκύριοι του μισθίου είχε εκδηλώσει σαφώς τη θέλησή του να ζητήσει την απόδοση της χρήσης του μισθίου κατά τη λήξη του νόμιμου χρόνου της μίσθωσης στις 14-10-2001, όπως άλλωστε είχε ζητήσει την απόδοση του μισθίου και με τη λήξη της 9ετίας. Εξάλλου, ο μηνυτής με την από 13-9-1999 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, η οποία κοινοποιήθηκε στη διαχειρίστρια εταιρία στις 30-9-1999, διαμαρτυρήθηκε στην τελευταία για την βλαπτική για τα συμφέροντά του προστασία που αυτή παρείχε στο μισθωτή και συγκεκριμένα αφού την κάλεσε να επιδιώξουν την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο, ισχυρίστηκε ότι το μίσθωμα που εισέπραττε ήταν πολύ μικρότερο του μισθώματος το οποίο θα μπορούσε να συνομολογηθεί για την εκμίσθωση του μισθίου και το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 5.000.000 δρχ μηνιαίως, το οποίο εγγυήθηκε προσωπικά και σε κάθε περίπτωση αναλάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει ο ίδιος το μίσθωμα αυτό. Στη συνέχεια με νέα από 10-6-2000 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση, που επιδόθηκε στη διαχειρίστρια εταιρία στις 28-6-2000, ο μηνυτής ζήτησε και πάλι από την τελευταία να ενεργήσει άμεσα για να επιτύχει την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και διαμαρτυρήθηκε για το ύψος του μισθώματος που ο μισθωτής κατέβαλε και κατά την άποψή του ήταν προφανώς δυσανάλογο προς την πραγματική μισθωτική του αξία, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 5.000.000 δραχμών μηνιαίως. Η διαχειρίστρια όμως εταιρία εκπροσωπουμένη από την Θ παρά τις διαμαρτυρίες και την αντίθετη θέληση του μηνυτή, εξασφάλισε την παραμονή την παραμονή του μισθωτή (κατηγορουμένου) στο μίσθιο μέχρι την 14-10-2009, υπογράφοντας το ως άνω ανανεωτήριο μισθωτήριο συμβόλαιο και συνομολογώντας μηνιαίο μίσθωμα, ύψους 2.500.000 δραχμών, αντί του μέχρι τότε καταβαλλόμενου των 1.343.000 δραχμών το μήνα. Λαμβανομένης υπόψη της θέσης, της επιφάνειας της διαμόρφωσης και της κατασκευής του μισθίου καταστήματος και σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα συγκριτικά στοιχεία της περιοχής η αγοραία μισθωτική αξία αυτού κατά το χρόνο σύναψης της νέας σύμβασης μισθώσεως ανερχόταν στο ποσό των 11.500 ευρώ περίπου, το οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί ως μηνιαίο μίσθωμα. Θα έπρεπε λοιπόν, η διαχειρίστρια εταιρία του επικοίνου καταστήματος κατά τους κανόνες τακτικής διαχείρισης και εκμετάλλευσης αυτού και αποβλέποντας στην εκμετάλλευση του προς το συμφέρον όλων των κοινωνών να προβεί στην εκμίσθωσή του ως επαγγελματική στέγη με μηνιαίο μίσθωμα 11.500 ευρώ, προσαυξανόμενο ετησίως κατά 5%, το οποίο θα μπορούσε να πετύχει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις επικρατούσες συνθήκες στην αγορά κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο. Αντί όμως αυτών η διαχειρίστρια εταιρία δια της νομίμου εκπροσώπου της Θ - μητέρας του μισθωτή -(κατηγορουμένου) προέβη στην εκμίσθωση του κοινού καταστήματος στον ίδιο μισθωτή, αντί του πολύ μικρότερου και δυναμένου να συμφωνηθεί μηνιαίου μισθώματος των 2500000 δρχ. (7336,76€). Είναι πρόδηλο και πέραν πάνω αμφιβολίας ότι η εκμίσθωση του καταστήματος με τους προαναφερθέντες όρους είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα των κοινωνών και παρά την αύξηση του μισθώματος από το ποσό των 1.343.000 δρχ στο άνω ποσό των 2.500.000 δρχ. Προκύπτει, κατ' απόλυτο τρόπο, ότι η εκπρόσωπος της διαχειρίστριας εταιρίας Θ ενήργησε αφενός προς το συμφέρον του μισθωτή, Χ, ο οποίος ήταν υιός της, δεδομένου ότι έτσι, παρά τις αντιρρήσεις του συγκυρίου (μηνυτή), αυτός θα παρέμεινε στη χρήση του μισθίου για μία ακόμη οκταετία, καταβάλλοντας μίσθωμα μικρότερο της πραγματικής μισθωτικής του αξίας και αφετέρου προς βλάβη του συγκυρίου (μηνυτή). Παρέλειψε δε δόλια να ασκήσει κατά του μισθωτή (υιού της) αγωγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου αν και η μίσθωση έληγε στις 14-10-2001, λόγω παρέλευσης 12ετίας, και μολονότι γνώριζε τη ρητά εφαρμοσθείσα βούληση του συγκυρίου (μηνυτή) για μη περαιτέρω παράταση της μισθωτικής σχέσης με τον κατηγορούμενο (υιό της), υπέγραψε σε ανύποπτο χρόνο με τον τελευταίο νέα μίσθωση του επίκοινου καταστήματος με τους άνω άκρως επωφελείς γι' αυτόν και άκρως δυσμενείς για τον συγκοινωνό (μηνυτή) όρους. Η παραπάνω υπαίτια και παράνομη ενέργεια της Θ, η οποία έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί, υλοποιήθηκε με την άμεση συνδρομή του υιού της και κατηγορουμένου Χ, ο οποίος προχώρησε στην κατάρτιση της ως άνω σύμβασης (νέας) μίσθωσης, υπογράφοντας αυτήν, και εν γνώσει των δυσμενών όρων της ως άνω μισθωτικής σύμβασης για το συγκύριο και μηνυτή, ο οποίος τον είχε ειδοποιήσει με τις προαναφερθείσες εξώδικες δηλώσεις - διαμαρτυρίες του. Ο κατηγορούμενος, λοιπόν, γνώριζε τόσο τη βούληση του συγκυρίου για μη περαιτέρω παράταση της μισθωτικής σχέσης με τους προαναφερόμενους όρους, όσο και την προσφορά του τελευταίου να εκμισθώσει το μίσθιο κατάστημα με μηνιαίο μίσθωμα ύψους 5.000.000 δρχ., το οποίο μάλιστα εγγυήθηκα ο ίδιος προσωπικά να καταβάλει. Ωστόσο, τόσο αυτός (κατηγορούμενος) όσο και η μητέρα του αγνόησαν παντελώς την ως άνω προσφορά του μηνυτή και δεν του απάντησαν στα εξώδικα. Αντίθετα στις 15-10-2001 εμφάνισαν στο μηνυτή τη νέα σύμβαση μίσθωσης που είχαν καταρτίσει σε ανύποπτο χρόνο εν αγνοία του τελευταίου. Το γεγονός δε αυτό ότι ο κατηγορούμενος με τη μητέρα του Θ, εκπρόσωπο της διαχειρίστριας εταιρίας, υπέγραφαν το νέο μισθωτήριο συμφωνητικού σε ανύποπτο χρόνο και χωρίς να ενημερώσουν το μηνυτή, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι σκοπός τους ήταν να εξασφαλίσουν τη μίσθωση με τους αναφερόμενους ευνοϊκούς για τον κατηγορούμενο όρους, ακριβώς επειδή γνώριζαν τις αντιρρήσεις του μηνυτή και την πραγματική βούληση του τελευταίου για λήξη της μισθωτικής σχέσης με τον κατηγορούμενο. Είναι προφανές ότι σε περίπτωση που οι τελευταίοι δεν είχαν τέτοιο σκοπό θα είχαν απαντήσει τις εξώδικες δηλώσεις - διαμαρτυρίες του μηνυτή και σε κάθε περίπτωση η Θ, με την ιδιότητά της ως εκπροσώπου της διαχειρίστριας εταιρίας, σαφώς θα τον είχε καλέσει προκειμένου να εξετάσουν το ενδεχόμενο μίσθωσης του επικοίνου ακινήτου στο συμφέρον μίσθωμα των 5.000.000 δρχ., από τη στιγμή και μάλιστα που ο μηνυτής εγγυόταν ο ίδιος προσωπικά τη συνομολόγηση του μισθώματος αυτού, ούτε και τη δυνατότητα συνομολόγησης μεγαλύτερου του συμφωνηθέντος μισθώματος των 2.500.000 δρχ. (7336,76 ευρώ), δεδομένου ότι αγοράσει μισθωτική αξία του μισθίου ανέρχονταν τουλάχιστον στο ποσό των 11.500 ευρώ. Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι ο κατηγορούμενος εν γνώσει του παρείχε μέση συνδρομή στην ως άνω επιζήμια διαχειριστική ενέργεια της Θ, με πρόθεση να ζημιώσει την περιουσία του μηνυτή την οποία και ζημίωσε, με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος δικό του. Η ζημία που προκλήθηκε δε στην περιουσία του μηνυτή με την ως άνω παράνομη και υπαίτια πράξη του κατηγορουμένου ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των (11.500 - 7.336,76 = 4.163,24:2)= 2.081,62 ευρώ μηνιαίως, με αντίστοιχο δικό του περιουσιακό όφελος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το Δικαστήριο πείστηκε ότι κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδεται, περιοριζόμενου όμως ποσού της μηνιαίας ζημίας του μηνυτή και του αντίστοιχου οφέλους του κατηγορουμένου κατά τα άνω και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας). Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνέργειας σε απιστία και του επέβαλε φυλάκιση οκτώ μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ασαφή αιτιολογία ως προς τον χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ο οποίος (χρόνος) ασκεί επιρροή στην παραγραφή της αξιόποινης πράξης. Ειδικότερα, κατά το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 7) η επιζήμια για τον εκκαλούντα σύμβαση μίσθωσης (παράτασης) συνήφθη στις 14-10-2000, η δε ισχύς αυτής άρχισε στις 15-10-2001 που έληξε η προηγούμενη δωδεκαετής μίσθωση του αναφερομένου μισθίου καταστήματος. Περαιτέρω, κατά το κυρίως σκεπτικό, επί της ουσίας, την ζημιογόνα για τον εκκαλούντα αυτήν παράταση της μίσθωσης ο αναιρεσείων και η μητέρα του κατάρτισαν σε ανύποπτο χρόνο, χωρίς αυτός να προσδιορίζεται, ενώ κατά το διατακτικό της προσβαλλόμενης ο χρόνος τέλεσης είναι η 15-10-2001, ότε, κατά τούτο, συνήφθη η σύμβαση αυτή, ενώ, ως ελέχθη, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε δεχθεί ότι η σύμβαση αυτή ισχύει από 15-10-2001. Η αιτιολογία αυτή, ως προς τον χρόνο τέλεσης, που επιδρά στην παραγραφή, είναι ασαφής, καθόσον χρόνος τελέσεως της πράξεως της απιστίας και της άμεσης συνέργιας σε αυτή είναι ο χρόνος κατά τον οποίο οι υπαίτιοι τούτων ενήργησαν, όντος αδιάφορου του χρόνου κατά τον οποίο επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, ήτοι ο χρόνος τελέσεως των πράξεων τούτων είναι ο χρόνος της συνάψεως της επίδικης σύμβασης παρατάσεως (14.10.2000), η οποία ανελέγκτως κρίθηκε ως ζημιογόνα για τον εκκαλούντα και όχι ο χρόνος της επελεύσεως της ζημίας και εν προκειμένω ο χρόνος ενάρξεως της ισχύος της σύμβασης αυτής (15.10.2001).
Συνεπώς, παραβιάστηκαν και εκ πλαγίου οι διατάξεις των άρθρων 17 και 390 του ΠΚ, ως προς τον χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Ως εκ τούτου, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (εκ πλαγίου) λόγοι της αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η άνω απόφαση και λόγω παραγραφής της πράξεως αυτής, αφού αυτή, κατά την προσβαλλομένη, τελέστηκε στις 15-10-2001 και μέχρι την παρούσα συζήτηση έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, πρέπει να παύσει η κατ' αυτού ποινική δίωξη κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ. 3, 112, 113 ΠΚ και 370 ΚΠΔ και του άρθρου 511 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4502/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος Χ περί του ότι στην Αθήνα στις 15-10-2001 παρέσχε με πρόθεση άμεση συνδρομή σε άλλον που με γνώση του ζημίωσε την περιουσία τρίτου, της οποίας βάσει νόμου η δικαιοπραξίας είχε την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) κατά τη διάρκεια αυτής και στην εκτέλεσή της (απιστίας) και συγκεκριμένα στον άνω τόπο και χρόνο, μισθωτής τυγχάνων ενός ισογείου καταστήματος κειμένου επί πολυκατοικίας στην οδό ... υπέγραψε την από 15.10.2001 σύμβαση μίσθωσης ακινήτου (παράταση), με την συγκατηγορουμένη του εκμισθώτρια Θ, η οποία ενεργούσε ως εκπρόσωπος της εταιρίας "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΩΝ Χ ΑΕ", στην οποία είχε ανατεθεί η προσωρινή διαχείριση του κοινού ακινήτου του εγκαλούντος και αυτής, δυνάμει της υπ' αριθ. 33781/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων (ήτοι η εξουσία ενέργειας όλων των αναγκαίων πράξεων προς διατήρηση και επωφελή εκμετάλλευση του κοινού καταστήματος), στην οποία παράταση μίσθωσης συμφωνήθηκε μηνιαίο μίσθωμα εκ δραχμών (2.500.000) μηνιαίως, παρά την αντίθετη βούληση του συγκυρίου του μισθίου Ψ, όστις είχε προσφέρει με προσωπική του εγγύηση το ποσό των (5.000.000) δραχμών ως μίσθωμα εκ μέρους τρίτου για το άνω κατάστημα και την κατά τον χρόνο εκείνον αγοραία μισθωτική του αξία ποσού 115.00 ευρώ μηνιαίως και έτσι συνήργησε στην επιζήμια διαχειριστική ενέργεια της συγκατηγορουμένης του θανούσης Θ, με πρόθεση να ζημιώσει την περιουσία του εγκαλούντος κατά ποσόν 1.250.000 δραχμών μηνιαίως ή 3.668,37 ευρώ και 44.020,54 ευρώ ετησίως με αντίστοιχο όφελος δικό του και της θανούσης συγκατηγορουμένης του.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 5 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε ως ενεργήσει εκτός αν ορίζεται από το νόμο διαφορετικά. Χρόνος τέλεσης της απιστίας, που επιδρά στην παραγραφή, είναι ο χρόνος σύναψης της επίδικης σύμβασης και όχι ο χρόνος επέλευσης της ζημίας, ήτοι ο χρόνος ενάρξεως της ισχύος της επίδικης σύμβασης. Αναιρεί και Π.Ο.Π.Δ.
|
Χρόνος τέλεσης πράξης
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Απιστία.
| 0
|
Αριθμός 596/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπρούμα, περί αναιρέσεως της 48556/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1304/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επόμ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή (Ολ. ΑΠ 3/ 1995). Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, για να έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης (Ολ. ΑΠ 8/1995, 4/1995, 6, 7/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών- κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής, θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 48556/ 2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 54995/ 2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί ερήμην για εργατικές και εργοδοτικές εισφορές. Από τη σχετική 16400/2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναίρεσης προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, προέβαλε ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι του επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός κατά το χρόνο της επίδοσης είχε γνωστή διαμονή στην οδό .... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για την απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης, διέλαβε ότι "Από την ένορκη κατάθεση του προταθέντος από τον συνήγορο του εκκαλούντος μάρτυρα που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από 21.6.2001 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του αστυφύλακα του Α.Τ...., η εκκαλουμένη με αριθμό 54995/2000, ερήμην του εκκαλούντος εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε σ' αυτόν ως άγνωστης διαμονής, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε χωρίς αποτέλεσμα στην τελευταία γνωστή στην επιδούσα αρχή διεύθυνση στην οδό ..., όπου ο εκκαλών διατηρούσε την επιχείρησή του (βιβλιοδετείο). Στην ίδια δε ως άνω διεύθυνση, αναζητήθηκε χωρίς αποτέλεσμα και του επιδόθηκε και το κλητήριο θέσπισμα ως άγνωστης διαμονής, όπως προκύπτει από το από 7.3.2000 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ..., που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Η ασκηθείσα από τον εκκαλούντα έφεση έλαβε χώρα την 6.11.2008, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης, κατ' άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ προθεσμίας άσκησής της. Από την σχετική με αριθμό 16400/6.11.2008 έκθεση εφέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι δεν του κοινοποιήθηκε η εκκαλουμένη στην γνωστή διεύθυνσή του, επί της οδού ..., χωρίς όμως να επικαλείται ότι η διεύθυνση αυτή ήταν γνωστή στην επιδούσα ως άνω Εισαγγελική Αρχή. Από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, προκύπτει ότι η επαγγελματική διεύθυνση του εκκαλούντος κατά τον χρόνο που επιδόθηκε σ' αυτόν η εκκαλουμένη ήταν επί της οδού ..., από κανένα όμως στοιχείο δεν προέκυψε ότι η διεύθυνση αυτή ήταν γνωστή στην ως άνω επιδούσα Εισαγγελική Αρχή, ούτε εξάλλου ο εκκαλών επικαλείται ότι γνωστοποίησε στην τελευταία την ως άνω διεύθυνση. Ενόψει των ανωτέρω, ορθά επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής και, εφόσον η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα". Η άνω αιτιολογία του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου είναι ειδική και εμπεριστατωμένη καθόσον διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης (21.6.2001), εκείνον της άσκησης της έφεσης (06-11-2008) και το από 21.6.2001 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα του Α.Τ.... το οποίο αναγνώσθηκε και από το οποίο προκύπτει ότι επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα η εκκαλούμενη ερήμην απόφαση. Η επίδοση αυτή έγινε νομίμως, ως αγνώστου διαμονής, στην γνωστή στην Εισαγγελική αρχή διεύθυνση (...) μετά την άκαρπη αναζήτηση των κατά το άρθρο 156 προσώπων. Εξάλλου δε, η άνω διεύθυνση, στην οποία αναζητήθηκε και απέβη άκαρπη η επίδοση της εκκαλουμένης ήταν, κατά σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία γνωστή διαμονή του αναιρεσείοντος στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών. Εξάλλου δε, στην άνω έφεση δεν διαλαμβάνεται ότι η άνω κατοικία του στο ...ήταν γνωστή στην αρμόδια εισαγγελική αρχή.
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν ο αναιρεσείων διέμενε ή όχι στη διεύθυνση που αναφέρει ο ίδιος στην έφεσή του. Περαιτέρω, εκ των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα αναγνωσθέντα έγγραφα ενώ δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωση άλλου εγγράφου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μόνος λόγος της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 75/10.9.2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 48556/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 5 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η έφεση όταν ασκηθεί εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του ΑΠ περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Η απορριπτική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για να έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης ,εκείνο της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Τόπος κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά την προανάκριση και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην εξήγηση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 594/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αλεξίου, περί αναιρέσεως της 842/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Γιαννικόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1617/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εκ της διατάξεως του άρθρου 375 § 1 Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα, όπως είναι η μετοχή ή το χρήμα υπό την έννοιαν ότι βρίσκεται σε ξένη, εν αναφορά με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο να περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστου, ο τελευταίος να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, με την έννοια της ενσωματώσεως αυτού εις την περιουσία του χωρίς την συναίνεση του κυρίου ή άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστου που περιλαμβάνει την συνείδηση ότι το κινητό πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή άρνηση αποδόσεως αυτού στον ιδιοκτήτη. Δεν αρκεί, δηλαδή, πρόθεση ιδιοποιήσεως (έστω και αν αυτή ανεκοινώθη εις τρίτον), αλλ' απαιτείται έμπρακτη εκδήλωση εξωτερικής συμπεριφοράς, που να μπορεί να αναγνωρισθεί αντικειμενικώς ως πραγμάτωση της θελήσεως για ιδιοποίηση. Επί υπεξαιρέσεως ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικράς αξίας αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, εάν αυτή είναι ή όχι ευτελούς μικράς ή ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Κατά την έννοια δε της διατάξεως της § 2 του ιδίου ως άνω άρθρου, δια να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του εντολοδόχου διαχειριστού ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων, με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την τοιαύτην εξουσία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από την δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή εάν η πράξη ετελέσθη από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσεως, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση. Ο εντολοδόχος, ούτω είναι και διαχειριστής, εφ' όσον έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ. ΑΠ. 1/2005). Επίσης η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφ' όσον οι ισχυρισμοί αυτοί είναι πράγματι αυτοτελείς και δεν είναι αρνητικοί της κατηγορίας τοιούτοι? είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι που προβάλλονται, κατά τα άρθρα 170 § 2 και 332 § 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο αυτού και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ' όσον βέβαια προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να τους αξιολογήσει και να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει. Εντεύθεν και όταν ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται, δεν προβάλλει αυτοτελή ισχυρισμό, ώστε το δικαστήριο να υποχρεούται να του απαντήσει, αλλ' αρνητικόν της κατηγορίας ισχυρισμόν, στον οποίον απαντά αυτό με τις παραδοχές της αποφάσεώς του.
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοχ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 842/2009 απόφασή του, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και δη "πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα λοιπά έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου" - λόγος για απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου δεν έγινε, διότι ούτος εξεπροσωπήθη υπό συνηγόρου - εδέχθη (ότι απεδείχθησαν) τα εξής περιστατικά: "Η πολιτικώς ενάγουσα ... από το Φθινόπωρο του έτους 2000 άνοιξε λογαριασμό στην εταιρία με την επωνυμία "Βουτινόπουλος - ανώνυμη εταιρία - λήψης και διαβίβασης εντολών (ΑΕΛΔΕ)", Πρόεδρος της οποίας ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος και αντιπρόεδρος ο πρώτος τούτων, με σκοπό την αγοραπωλησία μετοχών ανωνύμων εταιριών εισηγμένων στο χρηματιστήριο Αθηνών, μέσω της ανώνυμης εταιρίας "... χρηματοοικονομικές υπηρεσίες" αρχικά και στη συνέχεια μέσω της ανώνυμης εταιρίας "Magna Trust". Από τον Μάρτιο του έτους 2001 έως και τον Ιούνιο του 2003 η πολιτικώς ενάγουσα προχώρησε σε αλλεπάλληλες αγοραπωλησίες μετοχών και τελικώς έγινε κάτοχος 3.000 κοινών μετοχών της ΑΛΤΕ Α.Ε. και 2.000 κοινών μετοχών της "Πετζετάκης Α.Ε." αξίας κατά την 30-6-2003, 5.540 ευρώ. Κατά το χρονικό διάστημα από του Ιουλίου του 2003 μέχρι του Ιουνίου του 2004, όποτε η ως άνω εταιρία "Βουτινόπουλος - ανώνυμη εταιρία - λήψης και διαβίβασης εντολών (ΑΕΛΔΕ)", έπαψε να λειτουργεί εν τοις πράγμασιν και ο πρώτος κατηγορούμενος έγινε υπάλληλος της εταιρίας "Magna Trust", o τελευταίος με την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας ιδιοποιήθηκε παράνομα τις ως άνω μετοχές που του είχε εμπιστευθεί η εγκαλούσα και με δικές του ενέργειες, χωρίς την σύμπραξη του δευτέρου κατηγορουμένου και χωρίς καμία εντολή της τελευταίας, τις μεταβίβασε σε τρίτους. Σχετικά με την ως άνω υπεξαίρεση ρητώς καταθέτουν οι μάρτυρες κατηγορίας και η πολιτικώς ενάγουσα, οι οποίοι μάλιστα καταθέτουν, ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων παραδέχθηκε ότι πώλησε άνευ εντολής σε τρίτους τις ως άνω μετοχές και ζήτησε πίστωση χρόνου προκειμένου να αποζημιώσει την εγκαλούσα, πράγμα το οποίο τελικώς δεν υλοποίησε.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος της πράξεως της υπεξαίρεσης για την οποία κατηγορείται με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας διότι επεδίωξε να άρει τις συνέπειες της πράξεώς του, ελαφρυντικό που δόθηκε και πρωτοδίκως κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό".
Μετά ταύτα εκήρυξε τον 1° κατηγορούμενο ... ένοχο του ότι "στα ... και σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, πάντως το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2003 μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2004, με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του και του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου-διαχειριστή ξένης περιουσίας, η αξία όμως των οποίων δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και κατά τον παραπάνω χρόνο ο ... ήταν πρόεδρος του Διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στα ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΟΥΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ENTOΛΩN (ΑΕΛΔΕ)" και ο ... (1ος κατηγορούμενος) αντιπρόεδρος του Δ.Σ., στην οποία η εγκαλούσα ... απευθύνθηκε και άνοιξε λογαριασμό, εντός του έτους 2000, στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, με σκοπό την αγοραπωλησία μετοχών ανωνύμων εταιριών εισηγμένων σ' αυτό μέσω της ανώνυμης εταιρίας "... ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ" αρχικά και στη συνέχεια μέσω της ανώνυμης εταιρίας "MAGNA TRUST". Από τον Μάρτιο του έτους 2001 έως τον Ιούνιο του 2003 μέσω της εταιρίας αυτής η εγκαλούσα προχώρησε σε αλλεπάλληλες αγοραπωλησίες μετοχών και εν τέλει έγινε κάτοχος μετοχών των εξής ανώνυμων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και συγκεκριμένα α) τριών χιλιάδων (3000) κοινών μετοχών της ΑΛΤΕ ΑΕ και β) δύο χιλιάδων κοινών μετοχών της ΠΕΤΖΕΤΑΚΙΣ Α.Γ.Α.Ε., αξίας (στις 30-6-2003) πέντε χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα (5.540) ευρώ. Όμως, κατά το διάστημα από τον Ιούλιο του 2003 μέχρι τον Ιούνιο του 2004, υπό την ως άνω ιδιότητά του (δηλαδή ως εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας) ιδιοποιήθηκε παράνομα τις παραπάνω μετοχές που του είχε εμπιστευθεί η εγκαλούσα καθ' όσον με δικές του ενέργειες και άνευ εντολής της εγκαλούσας μεταβιβάστηκαν σε τρίτα πρόσωπα". Με αυτά που εδέχθη το ανωτέρω δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως από εντολοδόχο διαχειριστή, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1, 27 και 375 § 1α (και 2) ΠΚ, που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα εδέχθη ότι ο αναιρεσείων ετέλεσε την άνω πράξη, καίτοι ούτος ηρνήθη ταύτην, προς δε στην απόφαση αναφέρονται τα ξένα ολικά πράγματα ήτοι οι μετοχές με την αντιπροσωπεύουσα αυτές αξία, οι οποίες περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της αναθέσεως εντολής (υπό) της πολιτικώς εναγούσης προς τον αναιρεσείοντα για την διαχείριση των κινητών της και δη την αγοραπωλησία μετοχών ανωνύμων εταιριών, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, δια λογαριασμόν της, η παράνομη ιδιοποίηση αυτών με την άρνηση της επιστροφής των (και την μεταβίβασή των εις τρίτους, εφ' όσον το τελευταίο αυτό δεν περιέχεται εις την εντολή - διαχείριση των μετοχών), η αξία αυτών εκ 5.540 €, όχι ιδιαιτέρως μεγάλη, ενώ το γεγονός που εδέχθη η απόφαση, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων, μετά την παύση της λειτουργίας της εταιρίας υπό την επωνυμία "Βουτινόπουλος - ανώνυμη εταιρία - λήψης και διαβίβασης εντολών Α.Ε.Λ.Δ.Ε." έγινε υπάλληλος της εταιρίας "Magna Trust", κατ' ουδέν αναιρεί την άνω διαπιστωθείσα και δεχθείσα από την απόφαση ιδιότητά του τού εντολοδόχου διαχειριστού ξένης περιουσίας όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων τοσούτον μάλιστα, καθ' όσον, πάλι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η εταιρία "Βουτινόπουλος ΑΕΛΔΕ" διεχειρίζετο τις μετοχές της πολιτικώς εναγούσης μέσω και της τελευταίας ως άνω εταιρίας.
Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως ο μεν περί ελλείψεως αιτιολογίας εις την προσβαλλομένη απόφαση, και διότι, παρ'ότι ο αναιρεσείων ισχυρίσθη ότι δεν διέπραξε ως εντολοδόχος ή διαχειριστής την πράξη της υπεξαιρέσεως, δια ην και κατεδικάσθη, το δικαστήριο της ουσίας δεν αιτιολόγησε την αντίθετη παραδοχή του, ο δε περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, εκ του τελευταίου ακριβώς λόγου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ο μέρος δε υπό την επίκληση των λόγων αυτών προσβάλλεται η ουσία της υποθέσεως, ούτοι είναι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/11/2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 842/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) ως και την δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης εξ ευρώ πεντακοσίων (500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση όχι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (άρθρο 375 ΠΚ). Πως προσδιορίζεται η αξία. Διαχειριστής ξένης περιουσίας και εντολοδόχος. Πότε υπάρχει διαχείριση. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Η αιτιολογία εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι στην άρνηση της κατηγορίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 589/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 390/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης. Με κατηγορουμένους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκους ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Διαμαντή, και πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 46/5.11.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1541/2009.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης, καθώς και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογία, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Επομένως, η υπό κρίση από 5 Νοεμβρίου 2009 αίτηση που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για έλλειψη αιτιολογίας κατά της υπ' αριθ. 390/2009 εν μέρει αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 6.10.2009, σύμφωνα με την επ' αυτής σχετική σημείωση και την από 19.11.2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Λάρισας, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, με την υπ' αριθ. 390/2009 απόφασή του, εκτός των άλλων που δεν αποτελούν αντικείμενο εξέτασης της προκειμένης αναιρετικής δίκης, κήρυξε αθώα την κατηγορουμένη Χ2 της κακουργηματικής απάτης, την οποία φερόταν ότι είχε τελέσει από κοινού με τον καταδικασθέντα με την αυτή απόφαση σύζυγό της Χ1, σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", αθώο δε τον Χ1 της κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Η αιτιολογία της ως άνω απόφασης ως προς τα προαναφερόμενα δύο (2) αθωωτικά μέρη της είναι, κατά λέξη, "Κηρυχθεί δε αθώα αυτής η δεύτερη κατηγορουμένη (εννοεί την Χ2), καθόσον δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή αυτής στην ως άνω πράξη. Η δεύτερη κατηγορουμένη απλώς δειγμάτισε τα ρούχα που παρήγγειλε. Επίσης, πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, καθόσον δεν προέκυψε ότι αυτός με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε σ' αυτήν την απόφαση να καταθέσει όσα κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς και Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας στις 26.3.2003 και 10.2.2004" (εκ παραδρομής αναφέρεται του Τριμελούς και Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας αντί του ορθού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας). Η τοιαύτη όμως αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα απαλλακτικά μέρη της, εκτός του ότι είναι συνοπτική και ιδιαίτερα όσον αφορά την Χ2, δεν είναι ούτε ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας δεν συνεκτίμησε τις καταθέσεις ενώπιόν του των μαρτύρων ... και ...(υπαλλήλου της δεύτερης στο κατάστημα του Χ1, καίτοι η πρώτη αυτών ήταν λίαν επιβαρυντική για την Χ2, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, ούτε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 1805/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, από την οποία προέκυπτε αμετάκλητη καταδίκη της Χ2 για κακουργηματική απάτη από κοινού με τον σύζυγό της σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ", τελεσθείσα με τον ίδιο τρόπο που αναφέρεται για την φερομένη ότι τελέσθηκε σε βάρος της ως άνω εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας στην προκειμένη δίκη. Δηλονότι, το Δικαστήριο της ουσίας δεν συνεκτίμησε και δεν συναξιολόγησε τα ως άνω προκύψαντα επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος της κατηγορουμένης, συμμετέχουσας ενεργώς και όχι τυπικά στις επιχειρήσεις του συζύγου της αδιακρίτως αν, κατά τη λειτουργία αυτών, τελούνταν και αξιόποινες πράξεις που απέφεραν παράνομα περιουσιακά οφέλη σε αμφοτέρους. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ1 ότι, αφού η ... δεν διώχθηκε τελικά ως αυτουργός για το έγκλημα της ψευδορκίας λόγω πλάνης της ως προς την αλήθεια των υπ' αυτής κατατεθέντων, διότι ο ίδιος την διαβεβαίωσε περί της αληθείας του, όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ' αριθ. 351/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, δεν στοιχειοθετείται γι' αυτόν το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα που φέρεται ότι τέλεσε αυτός, είναι μη νόμιμος (βλ. ΑΠ 20/2006) και απορριπτέος. Επίσης, η ίδια ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας ως προς την προαναφερόμενη πράξη, δηλονότι της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, που αποδιδόταν στον Χ1, στερείται εντελώς αιτιολογίας, αφού δεν παραθέτει καθόλου τα περιστατικά, από τα οποία δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω βάσιμου μοναδικού λόγου αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ να γίνει δεκτή η αίτηση ως κατ' ουσία βάσιμη να αναιρεθεί εν μέρει (ως προς τα απαλλακτικά μέρη της) η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενα μέρη της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ), εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 5.11.2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 390/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης όσον αφορά τα μέρη που κηρύσσονται αθώοι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση ο πρώτος και την πράξη της κακουργηματικής απάτης η δεύτερη αυτών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα ως άνω μέρη της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης αθωωτικής απόφασης από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για έλλειψη αιτιολογίας. Αθώωση κατηγορουμένου για κακουργηματική απάτη και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση (ακόμα και αν ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του αυτουργού της ψευδορκίας λόγω πλάνη τους ως προς το ψευδές των από αυτόν κατατεθέντων). Ελλιπής αιτιολογία και παραδοχή αίτησης αναίρεσης Εισαγγελέα. Παραπομπή υπόθεσης ως προς τα αθωωτικά μέρη της στο ίδιο δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ψευδορκία μάρτυρα, Απόφαση αθωωτική.
| 2
|
Αριθμός 588/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2695/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1386/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 52/4.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 476 παρ. 1 ΚΠΔ την από 21-9-2004 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της υπ'αρ. 2659/2009 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Με την ως άνω προσβαλλομένη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως την υπ'αρ. 10241/23-10-2008 έφεση του κατηγορουμένου κατά της υπ'αρ. 42303/23-5-2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατεχωρήθη στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής την 2-9-2009 ο δε κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση αναίρεση κατά της άνω αποφάσεως την 21-9-2009 διά δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Κατά τη διάταξη του αρ. 504 παρ. 1 ΚΠΔ: Όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, "όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση" και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη....". Η απορρίπτουσα απόφαση την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, δεν είναι καταδικαστική (Συμβ. Α.Π. 1911/2005 Π.Δ/σύνη 2006/520, Α.Π. 1500/87, Α.Π. 1606/81, Α.Π. 588/97) και η κατ'αυτής αναίρεση δεν δύναται να ασκηθεί δι'επιδόσεως δηλώσεως στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, αλλά πρέπει ν'ασκηθεί εντός της 10ημέρου προθεσμίας του αρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της Προξενικής αρχής ή εάν κρατείται μπορεί και ενώπιον του διευθυντή της φυλακής (αρ. 474 παρ. 1 ΚΠΔ).-
Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως βάσει των ανωτέρω, είναι απαράδεκτη και θα πρέπει σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να κηρυχθεί ως τοιαύτη (απαράδεκτη), να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Για τους λόγους αυτούςΠ ρ ο τ ε ί ν ω
1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 21-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά της υπ'αρ. 2695/2009 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
2) Να διαταχθεί η εκτέλεση της άνω αποφάσεως.
3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 7 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, κατά δε το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1, δηλαδή από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοσή της. Η εξαιρετική όμως διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία επιτρέπει στον κατηγορούμενο να ασκεί αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχει εφαρμογή μόνο κατά των καταδικαστικών αποφάσεων και δεν επεκτείνεται και στις μη καταδικαστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη που απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως που τον καταδίκασε ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ασκεί αίτηση αναιρέσεως ο κατηγορούμενος, ..., κατά της 2695/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του κατά της 42303/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τον καταδικάζει σε φυλάκιση 12 μηνών για απάτη από την οποία προκλήθηκε ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και για κλοπή αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όχι με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στα εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει, όπως είχε δικαίωμα, αλλά με δήλωση που επέδωσε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παρόλον ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της και πρέπει το Δικαστήριο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της ανωτέρω αποφάσεως, ως απαράδεκτη, και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη αυτήν, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο αυτό, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (ΚΠΔ 476 παρ. 1 εδ. τελ.), όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα στον φάκελλο της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 18.9.2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, ... κατά της 2695/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εκτέλεση της άνω αποφάσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσόν των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης. Μη καταδικαστική απόφαση. Αναίρεση που ασκήθηκε κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη. Ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 587/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της υπ'αριθμ. 2245/2009 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορουμένη την ...., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση-συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2010 μετά την υπ'αριθμ. 11/26-1-2010 πράξη του Προέδρου του ΣΤ Τμήματος του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Πατινίδη, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 132/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 145 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, όταν στην απόφαση ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη και παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους, τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή τους, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή έννοια αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο (παρ.1). Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός άλλων, και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης όταν αυτό είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο, που σημειώθηκε στα πρακτικά. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση η διάταξη ύστερα από κλήτευση των διαδίκων που εμφανίστηκαν (παρ.2). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η 11/26-2-2010 πράξη του Προέδρου του Τμήματος του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το, από ...., αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ..., επιδόθηκε νόμιμα (με θυροκόλληση) στην κατηγορουμένη,..., η από 12-2-2010 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία καλεί αυτήν να παραστεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά την παρούσα δικάσιμο, περί διορθώσεως -συμπληρώσεως της αποφάσεως 2245/2009 του Αρείου Πάγου. Στην πιο πάνω πράξη εκτίθεται ότι στην υπ'αριθμ. 2245/2009 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, από προφανή παραδρομή γράφηκε ως παραστάς της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, ..., ο δικηγόρος "Σταύρος Αποστολόπουλος" αντί του ορθού "Σπύρος Αποστολόπουλος". Η αίτηση είναι νόμιμη (ΚΠΔ 145 παρ.1,2), καθόσον πρόκειται για λάθος που δεν δημιουργεί ακυρότητα, από τη διόρθωση δε αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο. Επομένως, η αίτηση πρέπει να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή και να διαταχθούν τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Για τους λόγους αυτούς
Διορθώνει την 2245/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού στο εισαγωγικό της, με την αναγραφή ως παραστάς δικηγόρος της αναιρεσείουσας-κατηγορουμενης,...., αντί του εσφαλμένου "Σταύρος Αποστολόπουλος", στο ορθό "Σπύρος Αποστολόπουλος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από παραδρομή ανεγράφη στο εισαγωγικό της αποφάσεως κύριο όνομα του παραστάντος πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας, διαφορετικό από αυτό εκείνου που παρέστη.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
Αριθμός 585/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Κοσμάτο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 501-502/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.5.2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 733/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 307/23.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 αριθ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 12-5-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας της κατηγορίας προς το συμφέρον του της 501-502/2007 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική κάθειρξη επτά ετών και οκτώ μηνών για εξακολουθητική υπεξαίρεση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/50 και υπεξαγωγή εγγράφων, και εκθέτω τα ακόλουθα :
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για πλημ/μα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν, εκτός των άλλων, μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος αυτός. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1094/2006 ΠΧ 2007.411, ΑΠ 1139/2003 ΠΔ 2004.1325, Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος" Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ! ΙΓ! 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007. σελ. 214 και 215). Αρμόδιο για την αξιολόγηση τέτοιας αιτήσεως επαναλήψεως από τον καταδικασθέντα για κακούργημα από το Πενταμελές Εφετείο είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο.
ΙΙΙ. Με την παραπάνω 501-502/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου ο ΑΑ και ο αιτών Χ: α) για εξακολουθητική υπεξαίρεση από κοινού με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950 πράξη που τέλεσαν στην ... από 9-12-1995 μέχρι 31-12-1997 σε βάρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού ... του οποίου με την ιδιότητα του ταμία ο πρώτος και του λογιστή - ταμία ο δεύτερος ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 80.595.925 δρχ. και β) για υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού πράξη που τέλεσαν στον ίδιο τόπο τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1999 με την απόκρυψη διαφόρων βιβλίων, τιμολογίων, αποδείξεων και άλλων εγγράφων που ανήκαν στον ίδιο συνεταιρισμό. Η καταδίκη τους αυτή επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο με την 1506/2007 απόφασή του που απέρριψε σχετικές αιτήσεις αναιρέσεως και των δύο καταδικασθέντων κατηγορουμένων. Το Πενταμελές Εφετείο κατάληξε στην καταδικαστική απόφαση αφού δέχθηκε ότι "οι κατηγορούμενοι 1) ΑΑ και 2) Χ κατά το χρονικό διάστημα από 9-12-1995 έως 31-12-1997 ήταν ο μεν πρώτος μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και ταμίας, ο δε δεύτερος λογιστής και παράλληλα και ταμίας του Αγροτικού Συνεταιρισμού ... και με τις ιδιότητές τους αυτές, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν κινητά πράγματα μεγάλης αξίας, τα οποία περιήλθαν σ' αυτούς κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, γιατί πρόκειται περί αντικειμένων, που τα είχαν εμπιστευθεί σ' αυτούς με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους. Στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, είχαν ανατεθεί και τα καθήκοντα του ταμία του συνεταιρισμού με σχετική διάταξη του καταστατικού του και αυτά συνίσταντο στην ανάληψη μετά του Προέδρου του Συνεταιρισμού διαφόρων ποσών για λογαριασμό του συνεταιρισμού και στην καταβολή, για λογαριασμό του συνεταιρισμού διαφόρων ποσών στα μέλη του και σε άλλους τρίτους δικαιούχους. Ο πρώτος απ' αυτούς ΑΑ, μαζί με τον ΒΒ, Προέδρο του Δ.Σ. του συνεταιρισμού, που ήδη φυγοδικεί και δεν έχει δικαστεί μέχρι τούδε, ασκούσε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και πράξεις αντιπροσώπευσης του συνεταιρισμού λόγω της ανωτέρω ιδιότητας του, και της εξουσίας που του είχε παρασχεθεί από το Δ.Σ. του συνεταιρισμού, δεδομένου ότι ανέπτυσσε πρωτοβουλίες, ελάμβανε αποφάσεις που τον δέσμευαν και επέβλεπε την ταμειακή του πορεία. Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο και τόπο - ... - από κοινού ιδιοποιήθηκαν παράνομα από το ταμείο της διαχείρισης του Αγροτικού Συνεταιρισμού ... τα παρακάτω χρηματικά ποσά, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή τους με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους και τα οποία χρηματικά ποσά ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 80.595.925 δραχμών. Πριν προκύψει η ανωτέρω συμπεριφορά των κατηγορουμένων συνήλθε η γενική συνέλευση του συνεταιρισμού, ο οποίος αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στον οποίον κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις, στις 5-2-2000 και αποφάσισε, λόγω του ότι υπήρχαν σοβαρές υπόνοιες για οικονομικές ατασθαλίες, τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου από τον ορκωτό λογιστή Μ1. Ο τελευταίος, ο οποίος εξετάστηκε και ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβη σε διαχειριστικό έλεγχο για τις χρήσεις των ετών 1994-1998 και συνέταξε την έκθεση του, που θα αναφερθεί ειδικότερα παρακάτω, και επιβεβαιώνει των εις βάρος των κατηγορουμένων κατηγορία, κατά τα κατωτέρω και εις το διατακτικό πλήρως αναφερόμενα περιστατικά. Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι, οι κατηγορούμενοι από κοινού με τον προαναφερόμενο αρχικώς συγκατηγορούμενό τους Χ3, ο οποίος δεν δικάζεται σήμερα για τους ανωτέρω λόγους, με τις ως άνω ιδιότητες τους, του Προέδρου (ο Χ3, του ταμία ο ήδη, πρώτος κατηγορούμενος του Δ.Σ. του συνεταιρισμού και του λογιστή και ταμία ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος τηρούσε και όλα τα βιβλία αυτού, αφαίρεσαν από το ταμείο του συνεταιρισμού τμηματικά ιδιαίτερα μεγάλης χρηματικά ποσά, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή τους με τις ως άνω ιδιότητές τους, κατά τη διάρκεια που ο ήδη πρώτος κατηγορούμενος Χ2 (μαζί με τον ανωτέρω Χ3) είχαν την ουσιαστική διαχείριση του συνεταιρισμού, δηλαδή μέχρι τη λήξη της θητείας τους. Τα ως άνω αφαιρεθέντα ποσά ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 80.595.925 δραχμών, και τα οποία στη συνέχεια τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα κατά τους κατωτέρω χρόνους, κατά τους οποίους εκδήλωσαν την πρόθεση τους για την παράνομη ιδιοποίησή τους. Συγκεκριμένα, ιδιοποιήθηκαν 1) το ποσό των 61.716.830 δραχμών την 31-12-1997, κατά την οποία, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έξοδο του ποσού αυτού από το ταμείο του συνεταιρισμού, καταχώρισαν, δια του, ενεργήσαντος για λογαριασμό όλων, δευτέρου κατηγορουμένου Χ, λογιστού, εικονικά στην καρτέλλα αναλυτικού καθολικού χρήσης 1997 με κωδικό αριθμό 20-00-0000 χρήσεως 1997 και με αιτιολογία "φάρμακα- λιπάσματα" στον αύξοντα αριθμό ημερολογιακής εγγραφής 218 στην παραπάνω ημερομηνία ότι δήθεν το ποσό αυτό δηλ των 61.716.830 δραχμών διατέθηκε για την αγορά σπαραγγιών. Το γεγονός ότι η εγγραφή αυτή είναι εικονική προκύπτει από το ότι δεν υπάρχουν παραστατικά και πώλησης σπαραγγιών, καθώς επίσης και από το ότι η ίδια αγορά, έναντι του ιδίου τιμήματος, είναι καταχωρημένη στο λογαριασμό με κωδικό αριθμό 20-00-0003 χρήσεως 1997, με αιτιολογία "σπαράγγι" και με αύξοντα αριθμό ημερολογιακής εγγραφής 225.226/30-12-1997. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για διπλή εγγραφή, και όχι εικονική εγγραφή, η οποία οφείλεται σε παραδρομή. Όμως ο ισχυρισμός του τυγχάνει απορριπτέος γιατί οι ως άνω εγγραφές έγιναν με διαφορετικό κωδικό, γεγονός που ενισχύει τα ανωτέρω και δη ότι δεν πρόκειται για διπλή εγγραφή. Επίσης οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 500.000 δραχμών την 31-12-1995, κατά την οποία, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έξοδο του ποσού αυτού από το ταμείο του συνεταιρισμού, καταχώρισαν, κατά τα ανωτέρω, στην καρτέλλα αναλυτικού καθολικού χρήσης 1995, με κωδικό εγγραφής 221 στην παραπάνω ημερομηνία, ότι δήθεν το ποσό αυτό των 500.000 δραχμών διατέθηκε για δαπάνες διακίνησης ροδακίνων. Η εγγραφή όμως αυτή είναι εικονική και αυτό προκύπτει από το ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα δικαιολογητικά καταβολής του ποσού και η αιτία της καταβολής. Εκτός των ανωτέρω ποσών οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν και το ποσόν των 16.137.882 δραχμών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 3-12-1997. Συγκεκριμένα κατά το διάστημα αυτό καταχώρισαν, στους λογαριασμούς με κωδικούς αριθμούς 40-00-0000 έως 46-00-0043, στη διάρκεια της χρήσης 1997 και δη από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1997, εγγραφές πληρωμής στην ΑΤΕ, για εξόφληση δανείων, του συνολικού ποσού των 189.198.160 δραχμών. Όμως αποδείχθηκε ότι κατά το διάστημα αυτό κατέβαλαν για την αιτία αυτή στην Αγροτική Τράπεζα το συνολικό ποσό των 173.060.272 δραχμών και όχι το ποσό των 189.198.160 δραχμών, όπως εμφαίνεται από τις ως άνω ψευδείς εγγραφές. Με τον τρόπο αυτό καρπώθηκαν σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του έτους αυτούς (1997) τη διαφορά μεταξύ των ως άνω ποσών (189.198.160 - 173.060.272), η οποία ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 16.137.882 δραχμών. Τέλος οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 2.241.213 δραχμών συνολικά κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1997. Ειδικότερα ενεργούντες, κατά τα ανωτέρω, εμφάνισαν στα βιβλία του Συνεταιρισμού ότι την 31-12-1997 το υπόλοιπο του λογαριασμού καταθέσεων όψεως που τηρούσε ο συνεταιρισμός στην ΑΤΕ με αριθμό ... ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 2.626.386 δραχμών. Δηλαδή ανέγραψαν στο υπ' αριθμ. 38-01-000 καθολικό το εν λόγω ποσό με την αιτιολογία "καταθέσεις όψεως", ενώ, όπως αποδείχτηκε το υπόλοιπο ποσό, ήταν μόνο 385.173 δραχμές. Με τον τρόπο αυτό καρπώθηκαν σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του έτους 1997 τη διαφορά μεταξύ των ποσών αυτών που ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 2.241.213 δραχμών. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι ήδη κατηγορούμενοι από κοινού με τον ανωτέρω ΒΒ κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1999, και σε μη εξακριβωθείσες επακριβώς ημέρες, με τις ιδιότητές τους, απέκρυψαν από κοινού έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριοι με σκοπό να βλάψουν τον ανωτέρω συνεταιρισμό και να μην αποκαλυφθεί η ως άνω παράνομη συμπεριφορά τους. Συγκεκριμένα απέκρυψαν τα τιμολόγια αγοράς γεωργικών εφοδίων από διάφορους προμηθευτές, τις αποδείξεις πληρωμής των προμηθευτών, τα τιμολόγια πώλησης γεωργικών εφοδίων στα μέλη του συνεταιρισμού και σε τρίτους, τις αποδείξεις είσπραξης των απαιτήσεων του, τους αναλυτικούς λογαριασμούς των συναλλαγών του και το βιβλίο αποθήκης. Στην απόκρυψη των εν λόγω εγγράφων προέβησαν οι κατηγορούμενοι, καθώς και ο ανωτέρω ΒΒ, με σκοπό να βλάψουν τον συνεταιρισμό και ειδικότερα για να αποφύγουν τον πλήρη διαχειριστικό έλεγχό του αν και γνώριζαν ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν δικά τους αλλ' ανήκαν στον συνεταιρισμό. Ενόψει δε της συμπεριφοράς τους αυτής ο συνεταιρισμός δεν είναι πλέον σε θέση να αποδείξει το ύψος των απαιτήσεων, που ενδεχομένως έχει από την πώληση διαφόρων προϊόντων - εφοδίων και εν γένει από τις συναλλαγές του. Προέβησαν δε οι κατηγορούμενοι (και ο ανωτέρω Χ3) στην απόκρυψη των ανωτέρω εγγράφων του συνεταιρισμού, καίτοι ειδοποιήθηκαν μάλιστα να τα παρουσιάσουν στα αρμόδια όργανα αυτού, καθώς και στον ανωτέρω ορκωτό λογιστή που διορίστηκε για να ελέγξει την περίοδο 1994-1997 και προφανώς και για την διαλεύκανση της ένδικης υπόθεσης, πλην όμως αυτοί επιδιώκοντας να αποφύγουν τον διαχειριστικό έλεγχο του συνεταιρισμού κατά τη διάρκεια που αυτοί ασκούσαν τις ανωτέρω εξουσίες τα απέκρυψαν για να παρεμποδίσουν με τον τρόπο αυτό τη χρήση αυτών ως αποδεικτικών στοιχείων, με προφανή σκοπό να βλάψουν τον συνεταιρισμό. Με την απόκρυψη των εγγράφων αυτών που επιδίωξαν οι κατηγορούμενοι κατόρθωσαν να επιφέρουν βλάβη στα συμφέροντα του συνεταιρισμού, αφού αυτός δεν είχε πλέον στην κατοχή του τα ανωτέρω έγγραφα και έτσι δεν ήταν σε θέση να αποδείξει, το ύψος των απαιτήσεων που ενδεχομένως έχει από την πώληση των γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων, καθώς και το ύψος των κερδών του από τις συναλλαγές αυτές. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκαν από την εξέταση του νομίμου εκπροσώπου του πολιτικώς ενάγοντος και πό τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και οι οποίοι κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, κατά τρόπο σαφή και πειστικό για την προαναφερθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων, καθώς και του ανωτέρω ΒΒ. Ειδικά οι: 1] ..., Πρόεδρος του Συνεταιρισμού από το έτος 2000, 2] ..., μέλος του συνεταιρισμού, 3] ..., μέλος του συνεταιρισμού - παραγωγός, 4] ..., 5] ... και 6] ..., μέλη του συνεταιρισμού κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι ο Πρόεδρος, ο Ταμίας και ο Λογιστής είχαν πρόσβαση στο ταμείο του, συνεταιρισμού ήτοι : ο ανωτέρω ΒΒ και οι ήδη κατηγορούμενοι, και οι οποίοι δεν παρέδωσαν μέχρι το 1998 και τότε η Γενική Συνέλευση αποφάσισε να προσλάβουν ορκωτό λογιστή για να διενεργήσει διαχειριστικό έλεγχο, από τον οποίο βρέθηκε έλλειμμα 85.000.000 δραχμές, τα οποία δεν υπήρχαν στο ταμείο του συνεταιρισμού, γιατί τα πήραν οι κατηγορούμενοι από κοινού με τον ανωτέρω ΒΒ, προσθέτοντας ότι οι τελευταίοι έφεραν αντιρρήσεις για τη διεξαγωγή του διαχειριστικού ελέγχου για το ένδικο χρονικό διάστημα και δεν παρέδωσαν τα απαραίτητα στοιχεία, βιβλία και παραστατικά τόσο στα αρμόδια όργανα του συνεταιρισμού, όσο και στον Ορκωτό Λογιστή, καίτοι τους ζητήθηκαν ειδικά από τα εν λόγω πρόσωπα. Επίσης, οι ίδιοι μάρτυρες κατέθεσαν για τον τρόπο με τον οποίο ιδιοποιήθηκαν τα ως άνω χρήματα για την ανωτέρω εγγραφή στα βιβλία του συνεταιρισμού, για τα σπαράγγια, η οποία δεν είχε γίνει από λάθος των κατηγορουμένων, αλλά με τέχνασμα για να καρπωθούν τα χρήματα, τα οποία "τα έφαγαν, τα βάλανε στις τσέπες τους", γεγονός το οποίο πέτυχαν με τις ως άνω εικονικές εγγραφές. Τα ανωτέρω πιστοποιούνται και από την κατάθεση του μάρτυρα ...- ορκωτού λογιστή, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι από τον διαχειριστικό έλεγχο που διενήργησε για την περίοδο 1994-1997 διαπίστωσε ότι υπήρχε έλλειψη 85.000.000 δρχ. περίπου για τον συνεταιρισμό, που οφείλεται στην προαναφερθείσα μέθοδο - τέχνασμα, των κατηγορουμένων, προσθέτοντας ότι "αυτοί που είχαν πρόσβαση θα μπορούσαν να πάρουν και τα χρήματα, οι κατηγορούμενοι προφανώς είχαν πρόσβαση, ο ταμίας όχι μονό μπορεί, αλλά οφείλει να έχει πρόσβαση". Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι αν γινόταν από λάθος στην περίπτωση της διπλοεγγραφής των 61.000.000 δραχμών θα υπήρχε το πλεόνασμα των 61.000.000 δραχμών στο ταμείο, αντικρούοντας έτσι τον σχετικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι η κρίσιμη αυτή εγγραφή οφείλεται σε λάθος. Ωσαύτως τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη: 1) την από 23.4.1999 μηνυτήρια αναφορά του ..., 2) το με αριθμό Νο 7 πρακτικό της από 27.3.1994 Γενικής Συνέλευσης μελών του αγροτικού συνεταιρισμού ..., 3) την από 18.6.1999 εξώδικη γνωστοποίηση πρόσκληση, 4) την από 27.6.1998 πρόσκληση δήλωση, 5) την έκθεση ελέγχου επί της οικονομικής διαχείρισης του Συνεταιρισμού ... χρήσεως 1994-1998, την οποία συνέταξε ο λογιστής, ο οποίος καταλήγει στο αιτιολογημένο συμπέρασμα από κοινού με τον ανωτέρω ΒΒ ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα ως άνω χρηματικά ποσά με τους προαναφερόμενους τρόπους, 6] την από 15.7.1999 εξώδικη γνωστοποίηση πρόσκληση και 7] την υπ' αριθμ. 248/2002 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία περιέχονται και οι καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω. Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, αφού δεν κατέθεσαν περιστατικά τέτοια τα οποία να αναιρούν τα ανωτέρω στοιχεία, που πλήρως πιστοποιούν την εις βάρος των κατηγορουμένων κατηγορία. Ειδικά, ο μεν δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε αποκλειστικά για την προσωπικότητα του δευτέρου κατηγορουμένου, ο δε πρώτος, όλως αβασίμως κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι δεν άκουσε τίποτε για τη συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου καίτοι ήταν γεωπόνος - αποθηκάριος στις αποθήκες του συνεταιρισμού, προσθέτοντας ότι "έκανε είσπραξη χρημάτων από την Τράπεζα και τα μοίραζε στα μέλη, εν γνώσει του ΔΣ του συνεταιρισμού, και 2] η διπλοεγγραφή δεν ξέρει "από ποιόν έγινε, δεν ξέρει ποιός έκανε την καταχώρηση" και 3] δεν άκουσε ότι πήρε έγγραφα μαζί του όταν έφυγε. Οι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού όλως αορίστως και αβασίμως αρνούνται την τέλεση των ανωτέρω πράξεων. Με την άρνηση τους όμως αυτή δεν αιτιολογήθηκε καθόλου η επικαλούμενη μη συμμετοχή τους στην ανωτέρω τέλεση των ενδίκων πράξεων, αφού αυτές αποδείχτηκαν κατά τρόπο σαφή και πειστικό από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, ενώ η τέλεση τους δεν αναιρείται ούτε και από τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά πρότασή τους".
ΙV. Ο αιτών στην παραπάνω αίτησή του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του επειδή κατά τον χρόνο τελέσεως αυτός : α) είχε μόνο την ιδιότητα του γραμματέα του συνεταιρισμού ..., β) δεν είχε την ιδιότητα του λογιστή ταμία γ) δεν είχε καμιά διαχειριστική εξουσία στα οικονομικά του συνεταιρισμού και δ) η οικονομική του επιφάνεια ήταν περιορισμένη με συνέπεια να λάβει δάνεια από την ΑΤΕ, την ΕΤΕ και την CITY BANK . Για να αποδείξει αυτός τις θέσεις του αυτές προσκομίζει και επικαλείται: α) τέσσερες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ... και ... που επιβεβαιώνουν όσα παραπάνω ισχυρίζεται β) δανειακές συμβάσεις με τις παραπάνω τράπεζες γ) κατασχετήρια έκθεση για μη εξόφληση δανείου και δ) καταστάσεις εξόφλησης των παραγωγών σπαραγγιού του έτους 1997.
V. Όλα τα παραπάνω στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών κατηγορούμενος δεν αποτελούν νέα στοιχεία και αποδείξεις που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του. Συγκεκριμένα το ταυτόσημο περιεχόμενο των παραπάνω τεσσάρων νέων ενόρκων κατατέθηκε από τους τρείς πρώτους μάρτυρες και στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και αξιολογήθηκε από αυτό χωρίς να το αποδεχθεί. Μάλιστα την ίδιες θέσεις είχε διατυπώσει απολογούμενος και ο κατηγορούμενος που δεν έγιναν δεκτές. Δηλαδή ο αιτών επιχειρεί να ανατρέψει την ουσιαστική κρίση σε βάρος του χωρίς νέα στοιχεία απλά προσβάλλοντάς την έμμεσα ως εσφαλμένη, πράγμα το οποίο είναι, όπως παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκε, δικονομικά ανεπίτρεπτο. Τέλος τα υπόλοιπα έγγραφα που ο αιτών προσκομίζει δεν είναι νέα στοιχεία και αποδείξεις αφού όλα έχουν συνταχθεί πριν την εκδίκαση της κατηγορίας στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και αυτός τα είχε στην κατοχή του και είχε την δυνατότητα να τα προσκομίσει για να αξιολογηθούν. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές του κατ/νου δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και την μετά βεβαιότητας αθώωσή του και για το λόγο αυτό πρέπει η παραπάνω αίτησή του να απορριφθεί και να επιβληθούν σε αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Τέλος πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του αιτούντα για αναστολή εκτελέσεως της παραπάνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (α. 529 του Κ.Π.Δ.) επειδή δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει η παραπάνω αίτηση επανάληψης της διαδικασίας που είναι προϋπόθεση ικανοποίησης του αιτήματος αυτού (ΑΠ 177/2007).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί η από 12-5-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας της κατηγορίας προς το συμφέρον του της 501-502/2007 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική κάθειρξη επτά ετών και οκτώ μηνών για εξακολουθητική υπεξαίρεση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/50 και υπεξαγωγή εγγράφων,
Β) Να απορριφθεί το αίτημα του αιτούντα για αναστολή εκτελέσεως της παραπάνω αποφάσεως και
Γ) Να επιβληθούν σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ.
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος
Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η υπό κρίση από 12.5.2009 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ, κάτοικος ..., επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθ. 501-502/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και οκτώ (8) μηνών, για εξακολουθητική υπεξαίρεση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950 και υπεξαγωγή εγγράφων, ισχυριζόμενος ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρονται σ' αυτήν, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος των πράξεων, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθ. 501-502/2006 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της από 28.6.2006 αιτήσεως αναιρέσεώς του και ήδη αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας με την υπ' αριθ. 1506/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εκτός των άλλων που δεν αποτελούν αντικείμενο της προκειμένης δίκης, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και καταδίκασε αυτόν σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών αντίστοιχα και συνολικά σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και οκτώ (8) μηνών, για τις πράξεις της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 2 του ν. 1608/1950 και της υπεξαγωγής εγγράφων αντίστοιχα, μετά την παραδοχή ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο αυτού η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου του (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ) και ειδικότερα του ότι, ενεργώντας από κοινού με τον τότε συγκατηγορούμενό του ΑΑ, κατοίκου ..., "στην ...: Α) στους παρακάτω χρόνους τυγχάνοντες ο πρώτος (ΑΑ) και ο δεύτερος (Χ), λογιστής και ταμίας του Αγροτικού Συνεταιρισμού ... και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 9.12.1995 έως 31.12.1997, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν παράνομα ξένα εν όλω κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία οπωσδήποτε περιήλθαν στην κατοχή τους, η δε πράξη τους αυτή ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, γιατί πρόκειται περί αντικειμένων που τα είχαν εμπιστευθεί σ' αυτούς με τις ως άνω ιδιότητές των ... . Ειδικότερα, του ότι στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού ιδιοποιήθηκαν παράνομα από το ταμείο της διαχείρισης του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., τα παρακάτω αναφερόμενα ειδικότερα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικά ποσά, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή τους με την προαναφερόμενη ιδιότητά τους και τα οποία ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 80.595.925 δρχ. Δηλαδή α) την 31-12-1997, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 61.716.830 δραχμών και προκειμένου να δικαιολογήσουν την έξοδο του ποσού αυτού από το ταμείο του Συνεταιρισμού, στην καρτέλα αναλυτικού καθολικού χρήσης 1997 με κωδικό αριθμό 20-00-0000, αιτιολογίας "φάρμακα-λιπάσματα" στον αύξοντα αριθμό ημερολογιακής εγγραφής 218, καταχώρισαν στην παραπάνω ημερομηνία ότι δήθεν το ποσό αυτό (δηλαδή των 61.716.830 δραχμών) διατέθηκε για την αγορά σπαραγγιών. Η εγγραφή όμως αυτή ήταν εικονική και έγινε με σκοπό και μόνο να δικαιολογηθεί το έλλειμμα αντίστοιχου ποσού από το ταμείο του Συνεταιρισμού και τούτο διότι, αφενός δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα παραστατικά αγοράς και πώλησης των σπαραγγιών, αφετέρου η ίδια αγορά, έναντι του ίδιου τιμήματος, ήταν ήδη καταχωρημένη στον λογαριασμό με κωδικό αριθμό ... χρήσης 1997, αιτιολογίας "σπαράγγι", με αύξοντα αριθμό ημερολογιακής εγγραφής 225-226/30.12.1997, β) Την 31.12.1995, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 500.000 δραχμών και προκειμένου να δικαιολογήσουν την έξοδο του ποσού αυτού από το ταμείο του Συνεταιρισμού, στην καρτέλα αναλυτικού καθολικού χρήσης 1995, με κωδικό εγγραφής 221, καταχώρισαν στην παραπάνω ημερομηνία, ότι δήθεν το ποσό αυτό [δηλαδή των 500.000 δραχμών] διατέθηκε για τη διακίνηση ροδάκινων. Η εγγραφή όμως αυτή ήταν εικονική και έγινε με σκοπό και μόνο να δικαιολογηθεί το έλλειμμα αντίστοιχου ποσού από το ταμείο του Συνεταιρισμού και τούτο, διότι δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα παραστατικά καταβολής του ποσού και η αιτία καταβολής, γ) για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.12.1997 και σε μη εξακριβωθείσες ημεροχρονολογίες, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το συνολικό ποσό των 16.137.882 δραχμών. Συγκεκριμένα, αν και όφειλαν να καταβάλουν, για λογαριασμό του Συνεταιρισμού ..., στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, το συνολικό ποσό των 189.198.160 δραχμών, για δάνεια χρήσης 1997, που έλαβε ο Συνεταιρισμός από την Τράπεζα, κατέβαλαν τελικά μόνο το ποσό των 173.060.272 δραχμών, προς εξόφληση των δανείων και την διαφορά των 16.137.882 δραχμών την ιδιοποιήθηκαν παράνομα, στα δε βιβλία του Συνεταιρισμού και συγκεκριμένα στους λογαριασμούς με κωδικούς αριθμούς 46-00-0000 έως και 46-00-0043 καταχώρησαν, στη διάρκεια χρήσης 1997 [δηλαδή από 1.1.1997, έως 31.12.1997], εγγραφές πληρωμής στην ΑΤΕ για εξόφληση δανείων, ύψους 189.198.160 δραχμών, οι οποίες όμως είναι εικονικές, ως προς μέρος του ποσού των 16.137.882 δραχμών που ιδιοποιήθηκαν, και δ) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 31.1.1997 και σε μη εξακριβωθείσα στην ανάκριση ημεροχρονολογία, ιδιοποιήθηκαν το συνολικό ποσό των 2.241.213 δραχμών, από τον λογαριασμό καταθέσεων όψεως του Συνεταιρισμού που τηρούν στην αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, με αριθμό ..., από τον οποίο είχαν τη δυνατότητα: ο ΑΑ, ως ταμίας, με τον ΒΒ (που δεν είναι τώρα κατηγορούμενος), ως Πρόεδρος, με την ιδιότητά τους ως μελών στο ΔΣ του Συνεταιρισμού, να αναλαμβάνουν χρήματα, εμφάνισαν δε στα βιβλία του Συνεταιρισμού, ότι δήθεν το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού την 31.12.1997 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 2.626.386 δραχμών, στο υπ' αριθ. 38-01-0000 γενικό καθολικό με την αιτιολογία "καταθέσεις όψεως", ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν μόνο 385.173 δραχμές και το ελλείπον το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Την παραπάνω πράξη τους τέλεσαν σε βάρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., ο οποίος αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο, κατά τις κείμενες διατάξεις, μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ή από τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις κατά τη διάταξη του άρθρου 263 Α περ. δ' και η συνολική ζημία που προξενήθηκε σ' αυτόν υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών.
Β) Κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1999, και σε μη εξακριβωθείσες στην ανάκριση ημέρες, με τις παραπάνω ιδιότητές, τους, από κοινού με τον ΒΒ, Πρόεδρο του ανωτέρω συνεταιρισμού, με σκοπό να βλάψουν άλλον απέκρυψαν από κοινού έγγραφα, κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 13 του ΠΚ), των οποίων δεν ήταν κύριοι. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, τους ζητήθηκαν από τη διοίκηση του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., η οποία ανέθεσε σε Ορκωτό Λογιστή τη διενέργεια λογιστικού ελέγχου στον Συνεταιρισμό, τα πλήρη δικαιολογητικά έγγραφα που αφορούν τη διακίνηση γεωργικών εφοδίων από τον Συνεταιρισμό και συγκεκριμένα τα τιμολόγια αγοράς γεωργικών εφοδίων από τους προμηθευτές, οι αποδείξεις πληρωμής των προμηθευτών, τα τιμολόγια πώλησης των γεωργικών εφοδίων στα μέλη του συνεταιρισμού ή και σε τρίτους, οι αποδείξεις είσπραξης των απαιτήσεων αυτών, οι αναλυτικοί λογαριασμοί των συναλλαγών με πελάτες και προμηθευτές και το βιβλίο αποθήκης, προκειμένου να λάβει γνώση ο Συνεταιρισμός, του ύψους των εσόδων που είχε από την εμπορία γεωργικών εφοδίων προς τα μέλη τους, καθώς και το ύψος των υποχρεώσεών του. Πλην όμως, απέκρυψαν από κοινού όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα και αρνήθηκαν να τα παραδώσουν αλλά και να τα επιδείξουν, με σκοπό να βλάψουν τον Συνεταιρισμό. Η βλάβη δε, που επιδίωξαν και κατάφεραν να προξενήσουν με την πράξη τους αυτή, συνίσταται στο ότι, μη έχοντας στην κατοχή του ο Συνεταιρισμός τα παραπάνω έγγραφα, δεν είναι σε θέση να αποδείξει, το ύψος των απαιτήσεων, που ενδεχομένως έχει από την πώληση των γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων, ούτε και να γνωρίζει το ύψος των κερδών του από τις συναλλαγές αυτές". Ήδη, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία τέσσερες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, παραστατικά - καταστάσεις πληρωμής παραγωγών της ΑΤΕΒΑΝΚ (καταστήματος ...), δύο συμβάσεις λήψεως δανείων από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος κατά τα έτη 1994 και 1995, την υπ' αριθ. 449/2005 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών ..., με την οποία επισπεύδεται σε βάρος του πλειστηριασμός για χρέη του προς την CITIBANK και τις υπ' αριθ. ... και .../1995 συμβάσεις κατάρτισης ενυποθήκου δανείου μεταξύ αυτού και της ΕΤΕ, ποσού 5.048.000 δραχμών, από τα οποία (νέα στοιχεία), σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, για τις πιο πάνω πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε άδικα.
Από την επισκόπηση όμως όλων των προσκομισθέντων από τον αιτούντα εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα:
α) Από τις υπ' αριθ. ..., ..., ... και .../2009, με όμοιο περιεχόμενο, ένορκες βεβαιώσεις του ..., ..., ... και ..., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Γιαννιτσών ..., προκύπτει μόνο το έντιμο του βίου του αιτούντος, ελαφρυντική περίσταση που δέχθηκε και το Δικαστήριο που τον καταδίκασε και ο αποκλεισμός από τους τέσσερις μάρτυρες ο αιτών να τέλεσε τα εγκλήματα για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος λόγω του ότι φέρεται να ενεργούσε κατ' αυτούς πάντοτε κατ' εντολή του τότε προέδρου του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., πλην όμως αυτό, και αληθινό υποτιθέμενο, δεν αίρει την ποινική ευθύνη του ιδίου, ούτε αποκλείει την συναυτουργία του στην τέλεση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετάκλητα. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο μεν ... εξετάσθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι δε ... και ..., ως μάρτυρες υπεράσπισης ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους, εκτός του ότι η αρχική του πρώτου αυτών είναι εν μέρει διαφορετική της αντίστοιχης ένορκης βεβαίωσης, συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από το Δικαστήριο κατά τον σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αιτούντα κρίσης του. β) από τις προσκομιζόμενες σε ακριβές φωτοαντίγραφο καταστάσεις από τις πρωτότυπες που τηρούνται στο αρχείο της Αγροτικής Τράπεζας (κατάστημα ...) προκύπτει η καταβολή χρηματικών ποσών διαφόρου ύψους στους αγρότες - μέλη του ως άνω συνεταιρισμού για την παραγωγή σπαραγγιών, πλην όμως ουδαμώς προκύπτει ότι το ποσό των 61.716.830 δρχ. διατέθηκε δύο φορές κατά το έτος 1997 για την αγορά σπαραγγιών από τον εν λόγω συνεταιρισμό που θα οδηγούσε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν έγινε παράνομη ιδιοποίηση του προαναφερομένου ποσού με την εγγραφή του δύο φορές στην καρτέλα αναλυτικού χρήσης 1997 και την έξοδο του ποσού αυτού δύο φορές από το Ταμείο του Συνεταιρισμού προς διάθεση δήθεν και αυτού για την αγορά σπαραγγιών. Ο αιτών δεν προσκόμισε σχετική βεβαίωση είτε από τον ως άνω συνεταιρισμό είτε από την Αγροτική Τράπεζα, υπογραφόμενη από τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτών, με σαφές περιεχόμενο, περί του πραγματικού ποσού που διατέθηκε για την αγορά σπαραγγιών κατά το έτος 1997 ή επιδοτήθηκαν τα μέλη του συνεταιρισμού κατά το έτος 1997 για την ως άνω αιτία. Και γ) η λήψη δανείων από τον αιτούντα κατά τα έτη 1994 και 1995, ύψους 5.600.000 δρχ. και 327.834 δρχ. (από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος) και 5.048.000 δρχ. (ενυπόθηκο από την ΕΤΕ) ως και η κατάσχεση ακινήτου περιουσίας και επίσπευση πλειστηριασμού της για χρέη του προς τη CITIBANK δεν αποκλείει και δεν ανατρέπει την εγκληματική δραστηριότητα και ειδικότερα αυτήν που δέχθηκε η αμετάκλητη υπ' αριθ. 501-502/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την επισήμανση ότι οι χρόνοι λήψης των ανωτέρω δανείων είναι προγενέστεροι εκείνων, κατά τους οποίους έγινε δεκτό ότι τέλεσε τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε.
Κατά συνέπεια, πρέπει να σημειωθεί ότι, από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο άνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων. Πράγματι, αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο τις προσκομισθείσες τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις και τα λοιπά προσκομισθέντα πιο πάνω έγγραφα, κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά, είτε μόνα τους, είτε συνδυαζόμενα μεταξύ τους, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τα αποδεικτικά στοιχεία και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, και σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, από τα οποία να γίνεται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεων της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση του νόμου 1608/1950 (άρθρο 2) και της υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρα 94 παρ. 1, 98, 375 παρ. 1β και 2 και 222 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950), για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, το δε αίτημα περί αναστολής της εκτέλεσης της ως άνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καθίσταται πλέον χωρίς αντικείμενο εξέτασής του και είναι απορριπτέο. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 501-502/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει το αίτημα του ως άνω αιτούντος για αναστολή εκτελέσεως της παραπάνω αποφάσεως. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Πότε υπάρχουν νέα στοιχεία - νέες αποδείξεις. Ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο της ουσίας και μη. Προσκόμιση νέων εγγράφων μη καλυπτόντων όμως τα περιστατικά για τα οποία έχει καταδικαστεί ο αιτών. Απόρριψη της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας ως κατ' ουσία αβάσιμης.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 583/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 2077/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 656/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη εκτός εάν είναι αυτός αγνώστου διαμονής οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 γ του άρθρου 273 Κ.Ποιν.Δ. ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο α' της παρ. 1 του άρθρου αυτού, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Η δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση πρέπει να γίνει εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί. Εξ άλλου κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδαφ. β και παρ. 2 εδαφ. β Κ.Ποιν.Δ. αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου όπου ασκεί το επάγγελμά του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους, που, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στο θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο κατάστημα ή στο εργαστήριο ή στο γραφείο. Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Η κατά τον άνω τρόπο με θυροκόλληση επίδοση του εγγράφου προϋποθέτει ότι εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση έχει πράγματι κατοικία στην διεύθυνση που αναφέρεται στην έκθεση επιδόσεως. Αν, αντίθετα, προκύπτει ότι ο προς ον η επίδοση δεν έχει πλέον κατοικία στην αναφερόμενη στην έκθεση επιδόσεως διεύθυνση και έχει μετοικήσει από εκεί σε άγνωστο τόπο, η προς αυτόν επίδοση πρέπει να γίνει κατά τη διαδικασία για την επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής του άρθρου 156 Κ.Ποιν.Δ. Κατά το άρθρο δε 154 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. η μη τήρηση, μεταξύ άλλων, των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 155-157 συνεπάγεται την ακυρότητα της επιδόσεως. Σε σχέση με το ένδικο μέσο της έφεσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο, προϋπόθεση για το εκπρόθεσμο της άσκησης της είναι η έγκυρη επίδοση της εν λόγω αποφάσεως διότι διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή που είναι άκυρη η επίδοση δεν αρχίζει η προθεσμία που ορίζει ο νόμος και η έφεση ασκείται εμπρόθεσμα. Εξ άλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ιδίου κώδικα εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος εξ αιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Ειδικότερα όταν το γεγονός που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως είναι η ακυρότητα της επιδόσεως της στον δήμαρχο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του εκκαλούντος ως αγνώστου διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 156 Κ.Ποιν.Δ. πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση εφέσεως ότι κατά το χρόνο της επιδόσεως ο εκκαλών είχε γνωστή διαμονή και να καθορίζεται με ακρίβεια ο τόπος στον οποίο τότε διέμενε έτσι ώστε να προκύπτει η ακυρότητα της επιδόσεως. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου τότε η έφεση απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη, χωρίς να είναι επιτρεπτή αναπλήρωση της ελλείψεως των στοιχείων αυτών με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα κατά τη συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ. ο εκκαλών - κατηγορούμενος που απουσιάζει από τον τόπο κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει επίδοσή του, έστω και αν αυτή έχει γνωστή σε τρίτους ή ακόμη στην αστυνομική αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, αυτός που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1, 2 Κ.Ποιν.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή του βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση. Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ. ΑΠ 6/1994 και 4/1999) χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτο ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 Κ.Ποιν.Δ. στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητος της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία της πρέπει να εκτείνεται η στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 2077/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο προκύπτει ότι απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της η από 5/6/2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 40434/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί ερήμην σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. Με την έφεση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της σχετικής εκθέσεως εζητείτο η εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως και η απαλλαγή του εκκαλούντος κατηγορούμενου διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εξετίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως, την οποία δεν διέπραξε και εδηλώνετο ότι ασκήθηκε η έφεση εκπρόθεσμης διότι ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής διώξης και της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι της 27/5/2008 οπότε και συνελήφθη προς εκτέλεση της, καθώς είχε αναζητηθεί στην οδό ... στην ... και η προσβαλλόμενη επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής ενώ είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... στην ..., γεγονός που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει το ίδιο χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου, η επίδοση της προσβαλλόμενης ως αγνώστου διαμονής ήταν άκυρη καθώς α) όπως προαναφέρεται είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... στην ... και β) γιατί δεν αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή στις αρχές κατοικία του, αφού όπως αποδεικνύεται από κλήση της εντέλλουσας την επίδοση αρχής (Εισαγ. Αθηνών) της ίδιας χρονικής περιόδου γνώριζε ως τελευταία διαμονή του την οδό ... στην ... (ή ακόμη και τη διεύθυνση της εργασίας στην οδό ... στις ... και ήταν η έφεση του εμπρόθεσμη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, για να απορρίψει την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 40434/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τα παρακάτω, κατά το μέρος που αφορούν την ουσιαστική κρίση του "Στην προκείμενη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την 40434/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο εκκαλών κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών η οποία μετετράπη προς 1500 δραχμές για κάθε ημέρα φυλάκισης. Όπως αποδεικνύεται από το από 2/2/2004 αποδεικτικό επιδόσεως της αστυφύλακος ... που υπηρετεί στο Α.Τ. Αγίου Παντελεήμονος Αθηνών, η επίδοση της ως άνω αποφάσεως έγινε στις 2/2/2004 στον αρμόδιο για την παραλαβή εγγράφων, που έχει οριστεί από το Δήμαρχο Αθηναίων, υπάλληλο, επειδή ήταν άγνωστης διαμονής, αφού αυτός αναζητήθηκε στην οδό ... στην ... και δεν βρέθηκε να κατοικεί εκεί. Ο εκκαλών άσκησε την κρινόμενη έφεση του στις 5/6/2008, δηλαδή πολύ χρόνο μετά την πάροδο της προβλεπομένης από τη διάταξη του 473 ΚΠΔ προθεσμίας. Με την έκθεση εφέσεως δήλωσε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της σε βάρος του ποινικής διώξης και της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν ήταν άγνωστης διαμονής αλλά γνωστής (διαμονής) και κατοικούσε στην οδό ... που ήταν γνωστή στις Αρχές. Επί του λόγου αυτού της εφέσεως πρέπει να σημειωθεί ότι η μόνη γνωστού τόπου κατοικία του κατηγορουμένου είναι η οδός ..., την οποία ο ίδιος είχε δηλώσει στην από 5/12/1996 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από το δικηγόρο Αθηνών Περικλή Ποτόλια. Αυτήν την υπεύθυνη δήλωση την παρέδωσε στο Ζ δηλώνοντας ότι "οι συναλλαγματικές που φέρονται έχουν εκδοθεί από αυτόν (Ζ)....έχουν πλαστογραφηθεί οι υπογραφές του". Μετά δε από την άσκηση 19/9/1997 ανακοπής του Ζ κατά της 480/1997 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και της προσβολής ως πλαστών των συναλλαγματικών, ασκήθηκε η κατά του κατηγορούμενου ποινική δίωξη για πλαστογραφία επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Όμως βρέθηκε ότι στην άνω διεύθυνση δεν κατοικούσε. Όπως προκύπτει από την κατάθεση του αστυνομικού ..., που αναγνώσθηκε, αυτός βρήκε από το αστυνομικό δελτίο ταυτότητας του κατηγορούμενου τον τόπο κατοικίας του στην οδό ..., όπου μετέβη για την επίδοση της εκκαλουμένης. Επομένως, αυτή (ήταν) η γνωστή διεύθυνση του εκκαλούντος στην Εισαγγελική Αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, στην οποία, αφού αναζητήθηκε και απουσίαζε σε άγνωστο μέρος και δεν βρέθηκε κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ, εγκύρως επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής. Ούτε ο ίδιος άλλωστε δήλωσε ποτέ αρμοδίως μεταβολή της κατοικίας του ώστε η επίδοση να γίνει σε νέα διεύθυνσή του. Επομένως εγκύρως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεσή του ως απαράδεκτη εξ αιτίας της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της.....".
Η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στον εκκαλούντα, το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία κείται πέραν της νομίμου προθεσμίας αυτής. Αναφέρεται ακόμη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ... που αναφερόταν στην από 5/12/1996 επί εντύπου του ν. 1589/1986 υπεύθυνη δήλωση που απευθυνόταν προς τον Ζ εκ μέρους του οποίου καταγγέλθηκε ως πλαστογράφος ο κατηγορούμενος στην ανακοπή που άσκησε κατά διαταγής πληρωμής που είχε εκδοθεί σε βάρος του με βάση συναλλαγματικές από τις αναφερόμενες στην άνω υπεύθυνη δήλωση και ότι δεν βρέθηκε ο κατηγορούμενος στην διεύθυνση που αναφερόταν σε εκείνη την δήλωση υπό την έννοια ότι δεν υπήρχε κατοικία σ' αυτήν, αφού δεν αναφέρεται αριθμός της οδού. Δεν υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τα παραπάνω γενόμενα δεκτά από όσα περαιτέρω αναφέρονται στο σκεπτικό της ότι αναζητήθηκε ο κατηγορούμενος και στην οδό ..., που ήταν η διεύθυνση κατοικίας που είχε δηλώσει όταν ζήτησε να εκδοθεί αστυνομικής ταυτότητας του ο ίδιος και προέκυπτε από τα στοιχεία στο Αστυνομικό Τμήμα από το οποίο είχε εκδοθεί. Κατά τα αναφερόμενα στην αναγνωσθείσα επίσης στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση από 27.7.1999 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού ..., ανευρέθη από το δελτίο αστυνομικής ταυτότητάς του ο τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου στην οδό ..., όπου μετέβη για την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως κατόπιν παραγγελίας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, όργανο της δημοσίας δυνάμεως. Δεν είχε εξετασθεί ο ήδη αναιρεσείων κατά την προδικασία και δεν είχε δηλώσει την διεύθυνση κατοικίας του ή της διαμονής του τότε ώστε κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο για να επιδιδόταν εγκύρως σ' αυτόν να έπρεπε να επιδοθεί σ' εκείνην τη δηλωθείσα αρχικώς διεύθυνση κατοικίας η διαμονής του κατ' άρθρο 273 παρ. 1 γ Κ.Ποιν.Δ. Δεν ήταν υποχρεωμένη η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών να ζητήσει πληροφορίες για τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του κατηγορούμενου ή για τη διεύθυνση της επαγγελματικής εγκατάστασής του από τις ελληνικές διοικητικές Αρχές είτε από άλλες εισαγγελίες της χώρας. Το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εξέτασε το ζήτημα αν ήταν γνωστή ή όχι στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών η προβαλλόμενη με την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ως γνωστή στην άνω Εισαγγελική Αρχή διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ... στην ..., εφόσον το άγνωστο της διαμονής του κατηγορούμενου κρίνεται από το αν η διαμονή του είναι άγνωστη στη συγκεκριμένη εισαγγελική αρχή που διέταξε την κοινοποίηση στον κατηγορούμενο της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενη αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών κατά τον κρίσιμο χρόνο (2.2.2004) η διεύθυνση κατοικίας του κατηγορούμενου στην οδό .... Δεν προέβαλε ο ήδη αναιρεσείων στην έφεση που είχε ασκήσει κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως ότι είχε προηγουμένως καταστήσει γνωστή στην άνω εισαγγελική αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της ερήμην του εκδοθείσης άνω αποφάσεως, ότι ο τόπος κατοικίας του ήταν στην οδό ... στην ... και ότι η διεύθυνση επαγγελματικής του δραστηριότητας ήταν στις ... στην οδό ... ούτε με ποιο τρόπο κατέστησε γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών αυτή τη διεύθυνση ως τόπο κατοικίας του. Από τα έγγραφα στη δικογραφία που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν, όπως επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο στα πλαίσια ερεύνης του βασίμου των λόγων αναίρεσης, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη άλλων κλητηρίων θεσπισμάτων που να επιδόθηκαν στον αναιρεσείοντα από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών παρά τα όσα αντίθετα ανέφερε αυτός στην έφεση του. Το κλητήριο θέσπισμα από ημερομηνία 25/11/2002 το οποίο αφορούσε τον κατηγορούμενο και επιδόθηκε σ' αυτόν στην αναφερόμενη στην έφεσή του ως διεύθυνση κατοικίας του στις 1/2/2003 είχε εκδοθεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, από την οποία και είχε δοθεί η παραγγελία να επιδοθεί στον κατηγορούμενο. Το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με αυτά που δέχθηκε, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις να γίνει επίδοση της ερήμην του εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τον κατηγορούμενο κατά τη διαδικασία του άρθρου 156 Κ.Ποιν.Δικ. για την επίδοση σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής και ότι από την επίδοση στις 2/2/2004 για τον ήδη αναιρεσείοντα της εν λόγω αποφάσεως στο Δήμο Αθηναίων ως εκείνου του τόπου τελευταίας γνωστής κατοικίας του κατηγορούμενου άρχισε και παρήλθε η από το άρθρο 473 Κ.Ποιν.Δ. προθεσμία πριν ασκήσει ο κατηγορούμενος στις 5/6/2008 έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ορθώς έκρινε ως απαράδεκτο το ασκηθέν ένδικο μέσο.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ και Η Κ.Ποιν.Δ. λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται ελλιπής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και υπέρβαση εξουσίας από το δικαστήριο που την εξέδωσε είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Απορριπτέες κρίνοντας και οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες η παράλειψη της εισαγγελικής αρχής να επιδείξει στοιχειώδη επιμέλεια να ανεύρει την κατοικία του ήδη αναιρεσείοντος στην οδό ..., που ήταν γνωστή στις φορολογικές αρχές και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς, όπου την είχε δηλώσει στα πλαίσια διενεργούμενης προανακρίσεως, έτσι ώστε να επιδοθεί σ' αυτόν τόσο το αρχικό κλητήριο θέσπισμα (για να παραστεί στο δικάσαν δικαστήριο και να υποστηρίξει την αθωότητά του) όσο και η εκδοθείσα απόφαση (για να μπορέσει να ασκήσει τα νόμιμα ένδικα μέσα) αλλά τον κλήτευσε εσφαλμένα ως αγνώστου διαμονής μετά από αναζήτηση του σε διεύθυνση που δεν αποτελούσε γνωστή διαμονή του, και οι παραδοχές του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η σχετική επίδοση ήταν νόμιμη και να απορρίψει την ασκηθείσα έφεσή του ως εκπρόθεσμη, συνιστούν παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ και του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη.
Η παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που προβλέπεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης κατ' αποφάσεως πέρα από αυτούς που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. Επίκλησή του από το άρθρο 6 παρ. 1 της άνω διεθνούς συμβάσεως δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνον προς ενίσχυση ενός αναιρετικού λόγου από τους άνω αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.
Το δικαστήριο της ουσίας με αυτά που δέχθηκε έκρινε, με βάση τις τιθέμενες από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προϋποθέσεις, μη παραδεκτή την ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσείοντα έφεση κατά της σε βάρος του πρωτόδικου ερήμην του καταδικαστικής αποφάσεως αφού απήντησε στους ισχυρισμούς του μετά από την εξέταση της προταθείσης από τον ίδιο στην κατ' έφεση δίκη μάρτυρα και την ανάγνωση και συνεκτίμηση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, χωρίς να παραβιάσει το άνω δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη.
Μετά ταύτα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/4/2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 2077/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από ευρώ διακόσια είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αναίρεση για εσφαλμένη αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας κατ' αποφάσεως που απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως έφεση του κατηγορουμένου κατά ερήμην του πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως για πλαστογραφία με χρήση, διότι αιτιολογημένα κρίθηκε ότι εχώρησε επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής εφόσον δεν βρέθηκε στην γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοσή της, διεύθυνση κατοικίας του ο κατηγορούμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο της κοινοποίησης και δεν προέκυπτε ότι ήταν άκυρη η γενόμενη επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως λόγω γνωστής διαμονής του κατηγορουμένου και ότι καθ' υπέρβαση της εξουσίας του το Δικαστήριο απέρριψε το ασκηθέν ένδικο μέσο. Δεν έκρινε το απορρίψαν την έφεση του αναιρεσείοντος δικαστήριο κατά παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη ούτε συνιστά αυτοτελή λόγο αναίρεσης η παραβίαση του άρθρου αυτού της άνω Διεθνούς συμβάσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 582/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, για αναίρεση της με αριθμό 2075/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 655/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη εκτός εάν είναι αυτός αγνώστου διαμονής οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά τα οριζόμενα στην παρ. Ιγ' του άρθρου 273 Κ.Ποιν.Δ. ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο α' της παρ. Ι του άρθρου αυτού, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Η δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση πρέπει να γίνει εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί. Εξ άλλου κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδαφ. β' και παρ. 2 εδαφ. β' Κ.Ποιν.Δ. αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή κατοικίας του ή του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου όπου ασκεί το επάγγελμά του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους, που έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στο θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο κατάστημα ή στο εργαστήριο ή στο γραφείο. Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Η κατά τα άνω με θυροκόλληση επίδοση του εγγράφου προϋποθέτει ότι εκείνος προς τον οποίον έγινε η επίδοση έχει πράγματι κατοικία στη διεύθυνση που αναφέρεται στην έκθεση επιδόσεως. Αν, αντίθετα, προκύπτει ότι ο προς όν η επίδοση δεν έχει πλέον κατοικία στην αναφερόμενη στην έκθεση επιδόσεως διεύθυνση και έχει μετοικήσει από εκεί σε άγνωστο τόπο, η προς αυτόν επίδοση πρέπει να γίνει κατά τη διαδικασία για την επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής του άρθρου 156 Κ.Ποιν.Δ.
Κατά το άρθρο δε 154 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. η μη τήρηση, μεταξύ άλλων, των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 155 - 157 συνεπάγεται την ακυρότητα της επιδόσεως. Σε σχέση με το ένδικο μέσο της έφεσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο προϋπόθεση για το εκπρόθεσμο της άσκησής της είναι η έγκυρη επίδοση της εν λόγω αποφάσεως διότι διαφορετικά σε περίπτωση δηλαδή που είναι άκυρη η επίδοση δεν αρχίζει η προθεσμία που ορίζει ο νόμος και η έφεση ασκείται εμπρόθεσμα. Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα έφεση οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος εξ αιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Ειδικότερα όταν το γεγονός που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως είναι η ακυρότητα της επιδόσεώς της στο δήμαρχο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του εκκαλούντος ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα με το άρθρο 156 Κ.Ποιν.Δ. πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση εφέσεως ότι κατά το χρόνο της επιδόσεως ο εκκαλών είχε γνωστή διαμονή και να καθορίζεται με ακρίβεια ο τόπος στον οποίο τότε διέμενε έτσι ώστε να προκύπτει η ακυρότητα της επιδόσεως. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου τότε η έφεση απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη χωρίς να είναι επιτρεπτή αναπλήρωση των στοιχείων που ελλείπουν με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα κατά τη συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ. ο εκκαλών - κατηγορούμενος που απουσιάζει από τον τόπο κατοικίας του και η διαμονή του είναι γνωστή για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη στην αστυνομική αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας αυτός που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1, 2 Κ.Ποιν.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή του βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση.
Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός ή μνεία των άνω κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156, 161 Κ.Ποιν.Δ. στοιχείων εγκυρότητος της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητος της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία της πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση όμως που αμφισβητείται με το ένδικο μέσο ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί αυτό και το άγνωστο της διαμονής του και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία άλλως ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση 2075/2009 το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπροθέσμως ασκηθείσα) την από 5.6.2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4859/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικασθεί ερήμην του σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους μετατραπείσα σε χρηματική για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. Από την έκθεση εφέσεως, όπως επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση αυτής προέβαλε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι τις 27.5.2008 οπότε και συνελήφθη προς εκτέλεσή της, καθώς είχε αναζητηθεί στην οδό ... στο ... και επιδόθηκε η προσβαλλόμενη ως αγνώστου διαμονής ενώ είχε γνωστή διαμονή (αυτός) στην οδό ... στην ..., γεγονός που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει το ίδιο χρονικό διάστημα με συνέπεια να είναι εμπρόθεσμη η έφεσή του καθώς ουδέποτε η προσβαλλόμενη του επιδόθηκε νομίμως. Η προσβαλλόμενη απόφαση για να απορρίψει την άνω έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως διέλαβε τα εξής κατά το μέρος που αφορούν την ουσιαστική κρίση του επί του ζητήματος αυτού: "Με την 4859/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους η οποία μετετράπη προς 1.500 δραχμές για κάθε ημέρα φυλάκισης. Όπως αποδεικνύεται από το από 7.11.2002 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ..., που υπηρετεί στο Α' Α.Τ. Περιστερίου η επίδοση της ως άνω αποφάσεως έγινε στις 7.11.2002 στον αρμόδιο για την παραλαβή εγγράφων, που έχει οριστεί από το Δήμαρχο Περιστερίου υπάλληλο, επειδή ήταν άγνωστης διαμονής αφού αυτός αναζητήθηκε στην οδό ... στο ... και δεν βρέθηκε να κατοικεί εκεί. Ο εκκαλών άσκησε την κρινόμενη έφεσή του στις 5.6.2008, δηλαδή πολύ χρόνο μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 ΚΠΔ προθεσμίας. Με την έκθεση εφέσεως δήλωσε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της σε βάρος του ποινικής δίωξης και της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν ήταν άγνωστης αλλά γνωστής (διαμονής) και κατοικούσε στην οδό ..., που ήταν γνωστή στις Αρχές. Επί τους λόγου αυτού της εφέσεως πρέπει να σημειωθεί ότι η μόνη γνωστού τόπου κατοικία του κατηγορουμένου είναι η οδός ..., την οποία ο ίδιος είχε δηλώσει στην από 5.12.1996 υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από το δικηγόρο Αθηνών Περικλή Ποτόλια. Αυτήν την υπεύθυνη δήλωση την παρέδωσε στο Ζ, δηλώνοντας ότι "οι συναλλαγματικές, που φέρονται ότι έχουν εκδοθεί από αυτόν ([Ζ]...έχουν πλαστογραφηθεί οι υπογραφές του". Μετά δε από την άσκηση (της από 19.9.1997 ανακοπής του Ζ κατά της 480/1997 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και της προσβολής ως πλαστών των συναλλαγματικών, ασκήθηκε η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για πλαστογραφία επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Επομένως, αυτή ήταν η μόνη γνωστή διεύθυνση του εκκαλούντος στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, στην οποία, αφού αναζητήθηκε και απουσίαζε σε άγνωστο μέρος και δεν βρέθηκε κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., εγκύρως επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής. Ούτε ο ίδιος άλλωστε δήλωσε ποτέ αρμοδίως μεταβολή της κατοικίας του, ώστε η επίδοση να γίνει δε νέα διεύθυνσή του. Επομένως εγκύρως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεσή του ως απαράδεκτη εξ αιτίας της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της....". Η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στον εκκαλούντα, το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία κείται πέραν της νομίμου προθεσμίας αυτής. Επαρκώς αιτιολογείται με αναφορά και στα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου ότι η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου ήταν η οδός ... που δηλώθηκε από τον ίδιο με την από 5.12.1996 υπεύθυνη δήλωσή του επί εντύπου του ν.1599/1986 και η οποία προσκομίσθηκε στην προανάκριση από τον Ζ κατά την ένορκη εξέτασή του και από τον οποίο είχε κατονομασθεί ότι πλαστογραφήθηκαν από τον κατηγορούμενο οι υπογραφές του επί των συναλλαγματικών με βάση τις οποίες είχε εκδοθεί σε βάρος του η 480/1997 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με βάση τα άνω στοιχεία διευθύνσεως του κατηγορουμένου στην προαναφερόμενη από 5.12.1996 υπεύθυνη δήλωση εδικαιολογείτο να θεωρηθεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης καταδικαστικής αποφάσεως στον κατηγορούμενο ότι η γνωστή διεύθυνση κατοικίας του ήταν στην οδό ... στο ... όπου υπήρχε τέτοια οδός με αυτόν τον οικοδομικό αριθμό. Δεν είχε εξετασθεί ο ήδη αναιρεσείων κατά την προδικασία για να δηλώσει την τότε διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του ώστε κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο για να του επιδόταν εγκύρως να έπρεπε να επιδοθεί στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του άρθρο 273 παρ. Ιγ' Κ.Ποιν.Δ. Δεν προέβαλε ο ήδη αναιρεσείων με την έφεση που άσκησε κατά της πρωτοδίκου ερήμην του εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως ότι είχε από πριν καταστήσει γνωστή στην άνω Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση σ' αυτόν της εν λόγω αποφάσεως ότι ο τόπος κατοικίας του ήταν στην οδό ... στην .... Δεν ήταν υποχρεωμένη η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών να ζητήσει πληροφορίες για τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου από τις ελληνικές διοικητικές Αρχές ή από άλλες εισαγγελίες της χώρας. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εξέτασε το ζήτημα αν ήταν γνωστή η όχι στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών η προβαλλόμενη με την έφεσή του άνω κατηγορουμένου ως γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ... στην ... εφ' όσον το άγνωστο της διαμονής του κατηγορουμένου κρίνεται από το αν η διαμονή του είναι άγνωστη στη συγκεκριμένη εισαγγελική αρχή που διέταξε την κοινοποίηση της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως σ' αυτόν. Από τα έγγραφα στη δικογραφία που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν, όπως επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο στα πλαίσια ερεύνης του βασίμου των λόγων αναίρεσης δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη άλλων κλητηρίων θεσπισμάτων που να επιδόθηκαν στον αναιρεσείοντα από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, παρά τα όσα αντίθετα ανέφερε ο ήδη αναιρεσείων στην έφεσή του. Το κλητήριο θέσπισμα υπό ημερομηνία 25.11.2002, το οποίο αφορούσε στον κατηγορούμενο και επιδόθηκε στον ίδιο στην αναφερόμενη στην έφεσή του ως διεύθυνση κατοικίας του στις 1.2.2003 είχε εκδοθεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς από την οποία και είχε δοθεί η παραγγελία να επιδοθεί στον κατηγορούμενο. Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών κατά τον κρίσιμο χρόνο (7.11.2002) και ότι ο κατηγορούμενος είχε διεύθυνση κατοικίας στην οδό ... στην ..... Με αυτά δε που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να γίνει επίδοση της ερήμην εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για τον κατηγορούμενο κατά την διαδικασία του άρθρου 156 Κ.Ποιν.Δ. για την επίδοση σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής και ότι από την επίδοση στις 7.11.2002 για τον ήδη αναιρεσείοντα της άνω αποφάσεως στο Δήμο Περιστερίου ως εκείνον του τόπου τελευταίας γνωστής κατοικίας του κατηγορουμένου άρχισε και παρήλθε η από το άρθρο 473 Κ.Ποιν.Δ. προθεσμία πριν ασκήσει ο κατηγορούμενος στις 5.6.2008 έφεση κατά της εν λόγω καταδικαστικής αποφάσεως δεν παραβίασε το άρθρο 476 Κ.Ποιν.Δ. κρίνοντας απορριπτέο ως απαράδεκτο ασκηθέν ένδικο μέσο ενώ προέκυπτε το αντίθετο και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται ελλιπής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και υπέρβαση εξουσίας από το Δικαστήριο που την εξέδωσε, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά τις οποίες συνιστούν παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ και του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη η παράλειψη της Εισαγγελικής Αρχής να επιδείξει στοιχειώδη επιμέλεια να ανεύρει την κατοικία του ήδη αναιρεσείοντος στην οδό ... στην ..., που ήταν γνωστή στις φορολογικές αρχές και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς όπου την είχε δηλώσει στα πλαίσια διενεργούμενης προανακρίσεως, έτσι ώστε να επιδοθεί σ'αυτόν τόσο το αρχικό κλητήριο θέσπισμα (για να παραστεί στο δικάσαν δικαστήριο και να υποστηρίξει την αθωότητά του), όσο και η εκδοθείσα απόφαση (για να μπορέσει να ασκήσει τα νόμιμα ένδικα μέσα), εσφαλμένα ως αγνώστου διαμονής μετά από αναζήτησή του σε διεύθυνση που δεν αποτελούσε γνωστή διαμονή του και οι παραδοχές του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η σχετική επίδοση ήταν νόμιμη και να απορρίψει την ασκηθείσα έφεσή του ως εκπρόθεσμη, κρίνονται ωσαύτως απορριπτέες. Η παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που προβλέπεται από το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πέρα από αυτούς που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. Επίκληση του από το άρθρο 6 παρ. 1 της άνω διεθνούς συμβάσεως δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνον προς ενίσχυση ενός αναιρετικού λόγου από τους άνω αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. Ι Κ.Ποιν.Δ. Το Δικαστήριο της ουσίας με αυτά που δέχθηκε έκρινε με βάση τις τιθέμενες από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προϋποθέσεις μη παραδεκτή την ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσείοντα έφεση κατά της σε βάρος του πρωτόδικου ερήμην του καταδικαστικής αποφάσεως αφού απήντησε στους ισχυρισμούς του μετά από την εξέταση της προταθείσης από τον ίδιο στην κατ' έφεση δίκη μάρτυρα και την ανάγνωση και συνεκτίμηση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης χωρίς να παραβιάσει το άνω δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Μετά ταύτα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 16 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 2075/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση. στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται αναίρεση για εσφαλμένη αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας κατ' αποφάσεως που απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμου ασκήσεως έφεση του κατηγορουμένου κατά ερήμην του πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως για πλαστογραφία με χρήση διότι αιτιολογημένα κρίθηκε ότι εκχώρησε επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής εφόσον δεν βρέθηκε στη γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοσή της, διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου κατά τον χρόνο της κοινοποίησης και δεν προκύπτει ότι ήταν άκυρη η γενόμενη επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως λόγω γνωστής διαμονής του κατηγορουμένου και ότι καθ' υπέρβαση της εξουσίας του το δικαστήριο απέρριψε το ασκηθέν ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Δεν έκρινε το απορρίψαν την έφεση του αναιρεσείοντος δικαστήριο κατά παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 6 §1 της ΕΣΔΑ ούτε συνιστά αυτοτελή λόγο αναίρεσης η παραβίαση του άρθρου αυτού της άνω Διεθνούς Συμβάσεως για δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.