text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 581/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 2076/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 654/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ.ΑΠ 4/1995 και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλουμένης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 2076/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της η από 5/6/2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 40433/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση.
Με την έφεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της σχετικής εκθέσεως εζητείτο η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και η απαλλαγή του εκκαλούντος κατηγορουμένου διότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εξετίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως, την οποία δεν διέπραξε και εκδηλώνετο ότι ασκήθηκε η έφεση εκπροθέσμως διότι ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι της 27/5/2008 οπότε και συνελήφθη προς εκτέλεση της, καθώς είχε αναζητηθεί στην οδό ... στην ... και η προσβαλλόμενη επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής ενώ είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... στην ..., γεγονός που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει το ίδιο χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου, η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι άκυρη και έτσι η έφεσή του έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, αφού η ως άνω απόφαση δεν του επιδόθηκε νομίμως. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να απορρίψει την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος δέχτηκε τα παρακάτω σχετικά με την ουσιαστική κρίση του: "Στην προκείμενη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, καθώς και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την 40433/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, η οποία μετετράπη προς 1.500 δραχμές για κάθε ημέρα φυλάκισης. Όπως αποδεικνύεται από το από 23-6-2003 αποδεικτικό επιδόσεως της αστυφύλακος ..., που υπηρετεί στο Α.Τ. ..., η επίδοση της ως άνω αποφάσεως έγινε στις 23-6-2003 στον αρμόδιο για την παραλαβή εγγράφων, που έχει οριστεί από το Δήμαρχο Αθηνών, υπάλληλο, επειδή ήταν άγνωστης διαμονής, αφού αυτός αναζητήθηκε στην οδό ... αριθμός ... στην ... και δεν βρέθηκε να κατοικεί εκεί. Ο εκκαλών άσκησε την κρινόμενη έφεση του στις 5-6-2008, δηλαδή πολύ χρόνο μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του 473 ΚΠΔ προθεσμίας. Με την έκθεση εφέσεως δήλωσε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της σε βάρος του ποινικής δίωξης και της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν ήταν άγνωστης διαμονής, αλλά ήταν γνωστής [διαμονής] και κατοικούσε στην οδό ..., που ήταν γνωστή στις Αρχές. Επί του λόγου αυτού της εφέσεως πρέπει να σημειωθεί ότι η μόνη γνωστός τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου είναι η οδός ..., την οποία ο ίδιος είχε δηλώσει στην από 5-12-1996 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από το δικηγόρο Αθηνών Περικλή Ποτόλια. Αυτήν την υπόθεση δήλωση την παρέδωσε στο ΑΑ, δηλώνοντας ότι "οι συναλλαγματικές που φέρονται ότι έχουν εκδοθεί από αυτόν [ΑΑ] ... έχουν πλαστογραφηθεί οι υπογραφές του". Μετά δε από την άσκηση 19-9-1997 ανακοπής του ΑΑ κατά της 480/1997 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και της προσβολής ως πλαστών των συναλλαγματικών, ασκήθηκε η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για πλαστογραφία, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Όμως βρέθηκε ότι στην ως άνω διεύθυνση δεν κατοικούσε. Όπως προκύπτει από την κατάθεση του αστυνομικού ..., που αναγνώστηκε, αυτός βρήκε από το αστυνομικό δελτίο ταυτότητας του κατηγορουμένου τον τόπο κατοικίας του στην οδό ..., όπου μετέβη για την επίδοση της εκκαλουμένης. Επομένως, αυτή η γνωστή διεύθυνση του εκκαλούντος στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, στην οποία, αφού αναζητήθηκε και απουσίαζε σε άγνωστο μέρος και δεν βρέθηκε κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ, εγκύρως επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής. Ούτε ο ίδιος άλλωστε δήλωσε ποτέ αρμοδίως μεταβολή της κατοικίας του, ώστε η επίδοση να γίνει σε νέα διεύθυνσή του. Επομένως εγκύρως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεσή του ως απαράδεκτη, εξαιτίας της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα".
Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα (23-6-2003), το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (5-6-2008), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον επομένως ο εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που παράγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναγραφόταν στο δελτίο αστυνομικής του ταυτότητας ως τελευταία γνωστή κατοικία του (οδός ...) και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Εφετείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτός διέμενε ή όχι στην οδό ...που δήλωσε στην έφεση, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ήταν έγκυρη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Τέλος η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, η οποία παραβίαση συνίσταται κατ' αυτόν στο ότι οι αρμόδιες Αρχές του αναζήτησαν σε διεύθυνση που δεν διέμενε, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσουν για να ανεύρουν την πραγματική του κατοικία, δεν θεμελιώνει καθ' εαυτήν ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως πέρα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-4-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2076/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση που απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου, ο οποίος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι αιτιολογημένη. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής, Στοιχεία που πρέπει να επικαλεσθεί ο εκκαλών στην ανωτέρω περίπτωση. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως, για υπέρβαση εξουσίας και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 580/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 506/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 529/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Και ναι μεν η διεύθυνση πρέπει, προκειμένου για πόλεις, να εξειδικεύεται με την αναγραφή τόσο της οδού, όσο και του αριθμού, όπου βρίσκεται η κατοικία, στην οποία αναζητήθηκε εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση, πλην, αν η διεύθυνση κατοικίας είναι ανακριβής ή ελλιπής, γιατί π.χ. ο κατηγορούμενος δήλωσε κάποτε στον μηνυτή οδό με αριθμό πέραν της υφισταμένης αριθμήσεως της συγκεκριμένης οδού και, συνεπώς, ανύπαρκτο, ο τελευταίος πάλι θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον δεν πρόκειται για πολύ μικρό δρόμο και δε μπορεί ο αριθμός να διαγνωσθεί ευχερώς από το όργανο επίδοσης με επί τόπου μετάβασή του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 506/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 4902/2008 του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από το συνήγορό του, κατά της υπ' αριθ. 46705/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ` εξακολούθηση και κατά συναυτουργία σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι και τις 27.5.08 οπότε και συνελλήφθη προς εκτέλεσή της, καθώς είχε αναζητηθεί στην οδό ... 'άνευ αριθμού' και ως αγνώστου διαμονής, ενώ είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... στην ..., γεγονός που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως προκύπτει από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει", δηλαδή είχε προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής". Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεση αυτή ο κατηγορούμενος αν την ανωτέρω φερόμενη ως τελευταία γνωστή κατοικία της είχε δηλώσει κατά οποιοδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, κατά λέξη, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, εναντίον του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία και κατ` εξακολούθηση, η οποία φέρεται με το κατηγορητήριο, ότι έλαβε χώρα από αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από 18.6.1996 έως 25.7.1996. Καταδικάσθηκε δε αυτός απών ως άγνωστης διαμονής με την υπ' αριθ. 46705/16.5.2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Οι κατηγορούμενοι ΑΑ και Χ βρέθηκαν από το μηνυτή, στον οποίο και ομολόγησαν τη διαπραχθείσα πλαστογραφία και παρέδωσαν σ' αυτόν τις από 5.12.1996 υπεύθυνες δηλώσεις τους, οι οποίες αναγνώσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της εκκαλουμένης (σελ. 4η), διαλαμβάνοντας όλα τα στοιχεία τους, όπως ότι ο κατηγορούμενος διέμενε στην οδό ... αριθ. ... . Όπως, όμως, προκύπτει από την από 23.1.2001 βεβαίωση τού αρχιφύλακα ..., η εν λόγω οδός ... μετονομάσθη σε οδό ... και ο αριθμός ... είναι ανύπαρκτος, διότι η οδός αυτή αριθμείται από 1 έως 91. Ο κατηγορούμενος διά του συνηγόρου του ισχυρίζεται, ότι στην από 30.11.2001 προανακριτική του απολογία, που προσκομίζει, άλλωστε, δήλωσε ως διεύθυνση της κατοικίας του την οδό ... . Τούτο δεν είναι αληθές, διότι η εν λόγω απολογία του δεν υπάρχει στην ποινική δικογραφία, δεν έγινε για τη συγκεκριμένη υπόθεση και αφορά άλλη υπόθεση, η οποία σχετίζεται με την αξιόποινη πράξη της απλής χρεοκοπίας τούτου. Περαιτέρω, προκύπτει, ότι η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση επιδόθηκε ορθώς στο Δήμαρχο Αθηναίων στις 18.4.2003 και, ειδικότερα, στην αρμόδια υπάλληλο ..., όπως προκύπτει από το από 18.4.2003 σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως τού ..., Αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ως άγνωστης διαμονής, δεδομένου, ότι αυτός απουσίαζε από τον τόπο τής κατοικίας του, αναζητηθείς δε, δεν βρέθηκε εκεί στη γνωστή κατοικία του, ούτε κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθ. 156§1 εδ. α' ΚΠοινΔ. Κατά τής αποφάσεως δε αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε το ένδικο μέσο της εφέσεως, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 4902/5.6.2008 έκθεση, στην οποία αυτός διαλαμβάνει τα ακόλουθα σχετικά με όλα τα παραπάνω θέματα: "... Διότι ουδέποτε έλαβε γνώση τής ποινικής δίωξης και της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι τις 27.5.2008, οπότε και συνελήφθην προς εκτέλεσή της, διότι από παραδρομή αναζητήθηκα στην οδό ... "άνευ αριθμού" ως αγνώστου διαμονής καθώς είχε αναζητηθεί στην οδό ... "άνευ αριθμού", ενώ είχε γνωστή διαμονή στην ..., ..., γεγονός που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα". Σύμφωνα με το ανωτέρω περιεχόμενο, στην έκθεση διαλαμβάνονται δύο λόγοι εφέσεως και συγκεκριμένα αυτός, με τον οποίο παραπονείται για την ενοχή και ο δεύτερος, ο οποίος αναφέρεται στην άκυρη επίδοση της εκκαλουμένης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ακυρότητα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Ανεξάρτητα από αυτά, η επίδοση έλαβε χώρα εγκύρως ως άγνωστης διαμονής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Στην έκθεση δε της εφέσεως δεν περιέχεται λόγος ανώτερης βίας, εξαιτίας της οποίας ο κατηγορούμενος και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο της εφέσεως εκθέτοντας προς τούτο τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, χωρίς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να αρκεί το γεγονός, ότι δεν είχε λάβει γνώση της αποφάσεως. Απλώς αυτός μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως, που, όμως, δεν αποτελεί επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Οι κατά την επ' ακροατηρίου δε συμπληρώσεις της εκθέσεως εφέσεως με την προσθήκη λόγου ανώτερης βίας και της παραβιάσεως της διεθνούς συνθήκης είναι ανεπίτρεπτες, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, χωρίς, εξάλλου, να παραβιάζεται το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καμία αμφιβολία περί αυτού, ώστε να ερευνηθεί και να ερμηνευτεί υπέρ του εκκαλούντος κατηγορουμένου, δεδομένου, ότι από δική του παράλειψη στερήθηκε του δικαιώματος αυτού και, συνεπώς, δεν συντρέχει απολύτως καμία περίπτωση παραβιάσεως τής παραπάνω διατάξεως τού άρθ. 6 § 1 ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της".
Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να καταλήξει στην απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, εξέτασε το νομότυπο της επίδοσης της εκκαλουμένης στον αναιρεσείοντα ως άγνωστης διαμονής και ορθά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έκρινε ότι αυτός ήταν άγνωστης διαμονής, αφού δήλωσε στο μηνυτή διεύθυνση ανύπαρκτη και δη ότι διέμενε σε οδό που είχε ήδη μετονομασθεί και σε αριθμό πέραν της αριθμήσεως της οδού, ότι νομίμως του επιδόθηκε η εκκαλουμένη και ότι αυτός δεν άσκησε έφεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Η' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η ως άνω απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δη γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεσή του ως εκπρόθεσμη χωρίς, προηγουμένως, να ερευνήσει τη διαδικαστική προϋπόθεση της εγκυρότητας της επίδοσης της εκκαλουμένης και χωρίς να προβεί σε κατάγνωση του ακύρου αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, και τα υποστηριζόμενα με τον συναφή δεύτερο λόγο αναιρέσεως για παραβίαση των αρχών της "δίκαιης δίκης", κατά παράβαση των άρθρων 28 του Συντάγματος και 6§1 της "Ε.Σ.Δ.Α.", ιδρύοντα λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 περ. Η' του ίδιου Κώδικα, στηρίζονται στην ίδια πιο πάνω, που κρίθηκε ουσιαστικά αβάσιμη, προϋπόθεση της "γνωστής" με την εκτεθείσα έννοια κατοικίας του και, γι` αυτό, είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από υπ' αριθ. 128/30.3.2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 506/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για αρνητική υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Ορθή επίδοση της εκκαλουμένης ως άγνωστης διαμονής όταν ο κατηγορούμενος έχει δηλώσει στο μηνυτή ελλιπή διεύθυνση κατοικίας (οδό με αριθμό πέραν της υφισταμένης αρίθμησης) -.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 584/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδριάνα Αντωνοπούλου, περί αναιρέσεως της 8302/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 116/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να η γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 εδ. α` του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της "απλής δυσφημήσεως", απαιτούνται, αντικειμενικώς, ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο, επιτήδειο) κατ' αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε, τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί σε τέτοιο βλαπτικό της τιμής ή της υπόληψης ισχυρισμό ή διάδοση. Δεν απαιτείται γνώση της αναλήθειας, ενώ η πεποίθηση του δράστη περί την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος δεν αποκλείει τον δόλο. Τέλος από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, προκύπτει ότι, αν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της δυσφημήσεως. Είναι δυνατόν όμως να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο έγκλημα της εξυβρίσεως, αν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. (άρθρο 366 παρ. 3 του ΠΚ.).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν, η έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που δέχεται το δικαστήριο ως αποδειχθέντα στο αιτιολογικό της απόφασής του, έρχεται σε αντίφαση με εκείνα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο διατακτικό. Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1994/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Τον Οκτώβριο του 2001 το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Ιδρυμα Νεότητας" ΕΙΝ, ανέθεσε στον εγκαλούντα, που είναι δικηγόρος, να προβεί κατά του κατηγορουμένου σε υποβολή μηνύσεως για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυση καθώς και στην άσκηση αγωγής με αίτημα την καταδίκη του κατηγορουμένου και λοιπών προσώπων, συνεπαγομένων, στην καταβολή του ποσού των 500 εκατομμυρίων δραχμών για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητας του παραπάνω νομικού προσώπου, που συντελέσθηκε με την από 23-7-2001 ανοιχτή επιστολή, που απηύθυνε ο κατηγορούμενος σε διάφορους αποδέκτες (Γραφείο Πρωθυπουργού, ΥΠΕΧΩΔΕ, Υπουργείο Δικαιοσύνης, ΓΕΕ κ.λ.π.), σχετικά με τον έλεγχο των στατικών μελετών βάσει των οποίων κατασκευάζονταν κτίρια μεγάλης σπουδαιότητας και στην οποία κατήγγειλε το ΕΙΝ, που το έτος 1997 είχε προκηρύξει δύο δημόσιους διαγωνισμούς για την εκτέλεση των έργων "Ανακαίνιση και μετατροπή υφισταμένου κτιρίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, σε φοιτητική εστία - λέσχη στο Βόλο" και "Ενίσχυση και ανακαίνιση τμήματος της μαθητικής εστίας Κόνιστας" για λανθασμένη διαδικασία ανάθεσης έργου και για αποδοχή μελετών, οι οποίες παραβίαζαν τους κανόνες της οικοδομικής. Η αντιδικία μεταξύ του ΕΙΝ και του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε υποβάλει προσφορές για τους δύο άνω διαγωνισμούς, που όμως δεν επελέγησαν από τις επιτροπές αξιολόγησης, αφορούσε την τεχνική αρτιότητα των μελετών και κατασκευών του ΕΙΝ στον Βόλο και στην Κόνιστα. Σε εκτέλεση της εντολής του ΕΙΝ ο εγκαλών, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιδρύματος, άσκησε την από 28-12-2001 και με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή του ΕΙΝ κατά του κατηγορουμένου και άλλων πέντε ατόμων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με επιδίκαση υπέρ του Ιδρύματος του ποσού των 500.000.000 δρχ., ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στις 10-4-2002 ο κατηγορούμενος κατέθεσε στο ΕΙΝ, με αριθμό πρωτοκόλλου ..., την από 9-3-2002 επιστολή του, την οποία επίσης κοινοποίηση προς τη πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ. του ΕΙΝ, το Υπουργείο Παιδείας, την Εισαγγελία Βόλου, το Υπουργείο Εσωτερικών, το Σύλλογο Πολιτικών μηχανικών Ελλάδος και το Σύλλογο Πολιτικών Μηχανικών ... και στην οποία (επιστολή), αναφερόμενος στο περιεχόμενο της ανωτέρω αγωγής τα ΕΙΝ εναντίον του, ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) ότι ο νομικός σύμβουλος του ΕΙΝ, ισχυρίζεται ψευδώς πως υπάρχει παράλειψη ενίσχυσης μόνο στα τοιχώματα Τ4 και Τ5, τα οποία στη μελέτη ενίσχυσης έχουν μετονομασθεί σε Κ35, ενώ τον ίδιο οπλισμό φέρουν και τα υπόλοιπά τοιχώματα, οπότε η παράλειψη ενίσχυση υπάρχει στο σύνολο των τοιχωμάτων β) ότι ο νομικός σύμβουλος του ΕΙΝ ψευδώς ισχυρίζεται πως σε περίπτωση θραύσης του υποστηλώματος σε ενδεχόμενο σεισμό, αντίστοιχα δομικά φορτία παραλαμβάνονται ικανοποιητικά από άλλα παρακείμενα υποστηλώματα, γ) ότι ο ισχυρισμός αποσκοπεί όχι μόνο στη συγκάλυψη των σοβαρών ευθυνών του μελετητή που συνέταξε και υπέγραψε τις συγκεκριμένες μελέτες και της ΔΤΥ/ΕΙΝ, που αφού την αξιολόγησε, τη βαθμολόγησε με εννέα, αλλά αποσκοπεί και στο να δώσει τη δυνατότητα στον εργολάβο να διεκδικήσει και να πληρωθεί ως υπερσυμβατικές τις εργασίες που όφειλε να είχε συμπεριλάβει στην αρχική προσφορά του, ανεβάζοντας το κόστος του έργου κατά δεκάδες εκατομμύρια σε βάρος του ΕΙΝ, δ) ότι η επιστολή απευθύνεται και στην Εισαγγελία Βόλου, προκειμένου να εξετάσει αν από την ομολογία της παράλειψης ενίσχυσης και τον ψευδή ισχυρισμό ότι τα παρακείμενα υποστηλώματα μπορούν να παραλάβουν τα σεισμικά φορτία, συντρέχουν λόγοι εφαρμογής του άρθρου 286 Π.Κ. και ε) ότι άρχισαν να έχουν άποψη επί της φέρουσας ικανότητας κτιρίων μεγάλης σπουδαιότητας, εκτός από τους τεχνολόγους μηχανολόγους και οι δικηγόροι". Υπό τ' ανωτέρω αναφερόμενα, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποτελούν δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές και επαγγελματικές εργασίες, αφού απευθύνονται κατά του συγκεκριμένου νομικού παραστάτου, που συνέταξε την συγκεκριμένη αγωγή κατά του κατηγορουμένου τον οποίο ήθελε να πλήξει, αφού τα ως άνω περιστατικά (γεγονότα) ήτο δυνατόν και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του ως δικηγόρου που φέρεται να ενεργεί για την συγκάλυψη των σοβαρών ευθυνών του μελετητή, ήτοι ως συνεργός του. Όμως το Δικαστήριο δέχεται ότι ως προς τα υποστηλώματα και τα φορτία το γεγονός αυτό δεν ήτο ψευδές, αφού πράγματι έγινε νέα μελέτη για τα έργα αυτά (Βόλου και Κονίτσης) και επομένως η μορφή του εγκλήματος είναι της απλής δυσφήμησης και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης, πράγμα που μπορεί να γίνει κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας. Επίσης ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο εγκαλών ενεργείσας δικηγόρος μέσα στα πλαίσια της δοθείσας εντολής εκ μέρους του ΕΙΝ και επομένως ό,τι αναφέρει στην αγωγή, δεν αποδίδει δική του γνώμη αλλά εκφράζει την άποψη των εντολέων του, όπως επίσης γνώριζε ότι ο εγκαλών δεν ενεργεί προς συγκάλυψη σοβαρών ευθυνών του μελετητή του έργου ούτε προς βλάβη των συμφερόντων του ΕΙΝ και προς όφελος του εργολάβου, όπως άλλωστε τούτο κρίθηκε και από τις σχετικές αποφάσεις που έκριναν ότι δεν υπάρχει παράβαση των κανόνων της οικοδομικής και επομένως δεν υπάρχει πλάνη σε αυτόν." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της δυσφημήσεως, κατ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφημήσεως, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα στις 10 Απριλίου του έτους 2002, ενεργώντας με πρόθεση διέδωσε για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο καταθέτοντας στις 10-4-2002 στο Εθνικό Ιδρυμα Νεότητας με αριθμό πρωτ. ... την από 9-3-2002 επιστολή του και κοινοποιώντας την και στον Πρόεδρο και τα μέλη του ΔΣ του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας, στο Υπουργείο Παιδείας (γραφείο κ. Υπουργού), Εισαγγελία Βόλου, Υπουργείο Εσωτερικών Δ/νση Σχέσεων Κράτους Πολίτη, στο Σύλλογο Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδος και στο Σύλλογο Πολιτικών Μηχανικών ... διέδωσε εις βάρος του εγκαλούντος Ψ, γεγονότα ψευδή τα οποία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στον ανωτέρω εγκαλούντα, ο οποίος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας είχε καταθέσει και υπογράψει για λογαριασμό του ιδρύματος και κατά του κατηγορουμένου την υπ' αριθμ. κατάθεσης ... αγωγή αδικοπραξίας, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος στις 23-7-2001 απηύθυνε ανοιχτή επιστολή σχετικά με τον έλεγχο των στατικών μελετών βάσει των οποίων κατασκευάζονται κτίρια μεγάλης σπουδαιότητας, μεταξύ άλλων και στο Εθνικό Ιδρυμα Νεότητας, καταγγέλοντας το τελευταίο για λανθασμένη διαδικασία ανάθεσης έργου και για αποδοχή μελετών, οι οποίες παραβίαζαν τους κανόνες της οικοδομικής, δεδομένου ότι το Ιδρυμα είχε προκηρύξει δύο δημόσιους διαγωνισμούς κατά το έτος 1997, με το σύστημα μελέτη - κατασκευή για την εκτέλεση των έργων "Ανακαίνιση και μετατροπή υφισταμένου κτιρίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σε φοιτητική Εστία - λέσχη στο Βόλο" και "Ενίσχυση και ανακαίνιση τμήματος της Μαθητικής Εστίας Κόνιτσας" και οι επιτροπές αξιολόγησής του επέλεξαν ως συγκριτικά καλύτερες προσφορές άλλες πλην της Κοινοπραξίας του κατηγορουμένου, η οποία υπέβαλε ενστάσεις, που απερρίφθησαν από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος κατόπιν Εισηγήσεων των Επιτροπών αξιολόγησης, ισχυρίστηκε, αναφερόμενος στην ανωτέρω αγωγή, τα ακόλουθα: "Μια απλή ματιά από οποιοδήποτε γνωρίζει ανάγνωση (όχι κατ' ανάγκη διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό) στα συνημμένα σχέδια αρκεί για να καταλάβει το επικίνδυνο των ισχυρισμών του ΕΙΝ. Συνημμένο σχέδιο Νο 1 (αρχική μελέτη κατασκευής Φ.Ε. Βόλου). Στο σχέδιο αυτό μπορεί κανείς να διαβάσει (κόκκινος κύκλος) ότι στα τοιχώματα Τ4 και Τ5, τα οποία έχουν μετονομαστεί στη μελέτη ενίσχυσης σε Κ35 αναγράφεται ως οπλισμός 2#Τ131 και όπως το ίδιο το ΕΙΝ ομολογεί υπάρχει παράλειψη ενίσχυσης και πιθανότητα (βεβαιότητα κατ' εμένα) Θραύσης. Στο ίδιο σχέδιο (όποιος θέλει η ΔΤΥ/ΕΙΝ δεν θέλει) μπορεί να διαβάσει ότι ο ίδιος οπλισμός αναγράφεται και στα υπόλοιπα τοιχώματα Τ1, Τ2, Τ3, Τ4 (Μπλε κύκλοι). Αρα είναι προφανές ότι η παράλειψη ενίσχυσης υπάρχει στο σύνολο των τοιχωμάτων και όχι μόνο στο ένα όπως ψευδώς ισχυρίζεται ο Νομικός Σύμβουλος του ΕΙΝ". "Είναι φανερό ότι ο ισχυρισμός του Νομικού Συμβούλου και σε περίπτωση θραύσης του ιδίου σε ενδεχόμενο σεισμό, αντίστοιχα δομικά φορτία παραλαμβάνονται ικανοποιητικά από άλλα παρακείμενα υποστηλώματα είναι και αυτός ψευδής". "Ο ισχυρισμός αποσκοπεί όχι μόνο στη συγκάλυψη των σοβαρών ευθυνών του μελετητή που συνέταξε υπέγραψε τη συγκεκριμένη μελέτη και της ΔΤΥ/ΕΙΝ που αφού την αξιολόγησε τη βαθμολόγησε με εννέα αλλά αποσκοπεί και στο να δώσει τη δυνατότηα στον εργολάβο να διεκδικήσει και να πληρωθεί ως υπερσυμβατικές τις εργασίες, που όφειλε να είχε συμπεριλάβει στην αρχική προσφορά του, ανεβάζοντας το κόστος του έργου κατά ΔΕΚΑΔΕΣ εκατομμύρια σε βάρος του ΕΙΝ". "Η παρούσα επιστολή απευθύνεται επιπλέον στην Εισαγγελία Βόλου, προκειμένου να εξετάσει αν από την ομολογία της παράλειψης ενίσχυσης και τον ψευδή ισχυρισμό ότι τα παρακείμενα υποστηλώματα μπορούν να παραλάβουν τα σεισμικά φορτία συντρέχουν λόγοι εφαρμογής του άρθρου 286 ΠΚ". "Αρχισαν να έχουν άποψη επί της φέρουσας ικανότητας κτιρίων μεγάλης Σπουδαιότητας εκτός από τους Τεχνολόγους Μηχανολόγους και οι δικηγόροι" και τα διέδωσε και στον Πρόεδρο και τα μέλη του ΔΣ του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας, στο Υπουργείο Παιδείας (γραφείο κ. Υπουργού), Εισαγγελία Βόλου, Υπουργείο Εσωτερικών/Δ/νση Σχέσεων Κράτους Πολίτη, στο Σύλλογο Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδος και στο Σύλλογο Πολιτικών Μηχανικών, οι οποίοι έλαβαν γνώση των παραπάνω ψευδών και συκοφαντικών για τον εγκαλούντα γεγονότων, τα οποία καταφανώς βλάπτουν την τιμή και την υπόληψή του. Προέβη δε στην πράξη του αυτή, αν και γνώριζε ότι ο εγκαλών, ως δικηγόρος του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας, στους διαλαμβανόμενους στην αγωγή του ισχυρισμούς, έστω και ψευδείς ακόμη υποτιθέμενους, εκπροσωπούσε το Ιδρυμα, κατά την άσκηση των καθηκόντων του και καμία ευθύνη δεν φέρει για αυτούς, αφού σε κάθε περίπτωση προέρχονται από το Ιδρυμα και όχι από τον ίδιο τον (εγκαλούντα), και ότι τα παραπάνω ενώπιον των προαναφερθέντων τρίτων διαδοθέντα γεγονότα μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ως άνω εγκαλούντος Ψ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά τη θεμελίωση του εγκλήματος της απλής δυσφημήσεως κατόπιν μεταβολής της αρχικής κατηγορίας περί συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ειδικότερα ενώ με το σκεπτικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι ήταν αληθινά ορισμένα από τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος με την αναφερόμενη εκεί επιστολή του και δη τα υπό στοιχείο (β) και χωρίς να διασαφηνίσει αν τα υπόλοιπα υπό στοιχεία (α), (γ), (δ) και (ε) ήσαν αληθή ή ψευδή και στην τελευταία περίπτωση αν γνώριζε ή όχι την αναλήθεία τους ο αναιρεσείων, καταλήγει στην κρίση ότι η πράξη που τέλεσε, κατ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση, τυγχάνει η της απλής δυσφημήσεως και ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος της εν λόγω πράξεως. Στο διατακτικό όμως, όπου παρατίθενται τα δυσφημιστικά γεγονότα, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος, περιλαμβάνονται και τα υπό στοιχεία (β) του σκεπτικού, χωρίς να διαλαμβάνεται αιτιολογία για τη μη εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 366 παρ. 1 ΠΚ κατ εφαρμογή της οποίας, όπως λέχθηκε έπρεπε να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων για τα κριθέντα ως αληθή γεγονότα αυτά. Περαιτέρω τα δυσφημιστικά γεγονότα που παρατίθενται στο διατακτικό, χαρακτηρίζονται ψευδή και συκοφαντικά, χαρακτηρισμός όμως ο οποίος έρχεται σε αντίφαση όσον αφορά τα υπό στοιχείο (β) που κρίθηκαν αληθή και περαιτέρω θα δικαιολογούσε καταδίκη για συκοφαντική δυσφήμιση και όχι απλή όπως έκρινε το Δικαστήριο. Περαιτέρω στο διατακτικό αναφέρεται, μεταξύ των δυσφημιστικών γεγονότων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος και το, υπό στοιχείο (δ) του σκεπτικού, ότι "Η παρούσα επιστολή απευθύνεται επιπλέον στο Εισαγγελέα Βόλου προκειμένου να εξετάσει αν από την ομολογία της παράλειψης ενίσχυσης και τον ψευδή ισχυρισμό ότι τα παρακείμενα υποστηλώματα μπορούν να παραλάβουν τα σεισμικά φορτία συντρέχουν λόγοι εφαρμογής του άρθρου 286 ΠΚ". Τα ανωτέρω όμως δεν αποτελούν γεγονότα, κατά την προαναφερθείσα έννοια, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, αφού ο αναιρεσείων στο σημείο αυτό της επίμαχης επιστολής του εξηγεί για ποιο λόγο την κοινοποιεί και στον Εισαγγελέα και δη για να διερευνήσει αν τυχόν τελέσθηκε η πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 286 ΠΚ, ενόψει του ότι, όπως δέχεται η προσβαλλομένη τα υποστηλώματα δεν μπορούσαν κατά την αρχική μελέτη να παραλάβουν τα σεισμικά φορτία, ο δε σχετικός περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αγωγής ήταν αναληθής, γι αυτό και χρειάσθηκε να καταρτισθεί ως προς το ζήτημα αυτό νέα μελέτη. Κατ ακολουθία των προεκτεθέντων η αναιρεσιβαλλόμενη στερείται της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφάρμοσε, οι οποίες παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου και έτσι στερείται αυτή νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις σε σχέση με το δυσφημιστικό γεγονός που προαναφέρθηκε. Επομένως είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Ποιν.Δικ. υπό στοιχεία Δ, Ε, Ζ και Η λόγοι αναιρέσεως, και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 8302/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δυσφήμιση - Στοιχεία, Έννοια γεγονότος. Ατιμώρητη η πράξη κατ' άρθρο 366 § 1 ΠΚ αν το γεγονός είναι αληθές. Προϋποθέσεις, Πότε είναι η αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή, εκ πλαγίου παράβαση (ΑΠ 1607/2009, ΑΠ 1853/2008, 1444/2008). Καταδικαστική απόφαση για δυσφήμιση. Αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, διότι ενώ δέχεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός ήταν αληθινό, τον κηρύσσει ένοχο και γι' αυτό χωρίς να αιτιολογεί μη εφαρμογή άρθρου 366 ΠΚ. Εκ πλαγίου παράβαση και διότι ενώ δέχεται τέλεση απλής δυσφημίσεως στο διατακτικό αναφέρει ότι τα γεγονότα ήταν ψευδή και συκοφαντικά. Βάσιμοι λόγοι άρθρου 510 § 1 Δ και Ε. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση απλη.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 579/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 507/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 528/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Και ναι μεν η διεύθυνση πρέπει, προκειμένου για πόλεις, να εξειδικεύεται με την αναγραφή τόσο της οδού, όσο και του αριθμού, όπου βρίσκεται η κατοικία, στην οποία αναζητήθηκε εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση, πλην, αν η διεύθυνση κατοικίας είναι ανακριβής ή ελλιπής, γιατί π.χ. ο κατηγορούμενος δήλωσε κάποτε στον μηνυτή οδό με αριθμό πέραν της υφισταμένης αριθμήσεως της συγκεκριμένης οδού και, συνεπώς, ανύπαρκτο, ο τελευταίος πάλι θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον δεν πρόκειται για πολύ μικρό δρόμο και δεν μπορεί ο αριθμός να διαγνωσθεί ευχερώς από το όργανο επίδοσης με επί τόπου μετάβασή του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 507/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 4900/2008 του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από το συνήγορό του, κατά της υπ' αριθ. 88329/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι και τις 27.5.08 οπότε και συνελλήφθη, διότι από παραδρομή αναζητήθηκε στην οδό ... "άνευ αριθμού" και του επιδόθηκε η προσβαλλόμενη ως άγνωστης διαμονής, ενώ είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... στην ..., γεγονός που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει από άλλα κλητήρια θεσπίσματα, που του είχαν επιδοθεί το ίδιο χρονικό διάστημα", δηλαδή είχε προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής". Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεση αυτή ο κατηγορούμενος αν την ανωτέρω φερόμενη ως τελευταία γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει κατά οποιοδήποτε τρόπο και Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, κατά λέξη, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, εναντίον του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, η οποία φέρεται με το κατηγορητήριο, ότι έλαβε χώρα από αυτόν στις 7.8.1996. Καταδικάσθηκε δε αυτός απών ως άγνωστης διαμονής με την υπ' αριθ. 88329/29.10.2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Οι κατηγορούμενοι ΑΑ και Χ βρέθηκαν από το μηνυτή, στον οποίο και ομολόγησαν τη διαπραχθείσα πλαστογραφία και παρέδωσαν σ' αυτόν τις από 5.12.1996 υπεύθυνες δηλώσεις τους, οι οποίες αναγνώσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της εκκαλουμένης (σελ. 4η), διαλαμβάνοντας όλα τα στοιχεία τους, όπως ότι ο κατηγορούμενος διέμενε στην οδό ... . Όπως, όμως, προκύπτει από την από 23.1.2001 βεβαίωση τού αρχιφύλακα ..., η εν λόγω οδός ... μετονομάσθη σε οδό ... και ο αριθμός 115 είναι ανύπαρκτος, διότι η οδός αυτή αριθμείται από 1 έως 91. Έτσι, ο κατηγορούμενος τυγχάνει άγνωστης διαμονής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εγκύρως επιδόθηκαν τόσο το κλητήριο θέσπισμα, όσο και η παραπάνω καταδικαστική απόφαση με τοιχοκόλληση στο δήμο Αθηναίων (αρμόδιοι υπάλληλοι ... και ...), όπως προκύπτει από τα α) από 22.5.2001 και β) 18.4.2003 αποδεικτικά επιδόσεως των ..., επιμελήτριας τής Εισαγγελίας Αθηνών και του ..., αρχιφύλακα τού ΑΤ. ..., αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος διά του συνηγόρου του ισχυρίζεται, ότι στην από 30.11.2001 προανακριτική του απολογία, που προσκομίζει, άλλωστε, δήλωσε ως διεύθυνση της κατοικίας του την οδό ... . Τούτο δεν είναι αληθές, διότι η εν λόγω απολογία του δεν επισυνάπτεται στην ποινική δικογραφία, δεν ελήφθη για τη συγκεκριμένη υπόθεση και σχετίζεται με άλλη ποινική υπόθεση, η οποία αφορά στην αξιόποινη πράξη της απλής χρεοκοπίας τούτου. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση επιδόθηκε ορθώς στο Δήμαρχο Αθηναίων στις 18.4.2003 και, ειδικότερα, στην αρμόδια υπάλληλο ..., όπως προκύπτει από το από 18.4.2003 σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του ..., Αρχιφύλακα τού ΑΤ. ..., ως άγνωστης διαμονής, δεδομένου, ότι αυτός απουσίαζε από τον τόπο τής κατοικίας του, αναζητηθείς δε, δεν βρέθηκε εκεί στη γνωστή κατοικία του, ούτε κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθ. 156§1 εδ. α' ΚΠοινΔ. Κατά της αποφάσεως δε αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε το ένδικο μέσο τής εφέσεως, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 4900/5.6.2008 έκθεση, στην οποία αυτός διαλαμβάνει τα ακόλουθα σχετικά με όλα τα παραπάνω θέματα: "... Διότι ουδέποτε έλαβα γνώση τής ποινικής δίωξης και της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι τις 27.5.2008, οπότε και συνελήφθην προς εκτέλεσή της, διότι από παραδρομή αναζητήθηκα στην οδό ... "άνευ αριθμού" ως αγνώστου διαμονής, ενώ είχα γνωστή διαμονή στην ..., ..., γεγονός που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα". Σύμφωνα με το ανωτέρω περιεχόμενο, στην έκθεση διαλαμβάνονται δύο λόγοι εφέσεως και συγκεκριμένα αυτός, με τον οποίο παραπονείται για την ενοχή και ο δεύτερος, ο οποίος αναφέρεται στην άκυρη επίδοση της εκκαλουμένης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ακυρότητα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Ανεξάρτητα από αυτά, η επίδοση έλαβε χώρα εγκύρως ως άγνωστης διαμονής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Στην έκθεση δε της εφέσεως δεν περιέχεται λόγος ανώτερης βίας, εξαιτίας της οποίας ο κατηγορούμενος και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο της εφέσεως εκθέτοντας προς τούτο τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, χωρίς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να αρκεί το γεγονός, ότι δεν είχε λάβει γνώση της αποφάσεως. Απλώς αυτός μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως, που, όμως, δεν αποτελεί επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Οι κατά την επ' ακροατηρίου δε συμπληρώσεις της εκθέσεως εφέσεως με την προσθήκη λόγου ανώτερης βίας και της παραβιάσεως της διεθνούς συνθήκης είναι ανεπίτρεπτες, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, χωρίς, εξάλλου, να παραβιάζεται το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν προκύπτει, κατά την κρίση τού Δικαστηρίου, καμία αμφιβολία περί αυτού, ώστε να ερευνηθεί και να ερμηνευτεί υπέρ του εκκαλούντος κατηγορουμένου, δεδομένου, ότι από δική του παράλειψη στερήθηκε του δικαιώματος αυτού και, συνεπώς, δεν συντρέχει απολύτως καμία περίπτωση παραβιάσεως τής παραπάνω διατάξεως του άρθ. 6 § 1 ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της".
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να καταλήξει στην απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, εξέτασε το νομότυπο της επίδοσης της εκκαλουμένης στον αναιρεσείοντα ως άγνωστης διαμονής και ορθά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έκρινε ότι αυτός ήταν άγνωστης διαμονής, αφού δήλωσε στο μηνυτή διεύθυνση ανύπαρκτη και δη ότι διέμενε σε οδό που είχε ήδη μετονομασθεί και σε αριθμό πέραν της αριθμήσεως της οδού, ότι νομίμως του επιδόθηκε η εκκαλουμένη και ότι αυτός δεν άσκησε έφεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Η' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η ως άνω απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δη γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεσή του ως εκπρόθεσμη χωρίς, προηγουμένως, να ερευνήσει τη διαδικαστική προϋπόθεση της εγκυρότητας της επίδοσης της εκκαλουμένης και χωρίς να προβεί σε κατάγνωση του ακύρου αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, και τα υποστηριζόμενα με τον συναφή δεύτερο λόγο αναιρέσεως για παραβίαση των αρχών της "δίκαιης δίκης", κατά παράβαση των άρθρων 28 του Συντάγματος και 6§1 της "Ε.Σ.Δ.Α.", ιδρύοντα λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 περ. Η' του ίδιου Κώδικα, στηρίζονται στην ίδια πιο πάνω, που κρίθηκε ουσιαστικά αβάσιμη, προϋπόθεση της "γνωστής" με την εκτεθείσα έννοια κατοικίας του και, γι` αυτό, είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από υπ' αριθ. 127/30.3.2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ` αριθ. 507/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για αρνητική υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Ορθή επίδοση της εκκαλουμένης ως άγνωστης διαμονής όταν ο κατηγορούμενος έχει δηλώσει στο μηνυτή ελλιπή διεύθυνση κατοικίας (οδό με αριθμό πέραν της υφισταμένης αρίθμησης) -.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 578/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 7151/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18 Αυγούστου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1922/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 273 παρ. 1 γ του ιδίου Κώδικα, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω (παρ. 1 α), εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί... .". Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση. Στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να αναφέρει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, 6 και 7/1994), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, οπότε η αιτιολογία, πρέπει, να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 α του ΚΠοινΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου στον κατηγορούμενο από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (η ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από το ίδιο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 7151/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό εκθέσεως 4904/5-6-2008 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κατά της 22444/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Από τη σχετική 4901/5-6-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος επί της οδού ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, προέβαλε με αυτήν τα εξής : "ουδέποτε έλαβα γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι και της 27-5-2008, οπότε και συνελήφθην προς εκτέλεσή της καθώς είχα αναζητηθεί στην οδό ..., άνευ αριθμού, και μου επιδόθηκε άκυρα η προσβαλλόμενη ως αγνώστου διαμονής, ενώ είχα γνωστή διαμονή στην οδό ..., γεγονός, που γνώριζε η Εισ. Πλημ. Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα, που μου είχε επιδώσει το ίδιο χρονικό διάστημα". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή του, αν την φερόμενη αυτή, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως. Επικαλέστηκε όμως ειδικότερα ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, για το λόγο ότι στο αποδεικτικό επιδόσεως δεν αναγράφεται η ακριβής διεύθυνση κατοικίας που αναζητήθηκε και δε βρέθηκε, αφού αναζητήθηκε κατά το αποδεικτικό επιδόσεως στην οδό ... α/α, χωρίς σημείωση του αριθμού της κατοικίας του.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην αιτιολογία της αναφέρονται κατά λέξη τα εξής:
Στην προκειμένη περίπτωση από το από 1 Απριλίου 2004 αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως του Αρχ/κα του ΑΤ ... αποδεικνύεται ότι η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 22444/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου και ήδη εκκαλούντος, επιδόθηκε στον τελευταίο την 1-4-2004 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 2 Κ.Π.Δ ως αγνώστου διαμονής από τότε δε και μέχρι την άσκηση της από 5-6-2008 εφέσεως του κατά της ως άνω απόφασης, που ασκήθηκε με την υπ1 αριθμ. 4904/5-6-2008 έκθεση εφέσεως, παρήλθε η νόμιμη προθεσμία των 30 ημερών προς άσκηση αυτής. Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. 4904/5-6-2008 έκθεση εφέσεως προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως, επικαλείται ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι και τις 27-5-2008, οπότε και συνελήφθη προς εκτέλεση της, καθώς είχε αναζητηθεί άκυρα στη οδό ... "άνευ αριθμού" και η προσβαλλόμενη του επιδόθηκε άκυρα ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτός είχε γνωστή διαμονή στην οδό ..., γεγονός που γνώριζε η Εισαγγελία πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει στο ίδιο διάστημα. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω ο εκκαλών επικαλείται ως λόγους δικαιολογούντες το εκπρόθεσμο της εφέσεως του, αφ'ενός μεν ότι αυτός το πρώτον έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης στις 27-5-2008, που συνελήφθη, γεγονός το οποίο, αυτό καθεαυτό και με την υπόθεση ότι είναι αληθινό, δεν συνιστά ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, αφ' ετέρου δε ακυρότητα της επίδοσης, της εκκαλούμενης αποφάσεως σ'αυτόν, για το λόγο ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε σ'αυτόν ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, δεδομένου ότι είχε γνωστή διαμονή στην οδό .... Προς απόδειξη του προβαλλόμενου με την έφεση ισχυρισμού του, ότι κατά το χρόνο επιδόσεως σ'αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως είχε γνωστή διαμονή στην ως άνω διεύθυνση ο κατηγορούμενος προσκόμισε τα προαναφερόμενα έγγραφα, που αναγνώστηκαν, ενώ πρότεινε προς εξέταση και την προαναφερόμενη μαρτυρά του, η οποία κατά την ένορκη κατάθεση της στο ακροατήριο κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος πατέρας της κατοικεί στην οδό ... και ότι μέχρι το 2000 κατοικούσε στην οδό ..., ενώ η εταιρία ("Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΒΕΕ-ΕΚΤΥΠΩΣΕΙΣ ΜΗΧΑΝΟΓΡΑ-ΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ και με το διακριτικό τίτλο - "ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΒΕΕ", στο Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας συμμετείχε, και η οποία διέκοψε τη λειτουργία της, είχε έδρα στο ..., στην οδό Κωνσταντινουπόλεως αριθμός 3. Όμως από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει μεν ότι ο κατηγορούμενος από το έτος 2000, κατοικεί στην προαναφερόμενη διεύθυνση στην οδό ..., πλην, όμως δεν αποδεικνύεται περαιτέρω, από τα παραπάνω, ότι η διεύθυνση του αυτή ήταν γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών) που παράγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν ληφθεί, ιδίως υπόψη, ότι ούτε η ως άνω μάρτυρας κατέθεσε κάτι τέτοιο, ακόμη δε ότι το προσκομισθέν απ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα, στο οποίο ο κατηγορούμενος φέρεται ως κάτοικος ..., χωρίς να προσδιορίζεται η διεύθυνση του, έχει εκδοθεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, και όχι την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία είναι η Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση σ'αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως, οι δε αναγραφείσες σ'αυτό χειρόγραφες διευθύνσεις ... , έχουν τεθεί μετά την έκδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και είναι ενδεικτικές της αναζητήσεως του κατηγορουμένου σε διάφορες διευθύνσεις, λόγω της άγνωστης διαμονής του. Τούτο δε, διότι, τόσο η αρμόδια προς επίδοση Εισαγγελική αρχή, όσο και τα όργανα επίδοσης, δεν έχουν την υποχρέωση, αλλά ούτε και την ευχέρεια να προσφεύγουν, σε άλλες αρχές ή πηγές πληροφοριών προς ανακάλυψη της διαμονής των παραληπτών των προς επίδοση εγγράφων, κατά το χρόνο της επίδοσης. Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι η τελευταία γνωστή στην παραγγείλασα την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης Εισαγγελική Αρχή (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών) κατοικία του κατηγορουμένου, ο οποίος ουδέποτε προσήλθε ενώπιον του διενεργήσαντος προανάκριση για την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση πταισματοδίκη για να απολογηθεί, ήταν στη διεύθυνση ... στην ... που δηλώθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο με την από 5-12-1996 υπεύθυνη δήλωση του του Ν.1599/1986, η οποία προσκομίστηκε στην προανάκριση, από τον κατονομάσαντα αυτόν ως πλαστογράφο ...κατά την ένορκη εξέταση του ως μηνυτή (βλ. την από 2-4-1999 ένορκη εξέταση μηνυτή και την αναφερόμενη και συνημμένη σ'αυτή ως άνω υπεύθυνη δήλωση που αναγνώστη καν), η ως άνω δε οδός ..., η οποία είχε ήδη κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως μετονομαστεί σε οδό ..., δεν έφερε αρίθμηση μέχρι του αριθμού ... που δηλώθηκε από τον κατηγορούμενο στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση (βλ. τις αναγνωσθείσες από .... βεβαιώσεις των επιμελητών δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ... αντίστοιχα), για το λόγο δε αυτό, στο προαναφερόμενο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στον εκκαλούντα αναγράφηκε ως διεύθυνση της τελευταίας γνωστής κατοικίας του εκκαλούντος η οδός ..., α/α (άνευ αριθμού) στην οποία αναζητήθηκε αυτός για την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, δεν προέκυψε, αφ' ενός μεν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως μετά από τέσσερα και πλέον έτη από τον εκκαλούντα, αφ'ετέρου δε ότι αυτός, κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν γνωστής διαμονής (στην ...) και, ότι επομένως, η γενόμενη προς τον εκκαλούντα επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως άγνωστης διαμονής, ήταν άκυρη και συνεπώς η κρινόμενη έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της.
Στην παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται η χρονολογία επιδόσεως την 1-4-2004 της εκκαλουμένης 22444/2002 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το όργανο που ενήργησε την επίδοση και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 5-6-2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Επαρκώς αιτιολογείται, με αναφορά και στα αποδεικτικά μέσα που στηρίχθηκε το δικαστήριο, ότι η τελευταία γνωστή στις Αρχές διεύθυνση του κατηγορουμένου ήταν η οδός ..., που δηλώθηκε από τον ίδιο με την από 5-12-1996 Υπεύθυνη Δήλωσή του, του ν. 1599/1986, η οποία προσκομίστηκε στην προανάκριση, από τον κατονομάσαντα αυτόν ως πλαστογράφο ... κατά την ένορκη εξέτασή του ως μηνυτή, η ως άνω δε οδός ..., η οποία είχε ήδη κατά το χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως μετονομασθεί σε οδό ..., δεν έφερε αρίθμηση μέχρι του αριθμού 115, όπως προέκυπτε από τις αναγνωσθείσες και αναφερόμενες στο αιτιολογικό τέσσερις άλλες εκθέσεις επιδόσεως επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, γιαυτό και δικαιολογημένα στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκληθείσας αποφάσεως αναγράφηκε ότι αναζητήθηκε και δε βρέθηκε στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή του ο κατηγορούμενος, στην οδό ..., χωρίς αναγραφή αριθμού, αφού αριθμός δεν υπήρχε, οπότε σύννομα, κατ'άρθρο 156 του ΚΠοινΔ, επιδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ως άγνωστης διαμονής, με επίδοση στον αρμόδιο υπάλληλο του οικείου Δήμου, σε, εκ του νόμου, προσπάθεια ενημερώσεώς του και η επίδοση αυτή δεν πάσχει από την έλλειψη αυτή ουδεμίας ακυρότητας. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή των Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία αυτή διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υπεχρεούτο, η Εισαγγελία Αθηνών, να αναζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες της Χώρας, ούτε το δικαστήριο όφειλε να διαλάβει ειδική αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στην παραπάνω νέα διεύθυνση, εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο και αναγνώσθηκαν έγγραφα. Η αναφορά δε στο αιτιολογικό των παραπάνω εγγράφων, (της από 2-4-1999 ένορκης εξετάσεως μηνυτή με τη συνημμένη σε αυτή Υπεύθυνη Δήλωση του κατηγορουμένου και των τεσσάρων από 30-1-2002, 3-3-2001, 16-8-2001 και 25-7-2000 εκθέσεων επιδόσεως δικαστικών επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών), για να καταλήξει το δικαστήριο στο προαναφερθέν συμπέρασμα, ότι εγκύρως επιδόθηκε η ερήμην απόφαση στον κατηγορούμενο, ως άγνωστης διαμονής, (ορθά αναζητηθείς στη μόνη γνωστή στην Εισαγγελία Αθηνών διεύθυνσή του, επί της οδού ..., μετονομασθείσα σε οδό ..., χωρίς αναγραφή συγκεκριμένου αριθμού, γιατί δεν υπήρχεν αντίστοιχος αριθμός σε αυτή, αφού το δικαστήριο πλήρως αιτιολογημένα απάντησε στους ισχυρισμούς του εκκαλούντος κατηγορουμένου περί ακυρότητας της προς αυτόν επιδόσεως της ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως) και η αναφορά επίσης ρητά στο αιτιολογικό ότι όλα τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν, σημαίνουν ότι έλαβε γνώση αυτών ο παριστάμενος κατηγορούμενος και ο δικηγόρος του, οι οποίοι και μπορούσαν να προβούν σε δηλώσεις σχετικά με το περιεχόμενό τους και να τα αντικρούσουν και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθεν εκ του ότι τα παραπάνω έγγραφα δεν αναφέρονται στο σημείο εκείνο των πρακτικών που αναγνώσθηκαν και τα λοιπά έγγραφα, ούτε επήλθε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ, και Η σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ελλιπής αιτιολογία της αποφάσεως, υπέρβαση εξουσίας και έλλειψη ακροάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με το δεύτερο (2. ΙΙ) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι η προς αυτόν γενομένη επίδοση της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στη διεύθυνση επί της οδού ..., ως αγνώστου διαμονής, είναι άκυρη, κατ'άρθρο 156 και 161 του ΚποινΔ, γιατί η επίδοση της πιό πάνω ερήμην αποφάσεως έγινε στο Δήμο Αθηναίων, χωρίς να αναγράφεται το όνομα του Δημάρχου και παραδόθηκε στην υπάλληλο αυτού ..., χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτή είναι αρμοδία υπάλληλος για παραλαβή δικογράφων. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, γιατί δεν προβλήθηκε με λόγο εφέσεως, αλλά ούτε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να τον ερευνήσει αυτεπαγγέλτως.
Επομένως, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 395/24-11-2008 αίτηση του Χ, μετά των από 18-8-2009 προσθέτων λόγων, περί αναιρέσεως της 7151/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατηγορουμένου εγκύρως ως αγνώστου διαμονής. Α) Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και για υπέρβαση εξουσίας, διότι ο προβληθείς με την έκθεση εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ερευνήθηκε και αιτιολογημένα απορρίφθηκε, τα δε έγγραφα που συνεκτιμήθηκαν ρητά σημειώνεται στο αιτιολογικό ότι αναγνώσθηκαν. Ερευνώνται μόνο οι λόγοι ακυρότητας της επιδόσεως που προβλήθηκαν με την έκθεση εφέσεως, όχι και εκείνοί που προβάλλονται το πρώτον στο ακροατήριο του εφετείου (ΑΠ 787/2007). Β) Η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (η ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή και από το ίδιο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 335/2008) -.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 577/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 7150/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18 Αυγούστου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1945/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 273 παρ. 1 γ του ιδίου Κώδικα, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω( παρ. 1α), εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί... .". Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση' το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, αυτό απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτηση της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση. Στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να αναφέρει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, 6,7/1994), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, οπότε η αιτιολογία, πρέπει, να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του Δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 α του ΚΠοινΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου στον κατηγορούμενο από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (η ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από το ίδιο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 7150/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό εκθέσεως 4901/5-6-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά της 22445/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Από τη σχετική 4901/5-6-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος επί της οδού ... , προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, προέβαλε με αυτήν τα εξής : "ουδέποτε έλαβα γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι και της 27-5-2008, οπότε και συνελήφθην προς εκτέλεση της καθώς είχα αναζητηθεί στην οδό ..., άνευ αριθμού, και μου επιδόθηκε άκυρα η προσβαλλόμενη ως αγνώστου διαμονής, ενώ είχα γνωστή διαμονή στην οδό ... στην ..., γεγονός, που γνώριζε η Εισ. Πλημ. Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα, που μου είχε επιδώσει το ίδιο χρονικό διάστημα". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεση του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεση του, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως. Επικαλέστηκε, όμως, ειδικότερα ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, για το λόγο ότι στο αποδεικτικό επιδόσεως δεν αναγράφεται η ακριβής διεύθυνση κατοικίας που αναζητήθηκε και δε βρέθηκε, αφού αναζητήθηκε κατά το αποδεικτικό επιδόσεως στην οδό ... α/α, χωρίς σημείωση του αριθμού της κατοικίας του. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην αιτιολογία της αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από το από 1 Απριλίου 2004 αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως του Αρχ/κα του ΑΤ ... προκύπτει ότι "η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 22445/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου και ήδη εκκαλούντος, επιδόθηκε στον τελευταίο την 1-4-2004 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 2 Κ.Π.Δ. ως αγνώστου διαμονής και έκτοτε και μέχρι την άσκηση της από 5-6-2008 εφέσεως του κατά της ως άνω απόφασης, που ασκήθηκε με την υπ' αριθμ. ... έκθεση εφέσεως, παρήλθε η νόμιμη προθεσμία των 30 ημερών προς άσκηση αυτής. Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση εφέσεως προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως, επικαλείται ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της ποινικής δίωξης και της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι και τις 27-5-2008, οπότε και συνελήφθη προς εκτέλεση της, καθώς είχε αναζητηθεί άκυρα στη οδό ... "άνευ αριθμού" και η προσβαλλόμενη του επιδόθηκε άκυρα ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτός είχε γνωστή διαμονή στην οδό ..., γεγονός που γνώριζε η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του είχε επιδώσει στο ίδιο διάστημα. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, ο εκκαλών επικαλείται ως λόγους δικαιολογούντες το εκπρόθεσμο της εφέσεώς του, αφ' ενός μεν ότι αυτός το πρώτον έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης στις 27-5-2008, που συνελήφθη, γεγονός το οποίο, αυτό καθεαυτό και με την υπόθεση ότι είναι αληθινό, δεν συνιστά ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, αφ' ετέρου δε ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης αποφάσεως σ' αυτόν, για το λόγο ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε σ' αυτόν ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, δεδομένου ότι είχε γνωστή διαμονή στην οδό ...Προς απόδειξη του προβαλλόμενου με την έφεση ισχυρισμού του, ότι κατά το χρόνο επιδόσεως σ' αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως είχε γνωστή διαμονή στην ως άνω διεύθυνση ο κατηγορούμενος προσκόμισε τα προαναφερόμενα έγγραφα, που αναγνώστηκαν, ενώ πρότεινε προς εξέταση και την προαναφερόμενη μαρτυρά του, η οποία κατά την ένορκη κατάθεση της στο ακροατήριο κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος πατέρας της κατοικεί στην οδό ...και ότι μέχρι το 2000 κατοικούσε στην οδό ..., ενώ η εταιρία ("Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΒΕΕ - ΕΚΤΥΠΩΣΕΙΣ ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ" και με το διακριτικό τίτλο - "ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΒΕΕ", στο Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας συμμετείχε, και η οποία διέκοψε τη λειτουργία της, είχε έδρα στο .... Όμως από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει μεν ότι ο κατηγορούμενος από το έτος 2000, κατοικεί στην προαναφερόμενη διεύθυνση στην οδό ...στην..., πλην, όμως δεν αποδεικνύεται περαιτέρω, από τα παραπάνω, ότι η διεύθυνσή του αυτή ήταν γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών) που παράγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν ληφθεί, ιδίως υπόψη, ότι ούτε η ως άνω μάρτυρας κατέθεσε κάτι τέτοιο, ακόμη δε ότι το προσκομισθέν απ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα, στο οποίο ο κατηγορούμενος φέρεται ως κάτοικος ..., χωρίς να προσδιορίζεται η διεύθυνση του, έχει εκδοθεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, και όχι την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία είναι η Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση σ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως, οι δε αναγραφείσες σ' αυτό χειρόγραφες διευθύνσεις ... , έχουν τεθεί μετά την έκδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και είναι ενδεικτικές της αναζητήσεως του κατηγορουμένου σε διάφορες διευθύνσεις, λόγω της άγνωστης διαμονής του . Τούτο δε, διότι, τόσο η αρμόδια προς επίδοση Εισαγγελική αρχή, όσο και τα όργανα επίδοσης, δεν έχουν την υποχρέωση, αλλά ούτε και την ευχέρεια να προσφεύγουν, σε άλλες αρχές ή πηγές πληροφοριών προς ανακάλυψη της διαμονής των παραληπτών των προς επίδοση εγγράφων, κατά το χρόνο της επίδοσης. Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι η τελευταία γνωστή στην παραγγείλασα την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης Εισαγγελική Αρχή (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών) κατοικία του κατηγορουμένου, ο οποίος ουδέποτε προσήλθε ενώπιον του διενεργήσαντος προανάκριση για την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση πταισματοδίκη για να απολογηθεί, ήταν στη διεύθυνση ... στην ... που δηλώθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο με την από 5-12-1996 υπεύθυνη δήλωσή του του Ν. 1599/1986, η οποία προσκομίστηκε στην προανάκριση, από τον κατονομάσαντα αυτόν ως πλαστογράφο ... κατά την ένορκη εξέταση του ως μηνυτή (βλ. την από 2-4-1999 ένορκη εξέταση μηνυτή και την αναφερόμενη και συνημμένη σ' αυτή ως άνω υπεύθυνη δήλωση που αναγνώστη καν), η ως άνω δε οδός ... , η οποία είχε ήδη κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως μετονομαστεί σε οδό ..., δεν έφερε αρίθμηση μέχρι του αριθμού ... που δηλώθηκε από τον κατηγορούμενο στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση (βλ. τις αναγνωσθείσες από ... βεβαιώσεις των επιμελητών δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ... .αντίστοιχα), για το λόγο δε αυτό, στο προαναφερόμενο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στον εκκαλούντα αναγράφηκε ως διεύθυνση της τελευταίας γνωστής κατοικίας του εκκαλούντος η οδός ..., α/α (άνευ αριθμού) στην οποία αναζητήθηκε αυτός για την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, δεν προέκυψε, αφ' ενός μεν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως μετά από τέσσερα και πλέον έτη από τον εκκαλούντα, αφ' ετέρου δε ότι αυτός, κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν γνωστής διαμονής (στην οδό ...) και, ότι επομένως, η γενόμενη προς τον εκκαλούντα επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως άγνωστης διαμονής, ήταν άκυρη, και συνεπώς η κρινόμενη έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της". Στην παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται η χρονολογία επιδόσεως την 1-4-2004, της εκκαλουμένης 22445/2002 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το όργανο που ενήργησε την επίδοση και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 5-6-2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως), προσβαλλομένη αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται σε, αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Επαρκώς αιτιολογείται, με αναφορά και στα αποδεικτικά μέσα που στηρίχθηκε το δικαστήριο, ότι η τελευταία γνωστή στις Αρχές διεύθυνση του κατηγορουμένου ήταν η οδός ..., που δηλώθηκε από τον ίδιο με την από 5-12-1996 Υπεύθυνη Δήλωση του, του ν. 1599/1986, η οποία προσκομίστηκε στην προανάκριση, από τον κατονομάσαντα αυτόν ως πλαστογράφο...κατά την ένορκη εξέτασή του ως μηνυτή, η ως άνω δε οδός ..., η οποία είχε; ήδη κατά το χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως μετονομασθεί σε οδό ..., δεν έφερε αρίθμηση μέχρι του αριθμού ..., όπως προέκυπτε από τις αναγνωσθείσες και αναφερόμενες στο αιτιολογικό τέσσερις άλλες εκθέσεις επιδόσεως επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, γιαυτό και δικαιολογημένα στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκληθείσας αποφάσεως αναγράφηκε ότι αναζητήθηκε και δε βρέθηκε στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή του ο κατηγορούμενος, στην οδό ..., χωρίς αναγραφή αριθμού, αφού αριθμός δεν υπήρχε, οπότε σύννομα, κατ' άρθρο 156 του ΚΠοινΔ, επιδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ως άγνωστης διαμονής, με επίδοση στον αρμόδιο υπάλληλο του οικείου Δήμου, σε, εκ του νόμου, προσπάθεια ενημερώσεώς του και η επίδοση αυτή δεν πάσχει από την έλλειψη αυτή ουδεμίας ακυρότητας. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή των Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία αυτή διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υπεχρεούτο η Εισαγγελία Αθηνών να ζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες της Χώρας, ούτε το δικαστήριο όφειλε να διαλάβει ειδική αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στην παραπάνω νέα διεύθυνση, εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό μάρτυρας στο ακροατήριο και αναγνώσθηκαν έγγραφα. Η επίκληση δε στο αιτιολογικό των παραπάνω εγγράφων (της από 2-4-1999 ένορκης εξετάσεως μηνυτή με τη συνημμένη σε αυτή Υπεύθυνη Δήλωση του κατηγορουμένου και των τεσσάρων από 30-1-2002, 3-3-2001, 16-8-2001 και 25-7-2000 εκθέσεων επιδόσεως δικαστικών επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών για να καταλήξει το δικαστήριο στο προαναφερθέν συμπέρασμα, ότι εγκύρως επιδόθηκε η ερήμην απόφαση στον κατηγορούμενο, ως άγνωστης διαμονής, (ορθά αναζητηθείς στη μόνη γνωστή στην Εισαγγελία Αθηνών διεύθυνσή του, επί της οδού ..., μετονομασθείσα σε οδό ..., χωρίς αναγραφή συγκεκριμένου αριθμού, γιατί δεν υπήρχεν αντίστοιχος αριθμός σε αυτή, αφού το δικαστήριο πλήρως αιτιολογημένα απάντησε στους ισχυρισμούς του εκκαλούντος κατηγορουμένου περί ακυρότητας της προς αυτόν επιδόσεως της ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως) και η αναφορά ρητά στο αιτιολογικό ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν, σημαίνουν ότι έλαβε γνώση αυτών ο παριστάμενος κατηγορούμενος και ο δικηγόρος του, οι οποίοι και μπορούσαν να προβούν σε δηλώσεις σχετικά με το περιεχόμενό τους και να τα αντικρούσουν και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθεν εκ του ότι τα παραπάνω έγγραφα δεν αναφέρονται στο σημείο εκείνο των πρακτικών που αναγνώσθηκαν και τα λοιπά έγγραφα, ούτε επήλθε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη. Επομένως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ, και Η σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ελλιπής αιτιολογία της αποφάσεως, υπέρβαση εξουσίας και έλλειψη ακροάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με το δεύτερο (2. II) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι η προς αυτόν γενομένη επίδοση της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στη διεύθυνση επί της οδού ..., ως αγνώστου διαμονής, είναι άκυρη, κατ' άρθρο 156 και 161 του ΚΠοινΔ, γιατί η επίδοση της πιο πάνω ερήμην αποφάσεως έγινε στο ..., χωρίς να αναγράφεται το όνομα του Δημάρχου και παραδόθηκε στην υπάλληλο αυτού ..., χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτή είναι αρμοδία υπάλληλος για παραλαβή δικογράφων. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, γιατί δεν προβλήθηκε με λόγο εφέσεως, αλλά ούτε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να τον ερευνήσει αυτεπαγγέλτως. Επομένως, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 394/24-11-2008 αίτηση του Χ, μετά των από 18-8-2009 προσθέτων λόγων, περί αναιρέσεως της 7150/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2010 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατ/νου εγκύρως ως αγνώστου διαμονής. Α) Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και για υπέρβαση εξουσίας, διότι ο προβληθείς με την έκθεση εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ερευνήθηκε και αιτιολογημένα απορρίφθηκε, τα δε έγγραφα που συνεκτιμήθηκαν ρητά σημειώνεται στο αιτιολογικό ότι αναγνώσθηκαν. Ερευνώνται μόνο οι λόγοι ακυρότητας της επιδόσεως που προβλήθηκαν με την έκθεση εφέσεως, όχι και εκείνοι που προβάλλονται το πρώτον στο ακροατήριο του εφετείου (ΑΠ 787/2007). Β) Η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (η ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή και από το ίδιο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 335/2008) -.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 576/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπου-λο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ψ, κατοίκου..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Λαγουμίδου, περί αναιρέσεως της 70/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην ... και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1409/2008.
Αφού άκουσε Τις πληρεξούσιες δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 248 του ΠΚ ταχυδρομικός υπάλληλος που παράνομα ανοίγει, υπεξάγει ή καταστρέφει επιστολή ή άλλο αντικείμενο εμπιστευόμενο στο ταχυδρομείο και που του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, κατά δε το άρθρο 258 του ίδιου Κώδικα υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) ..... Ουσιώδες στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία που συρρέει κατ' ιδέαν μετά της παραβάσεως ταχυδρομικού υπαλλήλου είναι η υπό του υπαλλήλου παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων που αυτός κατέχει λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας. Ιδιοποίηση δε συνιστά κάθε πράξη εκδηλωτική της προθέσεως εκείνου που κατέχει τα παραπάνω πράγματα όπως τα ενσωματώσει αυτούσια ή μη στην δική του περιουσία. Ως υπάλληλοι για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 258 του Π.Κ., θεωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 263 α του ίδιου Κώδικα, εκείνου που υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς δημοσίας ωφελείας που ανήκουν στο Κράτος υπό οποιαδήποτε μορφή και αν λειτουργούν και εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την προμήθεια ή την παροχή στο κοινό νερού, φωτισμού, θερμότητος ή τηλεπικοινωνίας ή άλλων αναλόγων αγαθών. Τέτοια επιχείρηση είναι κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ. 496/1970 και ο ΕΛΤΑ (Ελληνικά Ταχυδρομεία) που λειτουργεί υπό τη μορφή του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και στον οποίο ανατέθηκε η αποκλειστική εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Περαιτέρω, από το άρ. 216 παρ. 1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημ/τος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άνω άρ. 216 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφου αποτελεί συντιμωρητή υστέρα πράξη, και θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Τέλος, "έγκλημα κατ' εξακολούθηση" είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που απέχουν χρονικά μεταξύ τους και καθεμία από αυτές προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό και περιέχουν πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ίδια απόφαση για την εκτέλεσή τους. Έτσι, το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί ιδιαίτερη μορφή (ομοειδούς) πραγματικής συρροής εγκλημάτων.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 70/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, απάτης, πλαστογραφίας μετά χρήσεως και παραβάσεως των υποχρεώσεων των ταχυδρομικών υπαλλήλων, κατ' εξακολούθηση (όλες οι πράξεις) και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαεπτά (17) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "η κατηγορουμένη στον τόπο και χρόνο που αναγράφεται στο διατακτικό με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα. Ειδικότερα: στο ... και κατά το χρονικό διάστημα του μηνός Αυγούστου του 2002 μέχρι τον μήνα Μάρτιο 2003, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα τα οποία τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα:
Α. Όντας υπάλληλος με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα κινητά πράγματα που τα έλαβε και τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητας της και συγκεκριμένα, ιδιοποιήθηκε παράνομα 13 συστημένα αντικείμενα με περιεχόμενο πιστωτικές κάρτες ιδιωτών. Ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος του κεντρικού καταστήματος ΕΛ-ΤΑ ...υ που βρίσκεται στην οδό ..., κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και ενώ είχαν περιέλθει κανονικά στην υπηρεσία των ΕΛ-ΤΑ ... συστημένες επιστολές με περιεχόμενο πιστωτικές κάρτες και όφειλε ως εκ της ιδιότητάς της να τις αποστείλει στους κατόχους αυτών προς επίδοση ή σε περίπτωση μη ανεύρεσης αυτών [κατόχων] να τις επιστρέψει στους αποστολείς [τράπεζες], η ανωτέρω κατηγορουμένη αφού τις τοποθετούσε στην τσάντα της προς το τέλος του ωραρίου τις άνοιγε καθ' οδόν και αφού παρακρατούσε το περιεχόμενό τους [πιστωτική κάρτα] και κατάστρεφε το φάκελο, στη συνέχεια χρησιμοποίησε αυτές πραγματοποιώντας αγορές από διάφορα καταστήματα του ... συνολικού ύψους 11.856,35 €, πλαστογραφώντας τις υπογραφές των κατόχων και φροντίζοντας στη συνέχεια να καταχωρηθεί στο βιβλίο που τηρούσε η υπηρεσία [ΕΛ-ΤΑ], η εγγραφή ότι αυτές επιστράφηκαν στους αποστολείς [τράπεζες] λόγω μη ανεύρεσης του παραλήπτη τους. Έτσι με τις παραπάνω ενέργειές της ιδιοποιήθηκε παράνομα τις πιστωτικές κάρτες των παρακάτω κατόχων χρεώνοντας αυτές με τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Ήτοι: 1) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της Εμπορικής Τράπεζας της Α1 με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 886,27 €, από τα καταστήματα ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, της Α2 Α., 2) την υπ' αριθμ. ... πιστωτικά κάρτα της τραπέζης CITIBANK του Α3 με την οποία πραγματοποίησε σε καταστήματα του ... αγορές ύψους 2360,73 €, 3) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της Εθνικής Τράπεζας του Α4 με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 582 € στα καταστήματα ..., ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΕ, ΚΟΜΠΑΝΥ ΜΟΝ/ΠΗ ΕΠΕ ΚΑΙ FLESH, 4) την υπ' αριθμ. ... πιστωτικής κάρτας της Εθνικής Τράπεζας της ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 770,51 € στα καταστήματα ΚΟΜΠΑΝΥ ΜΟΝ/ΠΗ, ...ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ, ...COOK SH, ..., CARREFOUR MARINOPOULOS KAI ΤΡΟΦΟ, 5) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της Εθνικής Τράπεζας της ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 245 € στο κατάστημα ..., 6) την υπ' αριθμ. ...πιστωτική κάρτα της Εθνικής Τράπεζας του ...., με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 838,50 € στα καταστήματα ... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε., .... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε., ... ΚΑΙ FLESH, 7) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της τράπεζας EUROBANK του .... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 1866,36 € στα καταστήματα Κ..., ..., ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΙ ΑΦΟΙ ΑΕΒΕ, ..., CARREFOUR MARINOPOULOS ΑΕ και ΤΡΟΦΟ, 8) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της ALPHA BANK της ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 923,28 € στα καταστήματα ... CARREFOUR MARINOPOYLOS ΑΕ ..., ΚΟΥ-ΚΟΥ, BEAUTI SHOP, MARKS KAI SPENCER, EPOIKA KAI ..., 9) την υπ' αρίθμ. ...πιστωτική κάρτα της ALPHA BANK ΤΗΣ ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 306.80 € στα καταστήματα ... και ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ ΕΛΛΑΣ, 10) την υπ' αριθμ.... πιστωτική κάρτα της ALPHA BANK του Ν... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 910,50 € στα καταστήματα CARREFOUR, MARINOPOULOS ΑΕ, ..., AFI, ΤΡΟΦΟ Α.Ε., ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΕΕ.Τ, ΕΜΠΟΡΙΚΟ-ΚΕΝΤΡΟ ΑΕ ΚΑΙ ... 11) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της Εθνικής Τράπεζας της Π... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 957,27 € στα καταστήματα ΠΑΝΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΧΟΝΤΟΣ ΣΕΝΤΕΡ, CARREFOUR MARINOPOULOS ΑΕ, FIGARO, EXPERT ..., 12) την υπ' αριθμ. ...πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Κύπρου του ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 209,65 στα καταστήματα ... ΑΦΟΙ ΑΕΒΕ και TOP HAIR και 13) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Πειραιώς του ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 966,48 € στα καταστήματα ..., ήτοι πραγματοποίησε αγορές συνολικού ύψους 11.856,35 € σε βάρος της περιουσίας, των ανωτέρω κατόχων των πιστωτικών καρτών τις οποίες [κάρτες] και ιδιοποιήθηκε παράνομα και που τις είχε λάβει ως εκ της ιδιότητας της αυτής, ως υπαλλήλου των ΕΛ-ΤΑ.
Β. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα έχοντας στην κατοχή της τις ανωτέρω πιστωτικές κάρτες των κατόχων που αναφέρονται στο υπό στοιχ. Α' του κατηγορητηρίου τις οποίες υπεξαίρεσε ως ανωτέρω υπό στοιχ. Α' ειδικότερα αναφέρεται, έκανε χρήση αυτών αφού μετέβη σε διάφορα καταστήματα του... και, παριστάνοντας ψευδώς στους υπεύθυνους των ανωτέρω καταστημάτων κατά περίπτωση ότι είναι κάτοχος πιστωτικής κάρτας, προέβη συνολικά σε αγορές ύψους 11.856,36 € πείθοντας τους να δεχθούν ως τρόπο συναλλαγής μέσω της πιστωτικής κάρτας, χρεώνοντας έτσι συναλλαγές στους λογαριασμούς των ανωτέρω υπό στοιχ. Α του παρόντος κατόχων των πιστωτικών καρτών ως ειδικότερα παραπάνω αναλυτικά περιγράφεται. Έπραξε δε τα παραπάνω, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, ζημιώνοντας αντίστοιχα και ισόποσα τις περιουσίες των υπό στοιχ. Α1 του παρόντος παθόντων.
Γ. με πρόθεση, δηλαδή θέλοντας την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκαμε χρήση του εγγράφου αυτού, Ειδικότερα έχοντα στην κατοχή της 13 πιστωτικές κάρτες τις οποίες είχε υπεξαιρέσει ως ανωτέρω υπό στοιχ. Α' περιγράφηκε, κατά την διαδικασία των συναλλαγών που πραγματοποίησε με αυτές [τις πιστωτικές κάρτες] σε καταστήματα όπως ανωτέρω περιγράφηκε, έθετε στις αποδείξεις λιανικής πώλησης που εξέδιδαν τα καταστήματα για τις αγορές που πραγματοποίησε, κατ' απομίμηση τις υπογραφές των κατόχων αυτών που αναφέρονται στο υπό στοιχ.-Α' στη θέση "αποδέχομαι την συναλλαγή" χωρίς να έχει την συναίνεσή τους προς τούτο με σκοπό να παραπλανήσει τους ανωτέρω υπευθύνους των καταστημάτων με, τους οποίους θα πραγματοποιούσε τις συναλλαγές σχετικά με το γεγονός ότι δήθεν είναι κάτοχος πιστωτικής κάρτας η οποία είχε εκδοθεί εγκύρως στο όνομά της και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτής αφού ης παρέδιδε στους υπεύθυνους των καταστημάτων αυτών. Δ. στο ανωτέρω τόπο και χρονικό διάστημα με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος ενώ ήταν ταχυδρομικός υπάλληλος, άνοιξε παράνομα επιστολή και συγκεκριμένα ενώ ήταν υπάλληλος των ΕΛ-ΤΑ ... και υπηρετούσε στο τμήμα συστημένων επιστολών, αφού παρέλαβε 13 συστημένες επιστολές με περιεχόμενο πιστωτικές κάρτες και ενώ όφειλε ως εκ της ιδιότητας της να τις αποστείλει στους κατόχους αυτών προς επίδοση ή σε περίπτωση μη ανεύρεσης [αυτών κατόχων] να επιστρέψει αυτές στους αποστολείς [τράπεζες] η ανωτέρω κατηγορουμένη αφού τις τοποθετούσε στην τσάντα της προς το τέλος του ωραρίου ης άνοιγε καθ'οδόν και αφού παρακρατούσε το περιεχόμενο τους [πιστωτική κάρτα] και πετούσε το φάκελο, στη συνέχεια χρησιμοποιούσε αυτές πραγματοποιώντας αγορές από διάφορα καταστήματα όπως παραπάνω αναλυτικότερα περιγράφηκε. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, των οποίων ιδιοποιήθηκε παράνομα τις αναφερόμενες ανωτέρω πιστωτικές κάρτες, χρεώνοντας αυτές με τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Με την πράξη αυτή ιδιοποιήθηκε συνολικά δεκατρείς πιστωτικές κάρτες και χρέωσε αυτές με αγορές συνολικού ύψους 11.856, 25 ευρώ. Τα περιστατικά δε αυτά δεν αποκρούονται με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα ενισχύονται από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και ιδίως αντίγραφα των μηνιαίων λογαριασμών, αποδείξεις ταμειακής μηχανής, το πόρισμα της ΕΔΕ των ΕΛΤΑ, τα από 22-5-2003 έγγραφα των ΕΛΤΑ, ακυρώσεις πιστωτικών καρτών και αιτήσεις απαντήσεων συστημένων. Επίσης ενισχύονται και από την απολογία της κατηγορουμένης, η οποία ομολόγησε τις πράξεις της και ζητεί συγνώμη από τα ΕΛΤΑ. Ισχυρίζεται δε ότι προέβη στις πράξεις αυτές, επειδή ήταν σε άθλια οικονομική κατάσταση και ότι διέπραξε αυτές, επειδή το ίδιο είχαν κάνει και άλλοι υπάλληλοι των ΕΛΤΑ. Κατόπιν τούτων πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των ως άνω πράξεων και να απορριφθούν οι ισχυρισμοί της περί μη συνδρομής του αδικήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία καθόσον τα ΕΛΤΑ δεν αποτελούν δημόσια υπηρεσία, αλλά ΑΕ. Ας σημειωθεί ότι μεταξύ των επιχειρήσεων της παρ, 1 του αρθ. 263 α' του ΠΚ. Συγκαταλέγονται και τα ΕΛΤΑ, τα οποία λειτουργούν υπό τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και στα οποία ανατέθηκε η αποκλειστική εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ταχυδρομικής υπηρεσίας, (βλ. Συμβ. ΑΠ 35/1488 Ποιν. Χρ. ΛΗ 449). Ομοίως πρέπει να σημειωθεί ότι η υπεξαίρεση και η απάτη συρρέουν αληθώς (Ολ. ΑΠ 10931199 Ελλ. Δικ. 32.1168), όπως συρρέουν αληθώς η πλαστογραφία με χρήση με την απάτη (Συμβ. ΑΠ 1405/2003 Ποιν. Λόγος Γ 1555) τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την κατηγορουμένη είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός της περί πλήρους ικανοποίησης των παθόντων, καθόσον κάτι τέτοιο δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία. Τέλος δεν πρέπει να αναγνωριστούν στην κατηγορουμένη ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου, καθόσον το Δικαστήριο από όλες της μορφές της συμπεριφοράς της συνάγει ότι δεν έζησε έντιμη καθ' όλα ζωή ως το χρόνο διάπραξης των ως άνω πράξεων. Δεν προέκυψε επίσης ότι στις πράξεις της ωθήθηκε από μεγάλη ένδεια και ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών της, όταν απολογούμενη ισχυρίζεται ότι έπραξε τις πράξεις που τις αποδίδονται, διότι το ίδιο έπραξε και άλλος υπάλληλος. Από όλη δε τη συμπεριφορά της δεν προκύπτει ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και ούτε ότι μείωσε τις συνέπειες των πράξεών της, τις συνέπειες αυτές επιχείρησαν να μειώσουν τα ΕΛΤΑ και οι διάφορες τράπεζες".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κήρυξε ένοχο των άνω αξιοποίνων πράξεων κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα, του ότι: "στο Βόλο και κατά το χρονικό διάστημα του μηνός Αυγούστου του 2002 μέχρι τον μήνα Μάρτιο 2003, με περισσότερεςαπό μία πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα τα οποία τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα:
Α- Όντας υπάλληλος με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα κινητά πράγματα που τα έλαβε και τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητας της και συγκεκριμένα, ιδιοποιήθηκε παράνομα 13 συστημένα αντικείμενα με περιεχόμενο πιστωτικές κάρτες ιδιωτών. Ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος του κεντρικού καταστήματος ΕΛ-ΤΑ Βόλου που βρίσκεται στην οδό ..., κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και ενώ είχαν περιέλθει κανονικά στην υπηρεσία των ΕΛ-ΤΑ... συστημένες επιστολές με περιεχόμενο πιστωτικές κάρτες και όφειλε ως εκ της ιδιότητας της να τις αποστείλει στους κατόχους αυτών προς επίδοση ή σε περίπτωση μη ανεύρεσης αυτών [κατόχων] να τις επιστρέφει στους αποστολείς [τράπεζες], η ανωτέρω κατηγορουμένη αφού τις τοποθετούσε στην τσάντα της προς το τέλος του ωραρίου τις άνοιγε καθ' οδόν και αφού παρακρατούσε το περιεχόμενό τους [πιστωτική κάρτα] και κατάστρεφε το φάκελο, στη συνέχεια χρησιμοποίησε αυτές πραγματοποιώντας αγορές από διάφορα καταστήματα του ..., συνολικού ύψους 11.856,35 €, πλαστογραφώντας τις υπογραφές των κατόχων και φροντίζοντας στη συνέχεια να καταχωρηθεί στο βιβλίο που τηρούσε η υπηρεσία [ΕΛ-ΤΑ], η εγγραφή ότι αυτές επιστράφηκαν στους αποστολείς [τράπεζες] λόγω μη ανεύρεσης του παραλήπτη τους.
Έτσι με τις παραπάνω ενέργειές της ιδιοποιήθηκε παράνομα τις πιστωτικές κάρτες των παρακάτω κατόχων χρεώνοντας αυτές με τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Ήτοι:
1) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της Εμπορικής Τράπεζας της Α1 με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 886, 27 €, από τα καταστήματα ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ ..., της Α2Α., 2) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της τραπέζης CITIBANK του Α3 με την οποία πραγματοποίησε σε καταστήματα του ... αγορές ύψους 2360,73 €, 3) την υπ' αρίθμ. ... πιστωτική κάρτα της Εθνικής Τράπεζας του Α4 με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 582 € στα καταστήματα ..., ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΕ, ΚΟΜΠΑΝΥ ΜΟΝ/ΠΗ ΕΠΕ και FLESH, 4) την υπ1 αριθμ. ... πιστωτικής κάρτας της Εθνικής Τράπεζας της ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 770, 51 € στα καταστήματα ΚΟΜΠΑΝΥ ΜΟΝ/ΠΗ, ... ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ, .... και ΤΡΟΦΟ, 5) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της Εθνικής Τράπεζας της .... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 245 € στο κατάστημα ..., 6) την υπ' αρίθμ ... πιστωτική κάρτα της Εθνικής Τράπεζας του ...με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 838, 50 € στα καταστήματα ... και ΣΙΑ ΟΕ., ... και ΣΙΑ Ε.Ε, ... και FLESH, 7)την υπ' αριθμ.... πιστωτική κάρτα της τράπεζας EUROBANK του ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 1866,36 € στα καταστήματα ..., .... ΑΦΟΙ ΑΕΒΕ, ...<2- ΚΑΙ ΣΙΑ PROFANTIS, CARREFOUR MARINOPOULOS ΑΕ και ΤΡΟΦΟ, 8) την υπ' αρίθμ ... πιστωτική κάρτα της ALPHA BANK της.... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 923,28 € στα καταστήματα ... CARREFOUR MARINOPOULOS ΑΕ ..., ΚΟΥ-ΚΟΥ, BEAUTY SHOP, MARKS και SPENCER, EPOIKA και ...., 9) την υπ' αρίθμ ...πιστωτική κάρτα της ALPHA BANK της... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 306.80 € στα καταστήματα .... και ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ ΕΛΛΑΣ, 10) την υπ' αρίθμ. ...πιστωτική κάρτα της ΑΙΡΗΑ BANK του ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 910,50 € στα καταστήματα CARREFOUR, MARINOPOYLOS ΑΕ, ..., AFI, ΤΡΟΦΟ Α.Ε., ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΕΕ.Τ, ΕΜΠΟΡΙΚΟ-ΚΕΝΤΡΟ ΑΕ και ... 11) την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της Εθνικής Τράπεζας της ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 957,27 € στα καταστήματα ΠΑΝΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΧΟΝΤΟΣ ΣΕΝΤΕΡ, CARREFOUR MARINOPOULOS AE, FIGARO, EXPERT ..., 12) την υπ' αρίθμ ...ης Τράπεζας Κύπρου του Κ...με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύφους 209,65 στα καταστήματα ... ΑΕΒΕ Και TOP HAIR και 13) την υπ' αριθμ ... πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Πειραιώς του ... με την οποία πραγματοποίησε αγορές ύψους 966,48 € στα καταστήματα ..., ..., Ε ΚΟΜΠΑΝΥ ΜΟΝ/ΠΗ Ε,..., ήτοι πραγματοποίησε αγορές συνολικού ύψους 11.856,35 € σε βάρος της περιουσίας, των ανωτέρω κατόχων των πιστωτικών καρτών τις οποίες [κάρτες] και ιδιοποιήθηκε παράνομα και που τις είχε λάβει ως εκ της ιδιότητας της αυτής, ως υπαλλήλου των ΕΛ-ΤΑ.
Β. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσίαπείθοντας κάποιον άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα έχοντας στην κατοχή της τις ανωτέρωπιστωτικές κάρτες των κατόχων που αναφέρονται στο υπό στοιχ. Α' του κατηγορητηρίου τις οποίες υπεξαίρεσε ως ανωτέρω υπό στοιχ. Α' ειδικότερα αναφέρεται, έκανε χρήση αυτών αφού μετέβη σε διάφορα καταστήματα του ... και, παριστάνοντας ψευδώς στους υπεύθυνους των ανωτέρω καταστημάτων κατά περίπτωση ότι είναι κάτοχος πιστωτικής κάρτας, προέβη συνολικά σε αγορές ύψους 11.856,36 € πείθονταςτους να δεχθούν ως τρόπο συναλλαγής μέσω της πιστωτικής κάρτας, χρεώνοντας έτσι συναλλαγές στους λογαριασμούς των ανωτέρω υπό στοιχ. Α του παρόντος κατόχων των πιστωτικών καρτών ως ειδικότερα παραπάνω αναλυτικά περιγράφεται. Έπραξε δε τα παραπάνω, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, ζημιώνοντας αντίστοιχα και ισόποσα τις περιουσίες των υπό στοιχ. Α' του παρόντος παθόντων.
Γ. με πρόθεση, δηλαδή θέλοντας την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκαμε χρήση του εγγράφου αυτού. Ειδικότερα έχοντα στην κατοχή της 13 πιστωτικές κάρτες τις οποίες είχε υπεξαιρέσει ως ανωτέρω υπό στοιχ. Α' περιγράφηκε, κατά την διαδικασία των συναλλαγών που πραγματοποίησε με αυτές [τις πιστωτικές κάρτες] σε καταστήματα όπως ανωτέρω περιγράφηκε, έθετε στις αποδείξεις λιανικής πώλησης που εξέδιδαν τα καταστήματα για τις αγορές που πραγματοποίησε, κατ' απομίμηση τις υπογραφές των κατόχων αυτών που αναφέρονται στο υπό στοιχ.-Α' στη θέση "αποδέχομαι την συναλλαγή" χωρίς να έχει την συναίνεσή τους προς τούτο με σκοπό να παραπλάνησα τους ανωτέρω υπευθύνους, των καταστημάτων με τους οποίους θα πραγματοποιούσε τις συναλλαγές σχετικά με το γεγονός ότι δήθεν είναι κάτοχος πιστωτικής κάρτας η οποία είχε εκδοθεί εγκύρως στο όνομα της και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτής αφού τις παρέδιδε στους υπεύθυνους των καταστημάτων αυτών. Δ. στο ανωτέρω τόπο και χρονικό διάστημα με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος ενώ ήταν ταχυδρομικός υπάλληλος, άνοιξε παράνομα επιστολή και συγκεκριμένα ενώ ήταν υπάλληλος των ΕΛ-ΤΑ ... και υπηρετούσε στο τμήμα συστημένων επιστολών, αφού παρέλαβε 13 συστημένες επιστολές με περιεχόμενο πιστωτικές κάρτες και ενώ όφειλε ως εκ της ιδιότητας της να τις αποστείλει στους κατόχους αυτών προς επίδοση ή σε περίπτωση μη ανεύρεσης [αυτών κατόχων] να επιστρέψει αυτές στους αποστολείς [τράπεζες] η ανωτέρω κατηγορουμένη αφού τις τοποθετούσε στην τσάντα της προς το τέλος του ωραρίου τις άνοιγε καθ' οδών και αφού παρακρατούσε το περιεχόμενο τους [πιστωτική κάρτα] και πετούσε το φάκελο, στη συνέχεια χρησιμοποιούσε αυτές πραγματοποιώντας αγορές από διάφορα καταστήματα όπως παραπάνω αναλυτικότερα περιγράφηκε".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της Ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση καθενός από τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94, 98 παρ. 1, 258 α', 386 παρ. 1α', 216 παρ. 1 και 248 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Λάρισας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχειά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση κάθε εγκλήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ενόψει αυτών, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και ειδικότερα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει: α) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από το άρθρο 93 του Συντ/τος και 139 ΚΠΔ, β) δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και τα οποία συνιστούν τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων που κατηγορείται, γ) δεν περιέχει τις αποδείξεις στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, καθώς και τους νομικούς λόγους, που δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις παραπάνω ποινικές διατάξεις. Επίσης, με αιτιολογημένες αποφάσεις του το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που προέβαλλε στο ίδιο Δικαστήριο και ειδικότερα, ότι: 1) δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα τις υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αλλά αυτό της απλής υπεξαίρεσης αφού υποκείμενο του εγκλήματος της ΠΚ 258 είναι όχι μόνο ο κατ' άρθρο 13α' ΠΚ υπάλληλος, αλλά και ο κατά το άρθρο 263 α' υπάλληλος (ΑΠ 407/2007) και ειδικότερα, και ο υπάλληλος των ΕΛΤΑ (ΑΠ 814/2000), αφού πρόκειται για επιχείρηση που ανήκει στο κράτος εκμεταλλεύονται δε και προνομιακά την κοινωνική παροχή που αναφέρει το άρθρο 263 ΠΚ, 2) Αν προηγηθεί η ιδιοποίηση του πράγματος και ακολούθησε η απάτη για να την εξασφαλίσει, τότε η δεύτερη αποτελεί συντιμωρητή μεταγενέστερη πράξη της υπεξαίρεσης, η απάτη δε που έγινε προς συγκάλυψη της ήδη τελεσθείσας επεξαίρεσης συρρέει φαινομενικά με αυτή και συνιστά έναντι αυτής μη τιμωρητή ύστερη πράξη και μόνο, αν αφορούν τα δύο αδικήματα το ίδιο υλικό αντικείμενο, υπάρχει φαινομένη συρροή, στη δε προκείμενη περίπτωση, η απάτη απορροφάται από την υπεξαίρεση: Όμως, μεταξύ υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία και απάτης υπάρχει μεν φαινομένη συρροή, όταν όμως αφορούν το αυτό υλικό αντικείμενο. Στην παρούσα δε περίπτωση, δεν συμβαίνει αυτό, αφού η μεν πρώτη αφορά τις κάρτες, η δε δεύτερη χρήματα. 3) Η παραπλάνηση που προκαλείται με τη χρήση πλαστού, δεν συνιστά απάτη, αλλά απορροφάται από την πλαστογραφία, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση υπάρχει φαινομένη συρροή και η απάτη απορροφάται από την πλαστογραφία. Αβάσιμα όμως, διότι μεταξύ απάτης και πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπάρχει αληθής συρροή, στην προκειμένη δε περίπτωση η χρήση πλαστών εγγράφων, δεν έγινε για παραπλάνηση. 4) Εφόσον έχει καταβάλλει όλα τα χρήματα στους ζημιωθέντες, έπρεπε να τύχει εφαρμογής η διάταξη της ΠΚ 379 παρ. 2 και να απαλλαγεί της ποινής για την υπεξαίρεση, επίσης δε για το έγκλημα της απάτης, έπρεπε να εφαρμοσθεί η ΠΚ 393, αφού μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε ικανοποιήσει πλήρως τους ζημιωθέντες. Αβάσιμα όμως, διότι δεν συνέτρεχαν οι, από τα άνω άρθρα, απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αφού, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη ικανοποίησε πλήρως τους παθόντες από τις πράξεις της. 5) Τέλος, ο ισχυρισμός, της αναιρεσείουσας ότι το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε και δεν αιτιολόγησε τον ισχυρισμό της για χορήγηση σε αυτή ελαφρυντικών, που προέβαλλε εγγράφως με το συνήγορό της και συγκεκριμένα, ότι: "σε περίπτωση καταδίκης της, γίνει εφαρμογή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' β' και δ' ΠΚ, καθότι α) μέχρι να συμβεί αυτό το ατυχές γεγονός ζούσε έντιμη ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή, β) για την πράξη της ωθήθηκε από μεγάλη ένδεια και β) έδειξε μετά την πράξη της ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της". Ο ισχυρισμός αυτός, μη συνοδευόμενος από πραγματικά περιστατικά, ήταν αόριστος και, παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει τον απέρριψε με αιτιολογημένη διάταξή του.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιουλίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 6.158/2008 αίτηση της Ψ, για αναίρεση της με αριθμό 70/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ανερχόμενη σε πεντακόσια (500) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση καταδικαστική. Πράξεις: υπεξαίρεση στην υπηρεσία (υπάλληλος ΕΛΤΑ), απάτη, πλαστογραφία μετά χρήσεως, παραβάσεις ταχυδρομικών (όλες οι πράξεις σε βαθμό πλημμελήματος και κατ' εξακολούθηση). Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επιμέρους αιτιάσεις (ισχυρισμοί) που υπέβαλε κατά τη διαδικασία ότι δεν θεμελιώνεται το αδίκημα της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, διότι τα ΕΛΤΑ δεν αποτελούν δημόσια υπηρεσία, ότι η απάτη απορροφάται από την υπεξαίρεση, ότι δεν υπάρχει απάτη, διότι η χρήση πλαστού απορροφάται από την πλαστογραφία, ότι έπρεπε να εφαρμοστούν τα άρθρα 379 § 2 ΠΚ και το 393 ΠΚ και ότι έπρεπε να χορηγηθούν ελαφρυντικά 84 § 2 περ. α΄, β΄ και δ΄ ΠΚ. Απόρριψη από το Δικαστήριο της ουσίας των ισχυρισμών αυτών ως αβασίμου. Παράπονα με αίτηση ως προς απόρριψη ισχυρισμών για έλλειψη αιτιολογίας. Αβάσιμος ο λόγος. Ειδικά, για τα εγκλήματα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της απάτης, υπάρχει μεν φαινομένη συρροή, όταν αφορούν το αυτό υλικό αντικείμενο, αλλά εδώ η πρώτη αφορά τις κάρτες και η δεύτερη πράξη τα χρήματα, μεταξύ δε της απάτης και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως υπάρχει αληθής συρροή, χωρίς εδώ να υπάρχει χρήση πλαστών εγγράφων για παραπλάνηση. Η ΠΚ 379, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, ούτε η ΠΚ 393, ενώ για την απόρριψη του αιτήματος για χορήγηση ελαφρυντικών, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, διότι το αίτημα, με την αναφορά μόνο των διατάξεων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, ήταν αόριστο. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Πλαστογραφία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Συρροή εγκλημάτων.
| 1
|
Αριθμός 575/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο περί αναιρέσεως της 919/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 724/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 §1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 §1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος, ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο αποσιωπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξεως αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Είναι δε δυνατόν, από την πράξη αυτή του δράστη, άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Από αυτό συνάγεται ότι οι παραπάνω πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη διότι κάθε μια είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του περιπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη δόλου στα εγκλήματα που τελούνται από δόλο δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπέρχειλη αντικειμενική υπόσταση), όπως είναι επί των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στον πρόσθετο αυτόν σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξή του. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ), ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο αυτών και όχι ορισμένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτή συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμα, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 §1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 919/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στα ... κατά το προ της 10-4-2002 χρονικό διάστημα, αφού έλαβε από τον Ε1 την υπ' αριθμ. ...επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, από το λογαριασμό που αυτός (Ε1) τηρούσε στην ως άνω Τράπεζα, τη νόθευσε, αλλοιώνοντας το ποσό αυτής τόσο αριθμητικώς όσο και ολογράφως, από 1.548 σε 7.548 και θέτοντας στη θέση "σε διαταγή", η οποία αφέθηκε κενή από τον εκδότη Ε1, το όνομα του εγκαλούντος (Ζ1) καθώς και την υπογραφή του στη θέση του πρώτου οπισθογράφου και τη σφραγίδα του "Ζ1. - Σιδηρές Κατασκευές - ... - ΑΦΜ... ΔΟΥ ..." που είναι πλαστή και διαφορετικά τυπωμένη από τη γνήσια, διότι λείπει ο αριθμός τηλεφώνου. Τα ανωτέρω στοιχεία τα έθεσε χωρίς συναίνεση τόσο του εκδότη της επιταγής, ο οποίος του την είχε δώσε ως επιταγή ευκολίας, όσο και του εγκαλούντος, ο οποίος αγνοούσε πλήρως την ύπαρξη της επιταγής, με σκοπό να εμφανίζεται στους καλόπιστους τρίτους - κομιστές της επιταγής ότι την κατέχει ως νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση. Περαιτέρω έκανε χρήση της πλαστογραφημένης επιταγής, διότι τη μεταβίβασε στον Φ1 σε εξόφληση οφειλής του προς αυτόν, ο οποίος την προσκόμισε στην ως άνω Τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκε, έλλειψη υπολοίπου. Ο κατηγορούμενος κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο παρέστησε ψευδώς στον Φ1 ότι η παραπάνω επιταγή είναι καθόλα νόμιμη, ότι την κατείχε ως νόμιμος κομιστής αυτός, η οποία του μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση από τον εγκαλούντα που είναι πρόσωπο φερέγγυο, όπως και ο εκδότης, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, με σκοπό να πείσει τον Φ1, να δεχθεί την επιταγή ποσού 7.548 ευρώ και να ωφεληθεί παράνομα ο ίδιος, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντα και του Ε1, κατά των οποίων ο Φ1 εξέδωσε διαταγή πληρωμής, ζητώντας το άνω ποσό και τους τόκους.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται, πλην όμως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 §2 περ.δ' ΠΚ). Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού τούτο εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων που συρρέουν πραγματικά (αληθινά), για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1α, 27 §1, 94 §1, 216 §1 και 386 §1α του ΠΚ, της οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Επίσης προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων τέλεσε την καθεμία των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε συμπληρώνοντας παράνομα στοιχεία της ως άνω αναφερόμενης επιταγής και αλλοιώνοντας το αναφερόμενο σ' αυτήν προς πληρωμή χρηματικό ποσό από 1.148 σε 7.148 ευρώ και παραδίδοντάς τη στη συνέχεια, ως έγκυρη και προερχόμενη από φερέγγυα πρόσωπα στον Φ1, που έπεισε ψευδώς ότι υπάρχει αντίκρυσμα στην πληρώτρια Τράπεζα για πληρωμή της. Τέλος διέλαβε ειδική αιτιολογία για το δόλο του αναιρεσείοντος και ιδιαίτερα για τον σκοπό του να παραπλανήσει με τη χρήση της νοθευμένης - πλαστής επιταγής τους μεταγενέστερους δικαιούχους της και ιδιαίτερα τον Φ1 στον οποίο κατέληξε η παραπάνω επιταγή για την εξόφληση, πλην ματαίως, αντίστοιχης οφειλής του κατηγορουμένου προς αυτόν, που παράλληλα εξαπάτησε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του που τον εκπροσώπησε στη δευτεροβάθμια δίκη, είναι απαράδεκτη και εντεύθεν απορριπτέα, καθόσον όπως προκύπτει σαφώς από τα επισκοπούμενα ταυτόχρονα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου ο συνήγορος του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν υπέβαλε κάποιο αυτοτελή ή ελλιπτικό της αιτιολογίας ισχυρισμό. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ειδικότερα: α) του ότι αναγνώσθηκε μία διαταγή πληρωμής, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά της και έτσι στερήθηκε το από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικό δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις-εξηγήσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο και β) του ότι αναγράφεται στα πρακτικά ότι εξετάσθηκαν και μάρτυρες υπερασπίσεως, ενώ τούτο δεν συνέβη. Από την επιτρεπτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ταυτάριθμων πρακτικών συνεδρίασης του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πράγματι αναγνώσθηκε "η διαταγή πληρωμής" (βλ. 4η σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης), χωρίς να αναγνωσθεί και κάποια άλλη και έτσι να δημιουργείται σύγχυση μεταξύ αυτών, ήταν δε αυτή που εκδόθηκε με αίτηση του παθόντος-κομιστή της πλαστής επιταγής Φ1 και αποτελούσε το σώμα του εγκλήματος της απάτης, η δε ως άνω βεβαίωση ότι αναγνώσθηκε είναι πλήρης ως προς την ταυτότητά της και ο συνήγορος του αναιρεσείοντος είχε ως εκ τούτου τη δυνατότητα να προβεί σε οιαδήποτε δήλωση ως προς το αποδεικτικό αυτό μέσο, όταν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου εκείνου ρώτησε εάν χρειάζεται κάποιος από τους παράγοντες της δίκης καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, πλην αυτός απάντησε αρνητικά (βλ. τέλος 4ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης). Ακόμη ως προς το ζήτημα του ότι αναγράφεται στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης πως εξετάσθηκαν και μάρτυρες υπεράσπισης πρέπει να αναφερθεί ότι τούτο οφείλεται σε πρόδηλη γραφική παραδρομή του Δικαστηρίου, χωρίς από την τοιαύτη αναγραφή ο αναιρεσείων να στερήθηκε οιοδήποτε υπερασπιστικό του δικαίωμα, ούτε άλλωστε επικαλείται ο ίδιος τέτοια στέρησή του. Επομένως ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 §1 περ.δ' του ίδιου Κώδικα λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 919/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως -συρροή (πραγματική) με απάτη. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Όχι απόλυτη ακυρότητα που φέρεται ότι συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο: 1) με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και προσδιοριζόταν η ταυτότητά του (η διαταγή πληρωμής) και 2) με την αναφορά από παραδρομή ότι εξετάσθηκαν και μάρτυρες υπεράσπισης, ενώ αυτό δεν συνέβη. Λόγοι αίτησης αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Απόρριψη αυτών ως αβάσιμων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 574/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 6746/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1461/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου απ' αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στο μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως και επί του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στον πρόσθετο αυτόν σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνα που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνονται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6746/2009 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με πρόθεση, στην ... στις 30.4.2002, νόθευσε το ποσό και τη χρονολογία έκδοσης της υπ' αριθμ. ... τραπεζικής επιταγής της Εθνικής Τράπεζας, έκδοσης του εγκαλούντα ..., με τόπο έκδοσης τα ..., χρόνο έκδοσης 30-4-2002 και ποσό 1525 ευρώ σε διαταγή της, αλλάζοντας χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντα και εκδότη, την ημερομηνία έκδοσης σε 30-7-2002 και το ποσό, στο ποσό των 7525 ευρώ αριθμητικά και στο ποσό των επτά χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι πέντε ευρώ ολογράφως και ακολούθως στη θέση της ημερομηνίας έθεσε χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντα κατ' απομίμηση την υπογραφή του. Στη συνέχεια έκανε χρήση της εν λόγω νοθευμένης επιταγής, μεταβιβάζοντας την με οπισθογράφηση στον ..., με σκοπό να παραπλανήσει τους μεταγενέστερους δικαιούχους αυτής, ότι η ως άνω επιταγή ήταν γνήσια και είχε εκδοθεί και τεθεί σε κυκλοφορία εν γνώσει και με τη βούληση του νόμιμου εκδότη, γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες σχετικά με τη γέννηση δικαιωμάτων των δικαιούχων προς εξόφληση της εν λόγω πλαστής επιταγής αλλά και υποχρεώσεων της πληρώτριας τράπεζας, μέσω των αρμοδίων υπαλλήλων της". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη τον αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και με την παραδοχή ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίπτωση της ειλικρινούς μετάνοιας και της επιδίωξης να άρει - μειώσει τις συνέπειες της προαναφερόμενης πράξης του (άρθρο 84 παρ. 2 δ ΠΚ) του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα κι χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 δ και 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρα και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας νοθεύσεως εγγράφου (επιταγής) αλλοιώνοντας τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσό και ημερομηνία έκδοσής της, και παρατίθενται προς τούτο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση αυτής. Ακόμα αναφέρεται η επιβαρυντική περίπτωση τέλεσης του εγκλήματος αυτού με τη χρήση της νοθευμένης επιταγής με την μεταβίβαση της με οπισθογράφηση στον ... . Τέλος διέλαβε ειδική αιτιολογία για το δόλο του αναιρεσείοντος κα ιδιαίτερα για τον σκοπό του να παραπλανήσει με τη χρήση της νοθευμένης επιταγής τους μεταγενέστερους δικαιούχους της ως προς την πραγματική ημερομηνία έκδοσής της και το πραγματικό ποσό που αναφερόταν σ' αυτήν παραπλανώντας τους περαιτέρω δικαιούχους της επιταγής αυτής και τους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας που ήταν υπόχρεη για πληρωμή της επιταγής αυτής. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του που τον εκπροσώπησε στη δευτεροβάθμια δίκη, είναι απαράδεκτη και εντεύθεν απορριπτέα, καθόσον όπως σαφώς προκύπτει από τα επισκοπούμενα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - τότε εκκαλούντος δεν υπέβαλε κάποιο αυτοτελή ή αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, κατ' επίφαση πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά τα άρθρα 352 και 353 ΚΠΔ παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, τούτο όμως εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο όμως οφείλει απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου με παρεμπίπτουσα απόφασή του να διαλάβει για την απόρριψη αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοια υποχρέωση έχει το Δικαστήριο όταν το αίτημα της αναβολής είναι σαφές και ορισμένο και ειδικότερα, όταν ζητείται να κληθεί και να προσέλθει στο δικαστήριο κάποιος μάρτυρας, πρέπει να αναφέρονται τα ζητήματα για τα οποία θα καταθέσει ο μάρτυρας και αν τα ζητήματα αυτά δεν έχουν διευκρινισθεί από την μέχρι τότε ακροαματική διαδικασία και είναι κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση. Εάν το αίτημα της αναβολής της δίκης δεν είναι ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και εντεύθεν η παράλειψη απαντήσεως δεν επιφέρει ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, μετά την περάτωση της αποδεικτικής διαδικασίας, πριν από την οποία όλοι οι παράγοντες της δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και ο εκπροσωπήσας του αναιρεσείοντα συνήγορος, απάντησαν αρνητικά στην ερώτηση του προέδρου του Δικαστηρίου αν χρειάζονται κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αφού ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την απαλλαγή του κατηγορούμενου - τότε εκκαλούντος λόγω αμφιβολιών, ο συνήγορος του ήδη αναιρεσείοντος λαβών το λόγο ανέπτυξε την υπεράσπισή του, δήλωσε ότι συντάσσεται με την πρόταση του Εισαγγελέα, περαιτέρω ζήτησε κατά λέξη "άλλως την αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθεί ο μάρτυρας ...". Το αίτημα όμως αυτό όπως διατυπώθηκε, ήταν εντελώς αόριστο και εντεύθεν απαράδεκτο και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του απαραδέκτου αυτού αιτήματος. Τούτο καταλήγοντας στην περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος έκρινε πρόδηλα ότι δεν ήταν αναγκαία η κλήτευση του ως άνω μάρτυρα για κρείσσονες αποδείξεις και ότι το παραπάνω ως εκ χρόνου και τον τρόπο της επικουρικής και αόριστης διατυπώσεώς του είχε την έννοια της ευχής και εντεύθεν δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως (άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ). Συνακόλουθα ο σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα των ανωτέρω είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπήρχε άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ότι δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6746/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία (νόθευση) εγγράφου μετά χρήσεως. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Αίτημα αναβολής για κλήτευση νέου μάρτυρα. Απόρριψη αυτής. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και απόρριψη (εμμέσως) αιτήματος αναβολής που προβάλλεται ως σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Απόρριψη όλων των λόγων αυτών ως αβασίμων και συνακόλουθα της αίτησης αναίρεσης (.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 573/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 125/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1662/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 28/19.01.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 452§3 και 485§1 Κ.Π.Δ. της με αριθμό 6/27-11-2009 αίτηση αναίρεσης του X (ασκηθείσα διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατόπιν της από 24/11/2009 σχετικής εξουσιοδότησης) κατά του με αριθμό 125/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 452§Κ.Π.Δ. "Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την κράτηση του εκζητουμένου, επιλύεται από το αρμόδιο για την έκδοση συμβουλίου Εφετών, ύστερα από κλήτευσή του πρό 24 ωρών. Κατά του βουλεύματος επιτρέπεται στον Εισαγγελέα και στον εκζητούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης."
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως ερειδομένη στην προαναφερθείσα διάταξη, ασκηθείσα εμπρόθεσμα και νομότυπα και περιέχουσα τον λόγο της άσκησής της, δηλαδή την έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ακολούθως κατ' ουσίαν.
ΙΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων συνελήφθη κατόπιν της με άρθρο 6990/28-8-2009 εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, ύστερα από αίτηση έκδοσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας με αριθμό 445/25-9-09 προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν με την με αριθμό 143/2000 αμετάκλητη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αλβανίας, για ληστεία και προκειμένου να δικασθεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Στη συνέχεια, προσαχθείς ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, δήλωσε ότι δεν είναι αυτός, το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση και ότι δεν επιθυμεί την έκδοσή του στην Αλβανία. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσής του στην Αλβανία με την με αριθμό 99/2009 απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου και την 26/10/2009 υπέβαλλε προς το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου αντιρρήσεις σχετικά με την κράτησή του. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Από την διάταξη του άρθρου 452 παρ.3 ΚΠΔ σαφώς συνάγεται ότι κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την κράτηση του εκζητουμένου επιλύεται από το αρμόδιο για την έκδοση συμβούλιο Εφετών ύστερα από κλήτευση του προ 24 ωρών. Κατά του βουλεύματος αυτού επιτρέπεται στον Εισαγγελέα και στον εκζητούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Η αμφιβολία ή αντίρρηση μπορεί να αφορά μόνο στη συμπλήρωση του ορίου κράτησης και όχι στους λοιπούς ισχυρισμούς του εκζητουμένου, τους οποίους αυτός μπορεί να φέρει με έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου (Εφ. Αθ. 50/93 Π.Χ. 429). Εξάλλου από την διάταξη του άρθρου 452 παρ.2 ΚΠΔ συνάγεται ότι αν το συμβούλιο αποφασίσει αμετάκλητα ότι δεν πρέπει να γίνει έκδοση, αυτός που έχει συλληφθεί απολύεται από την φυλακή με διαταγή του Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αμέσως ειδοποιεί σχετικά τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Επίσης απολύεται αυτός για τον οποίο ζητείται η έκδοση, αν το Κράτος που τον ζήτησε, δεν τον παραλάβει μέσα σε δύο μήνες από τότε που κοινοποιείται σ' αυτό η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης για την έκδοση. Σε κάθε περίπτωση ο εκζητούμενος απολύεται, αν περάσουν δύο έτη από την ημέρα της συλλήψεως του η οποία προθεσμία δύναται να παραταθεί με απόφαση του δικαστικού συμβουλίου κατά έξι ακόμη μήνες.
Στην προκειμένη περίπτωση ο X συνελήφθη δυνάμει της υπ' αριθ. Πρωτ. 6990/28-8-09 εντολής προσωρινής συλλήψεως του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, κατόπιν του υπ' αριθ. Πρωτ. 480601 ΕΑ/26-8-09 εγγράφου του 4ου Τμήματος Διεθνών Οργανισμών - INTERPOL και ύστερα από αίτηση του Υπ. Δικαιοσύνης της Αλβανίας (υπ' αριθ. Πρωτ. 445/3 από 25-9-09 αίτηση με τα συνημμένα δικαιολογητικά επισήμως μεταφρασμένα στα Ελληνικά) που αφορούσε τον υπήκοο Αλβανίας ... . Προσαχθείς ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου την 28-8-09 ημέρα Παρασκευή και ώρα 12.00' ο X δήλωσε ότι αυτός δεν είναι το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση και ότι τα στοιχεία ταυτότητος αυτόν είναι διαφορετικά από του εκζητουμένου προσώπου, διό και εδήλωσεν ότι δεν επιθυμεί να μεταβεί στην Αλβανία προκειμένου να λογοδοτήσει στις δικαστικές αρχές της χώρας του. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με την υπ' αριθ. 99/2009 απόφαση (σε δημόσια συνεδρίαση) γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του Αλβανού υπηκόου ..., επειδή έκρινεν ότι ο εκζητουμενος είναι το ίδιο πρόσωπο με τον X, αφού από το από 26-8-08 έγγραφο της INTERPOL προκύπτει η ταυτοποίηση της ταυτότητας του εκζητουμένου, δοθέντος ότι στην σταλθείσα φωτογραφία από τις Ελληνικές διωκτικές αρχές προς τις διωκτικές αρχές της Αλβανίας του συλληφθέντος X απεικονίζεται ο εκζητουμενος ..., όπως βεβαιώνουν οι Αλβανικές Αρχές και ως εκ τούτου πρόκειται για το ίδιο και το αυτό άτομο.
Κατά της υπ' αριθ. 99/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου ο εκζητούμενος άσκησε έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, η οποία προσδιορίσθηκε προς εκδίκαση την 12-1-2010.
Συνεπώς οι αντιρρήσεις του εκζητουμένου στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούν να αφορούν τους λοιπούς ισχυρισμούς οι οποίοι θα κριθούν από τον Άρειο Πάγο, παρά μόνο στη συμπλήρωση του ορίου κράτησης αυτού. Ούτω προκύπτει ότι δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δύο ετών από την ημέρα συλλήψεως του (28-8-09), ούτε παρήλθε χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών από τότε που κοινοποιήθηκε η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης για την έκδοση, αφού τέτοια απόφαση δεν έχει εκδοθεί εισέτι και τούτο διότι ο εκζητούμενος άσκησε έφεση κατά της υπ' αριθ. 99/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου που γνωμοδοτεί υπέρ της εκδόσεως αυτού στις Αλβανικές διωκτικές αρχές. Την έκδοση μπορεί να την διατάξει ο Υπουργός Δικαιοσύνης με απόφαση του, μόνον όταν το Συμβούλιο γνωμοδοτήσει καταφατικά και αμετάκλητα (αρθρ. 452 παρ.1 ΚΠΔ).
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και ακολούθως απέρριψε τη σχετική αίτηση του αναιρεσείοντα, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
1) Να απορριφθεί η με αριθμό 6/2009 αίτηση αναίρεσης του X κατά του με αριθμό 125/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 18/1/2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 452 παρ.3 ΚΠΔ, κάθε αμφιβολία η αντίρρηση σχετικώς με την κράτηση του εκζητουμένου επιλύεται από το αρμόδιο για την έκδοση Συμβούλιο Εφετών ύστερα από κλήτευσή του προ 24 ωρών, κατά δε του εκδιδομένου βουλεύματος επιτρέπεται εις τον Εισαγγελέα και τον εκζητούμενο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, ενώ, κατά την παρ.2 εδ. γ` του αυτού άρθρου σε κάθε περίπτωση ο εκζητούμενος απολύεται αν περάσουν δύο έτη από της ημέρας συλλήψεως του, η οποία προθεσμία δύναται να παραταθεί με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου κατά έξι ακόμη μήνες. Και ναι μεν το άρθρο 16 της από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17-8-1998 και από την κύρωσή της διέπει πλέον το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω κρατών, εφαρμοζομένων όμως και των διατάξεων των άρθρων 436-456 του ΚΠΔ, εφόσον δεν αντίκεινται σ αυτήν, ορίζει στην παράγραφο 4 ότι "η προσωρινή κράτησις δύναται να λήξει εάν εντός προθεσμίας δέκα οκτώ ημερών από της συλλήψεως, το Μέρος προς ο υπεβλήθη η αίτησις, δεν επεληφθή της περί εκδόσεως αιτήσεως και των εν άρθρω 12 διαλαμβανομένων δικαιολογητικών. Εν τούτοις εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβή τας 40 ημέρας από της συλλήψεως", πλην όμως η διάταξη του άρθρου 16 (αντίστοιχες και οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 445 ΚΠΔ) αφορά σε εντελώς διαφορετικό ζήτημα εκείνου που ρυθμίζεται από την διάταξη του άρθρου 452 ΚΠΔ και δη στην προσωρινή σύλληψη του εκζητουμένου, υπό τις διατυπώσεις και προϋποθέσεις των παραγράφων 1, 2 και 3, πριν κινηθεί η διαδικασία εκδόσεως και προβλέπει ότι, στην περίπτωση αυτή, η κράτηση του ατόμου με την προοπτική υποβολής αιτήσεως εκδόσεως του δεν μπορεί να υπερβεί τις 40 ημέρες σε κάθε περίπτωση και ευλόγως διότι πρέπει εντός της σύντομης αυτής προθεσμίας να κινηθεί η διαδικασία εκδόσεως με την υποβολή της οικείας αιτήσεως που θα συνοδεύεται από τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά προκειμένου στο πλαίσιο αυτής πλέον να λάβει χώρα, η σύλληψη του εκζητουμένου, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 445 παρ. 1 ΚΠΔ, για να επακολουθήσει η διαδικασία του άρθρου 446 του ίδιου κώδικα. Εκ του συνδυασμού των διατάξεων τούτων, σαφώς προκύπτει ότι υπό τούτων προβλεπομένη αμφιβολία η αντίρρηση σχετικά με την κράτηση του εκζητούμενου δεν δύναται να αφορά παρά μόνον στην συμπλήρωση του υπό των διατάξεων αυτών προβλεπομένου ανωτάτου ορίου κρατήσεως του από της ημέρας συλλήψεως του και όχι, πάντως, εις τους προβληθέντας κατά την συζήτησιν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, μετά την οποία και γνωμοδότησε αυτό θετικά για την αποδοχή της αιτήσεως εκδόσεως, ισχυρισμούς του εκζητουμένου, αφού, άλλωστε, τις σχετικές αιτιάσεις του μπορεί να προβάλλει ο τελευταίος αυτός με το ένδικο μέσο της εφέσεώς του, που ασκείται, κατ άρθρο 451 ΚΠΔ, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος και δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση ως Εφετείο.
ΙΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε την από 26-10-2009 αίτηση του εκζητουμένου X με την οποία πρόβαλε αντιρρήσεις σχετικά με την διαταχθείσα από τον Εισαγγελέα Εφετών, με την 6990/28-8-2009 εντολή του, προσωρινή σύλληψη και κράτησή του, ενόψει της επικειμένης υποβολής από τις δικαστικές αρχές του Κράτους της Αλβανίας, αιτήσεως για έκδοσή του, η οποία και υποβλήθηκε σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 40 ημερών και δη στις 25-9-2009, επί της οποίας και εκδόθηκε η 99/2009 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του και διατηρήθηκε μέχρι της εκδόσεως του στις Αρχές της Αλβανίας, η κράτηση του εκζητουμένου, η οποία επιβλήθηκε με το κανονικό πλέον και στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης εκδοθέν 142/2009 ένταλμα σύλληψης. Το Συμβούλιο Εφετών για να καταλήξει στην ως άνω κρίση του δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του εισαγγελέα, τα ακόλουθα: Από την διάταξη του άρθρου 452 παρ. 3 ΚΠΔ σαφώς συνάγεται ότι κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την κράτηση του εκζητουμένου επιλύεται από το αρμόδιο για την έκδοση συμβούλιο Εφετών ύστερα από κλήτευση του προ 24 ωρών. Κατά του βουλεύματος αυτού επιτρέπεται στον Εισαγγελέα και στον εκζητούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης, Η αμφιβολία ή αντίρρηση μπορεί να αφορά μόνο στη συμπλήρωση του ορίου κράτησης και όχι στους λοιπούς ισχυρισμούς του εκζητουμένου, τους οποίους αυτός μπορεί να φέρει με έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου (Εφ. Αθ. 50/93 Π.Χ. ΜΓ' 429). Εξάλλου από την διάταξη του άρθρου 452 παρ.2 ΚΠΔ συνάγεται ότι αν το συμβούλιο αποφασίσει αμετάκλητα ότι δεν πρέπει να γίνει έκδοση, αυτός που έχει συλληφθεί απολύεται από την φυλακή με διαταγή του Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αμέσως ειδοποιεί σχετικά τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Επίσης απολύεται αυτός για τον οποίο ζητείται η έκδοση, αν το Κράτος που τον ζήτησε, δεν τον παραλάβει μέσα σε δύο μήνες από τότε που κοινοποιείται σ' αυτό η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης για την έκδοση. Σε κάθε περίπτωση ο εκζητούμένος απολύεται, αν περάσουν δύο έτη από την ημέρα της συλλήψεως του η οποία προθεσμία δύναται να παραταθεί με απόφαση του δικαστικού συμβουλίου κατά έξι ακόμη μήνες. Στην προκειμένη περίπτωση ο X συνελήφθη δυνάμει της υπ' αριθ. Πρωτ. 6990/28-8-09 εντολής προσωρινής συλλήψεως του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, κατόπιν του υπ' αριθ. Πρωτ. 480601 ΕΑ/26-8-09 εγγράφου του 4ου Τμήματος Διεθνών Οργανισμών - INTERPOL και ύστερα από αίτηση του Υπ. Δικαιοσύνης της Αλβανίας (υπ' αριθ. Πρωτ. 445/3 από 25-9-09 αίτηση με τα συνημμένα δικαιολογητικά επισήμως μεταφρασμένα στα Ελληνικά) που αφορούσε τον υπήκοο Αλβανίας ... . Προσαχθείς ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου την 28-8-09 ημέρα Παρασκευή και ώρα 12.00' ο X δήλωσε ότι αυτός δεν είναι το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση και ότι τα στοιχεία ταυτότητος αυτού είναι διαφορετικά από του εκζητουμένου προσώπου, διό και εδήλωσεν ότι δεν επιθυμεί να μεταβεί στην Αλβανία προκειμένου να λογοδοτήσει στις δικαστικές αρχές της χώρας του. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με την υπ' αριθ. 99/2009 απόφαση (σε δημόσια συνεδρίαση) γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του Αλβανού υπηκόου ..., επειδή έκρινεν ότι ο εκζητούμένος είναι το ίδιο πρόσωπο με τον X, αφού από το από 26-8-08 έγγραφο της INTERPOL προκύπτει η ταυτοποίηση της ταυτότητας του εκζητουμένου, δοθέντος ότι στην σταλθείσα φωτογραφία από τις Ελληνικές διωκτικές αρχές προς τις διωκτικές αρχές της Αλβανίας του συλληφθέντος X απεικονίζεται ο εκζητούμενος ..., όπως βεβαιώνουν οι Αλβανικές Αρχές και ως εκ τούτου πρόκειται για το ίδιο και το αυτό άτομο. Κατά της υπ' αριθ. 99/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου ο εκζητούμενος άσκησε έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, η οποία προσδιορίσθηκε προς εκδίκαση την 12-1-2010.
Συνεπώς οι αντιρρήσεις του εκζητουμένου στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούν να αφορούν τους λοιπούς ισχυρισμούς οι οποίοι θα κριθούν από τον Άρειο Πάγο, παρά μόνο στη συμπλήρωση του ορίου κράτησης αυτού. Ούτω προκύπτει ότι δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δύο ετών από την ημέρα συλλήψεως του (28-8-09), ούτε παρήλθε χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών από τότε που κοινοποιήθηκε η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης για την έκδοση, αφού τέτοια απόφαση δεν έχει εκδοθεί εισέτι και τούτο διότι ο εκζητούμενος άσκησε έφεση κατά της υπ' αριθ. 99/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου που γνωμοδοτεί υπέρ της εκδόσεως αυτού στις Αλβανικές διωκτικές αρχές. Την έκδοση μπορεί να την διατάξει ο Υπουργός Δικαιοσύνης με απόφαση του, μόνον όταν το Συμβούλιο γνωμοδοτήσει καταφατικά και αμετάκλητα (αρθρ. 452παρ. 1 ΚΠΔ). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την ανωτέρω αίτηση του εκζητουμένου, υπέρ της εκδόσεως του οποίου και είχε προηγουμένως γνωμοδοτήσει, επί της εφέσεώς του δε εκδόθηκε η 123/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία, ενόψει της αμφισβητήσεως του συλληφθέντος υπό έκδοση ατόμου ότι ταυτίζεται με το πρόσωπο του εκζητουμένου, ζητήθηκαν συμπληρωματικά στοιχεία προσδιοριστικά της ταυτότητας του εκζητουμένου ατόμου. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην νομική σκέψη διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα ορθώς έκρινε ότι οι μόνες αιτιάσεις που μπορούσαν να προβληθούν και ερευνηθούν, στο πλαίσιο της ενώπιον του διαδικασίας, ήσαν εκείνες που αφορούσαν την συμπλήρωση ή μη του κατά τα ανωτέρω ανωτάτου χρονικού ορίου της κρατήσεως του εκζητουμένου και εφόσον, όπως ορθώς επίσης έκρινε, το χρονικό αυτό διάστημα ήταν 2 έτη από της συλλήψεώς του στις 28-8-2009 και όχι 40 ημέρες, όπως αβάσιμα, για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, χρόνος ο οποίος και δεν είχε παρέλθει, απέρριψε την αίτηση και ορθώς δεν ερεύνησε τις λοιπές αιτιάσεις του αιτούντος που αναφέρονται στις συνθήκες και την διαδικασία συλλήψεως του, κρατήσεως του και εκδόσεως του στις αλβανικές αρχές, που αποτελούν άλλωστε και παράπονα της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούσης κατά τα ανωτέρω εφέσεως του.
Κατ ακολουθία τούτων η υποστηρίζουσα τα αντίθετα αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (άρθρο 484 παρ.1 β ΚΠΔ) τυγχάνει αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 6/27-11-2009 αίτηση του X για αναίρεση του 125/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αντικείμενο: Αίτηση κατ' άρθρο 452 § 3 ΚΠΔ αντιρρήσεων κατά της κρατήσεως εκζητουμένου. Απόφαση: Χρόνος κρατήσεως εκζητουμένου 2 έτη από συλλήψεως και όχι 40 μέρες. Περιεχόμενο αντιρρήσεων κατά της κρατήσεώς του (452 §3 ΚΠΔ). Αφορά μόνον συμπλήρωση ή μη ανωτάτου ορίου κρατήσεως. Απόρριψη αιτήσεως. Αναίρεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων ΕυρΣυμΕκδ. (Ν.4165/1961). Απόρριψη αίτησης.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 569/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Κούγια, περί αναιρέσεως της 51406/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ... και 2. ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσακαλία.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1409/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη γενική αρχή, που καθιερώνει το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, στην έκθεση πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Οι λόγοι αυτοί, προκειμένου για έφεση κατ' αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν ορίζονται στον ΚΠΔ περιοριστικά οι λόγοι εφέσεως, μπορεί να συνιστάται σε κάθε προσαπτόμενη στην απόφαση ή στο βούλευμα πραγματική ή νομική πλημμέλεια, με την έννοια δε αυτή ως λόγος εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να προταθεί και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από αυτήν, χωρίς να χρειάζεται στο δικόγραφο της έφεσης για το ορισμένο του λόγου αυτού, να γίνει ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και ειδική αναφορά στα στοιχεία που τον θεμελιώνουν. Εξάλλου, αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει την δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, μολονότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Τέτοια περίπτωση αρνητικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί ενδίκου μέσου, αλλά απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο, χωρίς να συντρέχει τέτοια περίπτωση. Στην κρινόμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 51406/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση της αναιρεσείουσας, λόγω μη νομίμου ασκήσεώς της, κατά της 94443/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε αυτή για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, σε ποινή φυλάκισης τριών μηνών. Όπως προκύπτει από την 12593/3-11-2006 έκθεση εφέσεως της αναιρεσείουσας αυτή ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση... Επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και την κήρυξε ένοχη. Από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι "η συνταχθείσα έκθεση δεν περιέχει κάποιο λόγο εφέσεως και δη κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλά είναι παντελώς αόριστη και αναφέρεται γενικά στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, χωρίς όμως συγκεκριμένη αιτίαση που μπορεί να εκτιμηθεί δικαστικά". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ενώ στο δικόγραφο της εφέσεως περιλαμβανόταν συγκεκριμένος λόγος εφέσεως, δηλαδή αυτός της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων από την εκκαλούμενη απόφαση, και θα έπρεπε να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του και απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 51.406/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι εφέσεως κατά αποφάσεως ή βουλεύματος. Αρκεί να αναφέρεται ως λόγος η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση αυτών. Αναίρεση της προσβαλλομένης που δέχθηκε τα αντίθετα. Παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 567/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για αναίρεση της με αριθμό 6380/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1506/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου απ' αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς στο αν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη δόλου στα εγκλήματα που τελούνται από δόλο δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως επί του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στον πρόσθετο αυτόν σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων έστω κατά το είδος τους, (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κ.λ.π.), ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο αυτών και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτό συμπληρώνονται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω η ως άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απόφαση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην περί ενοχής ή αθώωσης του κατηγορούμενου κρίση του Δικαστηρίου, αλλά πρέπει να εκτείνεται και σε όλες τις αποφάσεις του, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές η παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή ή των δικαστών που τις εξέδωσαν. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορούμενου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις (άρθρα 352 και 353 ΚΠΔ) πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο αόριστο αυτό αίτημα. Ακόμα, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό των αιτιολογικών με το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6380/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλλη-λοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά, αφού προηγούμενα, με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα του εκπροσωπήσαντος τον τότε εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα συνηγόρου περί αναβολής της δίκης για να κληθεί και καταθέσει ο απολειπόμενος μάρτυρας Ζ. "Ο κατηγορούμενος στην ... στις 10-4-2002 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον μηνυτή ..., νόθευσε την υπ' αριθμ.... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, συρομένης επί του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, εκδόσεως τον μηνυτή ..., ποσού αριθμητικώς και ολογράφως 1548 ευρώ και η οποία του είχε παραδοθεί λευκή κατά τα λοιπά στοιχεία χάριν ευκολίας, αλλοιώνοντος, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του μηνυτή, το πρώτο αριθμητικό στοιχείο του ποσού από ένα (1) σε επτά (7), τη λέξη χίλια σε χιλιάδες, προσθέτοντας μπροστά απ' αυτήν τη λέξη επτά καθώς και θέτοντας ως λήπτη και πρώτο οπισθογράφο αυτής το Ξ, εν αγνοία του οποίου και χωρίς τη συναίνεσή του έθεσε τη σφραγίδα και την υπογραφή του. Όλα τα παραπάνω έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει τους μετέπειτα κομιστές της ως άνω επιταγής ότι δήθεν αυτή είναι γνήσια ως προς τα αναγραφόμενα σε αυτήν στοιχεία. Το πέτυχε δε αυτό κάνοντας συγχρόνως χρήση αυτής (επιταγής), οπισθογράφοντάς την και παραδίδοντάς την στον Ζ, ο οποίος μη γνωρίζοντας την πλαστογραφία του κατέβαλε το ποσό της επιταγής. Όταν δε αυτός Ζ την εμφάνισε κατά τη λήξη της στην τράπεζα προς πληρωμή αυτή σφραγίσθηκε ελλείψει διαθεσίμων στο λογαριασμό. Στη συνέχεια ο Ζ εξέδωσε διαταγή πληρωμής αναγκασθείς πλέον ο εγκαλών, ο οποίος εν τω μεταξύ απώλεσε την προθεσμία ανακοπής, να εξοφλήσει τον κομιστή. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 10 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο στην παρεμπίπτουσα απόφασή του με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθεί και προσέλθει ως μάρτυρας ο Ζ που υπέβαλε ο αναιρεσείων, όσο στην περί ενοχής κρίση του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σ' αυτήν πρακτικών, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία ο εκπροσωπήσας τον τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο συνήγορός του ζήτησε την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, αναφέροντας κατά λέξη "για να κληθεί ο απολειπόμενος μάρτυρας Ζ, ο οποίος κατά την άποψη του κατηγορουμένου είναι σημαντικός για την απόδειξη της αλήθειας" (βλ. σελ. 1 και 2 της υπ' αρ. 6380/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου - Πλημμελημάτων Αθηνών). Το αίτημα όμως αυτό του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και ως εκ τούτο απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε ο υποβαλών αυτό επί ποίου συγκεκριμένου θέματος θα κατέθετε ο ανωτέρω μάρτυρας. Το Δικαστήριο της ουσίας αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο ως άνω αόριστο αίτημα και μάλιστα αιτιολογημένα, προέβη στην απόρριψη αυτού με παρεμπίπτουσα απόφασή του που έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφέροντας κατά λέξη: "Η κατάθεση του απολιπομένου μάρτυρα Ζ έχει λεπτομερώς αναγραφεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απ' όπου και θα αναγνωστεί και επιπλέον υπάρχουν επαρκή λοιπά αποδεικτικά μέσα (άλλοι μάρτυρες, έγγραφα) για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης.
Συνεπώς, το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο απολιπόμενος ως άνω μάρτυρας θα πρέπει να απορριφθεί". Εξάλλου όσο αφορά την αιτιολογία της απόφασης ως προς την περί ενοχής του κατηγορούμενου κρίση, αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες θα ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέροντας στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, υπ' αρ. 5550/2009 απόφαση και πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία περιέχεται και η κατάθεση του μάρτυρα Ζ), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης προσδιορίζεται ο τρόπος με το οποίο ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας-νοθεύσεως εγγράφου (επιταγής) αλλοιώνοντας το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσό και παρατίθενται προς τούτο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση αυτής. Ακόμα αναφέρεται η επιβαρυντική περίπτωση με τη χρήση της νοθευμένης επιταγής με οπισθογράφηση στον Ξ εν αγνοία τον οποίον και χωρίς τη συναίνεση τον έθεσε τη σφραγίδα και την υπογραφή του και τη μεταβίβαση της στη συνέχεια με οπισθογράφηση στον Ζ. Τέλος διέλαβε ειδική αιτιολογία για το δόλο του αναιρεσείοντος και ιδιαίτερα για τον σκοπό του να παραπλανήσει με τη χρήση της νοθευμένης επιταγής τους μεταγενέστερους δικαιούχους της ως προς το πραγματικό ποσό που αναφερόταν σ' αυτήν παραπλανώντας τους περαιτέρω δικαιούχους της επιταγής αυτής και τους υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας που ήταν υπόχρεη για πληρωμή της επιταγής αυτής. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του που του εκπροσώπησε στη δευτεροβάθμια δίκη, είναι απαράδεκτη και εντεύθεν απορριπτέα, καθόσον όπως σαφώς προκύπτει από τα επισκοπούμενα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου ο συνήγορος του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν υπέβαλε κάποιο αυτοτελή ή αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6380/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία (νόθευση) εγγράφου μετά χρήσεως. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Αίτημα αναβολής δίκης για κρείσσονες αποδείξεις (κλήτευση απολιπομένου μάρτυρα). Ορισμένο του αιτήματος αυτού, αλλιώς απόρριψη αυτού χωρίς ειδική αιτιολογία. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για νόθευση επιταγής, με λόγους την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβάσιμων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 566/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, για αναίρεση της 1074/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1367/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικό ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παρανόμως κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιος αιτιολογίας: α)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β)αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπαγάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1074/2009 απόφασή του, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κρήτης δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του (όσον αφορά το έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας), ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στο ...την 31-3-2002 ιδιοποιήθηκε στην κατοχή του, για να το επενδύσει με κέρδος για το πολιτικώς ενάγοντα, όπως διαβεβαίωνε τον τελευταίο. Ειδικότερα ενώ έλαβε κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο από τον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) δολλαρίων ΗΠΑ, για να τα καταθέσει, επί κέρδει για τον πολιτικώς ενάγοντα σε επενδυτικό λογαριασμό Φιλανδικού πιστωτικού ιδρύματος που είχε ο ίδιος επιλέξει και ενώ κατ' επανάληψη οχλήθηκε να το αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα, το παρακράτησε αυθαίρετα ιδιοποιούμενος παράνομα αυτά, αφού επ' ονόματι του έχει καταχωρήσει την εν λόγω επένδυση. Το αντικείμενο της εν λόγω υπεξαίρεσης που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας δεν δόθηκε ως δάνειο στον κατηγορούμενο, κατά τούτο δε πρέπει επιτρεπτώς να βελτιωθεί η κατηγορία, αλλά όπως προαναφέρθηκε για να το καταθέσει σε επενδυτικό λογαριασμό με κέρδος για τον πολιτικώς ενάγοντα. Τούτο σαφώς προκύπτει και από την αναγνωσθείσα από 9-3-2002 υπεύθυνη δήλωση του κατηγορουμένου που φέρει την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του, με την οποία ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι ο πολιτικώς ενάγων "θα λάβει από μένα το ποσό των 25.000 ευρώ μέχρι 31-3-2002 από το συμβόλαιο ... το οποίο έχει υπογραφεί νόμιμα μεταξύ εμένα και του .... Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που ενώπιον του ακροατηρίου δήλωσε ότι αναγνωρίζει ότι τα 10.000 δολ. ΗΠΑ τα οποία δεν έχουν επιστραφεί στον πολιτικώς ενάγοντα, έπρεπε να του έχουν επιστραφεί αλλά ότι έχει και ο ίδιος πέσει σε απάτη, δεν κρίνεται πειστικός ενόψει του ότι αυτός δεν έχει προβεί σε καμμία δικαστική ενέργεια σε βάρος του εν λόγω .... Εξάλλου επένδυσε στο όνομά του ιδίου παράνομα ιδιοποιούμενος εν συνεχεία παρά τις οχλήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, το περιελθόν στην κατοχή του αυτό το ποσό. Σημειώνεται ότι επίσης δεν κρίνεται πειστικός ο απολογητικός ισχυρισμός του ότι "ο επενδυτικός οίκος δεν ξέρει Ελληνικά και γι' αυτό το λόγο μπήκε στο δικό μου όνομα".
Συνεπώς ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Κρήτης ως προς το προαναφερθέν έγκλημα της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (ποσού 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ) και στο διατακτικό του, που με το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και μετά την παραδοχή τι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς του μετά την ως άνω πράξη του επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα πλην των ξενόγλωσσων αναφερομένων υπ' αρ. 1, 2, 3 και 4 εγγράφων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος χωρίς μετάφρασή τους στην Ελληνική γλώσσα (για τα οποία γίνεται παρακάτω ιδιαίτερη αναφορά) από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος κατά την εξέταση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με περιεχόμενο "πιστεύω ότι τα χρήματα από το πρόγραμμα δεν τα πήρε ο κατηγορούμενος εάν τα έπαιρνε θα μου τα επέστρεφε" (βλ. 44 σελίδα πρακτικών και απόφασης με αριθμ. 772/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου), αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (βλ. 104 σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), στα οποία περιέχεται και το μέρος της κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία συνεκτίμησε και συναξιολόγησε στο σύνολό της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με την επισήμανση ότι η ως άνω αναφορά του πολιτικώς ενάγοντος συνδέεται με τη μη επιστροφή του υπεξαιρεθέντος από τον κατηγορούμενο ως άνω χρηματικού ποσού και όχι με την τέλεση της υπεξαίρεσης από εκείνον. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν απαιτείται, κατά τα προαναφερθέντα, η συγκριτική αξιολόγηση και συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Περαιτέρω είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το χρόνο της παράνομης ιδιοποίησης του χρηματικού ποσού των 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ από τον κατηγορούμενο, αφού και στα δύο αυτά μέρη της απόφασης αναφέρεται η 31-3-2002, ημέρα κατά την οποία εξωτερίκευσε τη βούλησή του περί της μη επιστροφής του παραδοθέντος για επένδυση σ' αυτόν από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά μήνα Δεκέμβριο 1999 ως άνω χρηματικού ποσού" αλλά της παράνομης ιδιοποίησης του. Επομένως οι από το από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. δ' και ε' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ακόμα η μεταβολή της κατηγορίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Β' του ιδίου Κώδικα. Τέτοια μεταβολή υπάρχει, όταν η πράξη για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενική διαφορετικό έγκλημα. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, όταν το δικαστήριο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο διώχθηκε και έχει εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος ή καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τελέσεως αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων διατείνεται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι πριν την εκδήλωση της θέλησης του για ενσωμάτωση στην περιουσία του, του ποσού των 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ του πολιτικώς ενάγοντος υπήρξε μεταξύ αυτών σύμβαση εντολής για επένδυση του ποσού αυτού και όχι σύμβαση δανείου που ανέφερε αρχικά το κατηγορητήριο. Όμως η πράξη της υπεξαιρέσεως των χρημάτων για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (από το οποίο κηρύχθηκε αθώος για την άλλη αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση από την οποία η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του είχε κηρύξει ένοχο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 772/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου), δεν είναι διαφορετική εκείνης για την οποία είχε ασκηθεί σε βάρος του η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο για να δικασθεί (αυτό προδήλως εννοεί με το αναιρετήριο, όταν αναφέρεται μόνο στην πράξη για την οποία παραπέμφθηκε (ανεξαρτήτως και της αστικής ευθύνης του προς αποζημίωση του πολιτικώς ενάγοντος). Η δε αποσαφήνιση και ακριβέστερος προσδιορισμός, με βάση τα δεδομένα που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία (τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και τη δευτεροβάθμια δίκη) ως προς την εκδήλωση της θέλησης του αναιρεσείοντος να μη επιστρέψει στον πολιτικώς ενάγοντα στις 31-3-2002 το χρηματικό ποσό των 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ παρά τη σχετική τελευταία όχλησή του και να το ενσωματώσει έκτοτε παράνομα στη δική του περιουσία, ενώ από τις 31-3-2002 και εντεύθεν ήταν επιτρεπτέο στον πολιτικώς ενάγοντα, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας με την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω. Επομένως και ο πρώτος αυτός λόγος (πρώτος) της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, ακρότητα και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει και όταν το έγγραφο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και αναγνώσθηκε, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή, πάντως, πρέπει για να επέλθει ακυρότητα, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και ποια ακριβώς και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως διατείνεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο Κρήτης απέρριψε το αίτημά του να αναγνώσει στο ακροατήριο τα απ' αυτόν προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: 1)το από 24-12-2001 έγγραφο στην αγγλική γλώσσα WESTERN UNION, 2)τα από 3-1-2002, 20-12-2001, 24-12-2001 έγγραφα στην αγγλική γλώσσα WESTERN UNION, 3)το από 3-1-2002 έγγραφο στην αγγλική γλώσσα WESTERN και 4)το 1125 έγγραφο στην αγγλική γλώσσα με ανυπόγραφη - ανεπικύρωτη μετάφραση, στην ανάγνωση των οποίων αντέλεξε ο πολιτικώς ενάγων. Έτσι όμως κρίνοντας το Εφετείο Κρήτης ουδαμώς προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, καθόσον όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με παρεμπίπτουσα απόφαση του για την απόρριψη της ανάγνωσης των ως άνω ξενόγλωσσων εγγράφων (βλ. 11η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης). Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ορθή, δεν στέρησε αυτόν, από κάποιο υπερασπιστικό δικαίωμα και ούτε συνέβαλε το Δικαστήριο να μη διεξαχθεί μια δίκαιη δίκη με αυτόν κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για να θεμελιώσει περαιτέρω ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά την εξέλιξη της διαδικασίας το Δικαστήριο. Ειδικότερα ο αναιρεσείων όφειλε να προσκομίσει μαζί με τα ως άνω αναφερόμενα ξενόγλωσσα έγγραφα και επίσημη μετάφραση τους στην Ελληνική γλώσσα για να είναι κατανοητό το περιεχόμενο τους τόσο από τα μέλη του Δικαστηρίου και τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, όπως ήταν στην προκείμενη περίπτωση ή εάν διατεινόταν ότι αυτά τα έγγραφα είναι ουσιώδη και κρίσιμα για να καταλήξει το δικαστήριο σε ευνοϊκό αυτόν κρίση (απαλλαγή του) να ζητήσει τη διακοπή ή την αναβολή της δίκης για να προσκομισθεί και η επίσημη μετάφραση των εγγράφων αυτών. Πλην όμως αυτός ουδέν των ανωτέρω ενήργησε για τη νόμιμη προσκόμιση των εγγράφων αυτών στο δικαστήριο, χωρίς μάλιστα να έχει εκθέσει ποτέ ποιο το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να έχει υποστηρίξει ότι αυτά ήταν ουσιώδη και ευνοϊκά γι' αυτόν έγγραφα που αν τα λάμβανε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση εκείνης που κατέληξε για το έγκλημα της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επομένως ο από τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για εκείνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1074/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου
(Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Πότε είναι επιτρεπτή η διευκρίνιση - συμπλήρωση περιστατικών της κατηγορίας χωρίς μεταβολή της. Λόγος απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Δεν συνιστά η μη ανάγνωση ξενόγλωσσων εγγράφων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος χωρίς επίσημη μετάφρασή τους. Λόγοι για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης με λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄, Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ και αναφορά στα ως άνω περιστατικά.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 564/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 4858/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18 Ιανουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1156/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η προς τον σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος ή πείθεται να προβεί σε πράξη, παράλειψη η ανοχή, από την οποία, ως άμεσο αποτέλεσμα, χωρίς δηλαδή την παρεμβολή αυτόνομης πράξεως τρίτου, επέρχεται βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανώμενου ή τρίτου, ασχέτως εάν επιτεύχθηκε ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστη, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης, με την οποία αυτό δεν ταυτίζεται απαραιτήτως κατά ποσόν και ποιόν. Πρέπει, δηλαδή ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Περιουσιακή βλάβη (ζημία) θεωρείται οποιαδήποτε μείωση της αξίας της περιουσίας, αλλά και η κατ' αυτής απειλή, όταν δημιουργεί χειροτέρευση της ενεστώσας αξίας αυτής. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν το πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Ο μηνυτής, μετά από πρόταση του κατηγορουμένου, προσελήφθη από αυτόν προκειμένου να του παρέχει τις υπηρεσίες του ως προσωπικός οδηγός και φρουρός του, και να οργανώσει την ασφάλεια του Προξενείου του MALAWI στην Ελλάδα, του οποίου ο κατηγορούμενος ήταν Πρόξενος. Μεταγενέστερα ο μηνυτής μεταφέρθηκε από το Προξενείο στην εταιρεία ... στη ...., της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. Μεταξύ των εταιριών τις οποίες διήθυνε ο κατηγορούμενος, ήταν και η εταιρία με την επωνυμία "AIRJET ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "AIRJET ΑΕ", η οποία καταχωρήθηκε στα μητρώα ανωνύμων εταιριών στις 1.2.1995 με αριθμό μητρώου 24368/01/Β/91/333 και δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμό 1976/11-5-1995 ΦΕΚ. Με το από 30-6-1999 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης για εκλογή Διοικητικού Συμβουλίου, συγκροτήθηκε σε σώμα το ΔΣ της ως άνω εταιρίας στις 1.7.1999 και δημοσιεύτηκε η σύνθεσή του στο υπ' αριθμ. 9729/6-12-1999 ΦΕΚ (τεύχ. ΑΕ και ΕΠΕ). Στη σύνθεση του εν λόγω ΔΣ περιελήφθη και ο μηνυτής ως μέλος αυτού με θητεία μέχρι την 30-6-2002, χωρίς καμία ενημέρωση περί αυτού από τον κατηγορούμενο. Με τον τρόπο αυτό ο τελευταίος παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εμπορίου, αλλά και του ΙΚΑ Ελευσίνας Αττικής ότι ο μηνυτής κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αλλά και από 30.6.2002 μέχρι 10.9.2004, ήταν μέλος του ΔΣ της εταιρίας "AIRJET ΑΕ", ενώ αυτός δεν είχε σχέση με το ΔΣ, με συνέπεια το ΙΚΑ (Υποκατάστημα Ελευσίνας), δια του αρμοδίου υπαλλήλου του, με τα υπ' αριθμ. 3350 και 3351/10.9.2004 έγγραφά του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, μετά από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην ανωτέρω εταιρία στις 13-1-2004 σχετικά με την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, να τον θεωρήσει συνυπεύθυνο και συνυπόχρεο της καταβολής τους μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ της ως άνω επιχείρησης, για τους εργαζόμενους σε αυτή μισθωτούς για τις χρονικές περιόδους από Μάιο του 2000 μέχρι Δεκέμβριο του 2001 για ποσό 46.132,36 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 15.377,45 ευρώ για εργατικές εισφορές και 30.754,91 ευρώ για εργοδοτικές. Κατά του μηνυτή ασκήθηκαν ποινικές διώξεις για τις άνω παραβάσεις, με τον τρόπο δε αυτό ο κατηγορούμενος ζημίωσε την περιουσία του μηνυτή με αντίστοιχη περιουσιακή ωφέλεια της ανωτέρω εταιρίας, αλλά και του ίδιου του κατηγορουμένου ως μέλους του ΔΣ αυτής. Το ότι δε ο μηνυτής τελούσε σε άγνοια σχετικά με τη συμμετοχή του ως μέλος του ΔΣ της εν λόγω εταιρίας, ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτός απηλλάγη των κατηγοριών που του αποδόθηκαν τόσο της μη έγκαιρης καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ (βλ. υπ' αριθμ. 40006/09 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), όσο και της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (βλ. τις υπ' αριθ. 155104/05 και 33872/06 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Ως εκ τούτου, αποδυναμώνεται η κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης, η οποία κατέθεσε περί γνώσεως του μηνυτή". Ακολούθως το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα απάτης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 386 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να παραβιάσει, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου είναι αβάσιμες αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται α) ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους το οποίο επεδίωκε να προσπορίσει στον εαυτό του και στην εταιρία "AIRJET ΑΕ", καθώς και η αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος, β) η, εν γνώσει του, παραπλάνηση των υπαλλήλων του Υπουργείου Εμπορίου και του Ι.Κ.Α., οι οποίοι από το νόμο μπορούσαν να επιχειρήσουν την επιζήμια, για τον εγκαλούντα πράξη, με το να εμφανίσει τον τελευταίο, εν αγνοία του, ως μέλος του Δ.Σ. της άνω ανώνυμης εταιρίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο και συνυπόχρεο, ως εκ της ιδιότητός του αυτής, στην καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α. και γ) δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως και ο δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (στις 18.1.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ), με τους οποίους αποδίδονται, αντίστοιχα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, με την επίκληση, ότι εν προκειμένω εσφαλμένως το δικάσαν δικαστήριο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στο άρθρο 389 ΠΚ (απατηλή πρόκληση βλάβης), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. δεύτερο του ΚΠΔ, το Δικαστήριο στην κατ' έφεση δίκη, μπορεί ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 εδ. δ' ΕΣΔΑ και 1η παρ. 3 εδ. ε' ΔΣΑΠΔ, ο κατηγορούμενος δικαιούται σε εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους όρους όπως των μαρτύρων κατηγορίας. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αφορούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, ιδρύουσα τον υπό του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β' του Ν. 2408/1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις ανεξάρτητα αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Συνεπώς χρήζει αιτιολογίας και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για εξέταση μάρτυρος υπερασπίσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, μετά την εξέταση της μάρτυρος υπερασπίσεως ..., υπέβαλε προς το Δικαστήριο το αίτημα να εξετασθεί ως μάρτυς η παρούσα στο ακροατήριο .... Το Δικαστήριο αφού άκουσε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του το άνω αίτημα με την εξής αιτιολογία "επειδή από τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν το Δικαστήριο κρίνει ότι δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, και εξάλλου η μάρτυρας αυτή η οποία κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ήταν λογίστρια της επιχείρησής του, δεν διευκρινίσθηκε αν έχει προσωπική αντίληψη και άμεση γνώση περί των όσων καταμηνύθηκε ο κατηγορούμενος". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του το αίτημα εξέτασης της άνω μάρτυρος, διέλαβε την απαιτούμενη από τα ανωτέρω άρθρα του Συντάγματος και των ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν τους λόγους για τους οποίους απέρριψε το άνω αίτημα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ πρώτος εκ των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της επί ακροατηρίου διαδικασίας με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκαν τα εκ των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, 6 παρ. 3 εδ. δ' ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 εδ. ε' Δ.Σ.Α.Π.Δ., υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιουλίου 2009 αίτηση και τους από 18 Ιανουαρίου 2010 προσθέτους λόγους του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 4858/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απάτη. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία, εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή και απόλυτη ακυρότητα εκ της μη εξετάσεως μάρτυρος υπερασπίσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 563/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 958/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1310/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του, λόγων σημαντικών αιτίων. Εξ άλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτιών, κατά το άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του που είναι ενσωματωμένη στα πρακτικά της δίκης, κατά τη συνεδρίαση της 3ης Απριλίου 2009, αντιμετώπισε στην αρχή της διαδικασίας αίτημα που υποβλήθηκε από τον εμφανισθέντα Μ1, ο οποίος δήλωσε προς το δικαστήριο ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος είναι ασθενής και δεν μπορεί να εμφανισθεί σήμερα στο δικαστήριο και για το λόγος αυτό ζητεί την αναβολή της υποθέσεώς του για άλλη δικάσιμο, παρέδωσε δε και την από 1.4.2009 ιατρική βεβαίωση του ειδικού καρδιολόγου Κ1, η οποία ανεγνώσθη στο ακροατήριο. Ακολούθως ο εμφανισθείς και αναγγείλας στο άνω δικαστήριο το κώλυμα του κατηγορουμένου εξετάσθηκε και ως μάρτυρας και βεβαίωσε ενόρκως ότι ο κατηγορούμενος με τον οποίο συνεργάζονταν σε ένα θέατρο είναι ασθενής από την καρδιά του, ότι τον είδε προ διημέρου και του είχε ανέβει η πίεση, ήταν ωχρός και λιποθύμησε, προσθέτοντας ότι τον πήγε στον γιατρό και μετά τον άφησε στο σπίτι, προσθέτοντας ότι έμενε ο κατηγορούμενος στο ..., στην διεύθυνση ... και ότι δεν είχε σταθερό τηλέφωνο καθώς και ότι δεν είχε άλλον εκτός από την κόρη του. Στη συνέχεια από τον διευθύνοντα τη συζήτηση διεκόπη η συνεδρίαση του άνω Εφετείου, για μια ώρα προκειμένου να ερευνηθεί αν ο κατηγορούμενος βρίσκεται στη διεύθυνση που είπε ο μάρτυρας και όταν μετά την πάροδο της καθορισμένης ώρας επαναλήφθηκε η διακοπείσα συνεδρίαση δημόσια στην ίδια αίθουσα, παρόντων όλων των παραγόντων της δίκης, από την Εισαγγελέα παρεδόθη στο δικαστήριο σε τηλεομοιοτυπία η αναφορά του Αρχιφύλακα Φ1 η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Ακολούθως δε και μετά την πρότασή της Εισαγγελέα να απορριφθεί το αίτημα αναβολής της δίκης για τον κατηγορούμενο το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό που υπεβλήθη κατά τα ανωτέρω για λογαριασμό του απόντος κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης με την εξής αιτιολογία "επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δ. το Δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη δίκη, για σημαντικά αίτια που προβάλλονται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως προκύπτει το από 1/4/2009 πιστοποιητικό του Κ1, ειδικού καρδιολόγου στον κατηγορούμενο, πάσχοντα από υπερτασική κρίση και οπισθοστερνικό άλγος, χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και συνεστήθη 10 ημέρες κλινοστατισμός, κατά τη διακοπή της συνεδριάσεως για την υπόθεση τα αστυνομικά όργανα μετέβησαν στη διεύθυνση ..., όπου κατά τον μάρτυρα διαμένει ο κατηγορούμενος και όπου ο ίδιος τον οδήγησε μετά την επίσκεψη στον ιατρό, αλλά εκεί δεν βρέθηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά το ιατρικό πιστοποιητικό και την κατάθεση του μάρτυρα έπρεπε να βρίσκεται εκεί σε κλινοστατισμό, όπως βεβαιώνει στην από 3.4.09 αναφορά του ο Φ1, Αρχιφύλακας του ΑΤ ..., που αναζήτησε τον κατηγορούμενο η πρώην σύζυγος του ...., που κατοικεί εκεί, του δήλωσε ότι δεν διαμένει στην διεύθυνση αυτή ο κατηγορούμενος, ο οποίος την προηγουμένη είχε μεταβεί εκεί συνοδευόμενος από τον ξάδελφό του, λόγω προβλήματος υγείας, παρέμεινε εκεί επί μία ώρα περίπου και στη συνέχεια απεχώρησε, μεταφερθείς σε Νοσοκομείο. Εισαγωγή όμως σε νοσοκομείο και νοσηλεία σ' αυτό δεν επικαλέσθηκε ο συνεργάτης του κατηγορουμένου που προσκόμισε το ιατρικό πιστοποιητικό στο δικαστήριο εξετάσθηκε ως μάρτυρας και ζήτησε για λογαριασμό του κατηγορουμένου αναβολή της εκδίκασης της υποθέσεως λόγω αδυναμίας του εξ αιτίας της ασθενείας του και του συστηθέντος κλινοστατισμού του επί δεκαήμερο προς αντιμετώπισή της να εμφανισθεί στο Δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του. Ούτε με άλλο τρόπο γνωστοποίησε ο κατηγορούμενος εισαγωγή του στο νοσοκομείο ή άλλο κώλυμα εξ αιτίας του οποίου απομακρύνθηκε από την οικία αυτή και δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο αλλά αντιθέτως η κατάθεση του μάρτυρα ότι διαμένει εκεί και βρίσκεται στην εν λόγω διεύθυνση ασθενής είναι ανακριβής. Κατ' ακολουθία τούτων το επικαλούμενο από τον κατηγορούμενο κώλυμα εμφανίσεως του στο δικαστήριο λόγω ασθενείας και εξ αιτίας αυτής κλινοστατισμού του στο σπίτι και αδυναμίας μετακινήσεώς του ελέγχεται ανακριβές και το αίτημά του για αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην ανωτέρω απορριπτική του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης 958/2009 κυρίας αποφάσεώς του και συμπροσβάλλεται με αυτήν (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), την κατά τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αναφέρονται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε το κατ' ουσίαν αβάσιμο του αιτήματος αναβολής. Ειδικότερα εκτίθενται περιστατικά που καθιστούσαν χωρίς αποδεικτική αξία την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα Μ1. Επίσης από το Δικαστήριο λήφθηκε υπόψη το από 1-4-2008 πιστοποιητικό που προσκομίσθηκε από τον άνω μάρτυρα και αφορούσε τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής στον κατηγορούμενο και σύσταση δεκαημέρου κλινοστατισμού του προς αντιμετώπιση της αναφερόμενης παθήσεως. Μνημονεύεται όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση το αποτέλεσμα του ελέγχου που έγινε κατόπιν εντολής του δικαστηρίου στο διάστημα συνεδριάσεως από αστυνομικό όργανο του Α.Τ. ...και η αντίθετη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος την ημέρα της δικασίμου είχε αναχωρήσει από την οικία στη διεύθυνση που ο μάρτυρας κατέθεσε ότι τον άφησε μετά την επίσκεψη στον ιατρό και ότι δεν προσκομίσθηκε βεβαίωση περί εισαγωγής του κατηγορούμενου σε νοσοκομείο λόγω προβλήματος υγείας του προς νοσηλεία, που να δικαιολογούσε την απομάκρυνση του από την άνω οικία στην οδό ... όπου κατέθεσε ο μάρτυρας ότι έμενε και ασθενής ο κατηγορούμενος. Στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το δικαστήριο και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία θεμελίωσε το δικαστήριο με πλήρη και σαφή αιτιολογία την κρίση για το ουσία αβάσιμο του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής και στη συνέχεια με τη διαπίστωση ότι είχε νόμιμα κλητευθεί αυτός για να εμφανισθεί στο δικαστήριο προς υποστήριξη της απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 22-1-2007 έφεση που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατά της 95/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικασθεί για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε κάθειρξη έξι (6) ετών. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η απόφαση στερείται της κατά νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής λόγω του προκύψαντος ανυπέρβλητου κωλύματος εμφανίσεώς του στο ακροατήριο και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Μαίου 2009 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 958/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε αίτημα αναβολής που προβλήθηκε για λογαριασμό του κατηγορουμένου και στη συνέχεια απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για απάτη κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αιτιολόγησε πλήρως και σαφώς την απόρριψη ως αβασίμου του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής. Επίσης απορρίπτεται ο λόγος για την απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, εφόσον διαπίστωσε ότι είχε νομίμως κλητευθεί ο ήδη αναιρεσείων προς υποστήριξη της εφέσεώς του.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 562/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσούλο, περί αναιρέσεως της 1019/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1535/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 170 παρ.1 του ΚΠοινΔ, "η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο". Κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο" και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, "ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται", κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Επίσης, κατά το άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠοινΔ, "η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπευθύνου και του καταλόγου των μαρτύρων, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους και της πολιτικής αγωγής, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 166 παρ.3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της ..". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι και σε περίπτωση άκυρης επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από της ημέρας της επιδόσεως. Αυτό όμως, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα και η επίδοση θεωρείται πλέον έγκυρη και απ' αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν δε ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξεως, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως και όχι το πρώτον με σχετική ένσταση κατά την ακροαματική διαδικασία ή και με λόγο αναιρέσεως, σε περίπτωση που η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε έφεση. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως, καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Η απορρίπτουσα την σχετική ένσταση του κατηγορουμένου απόφαση, δηλαδή, περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ούσα προπαρασκευαστική, πρέπει, κατ' άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αν όμως η προβολή της ενστάσεως αυτής περί ακυρότητας της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος δε γίνει με ειδικό λόγο εφέσεως στην έκθεση εφέσεως, τότε η ένσταση αυτή που προβάλλεται στο εφετείο το πρώτον, είναι απαράδεκτη και δεν απαιτείται αιτιολόγηση απαράδεκτων ενστάσεων και ισχυρισμών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, με την 2470/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό με απόντα τον ήδη αναιρεσείοντα, αυτός καταδικάστηκε, για τις πλημμεληματικές πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημίσεως, τελεσθείσες την 29-3-2004. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό εκθ. ... έφεση, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα, στο δικόγραφο της οποίας όμως, όπως από αυτή προκύπτει, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι ασκεί έφεση κατά της 2470/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου βόλου, γιατί "δεν εκτιμήθηκαν σωστά από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά και τα έγγραφα της δικογραφίας", ήτοι δεν πρόβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως αυτής ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που έγινε στις 25-6-2009, ο αναιρεσείων, δια της εκπροσωπούσας αυτόν, απουσιάζοντα, συνηγόρου του, πρόβαλε, για πρώτη φορά, τον ισχυρισμό της άκυρης επιδόσεως προς αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, τον οποίο ανάπτυξε και προφορικά, το περιεχόμενο του οποίου έχει συνοπτικά, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 1019/2009 προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως εξής: " ...Το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλήθηκα να εμφανισθώ ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, μου επιδόθηκε την 11-12-2006 ακύρως σε μη δηλωθείσα από εμένα διεύθυνση, ενώ κατά την προδικασία ενώπιον του Πταισματοδίκη Χαλανδρίου, είχα δηλώσει κατ'άρθρο 273 ΚΠΔ άλλη ορισμένη διεύθυνση επί της οδού ... και ουδέποτε είχα δηλώσει εν συνεχεία, αλλαγή διεύθυνσης, ζητώ να κηρυχθεί άκυρη η προδικασία και η μέχρι σήμερα κύρια διαδικασία και να διαταχθεί η νόμιμη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος". Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με το εξής αιτιολογικό:
"Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προέκυψαν τα κατωτέρω: Σύμφωνα με το από 11/12/2006 αποδεικτικό επιδόσεως κλητηρίου θεσπίσματος του Αρχιφύλακα του Α.Τ...., το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον σύνοικο αδελφό του προσφεύγοντος Χ2 του Αθανασίου, στις 11/12/2006, στην οδό ..., διεύθυνση την οποία, όπως και ο ίδιος ομολογεί στην ένσταση του είχε δηλώσει αρχικά ως κατοικία του. Ακολούθησε, επιπρόσθετα, και άλλη επίδοση του ίδιου κλητηρίου θεσπίσματος, σε προγενεστέρως δηλωθείσα διεύθυνση του στο ..., και συγκεκριμένα στις 28/11/2006 στην εκεί οδό ..., όπου, επειδή δεν ανευρέθη ο ίδιος προσωπικά ούτε κανένα άλλο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠΔ, ο επιδώσας υπάλληλος ενήργησε θυροκόλληση με την παρουσία μάρτυρα ετέρου αστυνομικού οργάνου του Α.Τ. .... Κατά τη δικάσιμο της 31/01/2007 η υπόθεση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο (την 18/05/2007) με την υπ' αριθ. 323/31.01.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, δηλ του εκκαλούντος, κατ' άρθρον 349 ΚΠΔ, η οποία (απόφαση) ανακοινώθηκε στον αδελφό του Χ2 (τον ίδιο, στον οποίο είχε γίνει η επίδοση στα ...), ο οποίος ως άγγελος υπέβαλε το σχετικό αίτημα για λογαριασμό του κατηγορουμένου, και η περί αναβολής απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου επείχε, κατ' άρθρον 349 παρ. 2 ΚΠΔ, θέση κλητεύσεώς του. Κατά την δικάσιμο της 18/05/2007, ο μη εμφανισθείς στο ως άνω Δικαστήριο συνήγορος υπεράσπισης (του απόντος και πάλιν κατηγορουμένου-εκκαλούντος) ..., με την από 1 7/05/2007 έγγραφη αίτηση του που με fax, βεβαίωσε ότι κατά την ίδια δικάσιμο παρίσταται σε δικαστήριο, και συγκεκριμένα στο Α' Τριμελές Εφετείο Αθηνών και ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης λόγω κωλύματος του, κατόπιν αιτήματος που θα υποβαλλόταν νομίμως από τον πελάτη του, πράγμα που τελικά ο τελευταίος δεν έπραξε γιατί ήταν απών. Έτσι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, κατά την δικάσιμο 18/05/2007, νομίμως απέρριψε το αίτημα αναβολής που υποβλήθηκε με την παραπάνω έγγραφη βεβαίωση, και τελικά κατά την ώρα εκδίκασης της υπόθεσης, αυτή αναβλήθηκε με την υπ' αριθ. 1342/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου σε ρητή δικάσιμο, την 12/11/2007, λόγω παρελεύσεως του ωραρίου του γραμματέα της έδρας και αδυναμίας νόμιμης σύνθεσης. Για την τελευταία δικάσιμο ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε στη νέα διεύθυνση του ... με θυροκόλληση, σύμφωνα με το από ... αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών .... Η διεύθυνση αυτή δηλώθηκε από τον ίδιο κατηγορούμενο προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου με το από 16.5.2007 έγγραφο του, με το οποίο ζήτησε όλες πλέον οι κοινοποιήσεις να γίνονται στη νέα του διεύθυνση, όπως και έγινε. Ωστόσο, ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο της 12.11.2007, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, και γι' αυτό δικάστηκε ερήμην. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, η ένσταση του κατηγορουμένου - εκκαλούντος ότι η κλήτευση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν άκυρη, προβαλλόμενη για πρώτη φορά στο παρόν δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη".
Ενόψει των προεκτεθέντων και των ανωτέρω παραδοχών, η τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, που στον πρώτο βαθμό καταδικάσθηκε ερήμην και για πρώτη φορά αυτός πρόβαλε με τον ως άνω τρόπο, δηλαδή χωρίς λόγο εφέσεως, καλύφθηκε και η στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προβολή της ακυρότητας εκ μέρους του αναιρεσείοντος ήταν απαράδεκτη και δεν όφειλε το Δικαστήριο να απαντήσει αιτιολογημένα σε απαραδέκτως υποβληθέντα ισχυρισμό. Όμως παρά ταύτα, εκ περισσού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ανωτέρω επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και ακυρότητας εντεύθεν της κύριας διαδικασίας ως αβάσιμο. Συνακόλουθα ορθά το Δικαστήριο δεν απάγγειλε ακυρότητα της διαδικασίας και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1019/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημίσεως και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 5 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής:
"Ο κατηγορούμενος είχε εμπλακεί την 17-5-1999 ως οδηγός σε ένα τροχαίο ατύχημα με υλικές ζημιές, στα πλαίσια του οποίου ο εγκαλών ..., ανθυπαστυνόμος τότε της ΕΛ.ΑΣ., άσκησε καθήκοντα προανακριτικού υπαλλήλου. Συγκεκριμένα υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε αλκοολομέτρηση για να διαπιστωθεί αν υπήρχε οινόπνευμα στο αίμα του. Πράγματι βρέθηκε αλκοόλ 1,20 κ.εκ./λίτρο αίματος. Στις 17.55 άρχισε να συντάσσει τη σχετική έκθεση. Διαπίστωσε τότε, κατά την εκτύπωση του αλκοολομέτρου, ότι είχε αποτυπωθεί η χειμερινή ώρα, δηλαδή μία ώρα πίσω, διότι δεν είχε γίνει ακόμη ηλεκτρονικά η αλλαγή της ώρας στη συσκευή. Γι' αυτό έκανε τη διόρθωση στη σωστή ώρα χειρόγραφα, πράγμα που γνωστοποίησε στον κατηγορούμενο. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος παραποίησε τα γεγονότα αυτά και πέντε περίπου έτη αργότερα (την 29.3.2004) κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου την από 29.3.2004 έγκλησή του, με την οποία καταμήνυσε τον προαναφερόμενο εγκαλούντα ότι στις 17.5.1999 είχε νοθεύσει εκ προθέσεως το ανωτέρω έγγραφο της αλκοολομέτρησης. Συγκεκριμένα, τον καταμήνυσε ότι: "... ο εν λόγω ανθυπαστυνόμος βεβαίωσε ψευδώς ότι η εν λόγω εξέταση έλαβε χώρα στις 17.55 και στις 18.16 της 17.5.1999, νοθεύοντας τις εν λόγω εκθέσεις, με πρόθεση, που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εάν εκτελούσε το καθήκον του σωστά και παρείχε αληθή βεβαίωση θα έπρεπε να μην είχε "διορθώσει" τις εν λόγω ώρες αλλά να είχε πιστοποιήσει με την εν λόγω έκθεση την αληθινή ώρα διενέργειας της εξετάσεως, μην επεμβαίνοντας εις την εκτύπωση του αλκοολομέτρου ώστε εξ αυτού του γεγονότος να προκύψει η αθωότης μου ή αντίστοιχα η ενοχή μου ...". Επίσης, πρόσθετε ότι η μέθη του προϋπήρχε μεν της μετρήσεως, αλλά όχι και του ατυχήματος διότι, όπως ισχυρίστηκε "αρκετές ώρες μετά την παρέλευση του προαναφερθέντος τροχαίου, είχα ήδη καταναλώσει στο Τμήμα Τροχαίας Βόλου, δηλαδή μετά το τροχαίο ατύχημα και προ της εξετάσεως μου, αρκετές μπύρες, που μου έφερε η μνηστή μου για να πιω... ". Η μήνυση του αυτή ήταν καθ' ολοκληρίαν ψευδής και έγινε χάριν υποστηρίξεως των συμφερόντων που εξαρτούσε τις δίκες του τροχαίου ατυχήματος, αφού, αν υπήρχε όντως μέθη αυτού κατά την οδήγηση, δυσχερής θα ήταν η θέση του τόσο από ποινική άποψη, όσο και από άποψη ασφαλιστικής καταστάσεως. Μάλιστα, ο κατηγορούμενης προέβη στην εν λόγω καταγγελία με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος για νόθευσης εγγράφου, τελώντας σαφώς εν γνώσει του ψεύδους του, διότι καθώς ήδη την 17.5.1999, που είχε γίνει η μέτρηση από τον εγκαλούντα, του είχε γνωστοποιηθεί την ίδια στιγμή ότι θα γίνει χειρόγραφη διόρθωση της ώρας εξέτασης στις σχετικές χαρτοταινίες της ηλεκτρονικής συσκευής αλκοολομέτρου λόγω αλλαγής της ώρας από χειμερινή σε θερινή.
Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι η προαναφερόμενη αλκοολομέτρηση ως πράξη της προδικασίας είναι άκυρη διότι δεν έγινε με την παρουσία δύο αστυνομικών οργάνων. Όμως η ακυρότητα αυτή, ανεξάρτητα από το βάσιμο ή μη του προβαλλόμενου λόγου, επειδή έλαβε χώρα κατά την προδικασία, έπρεπε να προταθεί με προσφυγή στο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημελειοδικών, αλλιώς θεραπεύεται (ΑΠ 44/2005 ΠοινΧρ 2005 σελ. 831). Άλλωστε, η ακυρότητα αυτή συναρτάται με την ποινική τροχαία δίκη που αφορά στο αυτοκινητικό ατύχημα, στα πλαίσια της οποίας λήφθηκε, και όχι τη μεταγενέστερη υπό κρίση κατηγορία της ψευδούς καταμηνύσεως, για την οποία αρκεί η απόδοση στον εγκαλούντα της κατηγορίας ότι τέλεσε νόθευση πάνω στο επίμαχο έγγραφο. Πρέπει λοιπόν ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος κατά την υποβολή της προαναφερόμενης μήνυσης του εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Βόλου, όπου κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα επιβεβαίωσε ενόρκως όλα όσα ειδικότερα αναφέρονται ανωτέρω. Παράλληλα, με την κατάθεση της μηνύσεως αυτής ισχυρίσθηκε τόσο ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, όσο και των υπαλλήλων της Γραμματείας της Εισαγγελίας που παρέλαβαν τη μήνυση για τον εγκαλούντα όλα όσα πιο πάνω ως ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεως του. Όπως ήδη σημειώθηκε τα προσβληθέντα γεγονότα ήταν ψευδή και φυσικά ως αξιόποινα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ως αστυνομικού υπαλλήλου. Πρέπει λοιπόν ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων, όπως στο διατακτικό, αλλά να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 224 παρ.1,2, 229 παρ.1, 362, 363 και 368 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφήρμοσε, και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το αιτιολογικό δεν αποτελεί απλή και πλήρη αντιγραφή του διατακτικού, αλλά περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και επί πλέον πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, που στηρίζουν πλήρως το καταδικαστικό πόρισμα του Δικαστηρίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός ή αναφορά των επί μέρους αποδεικτικών μέσων ούτε από ποιά εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή. Το γεγονός ότι στα περισσότερα σημεία του το αιτιολογικό είναι ταυτόσημο με το διατακτικό, δεν στερεί από την προσβαλλομένη απόφαση την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, αντίθετος προς τα ανωτέρω, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10- 2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 1019/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία Μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση. Ακυρότητα επιδόσεως κλήσεως -κλητηρίου θεσπίσματος. Α) Η τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, ως διαδικαστικής πράξεως, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως και όχι το πρώτον με σχετική ένσταση κατά την ακροαματική διαδικασία ή και με λόγο αναιρέσεως, σε περίπτωση που η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε έφεση. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως, καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. (Βλ. ΑΠ 1335/2009, ΑΠ 1910/2008). Απορριπτέος ο 1ος Λόγος αναιρέσεως (510 παρ.1 Δ ΚΠΔ), διότι η ένσταση ακυρότητας επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος ήταν απαράδεκτη και δεν απαιτείται κατά νόμο αιτιολόγηση απαράδεκτων ενστάσεων και ισχυρισμών. Β) Αβάσιμος ο 2ος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την ενοχή. Το αιτιολογικό δεν αποτελεί απλή και πλήρη αντιγραφή του διατακτικού και περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και επί πλέον πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, που στηρίζουν πλήρως το καταδικαστικό πόρισμα του Δικαστηρίου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Επίδοση, Κλητήριο θέσπισμα, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακυρότητα σχετική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 565/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1942/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1557/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 29/19-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485§1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθ. 197/23-10-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 1942/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 478/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα Χ, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (άρθρ. 375 §§2α και 1 Π.Κ.).
Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 173/2-4-2009 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία. Κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465§1, 473§1, 474§1 και 482§1α Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41§1 Ν. 3160/2003. Διαλαμβάνονται δε στην αίτηση αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα αυτοί της απόλυτης ακυρότητας και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484§1 α'και δ' Κ.Π.Δ.). Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 375 Π.Κ., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ.3 εδ. α' Ν.2721/99, που ορίζει "'Οποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η (συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων [25.000.000] δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ", σαφώς προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται α) η ύπαρξη ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος κατά την έννοια του αστικού δικαίου αναφορικώς με την κυριότητα, β) περιέλευση του κινητού τούτου πράγματος στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή, είτε με την θέληση του ιδιοκτήτη που γίνεται με σύμβαση, είτε χωρίς τη θέληση ή εν αγνοία αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, με την έννοια της ενσωμάτωσης αυτού στην περιουσία του, χωρίς την συναίνεση του κυρίου ή άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει την συνείδηση ότι το κινητό πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα που εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή άρνηση απόδοσης αυτού στον ιδιοκτήμονα. Ενόψει αυτών ως ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Κατά δε τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου 375 ΠΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του από 4-6-1996 Ν.2408/96 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ.3 εδ. β Ν.2721/99 "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ή επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια [25.000.000] δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Όπως από τη διάταξη αυτή προκύπτει, η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι, τα αντικείμενα της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέως. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από την σύμβαση [Α.Π. 1732/98 Π.Χ. ΜΟ σελ.325, Α.Π. 1666/98 Π.Χ. ΜΟ σελ.354, Α.Π. 46/98 Π.Χ. ΜΗ σελ. 1057]. Ως κατοχή νοείται η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών ,την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούληση του. Η έννοια της κατοχής μπορεί να διαφέρει εκείνης του αστικού δικαίου. Στην κατοχή του δράστη μπορεί να περιέλθει το κινητό με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με σύμβαση, εύρεση από φυσικές δυνάμεις ή και τυχαία περιστατικά, επίσης μίσθωση, εντολή, από άκυρη ακόμη σύμβαση, αντιπροσώπευση . Έτσι εφόσον πρόκειται για χρήματα η απόκτηση της κατοχής τους, με την παραπάνω έννοια ,δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοση τους στο δράστη ,αλλά και με τη λογιστική μεταφορά τους στον λογαριασμό του δράστη στην τράπεζα, με την οποία γίνεται αυτός δικαιούχος και αποκτά δικαίωμα ανάληψης τους (κατά τη διάταξη του άρθρου 2§1 Ν.Δ. της 17.7/17.8.23) και έτσι η κατάθεση των χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό του εντολέα δεν τον καθιστά κύριο των χρημάτων .(Α.Π.1093.92 Π.Χ. ΜΒ 39.Α.Π. 1227.96, ΜΖ 1316, Α.Π.371.84 Π.Χ. ΛΔ 831).
Για να υπάρξει δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του αυτής, να είναι ξένο το χρηματικό ποσό που δίνεται δυνάμει συμβάσεως εντολής στον εντολοδόχο για τη δαπάνη εκτέλεσης εντολής [αρθρ.721 Α. Κ.] και το οποίο υποχρεούται να αποδώσει σε περίπτωση που δεν χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση της [αρθρ.719 Α.Κ.], οπότε αρνούμενος να αποδώσει τούτο στον εντολέα του, διαπράττει υπεξαίρεση (βλ. Α.Π. 614/98 ΠΧ ΜΟ σελ.60, Α.Π. 481/2000 ΠΧ Ν σελ.933).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ και 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, η οποία συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ' άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' Κ.Π.Δ., εάν το δικαστικό συμβούλιο που αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας παραλείψει ή απορρίψει αναιτιολόγητα την αίτηση του κατηγορουμένου για να εμφανισθεί ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Εάν όμως το συμβούλιο απορρίψει την αίτηση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται στο βούλευμα δεν τίκτεται απόλυτη ακυρότητα. Από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 656/2007 Π.Χρ. ΝΗ/1150 και ΑΠ 570/2007 Π.Χρ. ΝΗ/139).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1942/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση της παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ότι από την κυρία ανάκριση που ενεργήθηκε και ειδικότερα από την κατάθεση του εγκαλούντα Ψ και τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., συζύγου του εγκαλούντα, ... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και το απολογητικό του υπόμνημα και αυτό που αναφέρεται στην παραπάνω έφεσή, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, περί τα τέλη Μαΐου 2003 συμφώνησε με τον εγκαλούντα μεσολαβήσει στον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ.) και να αγοράσει στ' όνομά του και για λογαριασμό του ένα (1) αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου Χ5, 3.000 κυβικών εκατοστών, έτους κατασκευής (μοντέλου) 2002, αντί τιμήματος 47.000 ευρώ, το οποίο υποσχέθηκε ότι θα παρέδιδε στον εγκαλούντα σε χρονικό διάστημα 90 έως 120 ημερών από τη λήψη της προκαταβολής, ο εγκαλών έδωσε εντολή για την αγορά του ανωτέρω αυτοκινήτου και συνετάγη δε ιδιωτικό συμφωνητικό και στις 3-6-2003 του προκατέβαλε το ποσό των 20.542,92 ευρώ, οπισθογραφώντας και παραδίδοντας του την υπ' αρίμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ κατηγορουμένου και εγκαλούντα, αναφέρεται η παραπάνω επιταγή. Επίσης στις 3-10-2003 ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των 10.608 ευρώ, προκειμένου να προβεί στην έκδοση των απαραίτητων για την κυκλοφορία του αυτοκινήτου εγγράφων, οπισθογραφώντας και παραδίδοντας του την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα και με την από 3-10-2003 απόδειξη, χωρίς, όμως ο εγκαλών να παραλάβει το παραπάνω αυτοκίνητο. Μετά πάροδο δέκα (10) περίπου μηνών και συγκεκριμένα στις 18-8-2004 ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα, επιπλέον, σε μετρητά, το χρηματικό ποσό των 3.500 ευρώ, προκειμένου, να το καταβάλλει για την ολοκλήρωση των διαδικασιών και να του παραδώσει το αυτοκίνητο, στις 25η-8-2004. Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, αλλά και μεταγενέστερα και πάλι ο κατηγορούμενος δεν παρέδωσε το αυτοκίνητο, το οποίο είχε αναλάβει να αγοράσει για λογαριασμό του εγκαλούντα, σε αυτόν ούτε του επέστρεψε τα χρήματα που είχε ήδη λάβει για τον ίδιο σκοπό. Έτσι ο εγκαλών, στις 18-11-2005 του κοινοποίησε την από 15-11-2005 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση μετά διαμαρτυρίας, στην οποία του έτασσε εικοσιτετράωρη προθεσμία για την επιστροφή του προαναφερθέντος συνολικού ποσού. Μετά και την παρέλευση της παραπάνω ημερομηνίας, ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε στον εγκαλούντα τα χρήματα που είχε λάβει από αυτόν προς εκτέλεση της ως άνω εντολής, αφού δεν τα διέθεσε για τον σκοπό που τα έλαβε, αλλά τα παρακράτησε, εξωτερίκευσε τη βούληση του να ενσωματώσει τα χρήματα αυτά, χωρίς δικαίωμα, στην ατομική του περιουσία και, έτσι, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Μάλιστα ο εγκαλών κατέθεσε την από 28-11-2005 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, Αθηνών, σε βάρος του κατηγορουμένου - εκκαλούντα, ο οποίος συνομολόγησε την κύρια βάση της αγωγής, και συγκεκριμένα την καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος σύμβαση εντολής, την είσπραξης από τον ίδιο των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών, την μη εκτέλεση της εντολής και την παράνομη ιδιοποίηση αυτών και το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή του εγκαλούντα και με την μ' αριθμό 2108/2007 απόφαση του και υποχρέωσε τον κατηγορούμενο - εκκαλούντα του καταβάλει το ποσό των 34.650, ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 15-11-2005 μέχρι την επίδοση της αγωγής. Ο εκκαλών αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίστηκε ότι ο εγκαλών του έδωσε συνολικά το ποσό των 31.150,92 ευρώ, με τις προαναφερθείσες επιταγές, προκειμένου να το παραδώσει σε πρόσωπο με το όνομα Ν, ο οποίος εμφανιζόταν ως εφοριακός, υπηρετών στο Σ.Δ.Ο.Ε και έχων γνωριμίες και δυνατότητες στο Ο.Δ.Δ.Υ. και το οποίο ο ίδιος το κατέβαλε αμέσως σε τραπεζικό λογαριασμούς του στις Τράπεζες Novabank και Ε.Τ.Ε και ότι το έτη πλέον ποσό των 3.500 ευρώ το εισέπραξε ο ανωτέρω Ν, ο οποίος το επέστρεψε στον εγκαλούντα.
Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως δεν ευσταθούν, αφού από κανένα στοιχείο δεν επιβεβαιώνονται. Αντίθετα προέκυψαν τα παραπάνω αναφερόμενα, ότι τα παραπάνω ποσά καταβλήθηκαν από τον εγκαλούντα στον κατηγορουμένου - εκκαλούντα με την εντολή να διατεθεί για τον παραπάνω σκοπό της αγοράς του παραπάνω αυτοκινήτου και ενώ δεν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός αυτός δεν επιστράφηκε από τον εκκαλούντα και το ιδιοποιήθηκε αυτός παράνομα.
Με τις σκέψεις αυτές και με όσα πραγματικά περιστατικά ήδη αναπτύχθηκαν, πρόδηλον είναι ότι το εκκαλούμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου αναφέρομαι συμπληρωματικά προς αποφυγή επαναλήψεων [Α.Π. 348/96 ΠΧ ΜΖ σελ. 33, Α.Π.1440/89 ΠΧ Μ σελ.713], που δέχεται ότι συντρέχουν σ' αυτή την περίπτωση επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντα κατηγορουμένου για το κακούργημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, [αρθρ. 26 παρ.1α, 27 παρ. Ι, 375 § 1β-α Π.Κ., όπως αντικ. μ' αρθρ.1 παρ.9 Ν.2408/96 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ.3 Ν.2721/99) και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος αυτής, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς η έφεση, που ο ως άνω κατηγορούμενος άσκησε πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και να επικυρωθεί κατά το κεφάλαιο αυτό το εκκαλούμενο βούλευμα κατ' άρθρο 319 παρ.3 ΚΠΔ.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας σε βάρος του εκκαλούντα .
Επίσης ο κατηγορούμενος Χ με το από 2/4/2009 υπόμνημα του, υποβάλλει το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου Σας, επί της οποίας εκθέτουμε τα εξής:
Οι διατάξεις του άρθρου 309 παρ.2 του ΚΠΔ ορίζουν: "Το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση του ενώπιον του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμη να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης. Το συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Τότε μόνο είναι δυνατό ν' απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Πάντοτε όμως, όταν διατάσσει την εμφάνιση του ενός από τους διαδίκους, οφείλει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους". Το πιο πάνω δικαίωμα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων στο Συμβούλιο για να αναπτύξουν τις απόψεις τους, που προβλέπονται από την ανωτέρω δικονομική διάταξη, αλλά κατοχυρώνεται και με το άρθρο 20 του Συντάγματος, είναι προφανές ότι αποβλέπει στη διεξοδική διατύπωση των απόψεων τους, για τα νομικά και πραγματικά ζητήματα της οικείας υπόθεσης. Αν όμως οι απόψεις και οι ισχυρισμοί τους εκτίθενται διεξοδικά και αναλυτικά, είτε στις καταθέσεις, είτε στα υποβληθέντα από αυτούς υπομνήματα, τότε το Συμβούλιο μπορεί να κρίνει μη αναγκαία την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους και παρεπόμενα ν' απορρίψει την αντίστοιχη αίτηση του διαδίκου (βλ. Α.Π. 1104/95 ΠΧ ΜΣΤ σελ.244 και Εφ....161/1995 ΠΧ ΜΣΤ σελ. 1317 και τις υπ' αυτό παραπομπές εις Α.Π. 1134/94 ΠΧ ΜΔ σελ.959, Α.Π. 1709/89, 1375/89, 1336/89 ΠΧ Μ σελ.831, 649 και 586 αντίστοιχα, Α.Π. 1605/88, 1171/88, 284/89, 321/89 ΠΧ Λθ σελ.473,197,866 και 889 αντίστοιχα).
Στην προκειμένη περίπτωση, το διαλαμβανόμενο αίτημα, του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου Σας, προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων επί των αποδιδόμενων σ' αυτήν κατηγοριών είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 309 §2 και 318 ΚΠΔ, αλλά οι ισχυρισμοί του εκτίθενται διεξοδικά και αναλυτικά, στο από 2/4/2009 υπόμνημα του και δεν κρίνεται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου Σας. Επομένως το Συμβούλιο Σας πρέπει να απορρίψει την παραπάνω αίτηση του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου Σας.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που κατά τα παραπάνω προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375§2α και 1 Π.Κ. Με την ίδια επίσης ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το από 2-4-2009 αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν του.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων είναι αβάσιμη κατ' ουσία η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσία η υπ' αριθ. 197/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αριθ. 1942/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 3-12-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 309 παρ.2 του ΚΠοινΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών (άρθρ. 316 παρ.2, 318 ΚΠοινΔ), το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμη να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως... Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, μόνο αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1δ του ΚΠοινΔ και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. στοιχ.α' του ιδίου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη ενώπιον εκείνου εμφάνιση, με την αιτιολογία (κατά παραπομπή στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση) ότι οι ισχυρισμοί του εκτίθενται διεξοδικά και αναλυτικά στο από 2-4-2009 υπόμνημά του και δεν κρίνεται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων. Επομένως, ο λόγος της κρινόμενης αιτήσεως του αναιρεσείοντος με τον οποίο προβάλλεται ότι το σχετικό αίτημά του απορρίφθηκε αναιτιολόγητα με συνέπεια να επέλθει απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 375 παρ.1, 2 ΠΚ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ.9 του ν. 2408/1996 και το άρθρο 14 παρ.3α και 3β του ν. 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δρχ. ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε4 βαθμό κακουργήματος απαιτείται α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ξένο με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περιπτώσεως από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνων που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη, λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό, το πράγμα στη δική του περιουσία. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος, ο οποίος κατά το άρθρο 713 ΑΚ έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής μορφής, που του ανατέθηκε από τον εντολέα, έχει και την υποχρέωση να αποδώσει στον τελευταίο οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεσή της και γίνεται υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα που αυτός του εμπιστεύθηκε ή το ποσό χρημάτων που του έδωσε ο εντολέας για να εκτελέσεις την εντολή και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τα άρθρα 93 παρ5.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ επιβαλλομένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 περ.δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως όταν σ'αυτό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και κατέληξε το δικαστικό συμβούλιο στην κρίση ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις προς στήριξη της κατηγορίας για την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη και την παραπομπή του γι'αυτήν στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί, για να υπάρχει η άνω επιβαλλομένη αιτιολογία, να αναφέρονται αυτά κατ'είδος και δεν απαιτείται ειδική μνεία καθενός από αυτά και τι συνήγαγε το δικαστικό συμβούλιο από το καθένα ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα προς σχηματισμό της κρίσεώς του και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Ακόμη για την πληρότητα της αιτιολογίας στο βούλευμα (απαλλακτικό ή παραπεμπτικό) είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, όταν στην εν λόγω εισαγγελική πρόταση αναφέρονται τα άνω στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον ήδη αναιρεσείοντα κρίση ότι δηλαδή υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής αυτού για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα πρόταση της Εισαγγελέα Εφετών ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε, από την κατάθεση του εγκαλούντα Ψ, τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., συζύγου του εγκαλούντος, ..., όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και το απολογητικό του υπόμνημα και αυτό που αναφέρεται στην 173/2-4-2009 έφεσή του προέκυψαν τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη περιστατικά: Ο κατηγορούμενος περί τα τέλη Μαΐου 2003 συμφώνησε με τον εγκαλούντα να μεσολαβήσει στον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ.) και να αγοράσει στο όνομά του και για λογαριασμό του ένα (1) αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής BMW τύπου ΧS 3000 κυβικών εκατοστών, έτους κατασκευής (μοντέλο) 2002, αντί τιμήματος 47.000 ευρώ, το οποίο υποσχέθηκε ότι θα παρέδιδε στον εγκαλούντα σε χρονικό διάστημα 90 έως 120 ημερών από τη λήψη της προκαταβολής. Ο εγκαλών έδωσε εντολή για την αγορά του ανωτέρω αυτοκινήτου και συνετάγη ιδιωτικό συμφωνικό. Στις 3-6-2003 ο εγκαλών προκατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 20542,92 ευρώ οπισθογράφοντας και παραδίδοντας την υπ'αριθμό ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του εγκαλούντα και του κατηγορουμένου γίνεται μνεία της ανωτέρω επιταγής. Περαιτέρω στις 3/10/2003 ο εγκαλώ παρέδωσε στον κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των 10.608 ευρώ, προκειμένου να προβεί στην έκδοση των απαραιτήτων για την κυκλοφορία του αυτοκινήτου εγγράφων, οπισθογραφώντας και παραδίδοντας του την υπ'αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με την από 3/10/2003 απόδειξη, χωρίς όμως ο εγκαλών να παραλάβει το παραπάνω αυτοκίνητο. Μετά πάροδο δέκα (10) περίπου μηνών και συγκεκριμένα στις 18/-08-2004 ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο -εκκαλούντα επιπλέον σε μετρητά, το χρηματικό ποσό των 3.500 ευρώ, προκειμένου να το καταβάλει για την ολοκλήρωση των διαδικασιών και να του παραδώσει το αυτοκίνητο, στις 25-8-2004. Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία αλλά και μεταγενέστερα και πάλι ο κατηγορούμενος δεν παρέδωσε στον εγκαλούντα το αυτοκίνητο, το οποίο είχε αναλάβει να αγοράσει για λογαριασμό του εγκαλούντα ούτε του επέστρεψε τα χρήματα που είχε ήδη λάβει για τον ίδιο σκοπό. 'Ετσι ο εγκαλών, στις 18-11-2005 κοινοποίησε στον κατηγορούμενο την από 15-11-2005 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση μετά διαμαρτυρίας, στην οποία έτασσε εικοσιτετράωρη προθεσμία για την επιστροφή του προαναφερθέντος συνολικού ποσού. Μετά δε την παρέλευση και της παραπάνω ημερομηνίας, ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε στον εγκαλούντα τα χρήματα που είχε λάβει από αυτόν προς εκτέλεση της ως άνω εντολής αφού δεν τα διέθεσε για τον σκοπό που τα έλαβε, αλλά τα παρακράτησε εξωτερίκευσε τη βούλησή του να ενσωματώσει τα χρήματα αυτά, χωρίς δικαίωμα στην ατομική του περιουσία, και έτσι, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Επί πλέον ο εγκαλών κατάθεσε την από 28-11-2005 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του κατηγορουμένου, ο οποίος συνομολόγησε τις κύριες βάσεις της αγωγής και συγκεκριμένα την καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος σύμβαση εντολής, την είσπραξη από τον ίδιο των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών, την μη εκτέλεση της εντολής και την παράνομη ιδιοποίηση αυτών και το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε και κατ'ουσία την αγωγή του εγκαλούντα με την με αριθμό 2108/2007 απόφασή του και υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να του καταβάλει το ποσό των 34.650 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 15-11-2005 μέχρι την επίδοση της αγωγής. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίσθηκε ότι ο εγκαλών του έδωσε συνολικά το ποσό τω 31.150,92 ευρώ, με τις προαναφερθείσες επιταγές προκειμένου να το παραδώσει σε πρόσωπο με το όνομα Ν, ο οποίος εμφανιζόταν ως εφοριακός, υπηρετών στο Σ.Δ.Ο.Ε. και έχων γνωριμίες και δυνατότητες στον Ο.Δ.Δ.Υ. και το ποσό που έλαβε ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) το κατέβαλε αμέσως σε τραπεζικούς λογαριασμούς στις Τράπεζες ΝOVABANK και Ε.Τ.Ε. του άνω προσώπου καθώς και ότι το επί πλέον ποσό των 3500 ευρώ το εισέπραξε ο ανωτέρω Ν, ο οποίος το επέστρεψε στον εγκαλούντα. Οι θέσεις αυτές του κατηγορουμενου δεν κρίθηκαν βάσιμες ως μη επιβεβαιούμενες από κανένα στοιχείο. Κατά τις παραδοχές του βουλεύματος του Συμβουλίου προέκυπταν αντίθετα ότι τα άνω ποσά καταβλήθηκα από τον εγκαλούντα στον κατηγορούμενο με την εντολή να διατεθούν για τον σκοπό της αγοράς του άνω αυτοκινήτου, ο οποίος δεν πραγματοποιήθηκε και δεν επιστράφηκαν στον εγκαλούντα τα ληφθέντα ποσά αλλά τα ιδιοποιήθηκε ο κατηγορούμενος παράνομα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με βάση τα ανωτέρω έκρινε ότι ορθώς εκτιμήθηκαν οι αποδείξεις και δέχθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα ότι συνέτρεχαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης αντικειμενου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και για την παραπομπή του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος για την πράξη αυτή και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου 478/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, εκθέτει σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της υπεξαιρέσεως ξένου κινητού πράγματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδιεκτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που προέκυψαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 375 παρ.1β-α και 2 ΠΚ, όπως ισχύει τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Είναι αβάσιμες και απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα της απαιτούμενης αιτιολογίας από το ότι το Συμβούλιο Εφετών αναφέρθηκε στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση της Εισαγγελέα Εφετών εφ' όσον εκτίθενται στην πρόταση αυτής, που δεν είναι πιστή αντιγραφή της εισαγγελικής προτάσεως που περιέχεται στο πρωτόδικο βούλευμα, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και την προδικασία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις οι οποίες στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου.
Εκτίθενται ακόμη στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι τα χρήματα δόθηκαν στον κατηγορούμενο κατόπιν εντολής του εγκαλούντος να μεσολαβήσει στον ΟΔΔΥ και να αγοράσει στο όνομα και για λογαριασμό του τελευταίου το αναφερόμενο αυτοκίνητο BMW και από το αναφερόμενο ότι κατηρτίσθη μεταξύ του εγκαλούντος και του κατηγορουμένου ιδιωτικό συμφωνητικό προέκυπτε αυτή η έννομη σχέση μεταξύ των. Γίνεται ακόμη μνεία των περιστατικών σχετικά με την άρνηση του κατηγορουμένου να επιστρέψει τα ληφθέντα από αυτόν για τον παραπάνω σκοπό χρήματ στον εγκαλούντα εντολέα του, όταν ο τελευταίος μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου είχαν συμφωνήσει ότι θα του παραδιδόταν το αυτοκίνητο, ζήτησε από τον κατηγορούμενο την επιστροφή των χρημάτων που του είχε δώσει προς εκτέλεση της εντολής και δεν δαπανήθηκαν για τον σκοπό που δόθηκαν. Επισημαίνεται ακόμη στο προσβαλλόμενο βούλευμα σχετικά με την παρακράτηση από τον κατηγορούμενο των χρημάτων που είχε λάβει από τον εγκαλούντα και την ενσωμάτωση αυτών στην περιουσία του παράνομα την συνομολόγηση από τον κατηγορούμενο ως εναγόμενο κατά την συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών της εναντίον του από 28-11-2005 αγωγής της εγκαλούντος των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων εθεμελιώνετο η από τις διατάξεις περί εντολής και από την αδικοπραξία αξίωσή του να του καταβάλει ο εναγόμενος το ποσό των 34.650 ευρώ. Η αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος είναι η επιβαλλόμενη με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω και ως προς τις παραδοχές σχετικά με την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.
Στο πόρισμα του σχετικά με το ότι δεν επιβεβαιώνονταν από κανένα στοιχείο και ότι ήταν αβάσιμοι αυτοί οι ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσείοντος ότι έδωσε τα χρήματα από την είσπραξη των επιταγών που του παρέδωσε ο εγκαλών με την κατάθεση των σε αναφερομένους λογαριασμούς στις Τράπεζες NOVABANK κ ΕΤΕ σε άλλο κατονομαζόμενο πρόσωπο που είχε την ιδιότητα του εφοριακού υπαλλήλου και υπηρετούσε στο ΣΔΟΕ ώστε αυτό με τις γνωριμίες και δυνατότητες που διέθετε στον ΟΔΔΥ αφού πάρει τα χρήματα και εξασφαλίσει αυτοκίνητο από τον άνω Οργανισμό στον εγκαλούντα ευνοϊκή τιμή, κατέληξε το Συμβούλιο Εφετών, με αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, λαμβάνοντας υπόψη τα εκεί αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων μνημονεύονται όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας και το αναφερόμενο στην έφεση υπόμνημα του ήδη αναιρεσείοντος και προκύπτει από το περιεχόμενο του σκεπτικού του βουλεύματος ότι έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο Εφετών και τα έγγραφα που αναφέρονται στο από 2/4/2009 υπόμνημα που επισυνάπτεται στην έφεση που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι αγνοήθηκαν και δεν αξιολογήθηκαν από το Συμβούλιο Εφετών τα έγγραφα που αφορούν τις καταθέσεις στην Τράπεζα NOVABANK και στην Εθνική Τράπεζα σε λογαριασμούς του Ν ποσών 10.610 ευρώ και 15410 ευρώ αντίστοιχα και η από 1-4-2009 υπεύθυνη δήλωση του ... και ότι από αυτά προέκυπτε η εκ μέρους του κατηγορουμένου μεταφορά των χρημάτων στον τελικό παραλήπτη κατά την πραγματική εντολή του μηνυτή και όχι ότι ιδιοποιήθηκε και ενσωμάτωσε στην περιουσία του τα χρήματα που έλαβε από τον εντολέα καθώς και ότι η δικαστική ομολογία του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εξέδωσε την 2108/2007 απόφαση έγινε για να διευκολύνει τον εγκαλούντα να εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο η απαίτηση και δεν υποδηλώνει βούληση οριστικής ενσωματώσεως από τον κατηγορούμενο στην περιουσία του των χρημάτων του μηνυτή είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου ως προς τα στοιχεία της αξιοποίνου πράξεως που του αποδίδεται.
Eίναι απορριπτέος επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ καθόσον αφορά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα εστερείτο της επιβαλλομένης αιτιολογίας όσον αφορά την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως για την οποία παραπέμφθηκε αυτός να δικαστεί στο αρμόδιο δικαστήριο. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως του 1942/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών με το οποίο ο ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και απερρίφθη αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του άνω Συμβουλίου προς παροχή εξηγήσεων. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα (άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ και 171 παρ, 15 ΚΠΔ) ως προς την απόρριψη του αιτήματος του ήδη αναιρεσείοντος για απόρριψη από το Συμβούλιο Εφετών του αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενόψει όσων ισχυρισμών είχε αναφέρει στο από 2/4/2009 υπόμνημά του κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως στην οποία παρέπεμπε. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠΔ) διότι αναφέρονται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και στοιχειοθετούσαν υποκειμενικώς και αντικειμενικώς την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως από εντολοδόχο και δεν αποτελούσε η ενσωματωμένη στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών εισαγγελική πρόταση στην οποία παρέπεμπε αυτό αντιγραφή της εισαγγελικής προτάσεως που περιεχόταν στο πρωτόδικο βούλευμα, επιπλέον δε γίνεται μνεία για την κατόπιν εντολής του εγκαλούντος στον κατηγορούμενο να μεσολαβήσει στον ΟΔΔΥ για την αγορά στο όνομα και για λογαριασμό του εγκαλούντος αυτοκινήτου BMW, παράδοση στον κατηγορούμενο των χρημάτων που έλαβε ο τελευταίος και την μη εκτέλεση εκ μέρους του της δοθείσης εντολής αλλά την παρακράτηση των χρημάτων και μετά την ταχθείσα προς επιστροφή αυτών προθεσμία. Απορρίπτονται ως απαράδεκτοι οι λοιποί ισχυρισμοί και αιτιάσεις του κατηγορουμένου ότι δεν έλαβε το Συμβούλιο υπόψη του τα έγγραφα για κατάθεση στην τράπεζα χρημάτων σε λογαριασμό τρίτου προσώπου και υπευθύνου δηλώσεως προσώπου που είχε εξετασθεί στην προδικασία ως μάρτυς για τη μεταφορά των χρημάτων από τον κατηγορούμενο στον τελικό παραλήπτη κατ' εντολή του μηνυτή και για τη διαφορετική σημασία της εξώδικης ομολογίας του κατηγορουμένου στην ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου δίκη επί εναντίον του αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος διότι πλήττουν, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, την ανέλεγκτη αναιρετικής ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου ως προς τα στοιχεία της αξιοποίνου πράξεως που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση, Εισαγγελική Πρόταση.
| 1
|
Αριθμός 561/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ, κατοίκου ...και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, περί αναιρέσεως της 1245/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενους τους 1)Ψ1 και 2) Ψ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1441/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ.1 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1419/1984, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτείται : α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου σε εξώγαμη συνουσία, ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, παρά τη θέλησή του και β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή και με τους δύο αυτούς τρόπους. Σωματική βία είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και η οποία επιδρώντας στο σώμα του παθόντος, αναγκάζει αυτόν να υποστεί ακουσίως σαρκική μείξη ή να ανεχθεί ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη, απειλή βίας δε είναι κάθε απειλή αμέσου και σπουδαίου κινδύνου που στρέφεται τόσο κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του υφισταμένου την απειλή βίας και που μπορεί να εμποιήσει στον απειλούμενο φόβο περί επικειμένου κινδύνου κατ' αυτού, έστω και αν αντικειμενικά και υπό άλλες συνθήκες η απειλή αυτή κρίνεται σαν αστήρικτη ή ακόμη και μη δυναμένη να δημιουργήσει τις καταστάσεις που ο απειλούμενος υπέλαβε κατά τον χρόνο της απειλής, αρκεί, ο απειλούμενος, κατά τον χρόνο που υφίσταται την απειλή, να πιστέψει ότι η απειλή αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω ενέργειες με τον ένα ή τον άλλο από τους προαναφερόμενους τρόπους ή και με τους δύο μαζί και περιλαμβάνει και τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί σε αυτό. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. παρ.1 β του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρ. 8 του ν. 3064/15-10-2002 και ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 παρ.1 του ν. 3500/2006, όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας , κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή 10.000 έως 50.000 ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικό ή παθητικό υποκείμενο της σωματεμπορίας μπορεί να είναι άνδρας ή γυναίκα, ότι η πράξη ασκείται χωρίς την ελεύθερη συναίνεση του παθόντος προσώπου και ότι για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως αυτής απαιτείται δόλος , ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως του εγκλήματος και σκοπός του δράστη, από κερδοσκοπία, να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευση του θύματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Περαιτέρω, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1245/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σωματεμπορίας κατ'εξακολούθηση από κοινού με συγκατηγορουμένους του και μίας πράξεως βιασμού μόνος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως 8 ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο για τον αναιρεσείοντα και τους δύο συγκατηγορουμένους του Ψ1 και Ψ2, ότι, από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής : " Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του έτους 2004 περιήλθε στην Υποδιεύθυνση Αντιμετωπίσεως Οργανωμένου Εγκλήματος της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής η πληροφορία ότι κάποιο άτομο με το επώνυμο Ψ2, που διατηρούσε καφετέρια στην οδό ..., είχε μισθώσει ένα διαμέρισμα στην οδό ... και είχε εγκαταστήσει αλλοδαπές γυναίκες, τις οποίες επισκέπτονταν πολλά άτομα. Αφού εξακριβώθηκε από τους αστυνομικούς της πιο πάνω υπηρεσίας ότι ο ανωτέρω ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Ψ2, το διαμέρισμα τέθηκε υπό παρακολούθηση και διαπιστώθηκε ότι σ' αυτό έμεναν δύο αλλοδαπές γυναίκες. Κατά την παρακολούθηση διαπιστώθηκε επίσης ότι ο ίδιος κατηγορούμενος είχε μισθώσει και άλλο διαμέρισμα στην οδό ... αριθ.6, στην ίδια περιοχή, όπου είχε εγκαταστήσει μία άλλη αλλοδαπή γυναίκα, ενώ περιστασιακά διέμενε σ' αυτό και ο ίδιος. Πλην των ανωτέρω ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε μισθώσει και άλλο διαμέρισμα στην οδό..., όπου επίσης μετέβαιναν οι αλλοδαπές, ενώ αυτές μετέβαιναν και σε άλλο διαμέρισμα, στην οδό ..., στην ίδια περιοχή. Επίσης διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος επισκεπτόταν συχνά τις αλλοδαπές και πολλές φορές τις συνόδευε σε εξόδους τους ή τις μετέφερε με το αυτοκίνητο του σε διάφορα μέρη, μεταξύ των οποίων και μπαρ καθώς και κέντρα όπου γινόταν στριπτίζ. Στις 21-10-2004 ο δεύτερος κατηγορούμενος και οι αλλοδαπές προσήχθησαν στην πιο πάνω υπηρεσία, όπου διαπιστώθηκε ότι ό ότι αυτή μεν που διέμενε στην οδό ... ονομαζόταν Ζ, εκείνες δε που διέμεναν στην οδό ... ονομάζονταν Φ και Κ, ήταν δε όλες Ρωσίδες υπήκοοι. Οι τελευταίες εξεταζόμενες από τους αστυνομικούς κατέθεσαν είχαν έρθει στην Ελλάδα η μεν πρώτη τον Απρίλιο του έτους 2004, οι δε άλλες δύο τον Αύγουστο του ίδιου έτους, τις είχαν δε φέρει με σκοπό να επιτύχουν τη γενετήσια εκμετάλλευση τους οι κατηγορούμενοι Ψ1, Ψ2 και Χ. Για να πετύχουν δε το σκοπό τους αυτό, παρέσυραν αυτές και απέσπασαν τη συναίνεση τους με υποσχέσεις για μεγάλα κέρδη εντός μικρού χρονικού διαστήματος καθώς και με πληρωμή ποσού 20 ευρώ για κάθε πελάτη με τον οποίο θα συνευρίσκονταν, εκμεταλλευόμενοι την πενία τους, δεδομένου ότι αυτές προέρχονταν από χώρα με μεγάλη ένδεια. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι, για να πετύχουν τη γενετήσια εκμετάλλευση των ανωτέρω παθουσών, τις παρελάμβαναν από το αεροδρόμιο, τις έπειθαν να τελέσουν εικονικό γάμο με άγνωστους σ' αυτές Έλληνες πολίτες που τους υποδείκνυαν ώστε να νομιμοποιηθεί η διαμονή τους στην Ελλάδα (και έτσι η Φ τέλεσε εικονικό γάμο με τον Λ και η Κ με τον Ξ), στη συνέχεια δε τις εγκαθιστούσαν είτε στα προαναφερθέντα διαμερίσματα είτε σε δωμάτια ξενοδοχείων, όπως το ξενοδοχείο ... στο ...και άλλα ξενοδοχεία σε επαρχιακές πόλεις, όπως στη .... Επίσης οι κατηγορούμενοι συνεργάζονταν με κέντρα διασκεδάσεως στα οποία έστελναν τις ανωτέρω αλλοδαπές γυναίκες, λαμβάνοντας από τους ιδιοκτήτες τους αμοιβή για την παροχή των γυναικών αυτών, οι οποίες χόρευαν ημίγυμνες προς σεξουαλική διέγερση των πελατών ή συνευρίσκονταν ερωτικά με αυτούς, τις μετέφεραν δε με δικά τους έξοδα σε άλλα ξενοδοχεία ή σπίτια, όπου, αφού προηγουμένως είχαν συνεννοηθεί με τρίτους σχετικά με τον τόπο και το χρόνο της συναντήσεως και την αμοιβή τους, οι τρίτοι αυτοί έρχονταν σε συνουσία ή σε άλλες ερωτικές πράξεις με τις παθούσες. Επί πλέον ο τρίτος κατηγορούμενος Χ, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2004 έως τον Οκτώβριο του ίδιου έτους και σε ημερομηνίες που δεν προσδιορίστηκαν επακριβώς, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σωματική βία σε βάρος της Ζ και συγκεκριμένα ακινητοποιώντας την με την υπέρτερη σωματική του δύναμη, την εξανάγκασε επανειλημμένα σε εξώγαμη συνουσία με αυτόν. Σαφής και κατηγορηματική για όλα τα πιο πάνω είναι η κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας ..., αστυνομικού, η οποία δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο αλλά αντίθετα ενισχύεται από τα αναγνωσθέντα διαβιβαστικά έγγραφα της Υποδιευθύνσεως Αντιμετωπίσεως Οργανωμένου Εγκλήματος και από την κατάθεση της Ζ ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως. Και ναι μεν ήδη οι ανωτέρω παθούσες ανακάλεσαν τις αρχικές καταθέσεις τους (βλ. την αναγνωσθείσα δήλωση της Ζ με τον αριθμό ...ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Τσούμα αλλά και τις καταθέσεις των Φ και Κ, ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου, όπου τους επισημάνθηκαν οι σχετικές αντιφάσεις), ισχυριζόμενες ότι δεν αποδόθηκαν σωστά από τους αστυνομικούς όσα κατέθεσαν. Όμως οι ισχυρισμοί τους αυτοί δεν κρίνονται πειστικοί διότι οι αστυνομικοί δεν είχαν λόγο ούτε και τη δυνατότητα να επινοήσουν τις λεπτομερείς περιγραφές των αξιόποινων πράξεων σε βάρος των παθουσών. Η στάση δε αυτή των τελευταίων, συνήθης σε θύματα τέτοιου είδους εγκλημάτων, πρέπει να αποδοθεί σε πιέσεις που έχουν δεχθεί από τους κατηγορουμένους και το περιβάλλον τους, για τις οποίες είχαν κάνει λόγο στις αρχικές καταθέσεις τους. Σε όμοιους λόγους πρέπει να αποδοθεί και η μεταστροφή των καταθέσείΰν των μαρτύρων κατηγορίας Ξ (ο οποίος αρχικά είχε καταθέσει ότι με προτροπή του δευτέρου κατηγορουμένου είχε έλθει σε εικονικό γάμο με την Κ, έναντι αμοιβής που του καταβλήθηκε από εκείνον) και ..., εργαζομένου στο ξενοδοχείο ...(ο οποίος αρχικά είχε αναγνωρίσει τους πρώτο και τρίτο κατηγορουμένους ως πρόσωπα που σύχναζαν στο ξενοδοχείο "..., "έκαναν παρέα" με τις αλλοδαπές και τις συνόδευαν στις εξόδους τους). Τέλος οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους αρνούνται την κατηγορία, εν τούτοις όμως δεν έδωσαν εύλογες και πειστικές εξηγήσεις για τις πράξεις τους. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του τρίτου κατηγορουμένου που αφορούν την ουσία της υποθέσεως και να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι των αξιόποινων πράξεων που τους αποδίδονται, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό, και συγκεκριμένα όλοι της σωματεμπορίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση (οι μεν δύο πρώτοι Ψ1 και Ψ2 για τις επί μέρους πράξεις σωματεμπορίας σε βάρος των Ζ , Φ και Κ ο δε τρίτος Χ μόνο για τις επί μέρους πράξεις σωματεμπορίας σε βάρος των Φ και Κ, εφόσον με την εκκαλούμενη απόφαση κηρύχθηκε απαράδεκτη η κατ' αυτού ποινική δίωξη για την επί μέρους πράξη σωματεμπορίας σε βάρος της Ζ λόγω εκκρεμοδικίας), επί πλέον δε ο τρίτος του βιασμού κατ' εξακολούθηση σε βάρος της Ζ. Ειδικά όσον αφορά την τελευταία αυτή πράξη, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος παύσεως της κατά του τρίτου κατηγορουμένου ποινικής διώξεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 344 Π.Κ. ενόψει του αναγνωσθέντος ειδικού πληρεξουσίου της παθούσας Ζ προς το δικηγόρο Μηνά Μαστρομηνά, με το οποίο αυτή χορήγησε στον ανωτέρω δικηγόρο την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη και να δηλώσει ενώπιον του δικαστηρίου ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του τρίτου κατηγορουμένου για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη. Τούτο προεχόντως διότι ο ανωτέρω δικηγόρος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου κατά την παρούσα συνεδρίαση προκειμένου να προβεί στη σχετική δήλωση, εν πάση δε περιπτώσει, και αν η δήλωση είχε γίνει νομότυπα, διότι η παύση της ποινικής διώξεως γι' αυτό το λόγο είναι δυνητική, στην προκειμένη δε περίπτωση η παθούσα δεν προέβη σ' αυτήν επειδή η δημοσιότητα από τη δίκη θα είχε ως συνέπεια το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό της αλλά για τους λόγους που αναφέρθηκαν σχετικά με την ανάκληση των αρχικών καταθέσεων της " Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού, και της σωματεμπορίας από κοινού με άλλους κατ'εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 98, 336 παρ.1 και 351 παρ. 1, 2 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) το αιτιολογικό δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, περιέχει και ίδιες σκέψεις και αναφέρει χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των δύο αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος, β) σημειώνεται στη σελίδα 23 των πρακτικών, αλλά και στο αιτιολογικό, ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, πλην άλλων εγγράφων, και η με αριθμό ... Δήλωση της Ζ ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Τσούμα και επομένως ορθά συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας και η δήλωση αυτή. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως ( πρώτος και τρίτος) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠοινΔ παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και για να κληθεί και εξετασθεί απουσιάζουσα μάρτυρας κατηγορίας, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1245/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, ζήτησε την αναβολή της δίκης για να κλητευθεί και εξετασθεί στο ακροατήριο η απολειπόμενη, κάτοικος ..., αλλοδαπή μάρτυρας κατηγορίας Ζ, που κατά το κατηγορητήριο είναι η βιασθείσα από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο , όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε το αίτημα αυτό, με την εξής αιτιολογία : "Από τα έγγραφα τα οποία ανεγνώσθησαν, από τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και από όλη γενικά τη διαδικασία δεν αποδείχτηκε ότι συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί και να προσέλθει η μάρτυρας κατηγορίας (πολιτικώς ενάγουσα) Ζ, κάτοικος ..., ενόψει του ότι, με τις αναβλητικές αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου με τους αριθμούς 372/6-2-2008, 2174/17-9-2008 και 465, 580/16 και 25-2-2009, η δίκη έχει ήδη αναβληθεί άλλες τρεις φορές λόγω απουσίας μαρτύρων, μάλιστα δε, με τη δεύτερη από αυτές, λόγω απουσίας της ίδιας (της ανωτέρου μάρτυρος και πολιτικώς ενάγουσας), η οποία τιμωρήθηκε με πρόστιμο. Εν τούτοις, στην επόμενη δικάσιμο της 16-2-2009 και μετά από διακοπή της 25-2-2009, [κατά την οποία αναβλήθηκε και πάλι η δίκη λόγω, απουσίας άλλης μάρτυρος (της αστυνομικού ...)], η πολιτικώς ενάγουσα δεν εμφανίστηκε και πάλι στο δικαστήριο αλλά αντί γι' αυτήν παρουσιάστηκε ο δικηγόρος Μηνάς Μαστρομηνάς και προσκόμισε τα εξής έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθησαν: α) το ειδικό πληρεξούσιο με τον αριθμό 1/2009 το οποίο είχε συνταχθεί ενώπιον του Προξενικού Γραφείου του ...(όπου αυτή δήλωσε ότι κατοικεί) και με το οποίο η πολιτικώς ενάγουσα χορηγούσε στον προαναφερθέντα δικηγόρο την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη και να δηλώσει ενώπιον του δικαστηρίου ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του τρίτου κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση σε βάρος της και β) τη δήλωση της με τον αριθμό 6263/2008 ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Τσούμα, με την οποία αφού αναίρεσε τις καταθέσεις της (προανακριτικές και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), δήλωσε ότι: "είναι δύσκολο πλέον να έρχομαι στην Ελλάδα γιατί είμαι μητέρα πλέον ενός οκτάμηνου βρέφους και ίσως να μην μπορώ να είμαι παρούσα στην επόμενη ακρόαση". Από την πιο πάνω συμπεριφορά της ανωτέρω μάρτυρος κατηγορίας και πολιτικώς ενάγουσας το δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν προτίθεται να εμφανισθεί ενώπιον του παρά την τιμωρία της και συνακόλουθα δεν συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί και να προσέλθει η μάρτυρας αυτή, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του ότι αυτή ήδη κατοικεί στη ... και δεν είναι δυνατή η βίαιη προσαγωγή της. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμο." Η ανωτέρω αιτιολογία, ως προς την απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του Δικαστηρίου, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά την απόρριψη δε του άνω αιτήματος αναβολής, ορθά το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και δεν υπερέβη την εξουσία του και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-10-2009 αίτηση - δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της 1245/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βιασμός και σωματεμπορία κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 336 § 1 και 351 § 1 ΠΚ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ και Η΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, τόσον για την ενοχή, όσον και για την απόρριψη υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης, για να έρθει η Λιθουανή βιασθείσα.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Βιασμός, Σωματεμπορία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 560/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλιτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ...και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 381, 382, 383, 410, 411, 412, 413/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, ως επίτροπο της ανήλικης ανηψιάς της, Θ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Γκούσκο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1398/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ, που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται η τέλεση ασελγούς, από οποιαδήποτε άποψη, πράξεως με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά και η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη στα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος, δηλ. θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 337 παρ.1 ΠΚ, "όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, αν ο παθών είναι νεότερος των 12 ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές, κατά τρόπο βάναυσο, της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις, οι "ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της ασελγούς πράξεως, αλλά πάντως τελούνται σε σωματική επαφή, όπως λ.χ. ψαύσεις, ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κ.λ.π. της παθούσας. Οι "προτάσεις" μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες που πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξης. Όταν η πράξη του δράστη δεν είναι μια ήσσονος σημασίας ερωτική πράξη (ως στιγμιαίος εναγκαλισμός και ασπασμός), αλλά είναι μια πράξη με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτεινε στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη της παθούσας, τότε δεν συντρέχει προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 ΠΚ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 353§2 εδ. α και β ΠΚ, όπως αντικ. από το άρθρο 10 του ν. 3064/2002, "όποιος εν γνώσει προσβάλλει βάναυσα την αιδώ άλλου με ακόλαστη πράξη που ενεργείται ενώπιόν του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου ενεργείται ενώπιον προσώπου νεότερου των δεκαπέντε ετών τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι το από αυτήν προβλεπόμενο έγκλημα διαφέρει ουσιωδώς από το προβλεπόμενο από το άρθρο 339 ΠΚ και δη κατά το ότι προς στοιχειοθέτησή του απαιτείται α) πράξη του υπαιτίου ακόλαστη, ως τοιαύτη δε χαρακτηρίζεται η ενέργεια ή εκδήλωση του υπαιτίου, η οποία ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και, εξεταζόμενη αντικειμενικά, συνιστά, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και με βάση την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, προσβολή του αισθήματος της αιδούς, ασχέτως του αν κατατείνει αυτή ή όχι στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και β) η πράξη αυτή να επιχειρείται ενώπιον οποιουδήποτε και οποιασδήποτε ηλικίας τρίτου και όχι μόνο με πρόσωπο νεώτερο των 15 ετών, όπως απαιτείται για το έγκλημα του άρθρου 339 ΠΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσβαλλόμενες υπ` αριθ. 381, 382, 383, 410, 411, 412, 413/2009 αποφάσεις του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε, (με την εξ αυτών υπ` αριθ. 412/2009), ένοχο τον αναιρεσείοντα αποπλανήσεως παιδιών που είχαν συμπληρώσει το 10ο, όχι, όμως, και το 13ο έτος της ηλικίας τους, κατά συρροή και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, συνίστατο στο ότι: "Στην ...και κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 και εντεύθεν, επί μία τριετία περίπου και σε ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν, με περισσότερες από μία πράξεις σε βάρος διαφορετικών προσώπων, ενήργησε ασελγείς πράξεις με πρόσωπα τα οποία είχαν συμπληρώσει το 10ο όχι όμως και το 13ο έτος της ηλικίας τους. Συγκεκριμένα, ενήργησε στην ανήλικη κόρη του Θ2 και στη συμμαθήτρια και φίλη της Θ1, που γεννήθηκαν το έτος 1992 και ήταν τότε ηλικίας μεγαλύτερης των δέκα (10) ετών και μικρότερης των δεκατριών (13) ετών, ασελγείς πράξεις και, μάλιστα, κατά τη διαμονή των δύο ανηλίκων στο σπίτι του, στο πλαίσιο της ανά τακτά χρονικά διαστήματα επικοινωνίας την οποία διατηρούσε με τη θυγατέρα του ως διαζευγμένος πατέρας, οδηγούσε τις προαναφερθείσες ανήλικες στην κρεβατοκάμαρα της οικίας του, όπου, με το πρόσχημα ότι θα τους κάνει μασάζ για να χαλαρώσουν πριν από τον ύπνο, τις έπειθε να γυμνωθούν ή, κατά περίσταση, τις γύμνωνε ο ίδιος και στη συνέχεια, ημίγυμνος, φορώντας μόνο το σλιπ, τις θώπευε σε όλο τους το σώμα με επιμονή στα γεννητικά τους όργανα και στο στήθος, προκειμένου να διεγείρει τη γενετήσια ορμή και επιθυμία του". Για να καταλήξει στην κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, περί τα πράγματα κρίση του, μεταξύ άλλων, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδεικνύονται τα εξής: Ανάμεσα στο κατασχεθέν και ελεγχθέν υλικό υπήρχε και μια βιντεοταινία, η οποία απεικόνιζε το διαμέρισμα του κατηγορουμένου και κάποια πρόσωπα εντός αυτού και η οποία είχε παραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, με βιντεοκάμερα που, επίσης, κατασχέθηκε. Στη βιντεοταινία αυτή εμφανίζονταν δύο κορίτσια, που έδειχναν ανήλικα, να βρίσκονται άλλοτε στο μπάνιο και να λούζονται γυμνά και άλλοτε στο υπνοδωμάτιο, σε διπλό κρεβάτι είτε τελείως γυμνά είτε με τα εσώρουχά τους. Σε κάποιες λήψεις φαίνονταν και ένας άνδρας, που φορούσε μόνο το κάτω εσώρουχό του και καθόταν στο κρεβάτι ανάμεσα στα δυο κορίτσια. Το χέρι του φαινόταν να βρίσκεται άλλοτε επάνω και άλλοτε από κάτω από το εσώρουχο του ενός κοριτσιού (...). Όταν ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε για τα πρόσωπα αυτά, παραδέχθηκε ότι είναι ο ίδιος, η θυγατέρα του Θ2 και η τότε φίλη και συμμαθήτριά της Θ1, οι οποίες, κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του με την κόρη του (αυτός ήταν διαζευγμένος και η πρώην σύζυγός του είχε την επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας τους), διανυκτέρευαν στο σπίτι του. Το περιστατικό ότι ο κατηγορούμενος βιντεοσκοπούσε τα κορίτσια γυμνά και βρισκόταν ανάμεσά τους στο διπλό κρεβάτι, έχοντας το χέρι του μέσα στο εσώρουχο του ενός από αυτά (πρόκειται για την Θ1), στην περιοχή του αιδοίου, οδήγησε στην άσκηση ποινικής δίωξης για αποπλάνηση ανηλίκων ηλικίας άνω των 10 και κάτω των 13 ετών, δοθέντος ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα τα κορίτσια είχαν αυτή την ηλικία (...)....Οι δύο ανήλικες, με αφορμή το γεγονός ότι ήσαν συμμαθήτριες στο δημοτικό σχολείο, είχαν συνδεθεί φιλικά μεταξύ τους. Φιλική σχέση είχε αναπτυχθεί και ανάμεσα στις μητέρες τους, που η καθεμιά μεγάλωνε μόνη την κόρη της (η μητέρα της Θ2 ως διαζευγμένη και η μητέρα της Θ1 ως χήρα). Οι σχέσεις αυτές έγιναν ισχυρότερες, όταν η μητέρα της Θ1προσβλήθηκε από ανίατη ασθένεια, εξ αιτίας της οποίας, αργότερα, αποβίωσε. Στο διάστημα που διαρκούσαν οι σχέσεις αυτές (κατά προσέγγιση: από την τρίτη μέχρι την έκτη τάξη του δημοτικού σχολείου), είχε επικρατήσει η συνήθεια κατά τα σαββατοκύριακα, στο πλαίσιο της επικοινωνίας του κατηγορουμένου με τη θυγατέρα του, η τελευταία να συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε από τη φίλη της, Θ1. Ο κατηγορούμενος παραλάμβανε τα δυο κορίτσια από τα σπίτια τους και τα οδηγούσε στο δικό του, όπου διανυκτέρευαν το βράδυ του Σαββάτου. Κατά τις ώρες που ο κατηγορούμενος είχε στη φροντίδα του τις δύο ανήλικες, έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ψυχαγωγία τους, τόσο έξω όσο από το σπίτι όσο και μέσα σ' αυτό. Τα βράδια, όταν επέστρεφαν στο σπίτι μετά το παιγνίδι, ο κατηγορούμενος έβαζε τα κορίτσια να κάνουν λουτρό καθαριότητας. Για το σκοπό αυτό τους υποδείκνυε να καθαρίσουν πρώτα τη μπανιέρα και τους ζητούσε να το κάνουν γυμνές, με την εξήγηση ότι δεν θα έπρεπε να βρέξουν τα ρούχα τους. Κατόπιν, τις έβαζε να πλυθούν ταυτόχρονα και οι δύο και κατά τη διάρκεια του λουτρού πρόσφερε σ' αυτές κάποιο αναψυκτικό που είχε ιδιαίτερο χρώμα και δεν έμοιαζε με τα συνηθισμένα. Στη συνέχεια τους έδινε το βραδινό φαγητό, το οποίο παρασκεύαζε πάντοτε ο ίδιος. Επέμενε, μάλιστα, να μην μπαίνουν τα κορίτσια στην κουζίνα του σπιτιού, για όσο χρόνο διαρκούσε η προετοιμασία. Το φαγητό συνοδευόταν πάλι από ένα περίεργο αναψυκτικό. Στο τέλος, οδηγούσε τα κορίτσια στο ένα από τα υπνοδωμάτια του σπιτιού, όπου υπήρχε διπλό κρεβάτι και καθρέπτες απέναντι από αυτό. Εκεί, απαιτούσε από αυτές να ξεντυθούν για να τους κάνει "μασάζ". Όταν οι ανήλικες ήσαν απρόθυμες, τις έπειθε λέγοντας ότι το "μασάζ" ήταν απαραίτητο, για να χαλαρώσουν και να κοιμηθούν καλύτερα και κατάφερνε πάντοτε να τις έχει τελείως γυμνές. Στη διαδικασία του "μασάζ" χρησιμοποιούσε κάποια ειδικά λάδια, με τα οποία τις άλειφε σε ολόκληρο το σώμα, αρχίζοντας από τα πόδια και φθάνοντας μέχρι το λαιμό. Τα κορίτσια βρίσκονταν ξαπλωμένα στο διπλό κρεβάτι, άλλοτε ανάσκελα και άλλοτε μπρούμυτα και αυτός καθόταν ανάμεσα. Επέμενε, όμως, να έχει η καθεμιά το κεφάλι γυρισμένο προς την αντίθετη πλευρά, ώστε να μην βλέπονται μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια του "μασάζ" το χέρι του κατηγορουμένου πήγαινε και στο στήθος και στο γεννητικό όργανο των κοριτσιών. Τότε τα κορίτσια τσίριζαν από ντροπή. Αυτός απομάκρυνε προς στιγμή το χέρι του, τους συνιστούσε να χαλαρώσουν και να μη φωνάζουν και μετά από λίγο επανέφερε το χέρι του στο αιδοίο, όπου επέμενε στα χάδια. Αμέσως μετά, τα κορίτσια κοιμούνταν. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβανόταν κάθε σαββατοκύριακο. Μερικές φορές, το πρωινό ξύπνημα της επόμενης ημέρας συνδυαζόταν πάλι με "μασάζ"... Όταν η Θ1 ρωτήθηκε για το πώς μπορεί να ναι σίγουρη ως προς το ότι ο κατηγορούμενος έκανε και στη Θ2 όσα έκανε στην ίδια, αφού δεν έβλεπαν η μια την άλλη, απάντησε ότι η διαδικασία του "μασάζ" ήταν από την αρχή μέχρι το τέλος ενιαία και για τα δύο κορίτσια, πράγμα για το οποίο είχαν συνείδηση αμφότερες και ότι, αν και δεν έβλεπε τις λεπτομέρειες, άκουγε τη φίλη της να ουρλιάζει, όπως και η ίδια, τις στιγμές που το χέρι του κατηγορουμένου εισχωρούσε στο αιδοίο της... Η περιγραφή, που έκανε κατά την εξέτασή της η Θ1 και το περιεχόμενο των φωτογραφιών... αλληλοσυμπληρώνονται. Ανάμεσα στις τελευταίες, βέβαια, δεν υπάρχουν φωτογραφίες από το "μασάζ". Για "μασάζ", όμως, κατέθεσε και η πρώην σύζυγος του κατηγορουμένου (...), η οποία είπε ότι η κόρη της τής είχε αναφέρει μια φορά ότι ο μπαμπάς τους έκανε "μασάζ" και ότι αυτή τής είχε απαντήσει πως κάτι τέτοιο δεν έπρεπε να ξαναγίνει. Η Θ2 δεν ανέφερε δεύτερη φορά στη μαμά της τέτοιο πράγμα, αφού η τελευταία είχε εκφράσει την αντίθεσή της και αφού ο μπαμπάς της τους έλεγε ότι δεν χρειάζεται να μιλούν γι` αυτό σε τρίτους. Έτσι, η ... έμεινε με την εντύπωση ότι επρόκειτο για ένα αθώο και μεμονωμένο συμβάν. Το ότι, όμως, το πράγμα δεν ήταν αθώο και μεμονωμένο προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία από την περιγραφή της Θ1, σε συνδυασμό με τη βιντεοσκόπηση των κοριτσιών στο μπάνιο και στο κρεβάτι, εν αγνοία τους. Και βέβαια, από τις φωτογραφίες που δείχνουν το χέρι του κατηγορουμένου μέσα στο εσώρουχο της Θ1, στην περιοχή του αιδοίου της. Η αξιολόγηση των δεδομένων αυτών γίνεται από το Δικαστήριο με βάση αφ' ενός την κοινή πείρα και αφ' ετέρου την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως παιδόφιλου, περιστατικό που συνάγεται από την κατοχή του υλικού παιδικής πορνογραφίας που κατασχέθηκε στο διαμέρισμά του (...). Σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, λοιπόν, το "μασάζ" στο γυμνό σώμα των δύο κοριτσιών, η επιμονή του κατηγορουμένου στην περιοχή του στήθους και, κυρίως, του αιδοίου και η εισαγωγή των δακτύλων του μέσα στις πτυχές αυτού, όπου και το κορυφαίο, αφροδισιακό σημείο της γυναίκας (η κλειτορίδα), απέβλεπε στη σεξουαλική διέγερση αφ' ενός των κοριτσιών (η οποία δεν είναι βέβαιο ότι ήταν συνειδητή, λόγω της μικρής ηλικίας των παιδιών, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν υποσυνείδητη και προκαλούσε σ' αυτά μια ευφορία, για την οποία εκ των υστέρων η Θ1 έκανε το σχόλιο ότι ενώ γενικά η ζωή της ήταν θλιβερή, διότι ήταν ορφανή από πατέρα και την εποχή εκείνη έβλεπε τη μητέρα της να πεθαίνει από καρκίνο, όταν βρισκόταν στο σπίτι του κατηγορουμένου αισθανόταν ανεξήγητα ευδιάθετη) και αφ' ετέρου του κατηγορουμένου (ο οποίος δεν μπορούσε να έχει άλλο λόγο για να επιδίδεται στη διαδικασία αυτή). Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το "μασάζ" που αναφέρθηκε κατέληγε σε ασελγή πράξη και δεν περιοριζόταν σε απλές χειρονομίες, οι οποίες, σύμφωνα με την υπεράσπιση, θα έπρεπε [δήθεν] να χαρακτηρισθούν το πολύ ως προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (ΠΚ 337). Για τον ίδιο λόγο, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου ούτε σε πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις θα μπορούσε απλοποιηθεί, όπως ζητεί η υπεράσπιση, αφού δεν πρόκειται για ακόλαστες πράξεις του κατηγορουμένου ενώπιον των δύο κοριτσιών, αλλά για ασελγείς πράξεις του ιδίου επ' αυτών (ΠΚ 353)". Με τις παραδοχές αυτές, το ΜΟΕ Αθηνών ορθά εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν και απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας από αποπλάνηση παιδιών κατά συρροή σε προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 ΠΚ) ή σε πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις άρθρο 353§2 ΠΚ), αφού δέχθηκε α) ότι το "μασάζ" που έκανε αυτός στις ανήλικες παθούσες κατέληγε σε ασελγή πράξη, την οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, συνιστά η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος (θώπευε το γυμνό τους σώμα και έθετε τα δάκτυλά του μέσα στο αιδείο τους) χωρίς να ήταν αναγκαίο, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 339 ΠΚ, να λάβει χώραν και επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη με τις παθούσες, και δεν περιοριζόταν σε απλές άσεμνες χειρονομίες και β) ότι οι ασελγείς πράξεις αυτού δεν έγιναν ενώπιον των δύο κοριτσιών, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 353§2 ΠΚ, αλλά από τον ίδιο επ` αυτών, οπότε, κατά τα προαναφερθέντα, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 339 ΠΚ. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και συγκεκριμένα γιατί, με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως, έπρεπε να καταδικασθεί ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος όχι για αποπλάνηση, αλλά για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας, γιατί οι ως άνω θωπείες εμπίπτουν στην έννοια της "ασελγούς χειρονομίας" του άρθρου 337 ΠΚ και όχι της "ασελγούς πράξεως" του άρθρου 339 ΠΚ, άλλως για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει σ` αυτούς και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση σ' αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 84§2 περ. α ΠΚ, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης. Ειδικότερα, επικαλέσθηκε ότι μέχρι την τέλεση των πράξεων διήγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο, ότι ποτέ δεν είχε απασχολήσει τις αστυνομικές ή ανακριτικές αρχές, όπως προκύπτει και από το λευκό ποινικό του μητρώο, ότι, έχοντας ολοκληρώσει σπουδές στις ΗΠΑ και κατέχοντας πτυχία ιπτάμενου και μηχανικού, εργάσθηκε επιτυχώς και με διακρίσεις στην Ολυμπιακή Αεροπορία μέχρι το έτος 2001, οπότε συνταξιοδοτήθηκε λόγω προβλημάτων υγείας, ότι ήταν έγγαμος από το έτος 1991 μέχρι το 2002, οπότε λύθηκε ο γάμος του με συναινετικό διαζύγιο, χωρίς αυτό να επηρεάσει αρνητικά τις σχέσεις του με τη σύζυγό του και με την ανήλικη θυγατέρα του και ότι από τη συνταξιοδότησή του μέχρι σήμερα μοναδικός σκοπός της ζωής του υπήρξε η ανατροφή της κόρης του, την οποία υπεραγαπά και σε καμιά περίπτωση και με κανένα τρόπο δεν θα διανοείτο να βλάψει. Πλην, δεν θεμελιωνόταν στα παραπάνω περιστατικά ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί προτέρου εντίμου βίου του, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές. Δεν αρκεί, ακόμη, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως αυτού και της οικογενείας του, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Το ΜΟΕ, παρά την επίκληση μη επαρκών περιστατικών προς θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και την, ως εκ τούτου, μη υποχρέωσή του να απαντήσει, τον απέρριψε, ως εκ περισσού, με ειδική αιτιολογία και συγκεκριμένα γιατί: "Από το αναγνωσθέν ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου προκύπτει, πράγματι, ότι αυτός δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος προέρχεται από καλή οικογένεια, ότι έκανε σπουδές στην αλλοδαπή, ότι υπήρξε ιπτάμενος υπάλληλος της Ολυμπιακής Αεροπορίας, από την οποία συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα για λόγους υγείας και ότι υπήρξε έγγαμος, απέκτησε ένα θήλυ τέκνο και μετά πάροδο ολίγων ετών διεζεύχθη. Τα περιστατικά αυτά, όμως, δεν είναι επαρκή για να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην αναγνώριση του αιτουμένου ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, αφού από την ίδια διαδικασία αποδείχθηκε ότι αυτός, για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από τη σύλληψή του α) υπήρξε συλλέκτης και κάτοχος πολύ μεγάλης ποσότητας υλικού παιδικής πορνογραφίας και β) επιδίωκε πορνικές σχέσεις με πρόσωπα πολύ νεαρής ηλικίας, σε όρια ανηλικότητας και μαγνητοσκοπούσε τις σχετικές δραστηριότητες". Συνακόλουθα, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γα έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 περ. α ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση ότι από την παραδοχή, για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, ότι ο αναιρεσείων ήταν συλλέκτης και κάτοχος πολύ μεγάλης ποσότητας υλικού παιδικής πορνογραφίας γεννάται αντίφαση, αφού αυτός αθωώθηκε για την αποδιδόμενη σ` αυτόν πράξη της πορνογραφίας ανηλίκων κατ` εξακολούθηση, είναι αβάσιμη, καθόσον η απαλλαγή του για την τελευταία πράξη οφείλεται στο ότι, κατά το φερόμενο χρόνο της τελέσεώς της, σύμφωνα με τη μορφή που είχε τότε το άρθρο 348Α ΠΚ, για τον αξιόποινο χαρακτήρα αυτής ήταν απαραίτητο να συντρέχει το στοιχείο της "κερδοσκοπίας", το οποίο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε, δεν καταλείφθηκε, όμως, αμφιβολία ως προς την απόκτηση από αυτόν και κατοχή του υλικού παιδικής πορνογραφίας, γεγονός στο οποίο στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, η κρίση για την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού.
Κατά το άρθρο 19§3 του Συντάγματος, "απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9 Α", κατά δε το άρθρο 9 Α αυτού, "καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 28§1 του Σ., έχει υπερνομοθετική ισχύ, "1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 στοιχ. β, 3§2 στοιχ. β και 7§2 στοιχ. ε του ν. 2472/1997 "προστασία ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων" συνάγεται ότι η χρησιμοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, κατ` εξαίρεση, όταν αποβλέπει στην προστασία (μεταξύ άλλων) ανηλίκων προσώπων ή στην ευχερέστερη πραγμάτωση της αξιώσεως της Πολιτείας για τον κολασμό εγκληματικών πράξεων που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος ή πλημμελήματος που τελέσθηκε με δόλο και ιδίως αυτών που στρέφονται κατά της γενετήσιας ελευθερίας και τελούνται σε βάρος ανηλίκων. Εξάλλου, η χρησιμοποίηση στη δίκη, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, παρανόμου αποδεικτικού μέσου δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί προσβάλλει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου (άρθρο 171§1 στοιχ. δ ΚΠΔ), και ιδρύεται ο από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για τη στήριξη της καταδικαστικής του κρίσεως, ήταν και οι φωτογραφικές αποτυπώσεις, οι οποίες έγιναν κατά την προανάκριση εκ μέρους της αστυνομικής αρχής από μια βιντεοκασέτα που κατασχέθηκε στο διαμέρισμα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, απεικονίζουν α) τις φερόμενες ως παθούσες από την πράξη της αποπλάνησης ανηλίκων που του αποδίδεται, ήτοι τις Θ2 και Θ1 σε διάφορες στάσεις, γυμνές ή ημίγυμνες, αφενός στο λουτρό και αφετέρου στο διπλό κρεβάτι του κατηγορουμένου και χωρίς κάποια ένδειξη ερωτικής ή σεξουαλικής συμπεριφοράς και β) τον ίδιο τον κατηγορούμενο να βρίσκεται στο εν λόγω κρεβάτι, ανάμεσα στις δύο ανήλικες, και να έχει το χέρι του άλλοτε επάνω και άλλοτε κάτω από το εσώρουχο της Θ1, στην περιοχή του γεννητικού της οργάνου. Οι φωτογραφίες αυτές επιδείχθηκαν και επισκοπήθηκαν από όλους τους παράγοντες της δίκης. Ο κατηγορούμενος, δια των πληρεξουσίων του δικηγόρων, αντέλεξε στη λήψη υπόψη και στην αποδεικτική αξιοποίηση των ως άνω φωτογραφιών, ισχυριζόμενος ότι αυτές είναι παράνομα αποδεικτικά μέσα, γιατί λήφθηκαν κατά παράβαση συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τόσο του ιδίου όσο και της φερομένης ως παθούσας Θ1, αλλά και κατά παράβαση του ν. 2225/1994 "απόρρητο επικοινωνιών κ.λπ.", όπως τροποποιήθηκε με τους ν. 3115/2003 και 3666/2008. Όμως, το υλικό των φωτογραφικών αποτυπώσεων δεν αποτελεί στοιχείο ανταπόκρισης ή επικοινωνίας και, επομένως, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του άρθρου 19§1 του Συντάγματος και του ν. 2225/1994, όπως ισχύει, που θεσμοθετούν το σχετικό απόρρητο, οι οποίες καθορίζουν ιδιαίτερες προϋποθέσεις και διαδικασία προκειμένου να αρθεί το απόρρητο αυτό και που απαγορεύουν τη χρήση των στοιχείων ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως αποδεικτικού μέσου. Ορθά, λοιπόν, το ΜΟΕ έκρινε ομοίως και απέρριψε, με τις αυτές σκέψεις, τον ανωτέρω ισχυρισμό και ο τρίτος (τελευταίος), από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία δημιουργήθηκε από την αποδεικτική αξιοποίηση των ειρημένων φωτογραφικών απασπασμάτων βιντεοταινιών που αποτελούσαν αποδεικτικά μέσα, τα οποία κτήθηκαν παρανόμως και δη κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 19§3 και 9Α του Συντάγματος, 8 της ΕΣΔΑ και 4 του ν. 2225/1994, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 7510/2009) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 381, 382, 383, 410, 411, 412, 413/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας, για λογαριασμό της ανήλικης Θ1, πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αποπλάνηση παιδιών που είχαν συμπληρώσει το 10°, όχι, όμως, και το 13° έτος της ηλικίας τους, κατά συρροή. Στοιχεία των εγκλημάτων των άρθρων 339 § 1, 337 § 1 και 353 § 2 ΠΚ. Έννοια ασελγών πράξεων. Διαφορά από τις ασελγείς χειρονομίες. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 339 ΠΚ. Τι πρέπει να περιέχει ο ισχυρισμός για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 α ΠΚ για να είναι ορισμένος. Απόρριψη λόγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσείοντος, ο οποίος, πάντως, δεν ήταν ορισμένος. Η επισκόπηση και λήψη υπόψη φωτογραφικών αποτυπώσεων από βιντεοκασέτα που κατασχέθηκε δεν προσκρούει στο ν. 2225/1994 "απόρρητο επικοινωνιών κ.λπ.". Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα από τη χρησιμοποίηση του ως άνω αποδεικτικού μέσου.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αποπλάνηση ανηλίκου.
| 0
|
Αριθμός 559/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 244/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ελένη Σβολοπούλου.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1149/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 235 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 2802/2002, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, αντικειμενικώς, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263 Α' ΠΚ, και η εκ μέρους αυτού απαίτηση ή λήψη δώρων ή άλλων ανταλλαγμάτων ή αποδοχή υποσχέσεως προς παροχή τέτοιων ανταλλαγμάτων ή ωφελημάτων οποιασδήποτε φύσεως, τα οποία δεν δικαιούται, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για ενέργεια ή παράλειψη μελλοντική και όχι τελειωμένη, η οποία ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και ανάγεται στην υπηρεσία του ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διαταγές και οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, των ανωτέρω θεμελιωτικών της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος περιστατικών και τη θέληση να απαιτήσει, λάβει τα πιο πάνω οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα ή αποδεχθεί υπόσχεση παροχής αυτών, με περαιτέρω σκοπό (η πραγματοποίηση του οποίου δεν απαιτείται για την τυπική τέλεση του εγκλήματος) να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα ή αντίκειται σε αυτά. Κατά δε την παρ.1εδ. α του άρθρου 1 του ν.1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου", όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 4 παρ.5 του ν.1738/87 και την τροποποίησή της από το άρθρο 36 παρ.1 του ν.2172/93 και από το άρθρ. 24 παρ. 3 Ν.2298/1995, "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 242, 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Με την παρ. 3 του άρθρ.4 του ν. 2408/1996 το παραπάνω ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών αυξήθηκε σε πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παθητική δωροδοκία του άρθρου 235 ΠΚ λαμβάνει κακουργηματική μορφή με βάση είτε την αξία του οφέλους που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης είτε την αξία της ζημίας που προξενήθηκε ή απειλήθηκε σε βάρος του Δημοσίου, η οποία πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. (ήδη 150.000 €). Τέλος, κατά το άρθρο 46 παρ. 1β` του ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά την διάρκεια εκτέλεσης της κύριας πράξης και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα ή διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 244/2009 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα άμεσης συνέργειας σε παθητική δωροδοκία κατ` εξακολούθηση που στρεφόταν κατά του Δημοσίου, στην περιουσία του οποίου προξενήθηκε ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 €, ενώ επιδίωξε αυτός παράνομο όφελος ανερχόμενο, επίσης, σε ποσό άνω των 150.000 €, πράξη που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο τούτο γνώμη ότι οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων Χ2 και Λ ήταν υπάλληλοι στους οποίους είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και ειδικότερα, ήταν υπάλληλοι του 41ου Τοπικού Ελεγκτικού Κέντρου (Τ.Ε.Κ.) του Υπουργείου Οικονομικών, που έχει έδρα την πόλη της ... και αρμοδιότητα (εκτός άλλων) τον οριστικό (τακτικό) φορολογικό έλεγχο σε επιτηδευματίες και φορολογούμενους γενικά, με ετήσια ακαθάριστα έσοδα μέχρι 350.000.000 δρχ. (αρθρ. 10 Ν. 2771/1999 και 1 ΠΔ/τος 172/2000). Δυνάμει της αριθμ. ... εντολής του Προϊσταμένου του ανωτέρω Τ.Ε.Κ. ..., δόθηκε στους άνω κατηγορουμένους η εντολή, περί διενέργειας οριστικού φορολογικού ελέγχου για τις χρήσεις 1993-1996 στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (Ε.Α.Σ.) .... Κατά μήνα Σεπτέμβριο 2002 αυτοί προσήλθαν στο γραφείο της άνω ΕΑΣ και άρχισαν τη διενέργεια του ελέγχου των λογιστικών της βιβλίων, μετά την κατανομή των προς έλεγχο αντικειμένων που είχαν κάνει μεταξύ τους. Περί τα τέλη του μήνα Σεπτεμβρίου 2002 και ενώ ο έλεγχος ήταν σε εξέλιξη, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. της ελεγχόμενης ΕΑΣ Θ δέχθηκε στο γραφείο του επίσκεψη του δευτέρου κατηγορουμένου Χ1 (αναιρεσείοντος), ο οποίος ήταν και αυτός δημόσιος υπάλληλος και δη υπηρετούσε στην υπηρεσία του ΣΔΟΕ ..., διατηρούσε δε στενές φιλικές σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 με τον οποίο στο παρελθόν είχε συνυπηρετήσει στη Δ.Ο.Υ.... και συνδεόταν με φιλία ετών με τον άνω Πρόεδρο του Δ.Σ. της ελεγχόμενης ΕΑΣ. Στην επίσκεψη αυτή ο δεύτερος κατηγορούμενος που ήταν απεσταλμένος του πρώτου κατηγορουμένου, ενδιαφερόμενος δήθεν για τον διενεργούμενο έλεγχο και την αίσια έκβαση αυτού λόγω της φιλικής του σχέσης με τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της ΕΑΣ ... Θ, εμφάνισε σ' αυτόν ως ιδιαίτερα δυσμενή τα μέχρι τότε δεδομένα του ελέγχου, λέγοντάς του ότι οι ελεγκτές (1ος και 3ος των κατηγορουμένων) "είναι δικά του παιδιά και ότι θα τύχει (η ΕΑΣ) ειδικής ευνοϊκής αντιμετώπισης σχετικά με τον έλεγχο". Κατόπιν απαιτήσεως του δευτέρου κατηγορουμένου, με σκοπό να ενισχυθεί η βασιμότητα των δηλώσεών του, περί των δυσμενών για την ΕΑΣ δεδομένων του μέχρι τότε διενεργηθέντος ελέγχου, στις αρχές του μήνα Οκτωβρίου 2002 και δη προ των Δημοτικών Εκλογών της 13-10-2002, πραγματοποιήθηκε στην καφετέρια ... στη συνοικία ...συναντήσει (προδήλως "συνάντηση") μεταξύ του Προέδρου της ΕΑΣ Θ, πρώτου και δευτέρου των κατηγορουμένων. Το ότι όντως πραγματοποιήθηκε αυτή η συνάντηση αποδεικνύεται από τη σαφή και πειστική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Θ, για την αξιοπιστία του οποίου το Δικαστήριο (κατά την πλειοψηφούσα γνώμη) δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει. Η κατάθεση δε του μάρτυρα υπεράσπισης ... και η αναγνωσθείσα αριθμ. 9382/20-3-2006 άνω ένορκη βεβαίωση κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος Χ2 βρισκόταν την 5-10-2002 στην ..., δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση εφόσον σημασία έχει εάν όντως πραγματοποιήθηκε ή όχι η συνάντηση αυτή και όχι η ημερομηνία της. Στη συνάντηση αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του δευτέρου κατηγορουμένου περί παρατυπιών στα λογιστικά βιβλία της ΕΑΣ και ατασθαλιών στις εγγραφές σ' αυτά και δήλωσε στον Θ, ότι θα μπορούσε να υπάρξει ευνοϊκή ρύθμιση έναντι αναλόγου οικονομικού ανταλλάγματος, το ύψος του οποίου δεν καθορίστηκε στη συνάντηση αυτή (...). Το ύψος του ποσού αυτού καθορίστηκε σε 150.000.000 δρχ., ήτοι 440.205 ευρώ σε επόμενη συνάντηση του Θ με το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 που πραγματοποιήθηκε στο γραφείο του πρώτου Θ στις εγκαταστάσεις της ΕΑΣ ... με πρωτοβουλία του δευτέρου, ο οποίος απαίτησε για λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου Χ2 το ποσό αυτό, προκειμένου να συντάξει ευνοϊκό σημείωμα ελέγχου, στο οποίο δεν θα εμφαίνονταν όλες οι παρατυπίες, αταξίες και παρανομίες των λογιστικών βιβλίων και στοιχείων (κατά το αντικείμενο, που σύμφωνα με την προαναφερόμενη κατανομή μεταξύ των κατηγορουμένων ελεγκτών, ήλεγχε ο πρώτος κατηγορούμενος) και να συνυπογράψει το ευνοϊκό για την "Ένωση" τελικό πόρισμα ελέγχου με αποτέλεσμα να μειωθούν δραστικά τα ποσά των προστίμων, φόρου κλπ σε σχέση με εκείνα που θα έπρεπε να επιβληθούν σε βάρος της ΕΑΣ και δη να περιοριστούν στο ποσό των 800.000.000 δρχ., σε αντίθεση με τα υπηρεσιακά του ως άνω καθήκοντα. Στη συνέχεια της συνάντησης αυτής ο Θ ζήτησε από το δεύτερο κατηγορούμενο έγγραφα στοιχεία, από τα οποία θα προέκυπταν οι αναφερόμενες παρανομίες των λογιστικών εγγράφων, συνεπεία των οποίων υπήρχε κίνδυνος να καταλογισθούν στην ΕΑΣ φόροι και πρόστιμα δισεκατομμυρίων δραχμών. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 του προσκόμισε σε φωτοτυπικά αντίγραφα στοιχεία τα οποία του είχε προηγουμένως παραδώσει ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, που αφορούσαν τη χρήση του οικονομικού έτους 1993 και σχετιζόταν με το αντικείμενο του ελέγχου που αυτός διενεργούσε, από την αξιολόγηση των οποίων δημιουργούνταν σοβαρές ενδείξεις εικονικών συναλλαγών (βλ. αριθμ. ... δελτίο αποστολής, που αφορά παράδοση στην ΚΥΔΕΠ ποσότητες 5.914.431 κιλών βαμβακόσπορου, η οποία, λόγω του ύψους της, δεν ήταν δυνατό να παραδόθηκε σε μία ημέρα). Τα στοιχεία αυτά ο Θ έθεσε υπόψη του γενικού διευθυντή της ΕΑΣ Μ, τον οποίο είχε ήδη ενημερώσει για την προαναφερόμενη απαίτηση των 150.000.000 δρχ. Σε συνάντηση που είχαν στο γραφείο του Μ, ο τελευταίος, ο Θ και ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, αυτός Χ2 τους εδήλωσε, ότι οι παραβάσεις είναι σοβαρές και στη συνέχεια τους είπε ότι "θα είχαν ευνοϊκή μεταχείριση αν γίνονταν τα συμφωνηθέντα" (...). Επακολούθησαν τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ Θ, Μ και δευτέρου κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου Χ2, κατά τις οποίες γίνονταν διαπραγματεύσεις για το ύψος του απαιτουμένου ανταλλάγματος, το οποίο τελικά περιορίστηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο (κατ' εντολή του πρώτου) στο ποσό των 50.000.000 δρχ., σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το Μ Διευθυντή της ΕΑΣ ..., παρουσία και του οικονομικού διευθυντή της ΕΑΣ ..., ο οποίος έγινε κοινωνός της σχετικής συνομιλίας με συνακρόαση (...). Οι Θ και Μ προσποιήθηκαν ότι αποδέχονται την πρόταση του πρώτου που έγινε μέσω του δευτέρου των κατηγορουμένων και στις 14-11-2002 ο Θ κατήγγειλε το γεγονός αυτό στις Αστυνομικές Αρχές. Ακολούθως, αφού προσημειώθηκαν από αρμόδιο αστυνομικό τα 294 χαρτονομίσματα των 500 ευρώ το καθένα που αντιστοιχούσαν στο ποσό των 50.090.250 δρχ. και είχαν αναληφθεί από την ΑΤΕ, παραδόθηκαν στον Θ, προκειμένου αυτός να τα παραδώσει στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, που στη συνέχεια θα τα παρέδιδε στον πρώτο κατηγορούμενο Χ2, όπως είχε συμφωνηθεί. Την επομένη ημέρα (15-11-2002) κατόπιν σχετικής τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ Θ και Χ1, σχετικά με τον τρόπο παράδοσης του ποσού των 147.000 Ευρώ από τον πρώτο στο δεύτερο, ο τελευταίος οδηγώντας το αυτοκίνητο του προσήλθε περί ώρα 10:40 στο χώρο στάθμευσης των γραφείων της ΕΑΣ .... Εκεί στάθμευσε προσωρινά το αυτοκίνητό του και αμέσως μετά κατέβηκε από το γραφείο του ο Θ άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και άφησε εντός αυτού στο κάθισμα του συνοδηγού ένα φάκελο εντός του οποίου είχε τοποθετήσει το ποσό των 147.000 ευρώ, όπως είχαν συνεννοηθεί. Αμέσως ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητό του και έσπευσε να αποχωρήσει. Κατά την αποχώρησή του επενέβησαν αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας ..., ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο, συνέλαβαν το δεύτερο κατηγορούμενο χωρίς αυτός να διατυπώσει σχετική διαμαρτυρία, κατέσχεσαν δε εντός του αυτοκινήτου του τα χαρτονομίσματα που υπήρχαν εντός του άνω φακέλου, οι αριθμοί των οποίων ταυτίζονται με τους αριθμούς των κατά τα άνω προσημειωθέντων χαρτονομισμάτων. Ο ισχυρισμός δε του δευτέρου κατηγορουμένου ότι πίστευε ότι εντός του φακέλου υπήρχαν έγγραφα που θα παρέδιδε στους συγκατηγορουμένους του ελεγκτές, αγνοώντας ότι υπήρχαν χρήματα δεν κρίνεται βάσιμος. Ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε ζήτησε για λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου το ποσό των 50.000.000 δρχ. ως αντάλλαγμα και ο ίδιος ήρθε σε συνεννόηση με τον Θ για τον τρόπο παράδοσης των χρημάτων αυτών. Δεν δίδει δε αυτός πειστική εξήγηση για ποιο λόγο δεν πήγε ο ίδιος να παραλάβει το φάκελο που όπως πίστευε περιείχε έγγραφα από το γραφείο του Θ και δεν διαμαρτυρήθηκε για τη σύλληψη του εφόσον όπως ισχυρίζεται δεν είχε διαπράξει αδίκημα ή για ποιο λόγο ο Θ δεν τα έδωσε ο ίδιος στους ελεγκτές ή δια υπαλλήλου της ΕΑΣ, αλλά επελέγη αυτός ο τρόπος παράδοσης που προσήκει σε επιλήψιμες συναλλαγές. Από την προεκτεθείσα αξιόποινη πράξη του πρώτου κατηγορουμένου, που με πρόθεση απαίτησε για τον εαυτό του δώρα δια τρίτου (παρένθετου) προσώπου, ήτοι του δευτέρου κατηγορουμένου, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που αντίκειται στα υπηρεσιακό του καθήκοντα, κατά τα προεκτεθέντα, προξενήθηκε ζημία στο Δημόσιο, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 Ευρώ, ανερχομένη στο ποσό των 2.372.170 ευρώ (όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, κατά την οποία η ζημία που απειλήθηκε σε βάρος του Δημοσίου ανέρχεται στο ποσό των 450.000 ευρώ τουλάχιστον, εφόσον πρόκειται για ακριβέστερο προσδιορισμό του τρόπου τελέσεως της πράξεως,...). Τούτο γιατί, όπως από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι εξ αιτίας της πράξεως της δωροδοκίας που κατά τα ανωτέρω τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, η ελεγχόμενη ΕΑΣ ..., ζήτησε δια των νομίμων εκπροσώπων της, καθ` υπόδειξη των νομικών της συμβούλων, κατά τον τακτικό φορολογικό έλεγχο που επακολούθησε την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 50 του Ν. 2065/1992, σύμφωνα με το οποίο, αν προηγήθηκε καταγγελία για δωροδοκία, διαγράφονται οι προσαυξήσεις και το πρόστιμο από παραβάσεις του Κ.Φ.Σ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται ιδίως από τα αριθμ. 41/9-1-2004 και 171/13-1-2004 έγγραφα του Υπουργείου Οικονομίας, το συνολικό ποσό προστίμων που διαγράφηκαν για την άνω αιτία, ανέρχονταν σε 2.372.170 ευρώ. Το ποσό αυτό συνιστά ζημία του Δημοσίου, αφού έχασε τη δυνατότητα βεβαιώσεως και εισπράξεώς του, την οποία δεν θα έχανε, αν δεν είχε λάβει χώρα η δωροδοκία του πρώτου κατηγορουμένου. Γι` αυτό η εν λόγω πράξη του τελευταίου έχει, σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν. 1608/1950 χαρακτήρα κακουργήματος. Περαιτέρω, η πράξη μεσολαβήσαντος στην απαίτηση του ανωτέρω οικονομικού ωφελήματος ποσού 150.000.000 δρχ., στη διαπραγμάτευση του ύψους αυτού και στην είσπραξη του κατά τα άνω καταβληθέντος ποσού των 147.000 ευρώ δευτέρου κατηγορουμένου Χ1, που και αυτός ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α ΠΚ συνεπεία της οποίας προξενήθηκε ζημία σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 Ευρώ συνιστά το αδίκημα της άμεσης συνέργειας στην άνω πράξη του πρώτου κατηγορουμένου, που τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού, σε βαθμό κακουργήματος (αρθρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, 1 Ν. 1608/1950) και όχι με μειωμένη ποινή κατ' άρθρο 49 παρ. 1 ΠΚ διότι η επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 1 Ν. 1608/1950 δεν αναφέρεται σε προσωπική σχέση ή ιδιότητα του δράστη αλλά αφορά στοιχείο αναγόμενο στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αναγκαίο για το χαρακτηρισμό του και την υπαγωγή του σε κακούργημα (...). Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων όπως ορίζεται στο διατακτικό με τη συντρέχουσα υπέρ αυτών ελαφρυντική περίσταση...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας σε παθητική δωροδοκία που στρεφόταν κατά του Δημοσίου, στην περιουσία του οποίου προξενήθηκε ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 €, ενώ επιδίωξε ο αναιρεσείων παράνομο όφελος ανερχόμενο, επίσης, σε ποσό άνω των 150.000 €, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, α) παρατίθεται στην απόφαση η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263 Α' ΠΚ, (υπαλλήλου του ΣΔΟΕ ...), β) περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο 1. ο συγκατηγορούμενός του Χ2 (που και αυτός ήταν υπάλληλος με την ως άνω έννοια και δη του 41ου Τ.Ε.Κ. ...) τέλεσε την πράξη της παθητικής δωροδοκίας για την οποία καταδικάσθηκε και 2. παρέσχε αυτός (αναιρεσείων) άμεση συνδρομή στον ανωτέρω κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της εν λόγω πράξεως (ενεργός συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις με τον πρόεδρο του Δ.Σ. της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ... Θ, παραλαβή του ποσού των 147.000 € με το αυτοκίνητό του, τα οποία θα παρέδιδε στον φυσικό αυτουργό Χ2) και γ) προσδιορίζεται η ζημία του Δημοσίου που προξενήθηκε από την πράξη της παθητικής δωροδοκίας (που ανερχόταν στο ποσό των 2.372.170 €, από τη βεβαίωση για διαφορές φόρου και πρόστιμα ποσών μικροτέρων από τα οφειλόμενα), καθώς και το παράνομο όφελος που επεδίωξε ο ως άνω Χ2 για να συντάξει σημείωμα ελέγχου που δεν θα εμφάνιζε όλες τις φορολογικές και λοιπές παραβάσεις του ΚΦΣ και λοιπών στοιχείων της ΕΑΣ (που ανερχόταν στο ποσό των 440.205 € που απαίτησε), αλλά και εκείνο που τελικά πέτυχε (147.000 €). Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συγκεκριμένα: α) Η αιτίαση ότι το σκεπτικό της αποφάσεως αποτελεί αντιγραφή και επανάληψη του διατακτικού, το οποίο συνιστά μόνο αντιγραφή του κατηγορητηρίου, είναι αβάσιμη, αφού, κατά τα ανωτέρω, το σκεπτικό περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και δεν περιορίζεται στην επανάληψη του διατακτικού, ανεξαρτήτως του ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως. β) Η αιτίαση ότι στο σκεπτικό δεν γίνεται συσχέτιση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων και των από αυτήν προκυψάντων πραγματικών περιστατικών είναι αβάσιμη, γιατί, όπως αναφέρθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητη αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. γ) Η αιτίαση ότι η παραδοχή στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι το έγκλημα, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα, αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι το εν λόγω έγκλημα τιμωρείται κατά το άρθρο 235 ΠΚ και, επομένως, ως τιμωρούμενο με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, είναι αβάσιμη, γιατί το γεγονός ότι στο σκεπτικό επί της ποινής αναφέρεται ότι η ένδικη πράξη της παθητικής δωροδοκίας τιμωρείται από το άρθρο 235 ΠΚ, χωρίς να γίνεται επίκληση και της σχετικής διατάξεως της παρ.1εδ. α του άρθρου 1 του ν.1608/1950, όπως ισχύει, δεν ασκεί επιρροή, αφού, κατ` άρθρο 514 ΚΠΔ, ο Άρειος Πάγος έχει εξουσία να παραθέσει στην απόφαση το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε αν αυτό δεν έχει παρατεθεί ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα, στην προκειμένη δε περίπτωση η μη παράθεση και της τελευταίας ως άνω διατάξεως, η οποία, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 50§4 του ν. 3160/2003, της αρχικής περ. Η' της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, οφείλεται σε παραδρομή. δ) Η αιτίαση ότι δεν έχει, εν προκειμένω, εφαρμογή ο ν. 1608/1950, γιατί 1.η ζημία του Δημοσίου δεν αποτελεί το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της δραστηριότητας του φερομένου ως φυσικού αυτουργού και του αναιρεσείοντος, αλλά η μεταγενέστερη διαγραφή των χρεών της ΕΑΣ αποτέλεσε έμμεση συνέπεια της παθητικής δωροδοκίας και δεν προέκυψε αμέσως από αυτήν, 2. το ποσό των 147.000 €, που φέρεται ότι καταβλήθηκε, είναι κάτω των 150.000 €, 3. ως χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται ο χρόνος εκπληρώσεως της υποσχέσεως, ο οποίος είναι η 15.11.2002, κατά την οποία καταβλήθηκε το ποσό αυτό και 4. το εν λόγω ποσό φέρεται ότι καταβλήθηκε όχι από το Δημόσιο, αλλά από την ΕΑΣ, είναι αβάσιμη, καθόσον α) σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η παθητική δωροδοκία τελέσθηκε από τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Χ2 για να προβεί αυτός σε σύνταξη πορίσματος με σκοπό να βεβαιωθούν μικρότερα χρέη από τα οφειλόμενα, οπότε η μείωσή τους αποτελούσε και το σκοπό της δωροδοκίας, β) δεν ασκεί επιρροή το ότι ο δράστης τελικά πέτυχε παράνομο όφελος μικρότερο του ποσού των 150.000 €, αρκεί ότι επεδίωξε μεγαλύτερο από αυτό (η έκφραση της διατάξεως του άρθρου 235 ΠΚ είναι "ζητεί ή λαμβάνει", ενώ αυτή της σχετικής διατάξεως του ν. 1608/1950 είναι "που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης" και, εν προκειμένω, ζήτησε το ποσό των 440.205 €, το οποίο και επιδίωξε), γ) δεν ασκεί επιρροή ότι το ποσό των 147.000 € καταβλήθηκε από την ΕΑΣ και όχι από το Δημόσιο, εφόσον οι διατάξεις του ν. 1608/1950 εφαρμόζονται, όπως αναφέρθηκε, όταν η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 €, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Και ε) η αιτίαση ότι ο αναιρεσείων, που φέρεται ότι παρείχε συνδρομή ως παρένθετο πρόσωπο τη διάπραξη της δωροδοκίας, διαβιβάζοντας την απαίτηση του φυσικού αυτουργού προς καταβολή δώρου και παραλαμβάνοντας το δώρο, τιμωρείται όχι ως άμεσος, αλλά ως απλός συνεργός δωροδοκίας είναι αβάσιμη, γιατί οι ενέργειες του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξης (διαπραγματεύσεις, είσπραξη του δώρου για λογαριασμό του αυτουργού) συνιστούν άμεση και όχι απλή συνδρομή στην πράξη της παθητικής δωροδοκίας, την οποία τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 141 και 366 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στα πρακτικά συνεδρίασης του ποινικού δικαστηρίου καταχωρίζεται σε συντομία, εκτός άλλων, και η απολογία του κατηγορουμένου, χωρίς να απαιτείται η καταχώρηση ιδιαίτερα των ερωτήσεων, που υποβάλλονται στον κατηγορούμενο, μετά το πέρας της απολογίας του, αρχικά από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα και τους δικαστές και, στη συνέχεια, από τους υπόλοιπους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, οι οποίοι υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, καθώς επίσης και ολοκληρωμένων των απαντήσεων που δίδει ο κατηγορούμενος στις ερωτήσεις αυτές, εκτός αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να καταχωριστεί ορισμένη απάντησή του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά την απολογία του αναιρεσείοντος ως κατηγορουμένου, ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελέας και οι Δικαστές υπέβαλαν σχετικές ερωτήσεις προς αυτόν και εκείνος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία του. Μετά το Πρόεδρος έδωσε το λόγο στους διαδίκους και τους συνηγόρους τους για να απευθύνουν, μέσω αυτού, αν είχαν, ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο και αυτοί υπέβαλαν ερωτήσεις. Το ότι η επισήμανση αυτή του γεγονότος της υποβολής ερωτήσεων προς τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, στις οποίες ασφαλώς αυτός απάντησε, αφού δεν αναγράφεται, σύμφωνα με το άρθρο 366 παρ. 3 εδ. τελ. Κ.Π.Δ., στα πρακτικά σχετική άρνησή του, γίνεται μετά το κείμενο της απολογίας, που έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά, δεν σημαίνει ότι στο κείμενο της απολογίας δεν έχουν περιληφθεί με συντομία οι σχετικές απαντήσεις του κατηγορουμένου στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν σ' αυτόν, ούτε ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτές ως μέρος της απολογίας του. Και ναι μεν στην ως άνω επισήμανση ως προς τις ερωτήσεις που υπέβαλαν, μέσω του Προέδρου, οι λοιποί διάδικοι και οι συνήγοροι δεν αναγράφεται η φράση ότι "ο κατηγορούμενος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία", φράση η οποία επισημαίνεται στις ερωτήσεις που υπέβαλαν ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελέας και οι Δικαστές, όμως, από μόνη τη διατύπωση αυτή, δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν απάντησε στις ερωτήσεις των διαδίκων και των συνηγόρων τους, ούτε ότι οι απαντήσεις του δεν καταχωρήθηκαν με συντομία στο κείμενο της απολογίας του ή, πολύ περισσότερο, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Πενταμελές Εφετείο ως μέρος της απολογίας του. Επομένως, η, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, μερικότερη αιτίαση, ότι στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν περιέχονται οι απαντήσεις που έδωσε ο αναιρεσείων κατά την απολογία του ως κατηγορούμενος στις ερωτήσεις που υπέβαλαν προς αυτόν οι λοιποί διάδικοι και οι συνήγοροί τους, με επακόλουθο το Δικαστήριο της ουσίας να μη λάβει υπόψη, ως αποδεικτικό στοιχείο, το μέρος αυτό της απολογίας του, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμη και απορριπτέα, τοσούτω μάλλον, καθόσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως, το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του, έλαβε υπόψη, εκτός άλλων, και την απολογία του αναιρεσείοντος. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Δημόσιο νομιμοποιείται σε παράσταση πολιτικής αγωγής τόσο για την υλική ζημία, όσο και για την ηθική βλάβη που υπέστη από το αδίκημα, λόγω της μείωσης του κύρους των υπηρεσιών του και αν τούτο δεν δηλώνεται σαφώς, αλλά ζητείται απλώς η αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Μπορεί, ακόμη, να παρασταθεί σωρευτικώς και για τις δύο αξιώσεις, χωρίς να προσαπαιτείται και ο προσδιορισμός του ποσού της απαιτήσεώς του. Δεν χρειάζεται δε ειδική μνεία στην αιτιολογία της αποφάσεως ότι η ηθική βλάβη του Δημοσίου αναφέρεται στη μείωση του κύρους των υπηρεσιών του, ενώ το μέγεθος της υλικής ζημίας αυτού δύναται να συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, το Ελληνικό Δημόσιο παρέστη ως πολιτικώς ενάγον κατά των κατηγορουμένων (του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του) και ζήτησε "ως χρηματική ικανοποίηση 6.000 ευρώ με επιφύλαξη για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης και για κάθε υλική ζημία που αποδειχθεί από τη διαδικασία ότι υπέστη το δημόσιο από την πράξη για την οποία κατηγορούνται". Από τη διατύπωση αυτή της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, συνάγεται ότι αυτό ζήτησε να του επιδικασθεί το ανωτέρω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ένδικη αδικοπραξία και όχι ως αποζημίωση για υλική ζημία. Με αυτή την έννοια, το Πενταμελές Εφετείο επιδίκασε στο πολιτικώς ενάγον, σε βάρος των κατηγορουμένων που καταδικάσθηκαν (του αναιρεσείοντος και του Χ2), ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 5.000 € με την αιτιολογία ότι "κατά την κρίση του δικαστηρίου η αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος είναι νόμιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και να επιδικασθεί υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) Ευρώ εις ολόκληρον, ...". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του, και ως προς το κεφάλαιο αυτό, την από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι η αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος (που αφορά, όπως αναφέρθηκε μόνο χρηματική ικανοποίηση και όχι και αποζημίωση) είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, και ο σχετικός, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί η κρίση για την επιδίκαση του ως άνω ποσού δεν αιτιολογείται, ενώ δεν προσδιορίζεται ποιο επί μέρους ποσό επιδικάζεται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ποιο για αποζημίωση λόγω υλικής ζημίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ως προς το πολιτικό μέρος της αποφάσεως, μπορούν να προταθούν ως λόγοι αναιρέσεως, εκτός από τους λόγους της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, και οι λόγοι αναιρέσεως οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, εκτός από το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ που επιδίκασε στο παραστάν ως πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επιδίκασε και νόμιμους τόκους επί του ποσού αυτού, χωρίς να έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα από το Ελληνικό Δημόσιο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως. Επομένως, ο τελευταίος λόγος της αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 510 παρ. 2 ΚΠοινΔ και 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, ως προς το μέρος της που επιδίκασε τόκους επί της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως (τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει στην περ. Η' της παρ. 1 του άρθρου 510 του ΚΠΔ), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, μη συντρεχούσης περιπτώσεως παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση, πρέπει να απαλειφθεί με την παρούσα απόφαση η περί τοκοδοσίας διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει, κατ` άρθρο 514 εδ. τελ. ΚΠΔ, να παραγγελθεί η παράθεση στην προσβαλλομένη απόφαση και της διατάξεως της παρ.1εδ. α του άρθρου 1 του ν.1608/1950, όπως ισχύει, που εφαρμόσθηκε, η οποία, όπως αναφέρθηκε, παραλείφθηκε από παραδρομή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 244/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά τη διάταξή της που επιδίκασε τόκους επί της επιδικασθείσης στο πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο χρηματικής ικανοποιήσεως. ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ την ανωτέρω διάταξη της ίδιας αποφάσεως.
ΠΑΡΑΓΓΕΛΛΕΙ να παρατεθεί στην υπ' αριθ. 244/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, στη σελίδα 32, και η παρ.1 εδ. α του άρθρου 1 του ν.1608/1950, όπως ισχύει, που προβλέπει την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 13 Ιουλίου 2009 (με αριθ. πρωτ. 5927/2009) αίτηση του Χ1. περί αναιρέσεως της ίδιας ως άνω (υπ' αριθ. 244/2009) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για άμεση συνεργεία σε παθητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950. Στοιχεία του εγκλήματος. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Δεν απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Δεν ασκεί επιρροή, για τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του ν. 1608/1950, το γεγονός ότι ο δράστης πέτυχε παράνομο όφελος μικρότερο του ποσού των 150.000 €, εφόσον επιδίωξε μεγαλύτερο από το ποσό αυτό. Δεν απαιτείται η καταχώρηση στα πρακτικά των ερωτήσεων που υποβάλλονται στον κατηγορούμενο από τους παράγοντες της δίκης και ολοκληρωμένων των απαντήσεων που δίνει αυτός, εκτός αν ο ίδιος ζήτησε να καταχωρηθεί κάποια απάντηση του. Παράσταση του Ελλ. Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος. Τι μπορεί να ζητήσει. Απόρριψη λόγου για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το ποσό που επιδικάσθηκε. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στα άρθρα 510 § 2 ΚΠΔ και 559 αρ. 9 ΚΠολΔ. Απάλειψη διατάξεως περί επιδικάσεως τόκων που δεν είχαν ζητηθεί. Παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση της διατάξεως της παρ.1 εδ. α του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, που από παραδρομή είχε παραλειφθεί.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δωροδοκία, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 558/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της 1871/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 28 Δεκεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1388/2009.
Αφού άκουσε
Τον αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 112 ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωση στη συζήτηση της υποθέσεως. Αν η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κυρία διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, στο άρθρο 322 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε απευθείας με κλητήριο θέσπισμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος. Ο Εισαγγελέας Εφετών οφείλει να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που θα φθάσει σ` αυτόν η έκθεση προσφυγής, απορρίπτοντας την προσφυγή ή διατάσσοντας προανάκριση ή και συμπλήρωση της προανάκρισης, που προηγήθηκε, μετά το πέρας της οποίας ή απορρίπτει την προσφυγή ή διατάσσει την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο. Μπορεί να παραγγείλει και την απ` ευθείας εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο, όταν δεν κρίνει αναγκαία τη συμπλήρωση της διεξαχθείσας προανάκρισης. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 307 και 320 ΚΠΔ προκύπτει ότι α) η προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος αποτελεί ειδικό ένδικο μέσο, επί του οποίου αποφαίνεται ο ιεραρχικά ανώτερος του παραπέμψαντος εισαγγελέας, το οποίο σκοπό έχει την ανατροπή της παραπομπής στο ακροατήριο, δηλαδή της κρίσης του αρμόδιου Εισαγγελέα ότι συντρέχουν οι προς τούτο ουσιαστικές προϋποθέσεις (επαρκείς ενδείξεις ενοχής), και όχι απλώς την προσβολή του κύρους της ταυτόχρονης κλήτευσης του κατηγορούμενου και της γνωστοποίησης σ` αυτόν της κατηγορίας, β) μόνο στην περίπτωση που έχει διαταχθεί αρχικά ή συνεπεία της προσφυγής προανάκριση ή συμπλήρωση αυτής διατηρεί ο Εισαγγελέας Εφετών το δικαίωμα της απόρριψης της προσφυγής εκ των υστέρων, αν θεωρήσει συμπληρωθείσες τις ενδείξεις, ενώ, αντίθετα, δέχεται την προσφυγή, όταν διατάσσει την υποβολή (εισαγωγή) της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο κατά το άρ. 245 παρ. 2 ΚΠΔ και γ) το συμβούλιο, στις περιπτώσεις αυτές, κρίνει για την υπόθεση (δηλαδή την κατηγορία), η οποία επανέρχεται στο στάδιο της προδικασίας και όχι της προσφυγής, δεν επικυρώνει δε με το τυχόν παραπεμπτικό βούλευμά του την αρχική παραπομπή δι` απευθείας κλήσης, που έχει ήδη ανατραπεί με τη θετική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών επί της προσφυγής. Ως εκ τούτου, μόνο στην περίπτωση απόρριψης της προσφυγής από τον Εισαγγελέα Εφετών διατηρούνται οι συνέπειες της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος για την έναρξη της κύριας διαδικασίας και την αναστολή της παραγραφής, ενώ, όταν γίνει δεκτή προσφυγή και παραπεμφθεί η υπόθεση στο συμβούλιο, μόνο από την κλήτευση του κατηγορούμενου μετά το παραπεμπτικό βούλευμα, κατά τους όρους του άρ. 320 ΚΠΔ, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται η αναστολή της παραγραφής, κατά το άρ. 113 παρ. 2 ΠΚ (Ολ. ΑΠ 1345/1988). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠΔ, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, στον κατηγορούμενο. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 320 και 321 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η μη έγκυρη επίδοση του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης προς εμφάνιση στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 ΚΠΔ, η οποία μπορεί να καλυφθεί, κατά το άρθρο 174 παρ.2, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για την έρευνα του παραδεκτού και της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στον αναιρεσείοντα επιδόθηκε νομότυπα το υπ` αριθ. 99/19.5.2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με το οποίο καλείτο αυτός (και ο συγκατηγορούμενός του Σ1) να εμφανισθεί στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, άσκησε αυτός την υπ` αριθ. 11/17.7.2006 προσφυγή, στην οποία όρισε αντίκλητο το δικηγόρο Αθηνών Σωτήριο Τσακαλώζο. Η προσφυγή αυτή, με το υπ` αριθ. 2802/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στο οποίο ο Εισαγγελέας Εφετών την εισήγαγε, απορρίφθηκε κατ` ουσίαν. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μετά την παραπομπή της υποθέσεως στο συμβούλιο, ήρθησαν οι συνέπειες από την οποιαδήποτε ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και η αναστολή της παραγραφής επέρχεται από την κλήτευση του κατηγορουμένου μετά το ως άνω παραπεμπτικό βούλευμα. Το τελευταίο πράγματι επιδόθηκε στον ανωτέρω αντίκλητο του αναιρεσείοντος, με θυροκόλληση (βλ. από 11.11.2006 αποδεικτικό της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ...). Και ναι μεν δεν προκύπτει ότι το βούλευμα επιδόθηκε και στον ίδιο τον αναιρεσείοντα, πλην οι συνέπειες από την μη επίδοση αυτού έχουν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αρθεί, καθόσον ο αναιρεσείων δεν πρότεινε τη μη επίδοση στον ίδιο του βουλεύματος ούτε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ούτε με την υπ` αριθ. 46/12.2.2008 έκθεση εφέσεώς του ούτε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλά, κατά τη δικάσιμο της 6.3.2009 εμφανίσθηκε ο ίδιος στο ακροατήριο και δεν εναντιώθηκε στην πρόοδο της δίκης, την προτείνει δε για πρώτη φορά με το δικόγραφο προσθέτων λόγων της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την, κατά τα κατωτέρω, απόρριψη του ισχυρισμού του περί ακυρότητας των από 10.2.2009 και 29.1.2009 αποδεικτικών επιδόσεως, προέβαλε ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενος ότι "έχει συμπληρωθεί πενταετία, πάσχει η επίδοση, δεν έχει επιδοθεί ποτέ". Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε την ένσταση παραγραφής με την εξής αιτιολογία: "Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ. το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελήματος είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος Χ1 διατείνεται ότι η πράξη για την οποία κατηγορείται (πλαστογραφία, άρθρο 216 παρ. 1 β' του Π.Κ.) υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, καθόσον ουδέποτε του επιδόθηκε νόμιμα το παραπεμπτικό βούλευμα. Η ένσταση παραγραφής είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, από το με ημερομηνία 11/11/2006 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ...., προκύπτει ότι την ημερομηνία αυτή του επιδόθηκε νόμιμα αντίγραφο του 2802/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η από 11/17/Ιουλίου 2006 προσφυγή του ως άνω κατηγορουμένου, κατά του 99/2006 κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα (λόγω ειδικής δωσιδικίας), για να δικασθεί για το πλημμέλημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με χρήση, που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 1/5/2002 έως 21/5/2002. Η παραπομπή αυτή ήταν αμετάκλητη, καθόσον δεν επιτρέπεται αναίρεση (τυχόν αναίρεση που θα ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ.), σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, στο οποίο ορίζεται ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, όταν ο κατηγορούμενος παραπέμπεται για αδίκημα σε βαθμό πλημμελήματος δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση, εκτός αν υπάρχει αντίθετη ρητή διάταξη νόμου, περίπτωση που δεν υφίσταται στην κρινόμενη υπόθεση (...). Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση κατά του ως άνω βουλεύματος (την από 14/11/2006 με αριθμ.132/2006) την οποία και μόνο προσκομίζει χωρίς να κάνει μνεία για έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) για την αναίρεση αυτή, αν και παρήλθε χρονικό διάστημα 21/2 ετών, δεν μεταβάλλει τα προεκτεθέντα, καθόσον, δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά του ως άνω βουλεύματος. Άλλωστε, ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι το ως άνω βούλευμα δεν κατέστη αμετάκλητο. Με την αμετάκλητη ως άνω παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα επήλθε αναστολή της παραγραφής για τρία ακόμη έτη και η πράξη που του αποδίδεται, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από την 1/5/2002 έως την 25/5/2002 παραγράφεται πλέον με την πάροδο οκτώ (8) ετών και όχι πέντε (5) όπως αβασίμως διατείνεται ο ως άνω εκκαλών". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε τις νομικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν κα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείντος περί παραγραφής της πράξεως, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η κύρια διαδικασία άρχισε και η αναστολή της παραγραφής επήλθε από την κλήτευση του αναιρεσείοντος μετά το παραπεμπτικό υπ` αριθ. 2802/2006 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η οποία, όπως έχει εκτεθεί, ήταν νομότυπη και έλαβε χώραν στις 11.11.2006, δηλαδή πριν συμπληρωθεί πενταετία από τον φερόμενο χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε (χρονικό διάστημα από 1.5.2002 μέχρι 25.5.2002). Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, πρώτος λόγος και υπό στοιχ. Β' πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των περί αναστολής της παραγραφής νομικών διατάξεων και συγκεκριμένα γιατί εσφαλμένα απορρίφθηκε η ειρημένη ένστασή του, καθόσον α) τόσο το υπ` αριθ. 99/19.5.2006 κλητήριο θέσπισμα, όσο και το υπ` αριθ. 2802/23.10.2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν επιδόθηκαν στον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο του Σωτήριο Τσακαλώζο με αποτέλεσμα να υπάρχει ακυρότητα της επιδόσεως και να μη έχει αρχίσει η κυρία διαδικασία και η αναστολή της παραγραφής και β) ότι δεν επιδόθηκε στον ίδιο τον αναιρεσείοντα καθόλου αντίγραφο του ως άνω βουλεύματος και, κατά συνέπειαν, δεν έχει ανασταλεί η παραγραφή, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 170 παρ.1 ΚΠοινΔ, η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο. Κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β` του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 170 παρ.1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 155 παρ.1,2, 161 παρ. 1, 170 παρ.1, 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ.2, 321 παρ. 4 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως της κλήσεως του κατηγορουμένου προς εμφάνιση στο ακροατήριο, είναι και η μη αναγραφή στο αποδεικτικό της επίδοσης, σε περίπτωση θυροκολλήσεως του εγγράφου, ότι δεν βρέθηκε στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή κάποιος από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διέμεναν μαζί του ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, καθώς και η μη υπογραφή του αποδεικτικού από εκείνον που ενεργεί την επίδοση. Ως υπογραφή νοείται η ιδιόχειρη γραφή του ονόματος και του επωνύμου, χωρίς να αποκλείεται η συγκοπή συλλαβών, εφόσον αυτή συνηθίζεται από τον υπογράφοντα, δεν μεταπίπτει σε μονογραφή και δεν αποκλείει τη διακρίβωση της ταυτότητάς του. Κατά το αρ. 174 παρ. 2 του ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο αρ. 166 παρ. 3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης και να επικαλεσθεί τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του ή του εισαγωγικού δικογράφου ή της κλήσεως μόλις εμφανισθεί και μέχρι την έναρξη της συζήτησης (εκδίκασης) της υποθέσεώς του, διαφορετικά καλύπτεται η ακυρότητα και δεν μπορεί να προταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Μετά την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως, που συντελείται με την απαγγελία της κατηγορίας ή την ανάπτυξη της έφεσης από τον εισαγγελέα, δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα και μάλιστα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλ. μέχρι την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα. Τούτο συνάγεται και από τις διατάξεις των αρ. 68 και 126 ΚΠΔ, στις οποίες, εν αντιθέσει με την ειδική διαφορετική διατύπωση του αρ. 174 παρ. 2, προβλέπεται ότι η δήλωση της πολιτικής αγωγής και η ένσταση κατά τόπον αναρμοδιότητας μπορεί να υποβληθούν μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Από αυτά προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί ο ίδιος και ζητήσει αναβολή κατ` άρθρο 349 ΚΠΔ (π.χ. λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του) χωρίς, όμως, να προβάλει αντιρρήσεις ως προς τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως, κατά παραδοχήν δε του αιτήματός του, αναβληθεί η δίκη σε ρητή δικάσιμο, η οποιαδήποτε ακυρότητα της επιδόσεως καλύπτεται, καθόσον, κατ` άρθρο 349§1 ΚΠΔ, η ανακοίνωση της αναβολής επέχει θέση κλητεύσεως και, επομένως, το αποδεικτικό απώλεσε την ισχύ του και οι τυχόν ακυρότητές του καλύφθηκαν μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου που ανέβαλε σε ρητή δικάσιμο. Το ίδιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση που αναβληθεί η συζήτηση σε ρητή δικάσιμο για σημαντικό αίτιο που αναγγέλθηκε στο Δικαστήριο από το συνήγορο αυτού ή άλλο πρόσωπο (άγγελο), για λογαριασμό του απόντος κατηγορουμένου, οπότε η περί αναβολής απόφαση επέχει μεν θέση κλητεύσεως του κατηγορουμένου, αλλά η τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν καλύπτεται κατά τα άρθρα 162 και 174 του ΚΠοινΔ, από την παρουσία και μόνον, ως απλού αγγέλου, απεσταλμένου δικηγόρου του απουσιάζοντος κατηγορουμένου, που αναγγέλλει απλώς το κώλυμα του τελευταίου και υποβάλλει αίτημα αναβολής για σημαντικά αίτια, η οποία αναβολή και δίδεται από το Δικαστήριο σε ρητή νέα δικάσιμο, διότι η αντιπροσώπευση του απόντος κατηγορουμένου από άγγελο που ζητεί για λογαριασμό του αναβολή της δίκης περιορίζεται, κατά νόμο, μόνο στην ενέργεια αυτή και δεν ισοδυναμεί με αυτοπρόσωπη παρουσία του κατηγορουμένου, ο οποίος μπορεί, στην περίπτωση, αυτή, κατά την μετ` αναβολήν δικάσιμο, να προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης λόγω ακυρότητας της επιδόσεως της κλήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προέβαλε αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, ισχυριζόμενος ότι το από 29.1.2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον ίδιο είναι άκυρο, γιατί έγινε θυροκόλληση χωρίς να αναφέρεται ότι εκείνος που ενήργησε την επίδοση δεν βρήκε στην οικία του τη σύζυγό του ή άλλα πρόσωπα και γιατί δεν υπάρχει η υπογραφή του προσώπου που επέδωσε και του μάρτυρος, δηλαδή ολόκληρο το βαπτιστικό όνομα και το επίθετο, αλλά υπάρχει μόνο μονογραφή των προσώπων αυτών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε τις αντιρρήσεις αυτές με την εξής αιτιολογία: "Η 379/2008 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με κατάλογο μαρτύρων, με την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε να εμφανιστεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 6/3/2009 και, μετ' αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στον αντίκλητο αυτού Σ. Τσακαλώζο, όπως προκύπτει, α) από το με ημερομηνία 29/1/2009 αποδεικτικό επίδοσης που έχει συνταχθεί από τον αστυφύλακα ... στο οποίο αναφέρονται όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία, και, εκτός των άλλων, το ονοματεπώνυμό του καθώς και η ιδιότητά του (με σφραγίδας), καθώς και η μονογραφή του κάτω από τη φράση "επέδωσα την κλήση", χωρίς να απαιτείται η αναγραφή ολόκληρου του ονοματεπωνύμου του στο σημείο αυτό. Τα ίδια ισχύουν και για τη μάρτυρα ...., αρχιφύλακα, η οποία ήταν παρούσα κατά τη θυροκόλληση της ως άνω κλήσης, όπου κάτω από τη λέξη "Ο μάρτυς" έχει τεθεί η σφραγίδα της με το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά της και έχει τεθεί η μονογραφή της και β) από το με ημερομηνία 10/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον αντίκλητο αυτού (Σωκράτη Τσακαλώζο), που έχει συνταχθεί από τον αστυφύλακα ...., το οποίο φέρει όλα τα από το νόμο ως άνω απαιτούμενα στοιχεία [το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητά του (με σφραγίδα), και τη μονογραφή του, καθώς και την υπογραφή του μάρτυρος ....(αστυφύλακα), ο οποίος ήταν παρών κατά τη θυροκόλληση] και ως εκ τούτου ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται περί του προσώπου που προέβη στην ως άνω επίδοση. Βέβαια στο από 29/1/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο του αστυφύλακα ..., αναφέρεται ότι, " ...αφού δεν βρήκα τον ίδιο θυροκόλλησα την κλήση παρουσία της μάρτυρος ... (Αρχιφύλακας Π.Σ.)...". Η σχετική όμως ακυρότητα από τη μη αναφορά στο ως άνω αποδεικτικό επίδοσης, ότι η θυροκόλληση έγινε γιατί στον τόπο της κατοικίας του κατηγορουμένου δεν βρέθηκε κάποιος από εκείνους, που έστω και προσωρινά διέμεναν μαζί του (άρθρο 155 παρ.1 εδ. β' Κ.Π.Δ.) καλύφθηκε, όπως από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 1, 173, 174 παρ.2 και 349 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, με την εμφάνιση του ίδιου του κατηγορουμένου κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 6/3/2009 ) και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο κατηγορούμενος ουδέν ανέφερε περί μη νομίμου κλητεύσεώς του και δεν αντέλεξε για το λόγο αυτό στην πρόοδο της δίκης ,αλλά επικαλούμενος ότι ο δικηγόρος του Σωτήριος Τσακαλώζος "... ευρίσκεται στα Οινόφυτα σε σύσκεψη με αντιπροσώπους από την Τζέντα..." ζήτησε αναβολή για το σημαντικό ως άνω αίτιο, που αφορούσε τον ως άνω συνήγορό του. Το Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα του κατηγορουμένου και ανέβαλε την εκδίκαση της τώρα δικαζόμενης υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο (για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας 3/6/2009). Επιπλέον, από την ως άνω ακυρότητα που δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο κατά τη δικάσιμο της 6/3/2009, ουδεμία βλάβη προξενήθηκε στην υπεράσπισή του (ούτε ο ίδιος διατείνεται ότι υπέστη βλάβη) αφού ο ίδιος γνώριζε κατά την ημερομηνία αυτή (6/3/2009) για την κλήτευσή του στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου για την εκδίκαση της έφεσής του και το παραπάνω υποβληθέν αίτημα αναβολής συνδέθηκε με το σημαντικό αίτιο της απουσίας του δικηγόρου του Σ. Τσακαλώζου, όπως με το πρόσωπο αυτό (συνταξιοδότηση του ως άνω δικηγόρου) συνδέθηκε το αίτημα αναβολής, που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, το οποίο και απορρίφθηκε, με απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, και όχι με την αδυναμία υπεράσπισής του λόγω της ως άνω ακυρότητας της κλήτευσής του". Με τις παραδοχές αυτές και την απόρριψη των αντιρρήσεων για την πρόοδο της δίκης του αναιρεσείοντος, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς έκρινε ότι η οποιαδήποτε ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν της υπ` αριθ. 379/2008 κλήσεως (γιατί στο αποδεικτικό δεν αναγραφόταν ότι η θυροκόλληση έγινε γιατί στον τόπο της κατοικίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου δεν βρέθηκε κάποιος από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διέμεναν μαζί του) καλύφθηκε από την εμφάνισή του κατά τη δικάσιμο της 6.3.2009, από την οποία η δίκη αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3.6.2009 κατ` άρθρο 349 ΚΠΔ (λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτηρίου Τσακαλώζου), και μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης, δεδομένου ότι, μετά την έκδοση της αναβλητικής αποφάσεως, το ως άνω αποδεικτικό απώλεσε την ισχύ του. Τα αυτά ισχύουν και για την επικαλούμενη ακυρότητα της επιδόσεως γιατί στο αποδεικτικό δεν υπάρχει η υπογραφή του προσώπου που επέδωσε και του μάρτυρα, αλλά υπάρχει μόνο η μονογραφή των προσώπων αυτών. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο της ουσίας, ορθώς ερμηνεύον τις παραπάνω νομικές διατάξεις, έκρινε ότι δεν απαιτείτο η αναγραφή ολοκλήρου του ονοματεπωνύμου των εν λόγω προσώπων και κάτω από τη φράση "επέδωσα την κλήση" και "ο μάρτυς" αντιστοίχως, αφού ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται για την ταυτότητα αυτών. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Β' και Η' ΚΠΔ, υπό στοιχ. Δ' πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί, καθ` υπέρβαση εξουσίας, το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τις αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος και προχώρησε στην πρόοδο της δίκης, κρίναν ότι η ως άνω σχετική ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως προς τον αναιρεσείοντα καλύφθηκε αφού αναβλήθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως και δεν ήταν πλέον δυνατόν να εναντιωθεί αυτός στην πρόοδο της δίκης, ενώ περιέπεσε και στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, γιατί δεν απάντησε στην ακυρότητα του αποδεικτικού επιδόσεως συνεπεία του ότι αυτό στερείτο της υπογραφής του επιδόσαντος και του μάρτυρα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349§1 εδ. α, β, γ, δ, ε, στ και ζ ΚΠΔ, όπως ισχύει, "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, μόνον αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται αναλυτικά και αιτιολογημένα στην απόφαση της αναβολής. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία ανακοινώνει το δικαστήριο στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτή κλητεύονται μόνον οι απόντες". Σύμφωνα δε με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για σημαντικά αίτια ή περί αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την απορριπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δικηγόρος, που εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χωρίς συνήγορο, όταν άρχισε η συνεδρίαση της 3.6.2009 υπέβαλε στο Δικαστήριο, μετά την ανάπτυξη της εφέσεώς του από τον Εισαγγελέα και την εκφώνηση από την Πρόεδρο των ονομάτων των μαρτύρων και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αίτημα αναβολής της δίκης, κατ` άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω απουσίας του συνηγόρου του Σωτηρίου Τσακαλώζου, που ήδη ήταν συνταξιούχος, για το λόγο ότι αυτός είχε στα χέρια του τη δικογραφία και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν είχε προλάβει να ενημερωθεί και να διορίσει άλλο δικηγόρο. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, από το Δικαστήριο, με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος - εκκαλών Χ1 δικηγόρος ισχυρίσθηκε ότι είχε συνήγορο υπεράσπισης το δικηγόρο Σωτήριο Τσακαλώζο, ο οποίος είχε στα χέρια του την παρούσα δικογραφία και ο οποίος τώρα έχει συνταξιοδοτηθεί και ότι δεν πρόλαβε να διορίσει άλλον δικηγόρο, γιατί απουσίαζε για οικογενειακούς λόγους και δεν μπόρεσε να ενημερωθεί, γι' αυτό ζητεί αναβολή προκειμένου να διορίσει άλλον δικηγόρο. Το αίτημα αυτό, ανεξάρτητα από την αοριστία του, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου δεν συντρέχουν σημαντικά αίτια τα οποία ανάγονται στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του παραπάνω κατηγορουμένου. Τούτο δε γιατί ο εν λόγω κατηγορούμενος ουδέν αποδεικτικό στοιχείο επικαλέστηκε και προσκόμισε από το οποίο να προκύπτει, ότι ο ανωτέρω δικηγόρος συνταξιοδοτήθηκε, σε καταφατική περίπτωση πότε συνταξιοδοτήθηκε, πότε και για πόσο χρονικό διάστημα απουσίαζε ο ίδιος "και δεν μπόρεσε να ενημερωθεί" για την τώρα δικαζόμενη υπόθεσή του και αν αυτό το χρονικό διάστημα συνέχεται με το χρόνο συνταξιοδότησης του ως άνω συνηγόρου του ή όχι. Δηλαδή ο Β' κατηγορούμενος ουδέν αποδεικτικό στοιχείο επικαλέστηκε και προσκόμισε από το οποίο να προκύπτει ότι δεν είχε τα χρονικά περιθώρια, από της συνταξιοδότησης του συνηγόρου του έως και τη σημερινή δικάσιμο, να διορίσει άλλον συνήγορο υπεράσπισης. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6/3/2009, για τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης του κατηγορουμένου κατά της 845/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα, ο τελευταίος ζήτησε αναβολή, λόγω σημαντικών αιτίων, που ανάγονταν στο πρόσωπο του ως άνω συνηγόρου (της απουσίας του "... στα Οινόφυτα σε σύσκεψη με αντιπροσώπους από την Τζέντα...") και το αίτημα αυτό έγινε δεκτό κατ' ουσίαν, γιατί είχε αποσταλεί σχετικό φαξ από τον Σ. Τσακαλώζο, και η υπόθεση αναβλήθηκε, λόγω των σημαντικών ως άνω αιτίων, σε ρητή σύντομη δικάσιμο (τη σημερινή). Άξιο μνείας είναι επίσης το γεγονός ότι ενώ ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι "δεν μπόρεσε να ενημερωθεί" για τη δικαζόμενη υπόθεση, "... γιατί τον φάκελο τον έχει ο Τσακαλώζος ...", ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπεράσπισε μόνος του τον εαυτό του, προβάλλοντας αυτοτελείς ισχυρισμούς και ενστάσεις, μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης, με την επίκληση από τον κατηγορούμενο ότι ο συνήγορός του Ιωάννης Σταμούλης είχε πρόσφατα αποβιώσει". Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, μετά την υποβολή διαφόρων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων, καθώς και αιτήσεων εξαιρέσεως των μελών της συνθέσεως του Δικαστηρίου (που απορρίφθηκαν), κατά τη δικάσιμο της 16.6.2009, για την οποία διακόπηκε η συνεδρίαση μετά την 3.6.2009 και 11.6.2009, και μετά την εξέταση των πολιτικώς εναγόντων, υπέβαλε αίτημα αναβολής (για κρείσσονες αποδείξεις) για να κληθούν οι μάρτυρες ... και .... Το αίτημα αναβολής αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε για ποιούς συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία η μαρτυρία των προσώπων αυτών. Επομένως, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του. Παρά ταύτα, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Το αίτημα του δευτέρου κατηγορουμένου για κλήτευση των μαρτύρων ...(συνεργάτη του δικηγόρου) και ... (διενήργησε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη σε ορισμένες αποδείξεις που αφορούν την υπόθεση και η πλαστογραφία ή μη αυτών αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης) θα πρέπει να απορριφθεί, καθόσον κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, για τη διαλεύκανση της κρινόμενης υπόθεσης δεν κρίνεται αναγκαία η κλήτευση των δύο τελευταίων μαρτύρων (είχε ζητηθεί η κλήτευση και του αρχικώς απολιπομένου ..., ο οποίος, τελικά, προσήλθε και εξετάσθηκε)...και το δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της ως άνω υπόθεσης από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.)".
Τέλος, κατά την, μετά από διακοπή, δικάσιμο της 23.6.2009, υπέβαλε αίτημα διακοπής της δίκης για 4 ημέρες, γιατί δεν είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία και παρέδωσε στην Πρόεδρο το από 19.6.2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του Νοσοκομείου "..." και την από 22.6.2009 βεβαίωση του ειδικού παθολόγου ιατρού ...., τα οποία αναγνώσθηκαν. Το Δικαστήριο απέρριψε και το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα του κατηγορουμένου Χ1 για διακοπή της δίκης, για το λόγο ότι δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αφού δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι γίνεται δυσχερής η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του. Ο κατηγορούμενος προσκόμισε το με ημερομηνία 19/6/2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του νοσοκομείου " ..." στο οποίο αναφέρεται ότι στις 16/6/2009 ο κατηγορούμενος εξετάστηκε στα επείγοντα ιατρεία του ... (καρδιολογικό) για λιποθυμικό επεισόδιο, στηθαγχικό άλγος, χρόνια ισχαιμική καρδιοπάθεια και του συνεστήθη αποφυγή stress και ψυχολογικών συγκινήσεων και έντασης. Από μόνο το ως άνω πιστοποιητικό, το οποίο αναφέρεται στην εξέταση του κατηγορουμένου επτά (7) ημέρες πριν από τη σημερινή δικάσιμο, όταν μετέβη στα επείγοντα περιστατικά του ανωτέρω νοσοκομείου για το λιποθυμικό επεισόδιο που συνέβη στις 16/6/2009, στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου και στο οποίο γίνεται μνεία για την κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου κατά την 16/6/2009, δεν μπορεί να συναχθεί ότι κατά τη σημερινή δικάσιμο (23/6/2009) η υγεία του παρουσιάζει σοβαρή διαταραχή εξαιτίας της οποίας καθίσταται δυσχερής η παρουσία του στη δίκη. Άλλωστε το μόνο που συνεστήθη στον κατηγορούμενο ήταν η αποφυγή stress και ψυχολογικών συγκινήσεων και έντασης, χωρίς να προσδιορίζεται η διάρκεια. Από την αυτοψία δε του κατηγορουμένου δεν διαπιστώνεται σοβαρή διαταραχή της υγείας του εξαιτίας της οποίας είναι δυσχερής η παρουσία του στη δίκη". Η αιτιολογία δε αυτή, με την οποία απορρίφθηκαν τα ως άνω αιτήματα, είναι ειδική, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη, αφού μνημονεύονται, στα παραπάνω επί μέρους σκεπτικά, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Δικαστήριο, για να καταλήξει στις παραπάνω αντίστοιχες απορριπτικές κρίσεις του, αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα των εν λόγω αιτημάτων αναβολής και διακοπής της δίκης, αναφέρονται δε και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση αυτή. Και ναι μεν στο σκεπτικό επί του αιτήματος για τη διακοπή δεν μνημονεύεται ειδικά και η από 22.6.2009 βεβαίωση του ειδικού παθολόγου ιατρού ... (αλλά μόνο το από 19.6.2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του Νοσοκομείου "..."), πλην από τη μη ειδική αναφορά και αντίκρουση του περιεχομένου και της ιατρικής αυτής βεβαιώσεως δεν συνάγεται μη λήψη υπόψη και αυτού του εγγράφου, αφού μάλιστα το Δικαστήριο, αναφερόμενο και στις προηγούμενες σκέψεις του, με τις οποίες είχε απορριφθεί και προηγούμενο αίτημα του κατηγορουμένου στις 16.6.2009 για διακοπή της δίκης, προέβη, νόμιμα κατ` άρθρα 180 και 348 ΚΠΔ, σε αυτοψία και, στηριζόμενο στα άνω δύο ιατρικά πιστοποιητικά και στις από την επ` ακροατηρίου αυτοψία εντυπώσεις του, που παραδεκτά αναφέρει στο αιτιολογικό του, χωρίς ανάγκη συντάξεως ειδικής εκθέσεως αυτοψίας, αιτιολογεί πλήρως και επαρκώς ότι κατά τη συνεδρίαση της 23.6.2009 "δεν διαπιστώνεται σοβαρή διαταραχή της υγείας του εξαιτίας της οποίας είναι δυσχερής η παρουσία του στη δίκη" και η ουσιαστική αυτή παραδοχή του Δικαστηρίου, πλην της επαρκούς ή μη αιτιολογήσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικά, η έξαρση δε του πιστοποιητικού του κρατικού Νοσοκομείου έγινε λόγω της σπουδαιότητας και βαρύτητάς του έναντι της βεβαιώσεως του ιδιώτη ιατρού και δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκε υπόψη η τελευταία. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Β', Δ' και Η' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος και υπό στοιχ. Γ', Ε' και Στ' πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Πενταμελές Εφετείο α) καθ` υπέρβαση εξουσίας και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προχώρησε στην πρόοδο της δίκης και απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για διακοπή (και όχι για αναβολή, που αναγράφεται στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αφού, όπως προκύπτει από τη σελίδα 56 των πρακτικών, ο αναιρεσείων, με την επίκληση των ως άνω ιατρικών βεβαιώσεων, υπέβαλε αίτημα διακοπής, πράγμα, άλλωστε, που αναφέρει στον υπό στοιχ. Στ' πρόσθετο λόγο) της δίκης για λόγους υγείας του που προέκυπταν από τις ανωτέρω ιατρικές βεβαιώσεις, τα κείμενα των οποίων δεν καταχωρούνται αυτολεξεί στην απόφαση και δεν μνημονεύονται αποδεικτικά στοιχεία αναιρετικά των βεβαιώσεων αυτών, ενώ δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε και η από 22.6.2009 βεβαίωση του ειδικού παθολόγου ιατρού ..., με αποτέλεσμα η απόφαση να υποπέσει και στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, β) καθ` υπέρβαση εξουσίας και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προχώρησε στην πρόοδο της δίκης και απέρριψε το αίτημά του για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικού αιτίου που συνέτρεχε στο πρόσωπο του πληρεξουσίου του δικηγόρου Σ. Τσακαλώζου, παραβιάζοντας, έτσι, και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και γ) με την απόρριψη, με μη νόμιμη και ανεπαρκή αιτιολογία, του αιτήματος για την κλήση των προταθέντων μαρτύρων, υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, παραβιάζοντας και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ περί διεξαγωγής δίκαιης δίκης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η μερικότερη αιτίαση, που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι η απορριπτική κρίση για τα αιτήματα αναβολής στηρίχθηκε στον κίνδυνο παραγραφής της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξεως και ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δήλωσε, και μάλιστα με δυνατή φωνή, στον αναιρεσείοντα ότι "θα απορριφθούν όλες οι ενστάσεις που κάνει, γιατί επίκειται παραγραφή" είναι αβάσιμη, γιατί από κανένα σημείο των πρακτικών, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί για πλαστότητα, δεν προκύπτει ότι η αιτιολογία για την απόρριψη κάποιου αιτήματος στηρίχθηκε και στον κίνδυνο παραγραφής, η οποία, σημειωτέον, συνεπληρούτο μετά από χρονικό διάστημα 10 περίπου μηνών, ούτε ότι ελέχθη από την Πρόεδρο η παραπάνω φράση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Στο έγκλημα της πλαστογραφίας, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχει εκείνος που μπορεί να υποστεί ή υπέστη τις παραγόμενες από το πλαστό έγγραφο έννομες συνέπειες και τέτοιος πρωτίστως είναι εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή αλλοιώθηκε το γραπτό κείμενο, αλλά και καθένας άλλος που ζημιώνεται από τη χρήση αυτού. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η δήλωση ότι παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων "για χρηματική ικανοποίηση" αρκεί και είναι ορισμένη, καθόσον υπονοεί την παράσταση για ηθική βλάβη. Για το νομότυπο δε της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 502§1 εδ. τελ. του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", συνάγεται ότι η ιδιότητα του παραστάντος, νομότυπα, πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν παύει από το ότι αυτός εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να δηλώσει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να δηλώσει παραίτηση από αυτή, και αυτός εξετάζεται ως μάρτυρας χωρίς να ορκισθεί (άρθρο 221 περ. δ ΚΠΔ). Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 845/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο οι Ψ1 και Ψ2 και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση 44 € ο καθένας από κάθε κατηγορούμενο (τον Σ1, που ήδη έχει αθωωθεί, και τον αναιρεσείοντα) με επιφύλαξη και ότι διορίζουν πληρεξούσιό τους τον παρόντα δικηγόρο Διονύσιο Ζορμπά, ο οποίος αποδέχθηκε το διορισμό. Κατά της παραστάσεως αυτής, η οποία ήταν νομότυπη και αρκούντως ορισμένη, χωρίς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η ηθική βλάβη για την οποία ζητείτο η χρηματική ικανοποίηση, ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει αντιρρήσεις. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής δεν επαναλήφθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλην οι πολιτικώς ενάγοντες δεν παραιτήθηκαν από αυτήν, ήτοι από τις απαιτήσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν στους κατηγορουμένους, και, για το λόγο αυτό, εξετάσθηκαν χωρίς να ορκισθούν και τους επιδικάσθηκε η χρηματική ικανοποίηση που, νομότυπα, είχε ζητηθεί πρωτοδίκως, σε βάρος μόνο του αναιρεσείοντος (αφού ο συγκατηγορούμενος του, όπως αναφέρθηκε, αθωώθηκε). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς κρίθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, νομότυπη η παράσταση των Ψ1 και Ψ2 ως πολιτικώς εναγόντων, εξετάσθηκαν αυτοί χωρίς να ορκισθούν και τους επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση και ο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' και Η' περ. γ' ΚΠΔ, υπό στοιχ. Α' πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι, καίτοι οι ανωτέρω δεν υπέβαλαν δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αυτό τους προσέδωσε την ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων, τους εξέτασε ανωμοτί και τους επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ και η παράσταση πολιτικής αγωγής που δηλώθηκε πρωτοδίκως δεν περιείχε συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δήλωσαν παράσταση οι πολιτικώς ενάγοντες, τους λόγους στους οποίους στηρίζουν το δικαίωμα της παραστάσεώς τους και το είδος της ζημίας που έχουν υποστεί από την αξιόποινη πράξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση άλλου, με τη χρήση του, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 περίπτ. γ' ΠΚ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1805/1988, "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός? έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία". Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο. Επομένως, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο, και, συνεπώς, μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. 'Ετσι, και το έγγραφο αυτό, παρ` ότι δεν είναι πρωτότυπο, είναι δυνατόν να καταστεί υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης). Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Τέλος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 13 περ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια, δεν συμπίπτει κατ` ανάγκην με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και, επομένως, δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια, στο χώρο του ποινικού δικαίου το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο (Ολ ΑΠ 2/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφήρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1871/2009 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα, για πλαστογραφία με χρήση κατ` εξακολούθηση, η οποία, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2002 έως 25.5.2002, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Τα έγγραφα αυτά κατόπιν τα χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα ο (συγκατηγορούμενός του) Σ1 όφειλε στον εγκαλούντα Ψ1 για αποζημίωση χρήσεως του μισθίου το οποίο χρησιμοποιούσε ως αρτοποιείο, από Σεπτέμβριο 2001 έως Μάιο 2002, δεδομένου ότι είχε υπογραφεί συμφωνητικό λύσεως της μισθώσεως. Έχοντας ο κατηγορούμενος απόδειξη έγγραφη που χορηγήθηκε από τη Ψ2, θυγατέρα του εγκαλούντος και δικηγόρο - μηνύτρια, συνέταξε με βάση αυτή εξ υπαρχής δύο πλαστές αποδείξεις με φερόμενο χρόνο 24.1.2002 και 25.1.2002 θέτοντας την υπογραφή της πληρεξουσίας δικηγόρου και μηνύτριας Ψ2. Η μεν πρώτη απόδειξη με χρόνο 24.1.2002 και τόπο τον ... αφορά λήψη ποσού ενός εκατομμυρίου τριακοσίων χιλιάδων (1.300.000) δραχμών για μισθώματα των μηνών Μαρτίου έως και Δεκεμβρίου 2001 του μισθίου που βρίσκεται στο .... και υπογράφεται δήθεν από την Ψ2. Η δε δεύτερη απόδειξη - βεβαίωση ποσού 650.000 δραχμών υπογράφεται ως καταβληθέν από τον κατηγορούμενο, αφορά το παραπάνω μίσθιο, έχει ημερομηνία 25.1.2002 και στη θέση ο λαβών, την υπογραφή της Ψ2 και φέρει προγενέστερη ημερομηνία 6.12.2001. Σ` αυτές τις αποδείξεις έχει αποκόψει και απομονώσει τη σφραγίδα και υπογραφή της Ψ2, δικηγόρου, μηνύτριας και θυγατέρας του ιδιοκτήτη του μισθίου φούρνου και προ αυτού έχει γράψει το κείμενο, πράγμα που δεν έχει υπογράψει η φερόμενη (Ψ2) ούτε αφορά λήψη παρομοίων ποσών. Τις αποδείξεις αυτές κατήρτισε με σκοπό να παραπλανήσει τρίτους και το Δικαστήριο, ότι μειώθηκε το οφειλόμενο ποσό λόγω αποζημιώσεως εξαιτίας της μη εγκαίρου παραδόσεως στον εκμισθωτή του μισθίου φούρνου. Τις αποδείξεις αυτές σε επικυρωμένα αντίγραφα χρησιμοποίησε ο ίδιος όντας πληρεξούσιος δικηγόρος του (συγκατηγορουμένου του)Σ1 κατά τη μισθωτική διαφορά πελάτη του για να αποδείξει ότι οφείλεται ως αποζημίωση χρήσεως μικρότερο ποσό από το πράγματι οφειλόμενο και παραδίδοντας (αυτές) στον Σ1 για να τις χρησιμοποιήσει ο τελευταίος στις 18.1.2005 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών Αττικής". Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθά το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την καταδικαστική ως άνω για τον αναιρεσείοντα κρίση του για την αποδιδόμενη σ` αυτόν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση σε επικυρωμένα αντίγραφα των ως πλαστών φερομένων αποδείξεων, τα οποία αποτελούν έγγραφα και, κατά συνέπειαν, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της πλαστογραφίας στο χώρο του ποινικού δικαίου, και δεν ήταν απαραίτητο να ερευνηθεί αν τα εν λόγω έγγραφα ήταν σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Επομένως, ο υπό στοιχ. Ζ', από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνισταμένη στο ότι έγιναν δεκτές ως έγγραφα οι φωτοτυπικές αποδείξεις, χωρίς απόδειξη για την ύπαρξη πρωτοτύπου και γιατί οι φωτοτυπικές αποδείξεις δεν μπορούσαν να αποδείξουν απόσβεση της αξιώσεως αποζημιώσεως χρήσεως του Ψ1 κατά τις μνημονευόμενες διατάξεις του ΑΚ (των άρθρων 316, 317, 318, 417, 416), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον σχετικό, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, γιατί, κατά παραβίαση του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την υπ` αριθ. 63/2007 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, που προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, από τα πρακτικά της αποφάσεως, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε το ως άνω έγγραφο και ζήτησε την ανάγνωσή του, ότι η Διευθύνουσα τη συζήτηση αρνήθηκε να το αναγνώσει ή παρέλειψε να αποφανθεί και ότι κατά της αρνήσεως αυτής προσέφυγε στο Δικαστήριο και αυτό, παρά το νόμο, απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 εδ. α και β Κ.Π.Δ., "το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο, ο οποίος αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγούμενου εδαφίου". Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση πρόσβασης στο περιεχόμενο του δελτίου ποινικού μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου αποσκοπεί στο σχηματισμό καθαρής δικαστικής πεποίθησης που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποίησης σε βάρος του προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι, ώστε, η παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Η απαγόρευση, όμως, του άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ. δεν εμποδίζει τον κατηγορούμενο να ζητήσει ο ίδιος την ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου, προκειμένου να αξιοποιήσει υπέρ αυτού την ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών του, όπως για να ζητήσει την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, που ο ίδιος επιθυμεί να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του ποινικού του μητρώου, η προστατευτική για την υπεράσπισή του λειτουργία της διάταξης κάμπτεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εξαιτίας της οποίας ιδρύεται, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 § 1 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2§3 του ν. 2.479/1997, "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μια μόνη ή περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός και αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την από το δικαστήριο αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα απαιτείται, εκτός άλλων προϋποθέσεων, ο καταδικασθείς να μην έχει προηγούμενη ή προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστικές της ελευθερίας ποινές, οι οποίες υπερβαίνουν συνολικώς τους έξι μήνες. Η μια ή περισσότερες καταδίκες αυτές πρέπει να έχουν γίνει αμετάκλητες, είναι δε αδιάφορο, τόσο το πριν πόσο χρόνο καταγνώστηκαν οι ποινές αυτές, όσο και αν οι επιβληθείσες, μια ή περισσότερες, ποινές μετατράπηκαν σε χρηματικές ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, αποτίθηκαν, αφέθηκαν με χάρη, υπέκυψαν σε παραγραφή ή είχαν και αυτές ανασταλεί και παρήλθε ή όχι ο χρόνος δοκιμασίας. Τούτο δε περαιτέρω διότι, από τη γραμματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 102 § 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "αν η αναστολή δεν αρθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω (§1) ή δεν ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί", προκύπτει ότι η προβλεπόμενη σε αυτή συνέπεια της παρόδου του διαστήματος της αναστολής αφορά τη μη επιβολή ποινής, η οποία "θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί", όχι όμως και την ανυπαρξία καταδίκης, την οποία εκμηδενίζει μόνο η παροχή αμνηστίας. Στη λύση αυτή συνηγορεί και το άρθρο 104§1 του ΠΚ, που ορίζει ρητά ότι "η αναστολή της ποινής δεν απαλλάσσει τον καταδικασμένο από την πληρωμή των δικαστικών εξόδων, την αστική αποζημίωση και τη χρηματική ικανοποίηση", προβλέποντας, και στην περίπτωση μη άρσης ή μη ανάκλησης της αναστολής, την ισχύ της καταδικαστικής αποφάσεως ως τίτλου για την πληρωμή των δικαστικών εξόδων και την καταβολή της χρηματικής ικανοποιήσεως και της αστικής αποζημιώσεως. Ενόψει όλων των ανωτέρω, καθίσταται φανερό ότι η καταδίκη εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την πάροδο του χρόνου της αναστολής και, συνεπώς, για να χορηγηθεί νέα αναστολή για ποινή που επιβλήθηκε με μεταγενέστερη καταδίκη, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η προηγούμενη καταδίκη, έστω και ανασταλείσα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 574§2 περ. βε ΚΠΔ, στο ποινικό μητρώο αναγράφονται οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις ακόμη και αν έχει ανασταλεί η εκτέλεσή τους, στην περίπτωση, όμως, αυτή γίνεται ειδική μνεία. Εξάλλου, από την αυτή διάταξη του άρθρου 99 ΠΚ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία, σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά την απαγγελία της αποφάσεως για την ενοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ανέγνωσε το ποινικό μητρώο αυτού. Επομένως, αυτό δεν προκύπτει ότι είχε αποσφραγισθεί προηγουμένως και είχε ληφθεί υπόψη για την καταδικαστική κρίση και ο σχετικός υπό στοιχ. Η' πρόσθετος λόγος, κατά το σημείο με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ), συνισταμένη στο ότι το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος ήταν αποσφραγισμένο πριν από την περί ενοχής του απόφαση, χωρίς, πάντως, να αιτιάται αυτός ότι και είχε αναγνωσθεί και λήφθηκε υπόψη για την καταδικαστική κρίση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, από τα αυτά πρακτικά προκύπτει, ότι, μετά την ανάγνωση του ποινικού μητρώου (από το οποίο προέκυπτε ότι είχε επιβληθεί ήδη στον αναιρεσείοντα, για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ` εξακολούθηση, αμετακλήτως ποινή φυλακίσεως 2 ετών), ο Εισαγγελέας πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και να μετατραπεί, ενώ ο κατηγορούμενος ζήτησε την αναστολή, γιατί η ποινή που αναγραφόταν στο ποινικό του μητρώο δεν είχε καταστεί, ακόμη, αμετάκλητη. Στο σημείο εκείνο, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέκοψε τη συνεδρίαση για μια ώρα, για να προσκομισθεί, με την επιμέλεια της Εισαγγελίας, η σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου. Η τελευταία (η υπ` αριθ. 1772/2008) προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε. Κατόπιν, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για την αναστολή και μετέτρεψε την ποινή της φυλακίσεως 12 μηνών που επέβαλε σε χρηματική με την εξής αιτιολογία: "Από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου, που κηρύχθηκε ένοχος, και τις άλλες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων...Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παραπάνω ποινή σε χρηματική. Αν ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού και οι οικονομικοί πόροι του κατηγορουμένου που κηρύχθηκε ένοχος, πρέπει κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογιστεί προς (5) ευρώ. Ο κατηγορούμενος ζήτησε να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε, πλην όμως από το με ημερομηνία 24/7/2007 αντίγραφο του ποινικού του μητρώου προκύπτει ότι με την 1564/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ` εξακολούθηση. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η απόφαση αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και προσκόμισε τις από 25/1/2008 και 20/5/2008 βεβαιώσεις του ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου από τις οποίες προκύπτει ότι κατά της πιο πάνω απόφασης έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης και επί της τελευταίας δεν έχει εκδοθεί απόφαση. Όμως μετά τη διακοπή της συνεδρίασης για τη διερεύνηση του ζητήματος αυτού απεστάλη από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου η 1772/2008 απόφαση από την οποία προκύπτει ότι έχει απορριφθεί η αναίρεση κατά της 1564/2004 ως άνω απόφασης, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη από τις 7/7/2008". Ορθά, λοιπόν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για αναστολή της ποινής που του επέβαλε, αφού αυτός είχε προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε περιοριστική της ελευθερίας ποινής ανωτέρα των έξι μηνών, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι η ποινή εκείνη είχε ανασταλεί. Επομένως, ο αυτός πρόσθετος λόγος, κατά το, από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, σημείο, με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 102 ΠΚ και συγκεκριμένα γιατί το Δικαστήριο δεν ανέστειλε την ποινή που του επέβαλε, παρά το γεγονός ότι το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου ήταν υλικό αντικείμενο διανοητικής πλαστογραφίας γιατί η επιβληθείσα με την υπ` αριθ. 1654/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ποινή είχε ανασταλεί επί τριετία και δεν έπρεπε να αναγραφεί στο ποινικό μητρώο, ενώ και η απόφαση αυτή δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το γεγονός δε ότι ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως που, κατά τους ισχυρισμούς του, από παραδρομή δεν ερευνήθηκαν με την ως άνω υπ` αριθ. 1772/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκκρεμεί, δεν αίρει το αμετάκλητο της ειρημένης υπ` αριθ. 1654/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη δεδομένη στιγμή της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, γιατί η αίτηση επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως δεν είχε ασκηθεί ακόμη και τα αναφερόμενα σ` αυτήν δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι παραδεκτώς ασκηθέντες, με το από 28/29.12.2009 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 67/2 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ1 μετά των από 28/29 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1871/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση. Αντικείμενο πλαστογραφίας είναι και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου. Πότε αρχίζει η κύρια διαδικασία. Προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος. Όταν γίνει δεκτή η προσφυγή και παραπεμφθεί η υπόθεση στο συμβούλιο, μόνο από την κλήτευση του κατηγορουμένου μετά το παραπεμπτικό βούλευμα αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται η αναστολή της παραγραφής, οπότε, στην περίπτωση αυτή, αίρονται οι συνέπειες από την οποιαδήποτε ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος. Η μη έγκυρη επίδοση του βουλεύματος καλύπτεται εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Ακυρότητα κλητεύσεως στο ακροατήριο δεν μπορεί να προταθεί μετά την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως, που συντελείται με την απαγγελία της κατηγορίας ή την ανάπτυξη της έφεσης από τον εισαγγελέα. Αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί ο ίδιος και ζητήσει αναβολή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ χωρίς, όμως, να προβάλει αντιρρήσεις ως προς τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως, αναβληθεί δε η δίκη σε ρητή δικάσιμο, η οποιαδήποτε ακυρότητα της επιδόσεως καλύπτεται. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτημάτων για αναβολή ή διακοπή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ και για αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις. Δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την απορριπτική ως προς τα αιτήματα κρίση, αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα. Ποιος έχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής στο έγκλημα της πλαστογραφίας. Τι πρέπει να περιέχει η δήλωση παραστάσεως. Η δήλωση "για χρηματική ικανοποίηση" υπονοεί την παράσταση για ηθική βλάβη. Η ιδιότητα του παραστάντος, νομότυπα, πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν χάνεται από το ότι αυτός εμφανίστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να δηλώσει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να παραιτηθεί από αυτή, και αυτός εξετάζεται ως μάρτυρας χωρίς να ορκισθεί. Μη λήψη υπόψη εγγράφου, γιατί από τα πρακτικά της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε το έγγραφο και ζήτησε την ανάγνωση του. Η αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου του ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Ανάγνωση αυτού μετά την απαγγελία της αποφάσεως για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Απόρριψη αιτήματος για αναστολή της ποινής φυλακίσεως 12 μηνών που επιβλήθηκε, γιατί ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε ήδη μια αμετάκλητη καταδίκη για άλλη πράξη σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, χωρίς να ασκεί επιρροή ότι η τελευταία είχε ανασταλεί. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής στο σύνολο της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Ποινής αναστολή, Πολιτική αγωγή, Αναβολής αίτημα, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 556/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Καλαντζάκου, περί αναιρέσεως της 5213/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 316/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημ/τος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο, η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άνω άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ή παραπλάνηση. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας νοείται, κατά το άρθρο 13 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα, πλην άλλων, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη συνέπεια, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Υπό την έννοια αυτή έγγραφο είναι και η βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας που εκδίδει το Ι.Κ.Α. για τους ασφαλισμένους του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση της γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5213/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για πλαστογραφία με χρήση. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΝΝΕΞΙΟΝ Α.Ε.Ε.", προκειμένου να εξυπηρετήσει την εταιρία του στις τραπεζικές συναλλαγές της, ενεργώντας με πρόθεση, στη ... και στις 3-1-2001, κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα κατήρτισε βεβαίωση μη οφειλής - ασφαλιστικής ενημερότητας, η οποία φαινόταν κατά το περιεχόμενο που συμπλήρωσε χειρογράφως επί σχετικού εντύπου ότι χορηγήθηκε από το υποκατάστημα Ι.Κ.Α. ... στις 3-1-2001 με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΚ 19/01 από την υπάλληλο του υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. ... Δ... υπέρ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΝΝΕΞΙΟΝ Α.Ε.Ε" της οποίας ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος, συμπληρώνοντας κατά τα ανωτέρω το σχετικό έντυπο της βεβαιώσεως και θέτοντας μετά τη συμπλήρωσή του στο κάτω μέρος αυτού υπογραφή υπό την ένδειξη "Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ Κ.Ε.", με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της πλαστής βεβαιώσεως τους αρμοδίους υπαλλήλους του υποκαταστήματος ... της Εμπορικής Τράπεζας ότι η ανωτέρω βεβαίωση ήταν γνήσια, συνταχθείσα και χορηγηθείσα υπό της αρμοδίου υπαλλήλου τους υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. ... ..., ενώ στην πραγματικότητα, όπως γνώριζε, η ως άνω βεβαίωση ήταν κατά τα προεκτεθέντα πλαστή, αφού η ως άνω εταιρία "ΚΟΝΝΕΞΙΟΝ Α.Ε.Ε." όφειλε προς το Ι.Κ.Α. της ασφαλιστικές εισφορές μηνός Νοεμβρίου 2000 και επιδόματος αδείας 2000 και δεν ήταν ενήμερη, στη συνέχεια δε έκανε και χρήση της ως άνω πλαστής βεβαιώσεως, υποβάλλοντας αυτήν στις 8-1-2001 στο υποκατάστημα της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ στη ... για να αποδείξει ότι η ως άνω εταιρία, της οποίας ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος, ήταν ενήμερη ως προς την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που όφειλε προς το Ι.Κ.Α. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 216 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι αντίθετες αιτιάσεις του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) κατά το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλληλοσυμπληρούμενο από το διατακτικό του, ο κατηγορούμενος κατήρτισε πλαστό έγγραφο (βεβαίωση μη οφειλής - ασφαλιστικής ενημερότητος) συμπληρώνοντας χειρογράφως στο έντυπο τα στοιχεία: 3-1-2001, αριθ. πρωτοκόλλου ΕΚ 19/01 την υπογραφή της υπαλλήλου του ΙΚΑ ... υπό την ένδειξη "Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ Κ.Ε. β) η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το δόλο του κατηγορουμένου, με τις παραδοχές ότι αυτός ως Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΝΝΕΞΙΟΝ Α.Ε.Ε." γνώριζε ότι η ως άνω εταιρία δεν ήταν ενήμερη, αφού όφειλε ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ, τον σκοπό της παραπλάνησης των υπαλλήλων του Υπ/τος ... της Εμπορικής Τραπέζης, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες όπως και την χρήση του πλαστού εγγράφου, εμφανίζοντας το στους άνω υπαλλήλους. γ) δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ο τρόπος που προμηθεύτηκε το έντυπο της άνω βεβαιώσεως, διότι δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. δ) Η τηλεομοιοτυπία (fax) αποτελεί έγγραφο κατά την άνω έννοια (υπ ΑΠ 2/2000), τούτο δε πέραν και μη εξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων και έκανε χρήση τηλεομοιοτυπίας, ε) ορθώς κατεδικάσθη ως αυτουργός πλαστογραφίας με χρήση, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από συναυτουργός. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτο περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως 216 παρ. 1 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, μη υπάρχοντως δε άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ι.Κ.Α. (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση - δήλωση του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5213/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ι.Κ.Α. εκ διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου. Το fax είναι έγγραφο.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 556/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοιοεδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Σβολοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων - καλούντων : Από Ψ1 μέχρι και Ψ209 Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 42/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 4991/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 25-2-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 844/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 1-10-2009 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 14-5-2004 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Μπαλντά, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η δικαστική αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του αυτού νόμου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1,3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του. Σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Για την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως προς σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία. Ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Παράταση του χρόνου παραδόσεως του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η νομιμότητα της εν λόγω συμβάσεως εξαρτάται από την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κυρίως η ορισμένη διάρκεια της συμβάσεως να δικαιολογείται από τη φύση, το είδος, τον σκοπό της εργασίας, τις συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως και τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεως και να μη καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών και των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, υπό την έννοια των αναγκών αόριστης διάρκειας, που από τη φύση τους επιβάλλουν την κάλυψή τους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ο ορθός όμως νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση. Από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνωρίσεως του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσεως, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά την δικαστική διαδικασία (Ολ. ΑΠ 18/2006, Ολ. ΑΠ 19/2007 ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που απέρριψε αγωγή τους κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1994 και εφεξής κατά τας μη αμφισβητούμενες ημερομηνίες που αναφέρονται στην συμβάσεις, που άλλες μεν χαρακτηρίσθηκαν "έργου" άλλες "ωρομίσθιες" για να απασχοληθούν στην υπηρεσία του εναγομένου με την ονομασία Κέντρο Πληροφορικής Υπουργείου Οικονομικών (ΚΕΠΥΟ). Η εργασία τους συνίστατο στον έλεγχο, την καταχώρηση φορολογικών δηλώσεων και στοιχείων των πολιτών, πληκτρολόγηση, διάτρηση, δακτυλογράφηση κειμένων, χειρισμό Η/Υ, εισαγωγή δεδομένων κ.λ.π., ήταν δε ίδια με αυτή που εκτελούσε το τακτικό προσωπικό. Την παραπάνω εργασία εκτελούσαν στα γραφεία της οικείας υπηρεσίας σε κανονικό ωράριο, υπογράφοντας σε ειδικό βιβλίο. Αμείβονταν "ανά δακτυλισμό" με βάση μισθολογικές καταστάσεις της Διευθύνσεως του εναγομένου χωρίς να εκδίδονται αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Η αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ ύστερα από έλεγχο των εργασιακών συνθηκών των εναγόντων αποφάσισε ότι η απασχόληση τους είχε όλα τα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης εργασίας γι' αυτό υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλλει τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές, εκδίδοντας προς τούτο πράξεις επιβολής εισφορών. Οι ανάγκες που κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς γι' αυτό και οι συμβάσεις τους ανανεώθηκαν μετά την λήξη τους. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά οι ένδικες συμβάσεις φέρουν τον χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι των συμβάσεων έργου, που αβασίμως υποστηρίζει το εναγόμενο. Βέβαια, οι συμβάσεις αυτές ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου είναι άκυρες, αφού τέτοιες συμβάσεις απαγορεύονται. Ακόμη δεν πρόκειται για συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, εφόσον δεν υπήρχε νόμος που να επιτρέπει την κατάρτιση τους, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 2 του Συντάγματος. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω σκέψη, οι ενάγοντες που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, δικαιούται ευθέως εκ του νόμου επιδόματα εορτών καθώς και αποδοχές και επίδομα αδείας..." . Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι, δικαιούνται για επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και για αποδοχές αδείας του έτους 1995 τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980 και την ΥΑ 19041/1981. Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού δέχτηκε την έφεση των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση , δέχθηκε εν μέρει, την αγωγή ως προς αυτούς ( ενώ την απέρριψε κατ' ουσία ως προς έξι ενάγοντες , που δεν είναι διάδικοι στην υπό κρίση υπόθεση) υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά. Με την κρίση του αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2003 αίτηση (αρ. καταθ.21/28-2-2003) του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 4991/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συμβασιούχοι δημοσίου (ΚΕΠΥΟ). Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου και αορίστου χρόνου. Αλλεπάληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας. Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σύμβαση έργου. Έννοια και διαφορές μεταξύ των συμβάσεων τούτων. Για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικλό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθη καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του. Σύμβαση μισθώσεως έργου, καλύπτουσα πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι ως άνω συμβάσεις είναι νόμιμες ως συμβάσεις μισθώσεως έργου. Ο ορθός όμως νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο εργαζόμενος με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα των οποίο έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση. Από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, η οποία θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται από απαγόρευση της αναγνωρίσεως του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσεως, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή" αλλ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 19/2007, Ολ. ΑΠ 18/2006). Κρίση ότι οι επίδικες συμβάσεις, οι ένδικες συμβάσεις έφεραν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους, γενόμενο υπό του δικάσαντος δικαστηρίου της ουσίας, το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και όχι συμβάσεων έργου. Περαιτέρω κρίση ότι οι εν λόγω συμβάσεις, ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ήσαν άκυρες, αφού τέτοιες συμβάσεις απαγορεύονται από το ν.2527/1997. Οι ενάγοντες που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, δικαιούται ευθέως εκ του νόμου επιδόματα εορτών καθώς και αποδοχές και επίδομα αδείας. Απορρίπτεται αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για την αναίρεση της απόφασης του Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο. Σχ.ΑΠ 1370/2009, ΑΠ 797/2008
| null | null | 0
|
Αριθμός 557/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1983/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 874/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 του ΠΚ, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Αν ο μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη όχι αξιόποινη, παύει και η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 16-9-2009, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 3814/2010, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατούμενων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5.000) Ευρώ. Τέλος. από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδαφ. τελευταίο και 518 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 1983/2009 απόφασή του, που δημοσιεύτηκε την 2-2-2009, καταδίκασε τους κατηγορουμένους σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών τον καθένα, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 και συγκεκριμένα για το ότι καθυστέρησαν να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις εργοδοτικές εισφορές που τους βάρυναν, ύψους 3001,52 Ευρώ, οι οποίες αφορούσαν στη χρονική περίοδο από 1-6-2005 μέχρι 30-6-2006 και έπρεπε να καταβληθούν μέχρι την 1-8-2005. Κατά της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 30-4-2009, κατά την επ' αυτής επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα, οι κατηγορούμενοι, με σχετική δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 20-5-2009 (αριθ. πρωτ. 4232/20-5-2009), άσκησαν αναίρεση, προβάλλοντας ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. ήδη, μετά την ισχύ της προαναφερθείσης Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου και του Ν. 3814/2010, η πράξη των κατηγορουμένων, που αφορά καθυστέρηση εισφορών ποσού 3.001,52 Ευρώ, δηλαδή μικρότερου των 5.000 Ευρώ, κατέστη ανέγκλητη. Επομένως, εφόσον, κατά τα άνω, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε παραδεκτώς και εμφανίστηκαν οι αναιρεσείοντες, συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής από τον Άρειο Πάγο του ανωτέρω επιεικέστερου νόμου που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατόπιν τούτου και επειδή δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη των αναιρεσειόντων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι της πράξεως που τους αποδίδεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1983/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κηρύσσει αθώους τους κατηγορουμένους: 1) ... και 2) ..., για το ότι: Στη ...., στις 1-8-2005, σαν εργοδότες της επιχείρησης "....Ε.Π.Ε." με έδρα κατάστημα επί της οδού ..., καθυστέρησαν προς το ΙΚΑ την αγορά των ενσήμων για καταβολή εισφοράς, που αφορά τους ίδιους κατά τη χρονική περίοδο από 1/6/05 μέχρι 30/6/05 (ΠΕΕ...) και ειδικότερα, ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν τις βαρύνουσες αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) 3.001,52 Ευρώ, δεν τις κατέβαλαν στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα σε έναν μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 16 -9 -2009 που κυρώθηκε με το Ν. 3814/2010, για να είναι αξιόποινη η πράξη καθυστέρησης ασφαλιστικών εισφορών (άρθρ. 1 ΑΝ 86/1967) απαιτείται το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών) να υπερβαίνει τα 5.000 €. Αυτεπάγγελτη εφαρμογή από τον Άρειο Πάγο του ανωτέρω επιεικέστερου νόμου, αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και απαλλαγή των κατηγορουμένων για την πράξη της καθυστέρησης ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ ύψους 3.001,52 Ευρώ.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 1
|
Αριθμός 553/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αίτησεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βέργο, περί αναιρέσεως της 7488/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Δεκεμβρίου 2008 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 345/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως (υπ' αριθμ. 7488/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς), οι από 4.12.2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2. Υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το Δικαστήριο αποφασίζει για κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Κατά το άρθρο 469 εδαφ. α' Κ.Ποιν.Δ. αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικώς στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους λοιπούς κατηγορουμένους. Κατά δε το εδάφιο β' του ιδίου άρθρου, στην περίπτωση της συναφείας (άρθρ. 128 και 131) ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε, ενώ κατά το εδάφιο γ', για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελουμένων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως, μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Κατά τη σαφή έννοια της άνω διατάξεως γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 469 Κ.Ποιν.Δ. είναι να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι δεν άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμους προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί εφ' όσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, όπως το μη αξιόποινο της πράξεως, το κατ' ουσίαν ανύπαρκτο της κατηγορίας κλπ και όχι για λόγους που αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο. Εξ άλλου εάν οι ωφελούμενοι δεν εμφανισθούν να συμμετάσχουν στη δίκη, δεν θεωρούνται ότι άσκησαν το ένδικο αυτό μέσο και συνεπώς την απόφαση που εκδόθηκε επί εφέσεως ορισμένων από τους περισσοτέρους συμμετόχους κατηγορουμένους δεν μπορούν να την αναιρεσιβάλουν ούτε να ζητήσουν με αναίρεση το τυχόν επεκτατικό αποτέλεσμα για το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί το δικαστήριο, αλλά δικαιούνται είτε αυτοί είτε ο Εισαγγελέας να ζητήσουν από το Δικαστήριο που δίκασε επί του ενδίκου μέσου να επιληφθεί εκ νέου και να συμπληρώσει σχετικώς την απόφασή του. Ενώ, αντίθετα, όταν οι ωφελούμενοι (υπόλοιποι κατηγορούμενοι) εμφανισθούν και συμμετάσχουν στη δίκη, αποκτούν όλα τα δικαιώματα που έχει ο ασκήσας το ένδικο μέσο, μεταξύ των οποίων και εκείνο της προσβολής της εκδοθησομένης αποφάσεως με άλλο ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την εξέταση της βασιμότητας των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: με την 11499/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς οι ήδη αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1 και ο συγκατηγορούμενός των Φ1 κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι στον ...την 29/11/1991 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία Διεθνείς Επιχειρήσεις Α.Ε., είδος επιχειρήσεως Τεχνική Κατασκευαστική έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 8/1999 έως 9/1999 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στο οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1. Έχοντας την υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 10.604 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (εργατικές) ποσού 5.302 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ'αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές κατέστη δε γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό 54778 ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται πενήντα μισθωτοί με ύψος αποδοχών 29.125.580 δραχμές συνολικά. Με βάση τα άνω γενόμενα δεκτά το Πρωτοβάθμιο αυτό Δικαστήριο καταδίκασε καθέναν από τους ερήμην δικασθέντες προαναφερόμενους συγκατηγορουμένους για τις εν λόγω πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 94 παρ. 1 ΠΚ και άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ., 31 ν.δ. 1160/1972 1 ν. 362/1976 και 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, που κυρώθηκε με το Ν. 2113/1952, και 16 παρ. 1 και 2 της με αριθμό 55575/1479 από 18/11 - 7/12/1965 αποφάσεως του Υπουργείου Εργασίας σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική και σε συνολική χρηματική ποινή τετρακοσίων (400) ευρώ.
Αμφότεροι οι ήδη αναιρεσείοντες καθώς και ο συγκατηγορούμενός των Φ1 άσκησαν τις από 28/3/2008 εφέσεις των κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το επιληφθέν της εκδικάσεως αυτών Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 7488/2008 απόφασή του, επέτρεψε την παράσταση των εκκαλούντων κατηγορουμένων με τον εξουσιοδοτημένο δικηγόρο τους και δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου Φ1 ως παραδεκτώς ασκηθείσα και έπαυσε, κατ' άρθρο 370 περ. β Κ.Ποιν.Δ., οριστικώς την σε βάρος αυτού ποινική δίωξη για τις παραπάνω πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος που υπερέβαινε την οκταετία, αφότου τελέσθηκαν αυτές μέχρι την ημέρα συνεδριάσεώς του, κατά την οποία εξεδόθη η άνω απόφασή του και εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής των (άρθρα 11 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.), ενώ απέρριψε τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες). Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ και του άρθρου 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1864/1951, όπως ισχύει, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη και προκειμένου για εργοδότη που είναι νομικό πρόσωπο να προσδιορίζεται ο νόμιμος εκπρόσωπος τούτου καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Τα εγκλήματα αυτά ανήκουν στα γνήσια εγκλήματα παραλείψεως τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στη διάρκεια του οποίου παρασχέθηκε η εργασία. Στην καταδικαστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τις παραδοχές αυτής, οι συγκατηγορούμενοι που συμπαραπέμφθηκαν, κηρύχθηκαν ένοχοι για τις ίδιες άνω αξιόποινες πράξεις χωρίς να προσδιορίζεται αν τέλεσαν αυτές έχοντας συναπόφαση δηλαδή ως συναυτουργοί ή αν τις συνεκτέλεσαν χωρίς συναπόφαση δηλαδή ως παραυτουργοί στοιχείο που έχει σημασία για το κατ' άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ. επεκτατικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων. Δέχθηκε ακόμη το δικαστήριο εκείνο ότι οι εισφορές της χρονικής περιόδου από μηνός Αυγούστου 1999 μέχρι και μηνός Σεπτεμβρίου 1999 (εργοδοτικές και εργατικές) προς το ΙΚΑ έπρεπε να καταβληθούν εντός τριάντα ημερών από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα εντός του οποίο παρασχέθηκε η εργασία, ενώ περαιτέρω αναφέρει ως χρόνο τελέσεως των πράξεων την 29/11/1999, χωρίς να διευκρινίζει γιατί ο χρόνος αυτός τοποθετείται αργότερα από το χρόνο απασχολήσεως του προσωπικού και καταβολής των οφειλομένων απαιτητών εισφορών, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην παραγραφή των επιμάχων αξιοποίνων πράξεων. Επίσης δεν διευκρινίζεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως ότι όλοι οι συγκατηγορούμενοι ήταν, σύμφωνα με το καταστατικό της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, που αποτελεί νομικό πρόσωπο, νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, ώστε υπό την τοιαύτη ιδιότητά τους, να έχουν υποχρέωση καταβολής των άνω ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ. Εξ αιτίας των ασαφειών αυτών της καταδικαστικής αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η παραδεκτώς ασκηθείσα εκ μέρους του συμπαραπεμφθέντος μετά των ήδη αναιρεσειόντων συγκατηγορουμένου τωνΦ1, έφεση με την οποία παρεπονείτο για την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την κατ' ακολουθία καταδίκη του για πράξη που δεν τέλεσε δεν αφορούσε σε λόγους που άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του αλλά ήταν δυνατό να συνεπαγόταν για έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 του Συντ. και 132 Κ.Ποιν.Δ. αιτιολογίας της πρωτοδίκου αποφάσεως ως προς τα στοιχεία των αποδιδομένων πράξεων και την ουσιαστική ευδοκίμηση του εν λόγω ενδίκου μέσου. Επομένως, οι ήδη αναιρεσείοντες, των οποίων οι εφέσεις κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως απερρίφθησαν με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ως απαράδεκτες λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, ως λοιποί συμπαραπεμφθέντες συγκατηγορούμενοι για τις ίδιες πράξεις είχαν τη δυνατότητα κατά τη συζήτηση της εφέσεως του συγκατηγορουμένου των Φ1 να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη επί της εφέσεως εκείνου και να λάβουν τη θέση που είχε στη δίκη αυτή ο άνω συγκατηγορούμενος που άσκησε παραδεκτό ένδικο μέσο, ως ωφελούμενοι από το επεκτατικό αποτέλεσμα αυτής της εφέσεως του συγκατηγορουμένου των. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρνήθηκε τη χορήγηση του επεκτατικού αποτελέσματος απορρίπτοντας τα σχετικά αιτήματα των ήδη αναιρεσειόντων με την παραδοχή ότι η ποινική ευθύνη αυτών είναι αυτοτελής και ότι εφόσον άσκησαν εκπροθέσμως τις εφέσεις των κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως δεν ήταν δυνατό να επέλθει ως προς αυτούς το αιτηθέν επεκτατικό αποτέλεσμα από την άσκηση παραδεκτής εφέσεως εκ μέρους του συμμετόχου συγκατηγορουμένου των. Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως αρνητικώς της εξουσίας του που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και όσων προαναφέρθηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες ως λαβόντες μέρος στη δίκη κατά την οποίαν εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς η έφεση του συμμετόχου συγκατηγορουμένου των, δικαιούνται αυτοί να ασκήσουν αναίρεση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως του άνω δικαστηρίου και να ζητήσουν την αναγνώριση του επεκτατικού αποτελέσματος της εφέσεως του άνω συγκατηγορουμένου των και υπέρ αυτών καθόσον ο προτεινόμενος λόγος επεκτάσεως του ενδίκου μέσου δεν αναγόταν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου των που το άσκησε. Επομένως ο διαλαμβανόμενος στις ένδικες αιτήσεις των λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους ήδη αναιρεσείοντες και να γίνει δεκτό σύμφωνα με το άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ. ότι οι ήδη αναιρεσείοντες ως συμμέτοχοι στην τέλεση των άνω πράξεων μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών προς ΙΚΑ για το χρονικό διάστημα απασχολήσεως από Σεπτέμβριο 1999 μέχρι και Οκτώβριο 1999 που απασχολήθηκε το προσωπικό της επιχειρήσεως στο οποίο αφορούσαν οι εισφορές αυτές ωφελούνταν από την άνω έφεση του συγκατηγορούμενου των. Περαιτέρω δε πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αποτέλεσμα της παύσεως οριστικής της ποινικής διώξεως για τις πράξεις αυτές ως προς τον συμμέτοχο συγκατηγορούμενό των Φ1, από την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, με την πάροδο οκταετίας από την λήξη του επομένου μηνός από εκείνον εντός του οποίου τα επί μέρους ποσά ασφαλιστικών (εργοδοτικών και εργατικών) εισφορών για το διάστημα απασχολήσεως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αντί μισθού των μισθωτών του προσωπικού της επιχειρήσεως της εταιρείας Διεθνείς Επιχειρήσεις Α.Ε. από Αύγουστο 1999 μέχρι Σεπτέμβριο 1999 έπρεπε να καταβληθούν προς το ΙΚΑ και οπωσδήποτε από 29/11/1999 μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως στις 24/11/2008 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να επεκταθεί και υπέρ των αναιρεσειόντων, εφόσον η εξάλειψη του αξιοποίνου με αυτήν την παραγραφή δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του άνω συγκατηγορουμένου των και να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής η κατά των αναιρεσειόντων ποινική δίωξη ως συμμετόχων στην τέλεση των άνω αξιοποίνων πράξεων στον Πειραιά κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω και στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7488/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που απέρριψε την επέκταση στους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 των αποτελεσμάτων του ένδικου μέσου της από 28/3/2008 εφέσεως του συγκατηγορουμένου των Φ1 κατά της 11499/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Επεκτείνει το αποτέλεσμα της άνω 7488/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του άνω συγκατηγορουμένου των Φ1 για τις πράξεις της μη καταβολής ασφαλιστικών εργοδοτικών εισφορών και της μη καταβολής ασφαλιστικών εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ και υπέρ των άνω αναιρεσειόντων, ως συμμετόχων στις ίδιες πράξεις.
Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 ως συμμετόχων στις πράξεις μη καταβολής ασφαλιστικών εργοδοτικών εισφορών και ασφαλιστικών εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς στο τέλος κάθε επόμενου μηνός από εκείνον εντός του οποίου κατέστησαν απαιτητά τα επί μέρους ποσά ασφαλιστικών εισφορών για τους απασχοληθέντες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αντί αμοιβής μισθωτούς της επιχειρήσεως της εταιρείας ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. για το διάστημα από μηνός Αυγούστου 1999 μέχρι μηνός Σεπτεμβρίου 1999 και οπωσδήποτε στις 25/11/1999.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δίκασε κατ' έφεση επί υποθέσεως μη καταβολής εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ και μη καταβολής παρακρατηθεισών ασφαλιστικών εισφορών εργασθέντων στην επιχείρηση ανωνύμου εταιρείας μισθωτών για τις οποίες κατηγορούνταν οι δύο αναιρεσείοντες και ένας ακόμη συγκατηγορούμενος με αυτούς και με την οποία προσβαλλομένη με τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις των δύο αναιρεσειόντων απόφαση απορρίφθησαν ως εκπροθέσμως ασκηθείσες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως, επιπλέον δε απερρίφθη το αίτημα των ως συμπαραπεμφθέντων κατηγορουμένων για τις ίδιες πράξεις να τους επιτραπεί να συμμετάσχουν στη δίκη επί της εφέσεως που είχε ασκήσει ο τρίτος συγκατηγορούμενος των και να λάβουν τη θέση που είχε εκείνος στη δίκη κατ' έφεση ως ωφελούμενοι από το επεκτατικό αποτέλεσμα της εφέσεως που είχε ασκήσει ο εν λόγω συγκατηγορούμενος των του οποίου η έφεση ήταν παραδεκτή και έγινε και κατ' ουσία δεκτή. Γίνεται δεκτή η αίτηση καθενός των αναιρεσειόντων διότι ο λόγος εφέσεως του συγκατηγορουμένου των, ενόψει και των ασαφειών της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως που δεν διευκρίνιζε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι ήταν κατά το καταστατικό της ανωνύμου εταιρείας νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής ώστε υπό αυτήν την ιδιότητά των να έχουν υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, δεν αφορούσε σε λόγους που άρμοζε αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου ως εκκαλούντος αλλά ήταν δυνατό να συνεπαγόταν λόγω της ελλείψεως της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως την ουσιαστική ευδοκίμησή της και έτσι οι ήδη αναιρεσείοντες ήταν δυνατό, παρά την απόρριψη τυπικώς των εφέσεων των ιδίων, να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη επί της άνω εφέσεως του συγκατηγορουμένου των ως συμμέτοχοι στις τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις και ο λόγος για τον οποίο γίνονται δεκτές οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων είναι αυτός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καθ' υπέρβαση της εξουσίας του αρνήθηκε τη χορήγηση του επεκτατικού αποτελέσματος της εφέσεως που είχε ασκήσει ο συγκατηγορούμενός των στους αναιρεσείοντες ως συμμετόχους με την αιτιολογία ότι η ποινική ευθύνη των ήταν αυτοτελής. Περαιτέρω εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπαυσε την ποινική δίωξη κατά του συγκατηγορουμένου των αναιρεσειόντων λόγω παραγραφής από το ότι οι ασφαλιστικές εισφορές έπρεπε να καταβληθούν στο ΙΚΑ από Αύγουστο 1999 μέχρι Σεπτέμβριο 1999 και παρήλθε οκταετία μέχρι τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επεκτείνεται το αποτέλεσμα αυτής της παραγραφής και υπέρ των αναιρεσειόντων ως ωφελουμένων συμμετόχων και παύει και ως προς αυτούς οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εφέσεως απαράδεκτο, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 552/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βέργο περί αναιρέσεως της 7489/2008 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Δεκεμβρίου 2008 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 346/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως υπάρχει με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Κατά το άρθρο 469 εδαφ. α Κ.Ποιν.Δ αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνον σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικώς στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους λοιπούς κατηγορουμένους. Κατά δε το εδαφ. β του ίδιου άρθρου, στην περίπτωση της συνάφειας (άρθρα 128 και 131) ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε, ενώ κατά το εδαφ. γ', για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελουμένων κατηγορουμένων, οι οποίοι, όμως, μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετέχουν στη δίκη. Κατά τη σαφή έννοια της άνω διατάξεως γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 469 Κ.Ποιν.Δ είναι α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες λόγοι από αυτόν δεν άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του, και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτα δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφ' όσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους, όπως το μη αξιόποινο της πράξεως το κατ' ουσίαν ανύπαρκτο της κατηγορίας κλπ και όχι για λόγους που αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο. Εξάλλου, εάν οι ωφελούμενοι δεν εμφανισθούν να συμμετάσχουν στη δίκη, δεν θεωρούνται ότι άσκησαν το ένδικο αυτό μέσο και συνεπώς την απόφαση που εκδόθηκε επί εφέσεως ορισμένων από τους περισσότερους συμμετόχους κατηγορουμένους δεν μπορούν να την αναιρεσιβάλουν, ούτε να ζητήσουν με αναίρεση το τυχόν επεκτατικό αποτέλεσμα, για το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί το Δικαστήριο, αλλά δικαιούνται είτε αυτοί είτε ο Εισαγγελέας να ζητήσουν από το δικαστήριο που δίκασε επί του ενδίκου μέσου, να επιληφθεί εκ νέου και να συμπληρώσει σχετικώς την απόφασή του. Ενώ αντίθετα, όταν οι ωφελούμενοι (υπόλοιποι κατηγορούμενοι) εμφανισθούν και συμμετάσχουν στη δίκη, αποκτούν όλα τα δικαιώματα που έχει ο ασκήσας το ένδικο μέσο, μεταξύ των οποίων και εκείνο της προσβολής της εκδοθησόμενης αποφάσεως με άλλο ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την εξέταση της βασιμότητας των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 12554/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς οι ήδη αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1 από τους οποίους ο πρώτος ως μέλος του διοικητικού Συμβουλίου και ο δεύτερος ως διευθύνων σύμβουλος της επιχειρήσεως με την επωνυμία ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ και συγκατηγορούμενος των Φ1 ως Πρόεδρος και Δ.Σ της ίδιας άνω ανώνυμη εταιρείας καταδικάστηκαν ως εργοδότες του προσωπικού της επιχείρησης αυτής για την κατά παράβαση των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν 86/1967 σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ. 1 ΠΚ, 31 του ν.δ 1160/1972, 1 του ν. 362/1976 και 26 παρ. 3 του Α.Ν 1846/1951, που κυρώθηκε με το ν. 2113/1952 και 16 παρ. 2, 2 της υπ' αριθ. 55575/1479/18/11-7/12/1965 αποφάσεως του Υπ. Εργασίας α) μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ και β) μη έγκαιρη καταβολή παρακρατηθείσων εργατικών εισφορών ΙΚΑ που έπρεπε να καταβληθούν εντός του μηνός κατά τον οποίο κατέστησαν απαιτητές και αφορούσαν ασφαλιστικές εισφορές για τη χρονική περίοδο από Οκτώβριο 1999 έως Απρίλιο 2000, επιβλήθηκε δε σε καθένα από τους άνω συγκατηγορούμενους συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών και συνολική χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ. Αμφότεροι οι ήδη αναιρεσείοντες καθώς και ο συγκατηγορούμενος του Φ1 άσκησαν την από 28/3/2008 εφέσεις την κατά της άνω ερήμην των εκδοθείσης πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Το επιληφθέν της εκδικάσεως αυτής Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 7489/24/11/2008 απόφαση του, επέτρεψε την παράσταση των εκκαλούντων κατηγορουμένων με εξουσιοδοτημένο δικηγόρο τους και δέχθηκε την έφεση του παραπονούμενου για εσφαλμένη εκτίμηση από την πρωτόδικη απόφαση των αποδεικτικών μέσων συγκατηγορουμένου των συμμετόχων Φ1 ως παραδεκτώς ασκηθείσα και έπαυσε κατ' άρθρο 370 περ. β Κ.Ποιν.Δ, οριστικώς την σε βάρος αυτού ποινική δίωξη για τις παραπάνω πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος που υπερέβαινε την οκταετία αφότου τελέσθηκαν αυτές μέχρι την ημέρα συνεδριάσεως του κατά την οποία εξεδόθη η άνω απόφασή του και εξαλείψεως του αξιοποίνου συνέπεια παραγραφής των (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 ΠΚ) ενώ απέρριψε τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες) .
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν 86/1967, του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ και το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν 1864/1951 όπως ισχύει, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη και προκειμένου περί εργοδότη νομικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος τούτου καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Τα εγκλήματα αυτά ανήκοντα γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εκπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε 30 ημέρες, από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Είναι δυνατόν, πέραν του ενδεχόμενου παραυτουργικής ευθύνης (συνεκτέλεση χωρίς συναπόφαση) να υπάρχει αληθινή συναυτουργία στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη όταν περισσότεροι είναι φορείς της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως ή γενικότερα οφείλουν να συνεργασθούν προς αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος.
Εφόσον η παράλειψη καταβολής στο ΙΚΑ των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, που εβάρυναν το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας, νόμιμοι εκπρόσωποι του οποίου ήταν όλοι οι συμπαραπεμφθέντες κατηγορούμενοι και των παρακρατηθεισών ασφαλιστικών εργατικών εισφορών από το απασχοληθέν με σχέση εξαρτημένης εργασίας προσωπικό της ίδιας ανώνυμης εταιρείας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς όλων των συγκατηγορουμένων, που ήταν περισσότεροι φορείς της ίδιας νομικής υποχρεώσεως, δεν έπεται από την παράλειψη μνείας, στο κατηγορητήριο και στην πρωτόδικη καταδικασθική απόφαση, αν είχαν ή όχι συναποφασίσει την μη καταβολή αυτών των εισφορών, ότι αποδέχονταν αυτοί ως νόμιμοι εκπρόσωποι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου της άνω ανώνυμης εταιρείας να παραλείπεται η καταβολή στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό των ίδιων ποσών ασφαλιστικών εισφορών για τους ίδιους μισθωτούς από το προσωπικό του νομικού προσώπου που απασχολήθηκε στη επιχείρηση κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αγνοώντας καθένας από τους συγκατηγορούμενος - συγχρόνως τη δράση των λοιπών ως νομίμων εκπροσώπων, αλλά έπεται ότι αυτοί κατά τη διάπραξη των άνω αξιόποινων πράξεων τελούσαν σε αληθινή συναυτουργία καθόσον εγνώριζε και αποδεχόταν καθένας από αυτούς την μη καταβολή και εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του ως νομίμων εκπροσώπων του αυτού νομικού προσώπου των ποσών των οφειλομένων προς το ΙΚΑ ασφαλιστικών (εργοδοτικών και εργατικών εισφορών).
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρνήθηκε τη χορήγηση του επεκτατικού αποτελέσματος, απορρίπτοντας τα σχετικά αιτήματα των ήδη αναιρεσειόντων με την παραδοχή ότι η ποινική ευθύνη αυτών είναι αυτοτελής και ότι εφόσον άσκησε καθένας από αυτούς εκπροθέσμως έφεση κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως, που απερρίφθησαν ως απαράδεκτες, δεν ήταν δυνατό να επέλθει ως προς έκαστο των ήδη αναιρεσειόντων των κατηγορουμένων το αιτηθέν επεκτατικό αποτέλεσμα από την άσκηση παραδεκτής εφέσεως εκ μέρους του συμμετόχου συγκατηγορουμένου των. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως αρνητικώς της εξουσίας του που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως κατά της ποινικής αποφάσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και όσων προαναφέρθηκαν, οι ήδη αναιρεσείοντες, ως λάβοντες μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς η έφεση του συμμετόχου συγκατηγορουμένου των δικαιούνται αυτοί να ασκήσουν αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου και να ζητήσουν την αναγνώριση του επεκτατικού αποτελέσματος της εφέσεως του άνω συγκατηγορουμένου των και υπέρ αυτών καθόσον ο προτεινόμενος λόγος επεκτάσεως του ενδίκου μέσου δεν αναγόταν αποκλειστικά στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου των που το άσκησε. Επομένως, ο διαλαμβανόμενος στις ένδικες αιτήσεις λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους ήδη αναιρεσείοντες και να γίνει δεκτό σύμφωνα με το άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ ότι οι ήδη αναιρεσείοντες ως συμμέτοχοι στην τέλεση των άνω πράξεων μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών) προς το ΙΚΑ από κοινού με τον άνω συγκατηγορούμενο τους υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα των ως νομίμων εκπροσώπων και μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανωνύμου εταιρείας ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Οκτωβρίου 1999 μέχρι μηνός Απριλίου 2000 κατά το οποίο παρείχε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην επιχείρηση της το προσωπικό στο οποίο αφορούσαν οι άνω ασφαλιστικές εισφορές, ωφελούντο από την άνω έφεση του συγκατηγορουμένου των που έγινε δεκτή. Περαιτέρω δε πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αποτέλεσμα της παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως για τις πράξεις αυτές ως προς τον συμμέτοχο συγκατηγορούμενο τον Φ1 , από την εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, με την πάροδο οκταετίας από τη λήξη του επομένου μηνός από εκείνον εντός του οποίου τα επί μέρους ποσά ασφαλιστικών (εργοδοτικών και εργατικών) εισφορών για το διάστημα απασχολήσεως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αντί μισθού των μισθωτών προσωπικού της επιχειρήσεως ΑΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ από Οκτώβριο 1999 έως Απρίλιο 2000 έπρεπε να καταβληθούν προς το ΙΚΑ και οπωσδήποτε από 7-6-2000 μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως, στις 24-11-2008, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να επεκταθεί και υπέρ των αναιρεσειόντων, εφόσον η εξάλειψη του αξιόποινου με αυτήν την παραγραφή δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του άνω συγκατηγορουμένου των και να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής η κατά των αναιρεσειόντων ποινική δίωξη ως συμμετόχων στην τέλεση των άνω αξιόποινων πράξεων στον Πειραιά κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω και στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7489/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που απέρριψε την επέκταση στους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 των αποτελεσμάτων του ενδίκου μέσου της από 28-3-2008 εφέσεως του συγκατηγορουμένου των Φ1 κατά της 12544/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Επεκτείνει το αποτέλεσμα της άνω 7489/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του άνω συγκατηγορούμενου των Φ1 για τις πράξεις της μη καταβολής ασφαλιστικών εργοδοτικών εισφορών και της μη καταβολής ασφαλιστικών εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ και υπέρ των άνω αναιρεσειόντων, ως συμμετόχων στις ίδιες πράξεις.
Παύει οριστικώς λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 ως συμμετόχων στις πράξεις μη καταβολής ασφαλιστικών εργοδοτικών εισφορών και ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς στο τέλος κάθε επόμενου μηνός από εκείνον εκτός του οποίου κατέστησαν απαιτητά τα επί μέρους ποσά ασφαλιστικών εισφορών για τους απασχοληθέντες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αντί αμοιβής μισθωτούς της επιχειρήσεως της εταιρείας ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ για το διάστημα από μηνός Οκτωβρίου 1999 μέχρι μηνός Απριλίου 2000 και οπωσδήποτε στις 7-6-2000.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που απέρριψε αίτημα των ήδη αναιρεσειόντων ως νομίμων εκπροσώπων και μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας καταδικασθέντων για μη έγκαιρη καταβολή εργατικών εισφορών ΙΚΑ που είχαν παρακρατηθεί από τις αποδοχές του προσωπικού της επιχειρήσεως της άνω ανωνύμου εταιρείας, να αναγνωρισθεί η επέλευση υπέρ αυτών, παρά το ότι άσκησαν εκπροθέσμως κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως εφέσεις που απερρίφθησαν ως απαράδεκτες, του επεκτατικού αποτελέσματος από την άσκηση παραδεκτής εφέσεως ετέρου συγκατηγορουμένου των ως συμμέτοχου επίσης νομίμου εκπροσώπου της αυτής ανωνύμου εταιρείας και μετά του οποίου κατά τη διάπραξη των άνω αξιοποίνων πράξεων τελούσαν σε αληθινή συναυτουργία. Γίνεται δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ λόγος των αιτήσεων των δύο αναιρεσειόντων για αρνητική υπέρβαση εξουσίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που δέχθηκε ότι ήταν αυτοτελής η ευθύνη κάθε αναιρεσείοντος και δεν επεξέτεινε ως προς αυτούς το από το άρθρο 469 ΚΠΔ επεκτατικό αποτέλεσμα από την άσκηση παραδεκτής εφέσεως κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως εκ μέρους του συμμετόχου συγκατηγορουμένου των. Ενόψει της λόγω παραγραφής (πάροδος οκτώ ετών) παύσεως της ποινικής διώξεως έναντι του άνω συμμετόχου συγκατηγορουμένου των για τις άνω αξιόποινες πράξεις, αφού οι εν λόγω εισφορές ήταν καταβλητέες στο ΙΚΑ από Οκτώβριο 1999 έως Απρίλιο 2000 με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η εξάλειψη του αξιοποίνου με αυτήν την παραγραφή δεν προσιδίαζε αποκλειστικά στο πρόσωπο του άνω συγκατηγορουμένου των αναιρεσειόντων, επεκτείνεται και σε αυτούς ως συμμετόχους στην τέλεση των άνω αξιοποίνων πράξεων αυτό το αποτέλεσμα και παύεις οριστικώς και η κατ' αυτών ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις ίδιες πράξεις.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εφέσεως απαράδεκτο, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 551/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις δύο αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου x, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη-Πασσίδη, περί αναιρέσεως της 14243/2008 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Δεκεμβρίου 2008 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1999/08.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003 τροποποιήθηκε το άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ και μεταξύ άλλων καταργήθηκε και ο προβλεπόμενος στο στοιχείο Η'αυτού λόγος αναιρέσεως κατ' αποφάσεων για τη μη παράθεση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αντίστοιχα δε με την παράγραφο 9 του ίδιου πιο πάνω άρθρου τροποποιήθηκε και το άρθρο 518 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ με την απάλειψη της ρυθμίσεως για την περίπτωση που δεν έχει παρατεθεί το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε ενώ με την παρ. 7 του άνω άρθρου 50 του ν. 3160/2003 τροποποιήθηκε το άρθρο 514 του Κ.Ποιν.Δ και ορίσθηκε ότι αυτεπαγγέλτως ο Αρειος Πάγος παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για τη μη παράθεση ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της των σχετικών διατάξεων του ν.δ 136/1946 για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 330 της Αγορανομικής Διατάξεως 14/1989 για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά την ισχύουσα παρ. 1 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ 136/1946), μετά την κατάργηση της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 1401/1983 για κάθε παράβαση των διατάξεων του άνω νομοθετικού διατάγματος και των σε εκτέλεση αυτού διατάξεων στα αναφερόμενα ξενοδοχεία φαγητού και ύπνου, τα εστιατόρια παντός είδους, οικοτροφεία, ζαχαροπλαστεία, ζυθοπωλεία, παντοπωλεία, μαγειρεία, οινοπωλεία, αρτοποιεία, αρτεργοστάσια, κρεοπωλεία και γενικώς τα καταστήματα, εργοστάσια, εργαστήρια και δημόσια κέντρα τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών άνω καταστημάτων, εργοστασίων κλπ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 30 παρ. 15 του ν.δ 136/1946 με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή και με αμφότερες τις ποινές αυτές τιμωρούνται οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τις εκδιδόμενες κατά το νόμο αυτόν (Αγορανομικό Κώδικα) αγορανομικές και άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα. Κατά το άρθρο δε 33 του ν.δ 136/1946 αν οι παραβάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 30, 31, και 32 ετελέσθηκαν εξ αμελείας επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, αρκούσης για την ύπαρξη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της αλληλοσυμπληρώσεως του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ενόψει αυτών, για να έχει η καταδικαστική για παράβαση του άρθρου 30 παρ. 15 του ν.δ 136/1946 απόφαση την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτήν ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως μία από τις τρεις πιο πάνω ιδιότητες καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και προσδίδουν σ' αυτόν μία από τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν, περαιτέρω δε αναφέρεται το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν, δηλαδή αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση στο σκεπτικό της προσβαλλομένης 14243/2008 αποφάσεως του Τριμελούς πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, αναφέρεται ότι από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις μαρτυρίες των ενόρκων στο ακροατήριο εξετασθέντων μαρτύρων προέκυψε ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία ΑΛΕΣΙΣ Α.Ε.Β.Ε ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ διέθεσε προς πώληση μέσω του Σούπερ Μάρκετ ... ένα κουτί ... (4 κομμάτια)" σε ένα εκ των οποίων υπήρχε μέσα στη ζύμη τεμάχιο σκληρού διαφανούς πλαστικού, πράγμα που το καθιστούσε ακατάλληλο προς βρώση και μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία του αγοραστή και της οικογένειας του. Κατά τις παραδοχές τις προσβαλλόμενης αποφάσεως η καταναλώτρια Ζ κατήγγειλε ότι στις 30-8-2005 αγόρασε ένα κουτί ... και το απόγευμα της ίδιας ημέρας έψησε τα δύο κομμάτια από αυτά που περιείχε το άνω προϊόν και τα έδωσε στην ανήλικη θυγατέρα της Ρ για να καταναλώσει και κατά την μάσηση του δεύτερου η μικρή αντιλήφθηκε ότι μασούσε το τεμάχιο του σκληρού διαφανούς πλαστικού που βρισκόταν μέσα στη ζύμη και ένα μέρος αυτού ήδη το είχε καταπιεί αποτέλεσμα να εμφανίσει επανειλημμένα αίμα στα κόπρανα και να κινδυνεύει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση.
Από το δικαστήριο της ουσίας απερρίφθησαν ως αβάσιμα όσα ανέφερε ο εξετασθείς ως μάρτυρας Β ως διευθυντής παραγωγής της εταιρείας ΑΛΕΣΙΣ ΑΕΒΕ ότι το πλαστικό κομμάτι που βρέθηκε εντός της συσκευασίας προήλθε από τη θραύση της πλαστικής συσκευασίας λόγω της απρόσεκτης στοίβασής τους στο σούπερ μάρκετ και ότι αυτό εμφανίσθηκε μετά την απομάκρυνση του από τις εγκαταστάσεις της παραγωγού εταιρείας με την παραδοχή ότι όπως προέκυψε από την κατάθεση της δεύτερης μάρτυρος που ήταν αυτή που αγόρασε το προϊόν ( το κομμάτι του πλαστικού) βρέθηκε εντός της ζύμης, η οποία ήταν κατεψυγμένη κατά την αγορά της και αυτό το γεγονός απέκλειε το ενδεχόμενο να εισχωρήσει κατά την πιθανή θραύση της συσκευασίας λόγω κακής στοίβασης αυτής αλλά το κομμάτι αυτό πλαστικού παρεισέφρησε κατά τη διαδικασία παραγωγής του προϊόντος εντός της ζύμης και λόγω, πλημμελούς ελέγχου των υπαλλήλων της παραγωγού εταιρείας, δεν εντοπίστηκε. Κατά τα περαιτέρω αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι προέκυψαν το πιο πάνω αποτέλεσμα υπήρξε απότοκο προδήλου αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ο οποίος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε και μπορούσε να λάβει έναντι της νομοθετημένης και εξυπακουόμενης υποχρεώσεως του να διαθέτει στο καταναλωτικό κοινό προϊόντα, τα οποία δεν μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία του. Με βάση τα παραπάνω και αφού αναγνώρισε υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος την ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2 εδαφ. β ΠΚ που του είχε αναγνωρίσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι συνέτρεχε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο αυτόν του ότι στην Αθήνα στις 30-8-2005 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ΑΛΕΣΙΣ ΑΕΒΕ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ με το διακριτικό τίτλο. .., που βρίσκεται στα ... παρέβη την με αριθμό 14/1989 (αρθρ. 330) αγορανομική διάταξη του Υπουργείου Εμπορίου που ρυθμίζει αγορανομικά αντικείμενα και δημοσιεύθηκε νόμιμα, δηλαδή, κατείχε και διέθετε προς πώληση και κατανάλωση αγαθά τα οποία ήταν ακατάλληλα προς βρώση και μπορούσαν να προκαλέσουν οποιοδήποτε κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία των ανθρώπων. Ειδικότερα η καταναλώτρια Ζ κατήγγειλε ότι στις 30-8-2005 αγόρασε από το ... σούπερ μάρκετ ένα κουτί ... Το απόγευμα της ίδιας ημέρας έψησε τα δύο από αυτά και τα έδωσε στην ενδεκάχρονη κόρη της Ρ για να καταναλώσει. Όταν έτρωγε η κόρη της το δεύτερο από αυτά διαπίστωσε ότι μασούσε γυαλιά και είχε είδη καταπιεί κομμάτι γυαλιού με αποτέλεσμα να εμφανίσει επανειλημμένα αίμα στα κόπρανα και να κινδυνεύει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και κατεδίκασε τον κηρυχθέντα ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. β ΠΚ άνω κατηγορούμενο σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Με αυτές όμως τις παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά το Σύνταγμα και τον Κ.ποιν.Δ απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ούτε στο σκεπτικό αλλά ούτε και στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής, αναφέρεται εάν ο αναιρεσείων κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως της αποδιδόμενης αγορανομικής παραβάσεως (30-8-2005)για την οποία καταδικάσθηκε, είχε μία από τις προαναφερθείσες ιδιότητες του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντού ή του επόπτη αυτής, ενώ μόνη η αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεως της ιδιότητας του νομίμου αντιπροσώπου της εταιρείας ΑΛΕΣΙΣ ΑΕΒΕ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ δεν αρκεί για να θεμελιώσει ευθύνη του ήδη αναιρεσείοντος για την άνω αγορανομική παράβαση. Περαιτέρω κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου του δικαστηρίου που περιέχονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων τέλεσε την ως άνω πράξη από αμέλεια λόγω μη καταβολής της επιβαλλόμενης προσοχής ώστε να προβλέψει το αποτέλεσμα της διασφάλισης της καταλληλότητας των παραγόμενων προϊόντων από κάθε κίνδυνο από την είσοδο ξένων σωμάτων στο διατακτικό όμως παραλείπεται να γίνει λόγος για την τέλεση της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος αυτός από αμέλεια ή από δόλο αλλά γίνεται μνεία μόνον κατά την επιμέτρηση της ποινής ότι αυτή η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται και από τα άρθρα 26, 27 ΠΚ, που αρμόζουν σε εγκλήματα τελούμενα εκ δόλου. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται κατά τούτο και νομίμου βάσεως αφού με τις άνω ασάφειες που έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Ποιν.Δ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της από 3-12-2008 κρινόμενης αιτήσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 14243/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που δίκασε ως Εφετείο για παράβαση του άρθρου 30 παρ. 15 του ν.δ. 136/1946 και της υπ' αριθμό 14/1989 (άρθρο 330) αγορανομικής διατάξεως του Υπ. Εμπορίου και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα ως νόμιμο αντιπρόσωπο της ανωνύμου εταιρείας που κατείχε και διέθετε ακατάλληλα προς βρώση καταναλωτικά αγαθά δυνάμενα να προκαλέσουν κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία των ανθρώπων. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄) και για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄), διότι ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αναφέρεται εάν ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του κυρίου ή του διευθυντή ή του επόπτη της επιχειρήσεως αυτής, αλλά μόνο ότι ήταν νόμιμος αντιπρόσωπος της εταιρείας, που δεν αρκεί για την ευθύνη του για την άνω αγορανομική παράβαση, και επίσης διότι ενώ στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι από αμέλεια μη συνειδητή τέλεσε την άνω πράξη, στο διατακτικό παραλείπεται να γίνει λόγος για το εάν ο αναιρεσείων τέλεσε αυτήν την αξιόποινη πράξη από δόλο ή από αμέλεια, και μόνο στο περί επιμετρήσεως της ποινής κεφάλαιο γίνεται μνεία ότι η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26, 27 Π.Κ. που αρμόζουν σε εκ δόλου τελούμενο έγκλημα, με αποτέλεσμα από αυτές τις ασάφειες να στερείται η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νομίμου βάσεως, διότι δεν δύναται να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο η ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 550/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο, περί αναιρέσεως της 5610/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1119/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται: α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Ψευδορκία διαπράττει και ο ψευδομηνυτής όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της εγκλήσεώς του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μηνύσεως, ή εγκλήσεως ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της μηνύσεως ή εγκλήσεως του, πλην όμως, γενόμενη, θεμελιώνει, συντρεχόντων και των λοιπών παραπάνω στοιχείων, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς μαρτυρικής κατάθεσης. Τέλος κατά το άρθρο 362 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται η διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, ενώ κατά το άρθρο 363 του ίδιου Κώδικα, αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυριστεί ή να διαδόσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν. προκειμένου για καταδικαστική απόφαση. αναφέρονται σ' αυτή. με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς και να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5610/2009 απόφασή του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παραπάνω περιστατικά σχετικά με την πρώτη κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα: "Η πρώτη κατηγορουμένη την 12-4-2001 και ενώ βρισκόταν στην πυλωτή της ως άνω πολυόροφης οικοδομής (της οδού ...), ήλθε σε σύγκρουση με την εγκαλούσα Ψ2. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι η άνω εγκαλούσα την εξύβρισε και τη συκοφάντησε με τις φράσεις "μωρή τι νομίζεις, για πόσο θα είσαι ακόμη εδώ, θα μαζέψουμε υπογραφές και θα σε διώξουμε παλιοπουτάνα". "Εσύ μωρή μιλάς, που έχει βεβαρυμένο ποινικό μητρώο που αν το μάθουν στη γειτονιά δεν πρόκειται να σου μιλάει κανείς παλιοπουτάνα". Επομένως, ισχυριζόμενη τα ανωτέρω η πρώτη κατηγορούμενη στην από 28-6-2001 μήνυσή της, την οποία επιβεβαίωσε ενόρκως, εν γνώσει της ισχυρίστηκε ψευδή γεγονότα ως αληθή με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της β'εγκαλούσας Ψ2 και σκοπό είχε να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη αυτής. από τα παραπάνω λοιπόν αποδεικνύεται ότι η α'κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρονται ότι έλαβαν χώρα στις 12-4-2001, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσης". Στην συνέχεια το Δικαστήριο, στο διατακτικό της αποφάσεώς του όρισε τα εξής:
Κηρύσσει την 1η κατηγορουμένη (Χ) ένοχη του ότι " α) Εν γνώσει της καταμήνυσε ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτές και ειδικότερα εγχείρισε κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών την από 28-6-2001 έγκληση της κατά των ήδη εγκαλούντων, Ψ1 και Ψ2, με την οποία καταμήνυσε αυτές ψευδώς ως αυτουργούς εξύβρισης, απειλής και συκοφαντικής δυσφήμησης που δήθεν τελέστηκαν σε βάρος της και συγκεκριμένα στην εν λόγω έγκλησή της αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: "Την Πέμπτη 12 Απριλίου 2001, γύρω στις 18:00 μμ ενώ βρισκόταν στην πυλωτή του Α'κτιρίου του συγκροτήματος περιμένοντάς τον σύζυγό μου και τον γιο μου προκειμένου να επιβιβαστούμε στο αυτοκίνητό μας, η δεύτερη των μηνυομένων Ψ2, από την πυλωτή του Β κτιρίου που ανήκει στο κτιριακό συγκρότημα, με είδε και μου είπε: "Μωρή τι νομίζεις, για πόσο θα είσαι ακόμη εδώ; Θα μαζέψουμε υπογραφές και θα σε διώξουμε παλιοπουτάνα". Και όταν τη ρώτησα από που θα με διώξεις; από την ιδιοκτησία σου ή ενοικιάστρια σου είμαι; κινήθηκε απελητικά εναντίον μου προφανώς για να με χτυπήσει αλλά παρενέβησαν ο σύζυγός μου και ο γιος μου, οι οποίοι είχαν στο μεταξύ κατεβεί στην πυλωτή. 2. Ο σύζυγος μου τότε της είπε σε ήπιο τόνο: "Τι δουλειά έχει εσύ και με ποια ιδιότητα εσύ παρεμβαίνεις στα προβλήματα του Α'κτιρίου". (Υπόψη ότι το κάθε κτίριο λειτουργεί αυτόνομα). Και αυτή ευρισκόμενη ήδη στην είσοδο του Α'κτιρίου φώναζε και πάλι πολύ δυνατά και επί παρουσία πολλών περιοίκων που είχαν ακούσει τις φωνές της και είχαν βγει στο δρόμο και στις βεράντες τους, εξακολουθούσε να βρίζει, να απειλεί και επιπλέον να με συκοφαντεί με τα εξής λόγια: "Εσύ μωρή μιλάς, που έχεις βεβαρημένο ποινικό μητρώο; που αν το μάθουν έξω στη γειτονιά δεν πρόκειται να σου μιλάει κανείς παλιοπουτάνα;". Επειδή η μορφή η ένταση των απειλών και οι ύβρεις σε βάρος μου δημιούργησαν σε μένα συνθήκες τρόμου και ανησυχίας για τη σωματική μου ακεραιότητα και υπόληψη μου και επειδή συμπερασματικά οι έναντι μηνυόμενες διέπραξαν από κοινού σε βάρος μου τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις και όσες άλλες ήθελαν προκύψουν από τη μελέτη της μηνυτήριας αναφοράς μου, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό νόμο. Α) Σε βάρος μου τα εγκλήματα της εξύβρισης (αρ 361ΠΚ.) και της απειλής (αρ333ΠΚ.) και Β) Το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (αρ362και 363ΠΚ) αφού ενώπιον του συζύγου μου, του γιου μου και παρουσία πολλών περιοίκων, με -αποκάλεσαν σε γνώση της αναληθείας του ισχυρισμού τους προκειμένου να βλάψουν καίρια την τιμή και την υπόληψη μου ότι έχω βεβαρημένο ποινικό μητρώο και ότι είμαι παλιοπουτάνα...". Όλα αυτά ήταν όμως ψευδή και η ίδια τελούσε εν γνώσει του ψεύδους της μηνύσεως της ήθελε δε με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων για τις ανωτέρω πράξεις. β) Ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους εν γνώσει της ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ψευδή και ειδικότερα υποβάλοντας την προπεριγραφείσα υπό στοιχ. Αα' έγκλησή της ισχυρίστηκε ενώπιον τουλάχιστον των προανακριτικών υπαλλήλων, τα διαλαμβανόμενα σ'αυτή, τα οποία είναι ψευδή και γνώριζε η κατ/νη την αναλήθεια τους, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων. γ) Ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα υποβάλοντας την υπό στοιχ Αα) του παρόντος έγκληση της, ενώ τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτής, επιβεβαίωσε ένορκα το περιεχόμενο της". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε την ήδη αναιρεσείουσα σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία καταδίκασε την ανωτέρω κατηγορουμένη, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 362 και 224 παρ. 2 του ΠΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει α) τα περιστατικά που διέλαβε η κατηγορουμένη στην από 28-6-2001 έγκλησή της σε βάρος της Ψ2, τα οποία στοιχειοθετούν τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης, απειλής και της συκοφαντικής δυσφήμησης, β) ότι τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης Ψ2, γ) τα ψευδή αυτά γεγονότα ισχυρίστηκε ενώπιον τουλάχιστον των προανακριτικών υπαλλήλων κατά την κατάθεση της εγκλήσεως της, της οποίας έλαβαν αυτοί γνώση και την οποία η κατηγορούμενη βεβαίωσε και ενόρκως, δ) τη γνώση της κατηγορουμένης ότι τα ανωτέρω περιστατικά ήταν ψευδή, η οποία γνώση αιτιολογείται από την παραδοχή ότι, όπως εξέθεσε στην έγκληση και κατέθεσε, αυτά έλαβαν χώρα ενώπιον της και έτσι έχει ιδία αντίληψη αυτών. ε) το σκοπό της κατηγορουμένης να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες την καταμήνυσε και στ) τη γνώση της ότι τα εν λόγω περιστατικά είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας και η θέλησή της να τα ισχυριστεί με αυτό το σκοπό. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση ως προς το χρόνο τελέσεως των πράξεων, γιατί, όπως προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, ο χρόνος τελέσεως είναι η 28-6-2001 που κατατέθηκε η έγκληση της κατηγορουμένης και βεβαιώθηκε ενόρκως, ενώ η 12-4-2001 που αναφέρεται στο διατακτικό είναι ο χρόνος που, όπως η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε με την έγκλησή της, τελέσθηκαν οι σε βάρος της πράξεις της εγκαλούσης. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 65 παρ. 1 του ΚΠΔ, το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να ασχοληθεί με την πολιτική αγωγή όταν αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει δίωξη ή απαλλάσσει για οποιονδήποτε λόγο τον κατηγορούμενο. Αν παρά την αθώωση του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής, το δικαστήριο επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση ή αποζημίωση, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Η του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2, παραστάθηκαν στο Δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγουσες για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ η καθεμία, λόγω της ηθικής βλάβης που τους προκάλεσαν οι εναντίον τους πράξεις της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας. Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το ότι κήρυξε αθώα την κατηγορουμένη για τις πράξεις εναντίον της Ψ1, επιδίκασε και σ' αυτή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 44 ευρώ. Έτσι όμως υπερέβη κατά τούτο την εξουσία του και είναι βάσιμος στο σημείο αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στην Ψ1, να απαλειφθεί η σχετική διάταξη της αποφάσεως, γιατί δεν συντρέχει λόγος παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση και τέλος να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5610/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατά το μέρος που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ποσού σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ στην Ψ1. Και Διατάσσει την απάλειψη της σχετικής διατάξεως της αποφάσεως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14-7-2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση της ανωτέρω υπ' αριθ. 5610/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμιση, ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία των ανωτέρω εγκλημάτων. Ψευδορκία διαπράττει και ο ψευδομηνυτής που βεβαιώνει ενόρκως το περιεχόμενο της μηνύσεώς του. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τα ανωτέρω εγκλήματα της κατηγορουμένης, η οποία με έγκλησή της την οποία βεβαίωσε και ενόρκως, καταμήνυσε ψευδώς την εγκαλούσα ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις σε βάρος της. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 549/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζή, περί αναιρέσεως της 2947/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον ....
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23 Νοεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 908/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 περίπτ. γ' του ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου τιμωρείται... γ) σε κάθε άλλη περίπτωση με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτείται: α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης αυτού που εξαναγκάζεται και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Παράνομο περιουσιακό όφελος υπάρχει όταν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν αποτελεί νόμιμη αξίωση του δράστη ή του άλλου που ωφελείται κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη του τελευταίου δεν αποτελεί έκφραση του δικαιώματος της αυτονομίας της βουλήσεώς του και της εντεύθεν ελευθερίας στις συναλλαγές. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τους τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2947/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, προέκυψαν τα παρακάτω περιστατικά σχετικά με τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος ετέλεσε την πράξη της εκβίασης και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Δεκεμβρίου 2002 μέχρι την 18-12-02 με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εξανάγκασε κάποιον με την απειλή σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκασθέντος και δη απείλησε τον παθόντα ... ότι αν δεν του κατέβαλε τμηματικά το χρηματικό ποσό των 10000 ευρώ συνολικά, δεν θα μεσολαβούσε ώστε η αρμόδια Επιτροπή Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου να αποφανθεί ευνοϊκά σε αίτημά του για την κατεδάφιση παλαιάς οικίας και ανέγερσης πολυόροφης οικοδομής, σε οικόπεδο που είχε αγοράσει και έτσι τον εξανάγκασε να του καταβάλει στις 11-12-02 ευρώ και στις 18-12-02 4000 ευρώ, με αποτέλεσμα να αποκομίσει έτσι παράνομο όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του παθόντα κατά τα άνω ποσά. Το γεγονός δε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος συνελήφθη αφού έλαβε το ποσό των 4000 ευρώ με προσημειωμένα νομίσματα, δεν συνιστά απόπειρα του άνω εγκλήματος αφού είχε ήδη λάβει και προγενέστερα το ποσό των 5000 ευρώ και είχε επέλθει ήδη η ζημία στον παθόντα και το όφελος σ' αυτόν με την παραλαβή των 4000 ευρώ, κατά την σύλληψή του. Εξάλλου, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι αυτός προέβη σε κάποια ενέργεια στον υποβληθέντα από τον μηχανικό του παθόντα φάκελο στην αρμόδια επιτροπή, ώστε να δικαιούται κάποιας αμοιβής, αφού τον φάκελο αυτό συμπλήρωσε ο μηχανικός ... το δε άνω ποσό του δόθηκε σε δύο δόσεις πριν και μετά την έγκριση από την άνω επιτροπή της κατεδάφισης της προαναφερθείσας οικίας και αποτελούσε το αντάλλαγμα για την μεσολάβησή του προκειμένου να δοθεί στον παθόντα η άδεια κατεδάφισης. Σε περίπτωση δε που δεν κατέβαλε ο παθών το άνω ποσό δεν θα του δινόταν η άνω άδεια, άλλως θα καθυστερούσε υπέρμετρα, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία από την καθυστέρηση καταβάλλοντας ποινικές ρήτρες, μολονότι για το ίδιο ακίνητο είχε χορηγηθεί άδεια κατεδαφίσεως προγενέστερα με σκοπό την ανοικοδόμηση. Επομένως, πρέπει ο σχετικοί ισχυρισμοί του κατηγορούμενου να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Μετά από αυτά το Δικαστήριο, καταδίκασε τον ανωτέρωκατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στη εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 γ' του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει την απειλή του κατηγορουμένου προς τον παθόντα ότι αν δεν του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 10.000 Ευρώ δεν θα μεσολαβούσε στην αρμόδια Επιτροπή Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου ώστε να αποφανθεί ευνοϊκά για το αίτημά του για κατεδάφιση παλαιάς οικίας και ανέγερση πολυόροφης οικοδομής και ότι αν δεν μεσολαβούσε ο κατηγορούμενος, το αίτημα του παθόντος θα απορριπτόταν ή θα καθυστερούσε υπέρμετρα η έγκρισή του. Επίσης αναφέρει ότι ο παθών, επειδή στην περίπτωση που δεν εγκρινόταν ή καθυστερούσε η έγκριση του αιτήματός του θα πάθαινε ζημιά, γιατί θα κατέβαλε ποινικές ρήτρες για καθυστέρηση της ανοικοδόμησης, αναγκάστηκε να υποκύψει στην παράνομη αξίωση του κατηγορουμένου και του κατέβαλε τμηματικά το ανωτέρω ποσό, κατά το οποίο ο τελευταίος ωφελήθηκε παράνομα. Τέλος αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις παραπάνω ενέργειες με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο και αποκόμισε. Το ότι στη συνέχεια η απόφαση δέχεται ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε κάποια ενέργεια στον υποβληθέντα στην αρμόδια επιτροπή φάκελο, ώστε να δικαιούται κάποιος αμοιβής, δεν δημιουργεί ασάφεια για το αν το ποσό αυτό ήταν αποτέλεσμα νόμιμης ή παράνομης αξίωσης, αλλ' αντίθετα αποσαφηνίζει τον παράνομο χαρακτήρα της αξίωσης και απαντά σε σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι του ανατέθηκε από μέρους του παθόντος η συμπλήρωση του σχετικού φακέλου και ότι το ποσό αυτό ήταν η αμοιβή του ως μηχανικού. Περαιτέρω προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, ενώ με τις παραδοχές του απάντησε στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, αναφέρει δε και περιστατικά και σκέψεις επιπλέον αυτών που περιέχει το διατακτικό. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του κατηγορουμένου είναι αβάσιμες, ενώ η αιτίασή του ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε με καταθέσεις των μαρτύρων είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου της ένδικης αιτήσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 23.11.2009) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2009 αίτηση και τους από 23-11-2009 πρόσθετους λόγους του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 2947/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκβίαση σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρο 385 § 1 περίπτ. γ΄ του ΠΚ). Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος απείλησε τον παθόντα ότι αν δεν του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 10.000 Ευρώ, δεν θα μεσολαβούσε στην αρμόδια Επιτροπή Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού ελέγχου για να εγκριθεί η κατεδάφιση παλαιάς οικίας και η ανοικοδόμηση πολυώροφης οικοδομής και ο παθών που είχε ανάγκη από αυτή την έγκριση, αναγκάστηκε να του καταβάλει το ποσό αυτό. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εκβίαση.
| 1
|
Αριθμός 548/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της 1870/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Τσαμούλη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.7.2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 16.10.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1181/2009.
Αφού άκουσε
Τον αυτοπροσώπως παραστάντα αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα τα οποία εισπράττει, με βάση σχετική συμφωνία εντολής, ο εντολοδόχος πληρεξούσιος δικηγόρος για λογαριασμό του εντολέα πελάτη του, μετά από αρνητική έκβαση κάποιας δίκης που του είχε ανατεθεί ή μετά από πρακτικό συμβιβασμού, με την υποχρέωση να τα αποδώσει αμέσως μετά την είσπραξη στον αντίδικο διάδικο. Η ιδιοποίηση του ξένου πράγματος θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την ύπαρξη πραγματικής ή νομικής πλάνης (άρθρ. 30, 31 του ΠΚ), πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, δηλαδή, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή του, ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1870/2009 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: Με το από 7 Νοεμβρίου 1995 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης ο ΑΑ εκμίσθωσε στον μηνυτή Ψ ένα αρτοποιείο που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ. 6 του ..., για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών. Τον Μάρτιο του 2001 παρουσιάσθηκαν προβλήματα στις σχέσεις των ως άνω συμβαλλομένων, κυρίως για το λόγο ότι ο μισθωτής ήθελε να προβεί σε συμψηφισμό του ποσού της εγγύησης που είχε καταβάλει στον εκμισθωτή, ποσού 2.000.000 δρχ., ενόψει του ότι επίκειτο η μεταφορά της επιχείρησής του (αρτοποιείου) σε ιδιόκτητο κατάστημα και ο εκμισθωτής δεν αποδέχονταν τον συμψηφισμό αυτόν. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα το έτος 2001 ήταν 129.500 δρχ., ενώ το πράγματι καταβαλλόμενο 400.000 δρχ. Από το χρονικό αυτό σημείο κι εντεύθεν, ο μηνυτής ζήτησε τη νομική βοήθεια του κατηγορουμένου δικηγόρου, στον οποίο παρέδινε έκτοτε τα μισθώματα, προκειμένου να τα παραδίνει στον εκμισθωτή, χωρίς να λαμβάνει σχετική απόδειξη από τον κατηγορούμενο για κάθε επιμέρους καταβολή μισθώματος και χωρίς ο τελευταίος να του προσκομίζει απόδειξη του εκμισθωτή ότι έλαβε το εκάστοτε καταβαλλόμενο μίσθωμα. Όμως ο μηνυτής, αν και ο κατηγορούμενος δεν του παρέδινε την απόδειξη καταβολής του μισθώματος (ή το γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, σε περίπτωση μη λήψης από τον εκμισθωτή του ποσού του μισθώματος) που είχε λάβει από τον εκμισθωτή, δεν ανησυχούσε, για τον λόγο ότι ο εκμισθωτής μέχρι το τέλος του έτους 2001 δεν τον όχλησε, ζητώντας του τα οφειλόμενα (μισθώματα κατά τον μισθωτή και αποζημίωση χρήσης κατά τον εκμισθωτή) και σε σχετικές ερωτήσεις του (μηνυτή) προς τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος τον διαβεβαίωνε ότι θα του τις προσκομίσει. Τον Δεκέμβριο του 2001, ο εκμισθωτής ΑΑ άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών την από 6/12/2001 (με αριθμ. κατ. 162/2001) αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του μηνυτή Ψ, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του ως άνω καταστήματος - αρτοποιείου και να διαταχθεί η αποβολή του μηνυτή από αυτό, ισχυριζόμενος ότι, με το από 12/6/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της μίσθωσης, τα μέρη συμφώνησαν τη λύση της μίσθωσης του αρτοποιείου και την παράδοση του μισθίου από τον εκμισθωτή στον μισθωτή στις 31/8/2001. Κατά την ορισθείσα, μετ' αναβολήν, ημερομηνία συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ο μηνυτής εμφανίστηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών, συνοδευόμενος από τον κατηγορούμενο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, και συνομολόγησε την αίτηση και συντάχθηκε το με αριθμ. .../2002 πρακτικό συμβιβασμού, με το οποίο ο μηνυτής συμφώνησε να αποδώσει το χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή στις 30/5/2002. Πρέπει να σημειωθεί ότι, αφότου διαταράχθηκαν οι σχέσεις εκμισθωτή και μισθωτή, δημιουργήθηκαν προστριβές μεταξύ τους, καθόσον ο πρώτος ισχυρίζονταν ότι ισχύει το από 12/6/2001 "ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης μίσθωσης", στο οποίο αναφέρεται ότι η παραπάνω μίσθωση λύθηκε (στις 12/6/2001) και ότι το μίσθιο θα παραδοθεί στον εκμισθωτή στις 31/8/2001 και ότι για τη χρήση του μηνός Αυγούστου ο μισθωτής θα καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 400.000 δρχ., το οποίο αμφισβήτησε ο Ψ [ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε συνέπραξε για την κατάρτιση αυτού, ούτε συμφώνησε με το περιεχόμενό του και ότι έπαυσε να καταβάλει στον εκμισθωτή το ποσό των 400.000 δρχ. ως μηνιαίο μίσθωμα, αλλά το συμφωνημένο, με το ιδιωτικό ως άνω συμφωνητικό, εκ δρχ. 129.500 μέχρι τέλους του 2001 και εκ δρχ. 145.000 από 1/1/2002 κι εντεύθεν]. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών όμως, με την 159/2005 απόφασή του που κατέστη τελεσίδικη, δέχθηκε ότι το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό είναι έγκυρο και ισχυρό και ότι ο Ψ οφείλει στον εκμισθωτή το ποσό των 400.000 δρχ. το μήνα, ως αποζημίωση χρήσης και συνολικά το ποσό των 10.564,92 ευρώ για το διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο του 2001 έως και το μήνα Μάιο του 2005. Ανεξάρτητα όμως από το αν ο μηνυτής Ψ κατέβαλε μίσθωμα ή αποζημίωση χρήσης, κατά το διάστημα από τον Μάρτιο του 2001 έως και τον Μάρτιο του 2002 (το ζήτημα αυτό δεν είχε επιλυθεί κατά το ως άνω διάστημα) το κρίσιμο στην κρινόμενη υπόθεση ζήτημα είναι αν ο κατηγορούμενος παρέλαβε και, σε καταφατική περίπτωση, ποίο ήταν το ύψος αυτών, προκείμενου να τα παραδώσει στον Ε. Νούσια, για μισθώματα (ή για αποζημίωση χρήσης του μισθίου) και αν τα ποσά αυτά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα εν όλω ή εν μέρει και τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής τον Οκτώβριο του 2001 παρέδωσε στον Χ, δια χειρός ΒΒ, το ποσό των 520.000 δρχ. προκειμένου να το καταβάλει στον εκμισθωτή (για μισθώματα κατά τον μηνυτή και για αποζημίωση χρήσης κατά τον εκμισθωτή) και το ποσό των 20.000 δρχ. για αμοιβή του, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2001 έως και τον Μάρτιο του 2002, παρέδωσε για την αυτή αιτία, δια χειρός της συζύγου του, το ποσό των 695.000 δρχ., προκειμένου να το καταβάλει στον εκμισθωτή. Κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο αυτό άποψη, ο κατηγορούμενος από το συνολικό ως άνω ποσό των 1.215.000 δρχ. (520.000 + 695.000) κατέβαλε στον εκμισθωτή μόνο το ποσό των 400.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 815.000 δραχμών το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, πειστική είναι η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος αναφέρει ότι, "Ο κατηγορούμενος ήταν δικηγόρος μου. Του έδινα χρήματα για να τα καταθέσει στο Παρακαταθηκών και Δανείων για τον εκμισθωτή. Είχαμε διαφορές, του έδινα 130.000 δρχ. από Μάρτιο 2001 έως Μάρτιο 2002, κάθε μήνα, το 2002 του έδινα 145.000 δρχ., δεν έπαιρνα αποδείξεις, όταν τον ρωτούσα μου έλεγε "τις έχω στο γραφείο". Όταν του είπα ότι τις θέλω για τη φορολογική δήλωση, τότε μου είπε ότι τα βρήκανε με τον ιδιοκτήτη. Δεν είχα καμμία ενόχληση από τον ιδιοκτήτη .... Η γυναίκα μου του τα έδινε, πέρναγε από το πρατήριο ... Μας έλεγε ότι τα έδωσε (ενν. στον εκμισθωτή), ενώ η άλλη πλευρά έλεγε ότι μόνο 400.000 δρχ. έδωσε ...". Σχετικά με το ζήτημα αυτό, καταθέτει ο αδελφός του μηνυτή (...), ο οποίος αναφέρει ότι, "... έχω δει να δίνει χρήματα στον Χ η νύφη μου, η σύζυγος του αδελφού μου, τον Δεκέμβριο του 2001 ...", αλλά και ο οικογενειακός φίλος ΒΒ, ο οποίος αναφέρει ότι, "Εγώ ο ίδιος, τον Οκτώβριο 2001 πήγα χρήματα στο σπίτι του Χ, 520.000 δρχ. και 20.000 δρχ. για την αμοιβή του, η γυναίκα του Ψ με έστειλε και αφορούσαν μισθώματα για τον φούρνο... Δεν πήρα καμία απόδειξη, ούτε υπέγραψα πουθενά...". Ο κατηγορούμενος, αρνούμενος την κατηγορία που του αποδίδεται, διατείνεται ότι σταμάτησε τον Οκτώβριο του 2001 να είναι δικηγόρος του μηνυτή, ο οποίος του παρέδωσε μόνο το ποσό των 400.000 δρχ., το οποίο και κατέβαλε στον εκμισθωτή ΑΑ και έλαβε απόδειξη, ενώ για το ποσό των 520.000 δρχ., που του παρέδωσε ο μάρτυρας ΒΒ, ισχυρίζεται ότι ήταν η αμοιβή του, εννοώντας ότι ο Ψ του όφειλε αμοιβή για την υπόθεση ΓΓ, που είχε χειριστεί για λογαριασμό του (μηνυτή και τότε εντολέα του). Ο τελευταίος ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον, αν ο μηνυτής του όφειλε πράγματι τη δικηγορική του αμοιβή από τον χειρισμό της υπόθεσης ΓΓ, δεν θα του παρέδινε χρήματα και μάλιστα χωρίς απόδειξη, αλλά θα επιμελείτο ο ίδιος ο Ψ, είτε να καταβάλει στον ΑΑ τα ως άνω ποσά (μισθώματα ή την αποζημίωση χρήσης), λαμβάνοντας απ' αυτόν και τη σχετική απόδειξη, είτε να προβεί, σε περίπτωση άρνησης παραλαβής των χρημάτων, σε παρακατάθεση αυτών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και δεν θα ανέθετε αυτή την εργασία στον κατηγορούμενο. Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου (της κρατήσασας στο δικαστήριο αυτό άποψης), ότι ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε το ποσό των 815.000 δρχ. που του είχε παραδώσει ο Ψ, προκειμένου να το καταβάλει στον ΑΑ, ενισχύεται από το ότι, ενώ ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι παρέλαβε από τον Ψ μόνο το ποσό των 400.000 δρχ., το οποίο παρέδωσε στον ΑΑ [και το ποσό των 520.000 δρχ. που παρέλαβε από τον ΒΒ και το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του αφορούσε αμοιβή του για τον χειρισμό της υπόθεσης του Ψ κατά του ΓΓ και για το οποίο έχει εκδώσει σχετική απόδειξη, για την οποία θα γίνει μνεία παρακάτω], όταν ο ΑΑ άσκησε αγωγή κατά του Ψ για αποζημίωση χρήσης του ως άνω αρτοποιείου, η οποία συζητήθηκε στις 18/1/2005 και επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα 159/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο τελευταίος προσκόμισε στο ως άνω δικαστήριο φωτοτυπικά αντίγραφα αποδείξεων, τις οποίες του της είχε παραδώσει ο κατηγορούμενος από το 2002, προκειμένου να αποδείξει την ένσταση εξόφλησης που είχε επικαλεστεί. Εκτός των άλλων, ο Ψ προσκόμισε και την από 25/1/2002 απόδειξη - βεβαίωση, ποσού δρχ. 650.000 και την από 24/1/2002 απόδειξη ποσού 1.300.000 δρχ. Η πρώτη απόδειξη έχει γραφεί δια χειρός ΔΔ, συνεργάτη του κατηγορουμένου, και σ' αυτήν αναφέρεται ότι "ο υπογεγραμμένος ΑΑ έλαβα παρά του δικηγόρου Αθηνών Χ, τμηματικώς και από Σεπτεμβρίου του 2001 μέχρι σήμερον, το ποσόν των 650.000 δραχμών, δια λογαριασμόν του οφειλέτου μου Ψ και δια τον μίσθιον φούρνον επί της οδού ..., ... . Το ποσόν αυτό το λαμβάνω με πάσαν επιφύλαξιν, δια την μερικήν κάλυψιν αποζημιώσεως χρήσεως, ως το σχετικόν συμφωνητικόν δια λήξιν της μισθώσεως (31 Αυγούστου του 2001). Εν ... τη 25/1/2002 Ο καταβάλλων ..." (ακολουθεί η σφραγίδα του κατηγορουμένου με τα στοιχεία και την ιδιότητά του, καθώς και η υπογραφή του). Ο κατηγορούμενος ουδεμία εξήγηση δίνει, γιατί παρέδωσε στον μηνυτή Ψ την πιο πάνω απόδειξη ποσού 650.000 δρχ., την οποία μάλιστα συνέταξε και ο συνεργάτης του ΔΔ, αν δεν είχε λάβει από τον Ψ το ποσόν αυτό και αν δεν ήθελε να "αποδείξει" προς αυτόν ότι το ποσόν αυτό το κατέβαλε στον ΑΑ. Το γεγονός ότι η απόδειξη αυτή, όπως και οι άλλες αποδείξεις τις οποίες παρέδωσε ο κατηγορούμενος στον Ψ σε φωτοτυπικά αντίγραφα, αμφισβητήθηκαν από τον ΑΑ και εκκρεμούν οι σχετικές δίκες για πλαστογραφία αυτών από τον κατηγορούμενο (και για χρήση πλαστού από τον Ψ ως προς την απόδειξη των 650.000 και 1.300.000 δρχ.) δεν μεταβάλλει τα προεκτεθέντα, καθόσον οι αποδείξεις αυτές, όπως από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει και δεν αμφισβητείται βάσιμα από τον κατηγορούμενο, παραδόθηκαν από τον τελευταίο στον Ψ, περί τον Φεβρουάριο του 2002, προκειμένου να αποδείξει αρχικά ο κατηγορούμενος την καταβολή των χρηματικών ποσών που είχε λάβει από τον μηνυτή Ψ προς τον ΑΑ και στη συνέχεια ο Ψτην εξόφληση της απαίτησης του ΑΑ κατ' αυτού. Περαιτέρω, και στην απόδειξη της 24/1/2002, ποσού 1.300.000 δρχ., αναφέρεται ότι ο ΑΑ έλαβε από τον Ψ, δια χειρός του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χ, τα μισθώματα του ως άνω αρτοποιείου. Για την απόδειξη αυτήν, ουδεμία εξήγηση δίνει ο κατηγορούμενος, ο οποίος γενικώς αποφεύγει να πάρει θέση για όλες τις αποδείξεις που έχουν προσκομισθεί για την επίμαχη υπόθεση και οι οποίες παραδόθηκαν από αυτόν στον Ψ και αφορούν τη διαμάχη του με τον ως άνω εκμισθωτή του. Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατόπιν εντολής του Ψ, η δικαστική γραφολόγος ΣΤ έκρινε ότι οι παραπάνω δύο αποδείξεις δεν έχουν γραφεί (κατά το περιεχόμενό τους) από τον Ψ, ενώ για την από 25/1/2002 απόδειξη, ποσού 650.000 δρχ., αναφέρει ότι έχει γραφεί από τον συνεργάτη του κατηγορουμένου ΔΔ (έχει προβεί σε αντιπαραβολή της γραφής του τελευταίου από χειρόγραφη προσθήκη του σε προτάσεις με τη γραφή της απόδειξης), γεγονός που δεν αμφισβητείται ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος ουδεμία εξήγηση δίνει γι' αυτό. Περαιτέρω, στοιχείο ενισχυτικό της κρίσης αυτού του δικαστηρίου (της κρατήσασας άποψης) ότι ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε το ποσό των 815.000 δρχ., το οποίο του είχε δώσει ο Ψ για να το καταβάλει στον ΑΑ, αποτελεί το ότι η απόδειξη των 520.000 δρχ. δεν εκδόθηκε στις 15/10/2001, ημερομηνία που αναγράφεται σ' αυτή, αλλά εκ των υστέρων και σε χρόνο που δεν έχει διακριβωθεί και πάντως μετά την παραπομπή του κατηγορουμένου για την παρούσα υπόθεση, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα πλημμελήματα), αφού μέχρι τον χρόνο αυτόν ουδεμία αναφορά κάνει για την ύπαρξη της απόδειξης αυτής, η οποία έχει εκδοθεί από τον ίδιο. Στην απόδειξη αυτή, που φέρει αύξοντα αριθμό 46 και ημερομηνία έκδοσης 15/10/2001, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από τον Ψ, δια χειρός ΒΒ, το ποσό των 520.000 δρχ. "για κατάθεσιν, προσδιορισμόν, επίδοσιν εφέσεως κατά των αδελφών ΓΓ και τμήμα αμοιβής δι' έφεσιν". Για την ύπαρξη της απόδειξης αυτής, ο κατηγορούμενος ουδεμία νύξη είχε κάνει, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι την ως άνω παραπομπή του, και την προσκόμισε, το πρώτον στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για να αποδείξει ότι είχε απαίτηση κατά του Ψ, κατά το μήνα Οκτώβριο του 2001, και ότι για την απαίτηση αυτή είχε λάβει το ποσόν αυτό, δια χειρός ΒΒ. Από τον χρόνο που ο κατηγορούμενος εμφάνισε για πρώτη φορά (Φεβρουάριο του 2008) την απόδειξη αυτή και λαμβανομένου υπόψη ότι την υπογραφή του σ' αυτήν αμφισβητεί ο καταβαλών στον κατηγορούμενο ΒΒ, καταθέτοντας ότι, όταν κατέβαλε σ' εκείνον το ποσό των 520.000 δρχ. (συν το ποσό των 20.000 δρχ. για αμοιβή του κατηγορουμένου, το οποίο αποσιωπά ο τελευταίος), τον Οκτώβριο του 2001, δεν του δόθηκε απόδειξη, ούτε υπέγραψε σε απόδειξη, προκύπτει ότι η απόδειξη αυτή εκδόθηκε εκ των υστέρων από τον κατηγορούμενο, προκειμένου να δικαιολογήσει την παρακράτηση του χρηματικού ποσού που του είχε παραδοθεί από τον Ψ για να το καταβάλει στον ΑΑ. Άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι η απόδειξη αυτή φέρει αύξοντα αριθμό 46, ο οποίος δεν αντιστοιχεί στον αριθμό της απόδειξης που εξέδωσε ο κατηγορούμενος - δικηγόρος κατά τον χρόνο αυτόν (κατά την αδιάκοπη σειρά των αποδείξεων), αλλά έχει εκδοθεί από μπλοκ προηγουμένων ετών, δηλ. η διπλότυπη αυτή απόδειξη δεν έχει βέβαιη χρονολογία, αλλά ανασύρθηκε από τον κατηγορούμενο από μπλοκ προηγούμενων ετών και εκδόθηκε. Περαιτέρω ενισχυτικό στοιχείο, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο αυτό άποψη, για το ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε αξίωση κατά του μηνυτή Ψ από τον χειρισμό της υπόθεσης ΓΓ, αποτελεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε τον φάκελο της υπόθεσης αυτής στον Ψ, χωρίς καμία επιφύλαξη, τον Απρίλιο του 2002, πράγμα το οποίο δεν θα συνέβαινε αν υπήρχε οποιαδήποτε οικονομική εκκρεμότητα από την υπόθεση αυτή (βλ. απόδειξη παραλαβής φακέλου, με ημερομηνία τέλος Απριλίου 2002, στην οποία αναγράφονται αναλυτικά τα 21 έγγραφα που αφορούσαν την υπόθεση ΓΓ και τα οποία παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο προς τον μηνυτή). Τα αμέσως ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι τον Οκτώβριο του 2001 ο κατηγορούμενος έλαβε το ποσό των 520.000 δρχ., όχι για να το καταβάλει στον ΑΑ, αλλά για αμοιβή του για την υπόθεση ΓΓ και τούτο γιατί ο κατηγορούμενος άσκησε κατά του Ψ την από 11.8.2006 αγωγή, στην οποία ανέφερε ότι έχει αξίωση κατά του εναγομένου από τον χειρισμό της υπόθεσης του εντολέα του κατά των αδελφών ΓΓ και ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 6.338,90 ευρώ. Αν, λοιπόν, ο κατηγορούμενος είχε την παραπάνω αξίωση κατά του Ψ, δεν θα παρέδινε τον Απρίλιο του 2002 τον φάκελο της υπόθεσης ΓΓ στον Ψ χωρίς επιφύλαξη, ούτε θα ασκούσε την αγωγή αυτή, μετά την πάροδο σχεδόν πέντε (5) ετών. Αλλά και με την μη αποδειχθείσα, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, εκδοχή, ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από τον Ψ το ποσό των 520.000 δρχ. ως αμοιβή για την υπόθεση ΓΓ, και πάλι απομένει υπόλοιπο εκ δρχ. 295.000 (815.000 - 520.000), το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογήσει ο κατηγορούμενος με την έκδοση σχετικής απόδειξης. Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι, ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τον Οκτώβριο του 2001 ο Ψ ανακάλεσε την προς αυτόν εντολή και έπαυσε έκτοτε να είναι δικηγόρος του, από το 165/2002 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, προκύπτει ότι τουλάχιστον μέχρι τις 12/2/2002, ημερομηνία που συντάχθηκε το ως άνω πρακτικό, ο κατηγορούμενος ήταν δικηγόρος του Ψ. Τέλος, όσα διατείνεται ο κατηγορούμενος, ότι το νομίμως κυκλοφορούν νόμισμα από 1/1/2002 είναι το ευρώ και όχι η δραχμή, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον, κατά το μεταβατικό στάδιο των πρώτων μηνών του έτους 2002, ήταν ανεκτή η επίκληση στις συναλλαγές της δραχμής ως νομίσματος της Ελλάδος και η σε δραχμές αντιστοιχία τού εισαχθέντος τότε ευρώ. Μετά απ' αυτά, θα πρέπει, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο αυτό άποψη, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης της υπεξαίρεσης, όπως τα πραγματικά περιστατικά της πράξης αυτής αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας".
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε, κατά πλειοψηφία, σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση για τέλεση υπεξαιρέσεως χρημάτων του πολιτικώς ενάγοντος και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ. 1,98 και 375 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: 1) στην αιτιολογία της αποφάσεως προσδιορίζεται με πληρότητα και σαφήνεια ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος και ο τρόπος περιελεύσεως των υπεξαιρεθέντων χρημάτων στην κατοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, με τις παραδοχές ότι αυτός (κατηγορούμενος) ως δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος μισθωτή - πελάτη του Ψ, εκτός από τη δικηγορική του αμοιβή των 20.000 δραχμών, εισέπραξε από τον ίδιο τον πολιτικώς ενάγοντα τον Οκτώβριο του 2001, δια χειρός ΒΒ, ποσόν 520.000 δραχμών και κατά το χρονικό διάστημα από Νοεμβρίου 2001 έως και Μαρτίου 2002, δια χειρός της συζύγου του πολιτικώς ενάγοντος - μηνυτή ποσόν 695.000 δραχμών, και πάντοτε για λογαριασμό του άνω πελάτη του μηνυτή, προκειμένου ο κατηγορούμενος να τα παραδώσει στον αντίδικο του μισθωτή μηνυτή, στον εκμισθωτή ΑΑ, μετά από το από 12-6-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως της μισθώσεως αρτοποιείου και μετά από δίκη ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών και πρακτικό συμβιβασμού μισθωτή και εκμισθωτή, για οφειλόμενα μισθώματα - αποζημίωση χρήσεως του μισθίου, από τα οποία ποσά, ο κατηγορούμενος δικηγόρος, ενεργών με την ιδιότητα του εντολοδόχου, δεν απέδωσε και παρακράτησε το ποσό των 815.000 δραχμών, το οποίο και χωρίς κανένα δικαίωμα ιδιοποιήθηκε παράνομα και δη τμηματικά, το ποσό των 120.000 δραχμών, κατά το διάστημα από Οκτώβριο 2001 έως Μάρτιο 2002 και το υπόλοιπο ποσό των 695.000 δραχμών από Νοέμβριο 2001 έως και τον Μάρτιο του 2002, εκδηλώνοντας έτσι έμπρακτα την πρόθεσή του και το σκοπό του να το ιδιοποιηθεί παράνομα, ενώ κατά την 23-6-2009 που δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και δεν είχε παραγραφεί καμία από τις άνω μερικότερες πράξεις, ώστε να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός του άνω χρόνου υπεξαιρέσεως, 2) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του κατηγορουμένου, ο οποίος άλλωστε ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και απορρίπτεται πλήρως αιτιολογημένα (σελ. 77) ο προβληθείς ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μη παρανόμου ιδιοποιήσεως, αλλά περί ασκήσεως δικαιώματος επισχέσεως, κατ' άρθρο 325 ΑΚ, του ποσού 815.000 δραχμών, ήδη 2391,78 ευρώ, λόγω προβληθείσας αξιώσεώς του, για ανταπαίτηση που είχε κατά του πολιτικώς ενάγοντος πελάτη του από οφειλόμενη δικηγορική του αμοιβή μεγαλύτερου ποσού, από άλλη υπόθεση που του είχε ανατεθεί από τον ίδιο τον μηνυτή, για άσκηση αγωγής και σύνταξη προτάσεων μισθωτικής διαφοράς κατά τρίτων, των ..., ... και ΓΓ, 3) δε δημιουργείται καμία ασάφεια εκ του ότι τα υπεξαιρεθέντα χρήματα αναφέρονται στην απόφαση ως δραχμές, ενόψει του ότι το νόμισμα από 1-1-2002 μετετράπη στην Ελλάδα σε ευρώ, αφού στον κατηγορούμενο παραδόθηκαν δραχμές, ο άνω χρόνος τελέσεως συμπεριλαμβάνει και χρονικό διάστημα προ της 1-1-2002, η δε αντιστοιχία των δύο νομισμάτων, δραχμής και ευρώ, καθορίστηκε από το νόμο 2842/2000 και τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ε.Κ. και είναι σταθερή, 4) μνημονεύονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. To δικαστήριο στήριξε την πιο πάνω καταδικαστική του κρίση, όχι μόνο στα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά συνεκτίμησε μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων και το αναγνωσθέν 900/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και την ανώμοτη κατάθεση του ως μάρτυρος εξετασθέντος πολιτικώς ενάγοντος. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι στην αιτιολογία της αποφάσεως δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο άνω βούλευμα και στην ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και δεν προκύπτει αν λήφθηκε υπόψη, είναι αβάσιμη γιατί αυτό δεν στερεί την απόφαση από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού κατά τρόπο σαφή και με βεβαιότητα, προκύπτει από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού της αποφάσεως, ότι λήφθηκαν και αυτά τα αποδεικτικά μέσα υπόψη. Άλλωστε, η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο, ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στο αιτιολογικό, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, ειδικότερα όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτού (αιτιολογικού), ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, για ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτες και, ως τέτοιες, πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 161 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, εκείνος που ενεργεί την επίδοση οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επιδόσεως, σημειώνεται ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα κλπ, "υπογράφεται" δε το αποδεικτικό αυτό από το πρόσωπο προς το οποίο παραδόθηκε το επιδοθέν έγγραφο και από εκείνον που ενήργησε την επίδοση. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, ως υπογραφή νοείται η ιδιόχειρη γραφή του ονόματος και του επωνύμου, χωρίς όμως να αποκλείεται η υπογραφή να τεθεί χωρίς αναγραφή ονοματεπωνύμου, με γραφική παράσταση, με συγκοπή συλλαβών, εφόσον αυτή συνηθίζεται στις συναλλαγές και από τον υπογράφοντα, δεν μεταπίπτει σε απλή μονογραφή και δεν αποκλείει τη διακρίβωση της ταυτότητάς του. Η έλλειψη της υπογραφής, με την παραπάνω μορφή της σημειώσεως του ονόματος και του επωνύμου του προσώπου που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου στο συνταχθέν απ' αυτό αποδεικτικό, κάτω από τη θέση της λέξεως "ο επιδόσας", καθιστά τούτο άκυρο με εντεύθεν συνέπεια την ακυρότητα της επιδόσεως, μόνον εφόσον δεν αναγράφεται σε άλλο σημείο του αποδεικτικού επιδόσεως το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του οργάνου και δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα και την ιδιότητα του επιδίδοντος οργάνου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1870/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η προβληθείσα με λόγο εφέσεως και στο ακροατήριο επαναληφθείσα ένσταση του κατηγορουμένου για πενταετή παραγραφή του διωκόμενου πλημμελήματος, λόγω συμπληρώσεως πενταετίας και μη αναστολής της ποινικής διαδικασίας, λόγω ακυρότητας της επιδόσεως του 1871/2002 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, συνεπεία ελλείψεως στο αποδεικτικό υπογραφών του επιδόσαντος οργάνου και του προσληφθέντος μάρτυρος θυροκολλήσεως και ελλείψει αποδεικτικού επιδόσεως και στον αντίκλητο δικηγόρο του Σωτήριο Τσακαλώζο, με την εξής αιτιολογία: "Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠK, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελήματος είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι η πράξη για την οποία κατηγορείται (υπεξαίρεση, άρθρο 375 παρ. 1 α' του ΠK) υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, καθόσον ουδέποτε του επιδόθηκε νόμιμα το παραπεμπτικό βούλευμα. Η ένσταση παραγραφής είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από το με ημερομηνία 23/8/2006 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ... προκύπτει ότι την ημερομηνία αυτή του επιδόθηκε νόμιμα, με θυροκόλληση, αντίγραφο του 2512/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα (λόγω ειδικής δωσιδικίας), για να δικασθεί για το πλημμέλημα της υπεξαίρεσης, που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2001 μέχρι τον Μάρτιο του 2002. Ο κατηγορούμενος δεν είχε διορίσει αντίκλητο, όπως αυτό προκύπτει από την με ημερομηνία 2/4/2006 έκθεση εξέτασής του, και το από 14/4/2006 απολογητικό του υπόμνημα (το τελευταίο προσκομίστηκε και από την πολιτική αγωγή σε φωτοτυπικό αντίγραφο). Η παραπομπή αυτή ήταν αμετάκλητη, καθόσον κατ' αυτού δεν ασκήθηκε έφεση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 14/9/2006 υπηρεσιακή βεβαίωση του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών Αντωνίου Κοκκώνη, ενώ κατά του βουλεύματος αυτού δεν επιτρέπεται αναίρεση (τυχόν αναίρεση που θα ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, στο οποίο ορίζεται ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, όταν ο κατηγορούμενος παραπέμπεται για αδίκημα σε βαθμό πλημμελήματος δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση, εκτός αν υπάρχει αντίθετη ρητή διάταξη νόμου, περίπτωση που δεν υφίσταται στην κρινόμενη υπόθεση (βλ. ΑΠ 1401/2004, ΑΠ 684/2004). Tο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση κατά του ως άνω βουλεύματος (την από 28/11/2006 με αριθμό 4/2006), την οποία και μόνον προσκομίζει χωρίς να κάνει μνεία για έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) για την αναίρεση αυτή, αν και παρήλθε χρονικό διάστημα 21/2 ετών, δεν μεταβάλλει τα προεκτεθέντα, καθόσον, εκτός από το ότι δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά του ως άνω βουλεύματος, η αναίρεση είναι απαράδεκτη και για τον λόγο ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Άλλωστε, ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι το ως άνω βούλευμα δεν κατέστη αμετάκλητο. Με την αμετάκλητη ως άνω παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα, επήλθε αναστολή της παραγραφής για τρία ακόμη έτη και η πράξη που του αποδίδεται, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2001 μέχρι τον Μάρτιο του 2002, παραγράφεται πλέον με την πάροδο οκτώ (8) ετών και όχι πέντε (5), όπως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών".
Από το επισκοπούμενο από 23-8-2006 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., προκύπτει ότι αναφέρεται το επιδίδον όργανο με πλήρες το πιο πάνω ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά του, στο τέλος δε του αποδεικτικού και υπό την ένδειξη "Ο Επιδούς" έχει τεθεί ιδιοχείρως η υπογραφή, τόσον από την επιδόσασα επιμελήτρια, όσον και από την προσληφθείσα για τη γενόμενη θυροκόλληση μάρτυρα ..., της οποίας αναφέρεται επίσης το πλήρες ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα ως επιμελήτριας της ίδιας Εισαγγελίας Εφετών, χωρίς να επαναλαμβάνονται το ονοματεπώνυμα αυτών, κάτω από τις άνω υπογραφές, οι οποίες και έχουν τεθεί γραφικά χωρίς επανάληψη του ονοματεπωνύμου, όπως συνηθίζεται στις συναλλαγές. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία του αποδεικτικού επιδόσεως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία αναφορικά με τα στοιχεία ταυτότητας και την ιδιότητα της άνω επιμελήτριας που ενήργησε τις εν λόγω επιδόσεις και της μάρτυρος επιμελήτριας, που επιβεβαιώνει τη θυροκόλληση, επειδή δεν αναφέρεται και το ονοματεπώνυμο αυτών κάτω από την ιδιόχειρη συγκοπτόμενη υπογραφή τους, αφού αρκεί το γεγονός ότι το στοιχείο αυτό αναφέρεται, κατά τα ανωτέρω, στο περιεχόμενο του άνω αποδεικτικού επιδόσεως, εντεύθεν δε η ειρημένη επίδοση του πιο πάνω βουλεύματος προς τον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση είναι έγκυρη. Επίδοση δε, μετά την άνω θυροκόλληση, προς τον αντίκλητο δικηγόρο του κατηγορουμένου, δεν έγινε, όπως πλήρως αιτιολογημένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε διορίσει αντίκλητο δικηγόρο, ούτε και ο ίδιος επικαλέστηκε στο δικαστήριο, τέτοιο διορισμό. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι με την παραπάνω έγκυρη κατά την 23-8-2006 επίδοση του 2512/2006 παραπεμπτικού για πλημμεληματική πράξη βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στον κατηγορούμενο, πριν συμπληρωθεί πενταετία, (ανεξάρτητα του αν το εν λόγω βούλευμα ήταν ή όχι αμετάκλητο και του ότι δε χωρούσε κατ' αυτού αναίρεση, όπως εκ περισσού δέχθηκε), ανεστάλη η κύρια διαδικασία επί τρία ακόμη χρόνια, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112, 113 παρ. 2, 3 του ΠΚ και ως εκ του χρόνου τελέσεως της εν λόγω πλημμεληματικής υπεξαιρέσεως (Οκτώβριος 2001 έως Μάρτιο 2002), μη συμπληρωθείσας οκταετίας, με πλήρη και επαρκή αιτιολογία και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, απέρριψε την προβληθείσα ένσταση ακυρότητας των άνω αποδεικτικών επιδόσεως και παραγραφής του αδικήματος και προχώρησε στην πρόοδο της δίκης, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως της εξουσίας του και επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε και Η' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων (την 16.10.2009) προσθέτων λόγων είναι απορριπτέοι.
Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης ή για διακοπή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Από τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ.1 εδάφ. α, β, γ, δ, και στ του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει σήμερα, προκύπτει ότι το δικαστήριο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδριάσεως για το λόγο αυτό έως 15 το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο, εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί το σημαντικό αίτιο με διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται όμως σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις νέα αναβολή, μόνο αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία, ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο την οποία ανακοινώνει το δικαστήριο στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτή κλητεύονται μόνο οι απόντες. Αναβολή σε άλλη δικάσιμο, που ορίζεται από τον Εισαγγελέα, γίνεται μόνο, αν ειδικοί λόγοι, που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου, δεν το επιτρέπουν και κανείς από τους κατηγορουμένους δεν κρατείται προσωρινά.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτουν τα εξής: Ο κατηγορούμενος δικηγόρος, που εμφανίστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς συνήγορο, όταν άρχισε η συνεδρίαση στις 3-6-2009, μετά δοθείσα προηγούμενη ρητή αναβολή εκ της δικασίμου της 6-3-2009, λόγω προβληθέντος τότε από τον ίδιο ως σημαντικού αιτίου κωλύματος απουσίας του δικηγόρου του Σωτηρίου Τσακαλώζου στα ..., υπέβαλε στο δικαστήριο διαδοχικά, μετά την δήλωση παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και μετά την ανάπτυξη της εφέσεώς του από τον εισαγγελέα και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας τα παρακάτω αιτήματα, τα οποία και απορρίφθηκαν, όπως παρακάτω: 1) αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω απουσίας του συνηγόρου του Σωτηρίου Τσακαλώζου, που ήδη έγινε συνταξιούχος, για το λόγο ότι αυτός έχει στα χέρια του τη δικογραφία και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν έχει προλάβει να ενημερωθεί και να διορίσει άλλο δικηγόρο. Το παραπάνω αίτημα απορρίφθηκε από το δικαστήριο με το εξής αιτιολογικό: "Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, δικηγόρος, ισχυρίσθηκε ότι είχε συνήγορο τον Σωτήριο Τσακαλώζο, ο οποίος είχε στα χέρια του τη σχετική δικογραφία και ο οποίος τώρα είναι συνταξιούχος και ότι δεν πρόλαβε να διορίσει άλλον δικηγόρο, γιατί έλειπε για οικογενειακούς λόγους και δεν μπόρεσε να ενημερωθεί, γι' αυτό ζητεί αναβολή προκειμένου να διορίσει άλλον δικηγόρο. Το αίτημα αυτό, ανεξάρτητα από την αοριστία του, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, δεν συντρέχουν σημαντικά αίτια τα οποία ανάγονται στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Τούτο δε, γιατί ο κατηγορούμενος ουδέν αποδεικτικό στοιχείο επικαλέστηκε και προσκόμισε από το οποίο να προκύπτει ότι ο ανωτέρω δικηγόρος συνταξιοδοτήθηκε, σε καταφατική περίπτωση πότε συνταξιοδοτήθηκε, πότε και για πόσο χρονικό διάστημα απουσίαζε ο ίδιος "και δεν μπόρεσε να ενημερωθεί" για την υπόθεσή του και αν αυτό το διάστημα συνέχεται με τον χρόνο συνταξιοδότησης του ως άνω συνηγόρου του ή όχι. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος ουδέν αποδεικτικό στοιχείο επικαλέστηκε και προσκόμισε, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν είχε τα χρονικά περιθώρια, από της συνταξιοδότησης του συνηγόρου του έως και τη σημερινή δικάσιμο, να διορίσει άλλον συνήγορο υπεράσπισης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6/3/2009, για τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης του κατηγορουμένου κατά της 846/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα, ο τελευταίος ζήτησε αναβολή, λόγω σημαντικών αιτίων, που ανάγονταν στο πρόσωπο του ως άνω συνηγόρου (της απουσίας του "... στα ... , σε σύσκεψη με αντιπροσώπους από την Τζέντα ...") και το αίτημα αυτό έγινε δεκτό κατ' ουσίαν, γιατί είχε αποσταλεί σχετικό φαξ από τον Σ. Τσακαλώζο, και η υπόθεση αναβλήθηκε, λόγω των σημαντικών ως άνω αιτίων, σε ρητή σύντομη δικάσιμο (τη σημερινή), ενόψει και του ελλοχεύοντος κινδύνου παραγραφής της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό πλημμελήματος (η πράξη φέρεται ότι τελέστηκε από τον Οκτώβριο του 2001 μέχρι τον Μάρτιο του 2002). Άξιο μνείας είναι επίσης το γεγονός ότι, ενώ ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι "δεν μπόρεσε να ενημερωθεί" για τη δικαζόμενη υπόθεση, "γιατί τον φάκελλο τον έχει ο Τσακαλώζος ...", ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπεράσπισε μόνος του τον εαυτό του, προβάλλοντας αυτοτελείς ισχυρισμούς και ενστάσεις, μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης, με την επίκληση από τον κατηγορούμενο, ότι ο συνήγορός του Ιωάννης Σταμούλης είχε πρόσφατα αποβιώσει".
2) Αμέσως μετά την απόρριψη του άνω αιτήματος αναβολής διεκόπη από την Πρόεδρο του δικαστηρίου η συνεδρίαση της 3-6-2009 για τη δικάσιμο της 11-6-2009 και στη συνέχεια, μετά τη νέα συνεδρίαση του δικαστηρίου στις 11-6-2009, ο κατηγορούμενος, παριστάμενος αυτοπροσώπως, υπέβαλε νέο αίτημα αναβολής της δίκης, για το λόγο ότι αδυνατούσε ο ίδιος να παρακολουθήσει τη δίκη για σοβαρούς λόγους υγείας, έχοντας ισχαιμική κρίση, διαλείψεις μνήμης, απώλεια συνειδήσεως, για 5 τουλάχιστον ημέρες, για να γίνει καλά και να διορίσει δικηγόρο, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει και κατέθεσε και ανέπτυξε προφορικά τις παρακάτω γραπτές αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη νόμιμης κλητεύσεώς του. "Το αποδεικτικόν επιδόσεως 13/2/09 εις τον Σωτήριον Τσακαλώζον, αντίκλητον δικηγόρον, είναι επίσης άκυρον, διότι στερείται της υπογραφής κατά την ως άνω παγίαν Νομολογίαν του Ακυρωτικού της θυροκολλησάσης και της μάρτυρος. Και εδώ δεν υπάρχει ούτε εις το σώμα του αποδεικτικού η ιδιόχειρος υπογραφή, η υποδηλούσα τον γραφικόν χαρακτήρα της επιμελητρίας, αλλά απαράδεκτος αποτύπωσις διά σφραγίδος. Αι αυταί πλημμέλειαι βαρύνουν και τα αποδεικτικά επιδόσεως της κλήσεως διά την έφεσίν μου κατά της 845 αποφάσεως και το από 10/2/09 αποδεικτικόν επιδόσεως, διά θυροκολλήσεως, εις τον αντίκλητον δικηγόρον Σωτήριον Τσακαλώζον. Πρόοδος της δίκης υπό τας πλημμελείας αυτάς σημαίνει υπέρβαση εξουσίας και συνεπώς απόφασιν αναιρετέαν.
Κατά την 1383/07 απόφαση του ακυρωτικού και το αξίωμα in dubbio pro miriore, οι αποφάσεις που αναφέρω είναι δεσμευτικές και για το δικαστήριό σας, διότι άλλως υπάρχουν και ελεγχόμενες ποινικές ευθύνες. Από το υπάρχον εις την δικογραφίαν αποδεικτικόν επιδόσεως της 29ης/1ου/2009, της κλήσεώς μου προς εμφάνισιν κατά την 6η Μαρτίου του 2009 διά να υποστηρίξω την έφεσίν μου κατά της 846/4-2-08 αποφάσεως του 3μελούς Εφετείου Αθηνών. Είναι άκυρον. Και τούτο, διότι γράφει ότι επειδή δεν με ευρήκε (Δεν ευρήκα τον ίδιον) εθυροκόλλησε την κλήσιν. Δεν αναφέρει διά το έγκυρον της θυροκολλήσεως την απαίτησιν του Νόμου, ότι δεν ανεύρεν εις την κατοικίαν μου, την σύζυγον και τα άλλα πρόσωπα που απαιτεί η διάταξις του 155 Κ.Ποιν.Δικ. Όμως, κυρίως το αποδεικτικόν επιδόσεως είναι άκυρον, διότι δεν έγινεν η επίδοσις εις την αρχικώς δηλωθείσαν κατά την απολογίαν μου, διεύθυνσιν ..., ... (ΑΠ 417/1987 - ΑΠ 581/1987) προσάγονται μετ' επικλήσεως. Όμως, το αποδεικτικόν επιδόσεως είναι άκυρον, διότι στερείται της υπογραφής του τε επιδόσεως και του μάρτυρος.
Τόσον εις το σώμα του αποδεικτικού όσον και εις την θέσιν της υπογραφής που υποδηλοί το τέλος του εγγράφου, υπάρχει δια σφραγίδος η αποτύπωσις της υπογραφής του τε επιδόσαντος και του μάρτυρος, και δεν υπάρχει υπογραφή ιδιόγραφος των ανωτέρω προσώπων, δηλαδή ολόκληρο το βαπτιστικό όνομα και το επώνυμον, ούτε ακόμη ανεπίτρεπτος μονογραφή που αποτελείται κατά τον Μπαμπινιώτη, από τα αρκτικά γράμματα του ονοματεπωνύμου του υπογράφοντος (ΑΠ 1269/1995 - 1270/1995 - 1250/2001 - 1471/2004 και 1119/2005)".
Το δικαστήριο απέρριψε τις παραπάνω αντιρρήσεις του κατηγορουμένου και αφού διέκοψε και πάλι τη συνεδρίαση της 11-6-2009 για την 16-6-2009, επαναληφθείσας της συνεδριάσεως στις 16-6-2009, απέρριψε το νέο αίτημα αναβολής και τις παραπάνω αντιρρήσεις του κατηγορουμένου στην πρόοδο της δίκης, με το παρακάτω αιτιολογικό: "Κατά το άρθρο 348 του Κ.Π.Δ., αν εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του κατηγορουμένου γίνεται δυσχερής η περαιτέρω παρουσία του στη δίκη, το δικαστήριο, αφού διαπιστωθεί η κατάσταση αυτή με αυτοψία ή βεβαιωθεί από γιατρό, διατάσσει ή τη διακοπή της δίκης για οκτώ το πολύ ημέρες ή την αναβολή της. Μπορεί, επίσης, να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να εκπροσωπηθεί από τον συνήγορό του, αν το ζητήσει. Από τη διάταξη προκύπτει ότι για τη διακοπή ή την αναβολή της δίκης, κατ' άρθρο 348 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, θα πρέπει να είναι δυσχερής η περαιτέρω παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη, εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος ζήτησε τη διακοπή της δίκης, "λόγω αδυναμίας συγκέντρωσης και ελλείψεως πνευματικής διαύγειας, λόγω καρδιακής παθήσεως, έκδηλον δια αυτοψίας δια την επόμενην ημέρα". Το αίτημα διακοπής της δίκης θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμον, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι γίνεται δυσχερής η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη, εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του. Τούτο διαπιστώνεται από την αυτοψία του κατηγορουμένου, ο οποίος, τόσο κατά τις προηγηθείσες δικασίμους (3/6/-2009 και 11/6/2009, που άρχισε και συνεχίστηκε, αντίστοιχα, η εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης), όσο και κυρίως κατά τη σημερινή δικάσιμο (16/6/2009), συμμετέχει ενεργά και ακαμάτως στην διαδικασία, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, και ουδεμία δυσχέρεια περαιτέρω παρουσίας του στη δίκη διαπιστώνεται, αφού στη σημερινή δικάσιμο έχει υποβάλει δύο αιτήσεις εξαίρεσης των μελών του δικαστηρίου και δύο αυτοτελείς ισχυρισμούς (περί παραγραφής και περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, κατά τη δικάσιμο της 11/6/2009, ισχυρίστηκε ότι "Αδυνατώ σήμερα να παρακολουθήσω τη δίκη, έχω σοβαρούς λόγους υγείας, έχω ισχαιμική κρίση, έχω διαλείψεις μνήμης, απώλεια συνειδήσεως και ζητώ προθεσμία πέντε ημερών για να γίνω καλά και να διορίσω τον δικηγόρο Ζήση Κωνσταντίνου να έλθει να λάβει γνώση και να με εκπροσωπήσει" και το δικαστήριο, μετά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί ακυρότητας της διαδικασίας λόγω μη νομίμου κλητεύσεώς του, αποδέχθηκε το αίτημά του και διέκοψε την εκδίκαση της υπόθεσης για τέσσαρες (4) ημέρες (από τις 11/6/2009 έως τις 16/6/-2009). Ο εκκαλών - κατηγορούμενος πρόβαλε αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης (άρθρο 174 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) ισχυριζόμενος ότι, α) το από 13/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον Σωτήριο Τσακαλώζον, αντίκλητον δικηγόρο, είναι άκυρο για τον λόγο ότι δεν υπάρχει υπογραφή της επιμελήτριας που προέβη στην επίδοση αλλά (υπάρχει) αποτύπωση αυτής με σφραγίδα, η ίδια δε πλημμέλεια υπάρχει και στο από 10/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης με θυροκόλληση στον αντίκλητο δικηγόρο, και β) το από 29/1/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον ίδιο είναι άκυρο, γιατί έγινε θυροκόλληση χωρίς να αναφέρεται ότι δεν βρήκε στην οικία του τη σύζυγό του ή άλλα πρόσωπα και γιατί δεν υπάρχει η υπογραφή του προσώπου που επέδωσε και του μάρτυρος, δηλαδή ολόκληρο το βαπτιστικό όνομα και το επίθετο, αλλά υπάρχει μόνο μονογραφή των προσώπων αυτών. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον η 379/2008 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με κατάλογο μαρτύρων, με την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε να εμφανιστεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 6/3/2009 και μετ' αναβολήν, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στον αντίκλητο αυτού Σ. Τσακαλώζο, όπως προκύπτει: α) από το με ημερομηνία 13/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης που έχει συνταχθεί από την επιμελήτρια της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., στο οποίο αναφέρονται όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία και, εκτός των άλλων, το ονοματεπώνυμό της και η ιδιότητά της (με σφραγίδα), καθώς και η μονογραφή της κάτω από τη φράση "επέδωσα την κλήση", χωρίς να απαιτείται η αναγραφή ολόκληρου του ονοματεπωνύμου της στο σημείο αυτό και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται περί του προσώπου που προέβη στην επίδοση προς τον αντίκλητο του κατηγορουμένου Σ. Τσακαλώζο στην οδό ... αριθμ. 11 των ... . Τα ίδια ισχύουν και για την μάρτυρα ..., επιμελήτρια της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, η οποία ήταν παρούσα κατά τη θυροκόλληση της ως άνω κλήσης, όπου κάτω από τη λέξη "Ο μάρτυς" έχει τεθεί η σφραγίδα της με το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά της και έχει τεθεί η μονογραφή της. Το επικαλούμενο από τον κατηγορούμενο από 10/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον αντίκλητό του δεν υπάρχει στη δικογραφία, αλλ' ούτε απαιτείται, αφού η κλήτευση του αντικλήτου έγινε νόμιμα ως άνω, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 13/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης, και β) από το με ημερομηνία 29/1/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, το οποίο έχει συνταχθεί από τον αστυφύλακα ..., στο οποίο αναφέρεται ότι, "... αφού δεν βρήκα τον ίδιο θυροκόλλησα την κλήση, παρουσία της μάρτυρος ... (Αρχιφύλακας Π.Σ.) ...". Η σχετική όμως ακυρότητα από τη μη αναφορά στο ως άνω αποδεικτικό επίδοσης ότι η θυροκόλληση έγινε, γιατί στον τόπο της κατοικίας του κατηγορουμένου δεν βρέθηκε κάποιος από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διέμεναν μαζί του (άρθρο 155 παρ. 1 εδ. β' Κ.Π.Δ.), καλύφθηκε, όπως από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 1, 173, 174 παρ. 2 και 349 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, με την εμφάνιση του ίδιου του κατηγορουμένου κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 6/3/2009) και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Κατά τη δικάσιμο αυτήν, ο κατηγορούμενος ουδέν ανέφερε περί μη νομίμου κλητεύσεώς του και δεν αντέλεξε για τον λόγο αυτόν στην πρόοδο της δίκης, αλλά, επικαλούμενος ότι ο δικηγόρος του Σωτήριος Τσακαλώζος "... ευρίσκεται στα ... σε σύσκεψη με αντιπροσώπους από την Τζέντα", ζήτησε αναβολή για το σημαντικό ως άνω αίτιο, που αφορούσε τον ως άνω συνήγορό του. Το Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα του κατηγορουμένου και ανέβαλε την εκδίκαση της τώρα δικαζομένης υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο (για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας 3/6/2009). Επιπλέον, από την ως άνω ακυρότητα, που δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο κατά τη δικάσιμο της 6/3/2009, ουδεμία βλάβη προξενήθηκε στην υπεράσπισή του (ούτε ο ίδιος διατείνεται ότι υπέστη βλάβη) αφού ο ίδιος γνώριζε κατά την ημερομηνία αυτή (6/3/2009) για την κλήτευσή του στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου για την εκδίκαση της έφεσής του και το παραπάνω υποβληθέν αίτημα αναβολής συνδέθηκε με το σημαντικό αίτιο της απουσίας του δικηγόρου του Σ. Τσακαλώζου, όπως με το πρόσωπο αυτό (συνταξιοδότηση του ως άνω δικηγόρου) συνδέθηκε το αίτημα αναβολής, που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, το οποίο και απορρίφθηκε, με απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, και όχι με την αδυναμία υπεράσπισής του λόγω της ως άνω ακυρότητας της κλήτευσής του".
3) Μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, ο κατηγορούμενος ζήτησε και πάλι αναβολή της δίκης για να κληθούν ως μάρτυρες οι ΔΔ και ΣΤ και το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με το εξής αιτιολογικό: "Το αίτημα του κατηγορουμένου για κλήτευση των μαρτύρων ΒΒ (ο μάρτυρας αυτός έχει κλητευθεί αλλά δεν προσήλθε στο δικαστήριο), ΔΔ (συνεργάτη του δικηγόρου) και ΣΤ (διενήργησε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη σε ορισμένες αποδείξεις που αφορούν την υπόθεση και η πλαστογραφία ή μη αυτών αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης) θα πρέπει να απορριφθεί, καθόσον κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, για τη διαλεύκανση της κρινόμενης υπόθεσης δεν κρίνεται αναγκαία η κλήτευση των δύο τελευταίων μαρτύρων, ούτε η βίαιη προσαγωγή του πρώτου και το δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της ως άνω υπόθεσης από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.)".
4) Στη συνέχεια, μετά απόρριψη δύο αιτήσεων εξαιρέσεως των δικαστών και μετά την ανάγνωση των εγγράφων, διεκόπη εκ νέου η συνεδρίαση της 16-6-2009 για την 23-6-2009, οπότε και επαναλήφθηκε η συνεδρίαση, αλλά ο κατηγορούμενος ζήτησε και πάλι να διακοπεί η νέα συνεδρίαση για 4 ημέρες, γιατί δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία και παρέδωσε στην Πρόεδρο το από 19-6-2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του στο κρατικό νοσοκομείο Ευαγγελισμός και την από 22-6-2009 βεβαίωση του ειδικού παθολόγου ιατρού ..., τα οποία αναγνώσθηκαν. Το δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα αυτό διακοπής της δίκης με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα του κατηγορουμένου για διακοπή της δίκης, για τον λόγο ότι δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία, θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αφού δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι γίνεται δυσχερής η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του. Ο κατηγορούμενος προσκόμισε το με ημερομηνία 19/6/2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του νοσοκομείου "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", στο οποίο αναφέρεται ότι στις 16/6/2009 ο κατηγορούμενος εξετάστηκε στα επείγοντα ιατρεία του Ευαγγελισμού (καρδιολογικό) για λιποθυμικό επεισόδιο, στηθαγχικό άλγος, χρόνια ισχαιμική καρδιοπάθεια και του συνεστήθη αποφυγή stress και ψυχολογικών συγκινήσεων και έντασης. Από μόνο το ως άνω πιστοποιητικό, το οποίο αναφέρεται στην εξέταση του κατηγορουμένου επτά (7) ημέρες πριν από τη σημερινή δικάσιμο, όταν μετέβη στα επείγοντα περιστατικά του ανωτέρω νοσοκομείου για το λιποθυμικό επεισόδιο που συνέβη στις 16/6/2009, στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου και στο οποίο γίνεται μνεία για την κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου κατά την 16/6/2009, δεν μπορεί να συναχθεί ότι κατά τη σημερινή δικάσιμο (23/6/2009) η υγεία του παρουσιάζει σοβαρή διαταραχή, εξαιτίας της οποίας καθίσταται δυσχερής η παρουσία του στη δίκη. Άλλωστε, το μόνο που συνεστήθη στον κατηγορούμενο ήταν η αποφυγή stress και ψυχολογικών συγκινήσεων και έντασης, χωρίς να προσδιορίζεται η διάρκεια. Από την αυτοψία δε του κατηγορουμένου, δεν διαπιστώνεται σοβαρή διαταραχή της υγείας του, εξαιτίας της οποίας είναι δυσχερής η παρουσία του στη δίκη".
Με τις παραπάνω παραδοχές, όλες οι παρεμπίπτουσες αυτές απορριπτικές αποφάσεις του δικαστηρίου: α) περιέχουν την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού μνημονεύουν, στα παραπάνω επί μέρους αιτιολογικά, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να καταλήξει στις παραπάνω αντίστοιχες απορριπτικές κρίσεις του, αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα των εν λόγω αιτημάτων αναβολής και διακοπής της δίκης, αναφέρονται και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση αυτή, σημειουμένου εδώ ότι η ειδικότερη επίκληση στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, του υπάρχοντος κινδύνου να εξαλειφθεί το αξιόποινο με παραγραφή, λόγω του ότι ο χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως αρχίζει από τον Οκτώβριο του 2001 έως τον Μάρτιο του 2002, δεν είναι αποκλειστική αιτιολογία, αλλά είναι απλώς ενισχυτική των όσων άλλων πραγματικών περιστατικών προηγουμένως το δικαστήριο έχει δεχθεί στο αιτιολογικό του, για να καταλήξει στη μη συνδρομή του επικαλούμενου σημαντικού αιτίου αναβολής ή διακοπής της δίκης και στη συνέχεια στην απόρριψη των άνω αιτημάτων, χωρίς να παραβιασθούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ και χωρίς υπέρβαση εξουσίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, β) ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απάντησε το δικαστήριο και απέρριψε τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου στην πρόοδο της δίκης, αφού το δικαστήριο, σύμφωνα και με προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ορθά δέχθηκε ότι το από 29-1-2009 αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως με θυροκόλληση προς τον κατηγορούμενο και το από 13-2-2009 αποδεικτικό επιδόσεως με θυροκόλληση στον αντίκλητο δικηγόρο του Σωτήριο Τσακαλώζο, για την αρχική δικάσιμο της 6-3-2009, ήταν έγκυρα, μη επερχομένης ακυρότητας εκ του ότι δεν υπάρχει ολόκληρη η υπογραφή στα άνω δύο αποδεικτικά, του επιδόσαντος αστυφύλακα ... και της προσληφθείσας για τη νόμιμη θυροκόλληση μάρτυρος ... και της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ... και της μάρτυρος ... αντίστοιχα, με ιδιόχειρη αναγραφή του επωνύμου και του κυρίου ονόματος αυτών, αφού, όπως προκύπτει από τα εν λόγω δύο από 29-1-2009 και από 13-2-2009 επισκοπούμενα αποδεικτικά επιδόσεως, υπάρχει μεν στο τέλος ιδιόχειρη υπογραφή, χωρίς αναγραφή του ονοματεπωνύμου αυτών και δη συγκοπτόμενη γραφική παράσταση, όπως συνηθίζεται η υπογραφή στις συναλλαγές, αλλά υπάρχει επί πλέον κάτω από την υπογραφή αυτή σφραγίδα με αναγραφή ολόκληρου του ονοματεπωνύμου τους και της ιδιότητάς τους, πλην της επιμελήτριας ... στο δεύτερο αποδεικτικό, στο οποίο όμως υπάρχει αναγραφή του πλήρους ονοματεπωνύμου της στην αρχή του αποδεικτικού, και άρα προκύπτει σαφώς από τα δύο αυτά αποδεικτικά το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα των υπογραφέων επιδοσάντων επιμελητών και προσληφθεισών μαρτύρων κατά τη θυροκόλληση και έτσι δε δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά των επιδοσάντων οργάνων και των προσληφθεισών μαρτύρων κατά τη θυροκόλληση και επομένως δεν είναι άκυρη, για τον παραπάνω λόγο, η επίδοση της 379/2008 κλήσεως του κατηγορουμένου για την αρχική δικάσιμο της 6-3-2009, κατά την οποία άλλωστε η δίκη, με αίτημα του παραστάντος και μη αντιλέξαντος τότε στην πρόοδο της δίκης κατηγορουμένου, λόγω απουσίας του δικηγόρου του, αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο για την 3-6-2009, γ) ορθά δέχθηκε το δικαστήριο στο άνω αιτιολογικό του (σελ. 11-12), ότι η ακυρότητα της παραπάνω πρώτης από 29-1-2009 κλήσεως στο ακροατήριο κατά την αρχική δικάσιμο της 6-3-2009, με θυροκόλληση, κατά τα άρθρα 154 παρ. 2, 155 παρ. 1, 2 και 161 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, για τον προβληθέντα λόγο ότι δεν σημειώνεται στο άνω αποδεικτικό επιδόσεως, όπως πράγματι από αυτό προκύπτει και θα' πρεπε, κατά τις εν λόγω διατάξεις, να σημειώνεται ρητά ότι ο επιδούς αστυφύλακας προέβη στη θυροκόλληση διότι δεν ανεύρε στην κατοικία του, εκτός από τον κατηγορούμενο που αναφέρει, "ούτε κανένα από τα άλλα πρόσωπα του άρθρου 155 παρ. 2 του ΚΠοινΔ", καλύφθηκε, κατ' άρθρο 174 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, καθόσον ο κατηγορούμενος δικηγόρος εμφανίστηκε κατά τη συνεδρίαση της 6-3-2009, όπως από την 846/2009 αναβλητική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου προκύπτει, δεν προέβαλε τότε καμία αντίρρηση στην πρόοδο της δίκης και έλαβε την αιτηθείσα λόγω σημαντικών αιτίων αναβολή σε νέα ρητή δικάσιμο, της 3-6-2009, κατά την οποία όμως παρουσιάστηκε και ουδεμία και πάλιν ακυρότητα προέβαλε, ούτε σχετική αντίρρηση στην πρόοδο της δίκης, αντίθετα ζήτησε αναβολή για σημαντικό αίτιο απουσίας στα ... του δικηγόρου του Σωτηρίου Τσακαλώζου και μετά διακοπή της δίκης για 11-6-2009, την ημέρα αυτή πρόβαλε το πρώτον ακυρότητα και αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης, οπότε όμως είχε καλυφθεί οιαδήποτε ακυρότητα, η οποία σε κάθε περίπτωση υπήρχε για τη συνεδρίαση της 6-3-2009 και όχι για την μετ' αναβολή συνεδρίαση της 3-6-2009, που η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση νέας κλητεύσεώς του, κατ' άρθρο 349 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ότε (3-6-2009) άρχισε η συζήτηση της υποθέσεως και έγινε ανάπτυξη της εφέσεως από τον Εισαγγελέα και μετά διακοπή της συνεδριάσεως για την 11-6-2009, στις 11-6-2009 προβλήθηκαν το πρώτον οι αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, δ) αιτιολογείται ειδικώς και επαρκώς η απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου να κληθούν και να εξετασθούν ως ουσιώδεις μάρτυρες ο δικηγόρος ΔΔ και η γραφολόγος ΣΤ, μη θεωρούμενοι από το δικαστήριο αναγκαίοι, ενώ με την πλήρως αιτιολογημένη αυτή απόρριψη δεν παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ για διεξαγωγή δικαίας δίκης, ε) με πλήρη και επαρκή αιτιολογία (σελ. 59) το δικαστήριο, συνεδριάσαν στις 23-6-2009, μετά επταήμερο διακοπή της δίκης από την 16-6-2009, απέρριψε και το υποβληθέν, πριν συνεχισθεί η αποδεικτική διαδικασία, ως άνω νέο αίτημα διακοπής της δίκης για 4 ημέρες, αποφάνθηκε ότι "δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι γίνεται δυσχερής η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη εξ αιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του", συνεκτιμήσαν και τα δύο προσκομισθέντα από τον ίδιο και αναγνωσθέντα ιατρικά πιστοποιητικά, εκ δε της αντικρούσεως με το αιτιολογικό μόνον του από 16-6-2009 πιστοποιητικού νοσηλείας του κρατικού νοσοκομείου "Ευαγγελισμός" και της μη ειδικής αναφοράς και αντικρούσεως του περιεχομένου και της από 22-6-2009 ιατρικής βεβαιώσεως του παθολόγου ιατρού ..., δε συνάγεται μη λήψη υπόψη και αυτού του εγγράφου, αφού μάλιστα το δικαστήριο, αναφερόμενο και στις προηγούμενες σκέψεις του( σελ. 41), με τις οποίες είχεν απορριφθεί και προηγούμενο αίτημα του κατηγορουμένου στις 16-6-2009 για διακοπή της δίκης προέβη, νόμιμα κατ' άρθρο 180 και 348 ΚΠοινΔ, σε αυτοψία και στηριζόμενο στα άνω δύο ιατρικά πιστοποιητικά και στις από την επ' ακροατηρίου αυτοψία εντυπώσεις του, που παραδεκτά αναφέρει στο αιτιολογικό του, χωρίς ανάγκη συντάξεως ειδικής εκθέσεως αυτοψίας, αιτιολογεί πλήρως και επαρκώς ότι κατά τη συνεδρίαση της 23-6-2009 "δεν διαπιστώνεται σοβαρή διαταραχή της υγείας του κατηγορουμένου, εξ αιτίας της οποίας είναι δυσχερής η παρουσία του στη δίκη", η άνω δε ουσιαστική παραδοχή του δικαστηρίου, πλην της επαρκούς ή μη αιτιολογήσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, οι συναφείς λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι οι πιο πάνω παρεμπίπτουσες απορριπτικές αποφάσεις, στερούνται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη και επίσης οι λόγοι, για έλλειψη ακροάσεως από τη μη λήψη υπόψη του προρρηθέντος αναγνωσθέντος εγγράφου ιατρικού πιστοποιητικού, από τη μη απάντηση στα αιτήματα αναβολής και διακοπής της δίκης και στην προβληθείσα ακυρότητα του αποδεικτικού επιδόσεως και για υπέρβαση εξουσίας από τη μη αποδοχή των άνω αιτημάτων και των αντιρρήσεων στην πρόοδο της δίκης (άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ, Ε, Η του ΚΠοινΔ), πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 364 παρ. 2 περ. β' του ΚΠοινΔ διαβάζονται, επίσης, στο ακροατήριο τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει, ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Η διάταξη όμως αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα για την παραβίασή της, ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με πρόσθετο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β λόγο αναιρέσεως αιτιάται ότι, ενώ ζήτησε, για απόδειξη του ισχυρισμού του περί ασκήσεως δικαιώματος επισχέσεως και ανυπαρξίας δόλου υπεξαιρέσεως, την ανάγνωση της υπ' αυτού προσαχθείσας 917/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που αφορούσε επιδίκαση σε αυτόν οφειλομένων από τον πολιτικώς ενάγοντα δικηγορικών αμοιβών του, το δικαστήριο μη νομίμως απέρριψε το αίτημά του αυτό και δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε υπόψη του την άνω απόφαση, δημιουργηθείσας ακυρότητας της διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτήν, απέρριψε το άνω αίτημα αναγνώσεως της δικαστικής αποφάσεως, με το εξής αιτιολογικό. "Κατά το άρθρο 364 του Κ.Π.Δ.: 1. "Στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. ... 2. Διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Επίσης, τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη". Από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 364 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή ποινική δίκη θα πρέπει να συντρέξουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι: α) να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που να αφορά άλλη ποινική ή πολιτική δίκη και β) το δικαστήριο να κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Αν δεν συντρέχουν οι δύο ως άνω προϋποθέσεις, για να αναγνωσθεί έγγραφο και η ίδια η απόφαση από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, θα πρέπει να μην εναντιωθεί κάποιος από τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος προσκόμισε στο δικαστήριο και ζήτησε την ανάγνωση της 917/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία αμοιβών), η οποία δημοσιεύτηκε στις 16/6/2009 και η οποία εκδόθηκε επί της από 11/8/2006 αγωγής του κατηγορουμένου κατά του μηνυτή Ψ (ως εναγομένου) και αφορά αμοιβή του πρώτου ως δικηγόρου του δεύτερου [για άσκηση αγωγής κατά των ΓΓ κ.λπ.]. Η παραπάνω (917/2009 απόφαση δεν αναγιγνώσκεται και απορρίπτεται το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, καθόσον, στην ανάγνωση της απόφασης αυτής, εναντιώθηκε ο πολιτικώς ενάγων, δια του συνηγόρου του, για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη".
Με τις παραδοχές αυτές, με πλήρη και ειδική αιτιολογία και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άνω άρθρου 364 παρ. 2β του ΚΠοινΔ, το δικαστήριο απέρριψε το άνω αίτημα αναγνώσεως της 917/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επειδή αυτή δεν είχε καταστεί αμετάκλητη και ουδεμία παραβίαση νόμου ή ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως επήλθε, απορριπτομένου του προβαλλόμενου σχετικού ως άνω λόγου αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, επέρχεται, όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία, που επιβάλλεται από το άρθρο 68 επ. του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 65 και 68 του ΚΠοινΔ και του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα, η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ασκείται από τον αμέσως παθόντα εκ του διωκόμενου αδικήματος στο ποινικό δικαστήριο, με δήλωση με την οποία ο δικαιούχος προβάλλει την απαίτησή του, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι πρέπει να προσδιορίζεται στη δήλωση και στην απόφαση ο δικαιούχος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη και να παρατίθεται στα πρακτικά η δήλωσή του, η οποία πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα για τη θεμελίωση τις απαιτήσεως. Τα παραπάνω απαιτούνται για να υπάρχει η δυνατότητα του δικαστηρίου που εξετάζει τη δήλωση στην αρχή της διαδικασίας (κατά την υποβολή της), να ερευνήσει αν ο αιτών είναι δικαιούχος και αν η απαίτηση σύννομη. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει επομένως να περιέχει σαφώς και το είδος της ζημίας, που υπέστη ο πολιτικώς ενάγων από την αξιόποινη πράξη δηλαδή αν επιδιώκει αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, άλλως, είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια με αριθ. 846/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, πρωτοδίκως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο Ψ, για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ με επιφύλαξη, και επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ, "για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η παραπάνω πράξη του άρθρου 98 και 375 παρ.1 του ΠΚ". Κατά την εκδίκαση εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αυτής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1870/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ίδιος ως άνω πολιτικώς ενάγων, και παρέστη ως πολιτικώς ενάγων κατά του εναγομένου κατηγορουμένου και δήλωσε ότι ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει ο κατηγορούμενος 44 ευρώ με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να προβληθεί ένσταση του κατηγορουμένου, για αποβολή της πολιτικής αγωγής, δέχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων είναι άμεσα ζημιωθείς από το αδίκημα αυτό και νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής και δέχθηκε την άνω παράσταση πολιτικής αγωγής, ως νόμιμη και βάσιμη και επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ, που του προκάλεσε η παραπάνω αξιόποινη πράξη. Έτσι που ασκήθηκε η δήλωση της πολιτικής αγωγής, ήταν ορισμένη και σύννομη κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, δεν απαιτείτο για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός περισσοτέρων των παραπάνω στοιχείων κατά τη δήλωση, ορθά κρίθηκε ο πολιτικώς ενάγων ως αμέσως από το εν λόγω αδίκημα υπεξαιρέσεως παθών και δεν αποβλήθηκε αυτεπαγγέλτως από την ποινική διαδικασία, διότι νομιμοποιείτο ενεργητικά σε άσκηση της πολιτικής αγωγής για την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, ούτε άλλος βάσιμος λόγος από τους ερευνώμενους αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ. εκθ. 66/2-7-2009 αίτηση του Χ μετά των από 16-10-2009 προσθέτων λόγων αυτού, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1870/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση σε βαθμό πλημμελήματος (375 παρ. 1 ΠΚ). Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση. Β) Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο, ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στο αιτιολογικό, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, ειδικότερα όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτού(αιτιολογικού), ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και η κατάθεση του και ουδεμία ακυρότητα επέρχεται (ΑΠ 13/2008). Γ) Ως υπογραφή, κατ' άρθρο 161 ΚΠΔ, στο αποδεικτικό επιδόσεως, νοείται η ιδιόχειρη γραφή του ονόματος και του επωνύμου, χωρίς όμως να αποκλείεται η υπογραφή να τεθεί χωρίς αναγραφή ονοματεπωνύμου, με γραφική παράσταση, με συγκοπή συλλαβών, εφόσον αυτή συνηθίζεται στις συναλλαγές και από τον υπογράφοντα, δεν μεταπίπτει σε απλή μονογραφή και δεν αποκλείει τη διακρίβωση της ταυτότητας του, ήτοι είναι έγκυρη η επίδοση, εφόσον αναγράφεται σε άλλο σημείο του αποδεικτικού επιδόσεως το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του οργάνου δε δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του επιδίδοντος οργάνου (ΑΠ 1772/2008, 1119/2005, 1471/2004) -.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Επίδοση, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή.
| 1
|
Αριθμός 553/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΘΥΡΩΡΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο πρόεδρος αυτού Θ και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παυλάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 394/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2360/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 3-12-2007 αίτησή του και τους από 20-11-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και ο έβδομος πρόσθετος αυτής λόγος, και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 Α.Κ., 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της. Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια (Ολ.ΑΠ 25/2003). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., δηλ. κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής . Περαιτέρω, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών των υποχρεώσεων . Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "....Η ενάγουσα είχε προσληφθεί από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΘΥΡΩΡΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ την 1-3-1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου, με αρμοδιότητες και καθήκοντα σχετιζόμενα με τρέχοντες δραστηριότητες και την εν γένει λειτουργία της εναγομένης και πιο συγκεκριμένα την έκδοση μισθολογίoυ, την είσπραξη εισφορών, την τήρηση μισθολογίου, τον υπολογισμό αποδοχών και αποζημιώσεων καθώς και το χειρισμό οποιουδήποτε διοικητικής φύσεως ζητήματος που αφορούσε την ομοσπονδία. Από την πρόσληψη της και εντεύθεν η ενάγουσα εκτελούσε με ευσυνειδησία, ζήλο και υπευθυνότητα τα καθήκοντα της, χωρίς ποτέ να γίνει δέκτης οποιουδήποτε παραπόνου ή μομφής ή άλλης παρατήρησης εκ μέρους των εκπροσώπων της εναγομένης Ομοσπονδίας και συγκεκριμένα των εκάστοτε μελών του διοικητικού συμβουλίου της. Και ενώ όλα κυλούσαν ομαλά και χωρίς να έχει προηγηθεί οποιοδήποτε συμβάν, εξαιτίας οποιασδήποτε παραβατικής συμπεριφοράς ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων της, τον Οκτώβριο του 2004 παρατηρήθηκε αλλαγή συμπεριφοράς ορισμένων μελών της διοίκησης της εναγομένης και κυρίως του προέδρου της Θ, αφήνοντας υπονοούμενα για το πρόσωπο της ενάγουσας και για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της. Η αρνητική και αδικαιολόγητη στάση εκδηλώθηκε με το γεγονός της 5-11-2004, ημέρα Παρασκευή, όταν προσερχόμενη η ενάγουσα στην εργασία της διαπίστωσε ότι είχε αλλαχθεί η κλειδαριά του γραφείου της, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εισέλθει, μέχρις ότου να προσέλθει άλλο άτομο της εναγομένης και να ανοίξει. Την επόμενη εργάσιμη ημέρα (8-11-2004), που προσήλθε στην εργασία της, ενημερώθηκε από τον Πρόεδρο της εναγομένης ότι της είχε χορηγηθεί το υπόλοιπο αδείας της για το έτος 2004, την οποία, αν και η ενάγουσα δεν επιθυμούσε να τη λάβει κατά το χρόνο εκείνο, αλλά στα τέλη Νοεμβρίου, που θα προέβαινε ο σύζυγος της σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση (η οποία και πραγματοποιήθηκε στις 22-11-2004), τελικά την αποδέχθηκε. Όταν όμως επέστρεψε από την άδεια στην εργασία της στις 15-11-2004 διαπίστωσε ότι από το γραφείο της είχαν αφαιρεθεί από τον Πρόεδρο της Ομοσπονδίας οτιδήποτε είχε να κάνει με την εκτέλεση της εργασίας της, όπως έγγραφα, σφραγίδες, το μητρώο του σωματείου, το ευρετήριο, τα έντυπα καθηκόντων θυρωρών κ.α., με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εργαστεί. Εξαιτίας της ως άνω αρνητικής συμπεριφοράς προς το πρόσωπο της και της αφαίρεσης των καθηκόντων της, που προδήλως συνιστά μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και που κατά την ίδια αποσκοπούσε στον εξαναγκασμό της σε παραίτηση, η ενάγουσα προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας του Δυτικού Τομέα Αθηνών . Κατά τη συζήτηση της προσφυγής στις 8-12-2004, συνταχθέντος του υπ' αριθμ. ... Δελτίου Εργατικής Διαφοράς, κατά την οποία η ενάγουσα υποστήριξε τις ως άνω καταγγελίες της, η εναγομένη Ομοσπονδία δια του εκπροσώπου της, αποκρύβοντας ότι με το 86/13-11-2004 πρακτικό του Δ.Σ είχε αποφασιστεί η απόλυση της ενάγουσας, κατέθεσε το από 6-12-2004 υπόμνημα όπου αιτιολογεί τη χορήγηση της υποχρεωτικής άδειας στην ενάγουσα με το σκεπτικό ότι δεν μπορούσε να της χορηγηθεί αυτή το μήνα Δεκέμβριο , λόγω όγκου εργασίας το μήνα αυτόν και ότι έπρεπε να της χορηγηθεί η άδεια κατά το παραπάνω διάστημα γιατί είχαν προκύψει και άλλα ζητήματα και έπρεπε να αποφασίσει το Δ.Σ για τη γενικότερη συμπεριφορά της εργαζομένης, χωρίς όμως στο ως άνω υπόμνημα να προσδιορίζονται τα ζητήματα που είχαν να κάνουν με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, ούτε να δίνεται απάντηση στις καταγγελίες της ενάγουσας περί αλλαγής κλειδαριάς και περί βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της. Τελικά, στις 17-12-2004 η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας εγγράφως και με τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, την οποία, αρνηθείσα η ενάγουσα να εισπράξει, κατέθεσε η εναγομένη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Πριν την καταγγελία και την απόλυση της δεν είχε προηγηθεί πλην της ως άνω προσφυγής της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας οποιαδήποτε ενημέρωση ή ειδοποίηση, έγγραφη ή προφορική, της ενάγουσας , ούτε είχε ασκηθεί εναντίον της οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία για παραπτώματα κατά την υπηρεσία της, για αυτό κατά την επίδοση της ως άνω καταγγελίας η ενάγουσα θεωρώντας την άκυρη, αρνήθηκε να την παραλάβει και θυροκολλήθηκε και προσέφυγε αυθημερόν στην επιθεώρηση Εργασίας. Βέβαια το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης κατά τη συνεδρίαση της 13-11-2004, που λήφθηκε η απόφαση απόλυσης της ενάγουσας αιτιολογεί την απόφαση του στο 86° συνταχθέν πρακτικό ως εξής : " Θέμα υπαλλήλου Ομοσπονδίας. Ο πρόεδρος τοποθετήθηκε για το πρόβλημα που έχει προκύψει με την υπάλληλο της Ο.Θ.Ε. Η υπάλληλος Ψ ενέχεται για πλημμελή συμπεριφορά ως υπαλλήλου διότι δεν ακολούθησε το ωράριο εργασίας αλλά κυρίως διότι προέβαινε ως απεδείχθη εκ των υστέρων σε ενέργειες σε βάρος του σωματείου που ήταν εργοδότης της με διαρροή εγγράφων σε "σωματείο" παρεμφερές αποσχισθέν , καθυστερημένη γνωστοποίηση στο Δ.Σ του σωματείου και τον Πρόεδρο αναγκαίων εγγράφων της Γ.Σ.Σ.Ε όπως και ανάρμοστη συμπεριφορά στα μέλη του Δ.Σ και των μελών του Συλλόγου. Ήδη πλέον απεδείχθη ότι την 5-8-2004 απέκρυψε την ύπαρξη FΑΧ από τη ΓΣΣΕ προς το σωματείο για το θέμα της 13-8-2004 όσον αφορά την αμοιβή της αργίας αυτής. Και αργότερα εμφάνισε έντυπο (ΔΕΝ) εργατικής νομοθεσίας με αντίθετη άποψη και σε χώρο εκτός γραφείων της Ο.Θ.Ε. ... επίσης τον εξουσιοδοτεί το Δ.Σ. εφόσον εξευρεθούν οικονομικοί πόροι να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της υπαλλήλου αορίστου χρόνου Ψ για τους παρακάτω λόγους. Πλημμελής παροχή εργασίας, την εφαρμογή δικού της ωραρίου. Την παράβαση της σχέσεως εμπιστοσύνης προς το Δ.Σ της Ομοσπονδίας μας με τη διαρροή ουσιαστικών εγγράφων κυρίως της Γ.Σ.Σ.Ε και με αποκορύφωμα το πρόσφατο γεγονός σε προσφιλές της άτομο εταίρου διασπαστικού σωματείου. Ψηφίζεται ομόφωνα". Οι ως άνω όμως αποδιδόμενες στην ενάγουσα παραβατικές υπηρεσιακές συμπεριφορές που απετέλεσαν, σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση του Δ.Σ της εναγομένης, και την αιτία απόλυσης της, δεν αποδεικνύονται και τα όσα καταθέτουν σχετικά τόσο ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας της εναγομένης, όσο και οι εξετασθέντες επιμελεία της μάρτυρες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και περιέχονται στις υπ' αριθμ. 10258 και 10259/05 ένορκες βεβαιώσεις, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν παρέχουν καμία αξιοπιστία, δεδομένου μάλιστα ότι καταμαρτυρούν παραβατικές συμπεριφορές της ενάγουσας χωρίς να γνωρίζουν και να αναφέρουν συγκεκριμένα σχετικά περιστατικά. Ως προς το κρίσιμο ζήτημα δε της αποδιδόμενης στην ενάγουσα κατηγορίας της απόκρυψης του αποσταλέντος στις 4-10-2004 από τη Γ.Σ.Σ.Ε του παραπάνω FΑΧ και της παράδοσης αυτού σε "αντίπαλο" σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΥΡΩΡΩΝ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ", θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κατηγορία αυτή είναι ανυπόστατη, κατά κύριο λόγο διότι την ημέρα εκείνη (4/10) η ενάγουσα βρισκόταν σε άδεια και δεν είχε προσέλθει στα γραφεία της ομοσπονδίας. Προσήλθε δε τη μεθεπόμενη 6/10 όπου κατά την εκεί για λίγο παραμονή της διαπίστωσε πρόβλημα με τη μελανοταινία του FΑΧ και το οποίο αποκατέστησε. Στο πρόβλημα δε αυτό οφείλεται προφανώς η μη αποτύπωση και λήψη του εγγράφου (εγκυκλίου) της Γ.Σ.Σ.Ε, που απεστάλη στην ενάγουσα στις 4-10-2004 και ώρα 16.34'. Σε κάθε δε περίπτωση, το γεγονός ότι η εν λόγω εγκύκλιος βρέθηκε και στην κατοχή του " αντιπάλου" της εναγομένης σωματείου "Σύλλογος Θυρωρών Αθηνών-Πειραιώς", σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται ότι είναι αποτέλεσμα μεθόδευσης της ενάγουσας που της αποδίδει το Δ.Σ. της εναγομένης, ούτε αποδεικνύεται κάτι τέτοιο . Μάλιστα, όπως αναφέρει η ΓΣΣΕ στο υπ' αριθμ. 185/8-2-2003 έγγραφο της προς την ενάγουσα, το γεγονός της αποστολής της άνω εγκυκλίου στην εναγομένη Ομοσπονδία στις 4-10-2004 και ώρα 16.34' δεν αποκλείει το σωματείο "Σύλλογος Αθηνών-Πειραιώς" να έλαβε γνώση την έκδοση της εγκυκλίου και να ζήτησε πιθανόν από τη Γ.Σ.Σ.Ε να του αποσταλεί. Αντίθετα προς τις παραπάνω αποδιδόμενες στην ενάγουσα παραβατικές υπηρεσιακές συμπεριφορές, αποδεικνύεται ότι αυτή από την πρόσληψη της (1995) μέχρι και την απόλυση της εκτελούσε με ευσυνειδησία, ζήλο και υπευθυνότητα τα καθήκοντα της και ήταν πάντα ευγενική και εξυπηρετική με τα μέλη της Ομοσπονδίας, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά μέλους της σε βάρος της για οποιοδήποτε παράπτωμα ή πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της . Αλλ' ούτε ποτέ η εκάστοτε διοίκηση της εναγομένης χρειάστηκε να της κάνει συστάσεις ή να την ελέγξει πειθαρχικά για οποιοδήποτε λόγο. Με βάση τα προκύψαντα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, πράγμα που συνομολογείται και από την ίδια ( εναγομένη), αφού τρεις ημέρες από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας προσελήφθη στη θέση της με τις ίδιες αρμοδιότητες και καθήκοντα η Ζ και λαμβανομένων υπόψη των ειδικών προσωπικών περιστάσεων της ενάγουσας και δη της δεκαετούς περίπου προϋπηρεσίας της στην εναγομένη, της ηλικίας της (45 ετών), που είναι πλέον δύσκολο να ανεύρει νέα κατάλληλη και πρόσφορη των αναγκών της εργασία και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει (καρδιακή ανεπάρκεια) , η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την εναγομένη είναι αναιτιολόγητη, άδικη και φέρει καταχρηστικό χαρακτήρα, υπερβαίνοντα προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, αλλά και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και για αυτό είναι άκυρη. ......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητείτο η αναγνώριση της ανωτέρω γενόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεώς του τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη απολύθηκε εκ λόγων εκδικήσεως ή εχθρότητας των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας Ομοσπονδίας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, μη αρεστής στην εργοδότρια Ομοσπονδία. Αντίθετα, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα αναιρεσίβλητη απολύθηκε χωρίς να υπάρχει εμφανής αιτία και χωρίς σπουδαίο λόγο. Η απόλυση δε αυτή της αναιρεσίβλητης , αν και "κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης", χαρακτηρίζεται ως "αναιτιολόγητη" και "άδικη". Όμως, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να κριθεί ότι η ένδικη καταγγελία ήταν καταχρηστική απαιτείται αυτή να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που επικαλέστηκε η εργαζόμενη και έγιναν δεκτοί, ως αποδειχθέντες από το Δικαστήριο. Όλα δε τα εκτιθέμενα στην απόφαση πιο πάνω περιστατικά αναφέρονται, είτε σε συμπεριφορές των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας Ομοσπονδίας που συνιστούν , κατά τις παραδοχές της απόφασης, βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης που προηγήθηκε της καταγγελίας, είτε αναφέρονται αποκλειστικώς στην μη απόδειξη των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα Ομοσπονδία λόγων απολύσεως της αναιρεσίβλητης. Τα αναφερόμενα, όμως, περιστατικά , που κατά την απόφαση, συνιστούν βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης, όπως προαναφέρθηκε, παρέχουν στο μισθωτό που δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής. Κατά τα γενόμενα δεκτά στην απόφαση η εργαζόμενη αναιρεσίβλητη επέλεξε το δεύτερο και αξίωσε από τον εργοδότη της να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους. Μετά την γενόμενη , ακολούθως, έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, δεν τίθεται πλέον ζήτημα ασκήσεως δικαιωμάτων της εργαζόμενης από την προηγηθείσα βλαπτική μεταβολή. Τα τελευταία αυτά περιστατικά ( της βλαπτικής μεταβολής), δύνανται να προσδώσουν στην επιγενόμενη νομότυπη καταγγελία της συμβάσεως καταχρηστικό χαρακτήρα, αν και εφόσον η καταγγελία οφείλεται στην προηγηθείσα βλαπτική συμπεριφορά των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας κινουμένη από εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς της εργαζομένης. Στην προσβαλλόμενη όμως απόφαση δεν διαλαμβάνονται ανάλογες παραδοχές, ότι, δηλαδή, η προσφυγή της εργαζόμενης στην Επιθεώρηση Εργασίας, λόγω της περιγραφόμενης στην απόφαση βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως , αποτέλεσε την αιτία της απολύσεώς της. Άλλωστε, κατά τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για την καταγγελία είχε ήδη προηγηθεί (Η απόφαση του Δ.Σ είχε ληφθεί στις 13-11-2004, ενώ η προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας συζητήθηκε στις 8-12-2004). Κατά τα λοιπά, τα εκτιθέμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά αναφέρονται στην μη απόδειξη των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα Ομοσπονδία λόγων απολύσεως της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της εργαζομένης ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε για τους αναφερόμενους στο από 13-11-2004 πρακτικό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου λόγους και κυρίως για "παράβαση της σχέσεως εμπιστοσύνης προς το Δ.Σ της Ομοσπονδίας με τη διαρροή ουσιαστικών εγγράφων κυρίως της Γ.Σ.Σ.Ε και με αποκορύφωμα το πρόσφατο γεγονός σε προσφιλές της άτομο εταίρου διασπαστικού σωματείου". Όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αρκεί το ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε για την καταγγελία αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ,αφού αυτό δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από την εργαζόμενη καταχρηστικής απολύσεως, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας . Περαιτέρω, η αιτιολογία της απόφασης, ως προς την αβασιμότητα των επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα λόγων απολύσεως της αναιρεσίβλητης, είναι ασαφείς και αντιφατικοί. Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή της ότι "ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αποδιδόμενης στην ενάγουσα κατηγορίας της απόκρυψης του αποσταλέντος στις 4-10-2004 από τη Γ.Σ.Σ.Ε του παραπάνω FΑΧ και της παράδοσης αυτού σε "αντίπαλο" σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΥΡΩΡΩΝ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ", θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κατηγορία αυτή είναι ανυπόστατη, κατά κύριο λόγο διότι την ημέρα εκείνη (4/10) η ενάγουσα βρισκόταν σε άδεια και δεν είχε προσέλθει στα γραφεία της ομοσπονδίας. Προσήλθε δε τη μεθεπόμενη 6/10...", διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, "ως προς κρίσιμο", όπως χαρακτηρίζεται από την ίδια την απόφαση, πιο πάνω ζήτημα, αφού "η αποδιδόμενη στην ενάγουσα κατηγορία" ήταν η απόκρυψη του αποσταλέντος FΑΧ από τη ΓΣΕΕ στις 5/8/2004, προς το σωματείο " για το θέμα της 13-8-2004 όσον αφορά την αμοιβή της αργίας αυτής", όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο του σκεπτικού της αποφάσεως (5ο φύλλο), και όχι (η απόκρυψη) στις 4-10-2004, δηλαδή κατά το χρόνο της αδείας της αναιρεσίβλητης, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται, στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν το Δικαστήριο δεν δέχεται τον ισχυρισμό της ότι το επίμαχo Fax είχε αποσταλεί στις 5/8/2004. Συνακόλουθα , για τους ίδιους λόγους ασαφής και αντιφατική είναι και η αιτιολογία της αποφάσεως επί του αυτού ζητήματος, κατά την οποία η μη λήψη του επίμαχου FAX οφείλεται στο αναφερόμενο στην απόφαση "πρόβλημα με τη μελανοταινία του FΑΧ", το οποίο αποκατέστησε η αναιρεσίβλητη, όταν επέστρεψε από την άδειά της (6/10), δεδομένου ότι, αν η αποστολή του επίμαχου FAX έγινε στις 5/8/2004, δεν είναι δυνατόν η μη λήψη του να οφείλεται στο αναφερόμενο στην απόφαση πρόβλημα με τη μελανοταινία, πρόβλημα που παρουσιάστηκε κατά το χρόνο που η εργαζόμενη είχε λάβει την άδειά της (4/10/2004). Κατόπιν αυτών, οι σχετικοί, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και ο έβδομος πρόσθετος αυτής λόγος , είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2360/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταχρηστική απόλυση. Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Πότε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική. Δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι΄αυτή κάποια αιτία. Για να θερωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Δεν θεωρείτια καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Λόγος αναιρέσεως εκ της ΚΠολΔ 559 αρ. 19 (έλλειψη νόμιμης βάσης). Πότε ιδρύεται ο προκείμενος αναιρετικός λόγος. Πότε η προηγηθείσα βλαπτική μεταβολή καθιστά καταχρηστική την επιγενόμενη καταγγελία. Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 555/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 738/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Ζ3, 2 Ζ2 και 3. Ζ3. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Ιουνίου 2009 και 15 Ιουνίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 929/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πριάμου Λεκκού με αριθμό 342/19-10-2009 και της συμπληρωματικής της 342α/8-12-2009, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 9-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 738/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 3186/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'απάτη από κοινού, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ.) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.) Ως γεγονότα, κατά την στο ανωτέρω άρθρο έννοια, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως, από τον δράστη ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώση την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 51/2007). Εξ'άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα των Εφετών και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσονται εν όλω ή εν μέρει και οι κρίσεις των Συμβουλίων (ΑΠ 1242/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/220). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ' όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά (ΑΠ 1709/2007). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αναφερόμενο επιτρεπτώς στην εισαγγελική πρόταση, η οποία συμπληρωματικώς αναφέρεται στο πρωτόδικο βούλευμα και την ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά:
Στις αρχές Ιουνίου του έτους 2001 ο εγκαλών Ψ, που ενδιαφερόταν για μία επικερδή τοποθέτηση (επένδυση) των χρημάτων του, πληροφορήθηκε από τον φίλο του Ξ ο οποίος διατηρούσε ασφαλιστικό γραφείο στη ... και ήταν συνεργάτης της εδρεύουσας στην ... εταιρείας με την επωνυμία "...", μέσω του ..., αντιπροσώπου της στις Σέρρες, ότι η εταιρεία αυτή συνεργάζονταν με την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "GOLDSMITH INVESTMENTS L.T.D.", διαμεσολαβώντας στη διάθεση στην Ελληνική αγορά μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου "GOLDSMITH FUND". Σύμφωνα με την πληροφόρηση του Ξ και τα σχετικά ενημερωτικά έντυπα, που εκείνος διέθετε, επρόκειτο για ένα επενδυτικό πρόγραμμα με βάση το δολλάριο, που δημιουργούσε ένα χαρτοφυλάκιο με διασπορά σε διάφορα προϊόντα της αγοράς, όπως συνάλλαγμα, μετοχές κ.λ.π. και απέδιδε εγγυημένο ετήσιο επιτόκιο τουλάχιστον 8%, ενώ η πραγματική του απόδοση υπερέβαινε κατά κανόνα το 10% ετησίως είχε δε ως θεματοφύλακα των χρημάτων των επενδυτών την Βρετανική Τράπεζα ROUAL BANK OF SCOTLAND, η οποία ήλεγχε τους τίτλους και τη ρευστότητα του αμοιβαίου κεφαλαίου που ήταν ασφαλισμένο στον Βρετανικό ασφαλιστικό κολοσσό LLOΫD'S του Λονδίνου. Η προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία εφέρετο ότι είχε έδρα το Λονδίνο, εκπρόσωπό της τον (μη ασκήσαντα έφεση) κατηγορούμενο Ζ2 και αντιπρόσωπο στην Ελλάδα την εταιρεία με την επωνυμία "HEDLEY FINANCE L.T.D.", με έδρα τη ... και εκπρόσωπό της τον (μη ασκήσαντα έφεση) κατηγορούμενο Ζ3. Στην πραγματικότητα οι δύο αυτές εταιρείες - όπως και πολλές άλλες- είχαν ιδρυθεί από τους εκκαλούντες αδελφούς Χ1, Χ2 και Ζ1 που ήταν "εν τοις πράγμασι" συνδιαχειριστές τους, είχαν έδρα τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (υπεράκτιες εταιρείες), δεν είχαν θεματοφύλακα την ROUAL BANΚ OF SCOTLAND για το διατιθέμενο επενδυτικό προϊόν, το οποίο δεν ήταν ασφαλισμένο στη "LLOYD'S" του Λονδίνου αλλ'ήταν εν τέλει ανύπαρκτο. Επισημαίνεται ότι η εταιρεία "HEDLEY FINANCE" δεν διέθετε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια για την κυκλοφορία του συγκεκριμένου αμοιβαίου κεφαλαίου στην Ελληνική αγορά. Οι εκκαλούντες καθώς και οι συγκατηγορούμενοί τους Ζ2 και Ζ3, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, αφού κατάστρωσαν το σχέδιο και διαμόρφωσαν την κατάλληλη υποδομή (πολυτελή γραφεία, παραπλανητικό διαφημιστικό υλικό, πλαστά συμβόλαια, διοργάνωση συνεδρίων με ομιλητές επώνυμα πρόσωπα, πρόσληψη και χρησιμοποίηση υπαλλήλων και εξωτερικών συνεργατών) προώθησαν στην Ελληνική αγορά το ανύπαρκτο ως άνω επενδυτικό προϊόν, με αποκλειστικό σκοπό τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος των ανυποψίαστων επενδυτών, τον οποίο και επέτυχαν για σημαντικό χρονικό διάστημα, αφού τα χρήματα των τελευταίων τοποθετούνταν σε δικούς τους λογαριασμούς και ακολούθως διοχετεύονταν σε δικές τους εταιρείες. Οι ίδιοι οι εκκαλούντες (πλην του Χ1 σε ορισμένες περιπτώσεις) δεν έρχονταν σε επαφή με τους υποψήφιους επενδυτές, καθώς οι τελευταίοι απευθύνονταν συνήθως στους υπαλλήλους και εξωτερικούς τους συνεργάτες, μέσω των οποίων κυκλοφορούσαν και διέθεταν το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα.
'Ένα από τα θύματά τους υπήρξε και ο εγκαλών Ψ, ο οποίος, πεισθείς από τα προαναφερθέντα απατηλά δελεαστικά στοιχεία ότι επρόκειτο για λίαν επικερδή επένδυση, στις 19/6/2001, προέβη σε προθεσμιακή κατάθεση ποσού 50.000 ευρώ, διάρκειας ενός έτους, με εγγυημένο επιτόκιο 8% ετησίως (μέσω της εταιρείας ...), παραδίδοντας στον Ξ ισόποση επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς με αριθμό ... το οποίο (ποσό) ουδέποτε του απέδωσαν οι εκκαλούντες και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί τους. Η προξενηθείσα ζημία στον εγκαλούντα και το αντίστοιχο όφελος των εκκαλούντων, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλεσαν δε ούτοι την πράξη αυτή κατ'επάγγελμα και συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή της και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, όπως προαναφέρθηκε (σχεδιασμός, πολυτελή γραφεία, παραπλανητικό διαφημιστικό υλικό, πρόσληψη και απασχόληση υπαλλήλων και συνεργατών, διοργάνωση συνεδρίων με επώνυμους ομιλητές) προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.
Είναι χαρακτηριστικό της μεθοδευμένης αξιόποινης δράσης των κατηγορουμένων ότι μετά την κατάθεση των χρημάτων από τον εγκαλούντα-επενδυτή, του απέστελναν ενημερωτικούς πίνακες για την πορεία της επένδυσής του και την τρέχουσα κατάσταση του λογαριασμού του, όπου εμφανιζόταν το ύψος της επένδυσης και οι υποσχεθείσες αποδόσεις του κεφαλαίου και επί πλέον του απέδωσαν την 20-9-2002 το ποσό των 4.700 ευρώ, ως προερχόμενο δήθεν από τόκους της επενδύσεώς του, έτσι ώστε η επένδυσή του να φαίνεται ότι αποδίδει, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να μη ζητήσει την ρευστοποίηση του κεφαλαίου του αλλά να ζητήσει την επανεπένδυσή του, μέχρις ότου διαπίστωσε, όπως προαναφέρθηκε, ότι το αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH FUND", μερίδια του οποίου είχε αγοράσει, ήταν ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα και αντίκρυσμα, τα δε χρήματά του δεν είχαν ποτέ επενδυθεί, όπως ψευδώς τον είχαν διαβεβαιώσει αλλά κατέληξαν σε λογαριασμούς των κατηγορουμένων ή εταιρειών συμφερόντων τους.
Οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι ισχυρίζονται απολογούμενοι και επαναλαμβάνουν στις εκθέσεις εφέσεώς τους, ότι δεν έχουν σχέση με την κατηγορία που τους αποδίδεται. Ειδικότερα ο Χ1 υποστηρίζει ότι ήταν απλός υπάλληλος (οικονομικός σύμβουλος) της εταιρείας "HEDLEY" και όχι νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και της εταιρείας "GOLDSMITH" (προσκομίζοντας καταστάσεις προσωπικού της εταιρείας, ένσημα, αναγγελίες πρόσληψης και οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού, συμβάσεις εργασίας), ο Χ2 ότι δήθεν ενεπλάκη, εν αγνοία του, στην διαπραχθείσα απάτη από τον συγκατηγορούμενο αδελφό του Χ1, ο οποίος είναι ο μόνος και πραγματικός ιδιοκτήτης των εταιρειών "HEDLEY FINANCE LIMITED" και "GOLDSMITH INVESTMENTS LIMITED" και μαζί με τον Ζ3 και άλλους "συνεργάτες" "έστησαν" την απάτη με το επίμαχο επενδυτικό προϊόν, ο ίδιος δε βρίσκεται σε σφοδρή αντιδικία με εκείνον. Τέλος ο Ζ1 ισχυρίζεται ότι η εμπλοκή του ονόματός του οφείλεται στη συνεπωνυμία του με τον Χ1 και στο συνταχθέν πόρισμα του ΣΔΟΕ, ότι κανείς από τους επενδυτές δεν τον έχει κατονομάσει και ότι ουδέποτε ασχολήθηκε με την εταιρεία, καθόσον, εκτός των άλλων, δεν είχε τις απαραίτητες προς τούτο γνώσεις (είναι απόφοιτος Δημοτικού σχολείου) και εμπειρία. Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί είναι εντελώς αβάσιμοι, καθόσον έρχονται σε αντίθεση με το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας. Ειδικότερα ούτοι, μολονότι δεν προκύπτει από επίσημα έγγραφα της δικογραφίας, αφού προνόησαν να μην εμφανίζονται ως νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιρειών που αποτελούσαν "οχήματα" της απάτης, εν τούτοις κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπήρξαν, οπωσδήποτε, εν τοις πράγμασι διαχειριστές της ρηθείσας εταιρείας (HEDLEY FINANCE), παρά τα αντιθέτως υπό τούτων υποστηριζόμενα. Περαιτέρω η απασχόληση του εκκαλούντα Χ1 ως υπαλλήλου της εταιρείας "HEDLEY FINANCE" ήταν σαφώς εικονική, οι δε εκκαλούντες Χ2 και Ζ1 δεν ήταν γνωστοί στον εγκαλούντα-επενδυτή για τους λόγους που προαναφέρθηκαν (η "προώθηση" του επενδυτικού προϊόντος "GOLDSMITH FUND" γινόταν μέσω ανυποψίαστων συνεργατών, όπως εν προκειμένω ο Ξ).
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν στο ακροατήριο κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος, διά την ως άνω αξιόποινη πράξη και, αφού απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση αυτού, επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, ελήφθησαν υπ'όψη και συνεξετιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, οι δε παραδοχές του προσβαλλομένου δεν αποτελούν αντιγραφή του κατηγορητηρίου και του πρωτοδίκου βουλεύματος. Η ως άνω απαιτουμένη αιτιολογία εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως, η δε απάντηση στους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περιλαμβάνεται, εκ του πράγματος, στην περί παραπομπής του στο ακροατήριο κρίση του Συμβουλίου, ενώ διά την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήτο αναγκαία η παράθεση επί πλέον στοιχείων. Επομένως, ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, η δε περί μη απαντήσεως εις αιτήματα του αναιρεσείοντος αιτίαση, αορίστως προβαλλομένη, είναι απαράδεκτη. Επίσης, καθ'ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Τέλος ο αναιρετικός λόγος της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ), αορίστως προβαλλόμενος, δηλαδή χωρίς να αναφέρεται εις τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906).
Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους-Π ρ ο τ ε ί ν ω---------------------
Να απορριφθή η από 9-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 738/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΔημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Εν συνεχεία της υπ'αριθμ. πρωτ. 342/2009 προτάσεώς μου, εισάγων και την από 15-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ2, κατά του υπ'αριθμ. 738/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν και η έφεση του ανωτέρω αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 3186/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διά του οποίου και αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'απάτη από κοινού, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την υπέρβαση εξουσίας και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Επειδή, εκ του συνδυασμού των άρθρ. 43, 57 και 58 ΚΠΔ προκύπτει, ότι αν για την ίδια αξιόποινη πράξη κινήθηκαν κατά του ιδίου προσώπου δύο ή περισσότερες ποινικές διώξεις, οι μεταγενέστερες της πρώτης κηρύσσονται απαράδεκτες, λόγω της υφισταμένης εκκρεμοδικίας από την άσκηση της πρώτης ποινικής δίωξης, η οποία κωλύει νέα ποινική δίωξη, διότι αυτή αναλώθηκε με την άσκηση της πρώτης. Για την δημιουργία, όμως, εκκρεμοδικίας απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα της πράξεως (βλ. ΑΠ 858/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/322, ΑΠ 1306/1998, εις ΠΧ/ΜΘ'/716). Ταυτότητα δε πράξεως υπάρχει όταν πρόκειται για το αυτό ιστορικό γεγονός κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις (βλ. ΑΠ 1570/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ του υπ'αριθμ. 1157/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προκύπτει ότι ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά των συγκατηγορουμένων του, διά να δικασθή δι'απάτη εις βάρος επενδυτών, καταβαλλόντων χρηματικά ποσά για το αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH FUND", στον δε σχετικό κατάλογο αναφέρεται και το όνομα Ψ, με ημερομηνία εισόδου στο εν λόγω αμοιβαίο κεφάλαιο την 22-6-2001 και ποσό 50.000 ευρώ. Όμως, διά του επικυρωθέντος με το προσβαλλόμενο βούλευμα, υπ'αριθμ. 3186/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου, διά να δικασθή δι'απάτη τελεσθείσα στις αρχές Ιουνίου 2001, εις βάρος του Ψ, ο οποίος προέβη στις 19-6-2001 εις κατάθεση ποσού 50.000 ευρώ. Αλλ'υπό τα δεδομένα αυτά δεν υπάρχει ταυτότης πράξεως, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αφού είναι διαφορετικό, τουλάχιστον κατά τον χρόνο, το ιστορικό γεγονός, διά το οποίο παραπέμπεται να δικασθή ο αναιρεσείων, με το καθένα από τα ως άνω βουλεύματα. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας, το δε εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν υπερέβη την εξουσία του, με την απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά του ως άνω πρωτοδίκου βουλεύματος και την επικύρωση αυτού. Κατ'ακολουθία, ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Εξ άλλου, το ανωτέρω Συμβούλιο, με τις παραδοχές του, ως αυτές εκτίθενται στην ανωτέρω πρότασή μου, της οποίας συνέχεια αποτελεί η παρούσα, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την υπό των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την παραπεμπτική κρίση του διά τον αναιρεσείοντα Χ2, αφού εκθέτει, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, κατ'είδος προσδιοριζόμενα, τα οποία θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν στο ακροατήριο κατηγορία και κατά του εν λόγω αναιρεσείοντος, διά την ως άνω αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται και τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το Συμβούλιο εδέχθη ότι ο αναιρεσείων Χ2 συμμετείχε στην τέλεση του ανωτέρω εγκλήματος ως συναυτουργός, ενώ διά την πληρότητα της αιτιολογίας, εν σχέσει προς την συμμετοχική δράση των συναυτουργών, δεν ήτο απαραίτητη η αναφορά των επί μέρους πράξεων εκάστου συναυτουργού (βλ. ΑΠ 290/2008, ΑΠ 1403/2007). Επομένως, ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Καθ'ό δε μέρος, υπό την επίκληση του ιδίου αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Αλλά και η επικαλουμένη παραβίαση του άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ, καθ'εαυτή, δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 544/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/19).
Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ2 και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Επίσης, πρέπει να απορριφθή και το αίτημα του ιδίου, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, προς παροχή διευκρινίσεων, υποβαλλόμενο διά της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, διότι οι περιλαμβανόμενες σ'αυτή αναιρετικές αιτιάσεις αναπτύσσονται επαρκώς και δεν έχουν ανάγκη προφορικών διευκρινίσεων.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να απορριφθή η από 15-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, κατά του υπ'αριθμ. 738/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να απορριφθή το διά της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως αίτημα του ιδίου, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, προς παροχή διευκρινίσεων.
Να καταδικασθή ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 3 Δεκεμβρίου 2009Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου ΠάγουΔημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (υπ'αριθ. 738/2009), οι υπό κρίση, με αριθ. εκθ. 124/2009 και 132/2009, δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Σύμφωνα με το εδαφ. στ' του άρθρου 13 ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, δεν είναι δε αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή στο βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, εκτός αν πρόκειται για έγκλημα πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία, οπότε η αναφορά αυτή είναι επιβεβλημένη. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάση των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Περαιτέρω, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους, όπως είναι και η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως. Έτσι, επί παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη, της οποίας ο κακουργηματικός χαρακτήρας θεμελιώνεται στην κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως όταν δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατ' επάγγελμα ή την κατά συνήθεια τέλεση. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 738/2009 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, απέρριψε ως αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του 3186/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής τους, παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι τελέσεως από κοινού με άλλους συμπαραπεμπόμενους κατηγορουμένους, απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και ανέρχονται σε 50.000 ευρώ. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με συμπληρωματική, επιτρεπτή εξ ολοκλήρου, αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το εκκαλούμενο παραπεμπτικό βούλευμα, η πράξη της κακουργηματικής απάτης που αποδίδεται στους εκκαλούντες κατηγορούμενους συνίσταται στο ότι: Στην ... και στις ... στις αρχές Ιουνίου ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Τις πράξεις τους αυτές τελούν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα στους ανωτέρω τόπους και χρόνους, ο (μη ασκήσας έφεση) κατηγορούμενος Ζ2 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "GOLDSMITH INVESTEMENTS LTD" που ήταν υπεράκτια εταιρεία εδρεύουσα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, ο (επίσης μη ασκήσας έφεση) κατηγορούμενος Ζ3 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "HEDLEY FINANCE LTD" αντιπροσώπου στην Ελλάδα της προαναφερόμενης εταιρείας με φερόμενη έδρα τη ... και οι Χ1, Χ2 και Ζ1, ως ιδιοκτήτες και ουσιαστικοί διαχειριστές των δύο αυτών εταιρειών, ενεργώντας από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ, κάτοικο ... μέσω των ... και ..., διαχειριστών της εταιρείας με την επωνυμία "..." με την οποία αυτοί συνεργάζονταν, καθώς και (μέσω) του ... αντιπροσώπου της τελευταίας εταιρείας στις ... και με την κυκλοφορία εντύπου διαφημιστικού και ενημερωτικού υλικού, ότι η εταιρεία "GOLDSMITH INVESTEMENTS LTD" που δήθεν είχε έδρα το Λονδίνο, διέθετε στην ελληνική αγορά το αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH FUND", το οποίο είχε ως βάση το δολλάριο και δημιουργούσε ένα χαρτοφυλάκιο με διασπορά σε διάφορα προϊόντα της αγοράς όπως συνάλλαγμα, μετοχές κλπ, απέδιδε εγγυημένο ετήσιο επιτόκιο τουλάχιστον 8%, ενώ η πραγματική απόδοσή του υπερέβαινε κατά κανόνα το 10% ετησίως, είχε δε ως θεματοφύλακα των χρημάτων των επενδυτών την Βρετανική Τράπεζα "ROYAL BANK OF SCOTLAND", η οποία έλεγχε τους τίτλους και τη ρευστότητα του αμοιβαίου κεφαλαίου, που ήταν ασφαλισμένο στο Βρετανικό ασφαλιστικό κολοσσό LLOYNT'S, ενώ στην πραγματικότητα το αμοιβαίο αυτό κεφάλαιο ήταν ανύπαρκτο (χωρίς αντίκρνσμα), η ανωτέρω Βρετανική Τράπεζα δεν ήταν θεματοφύλακας του, ούτε ήταν ασφαλισμένο στην LLOYNT'S του Λονδίνου και συνεπώς, ουδεμία απόδοση είχε αυτό. Έτσι έπεισαν τον εγκαλούντα να προβεί στις 19/6/01 σε προθεσμιακή κατάθεση ποσού 50.000 ευρώ διάρκειας ενός έτους, μέσω της εταιρείας "..." με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση βλάβη η περιουσία του, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, αφού δεν του απέδωσαν ούτε το προς επένδυση δοθέν κεφάλαιο με αντίστοιχο δικό τους παράνομο περιουσιακό όφελος στο οποίο εξ αρχής αποσκοπούσαν. Εξάλλου, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης τους και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της (πολυτελή γραφεία, παραπλανητικό διαφημιστικό υλικό και πλαστά συμβόλαια, απασχόληση υπαλλήλων και συνεργατών, διοργάνωση συνεδρίων με ομιλητές επώνυμα πρόσωπα), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του ανωτέρω εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίζεται ότι υπάρχει εκκρεμοδικία, συνεπεία της οποίας πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η προκείμενη ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, εφόσον για την επικείμενη αξιόποινη πράξη που έχει τελέσει και κατ' άλλων παθόντων, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο μηνυτής, εν προκειμένω, ψ έχει ήδη παραπεμφθεί με το υπ' αρ. 1157/08 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Για τον ισχυρισμό αυτό πρέπει ν' αναφερθούν τα εξής: Το ανωτέρω υπ' αρ. 1157/08 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου, εκδόθηκε επί δικογραφίας που προήλθε από συσχέτιση πλειόνων δικογραφιών, οι οποίες είχαν σχηματισθεί είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν μηνύσεων διαφόρων παθόντων στρεφομένων είτε κατά ενός, είτε κατά πλειόνων από τους 37 κατηγορουμένους που αφορά αυτή, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι ήδη εκκαλούντες.
Συγκεκριμένα 16 ανακριτικές δικογραφίες που εκκρεμούσαν σε διάφορους Ανακριτές με τη βασική δικογραφία υπό στοιχ. ΑΒΜ ΑΟ2/05Ε/495 ΑΟ2/01Ε/82 που εκκρεμούσε στον 2ο Ανακριτή Αθηνών. Μεταξύ των 16 αυτών δικογραφιών που συσχετίσθηκαν στην άνω βασική δικογραφία, τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στο εν λόγω βούλευμα (υπ' αρ. 1157/08), δεν συμπεριλαμβάνεται και η παρούσα δικογραφία. Με το βούλευμα αυτό παραπέμπονται μεταξύ άλλων και οι Χ2 και Χ1 για κακουργηματική απάτη σε βάρος πλήθους επενδυτών οι οποίοι κατέβαλαν τα αντίστοιχα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για το αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH FUND" και αναγράφονται σε σχετικό κατάλογο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και όνομα επενδυτή Ψ, Αρ. λογαρ. ..., ημερομηνία εισόδου 22/6/01 και ποσό 50.000 ευρώ. Όμως τόσο στο ως άνω βούλευμα όσο και στο προσκομιζόμενο σχετικό κατηγορητήριο δεν εκτίθενται τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα ψευδή γεγονότα που παραστάθηκαν στον εδώ συγκεκριμένο Ψ ως αληθή και εκτίθενται στο κατηγορητήριο της προκείμενης δικογραφίας κατά τα άνω, με βάση τα οποία κατά τον αναφερόμενο στο εκκαλούμενο παραπεμπτικό βούλευμα συγκεκριμένο χρόνο (αρχές Ιουνίου 2001), με κατάθεση του ποσού των 50.000€ στις 19/6/01, αυτός (ο ως άνω μηνυτής) εξαπατήθηκε. Επομένως, δεν προκύπτει ταυτότητα πράξεως αλλά και χρόνου τέλεσης αυτής ακόμη δε και παθόντος (διαφορετικό επώνυμο) ώστε να υφίσταται εκκρεμοδικία κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω και ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος Χ2 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από την κυρία ανάκριση (αρχική και συμπληρωματική) που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και την προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε και ειδικότερα από την έγκληση, τις καταθέσεις του εγκαλούντος και των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματά τους καθώς και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων, προέκυψαν, κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου, σοβαρές ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Ζ1, για την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ για την οποία ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, για τους ίδιους λόγους που αναπτύσσονται και στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το Συμβούλιο τούτο αναφέρεται προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, για το οποίο παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1, 3 β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) αναφέρονται ποίες ήσαν οι ψευδείς παραστάσεις των δύο κατηγορουμένων και του συμπαραπεμπομένου Ζ1, ως συνιδιοκτητών και ουσιαστικών διαχειριστών δύο αλλοδαπών εταιρειών "HEDLEY FINANCE LIMITED" και "GOLDSMITH INVESTMENT LTD", προς τον εγκαλούντα Ψ, δια μέσου τριών παρενθέτων προσώπων - συνεργατών τους, που διαβίβαζαν τις παραπλανητικές δηλώσεις τους, αλλά και με την υπ'αυτών κυκλοφορία και παράδοση σχετικού εντύπου ενημερωτικού υλικού, προωθώντας στην Ελλάδα σε διάφορους επενδυτές μεταξύ των οποίων και στον πολιτικώς ενάγοντα το χρηματοοικονομικό προϊόν (αμοιβαίο κεφάλαιο) GOLDSMITH FUND, ως εγγυημένης υψηλής δήθεν αποδόσεως και ασφαλισμένο, που όμως ήταν ανύπαρκτο χωρίς αντίκρυσμα, του πολιτικώς ενάγοντος απωλέσαντος, όπως και πολλοί άλλοι επενδυτές, ακόμα και ολόκληρο το κεφάλαιο που επένδυσε στο προϊόν αυτό (50.000 ευρώ), β) αναφέρεται η κατά συναυτουργία, από κοινού ως παραπάνω, δράση των κατηγορουμένων και δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά των επί μέρους πράξεων εκάστου τούτων αφού δεν πρόκειται για πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία έγκλημα, γ) το αιτιολογικό δεν αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου και του πρωτοδίκου βουλεύματος, εκτείνεται δε και στις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης, η απάντηση στους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, εκ του πράγματος, περιλαμβάνεται στην περί παραπομπής κρίση του Συμβουλίου, ενώ για την πληρότητά της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητη η παράθεση επί πλέον στοιχείων, δ) η αιτίαση ότι το Συμβούλιο δεν απάντησε σε υποβληθέντα αιτήματα, είναι απαράδεκτη ως αόριστη, καθόσον δεν προσδιορίζονται ποία συγκεκριμένα αιτήματα υποβλήθηκαν και δεν απαντήθηκαν, ε) το Συμβούλιο προκύπτει βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη του τα προβληθέντα επιχειρήματα και συνεκτίμησε όλα τα προσκομισθέντα από τους εκκαλούντες αναιρεσείοντες αποδεικτικά στοιχεία στο σύνολό τους και δεν ήταν υποχρεωμένο να μνημονεύσει και να αναφέρει τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, μη παραβιασθέντος του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, στ) με πλήρη και ειδική αιτιολογία, χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, το Συμβούλιο απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος Χ2, περί εκκρεμοδικίας , δεχθέν ότι από το επικληθέν 1157/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δυνάμει του οποίου παραπέμπονται μεταξύ άλλων και οι δύο αναιρεσείοντες για κακουργηματική απάτη σε βάρος άλλων επενδυντών μεταξύ των οποίων και ο Ψ, για επένδυση στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο ποσού 50.000 ευρώ την 22-6-2001, δε συνάγεται εκκρεμοδικία, ελλείψει ταυτότητας πράξεως, αφού ο εδώ μηνυτής πολιτικώς ενάγων ονομάζεται Ψ και η ίσου ποσού επένδυσή του που απώλεσε έγινε την 19-6-2001 και όχι την 22-6-2001.
Συνεπώς, όλοι οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β, δ και στ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 13 εδ. στ, 45 και 386 παρ. 1, 3β του ΠΚ, λόγω ασαφειών και ελλείψεως νόμιμης βάσεως για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Το υπό του αναιρεσείοντος Χ2 υποβαλλόμενο αίτημα, κατά τη διάταξη του αρθρ. 309 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, αφού ο αναιρεσείων εκτενώς και επαρκώς ανέπτυξε με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως τους υπερασπιστικους του ισχυρισμούς και εξέθεσε τις απόψεις του για τα κρίσιμα στην υπόθεση στοιχεία και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαία η εμφάνισή του στο Συμβούλιο για την παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων επί της ουσίας της κατηγορίας.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει, να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.
Απορρίπτει τις με αριθ. εκθ. 124 /9-6-2009 και 132/15-6-2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 περί αναιρέσεως του 738/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική πράξη απάτης κατ' επάγγελμα και συνήθεια, με ζημία άνω των 15.000 € (άρθρ. 386 §§ 1, 3α και 13 στ΄ ΠΚ). Αβάσιμοι οι συναφείς από το άρθρο 484 §1 στοιχ. β΄, δ΄ και στ΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για υπέρβαση εξουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 554/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντο Θεοδωρόπουλο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 202/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1260/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 350/23.10.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 1,3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 10-9-2009 αίτηση του Χ, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 202/21-6-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της ασκηθείσης κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, με την οποία καταδικάστηκε για εμπρησμό από αμέλεια (264α σε συνδ. προς το άρθρο 266 Π.Κ) σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο ενδέκατο του Ν.2865/2000, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση του Χ, με την οποία ζητείται η επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 202/2005 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναιρέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής με την υπ' αριθμ. 372/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, για το λόγο ότι με την από 30-4-2009 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(Χ κατά Ελλάδος), διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3 εδάφιο δ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α), είναι νόμιμη, παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία.
2. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 202/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών που κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 372/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, καταδικάσθηκε ο Χ για... εμπρησμό από αμέλεια (άρθρα 264α και 266§1 του Π.Κ) σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών. Συνίσταται δε η πράξη, σύμφωνα με την απόφαση, στο ότι ο καταδικασθείς στο ..., την 14-7-1999 από αμέλειά του προξένησε πυρκαγιά από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και ειδικότερα από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλλει, έθεσε φωτιά στο αγρόκτημά του στην περιοχή ... για να κάψει τα υπάρχοντα σ' αυτό αγριόχορτα, χωρίς να έχει προηγουμένως φροντίσει να έχει διαθέσιμο νερό προς αντιμετώπιση ενδεχόμενης ανεξέλεγκτης επέκτασής της, αποτέλεσμα δε της παράλειψής του αυτής ήταν η φωτιά να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, να επεκταθεί στα παρακείμενα κτήματα και να κάψει έκταση δέκα στρεμμάτων με σιτοκαλαμιές των ομόρων κτημάτων καθώς και μια βιοτεχνία ανακύκλωσης παλιού χαρτιού, ιδιοκτησίας ..., την οποία και κατάστρεψε ολοσχερώς. Μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής με την ανωτέρω υπ' αριθ. 372/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο καταδικασθείς Χ προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α) με την υπ' αριθμ. 25.109/2007 προσφυγή του, το οποίο με την αναφερόμενη στην αρχή από 30-4-2009 απόφασή του (Χ κατά Ελλάδος) δέχθηκε, ότι με την καταδίκη του υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση παράβαση του άρθρου 6 παρ. 3 εδάφιο δ, με το οποίο θεσπίζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει ή να ζητεί να εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να επιτυγχάνει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης, υπό τους αυτούς όρους όπως και των μαρτύρων κατηγορίας. Ειδικότερα, το Ε.Δ.Δ.Α δέχθηκε ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να εκδώσει την καταδικαστική του απόφαση, στηρίχθηκε αποφασιστικά στις ένορκες καταθέσεις που είχαν δώσει στο πλαίσιο της διενεργηθείσης επί της υποθέσεως προκαταρκτικής εξέτασης, δύο Πακιστανοί εργάτες οι οποίοι τον υπέδειξαν ως υπαίτιο του εμπρησμού, καταθέσαντες ότι είχαν ιδεί τον κατηγορούμενο στον τόπο που εκδηλώθηκε αρχικά η φωτιά, πλην όμως οι εργάτες αυτοί δεν εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Εφετείου, λόγω μη ανευρέσεώς τους στις διευθύνσεις που είχαν δώσει κατά την εξέτασή τους, αλλά αναγνώστηκαν οι ένορκες καταθέσεις που είχαν δώσει στην προδικασία, με αποτέλεσμα να στερηθεί ο προσφεύγων του δικαιώματός του να τους εξετάσει προκειμένου να ελέγξει τη αξιοπιστία τους. Δέχθηκε δηλαδή το Ε.Δ.Δ.Α ότι στην περίπτωση του προσφεύγοντος, έλαβε χώρα παραβίαση του εκ του άρθρου 6 παρ. 3 εδάφιο δ δικαιώματός του που αφορά στον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε. 3. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση ως κατ' ουσία βάσιμη και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν κρίνεται όμως αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο και πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη (άρθρο 370 περ. β' Κ.Π.Δ.), διότι έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως του εμπρησμού από αμέλεια για την οποία καταδικάσθηκε ο ανωτέρω Χ, αφού η πράξη αυτή φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος και από την τέλεσή της την 14-7-1999 μέχρι σήμερα, συμπληρώθηκε ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1,3, 112 και 113 παρ. 2,3 Π.Κ.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α)Μετά από κλήση και ακρόαση του αιτούντος Χ, να γίνει δεκτή η από 10-9-2009 αίτησή του για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ.202/2005 αμετάκλητη καταδικαστική σε βάρος του απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. β) Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή, και γ) Να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του Χ, για εμπρησμό από αμέλεια, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν την 14-7-1999 στο ..., κατά τα ειδικότερο αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 § 1 αρ. 5 ΚΠΔ, όπως η περίπτωση αυτή (5) προστέθηκε με το άρθρο 1 § 1 Ν. 2865/2000, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η επανάληψη της διαδικασίας, στην περίπτωση αυτή, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το Ε.Δ.Δ.Α. παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε και δη αρνητικά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης του μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της άνω διαδικασίας. Εξάλλου το άρθρο 6 § 3 εδ. δ'. Ε.Σ.Δ.Α. ορίζει ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα... να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύψη την πρόκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας". Στην κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ο αιτών Χ εκθέτει, ότι με την υπ' αριθ. 202/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών για εμπρησμό εξ αμελείας, η δε απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αρ. 372/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι στη συνέχεια ο αιτών προσέφυγε στο Ε.Δ.Δ.Α. το οποίο με την από 30.4.2009 απόφασή του που κατέστη οριστική, διαπίστωσε παρεβίαση του άρθρου 6 § 3 εδ. δ' της Ε.Σ.Δ.Α. Ότι μετά ταύτα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επανάληψη υπέρ αυτού (αιτούντος) της διαδικασίας, με σκοπό την αθώωσή του. με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση, η οποία παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο, άρθρα 528 § 1 και 527 § 3 ΚΠΔ), είναι νόμιμη ερειδομένη επί των άνω διατάξεων και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 202/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών ο αιτών Χ καταδικάσθηκε, για εμπρησμό εξ αμελείας (άρθρα 264α και 266 § 1 ΠΚ) σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας αίτησης αναιρέσεως, με την υπ' αριθ. 372/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο δε αιτών προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), με την υπ' αριθ. 25109/2007 προσφυγή του κατά της Ελλάδος. Το άνω Δικαστήριο με την 30-4-2009 απόφασή του που κατέστη οριστική (άρθρο 44 § 2 ΕΣΔΑ), δέχθηκε ότι με την καταδίκη του αιτούντος παραβιάσθηκαν τα δικαιώματά του που αφορούν τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας, που τηρήθηκε και συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχθηκε με την άνω απόφασή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών για να αχθεί στην καταδικαστική του κρίση, στηρίχθηκε "κατά καθοριστικόν τρόπον ήτοι αποκλειστικόν" στις ένορκες καταθέσεις δύο Πακιστανών υπηκόων, οι οποίοι στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως, κατέθεσαν, στην πυροσβεστική υπηρεσία, ότι είδαν τον κατηγορούμενο στον τόπο που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, πλην όμως οι άνω Πακιστανοί υπήκοοι δεν εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Εφετείου, λόγω μη ανευρέσεώς τους στον τόπο διαμονής που είχαν δηλώσει κατά την εξέτασή τους, αλλά αναγνώσθηκαν οι άνω ένορκες καταθέσεις τους, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος - αιτών να μη δυνηθεί σε κανένα στάδιο της δίκης να ερωτήσει ή να ζητήσει να ερευνηθούν οι άνω μάρτυρες (βλ. παρ. 33 έως 37 άνω αποφάσεως). Κατόπιν αυτών, και λαμβανομένου υπόψη ότι συνεπεία της άνω παραβιάσεως, επηρεάσθηκε αρνητικώς η κρίση του Ποινικού Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) το οποίο κατεδίκασε τον αιτούντα - κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, πρέπει να γίνει δεκτή η από 10-9-2009 αίτηση του αιτούντος ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, η πράξη του εμπρησμού εξ αμελείας, για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 28, 264 περ. α' και 226 Π.Κ., είναι πλημμέλημα, το οποίο φέρεται ότι τελέσθηκε την 14-7-1999, και συνεπώς έχει υποπέσει στην παραγραφή, λόγω παρόδου, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, χρονικού διαστήματος πλέον της οκταετίας, το οποίο καλύπτει το χρόνο της παραγραφής για τα πλημμελήματα και το χρόνο αναστολής της παραγραφής αυτής για το διάστημα που διαρκεί η κυρία διαδικασία (5 συν 3 έτη) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 112, 113 § 3 Π.Κ. Επομένως δεν συντρέχει, λόγος επαναλήψεως της συζητήσεως στο ακροατήριο άλλου δικαστηρίου, ομοιόβαθμου με αυτό που δίκασε την υπόθεση. Έτσι, πρέπει το Δικαστήριο τούτο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) να παύσει την κατά του αιτούντος ασκηθείσα ποινική δίωξη, για την άνω αξιόποινη πράξη για την οποία έχει καταδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 10-9-2009 αίτηση του Χ.
Ακυρώνει την υπ' αριθ. 202/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αιτούντος Χ για το ότι στο ... την 14-7-1999 από αμέλεια προξένησε πυρκαγιά από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε ξένα πράγματα και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις, προξένησε πυρκαγιά που ξεκίνησε στο αγρόκτημά του, στην περιοχή ... και επεκτάθηκε σε παρακείμενη βιοτεχνία ανακύκλωσης χαρτιού, ιδιοκτησίας ..., αφού άναψε φωτιά για να κάψει σιτοκαλαμιές εντός του αγροκτήματος, χωρίς να έχει κρύες αντιπυρικές ζώνες και χωρίς να έχει διαθέσιμο νερό προς αντιμετώπιση αυτής, με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά από την οποία κάηκαν δέκα (10) στρέμματα σιτοκαλαμιές, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου και άλλων όμορων ιδιοκτητών και μεταδόθηκε στη βιοτεχνία ανακύκλωσης παλιού χαρτιού, ιδιοκτησίας ..., η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας μετά την έκδοση αποφάσεως από το Ε.Δ.Δ.Α. που διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 623 εδ. δ΄ της Ε.Σ.Δ.Α.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Ε.Σ.Δ.Α., Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
Αριθμός 540/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 9 και 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου ..., Ολλανδού υπηκόου, ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθ. 28/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 13.7.2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, που εκδόθηκε από τις Δικαστικές Αρχές της Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Δικαστικό Κατάστημα του Εφετείου Πειραιώς, την με αριθμό και ημερομηνία 5/18.12.2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον του Γραμματέως αυτού Θεμιστοκλή Παπακωνσταντίνου, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1747/2009.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε
τον εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη έφεση ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, εκτός των οριζομένων στο πρώτο των ως άνω άρθρων περιπτώσεων, και με δήλωσή του στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ......καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Η δε παραίτηση από του ενδίκου μέσου, ως λόγος κηρύξεως αυτού απαραδέκτου, δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενον την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων για την άσκησή τους. Κατά λογική συνέπεια, αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως ή βουλεύματος λόγω της παραιτήσεως αυτής, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκησή του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες διατυπώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφαση δικάσιμο, εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο εκκαλών εκζητούμενος από τις Γερμανικές Δικαστικές Αρχές ... που γεννήθηκε στο ...της Τουρκίας το 1965 και κατοικεί στην Ολλανδία και ήδη είναι προσωρινά κρατούμενος στις δικαστικές φυλακές ...και δήλωσε ότι παραιτείται από την υπ' αριθ. έκθεσης 5/18.12.2009 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 28/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς (σε τριμελή σύνθεση), με την οποία γνωμοδότησε το εν λόγω Συμβούλιο ότι πρέπει να εκδοθεί αυτός (εκκαλών) στις Γερμανικές δικαστικές αρχές, που ζητούν την έκδοσή του για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, η δήλωσή του δε αυτή καταχωρίσθηκε στα ως άνω πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η ένδικη έφεση είναι απαράδεκτη, λόγω της νομότυπης παραίτησης του εκκαλούντος απ' αυτήν και έτσι παρέλκει η περαιτέρω έρευνά της. Ύστερα από όλα αυτά και για τον προαναφερόμενο λόγο, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2009 έφεση του ..., κατοίκου Ολλανδίας, για εξαφάνιση της υπ' αριθ. 28/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς (σε τριμελή σύνθεση), ως απαράδεκτη. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010.
Εκδόθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης λόγω παραίτησης εκκαλούντος από αυτήν που στρεφόταν κατά απόφασης Συμβουλίου Εφετών με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσής του στις Γερμανικές Δικαστικές Αρχές σε εκτέλεση σχετικού Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης.
|
Παραίτηση
|
Παραίτηση, Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 536/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κουρμπέλη και 2)Χ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Θεόδωρο Πιπιλή και Χρήστο Βρούστη, για αναίρεση της 5583/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών,
με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 χήρα Ζ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκλαβουνάκο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Οκτωβρίου 2007 και 19 Οκτωβρίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στα από 28 Μαρτίου 2008 και 24 Φεβρουαρίου 2008 δικόγραφα προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος και στο από 25 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων του δευτέρου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1908/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Οι α) από 19/10/2007 αίτηση του Χ2 και β)από 21/10/2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 5583/2007 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών ως και οι γ)από 25/9/2008 πρόσθετοι λόγοι του πρώτου και δ) από 24/2/2008 και 28/3/2008 πρόσθετοι λόγοι του δεύτερου, πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ., "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ.. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Όταν το έγκλημα είναι απότοκο της συγκλίνουσας αμέλειας περισσοτέρων προσώπων, το καθένα από αυτά ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, μέσα στα πλαίσια της αμέλειας που επέδειξε και εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Κατά την επικρατούσα δε απόλυτα στο ποινικό δίκαιο αρχή του ισοδύναμου των όρων, (conditio sine qua non), κάθε όρος του αποτελέσματος είναι χαρακτηριστέος ως αιτία.
Συνεπώς αν μεταξύ των παραγωγικών όρων του αποτελέσματος στη συγκεκριμένη περίπτωση περιλαμβάνεται και η ανθρώπινη ενέργεια ή αποχή από συγκεκριμένη ενέργεια, τότε υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ενέργειας η παράλειψης και αποτελέσματος, έστω και αν σύγχρονα η μεταγενέστερα συνέτρεξε προς παραγωγή του αποτελέσματος και άλλη, ανθρώπινη ενέργεια ή παράλειψη (Χωραφάς 126, Ζησιάδης (ποινικό 159) Μαγκάκης Γεν. Μέρος...... α' 146). Έτσι και εκεί που υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια του παρεμβαλλομένου που συχνά μάλιστα είναι, και το θύμα, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει τον καταλογισμό ευθύνης στον πράττοντα. Μόνο δε όταν η αμέλεια του παθόντος ή τρίτου συνετέλεσε αποκλειστικά στην επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος διακόπτεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 3 και 7 του ΠΔ 70/1990 "Υγιεινή και Ασφάλεια εργαζομένων σε Ναυπηγεία ο εργολάβος ή υπεργολάβος ολόκληρου του έργου ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους πέραν των γενικών υποχρεώσεων εργοδοτών του άρθρου 32 του Ν. 1568/85 έχει και τις ακόλουθες. 1.- Να Οργανώνει, επιβλέπει και επιθεωρεί την εκτέλεση της εργασίας σε κάθε φάση ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη ασφαλών συνθηκών εργασίας. Ιδιαίτερα να λαμβάνει μέτρα για το συντονισμό των εργασιών που εκτελούνται από περισσότερα του ενός συνεργεία. 2.- Να ορίζει Τεχνικό Ασφάλειας με τις αρμοδιότητες του άρθρου 9 όταν εκτελούνται εργασίες σε πλοία ή άλλες πλωτές κατασκευές χωρητικότητας άνω των 1.600 κόρων ολικής χωρητικότητας ή όταν ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων είναι μεγαλύτερος των 15. 3.- Να διακόπτει την εργασία όταν διαπιστώσει ότι δεν τηρούνται τα προβλεπόμενα μέτρα ασφάλειας ή όταν γίνει σχετική υπόδειξη διακοπής εργασιών από τον τεχνικό ασφάλειας. Κατά δε την παράγραφο 5 του άρθρου 42 του ιδίου Π. Δ/τος "Τα ικριώματα φέρουν μεταλλικό χειρολισθήρα σε ύψος ενός (1,00) μέτρου από το δάπεδο εργασίας και μεταλλική ράβδο στο μέσο του διαστήματος για προστασία έναντι πτώσης. Ενώ κατά το άρθρο 9 § 1, 5 και 6 του ιδίου Π.Δ/τος "Ο τεχνικός ασφαλείας, εκτός από τις αρμοδιότητες που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες: 1.- Να δίνει οδηγίες σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για την εκτέλεση των εργασιών, για την κατασκευή και εργασία επί ικριωμάτων και για την εγκατάσταση πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Πρέπει επίσης να επιβλέπει για την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και κατά την διάρκεια εκτέλεσής τους. 2.- Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου ή στους εργολάβους ή υπεργολάβους, τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Ειδικότερα για τις περιπτώσεις που ορίζονται στα άρθρα 14 παράγρ. (η) και 22 του παρόντος να εκδίδει καθημερινά άδειες εκτέλεσης εργασιών αφού προηγουμένως προβεί στους απαιτούμενους ελέγχους. 3.- Σε περίπτωση που διαπιστώνει μη συμμόρφωση προς τις υποδείξεις του, υποδεικνύει την διακοπή των εργασιών που εγκυμονούν κινδύνους πρόκλησης ατυχήματος, ενημερώνοντας παράλληλα την Λιμενική Αρχή η οποία εκδίδει την άδεια εκτέλεσης εργασιών και την Αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας. Τέλος κατά το άρθρο 32 του Ν. 1568/1985 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων" ο εργοδότης έχει υποχρέωση που απαιτείται ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία και τη σωματική τους ακεραιότητα, ενώ κατά το άρθρο 6 του ιδίου Νόμου ο τεχνικός ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων. Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφάλειας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδοποιείται και θεωρείται από την επιθεώρηση εργασίας. Από το συνδυασμό των αμέσως προηγουμένων διατάξεων του ΠΔ 70/1990 προκύπτει ότι η υποχρέωση του τεχνικού συμβούλου δεν εξαντλείται στην αναφορά των ελλείψεων, οι οποίες καθιστούν επικίνδυνη για την ασφάλεια των εργαζομένων την συνέχιση των εργασιών, αλλά ο διορισμός του στη θέση αυτή τον υποχρεώνει και να συστήσει στον εργοδότη που την προσέλαβε την διακοπή των εργασιών που εκτελούνται μέχρι την αποκατάσταση της έλλειψης. Έτσι, αν ο εργοδότης παρά την σχετική ενημέρωση του απ' αυτόν ότι υφίστανται τέτοιου είδους ελλείψεις, εξακολουθεί την συνέχιση των εργασιών, και ενώ διαπιστώνει τούτο ο τεχνικός σύμβουλος δεν συνιστά σ' αυτόν τη διακοπή των εργασιών μέχρι να αποκατασταθούν οι ελλείψεις, και η παράλειψή του αυτή να συστήσει την διακοπή συνιστά αμελή συμπεριφορά, σε περίπτωση επέλευσης τραυματισμού ή θανάτου του εργαζομένου από την μη αποκατάσταση των ελλείψεων και τον καθιστά υπαίτιο ανάλογα σωματικής βλάβης ή ανθρωποκτονία από αμέλεια. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται και ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη 5583/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει συμβάσεως που καταρτίστηκε και υπογράφηκε στις 8-12-2000 στο Σκαραμαγκά η εταιρεία "Ελληνικά Ναυπηγεία Α.Ε.", ανέθεσε στον πρώτο κατηγορούμενο, που διατηρούσε ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "ΑΛΚΑ .... Χ1 Βιομηχανικές-Ναυπηγικές Εργασίες", την εκτέλεση ελασματουργικών εργασιών και συγκεκριμένα την αντικατάσταση των εσωτερικών ενισχύσεων των δεξαμενών του υπό λιβεριανή σημαία πλοίου Δ/Ξ H... το οποίο βρισκόταν στην 5η προβλήτα των ναυπηγείων Σκαραμαγκά. Η εταιρεία "Ελληνικά Ναυπηγεία Α.Ε." είχε αναλάβει την εκτέλεση επισκευαστικών εργασιών στο παραπάνω πλοίο κατόπιν συμβάσεως που είχε καταρτίσει με τη διαχειρίστρια του πλοίου εταιρεία "A...". Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι η εταιρεία με την επωνυμία "ΜΥΛΧΑΝ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." είχε αναλάβει να εκτελέσει τμήμα του όλου έργου που αφορούσε αμμοβολές, καθαρισμούς και χρωματισμούς των δεξαμενών του πλοίου (υπ' αριθμ. Α 2743/8-12-2000 εργολαβικό σύμφωνο), καθώς και το τμήμα του έργου το σχετικό με την κατασκευή ικριωμάτων στις δεξαμενές φορτίου, οι οποίες ήταν απαραίτητες για την εκτέλεση των ελασματουργικών εργασιών, για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω. Εξάλλου, δυνάμει του από 11-12-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο καταρτίστηκε και υπογράφηκε στον ... ο πρώτος των κατηγορουμένων ανέθεσε στο δεύτερο εξ αυτών, τον οποίο διόρισε ως τεχνικό σύμβουλο, την εργασία της επίβλεψης των μέτρων υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων στο παραπάνω πλοίο. Περαιτέρω, προέκυψε ότι στις 10-1-2001, ο Ζ, ηλικίας 38 ετών, εργαζόταν στην αριστερή πλευρά της Νο2 δεξαμενής φορτίου και σε σταθερό μεταλλικό ικρίωμα, σε ύφος περίπου οκτώ (8) μέτρων από τον πυθμένα της δεξαμενής. Σημειώνεται εδώ ότι το δάπεδο εργασίας είχε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου και ήταν διαστάσεων 0,80 Χ 2,5 μέτρων περίπου. Στο συγκεκριμένο ικρίωμα δεν υπήρχε την παραπάνω ημερομηνία η απαραίτητη για την προστασία των εργαζομένων από πτώση μεταλλική ράβδος στο μέσο του διαστήματος μεταξύ του μεταλλικού χειρολισθήρα και του δαπέδου εργασίας, ήτοι σε απόσταση πενήντα εκατοστών από αυτό, όπως προβλέπεται από το άρθρο 42 § 5 ΠΔ 70/1990. Υπήρχε μόνο ένας μεταλλικός χειρολισθήρας, διαμέτρου πέντε (5) περίπου εκατοστών, ο οποίος απείχε από το δάπεδο εργασίας ένα (1) μέτρο. Περί ώρα 15:20 ο προαναφερόμενος εργαζόμενος εκτελούσε εργασίες φλογοκοπής με οξυγόνο και προπάνιο, έχοντας λυγισμένα τα γόνατα του σε ένα τμήμα μήκους ενός μέτρου και πλάτους δέκα εκατοστών της λάμας επί του εγκαρσίου ενισχυτικού της ανωτέρω δεξαμενής, ενώ με το ίδιο εργαλείο (φλογοκοπής) καθάριζε τα γρέζια στο σημείο που είχε γίνει η φλογοκοπή. Η θέση εργασίας του βρισκόταν σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από το άνοιγμα της εισόδου από το κατάστρωμα του πλοίου στην αριστερή πλευρική δεξαμενή. Σε κάποια στιγμή και ενώ είχε ζητήσει από το βοηθό του να ετοιμαστεί να του δώσει εργαλεία χειρός και συγκεκριμένα σφυρί και ματσακόνι, δέχτηκε στο ακάλυπτο πρόσωπο του καύτρες, οι οποίες πετάχτηκαν από τις λαμαρίνες που έκοβε. Προκειμένου να τις αποφύγει κινήθηκε ενστικτωδώς προς τα πίσω με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και αφού πέρασε το σώμα του από το κενό που σχηματιζόταν μεταξύ του μεταλλικού χειρολισθήρα και του δαπέδου εργασίας του ικριώματος, έπεσε στον πυθμένα της δεξαμενής φορτίου. Η πτώση του είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του. Ειδικότερα, υπέστη εκτός άλλων βαρείες κακώσεις σπονδυλικής στήλης, θώρακος και κοιλίας, από τις οποίες και επήλθε ο θάνατος του. Ο θανάσιμος τραυματισμός του Ζ οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, που από έλλειψη της προσοχής, την οποία από τις περιστάσεις όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν πρόβλεψαν το αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την πράξη τους. Ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών, εργολάβος του έργου της εκτελέσεως ελασματουργικών εργασιών, αν και είχε νόμιμη υποχρέωση να οργανώνει, επιβλέπει και επιθεωρεί την εκτέλεση της εργασίας σε κάθε φάση, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη ασφαλών συνθηκών εργασίας (άρθρο 4 § 1 ΠΔ 70/1990 "Υγιεινή και Ασφάλεια των Εργαζομένων σε ναυπηγικές εργασίες"), παρ' όλα αυτά από αμέλεια του, συνιστάμενη στην έλλειψη της προσοχής, την οποία μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, δεν μερίμνησε προκειμένου να τοποθετηθεί στα ικριώματα μεταλλική ράβδος στο μέσο του διαστήματος μεταξύ του υπάρχοντος μεταλλικού χειρολισθήρα και του δαπέδου εργασίας για την προστασία των εργαζομένων από πτώση (άρθρο 42 § 5 του ανωτέρω ΠΔ/τος). Έτσι, όταν ο τελευταίος κινήθηκε, όπως έχει λεχθεί, προς τα πίσω, προκειμένου να αποφύγει τις καύτρες, που πετάχτηκαν από τις λαμαρίνες που έκοβε και έχασε την ισορροπία του, λόγω ελλείψεως της συγκεκριμένης μεταλλικής ράβδου, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί στο ικρίωμα και το σώμα του πέρασε από το κενό που σχηματιζόταν μεταξύ του μεταλλικού χειρολισθήρα και του δαπέδου εργασίας του ικριώματος και έπεσε στον πυθμένα της δεξαμενής του πλοίου. Εξάλλου, ο δεύτερος των κατηγορουμένων, ο οποίος, όπως έχει αναφερθεί, διορίστηκε από τον πρώτο τεχνικός σύμβουλος και ήταν υποχρεωμένος, ως εκ της ιδιότητας του, να δίνει οδηγίες σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για την εκτέλεση των εργασιών, για την κατασκευή και εργασία επί των ικριωμάτων, να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου ή στους εργολάβους ή υπεργολάβους, τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας κατά περίπτωση και φάση του έργου, να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους (άρθρα 9 §§ 1 και 5 ΠΔ 70/1990), παρ' όλα αυτά από αμέλεια του, συνιστάμενη στην έλλειψη της προσοχής, την οποία μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, δεν υπέδειξε στον εργολάβο και συγκατηγορούμενό του είτε την τοποθέτηση μεταλλικής ράβδου στο μέσο του διαστήματος μεταξύ του υπάρχοντος μεταλλικού χειρολισθήρα του ικριώματος και του δαπέδου εργασίας, είτε τη διακοπή των εργασιών σε περίπτωση που δεν γινόταν τέτοια τοποθέτηση, με αποτέλεσμα να μην αποτραπεί η πτώση του Ζ και ο θανάσιμος τραυματισμός του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο σχετικό "Βιβλίο Υποδείξεων" ο δεύτερος κατηγορούμενος αρκείτο να αναγράφει σε καθημερινή βάση τις λέξεις "υπενθύμιση προηγουμένων παρατηρήσεων", χωρίς να επισημαίνει ιδιαίτερα την έλλειψη της μεταλλικής ράβδου, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω. Οι προηγούμενες παρατηρήσεις στις οποίες προφανώς αναφερόταν ο δεύτερος κατηγορούμενος περιλαμβάνονταν σε έντυπο οδηγιών του, συνημμένο στο πιο πάνω βιβλίο, όπου γινόταν εκ μέρους του, γενικά και αόριστα, σύσταση για τοποθέτηση ράβδων ή άλλου είδους προστατευτικών μέσων στα ανοίγματα των χώρων ή στα δάπεδα εργασίας των ικριωμάτων. Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο τούτο ότι η χρήση της ζώνης ασφαλείας ήταν αδύνατη εκ μέρους του θανόντος την ώρα του ατυχήματος, δεδομένου ότι, όπως ειπώθηκε εργαζόταν έχοντας λυγισμένα τα γόνατά του και η ζώνη θα δημιουργούσε προβλήματα στις κινήσεις του στο δάπεδο εργασίας του ικριώματος. Επομένως, ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου, κατά τον οποίο, αν ο παθών φορούσε ζώνη ασφαλείας, θα είχε αποτραπεί με βεβαιότητα η πτώση του και συνακόλουθα ο θανάσιμος τραυματισμός του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε στον μεν αναιρεσείοντα Χ2 ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, αναγνωρίζοντας σ' αυτόν το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, στο δε αναιρεσείοντα Χ1, ποινή φυλάκισης δύο ετών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάστηκε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 15, και 302 § 1 του ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 παρ. 7, 9 και 42 § 5 του ΠΔ 70/1990 ως και του άρθρου 32 και 6 του Ν. 1568 περί υγιεινής και ασφάλειας εργαζομένων τις οποίες ούτε ευθέως ούτε πλαγίως παραβίασε. Ειδικότερα Α)όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ1, διατηρούντος ατομική επιχείρηση, αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης α)η ιδιότητα του ως εργολάβου του έργου εκτέλεσης ελασματουργικών εργασιών στο υπό λιβεριανή σημαία πλοίο Δ/Ξ Η..., η οποία και τον καθιστά υπόχρεον κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του ΠΔ 70/1990 και 32 του Ν. 1568/1985 να εξασφαλίζει την ύπαρξη ασφαλών συνθηκών εργασίας και ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την σωματική του ακεραιότητα με την παραδοχή ότι η εκτέλεση των ως άνω εργασιών του ανετέθηκε από την Εταιρεία Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ με σύμβαση που καταρτίσθηκε στις 8/12/2000. β)την παράλειψη που να μεριμνήσει να τοποθετηθεί στα ικριώματα μεταλλική ράβδος στο μέσον του διαστήματος μεταξύ του υπάρχοντος μεταλλικού χειρολισθήρα και του δαπέδου εργασίας για την προστασία των εργαζομένων από την πτώση. γ)τη μνεία της διάταξης, η οποία επιβάλλει την ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του ως εργολάβου προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος (άρθρ. 42 § 5 του Π.Δ 70/1990), δ)τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράλειψης αυτής του ως άνω αναιρεσείοντα και του επελθόντος αποτελέσματος με την παραδοχή ότι συνεπεία της απουσίας της συγκεκριμένης μεταλλικής ράβδου, δεν μπόρεσε ο θανών να συγκρατηθεί στο ικρίωμα και το σώμα του πέρασε από το κενό που σχηματίζουν μεταξύ του μεταλλικού χειρολισθήρα και του δαπέδου εργασίας και έπεσε στον πυθμένα της δεξαμενής του πλοίου και ότι από την πτώση του αυτή υπέστη βαρείες κακώσεις σπονδυλικής στήλης, θώρακος και κοιλίας, από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του. Συνακόλουθα οι κατ' εκτίμηση περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης του από 21/10/2007 αναιρετηρίου ως και των δύο δικογράφων των προσθέτων λόγων του Χ1, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ οι λοιποί λόγοι όλων των δικογράφων του ιδίου αναιρεσείοντα είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττονται μ' αυτούς η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Β)Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ2, αναφέρονται α)η ιδιότητά του ως τεχνικού συμβούλου με την παραδοχή ότι διορίσθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο τον οποίο δέχεται ότι ήταν εργολάβος του έργου και ως εκ τούτου υποχρεουμένου με την παραπάνω ιδιότητα του να υποδεικνύει εγγράφως και σ' αυτόν (εργολάβο) τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, β)την μνεία της διάταξης, η οποία επιβάλλει την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ως τεχνικού συμβούλου προς ενέργεια τείνουσα στη παρεμπόδιση του αποτελέσματος (άρθρα 9 §§ 1, 5 και 6 ΠΔ 70/1990), γ)την παράλειψη του να υποδεικνύει εγγράφως στον εργολάβο, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου, και ν' αναφέρει οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων ασφαλείας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής τους και να επιβλέπει την εφαρμογή τους με την παραδοχή ότι "δεν υπέδειξε στον εργολάβο είτε την τοποθέτηση μεταλλικής ράβδου στο μέσο του διαστήματος μεταξύ του υπάρχοντος μεταλλικού χειρολισθήρα του ικριώματος και του δαπέδου εργασίας είτε την διακοπή των εργασιών σε περίπτωση που δεν γινόταν τέτοια τοποθέτηση". Αιτιολόγησε δε περαιτέρω πλήρως το Εφετείο την ως άνω παραδοχή του ότι δεν υπέδειξε στον εργολάβο την τοποθέτηση μεταλλικής ράβδου στο μέσο του διαστήματος μεταξύ του υπάρχοντος μεταλλικού χειρολισθήρα του ικριώματος και του δαπέδου εργασίας, δεχόμενο ότι δεν ήταν επαρκής ή αόριστη σύσταση για τοποθέτηση ράβδων ή άλλου είδους προστατευτικών μέσων στα ανοίγματα των χώρων ή στα δάπεδα εργασίας των ικριωμάτων που περιλαμβάνοντο στο έντυπο οδηγιών του που ήταν συνημμένο στο "βιβλίο Υποδείξεων", στο οποίο σε καθημερινή βάση ανέγραφε τις λέξεις "υπενθύμιση προηγουμένων παρατηρήσεων, ενώ από την παραπάνω αιτιολογία της έλλειψης ορισμένης σύστασης του προκύπτει και δικαιολογείται πλήρως η παραδοχή για την παράλειψή του να συστήσει την διακοπή των εργασιών. Αλλά και αν ακόμα ήθελε γίνει δεκτό ότι η παραδοχή ότι η εγγραφή στο Βιβλίο Υποδείξεων, των λέξεων "υπενθύμιση προηγουμένων παρατηρήσεων", έχει την έννοια της έγγραφης ενημέρωσης του ως άνω εργολάβο Χ1 για διαπιστωθείσα απ' αυτόν έλλειψη ράβδων στο άνοιγμα των χώρων, από τη περαιτέρω παραδοχή ότι ο αναιρεσείων "αρκείτο να αναγράφει σε καθημερινή βάση την παραπάνω υπενθύμιση", συνάγεται αβίαστα ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος-αναιρεσείων αν και διορίσθηκε τεχνικός σύμβουλος δεν υπέδειξε, όπως είχε υποχρέωση από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 6 του ΠΔ 70/1990 πριν από την επέλευση του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος, την διακοπή των εργασιών που εκτελούντο στο σημείο του ατυχήματος. Σε κάθε πάντως περίπτωση, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο ως άνω αναιρεσείων Χ2, ανέλαβε δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του εργολάβου Χ1 τον διορισμό του ως τεχνικού συμβούλου, είχε την από την σύμβαση αυτή υποχρέωση όχι μόνο να ενημερώνει τον τελευταίο για τις ελλείψεις οι οποίες καθιστούν επικίνδυνη την ασφάλεια των εργαζομένων, αλλά και να του συστήσει την διακοπή των εργασιών σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του προς τις υποδείξεις του και δ)του αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράλειψης αυτής και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος. Συνακόλουθα ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου του Χ2 για εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως των άρθρων 15, 28 και 302 ΠΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 6, και 9 του ΠΔ 70/1990, είναι απορριπτέος και αβάσιμος, ενώ απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' συναφής λόγος αναίρεσης του Ιδίου αναιρετηρίου, για απόρριψη χωρίς καμία αιτιολογία του ισχυρισμού του ότι "δεν είχε υποχρέωση να υποδείξει ο αναιρεσείων την διακοπή των εργασιών πριν από την τοποθέτηση του τμήματος μήκους 1,5 μ ρελιού που έλειπε διότι δεν διεξάγονταν εργασίες κατά τον χρόνο επισήμανσης απ' αυτόν της έλλειψης αυτής", αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας και το εφετείο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Δεν υπάρχει καμμιά αντίφαση μεταξύ της παραπάνω παραδοχής του σκεπτικού ότι ήταν αδύνατη η χρήση της ζώνης ασφαλείας εκ μέρους του θανόντος και του στο διατακτικό, διαλαμβανομένου, ότι "επιπλέον δε ο πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων Χ1 και Ας επέτρεπαν στους εργαζόμενους του συνεργείου προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της εργασίας τους να μη τηρούν τα υποδειχθέντα από τον κατηγορούμενο Χ2 μέτρα ασφαλείας και να μη χρησιμοποιούν τα ατομικά μέτρα προστασίας (κράνη, ζώνες ασφαλείας)". Και τούτο καθόσον τα ως άνω αναφερόμενα στο διατακτικό με βεβαιότητα συνάγεται ότι δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες αποκλειστικά αποτυπώνονται στο σκεπτικό της, το οποίο, ειρήσθω, δεν παραπέμπει σε κανένα σημείο του στο διατακτικό, αλλά από προφανή παραδρομή δεν απαλείφθηκε το περιεχόμενο από αυτό του κατηγορητηρίου, παρά την παραδεκτή μεταβολή τόσο από το πρωτόδικο όσο και από το κατ' έφεση δικαστήριο της αποδιδομένης σε καθένα από τους κατηγορουμένους αμελή συμπεριφορά όπως αυτό προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι ενώ είχε αθωωθεί πρωτόδικα ο κατηγορούμενος Α φέρεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης να κηρύσσεται ένοχος για την παραπάνω αμελή συμπεριφορά του, όπως ακριβώς η αμέλεια αυτού και του συγκατηγορουμένου του Χ1 εκτίθεται στο κατηγορητήριο.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 § 1 περ. Ε', πρώτος λόγος του από 19-10-2007 αναιρετηρίου κατά το πρώτο σκέλος του και ο τελευταίος λόγος του από 21-10-2007 αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπό την μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφάσεων μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ως αβάσιμος δε είναι απορριπτέος και ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ίδιος λόγος του από 19/10/2007 αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης των άρθρων 15, 28 και 302 ΠΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 64 παρ. 5 του ΠΔ 70/1990 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων σε Ναυπηγεία Εργασίες" με την ειδικότερη αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις παραπάνω διατάξεις το εφετείο δέχθηκε ότι δεν προκλήθηκε θανάσιμος τραυματισμός του θύματος από τη μη χρήση απ' αυτόν της ζώνης ασφαλείας, η οποία αποτελεί ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του, προκύπτουσα από τις παραπάνω διατάξεις του ως άνω Π. Δ/τος, άλλως ότι διακόπηκε από την παράλειψη της χρήσης αυτής ο αιτιώδης σύνδεσμος που υπήρχε μεταξύ της ως άνω παράλειψης του αναιρεσείοντα και του επελθόντος αποτελέσματος. Και τούτο καθόσον σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας το τυχόν πταίσμα του θανόντος ή τρίτου δεν αναιρεί την αμέλεια του δράστη, η οποία κρίνεται αυτοτελώς και η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, αφού αν η μεταλλική ράβδος τοποθετείτο στο μέσο του διαστήματος μεταξύ του υπάρχοντος μεταλλικού χειρολισθήρα και του δαπέδου εργασίας δεν θα επήρχετο η πτώση του θανόντος, έστω και αν ο τελευταίος δεν είχε χρησιμοποιήσει τη ζώνη ασφαλείας. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' συναφής λόγος αναίρεσης, των από 28/3/2008 δικογράφου των προσθέτων λόγων του Χ1 με τον οποίο κατ' εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ίδιων παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με την ειδικότερη αιτίαση, ότι έπρεπε να κηρυχθεί αυτός αθώος της αποδιδομένης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης εκ του λόγου ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης το θανατηφόρο αποτέλεσμα οφείλετο στο ότι ο συγκατηγορούμενός του Χ2 με την ιδιότητα του ως τεχνικού συμβούλου δεν του εισηγήθηκε την διακοπή των εργασιών του συνεργείου του.
ΙΙΙ.- Κατά την παράγραφο 3 εδ. β' του άρθρου 333 του δευτέρου κεφαλαίου του ΚΠΔ που αφορά τα καθήκοντα και δικαιώματα εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, αλλά και κατά την παράγραφο 3 του πέμπτου κεφαλαίου του ιδίου Κώδικα που αφορά το τι ακολουθεί την αποδεικτική διαδικασία ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να αμελούν πάντοτε τελευταίοι. Η παράβαση των παραπάνω διατάξεων επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση της 25-6-2007, αφού επανήλθε στο ακροατήριό του το Εφετείο με την ίδια σύνθεση μετά από διακοπή της δίκης κατά την 18/6/2007, η οποία βρισκόταν στο στάδιο εξέτασης των μαρτύρων υπεράσπισης, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ2, υπέβαλαν προφορικά και κατέθεσαν γραπτά το εξής αίτημά του, "να διαταχθεί συνεκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, με την επόμενη υπόθεση με κατηγορουμένους του ..., να προβεί στο στάδιο αυτό στην εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας της επομένης υπόθεσης, στην ανάγνωση των εγγράφων, ακολούθως στην εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως όλων των κατηγορουμένων και στις δύο υποθέσεις, μετά να απολογηθούν οι κατηγορούμενοι, να προτείνει συνολικώς για όλους τους κατηγορουμένους ο κ. Εισαγγελέας, να αγορεύσουν οι κ. Συνήγοροι πολιτικής αγωγής και υπεράσπισης και τέλος να αποφασίσει το Δικαστήριο και επί των δύο συναφών υποθέσεων".
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος συνεκδίκασης, και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ν' απαντήσει επί του ως άνω αιτήματος, κατά την διάρκεια δε της εκδίκασης της υπόθεσης, μετά την εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης απέρριψε το εν λόγω αίτημα με την αιτιολογία ότι "δεν είναι αναγκαία η συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων, η οποία μάλλον θα προκαλέσει σύγχυση και βλάβη εν όψει του ότι καθένας από τους κατηγορουμένους ευθύνεται για διαφορετικό λόγο, παρά διευκόλυνση της διάγνωσης της ουσίας της διαφοράς". Στη συνέχεια ο Πρόεδρος κάλεσε σε απολογία τον ως άνω κατηγορούμενο. Μετά την απολογία του τελευταίου και αφού δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα και πρότεινε την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του και την ενοχή τούτου και, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων έλαβαν τον λόγο από τον Πρόεδρο ανέπτυξαν την υπεράσπιση τους και ζήτησαν την αθώωσή των πελατών τους. Στη συνέχεια ο Πρόεδρος αφού ρώτησε τον ως άνω κατηγορούμενο Χ2 αν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπισή του και του απήντησε αρνητικά, κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση της υπόθεσης. Συνακόλουθα εφόσον δεν προσβάλλονται ως πλαστά τα πρακτικά της απόφασης είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως στηριζόμενος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' τρίτος λόγος της από 19-10-2007 αναίρεσης του Χ2, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την απολογία του και πριν την έκδοση της απόφασης επί της ενοχής του επιφυλάχθηκε να αποφασίσει μετά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας στην επόμενη υπόθεση και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά την εξέταση των ιδίων εν πολλοίς αποδεικτικών μέσων, στερώντας του με τον τρόπο αυτό το από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 333 § 3 και 369 § 3 ΚΠΔ δικαίωμα του ίδιου και του συνηγόρου του να μιλήσουν τελευταίοι. Ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν απήντησε στον προβληθέντα ισχυρισμό του για καταστρατήγηση του προβλεπόμενου από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 3 και 369 και 3 ΚΠΔ υπερασπιστικού του δικαιώματος να ομιλεί αυτός ή ο συνήγορός του τελευταίος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον το Εφετείο έχοντας απορρίψει το αίτημα του για συνεκδίκαση της υπόθεσης του με την επομένη συναφή υπόθεση του πινακίου δεν είχε λόγο ν' απαντήσει διαλαμβάνοντας ειδική προς τούτο σκέψη επί του ως άνω αιτήματός του ως άνευ αντικειμένου και αυτό ανεξάρτητα του ότι η προδικαστική απόφαση του εφετείου, της 18η Ιουνίου 2007 με την οποία το Εφετείο διέκοψε τη συνεδρίαση για τις 25-6-2007, με σκοπό όπως για οικονομία της δίκης, δικαστεί με την με αριθμό πινακίου 7 υπόθεση, ως προδικαστική, είναι ανακλητή, πράγμα που συμβαίνει και σιωπηρά, όταν το Δικαστήριο προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης με τις υπάρχουσες αποδείξεις. IV.- Σύμφωνα με το άρθ. 234 (πρώην άρθρο 177) της Συνθήκης της Ε.Κ. το Δικαστήριο αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α)επί της ερμηνείας της παρούσας Συνθήκης, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας και της ΕΚΤ, γ)επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργάνων που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου, εφόσον το προβλέπουν τα εν λόγω καταστατικά. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι τότε μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μέλους υποχρεούται να παραπέμψει ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όταν πράγματι ανακύπτει θέμα ερμηνείας των διατάξεων της Συνθήκης, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι οδηγίες προς τα Κράτη Μέλη, και όχι όταν οι διατάξεις αυτές είναι απολύτως σαφείς. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 5 της 89/391/ΕΟΚ, "o εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας. Εάν ο εργοδότης κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 3 προσφεύγει σε εξωτερικές ως προς την επιχείρηση ειδικευμένες υπηρεσίες ή άτομα, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις του σ' αυτόν τον τομέα. Οι υποχρεώσεις των εργαζομένων στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία δεν θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη". Ακολούθως (άρθρο 6) "Στα πλαίσια των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία τής ασφάλειας και της υγείας των εργαζόμενων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων". "Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων της παρούσας οδηγίας, όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο χώρο εργασίας, οι εργοδότες οφείλουν να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την ασφάλεια και την προστασία τής υγείας και της υγιεινής και, λαμβάνοντας υπόψη την φύση των δραστηριοτήτων, να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους για την προστασία ..". Τέλος κατά το (άρθρο 7 "Ο εργοδότης ορίζει έναν ή περισσότερους εργαζόμενους, ασχολούμενους με τις δραστηριότητες προστασίας και πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων της επιχείρησης. Οι εργαζόμενοι πού ορίζονται για τον σκοπό αυτό δεν επιτρέπεται να υφίστανται διακρίσεις ένεκα των δραστηριοτήτων τους στον τομέα της προστασίας και της πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων. Εάν οι διαθέσιμες δυνατότητες μέσα στην επιχείρηση δεν είναι επαρκείς για την οργάνωση των εν λόγω δραστηριοτήτων προστασίας και πρόληψης, ο εργοδότης προσλαμβάνει άτομα ή υπηρεσίες εκτός της επιχειρήσεώς του. Η προστασία και η πρόληψη των κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο εξασφαλίζονται μέσω ενός ή περισσοτέρων εργαζομένων. ή μέσω μιας ή πολλών διαφορετικών υπηρεσιών ανεξαρτήτως του αν ανήκουν ή όχι στην επιχείρηση. Εξάλλου, με το ΠΔ 17/1996 ΠΔ προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία περί ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων προς τις διατάξεις 89/391/ΕΟΚ της 12ης Ιουνίου 1989 "Σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθησε της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία και 91/383/ΕΟΚ της 25ης Ιουνίου 1991 "Για την συμπλήρωση των μέτρων που αποσκοπούν στο να προαγάγουν τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση πρόσκαιρης εργασίας. Στο άρθρο 7 § 4 αυτού ορίζεται ο εργοδότης επίσης οφείλει να θέτει στη διάθεση των εκπροσώπων των εργαζομένων, επαρκή απαλλαγή από την εργασία χωρίς απώλεια αποδοχών, καθώς και τα αναγκαία μέσα προκειμένου να μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις κείμενες διατάξεις και το παρόν διάταγμα. Ο χρόνος απαλλαγής από την εργασία, συνολικά για όλους τους εκπροσώπους των εργαζομένων, δεν μπορεί να είναι μικρότερος από τα ένα τρίτο (1/3) του ελάχιστου χρόνου απασχόλησης τεχνικού ασφάλειας σύμφωνα με το π.δ. 294/88 και το παρόν διάταγμα. Στο χρόνο αυτό δεν προσμετράται ο χρόνος των συνεδριάσεων της παραγράφου Β.2 του άρθρου 2 του ν. 1568/85. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πληρεξούσιος του Χ2, με το από 25/9/2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων υπέβαλαν στο παρόν Δικαστήριο αίτημα αναστολής εκδίκασης της υπόθεσης και αποστολής στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα με το παρακάτω περιεχόμενο προδικαστικά ερωτήματα. "Οι εργαζόμενοι που ορίζονται για τον σκοπό αυτό δεν επιτρέπεται να υφίστανται διακρίσεις ένεκα των δραστηριοτήτων τους στον τομέα της προστασίας και της πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων". Τίθενται τα ακόλουθα ερωτήματα:, (α) νοείται ευθύνη του τεχνικού ασφάλειας ένεκα των δραστηριοτήτων του στον τομέα της προστασίας και της πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων ή μήπως αυτή απαγορεύεται ως θέτουσα αυτόν σε μειονεκτική θέση, (β) αυτό που ισχύει για τον τεχνικό ασφάλειας - εργαζόμενο στην επιχείρηση ισχύει και για τον τεχνικό ασφαλείας που δεν είναι εργαζόμενος στην επιχείρηση αλλά "εξωτερικός". Τα αιτήματα αυτά είναι απορριπτέα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη αφού από τις παραπάνω διατάξεις της οδηγίας οι διακρίσεις αφορούν την μεταχείριση των εργαζομένων από απόψεως αποδοχών και ωραρίου εργασίας και όχι τον αποκλεισμό τους από τυχόν ποινικές ευθύνες τους. Τέλος το Εφετείο, το οποίο επίσης απέρριψε το ίδιο αίτημα που υπέβαλαν οι πληρεξούσιοι τον αναιρεσείοντα Χ2 με την επαρκή αιτιολογία ότι δεν υφίσταται θέμα ερμηνείας της παραπάνω οδηγίας, δεν υπέπεσε στην κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί υποβληθέντος αιτήματος και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος του αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων του ως άνω αναιρεσείοντος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης και οι από 25/9/2008, και 24/2/2008 και 28/3/2008 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ1 χήρα Ζ και ο καθένας απ' αυτούς στα δικαστικά έξοδα (άρθρου 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα που υποβλήθηκε με το από 25/9/2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων για αναστολή της εκδίκασης της υπόθεσης και αποστολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Απορρίπτει Α)την από 19/10/2007 αίτηση και τους από 25/9/2008 προσθέτους λόγους του Χ2, κατοίκου ... και Β)την από 21-10-2007 αίτηση και τους από 24/2/2008 και από 28/3/2008 πρόσθετους λόγους του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της 5583/2007 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη της στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα της δίκης, ανερχόμενα για καθένα από αυτούς, στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΠΔ 70/1990 - "Υγιεινή και ασφάλεια εργαζομένων στα ναυπηγεία". Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απορρίπτονται λόγοι αναίρεσης ως αβάσιμοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ως άνω ΠΔ και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του εργολάβου και τεχνικού συμβούλου προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος. Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αφού από προφανή παραδρομή δεν απαλείφθηκε το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου από το διατακτικό, και απορριπτέος ο λόγος αναίρεσης για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τυχόν πλημμέλεια του παθόντα δεν αναιρεί την αμέλεια του δράστη. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε το δικαίωμα του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του να μιλήσουν τελευταίοι. Άρθρο 234 (πρώην άρθρο 177) Συνθήκης ΕΚ. Τότε μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μέλους υποχρεούται να παραπέμψει στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ερώτημα που υποβλήθηκε όταν πράγματι ανακύπτει θέμα ερμηνείας των διατάξεων της Συνθήκης στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι οδηγίες προς τα Κράτη - Μέλη και όχι όταν οι διατάξεις αυτές είναι απολύτως σαφείς. Απορρίπτεται αίτημα για παραπομπή διότι οι σχετικές διατάξεις της 89/391/ΕΟΚ της 12ης Ιουνίου 1989 είναι απολύτως σαφείς, αφού αφορούν την απαγόρευση διακρίσεων στην μεταχείριση των εργαζομένων από απόψεως αποδοχών και ωραρίου εργασίας, και όχι αποκλεισμό από τυχόν ποινικές ευθύνες τους. Απορρίπτεται ως αβάσιμος και ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας του υποβληθέντος στο Εφετείο σχετικού αιτήματος.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 535/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο, για αναίρεση της 2586/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1276/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 79 παράγραφοι 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ` αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.
Συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής αρκεί να διαλαμβάνεται, για την κατά την κατωτέρω έννοια πληρότητα της αιτιολογίας, ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), παραδοχή η οποία σημαίνει ότι γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Συνακόλουθα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ` αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. Εξυπακούεται ότι η τυχόν πλεοναστική αναφορά ''εν γνώσει'', αντί της απαιτουμένης, όπως λέχθηκε, ''από πρόθεση'', υπερκαλύπτει, από απόψεως πλήρους αιτιολόγησης, την στοιχειοθέτηση υποκειμενικώς της πράξεως. Στην παράγραφο 5 της διατάξεως, όπως είχε είχε προστεθεί με την παρ.1 εδάφ. α` άρθρ.4 Ν.2408/1996, και τροποποιηθεί με το άρθρο 22 Ν.2721/1999, και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ.3 Ν.3472/2006, ορίζεται ότι: '' 5. Η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.)." Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας της εκδόσεως αυτής είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 29 εδαφ. α' και δ' του ίδιου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία εκδόσεως, αναγραφόμενη ημέρα. Εξάλλου, έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του δόλου, η ύπαρξή του ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του. Ειδική αιτιολογία του δόλου απαιτείται αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τέτοια, όμως, πρόσθετα στοιχεία, μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, δεν αξιώνονται επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κειο Χαλκίδας, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής: '' Ο κατηγορούμενος στις 30-6-2002, στα ...., εξέδωσε, εν γνώσει του, επιταγή, που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στον χρόνο εκδόσεως και πληρωμής και ειδικότερα την ... επιταγή ποσού 6.100 € σε διαταγή του, πληρωτέας από την Τράπεζα Εγνατία, η οποία εσύρετο στον τραπεζικό λογαριασμό ..., της οποίας ο μηνυτής ήταν νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση και η οποία, όταν εμφανίσθηκε από αυτόν προς πληρωμή στις 4-7-2002 στην ανωτέρω πληρώτρια τράπεζα,δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, κατά τους χρόνους έκδοσης και πληρωμής...'' . Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "... την 30-6-2002 στα ..., εν γνώσει εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε επί πληρωτή στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής και συγκεκριμένα εξέδωσε την ...τραπεζική επιταγή, ποσού 6.100 €, επ ονόματί του και της οποίας έγινε κομιστής δι οπισθογραφήσεως ο μηνυτής .... Η επιταγή αυτή είναι πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα (κατ/μα ...) και όταν την εμφάνισε ο άνω μηνυτής για πληρωμή εμπρόθεσμα και δη την 4-7-2002 στην άνω πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε από έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στην εν λόγω Τράπεζα, τόσο κατά τον χρόνο της εκδόσεως όσο και κατά τον χρόνο της πληρωμής της...". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 του Π.Κ, και 79 παρ.1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972, που εφάρμοσε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής, διότι, δεν εκτίθεται σ' αυτή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, κατά το χρόνο έκδοσης ή πληρωμής των επίμαχων επιταγών, είναι αβάσιμη, αφού, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη της παρούσας, η αναφορά "εν γνώσει", δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αιτιολογίας και ειδικότερα για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, ανεξάρτητα το ότι εν προκειμένω το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αιτιολογία πλεοναστικώς το στοιχείο τούτο αντί του ''εκ προθέσεως''. Ούτε περαιτέρω, για την αιτιολόγηση του υποκειμενικού στοιχείου της πράξεως, χρειαζόταν να διαλαμβάνει περισσότερα πραγματικά περιστατικά, πέραν εκείνου που αναφέρει της εμφάνισης, εμπροθέσμως, δηλαδή εντός 8 ημερών από την ημερομηνία εκδόσεως, της επιταγής προς πληρωμή και της μη πληρωμής της ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, εξού συνάγεται η μη ύπαρξη στον οικείο λογαριασμό του αντίστοιχου ποσού προς πληρωμή της επιταγής κατά το ως άνω χρονικό σημείο της εμφάνισης, πράγμα για το οποίο έπρεπε να φροντίσει ο αναιρεσείων και η, κατά την ανωτέρω έννοια, ύπαρξη του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος περί της ανυπαρξίας του ποσού, στοιχεία τα οποία και αρκούν για την πλήρη (υποκειμενικά και αντικειμενικά) στοιχειοθέτηση της πράξεως, ως εκ περισσού δε περιλαμβάνεται στις παραδοχές της αποφάσεως η μη ύπαρξη του ποσού αυτού κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής. Επίσης δεν χρειαζόταν να διαλάβει η απόφαση ειδική αιτιολογία περί του ότι νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση της επιταγής, που είχε εκδοθεί σε διαταγή του κατηγορουμένου και νομιμοποιούμενος σε υποβολή τη εγκλήσεως, ήταν ο υποβαλών αυτήν και κατονομαζόμενος, αφού ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε τούτο, δηλαδή την μη υποβολή της εγκλήσεως από τον προς τούτο νομιμοποιούμενο, οπότε το Δικαστήριο, αφού το έγκλημα διώκεται, όπως λέχθηκε ανωτέρω, κατ έγκληση, θα έπρεπε να απαντήσει αιτιολογημένα στον ισχυρισμό αυτό. Κατ ακολουθία τούτων αβάσιμα πλήττει ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τους πρώτους και δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' λόγους αναιρέσεως. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την 2/4-9-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμ. 2586/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 12 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Έννοια. Στοιχεία. Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η καταδικαστική απόφαση για το ανωτέρω έγκλημα, προκειμένου να αιτιολογηθεί η στοιχειοθέτηση, υποκειμενικώς και αντικειμενικώς, της πράξης της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Δεν απαιτείται πλέον άμεσος δόλος για να χρειάζεται ειδική αιτιολόγηση (ΑΠ 2216/2009, ΑΠ 1162/2009, ΑΠ 1/2009). Καταδικαστική για έκδοση ακάλυπτης επιταγής απόφαση. Αβάσιμοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο και την ιδιότητα του εγκαλούντος ως νόμιμου κομιστού. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή, Δόλος.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 534/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπου-λο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2270/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας. Με κατηγορούμενους τους: 1. ..., 2. ...., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τζοβάρα και 3. Χ1, που δεν παραστάθηκε.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Τηλικίδη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 35/2.7.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1014/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 §1 εδ. γ' ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 156-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 515 §2 εδ.α' του ίδιου Κώδικα εάν εμφανισθεί ο αναιρεσείων η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 10 Νοεμβρίου 2009 αποδεικτικού επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ... ο κατηγορούμενος Χ1, κλητεύθηκε από τον αναιρεσείοντα Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και τη εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίσθηκαν ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και οι λοιποί διάδικοι (βλ. πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού για τη συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αυτό θα προχωρήσει στη διαδικασία σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και θα εξετάσει περαιτέρω την υπόθεση.
Κατά το άρθρο 505§2 ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479§2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο από το άρθρο 473§3 ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Α.Π. δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως αθωωτικής ή καταδικαστικής για όλους τους λόγους του άρθρου 510§1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6§2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Επομένως δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας. Περαιτέρω, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν δεν γίνεται αναφορά όλων των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην αθωωτική ή καταδικαστική κρίση του. Δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα, στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτό. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 2270/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων (έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τις καταθέσεις στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν και την απολογία των κατηγορουμένων), για να καταλήξει στην αθωωτική κρίση του για όλους τους κατηγορουμένους για τις αποδιδόμενες στον καθένα αυτών αξιόποινες πράξεις (ψευδορκία μάρτυρα, απάτη επί δικαστηρίου, ηθική αυτουργία στη ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή, άμεση συνέργεια στην απάτη επί δικαστηρίου, συκοφαντική δυσφήμιση και ηθική αυτουργία στη συκοφαντική δυσφήμιση) ότι "τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής και τα οποία συγκροτούν το πραγματικό των ποινικών αδικημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα, της συκοφαντικής δυσφήμισης και της απάτης στο Δικαστήριο, δεν ήταν ψευδή, αλλά αληθινά ελέχθησαν όλα... δε για την προστασία δικαιώματός της γ' κατηγορουμένης ως συγκληρονόμου του αποβιώσαντος θείου της και χωρίς σκοπό εξύβρισης της εγκαλούσας, αδελφής της γ' κατηγορουμένης. Επομένως, οι κατηγορούμενοι που κατηγορούνται σύμφωνα με τις διακρίσεις που αναφέρονται στο διατακτικό, ως αυτουργοί, ηθικοί αυτουργοί και άμεσοι συνεργοί των πράξεων αυτών, πρέπει να κηρυχθούν αθώοι". (πρέπει να επισημανθεί ότι η προκειμένη ποινική δίκη προήλθε από οικογενειακή-κληρονομική-αστική διαφορά μεταξύ στενών συγγενών).
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στήριξε την κρίση του, για τη μη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία κήρυξε αθώους όλους τους κατηγορουμένους, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν χωρίς να υπάρχει κατά νόμο ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε χωριστά από το καθένα αποδεικτικό μέσο και από τις οποίες πείσθηκε ότι είναι αθώοι καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες δέχθηκε ότι τα παραπάνω περιστατικά δεν υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 26 §1α, 27, 46 §§ 1 και 2, 224, 363 και 386 ΠΚ, αλλά στις διατάξεις του άρθρου 367 §§ 1 και 2 ΠΚ που ορθά εφάρμοσε (όσο αφορά για το αποδιδόμενο στους κατηγορουμένους έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης). Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μοναδικός και παραδεκτός λόγος αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να απορριφθεί η αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιουλίου 2009 αίτηση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2270/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας της. Πότε αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Παραδεκτό της αίτησης αυτής και απόρριψή της ως αβάσιμης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 532/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 215/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) .... και 2) ....
Το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1309/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 367/4.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2 β, 476 παρ. 1 ΚΠΔ την ( ασκηθείσα ενώπιον του Γραμμ. Εφ. Λάρισας) υπ'αρ 9/7-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά του υπ' αρ. 215/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ) Με το υπ'αρ 104/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Λάρισας ο αναιρεσείων παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων όπως δικασθεί για απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία η προξενηθείσα συνολική ζημία υπερέβη τα 15000 € (αρ 1, 1362, 14, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1 + 3 α ΠΚ). Κατά του ανωτέρου βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ'αρ 4/2009 έφεση η οποία, με το υπ'αρ 215/2009 βούλευμα του Συμβ. Εφετών Λάρισας, εκηρύχθη ως απαράδεκτη (λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως). Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ο κατηγορούμενος προσβάλλει το αμέσως ανωτέρω εφετειακό βούλευμα.
ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ (όπως αντικ. με άρθρο 41 παρ. 1 Ν 3160/2003) ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν : α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ (όπως αυτή αντικ. με αρ 38 Ν 3160/33) δεν συγχωρείται πλέον άσκηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος που απορρίπτει ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (Α.Π. 209/2005 Π. Χρ. ΝΕ/927, Α.Π. 64107 Π. Χρ. 2008/147, Α.Π. 1247/2006 Π.Δ/σύνη 2007/116).
IV) Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, στην υπό κρίση περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του (215/2009) εκήρυξε απαράδεκτη (λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως) την έφεση του κατηγορουμένου κατά του υπ' αρ 104/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Λάρισας, όμως κατά τ'ανωτέρω (παραγρ. ΙΙΙ) δεν δικαιούται όπως ασκήσει αναίρεση κατά του εν λόγω εφετειακού βουλεύματος αφού αυτό δεν υπόκειται σύμφωνα με τη διάταξη του αρ 476 παρ. 2 - 482 παρ. 1 ΚΠΔ σε αναίρεση. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη (αρ 474 παρ. 1 ΚΠΔ) γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν (αρ 583 παρ. 1 ΚΠΔ) τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του κατηγορουμένου.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αρ 9/7-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του ΣΧ1 κατά του υπ' αρ 215/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του κατηγορουμένου.
Αθήνα 13-10-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ, το ένδικο μέσον μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, το ένδικο μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσον ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνον αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίησή του απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος" προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσον ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης προκύπτουν τα εξής: Η από 7.9.2009 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Χ1 στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 215/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, την υπ' αριθ. 4/2009 έφεση του ως άνω αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθ. 104/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς την εμφάνιση του αναιρεσείοντος, ο οποίος όμως εμφανίστηκε κατά τη δικάσιμο της 26.1.2010 και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησής του όταν και αναβλήθηκε, κατά παραδοχή του αιτήματός του, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (βλ. την υπ' αριθ. 165/2010 απόφαση του Συμβουλίου τούτου). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθ. 215/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν υπόκειται σε αναίρεση το βούλευμα Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, την έφεση κατά του πρωτοβάθμιου βουλεύματος (άρθρο 476 §2 ΚΠΔ). Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 530/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, κατοίκου ..., περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 3 Φεβρουαρίου 2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 237/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 80/22.02.2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 132 Κ.Π.Δ., την από 3-2-2010 αίτηση του Χ1 με την οποία αυτός ζητάει να καθορισθεί από τον Άρειο Πάγο το αρμόδιο δικαστήριο που θα εκδικάσει την κατηγορία σε βάρος του για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση επειδή για τις πράξεις αυτές έχει παραπεμφθεί τόσο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών με το 542/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών όσο και στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών με το 55/2010 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών , και εκθέτω τα ακόλουθα.
ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 132 παρ. 1 ΚΠΔ κανονισμός αρμοδιότητας, τον οποίο μπορεί να ζητήσει, κατά την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου του ΚΠΔ, μεταξύ άλλων και ο κατηγορούμενος, γίνεται αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξ ίσον αρμοδίων, που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων, αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα, είτε για συναφή εγκλήματα ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίσθηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξ ίσου αρμοδίων δικαστηρίων. Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι ο κανονισμός αρμοδιότητας στην περίπτωση αυτή προϋποθέτει, είτε αμφισβήτηση της αρμοδιότητας μεταξύ πολλών δικαστηρίων για το ίδιο ή συναφή εγκλήματα, είτε παραπομπή του κατηγορουμένου σε περισσότερα δικαστήρια για το ίδιο έγκλημα (ΑΠ 228/2007, ΑΠ 634/2003, ΑΠ 431/2002 ). Τέλος σύμφωνα με το α. 134 του ΚΠΔ αν η αίτηση του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα για τον προσδιορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου, είναι εντελώς αβάσιμη και απορριφθεί, επιβάλλεται αμετάκλητα και με την ίδια απόφαση πρόστιμο από πέντε (5) ευρώ και ενενήντα (90) λεπτά, μέχρι πενήντα εννέα (59) ευρώ (ΑΠ 810/2005 ΠΧ ! 2006. 29).
ΙΙΙ. Ο αιτών κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το 542/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για να δικαστεί για τα πλημμελήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως τα οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Πάτρα στις 16-5-2005. Με το ίδιο βούλευμα παραπέμφθηκαν στο ίδιο δικαστήριο: α) ο Σ1 για να δικαστεί για τα πλημμελήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως που φέρεται ότι τέλεσε στην Πάτρα στις 16-2-2005 και β) ο Τ1 για να δικαστεί για εξακουλουθητική υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος και για ηθική αυτουργία στις παραπάνω δύο ψευδορκίες μάρτυρα και στις δύο συκοφαντικές δυσφημήσεις. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών με το 55/2010 βούλευμά του ανακάλεσε το πρώτο βούλευμα (542/2009 ) εν μέρει και ειδικότερα για το κεφάλαιο της παραπομπής τόσο του αιτούντα Χ1 όσο και του Σ1 και παρέπεμψε αυτούς στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών. Ο χωρισμός αυτός έγινε για να μην παραγραφούν τα εγκλήματα για τα οποία είχαν παραπεμφθεί και επειδή ο κατηγορούμενος Τ1 άσκησε έφεση η οποία ακόμα εκκρεμεί. Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν υπάρχουν δύο βουλεύματα του ίδιου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που παραπέμπουν τον αιτούντα σε διαφορετικά δικαστήρια για την ίδια πράξη αλλά υπάρχει μόνο ένα βούλευμα και συγκεκριμένα το 55/2010 που παραπέμπει αυτόν στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών. Επειδή μετά από αυτά η παραπάνω αίτηση είναι αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών σε πρόστιμο πενήντα πέντε (55) ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 3-2-2010 αίτηση του Χ1 με την οποία αυτός ζητάει να καθορισθεί από τον Άρειο Πάγο το αρμόδιο δικαστήριο που εκδικάσει την κατηγορία σε βάρος του για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση επειδή για τις πράξεις αυτές έχει παραπεμφθεί τόσο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών με το 542/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών όσο και στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών με το 55/2010 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και Β) Να καταδικασθεί ο αιτών σε πρόστιμο πενήντα πέντε (55) ευρώ.
Αθήνα 19 Φεβρουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος. Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 1 ΚΠοινΔ περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, τον οποίο μπορεί να ζητήσει και ο κατηγορούμενος κατά την παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου, υπάρχει "αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων, που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο, ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων, αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σύγκρουση και χωρεί κανονισμός της αρμοδιότητας και όταν έχουν εκδοθεί βουλεύματα, του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων, με τα οποία αποφασίστηκε η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων για ένα και το αυτό έγκλημα. Εξάλλου τα συναφή εγκλήματα μπορούν να δικαστούν χωριστά, αφού η ένωση και συνεκδίκασή τους δεν είναι υποχρεωτική, αλλά δυνητική και με την προϋπόθεση ότι δεν προκαλείται εξ αυτής βλάβη ως προς τη διάγνωση της υποθέσεως (άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Τέλος, κατά το άρθρο 134 του ίδιου Κώδικα, αν η αίτηση του κατηγορούμενου ή του πολιτικώς ενάγοντος, για τον προσδιορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου, ήταν εντελώς αβάσιμη και απορριφθεί, επιβάλλεται αμετάκλητα και με την ίδια απόφαση πρόστιμο από πέντε Ευρώ και ενενήντα λεπτά (5,90) μέχρι πενήντα εννέα (59) Ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών κατηγορούμενος Χ1 με την από 3-2-2010 αίτησή του, εκθέτει ότι με το 542/2009 αμετάκλητο ως προς αυτόν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών παραπέμπεται να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών, λόγω συναφείας των πλημμεληματικών πράξεων που του αποδίδονται (συκοφαντική δυσφήμιση και ψευδορκία μάρτυρος) με εκείνες της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και ηθικής αυτουργίας στις ως άνω πλημμεληματικές πράξεις που αποδίδονται σ αυτόν, αλλά και στον συγκατηγορούμενό του Σ1, τις οποίες φέρεται ότι τέλεσε ο πατέρας του Τ1 , ο οποίος επίσης παραπέμπεται με το ίδιο βούλευμα. Ότι με το 55/2010 αμετάκλητο επίσης βούλευμα του αυτού Συμβουλίου παραπέμπεται για να δικασθεί για τις αυτές ως άνω πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης και ψευδορκίας μάρτυρος στο Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών. Ζητεί δε να ορισθεί από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, το αρμόδιο από τα δύο ανωτέρω δικαστήριο, για την εκδίκαση των κατηγοριών που διαλαμβάνονται στα ανωτέρω δυο βουλεύματα. Από την αντιπαραβολή των εν λόγω βουλευμάτων προκύπτουν τα εξής: Με το πρώτο (542/2009) το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών παρέπεμψε τον αιτούντα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για να δικασθεί ως υπαίτιος: α) της συκοφαντικής δυσφημίσεως και β) της ψευδορκίας μάρτυρος, πράξεις οι οποίες φέρονται τελεσθείσες σε βάρος του Θ1, στην ...στις 16-2-2005. Με το ίδιο βούλευμα παραπέμφθηκαν στο αυτό ως άνω Δικαστήριο και οι: α) Σ1 για να δικασθεί ως υπαίτιος των αυτών ως άνω πλημ/των της συκοφαντικής δυσφημίσεως και ψευδορκίας μάρτυρος, που φέρονται τελεσθείσες σε βάρος του αυτού ως άνω προσώπου στον αυτό τόπο και χρόνο και β) Τ1 (πατέρας του αιτούντος) για να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων της κατ εξακολούθηση υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος και της ηθικής αυτουργίας στις ως άνω πλημμεληματικές πράξεις των συγκατηγορουμένων του. Όπως προκύπτει από το βούλευμα αυτό ο αιτών και ο συγκατηγορούμενος του Σ1 παραπέμπονται στο ως άνω, ως ανώτερου βαθμού, δικαστήριο, λόγω συναφείας των πράξεων που τους αποδόθηκαν με εκείνες του συγκατηγορουμένου τους. Με το δεύτερο (55/1-2-2010) βούλευμα το αυτό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, λόγω της επικειμένης, ως εκ του χρόνου τελέσεως τους, παραγραφής των πλημμεληματικών πράξεων των δύο κατηγορουμένων, αφού ο συγκατηγορούμενος για κακούργημα είχε ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος, επί της οποίας δεν είχε εκδοθεί βούλευμα του συμβουλίου εφετών, κατά του οποίου και μπορούσε, αν ήταν παραπεμπτικό, να ασκήσει αναίρεση, διέταξε τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς τον αιτούντα και τον συγκατηγορούμενο του για τις αυτές ως άνω πλημμεληματικές πράξεις και, ενόψει του ότι έπαυσε να υφίσταται ο σύνδεσμος της συναφείας, τους παρέπεμψε στο Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι αυτών, όπως περιγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό του πρώτου βουλεύματος, εξειδικεύονται δε και στο δεύτερο βούλευμα. Ενόψει αυτών δεν προκύπτει παραπομπή του αιτούντος κατηγορουμένου με δύο βουλεύματα στα διαφορετικά ως άνω δικαστήρια για τις αυτές πράξεις, αλλά για παραπομπή του με το δεύτερο μόνον βούλευμα σε ένα δικαστήριο και δη εκείνο του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, για να δικασθεί, όπως και ο συγκατηγορούμενός του Σ1, για τις ως άνω πράξεις, ως προς τις οποίες διατάχθηκε ο χωρισμός της υποθέσεως με το δεύτερο βούλευμα.
Συνεπώς δεν συντρέχει, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας και η διώκουσα αυτόν αίτηση είναι αβάσιμη κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί στον αιτούντα το κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 ΚΠοινΔ πρόστιμο των πενήντα εννέα (59) €, καθόσον συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, αφού, ο αναιρεσείων, αν και γνώριζε την δικονομική εξέλιξη της υποθέσεως και ποια ήταν η φύση και το περιεχόμενο του δεύτερου βουλεύματος και ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, υπέβαλε την μη νόμιμη αίτηση, στην οποία, προκειμένου να της προσδώσει νομιμότητα, ουδέν ανέφερε, αλλ αντιθέτως παρουσίασε τα δύο βουλεύματα ως εντελώς ανεξάρτητα και μη συνδεόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-2-2010 αίτηση του Χ1, με την οποία, επικαλούμενος την παραπομπή του με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό δύο βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κων Πατρών (542/2009 και 55/2010), τον μεν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών, το δε στο Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών, για να δικασθεί ως υπαίτιος των αυτών πράξεων συκοφαντικής δυσφημίσεως και ψευδορκίας μάρτυρος, που φέρεται ότι τέλεσε στην Πάτρα στις 16-2-2005, σε βάρος του Θ1 ζητά να καθορισθεί το αρμόδιο Δικαστήριο προς εκδίκαση των σε βάρος του ως άνω πράξεων. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα σε πρόστιμο πενήντα εννέα (59) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Κανονισμός αρμοδιότητας. Αίτηση κατηγορουμένου που παραπέμφθηκε με δύο διαφορετικά βουλεύματα για τις αυτές πράξεις στο ακροατήριο δύο διαφορετικών δικαστηρίων. Προϋποθέσεις (ΑΠ 228/2007). Το αρχικό βούλευμα με το οποίο παραπέμφθηκε και ο κατηγορούμενος, λόγω συνάφειας, ανακλήθηκε σιωπηρώς ως προς τον αιτούντα που κατηγορείται μόνον για πλημμελήματα, ως προς τον οποίο και έναν ακόμη κατηγορούμενο, διατάχθηκε ο χωρισμός της υποθέσεως και παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του αρμόδιου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Απορρίπτει. Καταδικάζει τον αιτούντα σε πρόστιμο 59 € (ΑΠ 810/2005) -.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 529/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούλη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2704/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "Group 4 Securicor Ελλάς", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δήλωσε ότι με τη με αριθμό 1/2010 έκθεση παραιτήσεώς του παραιτείται από την από 2 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1534/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 26/19.01.2010 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά τα άρθρα 485 παρ. 1, 513 παρ. 1 εδαφ. α Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 4/2-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 2704/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και εκθέτω τα κάτωθι: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2,704/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον Χ, κάτοικο ..., για να δικαστεί για εκβίαση κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα, και απάτη κατ' εξακολούθηση , από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα , με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ(άρθρα 1, 13εδάφ. Στ, 27παρ. 1 , 94παρ. 1 , 98 , 385 παρ. 1 στοιχ. β εδαφ, β και 386 παρ. 1 και 3α Π.Κ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν 2721/ 1999).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού το οποίο επιδόθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο την 21-9-2009 ( βλ. το επισυναπτόμενο με ημερομηνία σχετικό 21-9-2009 αποδεικτικό επιδόσεως), άσκησε αναίρεση την 2-11-2009 ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο δικηγόρος Κέρκυρας Σπυρίδων Σούλης, ενεργώντας για λογαριασμό του κατηγορουμένου, δυνάμει της από ... εξουσιοδότησης που είναι συντεταγμένη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 εδάφια β και γ και 96 παρ. 2 του Κ.Π.Δ (άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Περί της δηλώσεως αυτής συντάχθηκε η σχετική με αριθμό 4/2-11-2009 έκθεση αναιρέσεως στην οποία εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε αυτή ( βλ. σχετ. έκθεση). Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ , όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων περί των οποίων δεν πρόκειται, εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο .Εξάλλου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά , η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του , οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων. Για τον εισαγγελέα η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων αρχίζει από την πραγματική κοινοποίησή τους (άρθρο 165§2). Αν δεν έχει γίνει πραγματική κοινοποίηση , η προθεσμία είναι ενός μήνα από την έκδοση του βουλεύματος . Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος αρχίζει από την λήξη της προθεσμίας έφεσης". Από την διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που υπόκειται σε έφεση, είναι δεκαήμερη και αρχίζει μετά την εκπνοή της δεκαήμερης επίσης προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης, που αρχίζει από την ημερομηνία επίδοσης του βουλεύματος, εφόσον βεβαίως ο κατηγορούμενος διαμένει στην ημεδαπή (Α.Π 924/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ 282). Εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται , όταν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος , που εμποδίζουν τον δικαιούμενο στην εμπρόθεσμη άσκησή του . Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται στην συντασσόμενη κατά το άρθρο 474 σχετική έκθεση , με ταυτόχρονη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τους λόγους αυτούς (ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ.2704/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον Χ , κάτοικο ..., για να δικαστεί για εκβίαση κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα, και απάτη κατ' εξακολούθηση , από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα , με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ(άρθρα 1, 13εδάφ. Στ, 27παρ. 1 , 94παρ. 1 , 98 , 385 παρ. 1 στοιχ. β εδαφ, β και 386 παρ. 1 και 3α Π.Κ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν 2721/ 1999). Κατά του βουλεύματος αυτού το οποίο επιδόθηκε νομίμως στον ίδιο τον κατηγορούμενο την 21-9-2009( βλ. το σχετικό αποδεικτικό), δεν άσκησε αυτός έφεση,όπως εδικαιούτο, αλλά την από 2-11-2009 αναίρεσή του ενώπιον του γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η σχετική με αριθμό 4/2009 έκθεση, στην οποία δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που τον εμπόδισαν να ασκήσει αυτήν εμπροθέσμως. Η ασκηθείσα κατά τα ανωτέρω αναίρεση είναι εκπρόθεσμη, γιατί έπρεπε να ασκηθεί εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την επίδοση του βουλεύματος , δηλαδή μέχρι την 22-10-2009, ημέρα Πέμπτη. Ασκηθείσα συνεπώς αυτή την 2-11-2009 , χωρίς να εκτίθενται στην σχετική έκθεση λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ,να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα .
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η υπ' αριθμ. 4/2-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 2704/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και
β) Να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα ...Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476. παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ με την από 2-3-2010 δήλωσή του, που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, πριν αρχίσει η συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, δια του πληρεξουσίου του Σπυρίδωνα Κ.Σούλη, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή δυνάμει του από 26-1-2010 ειδικού πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου παραιτήθηκε από την από 2-11-2009 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου ή Εφετείου Αθηνών, για αναίρεση του υπ' αριθ. 2704/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 2-11-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθ. 2704/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από ένδικο μέσο (αναίρεσης κατά βουλεύματος) με δήλωση δικηγόρου στο ακροατήριο. Απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 1
|
Αριθμός 526/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, και, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 49047/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1528/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΑΠ Ολ 6/94 και 4/95). Σε περίπτωση δε, που, με το ένδικο μέσο, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η, από την αιτία αυτή, αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, που ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, ορισμένως, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.. κατά την ανάκριση, αλλά και κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί, με την κατωτέρω διάκριση και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα να μη στερείται η απόφαση αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στο διατακτικό αυτής, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχονται πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα όσα είναι αναγκαία για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. II. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. ... έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, μετατραπείσα προς 1.500 δραχμές ημερησίως και χρηματική ποινή 450.000 δραχμών, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ. Από την σχετική υπ' αριθμ. ... έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα φερόμενη στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρόβαλε με αυτήν ότι διέμενε μονίμως στην Άρτα στην ανωτέρω διεύθυνση και συνεπώς δεν τύγχανε αγνώστου διαμονής και δεν έλαβε γνώση της ακύρως, εκ του λόγου αυτού, επιδοθείσης, κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, ερήμην της εκδοθείσης πρωτόδικης αποφάσεως, με αποτέλεσμα να μη αρχίσει η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως και η έφεσή της να τυγχάνει εμπρόθεσμη. Πρόβαλε συνεπώς ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής. Η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, διότι έκρινε ότι η εκκαλουμένη νομίμως επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής. Ειδικότερα, για να καταλήξει το Δικαστήριο στην κρίση αυτή, αμέσως μετά το πέρας της νομικής σκέψης, αναφέρει στην απόφασή του την εξής αιτιολογία: "...το εντός [.....] τμήμα του σκεπτικού από το τέλος της σελ. 3 α έως και το τέλος της σελ. 3 β...". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτουμένη στην συγκεκριμένη περίπτωση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να περιέχει, κατά τα ανωτέρω η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που παραδεκτά επισκοπούνται, από τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν στην αποδεικτική διαδικασία, δεν αναφέρεται ο μάρτυρας, που γνωστοποίησε η εκκαλούσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί γνωστής διαμονής της στην ανωτέρω διεύθυνση και ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο και έτσι δεν καθίσταται βέβαιο ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε μετά των εγγράφων που αναφέρει, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος συντρόφου της αναιρεσείουσας και πατρός του τέκνου τους, αφού δεν κάνει μνεία στο σκεπτικό της καταθέσεως αυτής, ούτε την αξιολογεί για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση. Περαιτέρω η προσβαλλομένη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν αναφέρει, όπως υποχρεούταν, κατά τα ανωτέρω, την ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως, αλλά περιορίσθηκε να παραθέσει το αποδεικτικό και τον χρόνο επιδόσεως στην εκκαλούσα της πρωτόδικης αποφάσεως, όπως και το χρόνο εκδόσεως αυτής. Κατ ακολουθία τούτων, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τυγχάνει βάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 370 εδ. β' και 511 γ' ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ (ΑΠΟλ 7/2005). Όταν όμως, όπως στην προκείμενη περίπτωση, η απόφαση που αναιρείται απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, τότε ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, παρότι παρήλθε 8ετία από την τέλεση της πράξεως, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο, προκειμένου, αν κρίνει την έφεση, ως εμπρόθεσμη και παραδεκτώς ασκηθείσα, οπότε η πρωτόδικη απόφαση δεν κατέστη αμετάκλητη και μπορεί να συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον συμπληρώθηκε ο ανωτέρω χρόνος της παραγραφής και το αξιόποινο εξαλείφθηκε (ΑΠΟλ3/1996, ΑΠ 1263/2009). Κατ ακολουθία τούτων πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως λέχθηκε, πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 49047/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Η απόφαση πρέπει να περιέχει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου και το αποδεικτικό επιδόσεως. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής σε κατηγορούμενο γνωστής διαμονής. Λόγοι αναίρεσης. Αιτιολογία. Σε περίπτωση που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκκαλούντος και το άγνωστο της διαμονής του και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΟλΑΠ 6/1994, ΑΠ 359/2010, ΑΠ 18/2010, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 722/2007, ΑΠ 89,90,91,94/2008, ΑΠ 999/2006). Έλλειψη αιτιολογίας ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Έννοια. Πότε παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού διατακτικού (ΑΠ 359/2010, ΑΠ 2040/2009, ΑΠ 250/2009). Μη αναφορά στην απόφαση του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως ούτε όλων των αποδεικτικών μέσων και δη της καταθέσεως του μάρτυρα. Έλλειψη αιτιολογίας Αναιρεί και παραπέμπει, προκειμένου το Εφετείο να ΠΟΠΔ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 525/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Χορταρέα, για αναίρεση της 40010/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1361/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ΑΝ 1846/1951, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Για την καταβολή των άνω εισφορών, όταν εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρία, υπόχρεως είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 του ν. 2238/1994 και 4 παρ. 4 ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ. 2 ν. 2676/1999. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ` αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υποχρέου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από τη βεβαίωση του χρέους ή το ληξιπρόθεσμο αυτού, ενόψει του ότι, το μεν, κατ' άρθρο 2 του α.ν 635/1937, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας και είναι άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών κάθε δικαιοπραξία αυτού που αφορά την πτωχευτική περιουσία, το δε, κατ' άρθρο 679 αριθ. 4 του ΕμπΝ, καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού στην περίπτωση πληρωμής των πιστωτών του μετά την ημέρα παύσης των πληρωμών. Η απαγόρευση αυτή αίρει τον δόλο του υποχρέου προς καταβολή των εργατικών και απόδοση των εργοδοτικών εισφορών, για τις εισφορές που έπρεπε να καταβληθούν και αποδοθούν, σε χρόνο που εμπίπτει στην ύποπτη περίοδο, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, από τον κατά τα ανωτέρω υπόχρεο Διευθύνοντα Σύμβουλο. Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο προς θεμελίωση τη αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος στην ανωτέρω περίπτωση πτωχεύσεως του εργοδότη και όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Συγκεκριμένα πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας - εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως- και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε, η τυχόν ιδιότητα αυτού ως διευθύνοντος συμβούλου σε περίπτωση εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας που υποχρεούται να καταβάλει τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και ότι δεν τις κατέβαλε εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Σε περίπτωση δε προβολής ισχυρισμού περί πτωχεύσεως του εργοδότη πρέπει να αναφέρεται η απόφαση που κήρυξε την πτώχευση και η χρονολογία δημοσιεύσεως της και ο χρόνος παύσεως των πληρωμών προς καθορισμό της ύποπτης περιόδου. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Ο δόλος, αντικείμενο του οποίου δεν είναι το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά η αντικειμενική υπόσταση σε στενή έννοια, δηλαδή το σύνολο των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, εξαιρουμένων των εξωτερικών όρων του αξιοποίνου - ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι συνάγεται η ύπαρξη του από την πραγμάτωσή τους και δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία αυτού, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει όπως λέχθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠΟλ1/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 40010/2009 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ` είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι ως εργοδότες (ήτοι ο μεν πρώτος Χ2 ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ο δε δεύτερος Χ1 ως Διευθύνων Σύμβουλος στην επιχείρησης "ΑΦΟΙ ΜΥΛΩΝΑ ΑΒΕΞΕ", με αντικείμενο παραγωγή υποδημάτων, στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1/2002 μέχρι και 12/2002, ενώ απασχόλησαν κατά το διάστημα αυτή στην ως άνω επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ και ενώ όφειλαν για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ εισφορές εκ ποσού 74.269,20 ευρώ συνολικά (που αφορούν το ανωτέρω διάστημα) μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, αυτοί (κατηγορούμενοι) με πρόθεση: α) έχοντας νόμιμη υποχρεώση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών εκ ποσού 49.513,40 ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στο ΙΚΑ μέσα στον μήνα που αυτές έγιναν απαιτητές και β)έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (εργατικές) εκ ποσού 24.756,20 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλαν αυτές μέσα στον μήνα που αυτές έγιναν απαιτητές. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκαν από την κατάθεση στο ακροατήριο (αρχική και συμπληρωματική) του μάρτυρα ..., υπαλλήλου τουο ΙΚΑ. Όμως η ως άνω εταιρία των κατηγ/νων κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την 145/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με ορισθέντα χρόνο παύσης πληρωμών την 25-1-2003, δηλαδή ημέρα προγενέστερη του χρόνου, κατά τον οποίο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι επίδικες οφειλές των κατηγ/νων προς το ΙΚΑ του χρονικού διαστήαμτος από 1/2003 έως και 12/2003 και, συνεπώς αναιρείται ο δόλος των κατηγ/νων για την πληρωμή των επίδικων εισφορών του έτους 2003 εκ ποσού 37.268 ευρώ συνολικά (ήτοι 24.84) ευρώ εργοδοτικές εισφορές και 12.423 ευρώ για εργατικές εισφορές) και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα ποινικής ευθύνης των κατηγ/νων για το ανωτέρω διάστημα (βλ. ΑΠ 567/2007 ΝοΒ 2007, 1892). Επίσης, για τις ανωτέρω εισφορές του έτους 2002, για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγ/νοι, πρέπει να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του ότι ωθήθηκαν στις ως άνω πράξεις από αίτια μη ταπεινά (άρθρο 84 § 2β' ΠΚ), λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπισε η ως άνω επιχείρησή τους, εξαιτίας μάλιστα των οποίων αυτή πτώχευσε. Τέλος, εργοδότης στο νομικό πρόσωπο της ΑΕ (τέτοια έχουμε στην προκειμένη περίπτωση) θεωρείται το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής κατά τα άρθρα 18 και 22 του 2190/1920. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο α' κατηγ/νος Χ2 είχε τυπική συμμετοχή στο ΔΣ της ως άνω εταιρίας, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι αυτός, ως πρόεδρος του Δοικητικού Συμβουλίου της, είχε ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση και διαχείριση της εταιρίας και γενικά στα εταιρικά ζητήματα, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του. Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι των δύο πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 Ν.Δ. 1160/1972, σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 και 84 παρ. 1 β του ΠΚ και 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν.2113/52, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και αφού τους αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, επιβλήθηκε στον καθένα ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών για κάθε πράξη και συνολική δέκα (10) μηνών, η οποία και ανεστάλη επί 3ετία. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η μερική επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, διότι το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος ως αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της Α.Ε. και υποχρέου, κατά νόμο, προς καταβολή των εργοδοτικών εισφορών και απόδοση των εργατικών που παρακρατήθηκαν. Δεν χρειαζόταν δε στην συγκεκριμένη περίπτωση να αιτιολογείται ειδικώς ο δόλος του κατηγορουμένου αφού η εφαρμοσθείσα ανωτέρω διάταξη δεν αξιώνει όπως λέχθηκε, για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση των πράξεων άμεσο δόλο. Περαιτέρω παρατίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση εκτενής ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, με τον οποίο, με επίκληση του γεγονότος της κηρύξεως σε πτώχευση της Α.Ε., ζήτησαν, λόγω της εκ του γεγονότος αυτού άρσεως του δόλου τους, την αθώωσή τους, ο οποίος και έγινε, κατά ένα μέρος, δεκτός και έτσι, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, περιορίσθηκε το χρονικό διάστημα τελέσεως των πράξεων, μόνον στο έτος 2002 (από 1/1-31/12/2002), δηλαδή προγενέστερο της αναφερομένης ημερομηνίας παύσεως των πληρωμών (25-1-2003) και εκτός της υπόπτου περιόδου, όπως και τα οφειλόμενα ποσά, εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, που ανήλθαν συνολικά σε 74.269,60 €, όπως αναλύονται στην απόφαση, ενώ η καταδίκη με την πρωτόδικη 56409/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών, αφορούσε την περίοδο από 1/1/2002-31/12/2003 και συνολικό ποσό 111.537,60 €, όπως επίσης αναλύεται σ αυτήν, αβασίμως δε με τον δεύτερο λόγο των αναιρέσεων, κατά το πρώτο σκέλος του, υποστηρίζονται τα αντίθετα. Όσον όμως αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα πρόεδρο του Δ.Σ. της Α.Ε., κρίνοντας η προσβαλλομένη απόφαση ότι επειδή είχε ενεργό συμμετοχή στην διοίκηση και διαχείριση της Α.Ε. τύγχανε και αυτός υπόχρεως προς καταβολή των εισφορών στο ΙΚΑ, ενώ, όπως λέχθηκε, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, υπόχρεως προς τούτο ήταν μόνον ο πρώτος αναιρεσείων Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότιδας Α.Ε. μόνη δε η ιδιότητα του δευτέρου, ως μέλους του Δ.Σ. δεν αρκούσε για να τον καταστήσει υπόχρεο προς καταβολή των εισφορών στο ΙΚΑ και, λόγω μη καταβολής τους μέσα στην ανωτέρω προθεσμία, δράστη των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι της αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 375 και 27 ΠΚ, αντίστοιχα, τυγχάνουν, αβάσιμοι και απορριπτέοι. Βάσιμος όμως είναι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του δεύτερου αναιρεσείοντα, με τον οποίο, κατ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, που, επί εργοδότριας Ανωνύμου Εταιρίας, καθορίζουν ως υπόχρεο προς καταβολή των εισφορών και δράστη των ως άνω πράξεων, τον διευθύνοντα σύμβουλο αυτής. Τέλος το Δικαστήριο της ουσίας, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 83 εδαφ. δ', ε', σε συνδυασμό και με το άρθρο 84 παρ. 2 β' και 79 ΠΚ, μετά την αναγνώριση της ανωτέρω ελαφρυντικής περιστάσεως στον πρώτο αναιρεσείοντα, επέβαλε σ αυτόν ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών για κάθε μια από τις ανωτέρω πράξεις, για τις οποίες τον κήρυξε ένοχο, και συνολικώς ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, τα οποία, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της, παραθέτει, προκειμένου να προβεί κυριαρχικά και ενόψει των ανωτέρω απειλουμένων για τις πράξεις αυτές ποινών, σε επιμέτρηση της ποινής που έπρεπε να επιβληθεί (ΑΠ 404/2009).
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' δεύτερος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος κατά το δεύτερο σκέλος του, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία τούτων η αναίρεση του πρώτου πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). Περαιτέρω πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος και να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς αυτόν και ενόψει του ότι, για μεν το χρονικό διάστημα από 1/1 - 10/3/2002, λόγω παρόδου 8ετίας, το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής πρέπει να παύσει η σε βάρος του ποινική δίωξη (άρθρα 111, 112, 113, ΠΚ, 370 εδ. β' και 511 γ' ΚΠΔ), για δε το από 11/3-31/12/2002 χρονικό διάστημα δεν υφίσταται αξιόποινη πράξη ως προς αυτόν, πρέπει να κηρυχθεί αθώος των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 9-9-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1 για αναίρεση της με αριθμ. 40010/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών.
Καταδικάζει τον εν λόγω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του εν λόγω αναιρεσείοντος Χ2 του ότι, για το χρονικό διάστημα από 1/1/-10/3/2010: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο, ως εκπρόσωπο της επιχείρησης παραγωγής υποδημάτων '' ΑΦΟΙ ΜΥΛΩΝΑ ΑΒΕΞΕ'', στην οποία απασχόλησε προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών ποσού 9.627 € δεν κατέβαλε αυτές στο ΙΚΑ μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις εργατικές ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην ανωτέρω επιχείρηση ποσού 4.813 € με σκοπό να αποδώσει αυτές στον ως άνω ασφαλιστικό οργανισμό, δεν τις απέδωσε στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστη γι αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Κηρύσσει αθώο τον αυτόν ως άνω αναιρεσείοντα του ότι, για το χρονικό διάστημα από 11/3-31/12/2002: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο, ως εκπρόσωπο της επιχείρησης παραγωγής υποδημάτων ''ΑΦΟΙ ΜΥΛΩΝΑ ΑΒΕΞΕ'', στην οποία απασχόλησε προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών ποσού 39.886,40 € δεν κατέβαλε αυτές στο ΙΚΑ μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις εργατικές ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην ανωτέρω επιχείρηση ποσού 19.943,20 € με σκοπό να αποδώσει αυτές στον ως άνω ασφαλιστικό οργανισμό, δεν τις απέδωσε στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστη γι αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 12 Μαρτίου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ. Έννοια. Στοιχεία. Υπόχρεος επί Α.Ε ο Διευθύνων Σύμβουλος (ΑΠ 404/2008). Πτώχευση εταιρίας. Συνέπεια στο αξιόποινο της πράξεως και δη στο υποκειμενικό στοιχείο αφού επέρχεται άρση του στοιχείου του δόλου, εφόσον οι εισφορές έπρεπε να καταβληθούν μέσα στην ύποπτη περίοδο (ΑΠ 254/2009, ΑΠ 913/2007, ΑΠ 565/2007, ΑΠ 681/2009). Καταδικαστική σε βάρος Προέδρου Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου που είναι διαφορετικά πρόσωπα. Δεκτή αναίρεση Προέδρου ΔΣ για εσφαλμένη εφαρμογή. Παύει οριστικά για μερικότερες πράξεις λόγω παραγραφής. Αθώος για λοιπές. Απορρίπτει αναίρεση Διευθύνοντος Συμβούλου από άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ανώνυμη εταιρία.
| 1
|
Αριθμός 533/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Δαλιάνη, περί αναιρέσεως της 8609/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.2.2009 αίτησή της αναιρέσεως και στο από 14.1.2010 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 318/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α του ιδίου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία ... αποδεικτικό της επιμελήτριας δικαστηρίων - Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ..., ο πολιτικός ενάγων Ψ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως αυτός δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίστηκε και παρέστη νόμιμα η αναιρεσείουσα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Η κρινόμενη από 9.2.2009 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8609/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Μαζί με αυτήν θα συνεξεταστούν και οι από οι 14.1.2010 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση εκδόθηκε μετά παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε με την υπ' αριθ. 1657/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου μετά από μερική αναίρεση της προηγουμένης υπ' αριθ. 6388/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Αν ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε γι' αυτό αμφιβολίες, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση, η οποία είναι δυνατόν να διαπραχθεί και όταν δεν κατονομάζεται το πρόσωπο που δυσφημήσθηκε, σαφώς όμως τούτο, καθ' οιονδήποτε τρόπο, υποδηλώνεται ή, κατά το κοινώς λεγόμενο, "φωτογραφίζεται, από το σύνολο του περιεχομένου προφορικού ή γραπτού λόγου. Περαιτέρω, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή για την διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς την χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίησή τους με άλλον τρόπο και εφόσον δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις τέλεσής της.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται επίσης, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 367 του Π.Κ. ή για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του Κ.Π.Δ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο.
Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 8609/2008 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωροβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης και την απολογία της κατηγορουμένης, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Κατόπιν της από 12-3-2001 αναφοράς που απηύθυνε προς τον τότε Δήμαρχο Αθηναίων, ..., ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων Ψ1, ο οποίος είναι εργολάβος κηδειών και διατηρεί γραφείο τελετών στην οδό... κοντά στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης, Χ1, διευθύντριας τότε του Α' και Β' Νεκροταφείου Αθηνών, για τις πράξεις της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία και της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες αυτή αθωώθηκε αμετάκλητα με την 8968/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μετά από έφεση της κατά της 45732/2005 απόφασης Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος που την είχε καταδικάσει για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας. Για τη διοικητική διερεύνηση της αναφοράς του εγκαλούντος διενεργήθηκε ΕΔΕ, που κατέληξε στο πόρισμα ότι υπάρχουν αμφιβολίες για τον καταγγελλόμενο χρηματισμό της κατηγορουμένης και ότι δεν έπρεπε να επιβληθεί διοικητική ποινή σε βάρος της. Στο πλαίσιο της εν λόγω ΕΔΕ η κατηγορουμένη, αφού κλήθηκε να απαντήσει στα καταγγελλόμενα σε βάρος της, υπέβαλε προς τον δήμαρχο Αθηναίων μέσω της Δνσης Προσωπικού το από 2-4-2001 έγγραφο (αρ. πρωτ. ...), το περιεχόμενο του οποίου αναγράφεται παρακάτω στο διατακτικό της απόφασης. Με το έγγραφο αυτό η κατηγορουμένη, χωρίς να απαντά στην ουσία της καταγγελίας, ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα αναληθή πραγματικά γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και υπόληψη αυτού" συνοδευόμενα και από αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμούς που επιτείνουν τη βαρύτητα των δυσφημηστικών ισχυρισμών. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη, υπό μορφή προσχηματικών ερωτημάτων και με καταφανή αποδοχή από μέρους της του μειωτικού για τον εγκαλούντα περιεχομένου τους, διέλαβε στο από 2-4-2001 έγγραφο της τις εξής περικοπές: "...Ποιος είναι ο αξιότιμος Ψ1, ο οποίος μάλιστα δηλώνει ηρωικά πως ανθίσταται στην εκβιαστική μου μανία, γι' αυτό και δεν εξυπηρετείται, σε αντίθεση με τους άλλους συναδέλφους του εργολάβους Τελετών, οι οποίοι μου καταβάλλουν σημαντικά ποσά για να εξασφαλίσουν καλό τάφο (1). Είναι μήπως ένας ψυχικά ασθενής άνθρωπος; Είναι μήπως ο άνθρωπος που στην προσπάθειά του να αποκτήσει υπόσταση βυσσοδομεί καθ' έξιν και κατ' επάγγελμα κατά πάντων ή μήπως συντάσσοντας την κατάπτυστη καταγγελία αισθάνθηκε την ανάγκη να μας γνωστοποιήσει τα στοιχεία της ταυτότητάς του και τις μεθόδους που ο ίδιος χρησιμοποιεί στον καθ' ημέραν βίον του, για να επιβιώσει; ...". Επίσης στο ίδιο έγγραφο διέλαβε και την εξής μειωτική για τον εγκαλούντα περικοπή "... Η εικόνα την οποία εγώ έχω για τον συγκεκριμένο, είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που περιφέρεται όλες τις ώρες στον χώρο του Κοιμητηρίου ως γυρολόγος σε επαρχιακή πόλη, διαλαλώντας μάλιστα, όπως προκύπτει από το κείμενο της καταγγελίας του, τα προϊόντα που διαθέτει, ανυποληψία, δολιότητα, διανοητική διαστροφή, αναξιοπιστία και τις άλλες αρετές του...>>. Τα επίμαχα περιστατικά αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος ως προσώπου και επαγγελματία και δεν είναι αληθή, αφού από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, έγγραφα που αναγνώστηκαν κλπ) αποδείχτηκε ότι ο εγκαλών ασκεί πετυχημένη επιχείρηση εργολάβου κηδειών με πολυετή επαγγελματική και κοινωνική καταξίωση διατηρώντας μεγάλο γραφείο τελετών κοντά στον χώρο του κοιμητηρίου, δεν βυσσοδομεί κατά πάντων προσπαθώντας να αποκτήσει (ατομική, κοινωνική και επαγγελματική) υπόσταση, δεν περιφέρεται όλες τις ώρες στον χώρο του κοιμητηρίου σαν επαρχιακός γυρολόγος, αλλά μεταβαίνει σ' αυτόν όταν το επιβάλλουν οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις και δεν πάσχει από ψυχική ασθένεια και διανοητική διαστροφή. Οι παραπάνω μειωτικοί ισχυρισμοί περιήλθαν σε γνώση του τότε δημάρχου Αθηναίων, του διευθυντή προσωπικού Π1, της προϊσταμένης προσωπικού ...., άλλων υπαλλήλων της Δνσης προσωπικού του Δήμου Αθηναίων και των προσώπων που διενήργησαν τη σχετική ΕΔΕ. Επίσης η κατηγορουμένη, ενόψει της μόρφωσης και της κοινωνικοεπαγγελματικής της θέσης, είχε πλήρη επίγνωση ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί ήταν ικανοί και πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος. Αντίθετα, δεν αποδείχτηκε από τα ίδια προαναφερόμενα στοιχεία ότι η κατηγορουμένη είχε κατά τη σύνταξη και υποβολή του επίμαχου εγγράφου, λόγω της τότε επαγγελματικής ιδιότητάς της ή άλλων σχέσεων και επαφών, ακριβή και βέβαιη γνώση για το πρόσωπο, την επαγγελματική, υπόσταση και την ψυχική και διανοητική κατάσταση του εγκαλούσας, για τον οποίο στο ίδιο έγγραφο δηλώνει ότι δεν τον είχε συναντήσει ποτέ και ότι αυτός είχε δημιουργήσει εν απουσία της δύο φορές επεισόδιο στην υπηρεσία της. Συνακολούθως, δεν αποδεικνύεται με την απαιτούμενη δικανική βεβαιότητα ότι η κατηγορουμένη γνώριζε τότε την αναλήθεια των δυσφημηστικών ισχυρισμών που διέλαβε στο σχετικό έγγραφό της για τον εγκαλούντα και, ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται σε βάρος της η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά της απλής δυσφήμησης του εγκαλούντος. Περαιτέρω, ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ότι ενήργησε για τη διαφύλαξη του νομίμου δικαιώματός της να αμυνθεί κατά των σε βάρος της καταγγελιών του εγκαλούντος για απιστία στην υπηρεσία και για παθητική δωροδοκία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Και αυτό, επειδή οι επίμαχες δυσφημηστικές εκφράσεις δεν συνάπτονται με την ουσία των σε βάρος της καταγγελιών και δεν συνιστούν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη και προστασία νομίμου δικαιώματος της κατηγορουμένης που να μην μπορούσε να προστατευθεί με άλλον τρόπο, η δε κατηγορουμένη δεν κινήθηκε με αποκλειστικό σκοπό την προστασία νομίμου δικαιώματός της, αλλά ενήργησε συνειδητά με σκοπό εξύβρισης του εγκαλούντος, δηλαδή με ειδικό σκοπό κατευθυνόμενο στην προσβολή της τιμής και υπόληψής του, όπως προκύπτει από τον τρόπο εκδήλωσης της δυσφημηστικής συμπεριφοράς της. Πιο συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη δεν περιέλαβε στο από 2-4-2001 έγγραφό της κανένα πραγματικό περιστατικό απαντητικό, κλονιστικό ή αναιρετικό της ουσίας των σε βάρος της καταγγελιών του εγκαλούντος και δεν προσέφυγε στις επίμαχες δυσφημηστικές εκφράσεις ως αναγκαίο μέσο άσκησης και ενίσχυσης του δικαιώματός της για ουσιαστική αντίκρουση της διενεργούμενης τότε ΕΔΕ εναντίον της, αφού δεν επιχείρησε στο έγγραφό της ουσιαστική αντίκρουση των σε βάρος της καταγγελιών για απιστία και παθητική δωροδοκία, αλλά και δεν περιορίστηκε σε ηπιότερες εκφράσεις αντικειμενικά αναγκαίες να αποδώσουν τις σκέψεις της για την αβασιμότητα των σε βάρος της καταγγελιών και την για περιγραφή του εγκαλούντος ως ατόμου ικανού να προβεί σε αβάσιμες καταγγελίες. Αντίθετα, υπερβαίνοντας κατά πολύ το πρόσφορο και αντικειμενικά αναγκαίο για την άσκηση του επικαλούμενου δικαιώματός της μέτρο, δεν αρκέστηκε στο υπόλοιπο μειωτικό για τον εγκαλούντα κείμενο του εγγράφου της, αλλά χρησιμοποίησε και τις έντονα δυσφημηστικές εκφράσεις "... ψυχικά ασθενής άνθρωπος ...... που βυσσοδομεί καθ' έξιν και κατ' επάγγελμα κατά πάντων..." και τον έντονα καταφρονητικό χαρακτηρισμό του "διανοητικά διεστραμμένου", φραστικές διατυπώσεις που αναμφίβολα εκδηλώνουν και μαρτυρούν ότι η κατηγορουμένη συνειδητά και εν γνώσει της αποσκοπούσε να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος. Επομένως, δεν συντρέχουν, στην προκείμενη περίπτωση, οι όροι για την άρση του αδίκου της απλής δυσφήμησης που τέλεσε η κατηγορουμένη κατά του εγκαλούντος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 γ' και 2 του ΠΚ (σχετικά με την έννοια και τους όρους εφαρμογής των σχετικών διατάξεων βλ. ΑΠ 451/2000 ΠΧρ. Ν σελ. 921, ΑΠ 167/2000 Δνη 41 σελ. 777, ΑΠ 1147/98 ΠΧρ. ΜΘ σελ. 665, ΑΠ 257/98 ΠΧρ. ΜΗ σελ. 895, ΑΠ 1272/1995 ΠΧρ. ΜΣΤ σελ. 387, ΑΠ 1653/83 ΝοΒ 32 σελ. 543 κ.α. - επίσης βλ. Μιχ. Μαργαρίτη Ερμηνεία Ποινικού Κώδικα, άρθρο 367, με εκτενείς παραπομπές σε νομολογία). Κατόπιν αυτών, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη απλής δυσφήμησης, κατά επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφήμησης, σε βάρος του εγκαλούντος, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης.
Στην συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα ένοχη της πράξης της απλής δυσφήμησης και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμον ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, και αναφορικά με την αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο της ουσίας δεν εφήρμοσε το άρθρο 366 παρ. 2 του ΠΚ, γιατί αυτή αθωώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 8968/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία και της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση, είναι αβάσιμη, ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συγκεκριμένα οι δυσφημιστικοί τελικά ισχυρισμοί της για τον πολιτικώς ενάγοντα Ψ1, τους οποίους δέχθηκε ότι είναι ψευδείς η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και δεν ήταν το κρίσιμο ζήτημα της προηγούμενης ποινικής δίκης, που έγινε μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της για τις ως άνω πράξεις μετά την από 12.3.2001 αναφορά του πολιτικώς ενάγοντος προς τον τότε Δήμαρχο Αθηναίων..... Εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απόφασή του περί μη εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, που πρόβαλε με αυτοτελή ισχυρισμό της η αναιρεσείουσα, κρίνοντας ορθά ότι με τις αναφερόμενες στο από 2.4.2001 έγγραφό της, που υπέβαλε προς τον Δήμαρχο Αθηναίων μέσω της Διεύθυνσης Προσωπικού και περιήλθε σε γνώση του τότε Δημάρχου Αθηναίων, του διευθυντή του προσωπικού Π1, της προϊσταμένης προσωπικού ..., άλλων υπαλλήλων της Διεύθυνσης προσωπικού του Δήμου Αθηναίων και των προσώπων που διενήργησαν την σχετική ΕΔΕ, η κατηγορουμένη συνειδητά και εν γνώσει της αποσκοπούσε να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος (βλ. 21η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης).
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων επ' αυτής λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της έλλειψης νόμιμης βάσης και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες, υπό την επίκληση των ανωτέρω λόγων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Στις ως άνω αιτιάσεις εμπίπτει και αυτή, με την οποία διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε ιδιαίτερα υπόψη του το πρακτικό της συνέλευσης της Ομοσπονδίας Γραφείων Τελετών, καίτοι αναγνώσθηκε, αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, αδιακρίτως και χωρίς να είναι αναγκαίο να εκθέσει τι προέκυπτε χωριστά από το καθένα από αυτά. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση και τους από 14 Ιανουαρίου 2010 πρόσθετους επ' αυτής λόγους της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8609/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμιση. Μεταβολή κατηγορίας σε απλή δυσφήμιση. Περιστατικά θεμελίωσης των εγκλημάτων αυτών. Πότε εφαρμόζονται τα άρθρα 366 § 2 και 367 §§ 1 - 2 ΠΚ. Λόγοι αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Απόρριψη των ως άνω λόγων ως αβασίμων και τις αίτησης αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή, Δυσφήμηση απλη.
| 0
|
Αριθμός 520/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 και 12 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, ... υπηκόου, κατοίκου ... και προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα κατά της υπ'αριθμ. 10/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό ΙΙΙ ΚΟΡ116/06 από 15/11/2006 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Λεγκνίτσα (Legnica) - Γ' Ποινικό Τμήμα - της Πολωνίας εις βάρος του ως άνω εκκαλούντος - εκζητούμενου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 10/2010 και ημερομηνία 19 Ιανουαρίου 2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, Ευγενίας Καλλιντέρη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 151/2010. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ" προκύπτει ότι, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται. Από δε τη διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, είναι επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως στον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητουμένου.
Συνεπώς, η υπ' αριθ. 10/19-1-2010 έφεση του εκζητουμένου από τις Αρχές της Χ κατά της 10/19-1-2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε η κατ' αυτού εκτέλεση του αναφερομένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ασκήθηκε νομοτύπως ενώπιον του Γραμματέα του άνω Συμβουλίου και εμπροθέσμως.
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3251/2004 προκύπτει ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση η διάταξη δικαστικής αρχής Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλους Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από δε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνιακής και τηλεομοιοτυπικής σύνθεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) την φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεώς του στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται από την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του Κράτους Μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Προϋπόθεση της έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του άνω νόμου είναι οι πράξεις για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν δηλαδή ήδη επιβληθεί, να είναι διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Προϋπόθεση δε της εκτέλεσης του εντάλματος τούτου, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση ποινικής δίωξης η αξιόποινη πράξη για την οποία τούτο εκδόθηκε, να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του Κράτους έκδοσής του με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών. Το ένταλμα τούτο εκτελείται υπό την επιφύλαξη, περαιτέρω, των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του νόμου τούτου. Ειδικότερα κατά το άρθρο 11 του άνω νόμου, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις α)... δ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ενώπιον του ακροατηρίου του παρόντος Δικαστηρίου, την εξέταση του άνω εκζητουμένου ενώπιον του άνω Συμβουλίου και του παρόντος Δικαστηρίου και όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτόν έγγραφα και τα υπομνήματά του, απεδείχθησαν τα ακόλουθα γεγονότα: Δια της ... Αγγελίας Διεθνών Αναζητήσεων της Ιντερπόλ Πολωνίας, που και αυτή επέχει θέση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και αφορά αίτηση των δικαστικών Αρχών της Πολωνίας, ζητείται να αποφασισθεί η εκτέλεση του με αριθ. δικογραφίας iii Kop/116/06 από 15-11-2006 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο - Γ' Ποινικό Τμήμα της Λεγκνίτσας (Legnica) Πολωνίας σε βάρος του εκκαλούντος, πολωνού υπηκόου Χ, που γεννήθηκε στο ...ς στις 4-10-1969 με βάση την από 11-9-2006 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Λούμπιν Πολωνίας (αριθ. δικογραφίας
ΙΙ Κp 656/06 περί προσωρινής κρατήσεώς του για διάστημα δεκατεσσάρων ημερών από τη σύλληψή του καθώς και την από 27-9-2006 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Λούμπιν Πολωνίας (αριθ. δικογραφίας 2 Ds 1379/1999) προκειμένου ο ανωτέρω που κατοικεί από ετών στην ..., να συλληφθεί και προσαχθεί ενώπιον της πολωνικής δικαστικής αρχής, που εξέδωσε το άνω ένταλμα για να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεώς του ..., που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 209 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα Πολωνίας. Το ένταλμα τούτο, το οποίο προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του Δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα οριζόμενα στην άνω παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 2351/2004 στοιχεία ήτοι την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, το όνομα, τη διεύθυνση και τα λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής που το εξέδωσε, μνεία των αποφάσεων στις οποίες βασίσθηκε η έκδοσή του, την φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος για την κατ' αυτού δια τούτο άσκηση της ποινικής δίωξης, περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος, ο τόπος τέλεσης και η μορφή συμμετοχής (ως φυσικού αυτουργού) του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη ως και τις νομικές διατάξεις, που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη αυτή (παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως). Έτσι το ένταλμα τούτο πληροί τα στοιχεία της τυπικής εγκυρότητας κατά το ν. 3251/2004. Όσον αφορά την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον εκζητούμενο και ήδη εκκαλούντα, αφού ο ίδιος δέχεται ότι είναι εκείνος που τον αφορά το ένταλμα τούτο και δήλωσε ότι δεν συγκατατίθεται για την έκδοσή του στις Πολωνικές δικαστικές αρχές, η πράξη αυτή στο ένταλμα αυτό προσδιορίζεται ως ακολούθως: Ο Χ είναι ύποπτος για το ότι: 1) στην περίοδο από τον Οκτώβριο του 1997 έτους μέχρι τον Φεβρουάριο του 2000 έτους στο ... της περιοχής ..., υποχρεούμενος βάσει του νόμου και της απόφασης του Περιφερειακού Δικαστηρίου στο Λούμπιν (αριθμ. δικογραφίας
ΙΙΙ RC 962/96 από τις 13 Δεκεμβρίου του 1996 έτους) την καταβολή δόσεων διατροφής συνολικού ποσού των 180 ζλότι μηνιαίως για λογαριασμό των ανηλίκων υιού του ... και θυγατέρας του ... επίμονα αποφεύγει από αυτή την υποχρέωση εκθέτοντας τα παιδιά του στην αδυναμία ικανοποίησής τους στις βασικές βιοτικές ανάγκες. Προηγούμενα ήταν καταδικασμένος με απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου στο Λούμπιν (αρ. Δικογραφίας
ΙΙ Κ 553/90 από 31-10-1992) για έγκλημα από το άρθρο 186 παράγραφος 1 του Παλαιού Ποινικού Κώδικα σε ποινή ενός (1) έτους και έξι (6) μήνες στέρησης ελευθερίας την οποία εξέτισε στην περίοδο από τις 10 Φεβρουαρίου του 1992 έτους μέχρι τις 20 Νοεμβρίου του 1992 έτους, 2) Στην περίοδο από τον Ιούλιο του 2000 έτους μέχρι τον Ιούνιο του 2006 έτους στο ... υποχρεούμενος βάσει του νόμου και της απόφασης του Περιφερειακού Δικαστηρίου στο Λούμπλιν (αριθ. δικογραφίας
ΙΙΙ RC 962/96 από τις 13 Δεκεμβρίου του 1996 έτους) να πληρώνει τις δόσεις διατροφής για λογαριασμό των ανηλίκων υιού του ... και θυγατέρας του ..., συνολικού ποσού των 180 ζλότι μηνιαίως και μετά αυξημένου ποσού με τις επόμενες αποφάσεις, επίμονα αποφεύγει από αυτή την υποχρέωση εκθέτοντας τα αναφερόμενα παιδιά του στην αδυναμία ικανοποίησής τους τις βασικές βιοτικές ανάγκες". Κατά τα αναφερόμενα στο ένταλμα τούτο η άνω υπ' αριθ. 1 αξιόποινη πράξη της παραβίασης υποχρεώσεως για καταβολή διατροφής προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 209 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα Πολωνίας με ποινή στερητική της ελευθερίας μέχρι τριών (3) ετών, ενώ η άνω υπ' αριθ. 2 αξιόποινη πράξη της παραβίασης ομοίως της υποχρέωσης για καταβολή της διατροφής προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 209 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα Πολωνίας με ποινή στερητική της ελευθερίας μέχρι δύο (2) ετών. Οι πράξεις αυτές δεν περιλαμβάνονται σε εκείνες του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 3251/2004, για τις οποίες επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος χωρίς τον διττό έλεγχο του αξιοποίνου. Αντιθέτως κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 και 10 παρ. 1α του νόμου αυτού ανακύπτει η ανάγκη του διττού ελέγχου του αξιοποίνου κατά το δίκαιο των δύο χωρών (Πολωνίας - Ελλάδος). Ειδικότερα κατά το άρθρο 209 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα της Πολωνίας "όποιος επίμονα αρνείται την επιβάρυνση σε αυτόν βάσει του νόμου ή της δικαστικής απόφασης την υποχρέωση πρόνοιας μη πληρώνοντας για τη διατήρηση του πλησιέστερου ατόμου ή άλλου προσώπου και με αυτό διακινδυνεύει ανέφικτα την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών τιμωρείται με χρηματική ποινή, ποινή περιορισμού της ελευθερίας ή ποινή στέρησης της ελευθερίας μέχρι δύο (2) ετών. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του αντίστοιχου άρθρου 358 του Ελληνικού ποινικού κώδικα όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Έτσι, τα διαλαμβανόμενα στο άνω ευρωπαϊκό ένταλμα, συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά τον Ποινικό Κώδικα της Πολωνίας και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα και εντεύθεν συντρέχουν οι κατά τα άρθρα 5 και 10 παρ. 1α του ν. 3251/2004 προϋποθέσεις του διττού αξιοποίνου για την εκτέλεση του εντάλματος τούτου. Μάλιστα διαλαμβάνεται στα περιστατικά που περιγράφονται στο ένταλμα και η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Λουμπίν (αριθ. δικ.
ΙΙΙ RC 962/96 της 13-12-1996) βάσει της οποίας οφείλεται από τον εκζητούμενο στα άνω ανήλικα τέκνα του η άνω διατροφή για αμφότερα τα χρονικά διαστήματα. Όθεν η περί του αντιθέτου προβαλλόμενη δια του υπομνήματος του εκκαλούντος αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Περαιτέρω το δια της εφέσεως και των υπομνημάτων του υποβαλλόμενο αίτημα του εκκαλούντος περί εκτίσεως της ποινής των 14 ημερών ή μετατροπής αυτής ή τυχόν άλλης ποινής κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 περ. ε του άνω νόμου, επικαλούμενος ότι είναι από ετών κάτοικος Ελλάδος γνωστής διαμονής και εργαζόμενος, είναι απορριπτέο ως στηριζόμενο επί αναληθούς προϋποθέσεως ότι δηλαδή η εκτέλεση του εντάλματος ζητείται προκειμένου να εκτελεστή ποινή με βάση καταδικαστική απόφαση ενώ, εν προκειμένω, ζητείται η εκτέλεση του εντάλματος τούτου με σκοπό την άσκηση εις βάρος του ποινικής διώξεως για την άνω αξιόποινη πράξη που αποδίδεται εις αυτόν. Περαιτέρω ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι για την πράξη που διαλαμβάνεται στο ένταλμα έχει χωρήσει παραγραφή κατά τον πολωνικό ποινικό κώδικα ως και κατά τον ελληνικό ποινικό κώδικα και συνεπώς δεν πρέπει να αποφασισθεί η εκτέλεση του εντάλματος αυτού. Περί του λόγου αυτού του εκκαλούντος, που προβάλλεται με το υπόμνημα του λεκτέα τα ακόλουθα. Η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το συμβούλιο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο ως Συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής οφείλει να εξαφανίσει το προσβαλλόμενο βούλευμα. Και ενώ κατά το άρθρο 10 του ν. 4165/1961, που κύρωσε την εν Παρισίοις από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, δεν παρέχεται έκδοσις εφόσον κατά την νομοθεσίαν του αιτούντος μέρους ή του παρ' ου ζητείται η έκδοσις έλαβε χώραν παραγραφή της ποινικής διώξεως ή της επιβληθείσης ποινής ήτοι ότι η παραγραφή κρίνεται κατά τη νομοθεσία του ενός ή του ετέρου Μέρους (ΑΠ. 796/2000, ΑΠ 715/1974 ΠΧρΚΕ 102, ΑΠ 868/1979 ΠΧρ. Λ. 74), στην προκειμένη περίπτωση, που δεν έχει εφαρμογή η άνω Διεθνής Σύμβαση του 1957 αλλά ο νόμος 3251/2004, η παραγραφή της διαλαμβανόμενης στο ένταλμα αυτό αξιοποίνου πράξεως θέλει κριθεί μόνο κατά τον ελληνικό ποινικό κώδικα, και στα πλαίσια του άρθρου 12 στοιχ. δ' του νόμου αυτού. Ειδικότερα κατά το άρθρο αυτό η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις α)... δ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εντάλματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών ποινικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Και ενώ το άρθρο 10 του νόμου αυτού επιβάλλει τον κανόνα της εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης υπό τις αναφερόμενες σε αυτό τυπικές προϋποθέσεις υπό την επιφύλαξη και του άρθρου 11 του νόμου τούτου, το τελευταίο τούτο άρθρο αποτελεί το εξαιρετικό δίκαιο της απαγόρευσης εκτελέσεως του εντάλματος μόνο στις "ακόλουθες περιπτώσεις" στις οποίες διαλαμβάνεται η περ. δ' του άρθρου τούτου υπό το άνω περιεχόμενο. Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή, η παραγραφή της διαλαμβανόμενης στο ένταλμα αυτό αξιόποινης πράξεως της παραβίασης της προς διατροφή υποχρεώσεως των άνω ανηλίκων τέκνων του εκκαλούντος, κρίνεται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, μόνο όταν η αξιόποινη αυτή πράξη θα υπήγετο στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Η πράξη όμως αυτή, που φέρεται κατά το ένταλμα ότι τελέσθηκε από αλλοδαπό στην αλλοδαπή σε καμμία περίπτωση δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρ. 5, 6, 7 και 8 του ΠΚ με τα οποία ορίζονται τα τοπικά όρια ισχύος των ελληνικών ποινικών νόμων. Τούτο έχει ως συνέπεια ότι δεν δύναται να ερευνηθεί αν η πράξη αυτή έχει παραγραφεί και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και συνακόλουθα δεν συντρέχει η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου
ΙΙ στοιχ. δ' του πιο πάνω νόμου περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού τούτου εντάλματος σύλληψης.
Συνεπώς, συντρέχουν εν προκειμένω όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του άνω εντάλματος και δεν συντρέχει καμμία από τις περιπτώσεις απαγορεύσεως ή δυνατότητας απαγορεύσεως εκτελέσεως τούτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 11, 12 και 13 του νόμου τούτου. Όθεν το προσβαλλόμενο βούλευμα, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και αποφάσισε την εκτέλεση του ευρωπαϊκού τούτου εντάλματος και οι περί του αντιθέτου όλοι οι λόγοι της έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν συνακολούθως και η έφεση στο σύνολό της ενώ ο τελευταίος λόγος της έφεσης περί κατάπτωσης της εγγυήσεως, που του επιβλήθηκε με την 1/2010 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών είναι απαράδεκτος ως άνευ εννόμου συμφέροντος αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα διατάχθηκε η απόδοσή της στον καταθέσαντα. Τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν τον εκκαλούντα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει παρόντος του εκκαλούντος.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει αυτήν κατ' ουσίαν. Και
Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
N. 3251/2004. Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είτε για να ασκηθεί ποινική δίωξη είτε για να εκτελεστεί απόφαση. Περιεχόμενο για το τυπικό κύρος του. Προϋπόθεση για την εκτέλεση του. Πότε η δικαστική αρχή αρνείται την εκτέλεση του. Η παραγραφή της διαλαμβανομένης στο ένταλμα αξιόποινης πράξεως κρίνεται μόνο κατά τον ελληνικό ποινικό κώδικα και στα πλαίσια του άρθρου 12 στοιχ. 8΄ του νόμου αυτού, ήτοι όταν υφίσταται αρμοδιότητα των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Δέχεται τυπικά την έφεση. Απορρίπτει κατ' ουσία.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 518/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα- Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων 1. Χ1, κατοίκου ..., και 2.Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 553/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Μαΐου 2009 και 4 Μαΐου 2009 αιτήσεις των, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 816/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ'αριθμ. 358/27-10-2009 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι)Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 848/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου - για κακουργήματα - Αθηνών τις Χ2 και Χ1 για να δικαστούν ως υπαίτιες τελέσεως υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτή λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων με συνολική αξία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ - 45,98,375§§1,2α-β Π.Κ. -
Κατά του βουλεύματος αυτού οι ανωτέρω άσκησαν εφέσεις και δη τις 183/2008 και 194/2008 και το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 553/2009 βούλευμά του απέρριψε αυτές ως αβάσιμες στην ουσία, προέβη δε και σε διόρθωση του εκκαλούμενου βουλεύματος με επαναδιατύπωση της κατηγορίας. Συγκεκριμένα, το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε με αποκλειστικά δικές του σκέψεις - σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης - και αναφορά στις οικείες εισαγγελικές προτάσεις - σε σχέση με τα αιτήματα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης και περαιτέρω ανάκρισης ότι :
"Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν κατά την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, από τις απολογίες των εκκαλουσών - κατηγορουμένων και την εξέταση αυτών ως υπόπτων κατά την προκαταρκτική εξέταση, τις έγγραφες εξηγήσεις αυτών κατά προκαταρκτική εξέταση και τα σχετικά υπομνήματα που αυτές έχουν υποβάλλει και από όλα γενικά τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στον φάκελο της δικογραφίας, έστω και αν αυτά δεν μνημονεύονται ρητά και ειδικά, προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά : Οι κατηγορούμενες-εκκαλούσες Χ2 και Χ1 ,στις 2-1-2004 συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Χ2 - Χ1, ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ Ο.Ε" και το διακριτικό τίτλο "Κ. G ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ Ο.Ε", της οποίας ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι ,δεσμεύοντας την εταιρία μεμονωμένα η κάθε μία εταίρος, πλην ορισμένων περιοριστικά αναφερόμενων ενεργειών, μεταξύ των οποίων και η ανάληψη υποχρεώσεων από επιταγή, που απαιτείτο η συνυπογραφή και των δύο κάτω από την εταιρική επωνυμία. Μεταξύ της εγκαλούσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" η οποία τελεί ήδη υπό εκκαθάριση, και της άνω ομόρρυθμης εταιρίας καταρτίστηκε στις 13-1-2004 έγγραφη "σύμβαση διορισμού ασφαλιστικού συμβούλου", σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 1569/1985. Με τη σύμβαση αυτή, η άνω ομόρρυθμη εταιρία ανέλαβε, ως ασφαλιστικός σύμβουλος, τη διενέργεια, δια των εκπροσώπων της, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας και συγκεκριμένα ανέλαβε να μεσολαβεί να παρουσιάζει, να προτείνει και προπαρασκευάζει τις ασφαλιστικές συμβάσεις, τις οποίες, αν αποδεχόταν η εγκαλούσα, θα κατάρτιζε η ίδια (εγκαλούσα). Με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ασφαλιστική σύμβουλος: α) δεν έχει δικαίωμα να εκδίδει ή να υπογράφει ασφαλιστήρια συμβόλαια, να προβαίνει σε διακανονισμό ζημιών και γενικώς να συνάπτει συμφωνίες με τρίτους, από τις οποίες προκύπτουν δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της εγκαλούσας (άρθρα 3,4), β) δικαιούται να εισπράττει τα ασφάλιστρα των συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί με μεσολάβηση της και να αποδίδει στην εγκαλούσα το σύνολο των ασφαλίστρων εντός του πρώτου εικοσαημέρου του μήνα της εκκαθάρισης με επιταγή λήξεως εντός τεσσάρων μηνών συμπεριλαμβανομένου του μήνα έκδοσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων , ώστε να δικαιούται η Ο.Ε να λάβει τη συμφωνημένη προμήθεια της και το εισπρακτικό bonus 4% επί των καθαρών ασφαλίστρων διαφορετικά η οφειλή της γίνεται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και μπορεί να επιφέρει τη λύση της εταιρίας (άρθρο 8 και παράρτημα 2 της σύμβασης, γ) τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται γι' αυτά ως θεματοφύλακας (άρθρο 10 της σύμβασης). Παρότι συμφωνήθηκε ότι τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ότι οι κατηγορούμενες -εκκαλούσες ευθύνονται ως θεματοφύλακες τούτο δεν αναιρεί την ιδιότητα τους ως εντολοδόχων της εγκαλούσας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό της και την απόδοση από αυτές των ασφαλίστρων ,αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου (βλ ΑΠ (Συμβ) 2141/2005, ΠΟΙΝ. ΛΟΓ 2005,1966, ΑΠ 492/2003,ΠΧ ΝΔ,40). Με βάση τα ανωτέρω συμφωνηθέντα οι κατηγορούμενες - εκκαλούσες, με την ιδιότητα τους ως ομορρύθμων εταίρων της άνω Ο.Ε, κατέστησαν εντολοδόχοι της εγκαλούσας εταιρίας, όχι όμως και διαχειριστές της περιουσίας αυτής αφού κατά ρητούς όρους της σύμβασης δεν είχαν δικαίωμα να εκδίδουν ή να υπογράφουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, να προβαίνουν σε διακανονισμό ζημιών και γενικώς να συνάπτουν συμφωνίες με τρίτους, από τις οποίες προκύπτουν δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της εγκαλούσας. Οι κατηγορούμενες - εκκαλούσες δεν απέδιδαν τα ασφάλιστρα κατά το συμφωνηθέντα τρόπο και έτσι είχαν δημιουργηθεί σημαντικές αξιώσεις της εγκαλούσας . Χάριν καταβολής οφειλομένων από την Ο.Ε ασφαλίστρων η δεύτερη από τις κατηγορούμενες - εγκαλούσες Χ1 εξέδωσε σε διαταγή της εγκαλούσας τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνίες έκδοσης 31-7-2005,15-8-2005 και 15-10-2005, ποσού αντιστοίχως 30.000, 27.730,48 και 35.159,38 ευρώ πληρωτέες από το λογαριασμό που αυτή διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί επιταγή από την Ο.Ε διότι υπήρχαν δυσμενή στοιχεία σε βάρος της άλλης εταίρου). Οι επιταγές αυτές αν και εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή από τη νόμιμη κομίστρια - εγκαλούσα δεν πληρώθηκαν. Ακολούθως η εγκαλούσα με την από 31-10-2005 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποίησε στην Ο.Ε και στις κατηγορούμενες - εκκαλούσες στις 2-11- 2005 και 3-11-2005, απαίτησε από αυτές μέχρι 8-11-2005 να καταβάλουν το ποσό των 144.694 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν τα οφειλόμενα σ' αυτήν, μέχρι 30-9-2005, ασφάλιστρα μετά την αφαίρεση των προμηθειών και κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση. (Παρότι δεν προσκομίζονται από την εγκαλούσα αντίγραφα των τηρούμενων από τους διαδίκους λογαριασμών λόγω της ανάκλησης της άδειας της εγκαλούσας, κρίνεται ότι τα οφειλόμενα ασφάλιστρα ανέρχονται στο πιο πάνω ποσό, αφού η ..., υπάλληλος της εγκαλούσας και ο Θ, λογιστής αυτής, στις από 8-6-2007 και 19-6-2007 ένορκες ανακριτικές καταθέσεις τους βεβαίωσαν ότι το ύψος του οφειλόμενου ποσού ανέρχεται σε 144.694 ευρώ, οι δε εκκαλούσες- κατηγορούμενες δεν προσκόμισαν αντίγραφα των τηρούμενων από την εταιρία τους λογαριασμών και καταστάσεων και εμπορικών τους βιβλίων, ώστε να αποδείξουν τυχόν μικρότερη οφειλή τους). Όμως οι κατηγορούμενες - εκκαλούσες δεν συμμορφώθηκαν, εκδηλώνοντας με τη στάση τους αυτή τότε .δηλαδή, στις 8-11-2005, την πρόθεση τους να ιδιοποιηθούν, παρανόμως το ανωτέρω συνολικό ποσό των 144. 694 ευρώ. Ακολούθως η εγκαλούσα ζήτησε και πέτυχε σε βάρος της δεύτερης κατηγορουμένης - εκκαλούσας την έκδοση της 2782/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση τη δεύτερη και τρίτη επιταγές, επιπλέον δε άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22-2-2006 αγωγή της κατά της ΟΕ και των μελών της για την οφειλή του ποσού των 30.000, χάριν καταβολής του οποίου είχε εκδοθεί η την πρώτη επιταγή . Η δεύτερη κατηγορουμένη - εκκαλούσα άσκησε κατά της άνω διαταγής πληρωμής την από 15-3-2006 ανακοπή (αρ. εκθ. κατ. 525/2006) ανακοπή της, επικαλούμενη, ψευδώς, ανυπαρξία απαίτησης της εγκαλούσας, λόγω του ότι δεν επακολούθησε η αιτία έκδοσης των επιταγών, η οποία συνίστατο στην αγορά στην αγορά από την ίδια μετοχών της εγκαλούσας ,η οποία δεν πραγματοποιήθηκε . Στις 8-3-2006 διατάχτηκε σε βάρος των εκκαλουσών προκαταρκτική εξέταση για την ένδικη υπόθεση και οι εκκαλούσες κατηγορούμενες κατέθεσαν αντίστοιχα τις από 16-11 2006 και 11-9-2006 έγγραφες εξηγήσεις τους. Υπό την πίεση της άσκησης ποινικής δίωξης αλλά και της ύπαρξης των ανωτέρω εκκρεμών δικών, οι εκκαλούσες-κατηγορούμενες κατάρτισαν με την εγκαλούσα εξώδικο συμβιβασμό, με το από 13-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό. Το συμφωνητικό αυτό υπέγραψαν οι εκκαλούσες - κατηγορούμενες, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω Ο.Ε, αποδέχτηκαν ότι το ύψος της ένδικης οφειλής τους ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ και συμφώνησαν να καταβάλουν 20.000 ευρώ στις 13-12-2006, 10.000 ευρώ στις 19-12-2006, 35.000 ευρώ στις 30-5-2007 και 35.000 ευρώ στις 31-8-2007 (από προφανή παραδρομή στο συμφωνητικό έχει γραφεί στις δύο τελευταίες ημεροχρονολογίες ως έτος το 2006 αντί του ορθού και συμφωνηθέντος 2007). Επίσης με το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής έστω και μιας δόσης ο συμβιβασμός καθίσταται ανίσχυρος και η εγκαλούσα μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά την είσπραξη του ποσού των 143.997,05 ευρώ. Οι κατηγορούμενες - εκκαλούσες κατέβαλαν τις δύο πρώτες δόσεις δηλαδή 30.000 ευρώ και παρά τις οχλήσεις της εγκαλούσας ουδέν άλλο ποσό έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα.
Οι κατηγορούμενες - εκκαλούσες αρνούνται την αποδιδόμενη σ' αυτές κατηγορία και ισχυρίζονται, κατά προσήκουσα εκτίμηση των ισχυρισμών τους η δεύτερη ότι πρόκειται για αστική διαφορά αφού ουδέποτε αμφισβήτησε την ύπαρξη υπολοίπου, άλλως ότι η πράξη της έχει χαρακτήρα πλημμελήματος και η πρώτη ότι: α) Δεν γνώριζε για την έκδοση των πιο πάνω επιταγών, οι οποίες δεν αφορούσαν εταιρικά χρέη, γι αυτό και υπεγράφησαν από τη συγκατηγορούμενή της και όχι και από τις δύο εταίρους όπως απαιτούσε το καταστατικό, β) Η υπεξαίρεση των ασφαλίστρων έγινε από τη συγκατηγορούμενή της, η οποία ήταν υπεύθυνη για την είσπραξη των ασφαλίστρων, η ίδια δε ( πρώτη κατηγορουμένη- εγκαλούσα) δεν λάμβανε γνώση για το πραγματικό ύψος των εισπραττομένων ποσών, λόγω της αλλοίωσης των ημερήσιων καταστάσεων από τη συγκατηγορούμενή της, γεγονός που πληροφορήθηκε μετά την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού ,από την υπάλληλο της εταιρίας Τ, που της επέδειξε τις αλλοιωμένες καταστάσεις γ) Δεν είχε δόλο τέλεσης της πράξης αφού προέβη σε συμβιβασμό και πλήρωσε με δικά της χρήματα το ποσό των 30.000 ευρώ, το δε ποσό των 70.000 ευρώ δεν το έχει καταβάλλει λόγω του ότι έχει τεθεί υπό εκκαθάριση η εγκαλούσα και δεν γνωρίζει σε ποιόν να το καταβάλει. δ) Πρόκειται για διαφορά από αλληλόχρεο λογαριασμό, οπότε δεν μπορεί να γίνει, λόγος για υπεξαίρεση. Οι ισχυρισμοί αυτοί ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι και καταρρίπτονται ειδικότερα από τα εξής : Οι κατηγορούμενες - εκκαλούσες από κοινού ασχολούντο με τις υποθέσεις της εταιρίας και είχαν πρόσβαση, στα εταιρικά βιβλία και έγγραφα. Κατά το χρόνο έκδοσης των άνω επιταγών στην εγκαλούσα από μη απόδοση ασφαλίστρων τουλάχιστον το ποσό των 3 επιταγών (92.889,86), γι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, η δεύτερη κατηγορουμένη - εκκαλούσα χάριν καταβολής της οφειλής της εταιρίας, με τη σύμφωνη γνώμη της πρώτης κατηγορουμένης - εκκαλούσας, εξέδωσε τις επιταγές αυτές από προσωπικό της μπλοκ επιταγών, επειδή δεν μπορούσαν να λάβουν μπλοκ επιταγών στο όνομα της εταιρίας λόγω ύπαρξης δυσμενών στοιχείων σε βάρος της πρώτης κατηγορουμένης - εκκαλούσας . Η μη πληρωμή των επιταγών αυτών, που ήταν μέρος συνολικού ποσού των 144. 694 ευρώ, οφειλόταν στην πρόθεση υπεξαίρεσης του άνω ποσού . Το γεγονός ότι σε μεταγενέστερο χρόνο (13-12-2006) και αφού είχαν εξεταστεί από τις αρχές οι δύο κατηγορούμενες - εκκαλούσες αναγνώρισαν την ύπαρξη αξίωσης της εγκαλούσας ύψους 100.000 ευρώ και της εξόφλησαν το ποσό των 30.000 ευρώ, δεν εξαλείφει το αξιόποινο της άνω πράξης τους ούτε κατά το ποσό των 30.000, κατά το άρθρο 379 παρ. 1 Π.Κ αφού η απόδοση μέρους του υπεξαιρεθέντος ποσού δεν έγινε οικειοθελώς και χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων, ούτε μετατρέπει σε αστική τη διαφορά, συνιστά όμως ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ του Π.Κ (βλ ΑΠ 1703/2001, ΠΟΙΝ. ΔΙΚ. 2002, 323, Ποινικός Κώδικας ..., άρθρο 379 σελ. 1092-1095). Το ότι η έκδοση των άνω επιταγών αφορούσε εταιρικές υποχρεώσεις ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού γίνεται αναφορά περί τούτου, κρίνεται δε ότι η πρώτη κατηγορουμένη - εκκαλούσα δεν θα αναλάμβανε με το συμφωνητικό αυτό την εις ολόκληρον με τη συγκατηγορουμένη ευθύνη για την πληρωμή ενός τόσο μεγάλου ποσού, αν η οφειλή δεν προερχόταν από τη δράση της Ο.Ε, αλλά από παράνομη δραστηριότητα της συγκατηγορουμένης της. Αλλοίωση καταστάσεων δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο, αφού η Τ στην από 1-7-2007 ένορκη κατάθεση της, ενώπιον της ανακρίτριας ουδέν κατέθεσε περί αυτού, από τις προσκομιζόμενες δε από 29-11-2006 και από 13-12-200 δύο και φερόμενες "ως αλλοιωμένες ημερήσιες καταστάσεις", ανεξάρτητα του ότι δεν αφορούν εισπράξεις ασφαλίστρων για λογαριασμό της εγκαλούσας αλλά άλλων ασφαλιστικών εταιριών (ΕΟΣ, ΜΙΝΕΤΑ) και πάλι από τη συρραφή σ' αυτές ιδιόγραφου σημειώματος περί είσπραξης ενός επιπλέον ασφαλίστρου, δεν προκύπτει αλλοίωση με τη μορφή της είσπραξης και μη απόδοσης κάποιων ποσών. Εξάλλου ακόμη και αν θεωρηθεί αληθινός ο ισχυρισμός της πρώτης κατηγορουμένης - εκκαλούσας περί καταβολής εκ των υστέρων του ποσού των 30.000 ευρώ από δικά της χρήματα, τούτο δεν ασκεί έννομη επιρροή στην τέλεση της ένδικης πράξης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ανεξάρτητα από το ότι η ίδια με το ιδιωτικό συμφωνητικό ανέλαβε υποχρέωση προς καταβολή του ποσού των 100.000 ευρώ στην εγκαλούσα, εις ολόκληρον με την ΟΕ και τη συγκατηγορούμενή της, λόγω της ιδιότητας της ως ομορρύθμου εταίρου της συμβιβασθείσας ΟΕ (άρθρο 22 του Εμπ. Ν.), μπορούσε δε παρά τη θέση της εγκαλούσας σε εκκαθάριση, αν δεν είχε δόλο υπεξαίρεσης αυτού, να το καταθέσει, κατά τα συμφωνηθέντα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών υπέρ της υπό εκκαθάριση εγκαλούσας, ώστε να είναι ισχυρός ο συμβιβασμός. Το ποσό των 144.694 ευρώ αποτελεί ασφάλιστρα που είχαν περιέλθει στην κατοχή των κατηγορουμένων - εκκαλουσών λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας και όχι κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων τέτοια συμφωνία, καθόσον αν αυτό είχε συμφωνηθεί, λόγω της σπουδαιότητας των έννομων συνεπειών του θα είχε περιληφθεί στην προαναφερόμενη έγγραφη σύμβαση, αλλά ούτε προσκομίζονται αντίγραφα του τυχόν τηρηθέντος λογαριασμού.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενες - εκκαλούσες τέλεσαν από κοινού, στην Αθήνα ,στις 8-11-2005, υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, αφού το συνολικώς υπεξαιρεθέν ποσό των 144.694 ευρώ, που είχε περιέλθει στην κατοχή τους λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων της εγκαλούσας είναι όχι μόνο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, αλλά υπερβαίνει και το ποσό των 73.000 ευρώ, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 45,375 παρ 1,2 εδ. α και β Π.Κ (βλ ΑΠ 964/2007 (Συμβ) ΕΛΛΔ 4831603, ΑΠ (Συμβ) Π20/2006, ΕΛΛΔ 47,1582, ΑΠ (Συμβ) 1419/2005, ΕΛΛΔ 40,1607).
Συνεπώς οι κρινόμενες εφέσεις πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν, να διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα με την επαναδιατύπωση της κατηγορίας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, αφού η πράξη τελέστηκε άπας και όχι κατ' εξακολούθηση όπως δέχτηκε το εκκαλούμενο βούλευμα και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, όπως διορθώθηκε. Επίσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα τα νόμιμα αιτήματα των εκκαλουσών - κατήγορου μένων περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης στο Συμβούλιο και της πρώτης από αυτές για περαιτέρω ανάκριση για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στις άνω εισαγγελικές προτάσεις, στις οποίες γίνεται ρητή αναφορά προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Τέλος πρέπει να επιβληθούν στις εκκαλούσες - κατηγορούμενες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, ποσού 220 ευρώ για την καθεμιά, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό του παρόντος (άρθρα 319 παρ. 3 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Διορθώνει το εκκαλούμενο βούλευμα με την επαναδιατύπωση της κατηγορίας ως ακολούθως:
Παραπέμπει τις κατηγορούμενες 1)Χ2, κάτοικο ..., οδός Δωδεκανήσου αρ. 9-11 και 2) Χ1, κάτοικο ...,στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν ως υπαίτιες του ότι ενεργώντας από κοινού, έχοντας κοινό δόλο, κατά τον κατωτέρω τόπο και χρόνο με πρόθεση ιδιοποιήθηκαν παράνομα ξένα (ολικά) κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή τους με οποιονδήποτε τρόπο και μάλιστα αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που τους είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων Το αντικείμενο δε της ανωτέρω πράξης τους υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000 ) ευρώ. Ειδικότερα : Στην ..., με την ιδιότητα τους ως ομορρύθμων εταίρων της εταιρίας με την επωνυμία "Χ2 - Χ1 ΑΣΦΑΛΙΣΤ1ΚΟ1 ΣΥΜΒΟΥΛΟί ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "Κ - G ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ Ο.Ε " κατάρτισαν με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" την από ... σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, με βάση την οποία η ομόρρυθμη εταιρία τους ανέλαβε την υποχρέωση να μεσολαβεί, δια των μελών της, στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων στο όνομα και για λογαριασμό της άνω ασφαλιστικής εταιρίας, καθώς και ότι είχε δικαίωμα να εισπράττει τα ασφάλιστρα των συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί με μεσολάβηση της και να τα αποδίδει στην ίδια παραπάνω ασφαλιστική εταιρία. Το χρονικό διάστημα από 13-1-2004 έως 30-9-2005 εισέπραξαν ως ασφάλιστρα το χρηματικό ποσό των 144.694 ευρώ από ασφαλιστικές συμβάσεις, που είχαν συναφθεί κατά το χρονικό αυτό διάστημα μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και τρίτων με τη διαμεσολάβηση της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας ,την οποία αυτές εκπροσωπούσαν, εθεωρείτο δε (το ποσό) ως παρακαταθήκη και ευθύνονταν γι αυτό ως εντολοδόχοι - θεματοφύλακες . Το ποσό των 144.694 ευρώ δεν απέδωσαν στην εγκαλούσα εταιρία, όπως είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα σύμβαση, μέχρι και 8-11-2005, προθεσμία που τους δόθηκε με την από 31-10-2005 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της εγκαλούσας, εκδηλώνοντας με αυτό τον τρόπο, σης 8-11-2005, εμπράκτως την πρόθεση τους για ιδιοποίηση του ποσού αυτού, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτές λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". Το ποσό αυτό δεν απέδωσαν στην εγκαλούσα, παρά τις επίμονες και συνεχείς οχλήσεις της, αλλά το ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους.
ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ το 848/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως διορθώθηκε.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε κάθε μία από τις εκκαλούσες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας ποσού, διακοσίων είκοσι (220) ευρώ".
Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στις κατηγορούμενες στις 5-5-2009 [στην πρώτη] και 4-5-2009 [στη δεύτερη] - διότι τότε ολοκληρώθηκε η επίδοση αφού προηγήθηκε θυροκόλληση στις ίδιες, ακολούθησε επίδοση στους αντικλήτους αυτών ως άνω και κατ' αυτού άσκησαν δια πληρεξουσίου - με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από δικηγόρο - τις υπ' αριθμ. 88/4-5-2009 και 96/13-5-2009 - αντίστοιχα - αναιρέσεις ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, προβάλλουσες ως λόγους αναίρεσης :
Η πρώτη : 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι α) "δεν κάνει καθόλου λόγο και δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το ποσό των 144.694 Ευρώ, που δήθεν υπεξαιρέσαμε." β) δεν διαλαμβάνει με σαφήνεια τον χρόνο και τον τρόπο εκδήλωσης της πρόθεσης ιδιοποίησης..γ) δεν πρόκειται για ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας· αναφέρει ότι οφείλει 70.000 Ευρώ, σ' αυτή αντιστοιχεί το μισό.
2) Εσφαλμένη εφαρμογή - ερμηνεία του άρθρου 375 ΠΚ- αναφέρει ότι δεν έγινε ορθή εκκαθάριση και οριστικοποίηση των λογαριασμών τους με την εγκαλούσα....και δεν είχε πρόθεση ιδιοποίησης....ότι πρόκειται για αλληλόχρεος λογαριασμός.
Η δεύτερη : 1) εσφαλμένη εφαρμογή - ερμηνεία του άρθρου 375 Π.Κ. διότι δεν απεδείχθη η πρόθεση της για παράνομη ιδιοποίηση. 2) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι εσφαλμένα το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται την ύπαρξη "εντολής"... ότι αφού το εναπομείναν υπόλοιπο οφειλής ήταν 70.000 Ευρώ και αφού αυτή όφειλε το μισό δεν πρόκειται για ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και - συνεπώς - πρόκειται για πλημμέλημα.
ΙΙ)Επειδή κατά το άρθρο 375§1 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται για υπεξαίρεση.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται α) το υλικό αντικείμενο να είναι κατά τη φυσική αντίληψη, κινητό πράγμα β) αυτό να είναι ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως διαπλάσσεται στον ΑΚ, ανήκει σε άλλον εκτός από τον δράστη· γ) η κατοχή ή συγκατοχή του πράγματος αυτού κατά το χρόνο που τελέστηκε η πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη· δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου και ε) υποκειμενικά απαιτείται δόλος, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή, να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την παρακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη [ΑΠ 1489/2008 Π.Χρ. 2009 σελ. 537].
Επειδή, όπως είναι γνωστόν, ο Άρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο - συμβούλιο ουσίας έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει την ουσιαστική πλευρά της υπόθεσης, αλλά θεωρεί ως δεδομένα, ότι δηλ. όντως απεδείχθησαν αυτά που δέχεται ότι απεδείχθησαν το συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του. Έτσι δεν συνιστά λόγον αναίρεσης για κακή εκτίμηση των εκ της ανακρίσεως προκυψάντων πραγματικών περιστατικών ή αντικρούων την υπό του βουλεύματος δεκτή γινομένη ύπαρξη αυτών, είναι απαράδεκτος - βλ. ... Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. β σελ. 195, ΑΠ 33/89, ΑΠ 743/82, ΑΠ 2203/2006 κ.α.
Τέτοιος λόγος είναι και η φερομένη εσφαλμένη - κατά τον αναιρεσείοντα - αποδοχή μιας νομικής έννοιας, ενώ αυτή δεν συντρέχει, αφού ο έλεγχος αυτός αντίκειται στα δεκτά γενόμενα από το συμβούλιο πραγματικά περιστατικά. - Πρβλ. ΑΠ 1228/2008, ΑΠ 1449/2007, ΑΠ 1561/2007 κ.α.- Έτσι, και η ύπαρξη του οικείου δόλου του εγκλήματος. Πρβλ. ΑΠ 1741/2002, ΑΠ 372/2003, ΑΠ 1371/2007, ΑΠ 942/78, ΑΠ 207/66, ΑΠ 507/76 κ.α.-
Έτσι και η κρίση ότι πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας βλ. ΑΠ 1371/2007, ΑΠ 1516/2001, ΑΠ 1642/2002 κ.α.
Σε σχέση με τον πράκτορα ασφαλιστικής εταιρείας ότι είναι εντολοδόχος βλ. ιδίως ΑΠ 1600/2004, ΑΠ 492/2003, ΑΠ 1120/2006, ΑΠ 1982/2001, ΑΠ 493/2007, κ.α.
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν το συμβούλιο εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο χώρησε η παραπομπή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν οι απαιτούμενες επαρκείς ενδείξεις ενοχής - βλ. ΑΠ 1262/2008, ΑΠ 1148/2008, ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 276/2007 κ.α.
Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι λόγοι αναίρεσης και των δύο αναιρεσειουσών ανάγονται σε φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των πραγμάτων (αποδεικτικών μέσων) - υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής.- Όλα όσα αναφέρουν έχουν εκτιμηθεί πλην όμως αντίθετα από το προσβαλλόμενο βούλευμα, τούτο όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά. Το βούλευμα δε περιέχει με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και όλα όσα απαιτούνται από τις διατάξεις του άρθρου 375 Π.Κ. Τούτο αναφέρει και ότι πρόκειται περί εντολής [αποκρούει την ύπαρξη αλληλόχρεου λογαριασμού], αναφέρει το ακριβές ποσό ιδιοποίησης και πως προέκυψε τούτο, πότε εκδηλώθηκε η πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης, ότι πρόκειται για ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κ.λ.π.
Δεν απαιτείται δε να αναφέρει και αυτά που οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι πρέπει να αναφέρει.
Πρέπει συνεπώς να απορριφθούν οι υπό κρίση αναιρέσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 88/2009 και 96/2009 αναιρέσεις των Χ2 και
Χ1 κατά του υπ' αριθμ. 553/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και να καταδικασθούν αυτές στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 15-7-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 848/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου - για κακουργήματα - Αθηνών τις Χ2 και Χ1 για να δικαστούν ως υπαίτιες τελέσεως υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτές λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων με συνολική αξία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ (ΠΚ 45, 98, 375 §§1, 2α-β). Κατά του βουλεύματος αυτού οι ανωτέρω άσκησαν εφέσεις και δη τις 183/2008 και 194/2008 και το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 553/2009 βούλευμα του απέρριψε αυτές ως αβάσιμες στην ουσία, προέβη δε και σε διόρθωση του εκκαλούμενου βουλεύματος με επαναδιατύπωση της κατηγορίας, δεχθέν ότι η άνω πράξη τελέστη μια (1) φορά και όχι κατ' εξακολούθηση. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στις κατηγορούμενες στις 5-5-2009 (στην πρώτη) και 4-5-2009 (στη δεύτερη) - διότι τότε ολοκληρώθηκε η επίδοση αφού προηγήθηκε θυροκόλληση στις ίδιες, ακολούθησε επίδοση στους αντικλήτους αυτών και κατ' αυτού άσκησαν δια πληρεξουσίου - με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από δικηγόρο - τις υπ' αριθμ. 88/4-5-2009 και 96/13-5-2009 - αντίστοιχα - αναιρέσεις ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών. Οι αναιρέσεις αυτές, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 375 ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητά πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει οπ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεως του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργημαπκό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β' του Ν.2721/1999. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ, για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία μπορεί να έχει είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η πραγματική (de facto) άσκηση αυτής. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του αυτής. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρ. 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999). Όταν το έγκλημα της υπεξαίρεσης έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται ο προσδιορισμός της αξίας αυτού, διότι τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, επί συνδρομής της οποίας προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθ. 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεση της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Ειδικότερα, στην, κατά συναυτουργία, τέλεση του εγκλήματος, η σύμπραξη των περισσοτέρων συμμέτοχων συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση αυτής ή στο ότι ο καθένας γίνεται άμεσος αυτουργός κατά την εκτέλεση ενός από τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που συγκροτούν το έγκλημα οπότε με την ενέργειά του αυτή πραγματώνει συγχρόνως ή διαδοχικώς πράξη της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος. Επίσης, έλλειψή της από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο' συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στο στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Εξάλλου η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει, και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών και αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναψορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων-ανωμοτί και ένορκες-απολογίες κατηγορουμένων και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό του βουλεύματος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενες-εκκαλούσες Χ2 και Χ1, στις 2-1-2004 συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με
την επωνυμία, "Χ2 - Χ1, ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "Κ. G ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΟΕ", της οποίας ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι, δεσμεύοντας την εταιρία μεμονωμένα η κάθε μία εταίρος, πλην ορισμένων περιοριστικά αναφερόμενων ενεργειών, μεταξύ των οποίων και η ανάληψη υποχρεώσεων από επιταγή, που απαιτείτο η συνυπογραφή και των δύο κάτω από την εταιρική επωνυμία. Μεταξύ της εγκαλούσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" η οποία τελεί ήδη υπό εκκαθάριση, και της άνω ομόρρυθμης εταιρίας καταρτίστηκε στις 13-1-2004 έγγραφη
"σύμβαση διορισμού ασφαλιστικού συμβούλου", σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν.1569/1985. Με τη σύμβαση αυτή, η άνω ομόρρυθμη εταιρία ανέλαβε, ως ασφαλιστικός σύμβουλος, τη διενέργεια, δια των εκπροσώπων της, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας και συγκεκριμένα ανέλαβε να μεσολαβεί, να παρουσιάζει, να προτείνει και προπαρασκευάζει τις ασφαλιστικές συμβάσεις, τις οποίες, αν αποδεχόταν η εγκαλούσα, θα κατάρτιζε η ίδια (εγκαλούσα). Με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ασφαλιστική σύμβουλος : α) δεν έχει δικαίωμα να εκδίδει ή να υπογράφει ασφαλιστήρια συμβόλαια, να προβαίνει σε διακανονισμό ζημιών και γενικώς να συνάπτει συμφωνίες με τρίτους, από τις οποίες προκύπτουν δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της εγκαλούσας (άρθρα 3,4), β) δικαιούται να εισπράττει τα ασφάλιστρα των συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί με μεσολάβηση της και να αποδίδει στην εγκαλούσα το σύνολο των ασφαλίστρων, εντός του πρώτου εικοσαημέρου του μήνα της εκκαθάρισης με επιταγή λήξεως εντός τεσσάρων μηνών συμπεριλαμβανομένου του μήνα έκδοσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ώστε να δικαιούται η ΟΕ να λάβει τη συμφωνημένη προμήθειά της και το εισπρακτικό bonus 4% επί των καθαρών ασφαλίστρων, διαφορετικά η οφειλή της γίνεται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και μπορεί να επιφέρει τη λύση της εταιρίας (άρθρο 8 και παράρτημα 2 της σύμβασης, γ) τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται γι' αυτά ως θεματοφύλακας (άρθρο 10 της σύμβασης). Παρότι συμφωνήθηκε ότι τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ότι οι κατηγορούμενες -εκκαλούσες ευθύνονται ως θεματοφύλακες, τούτο δεν αναιρεί την ιδιότητά τους ως εντολοδόχων της εγκαλούσας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό της και την απόδοση από αυτές των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου (βλ. ΑΠ (Συμβ)2141/2005, ΠΟΙΝ ΛΟΓ 2005, 1966, ΑΠ 492/2003, ΠΧ ΝΔ, 40). Με βάση τα ανωτέρω συμφωνηθέντα οι κατηγορούμενες-εκκαλούσες, με την ιδιότητά τους ως ομορρύθμων εταίρων της άνω ΟΕ, κατέστησαν εντολοδόχοι της εγκαλούσας εταιρίας, όχι όμως και διαχειριστές της περιουσίας αυτής, αφού κατά ρητούς όρους της σύμβασης δεν είχαν δικαίωμα να εκδίδουν ή να υπογράφουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, να προβαίνουν σε διακανονισμό ζημιών και γενικώς να συνάπτουν συμφωνίες με τρίτους, από τις οποίες προκύπτουν δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της εγκαλούσας. Οι κατηγορούμενες-εκκαλούσες δεν απέδιδαν τα ασφάλιστρα κατά το συμφωνηθέντα τρόπο και έτσι είχαν δημιουργηθεί σημαντικές αξιώσεις της εγκαλούσας. Χάριν καταβολής οφειλομένων από την ΟΕ ασφαλίστρων η δεύτερη από τις κατηγορούμενες-εγκαλούσες Χ1 εξέδωσε σε διαταγή της εγκαλούσας τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνίες έκδοσης 31-7-2005, 15-8-2005 και 15-10-2005, ποσού αντιστοίχως 30.000, 27.730,48 και 35.159,38 ευρώ πληρωτέες από το λογαριασμό που αυτή διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί επιταγή από την ΟΕ διότι υπήρχαν δυσμενή στοιχεία σε βάρος της άλλης εταίρου). Οι επιταγές αυτές αν και εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή από τη νόμιμη κομίστρια-εγκαλούσα δεν πληρώθηκαν. Ακολούθως η εγκαλούσα με την από 31-10-2005 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποίησε στην ΟΕ και στις κατηγορούμενες-εκκαλούσες στις 2-11-2005 και 3-11-2005, απαίτησε από αυτές μέχρι 8-11-2005 να καταβάλουν το ποσό των 144.694 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν τα οφειλόμενα σε αυτήν, μέχρι 30-9-2005, ασφάλιστρα μετά την αφαίρεση των προμηθειών και κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση. (Παρότι δεν προσκομίζονται από την εγκαλούσα αντίγραφα των τηρούμενων από τους διαδίκους λογαριασμών λόγω της ανάκλησης της άδειας της εγκαλούσας, κρίνεται ότι τα οφειλόμενα ασφάλιστρα ανέρχονται στο πιο πάνω ποσό, αφού η ..., υπάλληλος της εγκαλούσας και ο Θ, λογιστής αυτής, στις από 8-6-2007 και 19-6-2007 ένορκες ανακριτικές καταθέσεις τους βεβαίωσαν ότι το ύψος του οφειλόμενου ποσού ανέρχεται σε 144.694 ευρώ, οι δε εκκαλούσες-κατηγορούμενες δεν προσκόμισαν αντίγραφα των τηρούμενων από την εταιρία τους λογαριασμών και καταστάσεων και εμπορικών τους βιβλίων, ώστε να αποδείξουν τυχόν μικρότερη οφειλή τους). Όμως οι κατηγορούμενες-εκκαλούσες δεν μορφώθηκαν, εκδηλώνοντας με τη στάση τους αυτή τότε, δηλαδή στις 8-11-2005, την πρόθεσή τους να ιδιοποιηθούν παρανόμως το ανωτέρω συνολικό ποσό των 144.694 ευρώ. Ακολούθως η εγκαλούσα ζήτησε και πέτυχε σε βάρος της δεύτερης κατηγορουμένης - εκκαλούσας την έκδοση της 2782/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση τη δεύτερη και τρίτη επιταγές, επιπλέον δε άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22-2-2006 αγωγή της κατά της ΟΕ και των μελών της για την οφειλή του ποσού των 30.000, χάριν καταβολής του οποίου είχε εκδοθεί η την πρώτη επιταγή. Η δεύτερη κατηγορουμένη-εκκαλούσα άσκησε κατά της άνω διαταγής πληρωμής την από 15-3-2006 ανακοπή (αρ εκθ κατ 525/2006) ανακοπή της, επικαλούμενη, ψευδώς, ανυπαρξία απαίτησης της εγκαλούσας, λόγω του ότι δεν επακολούθησε η αιτία έκδοσης των επιταγών, η οποία συνίστατο στην αγορά στην αγορά από την ίδια μετοχών της εγκαλούσας, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε. Στις 8-3-2006 διατάχτηκε σε βάρος των εκκαλουσών προκαταρκτική εξέταση για την ένδικη υπόθεση και οι εκκαλούσες κατηγορούμενες κατέθεσαν αντίστοιχα τις από 16-11-2006 και 11-9-2006 έγγραφες εξηγήσεις τους. Υπό την πίεση της άσκησης ποινικής δίωξης αλλά και της ύπαρξης των ανωτέρω εκκρεμών δικών, οι εκκαλούσες-κατηγορούμενες κατάρτισαν με την εγκαλούσα εξώδικο συμβιβασμό, με το από 13-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό. Το συμφωνητικό αυτό υπέγραψαν οι εκκαλούσες-κατηγορούμενες, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω ΟΕ, αποδέχτηκαν ότι το ύψος της ένδικης οφειλής τους ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ και συμφώνησαν να καταβάλουν 20.000 ευρώ στις 13-12-2006, 10.000 ευρώ στις 19-12-2006, 35.000 ευρώ στις 30-5-2007 και 35.000 ευρώ στις 31-8-2007 (από προφανή παραδρομή στο συμφωνητικό έχει γραφεί στις δύο τελευταίες ημεροχρονολογίες ως έτος το 2006 αντί του ορθού και συμφωνηθέντος 2007). Επίσης με το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής έστω και μιας δόσης ο συμβιβασμός καθίσταται ανίσχυρος και η εγκαλούσα μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά την είσπραξη του ποσού των 143.997,05 ευρώ. Οι κατηγορούμενες-εκκαλούσες κατέβαλαν τις δύο πρώτες δόσεις, δηλαδή 30.000 ευρώ και παρά τις οχλήσεις της εγκαλούσας, ουδέν άλλο ποσό έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα.
Οι κατηγορούμενες-εκκαλούσες αρνούνται την αποδιδόμενη σ' αυτές κατηγορία και ισχυρίζονται, κατά προσήκουσα εκτίμηση των ισχυρισμών τους, η δεύτερη ότι πρόκειται για αστική διαφορά, αφού ουδέποτε αμφισβήτησε την ύπαρξη υπολοίπου, άλλως ότι η πράξη της έχει χαρακτήρα πλημμελήματος και η πρώτη ότι: α) Δεν γνώριζε για την έκδοση των πιο πάνω επιταγών, οι οποίες δεν αφορούσαν εταιρικά χρέη, γι' αυτό και υπεγράφησαν από τη συγκατηγορουμένη της και όχι και από τις δύο εταίρους, όπως απαιτούσε το καταστατικό, β) Η υπεξαίρεση των ασφαλίστρων έγινε από τη συγκατηγορουμένη της, η οποία ήταν υπεύθυνη για την είσπραξη των ασφαλίστρων, η ίδια δε (πρώτη κατηγορουμένη-εγκαλούσα) δεν λάμβανε γνώση για το πραγματικό ύψος των εισπραττομένων ποσών, λόγω της αλλοίωσης των ημερήσιων καταστάσεων από τη συγκατηγορουμένη της, γεγονός που πληροφορήθηκε μετά την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού, από την υπάλληλο της εταιρίας Τ, που της επέδειξε τις αλλοιωμένες καταστάσεις. γ) Δεν είχε δόλο τέλεσης της πράξης αφού προέβη σε συμβιβασμό και πλήρωσε με δικά της χρήματα το ποσό των 30.000 ευρώ, το δε ποσό των 70.000 ευρώ δεν το έχει καταβάλλει λόγω του ότι έχει τεθεί υπό εκκαθάριση η εγκαλούσα και δεν γνωρίζει σε ποιόν να το καταβάλει. δ) Πρόκειται για διαφορά από αλληλόχρεο λογαριασμό, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπεξαίρεση. Οι ισχυρισμοί αυτοί ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι και καταρρίπτονται ειδικότερα από τα εξής: Οι κατηγορούμενες-εκκαλούσες από κοινού ασχολούντο με τις υποθέσεις της εταιρίας και είχαν πρόσβαση στα εταιρικά βιβλία και έγγραφα. Κατά το χρόνο έκδοσης των άνω επιταγών γνώριζαν ότι όφειλαν στην εγκαλούσα από μη απόδοση ασφαλίστρων τουλάχιστον το ποσό των 3 επιταγών (92.889,86), γι' αυτό, όπως προαναφέρθηκε, η δεύτερη κατηγορουμένη-εκκαλούσα χάριν καταβολής της οφειλής της εταιρίας, με τη σύμφωνη γνώμη της πρώτης κατηγορουμένης-εκκαλούσας, εξέδωσε τις επιταγές αυτές από προσωπικό της μπλοκ επιταγών, επειδή δεν μπορούσαν να λάβουν μπλοκ επιταγών στο όνομα της εταιρίας λόγω ύπαρξης δυσμενών στοιχείων σε βάρος της πρώτης κατηγορουμένης-εκκαλούσας. Η μη πληρωμή των επιταγών αυτών, που ήταν μέρος συνολικού ποσού των 144.694 ευρώ, οφειλόταν στην πρόθεση υπεξαίρεσης του άνω ποσού. Το γεγονός ότι σε μεταγενέστερο χρόνο (13-12-2006) και αφού είχαν εξεταστεί από τις αρχές οι δύο κατηγορούμενες-εκκαλούσες αναγνώρισαν την ύπαρξη αξίωσης της εγκαλούσας ύψους 100.000 ευρώ και της εξόφλησαν το ποσό των 30.000 ευρώ, δεν εξαλείφει το αξιόποινο της άνω πράξης τους ούτε κατά το ποσό των 30.000 ευρώ. Κατά το άρθρο 379 παρ 1 ΠΚ, αφού η απόδοση μέρους του υπεξαιρεθέντος ποσού δεν έγινε οικειοθελώς και, χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων, ούτε μετατρέπει σε αστική τη διαφορά, συνιστά όμως ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ 2 δ του ΠΚ (βλ ΑΠ 1703/2001, ΠΟΙΝ ΔΙΚ 2002, 323 Ποινικός Κώδικας Μ. Μαργαρίτη, άρθρο 379 σελ 1092-1095). Το ότι η έκδοση των άνω επιταγών αφορούσε εταιρικές υποχρεώσεις ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού γίνεται ρητή αναφορά περί τούτου, κρίνεται δε ότι η πρώτη κατηγορουμένη-εκκαλούσα δεν θα αναλάμβανε με το συμφωνητικό αυτό την εις ολόκληρον με τη συγκατηγορουμένη ευθύνη για την πληρωμή ενός τόσο μεγάλου ποσού, αν η οφειλή δεν προερχόταν από τη δράση της ΟΕ, αλλά από παράνομη δραστηριότητα της συγκατηγορουμένης της. Αλλοίωση καταστάσεων δεν προέκυψε οπό κανένα στοιχείο, αφού η Τστην από 1-7-2007 ένορκη κατάθεσή της, ενώπιον της ανακρίτριας ουδέν κατέθεσε περί αυτού, από τις προσκομιζόμενες δε από 29-11-2006 και από 13-12-2006 δύο και φερόμενες "ως αλλοιωμένες ημερήσιες καταστάσεις", ανεξάρτητα του ότι δεν αφορούν εισπράξεις ασφαλίστρων για λογαριασμό της εγκαλούσας αλλά άλλων ασφαλιστικών εταιριών (ΕΟΣ, ΜΙΝΕΤΑ) και πάλι από τη συρραφή σ' αυτές ιδιόγραφου σημειώματος περί είσπραξης ενός επιπλέον ασφαλίστρου, δεν προκύπτει αλλοίωση με τη μορφή της είσπραξης και μη απόδοσης κάποιων ποσών. Εξάλλου ακόμη και αν θεωρηθεί αληθινός ο ισχυρισμός της πρώτης κατηγορουμένης-εκκαλούσας περί καταβολής εκ των υστέρων του ποσού των 30.000 ευρώ από δικά της χρήματα, τούτο δεν ασκεί έννομη επιρροή στην τέλεση της ένδικης πράξης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ανεξάρτητα από το ότι η ίδια με το ιδιωτικό συμφωνητικό ανέλαβε υποχρέωση προς καταβολή του ποσού των 100.000 ευρώ στην εγκαλούσα, εις ολόκληρον με την ΟΕ και τη συγκατηγορουμένη της, λόγω της ιδιότητάς της ως ομορρύθμου εταίρου της συμβιβασθείσας ΟΕ (άρθρο 22 του Εμπ Ν), μπορούσε δε παρά τη θέση της εγκαλούσας σε εκκαθάριση, αν δεν είχε δόλο υπεξαίρεσης αυτού, να το καταθέσει, κατά τα συμφωνηθέντα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών υπέρ της υπό εκκαθάριση εγκαλούσας, ώστε να είναι ισχυρός ο συμβιβασμός. Το ποσό των 144.694 ευρώ αποτελεί ασφάλιστρα που είχαν περιέλθει στην κατοχή των κατηγορουμένων-εκκαλουσών λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας και όχι κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων τέτοια συμφωνία, καθόσον αν αυτό είχε συμφωνηθεί, λόγω της σπουδαιότητας των έννομων συνεπειών του θα είχε περιληφθεί στην προαναφερόμενη έγγραφη σύμβαση, αλλά ούτε προσκομίζονται αντίγραφα του τυχόν τηρηθέντος λογαριασμού".
Ενόψει αυτών, το Δικαστικό Συμβούλιο του Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως εντολοδόχων, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 §1α, 27 §1, 45 375 §§ 1, 2 α-β ΠΚ.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειουσών κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτές ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) για να δικαστούν για την κακουργηματική υπεξαίρεση κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως εντολοδόχων, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούν τις ήδη αναιρεσείουσες κατηγορούμενες, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστούν τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτό και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω δε παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι οι αναιρεσείουσες ιδιοποιήθηκαν παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα, δηλαδή το ποσό των 144.694 ευρώ, το οποίο είχε περιέλθει στη κατοχή τους και ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δηλαδή παρακράτησαν το ποσό αυτό και αρνήθηκαν την απόδοσή του στην εγκαλούσα εταιρεία. Είχε δε περιέλθει στην κατοχή τους το ποσό αυτό (χρήματα), λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων, αφού με σύμβαση με την εγκαλούσα εταιρεία είχαν εισπράξει για λογαριασμό της από τους ασφαλισμένους της και είχαν υποχρέωση να της αποδώσουν, χωρίς όμως να πράξουν αυτό. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα: Α) της πρώτης, Χ1, ότι: 1) υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα: αα) αφού για να στοιχειοθετηθεί η υπεξαίρεση απαιτείται δολία προαίρεση του δράστη, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του για να ενσωματώσει στην περιουσία του ξένο κινητό πράγμα χωρίς λόγο, καθόσον, δεν αμφισβήτησε ότι το χρέος ανερχόταν στο ποσό των 144.694 ευρώ, η δε εγκαλούσα δέχθηκε με την ύπαρξη οφειλής για ποσό 100.000 ευρώ, έναντι του οποίου έχουν καταβληθεί ήδη τα 30.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι υπάρχει οικονομική διαφωνία ως προς το ύψος του ποσού της οφειλής, ούτε δε να αποδεικνύεται πρόθεσή της να ιδιοποιηθεί οποιοδήποτε ποσό και ββ) αφού το Συμβούλιο την παρέπεμψε να δικασθεί για υπεξαίρεση ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας για ποσό που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, ενώ θα έπρεπε να παραπεμφθεί για πλημμεληματική υπεξαίρεση και μάλιστα για το ποσό των 70.000 ευρώ (πρώτος και τρίτος λόγος αναιρέσεως αντίστοιχα) και 2) υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ ορθά κρίνοντας έπρεπε να δεχθεί ότι δεν υπάρχει σχέση εντολής αλλά "πρακτορεία" και έτσι, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ΠΚ 375α ή της §2 του αυτού άρθρου του ΠΚ (δεύτερος λόγος), Β) της δεύτερης, Χ2, ότι: 1) υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 375 ΠΚ, διότι δεν αποδείχθηκε πρόθεσή της για παράνομη ιδιοποίηση των άνω χρημάτων και 2) υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το προσβαλλόμενη βούλευμα δέχεται εσφαλμένα την ύπαρξη εντολής και ότι αφού το βούλευμα δέχεται ότι το υπόλοιπο οφειλής που απέμεινε ήταν 70.000 ευρώ και, αυτή όφειλε το μισό, δεν πρόκειται για ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συνεπώς, πρόκειται για πλημμέλημα (πρώτος και δεύτερος λόγοι). Οι αιτιάσεις του όμως αυτές είναι αβάσιμες, διότι ο Άρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο-συμβούλιο ουσίας έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει την ουσιαστική πλευρά της υπόθεσης, αλλά θεωρεί ως δεδομένα, ότι δηλ. όντως απεδείχθησαν αυτά που δέχεται ότι απεδείχθησαν το συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του. Έτσι δεν συνιστά λόγον αναίρεσης για κακή εκτίμηση των εκ της ανακρίσεως προκυψάντων πραγματικών περιστατικών ή ο σχετικός λόγος, αντικρούων την υπό του βουλεύματος δεκτή γινομένη ύπαρξη αυτών, είναι απαράδεκτος.
Τέτοιος λόγος είναι και η φερομένη εσφαλμένη-κατά τον αναιρεσείοντα-αποδοχή μιας νομικής έννοιας, ενώ αυτή δεν συντρέχει, αφού ο έλεγχος αυτός αντίκειται στα δεκτά γενόμενα από το συμβούλιο πραγματικά περιστατικά ή-κατά τον αναιρεσείοντα-αποδοχή μιας νομικής έννοιας, ενώ αυτή δεν συντρέχει, αφού ο έλεγχος αυτός αντίκειται στα δεκτά γενόμενα από το συμβούλιο πραγματικά περιστατικά, επίσης δε και η κρίση ότι πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όπως επίσης, σε σχέση με τον πράκτορα ασφαλιστικής εταιρείας, ότι είναι εντολοδόχος.
Επίσης, το Συμβούλιο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τι οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείουσες. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διαπιστώνει κάθε αναιρεσείουσα ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις κάθε αναιρεσείουσας, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 §1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 §1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από: 1) 13 Μαΐου 2009 και 2) 4 Μαΐου 2009 αιτήσεις των: 1)Χ1 και 2) Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 553/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπέμπονται στο Τριμελές Εφετείο (Κακ/των) για υπεξαίρεση κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που της είχαν εμπιστευθεί με σύμβαση ως εντολοδόχων ξένης περιουσίας (πράκτορες ασφαλιστικής εταιρείας με δικαίωμα να εισπράττουν ασφάλιστρα για λογαριασμό εντολέα και κατά τακτά διαστήματα να τα αποδίδουν). Παρακράτηση από αναιρεσείουσες προς ίδιο όφελος. Έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και μη ορθή του νόμου εφαρμογής, ως λόγοι των δύο (2) αιτήσεων. Ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Συμβούλιο. Κακή εκτίμηση αποδείξεων δεν είναι λόγος αναιρέσεως, όπως και η κρίση του Συμβουλίου ότι το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθώς και η κρίση ότι ενεργούσαν ως εντολοδόχοι της ασφαλιστικής εταιρείας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 516/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυραγάνη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 40/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συνεδριάσαντος στη Χαλκίδα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συνεδριάσαντος στη Χαλκίδα, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.3.2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 358/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 147/27.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1-3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ την με ημερομηνία 4-3-2009 αίτηση του Χ με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 40/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών συνεδριάσαντος στην Χαλκίδα, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, με τριετή αναστολή για πλαστογραφία με χρήση (αρ. 13γ, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 216 παρ. 2-1 ΠΚ) και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα:
Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον ίδιο τον αιτούντα Χ και στρέφεται κατά απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (συνεδριάσαντος στη Χαλκίδα δημόσια την 20/2/2007) με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω αναφερόμενη ποινή για πλαστογραφία με χρήση και διώκει την ακύρωση της απόφασης αυτής και την επανάληψη της διαδικασίας και η οποία περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ, οι οποίοι είναι η επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση για την οποία καταδικάστηκε και στρεφόμενη κατά της με αριθμ. 40/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισυναπτόμενη με αριθμ. 1857/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αναίρεση του αιτούντα κατά της απόφασης αυτής, είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της, για την οποία εκθέτω τα παρακάτω: Από τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 αριθμ. 2 κατά την οποία ''Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημ/μα η κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις (1)...... (2) Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε ....... (3)........ ''προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια τής διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων , την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι, (1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα, (2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και (3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται όλα εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο της εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν. Τέτοια είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη (ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810, ΑΠ 1239/1998 ΠΧ ΜΘ 682 Α Π 816/1999 ΠΧ Ν 343 Α Π 760/1998 ΠΧ ΜΘ 341, ΑΠ 70/1999 Π Χ ΜΘ 313 ΑΠ 9/ 1999 ΠΧ ΜΘ 218 ΑΠ 408/1998 ΠΧ ΜΗ 1059 ΑΠ 428/ 1998 Π Χ ΜΗ 1067 Α Π 216 ΠΧ ΜΗ 801 ΑΠ 18/1998 ΠΧ ΜΗ 661 AΠ 476/2005 Π.Χ ΝΕ 2005-987). Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας ή εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου (ΑΠ 1894/1987, ΑΠ 1315/1989) ούτε και εσφαλμένη εκτίμηση η αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 669/1991, ΑΠ 1185/1994) όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 669/1991). Επίσης δεν είναι νέα και άγνωστα γεγονότα όσα είχαν τεθεί υπ' όψη ρητά ή έμμεσα του δικαστή και απορρίφθηκαν από αυτόν έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν από αυτόν προσηκόντως (ΑΠ 1061/1990, ΑΠ 1185/1994). Περαιτέρω δεν είναι δυνατό να λογιστούν σαν νέα γεγονότα νέες πραγματογνωμοσύνες οι οποίες δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να προβαίνουν στην εκ νέου εκτίμηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού ή άλλων στοιχείων της διαδικασίας, με βάσει της ίδιες τεχνικές-μεθόδους και την ίδια επιστημοσύνη και με μόνη διαφορά την αμφισβήτηση της επιστημοσύνης και των ικανοτήτων των πραγματογνωμόνων που έκαναν την πραγματογνωμοσύνη που τέθηκε υπ' όψη του δικαστηρίου, η οποία εκτίμηση έχει τεθεί υπ' όψη των δικαστών που δίκασαν βάσει πραγματογνωμοσύνης που έγινε μέσα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας που έλαβε χώρα, εκτός αν ή πραγματογνωμοσύνη στηρίζεται σε νέες τεχνικές και σε νέες επιστημονικές μεθόδους που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 717/1986), όμως δεν είναι δυνατό να λογιστούν σαν νέα γεγονότα οι απλές κρίσεις, απόψεις και πεποιθήσεις μαρτύρων περί του ότι ο αιτών κατηγορούμενος είναι αθώος, ή ότι δεν ήταν δυνατό να έχει τελέσει το έγκλημα αυτό, ή κατ' άλλο δηλοποιητικό τρόπο χωρίς παράθεση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 357/60, ΑΠ 1/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών καταδικάστηκε με την υπ' αρ. 40/07 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για πλαστογραφία με χρήση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί 3ετία, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την με αριθμ. 1857/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και με την υπό κρίση αίτηση περί επανάληψης της διαδικασίας αναφέρει ότι για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση η οποία συνίσταται στο ότι: "στη ... την 15-9-2000 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει, με την χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου. Συγκεκριμένα, παρανόμως, αυθαιρέτως και άνευ σχετικού δικαιώματος αλλοίωσε το αληθές κατά τα λοιπά περιεχόμενο του υπό ημερομηνία 3-11-1999 κατηγορητηρίου, συνταγέντος και υπογραφέντος από την Αντεισαγγελέα κ. Αθηνά Θεοδωροπούλου δυνάμει του οποίου παραπεμπόταν να δικαστεί στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας ως υπαίτιος για το αδίκημα της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς, παραποιώντας με "στυλό" τις ορθές διατάξεις που προβλέπουν τον ποινικό κολασμό του εν λόγω αδικήματος των άρθρων 381 παρ.1 και 382 παρ. 1 του Π.Κ. και που αναγραφόταν αρχικώς στο εν λόγω κατηγορητήριο, με τις λανθασμένες των άρθρων 388 παρ. 1 και 381 παρ. 1 ΠΚ, με σκοπό την ελάφρυνσης της κατηγορίας του, αφού, αν το Δικαστήριο αποφάσιζε να τον καταδικάσει θα τον καταδίκαζε μόνο για την φθορά της ξένης ιδιοκτησίας που επισύρει μικρότερη ποινή, έναντι αυτής που παραπεμπόταν. Στην συνέχεια έκανε χρήση του ως άνω πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου, δια της επικλήσεως στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας την 12-3-2002 της ακυρότητας του κατηγορητηρίου, λόγω της λανθασμένης παραπομπής σ' αυτό των άρθρων του ΠΚ", προέκυψαν νέα στοιχεία και γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι είναι αθώος και για την υποστήριξη της αιτήσεώς του επικαλείται ως νέα στοιχεία τα οποία δεν είχαν τεθεί υπ' όψη των δικαστών που δίκασαν και τα οποία είναι η με ημερομηνία 27-11-2007 γραφολογική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., ο οποίος κατόπιν λεπτομερούς γραφολογικής διερευνήσεως και σύμφωνα με το τεθέν υπόψη του συγκριτικό υλικό καταλήγει στην εκτίμηση ότι: "οι επίδικες διορθώσεις στα ψηφία των άρθρων που προϋπήρχαν καθώς και στη λέξη "μάρτυρες", δεν προκύπτει ότι έχουν χαραχθεί δια χειρός Χ διότι:
(1) Ο αριθμός 8 χαράσσεται με κοινότυπη δομή η οποία δεν προσφέρει γραφολογικά ευρήματα προς αξιολόγηση ούτως ώστε να. προκύπτει γραφολογική συγγένεια με την αριθμογραφή του Χ.
(2) Ο αριθμός 1 έχει χαραχθεί με δομή ανάλογη αυτής που απαντάται στην αναγραφή των άρθρων στο αυτό έγγραφο, ήτοι με οριζόντια χάραξη βάσεως, η οποία δεν εντοπίζεται στην αριθμογραφή του Χ στο έγγραφο του συγκριτικού υλικού.
(3) Η κατάληξη "ες" δεν φέρει τα χαρακτηριστικά δομής που εντοπίζονται σε αντίστοιχη χάραξη στη γραφή του Χ, ήτοι δεν συνιστά χαρακτηριστικό του γραφικού του χαρακτήρα. Ο Γνωμοδοτών Γραφολόγος ...".
Περαιτέρω ως προς την πραγματογνωμοσύνη η οποία προσκομίζεται πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο εν λόγω πραγματογνώμονας καταλήγει σε αντίθετα συμπεράσματα με τη κρίση των Δικαστών που έκριναν την υπόθεση αυτή, τα οποία όπως προκύπτει δεν είναι δυνατό να υπολογιστούν σαν νέα γεγονότα διότι η προσκομιζόμενη πραγματογνωμοσύνη επιχειρεί μεταγενέστερη ανάλυση και συμπερασματική κρισιολόγηση των συνθηκών τέλεσης της πράξης, γεγονός το οποίο ανήκει κυριαρχικά στο δικάζον δικαστήριο, της έκθεσης αυτής κατατασσομένης στην κατηγορία των ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων και όχι των νέων γεγονότων του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ. Επειδή στην περίπτωση της επανάληψης διαδικασίας το ζητούμενο είναι να προκύπτει από τα προσκομιζόμενα νέα αποδεικτικά στοιχεία και γεγονότα είτε μόνα των, είτε σε συνδυασμό με τις προηγουμένως προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 869/93 Π.Χ. ΜΓ'/670, ΑΠ 505/94, ΑΠ 840/95 και ΑΠ 717/86 ΠΧ ΛΣΤ/725) ότι ο αιτών όχι απλά είναι πιθανόν αθώος αλλά να είναι σφόδρα πιθανό μέχρι βεβαιότητας περί του ότι αυτός είναι αθώος και επειδή στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν από τον αιτούντα όχι απλά δεν καθιστούν κατά τη κρίση μας σφόδρα πιθανολογούμενη την αθωότητα του άλλα τουναντίον ενισχύουν την άποψη περί του ότι ο αιτών ορθά καταδικάστηκε για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε (βλ. σκεπτικά των 5783/05 και 40/07 αποφάσεων Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα) και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η με ημερομηνία 4-3-2009 αίτηση του Χ με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 40/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών συνεδριάσαντος στη Χαλκίδα την 20/2/2007 και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος.
Αθήνα την 9-4-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Αντιθέτως, δεν περιλαμβάνονται στα άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές γεγονότα, α) όσα είχαν τεθεί υπόψη ρητά ή εμμέσως στο δικαστήριο και απορρίφθηκαν από αυτό, έστω κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως και β) όσα αναφέρονται στο μέρος εκείνο του συλλογισμού του δικαστηρίου, το οποίο αφορά στην ερμηνεία και την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία καθιερώνει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 40/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας κηρύχθηκε ένοχος σε δεύτερο βαθμό, για πλαστογραφία με χρήση και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, για τον λόγο ότι, από την αναφερπόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν απόδειξη (ιδιωτική γραφολογική έκθεση) γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι ήταν αθώος της πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη και αμροδίως εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο), κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την αμετάκλητη 40/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως από αυτή και τα ταυτάριθμα πρακτικά της προκύπτει, ο αιτών, (χωρίς να έχει γίνει δικαστική ή ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες και αναγνωσθέντα έγγραφα), κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ως υπαίτιος του ότι στην ... στις "15.9.2000 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου. Συγκεκριμένα, παρανόμως, αυθαιρέτως και άνευ σχετικού δικαιώματος αλλοίωσε το αληθές κατά τα λοιπά περιεχόμενο του υπό ημερομηνία 3.11.1999 κατηγορητηρίου, συνταγέντος και υπογραφέντος από την Αντεισαγγελέα κ. Αθηνά Θεοδωροπούλου, δυνάμει του οποίου παραπεμπόταν να δικαστεί στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος, ως υπαίτιος για το αδίκημα της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς, παραποιώντας με στυλό τις ορθές διατάξεις που προβλέπουν τον ποινικό κολασμό του εν λόγω αδικήματος των άρθρων 381 παρ. 1 και 382 παρ. 1 του ΠΚ και που αναγραφόταν αρχικώς στο εν λόγω κατηγορητήριο, με τις λανθασμένες των άρθρων 388 παρ. 1 και 381 παρ. 1 ΠΚ, με σκοπό την ελάφρυνση της κατηγορίας του, αφού, αν το Δικαστήριο αποφάσιζε να τον καταδικάσει, θα τον καταδίκαζε μόνο για την φθορά της ξένης ιδιοκτησίας που επισύρει μικρότερη ποινή, έναντι αυτής που παραπεμπόταν. Στην συνέχεια, έκανε χρήση του ως άνω πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου, δια της επικλήσεως στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας την 12.3.2002, της ακυρότητας του κατηγορητηρίου, λόγω της λανθασμένης παραπομπής σ' αυτό των άρθρων του ΠΚ". Ως λόγο της επιδιωκόμενης με την ένδικη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών προβάλλει ότι ανακύπτουν νέα στοιχεία επί των συνθηκών τελέσεως του άνω εγκλήματος πλαστογραφίας και δη, ότι σύμφωνα με την επικαλούμενη και προσαγόμενη, ως μοναδικό νέο γεγονός, από 27-11-2007, μεταγενέστερη της καταδίκης, έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, του ειδικού δικαστικού γραφολόγου ..., η νόθευση του από 3-11-1999 κατηγορητηρίου, ως προς τα αναγραφόμενα σε αυτό δύο άρθρα του ΠΚ, από το ορθό 381 &1 - 382 &1 ΠΚ σε 388 &1 - 381&1 ΠΚ, για την οποία πράξη πλαστογραφίας καταδικάσθηκε, δεν έγινε δια χειρός αυτού του αιτούντος. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή, όπως από αυτή προκύπτει, έγινε κατ' εντολή του καταδικασθέντος αιτούντος, επί φωτοαντιγράφου του νοθευμένου εν μέρει από 3-11-1999 πρωτοτύπου κατηγορητηρίου για πράξη διακεκριμένης φθοράς, που φέρει την υπογραφή της αρμοδίας Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδας Αθηνάς Θεοδωροπούλου, ο δε πραγματογνώμονας, ενώ επισημαίνει επιφυλάξεις του (σελ. 7 και 8 εκθέσεως), ότι λόγω του ότι η έρευνά του έγινε σε φωτοαντίγραφο και όχι επί του πρωτοτύπου, οι δε περιορισμένης εκτάσεως διορθώσεις δύο αριθμών (1 σε 8 και 2 σε 1, στα άνω δύο άρθρα του ΠΚ) έχουν γίνει με τη μέθοδο της επαναχαράξεως, που μειώνει την ατομικότητα της γραφής και τα στοιχεία εντοπισμού του φορέα, δεν αφήνονται περιθώρια για την εξακρίβωση του γραφικού φορέα, μετά λεπτομερή γραφολογική διερεύνηση, καταλήγει τελικά στο πόρισμά του ότι "οι επίδικες διορθώσεις στα ψηφία των άρθρων που προϋπήρχαν καθώς και στη λέξη μάρτυρες (από το αρχικό - μάρτυρα), δεν προκύπτει ότι έχουν χαραχθεί δια χειρός του Χ". Από την υπό ακύρωση με αριθμό 40/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο προχώρησε σε καταδίκη, του νυν αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας, για πλαστογραφία (νόθευση) με χρήση του από 3-11-1999 σε βάρος του εκδοθέντος κατηγορητηρίου για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, ως προς τα σημειούμενα σε αυτό άρθρα 388 και 381 του ΠΚ, αφού στηρίχθηκε, σύμφωνα με το αιτιολογικό του και τα πρακτικά, χωρίς να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, α) στις καταθέσεις δύο μαρτύρων κατηγορίας, που κατέθεσαν ότι είναι χονδροειδής προσπάθεια απομίμησης, το κατηγορητήριο νόθευσε και στο πρωτότυπο της Εισαγγελίας ο κατηγορούμενος, ο οποίος, δια της συνηγόρου του, υπέβαλε και σχετική ένσταση ακυρότητας αυτού, β) στην κατάθεση ενός μάρτυρα υπερασπίσεως που κατέθεσεν ότι το κατηγορητήριο είναι διορθωμένο από λάθος, είτε από την Εισαγγελία είτε από τη γραμματεία της Εισαγγελίας, γ) στα αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδία στο ίδιο το φέρον τη νόθευση κατηγορητήριο και αντίγραφο σχεδίου αυτού και δ) στην απολογία του κατηγορουμένου Προέδρου Κοινότητας τότε, ο οποίος και αρνήθηκε ότι έχει προβεί ο ίδιος στις διορθώσεις των ανωτέρω δύο άρθρων του κατηγορητηρίου. Όμως, από την άνω επικαλούμενη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αποτελούσα νέο άγνωστο στοιχείο στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από μόνη της ή σε συνδυασμό με εκείνα τα ως παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομισθεί και συνεκτιμηθεί προηγουμένως από τους δικαστές στο δικάσαν την πλαστογραφία με χρήση Δικαστήριο, δε γίνεται φανερό ότι ο καταδικασθείς αιτών δεν είναι αυτός που νόθευσε το παραπάνω κατηγορητήριο, (την ακυρότητα του οποίου και επικαλέσθηκε στο δικάζον την εναντίον του κατηγορία της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, λόγω αλλοιώσεως του προβλέποντος αυτήν άρθρου 382 παρ. 1 του ΠΚ, σε 381 παρ.1 ΠΚ, που προβλέπει την απλή φθορά, τιμωρούμενη με ηπιώτερη ποινή), και ότι είναι αθώος και καταδικάστηκε επομένως άδικα για το άνω έγκλημα το οποίο πραγματικά δεν τέλεσε, όπως ισχυρίζεται. Κατά το λοιπό περιεχόμενό της η κρινόμενη αίτηση περιλαμβάνει ασαφή επιχειρήματα κατά της αξιολογήσεως των αποδείξεων από το Δικαστήριο, που επίσης δεν συνιστούν λόγους επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η δε απαλλαγή του αιτούντος από την άνω αρχική κατηγορία της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, με την προγενέστερη 1723/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, ουδόλως επηρεάζει τη μεταγενέστερη καταδίκη αυτού για την άνω πλαστογραφία του κατηγορητηρίου, (του οποίου πλαστού εγγράφου και έκανε ο ίδιος χρήση στο εν λόγω Δικαστήριο της Χαλκίδος στις 12-3-2002, για να πετύχει με ένσταση που υπέβαλε την ακύρωσή του). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 40/2007 αποφάσεως του στη Χαλκίδα συνεδριάσαντος Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2010.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας ως αβάσιμη κατ' ουσία.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 514/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατούμενου στην Αγροτική Φυλακή ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1611/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1475/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 50/4.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 25.9.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1, που κρατείται στην Αγροτική Φυλακή ..., για αναίρεση της 1611/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ, "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 472 του ίδιου Κώδικα "κάθε δισταγμός ή αμφισβήτηση για την ανασταλτική δύναμη του ενδίκου μέσου κατά το άρθρο 471 λύεται αμετάκλητα από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα που προσβάλλεται. Αν όμως ο δισταγμός ή η αμφισβήτηση ανακύψει μετά την εισαγωγή του ενδίκου μέσου για συζήτηση, λύεται από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει". Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της 1611/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 18.6.2009 αίτηση του Χ1 περί αμφισβητήσεως της ανασταλτικής δύναμης του ενδίκου μέσου της 509/5.4.2006 εφέσεώς του κατά της 1035/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, σε βαθμό κακουργήματος και έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για την ως άνω πρώτη πράξη και ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών για τη δεύτερη και συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών, ακολούθως δε με την 458-459/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε την υπόθεση κατ' έφεση, καταδικάστηκε στις ίδιες ως άνω ποινές, αλλά η απόφαση αυτή αναιρέθηκε εν μέρει με την 1/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα για μερικότερες πράξεις της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, για να εκδικασθεί στο ίδιο Δικαστήριο. Η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την παραπάνω αίτηση του αναιρεσείοντος, όπως προαναφέρθηκε, είναι αμετάκλητη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 472 του ΚΠΔ και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται η δυνατότητα ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 25.9.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1, που κρατείται στην Αγροτική Φυλακή ..., για αναίρεση της 1611/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. -
Αθήνα, 20 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ, "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 472 εδ. α και β του ίδιου Κώδικα, "κάθε δισταγμός ή αμφισβήτηση για την ανασταλτική δύναμη του ενδίκου μέσου κατά το άρθρο 471 λύεται αμετάκλητα από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα που προσβάλλεται. Αν όμως ο δισταγμός ή η αμφισβήτηση ανακύψει μετά την εισαγωγή του ενδίκου μέσου για συζήτηση, λύεται από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει". Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων, εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ` αριθ. 1611/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 18.6.2009 αίτηση του Χ1 περί αμφισβητήσεως της ανασταλτικής δύναμης της υπ` αριθ. 509/5.4.2006 εφέσεώς του κατά της υπ` αριθ. 1035/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το εμπιστεύθηκαν στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, και έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για την πρώτη πράξη και φυλακίσεως τριών (3) ετών για τη δεύτερη και συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών, ακολούθως δε με την υπ` αριθ. 458 - 459/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε την υπόθεση κατ' έφεση, καταδικάστηκε στις ίδιες ως άνω ποινές, αλλά η απόφαση αυτή αναιρέθηκε εν μέρει με την υπ` αριθ. 1/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα για μερικότερες πράξεις της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για να εκδικασθεί στο ίδιο Δικαστήριο. Η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την παραπάνω αίτηση του αναιρεσείοντος, όπως προαναφέρθηκε, είναι αμετάκλητη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 472 του ΚΠΔ, και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται η δυνατότητα ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου, και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ.1 του ΚΠΔ, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων (ο αντίκλητος του οποίου δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Κατσανίδης ειδοποιήθηκε νομότυπα, όπως προκύπτει από την από17.2.2010 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο, αλλά δεν εμφανίσθηκε) στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 12/25 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1611/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2010.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως στρεφομένη κατά αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του αναιρεσείοντος περί αμφισβητήσεως της ανασταλτικής δύναμης εφέσεως, είναι απαράδεκτη (άρθρο 472 ΚΠΔ) -.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 513/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 30/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1185/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 12/14.1.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 16.06.2009 αίτηση (δήλωση) του .. που κρατείται στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., για αναίρεση της 30/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, οι ανέκκλητες αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, από δε τις αποφάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, όσες είναι οριστικές, με την έννοια ότι το δικαστήριο αποφαίνεται τελειωτικά: για την αθώωση, την καταδίκη, την οριστική παύση της ποινικής διώξεως και την κήρυξη αυτής ως απαράδεκτης. Άλλες αποφάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν με τις παραπάνω και να είναι δυνατή και η κατ' αυτών άσκηση αναιρέσεως, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 463 του ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα" (ΑΠ 1462/2009, ΑΠ 456/2008, ΑΠ 103/2008). Έτσι, η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση ανακλήσεως, κατ' άρθρο 548 του ΚΠΔ, της αποφάσεως που απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας (άρθρ. 341 ΚΠΔ), δεν αποφαίνεται τελειωτικώς επί της κατηγορίας κι επομένως δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, ούτε υπάγεται σε κάποια άλλη ειδική διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναίρεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως του βουλεύματος που έχει προσβληθεί (στην περίπτωση που εκκρεμεί στο στάδιο της εκτελέσεως) και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της 30/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η 10469/21.12.2007 αίτηση του ... περί ανακλήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 548 του ΚΠΔ, των 13/2004 και 14/2004 αποφάσεων του ίδιου δικαστηρίου, με τις οποίες απορρίφθηκαν ασκηθείσες υπ' αυτού αιτήσεις ακυρώσεως της διαδικασίας (άρθ. 341 ΚΠΔ) κατά των 11/2003 και 12/2003 αποφάσεων επίσης του ίδιου δικαστηρίου, που απέρριψαν ως ανυποστήρικτες εφέσεις του κατά των 83/2002 και 84/2002 καταδικαστικών αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το παραπάνω δικαστήριο, απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτη, διότι έκρινε ότι οι 13/2004 και 14/2004 αποφάσεις, που εκδόθηκαν επί αιτήσεων ακυρώσεως διαδικασίας, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του τέταρτου εδαφίου της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 341 του ΚΠΔ είναι οριστικές και αμετάκλητες και δεν ανακαλούνται. Η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποφαίνεται τελειωτικώς επί της κατηγορίας και δεν παύει οριστικά, ούτε κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη κι επομένως δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, ούτε υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου ή σε άλλη ειδική διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναίρεση. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται η δυνατότητα ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 16.06.2009 αίτηση (δήλωση) του ..., για αναίρεση της 30/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, οι ανέκκλητες αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, από δε τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, όσες είναι οριστικές, με την έννοια ότι το δικαστήριο αποφαίνεται τελειωτικά για την αθώωση, την καταδίκη, την οριστική παύση της ποινικής δίωξης και την κήρυξή της ως απαράδεκτης. Άλλες αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν με τις παραπάνω και να είναι δυνατή και η κατ' αυτών άσκηση αναίρεσης, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 463 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα".
Έτσι, η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία απορρίπτεται, ως απαράδεκτη η αίτηση ανακλήσεως, κατ' άρθρο 548 ΚΠΔ, της αποφάσεως που απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας, δεν αποφαίνεται τελειωτικώς δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, ούτε υπάγεται σε κάποια άλλη ειδική διάταξη νόμου που επιτρέπει την άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου.
Εν προκειμένω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 30/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 10469/21-12-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος ... περί ανακλήσεως των υπ' αριθ. 13 και 14/2004 αποφάσεων του ίδιου Δικαστηρίου με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες απ' αυτόν αιτήσεις ακυρώσεως της διαδικασίας κατά των υπ' αριθ. 11/2003 12/2003 αποφάσεων του ιδίου άνω Δικαστηρίου. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ), αφού ασκήθηκε κατ' αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται, από τον ΚΠΔ ή από άλλη ειδική διάταξη νόμου, η δυνατότητα ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 30/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2010.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που απέρριψε αίτηση ανακλήσεως αποφάσεως, κατ' άρθρο 548 ΚΠΔ.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 511/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείων - κατηγορουμένου, ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουλουρούδη, περί αναιρέσεως της 862/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1151/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 31§1 του ν. 3346/2005, "παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, με εξαίρεση τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5: α) των πταισμάτων και β) υφ` όρον των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση αυτή αν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου τούτου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ συνεχίζεται κατ` αυτού η παυθείσα ποινική δίωξη". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 862/2009 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεων των άρθρων 12 του π. δ. 40/1977, 3§1ε, 16§2 Παράρτημα Β κεφάλαια Ι και ΙΙ Β και Παράρτημα Γ κεφάλαιο ΙΙΙ του π.δ. 56/1995, δυνάμει του οποίου κατέστησαν εσωτερικό δίκαιο οι αντίστοιχες οδηγίες της ΕΕ που ρυθμίζουν λεπτομερώς τους κανόνες παραγωγής και εμπορίας ζωικού γάλακτος, οι οποίες τιμωρούνται σύμφωνα με τα άρθρα 23 στοιχ. Β και 24 του ν. 248/1914, 15§1 του ν. 2732/1999, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική 2.900 €. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, οι παραβάσεις αυτές συνίσταντο στο ότι: "Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος στην ...., στις 15/5/2001, σε γενόμενο υγειονομικό έλεγχο στο τυροκομείο ..., διαπιστώθηκε να έχει προβεί ως εκπρόσωπος και υπεύθυνος της "... ΟΕ", που τυγχάνει ιδιοκτήτρια του ως άνω τυροκομείου, στις εξής παραβάσεις: 1) η δεξαμενή παραλαβής του νωπού γάλακτος βρισκόταν έξω από τον χώρο παραλαβής, ενώ έπρεπε να βρίσκεται μέσα, με αποτέλεσμα να είναι εκτεθειμένη στις βλαπτικές επιδράσεις του περιβάλλοντος (σκόνη, έντομα κλπ.), 2) δεν υπήρχε σύστημα αποτροπής εισόδου εντόμων στην είσοδο με αποτέλεσμα τα έντομα να εισέρχονται και να κυκλοφορούν ελεύθερα σε μεγάλο αριθμό μέσα στο χώρο παραλαβής και παστερίωσης του γάλακτος. Εκτός από έντομα κυκλοφορούσαν ελεύθερα και πουλιά (χελιδόνια) στο εσωτερικό του τυροκομείου, με κίνδυνο ρύπανσης, δια των περιττωμάτων τους, του γάλακτος, 3) ο χώρος τυροκόμησης χρησιμοποιείτο, κατά παράβαση των διατάξεων της Κτηνιατρικής Νομοθεσίας, ταυτόχρονα και σαν χώρος εναποθήκευσης και ωρίμανσης των συσκευασθέντων τυριών, 4) ο χώρος αποδυτηρίων υπήρχε μόνο κατ' ευφημισμό. Τα υπάρχοντα ερμάρια χρησιμοποιούνταν όχι για τη φύλαξη των ενδυμάτων των εργαζομένων αλλά για τη φύλαξη αλλότριων αντικειμένων, όπως ντοσιέ και διαφόρων εγγράφων, 5) κατελήφθη άτομο από το προσωπικό να καπνίζει κατά την ώρα της εργασίας μέσα στο τυροκομείο, 6) κατά τον έλεγχο των τηρουμένων εγγράφων στοιχείων της επιχείρησης, δεν ανευρέθηκαν τα απαραίτητα προγράμματα διενέργειας αυτοελέγχων, καθαρισμού και απολυμάνσεως των εγκαταστάσεων και, 7) τα χρησιμοποιούμενα υλικά καθαρισμού και απολυμάνσεων, παρότι θεωρούνται και είναι τοξικά, δεν φυλάσσονταν κλειδωμένα σε ειδικό προβλεπόμενο χώρο". Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 23 στοιχ. Β του ν. 248/1914, οι παραβάσεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική τουλάχιστον 1.000.000 δρχ. (ήδη 2.900 ευρώ). Επομένως, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 31§1 του ν. 3346/2005 περί υφ` όρον παύσης της ποινικής δίωξης, αφού η απειλούμενη για την ως άνω παράβαση από το νόμο ποινή φυλάκισης υπερβαίνει το ένα έτος κατ` ανώτατο όριο. Κατά συνέπειαν, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` εκτίμηση, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και συγκεκριμένα γιατί οι παραβάσεις για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη τιμωρούνται, κατά το άρθρο 11§10 του ν. 2307/1995, με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών και θα έπρεπε να ανασταλεί υφ` όρον η ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος κατ` εφαρμογή του ν. 3346/2005, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, τοσούτω, μάλιστα, καθόσον από την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα διάταξη τιμωρούνται οι επιτακτικές ή απαγορευτικές διατάξεις του Υγειονομικού Κανονισμού, ενώ οι επίδικες παραβάσεις υπάγονται στις προαναφερόμενες διατάξεις (περί παστεριωμένου γάλακτος και συναφών) που επισύρουν βαρύτερες κυρώσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. β ΚΠΔ, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ένας λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως θα κριθεί βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το αξιόποινο της ανωτέρω πράξεως έχει παραγραφεί, αφού από το φερόμενο χρόνο τελέσεώς της (15.5.2001) μέχρι την άσκηση της αιτήσεως (20.7.2009) παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας (8 έτη και 2 μήνες) και, επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον δεν υπάρχει κανένας βάσιμος λόγος, για τον οποίο θα μπορούσε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε οκταετία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (14.5.2009).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 2/20 Ιουλίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 862/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2010 .
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση των άρθρων 12 του π. δ. 40/1977, 3 § 1ε, 16 § 2 Παράρτημα Β κεφάλαια Ι και Π Β και Παράρτημα Γ κεφάλαιο III του π.δ. 56/1995, δυνάμει του οποίου κατέστησαν εσωτερικό δίκαιο οι αντίστοιχες οδηγίες της ΕΕ που ρυθμίζουν λεπτομερώς τους κανόνες παραγωγής και εμπορίας ζωικού γάλακτος, οι οποίες τιμωρούνται σύμφωνα με τα άρθρα 23 στοιχ. Β και 24 του ν. 248/1914, 15 § 1 του ν. 2732/1999. Απόρριψη των λόγων αναιρέσεως α) για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και συγκεκριμένα για μη εφαρμογή του άρθρου 11 § 10 του ν. 2307/1995 και μη αναστολή υφ' όρον της ποινικής διώξεως κατ' άρθρο 31 § 1 του ν. 3346/2005 και β) για παραγραφή που συμπληρώθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
|
Υγειονομικός κανονισμός
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Παραγραφή υφ' όρο, Υγειονομικός κανονισμός, Γαλακτοκομικά, Ευρωπαϊκής ένωσης οδηγία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 509/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρίνο Μπιλιώνη, περί αναιρέσεως της 64/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκους ...που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Βαλέντη.
Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1584/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση 10 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής (άρθρο 286 §1 ΠΚ). Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι από αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, πολιτικός μηχανικός, στην .., κατά το χρονικό διάστημα από την 18-10-2001 έως και την 2-5-2002, κατά την εκτέλεση οικοδομικού έργου, με πρόθεση, ενήργησε παρά τους αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες, προξενώντας κίνδυνο για την υγεία και τη ζωή ανθρώπου. Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως πολιτικός μηχανικός, κατά την εκτέλεση του έργου της ανακατασκευής μιας λιθόκτιστης οικοδομής με υπόγειο, στην ... των εγκαλουσών Χ1 και Χ2, δεν εφάρμοσε τη στατική μελέτη βάσει της οποίας εκδόθηκε η ....οικοδομική άδεια, σύμφωνα μάλιστα με την οποία προβλέπονταν η αντικατάσταση του ξύλινου πατώματος και της ξύλινης στέγης της οικίας με κατασκευή νέου αυτοτελούς φέροντος οργανισμού από οπλισμένο σκυρόδεμα στο εσωτερικό της οικίας και με την εμφύτευση 14 υποστυλωμάτων, αλλά αντιθέτως ο κατηγορούμενος κατασκεύασε μόνο την πλάκα της οροφής του υπογείου, η οποίαν εδράζονταν στους λιθόκτιστους τοίχους του υπογείου, χωρίς να έχουν εμφυτευτεί 7 από τα 14 δοκάρια και υποστυλώματα που προέβλεπε η στατική μελέτη. Στην οροφή του υπογείου, ενώ προβλέπετο πλάκα με κεραμοσκεπή, ο κατηγορούμενος κατασκεύασε μόνο ξύλινη στέγη, η οποία στηρίζονταν στους περιμετρικούς τοίχους χωρίς ειδική ενίσχυση. Συνεπεία, δε, της ατελούς κατασκευής του φέροντος οργανισμού της οικοδομής δεν ήταν δυνατή η αυτόνομη στατική λειτουργία της οικοδομής με αποτέλεσμα τα φορτία να μεταβιβάζονται στο λιθόκτιστους τοίχους, των οποίων η φέρουσα ικανότητα ήταν μικρή εξαιτίας της κακής ποιότητας των λιθοσωμάτων και του κακού τρόπου δόμησης ενώ και ο τρόπος σύνδεσης των πλακών και των τοίχων εθεωρείτο επισφαλής με αποτέλεσμα η εν λόγω οικοδομή να χαρακτηριστεί επικίνδυνη - ετοιμόρροπη από στατικής απόψεως με την ... έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομίας Μεσσηνίας προκαλώντας τοιουτοτρόπως σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία των εγκαλουσών Χ1 και Χ2. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η εν λόγω πλάκα (οροφή υπογείου - δάπεδο ισογείου) είναι ανεστραμμένη τύπου cellar, πάχους 25 εκατοστών με τα οριζόντια δοκάρια σύνδεσης των υποστυλωμάτων εδράζοντα στο εσωτερικό αυτής. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός από το παρόν Δικαστήριο καθόσον δεν προσκομίσθηκαν τεχνικά στοιχεία που να αποδεικνύουν αυτό, αλλά ούτε και ο διορισθείς πραγματογνώμονας διαπίστωσε και αναφέρει κάτι σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, στην παραπάνω αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας που διενήργησε. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξεως (παραβίασης κανόνων οικοδομικής), όπως στο διατακτικό. Τέλος το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 §2 α ΠΚ, καθόσον από την ανωτέρω διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στη διάταξη του άρθρου 286 §1 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. δ' και ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος του αναιρεσείοντος να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 §2ε ΠΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, αλλά μόνον ο ισχυρισμός της αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 §2α ΠΚ, ο οποίος και έγινε δεκτός από το δικαστήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 §2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ και όχι άλλες πλημμέλειες, μεταξύ των οποίων και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου τούτου απόσβεση της σχετικής αξίωσης λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής ενστάσεως παραγραφής και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να πληρώσει σε κάθε μία από τις δύο πολιτικώς ενάγουσες την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση του ποσού των 30 ευρώ για ηθική βλάβη, και εναντίον της οποίας αξιώσεως δεν προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, η ένσταση παραγραφής, λόγω παρόδου πενταετίας αφότου οι παθούσες έλαβαν γνώση της πράξεως και του προς αποζημίωση υποχρέου. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' και 2γ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει ότι το δικαστήριο θα έπρεπε αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει το θέμα της παραγραφής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2009 αίτηση (δήλωση) του ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της 64/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών Χ2 και Χ1, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική αγωγή. Παραγραφή του δικαιώματος. Ορθώς και νομίμως έγινε δεκτή η παράσταση, μολονότι παραγράφηκε η αξίωση, αφού ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε με ένσταση την παραγραφή. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Παραγραφή, Πολιτική αγωγή.
| 2
|
Αριθμός 508/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα-Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1430/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1879/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 581/19-12-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών τας ασκηθείσας υπό των κατηγορουμένων 1) Χ, 2) Ζ και 3) Θ, από 31 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεώς των κατά του υπ'αριθμ. 1430/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:
Ι. Εκ της διατάξεως του άρθρου 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου υπό αντιπροσώπου του διαδίκου, πρέπει εντός προθεσμίας είκοσιν ημερών από της ασκήσεώς του, να προσκομισθή εις τον γραμματέα ενώπιον του οποίου ησκήθη τούτο το σχετικόν πληρεξούσιον, άλλως παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας αυτής το ένδικον μέσον κηρύσσεται απαράδεκτον κατ'άρθρ. 476 παρ. 1 (Α.Π. 721/2007 Ποιν Δικ 2007 σελ. 1226 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν η αίτησις αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ ησκήθη ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών την 31 Οκτωβρίου 2008 διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Γιάνναρου, ο οποίος όμως δεν προσεκόμισεν εις τον ανωτέρω Γραμματέα εντός της εικοσαημέρου προθεσμίας το σχετικόν πληρεξούσιον (βλ. την από 21/11/2008 υπηρεσιακήν βεβαίωσιν).
Συνεπώς η αίτησις αναιρέσεως του Χτυγχάνει απαράδεκτος.
ΙΙ. Αι αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Ζ και 2) Θ έχουν ασκηθή εμπροθέσμως και νομοτύπως.
Συνεπώς αυταί είναι τυπικώς παραδεκταί και πρέπει να ερευνηθή η βασιμότης του προβαλλομένου δι'αυτών λόγου αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Διά του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ'ουσίαν αι εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων 1) Ζ και 2) Θ κατά του υπ'αριθμ. 87/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη το βούλευμα τούτο, που τους παρέπεμψεν εις το ακροατήριον διά να δικασθούν δι'απόπειραν ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συναυτουργίαν και κατά συρροήν. Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονούνται ήδη οι αναιρεσείοντες προβάλλοντες τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
IV. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδη εις αυτήν διαφορετικήν έννοιαν από εκείνην που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται εις την περίπτωσιν που ο δικαστής δεν υπήγαγεν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που εδέχθη ότι προέκυψαν, εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφηρμόσθη. Περίπτωσις εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίασις εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίασις αυτή υπάρχει, όταν εις το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται εις τον συνδυασμόν του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος διά το οποίον πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειαι, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ολ Α.Π. 7/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 496).
V. Εκ της διατάξεως του άρθρου 299 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεσις της ζωής ετέρου ανθρώπου, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος. Ειδικώς επί του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως προβλέπονται δύο μορφαί δόλου, προμελετημένος και απρομελέτητος. Προμελετημένος δόλος υπάρχει, οσάκις ο δράστης εν ηρέμω ψυχική καταστάσει επιτρεπούση την σκέψιν απεφάσισε την τέλεσιν του εγκλήματος. Εάν η εκτέλεσις της πράξεως δεν επηκολούθησεν αμέσως μετά την απόφασιν, αλλ' εις μεταγενέστερον χρόνον, αρκεί διά την ύπαρξιν προμελετημένου δόλου να υπάρχη ηρεμία ψυχής είτε κατά το έν είτε κατά το άλλο χρονικόν σημείον. Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 42 παρ. 1 Π.Κ. εν συνδ. προς την ανωτέρω διάταξιν προκύπτει, ότι πράξις περιέχουσα αρχήν εκτελέσεως της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως είναι οιαδήποτε ενέργεια του δράστου, η οποία αποτελούσα τμήμα, εν όλω ή εν μέρει, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, οδηγεί ευθέως και αναμφισβητήτως εις την πραγμάτωσιν αυτού ή τελεί προς αυτήν εν τοιαύτη αναγκαία και αμέσω σχέσει συναφείας, ώστε κατά την κοινήν αντίληψιν, να θεωρήται ως τμήμα αυτής και εις την οποίαν αμέσως άγει, εάν δεν ήθελεν εξ οιουδήποτε λόγου ανακοπή (Α.Π. 2130/2007, 1466/2007 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 174, Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 615 αντιστ. κ.ά.).
VI. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, διά παραδεκτής αναφοράς εις την ενσωματωθείσαν εις αυτό Εισαγγελικήν πρότασιν, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογιών κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που κατά τα ουσιώδη εν σχέσει με την υπόθεσιν σημεία των έχουν ως εξής:
Εις ... και παρά την θέσιν ... την 15ην Αυγούστου 2005 και περί ώραν 17.45', οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι Θ και Ζ, από κοινού ενεργούντες μετ'άλλων συγκατηγορουμένων των, εντός της οικίας του ..., απεφάσισαν ευρισκόμενοι εις ήρεμον ψυχικήν κατάστασιν, να θανατώσουν τους ..., ..., ... και .... Προς τούτο, ευρισκόμενοι εις την αυτήν ήρεμον ψυχικήν κατάστασιν, 1) ο Θ επυροβόλησεν επανειλημμένως διά κυνηγετικής καραμπίνας κατ'αυτών, τραυματίσας α) τον ..., εις την οπισθίαν επιφάνειαν του κορμού του σώματός του, τα άνω άκρα του, τον θώρακα, την κοιλιακήν και αριστεράν πλαγίαν τραχηλικήν χώραν, το αριστερόν ημιμόριον του προσώπου και το τριχωτόν της κεφαλής του, την πλαγίαν έξω επιφάνειαν κατά μήκος του αριστερού κάτω άκρου και εις το δεξιόν κάτω άκρον του, β) την ..., εις την δεξιάν άνω περιστοματικήν της χώραν, την δεξιάν κάτω γνάθον, την πλαγίαν έξω επιφάνειαν του άνω τριτημορίου της αριστεράς κνήμης της και εις την μεσότητα της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής της στήλης και γ) τον ..., εις την δεξιάν ωμικήν του χώραν, την έσω έλικα δεξιού ωτός, δεξιάν υπογνάθιον χώραν πλησίον της αρθρώσεως της κάτω γνάθου του, δεξιάν ωμοπλατιαίαν χώραν, οπίσθιον δεξιόν κάτω ημιθωράκιον, αριστεράν οσφυϊκήν χώραν και άνω τριτημόριον δεξιού κάτω άκρου του και 2) ο Ζ επετέθη κατ'αυτών διά θλώντος, αμβλέος, επιμήκους ξυλίνου οργάνου, διά του οποίου εκτύπησε τούτους, προξενήσας εις α) τον ..., ελαφρά τραύματα εις όλον το σώμα αυτού, β) την ..., εκδοράς της μεσότητος την θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής της στήλης, γ) τον ..., εκδοράς της κατ'αγκώνος αρθρώσεως αμφοτεροπλεύρως, γραμμοειδή εκδοράν εις την πλαγίαν έξω επιφάνειαν του άνω τριτημορίου του δεξιού του βραχίονος, εκδοράς δεξιάς υπογναθίου χώρας πλησίον της αρθρώσεως της κάτω γνάθου του, διασπάρτους γραμμοειδείς εκδοράς δεξιάς ωμοπλατιαίας χώρας, οπισθίου δεξιού κάτω ημιθωρακίου, αριστεράς οσφυϊκής χώρας κα άνω τριτημορίου δεξιού κάτω άκρου του και δ) την ..., θλαστικήν εξοίδησιν της πλαγίας έξω επιφανείας της μεσότητος του αριστερού της αντιβραχίου. Πλην η πράξις των αυτή δεν ήχθη εις πέρας ουχί οικεία αυτών βουλήσει, αλλ'εξ εμποδίων εξωτερικών. Συγκεκριμένως διότι εξ αστοχίας των δεν έπληξαν αυτούς εις καίρια διά την ζωήν των σημεία του σώματός των.
V
ΙΙ. Με τας παραδοχάς του αυτάς ορθώς το Συμβούλιον Εφετών υπήγαγε τα ανωτέρω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά εις τας διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 παρ. 1 Π.Κ., δεχθέν ότι υφίσταται εν προκειμένω απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συναυτουργίαν και κατά συρροήν.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστάμενος εις το ότι έπρεπε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά να υπαχθούν όχι εις τας ως άνω διατάξεις, αλλ' εις την διάταξιν του άρθρου 310 παρ. 1 Π.Κ. περί βαρείας μη σκοπουμένης σωματικής βλάβης ή εις την τοιαύτην του άρθρου 308 παρ. 1 Π.Κ. περί απλής σωματικής βλάβης.
Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθούν αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α------------------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να απορριφθούν αι από 31 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ, 2) Ζ και 3) Θ, κατά του υπ'αριθμ. 1430/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Αθήνα 15 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 465 §1 ΚΠΔ προκύπτει ότι επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από αντιπρόσωπο του διαδίκου, πρέπει εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από της ασκήσεώς του, να προσκομισθεί στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε τούτο, το σχετικό πληρεξούσιο. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 §1. Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, Χ, κατά του 1430/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε έφεσή του κατά του 87/2008 παραπεμπτικού σε βαθμό κακουργήματος βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκήθηκε ενώπιον του γραμματέως του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών στις 31-10-2008 δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθηνών Γεωργίου Γιάνναρου, ο οποίος όμως δεν προσκόμισε στον παραπάνω γραμματέα εντός της εικοσαημέρου προθεσμίας, το σχετικό πληρεξούσιο, όπως προκύπτει από την από 21-11-2008 υπηρεσιακή βεβαίωση του εν λόγω γραμματέα. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, εφόσον ειδοποιήθηκε ο πιο πάνω αντίκλητος του αναιρεσείοντος δικηγόρος να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 §1, 476 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την 182/31-10-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του 1430/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άσκηση ενδίκου μέσου αναιρέσεως δι' αντιπροσώπου, ο οποίος δεν προσκόμισε το σχετικό πληρεξούσιο μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
Αριθμός 507/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τριράκη, περί αναιρέσεως της 1262/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1224/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ναι μεν ασκήθηκε στις 29-6-2009 ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με χρόνο καταχωρήσεως της προσβαλλόμενης 1262/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου στο ειδικό βιβλίο στις 5-3-2009, πλην όμως η αναίρεση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα, αφού συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος για την καθυστερημένη άσκησή της και ο οποίος αναφέρεται, σύμφωνα με το 3067/7-8-2009 ιατρικό σημείωμα του Γενικού Νοσοκομείου ..., που υπογράφει ο ιατρός ..., σε σοβαρούς λόγους υγείας που καθιστούσαν κακή τη γενική του κατάσταση. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλει ο νόμος. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών για παράβαση του ν. 1892/1990. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της 578/2006 προηγούμενης αναβλητικής αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου, η συζήτηση της υποθέσεως είχε αρχικά αναβληθεί προκειμένου να προσκομισθεί απόφαση επί προσφυγής του αναιρεσείοντος στα διοικητικά δικαστήρια. Η εν λόγω απόφαση δεν ανέφερε ότι η προσκόμιση έπρεπε να γίνει από τον Εισαγγελέα και συνεπώς η υποχρέωση αυτή βάρυνε τον κατηγορούμενο. Με την 388/2007 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου αναβλήθηκε εκ νέου η συζήτηση της υποθέσεως για την 18-5-2007 και διατάχθηκε η εμφάνισή του δια πληρεξουσίου παραστάντος κατηγορουμένου κατά την παραπάνω ημερομηνία χωρίς κλήτευση. Όμως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο αυτή και το τελευταίο χώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως, κατ' άρθρο 501 § 4 ΚΠΔ, σαν να ήταν παρών αυτός και τον κήρυξε ένοχο της παραπάνω πράξεως. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει καμμία ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα δικαιώματα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, αφού ο ίδιος δεν εμφανίσθηκε, ούτε προσκόμισε στο δικαστήριο, όπως ώφειλε, απόφαση επί της προσφυγής του τα διοικητικά δικαστήρια και ορθώς χώρησε η εκδίκαση της υποθέσεως, γι' αυτό και ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 99 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997 "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι (6) μηνών, με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανώτερο όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να ελέγξει και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της παραβ. του άρθρου 25 § 1α του ν. 1882/1990, του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών. Περαιτέρω όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το παραπάνω δικαστήριο, καίτοι επέβαλε στον αναιρεσείοντα την προαναφερθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, εντούτοις παρέλειψε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτής και προέβη στη μετατροπή της σε χρηματική, υπολογιζόμενη προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με αποτέλεσμα, με αυτόν τον τρόπο, να υπερβεί αρνητικώς την εξουσία του, οπότε πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την περί μετατροπής της επιβληθείσας μ' αυτήν ποινή φυλάκισης των 8 μηνών διάταξή της και παραπεμφθεί, κατά τούτο, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1262/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου μόνο κατά τη διάταξή της περί μετατροπής της ποινής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση μόνον κατά τούτο για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπευση, υπεράσπιση και άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο. Δεν παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα αυτά σε περίπτωση μη εμφανίσεως του κατηγορουμένου κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο. Αναιρεί ως προς την διάταξή της περί μετατροπή της ποινής. Παραπέμπει ως προς αυτό.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Αναίρεση μερική, Ποινής μετατροπή.
| 1
|
Αριθμός 510/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα, περί αναιρέσεως της 48506/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 50/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λπ. (Ολ ΑΠ 19/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 48506/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η υπ` αριθ. 21391/10.9.1997 έφεση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης κατά της υπ` αριθ. 7364/1997 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας στην αρμοδία Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην εν λόγω αίτηση διαλαμβάνονται ως λόγος αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις παραπάνω αιτιολογίες της, με τις οποίες απέρριψε την έφεσή μου ως δήθεν εκπρόθεσμη είναι αναιρετέα για τους εξής λόγους: Αφενός δεν περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου περιλαμβάνει και αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: α) Δεν αναφέρει ποια ήταν η πραγματική κατοικία μου, κατά το χρόνο της επίδοσης, και που έγινε η επίδοση αυτή. β) Δεν αναφέρει καν αν έγινε σχετική επίδοση, πλην αναφέρεται μόνο σε μια προηγούμενη αναβλητική απόφαση, της οποίας "έλαβε γνώση ο εκκαλών κατηγορούμενος", δηλαδή ένας γένους αρσενικού (που ήταν πράγματι ο σε διάσταση σύζυγός μου ...), χωρίς οποιαδήποτε αναφορά για μένα". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται στην ειρημένη έκθεση αναιρέσεως σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την κρίση για την απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτης (και όχι ως εκπρόθεσμης). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 121/17 Νοεμβρίου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 48506/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως. Απόρριψη του μοναδικού λόγου περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως αορίστου. Για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ΄ λόγου πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως., ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες κ.λ.π.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 512/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 2138/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1992/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται έτσι ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν, μεταξύ άλλων, δεν μνημονεύονται σ'αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων δεν είναι αναγκαία, ούτε και παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει, όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών. Η επιλεκτική παράθεση ορισμένων, από την οποία δημιουργείται αμφιβολία για το εάν λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ούτε κατά κατηγορία μνημονεύονται, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εκτός αν, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Από τα πρακτικά της προβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο ο Μ1 ως μάρτυρας κατηγορίας, η ...ως μάρτυρας υπερασπίσεως, ενώ αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο η από 10-11-2000 μήνυση του κατηγορουμένου κατά του μηνυτή και η υπ'αριθμ. 4933/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και απολογήθηκε επίσης πριν από την κήρυξη από τον διευθύνοντα τη συνεδρίαση της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας ο παρευρισκόμενος στο ακροατήριο κατηγορούμενος.
Το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του διέλαβε στο σκεπτικό του τα ακόλουθα "ΣΚΕΠΤΙΚΟ: ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την από 10-11-2000 μήνυσή του, διώκοντας την ποινική δίωξη του Μ1, που ήταν λογιστής του για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση. Με την εν λόγω μήνυση που ήταν ψευδής κατά περιεχόμενο, γεγονός γνωστό στον κατηγορούμενο ασκήθηκε σε βάρος του ως άνω Μ1, ποινική δίωξη για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη επιτυγχάντοντας έτσι ο κατηγορούμενος την καταδίωξη του μηνυτή στην οποία και αποσκοπούσε. 'Όμως με την υπ'αριθμ. 4933/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ο μηνυτής κηρύχθηκε αθώος για το αδίκημα της απάτης κατ'εξακολούθηση. 'Όπως αποδείχθηκε ο νυν κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο μηνυτής δεν είχε προβεί στις καταγγελόμενες πράξεις και συγκεκριμένα ότι ο μηνυτής ποτέ δεν ανέλαβε την υποχρέωση να υποβάλει τη φορολογική δήλωση εκείνου στην εφορία, αλλά συμφώνησαν μόνο να τη συμπληρώσει προκειμένου να αποφευχθούν λάθη και παραλείψεις, καθώς ο μηνυτής ήταν επαγγελματίας λογιστής, ότι κατά την παράδοση των βιβλίων του (κατηγορουμένου) δεν έλαβε το ποσό των 28.000 δραχμών, ότι πράγματι εκλάπη μέσα από το αυτοκίνητο του μηνυτή ένας χαρτοφύλακας που περιείχε έγγραφα διαφόρων πελατών του και ενώ στην αρχή πίστεψε ότι είχαν χαθεί και τα βιβλία του κατηγορουμένου, στη συνέχεια τον ενημέρωσε πως αυτά δεν είχαν κλαπεί, ότι ποτέ δεν του ζήτησε χρήματα και συγκεκριμένα 25.000 δραχμές για αντικατάσταση των δήθεν κλαπέντων βιβλίων, και εν γνώσει του τον κατεμήνυσε ψευδώς απόσκοπώντας στην πρόκληση της καταδίκης του. Εξάλλου ο κατηγορούμενος την 10-11-2000 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Εισαγγαλέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης επιβεβαίωσε ότι δήθεν είναι αληθινό το περιεχόμενο την από 10-11-2000 μήνυσής του, και ότι δήθεν ο μηνυτής είχε τελέσει σε βάρος του το αδίκημα της απάτης κατ'εξακολούθηση, όπως αυτό αναφέρεται ειδικότερα παραπάνω, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ως και του γραμματέα της Εισαγγελίας, κατά την κατάθεση της από 10-11-2000 μήνυσής του, για τον μηνυτή Μ1 τα προαναφερόμενα γεγονότα ενώ γνώριζε ότι όλα αυτά ήταν ψευδή και τα αληθινά ήταν αυτά που αναφέρονται παραπάνω, αυτά δε μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των εν λόγω αδικημάτων που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσης...". Πέραν των αναγνωσθέντων εγγράφων, ήτοι της από 1-11-2000 μηνύσεως του κατηγορουμένου και της 4933/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης δεν γίνεται μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο. 'Ετσι δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και η απολογία του κατηγορουμένου. Επίσης δεν προκύπτει ούτε από άλλη αναφορά του όλου περιεχομένου της άνω αποφάσεως, είτε ευθέως είτε διηγηματικώς, ότι λήφθηκαν πράγματι υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, οι άνω μαρτυρικές καταθέσεις και η απολογία του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγος της ενδίκου αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η άνω πλημμέλεια, και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 παρ.6 ν. 2408/1996 και η παράγραφος 3 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 25 του ν. 3346/2005, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ'αφ. β', 370 στοιχ. β' και 511, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ.5 του ν. 3160/2003 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει μετά την αναίρεση της αποφάσεως που προσβάλλεται να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά δεκτή ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα και περιέχεται σ'αυτήν, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ.2, και 509 ΚΠοιΝΔ. ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως ανωτέρω αναφέρθηκε ο ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως που φέρονται κατά την 2138/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ότι τελέσθηκαν στις 10-11-2000. Από τον χρόνο όμως τελέσεως αυτών των πράξεων μέχρι τη διάσκεψη και την έκδοση της προκειμένης αποφάσεως παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας δηλαδή αυτός των πέντε ετών που είναι ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων και τα τρία έτι που είναι ο χρόνος αναστολής αυτών. 'Ετσι το αξιόποινο των άνω πλημμεληματικών πράξεων έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής. Κατ'ακολουθία πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις άνω πράξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2138/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικώς λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ1 για τις πράξεις α) της ψευδούς καταμηνύσεως β) της ψευδορκίας μάρτυρα και γ) της συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται ότι αυτός τέλεσε στη Θεσσαλονίκη στις 10 Νοεμβρίου 2000, σε βάρος του Μ1 με την κατάθεση της από 10-11-2000 μηνύσεως του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, το περιεχόμενο της οποίας εβεβαίωσε ενόρκως, εξεταζόμενος ενώπιον του άνω Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ότι δήθεν ήταν αληθινό και με όσα γεγονότα ισχυρίσθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και του γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για τον καταμηνυθέντα Μ1 κατά την κατάθεση της άνω μηνύσεως και ενώ εγνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από το ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν Εφετείο οι καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριό του μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και η απολογία του κατηγορουμένου. Παύει οριστικώς λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου διότι από το χρόνο τελέσεως των πράξεων ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφημήσεως στις 10/11/2000 κατά την καταδικαστική απόφαση του Εφετείου μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως παρήλθε ο χρόνος παραγραφής πέντε ετών για τις πλημμεληματικές πράξεις και ο χρόνος αναστολής αυτών που είναι τριών ετών για πλημμελήματα όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 517/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 486/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με κατηγορούμενο τον Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Διαμαντή και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ζέρβα.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 33/25.06.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 975/2009.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται, όμως, για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να θεωρηθεί η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 486/2009 απόφασή του, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που την εξέδωσε, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω Δικαστήριο, αφού εκτίμησε τα προσδιοριζόμενα σε αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, τα εξής: "Με το από 12.7.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε στα ... μεταξύ του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντα, Ψ, ο κατηγορούμενος ο οποίος είναι αρχιτέκτων μηχανικός, ανέλαβε την ανέγερση μίας οικίας του πολιτικώς ενάγοντος, αποτελούμενης από ισόγειο εμβαδού 99,30 τ.μ. και υπόγειο επίσης εμβαδού 99,30 τ.μ. σε οικόπεδο αυτού που βρίσκεται στο .... Ειδικότερα με το πρώτο άρθρο του ανωτέρω συμφωνητικού, συμφωνήθηκε ότι το έργο θα κατασκευασθεί σύμφωνα με τις από Ιανουάριο 2004 εδαφοτεχνικές μετρήσεις της εταιρείας "Γεωγνώση Α.Ε." και τα συνημμένα σχεδιαγράμματα (κατόψεις και προσόψεις) με βάση τα οποία εκδόθηκε η οικοδομική άδεια με αριθμ. 32/2004 όπως τροποποιείται με νέα (εκδοθείσα από την Πολεοδομία Τρικάλων). Το τίμημα για την ανέγερση της ανωτέρω οικίας συμφωνήθηκε στο ποσό των 140.865 ευρώ το οποίο θα καταβάλλονταν από τον εργοδότη στον εργολάβο μηχανικό (κατηγορούμενο) από δάνειο από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και οι πληρωμές θα καταβάλλονταν τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών σύμφωνα με τις πιστοποιήσεις των αρμοδίων μηχανικών της Ε.Τ.Ε. Στα μέσα Ιουλίου ο κατηγορούμενος προέβη σε εργασίες διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου, άνοιξε τα θεμέλια της οικοδομής, έριξε το μπετόν καθαριότητας και κατασκεύασε με οπλισμένο σκυρόδεμα την οικοδομή μέχρι το ύψος του υπογείου. Όμως μετά από αυτοψία που διενήργησε στις 26.7.2005 αρμόδιος υπάλληλος της Πολεοδομίας Τρικάλων στην ανωτέρω οικοδομή, διαπιστώθηκε ότι αυτή είχε ανεγερθεί σε λάθος θέση σε σχέση με την με αριθμ. 32/2004 οικοδομική άδεια και δόθηκε εντολή διακοπής εργασιών σύμφωνα με το με αριθμ. 2395/26.7.2005 έγγραφο του Διευθυντή του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου. Στη συνέχεια την 1.8.2005 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος έδωσε εντολή προς τον αρμόδιο μηχανικό της ... να προβεί στη διενέργεια αυτοψίας για την πιστοποίηση της προόδου των εργασιών κατασκευής του ανωτέρω έργου. Μετά την πιστοποίηση, την ίδια ημέρα από τον ανωτέρω μηχανικό, των εργασιών που είχαν πραγματοποιηθεί στην οικοδομή, (βλ. Σχετικό έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας) έγινε εκταμίευση από την Εθνική Τράπεζα ποσού 42.700 ευρώ, το οποίο και καταβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Η εκταμίευση του ανωτέρω ποσού έγινε με βάση την πιστοποίηση του μηχανικού ..., ο δε κατηγορούμενος σε ουδεμία παράσταση ψευδών γεγονότων προέβη προς τους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας, ούτε απέκρυψε απ' αυτούς ότι η οικοδομή ήταν κατεδαφιστέα διότι την είχε τοποθετήσει σε διαφορετικά σημεία από τα προβλεπόμενα, όπως ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσε ο μάρτυρας ..., υποδιευθυντής της Ε.Τ.Ε. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της πράξης της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο, για το ότι, "στα ... σε μη εξακριβωθείσες κατά την προδικασία ημερομηνίες εντός του χρονικού διαστήματος από τα τέλη Ιουνίου 2005 έως την 1η-8-2005 με πρόθεση και περαιτέρω σκοπό να προσπορίσει στον ίδιο παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε άλλον πείθοντας αυτόν σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών αλλά και αποκρύπτοντας την αλήθεια. Συγκεκριμένα, ως αρχιτέκτων μηχανικός που είχε αναλάβει την ανέγερση μιας οικίας του Ψ στο ..., σύμφωνα με την 32/04 οικοδομική άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας Νομ. Αυτοδ. Τρικάλων και της οποίας η αποπληρωμή θα γινόταν μέσω στεγαστικού δανείου που έλαβε ο Ψ από την Εθνική Τράπεζα παρέστησε αφενός εν γνώσει του ψευδώς στους υπαλλήλους της ΕΤΕ ότι οι εργασίες κατασκευής είχαν προχωρήσει περισσότερο από ότι στην πραγματικότητα και αφ' ετέρου απέκρυψε την αλήθεια, ότι δηλαδή υπήρχε από μέρους του κακοτεχνία και η οικοδομή (όσο ήδη είχε χτιστεί) ήταν κατεδαφιστέα διότι την είχε τοποθετήσει σε διαφορετικά σημεία από τα προβλεπόμενα. Με τους τρόπους αυτούς έπεισε τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΕΤΕ και ειδικότερα το μηχανικό της Τράπεζας που έκανε τη σχετική πιστοποίηση του σταδίου εργασιών της οικοδομής και ενέκρινε την εκταμίευση ποσού (42.700) ευρώ, το οποίο η Τράπεζα δε όφειλε - λόγω των ανωτέρω - να αποδώσει και το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας".
Σύμφωνα με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε, αφού περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε αθώο τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχθηκε το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε την απάτη για την οποία κατηγορήθηκε, εκτίθενται δε στην απόφαση οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο διατυπούμενο στο ως άνω διατακτικό του απαλλακτικό πόρισμα. Η μόνη αιτίαση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα ότι στην αιτιολογία της αποφάσεως, "δεν διευκρινίζεται αν ο κατηγορούμενος παρασιώπησε από το μηχανικό της Τράπεζας ..., με πιστοποίηση του οποίου, περί των πραγματοποιηθεισών εργασιών της οικοδομής, έγινε η εκταμίευση και η καταβολή στον κατηγορούμενο εργολάβο του ποσού του δανείου από την Τράπεζα, ότι η ανωτέρω οικοδομή ήταν κατεδαφιστέα, ως τοποθετηθείσα σε διαφορετικά από τα προβλεπόμενα στην οικοδομική άδεια σημεία και εντεύθεν προκύπτει ασάφεια", είναι αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, από την παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει σαφώς παραδοχή, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, ότι ο κατηγορούμενος "σε ουδεμία παράσταση ψευδών γεγονότων προέβη προς τους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας, ούτε απέκρυψε από αυτούς ότι η οικοδομή ήταν κατεδαφιστέα", στους υπαλλήλους δε της άνω Τράπεζας, σύμφωνα με τις παραδοχές, σαφώς συμπεριλαμβάνεται και ο άνω μηχανικός αυτής, που έκανε την πιστοποίηση των εργασιών, αφού μάλιστα η κατηγορία συνίστατο στο ότι, "παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της ΕΤΕ (γενικώς) και αφετέρου απέκρυψε την αλήθεια, ... με τους τρόπους αυτούς έπεισε τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΕΤΕ και ειδικότερα το μηχανικό της Τράπεζας που έκανε τη σχετική πιστοποίηση του σταδίου των εργασιών ...." και δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να συμπεριλάβει στην αιτιολογία του για την πληρότητά της ότι δεν συνέτρεχε τέλεση της απάτης με παρασιώπηση αληθινών γεγονότων.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμ. εκθ. 33/25-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 486/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την αθώωση του κατηγορουμένου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 519/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασιλείου Νεράντζη, για αναίρεση της 1776/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 875/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου κώδικα, μεταξύ των οποίων η έλλειψη αιτιολογίας της και η υπέρβαση εξουσίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. 6 και 7/1994 και 4/1995, ΑΠ 284/2009). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας της εφέσεως. Πρέπει όμως στην περίπτωση αυτή να διαλαμβάνει στην έκθεση, εφέσεως συγκεκριμένα περιστατικά και να επικαλείται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα επί εφέσεως, κατά τη συζήτηση της στο ακροατήριο είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1173/2008). Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ιδίου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (εισαγγελική) αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή και αστυνομική αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1776/27-2-2009 απόφαση του Τριμελούς εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντα στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 6939/2008 και από 29-8-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 69401/20-10-2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Από τη σχετική ως άνω αναφερομένη έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενης στην ως κάτοικος ..., οδός ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά ότι "ουδέποτε μέχρι σήμερα (29-8-08), που το πληροφορήθηκα τυχαίως, έλαβα γνώση τόσο της ποινικής δίωξης εναντίον μου και της ημερομηνίας δικασίμου, όσο και της καταδικαστικής ερήμην μου αποφάσεως, καθότι όλα τα έγγραφα της δικογραφίας μου επιδόθηκαν στην οδό ... στου ..., αν και είχα γνωστή διεύθυνση στην οδό ... στο Δήμο ...". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και παράλληλα επικαλέσθηκε λόγο ανώτερης βίας για τον οποίο απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, περιοριζόμενος όμως στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση (...) ήταν γνωστή, χωρίς να προσδιορίζει αν αυτή ήταν γνωστή στη δικαστική (εισαγγελική) αρχή που είχε εκδώσει τα όλα τα προοριζόμενα για επίδοση σ' αυτόν έγγραφα ή είχε παραγγείλει την επίδοση τους, για να έχει υποχρέωση αυτή να επιδοθούν τα έγγραφα αυτά στην τελευταία ως άνω κατοικία του. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά πιστή μεταφορά όσων αφορούν το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της ως άνω εφέσεως του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: "στην προκείμενη περίπτωση, εναντίον της κατηγορουμένης (εννοείται του κατηγορουμένου) ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξη, η οποία φέρεται με το κατηγορητήριο, ότι έλαβε χώρα στις 8 Ιουνίου 2000 σε βάρος τής μηνύτριας εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΜΟΤ Ε. Ι. Λαϊνόπουλος Α.Ε.". Επρόκειτο για ένα αυτοκίνητο μάρκας Mercedes καινούργιο τύπου Ε 200, το οποίο πωλήθηκε στον κατηγορούμενο στις 30-5-1997· Για την πώληση δε αυτή συντάχθηκε το με την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι διέλαβαν τους ειδικότερους όρους, μεταξύ των οποίων και ότι η ως άνω πωλήτρια εταιρεία διετήρησε την κυριότητα τού πωληθέντος αυτοκινήτου. Σημειώνεται, ότι ο κατηγορούμενος αγοραστής δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ... στην περιοχή .... Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες δόσεις και η πωλήτρια εταιρεία άσκησε αγωγή αποβολής από τη νομή της, επί τής οποίας εκδόθηκε αντιμωλία η υπ' αριθ. 450/2000 οριστική απόφαση τού Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία τη δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη και διέταξε την αφαίρεση τού πράγματος από τον κατηγορούμενο. Η απόφαση δε αυτή επιδόθηκε στην παραπάνω διεύθυνση τού κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 5563/8-6.2000 σχετική έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Επιπλέον, η μηνύτρια εταιρεία κατέθεσε και την από 20.4.2001 μήνυση εναντίον τού κατηγορουμένου, στην οποία αναφέρεται ως διεύθυνση κατοικίας του η προαναφερομένη. Προανακριτική δε απολογία τού κατηγορουμένου δεν ελήφθη και στις 22.5.2003 μετέβη στην ως άνω διεύθυνση ο δικαστικός επιμελητής τής Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., ο οποίος ανεζήτησε τον κατηγορούμενο, αλλ' αυτός δεν βρέθηκε, διότι ήδη είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση, όπως δήλωσε ο διαχειριστής. Επίσης, δεν βρέθηκε εκεί κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο αρθ. 156 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ (βλ. την από 13.5.2003 βεβαίωση του ως άνω οργάνου). Έτσι, η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην αρμόδια υπάλληλο τού Δήμου ... .... Καταδικάσθηκε δε αυτός απών, ως άγνωστης διαμονής, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με την υπ' αριθ. 69401/2003 απόφαση τού Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στις 20.5.2005 μετέβη στην ως άνω διεύθυνση η αστυφύλακας ... τού Α.Τ. ..., η οποία με τη σειρά της ανεζήτησε τον κατηγορούμενο, αλλ' αυτός δεν βρέθηκε, διότι ήδη είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση. Επίσης, δεν βρέθηκε εκεί κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο αρθ. 156 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ (βλ. το με την ίδια ημεροχρονολογία αποδεικτικό επιδόσεως). Έτσι, η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην αρμόδια υπάλληλο τού Δήμου ... .... Κατά τής αποφάσεως δε αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε το ένδικο μέσο τής εφέσεως, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 6939/29·8.2θθ8 έκθεση, στην οποία επιβεβαιώνει τη μετοίκησή του διαλαμβάνοντας τα ακόλουθα: "...Διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τής υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως, την οποία δεν διέπραξε και για όσους θα εκθέσει κατά την ημέρα συζητήσεως τής υποθέσεως, δήλωσε δε, ότι την παρούσα ασκεί εκπροθέσμως, διότι ουδέποτε μέχρι σήμερα, που το πληροφορήθηκα τυχαίως, έλαβα γνώση τόσο τής ποινικής δίωξης εναντίον μου και τής ημερομηνίας δικασίμου, όσο και τής καταδικαστικής ερήμην μου αποφάσεως, καθότι όλα τα έγγραφα τής δικογραφίας μου επιδόθηκαν στην οδό ... στου ..., αν και είχα γνωστή διεύθυνση στην οδό ... στο Δήμο ... ...". Σύμφωνα με το ανωτέρω περιεχόμενο, στην έκθεση διαλαμβάνονται δύο λόγοι και συγκεκριμένα αυτός, με τον οποίο παραπονείται για την ενοχή και ο δεύτερος, ο οποίος αναφέρεται στην άκυρη επίδοση της εκκαλουμένης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ακυρότητα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Ανεξάρτητα από αυτά, η επίδοση έλαβε χώρα εγκύρως ως άγνωστης διαμονής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Στην έκθεση δε της εφέσεως δεν περιέχεται λόγος ανώτερης βίας, εξαιτίας τής οποίας ο κατηγορούμενος και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο τής εφέσεως εκθέτοντας προς τούτο τα αναγκαία εκείνα πραγματικά περιστατικά, χωρίς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να αρκεί το γεγονός, ότι δεν είχε λάβει γνώση της αποφάσεως. Απλώς αυτός μάχεται κατά τού κύρους της επιδόσεως, που, όμως, δεν αποτελεί επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Οι κατά την επ' ακροατηρίω δε συμπληρώσεις τής εκθέσεως εφέσεως είναι ανεπίτρεπτες, ούτε παραβιάζεται το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Τέλος, δεν προκύπτει, κατά την κρίση τού Δικαστηρίου, καμία αμφιβολία περί αυτού, ώστε να ερευνηθεί και να ερμηνευθεί υπέρ τού εκκαλούντος κατηγορουμένου, ο οποίος από δική του παράλειψη στερήθηκε τού δικαιώματος αυτού και, συνεπώς, δεν συντρέχει απολύτως καμία περίπτωση παραβιάσεως της παραπάνω διατάξεως τού αρθ. 6 § 1 ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο έφεση ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του (στην οδό ...) και περιορίσθηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του που αναφέρεται στη μήνυση (...) και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Εξάλλου το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απορρίψει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον περί ανωτέρας βίας λόγο της εφέσεως, αφού αυτός ήταν αόριστος λόγω της μη αναφοράς συγκεκριμένων περιστατικών εξαιτίας των οποίων ο αναιρεσείων παρεμποδίσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου ... και της τοιχοκόλλησής της στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του εν λόγω δήμου (20-5-2005) σύμφωνα με το άρθρο 156 παρ. 2 του ΚΠΔ, έως την ημέρα της άσκησης της απορριφθείσης εφέσεως του (29-8-2008) να ασκήσει την έφεση αυτή, ούτε δε επικαλέσθηκε με το εφετήριο κάποια αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτή προκύπτουν, μη αρκούσης της αόριστης αναφοράς "το πληροφορήθηκα τυχαίως" για τη στοιχειοθέτηση σαφούς και ορισμένου λόγου περί ανωτέρας βίας, εκ περισσού δε το Δικαστήριο διέλαβε αιτιολογία απορριπτική του ως άνω λόγου εφέσεως, χωρίς να έχει υπερβεί την εξουσία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' (εκ παραδρομής στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αναφέρεται ως ΣΤ) ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 1 Ιουνίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1776/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απόρριψη της έφεσης κατά ερήμην απόφασης ως απαράδεκτη. Λόγοι της έφεσης: 1) Δεν ήταν άγνωστης διαμονής αλλά γνωστής, και 2) Λόγος ανωτέρας βίας για εκπρόθεσμη άσκηση έφεσης. Ορισμένο των λόγων αυτών αλλιώς απόρριψή τους ως απαράδεκτων. Ποια περιστατικά πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ο εκκαλών. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης λόγω της ορθής απόρριψης αμφοτέρων των λόγων της εφέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 506/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοντοκώστα, περί αναιρέσεως της 1387/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1908/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 §1 ΠΚ, για την θεμελίωση της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με την θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη που να το εμφανίζει ότι συντάχθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και την θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επί πλέον, τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει, με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, που μπορεί να αφορούν τον παραπλανόμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στην δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και να του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Η χρήση εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος ήθελε να πουλήσει το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του. Για το λόγο αυτό δημοσίευσε σχετική αγγελία σε εφημερίδα. Ωστόσο με το υπ' αριθ. 3/10.6.2002 τιμολόγιο φαινόταν ότι είχε μεταβιβάσει το ανωτέρω αυτοκίνητο αντί τιμήματος 7.000 ευρώ στη μάνδρα πωλήσεως αυτοκινήτων "auto center" που διατηρούσε στο 3° χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ... ο (απαλλαγείς πρωτόδικα συγκατηγορούμενός του) Θ, όπου και εναπέθεσε το προς πώληση όχημα. Στην αγγελία του ανταποκρίθηκε ο (επίσης απαλλαγείς πρωτόδικα συγκατηγορούμενός του) Z, αλλοδαπός αρμενικής καταγωγής, ο οποίος ήλθε σε τηλεφωνική επαφή μαζί του. Ο κατηγορούμενος τον οδήγησε στον ..., όπου διέμενε ο ανωτέρω ιδιοκτήτης της μάνδρας Θ, για να δει το προς πώληση αυτοκίνητο. Ο Z συμφώνησε να το αγοράσει, αλλά επειδή δεν διέθετε μετρητά χρήματα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ενδιαφερόταν για τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου και την είσπραξη του τιμήματος, του πρότεινε να χρηματοδοτηθεί από Τράπεζα με δάνειο. Του ζήτησε όμως να βρει κάποιον ως εγγυητή του. Ο Z ως ξένος στη Χώρα δεν είχε φυσικά κανένα αξιόχρεο εγγυητή και γι' αυτό ο κατηγορούμενος, με δική του πρωτοβουλία (που εξηγείται από την επιθυμία να εισπράξει οπωσδήποτε το τίμημα αμέσως), του αντιπρότεινε ότι θα μπορούσε να του βρει εκείνος κάποιον γνωστό του ως εγγυητή. Έτσι ο κατηγορούμενος, έχοντας το πιεστικότερο απ' όλους συμφέρον να ολοκληρωθεί η πώληση (αφού αυτός θα εισέπραττε το τίμημα, ο δε ιδιοκτήτης της μάνδρας μόνο το ποσοστό του αναλογούντος κέρδους του), ανέλαβε να διεκπεραιώσει τη χρηματοδότηση του Z από την Τράπεζα Unitbank που στη συνέχεια απορροφήθηκε από τη Eurobank. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι κατείχε (για λόγο που θα εξηγηθεί κατωτέρω) το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας του οικονομικού έτους 2002 του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατάρτισε και υπέβαλε προς την ανωτέρω Τράπεζα την 21.6.2002 συμπληρωμένη την υπ' αριθ. αριθ. CL 061298 σύμβαση πώλησης οχήματος με ρήτρα παρακράτησης της κυριότητας και χορήγησης δανείου. Σύμφωνα με σύμβαση αυτή ο Θ ως πωλητής και ο Z ως αγοραστής συμφώνησαν την πώληση από τον πρώτο στο δεύτερο (με παρακράτηση της κυριότητας) του προαναφερόμενου αυτοκινήτου αντί τιμήματος 7.350,50 €. Για την κάλυψη μέρους του τιμήματος (4.777,50 €) ζητήθηκε και χορηγήθηκε δάνειο από την ανωτέρω Τράπεζα με σύμβαση χρηματοδότησης. Στη σύμβαση χρηματοδότησης (άρθρο 9) ορίζεται επί λέξει ότι "Ο Εγγυητής εγγυάται προς την Τράπεζα την πλήρη και εμπρόθεσμη εξόφληση του χρέους και την εν γένει εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ΠΕΛΑΤΗ έναντι της ΤΡΑΠΕΖΑΣ. Ο Εγγυητής ενέχεται ως πρωτοφειλέτης και παραιτείται ανεπιφύλακτα από τις ενστάσεις διζήσεως και διαιρέσεως και όλα τα δικαιώματα και ενστάσεις που απορρέουν από τον Αστικό Κώδικα και ιδίως τα άρθρα 853, 858, 862 και 868. Σε περίπτωση περισσότερων εγγυητών αυτοί ευθύνονται έναντι της ΤΡΑΠΕΖΑΣ αλληλεγγύως και εις ολόκληρον". Επειδή όμως ήταν αναγκαία για την ολοκλήρωση της χρηματοδοτήσεως η εγγύηση τρίτου φερέγγυου προσώπου και τέτοιο δεν υπήρχε, ο κατηγορούμενος έθεσε στη σύμβαση δανείου και στη θέση "ο εγγυητής" κατ' απομίμηση την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος Ψ. Αυτός όμως αγνοούσε παντελώς την ενέργεια του κατηγορουμένου και φυσικά όλα έγιναν εν αγνοία του. Τα στοιχεία του πολιτικώς ενάγοντος (δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, ΑΦΜ και αντίγραφο εκκαθαριστικού) είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος ως εξής: Στο εγγύς παρελθόν ο γιος του πολιτικώς ενάγοντος ήθελε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο στο όνομα του πατέρα του από τη μάνδρα πωλήσεως αυτοκινήτων που διατηρούσε τότε ο κατηγορούμενος. Για την προώθηση τη συμβάσεως άφησε τα προαναφερόμενα στοιχεία του πατέρα του, τα οποία παρέμειναν στην κατοχή του κατηγορουμένου και δεν αποδόθηκαν, παρότι οι διαπραγματεύσεις αυτές ναυάγησαν. Έτσι λοιπόν με την πλαστογράφηση της υπογραφής του πολιτικώς ενάγοντα φαινόταν πλέον ότι αυτός αναλαμβάνει την ευθύνη ως εγγυητής για την πλήρη και εμπρόθεσμη αποπληρωμή του δανείου, που έλαβε ευθύς αμέσως ο Z για την αγορά του αυτοκινήτου από το Θ. Ακολούθως ο κατηγορούμενος, για να ολοκληρώσει το σκοπό στον οποίο κατέτεινε, δηλαδή την έγκριση και λήψη του δανείου, έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου, το οποίο κατάρτισε εκτός Τράπεζας, αποστέλλοντας την ανωτέρω σύμβαση πλήρη και υπογεγραμμένη στη δανείστρια τράπεζα Unitbank. Ο σκοπός του ήταν σαφής: Ήθελε να παραπλανήσει τον αρμόδιο υπάλληλο της δανείστριας τράπεζας που χειρίσθηκε τη εν λόγω χρηματοδότηση Unitbank ότι πράγματι ο πολιτικώς ενάγων ανέλαβε εγκύρως ενοχή εγγυητή για την έναντι αυτής οφειλή του χρηματοδοτούμενου, δηλαδή για γεγονός που μπορεί να έχει και πράγματι είχε έννομες συνέπειες. Το ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που προέβη στην πλαστογραφία και όχι άλλος (λ.χ. ο ιδιοκτήτης της μάνδρας) προκύπτει τόσο από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, σε συνδυασμό με την απολογία του Z στο πρωτόδικο δικαστήριο, περιεχόμενη στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όσο και από το γεγονός ότι αυτός είχε το ισχυρότερο κίνητρο για να ανεύρει εγγυητή και να ολοκληρώσει τη χρηματοδότηση. Επίσης και από το γεγονός ότι αυτός κατείχε τα (αναγκαία για τη συμπλήρωση και έγκριση της συμβάσεως δανείου κ.λ.π.) στοιχεία και έγγραφα του πολιτικώς ενάγοντος. Δεν συντρέχει λοιπόν καμία ανάγκη για τη διακρίβωση της αλήθειας να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί. Ακολούθως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται (πλαστογραφία με χρήση), όπως στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία, αναφερόμενα παραδεκτά κατ' είδος, το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στη διάταξη του άρθρου 216 §1 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο σκεπτικό αναφέρεται η έννοια του εγγράφου (άρθρ. 13γ ΠΚ), σε τι συνίσταται η κατάρτιση του πλαστού, το ψευδές περιεχόμενο, η αιτιώδης συνάφεια και οι έννομες συνέπειες, ότι δηλ. το έγγραφο που καταρτίσθηκε με την δήθεν υπογραφή του μηνυτή ήταν πρόσφορο να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που είχε έννομες συνέπειες, προσδιορίζεται η χρήση, ενώ είναι αδιάφορο αν επιτεύχθηκε η παραπλάνηση.
Συνεπώς ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην αίτηση αναιρέσεως, ότι ο μηνυτής δεν υπέστη ζημία αφού το δάνειο το πλήρωσε ολόκληρο ο αγοραστής, ενώ το προϊόν της εκταμίευσης του δανείου εκ 4.777,58 Ευρώ το πήρε ο Θ που έκανε τη χρηματοδότηση, δεν ασκεί επιρροή επί της θεμελιώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως. Επίσης με σαφήνεια η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει το υποκειμενικό στοιχείο που συνίσταται στη γνώση του εγκληματικού αποτελέσματος και την θέληση για την πραγμάτωσή του. Τέλος, ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος προς διενέργεια γραφολογικής πραγματογνω-μοσύνης, υπάρχει αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου για τη μη αναγκαιότητα αυτής προς διακρίβωση της αλήθειας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στηριζόμενη στους λόγους του άρθρου 510 §1 στοιχ. δ' και ε' ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 §1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 1387/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση. Έννοια χρήσεως. Πλήρης αιτιολογία προσβαλλομένης απόφασης. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 504/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3376/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με κατηγορούμενο τον Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα και Ματίνα - Στέλλα Κωνσταντούλα.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 38/14 Αυγούστου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1228/09.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1, 138 παρ.2, 3 και του 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως του εισαγγελέα, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1β' ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητείται η αναίρεση της 3376/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την ασκηθείσα έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης κατά της 672/2009 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του λόγου αυτής, για το λόγο ότι λήφθηκε η απόφαση χωρίς προηγούμενη ακρόαση και πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας. Στην προκειμένη υπόθεση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3376/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτουν, συναφώς με το μοναδικό ως ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, τα εξής: Στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εισήχθησαν προς εκδίκαση και συνεκδικάσθηκαν, η έφεση του καταδικασθέντος για ψευδορκία μάρτυρα κατηγορουμένου Χ2 και η με αριθ. εκθ. 54/27-5-2009 έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά της 627/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, κατά του σκέλους αυτής, που: α) κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ1, για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 και β) αθώωσε τον ίδιο κατηγορούμενο για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρα του άνω καταδικασθέντος συγκατηγορουμένου του Χ2. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των δύο κατηγορουμένων και τη νομιμοποίηση των συνηγόρων τους, δόθηκε από τον διευθύνοντα τη συζήτηση ο λόγος στην Εισαγγελέα της έδρας, η οποία, όπως σημειώνεται στα πρακτικά " ανέπτυξε τις εφέσεις, του Αντεισαγγελέα Εφετών και του δευτέρου κατηγορουμένου κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως και παρέδωσε στον Πρόεδρο κατάλογο μαρτύρων κλπ". Στη συνέχεια, οι συνήγοροι υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, πρόβαλαν, ως αυτοτελή ισχυρισμό, ότι "η έφεση του Αντεισαγγελέα είναι αναιτιολόγητη, ως προς το σκέλος της που εφεσιβάλλει την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως" και αμέσως μετά οι πληρεξούσιοι της πολιτικής αγωγής πρόβαλαν και αυτοί ισχυρισμό ότι ορθά και παραδεκτά ασκήθηκε ποινική δίωξη και για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και επομένως είναι παραδεκτή και η σχετική έφεση του Εισαγγελέα Εφετών για το αδίκημα αυτό. Μετά από αυτά, το Δικαστήριο, με εκτενές αιτιολογικό, αφού έδωσε προηγουμένως το λόγο, κατά σειρά, α) στην Εισαγγελέα της έδρας, η οποία πρότεινε ότι "δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται έφεση για τη συγκεκριμένη πράξη", β) στους πληρεξουσίους της πολιτικής αγωγής, που ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεση του Εισαγγελέα και γ) στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, που ζήτησαν να απορριφθεί η έφεση του Εισαγγελέα (γενικώς) ως απαράδεκτη, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών, ως απαράδεκτη, κατά μεν το σκέλος που η πρωτόδικη απόφαση είχε κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για τη συκοφαντική δυσφήμηση, ελλείψει εμπροθέσμου εγκλήσεως, με αιτιολογία ότι δεν είναι αθωωτική απόφαση και δεν υπόκειται σε έφεση, κατά δε το σκέλος της που αθώωσε τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 , ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του σε αυτή εκτιθεμένου λόγου εφέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Από τα παραπάνω εκτιθέμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συνάγεται ότι δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα της έδρας και αυτή ανέπτυξε τους λόγους εφέσεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και κατά δύο σκέλη αυτής, όταν δε αργότερα προβλήθηκε από τους συνηγόρους υπερασπίσεως, αυτοτελής ισχυρισμός, καταχωρηθείς στα πρακτικά, για απαράδεκτο της εφέσεως αυτής του Αντεισαγγελέα, κατά το σκέλος μόνο που στρεφόταν κατά της διατάξεως που είχε κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη μόνο της συκοφαντικής δυσφημίσεως, δόθηκε από τον διευθύνοντα τη συζήτηση ο λόγος σε όλους τους διαδίκους και στην Εισαγγελέα της έδρας, η οποία περιορίστηκε, στο να προτείνει την απόρριψη του άνω ισχυρισμού, λέγοντας, ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υφίσταται έφεση για τη συγκεκριμένη πράξη, της συκοφαντικής δυσφημίσεως, συμφωνώντας δηλαδή με το βάσιμο του ισχυρισμού των κατηγορουμένων, χωρίς να επεκταθεί περαιτέρω.
Συνεπώς, αφού η Εισαγγελέας της έδρας ανέπτυξε την έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών και κατά τα δύο σκέλη αυτής, περαιτέρω δε και με αφορμή τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων, της δόθηκε και πάλιν ο λόγος επί της εφέσεως, ότε και μπορούσε να αναφερθεί και στο σκέλος που πλήττει τις αθωωτικές διατάξεις της πρωτόδικης αποφάσεως, έπεται ότι, με το να προτείνει την παραδοχή του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι είναι απαράδεκτη η έφεση, όσον αφορά μόνο το σκέλος της που αφορά τη συκοφαντική δυσφήμηση, πρότεινε εμμέσως την παραδοχή της εφέσεως του Αντεισαγγελέα Εφετών , κατά το δεύτερο σκέλος αυτής και άρα δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε. Επομένως, ο συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται, η προσβαλλόμενη απόφαση(άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α', 32, 138 παρ. 2, 3 ,171 παρ.1 β του ΚΠοινΔ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθέσ. 38 /14 - 8 -2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της 3376/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως που απέρριψε έφεση Εισαγγελέα Εφετών κατά αθωωτικής αποφάσεως, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα. ΑΠ περί ακυρότητας της αποφάσεως γιατί πριν την απορριπτική απόφαση δε δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα της έδρας και εντεύθεν η αίτηση αναιρέσεως, ως αβάσιμος, διότι από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα της έδρας, η οποία και ανέπτυξε την έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 503/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, περί αναιρέσεως της 789/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1389/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. l του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως, και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι, για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 εδ. α του ίδιου άρθρου, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Κατά της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες κλπ), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2523/1997, "στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α) στις ημεδαπές Α.Ε., οι Πρόεδροι των Διοικητικών Συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές, ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα δια νόμου, είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση ή διαχείριση αυτών". Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του αυτού ν. 2523/1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και, έτσι, οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Όταν δε πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, πρέπει να αναφέρεται ότι το ποινικώς υπεύθυνο πρόσωπο, κατά το χρόνο κατά τον οποίο βεβαιώθηκε το χρέος, είχε μια από τις ιδιότητες που αναφέρονται παραπάνω, ότι είναι, δηλαδή, πρόεδρος του Δ. Σ., διευθύνων σύμβουλος της συγκεκριμένης εταιρίας κ.λπ. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι` αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 789/2009 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, ανασταλείσα. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος γιατί, την 1.10.2002, 1.5.2005 και 1.8.2006, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην Γ' Δ.Ο.Υ. ... που υπερέβαιναν το ποσό των 120.000 ευρώ, αυτός παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών, δηλαδή των 4 μηνών, και δεν κατέβαλε το συνολικό ποσό των 753.386,05 ευρώ, όπως τα χρέη αυτά εμφαίνονται στον αναλυτικό πίνακα που έχει ενσωματωθεί στο διατακτικό της αποφάσεως. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι: "Στη ... την 1-10-2002, 1-5-2005 και 1-8-2006, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια Υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως εμφαίνεται στον επισυναπτόμενο στο παρόν κλητήριο θέσπισμα υπ' αριθμ. 3-2007 αναλυτικό πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος της Γ' Δ.Ο.Υ. ... και που αποτελεί ένα σώμα με αυτό και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο συνολικά το ποσό των # 753.386,05 # ευρώ, μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στη Γ' Δ.Ο.Υ. ... σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη...". Στον δε επισυναπτόμενο στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεως πίνακα χρεών, ο οποίος αποτελεί με αυτό ενιαίο κείμενο, αναφέρεται ότι τα επίδικα χρέη (με α.α. 1, 2 και 3) βεβαιώθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ως Διευθύνοντος Συμβούλου, από την Γ' Δ.Ο.Υ. ... την 23.4.2002, 22.10.2004 και 3.2.2006 αντιστοίχως, ανέρχονταν σε 133.384,36 €, 401.662,01 € και 1.227,57 €, πλέον συνεισπραττομένων από 99.904,88 €, 117.084,47 € και 122,76 € και συνολικά σε 233.289,24 €, 518.746,48 € και 1.350,33 € αντιστοίχως, προέρχονταν από πρόστιμο Κ.Β.Σ. τα δύο πρώτα και έσοδα λοιπών περιπτώσεων υπέρ τρίτων το τρίτο και ήταν πληρωτέα το πρώτο εφάπαξ στις 31.5.2002, το δεύτερο σε δύο μηνιαίες δόσεις στις 30.11.2004 και 31.12.2004 και το τρίτο εφάπαξ στις 31.3.2006.
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, ενώ στο σκεπτικό, το οποίο αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, δέχεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ήταν (ατομικά) οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο των ως άνω χρεών, από τους συνημμένους πίνακες προκύπτει ότι τα εν λόγω χρέη βεβαιώθηκαν από την Γ' ΔΟΥ ... σε βάρος του ως διευθύνοντος συμβούλου (και όχι, επομένως, ατομικά), χωρίς, όμως, να αναγράφεται ποιας ανώνυμης εταιρίας ήταν διευθύνων σύμβουλος και αν είχε την ιδιότητα αυτή κατά τους χρόνους βεβαιώσεως των χρεών. Έτσι, όμως, δημιουργείται ασάφεια ως προς το αν αυτός ενέχεται ατομικά ή ως διευθύνων σύμβουλος ανώνυμης εταιρίας και ποίας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στην τελευταία περίπτωση, θα υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις μόνο αν είχε την ιδιότητα αυτή κατά το χρόνο βεβαιώσεως των χρεών. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος με την οποία συναρτάται η ποινική του ευθύνη για την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται. Μάλιστα, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος γιατί δεν περιείχε την ιδιότητα αυτού υπό την οποία ενείχετο για την μη καταβολή των επιδίκων χρεών προς το Δημόσιο, με το σκεπτικό ότι η ιδιότητα πρέπει να περιλαμβάνεται στην αιτιολογία της αποφάσεως, στην οποία, όμως, δεν εκθέτει τίποτε ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 789/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση (άρθρο 25 ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 § 1 ν. 2523/1997 και 34§§1, 2, 3 ν. 3220/2004). Στοιχεία του εγκλήματος. Κατά ποιο μέρος οι νέες διατάξεις είναι δυσμενέστερες και κατά ποιο είναι ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου από τις προηγούμενες. Εφαρμογή για τα χρέη που βεβαιώθηκαν πριν από την 1.1.2004 των διατάξεων του άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως ίσχυε τότε, κατά το μέρος που είναι ευμενέστερες για τον αναιρεσείοντα. Όταν το χρέος βεβαιώνεται σε βάρος ανώνυμης εταιρίας, πρέπει να αναφέρεται και η ιδιότητα του ευθυνόμενου φυσικού προσώπου και ότι είχε αυτό την εν λόγω ιδιότητα κατά το χρόνο βεβαιώσεως του χρέους. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας γιατί ενώ στο σκεπτικό, το οποίο αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, φέρεται ότι ο αναιρεσείων ευθυνόταν για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ατομικά, στον επισυναπτόμενο πίνακα χρεών φέρεται ότι ευθυνόταν ως διευθύνων σύμβουλος, χωρίς να προσδιορίζεται και η επωνυμία της οφειλετρίας ανώνυμης εταιρίας ούτε αν είχε αυτός την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου κατά το χρόνο βεβαιώσεως των χρεών. Παραπομπή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
Αριθμός 502/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Παπαευθυμίου, περί αναιρέσεως της 11818/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαϊου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 860/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.6 του Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320-321, 339-340 και 343 του ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 174 παρ.1 του ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσεως του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος καθώς και η ακυρότητα της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεως αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κυρία διαδικασία και, ως εκ τούτου, αναστέλλεται η παραγραφή από της ημέρας της επιδόσεως, εφόσον, όμως, ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτής, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και από αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξεως, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, με την υπ` αριθ. 147670/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε ερήμην ως αγνώστου διαμονής και κηρύχθηκε ένοχη παράβασης του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, που φέρεται ότι τελέστηκε στις 10.3.2001. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την υπ` αριθ. 13373/26.10.2007 έφεση, με την οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως, εκτός από το λόγο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρότεινε και ότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, γιατί της κοινοποιήθηκαν σαν να ήταν άγνωστης διαμονής, ενώ αυτή διέμενε σε γνωστή διεύθυνση, την οποία προσδιορίζει, όπου και έπρεπε να γίνει η επίδοση και ειδικότερα αναζητήθηκε στον ..., στη θέση "...", παρότι αυτή είχε γνωστή διαμονή στην ... και επί της οδού .... Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας την πιο πάνω έφεση, με την υπ` αριθ. 56078/2008 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά (ως εμπροθέσμως ασκηθείσα) την έφεση, απέρριψε ένσταση της εκκαλούσας περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (παρά το ότι, από την έκθεση εφέσεως προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε τέτοια ένσταση, αλλά απλώς προτάθηκε ότι το κλητήριο θέσπισμα και η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκαν σ` αυτήν ως άγνωστης διαμονής και όχι στην κατοικία που πραγματικά διέμενε) και ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως για να προσέλθει ο μάρτυρας κατηγορίας .... Στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 11.818/2009 απόφαση, με την οποία το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε και πάλι ένοχη την αναιρεσείουσα για την ως άνω πράξη, την οποία τέλεσε αυτή με την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 2 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...Η κατηγορούμενη εξέδωσε στην ... στις 10-3-01 την ... επιταγή, θέτοντας την υπογραφή της στη θέση του εκδότη της επιταγής, η οποία έπρεπε να πληρωθεί στην ΑLΡΗΑ Τράπεζα, ποσού 1.000.000 δρχ. με δικαιούχο τον .... Η εν λόγω επιταγή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση νόμιμα στον εγκαλούντα, ο οποίος την εμφάνισε ως νόμιμος κομιστής εμπρόθεσμα στις 14-3-2001 στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν εν γνώσει της κατηγορουμένης διαθέσιμα κεφάλαια. Η κατηγορουμένη προέβη στην τέλεση της πράξης λόγω οικονομικής αδυναμίας και προβλημάτων υγείας...Περαιτέρω η κατηγορουμένη ισχυρίζεται. ότι η εν λόγω πράξη υπέπεσε σε παραγραφή, λόγω παρόδου πενταετίας από την τέλεσή της, καθόσον το παρόν δικαστήριο κατά την δικάσιμο της 22-9-08 δεχόμενο ότι αυτή δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμα την από 26-10-07 έφεσή της θεώρησε άκυρο το κλητήριο θέσπισμα και έτσι έκρινε την έφεσή της κατά της εκκαλουμένης ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το δικαστήριο κατά την εξέταση του εκπροθέσμου της έφεσης έκρινε, κατ' άρθρο 473 ΚΠΔ, ότι αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα από την εκκαλούσα, λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος στο πρόσωπό της, απορρίπτοντας μάλιστα σχετική ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς να προκύπτει από την επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας παραδοχή του πιο πάνω λόγου ακύρωσης της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία (επίδοση) έγινε στην θέση "..." στον ..., όπου και η έδρα της επιχείρησής της. Ενόψει αυτών, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη με τα ελαφρυντικά ότι προέβη στην τέλεση της πράξης από μη ταπεινά αίτια (άρθρο 84 παρ. 2β ΠΚ)". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς την απορριπτική του κρίση για την ένσταση παραγραφής που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ ορθά εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις περί παραγραφής, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, εκθέτει ότι, με προηγούμενη απόφασή του, κρίθηκε ότι η έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως λόγω ανυπερβλήτου κωλύματος, ότι απορρίφθηκε ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (ανεξαρτήτως του ότι, όπως αναφέρθηκε, δεν προκύπτει ότι είχε προταθεί τέτοια ένσταση) και ότι δεν προέκυπτε, από τα στοιχεία της δικογραφίας, ότι έγινε δεκτός λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ποιο ήταν το κώλυμα στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας που επέφερε το δικονομικό αποτέλεσμα να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η έφεσή της, ενώ δεν αναγράφεται ο αριθμός της αποφάσεως, με την οποία κρίθηκε το ζήτημα του κωλύματος και απορρίφθηκε η ένστασή της για ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμη, γιατί, για την πληρότητα της αιτιολογίας για την απόρριψη του ισχυρισμού περί παραγραφής, δεν απαιτείτο η παράθεση και των στοιχείων αυτών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. β ΚΠΔ, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ένας λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως θα κριθεί βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το αξιόποινο της ανωτέρω πράξεως έχει παραγραφεί, αφού από το φερόμενο χρόνο τελέσεώς της (10.3.2001) μέχρι την άσκηση της αιτήσεως παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας και, επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα, οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.5.2009 (με αριθ. πρωτ. 4179/2009) αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 11818/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Πότε αρχίζει η κυρία διαδικασία. Πότε καλύπτεται η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης στον κατηγορούμενο. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της πράξης λόγω παρόδου πενταετίας. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως περί παραγραφής λόγω παρόδου οκταετίας, γιατί δεν κρίθηκε βάσιμος κανένας λόγος αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Ακυρότητα σχετική, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 500/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο,Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Παπαευθυμίου, περί αναιρέσεως της 11819/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαϊου 2009 αίτηση της αναίρεση, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 859/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.6 του Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320-321, 339-340 και 343 του ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 174 παρ.1 του ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσεως του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος καθώς και η ακυρότητα της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεως αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κύρια διαδικασία και, ως εκ τούτου, αναστέλλεται η παραγραφή από της ημέρας της επιδόσεως, εφόσον, όμως, ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτής, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και από αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξεως, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, με την υπ` αριθ. 119129/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε ερήμην ως αγνώστου διαμονής και κηρύχθηκε ένοχη παράβασης του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, που φέρεται ότι τελέστηκε στις 27.3.2001. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την υπ` αριθ. 13375/26.10.2007 έφεση, με την οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως, εκτός από το λόγο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρότεινε και ότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, γιατί της κοινοποιήθηκαν σαν να ήταν άγνωστης διαμονής, ενώ αυτή διέμενε σε γνωστή διεύθυνση, την οποία προσδιορίζει, όπου και έπρεπε να γίνει η επίδοση και ειδικότερα αναζητήθηκε στον ..., στη θέση "...", παρότι αυτή είχε γνωστή διαμονή στο ... και επί της οδού.... Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας την πιο πάνω έφεση, με την υπ` αριθ. 56079/2008 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά (ως εμπροθέσμως ασκηθείσα) την έφεση, απέρριψε ένσταση της εκκαλούσας περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (παρά το ότι, από την έκθεση εφέσεως, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε τέτοια ένσταση, αλλά απλώς προτάθηκε ότι το κλητήριο θέσπισμα και η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκαν σ` αυτήν ως άγνωστης διαμονής και όχι στην κατοικία που πραγματικά διέμενε) και ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως για να προσέλθει ο μάρτυρας κατηγορίας .... Στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 11.819/2009 απόφαση, με την οποία το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε και πάλι ένοχη την αναιρεσείουσα για την ως άνω πράξη, την οποία τέλεσε αυτή με την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...Η κατηγορούμενη εξέδωσε στην ... στις 27-3-01 την ..., θέτοντας την υπογραφή της στη θέση του εκδότη της επιταγής, η οποία έπρεπε να πληρωθεί στην ΑLΡΗΑ Τράπεζα, ποσού 1.282.849 δρχ. με δικαιούχο τον .... Η εν λόγω επιταγή εμφανίστηκε από τον δικαιούχο και νόμιμο κομιστή εμπρόθεσμα στις 30-3-2001 στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν εν γνώσει της κατηγορουμένης διαθέσιμα κεφάλαια. Η κατηγορουμένη προέβη στην τέλεση της πράξης λόγω οικονομικής αδυναμίας και προβλημάτων υγείας...Περαιτέρω η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι η εν λόγω πράξη υπέπεσε σε παραγραφή, λόγω παρόδου πενταετίας από την τέλεσή της, καθόσον το παρόν δικαστήριο κατά την δικάσιμο της 22-9-08 δεχόμενο ότι αυτή δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμα την από 26-10-07 έφεσή της θεώρησε άκυρο το κλητήριο θέσπισμα και έτσι έκρινε την έφεσή της κατά της εκκαλουμένης ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το δικαστήριο κατά την εξέταση του εκπροθέσμου της έφεσης έκρινε, κατ' άρθρο 473 ΚΠΔ, ότι αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα από την εκκαλούσα, λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος στο πρόσωπό της, απορρίπτοντας μάλιστα σχετική ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς να προκύπτει από την επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας παραδοχή του πιο πάνω λόγου ακύρωσης της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης. Ενόψει αυτών, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη με τα ελαφρυντικά ότι προέβη στην τέλεση της πράξης από μη ταπεινά αίτια (άρθρο 84 παρ. 2β ΠΚ)". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς την απορριπτική του κρίση για την ένσταση παραγραφής που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ ορθά εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις περί παραγραφής, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, εκθέτει ότι, με προηγούμενη απόφασή του, κρίθηκε ότι η έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως λόγω ανυπερβλήτου κωλύματος, ότι απορρίφθηκε ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (ανεξαρτήτως του ότι, όπως αναφέρθηκε, δεν προκύπτει ότι είχε προταθεί τέτοια ένσταση) και ότι δεν προέκυπτε, από τα στοιχεία της δικογραφίας, ότι έγινε δεκτός λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ποιο ήταν το κώλυμα στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας που επέφερε το δικονομικό αποτέλεσμα να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η έφεσή της, ενώ δεν αναγράφεται ο αριθμός της αποφάσεως, με την οποία κρίθηκε το ζήτημα του κωλύματος και απορρίφθηκε η ένστασή της για ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμη, γιατί, για την πληρότητα της αιτιολογίας για την απόρριψη του ισχυρισμού περί παραγραφής, δεν απαιτείτο η παράθεση και των στοιχείων αυτών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. β ΚΠΔ, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ένας λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως θα κριθεί βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το αξιόποινο της ανωτέρω πράξεως έχει παραγραφεί, αφού από το φερόμενο χρόνο τελέσεώς της (27.3.2001) μέχρι την άσκηση της αιτήσεως παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας και, επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα, οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.5.2009 (με αριθ. πρωτ. 4180/2009) αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 11819/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Πότε αρχίζει η κυρία διαδικασία. Πότε καλύπτεται η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης στον κατηγορούμενο. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της πράξης λόγω παρόδου πενταετίας. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως περί παραγραφής λόγω παρόδου οκταετίας, γιατί δεν κρίθηκε βάσιμος κανένας λόγος της αιτήσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 498/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Σκουρολιάκο, περί αναιρέσεως της 19-20/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Μαΐου 2009 μετά των από 12 Οκτωβρίου 2009 προσθέτων λόγων και 1 Ιουνίου 2009 δύο χωριστών αιτήσεων αναίρεσης, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 899/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: 1) Η από 29-5-2009 αίτηση αναιρέσεως και οι από 13-10-2009 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του Χ1 και 2) η από 3-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 19-20/2009 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι οποίες είναι συναφείς μεταξύ τους και για αυτό πρέπει να συνεξεταστούν.
Κατά το άρθρο 207 του ΠΚ, όποιος παραποιεί ή νοθεύει μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, καθώς και όποιος προμηθεύεται, αποδέχεται, εισάγει, εξάγει, μεταφέρει ή κατέχει τέτοιο νόμισμα για τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Το ανωτέρω έγκλημα είναι σωρευτικώς μικτό και έτσι όποιος προμηθεύεται, κατέχει και εξάγει παραχαραγμένο νόμισμα διαπράττει ισάριθμα, αυτοτελή και διακεκριμένα εγκλήματα κατά την έννοια του άρθρου 94 του ΠΚ, τα οποία συρρέουν αληθώς και τιμωρούνται αυτοτελώς, έστω και αν έχουν το ίδιο υλικό αντικείμενο, αφού στην ανωτέρω διάταξη δεν εμπεριέχεται διάταξη ανάλογη με αυτήν του άρθρου 5§2 του Ν.1729/1987, που να προβλέπει την επιβολή στον υπαίτιο μιας ποινής αν η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους (προμήθεια, αποδοχή, κατοχή, εισαγωγή, εξαγωγή κλπ) και αφορά στην ίδια ποσότητα παραχαραγμένων νομισμάτων, όπως δεν υπάρχει τέτοια διάταξη και στο άρθρο 15§1 του Ν.2168/1993 περί όπλων κλπ (ΑΠ 908/2008).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ,π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αντίφαση ειδικότερα, μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και το δεύτερο πρέπει να στηρίζει το πρώτο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 19-20/2009 απόφασή του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Στα αρμόδια όργανα της Ασφάλειας ... περιήλθε, στις 13-8-2002 η πληροφορία (από το αρχηγείο της ΕΛΑΣ) ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, διακινεί πλαστά χαρτονομίσματα και ότι τις προσεχείς ημέρες θα διήρχετο, με άλλα άτομα, τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα με σκοπό να θέσει σε κυκλοφορία πλαστά χαρτονομίσματα. Άνδρες της άνω υπηρεσίας όπως και Αστυνομικοί του Τμήματος ..., έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση την περιοχή εξόδου της Ελλάδας προς Βουλγαρία. Στις 15-8-2002 και περί ώρα 09.15 (πρωινή) προσήλθαν στο σημείο εξόδου ο πρώτος κατηγορούμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ...ΕΙΧ αυτοκίνητο, κατοχής του δεύτερου κατηγορουμένου (Χ2) που ήταν συνοδηγός. Σε έρευνα που διενήργησαν οι αστυνομικοί στο αυτοκίνητο βρήκαν μια δερμάτινη τσάντα ιδιοκτησίας του δεύτερου κατηγορουμένου στην οποία ανευρέθησαν 2024 πλαστά τεμάχια δολαρίων ΗΠΑ των 100 το καθένα, επιμελώς κρυμμένα. Από εργαστηριακή έρευνα που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι τα 2024 τεμάχια δολαρίων, τα αναφερόμενα στο διατακτικό ήταν πλαστά. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα πλαστά χαρτονομίσματα προμηθεύθηκαν, από κοινού, οι κατηγορούμενοι στην ... στις 14-8-2002 από άγνωστο άτομο, κατείχαν δε από κοινού στον ... στις 15-8-2002 (όταν συνελήφθησαν). Τα άνω πλαστά χαρτονομίσματα είχαν σκοπό να τα εξάγουν στη Βουλγαρία για να τα θέσουν σε κυκλοφορία, πλην όμως η πράξη αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους θέληση αλλά από αίτια εξωτερικά, διότι αυτοί συνελήφθησαν. Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τον αυτοτελή ισχυρισμό της πραγματικής πλάνης, διότι αγνοούσε την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων και ότι απλώς αυτός ως γνώστης της Βουλγάρικης συνόδευε τον δεύτερο κατηγορούμενο ο οποίος θα αγόραζε, μια επιχείρηση ξυλείας στη Βουλγαρία, για λογαριασμό τρίτου προσώπου ονόματι ... αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος και τους προμήθευσε τα χαρτονομίσματα. Όμως ο άνω ισχυρισμός του δεν αποδείχθηκε. Από την σαφή κατάθεση του πρώτου μάρτυρος κατηγορίας και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία πλήρως αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού προμηθεύτηκαν και κατείχαν και επεχείρησαν να εξαγάγουν στην Βουλγαρία τα αναφερόμενα στο διατακτικό πλαστά χαρτονομίσματα με σκοπό να τα θέσουν σε κυκλοφορία. Οι καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ..., ... και ..., με τις οποίες προσπάθησαν να επιβεβαιώσουν ό,τι οι κατηγορούμενοι και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρίστηκαν αμφότεροι, ήτοι ότι δεν γνώριζαν την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων τα οποία τους έδωσε ο άγνωστος ..., ήταν αόριστες και ασαφείς. Οι άνω πράξεις (προμήθειας, κατοχής και εξαγωγής πλαστών χαρτονομισμάτων) συρρέουν αληθώς, διότι η κάθε μια απ' αυτές συνιστά αυτοτελές έγκλημα και δεν μπορούν να εναλλαγούν μεταξύ τους. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 207 ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι για στην στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της προμήθειας καθώς και εκείνου της κατοχής πλαστών χαρτονομισμάτων, απαιτείται, απλώς σκοπός κυκλοφορίας, ανεξαρτήτως αν αυτή (κυκλοφορία) θα ελάμβανε χώρα εντός ή εκτός Ελλάδας. Τέλος απόπειρα εξαγωγής πλαστών χαρτονομισμάτων τελείται όταν ο δράστης επιχειρεί να εξέλθει του Ελληνικού εδάφους κατέχοντας τα πλαστά χαρτονομίσματα με σκοπό να θέσει σε κυκλοφορία στη αλλοδαπή, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του διότι συλλαμβάνεται από αστυνομικούς, στα σύνορα. Κατόπιν, των παραπάνω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι ως κατηγορούνται, οι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί του δεύτερου κατηγορουμένου ήτοι ότι οι άνω πράξεις συρρέουν φαινομενικώς με συνέπεια αν επιβληθεί μία ποινή και ότι αυτός πρέπει να δικασθεί ως απλός συνεργός πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Το Δικαστήριο δέχεται, όπως και το Πρωτοβάθμιο, ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι τελέσεως των πράξεων διήγαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο. Το αίτημα περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του δεύτερου κατηγορουμένου του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 ε ΠΚ πρέπει ν' απορριφθεί, διότι δεν αποδείχθηκε ότι μετά την τέλεση της πράξεως συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, μόνη δε η καλή συμπεριφορά μέσα στη φυλακή όπου εκρατείτο δεν αρκεί".
Στη συνέχεια στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ενόχους του ότι: Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: α) Στις 14/8/2002 στην ... από κοινού ενεργούντες, προμηθεύθηκαν από πρόσωπο, αγνώστων στοιχείων, ξένα χαρτονομίσματα με σκοπό να θέσουν αυτά σε περαιτέρω κυκλοφορία σαν γνήσια, γνωρίζοντας την πλαστότητα αυτών. συγκεκριμένα προμηθεύθηκαν τα με αριθμούς:
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΛΑΣΤΩΝ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ 100 ΔΟΛΛΑΡΙΩΝ ΗΠΑ ΚΑΤΑΣΧΕΘΕΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΤΩΝ Χ1 ΚΑΙ Χ2.
(Ακολουθεί κατάσταση με τους αριθμούς 2024 χαρτονομισμάτων) Πλαστά χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων ΗΠΑ τελώντας σε γνώση της πλαστότητας αυτών και με σκοπό να θέσουν αυτά σαν γνήσια περαιτέρω σε κυκλοφορία. Β) Στις 15-8-2002 καταλήφθηκαν στην περιοχή του ... να κατέχουν τα προαναφερόμενα πλαστά ξένα χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων ΗΠΑ με σκοπό να θέσουν αυτά περαιτέρω σε κυκλοφορία. Γ) Κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο επιχείρησαν πράξη που συνιστά αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της εξαγωγής πλαστών ξένων χαρτονομισμάτων. Η πράξη τους αυτή όμως δεν ολοκληρώθηκε ανεξάρτητα από τη θέλησή τους και συγκεκριμένα καταλήφθηκαν να επιχειρούν να εξάγουν από τη χώρα για τη Βουλγαρία τα προαναφερόμενα πλαστά χαρτονομίσματα". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τους κατηγορουμένους σε συνολική ποινή κάθειρξης εννιά (9) ετών (κάθειρξη 5 ετών για κάθε πράξη).
Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της από κοινού προμήθειες, κατοχής και απόπειρας εξαγωγής παραχαραγμένων ξένων χαρτονομισμάτων, για τα οποία καταδίκασε τους κατηγορουμένους, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27, 42, 45 και 207 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, προμηθεύτηκαν στην ... από άγνωστο άτομο 2024 πλαστά χαρτονομίσματα δολαρίων ΗΠΑ των 100 δολαρίων το κάθε χαρτονόμισμα, με σκοπό να τα θέσουν σε κυκλοφορία ως γνήσια και τα κατείχαν με τον ίδιο σκοπό και επιπλέον επιχείρησαν να τα εξαγάγουν στη Βουλγαρία με τον ίδιο σκοπό πλην όμως δεν πέτυχαν την εξαγωγή, γιατί συνελήφθησαν στο σημείο εξόδου προς Βουλγαρία. Επίσης αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων και η γνώση αυτή αιτιολογείται με την παραδοχή ότι τα είχαν επιμελώς κρυμμένα και ότι επρόκειτο για μεγάλη ποσότητα. Το ότι πρόκειται για χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων το καθένα, προκύπτει σαφώς, από το ότι στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ήταν των 100 δολαρίων και επίσης το ίδιο αναφέρεται και στο διατακτικό στην επικεφαλίδα της κατάστασης με τους αριθμούς των χαρτονομισμάτων και στην έκθεση της πράξεως της κατοχής, ενώ η αναφορά στην έκθεση της πράξεως της προμήθειας ότι πρόκειται για χαρτονομίσματα των 1000 δολαρίων ΗΠΑ, οφείλεται σε αντιγραφικό λάθος, από προφανή παραδρομή και έτσι δεν υπάρχει αντίφαση ως προς την ονομαστική αξία του κάθε χαρτονομίσματος. Επίσης το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε: α) την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 3022/15/2653-α/15-10-2002 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης περί της πλαστότητας των χαρτονομισμάτων, αφού γίνεται ρητή αναφορά στο σκεπτικό της εργαστηριακής έρευνας που διενεργήθηκε στα εν λόγω χαρτονομίσματα, της ουσίας έρευνας το πόρισμα περιέχεται στην άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία άλλωστε είναι και η μοναδική αναγνωσθείσα έκθεση και β) τα αναφερόμενα στα αναγνωσθέντα έγγραφα με αριθμούς 9, 10, 12, 13, 14 και 15 έγγραφα και το ότι δεν γίνεται ειδική μνεία αυτών στο σκεπτικό, δεν σημαίνει ότι αγνοήθηκαν. Περαιτέρω η προαναφερθείσα αιτιολογία που διέλαβε το Δικαστήριο για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων και συγκεκριμένα της πραγματικής πλάνης του πρώτου κατηγορουμένου και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 §2ε του ΠΚ του δεύτερου κατηγορουμένου, είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την προεκτεθείσα έννοια. Τέλος, ορθά το Δικαστήριο δέχτηκε ότι τα εγκλήματα για τα οποία καταδίκασε τους κατηγορουμένους συρρέουν αληθώς και επέβαλε ποινή για το καθένα. Επομένως είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις των κατηγορουμένων και συγκεκριμένα: 1) του πρώτου κατηγορουμένου: α) ότι δεν εκτιμήθηκε η έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, β) ότι υπάρχει αντίφαση ως προς την ονομαστική αξία των χαρτονομισμάτων (1000 και 100), γ) ότι υπάρχει υπέρβαση εξουσίας επειδή καταδικάστηκε για χαρτονομίσματα των 1000 δολαρίων αντί για χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων που είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως, δηλαδή για πράξη που ενέχει μεγαλύτερη αντικειμενική υπαξία και συνεπάγεται χειροτέρευση της θέσης του, δ) ότι απορρίφθηκε αναιτιολόγητα ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί πραγματικής πλάνης και ε) ότι οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε συρρέουν φαινομενικά και έπρεπε να επιβληθεί γι' αυτές μία ποινή και 2) του δεύτερου κατηγορουμένου: α) ότι δεν προσδιορίζεται το είδος των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, β) ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα προαναφερθέντα έξι έγγραφα, γ) ότι απορρίφθηκε αναιτιολόγητα ο αυτοτελής ισχυρισμός του για συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 §2 ε' του ΠΚ, δ) ότι οι ανωτέρω πράξεις συρρέουν φαινομενικά και επίσης είναι αβάσιμος και οι αιτιάσεις του για αναιτιολόγητη απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του περί ελλείψεως δόλου, περί μεταβολής της κατηγορίας από συναυτουργία σε απλή συνέργεια και περί πραγματικής πλάνης, αφού οι μεν δύο πρώτοι ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας, ενώ ο τρίτος δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε. Οι λοιπές αιτιάσεις των κατηγορουμένων είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετική ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583§1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει: 1) την από 25-5-2009 αίτηση και τους από 12-10-2009 πρόσθετους λόγους του Χ1 και 2) την από 1-6-2009 αίτηση του Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 19-20/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προμήθεια, κατοχή και απόπειρα εξαγωγής παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων (άρθρ. 207 του ΠΚ). Πρόκειται για διακεκριμένα εγκλήματα που συρρέουν αληθώς μεταξύ τους. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τα εγκλήματα αυτά των κατηγορουμένων, οι οποίοι ενεργώντας από κοινού, προμηθεύτηκαν, κατείχαν και αποπειράθηκαν να εξαγάγουν στη Βουλγαρία 2024 πλαστά χαρτονομίσματα του 100 δολλαρίων ΗΠΑ. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών πραγματικής πλάνης και αναγνωρίσεως ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2ε του ΠΚ. Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι συναυτουργός αλλά αυτός συνεργός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας για συναυτουργία. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Παραχάραξη, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
Αριθμός 497/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "FIRST CONSULTING LTD", που εδρεύει στο... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Οικονόμου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της 'Αννα Αποστολάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Απριλίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7951/1999 μη οριστική, 2517/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 936/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 363 του Α.Κ. " ο οφειλέτης, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση που απορρέει από την υπόσχεση αδύνατης παροχής, αν κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα ότι η παροχή είναι αδύνατη. Οφείλει όμως, αμέσως μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή για το γεγονός αυτό. Η διάταξη του άρθρου 338 (για απόδοση του περιελθόντος) εφαρμόζεται και εδώ". Κατά το άρθρο 380 του ίδιου Κώδικα, "αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη, απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αλλά δεν απαλλάσσεται αν απαίτησε ό,τι περιήλθε στον άλλο εξαιτίας του γεγονότος της αδυναμίας". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 287, 362, 364, 365, 336, 381 και 382 του Α.Κ. συνάγεται ότι η οριστική αδυναμία της προς παροχή υποχρεώσεως από σύμβαση, αδιαφόρως αν είναι αντικειμενική ή υποκειμενική, ολική ή μερική ή η υπόσχεσή της απαγορεύεται από το νόμο (νομική αδυναμία), εάν μεν είναι αρχική, δηλαδή υπήρχε κατά τη γένεση της ενοχής, συνεπάγεται τη μερική ή ολική (αναλόγως) απαλλαγή του οφειλέτη από την υποχρέωσή του, εφόσον αποδεικνύει ότι χωρίς υπαιτιότητά του αγνοούσε την αδυναμία παροχής, εάν δε είναι επιγενόμενη, δηλαδή δεν υπήρχε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως και ανέκυψε μεταγενέστερα, συνεπάγεται ανάλογη απαλλαγή του οφειλέτη από την υποχρέωσή του, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 330-334 ΑΚ, αποδεικνύει την έλλειψη υπαιτιότητάς του, οπότε απαλλάσσεται και ο αντισυμβαλλόμενος - κατά το αντίστοιχο μέρος της αδύνατης παροχής - από την προς αντιπαροχή υποχρέωσή του και αναζητεί την τυχόν καταβληθείσα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα-ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με έδρα στο ... και αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας την εκπόνηση οικονομικών μελετών επί τραπεζικών κυρίως θεμάτων, κατά τις 12-5-1995 δέχθηκε πρόταση από την αρχικώς εναγόμενη "Εθνική Μελετητική Συμβουλευτική ΑΕ", ανήκουσα στον όμιλο της ήδη αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας (από την οποία τελικώς απορροφήθηκε) να συνεργασθούν, προκειμένου να συμμετάσχουν από κοινού σε διαγωνισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που επρόκειτο να προκηρυχθεί. Ο διαγωνισμός προκηρύχθηκε στις 26-7-1995 με αντικείμενο το έργο "Επιχειρηματικό Σχέδιο της Παρευξείνιας Τράπεζας" συνολικού προϋπολογισμού 300.000 ECU και η υποβολή υποψηφιοτήτων έληγε στις 29-8-1995. Κατόπιν διαπραγματεύσεων συμφώνησαν, στις 3-8-1995, για τη συνεργασία τους με υποβολή προτάσεων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς ανάληψη του έργου από την εναγομένη ως ανάδοχο και μόνο με την προϋπόθεση αυτή και υπεύθυνο του έργου τον ..., υπηρεσιακό στέλεχος της εναγομένης. Το έργο, σύμφωνα με το υπηρεσιακό σχέδιο της εναγομένης περιλαμβάνει "τρεις φάσεις" (χρονικές περιόδους 2,4 και 6 μηνών), όπου γινόταν και η κατανομή των ημερών εργασίας και των ληπτέων ως αμοιβή χρημάτων, ενώ συμφωνήθηκε η εναγόμενη να χρεώνει στην ενάγουσα το 50% του προϋπολογισμού των αμοιβών και δαπανών. Στις 25-8-1995 η εναγομένη απέστειλε στη Γενική Δ/νση 11 της Επιτροπής την κοινή πρόταση των διαδίκων για την ανάληψη του έργου, ενώ η ενάγουσα την ίδια ημέρα απέστειλε στην εναγομένη τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, με το οποίο την πληροφορούσε ότι "με βάση το συνημμένο με ίδια ημερομηνία μήνυμα της Επιτροπής δεν μπορούσαν να υποβάλουν κοινή υποψηφιότητα", διότι στο κεφάλαιο "11, Οδηγίες συμμετοχής Α' συμμετοχή" αναφερόταν ότι "δεν επιτρέπεται η συμμετοχή σε εταιρική συνεργασία" και "δεν επιτρέπεται υπεργολαβία". Στις 28-8-1995 αμφότεροι οι διάδικοι ενημερώθηκαν επίσημα από τη Γενική Δ/νση 11 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι από κοινού πρόταση στο διαγωνισμό αφαιρεί το στοιχείο του ανταγωνισμού (γιατί οι εταιρίες των διαδίκων ήταν οι μοναδικές που περιλαμβάνονταν στον "περιορισμένο κατάλογο" που είχε καταρτίσει (η Επιτροπή για το συγκεκριμένο πρόγραμμα). Ταυτόχρονα τους ενημέρωσε ότι δεν θα άνοιγε την προσφορά τους, προκειμένου αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να την επανεξετάσουν. Την απαγόρευση της δυνατότητας κοινής συμμετοχής των διαδίκων στο διαγωνισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την αγνοούσε η εναγομένη, χωρίς υπαιτιότητά της, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως με την ενάγουσα, στις 3-8-1995, ενώ αντιθέτως η ενάγουσα γνώριζε τούτο πριν από τις 25-8-1995, οπότε αυτή πρώτη πληροφόρησε την εναγομένη για την απαγόρευση. Κατά τις 25-8-1995 που υποβλήθηκε η εκπονηθείσα αποκλειστικά από την εναγόμενη υποψηφιότητα για την από κοινού με την ενάγουσα εκτέλεση του έργου, όπως συμφώνησαν, ήταν τυπικά απαράδεκτη και περιήλθε σε γνώση της ότι αυτό θα επέφερε τον αποκλεισμό της από το διαγωνισμό, πλην όμως δεν υπήρχε αντικειμενικά χρονικό περιθώριο για την εκπόνηση και υποβολή νέας υποψηφιότητας. Στο νέο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις 25-9-1995, με σκοπό να διεξαχθεί με υπαρκτό το στοιχείο του ανταγωνισμού και χωρίς το προηγούμενο κώλυμα (απαράδεκτο), συμμετείχε μόνον η εναγομένη, για δικό της και μόνον λογαριασμό, η οποία ανέλαβε και διεκπεραίωσε το έργο, λαμβάνοντας και την ανάλογη αμοιβή. Ενόψει αυτών των περιστατικών, σύμφωνα με τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κρίθηκε βάσιμη η ένσταση της εναγομένης περί ανυπαίτιας αδυναμίας της υπεσχημένης προς την ενάγουσα παροχής της να την καταστήσει συμμέτοχο κατά 50% στο υπό δημοπράτηση έργο και απορρίφθηκε από το Εφετείο η έφεση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 363 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των ΑΚ 363 και 364, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του τα αναγκαία για την εφαρμογή τους στοιχεία, ήτοι: α) την συμφωνημένη από 3-8-1995 ανάληψη αμοιβαίων υποχρεώσεων συμμετοχής των διαδίκων στο διαγωνισμό δια της αναιρεσίβλητης αλλά με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις από το έργο που θα αναλάμβανε η τελευταία, χωρίς συμφωνημένη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην αναιρεσείουσα 84.000 ECU, παρά μόνον αν συμμετείχαν από κοινού στον διαγωνισμό και αναλάμβαναν το έργο, και βέβαια το εκτελούσαν από κοινού, β) την αποστολή στις 25.8.1995 εκ μέρους της αναιρεσίβλητης στη Γενική Διεύθυνση 11 της Επιτροπής της κοινής πρότασης των διαδίκων για την ανάληψη του έργου, ενώ η αναιρεσείουσα γνώριζε νωρίτερα, από τις 25.8.1995, ότι η κοινή πρόταση ήταν νόμω απαγορευμένη, κατά το Κοινοτικό Δίκαιο και το γνώρισε στην αναιρεσίβλητη στις 25.8.1995, γ) την (οριστική) αδυναμία της αναιρεσίβλητης να ανταποκριθεί στη συμβατική υποχρέωσή της, να έχει συγκαλυμμένη συμμέτοχο (υπεργολάβο) του έργου, που θα αναλάμβανε, την αναιρεσείουσα-ενάγουσα, λόγω νομικής απαγόρευσης (παραβίασης αρχών ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης), που επισήμανε η διαχειριζόμενη το διαγωνισμό Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς τους διαδίκους, ματαιώνοντας τον πρώτο διαγωνισμό για το λόγο αυτό, ελλείψει ανταγωνιστικής προσφοράς, και ότι στις 28.8.1995 οι διάδικοι ενημερώθηκαν επίσημα από την Επιτροπή πως η από κοινού πρότασή τους στο διαγωνισμό δεν θα γινόταν δεκτή, γιατί θα αφαιρούσε το στοιχείο του ανταγωνισμού, δ) την άγνοια της αναιρεσίβλητης κατά την κατάρτιση της συμβάσεως των διαδίκων, για την ως άνω υπάρχουσα απαγόρευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και την προβολή της, συνεπεία αυτής της απαγορεύσεως, ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής της αναιρεσίβλητης, να συμμετάσχει, αναλάβει και εκτελέσει το έργο από κοινού με την αναιρεσείουσα, κατ' ένσταση, στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο και ε) την εξαιτίας αυτής της αδυναμίας παροχής ματαίωση της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στον πρώτο διαγωνισμό και μη απόκτηση δικαιώματος στα κέρδη που η αναιρεσίβλητη αποκόμισε από το έργο που εκτέλεσε, ενώ η αναιρεσείουσα μετά τη γνώση όλων αυτών δεν εμποδιζόταν να υποβάλει δική της προσφορά στην Επιτροπή στο δεύτερο διαγωνισμό, αλλά δεν το έπραξε για δικούς της λόγους. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αντιθέτως προβάλλεται ότι με τις άνω παραδοχές του, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ΑΚ 362, 363 και 364 διότι θα έπρεπε να ισχύσουν αποσπασματικώς και επιλεκτικώς μερικότερα στοιχεία της συμβάσεως των διαδίκων όσον αφορά τις μεταξύ τους αμοιβαίες υποχρεώσεις και ανεξάρτητα από την, λόγω απαγορεύσεων του Κοινοτικού Δικαίου, ανυπαίτια αδυναμία εκπληρώσεως της συμφωνημένης αναλήψεως του έργου από την αναιρεσίβλητη με εμφανή ή αφανή συνεταίρο ή υπεργολάβο την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμα. Και τούτο διότι για την ευδοκίμηση της αιτούμενης με την αγωγή της αναιρεσείουσας δικαστικής προστασίας δεν αρκούσε το προβαλλόμενο από αυτή είδος της αναληφθείσας από την αναιρεσίβλητη μερικότερης υποχρεώσεως προς καταβολή προς εκείνη της αμοιβής της, ως χρηματικής, ως προς την οποία δεν νοείται αδυναμία παροχής, αλλά η αντικειμενική δυνατότητα εκπληρώσεως της όλης παροχής και της όλης αντιπαροχής της αναιρεσείουσας, (όπως αναλύθηκαν παραπάνω) με νόμιμο τρόπο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2008 αίτηση της εδρεύουσας στο ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "FIRST CONSULTING LTD", για αναίρεση της 936/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
363 ΑΚ.: Ανυπαίτια αδυναμία παροχής απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συμβατικές υποχρεώσεις του. Συμφωνία συμμετοχής σε διαγωνισμό για ανάληψη έργου από ένα συμβαλλόμενα με εμφανή ή αφανή συνεταίρο ή υπεργολάβο τον άλλο συμβαλλόμενο, εφόσον προσκρούει στο Κοινοτικό Δίκαιο και ανυπαιτίως το αγνούσε ο αναλαβών το έργο, συνιστά αδυναμία παροχή (ανυπαίτια) και είναι αβάσιμη η αξίωση του αφανούς συνεταίρου ή υπεργολάβου να ισχύσουν έναντι των διαδίκων η από τη σύμβαση αμοβαίες υποχρεώσεις. Ορθή εφαρμογή άρθρου 363 Αν. Αβάσιμος λόγος αναιρέσεως άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
| null | null | 2
|
Αριθμός 495/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση.
Της αναιρεσιβλήτου: νόμιμα εκπροσωπούμενης δευτεροβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΩΝ και ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - Ο ΑΓΙΟΣ ΜΟΔΕΣΤΟΣ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΓΝΟ" Συν. ΠΕ που εδρεύει στο 14ο χιλιόμετρο της οδού Θεσσαλονίκης Λαγκαδά η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση δυνάμει της 3386/1999 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης (με ειδικό εκκαθαριστή την εδρεύουσα στην οδό Πανεπιστημίου 170 στην Αθήνα, ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε) η οποία ήδη έχει περατωθεί και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.12.1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32142/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 430/2002 μη οριστική, 2460/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 10 Μαρτίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος και ο έκτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως,ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος και υπαίτιος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5.960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνον του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από τα άρθρα 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ Α.Π. 23/2007). Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν (Ολ. Α.Π. 29/2007). Για τη θεμελίωση αυτής της αγωγής από αδικοπραξία αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή δόλια, δηλαδή ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο εκδόσεως και πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε προς πληρωμή μέσα στην οκταήμερη προθεσμία με αφετηρία την αναγραφόμενη επί του σώματος αυτής ημεροχρονολογία εκδόσεώς της. Περαιτέρω κατά το άρθρο 71 του ΑΚ, "το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: O αναιρεσείων - εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη εταιρία διανομής και τυποποίησης τροφίμων Δορκάς Θεσσαλονίκης
ΙΙ και στα πλαίσια των καθηκόντων του εξέδωσε αλληλοδιαδόχως τις ακόλουθες επιταγές, εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως και της πληρωμής, σε διαταγή των αναφερομένων προσώπων, οι οποίες εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα στις πληρώτριες τράπεζες και δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων για την πληρωμή τους κεφαλαίων, στη συνέχεια δε κατέστη νόμιμη εξ αναγωγής κομίστρια των επιταγών η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, η οποία κατέβαλε στους αμέσως προηγούμενους κομιστές τα αντίστοιχα ποσά κάθε επιταγής, ήτοι: 1) στις 12-8-1997 την ... η μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 50.000.000 δραχμών, με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 31-1-1998, 2) στις 23-9-1997 την ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 50.000.000 δραχμών, με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 10-3-1998 3) στις 23-9-1997 την ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 50.000.000 δραχμών με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 20-3-1998, 4) στις 23-9-1997 την ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 100.000.000 δραχμών με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 25-3-1998, 5) στις 23-9-1997 την ... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 100.000.000 δραχμών, με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 31-3-1998, 6) στις 17-12-1997 την ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 10.000.000 δραχμών με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 21-5-1998, 7)στις 17-12-1997 την ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 10.000.000 δραχμών με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 26-5-1998, 8) στις 17-12-1997 την ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 10.000.000 δραχμών, με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 28-5-1998, 9) στις 17-12-1997 την ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 10.000.000 δραχμών με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 31-5-1998, 10) στις 17-12-1997 την ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 10.000.000 δραχμών, με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 2-6-1998 και 11) στις 17-12-1997 την ... μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 10.000.000 δραχμών με πλασματικό χρόνο έκδοσης την 4-6-1998. Λόγω της μη πληρωμής των επιταγών, που εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα, η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, νόμιμη εξ αναγωγής δικαιούχος (κομίστρια), ζημιώθηκε κατά το ποσό των 410.000.000 δραχμών, τα περιστατικά δε που συνιστούν την έκδοση από τον αναιρεσείοντα για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτόν ανώνυμης εταιρίας των επιταγών και την έλλειψη διαθεσίμων προς τούτο κεφαλαίων (ή την ισοδύναμη προς αυτή την έλλειψη ανάκληση από τον αναιρεσείοντα των επιταγών) δεν αμφισβητούνται από αυτόν, ενώ η μη πληρωμή και οι διαδοχικές μεταβιβάσεις των επιταγών μέχρι την περιέλευσή τους στην αναιρεσίβλητη αποδεικνύονται από τα σώματα των επιταγών, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν επίσης και διαταγές πληρωμής υπέρ της αναιρεσίβλητης δικαιούχου και σε βάρος του αναιρεσείοντος, ως υποχρέου. Στη συνέχεια το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να της καταβάλει το ποσό των επιταγών (1.102628 ευρώ) νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με τις ως άνω παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου δεν παραβιάσθηκαν ευθέως οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 και 297, 298, 71 εδ. β' του ΑΚ και 79 του ν. 5960/1933, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, αφού αναφέρονται τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης από την έκδοση από αυτόν των ακαλύπτων επιταγών, ήτοι: α) η έκδοση των μεταχρονολογημένων επίδικων επιταγών, η εμφάνισή τους, μέσα στην οκταήμερη προθεσμία από την αναγραφόμενη ως ημεροχρονολογία έκδοσής τους προς πληρωμή και η μη πληρωμή τους ελλείψει διαθεσίμων προς τούτου κεφαλαίων ή λόγω ανακλήσεώς τους, β) η διαδοχική μεταβίβαση όλων των επιταγών με οπισθογράφηση προς την αναιρεσίβλητη, κατόπιν, πληρωμής της αξίας τούτων στους αμέσως προηγούμενους κομιστές και η κατά τον τρόπο αυτό επερχόμενη μετάθεση της ζημίας από την έκδοση και μη πληρωμή των επιταγών στην αναιρεσίβλητη, που παρέμεινε έτσι ως τελικώς ζημιούμενη (αμέσως) από την κυκλοφορία των επιταγών, γ) η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, ήτοι η εν γνώσει της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή των επιταγών, κατά το χρόνο εκδόσεως και πληρωμής τους, έκδοση τούτων από τον αναιρεσείοντα, δ) το παράνομο της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος που αντιβαίνει στο άρθρο 79 ν. 5960/1933 και η ατομική ευθύνη του ανεξάρτητα από την ευθύνη του εις ολόκληρον ευθυνομένου νομικού προσώπου που εκείνος εκπροσωπούσε και ε) η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εκδόσεως των ακαλύπτων επιταγών και της ζημίας της αναιρεσίβλητης, αφού η ζημία της τελευταίας είναι ευθέως απότοκος της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Επομένως ο αντίθετος, πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Τα άρθρα 440, 441, 447, 450 παρ. 1, 483 του ΑΚ και 262 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζουν τα εξής: 1) "O συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", 2) "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλον. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν", 3) "Ο εγγυητής μπορεί να αντιτάξει σε συμψηφισμό την ανταπαίτηση του πρωτοφειλέτη κατά του δανειστή....". 4) "Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο". 5) "Η καταβολή που έγινε από ένα (εις ολόκληρον) συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση δόσης ή υπόσχεσης αντί καταβολής, δημόσιας κατάθεσης, ανανέωσης και συμψηφισμού. Απαίτηση ενός από τους συνοφειλέτες δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό κατά του δανειστή από τους λοιπούς". 6) "Ενστάσεις από δικαίωμα τρίτου επιτρέπονται μόνον στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η άσκηση του δικαιοπλαστικού δικαιώματος του συμψηφισμού, με μονομερή δήλωση του δικαιούχου, παρέχεται εξαιρετικώς μεν στον εγγυητή, ως προς ανταπαιτήσεις του πρωτοφειλέτη κατά του δανειστή, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυήσεως, που ακολουθεί την κύρια οφειλή και προστατεύεται με τα αυτά μέσα, όχι δε και στον εις ολόκληρον συνοφειλέτη, ο οποίος όμως μπορεί να επικαλεσθεί παραδεκτώς έναντι του δανειστή την επελθούσα απόσβεση της απαιτήσεως, λόγω προταθείσης κατ' αυτής σε συμψηφισμό (δικαστικώς ή εξωδίκως) ανταπαιτήσεως άλλου εις ολόκληρον συνοφειλέτη, εκτός αν προέρχεται αυτή από αδίκημα εκ δόλου του δανειστή ή του νομικώς ταυτιζόμενου και αντιπροσωπεύοντος, κατά το άρθρο 71 του ΑΚ, το νομικό πρόσωπο καταστατικού οργάνου του. Όταν όμως η παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως θεμελιώνει παραλλήλως και αξίωση αδικήματος από δόλο, οπότε υπάρχει συρροή δύο αξιώσεων, η επίκληση συμψηφισμού κατά της αξιώσεως από σύμβαση επιφέρει απόσβεση και της παράλληλης αξιώσεως από αδικοπραξίας. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης (Ολ ΑΠ 3/1997). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997). Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση, ενόψει του χρόνου συζητήσεώς της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 14 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εξήτασε τον συνιστώντα "πράγμα" ισχυρισμό κατ' ουσίαν (ΑΠ 1379/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 6-11-2000 εφέσεως του ερημοδικασθέντος πρωτοδίκως αναιρεσείοντος, αυτός προέβαλε κατά της αγωγικής αξιώσεως από αδικοπραξία (έκδοση ακαλύπτων επιταγών) την ένσταση αποσβέσεώς της, κατόπιν εξώδικου συμψηφισμού, τον οποίο είχε προτείνει στην αναιρεσίβλητη η εις ολόκληρον συνοφειλέτιδά του και αντιπροσωπευόμενη από τον ίδιο "ανώνυμη εταιρία διανομής και τυποποίησης τροφίμων ΔΟΡΚΑΣ Θεσσαλονίκης" με την από 2-2-1998 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη και με την οποία επικαλέσθηκε η ως άνω εταιρία κατά της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης την ύπαρξη της προταθείσας σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεώς της από καταπεσούσα υπέρ της ιδίας ποινή μεταμέλειας 3.000.000.000 δραχμών, συμφωνημένης μεταξύ αυτών με την από 10-12-1996 έγγραφη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λόγω ακυρότητας της άκαιρης καταγγελίας της από την αντιπροσωπευόμενη εταιρία. Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το Εφετείο ως "νομικά αβάσιμο", κρίνοντας ότι "η ανταξίωση που προτείνει ο εναγόμενος προς συμψηφισμό της αξίωσης της ενάγουσας δεν είναι δική του, αλλά της εταιρείας που εκπροσωπεί αυτός, δηλαδή ξένη, δεν επικαλείται δε αυτός ότι η ως άνω εταιρεία που εκπροσωπεί του εκχώρησε αυτή. Πέραν όμως αυτών, η ανταξίωση αυτή δεν μπορεί να προταθεί προς συμψηφισμό της αγωγικής αξίωσης, ενόψει του ότι η τελευταία προέρχεται από αδίκημα που τέλεσε ο εναγόμενος, σε βάρος της (έκδοση ακαλύπτων επιταγών), από δόλο". Επομένως, εφόσον το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αποσβέσεως της αγωγικής αξιώσεως με συμψηφισμό ανταπαιτήσεως της αντιπροσωπευόμενης από αυτόν και εις ολόκληρον συνυπεύθυνης εταιρίας, είτε ο συμψηφισμός θεωρηθεί ότι προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα είτε θεωρηθεί ότι προτάθηκε από την ανώνυμη εταιρεία που εκπροσωπούσε, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι αντίθετοι δεύτερος και τρίτος κατά το οικείο μέρος τους και έκτος από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ούτε επίσης δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (αφού δεν εξήτασε την ουσίας της ενστάσεως) και οι συναφώς προβαλλόμενοι αντίθετοι δεύτερος και τρίτος κατά το οικείο μέρος τους και τέταρτος από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσέως είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξ άλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα" που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι " κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.
Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση, χωρίς να επηρεάζει τη δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης για αξιώσεις από αδικοπραξία (Ολ. Α.Π. 23/2005). Οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1-4, 7 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας με την προσωπική κράτηση του οφειλέτη προβλέπεται με νόμο και δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας. Διότι ναι μεν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), πυρήνας της οποίας είναι η προσωπική ελευθερία, η οποία είναι απαραβίαστη, αλλά, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Συντάγματος, επιτρέπεται να ορίζονται με νόμο περιορισμοί στον εν λόγω δικαίωμα, που μπορεί να φθάνουν και στη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας (βλ. Ολ. Α.Π. 1/2009). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η παραβίαση δε συντελείται με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον πέμπτο λόγο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 3, 2 παρ. 1, 7 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση 12 μηνών κατά του αναιρεσείοντος ως μέσο εκτελέσεως της καταψηφιστικής διατάξεως περί καταβολής του ποσού των 1.202.628 ευρώ από αυτόν στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον ούτε από το Σύνταγμα ούτε από άλλη υπέρτερης νομοθετικής βαθμίδας διάταξη διεθνούς δικαίου απαγορεύεται η επιβολή προσωπικής κρατήσεως, ως μέσο εκτελέσεως της αποφάσεως για την ικανοποίηση αξιώσεων από αδικοπραξία, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2, 506, 566 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν: 1) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση και 3) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 32/1996, 27/1998). Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή ότι εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), αν και "από ολόκληρο το αποδεικτικό υλικό" αποδείχθηκε η αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποιο ήταν το περιεχόμενο της ανωτέρω ενστάσεως του αναιρεσείοντος που προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, ποιές ήταν οι παραδοχές τούτου ως προς την εν λόγω ένσταση και σε τί συνίστανται τα σφάλματα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2008 αίτηση του ... για αναίρεση των 2460/2007 οριστικής και (συμπροσβαλλόμενης) 430/2002 προδικαστικής αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκδοση μεταχρονολογημένων ακάλυπτων επιταγών. Ο τελευταίος κομιστής δικαιούται αποζημίωση από δικαιοπραξία, ενώ έχει και αξίωση από σύμβαση (ολ. ΑΠ 29/07) κατά του εκδότη της επιταγής. Ορθή εφαρμογή διατάξεων 914 και 79 ν. 5960/1933. Εξώδικος συμψηφισμός από έναν εις ολόκληρον συνοφειλέτη ωφελεί (και προτείνεται από) άλλον συνοφειλέτη. Εαν υπάρχει συρροή αξιώσεων από ενδοσυμβατική ευθύνη και αδίκημα, η πρόταση συμψηφισμού κατ΄ αξιώσεως από ενδοσυμβατική ευθύνη, επιφέροντας απόσβεση αυτής, συνεπάγεται και απόσβεση της παράλληλης αξιώσεως από αδικοπραξία, ως προς την οποία καθεαυτή απαγορεύεται συμψηφισμός άλλης αξιώσεως. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό (εσφαλμένως) ως μη νόμιμο, αλλά δεν θεμελιώνονται λόγοι αναιρέσεως άρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ που προβάλλονται.
| null | null | 0
|
Αριθμός 496/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρύδη.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1, για λογαριασμό του και για λογαριασμό των ανηλίκων υιών του ... και ..., επί των οποίων ασκεί την γονική επιμέλεια 2. Ψ2, 3. Ψ3 4. Ψ4 5. Ψ5, 6. Ψ6 και 7. Ψ7, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαΐου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 458/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα , με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις 6493/9-10-2009, 6489/19-10-2009, 6494/19-10-2009, 6490/19-10-2009, 6492/19-10-2009, 6491/19-10-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σερρών ... και την 1014β'/15-10-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 26-1-2009 και της 242/30-6-2009 βεβαιώσεως του Γραμματέως του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζήτησης εκ, του πινακίου για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο της 1-2-2010 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι, δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών. Όταν το εκκληθέν με την έφεση του εναγομένου κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως αφορά αξίωση της αγωγής, η οποία έγινε μερικά δεκτή και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο, ναι μεν μεταβιβάζεται ολόκληρο το κεφάλαιο αδιαιρέτως στο εφετείο, τούτο όμως μπορεί να το εξετάσει μόνον κατά το μέρος που πλήττεται με έφεση ή αντέφεση. Αν εξετασθούν σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προτάθηκαν με λόγο έφεσης ή αντέφεσης και μεταρρυθμισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτουν τα εξής: Με την από 20-5-2002 αγωγή ο πρώτος αναιρεσίβλητος ζήτησε για τον από αμέλεια του αναιρεσείοντος και του συνεναγομένου με αυτόν ιατρού Ψ7 προξενηθέντα θάνατο της συζύγου του να υποχρεωθούν εις ολόκληρον οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης του και αποζημίωση για στέρηση των υπηρεσιών της θανούσας τα ποσά των 119.900 και 156.000 ευρώ αντιστοίχως. Με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα σε 138.000 ευρώ συνολικώς χωρίς περαιτέρω διάκριση. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας με την 70/2004 οριστική απόφασή του έκρινε ότι χωρίς προσδιορισμό ποσών, κατά κεφάλαια των αγωγικών αξιώσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, περιορισμός των καταψηφιστικών αιτημάτων ενιαίως καθιστούσε αόριστη την αγωγή αυτού και την απέρριψε για το λόγο αυτό ήτοι κατά το μέρος που αυτός ενεργούσε ατομικά. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, από κοινού με τους λοιπούς ενάγοντες (συγγενείς της θανούσας συζύγου του) άσκησαν την από 9-2-2006 έφεση, με την οποία εκείνος δεν διατυπώνει παράπονο για την απόρριψη της αγωγής του ως αόριστης ατομικά για τον ίδιο. Παρά ταύτα όμως το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ως προς τη μη προσβαλλόμενη με λόγο έφεσης απορριπτική της αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου διάταξη και αφού δίκασε την αγωγή αυτή κατ' ουσίαν την έκανε κατά ένα μέρος δεκτή, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια της λήψης υπόψη πράγματος (λόγου έφεσης) που δεν προτάθηκε. Επομένως ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των πρώτου κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 14 και δεύτερου από το άρθρο 559 αρ. 14 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγων αναιρέσεως που κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα.
Κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του Εισ.Ν. Α.Κ., "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 330, 297-299, 200, 281 και 288 του Α.Κ., συνάγεται ότι ο ιατρός είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται σε κάθε περίπτωση παροχής ιατρικών υπηρεσιών προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κεκτημένης πείρας και να επιδεικνύει επιμέλεια, ευθυνόμενος αν, έστω και στα πλαίσια της υποχρεώσεώς του παροχής γενικών ιατρικών οδηγιών, ενήργησε κατά παράβαση αυτών των κανόνων και δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια που θα έπρεπε να επιδείξει με τις ίδιες περιστάσεις κάθε μετρίως επιμελής ιατρός, εφόσον η πράξη ή παράλειψη του υποχρέου, με την οποία βλάπτεται παράνομα η ζωή και η υγεία ανθρώπου, είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, με την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1270/1989, 230/1978). Για την εξειδίκευση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης μπορούν να χρησιμοποιούνται και τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνήθως όμως οι σχετικές γνώσεις, λόγω του εξόχως ειδικού χαρακτήρα τους, αποτελούν αντικείμενο αποδείξεως (άρθρα 336 και 337 του Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω κατά τα άρθρα 3 παρ. 1 και 2 παρ. 2, 4 της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1609/1986 εκδοθείσης ΥΑ (Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων) Α3Β/1987 (ΥΑ Α3β/Οικ 2799 ΦΕΚ Β 103/1987) "Περί προστασίας της υγείας της γυναίκας που υποβάλλεται σε τεχνητή διακοπή εγκυμοσύνης", "Τεχνητή διακοπή εγκυμοσύνης μετά τη συμπλήρωση της δωδέκατης εβδομάδας στις περιπτώσεις που περιοριστικά ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου 1609/86 γίνεται αποκλειστικά σε Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., Πανεπιστημιακά και των Ενόπλων Δυνάμεων. Η επέμβαση ενεργείται από γιατρό μαιευτήρα - γυναικολόγο με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου, υπευθύνου για την παροχή αναισθησίας ή αναλγησίας. Τα νοσοκομεία υποχρεούνται να εξασφαλίζουν τις εξής ελάχιστες προδιαγραφές: α) Το χειρουργείο που γίνεται η επέμβαση να διαθέτει εγκατάσταση δικτύου αναισθησιολογικών αερίων και οξυγόνου, να είναι πλήρως εξοπλισμένο με τα απαραίτητα όργανα με πλήρη φαρμακευτική κάλυψη, να διαθέτει επαρκή χώρο ανάληψης των ασθενών και να στελεχώνεται τουλάχιστον από δύο μαίες και το απαραίτητο νοσηλευτικό προσωπικό, και β) Να διαθέτουν καλά οργανωμένη τράπεζα αίματος". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π.7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα:<<Η Ζ, ηλικίας 25 ετών, σύζυγος του πρώτου ενάγοντος Ψ1, μητέρα των ανηλίκων εναγόντων ... και ..., ηλικίας 3,5 ετών και 5 μηνών, αντίστοιχα, των οποίων τη γονική μέριμνα ασκεί, μετά το θάνατο της μητέρας τους, αποκλειστικά ο πατέρας τους πρώτος ενάγων, θυγατέρα του δευτέρου και της τρίτης των εναγόντων Ψ2 και Ψ3, αδελφή της τέταρτης ενάγουσας Ψ4 και νύφη από το σύζυγό της του πέμπτου και της έκτης των εναγόντων Ψ5 και Ψ6, συνοδευόμενη από το σύζυγό της, στις 14-2-2001, επισκέφθηκε τον πρώτο εναγόμενο Ψ7 ιδιώτη ιατρό μαιευτήρα - χειρούργο γυναικολόγο, στο ιατρείο του, στην οδό ... στη ... και ζήτησε από αυτόν να την εξετάσει. Κατά την εξέταση που επακολούθησε διαπιστώθηκε πως ήταν έγκυος στο χρονικό στάδιο της όγδοης εβδομάδας και επειδή είχε τεκνοποιήσει προ πενταμήνου με καισαρική τομή αποφάσισε με το σύζυγό της (α' ενάγοντα) και τον πρώτο εναγόμενο, θεράποντα ιατρό της να διακοπεί τεχνητά η εγκυμοσύνη της με έκτρωση, στο ιατρείο του πρώτου εναγομένου, από αυτόν, με τη βοήθεια ιατρού αναισθησιολόγου". Ακολούθως, αφού μνημονεύεται στην απόφαση η μετά συνεννόηση των δύο εναγομένων ιατρών, του πρώτου μαιευτήρα-γυναικολόγου και του δεύτερου αναισθησιολόγου, αναδοχή της ευθύνης τους για τη διενέργεια της έκτρωσης στο ιδιωτικό ιατρείο του πρώτου, μολονότι δεν πληρούσε αυτό τις προδιαγραφές λειτουργίας οργανωμένης νοσηλευτικής μονάδας, όπως προβλέπει η ΥΑ Α3β/Οικ. 2799/ της 25/29-2-1987 "περί προστασίας της γυναίκας που υποβάλλεται σε τεχνητή διακοπή εγκυμοσύνης", η ανεπιτυχής προσπάθεια έκτρωσης κατά τις 16-2-2001, λόγω έκτακτης διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος και η επανάληψη της επέμβασης κατά τις 18-2-2001 και ώρα 10.000 συνεχίζεται: "Ο δεύτερος εναγόμενος ως ιατρός αναισθησιολόγος επέφερε στην έγκυο παρατεταμένη νάρκωση για να πραγματοποιηθεί η έκτρωση σε αυτήν χωρίς να προετοιμάσει την απαιτούμενη αγωγή για το ενδεχόμενο μεταγχειρητικής επιπλοκής και επικίνδυνης για την υγεία της εγκύου έκβασης της επέμβασης για την ανάνηψη και αναζωογόνησή της. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης και ενώ αυτή ήταν ακόμη στο στάδιο της αναρρόφησης του εμβρύου με ειδικό ιατρικό όργανο, από αμέλεια του πρώτου εναγομένου επήλθε τρώση του τοιχώματος του σώματος της μήτρας της εγκύου σε απόσταση 1 εκατοστού από τον ισθμό, με συνέπεια η έγκυος να υποστεί εσωτερική αιμορραγία, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να προκληθεί σε αυτήν αρχικά βήχας και άπνοια και στη συνέχεια πτερυγομαρμαρυγή και να φθίνει συνεχώς ο αριθμός των σφυγμών - παλμών της. Τα συμπτώματα αυτά, τα οποία συνεχώς επιδεινώνονταν, αξιολογήθηκαν εσφαλμένα από τον πρώτο εναγόμενο ότι οφείλονται σε καρδιακό επεισόδιο, γι' αυτό ζητήθηκε η συνδρομή του ιδιώτη ιατρού-καρδιολόγου .... Ο δεύτερος εναγόμενος αναισθησιολόγος, ο οποίος ήταν υπεύθυνος κατά τη διάρκεια της επέμβασης και μετά από αυτήν για τη διατήρηση των ζωτικών λειτουργιών του οργανισμού της παθούσας, δεν ήταν σε θέση, αφού η επέμβαση έλαβε χώρα σε χώρο (ιδιωτικό-ιατρείο), ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εστερείτο της ανάλογης και αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής και νοσηλευτικού προσωπικού, να διατηρήσει τις ζωτικές λειτουργίες αυτής (παθούσας) με αποτέλεσμα, παρά τη βοήθεια και του ως άνω ιατρού καρδιολόγου η παθούσα δεν μπόρεσε να ανανήψει. Έτσι, οι εναγόμενοι αναγκάστηκαν να την μεταφέρουν, ενώ ήδη βρισκόταν σε κατάσταση κλινικώς νεκρού ατόμου, στο Γενικό Νοσοκομείο ..., όπου παρά τις επίμονες προσπάθειες του ιατρικού προσωπικού για καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση της, επήλθε ο θάνατος της. Στη συνέχεια, ο ιατροδικαστής ..., αφού προέβη σε νεκροψία της νεκρής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός της οφείλεται σε υπο-ογκαιμικό σοκ, ενώ κατά τη νεκροτομική με διερεύνηση του γεννητικού συστήματος της θανούσας διαπιστώθηκε τρώση του τοιχώματος του σώματος της μήτρας σε απόσταση 1 εκατοστού περίπου από τον ισθμό,η οποία ανευρίσκεται στο πρόσθιο τοίχωμα του σώματος της μήτρας και αναπτύσσεται στο ενδομήτριο προς το υποκείμενο μυομήτριο κατ' εφαπτομένη σε βάθος 1,5 εκατοστού περίπου έως τη μεσότητα του πάχους αυτού χωρίς να καταλαμβάνει το έξω τριτημόριο του πάχους του μυομητρίου ή τον ορογόνο χιτώνα, ενώ μετά τη διάνοιξη των κοιλιακών τοιχωμάτων διαπιστώθηκε υπεραιμία του περιτοναίου και ότι το οροαιματηρό υγρό κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της περιτοναϊκής κοιλότητας (εξήχθησαν περίπου 2.400 ml οροαιματηρού υγρού) καθώς και γαστροπληγία στομάχου (350 ml αίματος περίπου), με έντονη υπεραιμία του βλεννογόνου αυτού. Η ανωτέρω κατά τη διάρκεια της άμβλωσης επιπλοκή της τρώσης της μήτρας που επέφερε την εσωτερική αιμορραγία της θανούσας, είναι δυνατόν εφόσον διαγνωσθεί έγκαιρα να αντιμετωπιστεί επιτυχώς με άμεση χειρουργική επέμβαση της μήτρας, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί, μόνον σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα, υπό την προϋπόθεση βέβαια της διατήρησης, με τη βοήθεια του αναισθησιολόγου, των ζωτικών λειτουργιών του οργανισμού της παθούσας. Το ιατρείο όμως του πρώτου εναγομένου, στο οποίο πραγματοποιήθηκε η επέμβαση, βρίσκεται σε διαμέρισμα πάνω από τον ισόγειο όροφο πολυκατοικίας, με στενές σκάλες και μικρό θάλαμοανελκυστήρα, που δεν επιτρέπουν τη μεταφορά ασθενούςμε φορείο χωρίς κίνδυνο της υγείας του, και, όπωςπροαναφέρθηκε, δεν πληροί τις προδιαγραφέςλειτουργίας οργανωμένης νοσηλευτικής μονάδας, όπωςαυτή ορίζεται στην ΥΑ Α3β/ΟΙΚ 2799 της 25/29.2.1987"περί προστασίας της γυναίκας που υποβάλλεται σετεχνική διακοπή εγκυμοσύνης", καθότι στερείται τράπεζας αίματος, της απαιτούμενης υποδομής για μετάγγιση σε περίπτωση αιμορραγίας, ηλεκτρογεννήτριας, ώστε σε περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος να μπορούν να λειτουργήσουν τα απαιτούμενα μηχανήματα για τέτοιου είδους επεμβάσεις, συσκευής ABU η οποία υποβοηθά την αναπνοή και μαίας - νοσοκόμας απαραίτητης σε τέτοιες επεμβάσεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος επικαλείται και προσκομίζει την από 21-2-2001 έκθεση αυτοψίας των ιατρών του Ιατρικού Συλλόγου ... ... ειδικού γενικού χειρούργου, ..., ειδικού αναισθησιολόγου, ... ειδικού καρδιολόγου και ... ειδικού μαιευτήρα γυναικολόγου κατά την οποία στο χώρο του ιατρείου του πρώτου εναγομένου υπήρχαν τριάντα επτά (37) ιατρικά αντικείμενα, τα οποία ως εξοπλισμός υπερκαλύπτουν πλήρως τη διενέργεια συνήθων γυναικολογικών επεμβάσεων μέσης βαρύτητας καθώς και διακοπή κύησης μικρότερης των δώδεκα εβδομάδων. Τα ανωτέρω αντικείμενα που βρέθηκαν στο ιατρείο του πρώτου εναγομένου στις 21-1-2001, ήτοι τέσσερις (4) ημέρες μετά την επέμβαση, δεν αποδείχτηκε ότι αποτελούσαν και τον εξοπλισμό του κατά την ημέρα της επέμβασης, αφού αμέσως μετά από αυτήν δεν διατάχτηκεη σφράγιση του, με αποτέλεσμα να μην σφραγισθεί τοιατρείο ώστε να αποκλεισθεί η μεταφορά σε αυτό τωναναφερομένων στην ανωτέρω έκθεση ιατρικώναντικειμένων από την γυναικολογική κλινική που οπρώτος εναγόμενος διατηρούσε στη .... Η κρίσηαυτή ενισχύεται και από το ότι στο ιατρείο βρέθηκε και συσκευή ABU, η οποία μεταφέρθηκε από την κλινικήστο ιατρείο του πρώτου εναγομένου, από το σύζυγο της θανούσας. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκε ότι ο θάνατος της Ζ οφείλεται σε συγκλίνουσα ιατρική αμέλεια και των δύο εναγομένων ιατρών. Συγκεκριμένα, οφείλεται στην αμέλεια του πρώτου εναγομένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός ιατρός χειρούργος - μαιευτήρας - γυναικολόγος στην προκειμένη περίπτωση, ενήργησε κατά παράβαση των αναγνωρισμένων κανόνων στο συγκεκριμένο τομέα της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας χωρίς να τηρήσει τις συγκεκριμένες συναλλακτικές του υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας. Ειδικότερα, α) κατά το προεγχειριτικό στάδιο της χειρουργικής επέμβασης της άμβλωσης, παρ' ότι προέβλεψε ως πιθανόν να επέλθει μετεγχειρητική επιπλοκή της εγκύου κατά τη διενέργεια της άμβλωσης, η οποία μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο σε οργανωμένο ιατρικό κέντρο, προέβη στη διενέργεια ανεπίτρεπτης τεχνητής διακοπής εγκυμοσύνης, σε μη οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα, όπως ήταν το ιατρείο του, το οποίο στερούνταν της ανάλογης και αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής και νοσηλευτικού προσωπικού και στο οποίο δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί επείγουσα ανάγκη μετεγχειρητικής επιπλοκής, β) κατά το στάδιο της χειρουργικής επέμβασης και μάλιστα αυτό της αναρρόφησης του εμβρύου ενήργησε κατά προφανή παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και δη του άρθρου 24 του ΑΝ 1565/1939 "περί κωδικός ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 Εισ.Ν.Α.Κ, σύμφωνα με το οποίο "ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή" και ανεπιτηδειότητά του, τρώση της μήτρας που είχε ως αποτέλεσμα την εσωτερική αιμορραγία και το υποογκαιμικό σοκ, και γ) κατά το στάδιο που στη συνέχεια δεν διέγνωσε έγκαιρα την επιπλοκή (εσωτερική αιμορραγία), που επήλθε κατά την άμβλωση με αποτέλεσμα να μην προβεί στην άμεση μεταφορά της στο κατάλληλο νοσοκομείο προς αντιμετώπισή της αλλά καθυστέρησε δραματικά τη μεταφορά της, πράξεις και παραλείψεις που είχαν ως συνέπεια να επέλθει ο θάνατος της Ζ. Συγχρόνως οφείλεται στην αμέλεια του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός ιατρός αναιρεσθησιολόγος: α) κατά το πρεγχειρητικό στάδιο της χειρουργικής επέμβασης της άμβλωσης, παρ' ότι προέβλεψε ως πιθανόν να επέλθει μετεγχειρητική επιπλοκή της εγκύου κατά τη διενέργεια της άμβλωσης, η οποία μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο σε οργανωμένο κέντρο, κατά προτροπή του πρώτου εναγομένου, συμμετείχε στη διενέργεια ανεπίπτρεπτης τεχνητής διακοπής εγκυμοσύνης, σε μη οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα όπως ήταν το ιατρείο του πρώτου εναγομένου, το οποίο στερούνταν της ανάλογης και αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής και νοσηλευτικού προσωπικού και στο οποίο δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί επείγουσα ανάγκη επιπλοκής και β) κατά το στάδιο της εγχείρησης αν και γνώριζε ότι μπορεί να επέλθει από την πράξη του το πιο κάτω αποτέλεσμα, χορήγησε αναισθησιογόνες ουσίες και επέφερε στην έγκυο παρατεταμένη νάρκωση για να πραγματοποιηθεί η έκτρωση σε αυτήν χωρίς να προετοιμάσει την απαιτούμενη αγωγή για το ενδεχόμενο μετεγχειρητικής επιπλοκής και επικίνδυνης για την υγεία της εγκύου έκβασης της επέμβασης αυτής για την ανάνηψη και αναζωογόνηση της, με αποτέλεσμα, όταν εξαιτίας της εσωτερικής αιμορραγίας της παθούσας προκλήθηκε σ' αυτήν αρχικά βήχας και άπνοια και στη συνέχεια πτερυγομαρμαρυγή και ο αριθμός των σφυγμών - παλμών της έφθινε συνεχώς, αυτός δεν ήταν σε θέση, αφού η επέμβαση έλαβε χώρα στον πιο πάνω χώρο (ιδιωτικό ιατρείο), ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εστερείτο της ανάλογης και αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής και νοσηλευτικού προσωπικού, να διατηρήσει της λειτουργίες αυτής (παθούσας) μέχρι τη μεταφορά της στο νοσοκομείο, με συνέπεια αυτή όταν μεταφέρθηκε εκεί να είναι ήδη κλινικώς νεκρή. Η κρίση ότι ο θάνατος της Ζ οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο εναγομένων ενισχύεται και από την κατάθεση του ιατροδικαστή ... στις 11-1-2005 ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, ο οποίος αναφέρει ότι "Στο συγκεκριμένο χειρουργείο ο κ. Χ είναι συνυπεύθυνος, υπήρχε συνεργασία, καθένας από τους γιατρούς έχει μερίδιο ευθύνης". Επομένως, ο θάνατος της Ζ οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο εναγομένων. Το πρωτοβάθμιο, λοιπόν, δικαστήριο που έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το θάνατο της Ζ είναι ο πρώτος εναγόμενος και απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ενάγοντες με το σχετικό λόγο της έφεσής τους ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος". Στη συνέχεια το Εφετείο προσδιόρισε τα αναφερόμενα ποσά χρηματικής ικανοποιήσεως της ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, κατανέμοντας το καταψηφιστικό και αναγνωριστικό μέρος τους σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 24 του α.ν. 1565/1939 σε συνδυασμό με την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1609/1986 εκδοθείσα απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Α3Β/ Οικ 2799/1987 (άρθρα 3 παρ. 1 και 2 παρ. 2, 4) 914, 926, 932, 330, 297-299, 200, 281 και 288 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για τη συμμετοχική αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ιατρού-αναισθησιολόγου, που συνέβαλε στο θάνατο της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων εγκύου, κατά την υποβολή της σε άμβλωση. Ειδικότερα αναφέρονται: 1) Η από τον αναιρεσείοντα πρόκληση στην εγκυμονούσα παρατεταμένης αναισθησίας με ναρκωτικά φάρμακα, για την άμβλωση που θα ενεργούσε ο συνεργαζόμενος μαιευτήρας-γυναικολόγος, χωρίς να εφαρμόσει την απαιτούμενη, κατά τους γενικώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και της κοινής πείρας, αγωγή προετοιμασίας της εγκύου για ανάνηψη και αναζωογόνησή της επί μετεγχειρητικής επιπλοκής είτε από πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων του συναδέλφου του είτε από αντίδραση του οργανισμού της εγκύου. Η εφαρμογή αγωγής προετοιμασίας ανανήψεως της εγκύου μάλιστα ήταν περισσότερο επιβεβλημένη για την πιθανότητα μετεγχειρητικής επιπλοκής, επειδή το ιδιωτικό ιατρείο του συναδέλφου του αναιρεσείοντος γυναικολόγου ιατρού, όπου συμφώνησε ο αναιρεσείων να συνεργασθεί ως αναισθησιολόγος για την άμβλωση, δεν πληρούσε τις προδιαγραφές λειτουργίας οργανωμένης νοσηλευτικής μονάδας, σύμφωνα με την ΥΑ 3β/οικ. 2799/ της 25/29-2-1987 "περί προστασίας της γυναίκας που υποβάλλεται με τεχνητή διακοπή εγκυμοσύνης", διότι δεν επέτρεπε, λόγω διαμορφώσεως της οικοδομής, την ασφαλή και ταχεία μεταφορά ασθενούς, ούτε διέθετε τον αναγκαίο εξοπλισμό (για υποβοήθηση αναπνοής ασθενούς, μετάγγιση αίματος κλπ) και βοηθητικό προσωπικό (μαία κλπ). 2) Η από ανεπιτηδειότητα του συνεργαζόμενου με τον αναιρεσείοντα γυναικολόγου ιατρού τρώση του τοιχώματος του σώματος της μήτρας της εγκύου, με συνέπεια την εσωτερική αιμορραγία και το θάνατό της από υπο-ογκαιμικό σόκ, λόγω και της αδυναμίας του αναιρεσείοντος να διατηρήσει τις ζωτικές λειτουργίες του οργανισμού της ασθενούς, τόσο επειδή δεν είχε προετοιμάσει αγωγή ανάνηψης και αναζωογόνησής της όσο και επειδή δεν υπήρχε σχετική υλικοτεχνική υποδομή και νοσηλευτικό προσωπικό, 3) Η αιτιώδης συνάφεια: α) μεταξύ της ως άνω αδυναμίας του αναιρεσείοντος να διατηρήσει τις ζωτικές λειτουργίες του οργανισμού της υποβληθείσας σε άμβλωση και του επελθόντος θανάτου αυτής, αφού, αν είχε επιτύχει ο αναιρεσείων την ανάνηψη και αναζωογόνησή της, όπως θα συνέβαινε τόσο αν είχε από την αρχή εφαρμόσει τη σχετική αγωγή και διέθετε την αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή και νοσηλευτικό προσωπικό οργανωμένης για άμβλωση νοσηλευτικής μονάδας, τότε θα είχε ενισχύσει τις δυνατότητες θετικών αντιδράσεων και άμυνας του οργανισμού της ασθενούς και θα είχε παρατείνει τη ζωή της - ανεξάρτητα από τις ανεπιτυχείς προσπάθειες του κληθέντος καρδιολόγου - κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, μέχρι τη διακομιδή της ασθενούς στο Γενικό Νοσοκομείο ..., όπου επιχειρήθηκε καθυστερημένα και γι' αυτό ανεπιτυχώς η καρδιοαναπνευστική αναζωογόνησή της και β) μεταξύ της συγκαταθέσεως του αναιρεσείοντος καθεαυτής, να συμπράξει, ως ιατρός αναισθησιολόγος, με τον συνάδελφό του γυναικολόγο - χειρουργό στο ιδιωτικό αυτού ιατρείο, που δεν διέθετε τον εξοπλισμό και το προσωπικό οργανωμένης νοσηλευτικής μονάδας και του δυσμενούς αποτελέσματος, αφού χωρίς τη σύμπραξη αναισθησιολόγου δεν θα είχε επιχειρηθεί από μόνο το γυναικολόγο ιατρό, κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων, η άμβλωση και θα είχε αποφευχθεί έτσι ο θάνατος, της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, 4) Η ύπαρξη υπαιτιότητας με τη μορφή της αμέλειας του αναιρεσείοντος για το θάνατο της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, αφού ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα (και εις ολόκληρον ευθύνη) του μαιευτήρα, οποιοσδήποτε μετρίως συνετός αναισθησιολόγος ιατρός, υπό τις ίδιες περιστάσεις, αφενός μεν δεν θα είχε αναλάβει να συμπράξει για άμβλωση σε μη οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα, αποτρέποντας έτσι χωρίς την (αναγκαία) συμμετοχή του τη διενέργεια της άμβλωσης, αφετέρου δε, αν είχε πράξει τούτο, θα είχε λάβει υπόψη του τις μειωμένες δυνατότητες να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, από έλλειψη υλικοτεχνικής υποδομής και νοσηλευτικού προσωπικού και θα είχε μεριμνήσει κατά την παροχή αναισθητικού (ναρκωτικού) στην εγκυμονούσα να προετοιμάσει την απαιτούμενη, κατά τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αγωγή ανανήψεως και αναζωογονήσεως της εγκύου για την περίπτωση πιθανής μετεγχειρητικής επιπλοκής είτε λόγω πλημμελούς εκπληρώσεως των καθηκόντων του συμπράττοντος συναδέλφου του (γυναικολόγου) είτε λόγω αρνητικής αντιδράσεως του οργανισμού της εγκύου. Επομένως οι με αρ. 3 αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αφορά την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος ατομικά για τον εαυτό του και να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 458/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατά το μέρος που αφορά ατομικά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Ψ1 στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 10-9-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 458/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης κατά το μέρος που αφορά τους δεύτερο έως έβδομο από τους αναιρεσιβλήτους και τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως ασκούντα, τη γονική μέριμνα επί των δύο ανηλίκων τέκνων του.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΑΜΕΛΕΙΑ ΙΑΤΡΟΥ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΟΥ συμπράττοντος σε άμβλωση εγκύου με μαιευτήρα, λόγω θανάτου από εσωτερική αιμορραγία, κατόπιν τραυματισμού της υποβλειθείσας σε άμβλωση από αμέλεια του μαιευτήρα. Η αμέλεια του αναισθησιολόγου συνίσταται στο ότι: α) συνέπραξε για τη διενέργεια της άμβλωσης στο ιατρείο του μαιευτήρα γυναικολόγου, ενώ κατά την, κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 ν. 1609/1986, ΥΑ Α3β/Οικ 2799?1987 η άμβλωση μπορούσε να γίνει μόνον σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα (νοσοκομείο), διαθέτουσα εγκατάσταση δικτύου αναισθησιολογικών αερίων και οξυγόνου, πλήρως εξοπλισμένη με τα απαραίτητα όργανα και με πλήρη φαρμακευτική κάλυψη, να στελεχώνεται από δύο τουλάχιστον μαίες και το απαραίτητο νοσηλευτικό προσωπικό και να διαθέτει καλά οργανωμένη τράπεζα αίματος. β) Δεν προετοίμασε την απαιτούμενη, κατά τους γενικώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αγωγή ανάνηψης της εγκύου σε περίπτωση μετεγχειρητικής επιπλοκής. Λόγος αναιρ. αρ. 1, 11 αρ. 559 ΚΠολΔικ, αβάσιμοι
| null | null | 0
|
Αριθμός 492/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Αλεξανδράκη, περί αναιρέσεως της 617/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1363/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, για απλή σωματική βλάβη και την είσοδο στον αγωνιστικό χώρο, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος των αναιρεσειόντων, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής για την πράξη της βιαιοπραγίας και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η ανωτέρω αναίρεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με πρόστιμο. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του κατά οποιονδήποτε τρόπο, η διαφοροποίηση δε αυτή προσδιορίζεται από το δικαστήριο, αναλόγως των ειδικών περιστατικών τα οποία προβάλλονται και γίνονται αποδεκτά. Η συνδρομή δε των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως για το έγκλημα αυτό πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση εν όψει της διαβαθμίσεως της σωματικής βλάβης, αναλόγως της σπουδαιότητάς της σε απλή, σε εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης έχει επιπόλαιες συνέπειες και σε ασήμαντη, η οποία είναι αυτή που έχει ήπιες συνέπειες. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη ως προς τον προσδιορισμό με ακρίβεια του είδους της σωματικής κακώσεως ή της βλάβης της υγείας του παθόντος προκειμένου να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της σωματικής βλάβης. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να αποφανθεί για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1646/1986 "Μέτρα πρόληψης και καταστολής της βίας στους αθλητικούς χώρους και άλλες διατάξεις", που εφαρμόσθηκε εν προκειμένω ως εκ του χρόνου τελέσεως των αποδιδομένων πράξεων, όποιος μέσα ή γύρω από κάθε είδους αθλητικούς ή ιπποδρομικούς χώρους ή στις βοηθητικές εγκαταστάσεις ή στις κερκίδες κατά τη διάρκεια αθλητικής εκδήλωσης, α) ρίχνει προς τον αγωνιστικό χώρο ή εναντίον άλλου οποιοδήποτε αντικείμενο, β) εισέρχεται χωρίς δικαίωμα στον αγωνιστικό χώρο με σκοπό να παρακωλύσει την ομαλή τέλεση της αθλητικής εκδήλωσης, γ) βιαιοπραγεί κατά άλλου ανεξάρτητα αν από τη βιαιοπραγία επήλθε σωματική βλάβη, δ) εξυβρίζει, ε) κατέχει ή χρησιμοποιεί αντικείμενα που μπορεί να προκαλέσουν σωματικές βλάβες... τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και σε χρηματική ποινή, εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη. Κατά την παράγραφο 2 του άνω άρθρου του νόμου αυτού, η ίδια ποινή επιβάλλεται όταν οι πράξεις της παραγράφου 1 τελεστούν α) στους παραπάνω χώρους πριν από την έναρξη της αθλητικής εκδήλωσης αφού όμως άρχισαν να συγκεντρώνονται οι θεατές, ή μετά τη λήξη της, σε χρόνο όμως που οι θεατές δεν έχουν ακόμη διαλυθεί και β) μακριά από τους χώρους αυτούς είτε εν όψει είτε ύστερα από κάποια αθλητική εκδήλωση.
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η τέλεση της πράξεως του άρθρου 1 του ν. 1646/1986, με τον ειδικότερο τρόπο της κατά τη διάρκεια αθλητικής εκδηλώσεως εισόδου κάποιου χωρίς δικαίωμα στον αγωνιστικό χώρο με σκοπό να παρακωλύσει την ομαλή τέλεση της αθλητικής εκδηλώσεως, είναι αξιόποινη όταν ο δράστης εισέρχεται εντός του αγωνιστικού χώρου κατά τη διάρκεια του αγώνα και όχι μετά τη λήξη του. Επομένως η τέτοια είσοδος στον αγωνιστικό χώρο όταν έχει λήξει ο αγώνας που αφορά η αθλητική εκδήλωση έστω και σε χρόνο που οι θεατές δεν έχουν ακόμη διαλυθεί δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το σχετικό ποινικό αδίκημα. Βιαιοπραγία δε κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1646/1986 αποτελεί κάθε παράνομη ενέργεια εναντίον προσώπου εκδηλουμένη με υλική δύναμη και τείνουσα στην κακοποίηση του σώματος είτε στην προσβολή της ελευθερίας, είτε της τιμής του καθού στρέφεται προσώπου και είναι αδιάφορο εάν επήλθε πράγματι σωματική κάκωση. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Η άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον ίδιο ή τον συνήγορο του κατηγορουμένου και τείνουν στην άρση του αδίκου της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν αποδίδεται στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 617/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, δικάζοντας κατ' έφεση, δέχθηκε ότι από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς και την απολογία των κατηγορουμένων και από την όλη αποδεικτική διαδικασία ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι όπως κατατέθηκε μετά λόγου γνώσεως από τους μάρτυρες στο ακροατήριο και ιδιαίτερα από το διαιτητή του αγώνα Ψ, οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι πραγματοποίησαν είσοδο στον αγωνιστικό χώρο και διέπραξαν τις βιαιοπραγίες των κατηγοριών που τους αποδίδονται και ότι τους αναγνώρισε τους κατηγορουμένους, τους οποίους γνώριζε φυσιογνωμικά, κατά τα επεισόδια, επιβεβαιώνοντας τα ανωτέρω και κατά την ακροαματική διαδικασία στο δικαστήριο. Με βάση τα παραπάνω και αφού το άνω Εφετείο απέρριψε ορθώς και αιτιολογημένα παρά τις περί του αντιθέτου αβάσιμες αιτιάσεις τον ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων σχετικά με την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος για μη εξειδίκευση του τόπου και του χρόνου τελέσεως των αποδιδομένων πράξεων κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους του ότι την 7.11.2001 στο ...ι Α) άπαντες με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον και συγκεκριμένα στον Ψ απλή σωματική βλάβη χτυπώντας τον με τα χέρια τους, τους γρόνθους τους και τα πόδια τους σε διάφορα μέρη του σώματός του προξενώντας του σωματικές κακώσεις. Β) κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο με τη λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ των ομάδων ... και εντός του αγωνιστικού χώρου α) εισήλθαν χωρίς δικαίωμα στον αγωνιστικό χώρο με σκοπό να παρακωλύσουν την ομαλή τέλεση της αθλητικής εκδήλωσης και β) βιαιοπράγησαν κατά άλλου και συγκεκριμένα κατά του διαιτητή του ως άνω αγώνα Ψ χτυπώντας τον με τα χέρια και τους γρόνθους τους και κλωτσώντας τον σε διάφορα μέρη του σώματός του προξενώντας του σωματικές κακώσεις. Το Δικαστήριο στη συνέχεια κατεδίκασε καθένα των κηρυχθέντων ενόχων κατηγορουμένων σε φυλάκιση τριών (3) μηνών για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης και σε φυλάκιση έξι (6) μηνών για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 1 του ν. 1646/1986 και καθόρισε ως συνολική εκτιτέα ποινή από καθένα των τεσσάρων κατηγορουμένων αυτήν των επτά (7) μηνών φυλάκισης αποτελούμενη από την βαρύτερη ποινή της φυλάκισης των έξι (6) μηνών που επιβλήθηκε σε κάθε κατηγορούμενο για τη β' πράξη της παράβασης του άρθρου 1 του ν. 1646/1984 επαυξανόμενη κατά ένα μήνα από την ποινή φυλάκισης των τριών μηνών που τους επιβλήθηκε για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με την αξιόποινη πράξη των ήδη αναιρεσειόντων σε βάρος του παθόντος και πολιτικώς ενάγοντα Ψ δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον δεν περιέχονται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό αυτής πραγματικά περιστατικά που εκείνο δέχθηκε και από τα οποία να δύναται να εκτιμηθεί ποίο είδος σωματικής κακώσεως προξενήθηκε στον άνω παθόντα για να δύναται να καθορισθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπέστη απλή σωματική βλάβη, ούτε, περαιτέρω, περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία για τον προβληθέντα (όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως) από τον συνήγορο υπεράσπισης των κατηγορουμένων επικουρικώς ισχυρισμό ότι η πράξη που τέλεσαν αυτοί σε βάρος του άνω παθόντος στοιχειοθετούσε όχι απλή αλλά εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο με ποίους συλλογισμούς και σκέψεις κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας στην απόφαση του περί ενοχής των κατηγορουμένων για την τέλεση σε βάρος του άνω παθόντος της απλής σωματικής βλάβης. Είναι βάσιμος κατόπιν αυτών ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδαφ. Δ Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κοινής όλων των αναιρεσειόντων, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδαφ. ε, του ίδιου κώδικα για έλλειψη νομίμου βάσεως όσον αφορά την καταδίκη τους για απλή σωματική βλάβη καθώς και ο σχετικός από τους πρόσθετους λόγους από το άρθρο 510 παρ. 1 εδαφ. β περί ελλείψεως ακροάσεως (πέραν ελλείψεως της επιβαλλομένης αιτιολογίας) από το ότι δεν απάντησε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση στον προβληθέντα ισχυρισμό από τον συνήγορο υπεράσπισης των ήδη αναιρεσειόντων ότι η σωματική κάκωση σε βάρος του παθόντος έφερε τον χαρακτήρα της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης υπό τις περιστάσεις που έγινε δεκτό από το Δικαστήριο αυτό ότι είχε τελεσθεί. Επίσης με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την έτερη αξιόποινη πράξη της παράνομης εισόδου των αναιρεσειόντων στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου στο οποίο διεξήχθη ο αναφερόμενος ποδοσφαιρικός αγώνας και με την κήρυξη των άνω κατηγορουμένων ενόχων αυτής της πράξεως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινή διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδαφ. β' και παρ. 2 του Ν. 1646/1984 δεδομένου ότι, όπως δέχθηκε με τη λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα από τον διαιτητή οι αναιρεσείοντες εισήλθαν εντός του αγωνιστικού χώρου, οπότε και δεν πραγματώνεται το προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη έγκλημα, αφού δεν παρακωλύεται η τέλεση αυτού ούτε νοείται όπως κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίθηκε ότι προέκυψε, να ενήργησαν με τέτοιο σκοπό οι αναιρεσείοντες. Επομένως, είναι βάσιμοι τόσο ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση η αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 1646/1984 όσο και ο συναφής πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της άνευ δικαιώματος εισόδου των ήδη αναιρεσειόντων εντός του αγωνιστικού χώρου στο γήπεδο στο οποίο διεξαγόταν ο αναφερόμενος ποδοσφαιρικός αγώνας με σκοπό την παρακώλυση ομαλής διεξαγωγής αυτής της αθλητικής εκδηλώσεως. Όσον αφορά την πράξη της εντός αθλητικού χώρου τελέσεως από τους ήδη αναιρεσείοντες βιαιοπραγίας σε βάρος άλλου το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του κατά τις περιλαμβανόμενες στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό παραδοχές την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και τις ενέργειες καθενός των κατηγορουμένων που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της βιαιοπραγίας σε βάρος του διαιτητή του ποδοσφαιρικού αγώνος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 Π.Κ. και του άρθρου 1 ν. 1646/1986, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται στο αιτιολογικό της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (έγγραφα, απολογίες των κατηγορουμένων) ενώ στη συνέχεια αναφέρεται στο σκεπτικό ότι λήφθηκαν υπόψη και οι καταθέσεις των κατά την ακροαματική διαδικασία εξετασθέντων μαρτύρων καθώς και του παθόντος διαιτητή του αγώνα. Δεν ήταν αναγκαίο να γίνεται ειδική αναφορά στα όσα κατέθεσε καθένας των εξετασθέντων μαρτύρων ούτε η ειδικότερη επισήμανση των όσων κατέθεσε εξεταζόμενος ο ίδιος ο παθών υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα και ότι παρέβλεψε και δεν συνεκτίμησε το Δικαστήριο της ουσίας τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων. Δεν συνιστά δε λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των αξιολογικής συσχετίσεως καθόσον τέτοιες αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προβάλλονται με το κύριο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον συναφή λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων για μη πληρότητα της αιτιολογίας από παράλειψη συνεκτιμήσεως των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον κατά τις διατάξεις αυτής που αφορούν την κήρυξη αυτών ενόχων και την καταδίκη των για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης καθώς και για την πράξη της εισόδου αυτών εντός του αγωνιστικού χώρου με σκοπό την παρακώλυση της ομαλής τέλεσης αθλητικής εκδηλώσεως. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 2408/1996 και το άρθρο 25 ν. 3346/2005 το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 στοιχ. β' και 511, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 ν. 3160/2003, του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή ως νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθείσα και περιέχεται σ'αυτή σύμφωνα με τα άρθρα 47 παρ. 2 και 509 Κ.Ποιν.Δ. ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση από τις πράξεις για τις οποίες αναιρείται κατά τα ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση αυτή της απλής σωματικής βλάβης καθώς και εκείνη της εισόδου στον αγωνιστικό χώρο με σκοπό την παρακώλυση της ομαλής διεξαγωγής του αναφερόμενου ποδοσφαιρικού αγώνα που αποδίδονται στους αναιρεσείοντες φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 7.11.2001. Από την τέλεση όμως αυτών των πράξεων μέχρι την έκδοση της προκειμένης αποφάσεως παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας, δηλαδή ο χρόνος πέντε ετών της παραγραφής της ως πλημμεληματικής και εκείνος της αναστολής των που είναι τριών ετών. Έτσι το αξιόποινο των άνω πλημμεληματικών πράξεων έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής και πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά των ήδη αναιρεσειόντων για τις άνω πράξεις. Δεδομένου δε ότι με την προσβαλλομένη απόφαση είχε επιβληθεί μία ποινή φυλακίσεως έξι μηνών σε βάρος καθενός από αυτούς τόσο για την άνω πράξη της εισόδου εντός αγωνιστικού χώρου με σκοπό την παρακώλυση ομαλής διεξαγωγής αθλητικής εκδήλωσης όσο και για την έτερη πράξη του άρθρου 1 του ν. 1646/1986 ως προς την οποία δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη δηλαδή για την εντός αθλητικού χώρου βιαιοπραγία κατά άλλου, έτσι ώστε να μη μπορεί να γίνει απάλειψη της επιβληθείσης για τις παραβάσεις αυτές ποινής αλλά να απαιτείται νέος προσδιορισμός αυτής για την αξιόποινη πράξη της εντός αθλητικού χώρου βιαιοπραγίας κατά άλλου, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα επιμέτρηση της ποινής για την τελευταία αυτή πράξη, ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση των αναιρεσειόντων, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 617/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης που φέρονται ότι τέλεσαν στο ... στις 7.11.2001 σε βάρος του Ψ χτυπώντας τον με πρόθεση με τα χέρια τους, τους γρόνθους τους και τα πόδια τους, σε διάφορα μέρη του σώματος του προξενώντας του σωματικές κακώσεις καθώς και για την πράξη της κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο με τη λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ των ομάδων ... εισόδου απάντων χωρίς δικαίωμα εντός του αγωνιστικού χώρου με σκοπό και παρακωλύσουν την ομαλή τέλεση της αθλητικής εκδηλώσεως.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο άνω Εφετείο για νέα επιμέτρηση της ποινής για την πράξη της βιαιοπραγίας κατά άλλου σε αθλητικό χώρο.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση των αναιρεσειόντων α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3, δ) Χ4, όπως διαμορφώθηκε με τους από 23.12.2009 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
α) Απλή σωματική βλάβη. β΄) Παράβαση άρθρου 1 Ν. 1646/ 1986 με την είσοδο στον αγωνιστικό χώρο χωρίς δικαίωμα, με σκοπό να παρακωλύσει την ομαλή τέλεση της αθλητικής εκδήλωσης και με βιαιοπραγία κατά άλλου και ειδικότερα κατά του διαιτητή του αγώνα. Καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου σε βάρος εκάστου των τεσσάρων κατηγορουμένων και για τις δύο πράξεις με επιβολή φυλάκισης 3 μηνών ως προς την απλή σωματική βλάβη και όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 1646/1986 μίας μόνον ποινής φυλακίσεως έξι (6) μηνών σε βάρος καθενός των κατηγορουμένων. Αναίρεση και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως από όλους τους καταδικασθέντες κατηγορουμένους. Κρίνεται βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθώς και για έλλειψη ακροάσεως όσον αφορά την καταδίκη των κατηγορουμένων για απλή σωματική βλάβη, διότι δεν αναφέρεται ποιο είδος σωματικής κακώσεως προξενήθηκε στον παθόντα για να δύναται να καθορισθεί αν υπέστη απλή σωματική βλάβη και δεν απάντησε το δικαστήριο στον ισχυρισμό ότι η πράξη που τέλεσαν, στοιχειοθετούσε εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη και δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο με ποιες σκέψεις κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας στην απόφαση περί ενοχής για απλή σωματική βλάβη και παύει οριστικά την ποινική δίωξη για απλή σωματική βλάβη λόγω παραγραφής ως εκ της παρόδου οκταετίας από την τέλεση της πράξεως. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την επιμέρους πράξη της άνευ δικαιώματος εισόδου εντός του αγωνιστικού χώρου και ο πρόσθετος λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι η είσοδος των κατηγορουμένων έγινε με τη λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα από τον διαιτητή και δεν νοείται τέλεση του αδικήματος, όταν οι υπαίτιοι εισέρχονται μετά τη λήξη του αγώνα στο γήπεδο, διότι δεν παρακωλύεται η τέλεση αυτού. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την άνω επιμέρους παράβαση της άνευ δικαιώματος εισόδου εντός του αγωνιστικού χώρου και εν όψει της απορρίψεως του λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας για την έτερη επιμέρους παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 1646/1986, ήτοι της βιαιοπραγίας εντός αθλητικού χώρου από τους αναιρεσείοντες. Παραπέμπεται η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα επιμέτρηση της ποινής για την τελευταία αυτή πράξη.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Σωματική βλάβη απλή, Βίας αντιμετώπιση σε αγωνιστικούς χώρους, Παράνομη είσοδος σε αγωνιστικό χώρο.
| 2
|
Αριθμός 491/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κεμπερά, περί αναιρέσεως της ΒΤ 4021/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.7.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1094/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 έως 113 του ΠΚ, 501 παρ. 3 και 370 εδ. β του ΚΠΔ προκύπτει ότι, εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως, το δικαστήριο, παρά την απουσία του εκκαλούντος, προχωρεί στην έκδοση αποφάσεως με την οποία παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία που έχει από το νόμο, παρότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο που δικάζει απόντος του κατηγορουμένου έφεση, για την οποία συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, παραλείψει να εξετάσει την επελθούσα παραγραφή του αξιοποίνου της πράξεως και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά προχωρήσει στην απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης ή ανυποστήρικτης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4021/2009 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως των από 17.3.2009 έφεση που είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθ. 2721/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δρχ. για παράβαση του α.ν. 86/1967 και συγκεκριμένα για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΑΝΠΥ για το διάστημα από 7.6.1982 μέχρι 30.9.1998. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και συγκεκριμένα με τον τελευταίο λόγο αυτής, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, προβάλλεται υπέρβαση εξουσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επειδή αυτό δεν εξέτασε την επελθούσα παραγραφή του αξιοποίνου της πράξεως ώστε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά προχώρησε και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, προϋπόθεση εξετάσεως της παραγραφής είναι να έχει ασκηθεί η έφεση εμπροθέσμως, η οποία όμως προϋπόθεση δεν συντρέχει εν προκειμένω. Με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει: 1) ότι για λόγους ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα ασθενείας του πληρεξουσίου δικηγόρου της, δεν κατέστη δυνατό να εμφανιστεί αυτός στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την δικάσιμο κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να εκπροσωπήσει την αναιρεσείουσα στην εκδίκαση της εφέσεώς της και 2) ότι δεν ήταν αυτή ασφαλισμένη στο ΤΑΝΠΥ και παρανόμως φέρεται εγγεγραμμένη σ' αυτό, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εγγραφής της, την οποία εγγραφή δεν γνώριζε ώστε να ασκήσει τα νόμιμα για τη διαγραφή της. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, γιατί δεν πλήττουν την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί απορρίψεως της εφέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.7.2009 αίτηση της..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4021/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και αν απουσιάζει ο εκκαλών, έχει υποχρέωση να ερευνήσει την ύπαρξη τυχόν παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Αβάσιμος ο λόγος για υπέρβαση εξουσίας, γιατί η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως και έτσι το δικαστήριο ορθά την απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) χωρίς να ερευνήσει την παραγραφή. Αβάσιμοι και οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, γιατί δεν πλήττουν την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί απορρίψεως της εφέσεως ως εκπρόθεσμης.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 490/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Λάλα, περί αναιρέσεως της 1559/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.1.2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 335/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 §2 και 369 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 §1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση κατά του άρθρου 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) ή το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης για τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1559/2008 απόφασή του, κήρυξε κατά πλειοψηφία ενόχους τους ήδη αναιρεσείοντες για τις πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (παράβαση ΑΝ 86/1967) και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών τον καθένα, μετατραπείσα σε χρηματική. Οι ανωτέρω πράξεις συνίστανται στο ότι ως εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΞΤΕ ΑΕ", είδος απασχόλησης ξενοδοχείο, αφού απασχόλησαν στην επιχείρησή τους προσωπικό που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλαν σ' αυτό τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές) της περιόδου Σεπτεμβρίου 2002, συνολικού ύψους 8.245,65 Ευρώ, τις οποίες όφειλαν να καταβάλουν μέχρι την 7-11-2002 και για τις οποίες συντάχθηκε η με αριθμό ...Πράξη Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ). Οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προέβαλαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον ισχυρισμό ότι δεν υπέχουν ποινική ευθύνη για τη μη καταβολή των εισφορών, γιατί από την 20-3-1999 εκμίσθωσαν το ξενοδοχείο μέχρι το έτος 2004 στην εταιρεία "ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ", με διαχειριστές τους ... και .., οι οποίοι ήταν και αρμόδιοι για την πρόσληψη, την πληρωμή και την απόλυση του απασχολούμενου στο ξενοδοχείο προσωπικού, καθώς και για την ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ και την πληρωμή των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών. Η πλειοψηφία του Δικαστηρίου απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν των αναιρεσειόντων με την αιτιολογία ότι "από την υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ και την από 20-7-2001 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού (δηλαδή έγγραφα που συντάχθηκαν και υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της ως άνω μίσθωσης), προέκυψε ότι αυτά υπογράφηκαν από τους νομίμους εκπροσώπους της ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ και για λογαριασμό της τελευταίας, ενώ σε κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν υπάρχει η σφραγίδα και η υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων της ως άνω μισθώτριας εταιρείας ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η πλειοψηφία του Δικαστηρίου, προκειμένου να απορρίψει τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και να τους κηρύξει ενόχους, έλαβε υπόψη ευθέως και αμέσως και συνεκτίμησε τα ως άνω δύο έγγραφα (ΠΕΕ και αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης), τα οποία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε προκύπτει το περιεχόμενό τους από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα ή από άλλα αποδεικτικά μέσα. Έτσι όμως παραβιάστηκε η άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων να λάβουν γνώση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών και να προβούν δια του εκπροσωπήσαντος αυτούς συνηγόρου σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά. Επομένως, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 §1 δ' του ΚΠΔ και ιδρύθηκε η σχετικός από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Αντίθετα δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το ότι δεν αναγνώσθηκε η υπ' αριθμ. ...ΠΕΕ, αφού αυτή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου με το οποίο παραπέμφθηκαν σε δίκη και καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στους αναιρεσείοντες και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1559/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης κατά το μέρος που αφορά στους αναιρεσείοντες ... και....
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας για την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, συνιστά απόλυτη ακυρότητα. Προϋποθέσεις για λήψη υπόψη τέτοιου εγγράφου. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί προκειμένου να κηρύξει ενόχους τους κατηγορουμένους της παραβάσεως του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 2
|
Αριθμός 489/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 633/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1 και 2) Ψ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2009, αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1257/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 365/3-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας , σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 12/2-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του 633/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης , εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το 1105/2006 βούλευμά του παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για εξακολουθητική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν με την ιδιότητα του μεσεγγυούχου (άρθρ. 375 §§1,2 εδαφ. β, α, ως αντικατεστάθη δι' άρθρ. 1 § 9 ν. 2408/96 και συνεπληρώθη δι' άρθρ. 14 § 3β ν. 2721/99 και άρθρ. 98 Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού αυτός άσκησε την 3/22-1-2007 έφεση του η οποία απορρίφθηκε με το 643/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών.
Κατά του βουλεύματος αυτού ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την 1723/2007 αίτησή του αναιρέσεως επικαλούμενος έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του α. 375 παρ. 1 και 2 περ. α' και β' του ΠΚ . Η αίτησή του αυτή έγινε δεκτή από τον Άρειο Πάγο ο οποίος με την 777/2009 απόφασή του σε Συμβούλιο αναίρεσε το βούλευμα αυτό για έλλειψη νόμιμης βάσης αναφέροντας τα ακόλουθα : "Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, δια της αυτοτελούς αιτιολογίας του και της ως άνω αναφοράς του, συμπληρωματικώς, στο πρωτόδικο βούλευμα, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη, με την έννοια που αναπτύχθηκε ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, συγχρόνως δε παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και έτσι στέρησε το βούλευμά του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: α) δεν διευκρινίζεται στο βούλευμα με ποιες ενέργειες ή παραλείψεις εξεδήλωσε ο αναιρεσείων τη βούλησή του για ιδιοποίηση του ποσού των μισθωμάτων, δεδομένου ότι μόνη η μνεία της λέξεως "ιδιοποιήθηκε", έστω και σε συνδυασμό με την ιδιότητά του ως μεσεγγυούχου, δεν είναι αρκετή, β) δεν διευκρινίζεται, επίσης, αν ο αναιρεσείων εκδήλωνε την πρόθεσή του για ιδιοποίηση κάθε μερικότερου ποσού, (μηνιαίου μισθώματος που αναλογούσε στο υπό την μεσεγγύησή του ιδανικό μερίδιο του μισθίου), όταν αυτός εισέπραττε το κάθε μερικότερο ποσόν, ή εκδήλωσε την πρόθεσή του για ιδιοποίηση όλων των επί μέρους εισπραχθέντων και συνακολούθως ολοκλήρου του ως άνω ποσού των 68.841. 172 δρχ. (ή 199.095,02 ευρώ) μία μόνο φορά, στοιχείο αναγκαίο, αφού στη μεν πρώτη περίπτωση πρόκειται για τέλεση κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως, στη δε δεύτερη για τέλεση μιας μόνο πράξεως του εν λόγω εγκλήματος και γ) σε περίπτωση που συντρέχει κατ' εξακολούθηση τέλεση, δεν διευκρινίζεται, όπως θα έπρεπε, αν ο χαρακτηρισμός του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, προσήκει και για κάθε μερικότερη πράξη της προ του Ν. 2721/1999 περιόδου, ήτοι από 1-4-1997 έως 2-6-1999 (το ποσόν της οποίας σαφώς εξάγεται από τις παραδοχές του βουλεύματος, με μαθηματικό υπολογισμό). Η τελευταία αυτή ασάφεια επιτείνεται από το γεγονός ότι το μεν προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως διαφαίνεται από τις παραδοχές του, τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως τον βασίζει στην ιδιαίτερα μεγάλη αξία του συνόλου των εισπραχθέντων από τον αναιρεσείοντα, ως μεσεγγυούχο, μισθωμάτων, χωρίς να διακρίνει μεταξύ προ και μετά τον Ν. 2721/1999 τελεσθεισών μερικοτέρων πράξεων, το δε πρωτόδικο βούλευμα, όπου η ανωτέρω συμπληρωματική αναφορά του προσβαλλομένου, περιέχει σαφή τέτοια διάκριση και χαρακτηρισμό των μερικοτέρων πράξεων της πρώτης περιόδου, ως κακουργηματικών, λόγω της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας της κάθε μερικότερης πράξεως, προκυπτούσης, έτσι, περαιτέρω ασάφειες για το τι δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα των μερικότερων πράξεων που δέχθηκε ότι εμπίπτουν στη περίοδο από 1-4-1997 έως 2-6-1999. Οι ασάφειες και παραλείψεις αυτές καθιστούν ελλιπή την αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος και ανέφικτο τον έλεγχο από τον 'Αρειο Πάγο αν στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ όπως ίσχυαν τόσον πριν από τον αυστηρότερο Ν. 2721/1999 όσον και μετά από αυτόν, ή μόνον οι διατάξεις αυτές όπως ισχύουν μετά το νόμο αυτό και, επιπλέον, αν έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις του άρθρου 98 ΠΚ και μάλιστα όπως ίσχυαν πριν από το Ν. 2721/1999 ή όπως ισχύουν μετά από τον ίδιο νόμο και συνακολούθως αν, κατά περίπτωση, έγινε ορθή ή μη εφαρμογή τους. Κατόπιν όλων αυτών οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, με τη μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι βάσιμοι. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης επανήλθε και με το 633/2009 βούλευμά του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία της την έφεση του κατηγορουμένου Χ κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος.
Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 23-7-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης ..., και αυτός στις 2-9-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση - κατά τον μήνα Αύγουστο αναστέλλονται οι προθεσμίες των ενδίκων μέσων - (α. 473 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 4 προστ. από το α. 19 του Ν. 2721/199), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο κατηγορούμενος με την παραπάνω αίτηση αναιρέσεώς του στρέφεται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος και ζητά την εξαφάνισή του για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του α. 375 του Π.Κ. ( α. 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ ). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το α. 375 § 1 Π.Κ., "όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης στην κατοχή του και γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δόλος του δράστη που περιλαμβάνει την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, που εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσης του στον ιδιοκτήτη (ΑΠ 130/2007 ΠΧ.ΝΖ. 1000, ΑΠ 2124/2006 ΠΧ.ΝΖ. 836). Κατά την παράγραφο 2 εδ. α' του άρθρου 375 Π.Κ., όπως αντικ. με την παραγρ. α' του άρθρου 1 Ν. 2408/1996 η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ή του μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά τις διατάξεις αρθρ. 98 § 2 Π.Κ. όπως συμπληρ. με αρθρ. 14 § 1 Ν. 2721/1999 η αξία του αντικειμένου της πράξεις και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεσης του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα, με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στο έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση περί της αξίας του πράγματος αλλά και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης ως κακουργήματος, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1307/2004 ΠΧ.ΝΒ. 535) και στην περίπτωση αυτή το συνολικό ποσό πρέπει να προσδιορίζεται. Για μερικότερες πράξεις που έχουν τελεσθεί πριν τις 3-6-1999 , δηλ. την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/99 , είναι απαραίτητο να αναφέρεται ότι κάθε μερικότερη πράξη υπεξαίρεσης είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Μεταξύ δε των περιοριστικώς εις την προαναφερόμενη διάταξη περιπτώσεων περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποίαν το πράγμα ενεπιστεύθη εις τον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως μεσεγγυούχου, χωρίς καμιά διάκριση περί του αν πρόκειται περί εκουσίας κατ' άρθρ. 831 Α.Κ. μεσεγγυήσεως ή περί τοιαύτης κατόπιν δικαστικής αποφάσεως κατ' εφαρμογή των άρθρ. 725 έως 727 Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 222/2004 Ποιν.Χρ. 2004. 2004, Μπουρόπουλος Ερμ. Ποιν.Κώδ. τόμ. Γ' σελ. 34 - CONTRA A.Π. 221/55 Ποιν.Χρ. Ε' σελ. 438). Η δικαστική μεσεγγύηση αποσκοπεί στον περιορισμό της ελεύθερης διαχείρισης του κυρίου ενός πράγματος ή επιχειρήσεως, χάριν προστασίας των συμφερόντων τρίτων, συνεπεία εκδηλωθείσης αμφισβητήσεως της εκμεταλλεύσεως και αδυναμίας συνεχίσεως της δράσεως της επιχειρήσεως. Η παρέμβαση του δικαστηρίου αποσκοπεί στην ύπαρξη βεβαιότητας ότι ενδείκνυται η θέση μιας επιχειρήσεως υπό δικαστική μεσεγγύηση, έτσι ώστε να ελέγχεται η δραστηριότητα. Ο διοριζόμενος από το δικαστήριο μεσεγγυούχος αντικαθιστά τον κύριο και εκμεταλλευτή της επιχειρήσεως. Ο μεσεγγυούχος έχει υποχρέωση λογοδοσίας και είναι υποχρεωμένος μετά την λήξη της μεσεγγύησης να αποδώσει στον δικαιούχο τα υπό μεσεγγύηση κινητά πράγματα ή χρήματα που κατέχει και του παραδόθηκαν εκ της εν λόγω ιδιότητός του (Α.Π. 919/97 ΠΧ 1998.277, Α.Π. 979/98 ΠΧ! 1999.554). Όμως είναι υποχρεωμένος μετά την λήξιν της μεσεγγύησης να αποδώσει στον δικαιούχο τα υπό μεσεγγύηση κινητά πράγματα ή χρήματα που κατέχει και του παρεδόθησαν, λόγω της παραπάνω ιδιότητός του , αν δε αρνηθεί και ενσωματώσει όσα κατείχε στην δική του περιουσία τελεί το έγκλημα της υπεξαίρεσης (Α.Π. 1325/06, Α.Π. 1326/2006, Ποιν. Λ. 2006 σελ. 1527 και επ., Α.Π. 311/2005 ΠΧ 2005.970, 1327/2006 Ποιν.Λ. 2006 σελ. 1527-1528, ΑΠ 975/2006 Π.Χ. 2007.336, ΑΠ 222/2004 ΠΧ 2004.987). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (α. 93 παρ. 3 του Σ. και 139 του Κ.Π.Δ.), χωρίς την οποία υπάρχει λόγος αναιρέσεώς του (α. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ ), όταν: α) αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά σχηματισμό της κενά για την αντικειμενική και υποκειμενική συγκρότηση του εγκλήματος β) τα αποδεικτικά στοιχεία των πραγματικών αυτών περιστατικών γ) οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε και δ) οι επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά στο παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να προσδιορίζονται κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και αναφορά για το ποια περιστατικά προέκυψαν από το καθένα χωριστά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε ο προσδιορισμός της βαρύτητας καθενός στον σχηματισμό τη δικανικής κρίσεως. Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003. 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795).
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2002 ΠΧ' 2002.689, ΑΠ 510/2002 ΠΧ' 2003. 24, ΑΠ 1335/95 ΠΧ' 1996. 358).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και με αναφορά στη ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα δέχθηκε ότι , από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Το 1970 συνεστήθη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", με έδρα την ... και αντικείμενο την εκτέλεση πάσης φύσεως οικοδομικών έργων. Μοναδικοί εταίροι και διαχειριστές της, ήταν οι Ξ και Ζ, πατέρας του εκκαλούντος κατηγορουμένου (που κατηγορήθηκε και αυτός στην προδικασία αλλά απαλλάχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Η εταιρία λύθηκε με την από 16-2-1977 καταγγελία του εταίρου Ξ, λόγω δε της αρνήσεως του άλλου εταίρου να συμπράξει στην εκκαθάριση της περιουσίας της, διορίσθηκαν έκτοτε, δυνάμει των υπ' αρ. 1445/1978, 46/1980, 1451/1982, 455/1990 και 4505/1996 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διάφοροι εκκαθαριστές με τελευταίο τον ..., δικηγόρο Θεσσαλονίκης. Προηγουμένως στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητας η εταιρία ανήγειρε πολυκατοικία στην ... και επί της οδού ..., με το σύστημα της αντιπαροχής και έλαβε ως εργολαβικό αντάλλαγμα, μεταξύ άλλων, και ένα κατάστημα της ίδιας οικοδομής, αποτελούμενο από υπόγειο χώρο 300 τ.μ., ισόγειο με μεσοπάτωμα 153 τ.μ. και πρώτο όροφο 265 τ.μ. Συγκύριοι του καταστήματος αυτού εξ αδιαιρέτου ήταν η ίδια η εταιρία κατά ποσοστό 5/10 και λόγω αγοράς οι Ζ, ..., Θ κατά ποσοστό 1/10, ο καθένας τους και ο εκκαλών κατηγορούμενος κατά ποσοστό 2/10 ο τελευταίος, όμως επικαλούμενος, με εικονικά και άκυρα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δική του κυριότητα επί του ανωτέρω ποσοστού εξ αδιαιρέτου της εταιρίας εκ 5/10, προέβη, ως δήθεν συγκύριος έτσι του καταστήματος κατά ποσοστό 7/10 εξ αδιαιρέτου στην εκμίσθωση αυτού τον Ιούλιο του έτους 1992 στον ..., έναντι μηνιαίου μισθώματος 900.000 δρχ, αναπροσαρμοζομένου από 1-1-1996 κατά ποσοστό 20% ετησίως. Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1997, οπότε το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αρ. 3497/10-2-1997 απόφαση του, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της ανωτέρω εταιρίας κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου, αφού πιθανολόγησε ότι μεταξύ τους υπάρχει διαφορά σχετικά με την κυριότητα των 5/10 εξ αδιαιρέτου του προαναφερθέντος καταστήματος ,έθεσε το ποσοστό αυτό υπό δικαστική μεσεγγύηση και διόρισε μεσεγγυούχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ενώ διέταξε να παραδοθεί σ' αυτόν η νομή των χώρων του καταστήματος κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, όπως ήταν φυσικό, συνέχισε την εκμίσθωση του καταστήματος στον ανωτέρω μισθωτή και κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 έως 31-5-2002 εισέπραξε με την ιδιότητα του μεσεγγυούχου ως μισθώματα τα εξής ποσά. α) από 1-4-1997 έως 31-8-1997, ήτοι 5 μήνες Χ 1.296.000 δρχ. (1.080.000 δρχ. το μηνιαίο μίσθωμα μετά την αύξηση του 20ο/ο του μηνιαίου μισθώματος των 900.000 δρχ. από 1-1-1996 και επί πλέον κατά 20ο/ο από 1-1-1997), 6.480.000 δρχ. και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 3.240.000 δρχ. και ήδη 9.508,44 ευρώ, β) από 1-9-1997 έως 31-8-1998, ήτοι 12 μήνες Χ 1.555.200 δρχ. (1.296.000 δρχ. + 20ο/ο μηνιαίο μίσθωμα) 18.662.400 δρχ, και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 9.331.200 δρχ. και ήδη 27.384,30 ευρώ, γ)από 1-9-1998 έως 31-8-1999, ήτοι 12 μήνες Χ 1.866.240 δρχ. (1.555.200 δρχ + 20ο/ο μηνιαίο μίσθωμα) 22.394.880 δρχ., και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 11.197.440 δρχ. και ήδη 32.861,16 ευρώ, δ) από 1-9-1999 έως 31-8-2000, ήτοι 12 μήνες Χ 2.239.488 δρχ. (1.866.240 + 20% μηνιαίο μίσθωμα) και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 13.436.928 δρχ και ήδη 39.433,39 ευρώ, ε) από 1-9-2000 έως 31-8-2001, ήτοι 12 μήνες Χ 2.687.385,60 δρχ. (2.239.488 + 20% μηνιαίο μίσθωμα) 32.248.267,20 δρχ και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 16.124.313 δρχ και ήδη 47.320,07 ευρώ και στ) από 1-9-2001 έως 31-5-2002, ήτοι 9 μήνες προς 3.224.832 δρχ (2.687.385,60 δρχ. + 20% μηνιαίο μίσθωμα), 29.023.488 δρχ. Και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 14.511.744 δρχ. Και ήδη 42.587,66 ευρώ. Όσον αφορά στην κατ' εξακολούθηση τέλεση της πράξης της διακεκριμένης υπεξαίρεσης (άρθρο 375 παρ. 2 ΠΚ), για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (εάν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων (αρθρ. 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπλ. με άρθρο 14 παρ. 11 Ν. 2721/1999), αλλά αν οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν προ της ισχύος του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), η κρίση ως προς την αξία του πράγματος χωρεί με βάση το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξης (εν όψει του άρθρου 2 Π.Κ.), καθόσον, όπως προαναφέρθηκε η νέα ρύθμιση είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση και για τις μερικώτερες πράξεις που τελέσθηκαν προ της 3-6-1999 η αξία κάθε μίας εξ αυτών κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλη, δεδομένου του ύψους του μηνιαίου μισθώματος. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με τον Ν. 2721/1999 στην παρ. 2 του άρθρου 375 Π.Κ. προστέθηκε εδάφιο κατά το οποίο , αν το συνολικό αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Και στην περίπτωση αυτή, για την κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση του άρθρου 375 παρ.2 που τελέσθηκε πριν από τον παραπάνω νόμο, για την επιβαρυντική περίπτωση απαιτείται τουλάχιστον μία από τις υπεξαιρέσεις να έχει αντικείμενο μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση για τις μερικότερες πράξεις που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του ως άνω νόμου (3-6-1999) δεν έχουμε μία τουλάχιστον εξ αυτών που να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Για τις πράξεις όμως που τελέσθηκαν μετά την ως άνω ημεροχρονολογία λαμβάνουμε υπόψη την συνολική αξία της υπεξαίρεσης που ανέρχεται σε ποσό πολύ μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ. Το ποσό αυτό του μηνιαίου μισθώματος, που αναλογούσε στο υπό την μεσεγγύηση του ιδανικό μερίδιο του μισθίου, όταν αυτός το εισέπραττε δεν το φύλασσε ούτε το κατέθετε σε τραπεζικό λογαριασμό αλλά το ενσωμάτωνε στην ατομική του περιουσία εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή του να το ιδιοποιηθεί, κάθε φορά εξακολουθητικά, ενώ γνώριζε ότι δεν του ανήκε, δεδομένης και της έντονης και πολύχρονης αντιδικίας με τους εγκαλούντες και ουδέποτε το απέδωσε. Ο εκκαλών κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ποσοστού των 5/10 εξ αδιαιρέτου, λόγω αγοράς από τον Θ, δυνάμει του υπ' αρ. ... οριστικού συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Απ. Μαργαριτοπούλου (που συντάχθηκε σε εκτέλεση του υπ' αρ. 38941/1981 προσυμφώνου του ιδίου Συμβολαιογράφου) και συνεπώς τα μισθώματα δεν ήταν προς αυτόν "ξένο" κινητό πράγμα, αλλά αντίθετα τα εισέπραξε ως κύριος και όχι ως μεσεγγυούχος. Ο ισχυρισμός του αυτός, όμως, είναι αβάσιμος, αφού με την υπ' αρ. 353/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την υπ' αρ. 15930/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίσθηκαν ως άκυρες, τόσον η προηγηθείσα μεταβίβαση του ποσοστού αυτού στον Θ, όσο και η εν συνεχεία μεταβίβαση από τον τελευταίο προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, αντιστοίχως και ο ίδιος γνώριζε αυτήν την ακυρότητα. Κατόπιν των ανωτέρω ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα αποφάνθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος κατηγορουμένου και παρέπεμψε αυτόν, κατ' αρθρ. 309 και 313 Κ.Π.Δ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ από μεσεγγυούχο και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να διαταχθεί η εκτέλεση του και να επιβληθούν τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας εκ 255 ευρώ στον εκκαλούντα. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή: α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του Π.Κ., γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη αυτή, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει ρητά: Α) την ιδιότητα του μεσεγγυούχου που είχε ο αναιρεσείων σύμφωνα με την δικαστική απόφαση κατά τον χρόνο τελέσεως Β) την κατοχή του στα μισθώματα που εισέπραξε κατά το ποσοστό που δεν του ανήκε με την ιδιότητα αυτή και όχι ως κύριος του ακινήτου από την μίσθωση του οποίου προήλθαν Γ) την ιδιοποίηση αυτών κάθε φορά που τα παραλάμβανε στην κατοχή του, τα οποία για το διάστημα από 1-4-97 μέχρι 2-7-1999 ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας για κάθε μερικότερη ιδιοποίηση κατά την ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 964/2007, ΑΠ 2546/2005) και Δ) την άρνηση απόδοσής όσων κατείχε . Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο Ανακριτής και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ορθά διευκρίνισαν την κατηγορία από μία πράξη σε εξακολούθηση αφού οι μερικότερες εξακολουθητικές πράξεις περιλαμβάνονται στην αρχική πράξη δηλ. στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας (ΑΠ 811/2004). Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η την 12/2-9-2009 αίτηση αναιρέσεως τουΘεσσαλονίκης και
Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 2 Νοεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β)το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο, αφότου ο δράστης επεχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλομένης ενεργείας, με την οποία εξωτερίκευσε την θέλησή του να ιδιοποιηθεί το ξένο πράγμα παράνομα. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Προκειμένου περί μεσεγγυήσεως, ο μεσεγγυούχος έχει υποχρέωση για φύλαξη του υπό μεσεγγύηση πράγματος και των καρπών του, ως φύλαξη δε των καρπών νοείται, προκειμένου για μισθώματα, και η κατάθεσή τους σε Τράπεζα. Μετά τη λήξη της μεσεγγύησης, ο μεσεγγυούχος έχει υποχρέωση απόδοσης του πράγματος και των καρπών του στον δικαιούχο αυτών, διαπράττει δε αυτός υπεξαίρεση, αν, οποτεδήποτε, είτε κατά την διάρκεια της μεσεγγύησης είτε μετά την λήξη αυτής, εκδηλώσει την θέληση ενσωμάτωσης αυτών στην περιουσία του. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 633/2009 βούλευμά του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθ. 1105/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), προέκυψαν τα παρακάτω περιστατικά: "To 1970 συνεστήθη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", με έδρα την ... και αντικείμενο την εκτέλεση πάσης φύσεως οικοδομικών έργων. Μοναδικοί εταίροι και διαχειριστές της ήταν οι Ξ και Ζ, πατέρας του εκκαλούντος κατηγορουμένου (που κατηγορήθηκε και αυτός στην προδικασία, αλλά απαλλάχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα). Η εταιρία λύθηκε με την από 16-2-1977 καταγγελία του εταίρου Ξ, λόγω δε της αρνήσεως του άλλου εταίρου να συμπράξει στην εκκαθάριση της περιουσίας της, διορίσθηκαν έκτοτε, δυνάμει των υπ' αριθ. 1445/1978, 46/1980, 1451/1982, 455/1990 και 4505/1996 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διάφοροι εκκαθαριστές με τελευταίο τον ..., δικηγόρο Θεσσαλονίκης. Προηγουμένως, στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητας η εταιρία ανήγειρε πολυκατοικία στην ... και επί της οδού ..., με το σύστημα της αντιπαροχής και έλαβε ως εργολαβικό αντάλλαγμα, μεταξύ άλλων, και ένα κατάστημα της ίδιας οικοδομής, αποτελούμενο από υπόγειο χώρο 300 τ.μ., ισόγειο με μεσοπάτωμα 153 τ.μ. και πρώτο όροφο 265 τ.μ. Συγκύριοι του καταστήματος αυτού εξ αδιαιρέτου ήταν η ίδια η εταιρία κατά ποσοστό 5/10 και λόγω αγοράς ο Ζ, ..., Θ κατά ποσοστό 1/10, ο καθένας τους και ο εκκαλών κατηγορούμενος κατά ποσοστό 2/10.0 τελευταίος, όμως επικαλούμενος, με εικονικά και άκυρα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δική του κυριότητα επί του ανωτέρω ποσοστού εξ αδιαιρέτου της εταιρίας εκ 5/10, προέβη, ως δήθεν συγκύριος έτσι του καταστήματος κατά ποσοστό 7/10 εξ αδιαιρέτου στην εκμίσθωση αυτού τον Ιούλιο του έτους 1992 στον ..., έναντι μηνιαίου μισθώματος 900.000 δρχ., αναπροσαρμοζόμενου από 1-1-1996 κατά ποσοστό 20% ετησίως. Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1997, οπότε το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αρ. 34 97/10-2-1997 απόφασή του, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της ανωτέρω εταιρίας κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου, αφού πιθανολόγησε ότι μεταξύ τους υπάρχει διαφορά σχετικά με την κυριότητα των 5/10 εξ αδιαιρέτου του προαναφερθέντος καταστήματος, έθεσε το ποσοστό αυτό υπό δικαστική μεσεγγύηση και διόρισε μεσεγγυούχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ενώ διέταξε να παραδοθεί σ' αυτόν η νομή των χώρων του καταστήματος κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, όπως ήταν φυσικό, συνέχισε την εκμίσθωση του καταστήματος στον ανωτέρω μισθωτή και κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 έως 31-5-2002 εισέπραξε με την ιδιότητα του μεσεγγυούχου ως μισθώματα τα εξής ποσά: α) από 1-4-1997 έως 31-8-1997, ήτοι 5 μήνες Χ 1.296.000 δρχ. (1.080.000 δρχ. το μηνιαίο μίσθωμα μετά την αύξηση του 20ο/ο του μηνιαίου μισθώματος των 900.000 δρχ. από 1-1-1996 και επί πλέον κατά 20ο/ο από 1-1-1997), 6.480.000 δρχ. και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 3.240.000 δρχ. και ήδη 9.508,44 ευρώ, β) από 1-9-1997 έως 31-8-1998, ήτοι 12 μήνες Χ 1.555.200 δρχ. (1.296.000 δρχ. + 20ο/ο μηνιαίο μίσθωμα) 18.662.400 δρχ, και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 9.331.200 δρχ και ήδη 27.384,30 ευρώ, γ) από 1-9-1998 έως 31-8-1999, ήτοι 12 μήνες Χ 1.866.240 δρχ (1.555.200 δρχ + 20ο/ο μηνιαίο μίσθωμα) 22.394.880 δρχ, και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 11.197.440 δρχ και ήδη 32.861,16 ευρώ, δ) από 1-9-1999 έως 31-8-2000, ήτοι 12 μήνες Χ 2.239.488 δρχ. (1.866.240 + 20% μηνιαίο μίσθωμα και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 13.436.928 δρχ και ήδη 39.433,39 ευρώ, ε) από 1-9-2000 έως 31-8-2001, ήτοι 12 μήνες Χ 2.687.385,60 δρχ. (2.239.488 + 20% μηνιαίο μίσθωμα) 32.248.267,20 δρχ και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 16.124.313 δρχ και ήδη 47.320,07 ευρώ και στ) από 1-9-2001 έως 31-5- 2002, ήτοι 9 μήνες προς 3.224.832 δρχ (2.687.385,60 δρχ. +20 % μηνιαίο μίσθωμα), 29.023.4 88 δρχ. και για το ποσοστό της εταιρίας (5/10) 14.511.744 δρχ. και ήδη 42.587,66 ευρώ. Όσον αφορά στην κατ' εξακολούθηση τέλεση της πράξης της διακεκριμένης υπεξαίρεσης (άρθρο 375 παρ. 2 ΠΚ), για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (εάν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων (αρθρ. 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπλ. Με άρθρο 14 παρ.11 Ν.2721/1999), αλλά αν οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν προ της ισχύος του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), η κρίση ως προς την αξία του πράγματος χωρεί με βάση το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξης (εν όψει του άρθρου 2 Π.Κ.), καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η νέα ρύθμιση είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση και για τις μερικότερες πράξεις που τελέσθηκαν προ της 3-6-1999, η αξία κάθε μίας εξ αυτών κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλη, δεδομένου του ύψους του μηνιαίου μισθώματος. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με τον Ν. 2721/1999 στην παρ. 2 του άρθρου 375 Π.Κ. προστέθηκε εδάφιο κατά το οποίο, αν το συνολικό αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Και στην περίπτωση αυτή, για την κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση του άρθρου 375 παρ.2 που τελέσθηκε πριν από τον παραπάνω νόμο, για την επιβαρυντική περίπτωση απαιτείται τουλάχιστον μία από τις υπεξαιρέσεις να έχει αντικείμενο μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, για τις μερικότερες πράξεις που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του ως άνω νόμου (3-6-1999) δεν έχουμε μία τουλάχιστον εξ αυτών που να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Για τις πράξεις όμως που τελέσθηκαν μετά την ως άνω ημεροχρονολογία, λαμβάνουμε υπόψη την συνολική αξία της υπεξαίρεσης που ανέρχεται σε ποσό πολύ μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ. Το ποσό αυτό του μηνιαίου μισθώματος, που αναλογούσε στο υπό την μεσεγγύησή του ιδανικό μερίδιο του μισθίου, όταν αυτός το εισέπραττε, δεν το φύλασσε ούτε το κατέθετε σε τραπεζικό λογαριασμό, αλλά το ενσωμάτωνε στην ατομική του περιουσία, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή του να το ιδιοποιηθεί, κάθε φορά εξακολουθητικά, ενώ γνώριζε ότι δεν του ανήκε, δεδομένης και της έντονης και πολύχρονης αντιδικίας με τους εγκαλούντες και ουδέποτε το απέδωσε. Ο εκκαλών κατnγορούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ποσοστού των 5/10 εξ αδιαιρέτου, λόγω αγοράς από τον Θ, δυνάμει του υπ' αρ. ... οριστικού συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Απ. Μαργαριτοπούλου (που συντάχθηκε σε εκτέλεση του υπ' αρ. 38941/1981 προσυμφώνου του ιδίου Συμβολαιογράφου) και συνεπώς τα μισθώματα δεν ήταν προς αυτόν "ξένο" κινητό πράγμα, αλλά αντίθετα τα εισέπραξε ως κύριος και όχι ως μεσεγγυούχος. Ο ισχυρισμός του αυτός, όμως, είναι αβάσιμος, αφού με την υπ' αρ. 353/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την υπ' αριθ. 15930/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίσθηκαν ως άκυρες, τόσον η προηγηθείσα μεταβίβαση του ποσοστού αυτού στον Θ, όσο και η εν συνεχεία μεταβίβαση από τον τελευταίο προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, αντιστοίχως και ο ίδιος γνώριζε αυτήν την ακυρότητα. Κατόπιν των ανωτέρω, ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα αποφάνθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος κατηγορουμένου και παρέπεμψε αυτόν, κατ' αρθρ. 309 και 313 Κ.Π.Δ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ από μεσεγγυούχο....... Προέκυψε, δηλαδή, ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 1.4.1997 έως 31.5.2002 εισέπραττε μισθώματα για το μίσθιο κατάστημα, συνιδιοκτησίας της εταιρίας "... ΟΕ" κατά ποσοστό 5/10, τα οποία δεν τα φύλασσε ούτε τα κατέθετε σε τραπεζικό λογαριασμό, όπως όφειλε λόγω της ιδιότητάς του ως μεσεγγυούχου, αλλά τα ενσωμάτωνε στην ατομική του περιουσία, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτόν την πρόθεσή του, κάθε φορά που ελάμβανε μίσθωμα, να ιδιοποιηθεί και το ποσό που αναλογούσε στην παραπάνω εταιρία, με την οποία, ας σημειωθεί, είχε έντονη και πολύχρονη αντιδικία. Συγκεκριμένα, ουδέποτε απέδωσε στην εν λόγω εταιρία το αναλογούν σ' αυτήν ιδιαίτερα μεγάλο ποσό του μηνιαίου μισθώματος, που ανερχόταν, από 1.4.1997 έως 2.6.1999, σε 1.901,70 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 1.4.1997 έως 31.8.1997, σε 2.282 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.1997 έως 31.8.1998 και σε 2.738 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.1998 έως 3.6.1999, ενώ δεν απέδωσε, όπως για την ίδια αιτία όφειλε και το ποσό των 137.556,42 ευρώ, που έλαβε συνολικά ως μισθώματα κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.1999 έως 31.5.2002, στου οποίου (ποσού) την ιδιοποίηση απέβλεπε καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα (3.6.1999 έως 31.5.2002), ώστε συνολικά ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 199.095,02 ευρώ (61.538,60 ευρώ από 1.4.1997 έως 2.6.1999 - 137.556,42 από 3.6.1999 έως 31.5.2002). Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Συμβούλιο κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας καθενός από αυτά (αναλογία 5/10 κάθε μηνιαίου μισθώματος), που τα έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο κατηγορούμενο λόγω της ιδιότητάς του ως μεσεγγυούχου, κατ' εξακολούθηση, για το χρονικό διάστημα από 1.4.1997 έως 2.6.1999 (άρθρα 98 και 375 παρ. 2 εδ. α' του Π. Κ.) και για υπεξαίρεση για το χρονικό διάστημα από 3.6.1999 έως 31.5.2002 αντικειμένων συνολικής αξίας 137.556,42 ευρώ, ποσό στο οποίο απέβλεπε αυτός (κατηγορούμενος) καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα (άρθρα 93 και 375 παρ . 2 εδ. β' και α' του Π.Κ.)". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τα δε περιστατικά που δέχθηκε στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει: α) ότι με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων είχαν τεθεί υπό μεσεγγύηση τα 5/10 εξ αδιαιρέτου ενός καταστήματος, για το οποίο υπήρχε διαφορά περί την κυριότητα μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "..." και του κατηγορουμένου και το οποίο ήταν μισθωμένο, β) ότι ο κατηγορούμενος είχε διοριστεί μεσεγγυούχος και με την ιδιότητά του αυτήν εισέπραττε κάθε μήνα τα προαναφερθέντα μισθώματα, γ) ότι ο κατηγορούμενος, το ήμισυ του κάθε μηνιαίου μισθώματος, το οποίο αντιστοιχούσε στο υπό μεσεγγύηση ποσοστό του καταστήματος και το οποίο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεν το φύλασσε ούτε το κατέθετε σε Τράπεζα, όπως είχε υποχρέωση από την ιδιότητά του ως μεσεγγυούχου, αλλά το ενσωμάτωνε στη δική του περιουσία, δ) ότι αυτός γνώριζε ότι δεν ήταν κύριος του ανωτέρω ποσού του κάθε μηνιαίου μισθώματος, αφού είχε έντονη και πολύχρονη αντιδικία με την εταιρεία για τα 5/10 εξ αδιαιρέτου του καταστήματος και με δικαστικές αποφάσεις αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της μεταβίβασης του ανωτέρω ποσοστού τόσο στον δικαιοπάροχο του κατηγορουμένου όσο και στον ίδιο και ε) ότι με την παράνομη ιδιοποίηση του κάθε μηνιαίου μισθώματος κατά το ποσό που αντιστοιχούσε στο υπό μεσεγγύηση ποσοστό του καταστήματος κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.1999 μέχρι 31.5.2002, ο κατηγορούμενος απέβλεπε στην υπεξαίρεση του συνολικού ποσού των μισθωμάτων που ανερχόταν σε 137.556,42 ευρώ. Από τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε την υπεξαίρεση, ενώ ήταν μεσεγγυούχος, η κρίση δε αυτή του Συμβουλίου είναι ανέλεγκτη, γιατί αφορά εκτίμηση αποδείξεων, το ίδιο δε ισχύει και για την παραδοχή ότι αυτός δεν ήταν κύριος του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του καταστήματος και των αντιστοιχούντων σ' αυτό μισθωμάτων. Επομένως, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις του 1) ότι είχε λήξει η μεσεγγύηση του καταστήματος κατά τον χρόνο που φέρεται τελεσθείσα η πράξη και επομένως εσφαλμένα εφαρμόστηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 375 του ΠΚ περί εμπιστεύσεως των μισθωμάτων σ' αυτόν ως μεσεγγυούχο και 2) ότι εισέπραττε τα μισθώματα ως κύριος και έτσι αυτά δεν ήταν ξένα ως προς αυτόν ώστε να στοιχειοθετείται υπεξαίρεση.
Συνεπώς, ο μοναδικός σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.9.2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθ. 633/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση από μεσεγγυούχο. Στοιχεία του εγκλήματος και χρόνος τελέσεώς του. Υποχρεώσεις μεσεγγυούχου. Προϋποθέσεις για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως πριν και μετά τον Ν. 2721/1999. Ορθή παραπομπή για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, ο οποίος εισέπραττε ως μεσεγγυούχος μισθώματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δεν τα φύλαττε ούτε τα κατέθετε σε Τράπεζα, αλλά τα ενσωμάτωνε κάθε φορά στην περιουσία του. Απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως.
|
Υπεξαίρεση
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 501/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαραγκό, περί αναιρέσεως της 1/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 535/09.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1/2009 απόφασή του, σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος, Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έγινε στις 19.05.2001 και περί ώρα 16:20 επί της Εθνικής Οδού ...-... Η κατηγορουμένη (χ) οδηγούσε το υπ' αριθ. ...Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας της ... κινούμενη επί της Εθνικής Οδού ...-..., έχοντας κατεύθυνση από ... προς .... Στο αυτοκίνητο επέβαινε καθήμενος στη θέση του συνοδηγού ο σύζυγος της ΑΑ. Στο ύψος της 23ης χιλιομετρικής θέσης, η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, μήκους 3,25 μέτρων η καθεμία. Στο οδόστρωμα υπάρχει συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή και το όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 40 χιλιόμετρα ωριαίως. Επίσης, ως προς την πορεία του εν οχήματος της κατηγορουμένης υπάρχει δεξιά στροφή, αμέσως μετά από ευθεία και ακολούθως νέα δεξιά ως προς την πορεία της στροφή. Υπήρχε επαρκής φωτισμός ημέρας, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και η κυκλοφορία αραιή. Και ενώ το όχημα της κατηγορουμένης εξέρχονταν από την πρώτη δεξιά ως προς την πορεία του στροφή, η κατηγορουμένη, εντελώς ανεπίτρεπτα (αφού στο οδόστρωμα υπήρχε συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και σε μικρή σχετικά απόσταση, περίπου 45 μέτρων, υπήρχε δεξιά ως προς την πορεία της στροφή που περιόριζε την ορατότητα) επιχείρησε υπέρβαση άλλου οχήματος, το οποίο κινούνταν στο ρεύμα πορείας της και έμπροσθεν αυτής. Αποτέλεσμα της απερίσκεπτης αυτής ενέργειας της ήταν να εισέλθει στο προορισμένο για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα ρεύμα πορείας, στο οποίο τη στιγμή εκείνη κινούνταν το υπ' αριθ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας του ΒΒ, που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων Ψ και εξέρχονταν από την προαναφερόμενη στροφή (αριστερή ως προς την πορεία του). Η κατηγορουμένη, τη στιγμή της υπέρβασης, αντιλήφθηκε το αντιθέτως κινούμενο όχημα να εξέρχεται της στροφής, οπότε αιφνιδιάστηκε. Έτσι πέδησε και επιχείρησε απότομο δεξιό ως προς την πορεία της αποφευκτικό ελιγμό. Αποτέλεσμα της ενέργειας της αυτής ήταν να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο κινούμενο ανεξέλεγκτα εισήλθε ξανά στο αντίθετο ρεύμα πορείας και κάθετα προς αυτό με αποτέλεσμα να αποκλείσει την κίνηση του οχήματος του Ψ και να επιπέσει με το εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα αυτού. Μετά τη σύγκρουση και λόγω της σφοδρότητας της και τα δύο οχήματα εξετράπησαν του οδοστρώματος και κατέληξαν στις παρακείμενες δεξιά και αριστερά του οδοστρώματος αγροτικές εκτάσεις. Κατά το ατύχημα προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές στα εμπλεκόμενα οχήματα, τραυματίστηκαν οι οδηγοί τους και απεβίωσε ο συνεπιβάτης της κατηγορουμένης ΑΑ, ο οποίος υπέστη βαρύτατες κακώσεις στο κεφάλι και τον αυχένα. Το σημείο της σύγκρουσης τοποθετείται σαφώς εντός του ρεύματος πορείας του πολιτικώς ενάγοντος Ψ σε απόσταση 1,20 μέτρων από τη διπλή διαχωριστική γραμμή και σε απόσταση 45 μέτρων από την προαναφερθείσα στροφή. Η κατηγορουμένη αρνείται ότι οδηγούσε αυτή το όχημα της, υποστηρίζοντας ότι το οδηγούσε ο θανών σύζυγός της. Ο ισχυρισμός της αυτός δεν είναι βάσιμος. Το γεγονός ότι οδηγός του οχήματος της ήταν η ίδια και όχι ο ΑΑ, ο οποίος βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού, όπως άλλωστε κρίθηκε και με την τελεσίδικη υπ' αριθ. 80/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, συνάγεται από τα εξής στοιχεία: α) Τα πληγέντα σημεία του σώματος του βρισκόταν στην δεξιά πλευρά αφού ο αποβιώσας έφερε μικρό θλαστικό τραύμα δεξιάς- κροταφικής χώρας, κάταγμα δεξιού κροταφικού και βρεγματικού οστού παρεκτοπισθέντα κάταγμα δεξιού ζυγωματικού, εκδορά μετωπιαίας χώρας, ωτόρροια δεξιά και εκδορές γονάτων άμφω. β) Η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική και το σημείο πρόσκρουσης του οχήματος, στο οποίο αυτός επέβαινε, εντοπίζεται στο εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα του, ενώ αντίθετα η καμπίνα του οδηγού είναι σχεδόν ανέπαφη, και γ) Από τις αναγνωσθείσες ένορκες βεβαιώσεις των ..., ... και ..., οι οποίοι κατέφθασαν στον τόπο του ατυχήματος λίγο μετά το συμβάν, προκύπτει ότι ο αποβιώσας βρισκόταν καθισμένος, στη θέση του συνοδηγού. Και ναι μεν στην από 19.5.2001 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν τα αρμόδια όργανα της Τροχαίας φέρεται ως οδηγός ο αποβιώσας, τούτο όμως δεν ασκεί δεσμευτική επιρροή, δεδομένου ότι η συντασσόμενη σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 ΚΠοινΔ από την αρμόδια αστυνομική αρχή έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα σε τροχαίο ατύχημα, έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου αποδειχθεί το αντίθετο, ενώ εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα. Άλλωστε, το πρόσωπο του οδηγού δεν είναι από τα ζητήματα που βεβαιώνει ο συντάκτης ότι έγιναν απ' αυτόν. Επομένως, η ένδικη σύγκρουση, εξ αιτίας της οποίας ο πολιτικώς ενάγων υπέστη τα αναφερόμενα στο διατακτικό τραύματα, οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια της κατηγορουμένης Χ. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχη, όπως στο διατακτικό". Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη οδηγός ΙΧΕ αυτοκινήτου κηρύχθηκε ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια του πολιτικώς ενάγοντος, οδηγού άλλου ΙΧΕ αυτοκινήτου με το οποίο συγκρούσθηκε και δη ως υπαιτία του ότι: "Στο 23ο χλμ της Εθνικής Οδού ...-..., την 19η Μαΐου 2001 και περί ώρα 16.20', ως οδηγός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματικές κακώσεις και βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, η κατηγορουμένη, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο και βαίνοντας με αυτό επί της εθνικής οδού ...-..., με κατεύθυνση από ... προς ..., στο ύψος του 23ου χλμ της ανωτέρω οδού, επεχείρησε προσπέραση του έμπροσθεν αυτής κινουμένου οχήματος, καταλαμβάνοντας, για το λόγο αυτό, τμήμα του οδοστρώματος που προορίζετο για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή της κυκλοφορία, διαβαίνοντας έτσι, την, εκ δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση της ανωτέρω οδού, παρότι κινείτο σε τμήμα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητος και ειδικότερα πλησίον στροφής, με αποτέλεσμα, που δεν πρόβλεψε, να αποκλείσει την πορεία του αντιθέτως κινουμένου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Ψ, να προσκρούσει επ' αυτού και να τραυματισθεί ο ανωτέρω οδηγός αυτού, ο οποίος υπέστη "θλαστικό τραύμα αριστεράς υπερόφρυας, θλαστική κάκωση μετώπου, πολλαπλές εκδορές και θλάσεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο η κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχος (άρθρα 28, 314 παρ.1 α, 315 παρ.1 ΠΚ), καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο, α) ειδικώς αιτιολογεί την κρίση του περί συνδρομής αμέλειας στο πρόσωπο της κατηγορουμένης οδηγού ΙΧΕ αυτοκινήτου και δη αναφέρονται μεν τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, αλλά δεν απαιτείτο αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα και δη οι αναγνωσθείσες τρεις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και αντικρούεται το συμπέρασμα της από 19-5-2001 εκθέσεως αυτοψίας της Τροχαίας, για να καταλήξει το Δικαστήριο στο αντίθετο συμπέρασμα ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο οδηγούσε η κατηγορουμένη και όχι ο θανών κατά τη σύγκρουση συνοδηγός σύζυγός της ΑΑ, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη η απολογία της κατηγορουμένης, οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως που κατέθεσαν τα αντίθετα και οι από 12-3-2007 αναγνωσθείσες ένορκες εξετάσεις των μαρτύρων που πρότεινε η κατηγορουμένη, β) από τις παραδοχές του αιτιολογικού σε συνδυασμό με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη οδηγός, από έλλειψη προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και δη από απερισκεψία, πλησίον στροφής με περιορισμένη ορατότητα, διέβη την εκ δύο συνεχών γραμμών διαγράμμιση της οδού, εισήλθε εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα πορείας που εκινείτο αντιθέτως, οδηγώντας άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο, ο παθών, με αποτέλεσμα, που δεν προέβλεψε η ιδία, να αποκλείσει την πορεία του αντιθέτως κινουμένου αυτοκινήτου και να προσκρούσει επ'αυτού και να προκαλέσει σωματικές κακώσεις και βλάβες της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη της, σαφώς συνάγεται ότι το Δικαστήριο δέχεται αποκλειστικά συνδρομή άνευ συνειδήσεως αμέλειας της κατηγορουμένης και όχι ταυτόχρονα και ενσυνείδητης αμέλειας και ουδεμία αντίφαση υπάρχει γ) αιτιολογημένα δεν δέχθηκε συνυπαιτιότητα του παθόντος οδηγού και δεν ήταν απαραίτητη περαιτέρω εξειδίκευση της οδικής συμπεριφοράς του παθόντος οδηγού. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ δεύτερος και τρίτος, συναφείς λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επήγεται δε και παραβίαση των περί προφορικότητες της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας απ' την οποία δημιουργείται ο κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς ".... 13. έξι (6) έγχρωμες φωτογραφίες και 14. οι από 12-3-2007 ένορκες εξετάσεις τριών μαρτύρων (..., ..., ...) που πρότεινε προς ανάγνωση η κατηγορουμένη". Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, με την επισκόπηση των φωτογραφιών και με την ανάγνωση του κειμένου των λοιπών εγγράφων, που μάλιστα προσκόμισε η ιδία η κατηγορουμένη, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενο και τις απεικονίσεις τους στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Σε σχέση, ειδικότερα, με τις φωτογραφίες, η μνεία στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν έχει την πρόδηλη έννοια ότι οι φωτογραφίες αυτές επισκοπήθηκαν από τους παράγοντες της δίκης, άρα και από την αναιρεσείουσα καθόσον φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις δεν "αναγνώσκονται" κατά κυριολεξίαν, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης. Επομένως, ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα και τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες, ο δε περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως (σκέλος Β2, Β3), εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και η παραβίαση της αρχής της προφορικότητας της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Συναφώς και ο υπό στοιχεία Α1 σκέλος πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για το λόγο ότι μετά την αγόρευση του Εισαγγελέα της έδρας επί της ενοχής, δε δόθηκε ο λόγος τελευταία, όπως επιβάλλει το άρθρο 369 του ΚΠοινΔ, στην κατηγορουμένη και τον συνήγορό της, προκειμένου να αντιτάξουν την υπεράσπιση κατά της αποδιδόμενης κατηγορίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μετά την αγόρευση του Εισαγγελέα επί της ενοχής και μετά την αγόρευση του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, δόθηκε από την προεδρεύουσα τελευταία ο λόγος και στους δύο συνηγόρους της κατηγορουμένης, οι οποίοι και "ανέπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν την επιείκεια του Δικαστηρίου", όπως σημειώνεται στα πρακτικά.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2009 αίτηση - δήλωση της Χ περί αναιρέσεως της 1/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική Βλάβη από αμέλεια οδηγού ΙΧΕ. Α) Οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος, συναφείς λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Β) Ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες, όπως προσδιορίζεται η ταυτότητα τους, ο δε περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και η παραβίαση της αρχής της προφορικότητας της διαδικασίας, είναι αβάσιμος.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 488/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 9081/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1382/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 πα. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει εκ του νόμου, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη ποινή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 9081/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε δεύτερο βαθμό για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο συνήγορος τούτου προέβαλε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η πράξη ως άνω που φέρεται τελεσθείσα την 9.5.2000 έχει παραγραφεί καθόσον από τον εν λόγω χρόνο μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό την 20-6-2008 και κατ' έφεση την 18.5.2009, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών, ήτοι ο χρόνος των πέντε ετών της παραγραφής της και των τριών ετών της αναστολής της παραγραφής αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διέλαβε σχετικώς, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων ομοίων προς τις ανωτέρω εκτεθείσες ως προς το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής του συγκεκριμένου εγκλήματος, τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, διαπιστώθηκε στις 27-9-2006, καθόσον, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2746/2006 έκθεση ελέγχου των αρμοδίων οργάνων της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων Κεντρικής Μακεδονίας ο έλεγχος αυτός συντάχθηκε στις 9-11-2006, ελέγχθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ανωτέρω Υπηρεσίας στις 29-11-2006 και θεωρήθηκε απέ τον αρμόδιο προϊστάμενο της εν λόγω υπηρεσίας στις 4-12-2006. Με βάση το δεδομένα αυτά, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, από το χρόνο της θεώρησης της έκθεσης ελέγχου της ανωτέρω Υπηρεσίας (4-12-2006) άρχισε τρέχουσα η πενταετής παραγραφή της πράξης αυτής, η οποίο όμως παραγραφή, όπως προκύπτει από το σε χρήση ημερολόγιο, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την 20-6-2008, οπότε ο κατηγορούμενος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, όπου εκδικάστηκε η υπόθεση του και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Κατά συνέπεια, η σχετική περί παραγραφής ένσταση του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Περαιτέρω, από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, και την ένσταση που υποβλήθηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στη ... στις 09-05-2000, ο ..., ο οποίος εμφανίζονταν, ως διατηρών ατομική επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας "γενικό εμπόριο", με έδρα επί της οδού ... στη ..., εξέδωσε το υπ' αριθμ. 5/09.05.2000 τιμολόγιο πώλησης ενδοκοινοτικών παραδόσεων (αθεώρητο), καθώς, επίσης, και το ταυτάριθμο δελτίο αποστολής τιμολογίου (θεωρημένο), που χρησιμοποιήθηκε ως συνοδευτικό δελτίο αποστολής στο όνομα ... για το ποσό των 4.212 τότε Γερμανικών Μάρκων και ήδη 12.153,56 ΕΥΡΩ. Στην πραγματικότητα, όμως τα προαναφερθέντα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά, αφού αφορούσαν ανύπαρκτη συναλλαγή (και δη τη δήθεν προμήθεια φιαλών και μεταλλικών νερών), ο φερόμενος δεως εκδότης τους ουδέποτε ενεργοποιήθηκε επιχειρηματικά και η επ' ονόματι του ατομική επιχείρηση ποτέ δεν απέκτησε πραγματική υπόσταση συσταθείσα για την ανάπτυξη έννομης δραστηριότητας και μόνο. Ο κατηγορούμενος [...] ήταν υποκρυπτόμενο πρόσωπο, ήτοι πρόσωπο που η δική του δραστηριότητα εκαλύπτετο υπό την εικονικήτου ..., το οποίο δρώντας από κοινού με αυτόν ενήργησε ως συναυτουργός στην έκδοση των ως άνω εικονικών φορολογικών στοιχείων. Τα ανωτέρω στοιχεία ήταν εικονικά, ως εκδοθέντα για ανύπαρκτες συναλλαγές και από ατομική επιχείρηση που λειτούργησε μόνο τύποις καιυφίστατο μόνο προκειμένου να εκδίδει εικονικά τιμολόγια, σκοπός δε των κατηγορουμένων ήταν να αποστερήσουν το Δημόσιο από την είσπραξη δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων κατά παράβαση των διατάξεων περί λαθρεμπορίας. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, σύμφωνα με το διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, (φερομένου ως τελεσθέντος την 9-5-2000), που είναι εκείνη της χρονολογίας θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο, για την οποία δέχθηκε περαιτέρω ότι έλαβε χώρα την 4-12-2006, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προπαρατέθηκαν, απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμό και συνεπώς, με το να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα για την ως άνω πράξη που κατηγορείτο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, ο οποίος, μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω περί παραγραφής προβληθέντος ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και ειδικότερα διότι, "ενώ στο αιτιολογικό δέχεται ως χρόνο τελέσεως του εγκλήματος την 9-5-2000,με χρονική αφετηρία της παραγραφής στις 4-12-2006, στο διατακτικό της αντιφατικά δέχεται επί πλέον, ως χρονική αφετηρία της παραγραφής αναφέρει την 3-4-2007, ως ημερομηνία θεωρήσεως του πορίσματος", ενώ πάλιν ως χρόνο τελέσεως σημειώνει την 9-5-2000, οπότε στις 18-5-2009 που εκδικάσθηκε η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, είχε συμπληρωθεί η οκταετία της παραγραφής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, άλλος είναι ο χρόνος τελέσεως του εν λόγω εγκλήματος (9-5-2000) και άλλος ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής , που είναι, κατά το αιτιολογικό η 4-12-2006, ως ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου από 29-11-2006 πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Η αναγραφή δε στο διατακτικό της 3-4-2007, ως ημερομηνίας θεωρήσεως του πορίσματος του οικείου φορολογικού ελέγχου, που όμως είναι απλώς ημερομηνία υποβολής του πορίσματος και της δικογραφίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης από τη Διεύθυνση Δικαστικού της Περιφερειακής Διευθύνσεως Κεντρικής Μακεδονίας, όπως αυτό προκύπτει από την επισκόπηση των 4566/3-4-2007 και του 5966/3-4-2007 αναγνωσθέντων διαδικαστικών υπηρεσιακών εγγράφων, οφείλεται προφανώς σε παραδρομή και ουδεμία εκ τούτου ασάφεια δημιουργείται, αφού από το σύνολο των άνω παραδοχών συνάγεται ότι χρόνος ενάρξεως της παραγραφής είναι η 4-12-2006, που ορίζεται στο σκεπτικό. Σε κάθε περίπτωση, οποιοσδήποτε από τους δύο αυτούς χρόνους θεωρήσεως του πορίσματος και αν εκληφθεί ως αφετηρία της παραγραφής, δε συμπληρούται σύμφωνα με το εν χρήσει ημερολόγιο, ούτε ο πενταετής χρόνος της παραγραφής κατά τα παραπάνω και ορθά ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε ως ευμενέστερη και ειδική η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 β του ν. 2523/1997 για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής του υπό κρίση εγκλήματος της φοροδιαφυγής με έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και όχι οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ και επαρκώς αιτιολογημένα απορρίφθηκε η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένσταση παραγραφής και η προσβαλλόμενη απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε ΚΠοινΔ ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης 9081/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος για φοροδιαφυγή με έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν ορισμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται και η 2746/2006 έκθεση ελέγχου των αρμοδίων οργάνων της υπηρεσίας ειδικών ελέγχων Κεντρικής Μακεδονίας. Η έκθεση όμως αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του προβαλλομένου σχετικού λόγου αναιρέσεως, είναι διαδικαστικό έγγραφο, υποβληθέν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την υποβολή της με αριθ. πρωτ. 4566/ΤΔΙΚ/2746/06 και 2761/06/ 3-4-2007 μηνυτήριας αναφοράς και της σχηματισθείσας σε βάρος του κατηγορουμένου δικογραφίας από το Τμήμα Δικαστικού της Περιφερειακής Διευθύνσεως Κεντρικής Μακεδονίας και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή της στο ακροατήριο, ο δε αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωμένος ο διευθύνων τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αποριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της 9081/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων - άρθρο 19 Ν. 2523/1997. 1) Με το άρθρο 2 § 8 του Ν. 2954/ 2001 προστέθηκε στην ως άνω § 10 του άρθρου 21 του Ν.2 523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 Ν. 2523/1997 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 § 1 ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2-11-2001. 2) Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 487/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 192/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 747/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 192/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Η εγκαλούσα προσλήφθηκε από την ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 4.2.2002 για να εργαστεί, με πλήρη απασχόληση, ως πωλήτρια στο κατάστημα πωλήσεως παιδικών υποδημάτων που διατηρούσε αυτός στη .... Τις λογιστικές εργασίες του κατηγορουμένου από την ως άνω επιχείρηση διεκπεραίωνε ο κατηγορούμενος που είναι λογιστής. Αμέσως μετά την πρόσληψη της, ζήτησε η εγκαλούσα από τον εργοδότη της να προχωρήσει στην αναγγελία της προσλήψεως της στην Επιθεώρηση Εργασίας και το ΙΚΑ. Ο εργοδότης της ζήτησε απ' αυτήν να προμηθευτεί κάρτα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ για να προχωρήσει σε πρόσληψη της και την παρέπεμψε στον κατηγορούμενο, για τις λεπτομέρειες. Ο τελευταίος σε επικοινωνία που είχε με την εγκαλούσα της υπέδειξε να προμηθευτεί κάρτα ανεργίας διάρκειας δύο μηνών, ώστε να μπορεί να γίνει πρόσληψη της με επιδότηση. Παρά την πάροδο όμως ικανού διαστήματος δεν προέβη ο εργοδότης της εγκαλούσας στην επίσημη πρόσληψη της, ενώ παράλληλα προέκυψαν μεταξύ τους και ως προς το ύψος των καταβαλλομένων αποδοχών και επιδομάτων. Τον Ιούλιο του 2002 η εγκαλούσε ενέτεινε τις διαμαρτυρίες της και επειδή δεν της γνωστοποιούσε ο εργοδότης της πρόσληψη, του γνωστοποίησε ότι θα προβεί σε καταγγελία του στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο τέλος Ιουλίου 2002 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της. Ύστερα από τις προειδοποιήσεις της εγκαλούσας για καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 25.7.2002 ο εργοδότης της, πλαστογραφώντας την υπογραφή της στη σχετική έγγραφη αναγγελία, ανήγγειλε την πρόσληψη της στην Επιθεώρηση Εργασίας, με ημερομηνία πρόσληψης την 19.7.2002. Λόγω των διαφωνιών αυτών με τον εργοδότη της η εγκαλούσα άσκησε κατ' αυτού την με αριθμό καταθέσεως 14806/30.12.2002 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ζητώντας διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και άδειας και αμοιβή για υπερωρίες. Η αγωγή εκδικάσθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης την 15.4.2003. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά την ως άνω δικάσιμο εξετάσθηκε με επιμέλεια του "εργοδότη της εγκαλούσας στο ακροατήριο ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος ο οποίος κατέθεσε τα εξής "Έχω λογιστικό γραφείο. Ο ... μου έφερε πρόσληψη για την .... Έπαιρνε 440 ευρώ συν ένσημα. Δούλευε από 15/7 και η πρόσληψη έγινε 19/7. δεν της οφείλει. Δούλεψε για δύο εβδομάδες η ενάγουσα στο κατάστημα. Δεν δούλευε υπερωρίες απ' όσο γνωρίζω. Το κατάστημα δεν είχε ανάγκη υπερωριών. Είχε ανοίξει και δεύτερο κατάστημα. Εκεί εργάσθηκαν η σύζυγος του και ο ίδιος". Η κατάθεση αυτή του κατηγορουμένου όσον αφορά τον χρόνο πρόσληψης της εγκαλούσας είναι ψευδής και κατέθεσε ο κατηγορούμενος ότι η εγκαλούσα εργάσθηκε από 15.7.2002 και η πρόσληψη έγινε 19.7.2002 εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές, αφού όπως προαναφέρθηκε η ίδια η εγκαλούσα είχε μαζί του επικοινωνήσει από της ενάρξεως της εργασίας της τον Φεβρουάριο του 2002 κατ1 επανάληψη τηλεφωνικά μαζί του και αυτός της υπέδειξε να εφοδιαστεί με κάρτα ανεργίας, διάρκειας δύο μηνών ώστε να γίνει η τυπική πρόσληψη της, προκειμένου να επιτύχει για λογαριασμό του πελάτη του, εργοδότη της εγκαλούσας, επιδότηση για την απασχόληση ανέργου. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι όσα κατέθεσε τα κατέθεσε με βάση το έγγραφο της πρόσληψης που του επέδειξε ο πελάτης του, εργοδότης της εγκαλούσας και ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική αντίληψη και ότι με την εγκαλούσα δεν επικοινώνησε πριν από την πρόσληψη αλλά μετά. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν είναι βάσιμος, προβάλλεται δε μετά την σε βάρος του έγκληση για να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδούς μαρτυρικής του καταθέσεως. Για το ότι εν γνώσει της αναληθείας κατέθεσε ψευδώς στην ως άνω μαρτυρική κατάθεση του ο κατηγορούμενος, ως προς το χρόνο πρόσληψης της εγκαλούσας, σαφείς και πειστικοί στις καταθέσεις του είναι και οι τρεις μάρτυρες κατηγορίας, δηλαδή η εγκαλούσα, ο τώρα σύζυγος της, ο οποίος τότε που έγινε η πρόσληψη ήταν απλώς γνωστός της, την έφερε δε σε επαφή με τον εργοδότη, που ήταν και αυτός γνωστός του, για να την προσλάβει στην εργασία και η μητέρα της, που και η ίδια είχε διαμαρτυρηθεί τόσο στον εργοδότη της εγκαλούσας όσο και στον ίδιο τον κατηγορούμενο για την μη επικόλληση ενσήμων, έχουν δηλαδή όλοι τους προσωπική αντίληψη των γεγονότων. Άλλωστε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην επίδικη μαρτυρική κατάθεση του, όπως αυτή στο σύνολο της περιγράφεται ανωτέρω ενώ δηλώνει ότι δεν έχει προσωπική αντίληψη για τις υπερωρίες, λέγοντας "... Δεν δούλευε υπερωρίες απ' όσο γνωρίζω..", ουδεμία αμφιβολία εκφράζει ως προς τον χρόνο πρόσληψης της εγκαλούσας. Μάλιστα ενώ στην απολογία του αναφέρει ότι με βάση το έγγραφο της αναγγελίας που του προσκόμισε ο πελάτης του, εργοδότης της εγκαλούσας κατέθεσε περί του χρόνου προσλήψεως της, από το αναγνωσθέν έγγραφο της αναγγελίας προκύπτει ότι σ' αυτό δεν αναφέρεται ως χρόνος πρόσληψης η 15.7.2002 αλλά η 19.7.2002. Δηλαδή και σ' αυτό το σημείο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια η άποψη του κατηγορουμένου. Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι δεν έχουν προσωπική αντίληψη των γεγονότων που αφορούν την πρόσληψη της εγκαλούσας και την εκ μέρους του κατηγορουμένου γνώση ή μη του αληθούς χρόνου πρόσληψης της, αλλά καταθέτουν ο μεν πρώτος γενικώς για το πώς κατά κανόνα λειτουργεί το λογιστικό γραφείο του κατηγορουμένου, στο οποίο και αυτός εργάζεται, ο δε δεύτερος ως λογιστής γενικές πληροφορίες περί του τρόπου λειτουργίας των λογιστικών γραφείων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδίκασε κατηγορούμενο τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224§2 του ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρει τα ψευδή περιστατικά που κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος, ποια είναι τα αληθή περιστατικά και τη γνώση του κατηγορουμένου για το ψευδές των περιστατικών, την οποία γνώση στηρίζει στις καταθέσεις της εγκαλούσης, η οποία επανειλημμένα είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, ο οποίος μάλιστα της είχε υποδείξει να εφοδιαστεί με κάρτα ανεργίας, ενώ εργαζόταν από το Φεβρουάριο του 2002, προκειμένου να λάβει επιδότηση ανέργου ο εργοδότης της και πελάτης του κατηγορουμένου λογιστή, καθώς επίσης και στις καταθέσεις του μετέπειτα συζύγου της εγκαλούσης και της μητέρας της, η οποία είχε διαμαρτυρηθεί στον κατηγορούμενο για τη μη επικόλληση ενσήμων στο βιβλιάριο της εγκαλούσης για το ανωτέρω διάστημα της εργασίας της. Το ότι ο κατηγορούμενος αθωώθηκε πρωτοδίκως για το τμήμα της καταθέσεώς του που αφορούσε στις υπερωρίες της εγκαλούσης, δεν δημιουργεί αντίφαση με την καταδίκη του για το τμήμα της καταθέσεως που αφορούσε στο χρόνο πρόσληψης της εγκαλούσης, αφού το Δικαστήριο δικαιολογεί τη διαφορετική κρίση με την περικοπή "ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ενώ δηλώνει ότι δεν έχει προσωπική αντίληψη για τις υπερωρίες, λέγοντας "... Δεν δούλευε υπερωρίες απ' όσο γνωρίζω ...", ουδεμία αμφιβολία εκφράζει ως προς τον χρόνο πρόσληψης της εγκαλούσας". Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις του κατηγορουμένου για μη αιτιολόγηση του δόλου του και για αντίφαση του καταδικαστικού μέρους της αποφάσεως με το αθωωτικό, είναι αβάσιμες, ενώ οι υπόλοιπες αιτιάσεις του είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 §1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 192/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτού του κατηγορουμένου, ο οποίος κατέθεσε ψευδώς περί του χρόνου προσλήψεως της εγκαλούσης, προκειμένου να απορριφθεί εργατική αγωγή αυτής. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 486/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 1428/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1. Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΟΥΤΡΟΥΛΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΩΝ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Βούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσουτσάνη και 2. Ψ που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 543/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Υπό την έννοια αυτήν το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, προβαίνει σε ψευδείς εν γνώσει του ισχυρισμούς ενώπιον Δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, τους οποίους υποστηρίζει με την εν γνώσει επίκληση και προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν αλλά με ανακριβές περιεχόμενο (κατάθεση ψευδομάρτυρος κ.λ.π.) ή με άλλα ανακριβή αποδεικτικά μέσα και παραπλανά έτσι το δικαστήριο στην έκδοση απόφασης υπέρ των απόψεών του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει και όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής. Όταν, όμως, υπάρχει, σύμφωνα με τη δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος και την αξιόποινη πράξη που τελέστηκε σε βάρος του, ενεργητική νομιμοποίηση, αλλ' αυτή εξαρτάται κατ' ουσίαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί το δικαστήριο να αποφασίσει για την αποβολή της πολιτικής αγωγής και μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις των συνηγόρων και κατά συνέπεια η παραμονή του πολιτικώς ενάγοντος μέχρι το πιο πάνω χρονικό όριο, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, αφού η αποβολή ανατρέχει σε όλη την προηγηθείσα διαδικασία από τη δήλωση της σχετικής παραστάσεως μέχρι την αποβολή. Εξάλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1428/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Βάσει της από 30-1-2002 προσφοράς η εταιρία του κατηγορουμένου με την επωνυμία "... ΟΕ" ανέλαβε έναντι της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο ..., με σύμβαση έργου να κατασκευάσει και τοποθετήσει στο κατάστημα καφέ εστιατόριο με τον διακριτικό τίτλο "...", που αυτή διατηρεί στη ... επί της οδού ..., σκελετό τύπου πέργολας με υποδομή στήριξης 32 τεντών τύπου ΡΕRGOLAFΟΤ και 32 τεντών ΡΕRGOLAFΟΤ με ύφασμα DICKSΟΝ Γαλλίας και τις λοιπές προδιαγραφές που αναφέρονται στην εν λόγω προσφορά, την οποία υπέγραψε ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας. Η αμοιβή για την εκτέλεση του έργου ορίστηκε στο ποσό των 51.120 Ευρώ πλέον ΦΠΑ 18% και η παράδοση αυτού συμφωνήθηκε να γίνει μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την ανάθεση του έργου, δηλαδή από τις 30-1-002, καθόσον η προσφορά της εργολήπτριας έγινε αυθημερόν δεκτή. Στις 12-2-2002 η εγκαλούσα προκατέβαλε μέρος της αμοιβής ύψους 17.600 Ευρώ με έκδοση ισόποσης τραπεζικής επιταγής σε διαταγή του κατηγορουμένου, η οποία φέρει τη σφραγίδα της εγκαλούσας και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της. Η εργολήπτρια εκτέλεσε το έργο με καθυστέρηση μέχρι τις αρχές Μαΐου 2002, αλλά η εργοδότρια δεν το παρέλαβε και δεν κατέβαλε το υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής, επικαλούμενη κακοτεχνίες και ελλείψεις, ενώ με την από 9-10-2002 εξώδικη δήλωση της κάλεσε την εργολήπτρια να προβεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην ολοκλήρωση αυτού και στην παράδοση του χωρίς ελαττώματα.
Στο μεταξύ διάστημα και ενόψει τη διένεξης ως προς την κανονική εκτέλεση του έργου και τη μη εξόφληση της συμφωνημένης αμοιβής, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας, υπέβαλε προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-7-2002 αίτηση για έκδοση σε βάρος της εγκαλούσας διαταγής πληρωμής ποσού 94.702, 56 Ευρώ ως δήθεν υπόλοιπο οφειλόμενου τιμήματος (και όχι αμοιβής). Πιο συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, εμφανίζοντας εν γνώσει του ψευδώς την παραπάνω σύμβαση έργου σαν δήθεν πώληση εμπορευμάτων συνολικής αξίας 112.302,56 Ευρώ, επικαλέστηκε και προσκόμισε τέσσερα τιμολόγια με στοιχεία 421/4-3-2002 αξίας 1.205,96 Ευρώ, 431/4-4-2002 αξίας 4.786,08 Ευρώ, 443/3-5-2002 αξίας 105.322,86 Ευρώ και 461/10-6-2002 αξίας 987,66 Ευρώ, αντίστοιχα, και δώδεκα δελτία αποστολής εμπορευμάτων που εξειδικεύονται στη σχετική αίτηση, με σκοπό να αποδείξει μ' αυτά την (εγγράφως αποδεικτέα για έκδοση διαταγής πληρωμής) επικαλούμενη πώληση εμπορευμάτων και την από μέρους της δήθεν πωλήτριας προεκπλήρωση αυτής με την παράδοσή τους προς την εγκαλούσα. Τα προαναφερόμενα δελτία αποστολής εκδόθηκαν κανονικά κατά τη διάρκεια πραγματοποίησης του έργου, αφορούν προϊόντα - υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση αυτού και φέρουν την γνήσια υπογραφή του 2ου εγκαλούντος Ψ, ο οποίος είναι διευθυντής του καταστήματος της εγκαλούσας και παραλάμβανε για λογαριασμό της τα σχετικά υλικά κατά τη μεταφορά και την απόθεση τους στον τόπο εκτέλεσης του έργου. Τα επίμαχα, όμως τιμολόγια, πέραν του ότι παριστούν ανύπαρκτη σύμβαση πώλησης για τις ανάγκες έκδοσης διαταγής πληρωμής, είναι όλα πλαστά ως προς τη φερόμενη σαν υπογραφή του δευτέρου εγκαλούντος, ο οποίος κατά την πρωτοβάθμια και κατά την παρούσα δίκη κατέθεσε ρητά και κατηγορηματικά ότι δεν υπέγραψε ποτέ κανένα τιμολόγιο της εργολήπτριας εταιρίας, ούτε έθεσε σ' αυτά τη σφραγίδα της εγκαλούσας, η οποία άλλωστε δεν βρισκόταν στο συγκεκριμένο κατάστημα. Το ίδιο κατέθεσαν και όλοι οι λοιποί μάρτυρες κατηγορίας (... και ..., ..., ...), οι οποίοι προσέθεσαν ότι τα σχετικά τιμολόγια έφθασαν ταχυδρομικά στο λογιστήριο της εγκαλούσας στη .... Με τις εν λόγω καταθέσεις συμπορεύονται και οι εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης των γραφολόγων ... και ..., οι οποίες συντάχτηκαν με εντολή των εγκαλούντων και αποφαίνονται σε βαθμό πλήρους γραφολογικής πεποίθησης ότι οι φερόμενες σαν υπογραφές του Ψ στα επίμαχα τιμολόγια πώλησης δεν είναι γνήσιες υπόγραφες αυτού, ότι έχουν χαραχθεί από τρίτο άτομο κατ' απομίμηση δείγματος γνήσιας υπογραφής του και ότι πλαστή είναι και η φερόμενη σαν σφραγίδα της εγκαλούσας που συνοδεύει τις εν λόγω υπογραφές. Σε αντίθετο πόρισμα έχει καταλήξει η από 4-2-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ..., η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδίδει την πραγματικότητα, καθόσον αντικρούεται από το προαναφερόμενο, ουσιώδες και πειστικό, αποδεικτικό υλικό, αλλά εμπεριέχει και στοιχεία κλονιστικά της ορθότητας της. Τέτοια στοιχεία είναι: α) Το γεγονός ότι δεν λήφθηκαν δείγματα υπογραφών του Ψ αλλά αξιολογήθηκαν μόνο υπάρχοντα δείγματα υπογραφής του σε έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, β) Το γεγονός ότι ο πραγματογνώμονας αντιπαρήλθε αναιτιολόγητα τα σημαντικά και γραφολογικά αξιολογητέα ευρήματα, ότι οι επίμαχες υπογραφές έχουν τεθεί στον ίδιο γραφικό χώρο των τιμολογίων και ότι εμφανίζουν υπερβολική και αφύσικη ομοιότητα, παρότι ανάγονται σε διαφορετικούς χρόνους και παρότι οι γνήσιες δειγματικές υπογραφές του Ψ παρουσιάζουν ποικιλόμορφες αποκλίσεις, όπως διαπιστώνει και ο ίδιος ο πραγματογνώμονας στο φύλλο 10 της έκθεσης του και γ) Σειρά άλλων ασθενών σημείων που αναδεικνύονται και αξιολογούνται ως εσφαλμένες παραδοχές ιδίως στην προαναφερόμενη γραφολογική γνωμοδότηση της ... (φύλλο 32 επ.). Επιπρόσθετα σημειώνεται και το γεγονός ότι η έκθεση του πραγματογνώμονα ... δεν αποφαίνεται για τη γνησιότητα ή μη της σφραγίδας, η οποία συνοδεύει τις ελεγχόμενες υπογραφές και φέρεται σαν σφραγίδα της εγκαλούσας. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι επί της από 12-7-2002 αίτησης της εταιρίας του κατηγορουμένου και βάσει των παραπάνω πλαστών τιμολογίων πωλήσεως εκδόθηκε με παραπλάνηση του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η 5555/20-9-2002 διαταγή πληρωμής, που υποχρέωσε την εγκαλούσα να πληρώσει ως τίμημα στην αιτούσα το ποσό των 94.702,56 Ευρώ με τον νόμιμο τόκο (από την πάροδο 30 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου) και το ποσό των 3.167 Ευρώ ως δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, χωρίς την απατηλή εμφάνιση της σύμβασης έργου σαν δήθεν πώληση και χωρίς την πλαστογράφηση και χρήση των πλαστών τιμολογίων από τον κατηγορούμενο - μόνο ωφελούμενο από αυτές τις πράξεις - δεν θα ήταν δυνατή η έκδοση της διαταγής πληρωμής, στην οποία ο τελευταίος απέβλεψε, για να προσπορίσει στην εταιρία του και στον εαυτό του ως εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο της παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους (94.702,56-51.120=) 43.582,56 Ευρώ προς αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας.
Από όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται με δικανική βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με χρήση των πλαστών τιμολογίων και της απάτης επί δικαστηρίου, για τις οποίες κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης. Επίσης πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, αφού αποδείχτηκε ότι αυτός μέχρι την τέλεση των πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Αντίθετα, δεν αποδείχτηκαν περιστατικά που να δικαιολογούν αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου και άλλων ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, το δε σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Τέλος, πρέπει να αποβληθεί η πολιτική αγωγή που άσκησε ο Ψ, αφού από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές σχηματοποιούνται και συγκροτούνται ως προς το αντικειμενικό σκέλος τους, άμεση βλάβη επέρχεται μόνο στην εγκαλούσα και όχι σ' αυτόν". Στη συνέχεια το Διακαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο α) νόθευσης (κατ' ακριβή νομικό χαρακτηρισμό) εγγράφων κατ' εξακολούθηση μετά χρήσεως και β) απάτης στο δικαστήριο και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξη (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της νόθευσης εγγράφων κατ' εξακολούθηση μετά χρήσεως και απάτης στο δικαστήριο, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 98 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει: α) την από μέρους του κατηγορουμένου νόθευση των τιμολογίων της εταιρίας της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος, ώστε να εμφανίζουν πώληση εμπορευμάτων αξίας 94.708,56 Ευρώ προς την εγκαλούσα εταιρεία και έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του διευθυντή της εγκαλούσης Ψ, ώστε να φαίνεται ότι παρέλαβε αυτός τα εν λόγω εμπορεύματα, ενώ τα εμπορεύματα (υλικά) που είχαν παραδοθεί με βάση σύμβαση έργου και όχι πώληση ανέρχονταν σε 51.120 Ευρώ, β) τη χρησιμοποίηση των ανωτέρω τιμολογίων για την από μέρους του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκδοση διαταγής πληρωμής γ) την ψευδή παράσταση προς τον Δικαστή ότι τα τιμολόγια αντιπροσωπεύουν πώληση εμπορευμάτων τα οποία παραλήφθηκαν, από την οποία αυτός πείστηκε και εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, την οποία δεν θα εξέδιδε αν γνώριζε ότι επρόκειτο για σύμβαση έργου, αφού η εξ αυτής απαίτηση δεν θα αποδεικνυόταν εγγράφως και δ) τη ζημία της εγκαλούσης η οποία ανέρχεται στο ποσό των 43.582,56 Ευρώ, παραδοχή από την οποία προκύπτει ότι το Δικαστήριο αφαίρεσε το ποσό των 51120 Ευρώ που αφορούσε τα παραδοθέντα υλικά βάσει της συμβάσεως έργου που πράγματι καταρτίστηκε. Επομένως είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι α) δεν αναφέρεται ότι την υπογραφή του Ψ στα τιμολόγια κάτω από την ένδειξη "ο παραλαβών" την έθεσε αυτό (κατηγορούμενος) και β) υπάρχει ασάφεια ως προς τη ζημία της εγκαλούσης, αν ανέρχεται στο ποσό των 94.702,56 Ευρώ για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ή στο ποσό των 43.582,56 Ευρώ. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, ορθά το Δικαστήριο μετέβαλε την κατηγορία από κατάρτιση πλαστού σε νόθευση, αφού τέτοια μεταβολή επιτρέπεται, εφόσον προκύπτει από τις αποδείξεις, όπως επιτρέπεται και το αντίθετο. Εξάλλου, η από μέρους του Δικαστηρίου αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος Ψ με την αιτιολογία ότι από τις αποδείξεις προέκυψε ότι αυτός είναι εμμέσως ζημιωθείς από τις πράξεις του κατηγορουμένου, η οποία αποβολή έλαβε χώρα μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις των συνηγόρων, δεν προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης προέκυψε από τις αποδείξεις και έτσι ήταν νόμιμη η μέχρι της αποβολής του παραμονή του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία, λόγω της αναδρομής της αποβολής σε όλη την προηγηθείσα διαδικασία. Τέλος, η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντος Ψ, δεν επάγεται ακυρότητα, αφού τέτοια ακυρότητα δεν απαγγέλλεται ρητώς, όπως απαγγέλλεται στο άρθρο 218 παρ. 1 του ΚΠΔ, δηλαδή όταν δεν ορκιστεί ο μάρτυρας πριν εξεταστεί. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλο λόγο, να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ και 176,183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-4-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1428/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως και απάτη στο δικαστήριο. Στοιχεία των εγκλημάτων. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τα ανωτέρω εγκλήματα του κατηγορουμένου, ο οποίος νόθευσε τιμολόγια και τα προσκόμισε στο Δικαστήριο για να εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Είναι επιτρεπτή η μεταβολή κατηγορίας από κατάρτιση πλαστού σε νόθευση και το αντίθετο. Όταν η ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται κατ' ουσία από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί το δικαστήριο να αποφασίσει για την αποβολή του και μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις, χωρίς η μέχρι τότε παραμονή του να ιδρύει λόγο αναιρέσεως για παράνομη παράσταση αυτού, γιατί η αποβολή ανατρέχει σε όλη την προηγηθείσα διαδικασία. Η ένορκη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος δεν επάγεται ακυρότητα. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή.
| 2
|
Αριθμός 484/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 754/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Μαΐου 2008 (τρεις) και 26 Μαΐου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1092/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 494/20.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το αρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις με αριθ. 100/26-5-2008, 103/29-5-2008, 104/29-5-2008, και 105/29-5-2008, αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ4, 2) Χ3, 3) Χ2 και 4) Χ1, αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθμόν 754/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών - Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα:
Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 2615/2007 βούλευμα του παρέπεμψε εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) τους παραπάνω αναιρεσείοντας, προκειμένου να δικασθούν για απόπειρα απάτης κατά συναυτουργία από την οποίαν το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 45, 386 §§ 1, 3 στοιχ. β' Π.Κ., ως αντικ. δι' αρθρ. 1 § 11 ν. 2408/96 και τούτο δι' αρθρ. 14 ν. 2721/99). Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες ήσκησαν έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίον δια του προσβαλλόμενου ως άνω βουλεύματος απερρίφθησαν, κατ' ουσίαν, αι ως άνω εφέσεις των και επεκυρώθη το εκκαλούμενο βούλευμα με αριθ. 2615/2007 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά του ανωτέρω εφετειακού βουλεύματος οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι ήσκησαν τις υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως, νομοτύπως και εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από τα από 15-5-2008, 21-5-2008, 21-5-2008, και 20-5-2008, αντιστοίχως, αποδεικτικά επιδόσεως του ως άνω βουλεύματος, με έκθεση ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών. Περιέχουν δε, κατ' εκτίμησιν των δικογράφων των αιτήσεων, ως λόγους αναιρέσεως: 1) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 2) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, 3) υπέρβαση εξουσίας και 4) παράβαση δεδικασμένου (αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ', β', στ' και γ' Κ.Π.Δ.). Επομένως αι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι δι' αυτών λόγοι αναιρέσεως :
II) Από τις διατάξεις του αρθρ. 386 §§1,3 Π.Κ., όπως η παρ. 3 αντικ. δι' αρθρ. 1 § 11 ν. 2408/96 και τούτο δι' αρθρ. 14 § 4 ν. 2721/99, προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς τον σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, εξ' αιτίας των οποίων πλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανώμενου ή τρίτου, ασχέτως αν επετεύχθη ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους. Εξάλλου κατά την παρ. 3 στοιχ. α' του ίδιου αρθρ. 386 Π.Κ., όπως αντικ. με το αρθρ. 14 § 4 ν. 2721/99, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Το πρόσωπο του παραπλανώμενου, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στην διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή, ανάμεσα στην βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Υπό την έννοια αυτή, η απάτη συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς Δημόσια Αρχή και έτσι πείθει την Αρχή αυτή να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητος της, από την οποία ζημιώνεται άλλος, ως ζημία δε του τελευταίου θεωρείται και η μείωση της πραγματικής αξίας ορισμένου περιουσιακού στοιχείου αυτού, η οποία οφείλεται στην προκαλούμενη από την ενέργεια της εν λόγω Αρχής αβεβαιότητα, κάποιου δικαιώματος του, επί του στοιχείου αυτού, καθώς και η δικαστική δαπάνη, στην οποία μέλλει να υποβληθεί ο παθών για την δικαστική ή διοικητική άρση της αβεβαιότητος αυτής. Αν, όμως, η ζημία αυτή δεν επήλθε, ως εκ του ότι η Δημόσια αρχή δεν επείσθη στις ψευδείς παραστάσεις του δράστη ή δεν προέβη ακόμη στην ενέργεια, την οποία επεδίωκε αυτός με τις παραστάσεις αυτές, τότε στοιχειοθετείται αντικειμενικώς η απόπειρα απάτης, υπό την έννοια του αρθρ. 42 § 1 Π.Κ., δεδομένου ότι οι ψευδείς παραστάσεις του δράστη αποτελούν σαφώς αρχή τελέσεως της πράξεως αυτής. Τέλος ως προς τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο αυτής πρέπει να αιτιολογείται ότι υπάρχει, ούτος αφ' ενός μεν μεταξύ της απατηλής ενεργείας του δράστη και της πλάνης του άλλου και αφ' ετέρου μεταξύ της πλάνης στην οποίαν παρεπείσθη ο απατηθείς (πράξεως ή παραλείψεως ή ανοχής) που ενέχει περιουσιακή διάθεση, αφού αν αυτός (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος) ελλείπει σε κάποια από τις ως άνω περιπτώσεις, δεν υφίσταται απάτη. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας για απάτη του παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε. Ακόμη, κατά το αρθρ. 45 Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος της απάτης, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται, είτε εις το ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε εις το ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται εις το βούλευμα του συμβουλίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Α.Π. 2538/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' σελ. 929, Α.Π. 1242/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' σελ. 220, Α.Π. 138/95 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ' σελ. 1581, Α.Π. 1506/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' σελ. 308, Α.Π. 813/95 Ποιν. Χρ. ΜΕ' σελ. 1391, Α.Π. 1270/2000 Ποιν . Χρ. ΝΑ' σελ. 499). Περαιτέρω από τις διατάξεις των αρθρ. 2 § 1 εδ. θ', 13 § 5, 32 και 34 § 1 εδ. α' του ΚΝ 2190/20, όπως η δεύτερη από αυτές ετρ. με το αρθρ. 14 του Π.Δ. 406/1986, εν συνδ. και με το αρθρ. 7α, το οποίο προσετέθη στον παραπάνω νόμο 2190/20 με το Π.Δ. 406/86, προκύπτουν τα εξής : α) το καταστατικό της Ανωνύμου εταιρίας πρέπει να περιέχει διατάξεις για την σύγκληση, την συγκρότηση, την λειτουργία και τις αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης των μετόχων της Α.Ε., β) οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης των μετόχων της Α.Ε. καταχωρούνται σε πρακτικά, προκειμένου δε για απόφαση με την οποίαν αυξάνεται το μετοχικό κεφάλαιο, επιβάλλεται δημοσιότητα, γ) μόνη αρμοδία να αποφασίσει την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου είναι η γενική συνέλευση με την απαρτία και πλειοψηφία που ορίζει ο νόμος και δ) στην απόφαση με την οποίαν αποφασίζεται η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου πρέπει να ορίζεται και προθεσμία όχι μικρότερη του μηνός, εντός της οποίας οι παλαιοί μέτοχοι πρέπει να ασκήσουν το δικαίωμα προτίμησης προς απόληψη νέων μετοχών προς κάλυψη της αύξησης κεφαλαίου. Εξάλλου από τις διατάξεις του αρθρ. 35α §§ 1, 2 ν. 2190/20 "περί Ανωνύμων εταιριών" συνάγεται ότι αι αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας είναι άκυρες όχι μόνον εις τις με στοιχ. α' και β' των παραπάνω διατάξεων αναφερόμενες περιπτώσεις, αλλά και εις οιανδήποτε άλλη περίπτωση είναι αντίθετες εις απαγορευτικός διατάξεις του παραπάνω ν. 2190/20 ή του Α.Κ. (αρθρ. 174 και 180 Α.Κ.), η δε ακυρότητα τους αυτή, καίτοι επέρχεται αυτοδικαίως, δύναται, κατόπιν σχετικής αγωγής καθενός που έχει έννομο συμφέρον, να αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση, που έχει ισχύ έναντι πάντων. Τέτοια ακυρότητα της αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας επέρχεται, όπως συνάγεται από τα αρθρ. 25, 26 § 1, 35γ § 1, 28, 29 ν. 2190/1920 και στην περίπτωση που αυτή δεν συνεκλήθη από το αρμόδιο όργανο, που είναι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας. Ως τοιούτο δε νοείται το νομίμως εκλεγέν ή νομίμως διορισθέν διοικητικό συμβούλιο, εξ ου έπεται ότι αν η γενική συνέλευση συνεκλήθη υπό μη νομίμως εκλεγέντος ή μη νομίμως διορισθέντος, εις τις περιπτώσεις που προβλέπεται διορισμός τοιούτου διοικητικού συμβουλίου, ακύρως συνέρχεται αυτή (συνέλευσις) και άκυροι είναι αι κατ' αυτήν λαμβανόμενες αποφάσεις. Επίσης άκυρες είναι αι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως, λόγω κακής συγκλήσεως της, όταν αυτή δεν συνεκροτήθη από μετόχους που είχαν δικαίωμα συμμετοχής, είτε επειδή απεκλείσθησαν, δικαιούμενοι να συμμετάσχουν, είτε επειδή έγιναν δεκτά πρόσωπα, που δεν εδικαιούντο συμμετοχής, αδιάφορα αν η ψήφος τους επηρέαζε τον σχηματισμό ή όχι απαρτίας ή και πλειοψηφίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, σύμφωνα με τα αρθρ. 174 και 180 Α.Κ., η δε επέλευση της μπορεί να αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση, μετά από αγωγή που ασκεί όποιος έχει έννομο συμφέρον. Ιδιαίτερα έννομο συμφέρον προς τούτο έχει ο μέτοχος της εταιρίας αδιάφορο αν αυτός θίγεται ατομικώς ή αν ψήφισε υπέρ ή κατά ή δεν ενέκρινε μεταγενέστερα την απόφαση, αφού η ακυρότητα της, κατά τα εκτεθέντα, είναι απόλυτη. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η σύγκλησις της γενικής συνελεύσεως υπό του διοικητικού συμβουλίου πρέπει βεβαίως να αποφασισθεί υπ' αυτού σύμφωνα με τις διατυπώσεις, εις τας οποίας υποβάλλονται αι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου (αρθρ. 21 ν. 2190). Προς έγκυρον λήψιν αποφάσεων του διοικητικού Συμβουλίου, απαιτείται η υπό του νόμου ή του καταστατικού απαρτία και πλειοψηφία. Απαρτία δε υπάρχει, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται το ήμισυ, πλέον ενός, των συμβούλων, οι παρόντες όμως πρέπει να είναι τουλάχιστον τρεις. Έτσι την εξουσίαν προς σύγκλισιν της γενικής συνελεύσεως έχει το διοικητικό συμβούλιο ως όργανο και όχι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή ο πρόεδρος αυτού. Σύγκλησις της γενικής συνελεύσεως υπό των τελευταίων αυτών προσώπων αποτελεί λόγον ακυρότητος των υπ' αυτής ληφθεισών αποφάσεων. Το διοικητικό συμβούλιο δεν δύναται να αναθέσει εις τα ως άνω ή άλλα πρόσωπα την σύγκληση της γενικής συνέλευσης, υπό την έννοια να αποφασίσουν τα πρόσωπα αυτά για την σύγκληση. Δύναται μόνον να αναθέσει εις άλλα πρόσωπα την εκτέλεση της ιδικής του περί συγκλήσεως αποφάσεως. Όμως εις την τελευταία αυτή περίπτωση η γενική συνέλευση συγκαλείται επί τη βάσει της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου και όχι των άλλων προσώπων, τα οποία διενεργούν μόνον τας προβλεπομένας, δια την σύγκλησιν, τεχνικάς διατυπώσεις (Α.Π. 94/1999 ΔΕΕ 1999 σελ. 723, Εφ. Κρήτ. 160/1972 Ε.Εμπ.Δικ. 1972 σελ. 507, Α.Π. 155/1985 Ελλ.Δ. 26 σελ. 458, Α.Π. 832/1976 ΝοΒ 25 σελ. 190 επ. Πολ. Πρωτ. Αθ. 4126/77 Ε.Εμπ.Δ. 1978 σελ. 210, Πολ. Πρωτ. Αθ. 8069/77 Ε.Εμπ.Δ. 1978 σελ. 211, Μάρκου : ΝοΒ 26 σελ. 285, Κιντής: Ακυρότης και ακυρωσία των αποφάσεων Γενικής Συνελεύσεως σελ. 66 επ.). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα αρθρ. 35α § 2 ν. 2190/20, προβλέπεται η με την πάροδο του χρόνου θεραπεία της ακυρότητος που μπορεί να πλήττει μια απόφαση της γενικής συνελεύσεως. Και, ως αφετηρία του χρόνου, ορίζει την "υποβολή" στον Υπουργό Εμπορίου ή τον αρμόδιο Νομάρχη "αντιγράφου των πρακτικών της γενικής συνελεύσεως" στην οποία ελήφθη η απόφασις. Όπως είναι προφανές, το αρθρ. 35α § 2 συνδέει την θεραπεία της ακυρότητας με το μέτρο που προβλέπει το αρθρ. 26α § 2 και όχι, βεβαίως, με εκείνο που προβλέπουν τα αρθρ. 7α § 1 και 7β § 1 περ. α, δηλαδή, με την καταχώρηση εις το μητρώο των πράξεων (αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και άλλων) που απαριθμούνται στην πρώτη από τις τελευταίες αυτές διατάξεις. Εκ τούτων συνάγεται ότι ο νόμος γνωρίζει δύο ειδών αποφάσεις της γενικής συνέλευσης, αφ' ενός μεν αποφάσεις, που με την υποβολή των οικείων πρακτικών, κατ' αρθρ. 26α § 2, περιέρχονται απλώς στον Νομάρχη και, φυσικά, φυλάσσονται στον φάκελλο της εταιρίας που προβλέπει το αρθρ. 7β § 2 περ. γ' και αφ' ετέρου αποφάσεις που κατατίθενται στον Νομάρχη και καταχωρούνται στο μητρώο, για να δημοσιευθεί, στην συνέχεια, σχετική ανακοίνωση εις το οικείο τεύχος της εφημερίδος της Κυβερνήσεως (επιχείρημα και από το αρθρ. 7β § 12, που μεταχειρίζεται διαφορετικά τις αποφάσεις της κάθε μιας από τις δύο αυτές κατηγορίες), από τις οποίες επίσης άλλες υπόκειται στην έγκριση του Νομάρχου και άλλες όχι και, για εκείνες που υπόκεινται στην έγκριση, καταχωρείται η πράξη του Νομάρχου που τις εγκρίνει (Κωτσοβίλη: Το δίκαιο της ανώνυμης εταιρίας τ. Ια (1992), εισαγωγικές παρατηρήσεις εις τα αρθρ. 35α, 35β και 35γ σελ. 844 επ., Ν. Ρόκας, Εμπορικές εταιρίες έκδ. 1996 παρ. 28 Ε II 3, 4 σελ. 194). Τέλος, είναι ευνόητο ότι η θεραπεία της ακυρότητας δεν λειτουργεί απέναντι στον Νομάρχη, ως αρχή αρμόδια να εγκρίνει την απόφαση και να ενεργήσει την προσήκουσα καταχώρηση. Ο Νομάρχης έχει καθήκον να ελέγξει την απόφαση, δηλαδή να εξετάσει την ουσιαστική της νομιμότητα, όπως προβλέπει το αρθρ. 4 § 2 εδ. 1 εν συνδ. με την παρ. 1 (επιχείρημα και από το αρθρ. 7 β παρ. 1 περ. α, ερμηνευμένο κατά το πνεύμα της κοινοτικής οδηγίας) και το καθήκον του αυτό καμιά μεθόδευση δεν μπορεί να το αναιρέσει (Βλ. ιδίως Παμπούκη : Δίκαιο ανώνυμης εταιρίας τ. Α έκδ. 1991 παρ. 24 II 3 σελ. 156 επ., παρ. 25 II ΙΑ, σελ. 160 και παρατηρήσεις του ιδίου υπό την Σ.Ε. 512/1994 Επισκόπ. ΕΔ 1995 σελ. 363 και 365 επ.).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρθρ. 60 Κ.Π.Δ., το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά την διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται, όταν σύμφωνα με τον νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου. Κατά δε το επόμενο αρθρ. 61 Κ.Π.Δ., όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, αναστέλλεται η ποινική δίωξη μέχρις ότου αποφανθεί το πολιτικό δικαστήριο επί προδικαστικού ζητήματος, το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα αναφερόμενα ζητήματα αστικής φύσης, έχει δε την ευχέρεια, κατά το αρθρ. 61 Κ.Π.Δ., όταν εκκρεμεί πολιτική δίκη για τέτοιο ζήτημα, να αναβάλλει μέχρι πέρατος αυτής την ποινική δίκη. Εξάλλου υπέρβαση εξουσίας, ιδρύουσα τον από το αρθρ. 484 § 1 στοιχ. στ' Κ.ΓΤ.Δ. λόγον αναίρεσης, υπάρχει, όταν το ποινικό δικαστήριο ήσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται, σύμφωνα με ρητή διάταξη νόμου, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Το ζήτημα όμως αν ετελέσθη αξιόποινη πράξη ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων (αρθρ. 96 του Συντάγματος και 1, 3 επ. Κ.Π.Δ.) και δεν απαιτείται να αποφανθούν επ' αυτού προηγουμένως τα πολιτικά δικαστήρια (Α.Π. 928/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 326, Α.Π. 483/2006 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' σελ. 983 Α.Π. 2380/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' σελ. 896, Α.Π. 1080/1998 Ποιν. Χρ. ΜΘ' σελ. 595). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον σχετικό λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών, δια του προσβαλλόμενου ως άνω υπ' αριθ. 754/2008 βουλεύματος του, απέρριψε τις εφέσεις των κατά του υπ' αριθ. 2615/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών με το οποίον παρεπέμφθησαν ούτοι εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης, υπερέβη την εξουσίαν του, γιατί, ως διατείνονται, έλυσε ζήτημα υπαγόμενο στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα του Εφετείου Λαμίας, εις το οποίο εκκρεμούσε η από 11-8-2003 και αριθ. κατάθ. 110/2003 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδιάς του εγκαλούντος Θ, το αστικό ζήτημα της ακύρωσης της προαναφερομένης αποφάσεως της Γενικής συνέλευσης της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΠΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", το οποίον (Εφετείο), δια της υπ' αριθ. 6/2006 αποφάσεως του, ανέβαλλε την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας μέχρι αμετακλήτου περατώσεως της υπό κρίσιν ποινικής δίκης. Όμως ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, γιατί, κατά τα προεκτεθεντα, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών που απέρριψε τις εφέσεις και επεκύρωσε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, ήσκησε δικαιοδοσίαν που ανήκε εις αυτό και άρα δεν χρειαζόταν να αποφανθούν προηγουμένως τα πολιτικά δικαστήρια, ούτε επομένως να αναβληθεί η ποινική δίκη μέχρι πέρατος της ως άνω πολιτικής δίκης. Εξ άλλου η εκκρεμοδικία που δημιουργείται από την κίνηση της ποινικής δίωξης για ένα έγκλημα, συνεπάγεται την απαγόρευση κίνησης νέας ποινικής δίωξης για το ίδιο έγκλημα. Η αρχή της εκκρεμοδικίας προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις των αρθρ. 125 και 132 Κ.Π.Δ., οι οποίες αποκλείουν την σύγχρονη εκδίκαση του ίδιου εγκλήματος από περισσότερα αρμόδια δικαστήρια. Η διάταξη του αρθρ. 57 § 3 Κ.Π.Δ. εφαρμόζεται ανάλογα σε περίπτωση άσκησης δύο ποινικών διώξεων για την ίδια πράξη κατά του ίδιου προσώπου. Εξ άλλου από τις διατάξεις του αρθρ. 57 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ., προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, απαιτείται: α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξης, γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται εκείνη του κατηγορουμένου, δηλαδή του ως δράστου κατηγορηθέντος, έστω και αν εμηνύθη υπό ψευδές ή λανθασμένο όνομα ή μεταβλήθηκαν τα χαρακτηριστικά αυτού στοιχεία ή ιδιότητες. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη την διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα (Α.Π. 2309/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ/814),Στην προκείμενη περίπτωση όμως οι κατηγορούμενοι, όλως αορίστως προέβαλαν τον ισχυρισμόν περί εκκρεμοδικίας, χωρίς να επικαλούνται συγχρόνως πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την εκκρεμοδικίαν, δι' ον λόγον το Συμβούλιο Εφετών αν και δεν υπεχρεούτο, με επαρκή αιτιολογίαν απέρριψε την εν λόγω ισχυρισμόν. Επομένως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω η απαιτουμένη από τα αρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναίρεσης από το αρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα στο αιτιολογικό του βουλεύματος ή και σε συνδυασμό και με το διατακτικό του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις βάσει των οποίων έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου για την συγκεκριμένη πράξη. Όσον αφορά δε τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορία, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει όμως να προκύπτει από το βούλευμα, ότι το Συμβούλιο έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά για να καταλήξει στην επί της ουσίας κρίση του, ενώ δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας η εσφαλμένη αξιολόγησή των.
Προσθέτως είναι επιτρεπτή η εν μέρει ή η εξ' ολοκλήρου αναφορά του Συμβουλίου Εφετών στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του εισαγγελέα Εφετών και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγον αναίρεσης, κατ' αρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίσιν του συμβουλίου ή, κατά την έκθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού του βουλεύματος, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε ο βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
III) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δια παραδεκτής αναφοράς στην ενσωματωθείσα εις αυτό πρόταση του Εισαγγελέως, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα συγκομισθέντα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "... Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", με έδρα την Αράχωβα συστήθηκε με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αλιάρτου Ασημίνας Καρανάσου. Το μετοχικό της κεφάλαιο ορίσθηκε σε 30.000.000 δρχ. και μοιράσθηκε σε 3.000 μετοχές αξίας 10.000 δρχ. εκάστη. Μέτοχοι της εταιρίας ήταν ο ήδη εγκαλών Θ, ο οποίος κατέβαλε κεφάλαιο 11.000.000 δρχ. και είχε 1.100 μετοχές, ο Ζ, που κατέβαλε κεφάλαιο 12.000.000 δρχ. και είχε 1.200 μετοχές και ο Χ3 που κατέβαλε το υπόλοιπο κεφάλαιο των 7.000.000 και είχε 700 μετοχές. Με το υπ' αριθ. 2/26-8-2001 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας, ως μέλη του Δ.Σ., με θητεία μέχρι την 30-6-2006, εξελέγησαν, οι Χ4, ... και ... (Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος και απλό μέλος, αντίστοιχα). Στις 5-6-2002 δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. - τεύχ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε., πρόσκληση προς τους μετόχους της εταιρίας για σύγκληση Γενικής συνέλευσης την 30-6-2002. Η πρόσκληση όμως αυτή δεν υπογραφόταν από το μόνο αρμόδιο να συγκαλέσει την γενική συνέλευση διοικητικό συμβούλιο της ως άνω εταιρίας, αλλά από άτομο άσχετο προς την διοίκηση της εταιρίας, δηλαδή τον Ζ, απλό μέτοχο και από το μέλος του Δ.Σ. Χ4 και συνεπώς η πρόσκληση δεν ήταν νόμιμη. Το ελάττωμα αυτό δεν καλύφθηκε διότι η συνέλευση που έλαβε χώρα την 30-6-2002 δεν ήταν καθολική αφού δεν μετείχαν όλοι οι μέτοχοι, αλλά απουσίαζε ο εγκαλέσας Θ.
Συνεπώς, αφού δεν υπήρχε νόμιμη σύγκληση, οι αποφάσεις που ελήφθησαν κατά την ως άνω Γενική συνέλευση, ήταν άκυρες. Ωστόσο κατά την γενική συνέλευση της 30-6-2002 συνετάγη το υπ' αριθ. 2/30-6-2002 πρακτικό, στο οποίο αναφερόταν ότι, κατ'αυτήν, μετείχαν τα ακόλουθα πρόσωπα: α) ο Χ3, εκπροσωπώντας κεφάλαιο ποσού 3.000.000 δρχ. και 300 μετοχές και ψήφους, β) ο Χ4, ως πληρεξούσιος του Χ3 για κεφάλαιο 3.000.000 δρχ. και 300 μετοχές και ψήφους, γ) ο Ζ, εκπροσωπώντας κεφάλαιο ποσού 12.000.000 δρχ. και 1.200 μετοχές και ψήφους, δ) ο Χ2, ως πληρεξούσιος του Ζ για κεφάλαιο ποσού 2.000.000 δρχ. και 200 μετοχές και ψήφους και ε) ο Χ1, ως πληρεξούσιος του Ζ για κεφάλαιο 2.000.000 δρχ. και 200 μετοχές και ψήφους. Το παραπάνω πρακτικό εμφάνιζε ψευδώς ότι συμμετείχαν στην γενική συνέλευση μέτοχοι που κατείχαν το 76% του κεφαλαίου αντί του αληθούς που ήταν το 63,4%, δεδομένου ότι ο εγκαλών διέθετε ποσοστό 36,6%, ως κατέχων 1.100 μετοχές επί συνόλου 3.000. Ειδικότερα εμφανιζόταν εις το ως άνω πρακτικό ότι ο Ζ κατείχε 1.600 μετοχές, δηλαδή 400 μετοχές παραπάνω από αυτές (1.200), που πράγματι κατείχε, καθώς συμμετείχαν στην ως άνω γενική συνέλευση τόσον ο ίδιος για το σύνολο των μετοχών που είχε (1.200), όσο και ο Χ2 και Χ1, ως εκπρόσωποι του για 200 μετοχές και ψήφους έκαστος, παρά το γεγονός ότι οι δύο τελευταίοι δεν είχαν μετοχική ιδιότητα, και ως εκ τούτου, λόγω της συμμετοχής τους στην γενική συνέλευση, η συγκρότησή της δεν ήταν νόμιμη και οι αποφάσεις που αυτή έλαβε με την παραπάνω σύνθεση της είναι άκυρες. Εκτός τούτου ελήφθησαν από την παραπάνω γενική συνέλευση και αποφάσεις και για ζητήματα, πέραν εκείνων που ανεγράφοντο στην πρόσκληση. Συγκεκριμένα, με πρόταση του Ζ, την ημέρα της συνέλευσης προστέθηκαν εις τα θέματα της γενικής συνέλευσης και οκτώ επί πλέον ζητήματα, ένα εκ των οποίων ήταν και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση των χρεών της εταιρίας, ακολούθως δε ελήφθησαν αποφάσεις επί αυτών των θεμάτων. Η συνέλευση όμως, λόγω της απουσίας του εγκαλούντος Θ δεν ήταν καθολική και ως εκ του λόγου αυτού, δεν ήταν νόμιμη η προσθήκη και άλλων ζητημάτων στην ημερήσια διάταξη. Επομένως και εξ' αυτού του λόγου η απόφαση της συνέλευσης αυτής είναι άκυρη. Όλα τα παραπάνω έλαβε υπόψη και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδιάς, που με την τακτική διαδικασία, εκδίδοντας την υπ' αριθ. 61/2004 απόφαση του δέχθηκε τη από 12-8-2003 αγωγή του εγκαλούντος κατά της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ -ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και αναγνώρισε την ακυρότητα της υπ' αριθ. 2/30-6-2002 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της τελευταίας (Βλ. σχετ., απόφαση). Παρά το γεγονός ότι οι εκκαλούντες εγνώριζαν την ακυρότητα της απόφασης της παραπάνω γενικής συνέλευσης που είχε περιληφθεί εις το υπ' αριθ. 2/30-6-2002 πρακτικό υπέβαλλαν τούτο στο τμήμα Εμπορίου και Μικρ. επιχειρήσεων της εδρεύουσας στην Λειβαδιά Νομαρχίας Βοιωτίας, επιδιώκοντας, δια παραπλανήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων αυτής, ως προς την αλήθεια, εγκυρότητα και νομιμότητα του περιεχομένου του, να επιτύχουν την έγκριση και δημοσίευση του σε Φ.Ε.Κ., ώστε τούτο πλέον να ισχύει έναντι πάντων. Ωστόσο ο σκοπός της ως άνω δημοσίευσης δεν επετεύχθη, καθώς συνάγεται από το υπ' αριθ. 6574/5-12-2006 έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ/νσης Αναπτύξεως Τμήματος Εμπορίου και Μικρ. επιχειρήσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας, σύμφωνα με το οποίο η σχετική ανακοίνωση δεν έχει δημοσιευθεί καθόσον τα στοιχεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δεν είναι πλήρη (Α.Φ.Μ. - Δ.Ο.Υ.). Αν επιτυγχανόταν η δημοσίευση οι εκκαλούντες και ο συγκατηγορούμενός τους Ζ θα απεκόμιζαν παρανόμως περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του εγκαλούντος, καθόσον θα τον μετέτρεπαν σε μέτοχο μειοψηφίας με ποσοστό 7% περίπου, επίσης θα είχαν αναγνωρίσει σε βάρος των συμφερόντων της εταιρίας και του εγκαλούντος ότι οι πιστωτές της εταιρίας ήταν ο Χ2 και ο Ζ για το ποσό των 71.150.000 δρχ., ζημιώνοντας αντίστοιχα τον εγκαλούντα κατά 27.000.000 δρχ. (71.150.000 Χ 36,66%) ή 79.237 ευρώ. Σκοπός τους ήταν και να απαξιώσουν τις 1.100 μετοχές του εγκαλούντος και από μέτοχο με ποσοστό 36,66% να τον καταστήσουν μέτοχο μειοψηφίας, μειώνοντας αντίστοιχα την συμμετοχή του στην εταιρική περιουσία κατά 92.400.000 δρχ. ή 271.167 ευρώ τουλάχιστον και να προσπορίσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 121.400.000 δρχ. ή 350.404 ευρώ τουλάχιστον, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του εγκαλούντος. Άλλωστε, εξ' αρχής, σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να μεταβάλλουν σημαντικά τον συσχετισμό της ποσοτικής συμμετοχής των εταίρων στο κεφάλαιο της εταιρίας εις βάρος του εγκαλούντος και συγκεκριμένα να μειώσουν, επ' ωφελεία τους, το ποσοστό συμμετοχής του και να τον μετατρέψουν σε μέτοχο μειοψηφίας και για τον λόγο αυτό έδρασαν, όπως προαναφέρεται. Οι εκκαλούντες αρνούνται με τις εφέσεις τους την σε βάρος τους κατηγορία, επικαλούμενοι την μη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης που τους αποδίδεται, καθόσον, κατά την άποψίν τους, η διοικητική πράξη αυξήσεως του κεφαλαίου της εταιρίας δεν εξηρτάτο από την διοικητική πράξη εγκρίσεως ή μη του πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης της 30-6-2002 από την Νομαρχία αλλά από μελλοντική πράξη πιστοποίησης καταβολής του κεφαλαίου της εταιρίας από άλλα όργανα, δηλ. το Δ.Σ. της εταιρίας που θα είχε προηγουμένως συγκροτηθεί σε σώμα και θα είχε δημοσιευθεί στο Φ.Ε.Κ. και ύστερα από προηγούμενη καταβολή του φόρου συγκεντρώσεως κεφαλαίου στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και ότι οι αναφερόμενοι στο πρακτικό λόγοι αυξήσεως του κεφαλαίου της εταιρείας, ως ουσιαστικοί, δεν μπορούσαν να ερευνηθούν από την Νομαρχία Βοιωτίας, διότι έχουν χαρακτήρα δηλωτικό και όχι διαπιστωτικό, η απαιτούμενη δε από τον νόμο δημοσιότης της απόφασης για αύξηση κεφαλαίου δεν έχει συστατικό χαρακτήρα. Οι λόγοι όμως αυτοί των εκκαλούντων δεν ευσταθούν γιατί, για τους λόγους που έχουμε προεκθέσει, η έγκριση και δημοσίευση των αποφάσεων των οργάνων της ανώνυμης εταιρίας από την αρμόδια υπηρεσία στο οικείο Φ.Ε.Κ. της εφημ. Κυβερνήσεως έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα και δεν ερευνάται μόνο η τυπική νομιμότητα. Μάλιστα ως πράξη η δημοσίευση αυτή συνιστά αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος της απόπειρας κακουργηματικής απάτης στην υπό κρίσιν υπόθεση, αφού πρέπει να υπάρξει αυτή η δημοσίευση για να επακολουθήσουν οι μετέπειτα πράξεις της πιστοποίησης καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου και της διανομής των μετοχών από το Δ.Σ. της εταιρείας. Επικαλούνται ακόμη οι εκκαλούντες ότι ο εγκαλών δεν είχε καταβάλει 11.000.000 δρχ., ως κεφάλαιο, αλλά μόνο 7.000.000 δρχ. στις 21-6-2000, ενώ το ποσό των 4.000.000 δρχ. το είχε καταβάλει ο μέτοχος Ζ με την αγορά ακινήτου 20.112 τ.μ. στο όνομα της εταιρίας στις 20-5-2000. Ωστόσο οι εκκαλούντες δεν αποδεικνύουν τον τελευταίο ισχυρισμό τους, ο οποίος διαψεύδεται από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, ήτοι από καταθέσεις μαρτύρων ..., ..., ιδρυτικά έγγραφα της εταιρίας "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΓΠΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." πρακτικά Γ.Σ. της 30-6-2002, οικεία Φ.Ε.Κ. της 5-6-2002 και 17-4-2002. Τέλος οι εκκαλούντες επικαλούνται, χωρίς όμως να την αποδεικνύουν με έγγραφα, εκκρεμοδικία για την υπό κρίσιν υπόθεση και επομένως ο ισχυρισμός τους αυτός είναι άνευ σημασίας ...".
Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και επεκύρωσε το 2615/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε τους αναιρεσείοντας για να δικασθούν για κακουργηματική απόπειρα απάτης.
Σύμφωνα με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένο, περιέχει δε ασάφειες και αντιφάσεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αν εφαρμόσθηκαν ορθά αι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Συγκεκριμένα α) ενώ δέχεται ότι κατά την γενική συνέλευση της 30-6-2002, καθ' ην συνετάγη το υπ' αριθ. 2/30-6-2002 πρακτικό, συμμετείχαν, κατ' αυτήν, μεταξύ των άλλων, και οι α) Χ2, ως πληρεξούσιος του Ζ ως μετόχου για κεφάλαιο ποσού 2.000.000 δρχ. και 200 μετοχές και ψήφους και β) ο Χ1, ως πληρεξούσιος του Ζ ως μετόχου για κεφάλαιο 2.000.000 δρχ. και 200 μετοχές και ψήφους, εδέχθη παράλληλα ότι η συγκρότησις της Γενικής συνέλευσης με την συμμετοχή των ανωτέρω προσώπων, κατά τον παραπάνω τρόπο, δεν ήτο νόμιμος και επομένως άκυρος, εκ μόνου του λόγου ότι δεν ετύγχανον παράλληλα και μέτοχοι της εταιρίας, γεγονός που αν και δεν ορίζεται ρητώς εις τον νόμον η δι' αντιπροσώπου εκπροσώπησις του μετόχου, τούτο προκύπτει εκ διαφόρων διατάξεων του ν. 2190/20 και δη των αρθρ. 27 § 2 και 29 § 1, αι οποίαι ομιλούν περί αντιπροσώπων, χωρίς καμιά διάκριση, αλλά και εξ' αντιδιαστολής, αφού και το καταστατικό της εταιρίας δεν δύναται να αποκλείσει το δικαίωμα του μετόχου, όπως παρίσταται δι' αντιπροσώπου εις την γενική συνέλευσιν, ενώ τουναντίον η συγκρότησις της γενικής συνέλευσης είναι ελαττωματική όταν έγιναν δεκτοί ως εκπρόσωποι ή πληρεξούσιοι πρόσωπα μη όντα εκπρόσωποι ή πληρεξούσιοι (Πολ. Πρωτ. Αθην. 2589/70 Ε. Εμπ. Δικ. 1971 σελ. 431, Ν. Ρόκας Εμπ. Εταιρ. σελ. 126). β) Δεν διαλαμβάνεται ειδική αιτιολογία περί του εάν τα πρόσωπα από τα οποία φέρεται ότι υπεγράφη η πρόσκληση για σύγκληση της γενικής συνέλευσης της εταιρίας την 30-6-2002 ενήργησαν ως εκτελεστικά όργανα της σχετικής αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου, ή δεν υπήρχε παντάπασι τοιαύτη απόφασις του αρμοδίου ως άνω οργάνου και η πρόσκληση αυτή απετέλεσε απόφαση των ιδίων ως άνω αναρμόδιων προσώπων υπό την έννοιαν ότι ούτοι απεφάσισαν την σύγκλησιν της γενικής συνελεύσεως, ενώ δεν δικαιολογείται επί πλέον πως οι κατηγορούμενοι εγνώριζαν ότι η έλλειψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα και την ακυρότητα της συγκρότησης της γενικής συνέλευσης της εταιρείας. γ) Ενώ δέχεται ότι με την υποβολή του υπ' αριθ. 2/30-6-2002 πρακτικού της ακύρως συγκληθείσης και συγκροτηθείσης γενικής συνέλευσης της εταιρίας εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν της Νομαρχίας Βοιωτίας προς δημοσίευσίν του εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι κατηγορούμενοι επεδίωκαν να παραπλανήσουν, ως προς την εγκυρότητα του, τους αρμοδίους υπαλλήλους και, εφόσον επετυγχάνετο ο σκοπός των, "θα απεκόμιζαν παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος της περιουσίας του εγκαλούντος", δεν προσδιορίζεται όμως παράλληλα κατά ποιόν τρόπον θα απεκόμιζαν αυτοί τα συνολικό όφελος των 121.400.000 δρχ. και πως προκύπτει τούτο και μάλιστα ως προς τους εξ αυτών Χ4 Χ2 και Χ1, αφού δεν ετύγχανον μέτοχοι της ως άνω εταιρίας, πλην του Χ3. Επί πλέον δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει, εν όψει των εκτεθέντων, ο τρόπος με τον οποίον θα ανεγνωρίζοντο οι εξ' αυτών Χ2 και Ζ, εις βάρος της εταιρίας και του εγκαλούντος, πιστωταί της εταιρίας και μάλιστα ως προς το συνολικό ποσό των 71.150.000 δρχ. δ) Περαιτέρω ενώ αρχικώς δέχεται ότι, συνεπεία των προαναφερομένων ψευδών παραστάσεων των κατηγορουμένων, ο εγκαλών θα μετατρέπετο εις μέτοχον μειοψηφίας με ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρίαν εξ' 7% περίπου του συνολικού κεφαλαίου, και παράλληλα προσδιορίζει ότι η προκληθείσα ζημία του εγκαλούντος ανέρχεται εις το συνολικό ποσό των 27.000.000 δρχ. που προκύπτει από τον υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής του εις την εταιρίαν εκ 36,66% επί του συνολικού ως άνω ποσού των 71.150.000 δρχ. που φέρονται ως πιστωταί οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, στην συνέχεια δέχεται αντιφατικώς ότι η εις βάρος του εγκαλούντος, εκ της ως άνω αιτίας, συνολική ζημία ανέρχεται εις το ποσό των 92.400.000 δρχ.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από το αρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ., λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Συμβούλιο Εφετών σχετική πλημμέλεια, ως βάσιμους, και συνακόλουθα εν μέρει δεκτές αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα εις το σύνολο του και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το αρθρ. 485 § 1 και 519 Κ.Π.Δ. για νέα συζήτηση εις το ίδιο δικαστικό συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση από άλλους δικαστάς είναι εφικτή. Επεκταθεί δε το αποτέλεσμα τούτο, κατ' αρθρ. 469 Κ.Π.Δ., και ως προς τον εκ των παραπεμπομένων κατηγορουμένων Ζ που δεν ήσκησε το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, καθόσον οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως ωφελούν και τούτον και δεν αρμόζουν αποκλειστικώς εις τους ασκήσαντας το υπό κρίσιν ένδικο μέσο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ--------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Ι) Να γίνουν εν μέρει δεκτές αι υπ'αριθ. 100/26-5-2008, 103/29-5-2008, 104/29-5-2008 και 105/29-5-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ4, β) Χ3, γ) Χ2 και δ) Χ1, αντιστοίχως.
ΙΙ) Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με αριθ. 754/2008 και να παραπεμφθεί η υπόθεσις για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστάς.
ΙΙΙ) Να επεκταθεί το αποτέλεσμα τούτο και ως προς τον εκ των κατηγορουμένων Ζ, κατηγορουμένου για την ιδίαν πράξιν της απόπειρας απάτης εις βαθμόν κακουργήματος, που δεν ήσκησε το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Αθήναι τη 20-10-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 26 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ4 και οι από 29 Μαΐου 2008 αιτήσεις των Χ2, Χ3 και Χ1 για αναίρεση του 754/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών πρέπει ως συναφείς να συνεκδικασθούν.
Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε Οι πράξεις αυτές της απάτης, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, λαμβάνουν κακουργηματική μορφή, οπότε τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το παράνομο συνολικό περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) ή β), εάν το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Υπό την έννοια αυτή, η απάτη συντελείται αντικειμενικά και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς Δημόσια Αρχή και έτσι πείθει την Αρχή αυτή να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητάς της από την οποία ζημιώνεται άλλος, ως ζημία δε του τελευταίου θεωρείται και η μείωση της πραγματικής αξίας ορισμένου περιουσιακού στοιχείου αυτού, η οποία οφείλεται στην προκαλούμενη από την ενέργεια της εν λόγω Αρχής αβεβαιότητα, κάποιου δικαιώματός του, επί του στοιχείου αυτού, καθώς και η δικαστική δαπάνη, στην οποία μέλλει να υποβληθεί ο παθών για την δικαστική ή διοικητική άρση της αβεβαιότητας αυτής. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποία, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (αρθρ. 83), προκύπτει ότι, για να υπάρξει απόπειρα του εγκλήματος της απάτης αρκεί, ότι το έγκλημα της απάτης δεν συντελέσθηκε μεν, πλην όμως, άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 Π.Κ., συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτόν τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεση μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 7α περ. ε' του Θεσμικού Νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 π.δ. 409/1986 και αντικαταστάθηκε με άρθρ. 2 π.δ. 360/93 υποβάλλεται σε δημοσίευση κάθε απόφαση για αύξηση ή μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Στην απόφαση για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου πρέπει να αναγράφεται το νέο κεφάλαιο, ο αριθμός και το είδος των μετοχών που εκδίδονται, η ονομαστική τους αξία και γενικά οι όροι έκδοσή τους, καθώς και ο συνολικός αριθμός των μετοχών της εταιρείας κατά δε τη πρώτη παράγραφο του άρθρου 26α του ίδιου Ν. 2190/1920 "Αι Ελληνικοί Ανώνυμοι Εταιρείαι υποχρεούνται, όπως υποβάλλωσιν εις το Υπουργείον του Εμπορίου είκοσι τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ πάσης Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων αυτών κεκυρωμένον αντίγραφον της ημερησίας αυτής διατάξεως μετ' επεξηγηματικής εκθέσεως των εν αυτή αναγραφομένων θεμάτων και ενός αντιτύπου των φύλλων των εφημερίδων εν αις εδημοσιεύθη αύτη", ενώ κατά τη παράγραφο 3 του άρθρου 25 του ίδιου Νόμου, που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 12 του Ν. 2339/1995 (τεύχος Α 204) "Πρόσκληση για σύγκλιση γενικής συνέλευσης δεν απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία στην συνέλευση παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου και κανείς από αυτούς δεν αντιλέγει στην πραγματοποίησή της και στη λήψη αποφάσεων". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 30 του ίδιου Νόμου "Πάσα μετοχή παρέχει δικαίωμα ψήφου. Πάντα τα εκ της μετοχής δικαιώματα των μετόχων, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 3 του Ν. 2190/1920, είναι υποχρεωτικώς, ανάλογα προς το υπό της μετοχής αντιπροσωπευόμενον ποσοστόν του κεφαλαίου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 32 αυτού "Αι κατά τας συνελεύσεις συζητήσεις και αποφάσεις καταχωρίζονται εν περιλήψει εις ειδικόν βιβλίον. Αιτήσει μετόχου ο Πρόεδρος της συνελεύσεως υποχρεούται να καταχωρήση εις τα πρακτικά ακριβή περίληψιν της γνώμης αυτού. Εν τω αυτώ βιβλίω καταχωρίζεται και κατάλογος των παραστάντων ή αντιπροσωπευθέντων κατά την γενικήν συνέλευσιν μετόχων, συντεταγμένος συμφώνως τω άρθρω 27 παραγρ. 2". Περαιτέρω, το άρθρο 7β του ίδιου ν. 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρο 7 του π.δ. 409/1986, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Η δημοσιότητα πραγματοποιείται: α. Με την καταχώριση, ύστερα από έλεγχο, των πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών, που τηρείται από την υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της Νομαρχίας όπου έχει την έδρα της η εταιρεία, και β. Με τη δημοσίευση, με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης εταιρείας, στο τεύχος Ανώνυμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ανακοίνωσης για την καταχώριση στο οικείο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών των Πράξεων και των στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα". Από τις παραπάνω διατάξεις α) προκύπτει ότι, καθ' όσον αφορά ειδικότερα τις πράξεις και αποφάσεις των οργάνων της ανωνύμου εταιρείας, η αρμόδια Υπηρεσία ελέγχει εάν το υποβαλλόμενο προς καταχώριση έγγραφο είναι εξ εκείνων, τα οποία πρέπει κατά νόμον να καταχωρίζονται και, σε καταφατική περίπτωση, εάν το περιεχόμενό του πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου και - βάσει των υπαρχόντων στην διάθεση της Υπηρεσίας στοιχείων - εάν ανταποκρίνεται στα πράγματα. Τυχόν δε γενόμενη καταχώριση ανατρέπεται, με νεώτερη εγγραφή στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσίευση σχετικής ανακοινώσεως στο οικείο τεύχος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, όχι μόνον κατόπιν εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο ι' του άρθρου 7α παρ. 1 του ν. 2190/1920, αλλά και εάν η Διοίκηση εξ άλλων στοιχείων διαπιστώσει ότι το περιεχόμενο του καταχωρισθέντος εγγράφου δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα, β) ότι η υποβολή αντιγράφου πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου για τη σύγκληση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης και τον καθορισμό των θεμάτων της ημερησίας διάταξης, δεν είναι υποχρεωτική από το νόμο. Εφόσον όμως από το πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης προκύπτει ότι αυτή συγκλήθηκε μετά από πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου, πρέπει να υποβάλλεται και το σχετικό πρακτικό του Δ.Σ. Τούτο δεν απαιτείται αν από το πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης στην οποία παρίσταται το 100% των μετόχων, προκύπτει ότι η Γενική Συνέλευση συνήλθε "αυτόκλητα". Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 35α §§1, 2 του ίδιου νόμου συνάγεται ότι οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης ανώνυμης εταιρίας είναι άκυρες, όταν είναι αντίθετες σε απαγορευτικές διατάξεις του παραπάνω ν. 2190/20 ή του Α.Κ. (αρθρ. 174 κα, 180 Α.Κ.), η δε ακυρότητά τους αυτή, επέρχεται, αυτοδικαίως, κατόπιν σχετικής αγωγής καθενός που έχει έννομο συμφέρον, να αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση, που έχει ισχύ έναντι πάντων. Τέτοια ακυρότητα της απόφασης της Γενικής Συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας επέρχεται, όπως συνάγεται. από τα αρθρ. 25, 26 § 1, 35γ § 1. 28, 29 ν. 2190/1920 και στην περίπτωση που αυτή δεν συγκλήθηκε από το αρμόδιο όργανο, που είναι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας. Την εξουσία προς σύγκληση της γενικής συνέλευσης έχει το διοικητικό συμβούλιο ως όργανο και όχι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή ο πρόεδρος αυτού. Σύγκληση της γενικής συνελεύσεως από τα τελευταία αυτά πρόσωπα αποτελεί λόγον ακυρότητας των αποφάσεων που λήφθηκαν απ' αυτήν. Το διοικητικό συμβούλιο δεν δύναται να αναθέσει στα ως άνω ή άλλα πρόσωπα την σύγκληση της γενικής συνέλευσης, υπό την έννοια να αποφασίσουν τα πρόσωπα αυτά για την σύγκληση. Δύναται μόνον να αναθέσει σ' άλλα πρόσωπα την εκτέλεση της ιδικής του περί συγκλήσεως αποφάσεως. Όμως στην τελευταία αυτή περίπτωση η Γενική Συνέλευση συγκαλείται επί τη βάσει της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου και όχι των άλλων προσώπων, τα οποία διενεργούν μόνον τις προβλεπόμενες, για τη σύγκληση, τεχνικές διατυπώσεις. Επίσης άκυρες είναι αι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως, λόγω κακής συγκλήσεώς της, όταν αυτή δεν συγκροτήθηκε από μετόχους που είχαν δικαίωμα συμμετοχής, είτε επειδή αποκλείσθηκαν, δικαιούμενοι να συμμετάσχουν, είτε επειδή έγιναν δεκτά πρόσωπα, που δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής, αδιάφορα αν. η ψήφος τους επηρέαζε τον σχηματισμό ή όχι απαρτίας ή και πλειοψηφίας. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικό μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Δεν αποτελούν όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικό περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικό κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο με αριθμό 754/2008 βούλευμά του δέχθηκε με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση και στην μ' αυτή συμπληρωματική αναφορά στο εκκαλούμενο βούλευμα και την ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση ότι από τα σ'αυτή (εισαγγελική πρόταση) αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." με έδρα την Αράχωβα συστήθηκε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αλιάρτου Ασημίνας Καραπίσου. Το μετοχικό της κεφάλαιο ορίσθηκε σε 30.000.000 δραχμές και μοιράσθηκε σε 3.000 μετοχές αξίας 10.000 δραχμών η κάθε μία. Μέτοχοι της εταιρίας ήταν ο ήδη εγκαλέσας Θ, ο οποίος κατέβαλε κεφάλαιο 11.000.000 δραχμών και είχε 1.100 μετοχές, ο Ζ που κατέβαλε κεφάλαιο 12.000.000 δραχμών και είχε 1.200 μετοχές και ο Χ3 που κατέβαλε το υπόλοιπο κεφάλαιο των 7.000.000 δραχμών και είχε 700 μετοχές. Με το υπ' αριθμ. 2/26-8-01 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας ως μέλη του Δ.Σ. με θητεία μέχρι την 30/6/06 εξελέγησαν οι Χ4, ... και ... (Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος και απλό μέλος αντίστοιχα). Στις 15/6/02 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ-τ.ΑΕ-ΕΠΕ, πρόσκληση προς τους μετόχους της εταιρείας για σύγκληση Γενικής Συνέλευσης την 30/6/02. Η πρόσκληση όμως αυτή δεν υπογραφόταν από το μόνο αρμόδιο να συγκαλέσει τη Γενική Συνέλευση διοικητικό συμβούλιο της ως άνω εταιρείας αλλά από άτομο άσχετο προς τη διοίκηση της εταιρείας, δηλαδή τον Ζ, απλά μέτοχοι και από το μέλος του Δ.Σ. Χ4, και συνεπώς η πρόσκληση δεν ήταν νόμιμη. Το ελάττωμα αυτό δεν καλύφθηκε, διότι η Συνέλευση που έλαβε χώρα την 30/6/02 δεν ήταν καθολική αφού δεν μετείχαν όλοι οι μέτοχοι, αλλά απουσίαζε ο εγκαλέσας Θ.
Συνεπώς, αφού δεν υπήρχε νόμιμη σύγκληση, οι αποφάσεις που λήφθηκαν κατά την ως άνω Γενική Συνέλευση ήταν άκυρες. Ωστόσο κατά τη Γενική Συνέλευση της 30.6.02 συντάχθηκε το με αριθμ. 2/30-6-02 πρακτικό, στο οποίο αναφερόταν ότι στη Γενική Συνέλευση μετείχαν τα ακόλουθα πρόσωπα: α) Ο Χ3 εκπροσωπώντας κεφάλαιο ποσού 3.000.000 δρχ. και 300 μετοχές και ψήφους β) Ο Χ4 ως πληρεξούσιος του Χ3 με κεφάλαιο ποσού 3.000.000 δρχ. και 300 μετοχές και ψήφους γ) Ο Ζ, εκπροσωπώντας κεφάλαιο ποσού 12.000.000 δραχμών και 1200 μετοχές και ψήφους. δ) Ο Χ2 ως πληρεξούσιος του Ζ για κεφάλαιο ποσού 2.000.000 δραχμών και 200 μετοχές και ψήφους και 3) ο Χ1 ως πληρεξούσιος του Ζ για κεφάλαιο 2.000.000 δραχμών και 200 μετοχές και ψήφους. Το παραπάνω πρακτικό εμφάνιζε ψευδώς ότι συμμετείχαν στη Γενική Συνέλευση μέτοχοι που κατείχαν το 76% του κεφαλαίου αντί του αληθούς που ήταν 63,4% δεδομένου ότι ο εγκαλών διέθετε ποσοστό 36,6% κατείχε 1.100 μετοχές επί συνόλου 3.000. Ειδικότερα εμφανιζόταν στο ως άνω πρακτικό ότι ο Ζ κατείχε 1.600 μετοχές, δηλαδή 400 μετοχές παραπάνω από αυτές (1.200) που πράγματι κατείχε, καθώς συμμετείχαν στην ως άνω Γενική Συνέλευση τόσο ο ίδιος για το σύνολο των μετοχών που είχε (1.200) όσο και οι Χ2 και ... και Χ1 ως εκπρόσωποί του για 200 μετοχές και ψήφους ο καθένας, παρά το γεγονός ότι οι δύο τελευταίοι δεν είχαν μετοχική ιδιότητα και ως εκ τούτου λόγω της συμμετοχής τους στη Γενική Συνέλευση η συγκρότησή της δεν ήταν νόμιμη και οι αποφάσεις που αυτή έλαβε με την παραπάνω σύνθεσή της είναι άκυρες. Εκτός τούτου λήφθηκαν από την παραπάνω Γενική Συνέλευση και αποφάσεις και για ζητήματα πέραν εκείνων που αναγραφόταν στην πρόσκληση. Συγκεκριμένα με πρόταση του Ζ την ημέρα της Γενικής Συνέλευσης προστέθηκαν στα θέματά της και οκτώ επιπλέον ζητήματα, ένα από τα οποία ήταν και η συζήτηση του μετοχικού κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση των χρεών της εταιρείας, ακολούθως δε λήφθηκαν αποφάσεις επί αυτών των θεμάτων. Η Συνέλευση όμως, λόγω της απουσίας του εγκαλούντος Θ δεν ήταν καθολική και εκ του λόγου αυτού δεν ήταν νόμιμη η προσθήκη και άλλων ζητημάτων στην ημερήσια διάταξη. Επομένως και εξ αυτού του λόγου η απόφαση της Συνέλευσης αυτής είναι άκυρη. Όλα τα παραπάνω έλαβε υπόψη και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς που με την τακτική διαδικασία εκδίδοντας την υπ' αριθμ. 61/04 απόφασή του δέχθηκε την από 12/8/03 αγωγή του εγκαλούντος κατά της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και αναγνώρισε την ακυρότητα της υπ' αριθμ. 2/30-6-02 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της τελευταίας (βλ. σχετ. απόφαση). Παρά το γεγονός ότι οι εκκαλούντες εγνώριζαν την ακυρότητα της απόφασης της παραπάνω Γενικής Συνέλευσης που είχε περιληφθεί στο υπ' αριθμ. 2/30-6-02 πρακτικό υπέβαλαν τούτο στο Τμήμα Εμπορίου και Μικρ. Επιχειρήσεων της εδρεύουσας στη Λειβαδιά Νομαρχία Βοιωτίας, επιδιώκοντας παραπλανώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους αυτής ως προς την αλήθεια εγκυρότητας και νομικότητας του περιεχομένου του να επιτύχουν την έγκριση και δημοσίευσή του σε ΦΕΚ, ώστε τούτο πλέον να ισχύει έναντι πάντων. Ωστόσο ο σκοπός της ως άνω δημοσίευσης δεν επιτεύχθηκε καθώς συνάγεται από το υπ' αριθμ. πρωτ. 6574/5-12-06 έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ/νσης Ανάπτυξης Τμήματος Εμπορίου και Μικρ. Επιχειρήσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας, σύμφωνα με το οποίο η σχετική ανακοίνωση δεν έχει δημοσιευθεί καθόσον τα στοιχεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δεν είναι πλήρη (ΑΦΜ-ΔΟΥ). Αν επιτυγχανόταν η δημοσίευση οι εκκαλούντες και ο συγκατηγορούμενός τους Ζ θα απεκόμιζαν παρανόμως περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του εγκαλούντος καθόσον θα τον μετέτρεπαν σε μέτοχο μειοψηφίας με ποσοστό 7% περίπου, επίσης θα είχαν αναγνωρίσει σε βάρος των συμφερόντων της εταιρίας και του εγκαλούντος ότι οι πιστωτές της εταιρίας ήταν ο Χ2 και ο Ζ για το ποσό των 71.150.000 δραχμών, ζημιώνοντας αντίστοιχα τον εγκαλούντα κατά 27.000.000 δραχμές (71.150.000 Χ 36,66%) ή 79.237 ευρώ. Σκοπός τους ήταν και να απαξιώσουν τις 1.100 μετοχές του εγκαλούντος και από μέτοχο με ποσοστό 36,66% να τον καταστήσουν μέτοχο μειοψηφίας, μειώνοντας αντίστοιχα τη συμμετοχή του στην εταιρική περιουσία. κατά 92.400.000 δρχ. ή 271.167 ευρώ τουλάχιστον και να προσπορίσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 121.400.000 δρχ. ή 350.404 ευρώ τουλάχιστον, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του εγκαλούντος. Άλλωστε εξαρχής σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να μεταβάλλουν σημαντικά τον συσχετισμό της ποσοτικής συμμετοχής των εταίρων στο κεφάλαιο της εταιρείας εις βάρος του εγκαλούντος και συγκεκριμένα να μειώσουν επ' ωφελεία τους το ποσοστό συμμετοχής του και να τον μετατρέψουν σε μέτοχο μειοψηφίας και για το λόγο αυτό έδρασαν όπως προαναφέρεται. Οι εκκαλούντες αρνούνται με τις εφέσεις τους την σε βάρος τους κατηγορία, επικαλούμενοι τη μη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης που τους αποδίδεται καθόσον κατά την άποψή τους η διοικητική πράξη αυξήσεως του κεφαλαίου της εταιρείας δεν εξηρτάτο από την διοικητική πράξη εγκρίσεως ή μη του πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης της 30/6/02 από τη Νομαρχία αλλά μελλοντική πράξη πιστοποίησης καταβολής του κεφαλαίου της εταιρείας από άλλα όργανα, δηλ. το Δ.Σ. της εταιρείας που θα είχε προηγουμένως συγκροτηθεί σε σώμα και θα είχε δημοσιευθεί στο ΦΕΚ και ύστερα από προηγούμενη καταβολή του φόρου συγκεντρώσεως κεφαλαίου στην αρμόδια ΔΟΥ και ότι οι αναφερόμενοι στο πρακτικό λόγοι αυξήσεως του κεφαλαίου της εταιρείας ως ουσιαστικοί δεν μπορούσαν να ερευνηθούν από τη Νομαρχία Βοιωτίας, διότι έχουν χαρακτήρα δηλωτικό και όχι διαπιστωτικό, η απαιτούμενη δε από τον νόμο δημοσιότης της απόφασης για αύξηση κεφαλαίου δεν έχει συστατικό χαρακτήρα. Οι λόγοι όμως αυτοί των εκκαλούντων δεν ευσταθούν γιατί για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί η έγκριση και δημοσίευση των αποφάσεων των οργάνων της ανώνυμης εταιρίας από την αρμόδια υπηρεσία στο οικείο ΦΕΚ της Εφημ. Κυβερνήσεως έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα και δεν ερευνάται μόνο η τυπική νομιμότητα. Μάλιστα ως πράξη η δημοσίευση αυτή συνιστά αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος της απόπειρας κακουργηματικής απάτης στην υπό κρίση υπόθεση, αφού πρέπει να υπάρξει αυτή η δημοσίευση για να επακολουθήσουν οι μετέπειτα πράξεις της πιστοποιήσεως καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου και της διανομής των μετοχών από το Δ.Σ. της εταιρείας. Επικαλούνται ακόμη οι εκκαλούντες ότι ο εγκαλών δεν είχε καταβάλει 11.000.000 δραχμές ως κεφάλαιο αλλά μόνο 7.000.000 δραχμές στις 21-6-00 ενώ το ποσό των 4.000.000 δραχμών το είχε καταβάλει ο μέτοχος Ζ με την αγορά ακινήτου 20.112 τ.μ. στο όνομα της εταιρίας 6/ΙΓ 20/5/00. Ωστόσο οι εκκαλούντες δεν αποδεικνύουν τον τελευταίο ισχυρισμό τους, ο οποίος διαψεύδεται από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ιδρυτικά έγγραφα της εταιρείας "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." πρακτικά Γ.Σ. της 30/6/02, οικεία ΦΕΚ της 5/6/02 και 17/4/02. Τέλος οι εκκαλούντες επικαλούνται χωρίς όμως να την αποδεικνύουν με έγγραφα, εκκρεμοδικία για την υπό κρίση υπόθεση και επομένως ο ισχυρισμός της αυτός είναι άνευ σημασίας. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42, 45 και 386 παρ. 1,3α του Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, γίνεται αναφορά α) στο ψευδές των αναφερομένων στο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης, όσον αφορά το απαιτούμενο για την απαρτία ποσοστό, με την αναφορά ότι στο ως άνω πρακτικό εμφανιζόταν ότι συμμετείχαν στην Γενική Συνέλευση μέτοχοι που κατείχαν το 76% του κεφαλαίου αντί του αληθούς το οποίο ήταν 63,4% αιτιολογώντας πλήρως τη διαφορά με αναφορά στον αριθμό των μετοχών που πράγματι είχε ο κάθε ένας μέτοχος και στον αριθμό των μετοχών που εμφανιζόταν στο πρακτικό της εν λόγω Συνελεύσεως ότι κατείχαν οι εμφανισθέντες, β) στην παράσταση του ψευδούς περιεχομένου του πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης στο τμήμα Εμπορίου και Μικ. Επιχειρήσεων της εδρεύουσας στη Λειβαδιά Νομαρχίας Βοιωτίας, οι οποίοι μπορούσαν να παραπλανηθούν ως προς την εγκυρότητα και νομιμότητα του περιεχομένου του, και να δημοσιευθεί αυτό στο ΦΕΚ, γ) την σε στάδιο απόπειρας τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης με παράθεση των περιστατικών που συνιστούν αρχή εκτέλεσης αυτής, ως και την ανεξάρτητα από τη θέληση των κατηγορουμένων, μη επίτευξη του σκοπουμένου οφέλους τους με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος, δ) τον προσδιορισμό του ύψους της βλάβης του εγκαλούντος, από την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης για αύξηση του κεφαλαίου, ανερχομένης στο ποσό των 27.000.000 δρχ., το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών το οποίο προσδίδει στην πράξη της απάτης κακουργηματικό χαρακτήρα, και δικαιολογεί την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Η παράλειψη αναφοράς περιστατικών από τα οποία να προκύπτει το επιπλέον του ποσού αυτού αναφερόμενο ως σκοπούμενο όφελος των κατηγορουμένων και αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος που προκύπτει από την ίδια παραπάνω αξιόποινη πράξη των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, είναι στοιχείο το οποίο μπορεί να διευκρινισθεί στο ακροατήριο από το όλο αποδεικτικό (προδικασίας και επ' ακροατηρίου διαδικασίας) υλικό. Δεν απαιτείτο δε για την θεμελίωση του δόλου των αναιρεσειόντων η ειδική αναφορά στο βούλευμα ότι καθένας από αυτούς γνώριζε ότι η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης δεν είχε αποφασισθεί με απόφαση του Δ.Σ. της εταιρείας για να είναι νομότυπη η πρόσκλησή της, που υπογραφόταν από άσχετα πρόσωπα, αφού αρκούσε η αναφορά α) της συμμετοχής όλων των αναιρεσειόντων στην ως άνω Γενική Συνέλευση, β) της λήψης απόφασης από αυτήν για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση χρεών της εταιρίας, ήτοι επί θέματος το οποίο δεν αναγραφόταν στην πρόσκληση και γ) της απουσίας κατά τη Γενική Συνέλευση του μετόχου εγκαλούντος με ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο της εταιρείας 36,6%. Και τούτο καθόσον, λόγω της απουσίας του εγκαλούντος κατ' αυτήν, η πιθανότητα να ζητήσει αυτός την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής με άσκηση αναγνωριστικής αγωγής όχι μόνο δεν μπορούσε ν' αποκλεισθεί, αλλ' ενόψει της λήψης απόφασης από αυτούς για το θέμα της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου χωρίς να υπάρχει τούτο στη πρόσκληση, πράγμα που έβλαπτε τα συμφέροντά του, αφού τον καθιστούσε υπόχρεο να καταβάλει χρέη της εταιρείας, ήταν σχεδόν βεβαία, και συνεπώς η διαπίστωση της ύπαρξης ή μη πρακτικού του Δ.Σ. με το οποίο είχε αποφασισθεί η Σύγκληση Γενικής Συνέλευσης ήταν το πρώτο το οποίο έπρεπε να εξετάσουν και ν' αντιταχθούν στην πραγματοποίησή της και στη λήψη απόφαση επί του θέματος αυτού, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη η μη υποβολή αντιγράφου του πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου για σύγκληση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης και τον καθορισμό των θεμάτων της ημερησίας διάταξης, δεν απαιτείται μόνον όταν στη Γενική Συνέλευση παρίσταται το 100% των μετόχων, πράγμα το οποίο δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. α περί του αντιθέτου συναφής λόγος αναίρεσης. Καμμιά ασάφεια και αντίθεση με τις κείμενες διατάξεις του Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών δεν προξενεί το αναφερόμενο στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος προς επεξήγηση της παραδοχής του περί ακυρότητας της Γενικής Συνέλευσης λόγω μη νομίμου συγκροτήσεώς της, ότι "συμμετείχαν σ' αυτή οι Χ2 και Χ1 ως εκπρόσωποι του Ζ, παρά το γεγονός ότι οι δύο τελευταίοι δεν είχαν μετοχική ιδιότητα", αφού η αμέσως παραπάνω παραδοχή του σκεπτικού ότι ο Ζ ενώ είχε μόνο 1.200 μετοχές στη Γενική Συνέλευση συμμετείχε με επί πλέον 400, για τις οποίες φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από τους δύο τελευταίους, έχει προφανώς την έννοια, όχι ότι δεν μπορεί κάποιος μέτοχος να εκπροσωπηθεί από τρίτο πρόσωπο, αλλά ότι τούτο προϋποθέτει να έχει ο ίδιος ο εκπροσωπούμενος τις μετοχές για τις οποίες έδωσε πληρεξουσιότητα στον τρίτο να τον εκπροσωπήσει, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε ο ανωτέρω εκπροσωπηθείς τις επί πλέον 400 μετοχές και συνεπώς δεν μπορούσε να εκπροσωπηθεί για τις μετοχές αυτές από τους ανωτέρω, εφόσον ούτε αυτοί είχαν την ιδιότητα του μετόχου. Συνακόλουθα ο κατ' εκτίμηση περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε συναφής ταυτόσημος λόγος αναίρεσης όλων των αναιρετηρίων με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 386 του ΠΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του Ν. 2190/1920 όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης του νομίμου της συγκρότησης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από την κατά το είδος τους μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία αναφέρονται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία καθ' ολοκληρία αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών και τα οποία έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, μεταξύ των οποίων και τα συγκομισθέντα έγγραφα, προκύπτει με βεβαιότητα ότι τούτο έλαβε υπόψη του και την 6/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία ανέτρεψε εν μέρει την 61/2004 απόφαση του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας μέχρι αμετάκλητης περάτωσης των σ' αυτή αναφερομένων μεταξύ των διαδίκων εκκρεμουσών ποινικών δικών και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου συναφής λόγος αναίρεσης. Ως αβάσιμος είναι απορριπτέος και ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' συναφής λόγος αναίρεσης που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες Χ4, Χ2 και Χ1 με την ειδικότερη αιτίαση ότι οι ίδιοι δεν ήταν μέτοχοι της εταιρείας που αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της με κεφαλαιοποίηση των χρεών της με την απόφαση της εν λόγω Γενικής Συνέλευσής της και ως εκ τούτου ως στερούμενοι της ιδιότητας του μετόχου δεν μπορούσαν από την εν λόγω απόφαση ν' αποκομίσουν όφελος σε βάρος κάποιου άλλου μετόχου, όπως ο εγκαλών. Και τούτο καθόσον για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης δεν είναι απαραίτητο το σκοπούμενο όφελος ν' αφορά τον ίδιο τον δράστη αλλά και τρίτο πρόσωπο. Από την αντιπαραβολή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 60 Κ.Π.Δ. και της διατάξεως του άρθρου 61 του ιδίου Κώδικα, σαφώς προκύπτει, ότι το ποινικό δικαστήριο κρίνει και περί των ενώπιον αυτού αναφυομένων ζητημάτων αστικής φύσεως και μόνον όταν κατά ρητή διάταξη νόμου απαιτείται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου επί του αναφυομένου ζητήματος αστικής φύσεως, υποχρεούται ν' αναστείλει την πρόοδο της ποινικής δίκης, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου. Εξάλλου υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρον 510 § 1 Θ' έδ. β' Κ.Π.Δ., υφίσταται, όταν το Ποινικό Δικαστήριο έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα, υπαγόμενο κατά ρητή διάταξη νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 περ. Θ εδ. β ΚΠΔ συναφής λόγος και των τεσσάρων αιτήσεων αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία η οποία ανήκε στα πολιτικά δικαστήρια, και ειδικότερα τούτο προχώρησε στη επί της ουσίας κρίση του αν και εκκρεμούσε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας το ζήτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της προαναφερόμενης απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της ως άνω ανωνύμου εταιρείας "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η εκκρεμοδικία, που δημιουργείται από την άσκηση της ποινικής διώξεως για ορισμένο έγκλημα, συνεπάγεται την απαγόρευση νέας ποινικής διώξεως για το ίδιο έγκλημα κατά του αυτού προσώπου. Επομένως, αν για το ίδιο έγκλημα κινήθηκαν δύο ποινικές διώξεις κατά του αυτού προσώπου, η δεύτερη απ' αυτές κηρύσσεται απαράδεκτη, λόγω της εκκρεμοδικίας, η οποία εμποδίζει τη νέα ποινική δίωξη. Ο ΚΠοινΔ δεν προβλέπει ρητή ρύθμιση της εκκρεμοδικίας με την έννοια της υπάρξεως δύο ποινικών διώξεων, των οποίων το περιεχόμενο συμπίπτει στα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία και στα πραγματικά περιστατικά κατά τρόπο και χρόνο, καθώς και κατά το πρόσωπο του αυτουργού. Η αρχή της εκκρεμοδικίας προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις των άρθρων 125 και 132 ΚΠοινΔ, οι οποίες αποκλείουν τη σύγχρονη εκδίκαση του ίδιου εγκλήματος από περισσότερα αρμόδια δικαστήρια. Η διάταξη του άρθρου 57 § 3 ΚΠοινΔ εφαρμόζεται ανάλογα σε περίπτωση ασκήσεως δύο ποινικών διώξεων για την ίδια πράξη κατά του αυτού προσώπου. Έτσι, αν οι δύο ποινικές διώξεις βρίσκονται στο στάδιο της προδικασίας και συμπίπτουν χρονικά, το επιλαμβανόμενο αυτών δικαστικό συμβούλιο οφείλει να κηρύξει απαράδεκτη τη μεταγενέστερη, άλλως ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της υπερβάσεως εξουσίας υπό την αρνητική του μορφή. Εξ άλλου από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι κατά την έννοια των διατάξεων αυτών για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται α) ταυτότητα προσώπου και ταυτότητα πράξεως. Στη προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι όπως προκύπτει από το επικαλούμενο από 17/1/2007 κοινό υπόμνημά τους ενώπιον του Εισαγγελέως Πλη/κών Αθηνών προέβαλαν ένσταση απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας ισχυριζόμενοι ότι κατ' αυτών είχε προηγηθεί με το ίδιο θέμα και περιεχόμενο η με ΑΒΜ Γ' 2003/1453 μήνυση του ήδη εγκαλούντος κατ' αυτών. Έτσι διατυπούμενος ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος, αφού το μεν δεν εκτίθενται ούτε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την αξιόποινη πράξη της απάτης, το δε αναφέρεται αν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη κατόπιν της μηνύσεως αυτής και σε ποιο στάδιο βρισκόταν. Το Συμβούλιο επομένως δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει επί της ενστάσεως αυτής. Παρά ταύτα την απέρριψε διαλαμβάνοντας, διαφορετική μεν, πλην επαρκή αιτιολογία. Έτσι κρίνοντας δεν υπερέβη την εξουσία του. Σε κάθε πάντως περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπησή της στο φάκελλο της δικογραφίας με τα παραπάνω στοιχεία μηνύσεως, προκύπτει ότι η τελευταία αφορά διαφορετική αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα την φερόμενη ως τελεσθείσα σε βάρος του εγκαλούντος αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας. Τέλος απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι οι ταυτόσημοι λοιποί λόγοι αναίρεσης όλων των αναιρετηρίων, με τους οποίους υπό την επίκληση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμό 100/26-5-2008, 103/29-5-2008, 104/29-5-2008 και 105/29-5-2008 αιτήσεις αναίρεσης των: 1) Χ4, 2) Χ3, 3) Χ2 και 4) Χ1, αντιστοίχως, για αναίρεση του 754/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για απόπειρα κακουργηματικής απάτης από κοινού. Α) Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης δεν είναι απαραίτητο το σκοπούμενο όφελος να αφορά τον ίδιο δράστη αλλά και τρίτο πρόσωπο. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 2190/1920: α) με την αιτίαση ότι οι αναιρεσείοντες δεν ήταν μέτοχοι της εταιρείας που αποφάσισε την αύξηση του κεφαλαίου, β) Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης, του νομίμου της συγκρότησης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και γ) λόγω αντιφάσεων και μη στοιχειοθέτησης δόλου εκ μέρους ορισμένων συναυτουργών. Β) Το ζήτημα αν τελέσθηκε αξιόποινη πράξη ανήκει στη δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων και δεν απαιτείται να αποφανθούν προηγουμένως τα πολιτικά δικαστήρια. Απορρίπτονται οι λόγοι αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας λόγω μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 60 ΚΠΔ. Γ) Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας λόγω ύπαρξης εκκρεμοδικίας.
|
Βούλευμα παραπεμπτικό
|
Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Αριθμός 485/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Μπατζαλέξη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτου Ιωάννη Παπαδόπουλου), Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγαπηνό, για αναίρεση της 978/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ1 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φανό. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 5 Μαΐου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1387/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 § 11 του Ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρο 2 ΠΚ), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου. Περαιτέρω πρέπει ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και, μετά τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 από το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, απαιτείται, επιπλέον, το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1. της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που, ανάλογα με το έγκλημα, επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη (του άρθρου 98 § 2 ΠΚ για το άθροισμα του ποσού) και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από το ν. 2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 978/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απάτης κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι: στην Αθήνα και κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Φεβρουαρίου του 1994 μέχρι τις αρχές Ιουνίου του 1996, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε με τον τρόπο αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλη και πάντως υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ή το ποσό σε ευρώ ή το ισόποσο σε ευρώ 14.673,51) διαπράττει δε ο κατηγορούμενος απάτες κατ'επάγγελμα, καθότι από την επανειλημμένη τέλεση της εν λόγω πράξεως της απάτης, προκύπτει ότι μετέρχεται αυτήν με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Συγκεκριμένα, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα και πολιτικώς ενάγοντα,Ψ ότι οι αναφερόμενες και λεπτομερώς περιγραφόμενες 5.903 συναλλαγματικές είχαν γίνει αποδεκτές από τα αναγραφόμενα εκεί πρόσωπα τα οποία ήταν, δήθεν, πελάτες του -αγοραστές αυτοκινήτων, ενώ στην πραγματικότητα οι εν λόγω συναλλαγματικές ήταν πλαστές και οι φερόμενοι ως αποδέκτες τους ήταν ανύπαρκτα πρόσωπα και με τον τρόπο αυτόν έπεισε τον άνω εγκαλούντα να πληρώσει με διαδοχικές καταβολές τα ποσά των επιδίκων συγκεκριμένων συναλλαγματικών, το σύνολο των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 737.000.000 δραχμών που αποτελεί και το παράνομο περιουσιακό όφελος που προσπορίστηκε με την αντίστοιχη ισόποση περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος Ψ, τέτοιες δε πράξεις απάτης ο κατηγορούμενος διαπράττει κατ' επάγγελμα το δε συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από τις απάτες που μετέρχεται. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων, κατ' είδος, αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν (για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ1) τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (εννοείται ο αναιρεσείων) είχε εμπορία αυτοκινήτων και ο δεύτερος συνεργάτης του, ενώ ο πολιτικώς ενάγων είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Αρχικά, οι δύο αυτοί (α' κατηγ. και πολ.ενάγων) ήταν συνεταίροι, αλλά μετέπειτα ο πολ. ενάγων απεχώρησε και προσφέρθηκε να βοηθήσει οικονομικά τον πρώτο κατηγορούμενο. Έτσι στην πορεία άρχισε να χρηματοδοτεί τον κατηγορούμενο με σημαντικά οικονομικά ποσά με τους όρους των τραπεζών και χωρίς δικαιολογητικά που αυτές ζητούσαν. Η επιστροφή των χρημάτων θα γινόταν αφενός με την παράδοση συναλλαγματικών στο μηνυτή αποδοχής των αγοραστών αυτοκινήτων, με τους νόμιμους τόκους και αφετέρου με την εγγύηση της πωλήτριας εταιρίας. Συγχρόνως, ο α' κατηγορούμενος διαβεβαίωνε τον μηνυτή ότι θα πληρώνονταν οι συναλλαγματικές στη λήξη τους, αν δεν τις πλήρωναν οι αγοραστές. Η χρηματοδότηση λειτούργησε επί ικανό διάστημα και αρχικά δεν υπήρξε πρόβλημα πληρωμής. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος είτε αυτός είτε ο δεύτερος προσκόμιζαν κάθε φορά τις συναλλαγματικές στο μηνυτή με αποδέκτες ... πρόσωπα που φέρονταν ότι θα αγόραζαν και θα πλήρωναν αυτοκίνητα. Με την προσκόμιση αυτή ο α' κατηγορούμενος εισέπραττε από τον μηνυτή τα σχετικά ποσά που αναγράφονταν και βέβαια αυτό το ποσόν ήταν κατά τι μικρότερο, αφού είχαν αφαιρεθεί οι σχετικοί τόκοι. Στη συνέχεια, όμως, οι κατηγορούμενοι έχοντας κοινό δόλο και σκοπό πορισμού εισοδήματος κατήρτισαν κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-1994 μέχρι 3-7-1996, 5.903 συναλλαγματικές που ήταν πλαστές στις οποίες ανέγραφαν διάφορα ποσά, αντίστοιχες ημεροχρονολογίες και διάφορα ονόματα ανύπαρκτων πελατών, παριστάνοντας ότι αυτοί ήταν πελάτες τους και αγοραστές αυτοκινήτων και συνεπώς οφειλέτες της εταιρίας. Έτσι παραπείσθηκε ο πολ. ενάγων και πλήρωνε κάθε φορά τα αντίστοιχα ως άνω ποσά μείον τους τόκους. Το ποσό αυτών των συναλλαγματικών ανήλθε σε 737.000.000 δρχ δεν πληρώθηκαν στη λήξη τους στον μηνυτή κι όταν αυτός ζήτησε την εξόφλησή τους, ο πρώτος κατηγορούμενος του αποκάλυψε την απάτη. Οι κατηγορούμενοι και σήμερα παραδέχονται την κατάρτιση αυτών και ιδίως ο δεύτερος, ο οποίος όμως δεν είναι βέβαιος στο τι ακριβώς ποσό ιδιοποιήθηκε ο ίδιος παρά μόνο ο α' κατηγορούμενος, ο οποίος μεταγενέστερα προσπάθησε και επέστρεψε το ποσό των 150.000 ευρώ, ενώ προσφέρθηκε να εκποιήσει και δύο ακίνητα της συζύγου του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αποδιδόμενη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα γεγονός που προκύπτει ότι αυτοί συστηματικά και για μια διετία χρησιμοποιούσαν τον ίδιο ισχυρισμό για πορισμό εισοδήματος και το συνολικό όφελος είναι πάνω από 5.000.000 δρχ.
Συνεπώς αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της άνω πράξης με το ελαφρυντικό του ότι για αρκετό διάστημα συμπεριφέρθηκαν καλά και προσπάθησαν να άρουν μερικώς τις συνέπειες της πράξεώς τους, ενώ πρέπει να απορριφθούν οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί".
Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση της απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 26 § 1α, 27 § 1, 98, 386 § 1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, η αντιφατική αιτιολογία, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυπτε χωριστά από το καθένα. Περαιτέρω, αναφέρονται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι το όφελος στο οποίο απέβλεψε ο αναιρεσείων και τελικώς πέτυχε να αποκομίσει υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ, και ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, αφού γίνεται δεκτό ότι αυτός συστηματικά και για μια διετία χρησιμοποιούσε τον ίδιο ισχυρισμό και τέχνασμα για πορισμό εισοδήματος. Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την κατά νόμον ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ότι το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 386 ΠΚ, διότι ενώ δέχεται ότι το σύνολο της ονομαστικής αξίας των συναλλαγματικών ανέρχεται στο ποσό των 737.000.000 δρχ. και ότι εξ αυτού του ποσού ο πολιτικώς ενάγων παρακρατούσε τους προεξοφλητικούς τόκους εκάστης συναλλαγματικής, δεν αφαιρεί από το άνω ποσό (737.000.000 δρχ. τους τόκους αυτούς, ώστε να προκύπτει η ζημία του πολιτικώς ενάγοντος και η αντίστοιχη ωφέλεια του ιδίου. Όμως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Δικαστήριο δέχεται, κατ' ανέλεγκτο περί τα πράγματα κρίση, ότι η ωφέλεια και η αντίστοιχη ζημιά υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ και ως εκ τούτου η πράξη, συντρέχουσας και της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως, φέρει και κακουργηματικό χαρακτήρα, και συνεπώς δεν ήταν αναγκαίος ο περαιτέρω προσδιορισμός αυτών για θεμελίωση της άνω πράξεως. Οι λοιπές αιτιάσεις του άνω λόγου, πλήττουν, με την επίκληση της παραβάσεως των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγων, την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, γι' αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτες. Η τήρηση της διατάξεως του άρθρου 350 § 1 και 2 ΚΠΔ, η οποία αναφέρεται στην εξέταση των μαρτύρων, των οποίων δεν διατάχθηκε η αποχώρησή τους στο προορισμένο γι' αυτούς δωμάτιο, σκοπούσα στον μη επηρεασμό των μαρτύρων από το περιεχόμενο της καταθέσεως ήδη εξετασθέντων μαρτύρων επιβάλλεται κατά τη διεξαγωγή της δίκης ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, αφού ήδη κατά την έκκλητη δίκη το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων είναι γνωστό. Σε κάθε περίπτωση η παραβίαση της άνω διατάξεως δεν είναι ταγμένη επί ποινή ακυρότητος, ούτε ανάγεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή την άσκηση άλλων προσηκόντων σε αυτόν δικαιωμάτων, και ως εκ τούτου η παραβίαση της διατάξεως αυτής δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη και σχετική ακυρότητα και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ του ότι η Θ, μάρτυρας, του κατηγορητηρίου ήδη από την πρωτόδικη δίκη, παρέστη ως συνήγορος πολιτικής αγωγής στη διάρκεια όλης της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ως εκ τούτου παρεβιάσθη η διάταξη του άρθρου 350 § 1 και 2 ΚΠΔ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 § 3) και του ΚΠΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 § 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί κατά την § 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 § 2 ΠΚ θεωρούνται μεταξύ άλλων το ότι ο υπαίτιος "έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ. α' ) "έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" (περ. δ') και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη πράξη του" (περ. ε' ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, κατέθεσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του εγγράφως τους παρακάτω ισχυρισμούς, για την αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 α' δ' και ε' ΠΚ τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς και οι οποίοι, κατά το ουσιώδες για τη θεμελίωσή τους περιεχόμενο, έχουν ως εξής: "Έζησα έως και το χρόνο που φέρεται να διέπραξα το αδίκημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Συμπεριφερόμουν υποδειγματικά στους οικείους μου και γενικότερα στους συγκοινωνούς μου. Ήμουν καλοκάγαθος, φιλότιμος και ευγενής. Από μικρή ηλικία άρχισα να εργάζομαι και επέδειξα ενεργή κοινωνική και επαγγελματική δράση. Δημιούργησα οικογένεια, έχω ήδη μία κόρη 20 ετών και ένα ανήλικο αγόρι. Δραστηριοποιήθηκα, επιτυχώς στον τομέα των επιχειρήσεων αυτοκινήτων μέχρι που ατυχώς κατέρρευσε υπό το βάρος της συγκεκριμένης υπόθεσης, των εσφαλμένων επιχειρηματικών επιλογών και κυρίως της βαρύτατης ασθένειας (ανοσοποιητική ανεπάρκεια) από την οποία πάσχω. Έχω ήδη καταβάλει έναντι της απαιτήσεως του μηνυτή τα ποσά των 150.000 ευρώ και 240.000 ευρώ σε μετρητά και ήδη έχω προσφέρει σε αυτόν να του μεταβιβάσω δύο ακίνητα ή να τα εκποιήσω αντί συνολικού τιμήματος 600.000 ευρώ, που είναι η εμπορική τους αξία και να του καταβάλω το ανωτέρω ποσό, τα οποία ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της μητέρας μου εκ κληρονομιάς του προσφάτως αποβιώσαντος πατρός μου, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να εξοφληθούν οι απαιτήσεις τους. Προσκομίζω και επικαλούμαι τα συμβόλαια - τίτλους κτήσεως από τα οποία συνάγεται ότι πρόκειται για ακίνητα αξίας, ελεύθερα παντός βάρους, διεκδίκησης ή κατάσχεσης και είναι το μόνο που μπόρεσα και δύνομαι να πράξω ελλείψει ρευστότητας. Η ανωτέρω προσφορά δεν λαμβάνει χώρα κατόπιν εξαναγκασμού, αλλά αποτελεί προϊόν ελεύθερης και οικείας βουλήσεώς μου και ήδη έχει διατυπωθεί προ πολλού στον μηνυτή σε παλαιότερες διαπραγματεύσεις μας για την τακτοποίηση της εμφανιζόμενης οφειλή μου. Επιπλέον η εταιρία κατασκευής δερμάτινων ειδών, στην οποία είμαι μέτοχος, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, δυνάμει της υπ' αριθμ. 543/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στερούμαι πλέον εισοδημάτων, έχω δε υποβάλει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη συνταξιοδότησή μου, λόγω και της κατάστασης της υγείας μου. 1.2. Περαιτέρω, από τον φερόμενο χρόνο τέλεσης της πράξης μου και μέχρι σήμερα έχω συμπεριφερθεί κατά τρόπον υποδειγματικό από κάθε άποψη και δεν έχω δώσει την παραμικρή αφορμή εις βάρος μου. Η καλή μου συμπεριφορά πιστοποιείται και από το γεγονός ότι οι οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές μου σχέσεις, είναι αρμονικές και δεν έχω δημιουργήσει έκτοτε κανένα πρόβλημα, συμπεριφερόμενος ως καθ' όλα ενταγμένος πολίτης και διευθύνοντας (όσο μου επέτρεπε η κατάσταση της υγείας μου και μέχρι την πτώχευσή της) εταιρία κατασκευής δερμάτινων ειδών αυτοκινήτων, στην οποία απασχολούσα υπαλλήλους, αποδεικνύοντας, με τον τρόπο αυτό, ότι έχω προσαρμοστεί απόλυτα σε έναν έντιμο, ειρηνικό και φιλάνθρωπο τρόπο ζωής, που δεν δημιουργεί κανένα κίνδυνο για τους συμπολίτες μου, προσφάτως δε η σύζυγός μου έφερε στο κόσμο ένα υγιέστατο παιδί με πολλές προσπάθειες, λόγω της κατάστασης της υγείας μου (νοσώ εγώ, ενώ φορέας της νόσου είναι και η σύζυγός μου)". Το ανωτέρω Δικαστήριο στο τέλος του σκεπτικού του δέχθηκε "το ελαφρυντικό του ότι για αρκετό διάστημα συμπεριφέρθηκαν (οι κατηγορούμενοι) καλά και προσπάθησαν να άρουν μερικώς τις συνέπειες της πράξεώς τους". Στο διατακτικό το Δικαστήριο μετά τη κήρυξη ενόχων των κατηγορουμένων δέχθηκε ότι "οι κατηγορούμενοι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη". Το Εφετείο με όσα διέλαβε στο τέλος του προπαρατεθέντος σκεπτικού του, αλληλοσυμπληρούμενο και από το διατακτικό, αναγνώρισε, κατά τρόπο σαφή, στον αναιρεσείοντα μόνο το ελαφρυντικό της μετά την τέλεση της πράξεως, καλής συμπεριφοράς, η δε παραδοχή "προσπάθησαν να άρουν μερικώς της συνέπειες της πράξεως τους" είναι ενισχυτική, αν και μη αναγκαία, της άνω ελαφρυντικής περίστασης, απέρριψε δε τους λοιπούς ως άνω ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπό του των άλλων δύο ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μετάνοιας, χωρίς όμως να διαλάβει σχετικώς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν προσδιορίζει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία θεμελιώνει την απορριπτική του κρίση.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της ένδικης αιτήσεως και μοναδικός του δικογράφου των πρόσθετων λόγων που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 15-10-2009) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 § 2 Κ.Ποιν.Δ), οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη των άνω αυτοτελών ισχυρισμών, και πρέπει να αναιρεθεί η άνω απόφαση ως προς την αντίστοιχη διάταξή της αλλά και εκείνη της επιβολής ποινής. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 978/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' και δ' ΠΚ και την επιβολή της ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 22 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της ίδιας (υπ' αρ. 978/2009) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική απάτη. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Παραδοχή του λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων. Μερική κατά τούτο και την ποινή αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Παραπομπή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 473/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Xαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά -Εισηγήτρια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 12/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ioυλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1127/2009.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος, αφού αναφέρθηκε στην από 12 Νοεμβρίου 2009 με αριθμό 140 έκθεση παραιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός δήλωσε ότι παραιτείται από την από 10 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό τον διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου ασκείται από τον κρατούμενο στη φυλακή με δήλωση που μπορεί να γίνει και στο διευθυντή αυτής, για την οποία συντάσσεται έκθεση, που, εκτός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 151 του ίδιου κώδικα στοιχεία, πρέπει να περιέχει και τους λόγους για τους οποίους ασκείται και να υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει και από εκείνον που την δέχεται. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να γίνει από τον κρατούμενο και η παραίτηση από το ένδικο μέσο που ασκήθηκε. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε με δήλωση που επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 10/7/2009 αίτησή του περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 12/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων και ενώ ήταν κρατούμενος στη Δικαστική Φυλακή ..., με δήλωσή του που έγινε ενώπιον του ως άνω Διευθυντή της ίδιας Φυλακής, παραιτήθηκε νομοτύπως από την προαναφερόμενη αίτηση αναιρέσεως για τη δήλωση δε παραιτήσεώς του από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως που είχε ασκήσει, συντάχθηκε η από 140/12/11/2009 έκθεση που υπογράφηκε από τον παραπάνω κρατούμενο και από τον Διευθυντή της ως άνω φυλακής. Κατόπιν τούτου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 10/7/2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, λόγω νομότυπης παραίτησης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 469/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 356/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Z.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 910/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 321/9.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την υπ' αριθμ. 212/24-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά της υπ' αριθμ. 356/6-2-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών για αρπαγή κατά συρροή (άρθρα 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 322 εδαφ. β στοιχείο β ΠΚ και άρθρο 88 παρ. 1 στοιχ. γ του Ν. 3386/2005) και εκθέτω τα ακόλουθα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κωδ.Ποιν.Δικ. κατά τις οποίες και συγκεκριμένα κατά μεν την πρώτη παράγραφο του άρθρου 473 << 1.Όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης ....>>. Kατά δε την παράγραφο 3 ιδίου άρθρου (473) << Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου .... Η καταχώρηση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης ....>>. Από δε την παρ. 1 του άρθρου 476 του Κωδ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι <<1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να προηγηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο>>.
Από τον συνδυασμό συνεπώς των διατάξεων των προαναφερομένων άρθρων (473-476 K.Π.Δ.) προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα ημέρες από την εκδίκαση της υποθέσεως αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή αν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο συνήγορο κατά την εκδίκαση της κατ' αυτού κατηγορίας ή από την επίδοση της αποφάσεως αν είναι γνωστής διαμονής, ενώ αν είναι άγνωστη η διαμονή του δικαιούχου ή αν διαμένει στην αλλοδαπή η προθεσμία είναι τριάντα ημερών από την επίδοση. Εκτός από τις ανωτέρω περιπτώσεις οι προθεσμίες που προαναφέρθηκαν αρχίζουν και από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και ότι παρεκτείνονται μόνο αν συντρέχουν λόγοι ανώτερης βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεως και να συνοδεύονται από τα αποδεικτικά μέσα που υποστηρίζουν την ύπαρξή της ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει ή όχι η επικαλουμένη κατάσταση ανώτερης βίας, άλλως η ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμ. 212/24-3-2009 αναίρεσή του κατά της υπ' αριθμ. 356/6-2-2009 τελεσίδικης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η υπ' αριθμ. 426/8-3-2007 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 840/26-2-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών για αρπαγή κατά συρροή. Όπως προκύπτει δε από την από 3-6-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Δημοσιεύσεως-Εκκαθαρίσεως Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών που υπογράφεται από την δικαστική γραμματέα Β. Κονδύλη, η εν λόγω αναιρεσίβλητη τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών υπ' αριθμ. 356/6-2-2009 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο στις 11/5/2009 και έλαβε αριθμό καταχωρήσεως 945. Ως εκ τούτου η προκειμένη υπ' αριθμ. 212/24-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ είναι εκπρόθεσμη αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαήμερης νόμιμης προθεσμίας που εν προκειμένω άρχισε από τις 7/2/2009 και έληξε στις 16/2/2009 χωρίς να επικαλείται και να αποδεικνύει λόγους ανώτερης βίας.
Επί πλέον πρέπει να λεχθεί εν προκειμένω ότι και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως τον οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων ότι δηλαδή δεν εκτιμήθηκε ορθά το αποδεικτικό υλικό από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που τον κατεδίκασε με την υπ' αριθμ. 356/6-2-2009 προσβαλλομένη απόφαση και ότι έπρεπε να αθωωθεί είναι απαράδεκτος, διότι δεν προβλέπεται από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους αναιρέσεως στο άρθρο 510 σε συνδυασμό με το άρθρο 476 παρ. 1 περίπτωση δ και το άρθρο 474 παρ.2 του Κωδ.Ποιν.Δικ. (A.Π. 464/1963) (Κονταξή ερμηνεία άρθρου 476 Κωδ.Ποιν.Δικ. , Τόμος Β Ποινικής Δικονομίας, σελίδα 2823 επομ., έτους 2006).
Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και τα δικαστικά έξοδα να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κωδ.Ποιν.Δικ.
Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω :
------------------------- Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 212/24-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά της υπ' αριθμ. 356/6-2-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ως εκπρόθεσμη και λόγω μη παραδεκτού του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. α'και β'του ΚΠΔ "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης", κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν ο διάδικος ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως, η προθεσμία της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρείται καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται επίδοση της αποφάσεως για να αρχίσει η δεκαήμερη προθεσμία, όπως απαιτείται εάν ο διάδικος ήταν απών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 356/6/2/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών για αρπαγή, κατά συρροή, δημοσιεύτηκε παρόντος αυτού την 6/2/2009. Η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 3/6/2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Δημοσιεύσεως-Εκκαθαρίσεως Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών που υπογράφεται από τη δικαστική γραμματέα Β. Κονδύλη, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο στις 11/5/2009 και έλαβε αριθμό καταχωρήσεως 945.
Συνεπώς, από την ημερομηνία αυτή της καταχώρησης (11/5/2009) άρχισε η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως, αφού ο διάδικος ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρο 473 του ΚΠΔ, η οποία διάταξη σημειωτέον ρυθμίζει μόνον το χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως της αναιρέσεως κατά αποφάσεως και όχι την έκταση της προθεσμίας και τον τρόπο ασκήσεως της αναιρέσεως, και που ο σκοπός της συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να μπορεί να εντοπίσει τυχόν υφιστάμενους αναιρετικούς λόγους και να αποφεύγεται έτσι η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως και η εντεύθεν άσκοπη ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του. Κατά της παραπάνω τελεσίδικης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και πριν ακόμη αυτή καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, αφότου και αρχίζει η δεκαήμερη προθεσμία αναιρέσεως, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων, κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, άσκησε στις 24/3/2009 ενώπιον του Διευθυντή αυτού ... την κρινόμενη αναίρεση με αριθμό εκθέσεως 212/24/3/2009, με την οποία ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για το λόγο ότι "είμαι αθώος και δεν έχω καμία ανάμειξη σ' αυτή την υπόθεση". Η αναίρεση αυτή, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς το παρόν Συμβούλιο, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, επικουρικώς δε, διότι ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως που επικαλείται ο αναιρεσείων, ως άνω, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν προβλέπεται από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους αναιρέσεως στο άρθρο 510 σε συνδυασμό με το άρθρο 476 παρ. 1 περ. δ' και το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως τον οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τον οποίο "είμαι αθώος και δεν έχω καμία ανάμειξη σ' αυτή την υπόθεση", είναι απαράδεκτος, διότι δεν προβλέπεται από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/3/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 356/6/2/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση εμπρόθεσμη (δημοσίευση προσβαλλόμενης, παρόντος του κατηγορουμένου, την 6-2-2009, καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο 11-5-09, οπότε άρχισε η 10ήμερη προθεσμία. Άσκηση της αναιρέσεως πολύ πριν, ήτοι την 24-3-2009). Απορρίπτεται όμως ως απαράδεκτη διότι δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 466/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Νεστορίδη, περί αναιρέσεως της 18/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 652/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 325 ΠΚ προκύπτει ότι, για τον απαρτισμό της εννοίας του προβλεπόμενου από αυτήν διαρκούς εγκλήματος της κοινής παράνομης κατακρατήσεως, απαιτείται, αντικειμενικώς, παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας κινήσεως του παθόντος, έστω και για ελάχιστο χρόνο, χωρίς τη συναίνεσή του, η οποία πραγματώνεται, είτε με την κατακράτηση του παθόντος σε περίκλειστο χώρο, από τον οποίο εμποδίζεται ή άλλως πως αδυνατεί να εξέλθει, είτε με την καθ' οιονδήποτε τρόπο στέρηση της ελευθερίας κινήσεως αυτού στο χώρο, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των περιστατικών που πραγματώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή της παράνομης αποστέρησης της ελευθερίας κινήσεως του παθόντος. Εξάλλου, το έγκλημα της παράνομης κατακράτησης μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ. Όρος της συναυτουργίας, κατά την έννοια του νόμου, είναι η γνώση του συναυτουργού για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος). Αρκεί δε στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της παράνομης κατακράτησης ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αρκεί δηλαδή να αναφέρεται ότι από κοινού περιόρισαν καθοιονδήποτε τρόπο κάποιον σε περίκλειστο χώρο αποστερώντας του την ελευθερία κινήσεων, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό, των ενεργειών του για την πραγμάτωση της πράξεως και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην κρινόμενη περίπτωση όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Θράκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα ως άνω πράξη: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παράνομης κατακράτησης σε βάρος της αλλοδαπής Κ, υπηκόρου της .... Ειδικότερα κατακράτησε αυτήν στις ... κατά το από 12-7-2002 έως 30-7-2002 χρονικό διάστημα στην οικία του Ψ, ο οποίος είναι πατριός του. Η ανωτέρω παθούσα είχε εισέλθει στις 11-7-2002 στην Ελλάδα μαζί με άλλες τρεις αλλοδαπές γυναίκες, διαπλέοντας το ποταμό ... με βάρκα και κατά την είσοδό της ανέμενε αυτήν και τις άλλες γυναίκες ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια η ανωτέρω παθούσα αλλοδαπή οδηγήθηκε από τον κατηγορούμενο στην οικεία του Ψ, όπου αυτοί από κοινού ενεργούντες με την Θ (μητέρα του κατηγορουμένου) με πρόθεση την κατακράτησαν στην οικεία εκείνη κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Κατά το διάστημα της κράτησης χωρίς τη θέλησή της αυτή δεν μπορούσε ν' απομακρυνθεί από το χώρο της οικίας, εωσότου στις 30-7-2002 κατόρθωσε ν' απομακρυνθεί από αυτήν, πηδώντας από τον εξώστη (μπαλκόνι) της οικίας και να καταφύγει στο Αστυνομικό Τμήμα της ..., όπου και ζήτησε βοήθεια από τους αστυνομικούς του Τμήματος αυτού". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στις ..., κατά το χρονικό διάστημα από 12-7-2002 έως 30-1-2002, από κοινού με τους γονείς του Ψ και Θ, κατακράτησε άλλον χωρίς τη θέλησή του και του στέρησε την ελευθερία της κίνησής του. Συγκεκριμένα, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, στον προαναφερόμενο τόπο, από κοινού με τους γονείς του Ψ και Θ, κατακράτησε χωρίς τη θέληση της, μέσα στην οικία του στις ..., Κ την υπήκοο ..., απαγορεύοντας σ' αυτήν την έξοδο από την οικία και στερώντας της κάθε ελευθερία κίνησης". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 325 ΠΚ σε συνδυασμό με 45 του ίδιου κώδικα, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχθηκε συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει η απόφαση, κατά ποιο τρόπο της στέρησαν ο αναιρεσείων, η μήτηρ και ο πατριός του, μετά των οποίων ενήργησε από κοινού, την ελευθερία κινήσεως, αφού γίνεται δεκτό ότι την κατακράτησαν, παρά την θέλησή της, μη επιτρέποντάς την να εξέλθει εξ αυτής, στην οικία του κατονομαζόμενου πατριού του, όπου και αυτός διέμενε, γι αυτό και στο διατακτικό την αναφέρει ως οικία του, χωρίς εκ του λόγου αυτού να προκαλείται ασάφεια ή αντίφαση, αφού σαφώς προκύπτει από τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, ότι πρόκειται για την κειμένη στις ... οικία του Ψ (πατριού του). Περαιτέρω, ως προς την από κοινού, τέλεση δεν χρειαζόταν να εξειδικεύονται οι επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, αρκεί η παραδοχή ότι ενήργησαν από κοινού, δηλαδή με κοινό δόλο και δεν ήταν απαραίτητο προς τούτο να αναφέρεται πως και πότε λήφθηκε η κοινή απόφαση, αρκεί ότι γίνεται δεκτό ότι η παθούσα δεν μπορούσε να εξέλθει από την οικία, ούτε να απομακρυνθεί απ αυτή, παραδοχή η οποία εμπεριέχει επιτήρησή της σε 24ωρη βάση, από όλους τους συναυτουργούς, καθόσον ο αναιρεσείων μόνος δεν θα μπορούσε να το κάνει, τελικά δε κατόρθωσε να διαλάθει της προσοχής τους και να διαφύγει πηδώντας από την βεράντα και να καταγγείλει το γεγονός στις αστυνομικές αρχές. Η απόφαση αναφέρει ότι ο περιορισμός εντός της οικίας της παθούσης και η με τον τρόπο αυτό στέρηση της ελευθερίας κινήσεως της εξακολούθησε καθόλο το προσδιοριζόμενο χρονικό διάστημα και δεν ήταν απαραίτητο να χαρακτηρίζεται ως μικρό ή μεγάλο, διότι δεν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για επί μακρό χρονικό διάστημα παράνομη κατακράτηση, για την οποία προβλέπεται επαυξημένη ποινή. Περαιτέρω δεν χρειαζόταν να αιτιολογείται ειδικώς ο δόλος του αναιρεσείοντος, αφού, όπως λέχθηκε, η διάταξη δεν απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για την στοιχειοθέτηση υποκειμενικώς της πράξεως (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση), όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ούτε δέχθηκε η προσβαλλομένη τέλεση από ενδεχόμενο δόλο για να απαιτείται αιτιολόγησή του. Η γνώση του αναιρεσείοντος, περί του παράνομου χαρακτήρα της πράξεως του, ενυπάρχει στις παραδοχές της αποφάσεως και ειδικότερα στον, παρά την θέληση της παθούσης, περιορισμό της, από αυτόν και τους συναυτουργούς του, εντός της οικίας και στην στέρηση της ελεύθερης κατά βούληση κινήσεώς της και της δυνατότητας να εξέλθει από αυτή, πράγμα το οποίο δεν είναι νόμιμο όπως προκύπτει και από την παραδοχή ότι τελικά εξήλθε από την οικία κατά τρόπο που έθεσε σε κίνδυνο και την σωματική της ακεραιότητα. Περαιτέρω η μη παράθεση στην οικεία θέση της προσβαλλομένης αποφάσεως (σελ. 16) της διατάξεως του άρθρου 27 ΠΚ, που αναφέρεται στον δόλο, αλλά της διατάξεως του άρθρου 28 που δίδει την έννοια της αμέλειας, δεν δημιουργεί ασάφεια, αφού, από τον συνδυασμό σκεπτικού διατακτικού, καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τέλεση της πράξεως της παράνομης κατακράτησης της παθούσης που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 325 ΠΚ μόνον όταν τελείται από δόλο και όχι και από αμέλεια. Επίσης η μη παράθεση στην αυτή ως άνω θέση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 325 ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, μετά την τροποποίηση του άρθρου 510 παρ 1 Η' ΚΠΔ με το άρθρο 50 παρ. 4 Ν. 3160/2003 και την τροποποίηση του άρθρου 518 του ίδιου Κώδικα με την παραγ. 9 της αυτής ως άνω διατάξεως, δεν αποτελεί πλέον λόγο αναιρέσεως, η δε σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος τυγχάνει απαράδεκτη. Κατ ακολουθία τούτων αβάσιμα πλήττει ο αναιρεσείων την εκκαλουμένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ως και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, με τους πρώτους και δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγους αναιρέσεως, αντίστοιχα. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 13-4-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, για αναίρεση της με αριθμ. 18/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 4 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράνομη κατακράτηση από κοινού. Παράνομη κατακράτηση. Έννοια. Στοιχεία (ΑΠ 956/2009, ΑΠ 396/2008). Αδιάφορη η διάρκειά της, εφόσον δεν υπήρξε καταδίκη με την επιβαρυντική περίπτωση του τελευταίου εδαφίου άρθρου 325. Δεν απαιτείται άμεσος δόλος. Από κοινού τέλεση. Πότε. Δεν απαιτείται να εξειδικεύονται οι ενέργειες των συναυτουργών. Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Πότε. Εσφαλμένη ερμηνεία - εφαρμογή. Μη παράθεση άρθρου ποινικού νόμου που τιμωρεί την πράξη δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 221/2009). Αβάσιμοι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Παράνομη κατακράτηση.
| 0
|
Αριθμός 462/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα- (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010 και 4 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση της εκκαλούσας - εκζητουμένης ... υπηκόου Πολωνίας, κατοίκου ... που δεν παρέστη στο συμβούλιο, κατά της υπ' αριθμ. 6/2010 απόφασης του Προέδρου Εφετών Αθηνών. Ο Πρόεδρος Εφετών Αθηνών με την υπ' αριθμ. 6/2010 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του υπ'αριθμ. IV Kop 41/2008 από 13-1-2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο LODZ Πολωνίας, σε βάρος της ανωτέρω εκζητουμένης.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η εκζητουμένη και τώρα εκκαλούσα, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Αθηνών την με αριθμό και ημερομηνία 5/8-1-2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως αυτού Γεωργίας Αράπου, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 81/2010.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη έφεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, Τροποποίηση του ν. 2928/2001 για τις εγκληματικές οργανώσεις και άλλες διατάξεις", όταν ο εκζητούμενος συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτέλεσης του εντάλματος είναι ο πρόεδρος εφετών στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. Κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του άνω νόμου, σε περίπτωση μη συγκαταθέσεως του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον 'Αρειο Πάγο από τον εκζητούμενο κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών, εντός εικοσιτεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως του συμβουλίου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι ειδικές και καθορίζουν την αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, προκύπτει ότι ενόψει και του επιδιωκομένου σκοπού της ταχείας εκδόσεως της αποφάσεως για την εκτέλεση αυτού (ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως), επιτρέπεται στον εκζητούμενο η άσκηση εφέσεως μόνο κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών, η οποία εκδίδεται στην περίπτωση κατά την οποία δεν συγκατατίθεται ο εκζητούμενος να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος και όχι και κατά της αποφάσεως του Προέδρου Εφετών, η έκδοση της οποίας προϋποθέτει την ύπαρξη προηγούμενης συγκαταθέσεως του εκζητουμένου. Περαιτέρω οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 και 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης "δια την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" ως και του Διεθνούς Συμφώνου της Ν. Υόρκης για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το ν. 1532/1985 και του Διεθνούς Συμφώνουν για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα και ειδικότερα για τον κατηγορούμενο τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Οι διατάξεις αυτές δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων και βουλευμάτων που θα εκδοθούν. Απόκειται δε στον κοινό εθνικό νομοθέτη να προβλέπει ή όχι και να περιορίζει ή καταργεί τα ένδικα μέσα σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης, χάριν της κοινωνικής γαλήνης στην οποία αποβλέπει η απονομή αυτής. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του ν. 3251/2004 όπως και αυτή του άρθρου 21 παρ.1 του ίδιου νόμου που ορίζουν την προθεσμία και τη διαδικασία εκδόσεως από τον Πρόεδρο Εφετών που είναι αρμόδιος της αποφάσεώς του, για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως στην περίπτωση που ο εκζητούμενος έχει συγκατατεθεί στην προσαγωγή του, χωρίς να προβλέπουν την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Προέδρου Εφετών, δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, του 6 παρ.1 και 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4/11/950 δια την προάσπισιν των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, του άρθρου 2 παρ.1 του από 22-11-1984 στο Στρασβούργο εβδόμου πρωτοκόλλου της ιδίας άνω διεθνούς Συμβάσεως (κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από το δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξετάσεως από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της αποφάσεως με την οποία του επιβλήθηκε ποινή και η άσκηση του οποίου (δικαιώματος) και οι λόγοι για τους οποίους αυτό μπορεί να ασκηθεί, διέπονται από το νόμο) και των άρθρων των προαναφερθέντων διεθνών Συμφώνων της Νέας Υόρκης και δεν είναι συνεπώς ανίσχυρες οι εν λόγω διατάξεις του ν. 3251/2004.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση με αριθμό 5/8-1-2010 έφεση της η εκζητούμενη πολωνικής υπηκοότητος ...(επώνυμο) ... (όνομα) του ...και της ...προσβάλλει και ζητεί την εξαφάνιση της για τους προβαλλόμενους λόγους την με αριθμό 6/8-1-2010 απόφαση του Προέδρου Εφετών Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά προηγουμένως δοθείσα στις 22-12-2009 ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών (στον οποίο είχε προσαχθεί) συγκατάθεση της ήδη εκκαλούσας εκζητουμένης να προσαχθεί στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος, δυνάμει του οποίου αυτή συνελήφθη την 22-12-2009. Με την προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε ως αρμόδιος ο άνω Πρόεδρος Εφετών να εκτελεσθεί το υπ'αριθμό IV KOP 41/08 από 13-1-2009 Ευρωπαϊκό 'Ενταλμα Σύλληψης του Επαρχιακού Δικαστηρίου LODZ Πολωνίας κατά της εκζητουμένης, που εκρατείτο δυνάμει της 80/22-12-2009 εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προκειμένου να εκτίσει αυτή υπόλοιπο ποινής φυλάκισης ενός (1) έτους, δύο (2) μηνών και έξι (6) ημερών, από την επιβληθείσα σ'αυτήν ποινή φυλακίσεως των δύο (2) ετών για την πράξη της καταχρήσεως δημόσιας περιουσίας μεγάλης αξίας.
Η έφεση, όμως, αυτή για την συζήτηση της οποίας κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί με συνήγορο η εκκαλούσα ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου δημοσία συνεδριάζοντος κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, όπως προκύπτει από το από 21-1-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της Γραμματέα στο Κατάστημα Κράτησης ..., είναι ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, απαράδεκτη, εφόσον στρέφεται κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Προέδρου Εφετών και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ και να καταδικασθεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥ
Απορρίπτει την υπ'αριμό 5/8-1-2010 έφεση της ... Πολωνίδας υπηκόου, γεννηθείσης την 5-11-1956 κατά της 6/2010 αποφάσεως του Προέδρου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφάνθηκε να εκτελεσθεί το υπ'αριθμό IV Kop 41/08 από 13-1-2009 Ευρωπαϊκό 'Ενταλμα Συλλήψεως που εκδόθηκε από το Επαρχιακό δικαστήριο LODZ Πολωνίας κατά της εκκαλούσης. Και
Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά αποφάσεως Προέδρου Εφετών που αποφάνθηκε ότι έπρεπε να εκτελεσθεί Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Ποινικού Δικαστηρίου για έκτιση υπολοίπου επιβληθείσας ποινής 14 μηνών και 6 ημερών φυλάκιση σε βάρος Πολωνίδος υπηκόου μετά προηγούμενη δήλωσή της ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών ότι συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος συλλήψεως. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η έφεση διότι δεν προβλέπεται από τα άρθρα 9 και 21 Ν. 3251/2004 ένδικο μέσο εφέσεως κατά της προεκτεθείσης αποφάσεως του Προέδρου Εφετών και οι διατάξεις του άρθρου 9 Ν. 3251/04 δεν αντίκεινται στο άρθρο 20 §1 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 2 του πρόσθετου έβδομου πρωτοκόλλου αυτής ούτε στις διατάξεις των κυρωθέντων με τον Ν. 1532/1985 και το Ν. 2462/1997 διεθνών Συμφώνων Ν. Υόρκης για τα οικονομικά, κοινωνικά, ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 463/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου Αθηνών και 3. Χ3, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 975/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ4 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Ιουνίου 2009, 28 Μαΐου 2009 και 3 Ιουνίου 2009 αιτήσεις των, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 856/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 279/16-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατ' άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, μαζί με τη σχετική δικογραφία τις υπ' αρ. 108/09, 116/09 και 117/09 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων (1) Χ2, κατοίκου ..., (2) Χ1, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., αντίστοιχα, κατά του υπ' αρ. 975/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν στην ουσία οι υπ' αρ. 79/2009, 80/2009 και 81/2009 εφέσεις των κατηγορουμένων αντίστοιχα, κατά του υπ' αρ. 322/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο, εκτός των άλλων, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για (α) απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά τα 73.000 €, κατά συναυτουργία (όλοι) και μόνον όσον αφορά τον Χ2 και κατ' εξακολούθηση και (β) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, με κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης (μόνο ο Χ2) - άρθρ. 2,6, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 94, 98, 375 παρ. 1-2, 386 παρ. 1-3β ΠΚ. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν, η μεν 108/2009 από τον ίδιο τον κατηγορούμενο Χ2, οι δε 116/2009 και 117/2009 των Χ1 και Χ3 αντίστοιχα από τον πληρεξούσιο (δυνάμει της από 2/6/2009 εξουσιοδοτήσεως) δικηγόρο τους Νικόλαο Τσουτσάνη νομοτύπως, εμπροθέσμως (αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε την 28/5/2009 σ' όλους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και την 20/5/2009 στον αντίκλητο δικηγόρο τους αντίστοιχα) και παραδεκτώς από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (αρ. 462-463, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ ως ισχύουν), για τις οποίες συντάχθηκαν νομοτύπως οι υπ' αρ. 108/28-5-2009, 116/3-6-2009 και 17/3-6-2009 εκθέσεις αναιρέσεως αντίστοιχα, στις οποίες αναφέρονται ως λόγοι αναίρεσης η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο προσβαλλόμενο βούλευμα, η απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος και η αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139, 171 παρ. 1δ', 484 παρ. 1α', β', δ' και στ' ΚΠΔ) - βλ. αναλυτικά τις ως άνω εκθέσεις αναιρέσεως-. Κατόπιν των ανωτέρω οι υπό κρίση αναιρέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης.
Δεν νοείται παραβίαση των ορισμών των άρθρ. 309 παρ. 2 και 138 παρ. 2 ΚΠΔ από το Συμβούλιο σε σχέση με την υποχρέωση του να αποφανθεί στην υποβληθείσα αίτηση εμφάνισης των διαδίκων, όταν η προς το Συμβούλιο απευθυνόμενη αίτηση εμφανίσεως δεν υποβλήθηκε στο Συμβούλιο αλλά στον Εισαγγελέα και δεν έγινε δυνατή η διαβίβασή της μαζί με την απαιτουμένη γι' αυτή έγγραφη πρόταση του Εισαγγελέα, πριν από τη προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης (ΑΠ 395/84 Π.Χρ. ΛΔ'/837, ΑΠ 57/98, ΑΠ 475/89, ΑΠ 181/83 και ΑΠ 69/96 και Αθ. Κονταξής ΚΠΔ υπ' αριθρ. 309 ΚΠΔ σελ. 1994 επ.) όπως συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αφού δεν είχε υποβληθεί προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών η προς αυτό απευθυνόμενη αίτηση προσωπικής εμφάνισης των κατηγορουμένων Χ1 και Χ3, όταν έγινε την 7/5/09 η προφορική ανάπτυξη της έγγραφης πρότασης του Εισαγγελέα Εφετών και εγχειρίσθηκε (κατατέθηκε) η αίτηση αυτή στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών την 8/5/09, το δε Συμβούλιο Εφετών έκρινε και αποφάσισε επί της υποθέσεως την 7/5/09.
Συνεπώς το Συμβουλιο Εφετών Αθηνών δεν παραβίασε κανένα δικαίωμα των ως άνω κατηγορουμένων και δεν δημιουργήθηκε καμμία ακυρότητα, απορριπτομένου του περί απολύτου ακυρότητος σχετικού λόγου αναίρεσης ως αβασίμου (βλ. ΑΠ 395/84 ΠΧρ ΛΔ'/837, ΑΠ 1330/81 Π.Χρ. ΛB'/531 και ΑΠ 1611/85 Π.Χρ. ΛΣΤ'/327).
Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα. δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (πχ μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιο ή ποια από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή vα προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.).
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα- άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΓ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 και ΑΠ 93/06, ΑΠ 570/06 κ.ά.).
Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α) Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται : στο συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 1128/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001).
Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.ά.). Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών και αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 21078/2005) Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Άρειος Πάγος αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην Εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.) πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού (87 επ. Συντ.).
Η υπέρβαση εξουσίας δύναται να είναι θετική ή αρνητική. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο Νόμος και αρνητική όταν το Συμβούλιο δεν αποφανθεί για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Η διάκριση όμως αυτή συνδέεται με το ουσιαστικό περιεχόμενο της απόφασης με το οποίο διατυπώνεται θετική ή αρνητική κρίση και όχι με την έκδοση ή άρνηση έκδοσης απόφασης (ΑΠ 3/05, ΑΠ 353/04, ΑΠ 9/01 και ΑΠ 1321/99 κ.ά.).
Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στην απόφαση ή το βούλευμα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001).
Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (ΑΠ .86782, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84).
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους· (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002) - ούτε- απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 ) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. 'Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.).
Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά (ΑΠ 2464/05 Π.Χρ. ΝΣΤ/626, ΑΠ 1494/05, ΑΠ 176/06, ΑΠ 67/06) και υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ εισαγγελέα, δέχθηκε μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επαρκώς προσδιορίζει κατ' είδος, τα εξής:
(Ι) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του Ν. 2721/1999, "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000,00 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Όπως συνάγεται από την προειρημένη διάταξη, για τον απαρτισμό της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το, κατά την φυσική αντίληψη, κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή μερικά ξένο, θεωρούμενο ως τέτοιο εκείνο που βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να το ιδιοποιείται παρανόμως, δηλαδή χωρίς συναίνεση από τον ιδιοκτήτη ή με βάση άλλο δικαίωμα αναγνωριζόμενο από το νόμο και να έχει δολία κατά τούτο προαίρεση, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του το ξένο κινητό πράγμα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο (Α.Π. 266/2007, Ποιν.Χρον. ΝΗ/2008, σελ. 42, Α.Π. 384/2006, Ποιν. Χρον. ΝΣΤ/2006, σελ. 901). Περαιτέρω από τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου (375 Π.Κ.), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. β' του Ν. 2721/1999, κατά την οποία "2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο οποίος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση", παρέπεται ότι η πράξη προσλαμβάνει διακεκριμένο (κακουργηματικό) χαρακτήρα, αν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπρόσθετα συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη μία τουλάχιστον από τις περιοριστικά αναφερόμενες στην υπόψη διάταξη περιπτώσεις εμπίστευσης τούτου στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας (Α.Π. 1967/2006, Ποιν.Χρ. ΝΖ/2007, σελ. 820, Α.Π. 2383/2004 (Σε Συμβούλιο), Ποιν.Χρον. ΝΕ/2005, σελ. 816). Η ιδιότητα του "εντολοδόχου" καθορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 713 επ. Α.Κ., μεταξύ δε αυτού και του παθόντος πρέπει να έχει συναφθεί σύμβαση εντολής, ενώ ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (Α.Π. 975/2001, Ποιν.Χρον. ΝΒ', σελ. 334). Εξάλλου για να προσδοθεί στον υπαίτιο η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει αυτός να προβαίνει σε πράξεις διαχείρισης, δηλαδή να ενεργεί νομικές (και όχι απλώς υλικές) πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση (Α.Π. 1275/2006, Ποιν.Χρον. ΝΖ/2007, σελ. 515, Α.Π. 1672/2002 (Σε Συμβούλιο), Ποιν.Χρον. ΝΓ'/2003, σελ. 826), χωρίς να αποκλείεται και η πραγματική (de facto) άσκηση αυτής (Α.Π. 2328/2004 (Συμβ.), Ποιν.Χρον. ΝΕ/2005, σελ. 811, Α.Π. 1786/1997, Ποιν.Χρον. ΜΗ/1998, σελ. 594), ενώ χρόνος τέλεσης της περί ης ο λόγος αξιόποινης πράξης (υπεξαίρεσης) είναι αυτός κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος (Α.Π. 1167/2006 (Σε Συμβούλιο), Ποιν.Χρον. ΝΖ/2007, σελ. 428, Α.Π. 862/1992, Ποιν.Χρον. ΜΒ/1992, σελ.685). Για την κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης, στην παράγραφο 2 του άρθρου 375 Π.Κ., όπως αυτή ίσχυε μέχρι την 4/6/1996, οπότε αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, οριζόταν ότι "αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητός του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Απαιτείται δηλαδή κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ανεξαρτήτως αν το αντικείμενο ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή μη. Την υπερβολική διεύρυνση των περιπτώσεων που συνιστούσαν κατάχρηση της εμπιστευτικής ιδιότητας και ως εκ τούτου υπάγονται στην παράγραφο 2 του προϊσχύσαντος άρθρου 375 Π.Κ., θέλησε να περιορίσει ο νεώτερος νομοθέτης του Ν. 2408/1996, αντικαθιστώντας την εν λόγω παράγραφο με τη διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 1 αυτού, η οποία αναφέρεται πιο πάνω. Έτσι, μνημονεύονται πλέον περιοριστικά, αφού απαλείφθηκε η φράση ενδεικτικού προσδιορισμού "ιδίως" και διατυπώνονται σαφέστατα οι προϋποθέσεις που συνιστούν κακουργηματική υπεξαίρεση, κατά τρόπο ώστε να μη δημιουργούνται πλέον προβλήματα και υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το αντικείμενο της πράξης θα είναι πλέον "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας". Σε περίπτωση που δεν συντρέχει το τελευταίο αυτό στοιχείο, η υπεξαίρεση λαμβάνει πλημμεληματική μορφή, έστω και αν συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι εκείνες του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας (Α.Π. 139/1998, Α.Π. 109/1998, Α.Π. 46/1998, Α.Π. 1733/1997, Ποιν.Χρον. ΜΗ' , σελ. 772, 758, 1057, 579 αντίστοιχα). Η νεώτερη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 375 Π.Κ. τυγχάνει συνεπώς επιεικέστερη της προηγούμενης και εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις υπεξαίρεσης που έχουν τελεστεί πριν από την ισχύ του Ν. 2408/1996. Ειδικά όμως για τις πράξεις αυτές, όταν ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας βασίζεται αποκλειστικά στην ιδιότητα του δράστη ως "εντολοδόχος", η προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 Π.Κ. είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, επειδή η στοιχειοθέτηση του κακουργήματος αξιώνει και το επιπλέον στοιχείο της "κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης" σε σχέση με τη νεώτερη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, η οποία αποβαίνει αυστηρότερη για τον κατηγορούμενο, καθόσον αρκείται μόνο στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαίρεσης.
Εξάλλου, η ακόμη νεώτερη προσθήκη και δεύτερου εδαφίου στην παράγραφο 2 του άρθρου 375 Π.Κ., με τα άρθρα 14 παρ. 3 Ν. 2721/1999, κατέστησε αυτήν ακόμη αυστηρότερη κατά το περιεχόμενο και συνεπώς, ως προς τα τελεσθέντα προ του χρόνου αυτού εγκλήματα, δε μεταβάλλονται όσα πιο πάνω εκτέθηκαν (Συμβ. Α.Π. 765/2000, Α.Π. 308/01, Ποιν.Χρον. ΝΑ', σελ. 113, 975 αντίστοιχα, Α.Π. 981/2002, Ποιν.Δικ. 2002, σελ. 1097).
Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς των διατάξεων του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 περ. α' και β' Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερη μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν (α) ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ) ή (β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, για τον απαρτισμό της ποινικής υπόστασης του υπαλλακτικά μικτού εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αγώγιμη αξίωση προς ανόρθωσή της, ως αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της δολίως παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, αποβλέποντος να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη (θετικές ενέργειες απατηλής συμπεριφοράς) ή παρασιώπηση αληθινών (δια παραλείψεως απατηλή συμπεριφορά), εφόσον αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της εντεύθεν πράξεως ή παραλείψεως ή ανοχής του εξαπατωμένου (Α.Π. 587/2006, Ποιν.Χρον. ΝΖ/2007, σελ. 57, Α.Π. 1506/2005, Ποιν.Χρον. ΝΣΤ/2006, σελ. 308, Α.Π. 1470/2003, Ποιν.Χρον. ΝΔ/2004, σελ. 419). Ως περιουσιακή βλάβη νοείται και η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου και η ματαίωση της προσδοκίας απόκτησης εισοδήματος στηριζόμενης επί εδραίας βάσεως (Συμβ. Α.Π. 5/2001, Ποιν.Χρον. ΝΑ, σελ. 591, Α.Π. 79/2001, Ποιν.Χρον. ΝΑ σελ. 890, Α.Π. 1697/1993, Ποιν.Χρον. Μ.Δ. σελ. 157). Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις (Α.Π. 59/2005 (Συμβ.), Ποιν.Χρον. ΝΕ/2005, σελ. 887, Α.Π. 1352/2006 (Συμβ.), Ποιν.Χρον. ΝΔ/2005, σελ. 512). Όταν όμως οι τελευταίες συνδέονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής κατάστασης ή δυνατότητας του δράστη, που έχει την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (Συμβ. Α.Π. 299/1998, Συμβ. Α.Π. 701/1997, Συμβ. Α.Π. 691/1997, Ποιν.Χρον. ΜΗ, σελ. 907, 218, 176 αντίστοιχα, κ.ά.). Στην έννοια των "γεγονότων" περιλαμβάνονται και ψεύτικες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις, καθώς και γνώμες και γενικές κρίσεις όταν υποκρύπτουν βεβαίωση πραγματικών γεγονότων (Ολομέλεια Α.Π. 1585/1984, Ποιν.Χρον. ΛΒ, σελ. 496), ενώ στη θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι εξαιρετική επιπολαιότητα ή κουφότητα του παθόντος διευκόλυναν την εξαπάτησή του (Α.Π. 165/1985, Ποιν.Χρον. ΛΕ', σελ. 683). Τούτο δε διότι ενδεχόμενη συντρέχουσα αμέλεια του παραπλανηθέντος δεν αναιρεί τον αιτιώδη σύνδεσμο και δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση της απάτης διότι καθοριστικό στοιχείο είναι η πρόκληση της πλάνης και δεν απαιτείται η επιλήψιμη παραπλανητική ενέργεια να αποτελεί την μοναδική αιτία της πλάνης (Α.Π. 1296/2002, Ποιν.Χρον. ΝΓ/2003, σελ. 430). Ως χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος (Α.Π. 1639/2002, Ποιν.Χρον. ΝΓ σελ. 609, Α.Π. 77/2003, Ποιν.Δικ. 2003, 699, ΑΠ 78/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε τελείται μία πράξη απάτης επί συνεχιζόμενων ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, καθώς και όταν συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε πλείονες και σε διάφορους χρόνους πράξεις. Η βλάβη του απατηθέντος πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, που έχει το χαρακτήρα περιουσιακής διάθεσης.
Επομένως πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της εξ αυτής προκληθείσας πλάνης και μεταξύ πλάνης και περιουσιακής διάθεσης, το δε σκοπούμενο παράνομο περιουσιακό όφελος μπορεί να συνίσταται, μεταξύ των άλλων και στην αμοιβή από τη διεξαγωγή με τη βλαβείσα περιουσία του παθόντα, συναλλαγών σε χρηματιστηριακές πράξεις (Συμβ. Α.Π. 5/2001 ο.π.).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ. "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Η πράξη του συναυτουργού δύναται να είναι είτε σύγχρονη είτε προηγούμενη είτε επόμενη της πράξεως των άλλων (Α.Π. 2/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ, Α.Π. 2721/2002 Ποιν.Χρον. ΝΓ-803, Α.Π. 544/02, Ποιν.Χρον. ΝΓ-35, Α.Π. 818/89, Ποιν.Χρον. Λ-265, Α. Μπουρόπουλος Ερμ. Κ.Π.Δ., Τόμος α' σελ. 133, Χωραφάς Π.Δικ./106, Γάφος Τόμος α' 397, Σακελλαρίου Ποιν.Χρον. Ι/585).
Τέλος, "έγκλημα κατ' εξακολούθηση" είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που απέχουν χρονικά μεταξύ τους και καθεμία από αυτές προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό και περιέχουν πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ίδια απόφαση για την εκτέλεσή τους. Έτσι, το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί ιδιαίτερη μορφή (ομοειδούς) πραγματικής συρροής εγκλημάτων (Α.Π. 466/1985, Α.Π. 1821/1984, Ποιν.Χρον. ΛΕ' σελ. 799, 564 αντίστοιχα). Μετά δε την προσθήκη της παραγράφου 2 στο άρθρο 98 Π.Κ. με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999, στις περιπτώσεις που αποκλειστικά προσβάλλονται κατ' εξακολούθηση περιουσιακά έννομα αγαθά, κρίσιμο μέγεθος για τον προσδιορισμό της σχετικής αξίας (του οφέλους ή της ζημίας) ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κ.λ.π. και συνεπώς για τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος αποτελεί το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία, ενώ ο αθροιστικός υπολογισμός ήταν προηγουμένως ανεπίτρεπτος για τον σκοπό αυτό. Επιπροσθέτως, απαιτείται στο περιεχόμενο του δόλο του δράστη να συμπεριλαμβάνεται ο εκ των προτέρων σχεδιασμός και η βούληση αποκόμισης του τελικού συνολικού οικονομικού αποτελέσματος με μερικότερες πράξεις (Ολομέλεια Α.Π. 5/2002, Ποιν.Δικ. 8-9/2002, σελ. 836).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας που συγκεντρώθηκαν κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση (η οποία περατώθηκε με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τη γνωστοποίηση του πέρατος της στους πληρεξουσίους δικηγόρους - αντικλήτους αυτών και του πολιτικώς ενάγοντος, κατά τα άρθρα 270 παρ. 1α και 308 παρ. 1, 4 Κ.Π.Δ., όπως προκύπτει από τις επισυναπτόμενες στη δικογραφία με ημερομηνία 28/3/2008 εκθέσεις γνωστοποίησης πέρατος ανάκρισης) και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, τις χωρίς όρκο καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντα-εγκαλούντα εκτιμώμενες καθ' εαυτές και στο σύνολό τους, σε συνδυασμό με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων υπομνημάτων των διαδίκων και των εκθέσεων εφέσεων) και τις απολογίες των κατηγορουμένων-εκκαλούντων, προέκυψαν τα ακόλουθα:
Ο μηνυτής Ψ, υιός και κληρονόμος του αποβιώσαντος κατά το έτος 1990 μεγαλομετόχου της εταιρίας "Βέτλανς Νάουσα" ΑΑ, έζησε επί σειρά ετών στο εξωτερικό και ιδία στην Ελβετία, μαζί με τη μητέρα ΒΒ, έως το έτος 2002 που επέστρεψε στην Ελλάδα και διέμενε στο ...με τη σύζυγό του ΓΓ, την οποία παντρεύτηκε το έτος 1997. Η πολύχρονη απουσία του από την Ελλάδα και η διαμονή του στο εξωτερικό είχε ως αιτία την ανάγκη ιατρικής παρακολούθησής του από ειδικούς ιατρούς λόγω της ψυχικής ασθένειας από την οποία έπασχε και που ακόμη διαρκεί, όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις επισυναπτόμενες στη δικογραφία ιατρικές γνωματεύσεις των θεραπόντων ιατρών (Ψυχιάτρων) του μηνυτή ... του Νοσοκομείου THE PRIORI Λονδίνου και ... και ..., ο ανωτέρω κατά τα έτη 1988 και 1990 (αλλά και τουλάχιστον από το 1986) έπασχε από σοβαρή υποτροπιάζουσα καταθλιπτική ασθένεια, συναισθηματική ψύχωση, με σημαντικές τάσεις αυτοκτονίας, συμπτώματα άγχους, κρίσεις ποινικού, απώλεια ελέγχου και εμφάνιση παρορμητικών, δυσφορικών και καταστροφικών επεισοδίων. Επιπροσθέτως, από την ημερομηνία 17/10/2005 έκθεση ψυχιατροδικαστικής γνωμοδότησης των ψυχιάτρων ... και ..., οι οποίοι εξέτασαν το Ψ το έτος 2005 (βλ. σχετικά και την από 17/5/2006 κατάθεση του πρώτου εξ αυτών) συνάγεται ότι τελευταίος πάσχει από μακροχρόνια διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ και διαταραχή πανικού, οι οποίες αυξάνουν δραματικά την υποβολιμότητα και ευαλωτότητά του σε χειρισμούς τρίτων και επηρεάζουν ουσιωδώς την αυτόβουλη ικανότητά του και για την διαχείριση των επαγγελματικών και οικονομικών του υποθέσεων, ενώ σχετίζονται άμεσα με άστοχες οικονομικές ενέργειες, κατά δε τη χρονική περίοδο 1986 έως και 2001 ούτος παρουσίαζε μεγάλα διαστήματα νοσηρής συμπτωματολογίας, παρά το ότι τα καταθλιπτικά επεισόδια που χαρακτηρίζουν την ασθένειά του διακόπτονται από περιόδους νορμοθυμίας, δηλαδή περιόδους φυσιολογικής συναισθηματικής κατάστασης κυμαινόμενης διάρκειας. Έτσι η ασθένεια του μηνυτή με ενάργεια αποτυπώνεται στα από 9/3/2005 και 19/5/2005 ιατρικά πιστοποιητικά, αντίστοιχα, του Αιγινητείου Νοσοκομείου Αθηνών και του ιατρού του Ιατρικού Κέντρου ΥΙDY Λωζάνης ... αλλά και στο υπ' αριθμ. πρωτ. .../21-9-2006 έγγραφο της Πρωτοβάθμιας Υπηρεσιακής Υγειονομικής Επιτροπής της Νομαρχίας Αθηνών, με το οποίο αναγνωρίσθηκε στον ανωτέρω, λόγω της πάθησής του, ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω. Οι σχέσεις μεταξύ του μηνυτή και του Α' εκκαλούντα - κατηγορουμένου Χ2, ο οποίος τυγχάνει εξάδελφός του, ήταν τυπικές οικογενειακές έως το έτος 1995 που διακόπηκε η λειτουργία της εταιρίας "Βέτλανς Νάουσα", οπότε ο Χ2 άρχισε να επιδιώκει τη δημιουργία στενότερων μεταξύ τους σχέσεων, γνωρίζοντας ότι ο μηνυτής διαθέτει σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα και το εξωτερικό (ιδίως στη ... της Ελβετίας), στην οποία συμπεριλαμβανόταν, εκτός των άλλων, χρηματικές καταθέσεις σε Τράπεζες του εξωτερικού (UBS Γενεύης), ανερχόμενες κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα του στο ποσό των 5.500.000 δολλαρίων Η.Π.Α. και πολλά μετρητά χρήματα, μεγάλο μέρος των οποίων φύλασσε σε χρηματοκιβώτιο στην οικία του, κυρίως λόγω της ανασφάλειας που του δημιούργησε η πάθησή του, γεγονός που επίσης γνώριζε ο ανωτέρω κατηγορούμενος. Στα πλαίσια του κλίματος οικειότητας που ο τελευταίος καλλιεργούσε μεταξύ τους με επισκέψεις του, εκτός των άλλων, στην Ελβετία, όπου ζούσε έως το έτος 2002 ο μηνυτής, απέκτησε σταδιακά την εμπιστοσύνη του, εμφανιζόμενος ως επίδοξος συνέταιρός του στις επιχειρήσεις που διατηρούσε, έως το σημείο αυτός να τον αισθάνεται "στήριγμα", ενώ παράλληλα του καλλιεργούσε περισσότερο το αίσθημα της ανασφάλειας και το αίσθημα του πανικού, που ήδη τον διακατείχαν λόγω της ασθένειάς του, επιτονίζοντας την ανάγκη, εξ αιτίας αυτής (ασθένειας), να αξιοποιηθούν τα κεφάλαιά του σε σταθερές επενδύσεις, προκειμένου να εξασφαλισθεί οικονομικώς στο μέλλον, λόγω και της αδυναμίας του να εργασθεί. Ταυτόχρονα, έχοντας σκοπό να αποκομίσει ίδια οφέλη από την περιουσία του μηνυτή, εμφανιζόταν σ' αυτόν και την οικογένειά του ως παράγοντας του Χρηματιστηρίου με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και δύναμη επιρροής, ως γνώστης των ασφαλών επενδύσεων με τις μεγάλες αποδόσεις, καθώς και με ισχυρές διασυνδέσεις στον κύκλο του Χ.Α.Α. και της Κεφαλαιαγοράς. Με την υπόσχεση ότι δεν θα καταστήσει το μηνυτή συνέταιρό του στον όμιλο εταιριών του "ΚΛΩΝΑΤΕΞ" και καταχρώμενος στην ιδιαίτερη εμπιστοσύνη που ο ανωτέρω έτρεφε πλέον στο πρόσωπό του, του απέσπασε σε μετρητά το συνολικό ποσό των 1.036.000.000 δραχμών, προερχόμενο κυρίως από την εκποίηση ακινήτων του στην Ελλάδα (...) και στη ... της Ελβετίας, προκειμένου κατ' εντολή του μηνυτή, να τα επενδύσει στην ανωτέρω εταιρία συμφερόντων του και να τον καταστήσει μέτοχό της, με ποσοστό συμμετοχής 5%. Το ήμισυ του ανωτέρω ποσού δόθηκε στο Χ2 περί τα τέλη Μαρτίου του έτους 1996 σε δολλάρια ΗΠΑ και το υπόλοιπο περί τα τέλη του έτους 1998 σε δραχμές, δολλάρια ΗΠΑ και Ελβετικά φράγκα, το οποίο ο τελευταίος ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην ατομική του περιουσία, χωρίς ποτέ να δώσει υπόσταση στη μετοχική συμμετοχή του μηνυτή στην ως άνω εταιρία, για την οποία απαιτούσε από αυτόν και άλλα κεφάλαια (βλ. σχετικά τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις της μητέρας του μηνυτή ΒΒ και της συζύγου του ΓΓ). Περαιτέρω, στη ..., στην ... και στο ... από τις αρχές Αυγούστου 1999, ο Χ2, ενεργώντας εξακολουθητικά ο ίδιος και από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του - ήδη εκκαλώντες - Χ1 και Χ3, νομίμους εκπροσώπους της εδρεύουσας στην ... ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΡΒΑΝΑΣ ΑΧΕ" και Χ4, που εμφανιζόταν ως νόμιμος εκπρόσωπος της επίσης εδρεύουσας στην ... χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ ΑΧΕ", παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στο μηνυτή όσα πιο πάνω αναφέρονται, ότι δηλαδή τυγχάνει παράγοντας του Χ.Α.Α., με υψηλές γνωριμίες στους χρηματιστηριακούς κύκλους με την Κεφαλαιαγορά, γνώστης των ασφαλών επενδύσεων με τις μεγάλες αποδόσεις και ότι σε περίπτωση εισαγωγής στην Ελλάδα και τοποθέτησης των κεφαλαίων του (μηνυτή) στο Χ.Α.Α., σε μετοχές δικής του επιλογής, θα είχε εξασφαλισμένες μεγάλες αποδόσεις. Έτσι, με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και εκμεταλλευόμενος αφενός την "τυφλή" εμπιστοσύνη του Ψ προς το πρόσωπό του και αφετέρου την ψυχική νόσο από την οποία αυτός έπασχε, τον έπεισε και υπέγραψε αρχικά την από 20/8/1999 σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την εταιρία "Γ.Α. ΠΕΡΒΑΝΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με την οποία η εν λόγω εταιρία και συνακόλουθα οι νόμιμοι εκπρόσωποί της, δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων (εκκαλούντων), ανέλαβαν να του παρέχουν τις διαλαμβανόμενες στη σύμβαση επενδυτικές υπηρεσίες αντί αμοιβής οριζόμενης σε ποσοστό επί της αξίας εκάστης συναλλαγής (βλ. όρο θ' αυτής). Η εν λόγω σύμβαση υπογράφηκε από το μηνυτή την 20/8/1999 στη ... της Ελβετίας, όπου κατοικούσε εκείνο το χρονικό διάστημα και όπου του εστάλη από το Χ2 και φέρει την υπογραφή του, με βεβαιωμένο το γνήσιο αυτής από το Γενικό Πρόξενο της Ελλάδας στη ..., ενώ παράλληλα εξουσιοδότησε ως αντιπρόσωπό του στην Ελλάδα για τις σχετικές με την παραπάνω σύμβαση πράξεις τον πεθερό του ΔΔ (βλ. σχετ. την από 20/8/1999 εξουσιοδότησή του, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής της του από τον ίδιο Γενικό Πρόξενο). Εδώ τονίζεται ότι ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί ενασχόλησης του μηνυτή με χρηματιστηριακές πράξεις και περί επιλογής για την πραγματοποίησή τους της προαναφερομένης χρηματιστηριακής εταιρίας λόγω παλαιάς γνωριμίας της πεθεράς του ΕΕ με την σύζυγο του Β' κατηγορουμένου ΣΤ, δεν αποδεικνύεται αλλ' αντίθετα αναιρείται από τις ίδιες τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των δύο αυτών γυναικών. Στη συνέχεια με τον ίδιο τρόπο και με τις αυτές ως άνω ψευδείς παραστάσεις, την 8/7/2003 (μετά την εγκατάστασή του στην Ελλάδα και στο ...), ο μηνυτής πείσθηκε και υπέγραψε την από 8/7/2003 όμοια σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την εδρεύουσα στην ... χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ Α.Χ.Ε.", που τότε δήλωνε σ' αυτόν (μηνυτή) ότι εκπροσωπούσε ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ4, αμφοτέρων δε των ως άνω συμβάσεων το περιεχόμενο αλλά και τις συνέπειες της κατάρτισής τους, ο μηνυτής δεν είχε συνειδητοποιήσει, λόγω και της ευάλωτης και υποβόλιμης προσωπικότητάς του, όπως είχε διαμορφωθεί εξαιτίας της πάθησής του και της διαρκούς θεραπείας, στην οποία υποβαλλόταν για την αντιμετώπισή της. Επισημαίνεται ότι, η κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων προσέδωσε νομιμοφάνεια στην απορρόφηση των κεφαλαίων και στην οικονομική συνεπεία ταύτης αφαίμαξη του μηνυτή, ένα μεγάλο μέρος των οποίων (κεφαλαίων) είχε κατατεθεί στην Τράπεζα "UBS" της Γενεύης και με βάση αυτές (συμβάσεις) ο προαναφερόμενος φέρεται να πραγματοποίησε, μέσω της εταιρίας "Περβανάς Α.Χ.Ε.", αγορές μετοχών συνολικού ύψους 8.849.593,96 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 1999 έως την 7/1/2004 και μέσω της εταιρίας "Λαϊκή Άτταλος Α.Χ.Ε." - αγορές μετοχών συνολικού ύψους 5.423.312,80 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 8/7/2003 μέχρι 2/6/2004 (και συνολικά αγόρασε μετοχές αξίας άνω των 14.000.000 ευρώ), τις οποίες εξόφλησε είτε με εμβάσματα προς την εταιρία "ΠΕΡΒΑΝΑΣ Α.Χ.Ε.", κατά το χρονικό διάστημα που κατοικούσε στη ... της Ελβετίας (έως το έτος 2002), είτε με κατάθεση των χρημάτων στους λογαριασμούς των εν λόγω χρηματιστηριακών εταιριών που του είχαν υποδειχθεί. Όμως παρά το γεγονός ότι ο μηνυτής φέρεται ως συμβαλλόμενος στις διενεργηθείσες με τα κεφάλαιά του χρηματιστηριακές πράξεις, τις οποίες επίσης φέρεται να εγκρίνει ως διενεργηθείσες κατόπιν εντολών του (βλ. τις επισυναπτόμενες στη δικογραφία σχετικές επιβεβαιώσεις πράξεων, σε απλά φωτοαντίγραφα, που φέρουν την υπογραφή του), στην πραγματικότητα ο αφανής διαχειριστής του χαρτοφυλακίου του ήταν ο Χ1, ο οποίος από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του - νομίμως εκπροσώπους των προαναφερομένων Α.Χ.Ε. (που επέλεξε αποκλειστικά αυτός) - ωφελήθηκαν με αντίστοιχη οικονομική ζημία του μηνυτή, καθόσον αφενός μεν ο Χ1 παρακρατούσε μεγάλο μέρος των κερδών που προέκυπταν από τις διενεργούμενες αγοραπωλησίες μετοχών και την πώληση υπερτιμημένων μετοχών εταιριών συμφερόντων του και αφετέρου οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες εισέπρατταν μεγάλα χρηματικά ποσά ως "προμήθειες" από την πληθώρα των χρηματιστηριακών πράξεων και τον "όγκο" των αλλεπάλληλων συναλλαγών που πραγματοποιούντο για λογαριασμό και στο όνομα αυτού (μηνυτή), εκμηδενίζοντας σταδιακά τα επενδυόμενα κεφάλαιά του. Παράλληλα (αν και ως προς την πλημμεληματική παράβαση του άρθρου 34 Ν. 3632/1998 κατ' εξακολούθηση, για την οποία επίσης ασκήθηκε ποινική δίωξη, η δικογραφία χωρίσθηκε λόγω κινδύνου παραγραφής και παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι να δικασθούν στο Μον/λές Πλημ/κείο Αθηνών), είναι σαφές ότι οι κατηγορούμενοι - ήδη εκκαλούντες - ενεργώντας πάντοτε από κοινού, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στο εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, στόχευαν στη χειραγώγηση των τιμών μετοχών εταιριών του Χ1 (ΚΛΩΝΑΤΕΞ, ΛΑΝΝΕΤ, ΛΑΝΤΕΚ κ.α) με την τεχνητή (διά παρεμβάσεων) αύξηση της εμπορευσιμότητάς τους, που συνεπαγόταν η πραγματοποίηση με κεφάλαια του μηνυτή αγορών μεγάλης κλίμακας, μέσω του Χ.Α.Α., κερδίζοντας μεγάλα χρηματικά ποσά από την πώληση των υπερτιμημένων μετοχών που είχε στην κατοχή του κυρίως ο εξ αυτών Χ1.
Προκειμένου λοιπόν να πετύχουν τον σκοπό τους, συμπεριλαμβανομένης σ' αυτόν και της δημιουργίας - διατήρησης πλάνης στο μηνυτή σχετικά με τη σωστή και επικερδή επένδυση των κεφαλαίων του, ενεργούντες βάσει σχεδίου που είχαν καταστρώσει, αρχικά, δηλαδή κατά τα έτη 1999 έως 2000, πραγματοποίησαν στο όνομά του αγορές μετοχών μεγάλων εταιριών του Δημοσίου, Δ.Ε.Κ.Ο. και Τραπεζών (blue chips), όπως και ίδιος ο μηνυτής επιθυμούσε και έτσι το χαρτοφυλάκιό του σχηματίσθηκε από μετοχές κυρίως τέτοιου είδους, όπως προκύπτει και από τις συνημμένες στη μήνυση καταστάσεις αναλύσεων αγορών. Για τις αγορές των μετοχών "blue chips" επενδύθηκαν περίπου 8.000.000 ευρώ, ενώ για αγορές μετοχών των εταιριών συμφερόντων του Χ1 επενδύθηκαν περίπου 300.000.000 δραχμές. Επίσης με την αποστολή σ' αυτόν των μηνιαίων ενημερωτικών καταστάσεων σχετικά με τις κινήσεις και τις πραγματοποιηθείσες αγορές στον "κωδικό του αριθμό" (ως επενδυτή), στη χρηματιστηριακή εταιρία "ΠΕΡΒΑΝΑΣ Α.Χ.Ε.", πέτυχαν να καθησυχάσουν τόσο το μηνυτή όσο και τους οικείους του, σχετικά με τη μεταφορά των κεφαλαίων του από την ασφαλή κατάθεσή τους έως τότε στην Τράπεζα "UBS" της Γενέυης στην Ελλάδα και την επένδυσή τους σε μετοχές του Χ.Α.Α. Στη συνέχεια, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2001 - 2002 και αφού ο μηνυτής υπέγραψε, μετά από απαίτηση του Χ1, την από 25/10/2000 έγγραφη δήλωσή του, με την οποία γνωστοποιούσε στην εταιρία "ΠΕΡΒΑΝΑΣ Α.Χ.Ε.", ότι δεν επιθυμούσε πλέον να ενημερώνεται για τις συναλλαγές του με την αποστολή της μηνιαίας κίνησης των λογαριασμών του στην οδό ... στο ... και ότι θα παρελάμβανε ο ίδιος τα σχετικά έγγραφα από τα γραφεία της εταιρίας (παρότι ακόμη κατοικούσε στη Γενεύη), φέρεται να προβαίνει σε αγορές μετοχών διαφόρων εταιριών, κυρίως όμως συμφερόντων του Χ2 (ΚΛΩΝΑΤΑΞ, ΔΟΥΔΟΣ, ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ) και τελικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2003 έως 7/1/2004, ο μηνυτής φέρεται να προβαίνει, ξανά μέσω της εταιρίας "ΠΕΡΒΑΝΑΣ Α.Χ.Ε.", αποκλειστικά σχεδόν σε αγορές μετοχών των εταιριών συμφερόντων του ιδίου ως άνω κατηγορομένου "ΚΛΩΝΑΤΕΞ", "ΛΑΝΝΕΤ" και "ΛΑΝΤΕΚ" και να πωλεί σταδιακά ολόκληρο το αποτελούμενο από "blue chips" χαρτοφυλάκιό του. Εδώ επιτονίζεται ότι σκοπός της εκ μέρους των κατηγορουμένων Χ2, Χ3 και Χ1 απόσπασης της προαναφερομένης (από 25/10/2000) έγγραφης δήλώσης του μηνυτή ήταν να παραιτηθεί (ο ίδιος και οι οικείοι του) της επιτήρησης και του ελέγχου επί των πραγματοποιηθησομένων χρηματιστηριακών συναλλαγών που αφορούσαν το χαρτοφυλάκιό του, στις οποίες πλέον απολύτως και ανελέγκτως οι ίδιοι προέβησαν αγοράζοντας υπερτιμημένες μετοχές εταιριών συμφερόντων του Χ2 επ' ωφελεία των ιδίων και με αντίστοιχη ζημία εκείνου (μηνυτή). Έκτοτε, ο μηνυτής φέρεται να έχει μεταφέρει μέρος του χαρτοφυλακίου του από την "ΠΕΡΒΑΝΑΣ Α.Χ.Ε." στη "ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ Α.Χ.Ε.", με την οποία, προετέθηκε, είχε υπογράψει κατόπιν υποδείξεως του Χ2, την από 8/7/2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (βλ. την από 8/7/2003 αίτηση μεταφοράς αξιών προς τη "Γ.Α. Περβαντάς Α.Χ.Ε."), ενώ επιπλέον φέρεται να προβαίνει σε αθρόες αγορές μετοχών των παραπάνω εταιριών, συμφερόντων του Χ2, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα και κατάληξη την πλήρη απαξίωση και εκμηδένιση της αξίας του χαρτοφυλακίου του, καθόσον ο χρηματιστηριακός του λογαριασμός στη "Λαϊκή Άτταλος Α.Χ.Ε." εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 87.961,15 ευρώ, έναντι του οποίου καταβλήθηκαν από τη σύζυγο του μηνυτή ΓΓ 3.000 ευρώ. Προηγουμένως, οι κατηγορούμενοι από πακέτο μετοχών του μηνυτή εταιριών συμφερόντων Χ2, αξίας 2.000.000 ευρώ περίπου, πώλησαν μέρος αυτών αξίας 800.000 ευρώ και το υπόλοιπο, αξίας 1.200.000 ευρώ μετέφεραν στη "Λαϊκή Άτταλος Α.Χ.Ε." Σημειωτέον ότι τις φερόμενες ως εντολές του για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων στην παραπάνω εταιρία (Λαϊκή Άτταλος Α.Χ.Ε.) εκτελούσαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εδρεύουσας στην ... ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΚΑΡΟΣ ΑΕΛΔΕ".
Μετά από αυτή την εξέλιξη και την επελθούσα οικονομική ζημία του μηνυτή υφίσταται σφοδρή αντιδικία τόσο στα ποινικά όσο και στα πολιτικά δικαστήρια μεταξύ των διαδίκων μερών (με την εκατέρωθεν κατάθεση αγωγών κ.λ.π.)Εκτός των ανωτέρω όμως και με αφορμή εξώδικες αιτήσεις του Ψ προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, έχουν επιβληθεί κυρώσεις στη "Λαϊκή Άτταλος Α.Χ.Ε." για μη καταγραφή εντολών του ανωτέρω (μηνυτή) και για αγορά για λογαριασμό του μετοχών την 17/7/2003, παρόλο που ο λογαριασμός του εμφάνιζε υπερήμερο χρεωστικό υπόλοιπο (βλ. την υπ' αριθμ. 12/414/22-2-2007 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Συνολικά το περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του μηνυτή ανέρχεται στο ποσό των 13.870.000 ευρώ (7.250.000 + 6.620.000). Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι (και οι δη αναιρεσείοντες) αρνούνται τις κατηγορίες που τους αποδίδονται ισχυριζόμενοι, εκτός των άλλων, ότι ο μηνυτής ενήργησε αυτοβούλως και κατ' επιλογή του, αναλαμβάνοντας συνεχώς μεγαλύτερο "ρίσκο" κατά τις επενδυτικές του επιλογές, χωρίς ουδεμία μεσολάβηση ή ανάμειξη του Χ2, τόσο κατά την υπογραφή των συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όσο και κατά τη διαβίβαση των εντολών αγοράς και πώλησης μετοχών στους αρμοδίους υπαλλήλους των Α.Χ.Ε., καθώς και ότι δεν υπήρχε συνεργασία ή οποιουδήποτε είδους συνεννόηση των τελευταίων και του Χ2. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί ανατρέπονται απ' όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και όσα λεπτομερώς εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, από τα οποία με ενάργεια και σαφήνεια προκύπτει ότι οι ενέργειές τους ήταν προϊόν σχεδίου και συναπόφασης, με σκοπό την οικονομική αφαίμαξη του μηνυτή, τα κεφάλαια του οποίου εξανεμίσθηκαν, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει εξαιτίας της ψυχικής νόσου του και την άγνοιά του περί τα χρηματιστηριακά πράγματα. Επισημαίνεται επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της απάτης δεν απαιτείται η πλάνη του απατηθέντος να υπήρξε η μοναδική αιτία της περιουσιακής διάθεσης (Α.Π. 200/1975, Ποιν. Χρον. ΚΔ' 429), δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η ελαφρότητα ή η αμέλεια του θύματος στη δημιουργία της πλάνης, που δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ένα συνετότερο και προσεκτικότερο άτομο, δεν αποκλείει την απάτη, αφού μάλιστα τα εν λόγω εύπιστα άτομα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προστασίας έναντι των δραστών της απάτης, των οποίων είναι εύκολα θύματα (Α.Π. 165/1985 Π.Χρ. ΛΕ/683, Α.Π. 537/1976 Ποιν. Χρον. ΚΖ' 49, Μπουρόπουλος άρθρο 386 Π.Κ., σ.77). Εξάλλου οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες που σχετίζονται με τηλεφωνικές συνομιλίες του μηνυτή, κατά τη διάρκεια των οποίων φέρεται να δίδει εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, που προσκομίζονται ως αποδεικτικό μέσο, δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθούν υπέρ των εκκαλούντων, καθόσον αφενός δεν έχει αποδειχθεί η γνησιότητά τους και αφετέρου δεν συνοδεύονται από απομαγνητοφώνηση όλων των συνομιλιών. Ανεξαρτήτως τούτο όμως, το περιεχόμενο των εν λόγω συνομιλιών δίδει την εντύπωση είτε ατόμου που απερίσκεπτα λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις και προχωρεί σε ριψοκίνδυνες αποφάσεις επενδυτικές επιλογές, είτε ατόμου που βρίσκεται σε κατάσταση μεγάλης ανασφάλειας και απελπισίας, καταστάσεις στις οποίες προφανώς είχε επιδράσει ουσιωδώς και η πάθηση του μηνυτή. Σε σχέση με την ως άνω επισήμανση, δυσεξήγητη και αξιοπερίεργη τυγχάνει η από 25/10/2000 ως άνω δήλωση του μηνυτή, σύμφωνα με την οποία ούτος "δεν επιθυμεί να ενημερώνεται για την κίνηση του χαρτοφυλακίου του",αλλά και η εν γένει συμπεριφορά και στάση που σχετικά με τις οικονομικής φύσεως κινήσεις του, που προφανώς οφείλεται στον ανωτέρω παράγοντα, αλλά και στην "τυφλή" εμπιστοσύνη που έτρεφε στο πρόσωπο του εξαδέλφου του Χ2.
(ΙΙΙ) Με βάση τις προηγούμενες παραδοχές, υπάρχουν όλες οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο σοβαρές ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατηγορουμένων (αναιρεσειόντων) για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή τους, δεδομένου ότι από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφισταμένων ήδη ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας για την κήρυξη της ενοχής τους. Συνακόλουθα, ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση κατά τα λοιπά αναφερόμενα, παρέπεμψε τους εκκαλούντες, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1ε και 313 του Κ.Π.Δ., στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για να δικαστούν για τις διωκόμενες αξιόποινες πράξεις. Κατά συνέπεια λοιπόν όλων όσων προεκτέθηκαν, οι κρινόμενες εφέσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διατάξεις και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος εκάστου των εκκαλούντων (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ, όπως αντικ. από το άρθρο 55 παρ.1 Π. 3160/2003, σε συνδ. με την υπ' αριθμ.58553/2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκαν οι αναιρεσείοντες παραπεμπτέοι στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε, αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρθρ. 1,6, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 94, 98, 375 παρ. 1-2 και 386 παρ. 1-3β ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και αιτιολογημένα απέρριψε τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων περί μη αξιολόγησης και συνεκτίμησης του περιεχομένου της επίμαχης μαγνητοταινίας, διότι δεν είχε αποδειχθεί η γνησιότητά της και δεν συνοδεύονταν από απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας χωρίς να δημιουργηθεί ουδεμία ακυρότητα, ή αρνητική υπέρβαση εξουσίας όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 § 1α', β', δ' και στ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, αρνητική υπέρβαση εξουσίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε τελευταίος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει οι υπό κρίση αναιρέσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
(A) Να απορριφθούν οι υπ' αρ. 108/2009, 116/2009 και 117/2009 αντίστοιχες αιτήσεις των (1) Χ2, κατοίκου ..., (2) Χ1, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 975/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Αθήνα 17 Ιουλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση οι υπ' αρ. 108/09, 116/09 και 117/09 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων (1) Χ2, κατοίκου ..., (2) Χ1, κατοίκου ..., και 3) Χ3, κατοίκου ..., αντίστοιχα, κατά του υπ' αρ. 975/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν στην ουσία οι υπ' αρ. 79/2009, 80/2009 και 81/2009 εφέσεις των κατηγορουμένων αντίστοιχα, κατά του υπ' αρ. 322/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο, εκτός των άλλων, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για (α) απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά τα 73.000 €, κατά συναυτουργία (όλοι) και μόνον όσον αφορά τον Χ2 και κατ' εξακολούθηση και (β) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, με κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης (μόνο ο Χ2) - άρθρ. 2,6, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 94, 98, 375 παρ. 1-2, 386 παρ. 1-3β ΠΚ. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Αναφέρονται ως λόγοι αναίρεσης η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο προσβαλλόμενο βούλευμα, η απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος και η αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 93 παρ.3 Συντ. 139, 171 παρ.1 δ', 484 παρ.1 α', β', δ' και στ' ΚΠΔ). Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Από τις διατάξεις του άρθρου 388 παρ.1, 3 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 375 ΠΚ Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεως του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β'του Ν. 2721/1999. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως της παρ. 2 του όρθρου 375 ΠΚ, για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία μπορεί να έχει είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η πραγματική (de facto) άσκηση αυτής. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Εξάλλου, από τη διάταξη του όρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικείμενου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρ. 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999). Όταν το έγκλημα της υπεξαίρεσης έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται ο προσδιορισμός της αξίας αυτού, διότι τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση επί συνδρομής της οποίας προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ. "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Η πράξη του συναυτουργού δύναται να είναι είτε σύγχρονη είτε προηγούμενη είτε επόμενη της πράξεως των άλλων.
Τέλος, "έγκλημα κατ' εξακολούθηση" είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που απέχουν χρονικά μεταξύ τους και καθεμία από αυτές προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό και περιέχουν πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ίδια απόφαση για την εκτέλεσή τους. Έτσι, το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί ιδιαίτερη μορφή (ομοειδούς) πραγματικής συρροής εγκλημάτων.
Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι έσκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τ" προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ παγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών και αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές του σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και του εγκαλούντος, απολογίες κατηγορουμένη και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατ' αντιγραφή κατά τα κύρια σημεία από το σκεπτικό του βουλεύματος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Ψ, υιός και κληρονόμος του αποβιώσαντος κατά το έτος 1990 μεγαλομετόχου της εταιρίας "Βέτλανς Νάουσα", ΑΑ, έζησε επί σειρά ετών στο εξωτερικό και ιδία στην Ελβετία, μαζί με τη μητέρα ΒΒ, έως το έτος 2002 που επέστρεψε στην Ελλάδα και διέμενε στο ... με τη σύζυγό του ΓΓ, την οποία παντρεύτηκε το έτος 1997. Η πολύχρονη απουσία του από την Ελλάδα και η διαμονή του στο εξωτερικό είχε ως αιτία την ανάγκη ιατρικής παρακολούθησής του από ειδικούς ιατρούς λόγω της ψυχικής ασθένειας από την οποία έπασχε και που ακόμη διαρκεί, όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις επισυναπτόμενες στη δικογραφία ιατρικές γνωματεύσεις των θεραπόντων ιατρών (Ψυχιάτρων) του μηνυτή ... του Νοσοκομείου THE PRIORI Λονδίνου και ... και ..., ο ανωτέρω κατά τα έτη 1988 και 1990 (αλλά και τουλάχιστον από το 1986) έπασχε από σοβαρή υποτροπιάζουσα καταθλιπτική ασθένεια, συναισθηματική ψύχωση, με σημαντικές τάσεις αυτοκτονίας, συμπτώματα άγχους, κρίσεις ποινικού, απώλεια ελέγχου και εμφάνιση παρορμητικών, δυσφορικών και καταστροφικών επεισοδίων. Επιπροσθέτως, από την ημερομηνία 17/10/2005 έκθεση ψυχιατροδικαστικής γνωμοδότησης των ψυχιάτρων ... και ..., οι οποίοι εξέτασαν το Ψ το έτος 2005 (βλ. σχετικά και την από 17/5/2006 κατάθεση του πρώτου εξ αυτών) συνάγεται ότι τελευταίος πάσχει από μακροχρόνια διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ και διαταραχή πανικού, οι οποίες αυξάνουν δραματικά την υποβολιμότητα και ευαλωτότητά του σε χειρισμούς τρίτων και επηρεάζουν ουσιωδώς την αυτόβουλη ικανότητά του και για την διαχείριση των επαγγελματικών και οικονομικών του υποθέσεων, ενώ σχετίζονται άμεσα με άστοχες οικονομικές ενέργειες, κατά δε τη χρονική περίοδο 1986 έως και 2001 ούτος παρουσίαζε μεγάλα διαστήματα νοσηρής συμπτωματολογίας, παρά το ότι τα καταθλιπτικά επεισόδια που χαρακτηρίζουν την ασθένειά του διακόπτονται από περιόδους νορμοθυμίας, δηλαδή περιόδους φυσιολογικής συναισθηματικής κατάστασης κυμαινόμενης διάρκειας. Έτσι η ασθένεια του μηνυτή με ενάργεια αποτυπώνεται στα από 9/3/2005 και 19/5/2005 ιατρικά πιστοποιητικά, αντίστοιχα, του Αιγινητείου Νοσοκομείου Αθηνών και του ιατρού του Ιατρικού Κέντρου ΥΙDY Λωζάνης ... αλλά και στο υπ' αριθμ. πρωτ. .../21-9-2006 έγγραφο της Πρωτοβάθμιας Υπηρεσιακής Υγειονομικής Επιτροπής της Νομαρχίας Αθηνών, με το οποίο αναγνωρίσθηκε στον ανωτέρω, λόγω της πάθησής του, ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω. Οι σχέσεις μεταξύ του μηνυτή και του Α' εκκαλούντα - κατηγορουμένου Χ2, ο οποίος τυγχάνει εξάδελφός του, ήταν τυπικές οικογενειακές έως το έτος 1995 που διακόπηκε η λειτουργία της εταιρίας "Βέτλανς Νάουσα", οπότε ο Χ2 άρχισε να επιδιώκει τη δημιουργία στενότερων μεταξύ τους σχέσεων, γνωρίζοντας ότι ο μηνυτής διαθέτει σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα και το εξωτερικό (ιδίως στη ... της Ελβετίας), στην οποία συμπεριλαμβανόταν, εκτός των άλλων, χρηματικές καταθέσεις σε Τράπεζες του εξωτερικού (UBS Γενεύης), ανερχόμενες κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα του στο ποσό των 5.500.000 δολλαρίων Η.Π.Α. και πολλά μετρητά χρήματα, μεγάλο μέρος των οποίων φύλασσε σε χρηματοκιβώτιο στην οικία του, κυρίως λόγω της ανασφάλειας που του δημιούργησε η πάθησή του, γεγονός που επίσης γνώριζε ο ανωτέρω κατηγορούμενος. Στα πλαίσια του κλίματος οικειότητας που ο τελευταίος καλλιεργούσε μεταξύ τους με επισκέψεις του, εκτός των άλλων, στην Ελβετία, όπου ζούσε έως το έτος 2002 ο μηνυτής, απέκτησε σταδιακά την εμπιστοσύνη του, εμφανιζόμενος ως επίδοξος συνέταιρός του στις επιχειρήσεις που διατηρούσε, έως το σημείο αυτός να τον αισθάνεται "στήριγμα", ενώ παράλληλα του καλλιεργούσε περισσότερο το αίσθημα της ανασφάλειας και το αίσθημα του πανικού, που ήδη τον διακατείχαν λόγω της ασθένειάς του, επιτονίζοντας την ανάγκη, εξ αιτίας αυτής (ασθένειας), να αξιοποιηθούν τα κεφάλαιά του σε σταθερές επενδύσεις, προκειμένου να εξασφαλισθεί οικονομικώς στο μέλλον, λόγω και της αδυναμίας του να εργασθεί. Ταυτόχρονα, έχοντας σκοπό να αποκομίσει ίδια οφέλη από την περιουσία του μηνυτή, εμφανιζόταν σ' αυτόν και την οικογένειά του ως παράγοντας του Χρηματιστηρίου με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και δύναμη επιρροής, ως γνώστης των ασφαλών επενδύσεων με τις μεγάλες αποδόσεις, καθώς και με ισχυρές διασυνδέσεις στον κύκλο του Χ.Α.Α. και της Κεφαλαιαγοράς. Με την υπόσχεση ότι δεν θα καταστήσει το μηνυτή συνέταιρό του στον όμιλο εταιριών του "ΚΛΩΝΑΤΕΞ" και καταχρώμενος στην ιδιαίτερη εμπιστοσύνη που ο ανωτέρω έτρεφε πλέον στο πρόσωπό του, του απέσπασε σε μετρητά το συνολικό ποσό των 1.036.000.000 δραχμών, προερχόμενο κυρίως από την εκποίηση ακινήτων του στην Ελλάδα (...) και στη ... της Ελβετίας, προκειμένου κατ' εντολή του μηνυτή, να τα επενδύσει στην ανωτέρω εταιρία συμφερόντων του και να τον καταστήσει μέτοχό της, με ποσοστό συμμετοχής 5%. Το ήμισυ του ανωτέρω ποσού δόθηκε στο Χ2 περί τα τέλη Μαρτίου του έτους 1996 σε δολλάρια ΗΠΑ και το υπόλοιπο περί τα τέλη του έτους 1998 σε δραχμές, δολλάρια ΗΠΑ και Ελβετικά φράγκα, το οποίο ο τελευταίος ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην ατομική του περιουσία, χωρίς ποτέ να δώσει υπόσταση στη μετοχική συμμετοχή του μηνυτή στην ως άνω εταιρία, για την οποία απαιτούσε από αυτόν και άλλα κεφάλαια (βλ. σχετικά τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις της μητέρας του μηνυτή ΒΒ και της συζύγου του ΓΓ). Περαιτέρω, στη ..., στην ... και στο ... από τις αρχές Αυγούστου 1999, ο Χ2, ενεργώντας εξακολουθητικά ο ίδιος και από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του - ήδη εκκαλώντες - Χ1 και Χ3, νομίμους εκπροσώπους της εδρεύουσας στην ... ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΡΒΑΝΑΣ ΑΧΕ" και Χ4, που εμφανιζόταν ως νόμιμος εκπρόσωπος της επίσης εδρεύουσας στην ... χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ ΑΧΕ", παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στο μηνυτή όσα πιο πάνω αναφέρονται, ότι δηλαδή τυγχάνει παράγοντας του Χ.Α.Α., με υψηλές γνωριμίες στους χρηματιστηριακούς κύκλους με την Κεφαλαιαγορά, γνώστης των ασφαλών επενδύσεων με τις μεγάλες αποδόσεις και ότι σε περίπτωση εισαγωγής στην Ελλάδα και τοποθέτησης των κεφαλαίων του (μηνυτή) στο Χ.Α.Α., σε μετοχές δικής του επιλογής, θα είχε εξασφαλισμένες μεγάλες αποδόσεις. Έτσι, με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και εκμεταλλευόμενος αφενός την "τυφλή" εμπιστοσύνη του Ψ προς το πρόσωπό του και αφετέρου την ψυχική νόσο από την οποία αυτός έπασχε, τον έπεισε και υπέγραψε αρχικά την από 20/8/1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την εταιρία "Γ.Α. ΠΕΡΒΑΝΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με την οποία η εν λόγω εταιρία και συνακόλουθα οι νόμιμοι εκπρόσωποί της, δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων (εκκαλούντων), ανέλαβαν να του παρέχουν τις διαλαμβανόμενες στη σύμβαση επενδυτικές υπηρεσίες αντί αμοιβής οριζόμενης σε ποσοστό επί της αξίας εκάστης συναλλαγής (βλ. όρο θ' αυτής). Η εν λόγω σύμβαση υπογράφηκε από το μηνυτή την 20/8/1999 στη ... της Ελβετίας, όπου κατοικούσε εκείνο το χρονικό διάστημα και όπου του εστάλη από το Χ2 και φέρει την υπογραφή του, με βεβαιωμένο το γνήσιο αυτής από το Γενικό Πρόξενο της Ελλάδας στη ..., ενώ παράλληλα εξουσιοδότησε ως αντιπρόσωπό του στην Ελλάδα για τις σχετικές με την παραπάνω σύμβαση πράξεις τον πεθερό του ΔΔ (βλ. σχετ. την από 20/8/1999 εξουσιοδότησή του, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής της του από τον ίδιο Γενικό Πρόξενο). Εδώ τονίζεται ότι ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί ενασχόλησης του μηνυτή με χρηματιστηριακές πράξεις και περί επιλογής για την πραγματοποίησή τους της προαναφερομένης χρηματιστηριακής εταιρίας λόγω παλαιάς γνωριμίας της πεθεράς του ΕΕ με την σύζυγο του Β' κατηγορουμένου ΣΤ, δεν αποδεικνύεται αλλ' αντίθετα αναιρείται από τις ίδιες τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των δύο αυτών γυναικών. Στη συνέχεια με τον ίδιο τρόπο και με τις αυτές ως άνω ψευδείς παραστάσεις, την 8/7/2003 (μετά την εγκατάστασή του στην Ελλάδα και στο ...), ο μηνυτής πείσθηκε και υπέγραψε την από 8/7/2003 όμοια σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την εδρεύουσα στην ... χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ Α.Χ.Ε.", που τότε δήλωνε σ' αυτόν (μηνυτή) ότι εκπροσωπούσε ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ4, αμφοτέρων δε των ως άνω συμβάσεων το περιεχόμενο αλλά και τις συνέπειες της κατάρτισής τους, ο μηνυτής δεν είχε συνειδητοποιήσει, λόγω και της ευάλωτης και υποβόλιμης προσωπικότητάς του, όπως είχε διαμορφωθεί εξαιτίας της πάθησής του και της διαρκούς θεραπείας, στην οποία υποβαλλόταν για την αντιμετώπισή της. Επισημαίνεται ότι, η κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων προσέδωσε νομιμοφάνεια στην απορρόφηση των κεφαλαίων και στην οικονομική συνεπεία ταύτης αφαίμαξη του μηνυτή, ένα μεγάλο μέρος των οποίων (κεφαλαίων) είχε κατατεθεί στην Τράπεζα "UBS" της Γενεύης και με βάση αυτές (συμβάσεις) ο προαναφερόμενος φέρεται να πραγματοποίησε, μέσω της εταιρίας "Περβανάς Α.Χ.Ε.", αγορές μετοχών συνολικού ύψους 8.849.593,96 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 1999 έως την 7/1/2004 και μέσω της εταιρίας "Λαϊκή Άτταλος Α.Χ.Ε." - αγορές μετοχών συνολικού ύψους 5.423.312,80 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 8/7/2003 μέχρι 2/6/2004 (και συνολικά αγόρασε μετοχές αξίας άνω των 14.000.000 ευρώ), τις οποίες εξόφλησε είτε με εμβάσματα προς την εταιρία "ΠΕΡΒΑΝΑΣ Α.Χ.Ε.", κατά το χρονικό διάστημα που κατοικούσε στη ... της Ελβετίας (έως το έτος 2002), είτε με κατάθεση των χρημάτων στους λογαριασμούς των εν λόγω χρηματιστηριακών εταιριών που του είχαν υποδειχθεί. Όμως παρά το γεγονός ότι ο μηνυτής φέρεται ως συμβαλλόμενος στις διενεργηθείσες με τα κεφάλαιά του χρηματιστηριακές πράξεις, τις οποίες επίσης φέρεται να εγκρίνει ως διενεργηθείσες κατόπιν εντολών του (βλ. τις επισυναπτόμενες στη δικογραφία σχετικές επιβεβαιώσεις πράξεων, σε απλά φωτοαντίγραφα, που φέρουν την υπογραφή του), στην πραγματικότητα ο αφανής διαχειριστής του χαρτοφυλακίου του ήταν ο Χ2, ο οποίος από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του - νομίμως εκπροσώπους των προαναφερομένων Α.Χ.Ε. (που επέλεξε αποκλειστικά αυτός) - ωφελήθηκαν με αντίστοιχη οικονομική ζημία του μηνυτή, καθόσον αφενός μεν ο Χ2 παρακρατούσε μεγάλο μέρος των κερδών που προέκυπταν από τις διενεργούμενες αγοραπωλησίες μετοχών και την πώληση υπερτιμημένων μετοχών εταιριών συμφερόντων του και αφετέρου οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες εισέπρατταν μεγάλα χρηματικά ποσά ως "προμήθειες" από την πληθώρα των χρηματιστηριακών πράξεων και τον "όγκο" των αλλεπάλληλων συναλλαγών που πραγματοποιούντο για λογαριασμό και στο όνομα αυτού (μηνυτή), εκμηδενίζοντας σταδιακά τα επενδυόμενα κεφάλαιά του. Παράλληλα (αν και ως προς την πλημμεληματική παράβαση του άρθρου 34 Ν. 3632/1998 κατ' εξακολούθηση, για την οποία επίσης ασκήθηκε ποινική δίωξη, η δικογραφία χωρίσθηκε λόγω κινδύνου παραγραφής και παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι να δικασθούν στο Μον/λές Πλημ/κείο Αθηνών), είναι σαφές ότι οι κατηγορούμενοι - ήδη εκκαλούντες - ενεργώντας πάντοτε από κοινού, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στο εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, στόχευαν στη χειραγώγηση των τιμών μετοχών εταιριών του Χ2 (ΚΛΩΝΑΤΕΞ, ΛΑΝΝΕΤ, ΛΑΝΤΕΚ κ.α) με την τεχνητή (διά παρεμβάσεων) αύξηση της εμπορευσιμότητάς τους, που συνεπαγόταν η πραγματοποίηση με κεφάλαια του μηνυτή αγορών μεγάλης κλίμακας, μέσω του Χ.Α.Α., κερδίζοντας μεγάλα χρηματικά ποσά από την πώληση των υπερτιμημένων μετοχών που είχε στην κατοχή του κυρίως ο εξ αυτών Χ2.
Προκειμένου λοιπόν να πετύχουν τον σκοπό τους, συμπεριλαμβανομένης σ' αυτόν και της δημιουργίας - διατήρησης πλάνης στο μηνυτή σχετικά με τη σωστή και επικερδή επένδυση των κεφαλαίων του, ενεργούντες βάσει σχεδίου που είχαν καταστρώσει, αρχικά, δηλαδή κατά τα έτη 1999 έως 2000, πραγματοποίησαν στο όνομά του αγορές μετοχών μεγάλων εταιριών του Δημοσίου, Δ.Ε.Κ.Ο. και Τραπεζών (blue chips), όπως και ίδιος ο μηνυτής επιθυμούσε και έτσι το χαρτοφυλάκιό του σχηματίσθηκε από μετοχές κυρίως τέτοιου είδους, όπως προκύπτει και από τις συνημμένες στη μήνυση καταστάσεις αναλύσεων αγορών. Για τις αγορές των μετοχών "blue chips" επενδύθηκαν περίπου 8.000.000 ευρώ, ενώ για αγορές μετοχών των εταιριών συμφερόντων του Χ2 επενδύθηκαν περίπου 300.000.000 δραχμές. Επίσης με την αποστολή σ' αυτόν των μηνιαίων ενημερωτικών καταστάσεων σχετικά με τις κινήσεις και τις πραγματοποιηθείσες αγορές στον "κωδικό του αριθμό" (ως επενδυτή), στη χρηματιστηριακή εταιρία "ΠΕΡΒΑΝΑΣ Α.Χ.Ε.", πέτυχαν να καθησυχάσουν τόσο το μηνυτή όσο και τους οικείους του, σχετικά με τη μεταφορά των κεφαλαίων του από την ασφαλή κατάθεσή τους έως τότε στην Τράπεζα "UBS" της Γενεύης στην Ελλάδα και την επένδυσή τους σε μετοχές του Χ.Α.Α. Στη συνέχεια, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2001 - 2002 και αφού ο μηνυτής υπέγραψε, μετά από απαίτηση του Χ2, την από 25/10/2000 έγγραφη δήλωσή του, με την οποία γνωστοποιούσε στην εταιρία "ΠΕΡΒΑΝΑΣ Α.Χ.Ε.", ότι δεν επιθυμούσε πλέον να ενημερώνεται για τις συναλλαγές του με την αποστολή της μηνιαίας κίνησης των λογαριασμών του στην οδό ... στο ... και ότι θα παρελάμβανε ο ίδιος τα σχετικά έγγραφα από τα γραφεία της εταιρίας (παρότι ακόμη κατοικούσε στη ...), φέρεται να προβαίνει σε αγορές μετοχών διαφόρων εταιριών, κυρίως όμως συμφερόντων του Χ2 (ΚΛΩΝΑΤΑΞ, ΔΟΥΔΟΣ, ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ) και τελικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2003 έως 7/1/2004, ο μηνυτής φέρεται να προβαίνει, ξανά μέσω της εταιρίας "ΠΕΡΒΑΝΑΣ Α.Χ.Ε.", αποκλειστικά σχεδόν σε αγορές μετοχών των εταιριών συμφερόντων του ιδίου ως άνω κατηγορομένου "ΚΛΩΝΑΤΕΞ", "ΛΑΝΝΕΤ" και "ΛΑΝΤΕΚ" και να πωλεί σταδιακά ολόκληρο το αποτελούμενο από "blue chips" χαρτοφυλάκιό του. Εδώ επιτονίζεται ότι σκοπός της εκ μέρους των κατηγορουμένων Χ2, Χ3 και Χ1 απόσπασης της προαναφερομένης (από 25/10/2000) έγγραφης δήλώσης του μηνυτή ήταν να παραιτηθεί (ο ίδιος και οι οικείοι του) της επιτήρησης και του ελέγχου επί των πραγματοποιηθησομένων χρηματιστηριακών συναλλαγών που αφορούσαν το χαρτοφυλάκιό του, στις οποίες πλέον απολύτως και ανελέγκτως οι ίδιοι προέβησαν αγοράζοντας υπερτιμημένες μετοχές εταιριών συμφερόντων του Χ2 επ' ωφελεία των ιδίων και με αντίστοιχη ζημία εκείνου (μηνυτή). Έκτοτε, ο μηνυτής φέρεται να έχει μεταφέρει μέρος του χαρτοφυλακίου του από την "ΠΕΡΒΑΝΑΣ Α.Χ.Ε." στη "ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ Α.Χ.Ε.", με την οποία, προετέθηκε, είχε υπογράψει κατόπιν υποδείξεως του Χ2, την από 8/7/2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (βλ. την από 8/7/2003 αίτηση μεταφοράς αξιών προς τη "Γ.Α. Περβαντάς Α.Χ.Ε."), ενώ επιπλέον φέρεται να προβαίνει σε αθρόες αγορές μετοχών των παραπάνω εταιριών, συμφερόντων του Χ2, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα και κατάληξη την πλήρη απαξίωση και εκμηδένιση της αξίας του χαρτοφυλακίου του, καθόσον ο χρηματιστηριακός του λογαριασμός στη "Λαϊκή Άτταλος Α.Χ.Ε." εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 87.961,15 ευρώ, έναντι του οποίου καταβλήθηκαν από τη σύζυγο του μηνυτή ΓΓ 3.000 ευρώ. Προηγουμένως, οι κατηγορούμενοι από πακέτο μετοχών του μηνυτή εταιριών συμφερόντων Χ2, αξίας 2.000.000 ευρώ περίπου, πώλησαν μέρος αυτών αξίας 800.000 ευρώ και το υπόλοιπο, αξίας 1.200.000 ευρώ μετέφεραν στη "Λαϊκή Άτταλος Α.Χ.Ε." Σημειωτέον ότι τις φερόμενες ως εντολές του για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων στην παραπάνω εταιρία (Λαϊκή Άτταλος Α.Χ.Ε.) εκτελούσαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εδρεύουσας στην ... ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΚΑΡΟΣ ΑΕΛΔΕ".
Μετά από αυτή την εξέλιξη και την επελθούσα οικονομική ζημία του μηνυτή υφίσταται σφοδρή αντιδικία τόσο στα ποινικά όσο και στα πολιτικά δικαστήρια μεταξύ των διαδίκων μερών (με την εκατέρωθεν κατάθεση αγωγών κ.λ.π.) Εκτός των ανωτέρω όμως και με αφορμή εξώδικες αιτήσεις του Ψ προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, έχουν επιβληθεί κυρώσεις στη "Λαϊκή Άτταλος Α.Χ.Ε." για μη καταγραφή εντολών του ανωτέρω (μηνυτή) και για αγορά για λογαριασμό του μετοχών την 17/7/2003, παρόλο που ο λογαριασμός του εμφάνιζε υπερήμερο χρεωστικό υπόλοιπο (βλ. την υπ' αριθμ. 12/414/22-2-2007 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Συνολικά το περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του μηνυτή ανέρχεται στο ποσό των 13.870.000 ευρώ (7.250.000 + 6.620.000). Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι (και ήδη αναιρεσείοντες) αρνούνται τις κατηγορίες που τους αποδίδονται ισχυριζόμενοι, εκτός των άλλων, ότι ο μηνυτής ενήργησε αυτοβούλως και κατ' επιλογή του, αναλαμβάνοντας συνεχώς μεγαλύτερο "ρίσκο" κατά τις επενδυτικές του επιλογές, χωρίς ουδεμία μεσολάβηση ή ανάμειξη του Χ2, τόσο κατά την υπογραφή των συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όσο και κατά τη διαβίβαση των εντολών αγοράς και πώλησης μετοχών στους αρμοδίους υπαλλήλους των Α.Χ.Ε., καθώς και ότι δεν υπήρχε συνεργασία ή οποιουδήποτε είδους συνεννόηση των τελευταίων και του Χ2. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί ανατρέπονται απ' όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και όσα λεπτομερώς εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, από τα οποία με ενάργεια και σαφήνεια προκύπτει ότι οι ενέργειές τους ήταν προϊόν σχεδίου και συναπόφασης, με σκοπό την οικονομική αφαίμαξη του μηνυτή, τα κεφάλαια του οποίου εξανεμίσθηκαν, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει εξαιτίας της ψυχικής νόσου του και την άγνοιά του περί τα χρηματιστηριακά πράγματα. Επισημαίνεται επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της απάτης δεν απαιτείται η πλάνη του απατηθέντος να υπήρξε η μοναδική αιτία της περιουσιακής διάθεσης (Α.Π. 200/1975, Ποιν. Χρον. ΚΔ' 429), δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η ελαφρότητα ή η αμέλεια του θύματος στη δημιουργία της πλάνης, που δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ένα συνετότερο και προσεκτικότερο άτομο, δεν αποκλείει την απάτη, αφού μάλιστα τα εν λόγω εύπιστα άτομα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προστασίας έναντι των δραστών της απάτης, των οποίων είναι εύκολα θύματα (Α.Π. 165/1985 Π.Χρ. ΛΕ/683, Α.Π. 537/1976 Ποιν. Χρον. ΚΖ'49, Μπουρόπουλος άρθρο 386 Π.Κ., σ.77). Εξάλλου οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες που σχετίζονται με τηλεφωνικές συνομιλίες του μηνυτή, κατά τη διάρκεια των οποίων φέρεται να δίδει εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, που προσκομίζονται ως αποδεικτικό μέσο, δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθούν υπέρ των εκκαλούντων, καθόσον αφενός δεν έχει αποδειχθεί η γνησιότητά τους και αφετέρου δεν συνοδεύονται από απομαγνητοφώνηση όλων των συνομιλιών. Ανεξαρτήτως τούτο όμως, το περιεχόμενο των εν λόγω συνομιλιών δίδει την εντύπωση είτε ατόμου που απερίσκεπτα λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις και προχωρεί σε ριψοκίνδυνες αποφάσεις επενδυτικές επιλογές, είτε ατόμου που βρίσκεται σε κατάσταση μεγάλης ανασφάλειας και απελπισίας, καταστάσεις στις οποίες προφανώς είχε επιδράσει ουσιωδώς και η πάθηση του μηνυτή. Σε σχέση με την ως άνω επισήμανση, δυσεξήγητη και αξιοπερίεργη τυγχάνει η από 25/10/2000 ως άνω δήλωση του μηνυτή, σύμφωνα με την οποία ούτος "δεν επιθυμεί να ενημερώνεται για την κίνηση του χαρτοφυλακίου του", αλλά και η εν γένει συμπεριφορά και στάση που σχετικά με τις οικονομικής φύσεως κινήσεις του, που προφανώς οφείλεται στον ανωτέρω παράγοντα, αλλά και στην "τυφλή" εμπιστοσύνη που έτρεφε στο πρόσωπο του εξαδέλφου του Χ2. Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης σε βαθμό κακουργήματος με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ κατά συναυτουργία (όλοι οι κατηγορούμενοι) και μόνο όσον αφορά το Θ.Λαναρά και κατ' εξακολούθηση και β) της υπεξαίρεσης αντικειμένου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου με κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης (μόνο ο πρώτος κατηγορούμενος), που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ.1, 45, 94, 98, 375 παρ.1-2 και 386 παρ.1 -3β' (όπως ισχύει) ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστούν για τις άνω κακουργηματικές πράξεις, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή των κατηγορουμένων, άνω διάταξή του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση κάθε ως άνω αξιόποινης πράξης για τις οποίες παραπέμφθηκε κάθε κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι κάθε αναιρεσείων-κατηγορούμενος είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στον εγκαλούντα, παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειές του, όπως παραπάνω σο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία του εγκαλούντος που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 13.870 ευρώ, δηλαδή για καθένα τους υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία, για την κακουργηματική τέλεση από κάθε κατηγορούμενο, σε βάρος του εγκαλούντος της εν λόγω αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία (όλοι), και, μόνον όσον αφορά το Χ2 και, κατ' εξακολούθηση, καθώς και για την, επίσης κακουργηματική, όπως παραπάνω αναφέρεται, πράξη της υπεξαίρεσης (μόνο για το βαρυνόμενο με αυτή, Χ2), αφού αναφέρονται στο βούλευμα με κάθε λεπτομέρεια τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 45 και 98 ΠΚ για τη συγκρότηση των παραπάνω ευνοιών, στοιχεία, καθώς και αυτά των διατάξεων των άρθρων 375 παρ.1-2 και 386 παρ.1 β' ΠΚ. Επομένως είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και, συγκεκριμένα : Α) του πρώτου, Χ2, ότι: 1) το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα πάσχει ως προς την αιτιολογία κατ' άρθρο 484 παρ.1 εδ.δ', δεχόμενο με πλήρη αποδοχή της εισαγγελικής προτάσεως, για τη συγκρότηση της υπεξαιρέσεως, μεταξύ άλλων, και την αναφορά σε όμιλο εταιρειών ΚΛΩΝΑΤΕΧ, χωρίς να αναφέρει και να εξειδικεύει ποιες είναι οι εταιρίες που συγκροτούν τον 'Ομιλο αυτό, 2) αδικαιολόγητα, δέχεται ότι ο αναιρεσείων θα καθιστούσε το Ψ (εγκαλούντα) συνεταίρο, ενώ αυτό δεν μπορούσε να συμβεί, 3) επίσης, γίνεται δεκτό ότι Ψ είχε στην κυριότητά του το ποσό των 1.036.000.000 δραχμών, χωρίς κανένα προσδιορισμό και ουδεμία παράθεση αντικειμενικού στοιχείου, που να τεκμηριώνει την υπόσταση των εκποιηθέντων ακινήτων, τίμημα της πωλήσεως των οποίων αποτελεί το άνω ποσό, 4) το ίδιο βούλευμα πάσχει ως προς την αιτιολογία, κατ' άρθρο 484 παρ.1 εδ.β' και δ' ΚΠΔ, δεχόμενο με πλήρη αποδοχή της εισαγγελικής προτάσεως, για τη συγκρότηση της απάτης, αποσπασματικά, τμήματα από τη μήνυση κατ' αυτού και των άλλων κατηγορουμένων, επίσης 5) δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων το αδίκημα της απάτης ενέργησε από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του (α' μέχρι και ζ' λόγοι αναιρέσεως), αφού το εν λόγω βούλευμα, ως προς τα πιο πάνω περιστατικά, περιέχει πλήρη και σαφή αιτιολογία, η δε αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση, είναι επιτρεπτή. Β) του δεύτερου, Χ1 και του τρίτου των αναιρεσειόντων Χ3, με τις ομοίου περιεχομένου, χωριστές αιτήσεις τους, ότι : 1) υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας, με την αναφορά εξολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, πρόταση του εισαγγελέα. 2) το προσβαλλόμενο βούλευμα προέβη σε επιλεκτική αιτιολογία, με το να στηριχθεί σε ορισμένα μόνο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη: α) τον οπτικό δίσκο-CD, που περιείχε όλες τις μαγνητοφωνηθείσες τηλεφωνικές εντολές του μηνυτή για την αγορά ή πώληση μετοχών μέσω χρηματιστηριακών συναλλαγών που διενέργησε η εταιρία "Γ.Α.ΠΕΡΒΑΝΑΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΥ", καθώς και τις απομαγνηροφωνήσεις, μέρους από αυτές. Το αίτημα όμως αυτό έχει απορρίψει το Συμβούλιο Εφετών με πλήρη αιτιολογία ότι "αφενός δεν έχει αποδειχθεί η γνησιότητα των απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών και αφετέρου δεν συνοδεύονται από απομαγνητοφώνηση όλων των συνομιλιών", στην ανέλεγκτη κρίση του οποίου το παρόν Συμβούλιο δεν μπορεί να εισέλθει. β) Τα προσκομισθέντα στη δικογραφία και επικληθέντα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της δικασίμου 17-4-2008, από τα οποία αποδεικνύεται ότι η εν λόγω υπόθεση αποτελεί το αποτέλεσμα ενός κακόβουλου σχεδίου του μηνυτή. Όμως, τα πρακτικά αυτά, ως έγγραφο έχουν ληφθεί υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών για την παραπεμπτική κρίση αυτού και των άλλων κατηγορουμένων για τις άνω πράξεις, όπου ρητά αναφέρεται στο βούλευμα ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα κατ' άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικά μέσα και στοιχεία και όχι μόνο κάποια από αυτά. Γ) Τη με αριθμό 13/4141/22-2-2007 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Η απόφαση αυτή, ως έγγραφο, όπως προαναφέρεται, έχει ληφθεί υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών. 3) Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά και διότι αναφέρει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία αντίκεινται στη λογική. Αβάσιμα όμως, διότι υπάρχει πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (πρώτος μέχρι και όγδοος λόγοι αναιρέσεως). 4) Το Συμβούλιο Εφετών υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, διότι δεν εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και έτσι, τους παρέπεμψε να δικαστούν για τις άνω πράξεις, μη λαμβάνοντας υπόψη και μη σταθμίζοντας, τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις ενδείξεις τελέσεως των άνω πράξεων, όσο και αυτά που τις αποδυναμώνουν (όγδοος λόγος κατά το β' σκέλος του και ένατος λόγος). Επίσης, η άρνηση του άνω Συμβουλίου να λάβει υπόψη τις μαγνητοταινίες, (ότι) αποτελεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι αποστερήθηκε ο κατηγορούμενος της ασκήσεως δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος (δέκατος λόγος). Αβάσιμα όμως διότι, κατά τα άνω εκτεθέντα, το Συμβούλιο για την περί παραπομπής των κατηγορουμένων κρίση του στάθμισε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και δεν στερήθηκαν οι κατηγορούμενοι από τις προς άσκηση των δικαιωμάτων τους, διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. 5) Τέλος, οι κατηγορούμενοι με το δωδέκατο λόγο της αιτήσεώς στους προβάλλουν την αιτίαση ότι παρόλον ότι με το από 7-5-2009 υπόμνημά τους ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προέβαλαν το αίτημα να διαταχθεί η εμφάνισή τους ενώπιόν του, το εν λόγω Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δεν αναφέρει τίποτε για το αίτημά τους, αρνούμενο ουσιαστικά σιωπηρώς την εμφάνισή τους. Και ότι η αδικαιολόγητη άρνηση εμφανίσεώς τους δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171 παρ. 1 ΚΠΔ και λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.α' του αυτού Κώδικα. Επίσης, οι αυτοί κατηγορούμενοι, με τον ενδέκατο λόγο της αιτήσεώς τους προβάλλουν την αιτίαση ότι το άνω υπόμνημά τους δεν λήφθηκε υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών και έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη που καθορίζει την υπεράσπισή τους με συνέπεια, η μη λήψη υπόψη του υπομνήματός τους και η εντεύθεν απόλυτη κατά του ΚΠΔ 171 παρ.1 ακυρότητα, να δημιουργεί τον κατά τα άνω λόγο αναιρέσεως για το προσβαλλόμενο βούλευμα. Από τις διατάξεις του άρθρου 309 παρ.2 ΚΠΔ συνάγεται ότι το Συμβούλιο δεν έχει υποχρέωση να διατάσσει την εμφάνιση του διαδίκου αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτησή του. Η αίτηση υποβάλλεται στο Συμβούλιο είτε κατατιθέμενη στη γραμματεία του είτε δια τον εισαγγελέα είτε για του διευθυντή των φυλακών, αρκεί να είναι δυνατή η έγκαιρη διαβίβαση στο Συμβούλιο. Δυνατόν όμως η αίτηση να περιέχεται στην έκθεση εφέσεως ή σε υπόμνημα συνημμένο στην έκθεση αυτή, όμως όμως σε υπόμνημα ενώπιον του ανακριτή. Η αίτηση πρέπει, να υποβληθεί το αργότερο μέχρι τη συζήτηση, δηλ. μέχρι την προφορική ανάπτυξη της προτάσεως του Εισαγγελέα (Μ.Μαργαρίτης, Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και εκεί παραπομπή σε θεωρία και νομολογία). Στην προκειμένη περίπτωση, οι άνω αναιρεσείοντες στην αίτησή τους αναφέρουν "... στις 8-5-2009 κατέθεσαν υπόμνημα ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στο οποίο, εκτός άλλων, ζητούσαν και την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών ..." Οι αυτοί αναιρεσείοντες με τις αιτήσεις τους αναφέρουν (σελ. 46), από την παραδεκτή δε επισκόπηση του εν λόγω βουλεύματος από το Συμβούλιο αυτό, προκύπτει ότι το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα κρίθηκε και αποφασίστηκε στις 7 Μαΐου 2009, καταχωρήθηκε στις 8-5-2009 και εκδόθηκε στις 15 Μαΐου 2009. Από το άνω βούλευμα προκύπτει επίσης ότι ο Εισαγγελέας στις 7 Μαΐου 2009, παρέστη στη συνεδρίαση του άνω Συμβουλίου, και, αφού αναφέρθηκε στην πρότασή του, που ανέπτυξε και προφορικά, κατόπιν αποχώρησε. Κατά συνέπεια, δεν νοείται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 309 παρ.2 και 138 παρ.1 ΚΠΔ από το Συμβούλιο σχετικά με τις άνω αιτιάσεις, όταν η υποβληθείσα αίτηση εμφανίσεως υποβλήθηκε μετά την προφορική ανάπτυξη, της προτάσεως του Εισαγγελέα, αφού όταν έγινε στις 7 Μαΐου 2009 η προφορική ανάπτυξη της έγγραφης προτάσεως του Εισαγγελέα, δεν είχε υποβληθεί στο συμβούλιο το άνω υπόμνημα με το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, το δε Συμβούλιο Εφετών την 8 Μαΐου 2009, που υποβλήθηκε το άνω υπόμνημα, είχε κρίνει και αποφασίσει για την υπόθεση από τις 7 Μαΐου 2009. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών δεν παραβίασε κανένα δικαίωμα των άνω κατηγορουμένων και δεν δημιουργήθηκε καμμία ακυρότητα, απορριπτομένων έτσι, των περί απολύτου ακυρότητας ενδέκατου και δωδέκατου λόγων αναιρέσεως, ως αβασίμων.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση κάθε παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικοί, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει κάθε αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεση του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση των άνω λόγων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από: 1) 28 Μαΐου 2009 και με αριθμ.καταθ. 108/2009, ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, του Χ2, 2) 3 Ιουνίου 2009 και με αρ.κατάθ. 116/2009, ενώπιον του αυτού Γραμματέα, του Χ1 και 3) 3 Ιουνίου 2009 και με αριθμ. κατάθ. 117/2009, ενώπιον του αυτού Γραμματέα, του Χ3, αιτήσεις για αναίρεση του με αριθμό 975/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Παραπέμπονται για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ κατά συναυτουργία και για τον πρώτο κατ' εξακολούθηση. Επιπλέον δε ο πρώτος κατηγορούμενος και για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου στην κατοχή του με την ιδιότητα του εντολοδόχου με κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης. Αιτιάσεις των δύο κατηγορουμένων για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί δεν λήφθηκε υπόψη από το Συμβούλιο το υπόμνημά τους προς αυτό το οποίο περιείχε και αίτηση αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς τους στο Συμβούλιο. Δεν λήφθηκε υπόψη διότι παραδόθηκε στο Συμβούλιο μετά την προφορική ανάπτυξη της προτάσεώς του στη συνεδρίαση αυτού. Λόγοι αναιρέσεως η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 460/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εκκαλούντα τον ... και με εγκαλούμενους τους: 1) ... 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) .... 7) .... 8) .... 9) ... 10) .... και 11) ... Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1678/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 27/19.01.2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγω, με τη σχετική δικογραφία την 1052/30-11-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 του Κ.Π.Δ., και εκθέτω τα εξής:
ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σ' αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως (ΑΠ 1642/1988 Π. Χ ΛΘ'500, 724/2000 Υπέρ. 2000, 1994). Τέλος την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να κρίνει προσφυγή κατά διατάξεως (α. 48 του ΚΠΔ) στην οποία εμπλέκεται ως εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην ίδια Εισαγγελία Εφετών. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα α. 137 περ. α! και β!, 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την προσφυγή αυτή για κρίση σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 314/2003 ΠΔ! 2003.922, ΑΠ 1649/2000 ΠΔ! 2001.424, ΑΠ 611/1996 ΠΧ! 1997.961 ).
ΙΙΙ. Με τις από 17-6-2005 και 10-10-2005 εγκλήσεις του ο .... ζήτησε την ποινική δίωξη των : α) .... ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών β) .... ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Πατρών γ) ... ήδη Εφέτη Αθηνών δ) .... ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών ε) .... ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών στ) .... ήδη Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών ζ) ... ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Αμαλιάδας θ) ... ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών ι) .... ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ια) .... ήδη Εφέτη Πειραιώς για τα αναφερόμενα σ'αυτές εγκλήματα. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας, που ορίστηκε ως αρμόδιος με το 2776/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απέρριψε την έγκληση αυτή ως αβάσιμη στην ουσία της με την 407/2009 διάταξή του. Κατά της διατάξεως αυτής προσέφυγε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ο παραπάνω εγκαλών με την 112/6-11-2009 προσφυγή του. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, επειδή ο δέκατος εγκαλούμενος Απ. Μακρόπουλος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, ζητά με το παραπάνω (Ι) έγγραφό του να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή αυτή. Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, νόμιμο και βάσιμο πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί για την παραπάνω προσφυγή ο Εισαγγελέας Εφετών Ναυπλίου και κατ' επέκταση οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Ναυπλίου αν τυχόν ανακύψει περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι : α) ο Εισαγγελέας Εφετών Ναυπλίου για να αποφανθεί για την 112/2009 προσφυγή του ...κατά της 407/2009 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδας και β) οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Ναυπλίου και των αντίστοιχων Εισαγγελιών αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθαν. Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σ' αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως. Την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να τη ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να κρίνει προσφυγή κατά διατάξεως (άρθρο 48 του ΚΠΔ) στην οποία εμπλέκεται ως εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην ίδια Εισαγγελία Εφετών. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 137 περ. α' και β', 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την προσφυγή αυτή για κρίση σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 17-6-2005 και 10-10-2005 εγκλήσεις του ο ... ζήτησε την ποινική δίωξη των: α) ... ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών β) .... ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Πατρών γ) ...ήδη Εφέτη Αθηνών δ) ... ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών ε) ... ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών στ) ... ήδη Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών ζ) ... ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Αμαλιάδας θ) ... ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών ι) ... ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ια) ... ήδη Εφέτη Πειραιώς για τα αναφερόμενα σ'αυτές εγκλήματα. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας, που ορίστηκε ως αρμόδιος με το 2776/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απέρριψε την έγκληση αυτή ως αβάσιμη στην ουσία της με την 407/2009 διάταξή του. Κατά της διατάξεως αυτής προσέφυγε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ο παραπάνω εγκαλών με την 112/6-11-2009 προσφυγή του. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, επειδή ο δέκατος εγκαλούμενος ... υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, ζητά με το παραπάνω έγγραφό του να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή αυτή. Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, νόμιμο και βάσιμο, πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί για την παραπάνω προσφυγή ο Εισαγγελέας Εφετών Ναυπλίου και κατ' επέκταση οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Ναυπλίου, αν τυχόν ανακύψει περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, ως κατά παραπομπή αρμόδιο για να αποφανθεί επί της υπ' αριθ. 112/6-11-2009 προσφυγής του .... κατά της υπ' αριθ. 407/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρμοδιότητα κατά παραπομπή. Προσφυγή εγκαλούντος κατά απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με εγκαλούμενο Εισαγγελικό λειτουργό. Παραπέμπεται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, με τον οποίο συνυπηρετεί ο εγκαλούμενος, σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών για να αποφανθεί επ' αυτής.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 457/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 8425/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 485/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 §1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν.2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν, με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου, για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά αυτών, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία εκάστου των αποδεικτικών μέσων και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Ωστόσο πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών για να μορφώσει την κρίση του περί της ενοχής ή αθωώσεως του κατηγορουμένου, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα μόνον από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο να μνημονεύεται η τοιαύτη ειδικά στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, ειδικότερα μάλιστα όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτής (αιτιολογίας) ότι ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για περισσότερες αποδείξεις με σκοπό να προσκομιστούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει, όμως, αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του, αλλιώς ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, ενώ η μη απάντηση σ' αυτό συνιστά έλλειψη ακροάσεως και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ.Β' του ίδιου Κώδικα. Αν ακολούθως το δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει ή να απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα της αναβολής, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου ή στην απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης ή απαράδεκτης, υποπίπτει στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 8425/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο ήδη αναιρεσείον και ο ακολούθως αθωωθείς συγκατηγορούμενός του ζήτησαν την αναβολή της δίκης για περισσότερες αποδείξεις και συγκεκριμένα για να προσκομιστεί το πρωτότυπο του θεωρούμενου ως πλαστού εγγράφου, δηλαδή την από 16-4-2002 δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης της μηνύτριας, προκειμένου να διαπιστωθεί είτε με πραγματογνωμοσύνη είτε μακροσκοπικά ότι η υπογραφή της μηνύτριας τέθηκε κάτω από υπάρχον ήδη κείμενο. Το Δικαστήριο απέρριψε το ανωτέρω αίτημα με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το αίτημα της αναβολής προς διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμο-σύνης του ένδικου εγγράφου προβάλλεται το πρώτον στο παρόν δικαστήριο, χωρίς παράλληλα να προσκομίζεται το πρωτότυπο του εν λόγω εγγράφου, που λογικά, εφόσον οι νυν εκκαλούντες - κατηγορούμενοι οι ίδιοι το προσκόμισαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επί ασκηθείσας εκ μέρους τους εφέσεως κατά της με αριθμό 67/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, πρέπει να το κατέχουν. Επί πλέον ουδόλως ισχυρίζονται ότι το εν λόγω έγγραφο ευρίσκεται στα χέρια τους, ώστε να αναζητηθεί, ενώ συγχρόνως εγκυμονεί ο κίνδυνος παραγραφής της υποθέσεως, αφού ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος είναι η 16η-4ου-2002. Κατόπιν των ανωτέρω η αίτηση των κατηγορουμένων περί αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης θα πρέπει να αναβληθεί". Η ανωτέρω αιτιολογία με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής εκ παραδρομής γράφτηκε ότι πρέπει να αναβληθεί) είναι η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, γιατί εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο κρίνεται απορριπτέο το αίτημα, ο οποίος συνίσταται στο ότι δεν προκύπτει ούτε γίνεται επίκληση για το ποιος κατέχει το έγγραφο ώστε αυτό να αναζητηθεί και επιπλέον πιθανολογείται ότι το έγγραφο πρέπει να το κατέχουν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι το προσκόμισαν στο πολιτικό δικαστήριο κατά την εκδίκαση της σχετικής αγωγής της μηνύτριας εναντίον τους και έτσι μπορούσαν αυτοί να το προσκομίσουν στο Δικαστήριο (άνευ ανάγκης δε, συνεπικουρείται η απορριπτική κρίση από το ότι επίκειται κίνδυνος παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως). Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο ορθά προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι κατά το ανωτέρω σημείο.
Ακολούθως το Δικαστήριο εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά σχετικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα: "Στις 4-3-2002 με προφορική (άτυπη) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη από την εταιρεία με την τότε επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΑ ΑΕ" η πολιτικώς ενάγουσα, Ψ, για να εργασθεί ως πωλήτρια στο κατάστημα της εταιρείας επί της οδού .... Στις 18.4.2002 η ως άνω πολιτικώς ενάγουσα αισθάνθηκε ισχυρούς πόνους και μεταφέρθηκε στην ... - τμήμα έκτακτων περιστατικών επί της οδού ..., όπου μετά από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι πάσχει από οξεία σκωληκοειδίτιδα και ότι διανύει το πρώτο τρίμηνο κύησης και παραπέμφθηκε, κατά σύσταση των ιατρών, σε νοσοκομείο με γυναικολογική και χειρουργική κλινική (βλ. και το ... πιστοποιητικό της ...). Στη συνέχεια την ίδια ημέρα (18.4.2002) μεταφέρθηκε στο Γ.Π.Ν.Α. ..., που νοσηλεύθηκε από 18.4.2002 μέχρι 20.4.2002 και διαγνώσθηκε άλγος (ΔΕ) λαγονίου, της χορηγήθηκε συντηρητική αγωγή και αναρρωτική άδεια πέντε (5) ημερών, δηλαδή μέχρι και 25.4.2002 (βλ. και το ... πιστοποιητικό νοσηλείας του ...). Η ενάγουσα επανήλθε στην εργασία της στις ..., και ήδη από 18.4.2002, μόλις διαπιστώθηκε η εγκυμοσύνη της ενημέρωσε την εργοδότρια εταιρεία. Προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εργοδότρια εταιρεία στις 25.4.2002 και 26.4.2002, ημέρες Πέμπτη και Παρασκευή, αντίστοιχα, ενώ στις 27 και 28 που ήταν Σαββατοκύριακο, καθώς και τη Δευτέρα 29.4.2002, που είχε ρεπό, δεν εργάστηκε. Στις 30.4.2002 όταν επέστρεψε στην εργασία της η εργοδότρια εταιρεία την απέλυσε, χωρίς την τήρηση του εγγράφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Κατόπιν αυτού η εγκαλούσα προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας και εν συνεχεία άσκησε την από 3.7.2002 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και να υποχρεωθεί η εργοδότρια εταιρία να της καταβάλει δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές αδείας κλπ. Επ' αυτής (αγωγής) εκδικασθείσης ερήμην της εναγομένης εταιρείας εκδόθηκε η με αριθμό 67/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή τη αγωγή της νυν εγκαλούσας, και κατ' αυτής ασκήθηκε εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας έφεση κατά την εκδίκαση της οποίας η εκκαλούσα εταιρεία προσκόμισε το φερόμενο από 16.4.2002 έγγραφο, το οποίο στο πάνω αριστερό του τμήμα φέρει τη σφραγίδα της εταιρείας, αναγράφεται με κεφαλαία και μικρά γράμματα επί λέξει "ΔΗΛΩΣΗ ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΟΥΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ" Κατωτέρω αναγραφόμενη Ψ δηλώνω ότι απασχολήθηκα στην εταιρεία "Αφοι Χ Α.Ε.Ε." με έδρα την ... , σαν Υπ. γραφείου από την 5-3-2002 μέχρι 16-4-2002, οπότε και αποχωρώ οικειοθελώς, μη έχουσα καμμία περαιτέρω οικονομική απαίτηση, επειδή μου ικανοποιήθηκαν όλες οι από το νόμο απορρέουσες απαιτήσεις μου. ΑΘΗΝΑ 16.4.2002. Η δηλούσα και αποχωρούσα". Η εγκαλούσα δεν αμφισβητεί μεν την υπογραφή της στο συγκεκριμένο έγγραφο διαθέσεως, αποδείχθηκε δε ότι η δήλωση βουλήσεως, όπως εκεί αποτυπώνεται, δεν προέρχεται από την ίδια, ως εκδότρια, διότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ, ο οποίος εν τοις πράγμασι ασκούσε διοίκηση στην εταιρεία, όπως καταθέτουν οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες, χωρίς καμιά εντολή της συμπλήρωσε το περιεχόμενο του, το δε έγγραφο αυτό όταν το υπέγραψε ήταν λευκό, χωρίς οποιοδήποτε κείμενο, και το υπέγραψε τρεις περίπου εβδομάδες μετά το χρόνο της πρόσληψης της με την διαβεβαίωση του πιο πάνω κατηγορουμένου ότι πρόκειται για "ένα τυπικό χαρτί για το Ι.Κ.Α.". Ισχυρίζονται βεβαίως οι κατηγορούμενοι ότι το κείμενο του πιο πάνω εγγράφου περί οικειοθελούς της αποχώρησης έχει συμπληρωθεί αυτόβουλα από την εγκαλούσα. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν επιβεβαιώνεται, αντιθέτως αποδείχθηκε ότι τόσο στις 17.4.2002 όσο και στις 18.4.2002 η εγκαλούσα, ενώ φέρεται, σύμφωνα με το πλαστό έγγραφο ότι έχει αποχωρήσει από την εταιρεία, εργαζόταν σ' αυτήν, καθώς α) από το προσκομιζόμενο από την ίδια με αριθμό ... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρείας "... Α.Ε.Β.Ε.", αυτή παρέλαβε για λογαριασμό της εταιρείας εμπορεύματα και έχει υπογράψει κάτω από την ένδειξη ο παραλαβών, την υπογραφή δε στο πιο πάνω τιμολόγιο δεν αρνούνται οι κατηγορούμενοι, ενώ επιβεβαιώνεται η παραλαβή του ως άνω τιμολογίου στις 17.4.2002 και από την μάρτυρα υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, ... και β) από την κατάθεση της συναδέλφου της ... προέκυψε ότι στις 18.4.2002 συνοδευόμενη απ' αυτήν μεταφέρθηκε από την εργασία της στο νοσοκομείο, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τα προαναφερθέντα έγγραφα των ανωτέρω νοσοκομείων .... Εξάλλου, ο ως άνω ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι κατείχαν το επίμαχο έγγραφο περί οικειοθελούς αποχώρησης της εγκαλούσας, το οποίο τάχα είχε συμπληρωθεί αυτόβουλα από την ίδια, δεν ευσταθεί, καθότι κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 9.5.2002 οι κατηγορούμενοι ουδέν ανέφεραν περί του πιο πάνω εγγράφου (βλ. την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη και αναγνωσθείσα με αριθμό 8860/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των κατηγορουμένων, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή των δια της με αριθμ. 67/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδικασθέντων στην νυν εγκαλούσα ποσών, ανέφερε το περιεχόμενο του 16.4.2002 εγγράφου, ως αυτό αναλυτικά αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, στην από 1.3.2004 έφεση της εταιρείας που εκπροσωπούσε, κατά της νυν εγκαλούσας, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του το Δικαστήριο, σχετικά με το ότι η πολιτικώς ενάγουσα απεχώρησε από την εργασία της οικειοθελώς και να επιτύχει την απόρριψη της αγωγής. Το εν λόγω έγγραφο, κατήρτισε ο δεύτερος κατηγορούμενος, αφού είχε υφαρπάσει την υπογραφή της εγκαλούσας με το πρόσχημα της αναγγελίας στο ΙΚΑ. Συντρέχουν λοιπόν στο πρόσωπο του δεύτερου κατηγορουμένου τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, όπως το αδίκημα εξειδικεύεται στο διατακτικό. Πρέπει κατ' ακολουθίαν τούτων να κηρυχθεί ένοχος και της πράξεως αυτής". Μετά από το Δικαστήριο καταδίκασε τον ανωτέρω κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, για το οποίο καταδίκασε τον ως άνω κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 §1 του ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος ετέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας, ότι δηλαδή σε λευκό χαρτί με τη φίρμα της εταιρίας του, στο οποίο είχε θέσει την υπογραφή της η εγκαλούσα, παραπεισθείσα από τον κατηγορούμενο ότι το χαρτί αυτό θα χρησιμοποιείτο δήθεν στο ΙΚΑ, συμπλήρωσε ότι η εγκαλούσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, το έγγραφο δε αυτό χρησιμοποίησε στη συνέχεια στο πολιτικό δικαστήριο προκειμένου να επιτύχει την απόρριψη σχετικής εργατικής αγωγής της εγκαλούσης, με την οποία αυτή επικαλείτο ακυρότητα της απολύσεώς της και ζητούσε δεδουλευμένες αποδοχές. Επίσης προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και η κατάθεση χωρίς όρκο της πολιτικώς ενάγουσας, αφού οι παραδοχές της αποφάσεως συμπορεύονται με την κατάθεση αυτή και επιπλέον γίνεται σαφής αναφορά ότι η εγκαλούσα δεν αμφισβήτησε την υπογραφή της στο πλαστό κατά περιεχόμενο έγγραφο. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και κατά το ανωτέρω σημείο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 §2 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, προκαλεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 §1 περίπτ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζονται, αφενός οι αρχές της δημοσιότητας και της προφορικότητας της διαδικασίας και αφετέρου η άσκηση του προβλεπόμενου από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε α) το από ... πιστοποιητικό της ... και β) το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρείας "... ΑΕΒΕ", τα οποία όμως έγγραφα δεν είχαν αναγνωσθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και έτσι παραβιάστηκαν οι ανωτέρω αρχές και η άσκηση του ως άνω δικαιώματός του. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα ανωτέρω έγγραφα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα αναγνωσθέντα με τους αύξοντες αριθμούς ... και ... αντίστοιχα, μόνο που α) το πρώτο έγγραφο αναφέρεται στο σκεπτικό με αριθμό πρωτοκόλλου ... και χρονολογία 21-5-2002, ενώ στα αναγνωσθέντα έγγραφα αναφέρεται με τον ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου αλλά με χρονολογία 10-6-2002 και β) το δεύτερο έγγραφο αναφέρεται στο σκεπτικό με αριθμό ... και χρονολογία ..., ενώ στα αναγνωσθέντα έγγραφα αναφέρεται μόνο με τη χρονολογία 17-4-2002, πλην όμως και στις δύο περιπτώσεις, προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για τα ίδια έγγραφα, αφού μάλιστα δεν αναγνώσθηκε άλλο ιατρικό πιστοποιητικό και άλλο τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, ώστε να δημιουργηθεί ενδεχομένως αμφιβολία ως προς το εάν αυτά αναγνώσθηκαν. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλο λόγο, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 §1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-3-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8425/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση και απάτη. Στοιχεία των εγκλημάτων. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα από τον κατηγορούμενο, ο οποίος σε λευκό έγγραφο που είχε υπογράψει η εγκαλούσα για άλλο σκοπό, συμπλήρωσε ότι αυτή αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία της και το χρησιμοποίησε στη συνέχεια στο δικαστήριο, για να επιτύχει την απόρριψη σχετικής αγωγής της εγκαλούσης για ακυρότητα της απολύσεώς της. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν χρειάζεται να αναφερθεί ιδιαιτέρως στα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι η κατάθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 456/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 62/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 763/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 253/27.07.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 6 Μαρτίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αριθμ. 62/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, νομοτύπως εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 735/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων), διά να δικασθή α) δι' απάτη εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ και β) δι' η έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386§§1,3 ΠΚ., όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθώς ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ.) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.) Ως γεγονότα δε, κατά την στο ανωτέρω άρθρο έννοια, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνδέονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως, από τον δράστη ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώση την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 51/2007). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρ. 79§1 Ν.5960/1933, ως αντικ. δι' άρθρ.1Ν.1325/1972, ο εκδίδων επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτού στον οποίο δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, δηλαδή εις βαθμό πλημμελήματος, υποκειμένου στην υπό του αρθρ. 111§3 ΠΚ προβλεπομένη πενταετή παραγραφή. Οι πράξεις της απάτης και της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής προσβάλλουν διαφορετικά έννομα αγαθά που προστατεύονται από διαφορετικούς νόμους. Πρόκειται για ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολαζόμενες πράξεις που συγκροτούν την έννοια διαφορετικών εγκλημάτων τα οποία συρρέουν αληθώς (βλ. ΑΠ 178/2006).
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ.484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθιστάται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004 ΑΠ 418/1999, εις ΠΧ/Ν'/41). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκη περί πραγμάτων κρίση του, αναφερόμενο συμπληρωματικώς και στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα, κατ' είδος προσδιοριζόμενα, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο εκκκαλών κατηγορούμενος Χ ήταν διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ GENERAL BUILD ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Με το από 13-6-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό ετήσιας διάρκειας, η εταιρία που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος συνήψε εμπορική συνεργασία με την πολιτικώς ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΡΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στον ... επί της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Σύμφωνα με αυτό η προαναφερόμενη εταιρία θα κατασκεύαζε σιγαρέτα τύπου TEKEL 2000, με τις περιγραφόμενες προδιαγραφές, τα οποία θα παρέδιδε στον κατηγορούμενο ή στους από τον τελευταίο υποδεικνυόμενους αγοραστές μετά από έγγραφη παραγγελία του και με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται σ' αυτό. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι, για τις παραγγελίες σιγαρέτων στις οποίες προέβαινε η εταιρία που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, θα προκατέβαλε ποσοστό 30% της αξίας, η δε εξόφληση του εμπορεύματος θα γινόταν με την φόρτωση ή αποστολή της παραγγελίας. Στην πράξη η εξόφληση γινόταν πάντα με μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως της ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ, τις οποίες υπέγραφε ο κατηγορούμενος. Στα πλαίσια των προαναφερόμενων παραγγελιών, ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, εξέδωσε και οπισθογράφησε προς την πολιτικώς ενάγουσα, μεταξύ των άλλων, τις παρακάτω επιταγές, πληρωτέες στον τηρούμενο με αριθμό ...λογαριασμό στην τράπεζα Πειραιώς της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας: α) Την πρώτη, με αριθμό ... και ημερομηνία έκδοσης ... (μεταχρονολογημένη), ποσού 47.030 ευρώ, την οποία παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα στις 11-12-2003 και αυτή εξέδωσε το με αριθμό ... δελτίο παραλαβής παρακρατηθέντων εμβασμάτων από κατάθεση, β) Τη δεύτερη, με αριθμό ...και ημερομηνία έκδοσης 13-3-2004 (μεταχρονολογημένη), ποσού 127.000 ευρώ, την οποία παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα στις 18-11-2003 και αυτή εξέδωσε το με αριθμό ... δελτίο παραλαβής παρακρατηθέντων εμβασμάτων από κατάθεση. Τις επιταγές αυτές, η πολιτικώς ενάγουσα κατέθεσε στην τράπεζα Κύπρου για την κάλυψη του πιστοδοτικού της ορίου (πλαφόν πίστωσης). Οι επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους. Σε αντικατάσταση. αυτών των επιταγών ο κατηγορούμενος, ως εκπρόσωπος της εταιρίας ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ, εξέδωσε σε διαταγή της πολιτικώς ενάγουσας ισόποσης αξίας επιταγές και συγκεκριμένα στις 2-3-2004 παρέδωσε στην εταιρία τη με αριθμό ... και ημερομηνία έκδοσης 20-3-2004, ποσού 47.030 ευρώ και τη με αριθμό ..., με ημερομηνία έκδοσης 10-4-2004, ποσού 127.000 ευρώ. Η τράπεζα Κύπρου δεν δέχθηκε την αντικατάσταση των πρώτων επιταγών με τις δεύτερες και έτσι θα εδημιουργείτο πρόβλημα χρηματοδότησης της πολιτικώς ενάγουσας. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος έπεισε τους εκπροσώπους της πολιτικώς ενάγουσας και συγκεκριμένα το συμβούλιο εξαγωγών της, το οποίο αποτελείτο από τον οικονομικό διευθυντή Β1, τον διευθυντή εργοστασίου Β2, τον εμπορικό διευθυντή κ.Θ1, τον γενικό διευθυντή Θ2 και την διευθύνουσα σύμβουλο Θ3, να καταθέσουν στο λογαριασμό της εταιρίας ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ, που τηρούσε στην τράπεζα Πειραιώς, το ποσό των πιο πάνω επιταγών και για να μην σφραγιστούν αυτές και ζημιωθεί η εταιρία του και για να μην δημιουργηθεί πρόβλημα στη χρηματοδότηση της πολιτικώς ενάγουσας. Για να πείσει τους εκπροσώπους της πολιτικώς ενάγουσας ότι οι δύο επιταγές που εξέδωσε σε αντικατάσταση των δύο προηγούμενων που δεν πληρώθηκαν, θα πληρωθούν οπωσδήποτε κατά τη λήξη τους, παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα στις 15-3-2004, άλλες έξι επιταγές της εταιρίας ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ σε διαταγή της πολιτικώς ενάγουσας, συνολικού ποσού 300.000 ευρώ (6 Χ 50.000), ως προκαταβολή για την αγορά και άλλων εμπορευμάτων (τσιγάρων). Πεισθέντες οι εκπρόσωποι της πολιτικώς ενάγουσας στις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου ότι οι επίδικες επιταγές αυτές θα πληρωθούν κατέθεσαν στο λογαριασμό της εταιρίας ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς σταδιακά ποσό (98.602,67) ευρώ στις 15-3-2004, ποσό (29.000) ευρώ στις 16-3-2004, ποσό (40.000) ευρώ στις 17-3-2004 και ποσά (10.000) και (7.000) ευρώ) στις 19-3-2004 και συνολικά το χρηματικό ποσό των (184.602,67) ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνετο επιπλέον το χρηματικό ποσό των (10.000) ευρώ, το οποίο κατατέθηκε εξαιτίας λογιστικού λάθους. Στις 20-3-2004 δεν πληρώθηκε η επιταγή των 47.030 ευρώ και στις 10-4-2004 δεν πληρώθηκε η επιταγή των 127.000 ευρώ και αυτές σφραγίστηκαν. Επί πλέον δε το συνολικό ποσό των 184.602,67 ευρώ, που είχε καταθέσει η πολιτικώς ενάγουσα στο λογαριασμό της ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ στην τράπεζα Πειραιώς, για να πληρωθούν οι δύο πιο πάνω επιταγές ο κατηγορούμενος είτε ο ίδιος είτε άλλος για λογαριασμό του ή κατ' εξουσιοδότηση του το εισέπραξε με συνέπεια η πολιτικώς ενάγουσα να ζημιωθεί και κατά το ποσό αυτό. Περαιτέρω, το εν λόγω Συμβούλιο Εφετών δέχεται, ότι ο κατηγορούμενος, και μετά την αποχώρησή του από την εταιρία, συναλλασσόταν με την πολιτικώς ενάγουσα και εμφανιζόταν ως εάν να μη είχε αποχωρήσει από την ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε. Καταλήγει δε, δεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος, καλυπτόμενος από μία επίφαση επαγγελματισμού, σοβαρότητας και συνέπειας, την έλλειψη των οποίων δεν μπορούσε να διαγνώσει κανείς, εκμεταλλευόμενος την απόλυτη εμπιστοσύνη που είχε εμπνεύσει στους αρμόδιους υπαλλήλους της πολιτικώς ενάγουσας, παρέπεισε αυτούς να καταθέσουν στον τηρούμενο από την εταιρία του λογαριασμό το ποσό των 184.602,67 ευρώ, στο οποίο αν προστεθεί το ποσό των 127.000 ευρώ που αντιστοιχεί στο αναγραφόμενο στην υπ' αρ. ... επιταγή και το ποσό των 47.030 ευρώ που αντιστοιχεί στο αναγραφόμενο στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, η τελευταία υπέστη περιουσιακή βλάβη ύψους 358.632,67 ευρώ, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις κατά του κατηγορουμένου διά τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και απέρριψε κατ ουσίαν την έφεση αυτού κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος.
Όμως, με τις ως άνω παραδοχές, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν διευκρινίζει, ποια συγκεκριμένα ψευδή "γεγονότα", δηλαδή πραγματικά περιστατικά αναγόμενα στο παρόν ή στο παρελθόν και μη αποτελούντα απλές υποσχέσεις, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στους εκπροσώπους της πολιτικώς εναγούσης και παρεπλάνησε αυτούς. Εκ της ως άνω δε ασαφείας, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της υπό των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρ.386§1 ΠΚ, η οποία παρεβιάσθη εκ πλαγίου, στερουμένου έτσι του βουλεύματος και νομίμου βάσεως. Επομένως, είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι, εκ του άρθρ. 484§1 στοιχ.β' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
Εξ άλλου, από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς εξεταζόμενα προς έλεγχο της βασιμότητος αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι, σύμφωνα με το πρωτόδικο βούλευμα, η αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής κατ' εξακολούθηση φέρεται τελεσθείσα τον Δεκέμβριο του έτους 2003. Αλλά, δια του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, χωρίς να ερευνήση, κατ' άρθρ. 481§1 και 318 εν συνδ. προς 317, 309 και 310 ΚΠΔ, το ζήτημα της παραγραφής του ανωτέρω πλημμελήματος, αν και είχε παρέλθει πενταετία από του ως άνω χρόνου τελέσεώς του, με αποτέλεσμα να υποπέση στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, που ιδρύει τον κατ' άρθρ.484§1 στοιχ. στ' ΚΠΔ λόγω αναιρέσεως, ερευνώμενο αυτεπαγγέλτως, κατ άρθρ. 484§2 ΚΠΔ, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (βλ. ΑΠ 1120/1999, εις ΠΧ/Ν'/541, ΑΠ 1357/2000, εις ΠΧ/ΝΑ'/517).
Τέλος, καθ' ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485§1 και 519 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να αναιρεθή το υπ' αριθμ. 62/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Να παραπεμφθή η υπόθεση, προς νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήνα 7 Ιουλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 6 Μαρτίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αριθμ. 62/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεσή του (αναιρεσείοντος) κατά του υπ' αριθμ. 735/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, δια του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων), δια να δικασθή: α) για απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ και β) για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Από τη διάταξη του άρθρου 386 §§ 1, 3 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.- Εξ άλλου, κατά την διάταξη του αρθρ. 79 § 1 Ν. 5960/1933, ως αντικ. δι' αρθρ. 1 Ν. 1325/1972, ο εκδίδων επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτού στον οποίο δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, δηλαδή εις βαθμό πλημμελήματος, υποκειμένου στην υπό του αρθρ. 111§3 ΠΚ προβλεπομένη πενταετή παραγραφή. Οι πράξεις της απάτης και της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής προσβάλλουν διαφορετικά έννομα αγαθά που προστατεύονται από διαφορετικούς νόμους. Πρόκειται για ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολαζόμενες πράξεις που συγκροτούν την έννοια διαφορετικών εγκλημάτων τα οποία συρρέουν αληθώς. Περαιτέρω ελλείψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων - ανωμοτί και ένορκη απολογία κατηγορουμένου και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό του βουλεύματος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ ήταν διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ GENERAL BUILD ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η εταιρία συστάθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ.... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιφιγένειας Λιμπόνα και εγκρίθηκε με την με αριθμ.... απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και δόθηκε άδεια σύστασης. Καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης με αριθμό ... και δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 3158/30.4.2002 Φ.Ε.Κ. - Τεύχος Α.Ε. και ΕΠΕ. Με το υπ' αριθμ. 1/20.4.2002 Πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης στις 27-5-2002 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 3949/31.5.2002 Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε., ο κατηγορούμενος ορίσθηκε διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας, την οποία εκπροσωπούσε και δέσμευε με την υπογραφή του. Με το από 13-6-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό ετήσιας διάρκειας, η εταιρία που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος συνήψε εμπορική συνεργασία με την πολιτικώς ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Σύμφωνα με αυτό η προαναφερόμενη εταιρία θα κατασκεύαζε σιγαρέτα τύπου TEKEL 2000, με τις περιγραφόμενες προδιαγραφές, τα οποία θα παρέδιδε στον κατηγορούμενο ή στους από τον τελευταίο υποδεικνυόμενους αγοραστές μετά από έγγραφη παραγγελία του και με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται σ' αυτό. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι, για τις παραγγελίες σιγαρέτων στις οποίες προέβαινε η εταιρία που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, θα προκατέβαλε ποσοστό 30% της αξίας, η δε εξόφληση του εμπορεύματος θα γινόταν με την φόρτωση ή αποστολή της παραγγελίας. Στην πράξη η εξόφληση γινόταν πάντα με μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως της ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ, τις οποίες υπέγραφε ο κατηγορούμενος. Στα πλαίσια των προαναφερόμενων παραγγελιών, ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, εξέδωσε και οπισθογράφησε προς την πολιτικώς ενάγουσα, μεταξύ των άλλων, τις παρακάτω επιταγές, πληρωτέες στον τηρούμενο με αριθμό ... λογαριασμό στην τράπεζα Πειραιώς της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας: α) Την πρώτη, με αριθμό ... και ημερομηνία έκδοσης 28-2-2004 (μεταχρονολογημένη), ποσού 47.030 ευρώ, την οποία παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα στις 11-12-2003 και αυτή εξέδωσε το με αριθμό ... δελτίο παραλαβής παρακρατηθέντων εμβασμάτων από κατάθεση, β) Τη δεύτερη, με αριθμό ... και ημερομηνία έκδοσης 13-3-2004 (μεταχρονολογημένη), ποσού 127.000 ευρώ, την οποία παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα στις 18-11-2003 και αυτή εξέδωσε το με αριθμό... δελτίο παραλαβής παρακρατηθέντων εμβασμάτων από κατάθεση. Τις επιταγές αυτές, η πολιτικώς ενάγουσα κατέθεσε στην τράπεζα Κύπρου για την κάλυψη του πιστοδοτικού της ορίου (πλαφόν πίστωσης). Οι επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους. Σε αντικατάσταση αυτών των επιταγών ο κατηγορούμενος, ως εκπρόσωπος της εταιρίας ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ, εξέδωσε σε διαταγή της πολιτικώς ενάγουσας ισόποσης αξίας επιταγές και συγκεκριμένα στις 2-3-2004 παρέδωσε στην εταιρία τη με αριθμό ... και ημερομηνία έκδοσης 20-3-2004, ποσού 47.030 ευρώ και τη με αριθμό ..., με ημερομηνία έκδοσης 10-4-2004, ποσού 127.000 ευρώ. Η τράπεζα Κύπρου δεν δέχθηκε την αντικατάσταση των πρώτων επιταγών με τις δεύτερες και έτσι θα εδημιουργείτο πρόβλημα χρηματοδότησης της πολιτικώς ενάγουσας. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος έπεισε τους εκπροσώπους της πολιτικώς ενάγουσας και συγκεκριμένα το συμβούλιο εξαγωγών της, το οποίο αποτελείτο από τον οικονομικό διευθυντή Β1, τον διευθυντή εργοστασίου Β2, τον εμπορικό διευθυντή κ. Θ1, τον γενικό διευθυντή Θ2 και την διευθύνουσα σύμβουλο Θ3, να καταθέσουν στο λογαριασμό της εταιρίας ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ, που τηρούσε στην τράπεζα Πειραιώς, το ποσό των πιο πάνω επιταγών και για να μην σφραγιστούν αυτές και ζημιωθεί η εταιρία του και για να μην δημιουργηθεί πρόβλημα στη χρηματοδότηση της πολιτικώς ενάγουσας. Για να πείσει τους εκπροσώπους της πολιτικώς ενάγουσας ότι οι δύο επιταγές που εξέδωσε σε αντικατάσταση των δύο προηγούμενων που δεν πληρώθηκαν, θα πληρωθούν οπωσδήποτε κατά τη λήξη τους, παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα στις 15-3-2004, άλλες έξι επιταγές της εταιρίας ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ σε διαταγή της πολιτικώς ενάγουσας, συνολικού ποσού 300.000 ευρώ (6 Χ 50.000), ως προκαταβολή για την αγορά και άλλων εμπορευμάτων (τσιγάρων). Πεισθέντες οι εκπρόσωποι της πολιτικώς ενάγουσας στις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου ότι οι επίδικες επιταγές αυτές θα πληρωθούν κατέθεσαν στο λογαριασμό της εταιρίας ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς σταδιακά ποσό (98.602,67) ευρώ στις 15-3-2004, ποσό (29.000) ευρώ στις 16-3-2004, ποσό (40.000) ευρώ στις 17-3-2004 και ποσά (10.000) και (7.000) ευρώ) στις 19-3-2004 και συνολικά το χρηματικό ποσό των (184.602,67) ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνετο επιπλέον το χρηματικό ποσό των (10.000) ευρώ, το οποίο κατατέθηκε εξαιτίας λογιστικού λάθους. Στις 20-3-2004 δεν πληρώθηκε η επιταγή των 47.030 ευρώ και στις 10-4-2004 δεν πληρώθηκε η επιταγή των 127.000 ευρώ και αυτές σφραγίστηκαν. Επί πλέον δε το συνολικό ποσό των 184.602,67 ευρώ, που είχε καταθέσει η πολιτικώς ενάγουσα στο λογαριασμό της ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ στην τράπεζα Πειραιώς, για να πληρωθούν οι δύο πιο πάνω επιταγές ο κατηγορούμενος είτε ο ίδιος είτε άλλος για λογαριασμό του ή κατ' εξουσιοδότησή του το εισέπραξε με συνέπεια η πολιτικώς ενάγουσα να ζημιωθεί και κατά το ποσό αυτό. Ο κατηγορούμενος αρνείται τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες και ισχυρίζεται ότι η συμμετοχή του στην εταιρία ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ έληξε στις 19-12-2003, οπότε και με το ίδιας ημεροχρονολογίας ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης ανώνυμων μετοχών πώλησε στον Ζ και του μεταβίβασε κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής το σύνολο των μετοχών του και ότι παραιτήθηκε από την θέση που κατείχε ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος στο Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα με πενταετή θητεία με διευθύνοντα σύμβουλο τον Ζ. 'Οτι το από 24-12-2003 Πρακτικό του νέου Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω εταιρίας καταχωρήθηκε στις ... στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 600/27.1.2004 Φ.Ε.Κ.-Τεύχος Α.Ε. Αρνείται ότι εξέδωσε και παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα τις επίδικες επιταγές και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συνήψε συμφωνία μαζί της και κατ' επέκταση ότι προέβη σε οποιαδήποτε πράξη πειθούς ή παραπλάνησης προς οιονδήποτε εργαζόμενο, εκπρόσωπο ή υπάλληλό της με σκοπό να τον πείσει να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ, το ποσό για το οποίο κατηγορείται, και ότι μετά την αποχώρηση του από την προαναφερόμενη εταιρία που έλαβε χώρα στις 19-12-2003, δεν είχε καμία δυνατότητα ανάληψης. Το γεγονός της αποχώρησης του κατηγορουμένου από την εταιρεία ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", προκύπτει πράγματι από το προσκομιζόμενο υπ'αριθμ. 600/27-1-2004 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αλυσιτελείς, καθώς από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι μετά από την τυπική αποχώρηση του κατηγορουμένου από την εταιρία εξακολούθησε να συναλλάσσεται και να έχει δοσοληψίες με την πολιτικώς ενάγουσα. Αυτό προκύπτει από τα με αριθμούς ... και ... δελτία δήλωσης εισαγομένων μετρητών, στα οποία, σε ανύποπτο χρόνο, μετά την τυπική αποχώρηση του από την εταιρία, δήλωσε στο Γραφείο Συναλλάγματος στο Αστυνομικό Τμήμα Κήπων Έβρου, ότι στις αντίστοιχες ημερομηνίες, εισήγαγε από την Τουρκία για λογαριασμό της ... ΑΒΕΕ, δηλαδή της πολιτικώς ενάγουσας, τα ποσά των 75.000 και 80.000 ευρώ αντιστοίχως. Επίσης, όλοι οι εξετασθέντες μάρτυρες καταθέτουν για την συνέχιση της δραστηριότητας του κατηγορουμένου και τους πρώτους μήνες του 2004. Σαφής είναι η από 23-1-2008 ένορκη κατάθεση της Μ, από την οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μετά την αποχώρησή του από την εταιρία που εκπροσωπούσε, επικοινωνούσε πολύ συχνά με τους υπαλλήλους της πολιτικώς ενάγουσας, με την οποία συνέχιζε να διατηρεί συναλλακτική σχέση. Η προαναφερόμενη μάρτυρας καταθέτει χαρακτηριστικά τα παρακάτω: "Στη συνέχεια και ενώ η συνεργασία μας συνεχιζόταν, ο Χς επισκεπτόταν την εταιρία μας για να κάνει παραγγελίες και να ελέγχει το εμπόρευμα, μέχρι την 12-3-2004. Μάλιστα έφερνε μαζί του και τους υποδεικνυόμενους ως αγοραστές, σύμφωνα με το άρθρο 1 του συμφωνητικού μας, καθώς και μία μεταφράστρια. Μπορώ να σας πω τις ημερομηνίες που μας επισκέφτηκε ο Χ, διότι, λόγω της τελωνειακής αποθήκης που διατηρούμε στην καπνοβιομηχανία, καταγράφεται η ημερομηνία και η ώρα εισόδου καθώς και η ώρα εξόδου των επισκεπτών και ελέγχονται στα στοιχεία τους. Αυτές οι ημερομηνίες είναι: 5-1-2004, 9-1-2004, 22-1-2004, 28-1-2004, 29-1-2004, 4-2-2004," 16-2-2004, 25-2-2004, 27-2-2004, 12-3-2004. Σε κάθε μία από αυτές τις επισκέψεις ο Χ μας δήλωνε και μας επιβεβαίωνε την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της Τζένεραλ Μπιλντ, χωρίς ποτέ να μας δηλώσει ή υπονοήσει με οποιοδήποτε τρόπο ότι από την 27-1-2004 που δημοσιεύτηκε το υπ' αριθμ. 600 ΦΕΚ (τ. ΑΕ και ΕΠΕ) και με το οποίο δημοσιεύτηκε η αποχώρησή του από το ΔΣ της παραπάνω εταιρίας και η αντικατάστασή του από τον Ζ, ότι αυτός αποχώρησε από την εταιρία". Προκύπτει επομένως ότι και μετά την αποχώρησή του από την εταιρία ο κατηγορούμενος συναλλασσόταν με την πολιτικώς ενάγουσα και εμφανιζόταν ως εάν να μην είχε αποχωρήσει από την ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε. Ο εκκαλών κατηγορούμενος για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του ότι δεν υπέγραψε αυτός τις επίδικες επιταγές προσκομίζει την από Σεπτεμβρίου 2008 Έκθεση Γραφολογικής Γνωμάτευσης του ειδικού Γραφολόγου .... Σύμφωνα με το πόρισμα αυτής, οι επίδικες επιταγές "κατά υψηλή πιθανολόγηση" δεν τέθηκαν από τον κατηγορούμενο, αλλά από άλλο πρόσωπο. Το πόρισμα αυτό όμως αποδυναμώνεται, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο της προδικασίας, καθώς έρχεται σε αντίθεση με όλο το εμμάρτυρο αποδεικτικό υλικός και κυρίως από το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι επιταγές σε αντικατάσταση των οποίων είχαν εκδοθεί οι επίδικες, είχαν δοθεί στην πολιτικώς ενάγουσα στις 11-12-2003 και 18-11-2003, όταν ήταν ο κατηγορούμενος και τυπικά νόμιμος εκπρόσωπος της ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε. και αυτός εξέδιδε τις επιταγές. Επομένως αυτός είχε ενδιαφέρον και μετά την τυπική αποχώρησή του από την εταιρία για την πληρωμή τους και αυτός διαπραγματεύτηκε για την αντικατάστασή τους, όπως κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες. Περαιτέρω, για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ο κατηγορούμενος ότι δεν ανέλαβε αυτός το κατατεθέν από την πολιτικώς ενάγουσα ποσό από την τράπεζα Πειραιώς, προσκομίζει την από 1-9-2008 αίτησή του προς την τράπεζα για να του χορηγηθούν αντίγραφα των παραστατικών των αναλήψεων του άνω ποσού, υποστηρίζοντας ότι έτσι θα διακριβωθεί ότι δεν ανέλαβε αυτός το εν λόγω ποσό. Ωστόσο, η ενέργεια αυτή είναι καθυστερημένη, καθώς μέχρι και σήμερα δεν έχει λάβει απάντηση και θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση ν' αποδείξει από την αρχή τον βασικό αυτό ισχυρισμό με προσκόμιση του αντιγράφου του βιβλιαρίου ή αντιγράφου του λογαριασμού. Επίσης, ο έτερος ισχυρισμός, με τον οποίο θέτει τον προβληματισμό, για το πώς μια σοβαρή εταιρία όπως η πολιτικώς ενάγουσα δέχθηκε να καταθέσει στο λογαριασμό της ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ το ποσό των επίδικων επιταγών χωρίς κάποια διασφάλιση, είναι απορριπτέος. Και τούτο γιατί, αφενός υπήρχε μεταξύ του κατηγορουμένου και των εκπροσώπων της πολιτικώς ενάγουσας σχέση εμπιστοσύνης, κυρίως όμως επειδή κατά το χρόνο της διαπραγμάτευσης είχε παραδώσει έξι άλλες επιταγές της εταιρίας ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ, συνολικού ποσού 3.000.000 ευρώ, οι οποίες αποτελούσαν συγχρόνως προκαταβολή για την αγορά άλλων προϊόντων. Η πολιτικώς ενάγουσα επομένως αποβλέπουσα στην εν λόγω πώληση των εμπορευμάτων της, πείστηκε στις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και κατέθεσε το ποσό των επίδικων επιταγών στον λογαριασμό της εταιρίας στην τράπεζα Πειραιώς. Είναι λοιπόν προφανές και προκύπτει από τον συνδυασμό των μαρτυρικών καταθέσεων και των προσκομιζόμενων εγγράφων ότι ο κατηγορούμενος, καλυπτόμενος από μία επίφαση επαγγελματισμού, σοβαρότητας και συνέπειας, την έλλειψη των οποίων δεν μπορούσε να διαγνώσει κανείς, εκμεταλλευόμενος την απόλυτη εμπιστοσύνη που είχε εμπνεύσει στους αρμόδιους υπαλλήλους της πολιτικώς ενάγουσας, παρέπεισε αυτούς να καταθέσουν στον τηρούμενο από την εταιρία του λογαριασμό το ποσό των 184.602,67 ευρώ, στο οποίο αν προστεθεί το ποσό των 127.000 ευρώ που αντιστοιχεί στο αναγραφόμενο στην υπ' αρ..... επιταγή και το ποσό των 47.030 ευρώ που αντιστοιχεί στο αναγραφόμενο στην υπ' αριθμ.... επιταγή, η τελευταία υπέστη περιουσιακή βλάβη ύψους 358.632,67 ευρώ, ΜΕ αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω: Α) Ως προς την πράξη της απάτης: Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, και 386 παρ. 1-3α' (όπως ισχύει) Π.Κ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική απάτη, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου άνω διάταξή του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ενεργώντας με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στην εγκαλούσα, παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειες του, όπως παραπάνω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία της εγκαλούσας εταιρίας που ανέρχεται στο ποσό των 358.632,87 ΕΥΡΩ, δηλαδή, υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία, για την κακουργηματική τέλεση από τον κατηγορούμενο, σε βάρος της εγκαλούσας, της εν λόγω αξιόποινης πράξεως της απάτης. Επίσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, κατά την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση αυτής και δεν επιχειρείται να στηριχθεί σε επινόηση της μηνύτριας. Ότι η ζημία της εγκαλούσας εταιρίας επήλθε κατά τον αναφερόμενο στο βούλευμα χρόνο και με τον τρόπο που περιγράφεται. Ότι δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος ως προς τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της απάτης και ως προς τον πορισμό περιουσιακού οφέλους, διότι περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση καθώς επίσης διότι δεν περιέχονται ασάφειες και αντιφατικές διατάξεις ως προς τον πορισμό του οφέλους, αφού προσδιορίζονται στο βούλευμα με πληρότητα, τόσο τα περιστατικά της απάτης και μάλιστα, της κακουργηματικής κατά την έννοια της ΠΚ 386 §§1-3α τελέσεως αυτής, όσο και ως προς τον πορισμό του οφέλους, που επήλθε από αυτή. Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεση του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει, για την προεκτεθείσα πράξη της απάτης, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Β) Ως προς την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, κατ' εξακολούθηση: Από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς εξεταζόμενα προς έλεγχο της βασιμότητος αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι, σύμφωνα με το πρωτόδικο βούλευμα, η αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτη επιταγής κατ' εξακολούθηση φέρεται τελεσθείσα τον Δεκέμβριο του έτους 2003. Αλλά, δια του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, χωρίς να ερευνήση, κατ' αρθρ. 481 §1 και 318 εν συνδ. προς 317, 309 και 310 ΚΠΔ, το ζήτημα της παραγραφής του ανωτέρω πλημμελήματος, αν και είχε παρέλθει πενταετία από του ως άνω χρόνου τελέσεώς του, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, που ιδρύει τον κατ' άρθρ. 484§1 στοιχ. στ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, ερευνώμενο αυτεπαγγέλτως, κατ' αρθρ. 484 § 2 ΚΠΔ, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή. Κατόπιν αυτών, κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και, ειδικότερα, αυτών των άρθρων 318 εδ. α' ΚΠΔ και 309 § 1 περ. β' του αυτού Κώδικα (της τελευταίας διατάξεως εφαρμοζομένης και στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου - βλ. ΑΠ 1068/2003), εφόσον η πλημμεληματική πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών τελέστηκε κατά μήνα Δεκέμβριο έτους 2003 και, μέχρι το μήνα Φεβρουάριο έτους 2009, οπότε αποφάσισε για την κατηγορία αυτή το Συμβούλιο Εφετών, η άνω πράξη είχε υποπέσει στην κατά τα άνω παραγραφή, το εν λόγω Συμβούλιο, που δεν ερεύνησε το θέμα της παραγραφής για την πράξη αυτή, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, που ιδρύει τον κατ' άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως κατά τη διάταξη ΚΠΔ § 2 του αυτού άρθρου, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη.
Συνεπώς, κατά το μέρος του αυτό, το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί και, το Δικαστήριο αυτό, σε Συμβούλιο, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την άνω πλημ/κή πράξη, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2009 και με αριθμό καταθέσεως 2/2009 ενώπιον του γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς, αίτηση του Χ κατά το μέρος της που αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, για αναίρεση του με αριθμό 62/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ως προς την άνω πράξη.
Β) Αναιρεί το προαναφερόμενο βούλευμα ως προς την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση.- Και
Γ) Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, για την αναφερόμενη στο σκεπτικό πλημ/κή πράξη.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Παραπέμπει για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία καταδικαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει κατά το μέρος αυτό την αίτηση. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, αφού κατά το χρόνο αποφάσεως του Συμβουλίου, είχε παραγραφεί η πλημμεληματική αυτή παράβαση. Δεν απεφάνθη περί αυτής το Συμβούλιο καθ' υπέρβαση (αρνητική) εξουσίας. Εξέταση αυτεπαγγέλτως αυτού του λόγου που γίνεται κατ' ουσία δεκτός. Αναιρεί για την πράξη αυτή. Παύει οριστικά το Συμβούλιο αυτό την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την άνω πλημμεληματική πράξη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναίρεση μερική, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 455/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 314/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 383/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκείμενου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε συνολική ποινή κάθειρξης δύο (2) ετών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη καθώς και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ΕΥΡΩ για τα αδικήματα της αγοράς, κατοχής ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή, αναγνωρίστηκαν δε σε αυτόν τα ελαφρυντικά του άρθρ. 84 § 2α', δ' και ε' Π.Κ. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε, ως μη τοξικομανής, αφού ο ισχυρισμός αυτού περί τοξικομανίας απορρίφθηκε ως αβάσιμος διότι "... από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε τούτο, όπως δε ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε απολογούμενος έκανε χρήση μόνο της ναρκωτικής ουσίας της ινδικής κάνναβης, η οποία δεν καθιστά τον χρήστη τοξικομανή κατά την ανωτέρω έννοια", όπως ακριβώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αναφέρεται. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση του το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και του μάρτυρα υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκε, με αύξοντα αριθμό 2, πλην άλλων, η από 20-5-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Από τη γενόμενη δε παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο πάνω έκθεση αφορά την από 20-5-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Καρδίτσας 1) ...., Νευρολόγου - Ψυχιάτρου, 2) ..., Ειδικού Παθολόγου και 3) ..., Παθολόγου, η οποία διατάχθηκε από την Ανακρίτρια Καρδίτσας (άρθρο 13 παρ. 3 Ν. 1729/87), επειδή ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε κατά την προδικασία ότι ήταν τοξικομανής. Σύμφωνα δε με το πόρισμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης ο κατηγορούμενος αναιρεσείων "πληροί τα ενιαία επιστημονικά κριτήρια για τη διάγνωση της εξάρτησης - χαρακτηρίζεται ως τοξικομανής στο χασίς κατά την έννοια του νόμου 1729/1987" όπως κατά λέξη στην έκθεση αυτή αναφέρεται. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο, στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η έκθεση αυτή, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικό μέσα. Ειδικότερα, ουδεμία μνεία γίνεται της εν λόγω ευνοϊκής για τον κατηγορούμενο εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης στην αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του στην απόφαση το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αντίθετο με αυτή συμπέρασμα, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του. Επισημαίνεται δε ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται μεν ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως πρέπει να αιτιολογείται η αντίθετη δικαστική αυτού κρίση. Η έλλειψη δε συναφούς αιτιολογίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν μνημονεύεται ειδικά στο σκεπτικό της αποφάσεως, προκειμένου να στηρίξει την κρίση της για τη βασιμότητά του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ενισχύει την άποψη ότι το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, ουδόλως έλαβε υπόψη του την εν λόγω έκθεση κατά την περί της ένοχης του κατηγορουμένου κρίση του ως μη τοξικομανούς. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 314/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση καταδικαστική. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, η δε πραγματογνωμοσύνη ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου πρέπει να μνημονεύεται ειδικά μεταξύ των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση (καταδικαστική) για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή, διότι αν και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι αναγνώστηκε μεταξύ άλλων και έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης με ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα (ότι τέλεσε τις πράξεις ως τοξικομανής), η πραγματογνωμοσύνη δεν αναφέρεται στο σκεπτικό, ούτε από το όλο περιεχόμενο της καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται μεν ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως πρέπει να αιτιολογείται η αντίθετη δικαστική αυτού κρίση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.
| 1
|
Αριθμός 453/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..., 2) ... και 3) ..., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη, περί αναιρέσεως της 659/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25.5.2009 τρεις αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 878/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 25.5.2009 τρεις αιτήσεις αναιρέσεως των: 1)..., 2) .... και 3) ..., κατοίκων ..., με τις οποίες ζητείται η αναίρεσης της υπ' αριθ. 659/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, ασκήθηκαν νομότυπα (με δήλωσή τους που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτήν ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγομένους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς τους στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 659/2009 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκδίκαση τριών ξεχωριστών εφέσεων των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 10314/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, καταδίκασε αυτούς (αναιρεσείοντες) για μη έγκαιρη καταβολή στο ΙΚΑ εργοδοτικών και εργατικών εισφορών σε συνολική ποινή φυλάκισης 24 μηνών, που μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ κάθε ημέρα φυλάκισης, και επιπλέον σε συνολική χρηματική ποινή 4000 ευρώ τον καθένα τους. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της, αναφέρεται, ως προς όλους τους αναιρεσείοντες ότι, εργοδότες όντας και ενώ απασχολούσαν εργατικό προσωπικό, δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες εργοδοτικές εισφορές τους, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 4/2002 έως 10.2003 και ανερχόταν σε 121.907,83 ευρώ και παρακράτησαν τις εργατικές εισφορές που οφείλονταν προς το ΙΚΑ και δεν απέδωσαν σ' αυτό και αφορούσαν το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ανέρχονταν δε στο ποσό των 60.953,92 ευρώ.
Η αιτιολογία όμως αυτή, που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα, μολονότι πρόκειται για εταιρική και όχι για ατομική επιχείρηση, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία της απόφασης πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση καθενός αναιρεσείοντος στην επιχείρηση αυτή και η ποινική συνευθύνη όλων, εξαιτίας της νομικής υποχρέωσής τους να παρακρατούν τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδουν αυτές στο ΙΚΑ, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της ίδιας επιχείρησης στο ΙΚΑ, αλλά απλώς αναφέρεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό η ιδιότητά τους ως εργοδοτών, χωρίς άλλη περαιτέρω διευκρίνιση, η οποία όμως αναφορά δεν αρκεί, όπως προαναφέρθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας. Επομένως, ο συναφής, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ μόνος λόγος αναίρεσης και των τριών κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ελλιπής κατά τούτο αιτιολογία της απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 659/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασφαλιστικές εισφορές. Καθυστέρηση καταβολής τους. Επί ανωνύμου εταιρείας πρέπει να αναφέρεται στην καταδικαστική απόφαση ποια η ιδιότητά τους στην εταιρεία αυτή, που κατ' αρχή εκπροσωπείται από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής και ενεργεί συλλογικά και δεν αρκεί η μνεία ότι είναι ο κατηγορούμενος εργοδότης και εντεύθεν υπόχρεος για την καταβολή των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών για τους εργαζομένους στην ανώνυμη εταιρεία. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Παραδοχή του σχετικού λόγου και αναίρεση καταδικαστικής απόφασης. Παραπομπή υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ανώνυμη εταιρία.
| 1
|
Αριθμός 454/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Κωνσταντόπουλο, περί αναιρέσεως της 1701/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1046/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και την σφραγίδα και υπογραφή του εισαγγελέα που το εξέδωσε, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Δεν ανακύπτει όμως ακυρότητα από την μη αναφορά και των άρθρων του γενικού μέρους του ΠΚ που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι η περ. α ή γ ή στ του άρθρου 13 ΠΚ, στις οποίες δίδεται ο ορισμός του δημοσίου υπαλλήλου, η έννοια του εγγράφου ή ορίζεται πότε συντρέχει κατ επάγγελμα τέλεση της πράξεως, αντίστοιχα. Δεν βλάπτει το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος η τυχόν εμφιλοχωρήσασα γραφική παραδρομή. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Κατά την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας, διαλαμβάνοντας στην έφεση του ειδικό λόγο περί τούτου. Τούτο αποτελεί την προϋπόθεση για να μπορεί να προτείνει παραδεκτά στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισμό και τούτο θα γίνει πριν την ανάπτυξη της εφέσεως από τον εισαγγελέα ή την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Στην κρινόμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για την έρευνα της βασιμότητας του πρώτου λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της 981/2007 πρωτόδικης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου (Τριμελές Πλημ/κειο Βεροίας), που εξέδωσε την ανωτέρω 981/2007 απόφαση, πρόβαλε τον ισχυρισμό περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος για τον λόγο που εκτενώς αναφέρεται στον καταχωρηθέντα στα πρακτικά εν λόγω ισχυρισμό. Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ως αβάσιμο. Κατά της αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την ... έφεση. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εκθέσεως εφέσεως, πέραν των τυπικών στοιχείων του εντύπου και την προσβολή της αποφάσεως διότι κατ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων τον κήρυξε ένοχο και του επέβαλε την ανωτέρω ποινή, περιέχεται και λόγος διότι το πρωτόδικο δικαστήριο, κατά κακή εφαρμογή του νόμου, απέρριψε την ένστασή του. Τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε παραδεκτώς κατά τα εκτεθέντα, με εκτενή ανάπτυξη, που κατέστησε ορισμένο τον λόγο της εφέσεως, κατά την συζήτησή της, ο αναιρεσείων. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του κλητηρίου θεσπίσματος τούτο έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι στην Αθήνα στις 3- 4-2002 πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα όντας υπάλληλος του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών ζήτησε με την από 1-3-2001 αίτηση του προς το άνω υπουργέ ίο, που υπέβαλλε στην Δ.Ο.Υ. ... όπου και υπηρετούσε, την μετάταξη του από τον κλάδο της κατηγορίας Υ.Ε. επιμελητών στον κλάδο της κατηγορίας Δ.Ε. εφοριακών σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2 683/1999. Επειδή για την πραγμάτωση της μετάταξης απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η κατοχή εκ μέρους του κατηγορουμένου απολυτηρίου τίτλου σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ο κατηγορούμενος συνυπέβαλλε, ως συνημμένα έγγραφα στην άνω αναφερομένη αίτηση, για την υποστήριξη του αιτήματος του το με αριθμό πρωτοκόλλου ...αποδεικτικό απόλυσης του ιδιωτικού γυμνασίου Ζ που εξεδόθη από το 4° γραφείο Β/βάθμιας εκπαίδευσης ...καθώς και την με αριθμό πρωτοκόλλου ... βεβαίωση της διεύθυνσης Ε/βάθμιας εκπαίδευσης ..., συμφωνά με την οποία ο προαναφερόμενος τίτλος είναι ισότιμος με τα απολυτήρια των πρώην εξαταξίων δημοσίων γυμνάσιων. Η αίτηση του κατηγορουμένου καθώς και τα έγγραφα που συνυπέβάλλε εξετάσθηκε στην ... από το β' υπηρεσιακό συμβούλιο του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών το οποίο με το με αριθμό ... πρακτικό του βεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την μετάταξη που ζήτησε και γνωμοδότησε παμψηφεί να γίνει δεκτή η αίτηση για την μετάταξη του. Δυνάμει της βεβαίωσης-γνωμοδότησης που συμπεριλήφθηκε στο προαναφερόμενο πρακτικό εξεδόθη η με αριθμό 1...απόφαση του υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ... (Γ τεύχος) φύλλο της εφημερίδας της Κυβερνήσεως, με την οποία ο κατηγορούμενος μετατάχθηκε από τον κλάδο της κατηγορίας Υ.Ε. επιμελητών στον κλάδο της κατηγορίας Δ.Ε. εφοριακών. Η βεβαίωση όμως στο με αριθμό 3/2004 πρακτικό πως ο κατηγορούμενος είναι κάτοχος απολυτήριου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι αναληθής όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ... ενδεικτικό του ιδιωτικού εσπερινού γυμνασίου Ζ και από το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό σπουδών του 4ου γραφείου Β/βάθμιας εκπαίδευσης ... άλλα και από την με αριθμό ... απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ... (Γ τεύχος) φύλλο της εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Ο κατηγορούμενος κατά την υποβολή της αιτήσεως του γνώριζε ότι δεν είναι κάτοχου απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αφού το με αριθμό πρωτοκόλλου ... ενδεικτικό του ιδιωτικού εσπερινού γυμνασίου Ζ και το αριθμό πρωτοκόλλου ... αποδεικτικό απόλυσης αναφέρονται στο αυτό σχολικό έτος (1970-71) και υφάρπασε την προαναφερομένη βεβαίωση-γνωμοδότηση εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στο με αριθμό πρωτοκόλλου 3506/9-9-1988 έγγραφο δεν διορθώθηκε εκ παραδρομής ο έντυπος εσφαλμένος τίτλος από "αποδεικτικό απόλυσης" στο ορθό "αποδεικτικό προαγωγής". Για παράβαση των άρθρων 1, 14, 26, 21, 51, 53, και. 220 παρ. 1 Π. Κ...".
Εν προκειμένω στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται στην αρχή μεν ότι το β' υπηρεσιακό συμβούλιο του Υπουργείου Οικονομίας καν Οικονομικών με το με αριθμό ... πρακτικό του βεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την μετάταξη που ζήτησε και γνωμοδότησε παμψηφεί να γίνει δεκτή η αίτηση για την μετάταξή του, στη συνέχεια δε στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι η άνω βεβαίωση στο με αριθμό ... πρακτικό πως ο κατηγορούμενος είναι κάτοχος απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι αναληθής, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στη συνέχεια του κλητηρίου θεσπίσματος έγγραφα. Επίσης στη συνέχεια του κλητηρίου θεσπίσματος αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος κατά την υποβολή της αιτήσεως του γνώριζε ότι δεν είναι κάτοχος απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αφού το με αριθμό πρωτ. ... ενδεικτικό του ιδιωτικού εσπερινού γυμνασίου Ζ και το με αριθμό πρωτ. ... αποδεικτικό απόλυσης αναφέρονται στο αυτό σχολικό έτος (1970-71) και υφάρπασε την προαναφερομένη βεβαίωση-γνωμοδότηση με εξαπάτηση εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στο με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο δεν διορθώθηκε εκ παραδρομής ο έντυπος εσφαλμένος τίτλος από "αποδεικτικό απόλυσης" στο ορθό "αποδεικτικό προαγωγής". Με αυτό το περιεχόμενο το κλητήριο θέσπισμα περιέχει όλα τα κατά τις ανωτέρω διατάξεις στοιχεία για την πλήρη περιγραφή της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο και δεν χρειαζόταν, όπως λέχθηκε ανωτέρω, να αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 13 ΠΚ στοιχ. α και γ που δίδουν τον ορισμό του δημοσίου υπαλλήλου και του εγγράφου, ούτε του άρθρου 71 Ν. 2683/1999, που προβλέπει την αρμοδιότητα του αναφερόμενου στο κατηγορητήριο Υπηρεσιακού Συμβουλίου να προτείνει στον αρμόδιο Υπουργό την αναφερομένη στο κατηγορητήριο μετάταξη. Δεν δημιουργεί δε ακυρότητα του κατηγορητηρίου, λόγω ασάφειας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι στην 23 σειρά της 2ης σελίδας αναφέρεται από προφανή παραδρομή ως έτος εκδόσεως του πρακτικού του Υπηρεσιακού Συμβουλίου το 2004 αντί του ορθού 2002 και στην 7 σειρά της 3ης σελίδας ως έτος εκδόσεως του με αριθμό 3506 Αποδεικτικού Απόλυσης Γυμνασίου το 1998, αντί του ορθού 1988, τα ίδια δε έγγραφα αναφέρονται στο κατηγορητήριο με τα ορθά έτη εκδόσεως τους πράγμα το οποίο άλλωστε προκύπτει και από το όλο περιεχόμενό του. Άλλωστε τις παραδρομές αυτές αποκατέστησε το Δικαστήριο με την απόφαση επί της ενοχής όπως προκύπτει από το κατωτέρω διατακτικό της. Κατ ορθή λοιπόν ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 321 ΚΠΔ το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως του ο αναιρεσείων, που πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά. Απαιτείται δηλαδή ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναληθείας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπατήσεως, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικό περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχτηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιόν του να συνάψουν κάποια δικαιοπραξία. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκοπούμενη παραδεκτώς προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως: "Ο κατηγορούμενος με την με αριθμό ... απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών διορίσθηκε ως δόκιμος υπάλληλος του κλάδου ΤΕ1 κλητήρων στη Διεύθυνση Εσωτερικών της Νομαρχίας ... και μονιμοποιήθηκε δυνάμει της με αριθμό ... απόφασης του ιδίου Υπουργού. Με τη με αριθμό ... απόφαση του Αν. Υπουργού Εσωτερικών τοποθετήθηκε σε οργανική θέση της ο Π. Δ/νσης ... και ακολούθως, δυνάμει της ..., μετατάχθηκε στον κλάδο ΥΕ επιμελητών του Υπουργείου Οικονομικών και τοποθετήθηκε σε κενή (ομοιόβαθμη) θέση στη Δ.Ο.Υ. .... Αυτός το σχολικό έτος ... φοίτησε στην ΣΤ τάξη του ιδιωτικού νυχτερινού γυμνασίου Ζ στην ..., που ήταν επτατάξιο (ως νυχτερινό), ο δε απολυτήριος τίτλος, που χορηγούσε στους αποφοίτους του, ήταν ισότιμος με τον απολυτήριο τίτλο του Δημοσίου (τότε) Γυμνασίου (ήδη λυκείου). Ο κατηγορούμενος κρίθηκε άξιος προαγωγής στην Ζ' τάξη του άνω Γυμνασίου το έτος 1971 (βλ. με αριθμό ... ενδεικτικό του γυμνασίου αυτού), πλην όμως δεν συνέχισε τη φοίτηση του στην εν λόγω τάξη με συνέπεια να μη λάβει απολυτήριο τίτλο. Το έτος 1988 απεφάσισε να συνεχίσει τη φοίτηση του στο νυχτερινό γυμνάσιο ... και για το σκοπό αυτό ζήτησε από το αρμόδιο 4° γραφείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ... πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι φοίτησε επιτυχώς στην ΣΤ' τάξη του προαναφερθέντος ιδιωτικού Γυμνασίου. Έτσι καθίσταται προφανές ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν ήταν κάτοχος απολυτηρίου τίτλου Γυμνασίου. Στη συνέχεια και η παραπάνω δημόσια υπηρεσία (4° γραφείο) εξέδωσε και χορήγησε στον κατηγορούμενο το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο με το οποίο βεβαιώνεται ότι αυτός κατά το σχολικό έτος ... παρακολούθησε επιτυχώς τα μαθήματα της ΣΤ' τάξης στο ιδιωτικό γυμνάσιο Ζ στην .... Το έγγραφο αυτό συντάχθηκε από προφανή παραδρομή όχι σε έντυπο αποδεικτικού μεταγραφής ή προαγωγής, αλλά σε έντυπο αποδεικτικού απόλυσης. Έτσι έφερε τον τίτλο "ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΑΠΟΛΥΣΗΣ" και τους λοιπούς έντυπους όρους που αρμόζουν σε αποδεικτικό απόλυσης, αν και, ως δικαιολογία έκδοσής του, αναφέρεται ότι εκδόθηκε για να το χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος για την εγγραφή του στο Νυχτερινό Γυμνάσιο .... Το αποδεικτικό αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο για τον άνω σκοπό για τον οποίο εκδόθηκε. Ακολούθως την 1-8-2001 υπέβαλε στην αρμόδιο: διεύθυνση διοικητικού του Υπουργείου Οικονομικών αίτηση με την οποία ζήτησε να μεταγαγεί στην κατηγορία Δ.Ε. εφοριακών αν και γνώριζε ότι απαραίτητη τυπική προϋπόθεση για την εν λόγω μετάταξη ήταν η κατοχή απολυτηρίου τίτλου σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι ο ίδιος στερείτο τέτοιου τίτλου. Παρά ταύτα εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι το άνω αποδεικτικό δημιουργούσε την πεπλανημένη εντύπωση ότι αυτός ήταν κάτοχος απολυτηρίου τίτλου σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης υπέβαλε μαζί με την άνω αίτηση ως δικαιολογητικό επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του προαναφερθέντος "αποδεικτού απόλυσης" στο οποίο μάλιστα είχαν διαγραφεί οι προσδιορίζοντες το είδος του γυμνάσιου έντυποι όροι "ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ-ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥ" με συνέπεια να υπάρχει ασάφεια για το αν το γυμνάσιο στο οποίο φοιτούσε ο κατηγορούμενος ήταν ημερήσιο εξατάξιο ή νυχτερινό επτατάξιο και να επιτείνεται η ως άνω προκύπτουσα από τον τίτλο και το περιεχόμενο πεπλανημένη αντίληψη. Επίσης συνυποβλήθηκε με την άνω αίτηση η με αριθμό πρωτοκόλλου ...βεβαίωση της Δ/νσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ..., με την οποία έντεχνα, έμμεσα πλην σαφώς, βεβαιώνεται ότι το χορηγηθέν στον κατηγορούμενο "Αποδεικτικό απόλυσης" είναι ισοδύναμο και ισότιμο με τα απολυτήρια των πρώην εξαταξίων δημοσίων Γυμνασίων. Η ως άνω αίτηση με τα συνοδεύοντα αυτήν πιο πάνω δικαιολογητικά προωθήθηκε στο Β Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείου Οικονομικών που ήταν αρμόδιο (αρθρ. 71 Ν. 2683/99) να προτείνει την άνω μετάταξη ή όχι του κατηγορουμένου. Έτσι ο κατηγορούμενος εμφάνισε στα ως άνω μέλη του Συμβουλίου εαυτόν, εν γνώσει της αναλήθειας, νόμιμο κάτοχο απολυτηρίου τίτλου Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα τα μέλη του εν λόγω Συμβουλίου που δε αντιλήφθηκαν ότι ο ως άνω. τίτλος δεν ήταν "ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΟΣ" να παραπλανηθούν και να δεχθούν ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η απαιτούμενη τυπική προϋπόθεση της κατοχής απολυτηρίου τίτλου σπουδών, γεγονός που καταχωρήθηκε στο σχετικό με αριθμό ...2 πρακτικό. Έτσι γνωμοδότησε υπέρ της άνω μετάταξης του. Είχε δε αυτό έννομες συνέπειες γιατί με βάση τη γνωμοδότηση αυτή εκδόθηκε η με αριθμό ... απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 1... (τεύχος Γ) ΦΕΚ με την οποία ο κατηγορούμενος μετατάχθηκε στην ως άνω Δ. Ε. κατηγορία εφοριακών. Κατ' ακολουθία αυτών πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία, την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως στο διατακτικό διαλαμβάνεται". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην ... στις 3-4-2002 πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό πού μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα όντας υπάλληλος του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών ζήτησε με την από 1-3-2001 αίτηση του προς το άνω υπουργείο, που υπέβαλλε στην Δ.Ο.Υ.... όπου και υπηρετούσε, την μετάταξη του από τον κλάδο της κατηγορίας Υ.Ε. επιμελητών στον κλάδο της κατηγορίας ΔΕ εφοριακών σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2683/1999. Επειδή για την πραγμάτωση της μετάταξης απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η κατοχή εκ μέρους του κατηγορουμένου απολυτηρίου τίτλου σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ο κατηγορούμενος συνυπέβαλλε, ως συνημμένα έγγραφα στην άνω αναφερομένη αίτηση, για την υποστήριξη του αιτήματος του το με αριθμό πρωτοκόλλου ...αποδεικτικό απόλυσης του ιδιωτικού γυμνασίου Ζ που εξεδόθη από το 4° γραφείο Β/βάθμιας εκπαίδευσης ... καθώς και την με αριθμό πρωτοκόλλου ... βεβαίωση της διεύθυνσης Β/βάθμιας εκπαίδευσης ... σύμφωνα με την οποία ο προαναφερόμενος τίτλος είναι ισότιμος με τα απολυτήρια των πρώην εξαταξίων δημοσίων γυμνασίων. Η αίτηση του κατηγορουμένου καθώς και τα έγγραφα που συνυπέβαλλε εξετάσθηκε στην ... από το β' υπηρεσιακό συμβούλιο του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών το οποίο με το με αριθμό ... πρακτικό του βεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την μετάταξη που ζήτησε και γνωμοδότησε παμψηφεί να γίνει δεκτή η αίτηση για την μετάταξή του. Δυνάμει της βεβαίωσης-γνωμοδότησης που συμπεριλήφθηκε. -στ-ο προαναφερόμενο πρακτικό εξεδόθη η με αριθμό ... απόφαση του υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ... (Γ' τεύχος) φύλλο της εφημερίδας της Κυβερνήσεως με την οποία ο κατηγορούμενος μετατάχθηκε από τον κλάδο της κατηγορίας Υ. Ε. επιμελητών στον κλάδο της κατηγορίας ΔΕ εφοριακών. Η βεβαίωση όμως στο με αριθμό ... πρακτικό πως ο κατηγορούμενος είναι κάτοχος απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι αναληθής όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ... ενδεικτικό του ιδιωτικού εσπερινού γυμνασίου Ζ και από το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό σπουδών του 4ου γραφείου Β/βάθμιας εκπαίδευσης ... αλλά και από την με αριθμό ... απόφαση του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ... (Γ' τεύχος) φύλλο της εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Ο κατηγορούμενος κατά την υποβολή της αιτήσεως του γνώριζε ότι δεν είναι κάτοχος απολυτηρίου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αφού το με αριθμό πρωτοκόλλου ... ενδεικτικό του ιδιωτικού εσπερινού γυμνασίου Ζ και το αριθμό πρωτοκόλλου ... αποδεικτικό απόλυσης αναφέρονται στο αυτό σχολικό έτος ... και υφάρπασε την προαναφερομένη βεβαίωση-γνωμοδότηση με εξαπάτηση εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στο με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο δεν διορθώθηκε εκ παραδρομής ο έντυπος εσφαλμένος τίτλος από "αποδεικτικό απόλυσης" στο ορθό "αποδεικτικό προαγωγής". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 220 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και δεν χρειαζόταν να αιτιολογεί ειδικώς το δόλο του αναιρεσείοντος, αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της πράξεως άμεσος δόλος. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο εκθέτει λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο επέτυχε ο αναιρεσείων, υποβάλλοντας τα δικαιολογητικά που αναφέρει, με τα οποία εμφάνισε εαυτόν ως κάτοχο απολυτηρίου μέσης εκπαίδευσης, ενώ γνώριζε, για τους λόγους που εκτίθενται στην απόφαση, ότι δεν είναι κάτοχος τέτοιου απολυτηρίου, αφού δεν είχε συνεχίσει την φοίτηση στη Ζ' τάξη του νυκτερινού Γυμνασίου ..., όπως είχε πρόθεση να κάνει, γι αυτό και του χορηγήθηκε το αναφερόμενο στην απόφαση ενδεικτικό φοίτησης στην ΣΤ' τάξη του νυκτερινού Γυμνασίου Ζ, στο οποίο από παραδρομή αναφέρεται ότι είναι ενδεικτικό απόλυσης. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύθηκε για να παραπλανήσει το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείου Οικονομικών που είχε την προς τούτο, κατά την αναφερόμενη διάταξη, αρμοδιότητα και να γνωμοδοτήσει υπέρ της μετατάξεως του, με αποτέλεσμα να επακολουθήσει η έκδοση της Υπουργικής αποφάσεως περί μετατάξεως του από την κατηγορία των επιμελητών σ εκείνη των εφοριακών. Είναι αδιάφορο για την στοιχειοθέτηση της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος πως επιτεύχθηκε η παραπλάνηση, εφόσον στο απολυτήριο αναφέρεται ως αιτία εκδόσεως του η εγγραφή του στο νυκτερινό Γυμνάσιο της ..., αφού στην παραπλάνηση μπορεί να συντελέσει και αβλεψία του υπαλλήλου, εν προκειμένω των μελών του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, τα οποία περιορίσθηκαν στον τίτλο του αποδεικτικού και δεν ενέκυψαν στο περιεχόμενό του, καθόσον, μεταξύ των δικαιολογητικών που υπέβαλε ο αναιρεσείων, περιλαμβανόταν και η αναφερόμενη στην απόφαση βεβαίωση της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ..., στην οποία βεβαιώνεται ότι το "Αποδεικτικό απόλυσης" είναι ισοδύναμο και ισότιμο με το απολυτήριο των πρώην εξαταξίων Δημόσιων Γυμνασίων. Είναι δε αδιάφορο ποιος συνέταξε τη βεβαίωση αυτή ή με ποιο τρόπο επιτεύχθηκε η χορήγηση της, ούτε ασκεί επιρροή το ότι η γνωμοδότηση εκδόθηκε μετά από αξιολόγηση, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη και όχι απλή καταγραφή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, των υποβληθέντων δικαιολογητικών και δεν ήταν υποχρεωτική για τον Υπουργό, αρκεί ότι με βάση αυτή εκδόθηκε η περί μετάταξης υπουργική απόφαση, όπως επίσης είναι άνευ εννόμου επιρροής αν την διαγραφή των εντύπων λέξεων του "Αποδεικτικού Απόλυσης" "ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΝΥΚΤΕΡΙΝΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ" την έκανε ο αναιρεσείων ή άλλο άτομο η ακόμη και ο καταρτίσας το αποδεικτικό προσθέτοντας τη λέξη "Γυμνασίου". Σημασία έχει ότι με το συγκεκριμένο αποδεικτικό, σε συνδυασμό και με το ανωτέρω πιστοποιητικό ισοτιμίας, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, επέτυχε ο αναιρεσείων να παραπλανήσει τα μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, τα οποία δεν επέδειξαν επιμέλεια κατά την αξιολόγηση των δικαιολογητικών και έτσι παραπλανήθηκαν, άλλωστε σε κάτι τέτοιο στηρίχθηκε και ο αναιρεσείων όταν υπέβαλε την αίτηση μετατάξεως στην οποία επισύναψε τα ανωτέρω δικαιολογητικά, προκειμένου να υφαρπάσει την απαραίτητη κατά τον νόμο γνωμοδότηση περί του ότι διέθετε το απαραίτητο προσόν της κατοχής απολυτηρίου μέσης εκπαίδευσης ή ισοτίμου με αυτό τίτλου, η οποία ήταν ανακριβής, αφού ο αναιρεσείων, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, όπως γνώριζε για τον λόγο που εκτίθεται σ αυτήν, δεν διέθετε τέτοιο. Η γνωμοδότηση αυτή που απετέλεσε και το αναγκαίο, κατά νόμο προαπαιτούμενο, είχε ως έννομη συνέπεια την έκδοση της υπουργικής περί μετάταξης απόφασης. Κατ ακολουθία τούτων αβάσιμα πλήττει ο αναιρεσείων την εκκαλουμένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 220 ΠΚ με τους δεύτερο και τρίτο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' και Δ' ΚΠΔ, λόγους αναιρέσεως. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την 42/2-7-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1701/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 3 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Έννοια. Στοιχεία (ΑΠ 686/2009, ΑΠ 562/2007). Στοιχεία που πρέπει να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα για να είναι έγκυρο (ΑΠ 1647/ 2006). Τι νοείται ως άρθρο ποινικού νόμου (ΑΠ 2501/2005). Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος ελλείψει των στοιχείων που απαιτούνται. Πότε και πώς προβάλλεται παραδεκτώς (ΑΠ 142/2010, ΑΠ 608/2009, ΑΠ 972/2003, ΑΠ 1513/2003). Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Εσφαλμένη ερμηνεία, εφαρμογή, εκ πλαγίου παράβαση - Πότε (ΑΠ 142/2010, ΑΠ 250/2009, ΑΠ 173/2009). Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Κλητήριο θέσπισμα.
| 1
|
Αριθμός 455/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2346/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3845/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 14-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28§ 1 του Συντάγματος, 1§1 και 3 εδ. β, 5 §1 του α.ν. 539/1945, 1§1 στοιχ. ε' της υπ' αρ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί κανονικών κατ' έτος αδειών µετ' αποδοχών" η οποία κυρώθηκε µε το ν. 2081/1952, 3 του ν.δ. 3755/1957, µε το οποίο προστέθηκε στην § 1 του άρθρου 5 του α.ν.539/1945, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του α.ν. 539/1945, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων αυτών δίνουν το δικαίωμα για ετήσια άδεια µε αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη της άδειας που προβλέπεται από τον α.ν. 539/1945, που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίζεται µε το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής και αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος αρνήθηκε την χορήγηση στον εργαζόμενο της νόμιμης κατ' έτος αδείας του, μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%. Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 § 15 του Ν. 4504/1966,με την οποία ορίζεται ότι "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ` έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαϊου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ` αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού", προκύπτει σαφώς, ότι δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ' αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και το συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν, ενώ η ως άνω προσαύξηση 100% αφορά μόνον στις αποδοχές και όχι και στο επίδομα αδείας, αφού ο νόμος αναφέρεται ρητά στις αποδοχές αδείας και όχι στο επίδομα (Ολ. ΑΠ 32/2005), η δε προβλεπόμενη στην §1 του άρθρου 4 του ανωτέρω α.ν 539/1945, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το άρθρο 3§15 του ν. 4504/1966, υποβολή αίτησης του μισθωτού προς χορήγηση της αδείας του, το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτή και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματός του λήψεως αυτής. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3,174,680, 679 του ΑΚ, μ' εκείνες των άρθρων 8 του ν.2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 του Α.Ν.537/1936, 2 §1, 3 §1 και 25 § 2 του Ν.3239/1955 και 5 § 5 του αναφερόμενου και παραπάνω α.ν. 539/1945, συνάγεται σαφώς ότι είναι ανίσχυρη η δήλωση του μισθωτού με την οποία παραιτείται από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του. Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων των εργαζομένων που προβλέπονται από το νόμο, τις ΕΣΣΕ ή άλλες κανονιστικές διατάξεις. Εξάλλου η υπ' αριθ. 93/104/ΕΚ Οδηγία εκδόθηκε µε βάση το άρθρο 118 Α της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ έχουν αντικατασταθεί από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) και καθορίζει, σύμφωνα µε το άρθρο 1, παράγραφος 1, τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας, όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Το τμήμα
ΙΙ της Οδηγίας προβλέπει τα μέτρα που υποχρεούνται να λαμβάνουν τα κράτη µέλη, ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει ελάχιστη περίοδο ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης, καθώς και ετήσια άδεια µετ' αποδοχών. Ρυθμίζει επίσης το χρόνο διαλείμματος και την ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας. Όσον αφορά την ετήσια άδεια, το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει τα εξής "1.Τα κράτη µέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζόμενους ετήσια άδεια µετ' αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα µε τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2.Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας µετ' αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση µόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης". Περαιτέρω, το άρθρο 17 της οδηγίας προβλέπει την ευχέρεια παρεκκλίσεων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από διάφορες διατάξεις της οδηγίας αυτής, χωρίς να αναφέρει σχετικώς το άρθρο 7. Η Οδηγία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τις 2 Αυγούστου 2004 από την Οδηγία 2003/88/ΕΚ της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά µε ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕL 299, σελ. 9). Το άρθρο 7 της Οδηγίας παρέμεινε αμετάβλητο. Ταυτόσημη είναι και η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ. 88/1999, µε το οποίο η άνω οδηγία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό µας δίκαιο, σύμφωνα µε την οποία η ελάχιστη περίοδος ετήσιας αδείας µετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση, µόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης. Από τη σαφή γραμματική διατύπωση, αλλά και από το πνεύμα και το σκοπό των παραπάνω διατάξεων, δηλαδή τόσο του άρθρου 7 παρ.2 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, όσο και του άρθρου 7 παρ.2 του Π.Δ 88/1999, συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση που θεσπίζει η διάταξη αυτή, αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στο μισθωτό την ανάπαυση και την ανανέωση των δυνάμεων του, κάθε έτος, για το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί, δε, να συναχθεί από τη συγκεκριμένη διάταξη συμπέρασμα ότι στην περίπτωση που δεν χορηγηθεί η άδεια μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο αφορά, ο μισθωτός έχει υποχρέωση να δεχτεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικά με την άδεια του έτους εκείνου, μη δικαιούμενος να ζητήσει την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας αποζημίωση, λόγω μη χορηγήσεως της αδείας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57, "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ` ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής), όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω: Ο ενάγων προσελήφθη στις 20-1-1982 ως έκτακτος υπάλληλος, από την εναγομένη, η οποία, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν.4468/1960, όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 360/1991 και με τους Ν.1914/1990 και 1947/1991, εξήλθε μεν από το "Δημόσιο Τομέα", πλην όμως εξακολουθεί να ανήκει στην κατηγορία των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Από το έτος 1985 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (Κ.Κ.Π/Δ.Ε.Η), που θεσπίστηκε με την από 4-10-1973 ΕΣΣΕ, σύμφωνα με την § 5 του άρθρου 7 του Ν.3239/1955, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β 1274/1973 και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ/τος 210/1974 και επομένως έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως τροποποιήθηκε με την § 3 του Κεφαλαίου Α' της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ, που κυρώθηκε με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ. Β'277. Από την ημερομηνία πρόσληψης του υπηρέτησε στη Διεύθυνση Περιφέρειας Αττικής, μέχρι την 30-11-1993, οπότε μετατέθηκε στον Τομέα Ασφάλειας Εγκαταστάσεων της Διεύθυνσης Προσωπικού. Από το άρθρο 3 του ως άνω Κανονισμού της ΔΕΗ, σε συνδυασμό με τ' αναφερόμενα στα προσκομιζόμενα από την εναγομένη έγγραφα εκδόσεώς της, με στοιχεία ΣΟΔΙΔ ΠΙ (1990), παρ. Δ 20.7 και ΜΟΔ 8-3/14-3-1996, προκύπτει ότι ο ενάγων δικαιούταν να λάβει είκοσι πέντε (25) ημέρες άδειας αναψυχής για καθένα των ετών 2002, 2003 και 2004, οι οποίες έπρεπε να του χορηγηθούν έως την 1-1-2003, 1-1-2004 και 1-1-2005, αντίστοιχα. Με την υπ' αριθμόν πρωτ. ... αίτηση-δήλωσή του προς την αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης ζήτησε την έγκριση μεταφοράς της κανονικής του άδειας του έτους 2002, διάρκειας 25 ημερών, στο έτος 2003, δηλώνοντας ανεπιφύλακτα ότι θα λάβει αυτούσια την κανονική άδεια του έτους αυτού (2002) και ότι δεν προτίθεται να ζητήσει την καταβολή των αντίστοιχων αποδοχών του. Αντίθετα, το έτος 2003 χορηγήθηκε στον ενάγοντα η κανονική άδειά του, ενώ για το έτος 2004, ο ενάγων δεν έλαβε την κανονική του άδεια. Η ως άνω προβλεπόμενη από τον α.ν. 539/1945 και τις Σ.Σ.Ε. των ετών 2002 και 2004 ετήσια (κανονική) άδεια, έπρεπε να χορηγηθεί στον ενάγοντα οπωσδήποτε μέσα στο έτος στο οποίο αφορούσε, µη επιτρεπομένης, της μεταφοράς αυτής στο επόμενο ή σε μεθεπόμενα έτη.
Συνεπώς, η γενόμενη μεταφορά στο επόμενο έτος των ημερών άδειας αναψυχής του ενάγοντος για το έτος 2002, είναι ανίσχυρη (άκυρη), έστω και αν έγινε µε τη συναίνεσή του, όπως άκυρη είναι και η παραίτηση του από το δικαίωμα λήψης των αντίστοιχων αποδοχών αδείας του. Συνακόλουθα, εφόσον η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα τις αντίστοιχες ημέρες αδείας του για τα έτη 2002 και 2004, είναι υποχρεωμένη, να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας του, μη δυνάμενη να εκπληρώσει την συγκεκριμένη νόμιμη υποχρέωσή της με τη χορήγηση σ' αυτόν αυτούσιων των συγκεκριμένων ημερών της αδείας του. Περαιτέρω, υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τις παραπάνω αποδοχές αδείας προσαυξημένες, κατά ποσοστό 100%, αφού, η µη χορήγησή τους οφείλεται σε υπαιτιότητα (ελαφρά αμέλεια), των οργάνων της, τα οποία, ήταν υποχρεωμένα, πριν από τη λήξη κάθε ημερολογιακού έτους, να του χορηγήσουν την ετήσια άδειά του, έστω και αν ο ενάγων δεν υπέβαλε την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 § 1 του ως άνω α.ν. 539/1945 αίτηση. Ενόψει των προαναφερομένων, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίθηκαν απορριπτέοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι ο ενάγων δεν δικαιούται α) αποζημίωση για τις μη χορηγηθείσες σ' αυτόν ημέρες άδειας αναψυχής των επιδίκων ετών, καθόσον τούτο απαγορεύεται ρητά από τη διάταξη του άρθρου 7 § 2 του Π.Δ/τος 88/1999, β) τις επίδικες αποδοχές αδείας, καθόσον παραιτήθηκε αυτών, με την έγγραφη αίτηση-δήλωσή του, ενώ η μεταφορά των ημερών αδείας του έτους 2002 στο επόμενο έτος έγιναν κατόπιν της ως άνω αιτήσεως του, και γ) την προσαύξηση σε ποσοστό 100% των αποδοχών αδείας του, αφού ουδέποτε υπέβαλε προς αυτή έγγραφη αίτηση. Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποδοχές αδείας που δεν έλαβε, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: α) για το έτος 2002 1650,87 ευρώ, β) για το έτος 2004, 2.159,84 ευρώ. Ακολούθως εξαφάνισε την 2346/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και στη συνέχεια, δέχθηκε, εν μέρει, την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα παραπάνω ποσά, προσαυξημένα κατά 100%. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο Α)όσον αφορά την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο των παραπάνω ποσών, δίχως την προσαύξηση, ως αποζημίωσης για τη μη χορήγηση της κανονικής του αδείας, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και των άρθρων 7 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, και 7 παρ.2 του Π.Δ. 88/1999. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του K.Πολ.Δ., πρώτος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Β)παραβίασε,όμως, τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του αν.ν.539/1945 που προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57, και του άρθρου 330 του ΑΚ, διότι, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τα παραπάνω ποσά των 1650,87 ευρώ και 2.159,84 ευρώ, προσαυξημένα κατά 100%, λόγω μη χορήγησης των κανονικών αδειών, εντός των ετών 2002 και 2004, χωρίς όμως να αναφέρει, αν ο αναιρεσίβλητος ζήτησε τις παραπάνω άδειες και η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να τις χορηγήσει σ' αυτόν.Επομένως είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πιο πάνω κεφάλαιο της, ήτοι κατά το μέρος που αφορά την προσαύξηση 100% της οφειλόμενης άδειας για τα έτη 2002 και 2004 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας,λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων( άρθρ. 183,178 και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την 3845/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το άνω κεφάλαιο στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ και του άρθρου7 παρ. 2 του Π.Δ. 88/1999, συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας, στην περίπτωση δε που αυτή δεν χορηγηθεί μέχρι τη λήξη του έτους, ο μισθωτός δεν έχει υποχρέωση να δεχτεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας δεν απαιτείται η υποβολή αιτήσεως, όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της κατά 100% προσαυξήσεως, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.
| null | null | 0
|
Αριθμός 457/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (Ο.Α.Ε.Ε.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Μούτσου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Από Χ1 έως Χ38, όλων κατοίκων .... Οι 20η, 24η, 25η, 26η, 27ος, 29η, 31ος, 32η, 33η, 35η και 36η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κουρέντα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Οι 1η, 2ος, 3ος, 4ος, 5η, 6ος 7η, 8η, 9η, 10ος, 11η, 12ος, 13η, 14η, 15η, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 21η, 22η, 23η, 28ος, 30η, 34ος, 37η και 38η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6199/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.-Από τις αντίστοιχες της σειράς των απολειπόμενων αναιρεσιβλήτων στην κρινόμενη αίτηση επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ..., ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας ..., .... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και τις κάτω από αυτές βεβαιώσεις του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο έγιναν οι επιδόσεις, ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., 5084 Γ7 10-8-2009 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας ...οδικείο Βόλου ...της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αγρινίου ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...και τις κάτω από αυτές βεβαιώσεις του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο έγιναν οι επιδόσεις και ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ορεστιάδας ..., προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους Χ1 μέχρι Χ25, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Επομένως, εφόσον οι άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών.
II.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 §§ 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11 § 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997) και 1 § 6 του ν. 1256/1982, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές ως προσαύξηση μισθού για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της. Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 § 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στον δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας (πρβλ. για το μισθό με ποσοστό επί των εισπράξεων και τα άρθρα 648 και 654 ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 § 1 του Ν. 2839/2000 "1. Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.3.2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. α'και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31.3.2000: α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες, β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1.1.1995 και εφεξής, δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55198 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α'), ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται". Κατά δε την § 4 "Προσωπικό το οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης με σύμβαση μίσθωσης έργου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992, υπάγεται στις ρυθμίσεις της παρ. 1 υπό την προϋπόθεση ότι έχει συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, κατά την 31.3.2000, είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον μήνες, επιφυλασσομένων των προϋποθέσεων των εδαφίων γ', δ' και ε' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Καθήκοντα των υπαγομένων στην παρούσα παράγραφο είναι η συνέχιση κάθε εσωτερικής ή εξωτερικής υπηρεσίας που θα τους ανατεθεί αρμοδίως, συμπεριλαμβανομένης και της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών με ένσημα. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις περί μισθοδοσίας προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου διατάξεις, πλην αυτών που ασχολούνται, μέχρι την ολοκλήρωση της μηχανογράφησης, με την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών με ένσημα (εξωτερικές εισπράξεις) που εξακολουθούν να αμείβονται με ποσοστά επί των εισπράξεων". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 της από 10-3-1989 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. , που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 213 Β' της 23-3-1989 ύστερα από την 12756/89 Α.Υ. Εργασίας, σε όλους του έγγαμους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλλου, χορηγείται επίδομα γάμου σε ποσοστό 10%. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παραγρ. 2 της 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών. Με τα εδ. α' και β' της παρ. 2 της υπ' αριθ. 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 21378/4372/17-5-1976 απόφαση του Υπουργείου Απασχολήσεως, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 671 τεύχος Β' της 20-5-1976 ΦΕΚ και κυρώθηκε (η ως άνω παρ. 2) με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 435/1976, ορίστηκε ότι, κατά τις 13-2-1976 έναρξη της ισχύος αυτής, χορηγείται στους μισθωτούς και υπό τις σ' αυτήν προϋποθέσεις επίδομα γάμου από 5% και ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται επί του κατώτατου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου, που ορίζεται από την εκάστοτε σε ισχύ οικεία συλλογική σύμβαση, απόφαση διαιτησίας ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται προς τις τυχόν υπέρτερες των κατώτατων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, ενώ συμψηφίζεται σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου. Κατά δε την παρ. 1 περ. β' εδ. εε' της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης "τα υπό της παρούσης καθοριζόμενα κατώτατα όρια μισθών (μισθοί ασφαλείας), αποτελούν κατώτατα όρια και για τους εκ των υπαλλήλων απασχολουμένους εις σταθερόν εργοδότην και αμειβόμενους κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον σύστημα αμοιβής, υποχρεουμένου του οικείου εργοδότου , όπως συμπληροί ταύτα κατά το τυχόν ελλείπον ποσόν". Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: " Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη χορήγηση στους εφεσίβλητους (ήδη αναιρεσιβλήτους) του επιδόματος γάμου και ανήλικου παιδιού για το μετά την κατάταξή τους χρονικό διάστημα αποτελεί δυσμενή διάκριση σε βάρος τους έναντι των άλλων εργαζομένων που το λαμβάνουν, η οποία διάκριση δεν δικαιολογείται, αφού παρέχεται ίσης αξίας εργασία, επιδικάζοντας στον καθένα τα αναφερόμενα στην εκκαλουμένη ποσά, με βάση την ημερομηνία κατάταξής του, την οικογενειακή του κατάσταση και τις καταβολές που δέχθηκε ότι είχαν γίνει σε ορισμένους από τους εφεσίβλητους για μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του εκκαλούντος. Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι οι εφεσίβλητοι δεν δικαιούνται την προβλεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις οικογενειακή παροχή ούτε για το μετά τη κατάταξή τους χρονικό διάστημα α)... και β) διότι η παρ. 4 εδαφ. γ' του ν. 2839/2000 ρητώς εξαιρεί από τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του ν. 2470/1997, όσους από τους κατατασσόμενους ασχολούνται με την είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, όπως οι εφεσίβλητοι.... Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι , όπως σαφώς συνάγεται από το κείμενο της παρ. 4 εδαφ. γ' του ν. 2839/2000, η διάταξη αυτή σκοπό έχει να ρυθμίσει το ζήτημα των τακτικών αποδοχών (βασικό μισθό και τακτικά επιδόματα) που θα λαμβάνουν οι κατατασσόμενοι υπάλληλοι και δεν έχει την έννοια του αποκλεισμού όσων από αυτούς ασχολούνται με την είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών από όλες τις προβλεπόμενες με το ν. 2470/1997 παροχές". Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι οι πιο πάνω εφεσίβλητοι δικαιούνται της προβλεπόμενης από το άρθρο 12 § 1 οικογενειακής παροχής για το μετά την κατάταξη τους χρονικό διάστημα, αν και με διαφορετική αιτιολογία, δηλαδή όχι με ευθεία εφαρμογή του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη υπουργική απόφαση και τις διατάξεις του άρθρου 17 ν. 2839/2000, αλλά με εφαρμογή του άρθρου 22 § 1 Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις παραπάνω διατάξεις και τη διάταξη του άρθρου 4 της από 10-3-1989 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., επικυρώνοντας δε μετά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης και κατ' ουσίαν του έφεση του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, έστω και με την εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, όσον αφορά την ευθεία εφαρμογή του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη σ' αυτήν υπουργική απόφαση και τις διατάξεις του άρθρου 17 ν. 2839/2000, εκ των οποίων εκείνη της παρ. 4 εδ. γ' του τελευταίου άρθρου ρητώς εξαιρεί από τις περί μισθοδοσίας προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου διατάξεις, συνεπώς, και από την παροχή του οικογενειακού επιδόματος, τους ασχολούμενους με την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών με ένσημα (εξωτερικές εισπράξεις), οι οποίοι, όμως, δικαιούνται του επιδόματος αυτού κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 της από 10-3-1989 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που δεν υπέβαλαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-5-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6199/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το οικογενειακό επίδομα παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8,11 παρ. 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997) και 1 παρφ. 6 του ν. 1256/1982,ως προσαύξηση μισθού για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της. Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τηδιάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαόυ στον δημόσιο τομέα, σύμφωνα με την οποία ως αοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 458/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυκοκάπη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6344/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το δεύτερο μέρος της διατάξεως του αριθμού 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας συνιστάμενο σε παραδοχή καθ ύλην αρμοδιότητας αυτού του ίδιου, όχι όμως και όταν το πολυμελές πρωτοδικείο, που επιλαμβάνεται εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ειρηνοδικείο), που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 305/2005 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, εσφαλμένα δεν δέχτηκε αυτεπαγγέλτως με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το εν λόγω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην για εκδίκαση της υποθέσεως και δεν παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι το αποδιδόμενο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αλλ' ούτε και από άλλο αριθμό του άρθρου αυτού, το οποίο περιοριστικά προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως που μπορούν να προταθούν (ΑΠ 574/2009).
II.- Από τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία, αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτήν άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι, συνεπώς, δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση. Η πιο πάνω αρχή (της ίσης μεταχειρίσεως) έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1β' του Συντάγματος. Περαιτέρω, με τις από 14-3-1985 και 10-5-1985 (τροποποιητική της πρώτης) Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίστηκαν μεταξύ ΟΤΕ - Α.Ε. και ΟΜΕ-ΟΤΕ, κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμούς καταθέσεων 41/1985 και 66/1985, αντίστοιχα, και ισχύουν από 1-1-1985, θεσμοθετήθηκε και ισχύει για το τακτικό προσωπικό της ΟΤΕ - Α.Ε. ενιαίο μισθολόγιο, με το οποίο το προσωπικό, ανεξάρτητα από το βαθμό που κατέχει, διακρίνεται από την στάθμη εκπαίδευσής του, σε κατηγορίες, με βάση τις οποίες εντάσσεται και εξελίσσεται στα καθοριζόμενα μισθολογικά κλιμάκια (μ. κ.). Ο όρος 8 της πιο πάνω Ε.Σ.Σ.Ε., που περιλαμβάνει τους πάγιους κανόνες ένταξης του προσωπικού στα μ. κ., ορίζει στην παρ. 1 ότι η ένταξη σ' αυτά γίνεται με βάση τη στάθμη εκπαίδευσης του και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στον ΟΤΕ ως μόνιμου, δόκιμου ή έκτακτου, ενώ με τον όρο 2 παρ. 1 αυτής το προσωπικό διακρίνεται από τη στάθμη της εκπαίδευσης του στις μισθολογικές κατηγορίες: ΣΕ ( στοιχειώδους εκπαίδευσης), ΓΕ (γυμνασιακής εννεαετούς εκπαίδευσης), ΜΕ (μέσης δωδεκαετούς εκπαίδευσης), ΑΡ2 (ανώτερης διετούς εκπαίδευσης), ΑΡ3 ( ανώτερης τριετούς εκπαίδευσης), ΑΡ4( ανώτερη τετραετούς εκπαίδευσης), ΑΤ4 (ανώτατης τετραετούς εκπαίδευσης) και ΑΤ5 (ανώτατης πενταετούς εκπαίδευσης). Με τον όρο 3 του μισθολογίου καθορίστηκε η ένταξη του προσωπικού στα μ.κ. και η εξέλιξή του. Ο όρος 11 τούτου περιέχει διατάξεις μεταβατικής ισχύος, για το προσωπικό που υπηρετούσε ήδη στον ΟΤΕ κατά την εισαγωγή του μισθολογίου. Ειδικότερα, ο όρος αυτός προβλέπει στην παρ. 1 ότι στα μ. κ. εντάσσεται μόνο το δόκιμο και μόνιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985, ενώ , κατά τον ίδιο όρο, το προσωπικό των κλάδων Ι, II και III του ΓΚΠ-ΟΤΕ ( Διοικητικό, Οικονομικό, Τεχνικό) εντάσσεται στο μισθολόγιο με βάση τα τυπικά του προσόντα, ανεξάρτητα από τους περιορισμούς του άρθρου 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ στους τίτλους σπουδών. Ακολούθως, υπογράφηκε η από 21-3-1989 ΕΣΣΕ (δημ/κε με την Α. Υ.Ε. 13468/1989), που τροποποίησε και συμπλήρωσε το μισθολόγιο του 1985 και προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το προσωπικό ΑΡ 2 εξελίσσεται σε 15 μ.κ., με εισαγωγικό το 11° μ.κ. και καταληκτικό το 25ο μ.κ. , το προσωπικό ΑΡ3 σε 15 μ.κ. με εισαγωγικό το 12ο μ.κ. και καταληκτικό το 26° μ.κ. , το προσωπικό ΑΡ 4 σε 15 μ.κ. με εισαγωγικό το 13° μ.κ. και καταληκτικό το 27° μ.κ., το προσωπικό ΑΤ4 σε 16 μ.κ. με εισαγωγικό το 13° μ.κ και καταληκτικό το 28° μ.κ., το προσωπικό ΑΤ5 σε 14 μ.κ. με εισαγωγικό το 15° μ.κ. και καταληκτικό το 28° μ.κ. Το προσωπικό με τίτλο σπουδών ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης που υπηρετούσε την 1-1-1985 είτε ως μόνιμο είτε ως δόκιμο εντάχθηκε στο μισθολόγιο βάσει της στάθμης εκπαίδευσης και των ετών σπουδών, ανεξάρτητα αν οι τίτλοι σπουδών τους αναγνωρίζονται ή όχι από του άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ. Η ως άνω ρύθμιση δεν ίσχυε για το προσωπικό που υπηρετούσε ως έκτακτο την 1-1-1985, καθώς και για το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985 αλλά απέκτησε μετά την ημερομηνία αυτή τίτλους σπουδών που δεν προβλέπονται για την ειδικότητα του, αφού για την κατηγορία αυτή των υπαλλήλων ίσχυε η διάταξη του 2ου όρου του μισθολογίου, σύμφωνα με την οποία οι τίτλοι σπουδών που λαμβάνονται υπόψη για τη διάκριση κάθε κατηγορίας είναι αυτοί που για κάθε κλάδο του προσωπικού προσδιορίζονται στο ΓΚΠ-ΟΤΕ Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 25-3-1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως διοικητική υπάλληλος και εντάχθηκε στη συνέχεια την 1-1-1988 στο τακτικό προσωπικό της στον εισαγωγικό βαθμό ΔΕΠ5 και έκτοτε εξελίχθηκε κανονικά υπηρετούσα μέχρι σήμερα. Η εναγομένη, με βάση τις διατάξεις του όρου II του μισθολογίου, ενέταξε τους υπηρετούντες την 1-1-1985 πτυχιούχους που ήταν μόνιμοι ( αν και τα πτυχία τους δεν ήταν αυτά που προβλέπει ο ΓΚΠ-ΟΤΕ), όπως (ενδεικτικά) τους .... Με την 2024/1-9-1987 απόφαση του το Δ.Σ. της εναγομένης ενέταξε στο μισθολόγιο και εκείνους που υπηρετούσαν σ' αυτήν ως έκτακτοι την 1-1-1985 και μονιμοποιήθηκαν αργότερα, όπως (ενδεικτικά) την Ν και τον Μ, που προσλήφθηκαν στις 22-1-1981 και 4-4-1983, αντίστοιχα, και ήταν πτυχιούχοι, καθώς και άλλους μισθωτούς που ήταν μόνιμοι την 1-1-1985 και εντάχθηκαν ως πτυχιούχοι αν και απέκτησαν τα πτυχία τους μετά την ημερομηνία αυτή, όπως (ενδεικτικά) τους Κ, Ξ και Λ. Η ενάγουσα, η οποία ήταν πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας, προσλήφθηκε μετά την 1-1-1985, εντάχθηκε στην κατηγορία ΜΕ από 1-9-1994 ως ΑΡ2, από 1-4-1999 ως ΤΕ2 και από 1-6-2001 ως ΤΕ, λαμβάνοντας τις αποδοχές που αντιστοιχούν στα κλιμάκια των κατηγοριών αυτών, ενώ παρείχε στην εναγομένη τις ίδιες υπηρεσίες με τους προαναφερόμενους συναδέλφους της, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και είχε τα ίδια με τους προαναφερόμενους τυπικά προσόντα. Η εναγομένη με την παραπάνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της (για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού της που υπηρετούσε την 1-1-1985 στο μισθολόγιο και μάλιστα στην κατηγορία ΑΤ4) προέβη σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους εργαζομένους, αφού η παροχή αυτή δεν έγινε κατ' επιταγή διατάξεως, ενόψει του ότι οι όροι των προαναφερόμενων ΕΣΣΕ αναφέρονται μόνο στο μόνιμο και δόκιμο προσωπικό, ο αποκλεισμός δε από την οικειοθελή αυτή παροχή του προσωπικού που προσλήφθηκε μετά την 1-1-1985, όπως είναι και η ενάγουσα, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, αφού η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι δίκαιη και εύλογη, καθόσον δεν συντρέχει ειδικός και σοβαρός λόγος που να τη δικαιολογεί. Ούτε συνιστά τέτοιο λόγο το γεγονός ότι οι αναφερόμενοι συνάδελφοι της ενάγουσας υπηρετούσαν ως έκτακτοι τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ αυτή προσλήφθηκε αργότερα. Αλλά, ακόμη, και αν η ένταξη αυτή είχε γίνει κατ' επιταγή του νόμου, δηλ. του άρθρου ίί αρ 1 και 14 των ανωτέρω ΕΣΣΕ, οι οποίες έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, και πάλι η ρύθμιση αυτή, που έγινε χωρίς να προκύπτει ύπαρξη λόγων γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος που να τη δικαιολογούν (ούτε η εναγομένη επικαλείται κάτι τέτοιο), επιφέρει αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση και γι' αυτό είναι ανίσχυρη και πρέπει για την αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, να εφαρμοστεί και προς όφελος της ενάγουσας, σε βάρος της οποίας έγινε η δυσμενής διάκριση, η ίδια ευνοϊκή ρύθμιση και να θεωρηθεί η ενάγουσα εντακτέα στα ανωτέρω μισθολογικά κλιμάκια που εντάχθηκαν οι παραπάνω συνάδελφοι της. Και συνεχίζει Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος έφεσης. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, έστω και με την εν μέρει εσφαλμένη κύρια αιτιολογία, όσον αφορά την ένταξη των υπηρετούντων την 1-1-1985 πτυχιούχων που ήταν μόνιμοι ..., καθώς και την ένταξη μισθωτών που ήταν μόνιμοι την 1-1-1985 και εντάχθηκαν ως πτυχιούχοι αν και απέκτησαν τα πτυχία του μετά την ημερομηνία αυτή (Κ, Ξκαι Λ), αφού στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για μόνιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985 και η ένταξή τους έγινε σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας , σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, δεν παραβίασε, κατά την περίπτωση της ένταξης εκείνων που την 1-1-1985 υπηρετούσαν ως έκτακτοι και μονιμοποιήθηκαν αργότερα (Ν και τον Μ), τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 και 22 § 1 β' του Συντάγματος, των από 14-3-1985 αρχικής, από 10-5-1985 τροποποιητικής και 21-3-1989 ΕΣΣΕ προσωπικού ΟΤΕ. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί. III.- Η κατά το άρθρο 254 ΑΚ παραγραφή του καθολικού δικαιώματος από το οποίο πηγάζουν περιοδικές παροχής που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, όπως είναι οι αποδοχές ή διαφορές αποδοχών από εργασιακή σχέση, αρχίζει αφότου καταστεί απαιτητή η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση. Ο χρόνος όμως παραγραφής του προς μισθοληψία καθολικού δικαιώματος υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή σύμφωνα με τα άρθρα 249 και 254 ΑΚ, ενώ οι επιμέρους αξιώσεις σε πενταετή παραγραφή. Στην περίπτωση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Η εναγομένη ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και επαναφέρε τον ισχυρισμό με το δεύτερο λόγο της έφεσης ότι το καθολικό δικαίωμα της ενάγουσας έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον από 1-1-1985 έως την άσκηση της αγωγής ( 22-9-2004) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Η ένσταση, όμως, αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι αιτούμενες διαφορές των αποδοχών της ενάγουσας αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2003 και, συνεπώς, μέχρι τη άσκησης της αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, ούτε είχε συμπληρωθεί από την πρόσληψη της ενάγουσας η εικοσαετής παραγραφή, στην οποία υπόκειται το αντίστοιχο καθολικό δικαίωμα αυτής. Δεν έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της εφέσεως. Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παραβίασε με το να μη εφαρμόσει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 6 και 254 ΑΚ. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-3-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ) για αναίρεση της υπ'αριθμ.6344/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από τη διάταξη του αριθμόυ 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο από αυτήν προβλεπόμενοςλόγος αναριέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας συνιστάμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας αυτού του ίδιου, όχι όμως και όταν το πολυμελές πρωτοδικείο, που επιλαμβάνεται ε΄φεσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ειρηνοδικείο), που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει τα άρθρα 288 Ακ, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 463/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (Ο.Π.Α.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μουχτούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της καθ' ης η κλήση - αναιρεσίβλητης: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη προς τους: 1) "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Ιδιωτικού Δικαίου στο Δημόσιο" (Π.Ο.Ε.Ι.Δ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) "Πανελλήνιο Σύλλογο Εργαζομένων Συμβασιούχων Ο.Π.Α.Δ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1808/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 9189/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 28-2-2007 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 82/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 27-3-2009 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 28-2-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως, όπως αυτοί, σε κάθε περίπτωση, διευκρινίζονται και συμπληρώνονται με την παρούσα εισήγηση, και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος επισπεύδει τη συζήτηση, αν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 5254/30-11-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, στην αναιρεσίβλητη, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, που νόμιμα είχε ορισθεί ως δικάσιμος της αναίρεσης. Κατ' αυτήν, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε. Επομένως, ενόψει και του ότι, όπως προκύπτει από τις 5249, 5250, 5257 και 5255/2009 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή, οι προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης παρεμβάντες, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1) "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" (Γ.Σ.Ε.Ε.) 2) "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Ιδιωτικού Δικαίου στο Δημόσιο" (Π.Ο.Ε.Ι.Δ.Δ." και 3) "Πανελλήνιος Σύλλογος Εργαζομένων Συμβασιούχων Ο.Π.Α.Δ.", κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, για τη συζήτηση της υπόθεσης, παραδεκτά, διεξήχθη κατά την ίδια δικάσιμο η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρις επελεύσεως µέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισµένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αµφιβολίας η σύµβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισµός της συµβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συµβαλλόµενους, γίνεται από το δικαστήριο µετά από εκτίµηση όλων των συγκεκριµένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί µε ποια συγκεκριµένη νοµική σχέση συνδέεται ο µισθωτός µε τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νοµικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συµβαλλόµενα µέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση. Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερµηνευθεί (Ν.4558/1920, άρθρο 11 Α.Ν 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρµόζονται και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισµένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισµός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συµβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόµου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συµβάσεως, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συµβάσεις εργασίας ορισµένης
χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισµός της διάρκειάς
τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί µε σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συµβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρ. 1,2,3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του Β.Δ της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισµό ορισµένης χρονικής διάρκειας της συµβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύµβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζοµένου χωρίς καταγγελία της συµβάσεως και καταβολή της νόµιµης αποζηµιώσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, οι δηµόσιες υπηρεσίες και τα νοµικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόµου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου για αντιµετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών µε διάρκεια απασχολήσεως, η οποία δεν µπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ µήνες µέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα µηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής προσλήψεως προσωπικού για αντιµετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων, η διάρκεια της απασχολήσεως δεν µπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις µήνες για το ίδιο άτοµο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας συµβάσεως κατά το αυτό ηµερολογιακό έτος ή µετατροπή σε σύµβαση αορίστου χρόνου.Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου. 2190/1994, όπως αντ. με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του Δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και οι ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού, καθώς και οι τοπικές ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων, αλλά και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως είναι και το αναιρεσείον με την επωνυμία "Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου(Ο.Π.Α.Δ.)", που συνεστήθη με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2768/1999 και του οποίου η οργάνωση και λειτουργία καθορίστηκε με το Π.Δ. 52 της 22-2/8-3-2001. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των αναγκών του Δηµοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν µπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νοµοθετηµένη. Εξαιρέσεις µπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόµο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες µε προσωπικό που προσλαµβάνεται για ορισµένη χρονική περίοδο µε σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστηµονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού µπορούν να πληρούνται µε προσωπικό που προσλαµβάνεται µε σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόµος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαµβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και µε σκοπό τη µέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγµατικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόµου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δηµόσιο και στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγµατος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δηµόσιο και στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε µε διαγωνισµό είτε µε επιλογή σύµφωνα µε προκαθορισµένα και αντικειµενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόµος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεποµένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόµος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που µπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούµενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόµο µονιµοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η µετατροπή των συµβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουµένους µε σύµβαση έργου". Έτσι, µε την αναθεώρηση αυτήν του άρθρου 103 του Συντάγµατος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νοµοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά µε την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δηµοσίου και του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νοµοθέτης µε τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγµατικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ/φων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγµατος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται µε το Δηµόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νοµικά πρόσωπα του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µε υπαλληλική σχέση δηµόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαµβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύµφωνα µε τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγµατος. Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να απoτρέψει τη μετατρoπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ. γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου όμως ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμη εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος(άρθρο 17 του ν.2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή "αντισυνταγματικότητα", ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ/φο 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, δεν µπορούν να µετατραπούν σε συµβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίµησης των συµβάσεων αυτών, κατ' ορθό νοµικό χαρακτηρισµό της έννοµης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συµβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση κατά την οποία αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει. Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισµός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερµηνεία, ότι δηλαδή συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, µπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νοµικό χαρακτηρισµό, ως συµβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και µετά την πιο πάνω συνταγµατική µεταρρύθµιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιµασθέντος από τον αναθεωρητικό νοµοθέτη φαινοµένου. Επομένως σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δηµοσιεύθηκε στην Εφηµερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συµβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη µέλη παρέχεται προθεσµία συµµορφώσεως προς το περιεχόµενο αυτής έως τις 10-7-2001 µε δυνατότητα παρατάσεως της προθεσµίας αυτής έως τις 10-7-2002. Με τη ρήτρα 2 του παραρτήµατος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρµόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόµενους, που έχουν σύµβαση ή σχέση εργασίας ορισµένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νοµοθεσία, τις σ.σ.ε ή την πρακτική του κάθε Κράτους µέλους, ενώ µε τη ρήτρα 5 του παραρτήµατος της αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που µπορεί να προκύψει από τη χρησιµοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναµα νοµοθετικά µέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαµβάνουν κατά τρόπο που να λαµβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τοµέων ή και κατηγοριών εργαζοµένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόµενα µέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α)αντικειµενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη µεγίστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, γ)τον αριθµό των ανανεώσεων τέτοιων συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνο α)θεωρούνται διαδοχικές και β)χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νοµοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές µε τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόµενους µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου στο δηµόσιο τοµέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δηµοσίευσή τους στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 παρ.1 του πδ/τος 81 της 27-3/2-4-2003, που κατά το άρθρο του 1 εκδόθηκε σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π.δ/τος η ισχύς άρχισε από την 2-4-2003, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή την αντικατάσταση του άρθρου 5 με το άρθρο 3 του π.δ/ 180/2004, λαμβανομένου υπόψη ότι το προαναφερόμενο διάταγμα είχε εφαρμογή και στο προσωπικό του ως άνω δημόσιου τομέα μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004", η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο α. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης. Αν δικαιολογείται από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, αν η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτιση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, αν γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, αν γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός...Αν η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη... Αν ο εργαζόμενος αμείβεται από πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού ή προύπολογισμού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που προορίζονται για εργασία ορισμένου χρόνου. Αν η ανάγκη της εκμετάλλευσης για παροχή εργασίας υφίσταται μόνο προσωρινά. Αν η ιδιομορφία της εργασιακής σχέσης ή οι κείμενοι στο πρόσωπο του εργαζόμενου λόγοι δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια... Αν πρόκειται για απασχολήσεις εποχικού χαρακτήρα ή για κάλυψη εποχιακών αναγκών...". Ακόμη, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου 5, πριν την παραπάνω αντικατάσταση της, "διαδοχικές θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργδότη και του ίδιου εργαζομένου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ημερών." Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζονται τα εξής "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συµβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται µεταξύ του ίδιου εργοδότη και
του ίδιου εργαζόµενου µε την ίδια ή παρεµφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεµφερείς όρους εργασίας, εφόσον µεταξύ των συµβάσεων αυτών µεσολαβεί χρονικό διάστηµα µικρότερο των τριών µηνών. Η κατάρτιση των συµβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειµενικούς λόγους. Αντικειµενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόµενες της αρχικής συµβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών οµοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αµέσως µε τη µορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης....... Σε κάθε περίπτωση, ο αριθµός των διαδοχικών συµβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι µεγαλύτερος των τριών, µε την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του εποµένου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνοµης καταρτίσεως διαδοχικών συµβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόµενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συµβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα µέρος, όσο και αποζηµιώσεως ίσης µε το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόµενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συµβάσεώς του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όµως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο του 11, ως µεταβατικές διατάξεις, ρυθµίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρµογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσµία προσαρµογής της ελληνικής νοµοθεσίας στην προαναφερόµενη Οδηγία. Έτσι, µε το άρθρο 11 παρ. 1 α του εν λόγω Π. Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συµβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγµατος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συµβάσεων τουλάχιστον 24 µηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγµατος, ανεξαρτήτως αριθµού ανανεώσεων συµβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συµβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγµατος µε συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 µηνών µέσα σε συνολικό χρονικό διάστηµα 24 µηνών από την αρχική σύµβαση ". Η επιλογή µε το ανωτέρω Π.Δ των εν λόγω µέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίµαχης Οδηγίας, έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τοµέων, όπως είναι και ο ευρύτερος δηµόσιος τοµέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθµιση από τον ιδιωτικό τοµέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δηµόσιο τοµέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγµατος.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέµενες ως άνω προϋποθέσεις, µετατροπή των συµβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρµογή κατά το χρονικό διάστηµα από 10-7-2002 µέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ 164/2004, αλλά βέβαια και µετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ/τος αυτού (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007).Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν.2768/1999 συνεστήθη το αναιρεσείον ως ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.)", με σκοπό την οργάνωση, παρακολούθηση και έλεγχο του συστήματος παροχής της υγειονομικής περιθάλψεως στους ασφαλισμένους του Δημοσίου, τη βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας αυτής, τη διαχείριση και τον έλεγχο της χρηματοδοτησεως, καθώς και την ορθολογική αξιοποίηση των διατιθέμενων πόρων. Κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου 6 του ως ανω νόμου "ο Ο.Π.Α.Δ. αποτελείται από την κεντρική υπηρεσία του με έδρα την Αθήνα και από περιφερειακές υπηρεσίες με έδρα την πρωτεύουσα κάθε νομού ή την έδρα των νομαρχιών και των νομαρχιακών τομέων". Με βάση τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 10 του αμέσως πιο πάνω νόμoυ 2768/1999 και του άρθρου 20 του ν.2503/1997 εκδόθηκε το π.δ.52 της 22-2/8-3-2001 ("οργάνωση και λειτουργία του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίoυ-O.Π.A.Δ.), με το οποίο καθoρίστηκαν η οργάνωση και λειτουργία του αναιρεοσεϊοντος. Με το άρθρο 10 του ως άνω ν.2768/1999 ρυθμίστηκαν τα της οργανωτικής διαρθρώσεως του αναιρεσείοντος και ειδικότερα με το άρθρο αυτό ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξης: α)Ότι "το προσωπικό, ανεξάρτητα απο το φoρέα στον οποίο οργανικά ανήκει, που ασκεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος τις αρμοδιότητες που μεταφέρονται στον Ο.Π.Α.Δ.,αποσπάται αυτοδίκαια στον Οργανισμό. Με αίτηση του μπορεί να μετατάσσεται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, και καταλαμβάνει αντίστοιχες κενές οργανικές θέσεις του Οργανισμού. Μέχρι τη μετάταξή του στον Οργανισμό, η δαπάνη μισθοδοσίας του βαρύνει τον πρoϋπoλoγισμό των φορέων στους οποίους ανήκει οργανικά"(παρ.2). β)Ότι "ο προσδιορισμός του προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου, που αποσπάται αυτοδίκαια, γίνεται με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Yγείας και Πρόνοιας, η οποία δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα απο γνώμη του οικείου νομάρχη για το προσωπικό που απασχολείται στις νομαρχιακές αυτοδιοικησεις, η οποία υποβάλλεται στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία (2) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (παρ.3).γ)Ότι "σε περίπτωση μετάταξης στον Οργανισμό, οι αντίστοιχες οργανικές θέσεις των φορέων από τους οποίους προέρχεται το προσωπικό που μετατάσσεται, καταργούνται" (παρ.4).δ) Ότι "μέχρι την έναρξη λειτουργίας τoυ Οργανισμού, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις (Ν.Α.) εξακολουθούν να ασκούν τις αρμοδιότητες που περιέρχονται στον Ο.Π.Α.Δ. με τον παρόντα νόμο". Περαιτέρω, με το αρθρο 17 του ως άνω π.δ/τος 52/2001 συνεστήθησαν στο αναιρεσείον (Ο.Π.Α.Δ.) 512 οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού, οι οποίες ορίστηκαν κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα και με το άρθρο 18 του αυτού π.δ/τος ορίστηκαν τα προσόντα διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό των κλάδων μόνιμου προσωπικού, ενώ με τις μεν παρ.1, 2 και 3 του άρθρου 19 του ίδιου π.δ/τος ορίστηκαν τα του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με τη δε παρ.4 του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε με την παρ.8 του άρθρου 18 του ν.3049/2002, ορίστηκε ότι "ο Ο.Π.Α.Δ. για τη θεώρηση των εντολών υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων του, τον έλεγχο των σχετικών δαπανών και τη μηχανογραφική υποστήριξη των υπηρεσιών αυτών μπορεί να προσλαμβάνει με αποφάσεις του Δ.Σ. ιατρoύς, oδoντίατρoυς, φαρμακoπoιoύς και χειριστές Η/Υ με σύμβαση έργου". Τέλος, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 29 του ίδιου π.δ/τος ορίστηκαν εκτός άλλων, και ότι "κατά την πρώτη λειτουργία του ο Οργανισμός στελεχώνεται με προσωπικό το οποίο αποσπάται αυτοδίκαια σε αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.2768/1999" (παρ.1), καθώς και ότι "το προσωπικό που αποσπάται στον Οργανισμό μπορεί να μεταταγεί και να καταλάβει σε αυτόν αντίστοιχη κενή οργανική θέση με τη διαδικασία, τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 του ν.2768/1999. Ο μετατασσόμενος, εαν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση της κατηγορίας η του κλάδου η της ειδικότητάς του, καταλαμβάνει αντίστοιχη προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την πράξη μετάταξης, η οποία καταργείται αυτοδίκαια με την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του από την υπηρεσία" (παρ.3).Τέλος, με το άρθρο 30 του ίδιου π.δ/τος ορίστηκε ότι "οι διατάξεις του παρόντος, που αφορούν στην παροχή περίθαλψης και στην πληρωμή των δαπανών περίθαλψης τίθενται σε ισχύ από 1ης Ιουλίου 2001". Οι λοιπές διατάξεις ισχύουν από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως"(8-3-2001).Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο,όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ή αναιρεσίβλητη, η οποία είναι άτομο με ειδικές ανάγκες, με ποσοστό αναπηρίας 50%, είχε προσληφθεί αρχικά ως "εργάτρια πρασίνου", από τον Οργανισμό Περιβαλλοντικής Ανάπτυξης και Προστασίας Πειραιά, με την από 30-3-2001 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός (1) έτους.Η πρόσληψη αυτής είχε γίνει στα πλαίσια προσλήψεων για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών του εν λόγω Oργανισμoύ, επειδή το μόνιμο προσωπικό αυτού δεν επαρκούσε. Όμως, από τις 4-7-2001 και µετά από προφορική συνεννόηση των οργάνων της Νοµαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιά και των Προϊσταµένων της αναιρεσίβλητης στον ως άνω Οργανισµό, αποσπάστηκε στα γραφεία του Τµήµατος Υγειονοµικής Περίθαλψης των Ασφαλισµένων Δηµοσίου της πρώτης στον Πειραιά, όπου εργάστηκε έκτοτε ως υπάλληλος, δεδοµένου ότι διέθετε τα σχετικά προσόντα και συγκεκριµένα απασχολήθηκε µε την έκδοση και θεώρηση βιβλιαρίων, τη θεώρηση ιατρικών πράξεων και εντολών, την τήρηση και ενηµέρωση των αρχείων και µητρώων, καθώς και τη γραµµατειακή και διοικητική υποστήριξη του ανωτέρω τµήµατος. Η σύµβαση της αναιρεσίβλητης µε τον πιο πάνω Οργανισµό Περιβαλλοντικής Ανάπτυξης, ανανεώθηκε για ένα ακόµη έτος, δηλαδή από 30-3-2002 έως 30-3-2003. Μετά την έναρξη λειτουργίας του αναιρεσείοντος και τη συγκρότηση των περιφερειακών του υπηρεσιών υγειονοµικής περίθαλψης, συγκροτήθηκε και η σχετική υπηρεσία του στον Πειραιά (Υ.Π.Α.Δ. Πειραιά), στη ίδια διεύθυνση όπου λειτουργούσε το αντίστοιχο Τµήµα της Νοµαρχίας Πειραιά, το οποίο και υπήχθη σ' αυτήν (Υ.Π.Α.Δ. Πειραιά). Έτσι, από 1-1-2003, κατόπιν προφορικής εντολής του Νοµιάτρου, η αναιρεσίβλητη παρείχε πλέον τις υπηρεσίες της στο αναιρεσείον, εξακολουθώντας να απασχολείται στα ίδια γραφεία, στην Υ.Π.Α.Δ. Πειραιά και στο αντίστοιχο Τµήµα Υγειονοµικής Περίθαλψης και Μητρώων αυτής. Από την ανωτέρω χρονολογία (1-1-2003), η αναιρεσίβλητη ανέλαβε, κατ'εντολή των οργάνων του αναιρεσείοντος, καθήκοντα χειρίστριας ηλεκτρονικού υπολογιστή, στα πλαίσια των οποίων καταχωρούσε στα αρχεία του υπολογιστή τα στοιχεία των νέων ασφαλισµένων και των κάθε φύσεως µεταβολών στην κατάσταση των ασφαλισµένων, και υποβοηθούσε την εγκατάσταση του καταρτιζόµενου Ενιαίου Μητρώου Ασφαλισµένων Δηµοσίου και τον έλεγχο των εντολών περίθαλψης µε βάση το Μητρώο αυτού. Η απασχόληση της αναιρεσίβλητης στο αναιρεσείον συνεχίστηκε και µετά τη λήξη, στις 30-3-2003, της ορισµένου χρόνου προαναφερόµενης συµβάσεώς της, ενώ στις 20-7-2003 κατάρτισε µε το αναιρεσείον σύµβαση που χαρακτηρίστηκε ως τέτοια µισθώσεως έργου, διάρκειας ενός (1) έτους (δηλαδή από 20-7-2003, µέχρι τις 19-7-2004), για την εκπλήρωση εκ µέρους της, προς το αναιρεσείον των ίδιων µέχρι τότε καθηκόντων. Μετά τη συµπλήρωση του έτους (19-7-2004), κατά τη διάρκεια του οποίου η αναιρεσίβλητη συνέχισε να προσφέρει στο αναιρεσείον τις υπηρεσίες της κατά τα συµφωνηµένα, το τελευταίο έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της, λύοντας τη µεταξύ τους σύµβαση. Περαιτέρω, καθ'όλο το παραπάνω χρονικό διάστηµα της απασχολήσεώς της στο αναιρεσείον η αναιρεσίβλητη απασχολούνταν στον προαναφερόµενο τόπο εργασίας, µε ωράριο από Δευτέρα έως και Παρασκευή και από ώρα 07.00 έως 14.30, παρέχοντας την εργασία της υπό τις οδηγίες και την εποπτεία των Προϊσταµένων της. Κάλυπτε δε µε τις προαναφερόµενες υπηρεσίες της ως χειρίστριας ηλεκτρονικού υπολογιστή, αλλά και µε τις προηγούµενες που παρείχε στην προκάτοχο του αναιρεσείοντος, πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ανωτέρω περιφερειακής υπηρεσίας του αναιρεσείοντος και ειδικότερα του Τµήµατος Υγειονοµικής Περίθαλψης και Μητρώων της Υ.Π.Α.Δ. Πειραιά, στο οποίο υπηρετούσε, το οποίο είχε ως αρµοδιότητες µεταξύ των άλλων τη σύναψη συµβάσεων µε τρίτους για την παροχή περίθαλψης στους ασφαλισµένους του, την έκδοση βιβλιαρίων ασθενείας των ασφαλισµένων, τη θεώρηση ιατρικών επισκέψεων, ιατρικών πράξεων, εντολών κλπ και την τήρηση και ενηµέρωση των αρχείων, βιβλίων και µητρώων αυτού. Οι ανάγκες δε αυτές, που κάλυπτε µε τις πιο πάνω υπηρεσίες της η αναιρεσίβλητη, θα υφίστανται όσο θα υφίσταται το συγκεκριµένο τµήµα της περιφερειακής υπηρεσίας του αναιρεσείοντος και όχι µόνο για όσο χρόνο απαιτείται για την κατάρτιση του ενιαίου Μητρώου των Ασφαλισµένων, κατά τη συνήθη δε πορεία των πραγµάτων, αν δεν µεσολαβούσε η άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης στις 19-7-2004, θα συνέχιζε αυτή να απασχολείται µε τα ίδια ως άνω καθήκοντα, µε τα οποία απασχολούνται και οι µόνιµοι συνάδελφοί της στο τµήµα αυτό. Δέχτηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη, απασχολούµενη υπό τις εντολές και οδηγίες του αναιρεσείοντος και των οργάνων του, που ασκούσαν εποπτεία και καθόριζαν τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο της εργασίας της, υποχρεούµενη να συµµορφώνεται µε αυτές και να δέχεται τον έλεγχο, τόσο για την τήρηση των εντολών και οδηγιών, όσο και για την επιµελή εκτέλεση της εργασίας, συνδεόταν µε το αναιρεσείον µε την έννοµη σχέση της σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας, η οποία ήταν ενιαία σύµβαση και διήρκεσε όσο χρόνο διήρκεσε και η πραγµατική απασχόληση της στο αναιρεσείον και όχι µε σύµβαση έργου. Η σύµβαση δε αυτή εργασίας, εφόσον οι παρεχόµενες από την αναιρεσίβλητη υπηρεσίες κάλυπταν, όπως και οι παρεχόµενες υπηρεσίες από το µόνιµο προσωπικό του αναιρεσείοντος, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου, έχει χαρακτήρα σύµβασης αόριστου χρόνου και η επιλογή της σύµβασης έργου ορισµένης χρονικής διάρκειας έγινε προς καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 που επιτελεί τους σκοπούς της κοινοτικής οδηγίας 99/77/ΕΚ και δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος, το σκοπό της εργασίας και τις συνθήκες λειτουργίας του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια (δέχτηκε το Εφετείο) η άρνηση εκ µέρους του αναιρεσείοντος αποδοχής της εργασίας της αναιρεσίβλητης από 20-7-2004, χωρίς αυτή να συνοδεύεται από έγγραφη καταγγελία της άνω συµβάσεώς της και καταβολή της νόµιµης αποζηµίωσης απολύσεως, συνιστά άκυρη καταγγελία της συµβάσεως εργασίας της, η οποία δεν
επιφέρει τη λύση αυτής. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχτεί με την υπ' αριθ.1808/2005 οριστική απόφαση του και ως ουσιαστικά βάσιμη την από 2-10-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας αφενός ότι αυτή συνδεόταν με το αναιρεσείον με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αφετέρου ότι ήταν άκυρη η φερομένη ως γενομένη στις 19-7-2004 από το αναιρεσείον καταγγελία της και περαιτέρω υποχρεώνοντας το αναιρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης και να καταβάλλει σ'αυτήν τις νόμιμες αποδοχές της, δεν έσφαλε, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος. Κρίνοντας όμως έτσι παραβίασε τις προαναφερόμενες oυσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 του ν.2112/192, 5 παρ.1 και 4 του π.δ.81/2003, 103 παρ. 2,7 και 8 του Συντάγματος, 21 του ν.2190/1994 και 5 και 11 του π.δ. 160/2004, καθώς και της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε. της 28-6-1999. Και αυτό γιατί, κατά τα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα, η αναιρεσίβλητη είχε προσληφθεί και εργαζόταν δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, κατ' επιταγή των προαναφερόμενων διατάξεων του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν.2190/1994, με βάση τις οποίες απαγορεύεται η μετατρoπή τους σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, δεδομένου ότι το αναιρεσείον, μεταγενέστερος εργοδότης, ως Ν.Π.Δ.Δ., υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αναφορικά με τις προσλήψεις σ' αυτό προσωπικού. Επoμένως και υπό την εκδοχή ότι η αναιρεσίβλητη κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη της (αναιρεσείοντος) δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2112/1920, ακριβώς διότι η μετατροπή της συμβάσεως της σε τέτοια αορίστου χρόνου θα προσέκρουε στις διατάξεις του ν.2190/1994 και περαιτέρω, στις παρατιθέμενες διατάξεις των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με την τελευταία απο τις οποίες ρητώς απαγορεύεται η μετατροπή τέτοιων συμβάσεων σε αόριστου χρόνου, ενώ παρόμοια απαγόρευση ισχύει ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργoυ. Εξάλλoυ, η στην προκειμένη περίπτωση κατάρτιση της με το αναιρεσείον τελευταίας συμβάσεως εργασίας ως τέτοιας ορισμένου χρόνου δεν προσέκρουε στις διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ.81/2003, που, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και άρχισε να ισχύει από τις 2-4-2003, ακριβώς διότι δικαιολογούνταν κυρίως από τον αντικειμενικό λόγο της μη υπάρξεως δυνατότητας καταρτίσεως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω της μη τηρήσεως, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, της διαδικασίας που προβλέπεται στο ν.2190/1994. Ούτε όμως και με την εφαρμογή των διατάξεων των παρ.1 και 3 του άρθρου 25 του Συντάγματος ήταν δυνατόν να γίνει μετατροπή της ως άνω συμβάσεως εργασίας σε τέτοιας αορίστου χρόνου, διότι με βάση τις άλλες ειδικές διατάξεις των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος απαγορευόταν η μετατροπή της σε αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν.2527/1997, που αφορούν τα των συμβάσεων μισθώσεως έργου, εφόσον το Εφετείο εκτίμησε τη μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ή οι πιο πάνω μεταβατικές διατάξεις της παρ.1 στοιχ.α' και β' και της παρ.6 του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, n χρονική διάρκεια της μοναδικής με το αναιρεσείον καταρτισθείσας συμβάσεως εργασίας ήταν διάρκειας ενός και μόνον έτους, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις αυτές του άρθρου 11 του π.δ.164/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε στις 19-7-2004, δεν χωρεί στην προκειμένη περίπτωση συνυπολογισμός και των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που είχαν προηγουμένως καταρτιστεί με το διαφορετικό ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Περιβαλλοντικής Ανάπτυξης και Προστασίας Πειραιά" ως εργοδότη, εφόσον ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' της παρ.1 του αμέσως πιο πάνω άρθρου 11 του π.δ.164/2004 θα έπρεπε να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, δηλαδή στο ίδιο το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. Τo γεγoνός δε ότι η αναιρεσίβλητη αποσπάστηκε με βάση την παρ. 2 του άρθρου 10 του ν.2768/1999, στο αναιρεσείον δεν κατέστησε το τελευταίο και πραγματικό, ως διάδοχο, εργοδότη αυτής, η οποία και μετά την απόσπαση της αυτή εξακολούθησε να έχει ως εργοδότη της το προαναφερόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Περιβαλλοντικής Ανάπτυξης και Προστασίας Πειραιά", αφού σ'αυτό ανήκε οργανικά και αυτό βαρυνόταν με τη δαπάνη για τη μισθοδοσία της, δεδομένου ότι δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου για το ότι η αναιρεσίβλητη είχε μεταταχθεί στο αναιρεσείον πριν από την κατάρτιση της (μοναδικής) με το τελευταίο συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τις 20-7-2003. Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των, προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αντίστοιχα α)του αρθρου 10 του ν.2768/1999 και των ως άνω διατάξεων του π.δ.52/2001, β)του άρθρου 648 παρ.1 του Ακ, γ)του άρθρου 8 παρ.3 του ν.2112/1920 και 669 παρ.1 του ΑΚ και δ)των παρ.2,7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος,(με το να εφαρμόσει την από τις διατάξεις αυτές εκείνη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν 2112/1920, παρά το ότι αυτή δεν ήταν εφαρμοστές στην προκειμένη περίπτωση), πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9189/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση εργασίας μετά του ν.π.δ.δ. Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου. Ενόψει των συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ΄ επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ/τος αυτού.
| null | null | 0
|
Αριθμός 464/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 χας Ζ, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, κατοίκων ..., συζύγου και υιών του αποβιώσαντος την 26-11-2007 Ζ, ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παναγιώτου, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 29-1-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3 και 4) Ψ4, κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Κόκκαλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2005 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ζ, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 993/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-1-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 14-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Π. Δ/τος 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του ν.δ. 102/1973 "Όλο το προσωπικό του ΚΤΕΛ έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο του ΚΤΕΛ, πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμετάλλευσης, αλλά όμως διέπεται από τον παρόντα Κανονισμό, ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντά του και τις υποχρεώσεις του", κατά δε την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου: "Η απόλυση των οδηγών μπορεί να γίνει μόνο στις εξής περιπτώσεις: α) Για τους λόγους του άρθρου 14 του παρόντος Κανονισμού, β)..., γ)...". Εξάλλου στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου Π. Δ/τος ορίζεται ότι: "το τακτικό και έκτακτο προσωπικό διοίκησης, διαχείρισης και κίνησης του ΚΤΕΛ απολύεται από την υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους: α)... β) ..., γ)... δ) εξαιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντά του,.... Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "οι παραπάνω λόγοι απολύσεως ισχύουν και για το προσωπικό κινήσεως των λεωφορείων των ΚΤΕΛ και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των μονάδων εκμεταλλεύσεως (λεωφορείων) στις οποίες υπηρετεί το προσωπικό αυτό, ισχύουν δε επίσης και για τους εργαζόμενους - ιδιοκτήτες - οδηγούς των ΚΤΕΛ". Περαιτέρω, το άρθρο 30 του ν. 2556/1997, ορίζει τα εξής: "Οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (Αστικά-Υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδοτήσεως, την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του αν.ν. 173/1967. Η παρούσα ρύθμιση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου δίκες". Εξάλλου το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 2112/1920 ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση ίση προς το σύνολον των τακτικών αυτού αποδοχών, τις οποίες θα ελάμβανε, κατά τον χρόνο πριν από τον οποίο έπρεπε να γίνει η καταγγελία, εκτός αν εκ συμβάσεως ή εθίμου οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση... 2. Ως τακτικές αποδοχές υπαλλήλου θεωρούνται ο μισθός καθώς και κάθε άλλη παροχή, εφόσον δίδεται αντί μισθού... Περαιτέρω με το άρθρο 5 του ν. 3198/1955 ορίσθηκε ότι ο υπολογισμός της αποζημιώσεως γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μηνός, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, ενώ με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, στο οποίο παραπέμπει ρητά και το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 435/1976, ορίσθηκε ότι κάθε αξίωση μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ή το Β.Δ. της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως, τυγχάνει απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που κατέστη η αξίωση απαιτητή. Με την 47/1987 Δ.Α. του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την 10661/1988 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 68 Β/5-2-1988) και αφορά τους εργαζόμενους στα ΚΤΕΛ όλης της χώρας, ορίσθηκε ότι "στους κρινόμενους οριστικά από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ διαρκώς και ολικά ανίκανους για εργασία μισθωτούς, χορηγείται με την αποχώρηση από την υπηρεσία τους το 50% της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920". Τέλος με την Δ.Α. 3/1999 (π.κ.Υ.Εργ. 1/24-3-1999 βλ. Κ.ΝοΒ 1999) ορίσθηκε (άρθρο 3) ότι στους εργαζόμενους που υπάγονται στη σύμβαση αυτή (δηλαδή στους εργαζόμενους στα αστικά και υπεραστικά λεωφορεία όλης της χώρας) καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης του ν. 2112/1920 και του Β.Δ/τος της 18-7-1920, όπως εξειδικεύθηκε για τους εργαζόμενους στα Αστικά και Υπεραστικά ΚΤΕΛ, με το άρθρο 30 ν. 2556/1997 και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται σ' αυτόν, εφόσον η σύμβαση Εργασίας λύεται λόγω θανάτου ή λόγω διαρκούς ολικής ή μερικής ανικανότητας προς εργασία, που βεβαιώνεται με απόφαση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ και συνεπάγεται συνταξιοδότηση. Πρόδηλο είναι ότι η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955, που καθορίζει την αποσβεστική προθεσμία των έξι (6) μηνών, αφορά αποζημίωση, την οποία ο μισθωτός δικαιούται απ' ευθείας από τον ν. 2112/1920 ή το ΒΔ της 16/18-7-1920 και όχι την αποζημίωση που δικαιούται από άλλη αιτία, όπως από διαιτητική απόφαση που παραπέμπει στο νόμο 2112/1920 ή στο ως άνω Β.Δ. μόνο για τον καθορισμό του ποσού της αποζημιώσεως.
Συνεπώς η αγωγή με την οποία διώκεται η καταβολή της αποζημιώσεως που οφείλεται βάσει της 47/1987 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και της 3/1999 Δ.Α. στο προσωπικό κινήσεως, διοικήσεως διαχειρίσεως και υπηρετικό Αστικών και Υπεραστικών Λεωφορείων όλης της χώρας, που παραπέμπει κατά τα ανωτέρω στο ν. 2112/1920 για τον προσδιορισμό μόνο του ύψους της αποζημιώσεως, δεν υπόκειται στην αποσβεστική 6/μηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 30-6-2005 αγωγής του, ο ενάγων Ζ ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το αναφερόμενο στην αγωγή χρηματικό ποσό, ως αποζημίωσή του εξαιτίας της συνταξιοδότησής του, λόγω αναπηρίας, έχοντας συμπληρώσει το 57o έτος της ηλικίας του και αποχώρησής του από την εργασία του ως οδηγού του υπ' αριθ. ΥΖ 6235 ΔΧ λεωφορείου που ήταν ενταγμένο στο ΚΤΕΛ, ιδιοκτησίας του Φ, ο οποίος τον είχε προσλάβει δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά τον θάνατο αυτού υπεισήλθαν στην άνω εργασιακή σχέση οι εναγόμενοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Πατρών) με την 217/2006 απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους πρώτο, δεύτερη, τρίτο και πέμπτη των εναγομένων (ως προς τον τέταρτο ο ενάγων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής) να του καταβάλλουν, ο καθένας το ποσό των 3.024,90 Ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους διαδίκους έφεση και αντέφεση επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: Από τα εκτιθέμενα στην υπό κρίση αγωγή καθώς και από την υπ' αριθ. 428/2005 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ Άνω Πόλης ... προκύπτει ότι ο ενάγων έλαβε από 1-4-2005 σύνταξη από το ΙΚΑ για αόριστο χρόνο, λόγω βαριάς αναπηρίας από νόσο και συμπλήρωσης του 570υ έτους της ηλικίας του και συνεπώς από την ημερομηνία αυτή θεωρείται πλέον λυθείσα η σύµβαση εργασίας, λόγω συνταξιοδότησής του. Από την λύση όμως της σύµβασης του ενάγοντα (1-4-2005) λόγω διαρκούς ανικανότητάς του προς εργασία, έως την άσκηση της αγωγής (5-10-2005), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τους έξι (6) μήνες, που προβλέπει η πιο πάνω αναφερομένη διάταξη του άρθρου 6 του ν.3198/1955, η οποία ως αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και επομένως, το με την ένδικη η αγωγή ασκούμενο δικαίωμα για καταβολή στον ενάγοντα της αποζημιώσεως, που προβλέπεται από το άρθρο 3 της 47/1987 Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και το άρθρο 3 της με αριθμό 3/1999 Δ.Α., υπέπεσε στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955. Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του ήδη αποβιώσαντος μισθωτού οδηγού (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες) κατά των αναιρεσιβλήτων, που ασκήθηκε μετά την πάροδο της από το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 προθεσμίας, την οποία ακολούθως απέρριψε. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 560 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση το σύνολό της. Η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 993/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το δικαστήριο δέχθηκε ότι το ασκούμενο, μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας, δικαίωμα για καταβολή της αποζημιώσεως σε οδηγό του ΚΤΕΛ, που απολύθηκε λόγω αναπηρίας και προβλέπεται από το άρθρο 3 της 47/1987 Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και το άρθρο 3 της με αριθμό 3/1999 Δ.Α., υπέπεσε στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955. Με τη κρίση του αυτή παραβίασε τις σχετικές διατάξεις και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 465/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σχινά, περί αναιρέσεως της 1339, 1362/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, συζ. ..., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βγόντζα.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1122/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 46 §1 εδ.α' του ΠΚ, κατά την οποία "με ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την αντικειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, όπως στα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρ. 229 §1 ΠΚ) και συκοφαντικής δυσφήμισης (άρθρ. 363 ΠΚ). Εξάλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 1339, 1362/2009 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, που είναι δικηγόρος, σε φυλάκιση συνολικά 3 ετών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ για α) ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση και β) ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμιση. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της παραπάνω προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με τα διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο όλο, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Κατά το έτος 1997 εκδόθηκε από το Πολεοδομικό Γραφείο ... στο όνομα της Ζ, η ...οικοδομική άδεια, που αφορούσε την ανέγερση οικοδομής σε ένα οικόπεδο που βρισκόταν στην οδό ..., στο .... Μετά από σχετικό έλεγχο όμως, διαπιστώθηκε από την ίδια υπηρεσία ότι η ανωτέρω οικοδομική άδεια είχε εκδοθεί με βάση αναληθή στοιχεία και γι' αυτό ανακλήθηκε. Μετά την ανάκληση της αδείας η Ζ επιχείρησε να επιτύχει την αναθεώρηση της αλλά αυτό δεν ήταν εφικτό, διότι, όπως διαπιστώθηκε από σχετική αυτοψία, στην οικοδομή εκτελούνταν αυθαίρετες και κατεδαφιστέες εργασίες. Μετά από αυτά ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, δικηγόρος και σύζυγος της Ζ, επισκέφθηκε το ανωτέρω Πολεοδομικό Γραφείο και απείλησε την εγκαλούσα Ψ1, προϊσταμένη του γραφείου, λέγοντάς της "θα σας διαλύσω, δεν θα το αντέξεις από τις μηνύσεις που θα σας κάνω". Από τότε άρχισε η υποβολή σε βάρος της εγκαλούσας σωρείας μηνύσεων (τουλάχιστον δεκαέξι από τη Ζ και δύο από το δεύτερο κατηγορούμενο σύζυγο της) για διάφορα αδικήματα (πλαστογραφία, παράβαση καθήκοντος, υπεξαγωγή εγγράφων, κ.λ.π), για τα οποία εκδίδονταν απαλλακτικά βουλεύματα ή οι μηνύσεις ετίθεντο στο αρχείο κατά τη διάταξη του άρθρου 43 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. ή οι εγκλήσεις απορρίπτονταν κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του ίδιου κώδικα. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, αρχιτέκτων μηχανικός, στον οποίο η Ζ είχε αναθέσει τη σύνταξη μελέτης για την αναθεώρηση της αδείας, άρχισε να υποβάλλει και αυτός κατά της εγκαλούσας σωρεία μηνύσεων (περί τις εξήντα έξι). Έτσι στις 13-11-2001 υπέβαλε κατά της εγκαλούσας ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών καταγγελία (μήνυση) στην οποία διαλαμβάνονταν τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό περιστατικά και συνοπτικά με αυτήν απέδιδε στην εγκαλούσα τις αξιόποινες πράξεις: α) της παραβάσεως καθήκοντος, β) της υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο στον οποίο ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, ο δε τελευταίος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον αθέμιτο όφελος, βλάπτοντας παράνομα τρίτον και το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, γ) της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσης από δράστη ο οποίος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον αθέμιτο όφελος, βλάπτοντας παράνομα τρίτον και το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, δ) της πλαστογραφίας με χρήση από δράστη ο οποίος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον αθέμιτο όφελος, βλάπτοντας παράνομα τρίτον και το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ε) της ηθικής αυτουργίας στην τελευταία πράξη της πλαστογραφίας. Στη συνέχεια, στις 20-3-2002, ο πρώτος κατηγορούμενος υπέβαλε ενώπιον του ίδιου εισαγγελέα συμπληρωματική καταγγελία (μήνυση) με το ίδιο περιεχόμενο με την προηγούμενη. Οι δύο αυτές μηνύσεις ενώθηκαν και σχημάτισαν την ποινική δικογραφία με τα στοιχεία ..., που ενιαία διερευνήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Περαιτέρω στις 14-9-2002 ο ίδιος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών νέα μήνυση κατά της εγκαλούσας για τα πιο πάνω, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί σε βάρος της η ποινική δικογραφία με τα στοιχεία .... Οι ανωτέρω μηνύσεις του πρώτου κατηγορουμένου ήταν ψευδείς και γι' αυτό το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το 702/2004 βούλευμα του κατά του οποίου δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, αφού διέταξε τη συνένωση των σχετικών δικογραφιών λόγω συνάφειας, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της τότε κατηγορουμένης και ήδη εγκαλούσας για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις τις οποίες της απέδιδε με τις μηνύσεις αυτές ο τότε μηνυτής και ήδη πρώτος κατηγορούμενος, μάλιστα δε επέβαλε σε βάρος του τελευταίου τα δικαστικά έξοδα, με την αιτιολογία ότι η μήνυση ήταν εντελώς ψευδής. Ο πρώτος κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των ανωτέρω μηνύσεων του, αφού με αυτές φέρεται ότι δήθεν έχει ιδία αντίληψη αναληθών περιστατικών, τις υπέβαλε δε με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας για τις αναφερόμενες σ' αυτές αξιόποινες πράξεις. Εξάλλου τα ανωτέρω αναληθή γεγονότα τα οποία ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα ο πρώτος κατηγορούμενος εν γνώσει της αναληθείας τους ενώπιον τρίτου, ήτοι του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της, αφού με αυτά της αποδίδονταν αξιόποινες πράξεις, τις οποίες δεν είχε διαπράξει. Την απόφαση να τελέσει τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο με πειθώ και φορτικότητα ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ενδιαφερόταν προσωπικά για την αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας της συζύγου του και, όπως ήδη έχει εκτεθεί, είχε απειλήσει την εγκαλούσα ότι "θα την διαλύσει" με την υποβολή μηνύσεων, επί πλέον δε υπέβαλε ο ίδιος κατ' αυτής τουλάχιστον δύο μηνύσεις και η σύζυγός του τουλάχιστον δεκαέξι. Άλλωστε είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρώτος κατηγορούμενος στην πρώτη από τις πιο πάνω ψευδείς μηνύσεις του (από 13-11-2001), της οποίας το ουσιώδες περιεχόμενο παρατίθεται στο διατακτικό, επανειλημμένα αναφέρει ως ιδιοκτήτη του ακινήτου, όχι τη σύζυγο του δευτέρου κατηγορουμένου Ζ, αλλά και τον ίδιο το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος επιδείκνυε έντονο προσωπικό ενδιαφέρον και κινούσε τα νήματα όλων των μηνύσεων σε βάρος της εγκαλούσας. Σαφής και κατηγορηματική για όλα τα πιο πάνω είναι η κατάθεση της εγκαλούσας, η οποία δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αντίθετα ενισχύεται από την κατάθεση του ετέρου μάρτυρα κατηγορίας ... και από το αναγνωσθέν 702/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο προαναφέρθηκε. Άλλωστε ακόμα και οι ίδιοι οι παρόντες αυτοπροσώπως πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι, με τις απολογίες τους εμμέσως αλλά σαφώς αποδέχονται την αναλήθεια των μηνύσεών του ο πρώτος και της καταθέσεώς του ο τρίτος (η οποία εν πάση περιπτώσει τεκμαίρεται όσον αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 366 §2 ΠΚ) και προσπαθούν μόνο να αμφισβητήσουν το δόλο τους, επιρρίπτοντας αποκλειστικά τις ευθύνες ο μεν πρώτος στο δεύτερο κατηγορούμενο, ο δε τρίτος στον πρώτο". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα προαναφερόμενα επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τον τρόπο και τα μέσα (με πειθώ και φορτικότητα λόγω προσωπικού του ενδιαφέροντος), με τα οποία ο αναιρεσείων δικηγόρος, προκάλεσε ως ηθικός αυτουργός τον φυσικό αυτουργό Χ2, αρχιτέκτονα μηχανικό, να εκτελέσεις τις άδικες πράξεις που αυτός διέπραξε, δηλ. της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, προϊσταμένης του πολεοδομικού γραφείου ..., πράξεις που σχετίζονται με την ανάκληση και στη συνέχεια αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, που αφορούσε την ανέγερση οικοδομής από τη σύζυγο του αναιρεσείοντος Ζ, στην οποία οικοδομή ενεργούνται αυθαίρετες και κατεδαφιστέες εργασίες, και εναντίον της οποίας πολιτικώς ενάγουσας, εκτός του παραπάνω φυσικού αυτουργού, στον οποίο είχε ανατεθεί η σύνταξη μελέτης για την αναθεώρηση της πιο πάνω οικοδομικής άδειας, είχαν υποβληθεί δύο μηνύσεις από τον αναιρεσείοντα και δέκα έξι μηνύσεις από τη σύζυγό του. Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο αναιρεσείων παρήγαγε με πειθώ και φορτικότητα λόγω του προσωπικού του ενδιαφέροντος στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει τις παραπάνω πράξεις που αυτός διέπραξε, ενώ, ειδικότερα, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει προς τούτο, σημειώνει ότι και ο φυσικός αυτουργός δέχθηκε στην απολογία του, εμμέσως πλην σαφώς, την αναλήθεια των μηνύσεών του, επιρρίπτοντας αποκλειστικά την ευθύνη στον αναιρεσείοντα. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 510 §1 στοιχ.δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει την έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα προαναφερόμενα στοιχεία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, και η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 §1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1339, 1362/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία. Τρόποι - μέσα προκλήσεως της αποφάσεως από τον ηθικό αυτουργό.
|
Ηθική αυτουργία
|
Ηθική αυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 465/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη Ανδριανάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. ΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ - Γ. ΓΩΓΟΣ ΑΕ - Service Ημερησίου & Περιοδικού Τύπου, Συσκευασίες - Διανομές Εντύπων & Εφημερίδων", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δημόπουλο, ο οποίος με την από 5-2-2010 προσθήκη στις προτάσεις του, επισημαίνει, ότι η επωνυμία της αναιρεσίβλητης εταιρείας είναι "Δ. Νασόπουλος - Γ. Γώγος ΑΕ...", αντί του εσφαλμένου "Δ. Νασόπουλος - Π. Γώγος ΑΕ...", που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3275/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-4-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 14-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του Ν. 1892/1990 και ορίστηκε στην παράγραφο 1 ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της, δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως απαιτείται κατά το νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η μη τήρηση δε αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σχετικής συμβάσεως. Η εν λόγω ακυρότητα, η οποία, κατά το άρθρο 159 ΑΚ., είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της ελλείψεως του απαιτούμενου τύπου. Εξάλλου λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα, έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτήν, δέχτηκε, τα παρακάτω: Δυνάµει συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε στις 7-1-1999 από την αναιρεσίβλητη εταιρία, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται επιχείρηση έκθεσης συσκευασίας και διανομής περιοδικών και εφημερίδων, προκειμένου να απασχοληθεί ως εργάτρια στην ένθεση εφημερίδων και περιοδικών. Υπό την ως άνω ιδιότητά της η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης μέχρι τις 29-9-2004, όταν η τελευταία κατήγγειλε, εγγράφως, τη σύμβαση εργασίας της και της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση. Δέχτηκε ακόμη ότι δεν αποδείχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη, για μερικές ημέρες κάθε μήνα από το έτος 1999 και εφεξής αρνείτο να αποδεχθεί την εργασία της αναιρεσείουσας, χωρίς να της καταβάλει ημερομίσθιο για τις ημέρες αυτές και ότι της επέβαλλε αναγκαστική ημέρα αναπαύσεως. Ειδικότερα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι καθίστατο από υπαιτιότητά της υπερήµερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσείουσας,ενώ αποδείχθηκε ότι η µη προσέλευση της αναιρεσείουσας, όπως και πολλών άλλων συναδέλφων της, κάποιες ημέρες του μήνα προς εργασία, ήταν οικειοθελής και οφειλόταν σε δικούς της λόγους. Και ακόμη ότι η αναιρεσίβλητη, λόγω του φαινομένου της µη προσέλευσης σε σταθερή βάση του συνόλου των εργαζομένων, αναγκαζόταν να διατηρεί εκτός από τις βάρδιες και ομάδα εκτάκτων υπαλλήλων για την άμεση κάλυψη των κενών θέσεων. Ενόψει των ως άνω το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιµο το κονδύλιο των 8.503,97 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα ζήτησε με την αγωγή της, ως διαφορά τακτικών αποδοχών και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, κατά το παραπάνω κεφάλαιο της, που αναφέρεται στην επιδίκαση αμοιβής κατά τις ημέρες που η αναιρεσίβλητη δεν αποδέχθηκε την εργασία της αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 648,656 του Α.Κ., 1 και 2 του Ν.2639/1998 και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών και τούτο, διότι δεν καθίσταται σαφές α)αν με την αρχική σύμβαση ή μεταγενέστερη ορίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα θα είχε μερική απασχόληση στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης και ακόμη δεν παρατίθεται το περιεχόμενο τέτοιας σύμβασης, ούτε προσδιορίζεται αν τηρήθηκαν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις νόμιμης κατάρτισης της, ώστε να κριθεί αν, με βάση τη σύμβαση, δικαιούται πλήρεις ή μειωμένες αποδοχές και β)δεν αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του Εφετείου, ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία, όπως δέχθηκε, συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσείουσας και ότι η μη προσέλευση της τελευταίας προς εργασία, κάποιες ημέρες το μήνα, (οι οποίες και δεν προσδιορίζονται ούτε κατ' αριθμό στην απόφαση), ήταν οικειοθελής και οφειλόταν σε δικούς της λόγους. Επομένως είναι βάσιμοι οι, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πιο πάνω κεφάλαιο της, ήτοι κατά το μέρος που αφορά τη μη επιδίκαση του ποσού των 8.503,97 ευρώ, ως προς την απόρριψη του οποίου και μόνο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της(άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την 3275/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά το άνω κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οεργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική. Η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της, δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 452/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 437/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΚΟΣΜΟ ΕΜΠΟΡΙΟ Α.Ε.", που εδρεύει στα Γιαννιτσά και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1038/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 325/12.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την με αριθμό 28/19-6-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1(ασκηθείσα δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου Ζωής Γρουσοπούλου, κατόπιν της ενσωματωθείσης στην αίτηση σχετικής εξουσιοδότησης) και στρέφεται κατά του με αριθμό 437/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεσή του κατά του με αριθμό 21/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών, ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως αυτή αντικ. από το άρθρο 38 Ν. 3160/2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, δηλαδή την 30/6/2003 "Κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναίρεσης από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, ως απαράδεκτη (ΑΠ 2652/08, ΑΠ 805/08).
Τέλος κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός των άλλων και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με το με αριθμό 21/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής απάτης. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος άσκησε την από 21/4/2009 έφεσή του, η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το με αριθμό 437/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Κατά του βουλεύματος αυτού, ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατά τα προαναφερθέντα, δεν προβλέπεται από το νόμο. Κατ'ακολουθίαν, η αίτηση αναίρεσης αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Ι) Να απορριφθεί η με αριθμό 28/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατά του με αριθμό 437/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και
ΙΙ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 14 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003 και ισχύει από την 30-6-2003 και εντεύθεν, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον κατά απόφασης, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι κατά βουλεύματος, που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι, κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται "βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 ΚΠΔ πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναίρεσης κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και δεν ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία, δεν προβλέπεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ1, με το υπ' αριθμ. 21/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικασθεί ως υπαίτιος της σ'αυτό αναφερομένης αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης. Κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την από 21-4-2009 έφεσή του, η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το υπ' αριθμ. 437/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, για το λόγο ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Σύμφωνα όμως με τα προεκτιθέμενα δεν επιτρέπεται πλέον αναίρεση κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Συνακόλουθα και μετά την, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ, ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της σχετικής δικογραφίας, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Ιουνίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 437/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε την έφεση κατά του πρωτοβάθμιου παραπεμπτικού βουλεύματος ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης λόγω του ότι το ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν υπόκειται σε αναίρεση.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 451/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 258/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Με κατηγορούμενο τον Χ1, κρατουμένου στην Αγροτική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 40/19-8-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1225/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 19-8-2009 αίτησή του ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 258/2009 συγχωνευτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 551 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού νόμου για τη συρροή δηλαδή τα άρθρα 94 επ' αυτού και κατά τη διάταξη 3 εδαφ. τελ. Του ιδίου άρθρου του αυτού Κώδικα, κατά της απόφασης με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα. Η αναίρεση είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και επομένως και για εκείνον της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ), όπως είναι και η διάταξη του προδιαληφθέντος άρθρου, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Τέλος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105, 108 και 109 του ΠΚ, η υπό τον όρο της ανάκλησης χορηγούμενη απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτέλεσής της που επιδιώκει την αποτροπή υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση. Επομένως, μπορεί η ποινή στην οποία αυτή αναφέρεται να συγχωνευθεί με άλλες ποινές, αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση και εφόσον οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά την διάρκεια της δοκιμασίας, διότι τότε επέρχεται άρση της αναστολής και οι ποινές εκτίονται αθροιστικώς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από το Δικαστήριο αυτό όλων των εγγράφων της δικογραφίας, με την υπ' αριθμ. 314/2000 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών καθορίσθηκε στον Χ1 συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών, δύο (2) μηνών και δεκαπέντε (15) ημερών και χρηματική ποινή από 1.000.000 δραχμές. Στις 24-01-2000 αποφυλακίσθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. 610/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, υπό τον όρο της ανάκλησης, σύμφωνα με τα άρθρα 105-110 ΠΚ, με υπόλοιπο ποινής ένα (1) έτος, τρεις (3) μήνες και τρεις (3) ημέρες. Με την υπ' αριθμ. 222-223/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών καταδικάσθηκε ο παραπάνω κατηγορούμενος για τα σ' αυτή αναφερόμενα αδικήματα που τελέσθηκαν τον Μάϊο του 2002 (προφυλακίσθηκε στις 18-7-2002) συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών και συνολική χρηματική ποινή 3.800 ευρώ. Στις 21-11-2003 αποφυλακίσθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. 760/2003 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, υπό τον όρο της ανάκλησης, σύμφωνα με τα άρθρα 105-110 του ΠΚ, με υπόλοιπο ποινής δύο (2) ετών, ένδεκα (11) μηνών και τεσσάρων (4) ημερών. Κατά τη διάρκεια όμως της δοκιμασίας του για τη δεύτερη των ως άνω αναφερομένων περιπτώσεων και συγκεκριμένα στις 9-6-2005 ο κατηγορούμενος αυτός τέλεσε τα αδικήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή (2 απόπειρες), παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 30-31/2009 απόφαση του Μικτού ορκωτού Εφετείου Πατρών σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα τριών (13) ετών και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ. Ο ως άνω κατηγορούμενος με την από 28-5-2009 αίτηση του προς το Πενταμελές εφετείο Πατρών ζήτησε τη συγχώνευση των ποινών που είχαν επιβληθεί σε βάρος του και δεν είχαν εκτελεσθεί κατ' αυτόν (αιτούντα-κατηγορούμενο) στο σύνολό τους. Το προαναφερόμενο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 258/2009 απόφασή του συγχώνευσε την ποινή που επιβλήθηκε με την τρίτη των προαναφερομένων αποφάσεων που έλαβε ως ποινή βάσης με τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις δύο άλλες προμνημονευόμενες, αποφάσεις και καθόρισε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι (20) έτη, επτά (7) μήνες και δέκα (10) ημέρες και συνολική χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων εξακοσίων (5.600) ευρώ. Έτσι όμως που αποφάσισε το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 108 του ΠΚ και 551 του ΚΠΔ (που είναι ουσιαστική κατά το μέρος της που αναφέρεται στο καθορισμό συνολικής ποινής) σε συνδυασμό με το άρθρο 109 του ΠΚ, διότι η πρώτη και η τρίτη των ως άνω ποινών που επιβλήθηκαν με τις αντίστοιχες αποφάσεις δεν συναντήθηκαν κατά την εκτέλεση. Συγκεκριμένα η πρώτη εκτελέσθηκε το αργότερο στις 27-2-2002 που εξέτισε το υπόλοιπο της ποινής του (1 έτος, 3 μήνες και 3 ημέρες) που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 314/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και απολύθηκε στις 24-11-2000 υφ' όρο με το υπ' αριθμ. 610/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, ενώ η τρίτη επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στις 1-3-2009 με χρόνο τέλεσης των αδικημάτων για τα οποία επιβλήθηκε αυτή την 9-6-2005. Εξάλλου, κατά τις ίδιες παραπάνω διατάξεις, αφού μέσα στο χρονικό διάστημα από της απολύσεως υφ' όρο (από τις 21-11-2003 και εντεύθεν) του κατηγορουμένου για την ποινή που του είχε επιβληθεί με τη δεύτερη των ως άνω αποφάσεων τέλεσε στις 9-6-2005 τα αδικήματα που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 30-31/2009 απόφαση του ΜΟΕ Πατρών για τα οποία καταδικάσθηκε με την απόφαση αυτή σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα τριών (13) ετών, όφειλε το Πενταμελές Εφετείο Πατρών να αποφανθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αθροιστική έκτιση του υπολοίπου της ποινής που είχε επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 222-223/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και όχι να προβεί στον καθορισμό της συνολικής ποινής που κατά τα προαναφερόμενα έκανε καθώς επίσης να αποφανθεί ότι το υπόλοιπο της ποινής που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο με την υπ' αριθμ. 314/2000 απόφαση του (Πενταμελούς Εφετείου Πατρών) εκτελέσθηκε και να μη προβεί στον καθορισμό και για την απόφαση αυτή συνολικής ποινής, όπως προαναφέρθηκε. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 108 ΠΚ και 551 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ προβαίνοντας στη συγχώνευση των ως άνω τριών ποινών, είναι βάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για να συζητήσει στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 258/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συγχώνευση ποινών. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης αν το έγκλημα για το οποίο επιβλήθηκε μέσα από τις υπό συγχώνευση ποινές, τελέσθηκε κατά το διάστημα της με όρο απόλυσης του κατάδικου για την πρώτη ποινή (άρθρα 108 ΠΚ και 551 § 1 εδ. α΄ ΚΠΔ). Αίτηση αναίρεσης από Εισαγγελέα κατά της απόφασης που συγχώνευσε τις παραπάνω ποινές και παραδοχή αυτής. Αναίρεση απόφασης και παραπομπή υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόλυση υφ' όρο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
Αριθμός 450/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 604/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 734/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 357/27.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το υπ' αριθμ. 172/2008 βούλευμά του παρέπεμψε το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου - για κακουργήματα - Αθηνών την Χ για να δικαστεί ως υπαίτια τελέσεως απάτης κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος - περιουσιακή ζημία - που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ [133.249,12 Ευρώ]. Κατά του άνω βουλεύματος άσκησε αυτή την υπ' αριθμ. 13/2008 έφεση, την οποία το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 604/2009 βούλευμά του - και με καθολική αναφορά στην πρόταση της Εισαγγελέως Εφετών - απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της. Ειδικότερα το άνω συμβούλιο με το ρηθέν βούλευμά του - με επιτρεπτή καθολική αναφορά στη πρόταση της Εισαγγελέως Εφετών - δέχθηκε ότι :
"Εξ αφορμής της από 22-10-05 εγκλήσεως που υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας ο Ψ, κάτοικος ..., κατά της κατηγορουμένης, μετά την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε αρχικά, ασκήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία για την ως άνω πράξη από τον Ανακριτή ... σε βάρος της κατηγορουμένης, η οποία μετά την απολογία της κρίθηκε απολυτέα, με τους περιοριστικούς όρους της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισης της ενώπιον του Α.Τ. της κατοικίας της, εκδοθείσης προς τούτο της υπ' αριθμ. 85/07 διατάξεως του ως άνω ανακριτή. Εξετάσθηκαν επίσης κατά το στάδιο της Ανακρίσεως και ο εγκαλών και η υπ' αυτού προταθείσα μάρτυς, επισυνάφθηκαν όσα τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα και μετά το νομότυπο πέρας της κατά τα άνω ανακρίσεως, το οποίο γνωστοποιήθηκε στους νομίμως διορισθέντες αντικλήτους της κατηγορουμένης και πολ. ενάγοντος, προέκυψαν τα ακόλουθα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά.
Ο εγκαλών, ο οποίος φέρεται να έχει γεννηθεί το έτος 1915, διαμένει στην περιοχή ..., μαζί με την αδελφή του και είναι άνευ τέκνων, άγαμος. Σημειωτέον ότι όπως έχει κατατεθεί η αδελφή του είναι κατάκοιτη. Η κατηγορούμενη, η οποία σύμφωνα με τη δήλωσή της διατηρεί κατάστημα ψιλικών στην ..., έχει ένα αγόρι και ο σύζυγός της έχει αποβιώσει από το έτος 1997, είχε δε από προηγούμενο γάμο του μια θυγατέρα που διαμένει στο .... Τον Αύγουστο του έτους 2002 η κατηγορουμένη επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον εγκαλούντα, με τον οποίο σημειωτέον δεν είχε οποιαδήποτε γνωριμία ή επικοινωνία κατά το παρελθόν, και τον παρακάλεσε ν' αγοράσει από ένα λαχειοπώλη της περιοχής (6) δελτία εθνικού λαχείου και να τα αποστείλει ταχυδρομικώς στην ανωτέρω, η οποία θα του έστελνε τα χρήματα για την αγορά και τα έξοδα αποστολής, όπως και στη συνέχεια έπραξε. Αφορμή για το παραπάνω τηλεφώνημα, σύμφωνα με όσα δήλωσε η κατηγορουμένη, υπήρξε το γεγονός, ότι εκείνη την εποχή, υπήρξαν διάφορα δημοσιεύματα, που είχαν δημοσιοποιήσει ότι στην ευρύτερη περιοχή είχαν αναδειχθεί κάτοχοι εθνικών λαχείων να έχουν κερδίσει μεγάλα χρηματικά ποσά γι' αυτό και ήθελε να δοκιμάσει την "τύχη της". Τον αριθμό της τηλεφωνικής συσκευής του εγκαλούντος επέλεξε τυχαία από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Αφού η ανταπόκριση της επικοινωνίας με τον ηλικιωμένο εγκαλούντα, υπήρξε θετική, η κατηγορούμενη τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους επικοινώνησε και πάλι με τον ανωτέρω τηλεφωνικά, προσπαθώντας να αναπτύξει οικειότητα μεταξύ του, και αφού του ανέφερε ότι δεν κέρδισε χρήματα από τα λαχεία, άρχισε να του εξιστορεί προσωπικά προβλήματα που είχε εκείνη την χρονική περίοδο. Συγκεκριμένα του ανάφερε ότι ο σύζυγός της, ο οποίος είχε αποβιώσει προ ολίγων μηνών από την επάρατη νόσο, της είχε αφήσει μεγάλη ακίνητη περιουσία αξίας 1.500.000 ευρώ, αλλά και πολλά χρέη, ότι προκειμένου να ολοκληρώσει τη διαδικασία της αποδοχής κληρονομίας χρειαζόταν κάποια ποσά, τα οποία ζήτησε να της δανείσει ο εγκαλών άτοκα, και θα τα επέστρεφε μόλις ολοκληρωνόταν η διαδικασία της αποδοχής κληρονομιάς, για την οποία απαιτούντο διάφορα έξοδα. Παράλληλα, εκμεταλλευόμενη η κατηγορούμενη την ευπιστία του εγκαλούντος, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του (ήταν τότε 87 ετών), και την οποία είχε διαπιστώσει από τις συνομιλίες, του ανέφερε ότι είχε μία θυγατέρα, η οποία έπασχε από σοβαρή ασθένεια και χρειαζόταν πολλά έξοδα για την ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αρχικά ο εγκαλών συγκινήθηκε από την ιστορία της "πολυπαθής" κατηγορουμένης και της έστειλε ταχυδρομικώς 146 Ευρώ. Τα τηλεφωνήματα συνεχίσθηκαν με τις ίδιες δραματικές διηγήσεις και τις διαβεβαιώσεις ότι πρόκειται να ολοκληρωθεί η διαδικασία της αποδοχής κληρονομίας αφού πληρωθούν τα έξοδα, τα οποία αυτή δεν διέθεται. Για να γίνει πιο πειστική και να συγκινήσει περισσότερο τον ηλικιωμένο, η κατηγορουμένη του ανέφερεότι η μοναδική της θυγατέρα, η οποία ζούσε από κοντά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα της οικογένειας, είχε εκφράσει την επιθυμία να εκπορνευθεί για να βγουν από το αδιέξοδο, γεγονός που είχε φέρει σε πολύ δύσκολη την κατηγορουμένη και ανησυχούσε αφάνταστα για το παιδί της. Η ίδια πολλές φορές είχε στερηθεί ακόμα και τα απαραίτητα είδη διατροφής. Με όσα έντεχνα η κατηγορουμένη είχε εμφανίσει ως δραματικά στον εγκαλούντα, ο τελευταίος είχε πεισθεί ότι πράγματι υπήρχε στο πρόσωπο της κατηγορουμένης μεγάλη και επείγουσα ανάγκη για την ολοκλήρωση της αποδοχής κληρονομίας και ότι αυτή θα του επέστρεφε τα χρήματα, γι' αυτό και άρχισε σταδιακά να στέλνει σ' αυτή διάφορα χρηματικά ποσά, άλλοτε με το ταχυδρομείο και άλλοτε δια μέσου τραπεζικού συστήματος. Το χρηματικό ποσό συνολικά που έστειλε ο εγκαλών από τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2000 ανέρχεται σε 120.000 Ευρώ, και μάλιστα προέβη και στην πώληση δύο οικοπέδων, ενός καταστήματος και μιας οικίας. Την τελευταία φορά που ο εγκαλών έστειλε στην κατηγορουμένη το ποσό των 14.000 Ευρώ, ή από τον Φεβρουάριο του έτους 2005 και η τελευταία του διαβεβαίωσε ότι η ολοκλήρωση της αποδοχής κληρονομίας ήταν θέμα ολίγων ημερών και εν συνεχεία θα του επέστρεφε τα χρήματα. Έκτοτε όμως έπαυσε να τηλεφωνεί και οσάκις ο εγκαλών προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της ήτο αδύνατον, διότι είτε δεν απαντούσε είτε διότι οι οικείοι της του απαντούσαν ότι ήταν απασχολημένη. Όταν κατόρθωσε μία φορά να μιλήσει μαζί της στο τηλέφωνο, αυτή του είπε ότι δεν τον γνωρίζει και να μην την ξαναενοχλήσει, σταμάτησε δε από τότε και να απαντά πλέον στο τηλέφωνο οριστικά. Η κατηγορουμένη στην απολογία της δεν αρνείται ότι έλαβε από τον εγκαλούντα διάφορα χρηματικά ποσά, αναφέρει όμως ότι ουδέποτε τον διαβεβαίωσε ψευδώς, διότι πράγματι είχε προβλήματα οικονομικά και υγείας, αλλά ο ίδιος προσφέρθηκε να την βοηθήσει και τον θεωρεί ευεργέτη της. Όμως όταν της ζήτησε να μεταβεί στην ίδια για να συγκατοικήσουν, αυτή αρνήθηκε και έτσι άλλαξαν τα αισθήματά του. Πάντως ουδέποτε του ζήτησε δάνειο, ούτε και ποτέ του υποσχέθηκε να επιστρέψει τα χρήματα που της έστειλε.
Αξιολογώντας τα παραπάνω περιστατικά, καταλήγουμε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι όσα αναφέρει η κατηγορουμένη δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα τούτο διότι : Η επιλογή της επικοινωνίας τηλεφωνικώς της κατηγορουμένης με τα συμβάντα που επακολούθησαν, δεν φαίνεται να είναι τυχαία και συμπτωματικά, όπως θέλει να την εμφανίσει η κατηγορουμένη. Τα γεγονότα που επακολούθησαν μαρτυρούν ότι οπωσδήποτε η κατηγορούμενη είχε κάποιες πληροφορίες για την κατάσταση του ηλικιωμένου και τις αποκρύπτει. Αν πράγματι σκόπευε να αναζητήσει τρόπο για την αγορά λαχείων από την περιοχή που είχε πωλήσει ο προηγούμενος τυχερός αριθμός, θα έπρεπε να αναζητήσει το συγκεκριμένο πρακτορείο και όχι ένα τυχαίο και άγνωστο ηλικιωμένο πρόσωπο, το οποίο μάλιστα από τη συνομιλία θα αντελήφθη αμέσως τη πνευματική του κατάσταση. Η κατηγορουμένη από την αρχή αποσκοπούσε να ιδιοποιηθεί τα χρήματα που θα ελάμβανε από τον ηλικιωμένο και δεν είχε σκοπό να επιστρέψει κάποιο ποσό. Η όλη της ενέργεια είναι σχεδιασμένη κατάλληλα, ώστε να επιτύχει το αποτέλεσμα που επιθυμούσε και όταν αντιλήφθηκε ότι εδραιώνεται το σχέδιό της άρχισε να διεκτραγωδεί τα γεγονότα. Ο εγκαλών δεν γνώριζε την πραγματική της κατάσταση, ούτε και είχε τη δυνατότητα να την επαληθεύσει, αφενός μεν λόγω της μεγάλης απόστασης αφετέρου δε λόγω της μεγάλης ηλικίας του και της αδυναμίας του να αντιδράσει και να ενεργήσει στο μέτρο του μέσου ανθρώπου. Αυτή τον διαβεβαίωσε ψευδώς ότι ο σύζυγός της είχε αποβιώσει προ ολίγων μηνών, αποκρύπτοντας την αλήθεια διότι αυτός είχε αποβιώσει προ πενταετίας. Αυτό ήταν σκόπιμο, για να γίνει πιστευτός ο επόμενος ψευδής ισχυρισμός που επακολούθησε περί αποδοχής κληρονομίας και μεγάλης ακίνητης περιουσίας που αυτή δήθεν κληρονόμησε.
Τα περιουσιακά στοιχεία που η κατηγορουμένη κληρονόμησε από κοινού με την θυγατέρα του συζύγου της, ήταν μία οικία στην περιοχή που διέμενε και σε καμιά περίπτωση δεν έφθανε το ποσό των 1.500.000 ευρώ. Επίσης για να γίνει περισσότερο πιστευτή, ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι η θυγατέρα της ήταν σοβαρά άρρωστη ενώ δεν είχε θυγατέρα. Όταν επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον ηλικιωμένο, φρόντιζε πάντοτε να αποκρύπτεται ο αριθμός τηλεφώνου για να μην διαρρέουν περαιτέρω στοιχεία σε βάρος της, και όταν η εργαζόμενη στο σπίτι του εγκαλούντος της ζήτησε να δώσει έναν αριθμό λογαριασμού τραπέζης για να μην πληρώνονται έξοδα για την αποστολή των χρημάτων, εκείνη της είπε ότι δεν θέλει να βάλει πουθενά την υπογραφή της. Όταν αντιλήφθηκε ότι τα περιθώρια στένευαν, θέλησε να διακόψει την επαφή με τον εγκαλούντα, διαβεβαιώνοντας αυτόν ότι η ολοκλήρωση της ανύπαρκτης αποδοχής κληρονομίας, ήταν θέμα ολίγου χρόνου και αμέσως θα του επέστρεφε τα χρήματα. Τούτο όμως δεν ήταν αληθές, γιατί αμέσως διέκοψε την επικοινωνία μαζί του. Όταν μετά από πολλές προσπάθειες, κατόρθωσε ο εγκαλών να επικοινωνήσει μαζί της, προσποιήθηκε ότι δεν τον γνώριζε και να μην την ξανά ενοχλήσει.
Για το περιστατικό αυτό ουδέν ανάφερε στην απολογία της, προφασιζόμενη άλλες δήθεν απαντήσεις του ηλικιωμένου για συγκατοίκηση. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο εγκαλών και επιβεβαιώνονται από την μάρτυρα κατηγορίας αλλά και από τα έγγραφα που προσκόμισε ο ανωτέρω, στοιχειωθετούν πλήρως την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, κατ' εξακολούθηση για το ποσό των 120.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε τμηματικά όπως αναλυτικά αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα εισαγ. πρόταση στο οποίο και μεις αναφερόμαστε κατά το σημείο τούτο, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων. Τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούνται από τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, η οποία επικαλείται αστικές διαφορές με τη θυγατέρα του συζύγου της, ούτε με τις αοριστίες περί προβλημάτων υγείας που επικαλείται, χωρίς να προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Κατόπιν αυτού προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις, οι οποίες δικαιολογούν την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, για να δικασθεί για την ως άνω πράξη.
Έτσι κρίναν και το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο δια του εκκαλουμένου βουλεύματος, δεν έσφαλε κατά την κρίση του και ορθά εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά, ορθά δε αυτά υπήγαγε στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, (άρθρ. 26, 27, 98, 386 §§ 1,3 Π.Κ.), γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση κατ' ουσίαν, και ν' επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν τα έξοδα της παρούσης στην κατηγορουμένη - εκκαλούσα."
Να τονισθεί εδώ ιδιαίτερα ότι το επικυρωθέν Πρωτόδικο βούλευμα ρητά δέχεται ότι το έγκλημα για το οποίο παραπέμφθηκε η κατηγορουμένη τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση " με τις ανωτέρω παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών, που επαναλαμβάνονταν κάθε φορά και εμπλουτίζονται προοδευτικά και οδηγούσαν τον παραπάνω εγκαλούντα σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση, όπως εκτίθεται αμέσως παρακάτω" [βλ. σελ. 21 του πρωτόδικου βουλεύματος].
Το βούλευμα αυτό [604/2009] του συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στην κατηγορουμένη στις ... αποδεικτικά του δικαστικού επιμελητή ... αφ' ενός και το από 14-4-2009 αποδεικτικό του ... αφ' ετέρου· Η πρώτη επίδοση έγινε με θυροκόλληση στην ίδια κι η δεύτερη στον αντίκλητο αυτής·
Έτσι τα αποτελέσματα της επίδοσης άρχονται από τη νεώτερη επίδοση βλ. ΑΠ 273/2003, ΑΠ 776/99, ΑΠ 711/98 κ.α.]. Κατ' αυτού άσκησε δια πληρεξουσίου - με βάση την από ... εξουσιοδότηση αυτής, στην οποία το γνήσιο της υπογραφής της βεβαιώνεται από δικηγόρο - στις 7-5-2009 ενώπιον του γραμματέα βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, την υπ' αριθμ. 91/2009 αναίρεση, προβάλλων ως λόγους αναίρεσης ότι : α) "το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η οποία επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ως προς την απόρριψη κατ' ουσίαν της Εφέσεως της κρίσης του· Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται από ποία στοιχεία ήχθη στην κρίση ότι η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα εκτέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε εις βάρος της ποινική δίωξη και συγκεκριμένα της παράβασης των άρθρων 26, 27, 98, 386§1,3 ΠΚ. Αόριστα απλώς αναφέρει ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την προανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία της κατηγορουμένης, χωρίς βέβαια πουθενά ειδικότερα να αναφέρει και να τεκμηριώνει γιατί δεν προέκυψαν οι απαιτούμενες σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο.." β) "Διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχε στη διάθεσή του και συγκεκριμένα τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, αλλά και ισχυρισμούς.." γ) "Διότι εσφαλμένα αναφέρει το βούλευμα στο πρώτο φύλλο ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 172/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών. Στο τέλος δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την έφεση της κατά του υπ' αριθμό 172/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας.
Έτσι η αναφορά σε δύο διαφορετικά Συμβούλια δημιουργεί αμφιβολία ως προς το ποιο είναι το επιδόσαν το βούλευμα Συμβούλιο".
ΙΙ)Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 386§ 1 ΠΚ ο όρος "γεγονότα", περιλαμβάνει κάθε πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται στο παρελθόν ή υπάρχει στο παρόν ή συμβαίνει κατά τη στιγμή της βεβαιώσεως, αλλά και απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις όταν συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων (ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν) κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση. -βλ. ΑΠ 1270/2008, ΑΠ 276/2007, ΑΠ 1163/2008, ΑΠ 1388/2006, ΑΠ 1896/2008 κ.α. - πχ. Η ψευδής παράσταση ότι τυγχάνει κληρονόμος τινός, που του άφησε κληρονομιά και από την οποία θα καταβάλλει το ληφθέν ποσό χρημάτων .....
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 474§2, 476§2, 485§2 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος είναι να περιέχονται σ' αυτή λόγοι που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 Κ.Ποιν.Δ. και αφετέρου να διατυπώνονται αυτοί κατά τρόπον σαφή και ορισμένο, άλλως η αναίρεση είναι απαράδεκτη. Ειδικότερα, σε σχέση με τον λόγο αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να εκτίθεται σε τι συνιστάται η έλλειψη και από πού προκύπτει, ποιες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή αντιφατικές αιτιολογίες ή ποια τα αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθησαν - βλ. ΑΠ 19/2001, ολ., ΑΠ 606/2007, ΑΠ 1842/2007 κ.α.
Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης : η φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων [αφού ο Άρειος Πάγος δεν εισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης], - βλ. ΑΠ 567/2006, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 276/2007, ΑΠ 540/2006 ΑΠ 1531/2007, κ.α. Η μη ειδικότερη αναφορά των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων και τι προέκυψε από το καθένα βλ. ΑΠ 403/2008 κ.α.
Επίσης η μη ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψε κάθε συγκεκριμένη παραδοχή - βλ. ΑΠ 511/2006, ΑΠ 1561/2007, ΑΠ 567 2006, ΑΠ 1468/2007 κ.α. -
Αφού τα ανωτέρω ανάγονται σε εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Εξ άλλου λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αποδοχή που δεν έγινε δεκτή από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτος διότι δεν περιέχει κανένα λόγο κατά τρόπον σαφή και ορισμένο.
Ειδικότερα : Η φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας είναι αόριστη αφού δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη, αφετέρου δεν απαιτείται να αναφέρονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψε η παραδοχή του βουλεύματος για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής της αναιρεσείουσας. - αφού αναφέρονται γενικώς κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα και δη όλα τα υπάρχοντα που ελήφθησαν υπόψη - . Επίσης ούτε γίνεται ειδική μνεία ποιων εγγράφων ή αποδεικτικών στοιχείων προσεκόμισε η αναιρεσείουσα και τα οποία δεν έλαβε υπόψη το συμβούλιο. Τέλος ο λόγος αναίρεσης περί δημιουργίας αμφιβολίας περί του επικυρούμενου βουλεύματος είναι απαράδεκτος αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η αναφερόμενη πρώτη σελίδα δεν αποτελεί παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αλλά αναφέρεται διηγηματικώς. Η παραδοχή του βουλεύματος αρχίζει από το κείμενο της εισαγγελικής πρότασης, την οποία και υιοθετεί, και ρητά τόσο σ' αυτή όσο και στο διατακτικό του γίνεται αναφορά και επικύρωση του υπ' αριθμ. 172/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας έτσι ώστε να μην δημιουργείται καμία αμφιβολία περί του ζητήματος αυτού.
Σε κάθε περίπτωση όμως η υπό κρίση αναίρεση είναι και αβάσιμη στην ουσία της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 91/2009 αίτηση αναίρεσης τηςΧ κατά του υπ' αριθμ. 604/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 15 - 7 - 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7-5-2009 αίτησή της η κατηγορούμενη Χ, κάτοικος ..., ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθμ. 604/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Ολ. ΑΠ 1420/1986 ΠοινΧρον. ΛΖ 162). Περαιτέρω - το αρχικό κείμενο της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ, όπου προβλέπονται οι διακεκριμένες-κακουργηματικές μορφές απάτης είχε ως εξής "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε αφενός την 4-6-1996 με το αρθρ. 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και απέκτησε το εξής περιεχόμενο. "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και αφετέρου την 3-6-1999 με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και απέκτησε την ισχύουσα μορφή της, δηλαδή "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών" α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη κατ' αρθρ. 5 ν. 2943/2001 15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη κατ' αρθρ. 5 ν. 2943/2001 73.000 ευρώ).
Εξάλλου κατά τo άρθρο 98 § 1 Π.Κ. εάν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 Π.Κ., να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της οποίας το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 εδ. α' του Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
Η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και τέλος οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Εξάλλου η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ'αυτήν, με την προϋπόθεση όμως ότι εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή (και) την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενο υπ' αριθμ. 172/2009 βούλευμά του, δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην ειδική και εμπεριστατωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ'αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των καταθέσεων του εγκαλούντος και της απ' αυτόν προταθείσας μάρτυρα, των εγγράφων της δικογραφίας και της απολογίας της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών, ο οποίος φέρεται να έχει γεννηθεί το έτος 1915, διαμένει στην περιοχή ..., μαζί με την αδελφή του και είναι άνευ τέκνων, άγαμος. Σημειωτέον ότι όπως έχει κατατεθεί η αδελφή του είναι κατάκοιτη. Η κατηγορούμενη, η οποία σύμφωνα με τη δήλωσή της διατηρεί κατάστημα ψιλικών στην ..., έχει ένα αγόρι και ο σύζυγός της έχει αποβιώσει από το έτος 1997, είχε δε από προηγούμενο γάμο του μια θυγατέρα που διαμένει στο .... Τον Αύγουστο του έτους 2002 η κατηγορουμένη επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον εγκαλούντα, με τον οποίο σημειωτέον δεν είχε οποιαδήποτε γνωριμία ή επικοινωνία κατά το παρελθόν, και τον παρακάλεσε ν' αγοράσει από ένα λαχειοπώλη της περιοχής (6) δελτία εθνικού λαχείου και να τα αποστείλει ταχυδρομικώς στην ανωτέρω, η οποία θα του έστελνε τα χρήματα για την αγορά και τα έξοδα αποστολής, όπως και στη συνέχεια έπραξε. Αφορμή για το παραπάνω τηλεφώνημα, σύμφωνα με όσα δήλωσε η κατηγορουμένη, υπήρξε το γεγονός, ότι εκείνη την εποχή, υπήρξαν διάφορα δημοσιεύματα, που είχαν δημοσιοποιήσει ότι στην ευρύτερη περιοχή είχαν αναδειχθεί κάτοχοι εθνικών λαχείων να έχουν κερδίσει μεγάλα χρηματικά ποσά γι' αυτό και ήθελε να δοκιμάσει την "τύχη της". Τον αριθμό της τηλεφωνικής συσκευής του εγκαλούντος επέλεξε τυχαία από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Αφού η ανταπόκριση της επικοινωνίας με τον ηλικιωμένο εγκαλούντα, υπήρξε θετική, η κατηγορούμενη τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους επικοινώνησε και πάλι με τον ανωτέρω τηλεφωνικά, προσπαθώντας να αναπτύξει οικειότητα μεταξύ του, και αφού του ανέφερε ότι δεν κέρδισε χρήματα από τα λαχεία, άρχισε να του εξιστορεί προσωπικά προβλήματα που είχε εκείνη την χρονική περίοδο. Συγκεκριμένα του ανάφερε ότι ο σύζυγός της, ο οποίος είχε αποβιώσει προ ολίγων μηνών από την επάρατη νόσο, της είχε αφήσει μεγάλη ακίνητη περιουσία αξίας 1.500.000 ευρώ, αλλά και πολλά χρέη, ότι προκειμένου να ολοκληρώσει τη διαδικασία της αποδοχής κληρονομίας χρειαζόταν κάποια ποσά, τα οποία ζήτησε να της δανείσει ο εγκαλών άτοκα, και θα τα επέστρεφε μόλις ολοκληρωνόταν η διαδικασία της αποδοχής κληρονομιάς, για την οποία απαιτούντο διάφορα έξοδα. Παράλληλα, εκμεταλλευόμενη η κατηγορούμενη την ευπιστία του εγκαλούντος, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του (ήταν τότε 87 ετών), και την οποία είχε διαπιστώσει από τις συνομιλίες, του ανέφερε ότι είχε μία θυγατέρα, η οποία έπασχε από σοβαρή ασθένεια και χρειαζόταν πολλά έξοδα για την ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αρχικά ο εγκαλών συγκινήθηκε από την ιστορία της "πολυπαθής" κατηγορουμένης και της έστειλε ταχυδρομικώς 146 Ευρώ. Τα τηλεφωνήματα συνεχίσθηκαν με τις ίδιες δραματικές διηγήσεις και τις διαβεβαιώσεις ότι πρόκειται να ολοκληρωθεί η διαδικασία της αποδοχής κληρονομίας αφού πληρωθούν τα έξοδα, τα οποία αυτή δεν διέθεται. Για να γίνει πιο πειστική και να συγκινήσει περισσότερο τον ηλικιωμένο, η κατηγορουμένη του ανέφερε ότι η μοναδική της θυγατέρα, η οποία ζούσε από κοντά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα της οικογένειας, είχε εκφράσει την επιθυμία να εκπορνευθεί για να βγουν από το αδιέξοδο, γεγονός που είχε φέρει σε πολύ δύσκολη την κατηγορουμένη και ανησυχούσε αφάνταστα για το παιδί της. Η ίδια πολλές φορές είχε στερηθεί ακόμα και τα απαραίτητα είδη διατροφής. Με όσα έντεχνα η κατηγορουμένη είχε εμφανίσει ως δραματικά στον εγκαλούντα, ο τελευταίος είχε πεισθεί ότι πράγματι υπήρχε στο πρόσωπο της κατηγορουμένης μεγάλη και επείγουσα ανάγκη για την ολοκλήρωση της αποδοχής κληρονομίας και ότι αυτή θα του επέστρεφε τα χρήματα, γι' αυτό και άρχισε σταδιακά να στέλνει σ' αυτή διάφορα χρηματικά ποσά, άλλοτε με το ταχυδρομείο και άλλοτε δια μέσου τραπεζικού συστήματος. Το χρηματικό ποσό συνολικά που έστειλε ο εγκαλών από τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2000 ανέρχεται σε 120.000 Ευρώ, και μάλιστα προέβη και στην πώληση δύο οικοπέδων, ενός καταστήματος και μιας οικίας. Την τελευταία φορά που ο εγκαλών έστειλε στην κατηγορουμένη το ποσό των 14.000 Ευρώ, ή από τον Φεβρουάριο του έτους 2005 και η τελευταία του διαβεβαίωσε ότι η ολοκλήρωση της αποδοχής κληρονομίας ήταν θέμα ολίγων ημερών και εν συνεχεία θα του επέστρεφε τα χρήματα. Έκτοτε όμως έπαυσε να τηλεφωνεί και οσάκις ο εγκαλών προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της ήτο αδύνατον, διότι είτε δεν απαντούσε είτε διότι οι οικείοι της του απαντούσαν ότι ήταν απασχολημένη. Όταν κατόρθωσε μία φορά να μιλήσει μαζί της στο τηλέφωνο, αυτή του είπε ότι δεν τον γνωρίζει και να μην την ξαναενοχλήσει, σταμάτησε δε από τότε και να απαντά πλέον στο τηλέφωνο οριστικά. Η κατηγορουμένη στην απολογία της δεν αρνείται ότι έλαβε από τον εγκαλούντα διάφορα χρηματικά ποσά, αναφέρει όμως ότι ουδέποτε τον διαβεβαίωσε ψευδώς, διότι πράγματι είχε προβλήματα οικονομικά και υγείας, αλλά ο ίδιος προσφέρθηκε να την βοηθήσει και τον θεωρεί ευεργέτη της. Όμως όταν της ζήτησε να μεταβεί στην ίδια για να συγκατοικήσουν, αυτή αρνήθηκε και έτσι άλλαξαν τα αισθήματά του. Πάντως ουδέποτε του ζήτησε δάνειο, ούτε και ποτέ του υποσχέθηκε να επιστρέψει τα χρήματα που της έστειλε. Αξιολογώντας τα παραπάνω περιστατικά, καταλήγουμε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι όσα αναφέρει η κατηγορουμένη δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα τούτο διότι: Η επιλογή της επικοινωνίας τηλεφωνικώς της κατηγορουμένης με τα συμβάντα που επακολούθησαν, δεν φαίνεται να είναι τυχαία και συμπτωματικά, όπως θέλει να την εμφανίσει η κατηγορουμένη. Τα γεγονότα που επακολούθησαν μαρτυρούν ότι οπωσδήποτε η κατηγορούμενη είχε κάποιες πληροφορίες για την κατάσταση του ηλικιωμένου και τις αποκρύπτει. Αν πράγματι σκόπευε να αναζητήσει τρόπο για την αγορά λαχείων από την περιοχή που είχε πωλήσει ο προηγούμενος τυχερός αριθμός, θα έπρεπε να αναζητήσει το συγκεκριμένο πρακτορείο και όχι ένα τυχαίο και άγνωστο ηλικιωμένο πρόσωπο, το οποίο μάλιστα από τη συνομιλία θα αντελήφθη αμέσως τη πνευματική του κατάσταση. Η κατηγορουμένη από την αρχή αποσκοπούσε να ιδιοποιηθεί τα χρήματα που θα ελάμβανε από τον ηλικιωμένο και δεν είχε σκοπό να επιστρέψει κάποιο ποσό. Η όλη της ενέργεια είναι σχεδιασμένη κατάλληλα, ώστε να επιτύχει το αποτέλεσμα που επιθυμούσε και όταν αντιλήφθηκε ότι εδραιώνεται το σχέδιό της άρχισε να διεκτραγωδεί τα γεγονότα. Ο εγκαλών δεν γνώριζε την πραγματική της κατάσταση, ούτε και είχε τη δυνατότητα να την επαληθεύσει, αφενός μεν λόγω της μεγάλης απόστασης αφετέρου δε λόγω της μεγάλης ηλικίας του και της αδυναμίας του να αντιδράσει και να ενεργήσει στο μέτρο του μέσου ανθρώπου. Αυτή τον διαβεβαίωσε ψευδώς ότι ο σύζυγός της είχε αποβιώσει προ ολίγων μηνών, αποκρύπτοντας την αλήθεια διότι αυτός είχε αποβιώσει προ πενταετίας. Αυτό ήταν σκόπιμο, για να γίνει πιστευτός ο επόμενος ψευδής ισχυρισμός που επακολούθησε περί αποδοχής κληρονομίας και μεγάλης ακίνητης περιουσίας που αυτή δήθεν κληρονόμησε. Τα περιουσιακά στοιχεία που η κατηγορουμένη κληρονόμησε από κοινού με την θυγατέρα του συζύγου της, ήταν μία οικία στην περιοχή που διέμενε και σε καμιά περίπτωση δεν έφθανε το ποσό των 1.500.000 ευρώ. Επίσης για να γίνει περισσότερο πιστευτή, ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι η θυγατέρα της ήταν σοβαρά άρρωστη ενώ δεν είχε θυγατέρα. Όταν επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον ηλικιωμένο, φρόντιζε πάντοτε να αποκρύπτεται ο αριθμός τηλεφώνου για να μην διαρρέουν περαιτέρω στοιχεία σε βάρος της, και όταν η εργαζόμενη στο σπίτι του εγκαλούντος της ζήτησε να δώσει έναν αριθμό λογαριασμού τραπέζης για να μην πληρώνονται έξοδα για την αποστολή των χρημάτων, εκείνη της είπε ότι δεν θέλει να βάλει πουθενά την υπογραφή της. Όταν αντιλήφθηκε ότι τα περιθώρια στένευαν, θέλησε να διακόψει την επαφή με τον εγκαλούντα, διαβεβαιώνοντας αυτόν ότι η ολοκλήρωση της ανύπαρκτης αποδοχής κληρονομίας, ήταν θέμα ολίγου χρόνου και αμέσως θα του επέστρεφε τα χρήματα. Τούτο όμως δεν ήταν αληθές, γιατί αμέσως διέκοψε την επικοινωνία μαζί του. Όταν μετά από πολλές προσπάθειες, κατόρθωσε ο εγκαλών να επικοινωνήσει μαζί της, προσποιήθηκε ότι δεν τον γνώριζε και να μην την ξανά ενοχλήσει. Για το περιστατικό αυτό ουδέν ανάφερε στην απολογία της, προφασιζόμενη άλλες δήθεν απαντήσεις του ηλικιωμένου για συγκατοίκηση. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο εγκαλών και επιβεβαιώνονται από την μάρτυρα κατηγορίας αλλά και από τα έγγραφα που προσκόμισε ο ανωτέρω, στοιχειωθετούν πλήρως την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, κατ' εξακολούθηση για το ποσό των 120.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε τμηματικά όπως αναλυτικά αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα εισαγ. πρόταση στο οποίο και μεις αναφερόμαστε κατά το σημείο τούτο, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων. Τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούνται από τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, η οποία επικαλείται αστικές διαφορές με τη θυγατέρα του συζύγου της, ούτε με τις αοριστίες περί προβλημάτων υγείας που επικαλείται, χωρίς να προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Κατόπιν αυτού προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις, οι οποίες δικαιολογούν την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, για να δικασθεί για την ως άνω πράξη". Με βάση της παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κρίνοντας ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατά της κατηγορουμένης επ' ακροατηρίου κατηγορίας για απάτη κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος, απέρριψε την από 14 Ιουλίου 2008 έφεσή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το υπ' αριθμ. 172/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας (εκ πρόδηλης παραδρομής αναφέρεται στο ιστορικό μέρος ως βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώ ορθά τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό αναφέρεται ότι το εκκαλούμενο βούλευμα εκδόθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας), με το οποίο παραπέμφθηκε να δικασθεί για την ως άνω πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 2 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Εξάλλου υφίσταται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την φερομένη κακουργηματική τέλεση του εγκλήματος της απάτης, αφού αναφέρεται ότι το περιουσιακό όφελός της και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία στον εγκαλούντα υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, στο οποίο και απέβλεπε αυτή με τις μερικότερες πράξεις της απάτης της, αποσπώντας κάθε φορά από τον μεγάλης ηλικίας (ήδη 95 ετών) εγκαλούντα διαφορετικό χρηματικό ποσό.
Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε με το οποίο με την επίφαση του ίδιου λόγου αναίρεσης αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με τον τρόπον αυτόν προσβάλλεται η αναιρετική ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγησή τους από το δικαστικού συμβούλιο. Ωσαύτως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας περί μη ειδικότερης αναφοράς των αποδεικτικών μέσων από τα οποία δέχθηκε το Συμβούλιο ότι προέκυψε κάθε συγκεκριμένη παραδοχή για τη καθεμιά μερικοτέρα πράξη της απάτης της. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Μαΐου 2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ. 604/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική από τη λόγω ύψους οφέλους - ζημίας θεμελίωσή της στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού και απόρριψη του λόγου αυτού ως αβάσιμου και αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Αριθμός 449/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γώγο, περί αναιρέσεως της 419/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 699/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 419/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν.1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτάμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτάμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτάμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ λόγο αναίρεσης, όταν σ'αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετική με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ'αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απλό τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή), εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όταν, όμως, πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, όπως είναι και η μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, αν, δηλαδή, στην περίπτωση της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, πρόκειται για μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή για καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή τους ισχυρισμούς εκείνους που κατατείνουν αυτοτελώς στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή ασκούν επιρροή στη μείωση της ποινής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν, συνάγεται, εκτός άλλων, ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοια του ή η εσφαλμένη αντίληψη του για συστατικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που του αποδίδεται, αίρει τον καταλογισμό του και ειδικότερα αποκλείει το δόλο και συνεπώς, ο αντίστοιχος ισχυρισμός αυτού είναι αυτοτελής και η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα.
Ακόμα, από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 του ΠΚ προκύπτει ότι για να μην καταλογισθεί η πράξη που κατηγορούμενο λόγω συγγνωστής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης, ως τείνων στην άρση του καταλογισμού της πράξης στον κατηγορούμενο είναι αυτοτελής και η απόρριψη του πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά την ανωτέρω διάταξη του ΠΚ, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση επίσης εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, συνιστάται η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν το πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 419/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το δικάσαν κατ'έφεση την υπόθεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη και κατά το χρονικό διάστημα από 30-1-2004 έως 31-12-2004, δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσό των σαράντα επτά χιλιάδων τριακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και τριάντα επτά λεπτά (47.328,37) που αφορά χρέη τα οποία ήταν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στη ... ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, όπως τα χρέη αυτά κατά είδος φόρου, ποσό, αιτία, τρόπο και ημέρα καταβολής αναφέρονται αναλυτικά στον πίνακα χρεών της ... ΔΟΥ Θεσσαλονίκης που ακολουθεί στο διατακτικό και υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 ευρώ. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως, που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, σύμφωνα με το διατακτικό, απορριπτομένων, ως αβασίμων των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί νομικής και πραγματικής πλάνης, καθόσον δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο τελευταίος τελούσε σε τέτοια πλάνη, όταν διέπραττε το αδίκημα, που του αποδίδεται". Στη συνέχεια το ως αν Δικαστήριο, αφού απέρριψε επιπλέον, εκτός των δύο ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί πραγματικής και νομικής πλάνης, : α) την ένστασή του περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω μη οριστικοποίησής της φορολογικής εγγραφής ως μη νόμιμη και β) το αίτημα περί αναστολής της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης (που δίκασε κατ'έφεση) μέχρι την έκδοση της απόφασης από το διοικητικό δικαστήριο επί της ασκηθείσης σχετικής προσφυγής του, τον κήρυξε ένοχο για την αποδιδόμενη σ'αυτόν παράβαση της μη έγκαιρης καταβολής χρεών του προς το Δημόσιο, αξιόποινη πράξη που δέχθηκε ότι τέλεσε στο μεν σκεπτικό άπαξ στο δε διατακτικό κατ'εξακολούθηση και έτσι να υπάρχει αντίφαση ως προς το ζήτημα αυτό μεταξύ των δύο ως άνω μερών της προσβαλλόμενης απόφασης, επέβαλε δε σε αυτόν ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για μία τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις ακόλουθες πλημμέλειες :α) η αιτιολογία της απόφασης ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί πραγματικής και νομικής πλάνης του, που είχαν παραδεκτή προβληθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο απόδειξης (βλ. σελ.4,5 της προσβαλλόμενης απόφασης) είναι ανεπαρκής και όχι ειδική και εμπεριστατωμένη όπως απαιτείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, β) η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ειδικότερα αυτής του άρθρου 98 του ΠΚ, αφού λόγω της αντίφασης που υπάρχει μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της στερείται νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε εφάπαξ όλα τα χρέη του προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα, καίτοι αυτά δημιουργήθησαν κατά τη χρονική περίοδο από 30-1-2004 έως 31-12-2004, στο διατακτικό αναφέρεται ότι αυτός τέλεσε την παράβαση αυτή (της μη έγκαιρης καταβολής των χρεών του) κατ'εξακολούθηση (σελ. 7η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης) και γ) συνυπολόγισε εσφαλμένα μεταξύ των οφειλομένων προς το Δημόσιο χρεών τη χρηματική ποινή που είχε επιβάλει στον κατηγορούμενο με την υπ'αριθμό 817/23-6-2003 απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης, συνολικού ύψους με τις προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις 35464,19 ευρώ όπως είχε προτείνει με ιδιαίτερο ισχυρισμό του ο εκπροσωπών τον εκκαλούντα συνήγορός του (σελ. 4η σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης) ενόψει του ότι κατά της απόφασης αυτής είχε ασκηθεί έφεση από τον αναιρεσείοντα, εκτός της αντίφασης που είχε ασκήσει ο Εισαγγελέας και η οποία (χρηματική ποινή) δεν επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. 532/1-4-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα και τότε εκκαλούντα κατηγορούμενο για την αναφερόμενη σ'αυτήν πράξη (παράνομης μεταφοράς, διευκόλυνσης και προώθησης λαθρομεταναστών στη χώρα) μόνο η ποινή φυλάκισης των 70 μηνών και καμμιά χρηματική ποινή και έτσι εξέλιπε το σχετικό χρέος του προς το δημόσιο.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε και Η λόγοι της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση: α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και γ) για υπέρβαση εξουσίας, δεχόμενο την οριστικοποίηση ενός χρέους του κατηγορουμένου προς το δημόσιο που δεν είχε πράγματι οριστικοποιηθεί, όπως ανωτέρω εκτίθεται, ως βάσιμοι. Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αυτών να αναιρεθεί ολικά η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο αυτό Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 419/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς την τέλεσή του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί πραγματικής και νομικής πλάνης. Αιτιολογία απόρριψης αυτών. Υπέρβαση εξουσίας. Το χρέος πρέπει να έχει οριστικοποιηθεί που δεν συμβαίνει όταν προέρχεται από ποινική απόφαση (χρηματική ποινή) που εκκρεμεί κατ' αυτής ένδικο μέσο (έφεση). Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 448/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, για αναίρεση της 323/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 20 Νοεμβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 517/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 26-3-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 323/2008 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 12-3-2009. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 212 του ν. 2287/1995 - Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με την ως άνω αίτηση θα συνεξετασθούν οι από 20-11-2009 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο,. Ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ στην περίπτωση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, δηλονότι της τέλεσης από τον ίδιο δράστη περισσοτέρων της μιάς ομοειδών πράξεων που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό του αυτού ή διαφόρων προσώπων, με ενότητα του δόλου του δράστη ως προς την τέλεση αυτών, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της δε λαμβάνει το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 323/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά μήνα Ιούνιο 2002 και συγκεκριμένα από 10-6-2002 έως 29-6-2002 ο Ζ τοποθετήθηκε στο 1° Τμήμα Συνόρων της ΓΥΣ ως αντικαταστάτης του κατηγορουμένου, τότε Ανχη (Γ) ..., ο οποίος είχε λάβει δεκαπενθήμερη αναρρωτική άδεια λόγω τροχαίου ατυχήματος. Κατά το ως άνω επίμαχο χρονικό διάστημα και ειδικότερα από 12-6-2002 έως 21-6-2002, εξεδόθησαν από το 1° ΤΕΑΣ ... αποδείξεις πληρωμής προς τον επιτηδευματία ιδιώτη ..., ο οποίος είχε εκτελέσει εργασίες τοποθέτησης πυραμίδων στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, συνολικού ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και σαράντα λεπτών (2.378,4 €). Οι αποδείξεις πληρωμής της Μονάδας προς τους συμβεβλημένους εργολάβους, συμπληρώνονταν από τον Διοικητή του 1ου ΤΕΑΣ ή από οριζόμενο προς τούτο υπάλληλο, υπογράφονταν από τον εργολάβο, του οποίου εθεωρείτο το γνήσιο της υπογραφής από το οικείο Αστυνομικό Τμήμα όπου εκτελείτο το έργο και από τον Διοικητή και στη συνέχεια προωθούνταν στα αρμόδια οικονομικά όργανα της Μονάδος, στο ΕΛΔΑΠ και τελικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο προς έγκριση και καταλογισμό της δαπάνης. Από τις παραπάνω αποδείξεις οι υπ' αριθ. 3 έως 16 συντάχθηκαν (κατά το περιεχόμενο τους) από τον Μόνιμο Υπάλληλο της Ξ ενώ οι υπόλοιπες από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Ως "ΚΑΤΑΒΑΛΩΝ" τα αναγραφόμενα στις αποδείξεις χρηματικά ποσά φέρεται ότι είναι ο Ζ και του οποίου η υπογραφή φέρεται να υπάρχει στην οικεία στήλη όλων των προαναφερομένων αποδείξεων. Στην πραγματικότητα όμως οι υπογραφές αυτές δεν ετέθησαν από τον Ζ, ο οποίος τις αμφισβήτησε εξαρχής δηλαδή μόλις έλαβε γνώση αυτών, αλλά από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, για λογαριασμό του Ζ και χωρίς να έχει τη συναίνεση αυτού, την 29-6-2002, όπως ο ίδιος ομολόγησε και όπως περίτρανα αποδείχθηκε από ειδικώς διεξαχθείσα γραφολογική εξέταση στα πλαίσια κυρίας ανάκρισης. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι οι επίμαχες αποδείξεις κατασχέθηκαν από τον Τακτικό Ανακριτή της υπόθεσης και παραδόθηκαν στα χέρια του από το Ελεγκτικό Συνέδριο, στο οποίο είχαν διαβιβασθεί αρμοδίως και ιεραρχικά για καταλογισμό. Η ενοχή του κατηγορουμένου για την παραπάνω πράξη επιβεβαιώνεται από τον τρόπο που ενήργησε, όταν διαπίστωσε ότι κάποιες από τις επίμαχες αποδείξεις, που είχαν συνταχθεί από τον Μόνιμο Πολιτικό Υπάλληλο του ΥΕΘΑ και τότε στο 1° Τμήμα Συνόρων κύριο Ξ, για τις εργασίες που είχαν διενεργηθεί στην Ελληνοαλβανική μεθόριο, την περίοδο που Διοικητής της μονάδος ήταν ο Ζ, δεν έφεραν τις υπογραφές του τελευταίου, που είχε ήδη αποχωρήσει. Ο κατηγορούμενος θέλησε να επιλύσει την εκκρεμότητα αυτή θέτοντας στις αποδείξεις υπογραφή ως Ζ, μολονότι γνώριζε ότι ο συνάδελφος του δεν κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς τον ιδιώτη εργολάβο, που είχε αναλάβει τις σχετικές εργασίες και χωρίς καμμία προηγούμενη συνεννόηση και λήψη της απαραίτητης συναινέσεως για την πράξη αυτή από τον Ζ. Ο ισχυρισμός του, κατά την απολογία του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ζ, ενημερώνοντάς τον για την ύπαρξη του περί ου ο λόγος διαδικαστικού προβλήματος και ότι έλαβε από τον τελευταίο Ζ την συγκατάθεσή του για να κλείσουν οι εν λόγω εκκρεμότητες, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται μέσα από κανένα δικονομικό στάδιο σχηματισμού της δικανικής κρίσεως της υποθέσεως, αλλά καταρρίπτεται από την επ' ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρος Ζ, ο οποίος κατηγορηματικά δήλωσε ότι για πρώτη φορά έμαθε για την υπογραφή του στις αποδείξεις το έτος 2004, όταν εκλήθη να καταθέσει στο ΓΕΣ, που διερευνούσε καταγγελίες για οικονομικές ατασθαλίες στα εκτελεσθέντα στην Ελληνοαλβανική μεθόριο έργα. Άμεσα, τότε, αμφισβήτησε την γνησιότητα των υπογραφών, ζήτησε γραφολογική εξέταση και ολοκλήρωσε την αντίδραση του με την υποβολή της από 21-12-2004 μηνύσεως του ενώπιον του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών. Επιπλέον και ο ίδιος ο κατηγορούμενος με συνέπεια και σταθερότητα τόσο στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτού του Στρατοδικείου Αθηνών, στα πλαίσια της κύριας ανακρίσεως (την 13-1-2006), όσο και στην επ' ακροατηρίω απολογία του δεν αρνείται την ουσιώδη πλήρωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του, όπως αυτά περιγράφησαν και ανελύθησαν στο νομικό σκεπτικό της αποφάσεως, επικαλούμενος όμως ως αιτιολογικό εφαλτήριο την πίεση που δεχόταν από τον εργολάβο ... για την καταβολή των ποσών, που αντιστοιχούσαν στις εκτελεσθείσες εργασίες, αλλά επιπροσθέτως και την ανάγκη λογιστικής τακτοποίησης του όλου ζητήματος, ώστε το Τμήμα του να μην εμφανίζει οικονομική εκκρεμότητα. Κατά συνέπεια, η αναφορά και επίκληση της από ... Έκθεσης Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης, η οποία στα τελικά της συμπεράσματα καταλήγει ότι ο κατηγορούμενος είναι ο χαράκτης όλων των υπογραφών επί των εξεταζόμενων αποδείξεων, συμπεριλαμβανομένου και αυτών που αποδίδονται στονΖ, απλώς επιρρωνύει την θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσης, ως προς το σκέλος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Ωστόσο και η υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος πληρούται, καθώς πέρα από την αποδοχή και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο της πράξης του, την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ως ανοησία και η οποία καταδεικνύει την γνώση του και την συνακόλουθη θέληση πραγμάτωσης των αντικειμενικών στοιχείων που συνθέτουν την ποινική δομή της πλαστογραφίας, καταφάσκεται και ο πρόσθετος σκοπός του να παραπλανήσει με την χρήση των επίμαχων αποδείξεων άλλον και συγκεκριμένα την ιεραρχική αλυσίδα των οικονομικών υπηρεσιών, που στα πλαίσια της θεσπισμένης λειτουργίας τους είχαν ως καθήκον τους τον έλεγχο και την έγκριση των δαπανών και την διαφύλαξη της ορθής και χρηστής οικονομικής διαχείρισης της Διοίκησης, που εν προκειμένω προσωποποιείτο στο 1° Τμήμα Συνόρων και ευρύτερα στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού (ΓΥΣ). Χαρακτηριστικές, άλλωστε είναι οι μαρτυρικές καταθέσεις τόσο του Αντισυνταγματάρχη ..., που σημειώνει ότι η δαπάνη πέρασε από τα οικονομικά όργανα και ότι αυτά πρέπει να παραπλανήθηκαν, όσο και εκείνες των: ..., Συνταγματάρχη (Ο), οι οποίοι σημειώνουν ότι εάν οι υπηρεσίες είχαν υπόψη τους καταγγελίες για πλαστότητα των αποδείξεων, ενδείξεις ή γνώση για πλαστότητα τότε σε καμμία περίπτωση δεν θα ενέκριναν την δαπάνη για τις τελεσθείσες εργασίες. Κατά λογική συνέπεια, ο κατηγορούμενος με την πράξη της κατάρτισης των πλαστών αποδείξεων είχε σκοπό να παραπλανήσει τις σχετικές αρχές (οικονομική υπηρεσία ΓΥΣ, ΕΑΔΑΠ, Ελεγκτικό Συνέδριο), ώστε να μην υπάρξει το οποιοδήποτε πρόβλημα απόρριψης των σχετικών δαπανών και ανάδειξης της λογιστικής ανωμαλίας, αλλά αντίθετα να διασφαλιστεί η έγκριση των εν λόγω πληρωμών και η επακόλουθη νομιμοποίηση των ενεργειών του, στο πεδίο των οικονομικών συναλλαγών.
Εξάλλου, απορριπτέος κρίνεται και ο όψιμος, καθώς προβλήθηκε για πρώτη φορά στο ακροατήριο, ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η έλλειψη από πλευράς του σκοπού παραπλάνησης των οικονομικών υπηρεσιών καταγιγνώσκεται από το γεγονός ότι διόρθωσε την πράξη του (της πλαστογραφίας) και συνέταξε νέες αποδείξεις, από διαφορετικό βιβλίο αποδείξεων (μπλοκ), τις οποίες και υπέβαλε στην υπηρεσία του. Αυτές οι αποδείξεις υποβλήθηκαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο και όχι οι πλαστές, οι οποίες κατά τον κατηγορούμενο αφαιρέθηκαν αργότερα, φωτοτυπήθηκαν και έφτασαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, προκειμένου ο ίδιος να καταστεί θύμα συνομωσίας, που σχετίζεται και με την ύπαρξη των ανωνύμων επιστολών για οικονομικές ατασθαλίες στις εργασίες στην Ελληνοαλβανική μεθόριο. Συμπληρώνει δε ότί το μπλοκ με τις πλαστές αποδείξεις δεν το κατέστρεψε, αλλά το είχε αφήσει στην υπηρεσία του. Όλα τα παραπάνω, όπως εξαρχής τονίστηκε κρίνονται αβάσιμα, καθώς τον Ιανουάριο του 2006, κατά την απολογία του στον Ανακριτή του Στρατοδικείου Αθηνών, ο Αντισυνταγματάρχης (Γ) Χ ουδέν σχετικό επικαλείται, ενώ ήδη έχει περάσει ικανό χρονικό διάστημα από την εξέλιξη των γεγονότων και ο ίδιος θα έπρεπε τότε να έχει μία πλήρη και ξεκάθαρη εικόνα της υποθέσεως και άρα να συνεισφέρει και με στοιχεία για την συνωμοσία που εξυφάνθηκε εναντίον του και τον κατέστησε κατηγορούμενο. Επιπροσθέτως, ελάχιστα πιστευτή μπορεί να γίνει η επίκληση ότι συνετελέσθη αρχικά κλοπή του μπλοκ με τις πλαστές επιταγές από την υπηρεσία του κατηγορουμένου και εν συνεχεία αυτές έφτασαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο και αντικατέστησαν τις ορθές και νόμιμες. Κανένα περιστατικό κλοπής οικονομικών εγγράφων από το 1° Τμήμα Συνόρων δεν προκύπτει από τα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού της εν λόγω υπόθεσης, ούτε και η διαδικασία και μεθοδολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, θεμελιωμένη στο κύρος του ως εποπτικού και ελεγκτικού μηχανισμού του συνόλου των κρατικών δαπανών, επιτρέπει και την παραμικρή υπόνοια ότι μπορεί να υπήρξε αλλοίωση ή αντικατάσταση των στοιχείων που επεξεργάζεται και ελέγχει. Εντύπωση, τέλος δημιουργεί και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αν και έμπειρος αξιωματικός, μολονότι συναισθάνθηκε το ατόπημα της πράξης του και ενήργησε τα δέοντα να το διορθώσει, δεν προχώρησε και στην ολοκληρωτική καταστροφή των πλαστών αποδείξεων, ώστε να διασφαλίσει πλήρως ότι αυτές δεν πρόκειται να υποπέσουν στην αντίληψη κακόπιστων, οι οποίοι θα ήθελαν να βλάψουν τον ίδιο και την περαιτέρω σταδιοδρομία του στο στράτευμα, αλλά αντίθετα περιορίστηκε να φυλάξει το συγκεκριμένο μπλοκ. Η εξήγηση του, ότι τότε θεώρησε το θέμα λήξαν και δεν μπορούσε να διανοηθεί τις διαστάσεις που τελικά θα έπαιρνε, δεν γίνεται δεκτή. Συμπερασματικά, βάσει των ανωτέρω εκτεθέντων δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί της πλήρωσης και της υπερχειλούς αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Οι παραπάνω σκέψεις οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, την 29-6-2002 κατ' ορθότερο χρονικό προσδιορισμό, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα πλαστογράφησε τις με αριθμούς ..., αποδείξεις πληρωμής προς τον ιδιώτη ..., αναγράφοντας τα στοιχεία τους και θέτοντας στη θέση "Ο ΚΑΤΑΒΑΛΩΝ" υπογραφή ως Ζ, ενώ ο τελευταίος ποτέ δεν κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς τον παραπάνω ιδιώτη, τα ανωτέρω δε έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα της μονάδας του, αλλά και το σύνολο των οικονομικών-ελεγκτικών οργάνων, που εγκρίνουν τις δαπάνες των στρατιωτικών μονάδων και υπηρεσιών, παρουσιάζοντας τις προαναφερόμενες αποδείξεις πληρωμής να είναι υπογεγραμμένες από τον Ζ, ο οποίος το επίδικο διάστημα ασκούσε καθήκοντα Διοικητού Τμήματος Συνόρων, ώστε να πραγματοποιηθεί κανονικά η εκκαθάριση των υπομνημάτων των εν λόγω αποδείξεων (με βάση όμως τις πλαστές) και κατά συνέπεια θα πρέπει, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί αυτός ένοχος. Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παρακάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 216 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης.
Ειδικότερα, αιτιολογεί η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα του άμεσο δόλο και των εγκληματικό σκοπό (υπερχειλή δόλο) του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό της των περιστατικών εκείνων, από τα οποία προκύπτει η γνώση του, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης-πλήρους γνώσης), για την πλαστότητα των ανωτέρω εγγράφων (24 αποδείξεων πληρωμής) του 1ου ΤΕΑΣ προς του επιτηδευματία ιδιώτη ...), τα οποία υπόγραψε ο ίδιος θέτοντας κατ' απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση του την υπογραφή του Ζ, φερομένου έτσι ως εκδότη όλων αυτών του τελευταίου, όπως επίσης αιτιολογείται στην ίδια απόφαση η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία υπέβαλε στη συνέχεια τα ως άνω πλαστά έγγραφα στα αρμόδια οικονομικό όργανα της Μονάδας που τότε αυτός υπηρετούσε (1ο Τάγμα Συνόρων της ΓΥΣ), στο ΕΛΔΑΠ και τελικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο προς έγκριση και καταλογισμό της δαπάνης. Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει κάποια απόφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης με τον προσδιορισμό στο διατακτικό ότι από τις 24 πλαστές αποδείξεις, που φέρονται ότι εκδόθηκαν από το μηνυτή Ζ, με την πλαστογράφηση της υπογραφής του από τον κατηγορούμενο, το περιεχόμενο των 14 απ' αυτής είχε γραφεί από τον πολιτικό υπάλληλο της ίδιας υπηρεσίας Ξ, ενώ το περιεχόμενο των λοιπών 12 έγραψε ο ίδιος κατηγορούμενος, αφού τελικά σε όλες έχει πλαστογράψει την υπογραφή του Ζ, που φέρεται ως εκδότης αυτών (ενεργώντας για λογαριασμό της ως άνω υπηρεσίας τους) και ως προς το σημείο αυτό ουδεμία διαφοροποίηση υπάρχει μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης που θα είχε έννομες συνέπειες για την ενοχή του για την αξιόποινη πράξη που τέλεσε.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και αντίστοιχοι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενοι απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τον πρώτο των ως άνω λόγων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την επίκληση, κατ' επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας η περί την εκτίμηση των παραπάνω αποδείξεων, περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας (Αναθεωρητικό Δικαστήριο), έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του, αμέσως και εκθέτει: α)τη μαρτυρική κατάθεση του ... και β)την απολογία του στον Ανακριτή του Στρατοδικείου Αθηνών, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κατά την επ' ακροατηρίω αποδεικτική διαδικασία και εντεύθεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα αυτής (διαδικασίας) και η απόφαση είναι αναιρετέα γι' αυτόν το λόγο. Πλην όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα το τέλος της 7ης σελίδας αυτών, ο Πρόεδρος του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ανέγνωσε στο ακροατήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απαλλακτική (κατά πλειοψηφία) γι' αυτόν απόφαση του Στρατοδικείου Ιωαννίνων. Από την επιτρεπτή δε επισκόπηση των τελευταίων πρακτικών προκύπτει ότι περιέχεται σ' αυτά η κατάθεση του τότε ... ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου-Στρατοδικείου Ιωαννίνων (βλ. σελ. 104 αυτών), ενώ στην 20η σελίδα των ιδίων πρακτικών γίνεται μνεία της από 13-6-2006 απολογίας του ενώπιον του Ανακριτή του Στρατοδικείου Αθηνών που έλαβε υπόψη της η μειοψηφία του εν λόγω δικαστηρίου για το σχηματισμό της καταδικαστικής σε βάρος του κρίσης της, σε αντίθεση με την γνώμη της πλειοψηφίας. Επομένως με την ανάγνωση των πρακτικών και απόφασης της πρωτοβάθμιας δίκης το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε, όχι αμέσως και ευθέως, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά εμμέσως και επιτρεπτώς την προαναφερόμενη μαρτυρική κατάθεση και ανακριτική απολογία του και δεν προκλήθηκε ως εκ τούτου απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.
Συνεπώς ο ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του ΚΠΔ, που αφορούν την ανάγνωση των εγγράφων, προκύπτει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι αναγνώσθηκε, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το έγγραφο που αναγνώσθηκε και τα οποία όμως δεν συμπίπτουν πάντα με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, μεταξύ των άλλων εγγράφων και χωρίς κάποια αντίρρηση από οιονδήποτε παράγοντα της δίκης, "μία κατάσταση με περιγραφές αγορών και έργων" (βλ. 8η σελίδα των πρακτικών αυτών). Από τον με αυτόν προσδιορισμού του εγγράφου αυτού, ενόψει του περιεχομένου της δίκης και της ανυπαρξίας ετέρου παρόμοιου εγγράφου με την ίδια περιγραφή, το έγγραφο αυτό επαρκώς προσδιορίζεται και μπορούσε να αντικρούσει ο κατηγορούμενος την αυθεντικότητα και το περιεχόμενό του. Ας σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία του αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω της ανάγνωσης και λήψης υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, προκειμένου περί εφέσεως του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η οποία προσετέθη με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκούμενης υπό του Εισαγγελέως εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Εξ άλλου oι διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όμως δεν προϋποθέτουν συγκεκριμένους όρους ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Περαιτέρω με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο, ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου. Ούτω μέσα στην ικανή προθεσμία των δέκα ημερών από την έκδοση της αποφάσεως (άρθρα 473 παρ.1 και 486 παρ.1 ΚΠΔ) ο Εισαγγελεύς μπορεί αποτελεσματικά να εκτελέσει τα καθήκοντα του καl να κρίνει με ασφάλεια αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ή όχι προς άσκηση εφέσεως κατά της αθωωτικής αποφάσεως. Εξ όλων αυτών παρέπεται ότι η άνω διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ δεν είναι αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και τούτο διότι με την απαιτουμένη αιτιολογία της εφέσεως του εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως δεν παραβιάζεται το δικαίωμα του για ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο και για χρηστή (δίκαιη) δίκη, ούτε καταλύεται στην πράξη το δικαίωμα αυτό του εισαγγελέως, με επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες για τους πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά αθωωτικής αποφάσεως και να ζητήσουν την καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά υποβάλλουν συνήθως με τους συνηγόρους τους σχετική αίτηση στον αρμόδιο Εισαγγελέα για να την ασκήσει ο τελευταίος αυτός (Ολ.ΑΠ 9/2005). Τα ανωτέρω ισχύουν και επί εφέσεων αποφάσεων των πρακτικών ποινικών δικαστηρίων (άρθρο 213 παρ. 1 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα(ν. 2287/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση εφέσεως του Αντεισαγγελέα του Στρατοδικείου Ιωαννίνων ..., που παραδεκτώς επισκοπείται για την εξέταση των λόγων αναίρεσης, στην εν λόγω έφεση εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που θεμελιώνουν το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο πλημμέλημα της πλαστογραφίας εγγράφων μετά χρήσεως αυτών κατ' εξακολούθηση και αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία, δηλονότι η έφεση αυτή έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατ' άρθρο 486 παρ. 3 του ΚΠΔ. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων που παρέστη με συνήγορο κατά την εκδίκαση της ως άνω έφεσης του Εισαγγελέα δεν πρότεινε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κάποια αντίρρηση με οιαδήποτε μορφή ως προς το παραδεκτό της έφεσης αυτής (έλλειψη αιτιολογίας). Επομένως το Αναθεωρητικό Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση την έκρινε παραδεκτά και στη συνέχεια προέβη στην ουσιαστική έρευνα της δεν έσφαλε και συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' του ΚΠΔ τέταρτος πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση της εξουσίας του από το δικαστήριο που την εξέδωσε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2009 αίτηση και τους επ' αυτής από 20 Νοεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 323/2008 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως. 1. Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία και νόθευση αποδείξεων πληρωμής από στρατιωτική μονάδα προς ιδιώτη εργολάβο, καταρτίζοντας τες καθ' ολοκληρία από δράστη ή υπογράφοντάς τες μόνο κατ' απομίμηση της υπογραφής του φερόμενου εκδότη τους. 2. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 3. Όχι απόλυτη ακυρότητα με τη λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μαρτυρικής κατάθεσης και ανακριτικής απολογίας κατηγορουμένου που περιέχονταν στην πρωτοβάθμια απόφαση. 4. Άσκηση έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης από Εισαγγελέα. Αιτιολογία αυτής αλλιώς το Δικαστήριο που δέχεται μια τέτοια (αναιτιολόγητη) έφεση υπερβαίνει την εξουσία του και καθιστά αναιρετέα την απόφασή του. 5. Απόρριψη όλων των ως άνω λόγων ως αβασίμων και απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης στρατιωτικού Δικαστηρίου (Αναθεωρητικού) στο σύνολό της εξουσίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
| 0
|
Αριθμός 447/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Παγώνα για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2187, 2300/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1036/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 274/03.09.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 § 1, περ.2, 527 § 1,3 και 528 ΚΠΔ την από 29/6/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., (που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Παγώνα δυνάμει του με αριθμό ... πληρεξουσίου), με την οποία αυτός ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 2.187, 2300/2007 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών και 6 μηνών για την αξιόποινη πράξη της εκβίασης από κοινού και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι.Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 & 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδιασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σε αυτούς, την κρίση του δε αυτή, το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο, σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδιασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1222/08, ΑΠ 1126/08, ΑΠ 1513/07). Στην κρινόμενη περίπτωση, η προαναφερθείσα με αριθμό 2187, 2300/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αμετάκλητη, δεδομένου ότι με την αριθμό 2167/2008 απόφαση του Δικαστηρίου Σας, απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης από τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας. Με την απόφαση αυτή ο Χ καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της εκβίασης από κοινού σε φυλάκιση 2 ετών και 6 μηνών, που συνίσταται στο ότι: "Στη ..., στις 15-1-1997 και ώρα 00.10, από κοινού με τους δύο αγνώστους δράστες, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν κατά την ανάκριση, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασαν άλλον με άσκηση σωματικής βίας εναντίον του και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο της ζωής του, να προβεί σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του. Συνκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος στάθμευσε τα με αριθμ.... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του Ψ σε ερημική τοποθεσία όπου περίμεναν οι δύο άγνωστοι δράστες, οι οποίοι έσυραν δια της βίας, ανοίγοντας την πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου, τον Ζ, κάτοικο ..., ενώ στη συνέχεια απειλώντας από κοινού αυτόν με ένα όπλο και ένα μαχαίρι αγνώστου προελεύσεως, τον εξανάγκασαν να γράψει και να υπογράψει καθ' υπαγόρευση του κατ/νου, μια εξοφλητική απόδειξη με το εξής περιεχόμενο: "Απόδειξη εξόφλησης. Ο υπογεγραμμένος Ζ έλαβα σήμερα 13-1-1997 από τον Χ το ποσό των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) δια ολοσχερή εξόφληση της υπ' αριθμό ... διαταγής πληρωμής, δια κεφάλαιο, τόκους, δικαστικά έξοδα και προγράμματα πλειστηριασμού και παραιτούμαι του πλειστηριασμού και ουδεμία απαίτηση έχω 13-1-97. Ο λαβών Ζ, υπογραφή, Π. 870800, Χαλκίδα 13-1-97", την οποία στη συνέχεια, σε ακριβές φωτοαντίγραφο στις 15-1-1997 και ώρα 13.00), η σύζυγος του κατ/νου ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας ..., ενώ διενεργείτο από αυτόν πλειστηριασμός ενός ακινήτου ιδιοκτησίας του κατ/νου, προς, ικανοποίηση απαιτήσεως του παθόντα εναντίον του (κατ/νου), προερχόμενης από ακάλυπτη επιταγή εκδόσεως αυτού (κατ/νου), ποσού 3.153.000 δρχ. περίπου, η οποία μαζί με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα είχε ανέλθει στο ποσό των 6.000.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός και κατά συνέπεια η ικανοποίηση της απαιτήσεως του παθόντα, επήλθε δε ζημία στην περιουσία αυτού (ως άνω παθόντα), ύψους 6.000.000 δραχμών. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, στην ανάγνωση των εγγράφων και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και στην απολογία του κατηγορουμένου.
Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της αιτήσεώς του προσκομίζει την με αριθμό 5581/2009 ένορκη βεβαίωση του ... συνταχθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών στην οποία ο ανωτέρω διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Είμαι, από 30ετίας περίπου, δικαστικός επιμελητής διορισμένος στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος.
Είχα ακούσει από παλιά, αλλά και είχα πληροφορηθεί από δημοσιεύματα του τοπικού τύπου, ακόμη και πρόσφατα, ότι ο Χ καταδικάσθηκε στο Εφετείο, διότι, δήθεν, εκβίασε τον Ζ.
Μόλις πρόσφατα, σε συνάντηση που είχα με τον συνάδελφο μου, δικαστικό επιμελητή Χαλκίδος ..., συζητήσαμε τυχαία για το θέμα αυτό και πληροφορήθηκα προσωπικά από τον ίδιο και σε σχέση με την δικαστική διαφορά μεταξύ Ζ και Χ, ότι ο Ζ στις 13/1/1997, δύο δηλαδή ημέρες πρό της ημέρας (15/1/1997) εκπλειστηριάσεως του ακινήτου ιδιοκτησίας του Χ, εξοφλήθηκε από τον ίδιο πλήρως και ολοσχερώς με μετρητά χρήματα ολόκληρη την απαίτηση του, γι αυτό άλλωστε δεν έχει προχωρήσει σε έκδοση νέου προγράμματος πλειστηριασμού αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια και ότι η μήνυση για εκβίαση που έγινε εις βάρος του Χ από τον Ζ, έγινε για λόγους εκδίκησης - διότι ο Χ είχε μηνύσει τον ίδιο τον Ζ και τον Τ - ότι ουδέποτε ο Ζ μετέβη στην ... με τον Χ την νύχτα της14ης/1/1997, αλλά ότι βρισκόταν στο σπίτι του Τ μέχρι την 01.30, περίπου, την νύχτα και ότι όλη η υπόθεση κατασκευάσθηκε και μεθοδεύθηκε από τον Ζ.
Αυτά μου τα είπε προσωπικά ο ίδιος ο Τ σε συνομιλία που είχαμε μεταξύ μας, όπως επίσης με διαβεβαίωσε ρητά ότι ο Ζ πράγματι υπέγραψε ο ίδιος την εξοφλητική απόδειξη, όταν ο Χ του κατέβαλε το ποσόν των 6.000.000 δρχ. που του όφειλε.
Είχα ηθική υποχρέωση να αναφέρω τα παραπάνω στον Χ, ήλθα σε επαφή μαζί του, του ανέφερα αυτά που μου είπε ο Τ, για τα οποία έχω προσωπική και άμεση αντίληψη και αυτός με παρεκάλεσε να καταθέσω ενόρκως όσα ελέχθησαν κατά την συνομιλία που είχα με αυτόν Τ, πράγμα το οποίο και πράττω σήμερα, διότι, όπως αποδεικνύεται, ο Χ, χωρίς καμία αμφιβολία, καταδικάσθηκε άδικα, για αδίκημα που στην πραγματικότητα δεν διέπραξε, με καταθέσεις και, δήθεν στοιχεία, μεθοδευμένα και κατευθυνόμενα από τον Ζ. Τα παραπάνω είμαι πρόθυμος να καταθέσω και ενώπιον οποιασδήποτε αρχής ή δικαστηρίου, οποτεδήποτε και εάν κληθώ. Αυτά αναγνωρίζω ρητά και δηλώνω". Η ένορκη αυτή βεβαίωση, προδήλως συνιστά νέο γεγονός, το οποίο αν γνώριζαν οι δικαστές οι οποίοι εξέδωσαν την πιο πάνω απόφαση, θα κατέληγαν σε απαλλακτική για τον αιτούντα κρίση, δεδομένου ότι δι' αυτής πλήρως αντικρούεται η κατάθεση του μηνυτή ότι απειλήθηκε από τον αιτούντα και υποχρεώθηκε να υπογράψει την εξοφλητική απόδειξη. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η με αριθμό 2187, 2300/07 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ισόβαθμο Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς (528 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:1) Να γίνει δεκτή, η από 29/6/2009 αίτηση του Χ του , κατοίκου ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 2187, 2300/07 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
2) Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή 3) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς.
Αθήνα 17/7/2009 Ο Αντεισεγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν για κακουργηματική εκβίαση 2187, 2300/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι από την αναφερόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον κατεδίκασαν απόδειξη (ένορκη βεβαίωση) γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 2300/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 2617/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για κακουργηματική εκβίαση από κοινού με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρα 26 πα. 1, 27 παρ. 1, 45, 385 παρ. 1 εδαφ. στ' σε συνδυασμό με το άρθρο 380 παρ. 1 και 84 παρ. 2 περ. α' Π.Κ.) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έξι μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Ειδικότερα από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της άνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο ήδη αιτών καταδικάσθηκε (κατά πλειοψηφία) για το ότι "την 15.1.1997 επρόκειτο να διενεργηθεί ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας ... πλειστηριασμός ενός ακινήτου ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου (ήδη αιτούντος) προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτηση του εγκαλούντος Ζ προερχομένη απ' ακάλυπτη επιταγή εκδόσεως του κατηγορουμένου Χ ποσού 3.153.000 δρχ. η οποία μαζί με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα είχε ανέλθει στο ποσό των 6.000.000 δρχ. Ενόψει του πλειστηριασμού αυτού ο ήδη αιτών με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εξανάγκασε από κοινού με δύο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας συνεργούς του, με άσκηση σωματικής βίας εναντίον του και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο της ζωής του, τον εγκαλούντα Ζ να προβεί σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του και συγκεκριμένα για να επιτύχει την υλοποίηση του εγκλήματος που είχε σχεδιάσει αρχικά έπεισε τον εγκαλούντα να εισέλθει στο ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του Ψ, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος ο αιτών κατηγορούμενος για να μεταβούν στην ..., όπου, όπως ψευδώς τον διαβεβαίωσε θα ελάμβανε από τρίτο πρόσωπο τα χρήματα που θα έδινε στον εγκαλούντα προς εξόφληση της άνω απαιτήσεως του τελευταίου και όταν έφθασε περί ώρα 00.10 της 15.1.1997 σε ερημική τοποθεσία στη ... και σταμάτησε εμφανίσθηκαν οι δύο άγνωστοι συνεργοί του κατηγορουμένου οι οποίοι ανέμεναν εκεί και έσυραν βιαίως έξω από το αυτοκίνητο αφού άνοιξαν την θύρα του συνοδηγού του εγκαλούντα και απειλώντας αυτόν με ένα όπλο και ένα μαχαίρι από κοινού τον υποχρέωσαν να υπογράψει χωρίς τη θέλησή του καθ' υπαγόρευση του κατηγορουμένου την εξοφλητική απόδειξη με περιεχόμενο ότι ο εγκαλών Ζ έλαβε στις 13/1/1997 από τον ., το ποσό των 6.000.000 δρχ. σε ολοσχερή εξόφληση της 457/1994 διαταγής πληρωμής για κεφάλαιο, τόκους, δικαστικά έξοδα και προγράμματα πλειστηριασμού και ότι παραιτείτο του πλειστηριασμού και δεν είχε ουδεμία απαίτηση και με τόπο και ημερομηνία ... 13.1.1997 καθώς και το αρχικό γράμμα του κυρίου ονόματος και το επώνυμό του και την υπογραφή του εγκαλούντος όπως και τα στοιχεία Π. 870800, κάτω από την ένδειξη "Ο λαβών". Αυτήν δε την εξοφλητική απόδειξη στην συνέχεια προσεκόμισε σε ακριβές φωτοαντίγραφο περί ώρα 13.00 στις 15/1/1997 η σύζυγος του ήδη αιτούντος κατηγορουμένου στον άνω Συμβολαιογράφο Χαλκίδας ... ενώπιον του οποίου διενεργείτο ο πλειστηριασμός του ακινήτου ιδιοκτησίας του αιτούντος για την άνω απαίτηση του εγκαλούντος με συνέπεια να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός και η ικανοποίηση της απαιτήσεως του παθόντος με αντίστοιχη ζημία του". Ήδη ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και προς τούτο επικαλείται και προσκομίζει ως νέα απόδειξη την ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών υπ' αριθμό 5581/29.6.2009 ένορκη βεβαίωση του εμφανισθέντος ... ο οποίος ενόρκως εδήλωσε ότι είναι αληθή τα εξής: "Είμαι, από 30ετίας περίπου δικαστικός επιμελητής διορισμένος στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Είχα ακούσει από παλιά, αλλά και είχα πληροφορηθεί από δημοσιεύματα του τοπικού τύπου ακόμα και πρόσφατα, ότι ο Χ καταδικάσθηκε στο Εφετείο, διότι, δήθεν εκβίασε τον Ζ. Μόλις πρόσφατα σε συνάντηση που είχα με τον συνάδελφό μου δικαστικό επιμελητή Χαλκίδος ..., συζητήσαμε τυχαία για το θέμα αυτό και πληροφορήθηκα προσωπικά από τον ίδιο και σε σχέση με την δικαστική διαφορά μεταξύ Ζ και Χ, της ημέρας (15/1/1997) εκπλειστηριάσεως του ακινήτου ιδιοκτησίας του Χ, εξοφλήθηκε, από τον ίδιο πλήρως και ολοσχερώς με μετρητά χρήματα ολόκληρη την απαίτησή του, γι' αυτό άλλωστε δεν είχε προχωρήσει σε έκδοση νέου προγράμματος πλειστηριασμού αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια και ότι η μήνυση για εκβίαση που έγινε εις βάρος του Χ από τον Ζ, έγινε για λόγους εκδίκησης, διότι ο Χ είχε μηνύσει τον ίδιο τον Ζ και τον Τ, ότι ουδέποτε ο Ζς μετέβη στην ... με τον Χτην νύχτα της 14ης/1/1997, αλλά ότι βρισκόταν στο σπίτι του Τ μέχρι την 01.30 περίπου, την νύχτα και ότι όλη η υπόθεση κατασκευάσθηκε και μεθοδεύθηκε από τον Ζ. Αυτά μου τα είπε προσωπικά ο ίδιος ο Τ σε συνομιλία που είχαμε μεταξύ μας, όπως επίσης με διαβεβαίωσε ρητά ότι ο Ζ πράγματι υπέγραψε ο ίδιος την εξοφλητική απόδειξη, όταν ο Χ του κατέβαλε το ποσόν των 6.000.000 δρχ. που του όφειλε. Είχε ηθική υποχρέωση να αναφέρω τα παραπάνω στον Χ, ήλθα σε επαφή μαζί του, του ανέφερα αυτά που μου είπε ο Τ, για τα οποία έχω προσωπική και άμεση αντίληψη και αυτός με παρεκάλεσε να καταθέσω ενόρκως όσα ελέγχθηκαν κατά την συνομιλία που είχα με αυτόν Τ, πράγμα το οποίο και πράττω σήμερα, διότι, όπως αποδεικνύεται, ο Χ χωρίς καμία αμφιβολία, καταδικάσθηκε άδικα, για αδίκημα που στην πραγματικότητα δεν διέπραξε με καταθέσεις και δήθεν στοιχεία, μεθοδευμένα και κατευθυνόμενα από τον Ζ. Τα παραπάνω είμαι πρόθυμος να καταθέσω και ενώπιον οποιασδήποτε αρχής ή δικαστηρίου, οποτεδήποτε και αν κληθώ". Η ένορκη αυτή βεβαίωση είναι μεταγενέστερη της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών και είναι η μοναδική νέα απόδειξη που αυτός επικαλείται προς ευδοκίμηση της αιτήσεώς του για επανάληψη της διαδικασίας ισχυριζόμενος ότι εάν είχαν τεθεί τα δι' αυτής βεβαιούμενα, περιστατικά υπόψη των δικαστών του άνω δικαστηρίου θα έκρινε διαφορετικά και επωφελώς γι' αυτόν. Αυτά που αναφέρει ο άνω βεβαιών στην μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αιτούντος και κατά προτροπή του τελευταίου δοθείσα ένορκη ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών βεβαίωση δεν τα γνωρίζει από δική του αντίληψη αλλά δηλώνει ότι τα πληροφορήθηκε από τον συνάδελφό του δικαστικό επιμελητή στη.... Δεν διαπιστώνεται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αυτά που διαλαμβάνονται στην άνω ένορκη βεβαίωση ως προς το γεγονός ότι κατά τη νύχτα τελέσεως της άνω κακουργηματικής πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών δεν είχε μεταβεί μαζί με αυτόν ο εγκαλών στην Αθήνα αλλά ότι ο Ζ βρισκόταν μέχρι την 01.30 περίπου της 15/1/1997 στην οικία του Τ. Δεν δόθηκε κάποια εξήγηση για ποιο λόγο παρέμεινε μέχρι τόσο προχωρημένη ώρα ο εγκαλών στην κατοικία του άνω δικαστικού επιμελητή. Από τα πρακτικά της δίκης στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την καταδικαστική σε βάρος του αιτούντος απόφαση προκύπτει ότι εξεταζόμενος ο εγκαλών κατέθεσε ότι είχε μεταβεί την ημέρα εκείνη στην κατοικία του Τ και της συζύγου του Θ που ήταν επίσης δικαστική επιμελήτρια και ότι κάθισε εκεί μέχρι ώρας 7 μ.μ. και ότι ενημέρωσε την Θ ότι με τον αιτούντα θα ευρισκόταν κάποια λύση για την οφειλή του και ότι υπήρχε κατ' αρχήν συμφωνία μεταξύ των καθώς και ότι η Θ δεν του έφερε καμμία αντίρρηση προσθέτοντας ότι ο σύζυγός της απουσίαζε από την κατοικία τους. Επίσης εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του ίδιου Πενταμελούς Εφετείου η Θ κατέθεσε ότι στις 14/1/1997 το απόγευμα περί ώρα 6 ήλθε στην κατοικία της ο εγκαλών και της ανήγγειλε ότι είχε συμφωνήσει με τον ήδη αιτούντα κατηγορούμενο να συμβιβασθούν και ότι ο τελευταίος θα του έδινε χρήματα αφού τα έπαιρνε από μια συγγενή του ενώ στο τέλος της καταθέσεώς της αρνήθηκε η ίδια μάρτυρας ότι είχε ποτέ ειπεί ότι ο εγκαλών παρέμεινε στην κατοικία της μέχρι ώρας 01.00 τη νύκτα. Ακόμη ο ενόρκως βεβαιών ανέφερε ότι, όπως ρητά τον διαβεβαίωσε ο Τ, στις 13/1/1997 καταβλήθηκε από τον ήδη αιτούντα στον εγκαλούντα σε μετρητά το ποσό που του όφειλε πριν από την ημέρα που είχε ορισθεί για τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ακινήτου του και ότι υπέγραψε ο εγκαλών στην σχετική εξοφλητική απόδειξη χωρίς να διευκρινίζει εάν παρευρίσκετο στην καταβολή των οφειλομένων από τον αιτούντα και το άτομο που του έδωσε αυτήν την πληροφορία. Παρόμοιος ισχυρισμός είχε προβληθεί κατά την ακροαματική διαδικασία στο Πενταμελές Εφετείο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση όπως προκύπτει από την κατάθεση ως μάρτυρα υπερασπίσεως σε εκείνο το δικαστήριο της συζύγου του ήδη αιτούντος Ψ αλλά και από την απολογία εκείνου ως κατηγορουμένου και ερευνήθηκε χωρίς να γίνει δεκτός, κατά την γνώμη που επικράτησε στο άνω δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, η επικαλούμενη από τον αιτούντα ως νέα απόδειξη άνω ένορκη βεβαίωση τόσο από μόνη της όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες αποδείξεις με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών ετέλεσε την πράξη για την οποία κατεδικάσθη αμετακλήτως δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο αιτών είναι αθώος της κακουργηματικής εκβίασης από κοινού ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που τέλεσε. Είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες οι άλλες αιτιάσεις στο πρώτο μέρος της υπό κρίση αιτήσεως που κατατείνουν σε επανέλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως από νομικής και ουσιαστικής πλευράς και δεν αφορούν σε νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν επανάληψη της διαδικασίας.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.6.2009 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 2187, 2300/2007 αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως από κατηγορούμενο που είχε καταδικασθεί με ελαφρυντικό 84 § 2α ΠΚ για κακουργηματική εκβίαση από κοινού με την επίκληση ως νέου γεγονότος ενόρκου βεβαιώσεως μάρτυρα ενώπιον Ειρηνοδίκη. Απορρίπτεται η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, διότι δεν καθίσταται προφανώς βέβαιο ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη ή ότι το αδίκημα που τέλεσε ήταν μικρότερης βαρύτητας με βάση την επικαλούμενη νέα απόδειξη - βεβαίωση σε συνδυασμό με τις ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου που τον κατεδίκασε προσκομισθείσες αποδείξεις.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 447/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ((κωλυομένου του προέδρου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" (ΟΤΕ ΑΕ) που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξουσίους δικηγόρους της Ξανθή Καλύβα, η οποία ανακάλεσε την από 13-11-2009 δήλωσή της για παράσταση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και Ιωάννα Θεμελή, η οποία παραστάθηκε με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κριθαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιανουαρίου 1993 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/1994 του ιδίου Δικαστηρίου και 93/1996, 38/1997 μη οριστικές και 85/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και 444/2007 μη οριστική και 347/2008 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της Α. 347/2008 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και Β. 85/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως ζητεί η αναιρεσείουσα με της Α. από 4 Δεκεμβρίου 2008 και Β. 16 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις της αντίστοιχα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 16 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη συνεκδίκαση των χαρακτηριζομένων στο σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. Α και Β δικογράφων αιτήσεων αναιρέσεως,
ΙΙ την απόρριψη (Ι) της με στοιχ. Β (77/8.12.2008) αιτήσεως για αναίρεση (α) της 437/16-10-2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και (β) της 85/31-8-2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και (ιι) της με στοιχ. Α (62/4-12-2008) αιτήσεως για αναίρεση της 85/31-8-2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και
ΙΙΙ. Την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτού της με στοιχ. Α. (62/4-12-2008) αιτήσεως για αναίρεση της 347/16-10-2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και την απόρριψη των λοιπών αυτής λόγων αναιρέσεως.
Η παραστάσα πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο δικαστήριο αυτό εκκρεμεί και συζητήθηκε κατά τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλονται (α) η 347/16-10-2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παράλληλα (β) η 85/31-8-2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Η εν λόγω αίτηση ασκήθηκε με την κατάθεσή της αρχικά στη γραμματεία του Εφετείου Ναυπλίου (Α. 62/4-12-2008) και στη συνέχεια σε εκείνη του Πρωτοδικείου Τριπόλεως (Β. 77/8-12-2008). Εκτιμάται ότι πρόκειται περί δύο αυτοτελών και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλονται οι αυτές αποφάσεις, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου απευθυνομένη 1/7-1-1993 προσφυγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής προσφεύγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της καθής και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΤΕ ΑE), απορρέουσα, κατά την κύρια διατυπούμενη βάση της, από την εγκύρως συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, με πρόσθετη επικουρική θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί της εν λόγω προσφυγής εκδόθηκε η 254/1994 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, σε πενταμελή σύνθεση, με την οποία κηρύχθηκε καθ' ύλη αναρμόδιο προς εκδίκαση της υποθέσεως και παρέπεμψε προς τούτο την υπόθεση στο αρμόδιο, κατά τις αιτιολογίες της, καθύλη (και κατά τόπο) Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Επακολούθησε η έκδοση των μη οριστικών 93/1996 και 38/1997 αποφάσεών του και στη συνέχεια, κατά μερική παραδοχή της κατά την κύρια διατυπούμενη βάση της, η 85/2006 οριστική αυτού απόφαση. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε η καθής με την 11/1-2-2007 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 444/2007 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και στη συνέχεια η 347/2008 οριστική αυτού απόφαση, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά των οριστικών αποφάσεων (α) 347/2008 του Εφετείου Ναυπλίου και (β) 85/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. Α και Β δικόγραφα αιτήσεων αναιρέσεως, οι οποίες προφανές είναι ότι πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια το παραδεκτό αυτών και η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγω αναιρέσεως.
Ειδικότερα:
Ι. Με στοιχ. Α(β) και Β (β) αιτήσεις για αναίρεση της 85/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 495 παρ. 1, 552, 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση, που ασκείται με κατάθεση στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, εφόσον δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση ή ανακοπή ερημοδικίας. Επομένως, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, με οριστική επ' αυτής κρίση. Και τούτο για τον λόγο ότι στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην δευτεροβάθμια, ενώ στην δεύτερη έπαυσε να υπάρχει. Τέλος δεύτερη αναίρεση κατά της αυτής αποφάσεως δεν επιτρέπεται (ΚΠολΔ 555). Επομένως οι με στοιχ A(β) και B(β) αιτήσεις για αναίρεση της 85/2006 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η κατά της οποίας έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 347/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η πρώτη από τις οποίες ασκήθηκε με κατάθεσή της στην γραμματεία του εν λόγω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και η δεύτερη μετά την άσκησή της, αξιολογούνται προεχόντως ως απαράδεκτες, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 577§1). II. Με στοιχ. B (α) αίτηση για αναίρεση της 347/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία ασκήθηκε με κατάθεσή της στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Τριπόλεως, μετά την άσκηση της όμοιου περιεχομένου με στοιχ Α (α) αιτήσεως, λόγους για τους οποίους ομοίως αξιολογείται ως απαράδεκτη. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές οι χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α(β) και Β αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν προεχόντως απαράδεκτες, κατ' επετρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (Κ.Πολ.Δ. 577§1). Αντίθετα το τυπικό παραδεκτό της με στοιχ. Α(α) αιτήσεως αναιρέσεως επιτάσσει την εξέταση των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων αναιρέσεως, έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια. Ειδικότερα:
ΙΙΙ. Με στοιχ. Α(α) αίτηση για αναίρεση της 347/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. (α) Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2229/1994, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα, τα οποία προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς του δημόσιου τομέα, που προσδιορίζεται με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1256/1982, με ενδεικτική αναφορά πλην άλλων, και της αναιρεσείουσας. Επακολούθησε η έκδοση, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 30 του ν. 1914/1990, του π.δ/τος 361/1991, με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του (ΦΕΚ 128/τ.α'/20-8-1991) παύει να υπάγεται στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα. Εντεύθεν τίθεται θέμα διαχρονικού δικαίου των νομοθετικών αυτών ρυθμίσεων από απόψεως ουσιαστικού δικαίου, η ιδιαίτερη σημασία του οποίου για τα συμβληθέντα με τη σύμβαση μέρη επιβάλλει ως χρονικό κριτήριο επιλογής εκείνο της δημοπρατήσεως ή αναθέσεως του έργου, βασική αρχή που καθιερώνεται με τις μεταβατικού Χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 27 του ν. 1418/1984 και 6§§1,2 του τροποποιητικού αυτού ν.2229/1994. Η με βάση το κριτήριο αυτό επιλογή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα ή εκείνων της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με ενδεικτική αναφορά ότι κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1418/1984 ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις απαιτούμενες πρόσθετες εργασίες με καθορισμό της οφειλόμενης γι' αυτές αμοιβής κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ. 609/1985, η οποία δεν μπορεί εγκύρως να υπερβεί το συνολικό συμβατικό ποσό πέραν του 50/00. Εντεύθεν έπεται ότι το δικαστήριο της ουσίας κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι επί της συνδέουσας τους διαδίκους από 2-4-1991 συμβάσεως έργου, ποσού, κατά τις αιτιολογίες της, 57.506.643 δρχ, έναντι του οποίου επιδικάσθηκε εκείνο των 326.100,82 Ευρώ, που δημοπρατήθηκε στις 25-2-1991, δεν έχουν εφαρμογή οι περί δημοσίων έργων διατάξεις, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη, με το πρώτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτήν αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την έρευνα της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Ναυπλίου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ. 580§3). Μετά την αναίρεση της αποφάσεως πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτώς διατυπούμενο με τις προτάσεις αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτελέσεως κατάσταση. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 579§2 Κ.Πολ.Δ. "Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που βρίσκεται σε αρμονία με εκείνη του άρθρου 565§2 Κ.Πολ.Δ. για αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο Άρειος Πάγος για να διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι με άλλο εκτελεστό τίτλο. Με βάση τη νομική αυτή παραδοχή η ερευνώμενη αίτηση ελέγχεται ως αβάσιμη. Ειδικότερα, από τα υπάρχοντα στην διάθεση του Δικαστηρίου διαδικαστικά και αποδεικτικά έγγραφα βεβαιώνονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Επί σχετικής αιτήσεως του αναιρεσίβλητου, απευθυνόμενης κατά της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 12/2009 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, με επιτασσόμενο δι' αυτής προς πληρωμή ποσό 326.100,82 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο και ειδικότερα ποσό 5.517,24 από 11-12-1991 και το υπόλοιπο ποσό των 320.583,58 Ευρώ από 11-8-1992. Την εν λόγω διαταγή πληρωμής, η έκδοση της οποίας στηρίχθηκε, κατά τις διαλαμβανόμενες στις αιτιολογίες της παραδοχές της στην 85/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η κατά της οποίας 11/1-2-2007 έφεση της αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν απορρίφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με την αναιρούμενη 347/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, προσέβαλε η τελευταία με την κατά την έννοια του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ. 62/15-4-2009 ανακοπή και παράλληλα υπέβαλε την 198/15-4-2009 αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, με την κατάθεση της οποίας εκδόθηκε προσωρινή διαταγή αναστολής της εκτελέσεως της, η οποία ανακλήθηκε στη συνέχεια με την από 24-4-2009 απόφαση του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως για το ποσό των 643.893,14 Ευρώ και διατηρήθηκε για το υπόλοιπο ποσό των 784.918,66 Ευρώ. Σε εκτέλεση της εν λόγω διαταγής πληρωμής κατέβαλε η αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 643.893,14 Ευρώ, για το οποίο ανακλήθηκε η αναστολή εκτελέσεώς της, όπως τα πραγματικά αυτά ιστορούνται παράλληλα και στην εκδοθείσα προς τούτο από 29-4-2009 ισόποσης χρηματικής αξίας απόδειξη. Πρόκειται επομένως για αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτελέσεως κατάσταση, η οποία (εκτέλεση) έγινε με βάση την εν λόγω διαταγή πληρωμής σε αντιδιαστολή με την αναιρούμενη απόφαση, προϋπόθεση για την παραδοχή της, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται ως αβάσιμη, λόγο για τον οποίο και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία κατανέμει κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων και προσδιορίζει στο ποσό των 1.200,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183, 178§1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Συνεκδικάζει τα χαρακτηριζόμενα στα σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. Α και Β δικόγραφα αιτήσεων αναιρέσεως.
ΙΙ. Απορρίπτει (i) τη με στοιχ. Β (77/8-12-2008) αίτηση για αναίρεση (α) της 347/16-10-2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και (β) της 85/31-8-2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, (ii) τη με στοιχ. Α (62/4-12-2008) αίτηση για αναίρεση της 85/31-8-2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
ΙΙΙ. Αναιρεί την 347/16-10-2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Ναυπλίου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. IV.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς και
V. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει κατά μερικό συμψηφισμό στο ποσό των χιλίων διακοσίων (120,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ."διαχρονικό δίκαιο εφαρμογής τους επί της "ΟΤΕ ΑΕ". ΑΙΤΗΣΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Δεν είναι επιτρεπτή όταν η εκτέλεση έγινε όχι με βάση την αναιρούμενη απόφαση αλλά με άλλο εκτελεστό τίτλο.
| null | null | 2
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.